ETRAVIRINE
Ετραβιρίνη
**Φαρμακοδυναμική** Κλινικές μελέτες δεν έδειξαν παράταση του διαστήματος QT στα ηλεκτροκαρδιογραφήματα μετά από 8 ημέρες χορήγησης.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
medication
SPC-INTELENCE
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από στόματος χρήση
- Χορήγηση: δύο φορές την ημέρα μετά από το γεύμα
- Δόση έναρξης: 200 mg δύο φορές την ημέρα
-
ΕνήλικεςΔόση200 mg δύο φορές την ημέραλαμβάνονται από το στόμα μετά από το γεύμα
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (ηλικίας 6 ετών έως μικρότερης των 18 ετών)Δόση100 mg δύο φορές την ημέρα (≥ 16 έως < 20 kg), 125 mg δύο φορές την ημέρα (≥ 20 έως < 25 kg), 150 mg δύο φορές την ημέρα (≥ 25 έως < 30 kg), 200 mg δύο φορές την ημέρα (≥ 30 kg)βασίζεται στο σωματικό βάρος, λαμβάνεται από στόματος, μετά από ένα γεύμα
-
Ηλικιωμένοι (> 65 ετών)Περιορισμένες πληροφορίες, χρειάζεται προσοχή.
-
Ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (σταδίου Α ή Β κατά Child-Pugh)Δεν προτείνεται προσαρμογή της δόσης. Χρήση με προσοχή σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία.
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Σταδίου C κατά Child-Pugh)Δεν συνιστάται.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (ηλικίας μικρότερης των 6 ετών και σωματικού βάρους μικρότερου των 16 kg)Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block
SPC-INTELENCE
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Συγχορήγηση με elbasvir/grazoprevir
warning
SPC-INTELENCE
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Μετάδοση HIVΘα πρέπει να λαμβάνονται προφυλάξεις σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες.
-
Ιολογική καταστολήΤο INTELENCE ιδανικά πρέπει να συνδυάζεται με άλλους αντιρετροϊκούς παράγοντες που διαθέτουν δράση έναντι του ιού του ασθενούς.
-
Μειωμένη ιολογική ανταπόκρισηΠληθυσμόςΑσθενείς με ιικά στελέχη που φέρουν 3 ή περισσότερες από τις ακόλουθες μεταλλάξεις V90I, A98G, L100I, K101E/P, V106I, V179D/F, Y181C/I/V και G190A/SΣυνιστάται να συμβουλεύεστε πάντα τα τρέχοντα συστήματα ερμηνείας για την ανάλυση των αποτελεσμάτων δοκιμασίας αντοχής.
-
Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (Σύνδρομο Stevens-Johnson, πολύμορφο ερύθημα)Η θεραπεία με το INTELENCE πρέπει να διακόπτεται αν αναπτυχθεί μια σοβαρή δερματική αντίδραση.
-
Αυξημένος κίνδυνος δερματικών αντιδράσεωνΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό δερματικών αντιδράσεων που σχετίζονται με τους μη νουκλεοσιδικούς αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης (NNRTI)Χρειάζεται προσοχή
-
Σύνδρομο σοβαρής υπερευαισθησίας (DRESS, TEN)Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται ώστε να αναζητούν ιατρική συμβουλή εάν εκδηλώσουν σοβαρό εξάνθημα ή αντιδράσεις υπερευαισθησίας. Οι ασθενείς που θα διαγνωστούν με αντίδραση υπερευαισθησίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας πρέπει να διακόπτουν αμέσως το INTELENCE. Η καθυστερημένη διακοπή της θεραπείας με INTELENCE μετά την εμφάνιση σοβαρού εξανθήματος μπορεί να οδηγήσει σε απειλητική για τη ζωή αντίδραση. Οι ασθενείς που έχουν διακόψει τη θεραπεία λόγω αντιδράσεων υπερευαισθησίας δεν πρέπει να αρχίσουν ξανά τη θεραπεία με INTELENCE.
-
ΕξάνθημαΠληθυσμόςΓυναίκεςΌταν συνταγογραφείται το INTELENCE σε γυναίκες, οι συνταγογραφούντες πρέπει να έχουν υπόψη τους ότι η επίπτωση του εξανθήματος ήταν υψηλότερη σε γυναίκες.
-
Χρήση σε ηλικιωμένουςΠροσοχήΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείς (>55 ετών)Η εμπειρία σε ηλικιωμένους ασθενείς είναι περιορισμένη.
-
Έκθεση στην ετραβιρίνη κατά την κύησηΠροσοχήΠληθυσμόςΈγκυες ασθενείς στις οποίες απαιτείται ταυτόχρονη χορήγηση φαρμακευτικών προϊόντων ή έχουν συννοσηρότητες που μπορεί να αυξήσουν περαιτέρω την έκθεση στην ετραβιρίνηΠρέπει να δίνεται προσοχή.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργίαΧρειάζεται προσοχή.
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Σταδίου C κατά Child-Pugh)ΑντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Σταδίου C κατά Child-Pugh)Η χρήση του δεν συνιστάται σε αυτή την ομάδα ασθενών.
-
Ταυτόχρονη λοίμωξη από HBV ή HCVΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ταυτόχρονη λοίμωξη από τον ιό ηπατίτιδας Β ή CΧρειάζεται προσοχή.
-
Αύξηση του σωματικού βάρους, λιπιδίων, γλυκόζηςΗ παρακολούθηση των λιπιδίων και της γλυκόζης στο αίμα πρέπει να βασίζεται στις καθιερωμένες κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας του HIV. Οι διαταραχές των λιπιδίων θα πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως ενδείκνυται κλινικά.
-
Σύνδρομο ανοσοδιέγερσηςΠληθυσμόςΑσθενείς με λοίμωξη HIV, με σοβαρή ανεπάρκεια του ανοσοποιητικού συστήματος κατά το χρόνο έναρξης της CARTΚάθε φλεγμονώδες σύμπτωμα πρέπει να εκτιμάται και να ξεκινά θεραπεία όταν είναι απαραίτητο.
-
Αυτοάνοσες διαταραχές (νόσος Graves, αυτοάνοση ηπατίτιδα)Μπορεί να συμβούν πολλούς μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας.
-
ΟστεονέκρωσηΠληθυσμόςΑσθενείς με προχωρημένη νόσο HIV και/ή μακροχρόνια έκθεση σε CARTΠρέπει να δίνεται οδηγία στους ασθενείς να αναζητήσουν ιατρική συμβουλή εάν αισθανθούν πόνο στις αρθρώσεις, δυσκαμψία των αρθρώσεων ή δυσκολία στην κίνηση.
-
Συνδυασμός ετραβιρίνης με τιπραναβίρη/ριτοναβίρηΠροσοχήΔεν συνιστάται ο συνδυασμός της ετραβιρίνης με τιπραναβίρη/ριτοναβίρη.
-
Συνδυασμός ετραβιρίνης με σιμεπρεβίρη, daclatasvir, αταζαναβίρη/κομπισιστάτη ή δαρουναβίρη/κομπισιστάτηΠροσοχήΔεν συνιστάται.
-
Δυσανεξία στη λακτόζη, ανεπάρκεια λακτάσης Lapp ή κακή απορρόφηση γλυκόζης - γαλακτόζης (INTELENCE 25 mg)ΑντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια λακτάσης Lapp ή κακή απορρόφηση γλυκόζης - γαλακτόζηςΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
-
Δυσανεξία στη λακτόζη, ανεπάρκεια λακτάσης Lapp ή κακή απορρόφηση γλυκόζης - γαλακτόζης (INTELENCE 100 mg)ΑντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια λακτάσης Lapp ή κακή απορρόφηση γλυκόζης - γαλακτόζηςΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
SPC-INTELENCE
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Δεν φαίνεται σημαντική επίδραση στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους της διδανοσίνης και ετραβιρίνης. διδανοσίνη AUC ↔ 0,99 (0,79-1,25), Cmin ND, Cmax ↔ 0,91 (0,58-1,42). ετραβιρίνη AUC ↔ 1,11 (0,99-1,25), Cmin ↔ 1,05 (0,93-1,18), Cmax ↔ 1,16 (1,02-1,32).ΣύστασηΤο INTELENCE και η διδανοσίνη μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς προσαρμογές της δόσης.
-
Δισοπροξιλική τενοφοβίρηΔεν φαίνεται σημαντική επίδραση στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους της τενοφοβίρης και ετραβιρίνης. τενοφοβίρη AUC ↔ 1,15 (1,09-1,21), Cmin ↑ 1,19 (1,13-1,26), Cmax ↑ 1,15 (1,04-1,27). ετραβιρίνη AUC ↓ 0,81 (0,75-0,88), Cmin ↓ 0,82 (0,73-0,91), Cmax ↓ 0,81 (0,75-0,88).ΣύστασηΤο INTELENCE και η τενοφοβίρη μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς προσαρμογές της δόσης.
-
Δεν αναμένεται αλληλεπίδραση βάσει της κύριας οδού νεφρικής απέκκρισης των άλλων NRTI.ΣύστασηΤο INTELENCE μπορεί να χρησιμοποιηθεί με αυτούς τους NRTI χωρίς προσαρμογή της δόσης.
-
αντένδειξηΜπορεί να προκαλέσει μια σημαντική μείωση στη συγκέντρωση της ετραβιρίνης στο πλάσμα και απώλεια της θεραπευτικής δράσης της ετραβιρίνης (με εφαβιρένζη ή νεβιραπίνη). Μείωση στη συγκέντρωση της ριλπιβιρίνης στο πλάσμα και απώλεια της θεραπευτικής δράσης της ριλπιβιρίνης (με ριλπιβιρίνη).ΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση του INTELENCE με άλλους NNRTI.
-
αντένδειξηΜπορεί να προκαλέσει μια σημαντική μείωση της συγκέντρωσης της ινδιναβίρης στο πλάσμα και απώλεια της θεραπευτικής δράσης της ινδιναβίρης.ΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση του INTELENCE με ινδιναβίρη.
-
αντένδειξηΗ ετραβιρίνη αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της νελφιναβίρης στο πλάσμα.ΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση του INTELENCE με νελφιναβίρη.
-
αταζαναβίρη AUC ↓ 0,86 (0,79-0,93), Cmin ↓ 0,62 (0,55-0,71), Cmax ↔ 0,97 (0,89-1,05). ετραβιρίνη AUC ↑ 1,30 (1,18-1,44), Cmin ↑ 1,26 (1,12-1,42), Cmax ↑ 1,30 (1,17-1,44).ΣύστασηΤο INTELENCE και η αταζαναβίρη/ριτοναβίρη μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς προσαρμογή της δόσης.
-
δαρουναβίρη AUC ↔ 1,15 (1,05-1,26), Cmin ↔ 1,02 (0,90-1,17), Cmax ↔ 1,11 (1,01-1,22). ετραβιρίνη AUC ↓ 0,63 (0,54-0,73), Cmin ↓ 0,51 (0,44-0,61), Cmax ↓ 0,68 (0,57-0,82).ΣύστασηΤο INTELENCE και η δαρουναβίρη/ριτοναβίρη μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς προσαρμογές της δόσης (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
-
προσοχήαμπρεναβίρη AUC ↑ 1,69 (1,53-1,86), Cmin ↑ 1,77 (1,39-2,25), Cmax ↑ 1,62 (1,47-1,79). ετραβιρίνη AUC ↔α, Cmin ↔α, Cmax ↔α.ΣύστασηΜπορεί να απαιτείται μείωση της δοσολογίας της αμπρεναβίρης/ριτοναβίρης και φοσαμπρεναβίρης/ριτοναβίρης όταν συγχορηγούνται με INTELENCE. Για τη μείωση της δόσης, μπορεί να ληφθεί υπόψη η χρήση του πόσιμου διαλύματος.
-
Λοπιναβίρη, ριτοναβίρηλοπιναβίρη AUC ↔ 0,87 (0,83-0,92), Cmin ↓ 0,80 (0,73-0,88), Cmax ↔ 0,89 (0,82-0,96). ετραβιρίνη AUC ↓ 0,65 (0,59-0,71), Cmin ↓ 0,55 (0,49-0,62), Cmax ↓ 0,70 (0,64-0,78).ΣύστασηΤο INTELENCE και η λοπιναβίρη/ριτοναβίρη μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς προσαρμογές της δόσης.
-
σακουιναβίρη AUC ↔ 0,95 (0,64-1,42), Cmin ↓ 0,80 (0,46-1,38), Cmax ↔ 1,00 (0,70-1,42). ετραβιρίνη AUC ↓ 0,67 (0,56-0,80), Cmin ↓ 0,71 (0,58-0,87), Cmax ↓ 0,63 (0,53-0,75).ΣύστασηΤο INTELENCE και η σακουιναβίρη/ριτοναβίρη μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς προσαρμογές της δόσης.
-
αντένδειξητιπραναβίρη AUC ↑ 1,18 (1,03-1,36), Cmin ↑ 1,24 (0,96-1,59), Cmax ↑ 1,14 (1,02-1,27). ετραβιρίνη AUC ↓ 0,24 (0,18-0,33), Cmin ↓ 0,18 (0,13-0,25), Cmax ↓ 0,29 (0,22-0,40).ΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση τιπραναβίρης/ριτοναβίρης με INTELENCE (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
αντένδειξηΕνδέχεται να μειώσει τις συγκεντρώσεις του PI και/ή της κομπισιστάτης στο πλάσμα και μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια της θεραπευτικής δράσης και ανάπτυξη αντοχής.ΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση του INTELENCE με αταζαναβίρη/κομπισιστάτη ή δαρουναβίρη/κομπισιστάτη.
-
προσοχήμαραβιρόκη AUC ↓ 0,47 (0,38-0,58), Cmin ↓ 0,61 (0,53-0,71), Cmax ↓ 0,40 (0,28-0,57). ετραβιρίνη AUC ↔ 1,06 (0,99-1,14), Cmin ↔ 1,08 (0,98-1,19), Cmax ↔ 1,05 (0,95-1,17).ΣύστασηΗ συνιστώμενη δόση για τη μαραβιρόκη όταν συνδυάζεται με το INTELENCE και έναν PI είναι 150 mg δύο φορές την ημέρα, εκτός από την φοσαμπρεναβίρη/ριτοναβίρη, η οποία δεν συνιστάται με μαραβιρόκη. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης του INTELENCE. Βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις.
-
προσοχήμαραβιρόκη* AUC ↑ 3,10* (2,57-3,74), Cmin ↑ 5,27 (4,51-6,15), Cmax ↑ 1,77 (1,20-2,60). * σε σύγκριση με τη μαραβιρόκη 150 mg δύο φορές την ημέρα.ΣύστασηΗ συνιστώμενη δόση για τη μαραβιρόκη όταν συνδυάζεται με το INTELENCE και έναν PI είναι 150 mg δύο φορές την ημέρα, εκτός από την φοσαμπρεναβίρη/ριτοναβίρη, η οποία δεν συνιστάται με μαραβιρόκη. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης του INTELENCE. Βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις.
-
ετραβιρίνη* AUC ↔α, C0h ↔α. Οι συγκεντρώσεις της ενφουβιρτίδης δεν έχουν μελετηθεί και δεν αναμένεται επίδραση. * βάσει των αναλύσεων φαρμακοκινητικής πληθυσμού.ΣύστασηΔεν αναμένεται αλληλεπίδραση για το INTELENCE ή για την ενφουβιρτίδη όταν συγχορηγούνται.
-
προσοχήντολουτεγκραβίρη AUC ↓ 0,29 (0,26-0,34), Cmin ↓ 0,12 (0,09-0,16), Cmax ↓ 0,48 (0,43-0,54). ετραβιρίνη AUC ↔α, Cmin ↔α, Cmax ↔α.ΣύστασηΗ ετραβιρίνη μείωσε σημαντικά τις συγκεντρώσεις της ντολουτεγκραβίρης στο πλάσμα. Η επίδραση της ετραβιρίνης στις συγκεντρώσεις της ντολουτεγκραβίρης στο πλάσμα μετριάστηκε από τη συγχορήγηση δαρουναβίρης/ριτοναβίρης ή λοπιναβίρης/ριτοναβίρης και αναμένεται να μετριάζεται από αταζαναβίρη/ριτοναβίρη. Το INTELENCE πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο με ντολουτεγκραβίρη όταν συγχορηγείται με αταζαναβίρη/ριτοναβίρη, δαρουναβίρη/ριτοναβίρη ή λοπιναβίρη/ριτοναβίρη. Ο συνδυασμός αυτός μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς προσαρμογή της δόσης.
-
Ντολουτεγκραβίρη + δαρουναβίρη, ριτοναβίρηντολουτεγκραβίρη AUC↓ 0,75 (0,69-0,81), Cmin ↓ 0,63 (0,52-0,77), Cmax ↓ 0,88 (0,78-1,00). ετραβιρίνη AUC ↔α, Cmin ↔α, Cmax ↔α.ΣύστασηΤο INTELENCE πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο με ντολουτεγκραβίρη όταν συγχορηγείται με αταζαναβίρη/ριτοναβίρη, δαρουναβίρη/ριτοναβίρη ή λοπιναβίρη/ριτοναβίρη. Ο συνδυασμός αυτός μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς προσαρμογή της δόσης.
-
Ντολουτεγκραβίρη + Λοπιναβίρη, ριτοναβίρηντολουτεγκραβίρη AUC↔ 1,11(1,02-1,20), Cmin ↑ 1,28 (1,13-1,45), Cmax ↔ 1,07 (1,02-1,13). ετραβιρίνη AUC ↔α, Cmin ↔α, Cmax ↔α.ΣύστασηΤο INTELENCE πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο με ντολουτεγκραβίρη όταν συγχορηγείται με αταζαναβίρη/ριτοναβίρη, δαρουναβίρη/ριτοναβίρη ή λοπιναβίρη/ριτοναβίρη. Ο συνδυασμός αυτός μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς προσαρμογή της δόσης.
-
ραλτεγκραβίρη AUC ↓ 0,90 (0,68-1,18), Cmin ↓ 0,66 (0,34-1,26), Cmax ↓ 0,89 (0,68-1,15). ετραβιρίνη AUC ↔ 1,10 (1,03-1,16), Cmin ↔ 1,17 (1,10-1,26), Cmax ↔ 1,04 (0,97-1,12).ΣύστασηΤο INTELENCE και η ραλτεγκραβίρη μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς προσαρμογές της δόσης.
-
παρακολούθησηδιγοξίνη AUC ↑ 1,18 (0,90-1,56), Cmin ND, Cmax ↑ 1,19 (0,96-1,49).ΣύστασηΤο INTELENCE και η διγοξίνη μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς προσαρμογές της δοσολογίας. Συνιστάται να παρακολουθούνται τα επίπεδα της διγοξίνης όταν η διγοξίνη συνδυάζεται με το INTELENCE.
-
Αμιοδαρόνη, Βεπριδίλη, Δισοπυραμίδη, Φλεκαϊνίδη, Λιδοκαΐνη (συστηματική), Μεξιλετίνη, Προπαφενόνη, ΚινιδίνηπροσοχήΤο INTELENCE αναμένεται να μειώσει τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα αυτών των αντιαρρυθμικών.ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή και παρακολούθηση της θεραπευτικής συγκέντρωσης, αν είναι εφικτό, των αντιαρρυθμικών όταν συγχορηγούνται με το INTELENCE.
-
Δεν αναμένονται αλληλεπιδράσεις βάσει της χολικής οδού απέκκρισης.ΣύστασηΤο INTELENCE και η αζιθρομυκίνη μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς προσαρμογές της δόσης.
-
προσοχήκλαριθρομυκίνη AUC ↓ 0,61 (0,53-0,69), Cmin ↓ 0,47 (0,38-0,57), Cmax ↓ 0,66 (0,57-0,77). 14-OH- κλαριθρομυκίνη AUC ↑ 1,21 (1,05-1,39), Cmin ↔ 1,05 (0,90-1,22), Cmax ↑ 1,33 (1,13-1,56). ετραβιρίνη AUC ↑ 1,42 (1,34-1,50), Cmin ↑ 1,46 (1,36-1,58), Cmax ↑ 1,46 (1,38-1,56).ΣύστασηΗ έκθεση της κλαριθρομυκίνης μειώθηκε από την ετραβιρίνη. Ωστόσο, οι συγκεντρώσεις του ενεργού μεταβολίτη 14-OH-κλαριθρομυκίνη αυξήθηκαν. Επειδή η 14-OH-κλαριθρομυκίνη έχει μειωμένη δραστικότητα ενάντια στο Mycobacterium avium complex (MAC), η συνολική δραστικότητα ενάντια σε αυτό το παθογόνο μπορεί να μεταβληθεί. Για το λόγο αυτό, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη εναλλακτικά της κλαριθρομυκίνης για τη θεραπεία του MAC.
-
παρακολούθησηΗ ετραβιρίνη αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της βαρφαρίνης στο πλάσμα.ΣύστασηΣυνιστάται η παρακολούθηση της Διεθνούς Ομαλοποιημένης Σχέσης (INR), όταν η βαρφαρίνη συνδυάζεται με το INTELENCE.
-
αντένδειξηΑναμένεται να μειώσουν τις συγκεντρώσεις της ετραβιρίνης στο πλάσμα.ΣύστασηΔεν συνιστάται ο συνδυασμός.
-
φλουκοναζόλη AUC ↔ 0,94 (0,88-1,01), Cmin ↔ 0,91 (0,84-0,98), Cmax ↔ 0,92 (0,85-1,00). ετραβιρίνη AUC ↑ 1,86 (1,73-2,00), Cmin ↑ 2,09 (1,90-2,31), Cmax ↑ 1,75 (1,60-1,91).ΣύστασηΤο INTELENCE και η φλουκοναζόλη μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς προσαρμογές της δόσης.
-
Η ποσακοναζόλη μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της ετραβιρίνης στο πλάσμα. Η ταυτόχρονη συστηματική χρήση της ιτρακοναζόλης ή της κετοκοναζόλης με την ετραβιρίνη μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της ετραβιρίνης στο πλάσμα. Ταυτόχρονα, οι συγκεντρώσεις της ιτρακοναζόλης ή της κετοκοναζόλης στο πλάσμα μπορεί να μειωθούν από την ετραβιρίνη.ΣύστασηΤο INTELENCE και αυτά τα αντιμυκητιασικά μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς προσαρμογές της δόσης.
-
βορικοναζόλη AUC ↑ 1,14 (0,88-1,47), Cmin ↑ 1,23 (0,87-1,75), Cmax ↓ 0,95 (0,75-1,21). ετραβιρίνη AUC ↑ 1,36 (1,25-1,47), Cmin ↑ 1,52 (1,41-1,64), Cmax ↑ 1,26 (1,16-1,38).ΣύστασηΤο INTELENCE και η βορικοναζόλη μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς προσαρμογές της δόσης.
-
Αρτεμεθέρη/Λουμεφαντρίνηπροσοχήαρτεμεθέρη AUC ↓ 0,62 (0,48-0,80), Cmin ↓ 0,82 (0,67-1,01), Cmax ↓ 0,72 (0,55-0,94). διϋδροαρτεμισινίνη AUC ↓ 0,85 (0,75-0,97), Cmin ↓ 0,83 (0,71-0,97), Cmax ↓ 0,84 (0,71-0,99). λουμεφαντρίνη AUC ↓ 0,87 (0,77-0,98), Cmin ↔ 0,97 (0,83-1,15), Cmax ↔ 1,07 (0,94-1,23). ετραβιρίνη AUC ↔ 1,10 (1,06-1,15), Cmin ↔ 1,08 (1,04-1,14), Cmax ↔ 1,11 (1,06-1,17). Σημαντική μείωση στην έκθεση στην αρτεμεθέρη και στον ενεργό μεταβολίτη της, τη διϋδροαρτεμισίνη.ΣύστασηΣυνιστάται στενή παρακολούθηση της ανθελονοσιακής ανταπόκρισης όταν συγχορηγείται το INTELENCE και αρτεμεθέρη/λουμεφαντρίνη καθώς μια σημαντική μείωση στην έκθεση στην αρτεμεθέρη και στον ενεργό μεταβολίτη της, τη διϋδροαρτεμισίνη, μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη ανθελονοσιακή αποτελεσματικότητα. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης του INTELENCE.
-
αντένδειξηΑναμένεται να μειώσουν τις συγκεντρώσεις της ετραβιρίνης στο πλάσμα. Η ριφαμπικίνη αντενδείκνυται σε συνδυασμό με ενισχυμένους PΙs.ΣύστασηΔεν συνιστάται ο συνδυασμός.
-
προσοχήΜείωση στην έκθεση ετραβιρίνης, αύξηση στην έκθεση ριφαμπουτίνης και 25-O-δεσακετυλο-ριφαμπουτίνης. ριφαμπουτίνη AUC ↓ 0,83 (0,75-0,94), Cmin ↓ 0,76 (0,66-0,87), Cmax ↓ 0,90 (0,78-1,03). 25-O-δεσακετυλο-ριφαμπουτίνη AUC ↓ 0,83 (0,74-0,92), Cmin ↓ 0,78 (0,70-0,87), Cmax ↓ 0,85 (0,72-1,00). ετραβιρίνη AUC ↓ 0,63 (0,54-0,74), Cmin ↓ 0,65 (0,56-0,74), Cmax ↓ 0,63 (0,53-0,74).ΣύστασηΟ συνδυασμός INTELENCE με έναν ενισχυμένο PI και ριφαμπουτίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή εξαιτίας του κινδύνου μείωσης της έκθεσης ετραβιρίνης και του κινδύνου αύξησης των εκθέσεων ριφαμπουτίνης και 25-O-δεσακετυλο-ριφαμπουτίνης. Συνιστάται στενή παρακολούθηση για ιολογική ανταπόκριση και για ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη ριφαμπουτίνη. Ανατρέξτε στις πληροφορίες του προϊόντος του σχετιζόμενου ενισχυμένου PI, για την προσαρμογή της δόσης της ριφαμπουτίνης που θα χρησιμοποιηθεί.
-
προσοχήΗ ετραβιρίνη αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της διαζεπάμης στο πλάσμα.ΣύστασηΠρέπει να ληφθούν υπόψη εναλλακτικά της διαζεπάμης.
-
Δεξαμεθαζόνη (συστηματική)προσοχήΗ δεξαμεθαζόνη αναμένεται να μειώσει τα επίπεδα της ετραβιρίνης στο πλάσμα.ΣύστασηΗ συστηματική δεξαμεθαζόνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή ή πρέπει να ληφθούν υπόψη εναλλακτικά, ιδιαίτερα για χρόνια χρήση.
-
Αιθυνυλοιστραδιόλη, Νορεθινδρόνηαιθυλυλοιστραδιόλη AUC ↑ 1,22 (1,13-1,31), Cmin ↔ 1,09 (1,01-1,18), Cmax ↑ 1,33 (1,21-1,46). νορεθινδρόνη AUC ↔ 0,95 (0,90-0,99), Cmin ↓ 0,78 (0,68-0,90), Cmax ↔ 1,05 (0,98-1,12). ετραβιρίνη AUC ↔α, Cmin ↔α, Cmax ↔α.ΣύστασηΟ συνδυασμός αντισυλληπτικών με βάση τα οιστρογόνα και/ή τα προγεσταγόνα με το INTELENCE μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς προσαρμογή της δόσης.
-
Δεν αναμένεται αλληλεπίδραση με βάση την οδό νεφρικής απέκκρισης της ριμπαβιρίνης.ΣύστασηΟ συνδυασμός INTELENCE και ριμπαβιρίνης μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς προσαρμογές της δόσης.
-
προσοχήμποσεπρεβίρη AUC ↑ 1,10 (0,94-1,28), Cmax ↑ 1,10 (0,94-1,29), Cmin ↓ 0,88 (0,66-1,17). ετραβιρίνη AUC ↓ 0,77 (0,66-0,91), Cmax ↓ 0,76 (0,68-0,85), Cmin ↓ 0,71 (0,54-0,95).ΣύστασηΗ κλινική σημασία των μειώσεων στις παραμέτρους φαρμακοκινητικής της ετραβιρίνης και της Cmin της μποσεπρεβίρης, στον καθορισμό του θεραπευτικού σχήματος συνδυασμού με HIV αντιρετροϊκά φάρμακα, τα οποία επίσης επηρεάζουν τις φαρμακοκινητικές της ετραβιρίνης και/ή μποσεπρεβίρης δεν έχουν αξιολογηθεί άμεσα. Συνιστάται αυξημένη κλινική και εργαστηριακή παρακολούθηση για HIV και HCV καταστολή.
-
αντένδειξηΗ συγχορήγηση της ετραβιρίνης με daclatasvir μπορεί να μειώσει τις συγκεντρώσεις του daclatasvir.ΣύστασηΗ συγχορήγηση του Intelence με daclatasvir δεν συνιστάται.
-
αντένδειξηΗ συγχορήγηση της ετραβιρίνης με elbasvir/grazoprevir μπορεί να μειώσει τις συγκεντρώσεις των elbasvir και grazoprevir οδηγώντας σε μειωμένη θεραπευτική δράση των elbasvir/grazoprevir.ΣύστασηΗ συγχορήγηση αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
-
αντένδειξηΗ ταυτόχρονη χρήση της ετραβιρίνης με σιμεπρεβίρη μπορεί να μειώσει τις συγκεντρώσεις της σιμεπρεβίρης στο πλάσμα.ΣύστασηΗ συγχορήγηση του Intelence με σιμεπρεβίρη δεν συνιστάται.
-
Υπερικό/βαλσαμόχορτο (Hypericum perforatum)αντένδειξηΑναμένεται να μειώσει τις συγκεντρώσεις της ετραβιρίνης στο πλάσμα.ΣύστασηΔεν συνιστάται ο συνδυασμός.
-
προσοχήατορβαστατίνη AUC ↓ 0,63 (0,58-0,68), Cmin ND, Cmax ↑ 1,04 (0,84-1,30). 2-OH-ατορβαστατίνη AUC ↑ 1,27 (1,19-1,36), Cmin ND, Cmax ↑ 1,76 (1,60-1,94). ετραβιρίνη AUC ↔ 1,02 (0,97-1,07), Cmin ↔ 1,10 (1,02-1,19), Cmax ↔ 0,97 (0,93-1,02).ΣύστασηΟ συνδυασμός του INTELENCE με την ατορβαστατίνη μπορεί να χορηγηθεί χωρίς προσαρμογές της δόσης. Ωστόσο, η δόση της ατορβαστατίνης μπορεί να χρειαστεί να τροποποιηθεί με βάση την κλινική ανταπόκριση.
-
προσοχήΔεν αναμένεται αλληλεπίδραση μεταξύ της πραβαστατίνης και της ετραβιρίνης. Η λοβαστατίνη, η ροσουβαστατίνη και η σιμβαστατίνη είναι υποστρώματα του CYP3A4 και η συγχορήγηση με ετραβιρίνη μπορεί να οδηγήσει σε μικρότερες συγκεντρώσεις του αναστολέα της αναγωγάσης HMG Co-A στο πλάσμα. Η φλουβαστατίνη και η ροσουβαστατίνη μεταβολίζονται από το CYP2C9 και η συγχορήγηση με ετραβιρίνη μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερες συγκεντρώσεις του αναστολέα της αναγωγάσης HMG Co-A στο πλάσμα.ΣύστασηΜπορεί να είναι απαραίτητες προσαρμογές στη δοσολογία για αυτούς τους αναστολείς της HMG Co-A.
-
ετραβιρίνη AUC ↓ 0,86 (0,76-0,97), Cmin ND, Cmax ↓ 0,94 (0,75-1,17).ΣύστασηΤο INTELENCE μπορεί να συγχορηγηθεί με ανταγωνιστές των Η2-υποδοχέων χωρίς προσαρμογές της δόσης.
-
προσοχήΗ ετραβιρίνη αναμένεται να μειώσει τις συγκεντρώσεις της κυκλοσπορίνης, του σιρόλιμους και του τακρόλιμους στο πλάσμα.ΣύστασηΗ συγχορήγηση με συστηματικά ανοσοκατασταλτικά πρέπει να γίνεται με προσοχή, γιατί οι συγκεντρώσεις της κυκλοσπορίνης, του σιρόλιμους και του τακρόλιμους στο πλάσμα μπορεί να επηρεαστούν όταν συγχορηγούνται με το INTELENCE.
-
R(-) μεθαδόνη AUC ↔ 1,06 (0,99-1,13), Cmin ↔ 1,10 (1,02-1,19), Cmax ↔ 1,02 (0,96-1,09). S(+) μεθαδόνη AUC ↔ 0,89 (0,82-0,96), Cmin ↔ 0,89 (0,81-0,98), Cmax ↔ 0,89 (0,83-0,97). ετραβιρίνη AUC ↔α, Cmin ↔α, Cmax ↔α.ΣύστασηΔεν απαιτήθηκαν μεταβολές στη δοσολογία της μεθαδόνης με βάση την κλινική κατάσταση κατά τη διάρκεια της περιόδου συγχορήγησης με INTELENCE ή μετά από αυτήν.
-
προσοχήσιλδεναφίλη AUC ↓ 0,43 (0,36-0,51), Cmin ND, Cmax ↓ 0,55 (0,40-0,75). N-δεσμεθυλ-σιλδεναφίλη AUC ↓ 0,59 (0,52-0,68), Cmin ND, Cmax ↓ 0,75 (0,59-0,96).ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χρήση των αναστολέων της φωσφοδιεστεράσης τύπου 5 με το INTELENCE μπορεί να απαιτεί προσαρμογή της δόσης του αναστολέα PDE-5 για τη διατήρηση του κλινικού αποτελέσματος.
-
προσοχήΗ ετραβιρίνη έχει ανασταλτικές ιδιότητες στο CYP2C19, πιθανή αναστολή του μεταβολισμού της κλοπιδογρέλης.ΣύστασηΓια προληπτικούς λόγους συνιστάται να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση ετραβιρίνης και κλοπιδογρέλης.
-
ετραβιρίνη AUC ↑ 1,41 (1,22-1,62), Cmin ND, Cmax ↑ 1,17 (0,96-1,43).ΣύστασηΤο INTELENCE μπορεί να συγχορηγηθεί με αναστολείς αντλίας πρωτονίων χωρίς προσαρμογές της δόσης.
-
παροξετίνη AUC ↔ 1,03 (0,90-1,18), Cmin ↓ 0,87 (0,75-1,02), Cmax ↔ 1,06 (0,95-1,20). ετραβιρίνη AUC ↔ 1,01 (0,93-1,10), Cmin ↔ 1,07 (0,98-1,17), Cmax ↔ 1,05 (0,96-1,15).ΣύστασηΤο INTELENCE μπορεί να συγχορηγηθεί με παροξετίνη χωρίς προσαρμογές της δόσης.
sick
SPC-INTELENCE
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Θρομβοπενία
- Αναιμία
- Μειωμένος αριθμός λευκοκυττάρων
- μειωμένα ουδετερόφιλα
- Υπερευαισθησία στο φάρμακο
- Σύνδρομο ανοσοδιέγερσης
- Σακχαρώδης διαβήτης
- Υπεργλυκαιμία
- Υπερχοληστερολαιμία
- Υπερτριγλυκεριδαιμία
- Υπερλιπιδαιμία
- Δυσλιπιδαιμία
- Ανορεξία
- αυξημένη λιποπρωτεΐνη χαμηλής πυκνότητας (LDL)
- Άγχος
- Αϋπνία
- Διαταραχές ύπνου
- Συγχυτική κατάσταση
- Αποπροσανατολισμός
- Εφιάλτες
- Νευρικότητα
- Ανώμαλα όνειρα
- Κεφαλαλγία
- Περιφερική νευροπάθεια
- Παραισθησία
- Υπαισθησία
- Αμνησία
- Υπνηλία
- Σπασμοί
- Συγκοπή
- Τρόμος
- Υπερυπνία
- Διαταραχή προσοχής
- Ίλιγγος
- Θαμπή όραση
- Έμφραγμα μυοκαρδίου
- Κολπική μαρμαρυγή
- Στηθάγχη
- Υπέρταση
- αιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
- δύσπνοια μετά κόπωση
- Βρογχόσπασμος
- Διάρροια
- Ναυτία
- Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
- Έμετος
- Κοιλιακό άλγος
- Διάταση κοιλίας
- Μετεωρισμός
- Γαστρίτιδα
- Δυσκοιλιότητα
- Ξηροστομία
- Στοματίτιδα
- Παγκρεατίτιδα
- Αιματέμεση
- Ακούσια προσπάθεια για έμετο
- Αυξημένη λιπάση
- Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
- Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
- αυξημένη αμυλάση αίματος
- Ηπατίτιδα
- Ηπατική στεάτωση
- Ηπατομεγαλία
- κυτταρολυτική ηπατίτιδα
- εξάνθημα (σχετιζόμενο με ήπαρ)
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Σύνδρομο DRESS
- Εξάνθημα
- Ξηροδερμία
- Κνήφη
- Αγγειονευρωτικό οίδημα
- Οίδημα προσώπου
- Υπερίδρωση
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Πολύμορφο ερύθημα
- νυκτερινές εφιδρώσεις
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Γυναικομαστία
- Κόπωση
- Νωθρότητα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΈμφραγμα μυοκαρδίουΚαρδιά
-
ΣυχνέςΑμνησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΑναιμίαΑίμα
-
ΣυχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνηςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη κρεατινίνη αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη λιπάσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΓαστρίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΓαστροοισοφαγική παλινδρόμησηΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιάταση κοιλίαςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχές ύπνουΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσλιπιδαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΗπατίτιδαΉπαρ
-
ΣυχνέςΗπατική στεάτωσηΉπαρ
-
ΣυχνέςΗπατομεγαλίαΉπαρ
-
ΣυχνέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΚνήφηΔέρμα
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΞηροδερμίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
ΣυχνέςΣακχαρώδης διαβήτηςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΥπαισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπερευαισθησία στο φάρμακοΑνοσοποιητικό
-
ΣυχνέςΥπερλιπιδαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπερτριγλυκεριδαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπερχοληστερολαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Συχνέςαυξημένη αμυλάση αίματοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Συχνέςαυξημένη λιποπρωτεΐνη χαμηλής πυκνότητας (LDL)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Συχνέςδύσπνοια μετά κόπωσηΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
Συχνέςκυτταρολυτική ηπατίτιδαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Συχνέςμειωμένα ουδετερόφιλαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Συχνέςνυκτερινές εφιδρώσειςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑγγειονευρωτικό οίδημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑιματέμεσηΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑκούσια προσπάθεια για έμετοΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑνώμαλα όνειραΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑποπροσανατολισμόςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή προσοχήςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΕφιάλτεςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΚολπική μαρμαρυγήΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΜειωμένος αριθμός λευκοκυττάρωνΑίμα
-
Όχι συχνέςΝευρικότηταΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΝωθρότηταΓενικές
-
Όχι συχνέςΟίδημα προσώπουΔέρμα
-
Όχι συχνέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΣπασμοίΝευρικό
-
Όχι συχνέςΣτηθάγχηΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΣυγκοπήΝευρικό
-
Όχι συχνέςΣυγχυτική κατάστασηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο ανοσοδιέγερσηςΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπερίδρωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΥπερυπνίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Σπάνιεςαιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιοΑγγειακές διαταραχές
-
Σπάνιεςεξάνθημα (σχετιζόμενο με ήπαρ)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο DRESSΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
pregnant_woman
SPC-INTELENCE
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΩς γενικός κανόνας, όταν λαμβάνεται η απόφαση για τη χρήση αντιρετροϊκών παραγόντων για τη θεραπεία της λοίμωξης με HIV σε έγκυες γυναίκες, και κατά συνέπεια για τη μείωση του κινδύνου κάθετης μετάδοσης του HIV στα νεογνά, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα δεδομένα από πειραματόζωα καθώς και η κλινική εμπειρία από έγκυες γυναίκες, ώστε να χαρακτηριστεί η ασφάλεια για το έμβρυο. Σε επίμυες κατά την κύηση παρατηρήθηκε ότι το φάρμακο διαπερνά τον πλακουντιακό φραγμό αλλά δεν είναι γνωστό αν η ετραβιρίνη επίσης διαπερνά τον πλακουντιακό φραγμό σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε πειραματόζωα δεν κατέδειξαν άμεσες ή έμμεσες επικίνδυνες επιπτώσεις στην εγκυμοσύνη, στην ανάπτυξη του εμβρύου, στον τοκετό ή στη μεταγεννητική ανάπτυξη (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Με βάση τα δεδομένα σε πειραματόζωα, ο κίνδυνος δυσμορφιών είναι απίθανος σε ανθρώπους. Τα κλινικά δεδομένα δεν δημιουργούν ανησυχία για την ασφάλεια αλλά είναι πολύ περιορισμένα.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΗ ετραβιρίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Ως γενικός κανόνας, συνιστάται οι μητέρες που έχουν μολυνθεί από HIV να μη θηλάζουν τα μωρά τους υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, ώστε να αποφευχθεί η μετάδοση του HIV.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΔεν υπάρχουν δεδομένα για τη δράση της ετραβιρίνης στη γονιμότητα στον άνθρωπο. Σε επίμυες, δεν παρατηρήθηκε επίδραση στο ζευγάρωμα ή στη γονιμότητα κατά τη θεραπεία με ετραβιρίνη (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-INTELENCE
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-INTELENCE
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Γλυκόζη αίματος | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | — | — |
| Λιπίδια αίματος | monitoringΛιπιδαιμικός έλεγχος | — | — |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-INTELENCE
expand_more
Δοσολογία
Η θεραπεία πρέπει να ξεκινήσει από γιατρό με εμπειρία στην αντιμετώπιση της λοίμωξης HIV.
Το INTELENCE πρέπει πάντα να χορηγείται σε συνδυασμό με άλλα αντιρετροϊκά φαρμακευτικά προϊόντα.
Ενήλικες
Η συνιστώμενη δόση της ετραβιρίνης για ενήλικες είναι 200 mg (ένα δισκίο των 200 mg ή δύο δισκία των 100 mg) τα οποία λαμβάνονται από το στόμα δύο φορές την ημέρα μετά από το γεύμα (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Παιδιατρικός πληθυσμός (ηλικίας 6 ετών έως μικρότερης των 18 ετών)
Η συνιστώμενη δόση της ετραβιρίνης για παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας 6 ετών έως μικρότερης των 18 ετών και σωματικού βάρους τουλάχιστον 16 kg) βασίζεται στο σωματικό βάρος (βλέπε παρακάτω πίνακα). Το(α) δισκίο(α) INTELENCE πρέπει να λαμβάνεται από στόματος, μετά από ένα γεύμα (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Συνιστώμενη δόση της ετραβιρίνης για παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6 ετών έως μικρότερης των 18 ετών
| Σωματικό βάρος | Δόση | Δισκία |
|---|---|---|
| ≥ 16 έως < 20 kg | 100 mg δύο φορές την ημέρα | τέσσερα δισκία των 25 mg δύο φορές την ημέρα ή ένα δισκίο των 100 mg δύο φορές την ημέρα |
| ≥ 20 έως < 25 kg | 125 mg δύο φορές την ημέρα | πέντε δισκία των 25 mg δύο φορές την ημέρα ή ένα δισκίο των 100 mg και ένα δισκίο των 25 mg δύο φορές την ημέρα |
| ≥ 25 έως < 30 kg | 150 mg δύο φορές την ημέρα | έξι δισκία των 25 mg δύο φορές την ημέρα ή ένα δισκίο των 100 mg και δύο δισκία των 25 mg δύο φορές την ημέρα |
| ≥ 30 kg | 200 mg δύο φορές την ημέρα | οκτώ δισκία των 25 mg δύο φορές την ημέρα ή δύο δισκία των 100 mg δύο φορές την ημέρα ή ένα δισκίο των 200 mg δύο φορές την ημέρα |
Παράλειψη δόσης
Εάν ο ασθενής παραλείψει μία δόση INTELENCE εντός 6 ωρών από τη συνήθη ώρα στην οποία τη λαμβάνει, ο ασθενής πρέπει να τη λάβει μετά από ένα γεύμα το συντομότερο δυνατόν και στη συνέχεια να λάβει την επόμενη δόση στην κανονική προγραμματισμένη ώρα. Εάν ο ασθενής παραλείψει μία δόση για περισσότερες από 6 ώρες από τη συνήθη ώρα στην οποία την παίρνει, ο ασθενής πρέπει να μην πάρει τη δόση που παρέλειψε και απλά να συνεχίσει το σύνηθες δοσολογικό σχήμα.
Εάν ο ασθενής κάνει εμετό εντός 4 ωρών από τη λήψη του φαρμάκου, θα πρέπει να λάβει άλλη μία δόση INTELENCE μετά από ένα γεύμα το συντομότερο δυνατό. Εάν ο ασθενής κάνει εμετό περισσότερο από 4 ώρες μετά τη λήψη του φαρμάκου, δεν χρειάζεται να λάβει άλλη δόση έως την επόμενη κανονικά προγραμματισμένη ώρα.
Ηλικιωμένοι
Υπάρχουν περιορισμένες πληροφορίες όσον αφορά στη χρήση του INTELENCE σε ασθενείς ηλικίας > 65 ετών (βλ. Φαρμακοκινητικές), για το λόγο αυτό χρειάζεται προσοχή στον πληθυσμό αυτό.
Ηπατική δυσλειτουργία
Δεν προτείνεται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (σταδίου Α ή Β κατά Child-Pugh). Το INTELENCE πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Η φαρμακοκινητική της ετραβιρίνης δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Σταδίου C κατά Child-Pugh). Επομένως, το INTELENCE δεν συνιστάται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Παιδιατρικός πληθυσμός (ηλικίας μικρότερης των 6 ετών)
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της ετραβιρίνης σε παιδιά ηλικίας μικρότερης των 6 ετών και σωματικού βάρους μικρότερου των 16 kg δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί (βλ. Φαρμακοκινητικές). Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Τρόπος χορήγησης
Από στόματος χρήση.
Οι ασθενείς πρέπει να καθοδηγούνται ώστε να καταπίνουν το(α) δισκίο(α) ολόκληρο(α) μαζί με ένα υγρό όπως νερό. Οι ασθενείς οι οποίοι αδυνατούν να καταπιούν ολόκληρο(α) το(α) δισκίο(α), μπορούν να διασπείρουν το(α) δισκίο(α) σε ένα ποτήρι νερό. Για οδηγίες σχετικά με τη διασπορά του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλέπε παράγραφο 6.6.
block
Αντενδείξεις
SPC-INTELENCE
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
- Συγχορήγηση με elbasvir/grazoprevir (βλ. Αλληλεπιδράσεις)
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-INTELENCE
expand_more
Προειδοποιήσεις
Αν και η αποτελεσματική ιολογική καταστολή με αντιρετροϊκή θεραπεία έχει αποδειχθεί ότι μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο μετάδοσης του ιού με σεξουαλική επαφή, δεν μπορεί να αποκλειστεί υπολειπόμενος κίνδυνος. Θα πρέπει να λαμβάνονται προφυλάξεις σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες.
Το INTELENCE ιδανικά πρέπει να συνδυάζεται με άλλους αντιρετροϊκούς παράγοντες που διαθέτουν δράση έναντι του ιού του ασθενούς (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
Μειωμένη ιολογική ανταπόκριση στην ετραβιρίνη παρατηρήθηκε σε ασθενείς με ιικά στελέχη που φέρουν 3 ή περισσότερες από τις ακόλουθες μεταλλάξεις V90I, A98G, L100I, K101E/P, V106I, V179D/F, Y181C/I/V και G190A/S (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
Τα συμπεράσματα αναφορικά με τη σημασία των συγκεκριμένων μεταλλάξεων ή των τύπων των μεταλλάξεων μπορεί να μεταβληθούν με επιπρόσθετα δεδομένα και συνιστάται να συμβουλεύεστε πάντα τα τρέχοντα συστήματα ερμηνείας για την ανάλυση των αποτελεσμάτων δοκιμασίας αντοχής.
Δεν υπάρχουν άλλα διαθέσιμα δεδομένα εκτός από αυτά της αλληλεπίδρασης φαρμάκων (βλ. Αλληλεπιδράσεις) όταν η ετραβιρίνη συνδυάζεται με ραλτεγκραβίρη ή με μαραβιρόκη.
Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις και αντιδράσεις υπερευαισθησίας
Με την ετραβιρίνη έχουν αναφερθεί σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες. Σε κλινικές δοκιμές, σπάνια έχουν αναφερθεί σύνδρομο Stevens-Johnson και πολύμορφο ερύθημα (< 0,1%). Η θεραπεία με το INTELENCE πρέπει να διακόπτεται αν αναπτυχθεί μια σοβαρή δερματική αντίδραση.
Τα κλινικά δεδομένα είναι περιορισμένα και δεν μπορεί να αποκλεισθεί ένας αυξημένος κίνδυνος δερματικών αντιδράσεων σε ασθενείς με ιστορικό δερματικών αντιδράσεων που σχετίζονται με τους μη νουκλεοσιδικούς αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης (NNRTI). Χρειάζεται προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις ιστορικού μιας σοβαρής δερματικής αντίδρασης.
Περιστατικά συνδρόμου σοβαρής υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένου του Φαρμακευτικού Εξανθήματος με Ηωσινοφιλία και Συστηματικά Συμπτώματα (Drug Rash with Eosinophilia and Systemic Symptoms, DRESS) και της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης (toxic epidermal necrolysis, TEN), μερικές φορές θανατηφόρων, έχουν αναφερθεί με τη χρήση της ετραβιρίνης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Το σύνδρομο DRESS χαρακτηρίζεται από εξάνθημα, πυρετό, ηωσινοφιλία και συστηματικές επιπτώσεις (συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά του σοβαρού εξανθήματος ή εξανθήματος που συνοδεύεται από πυρετό, γενική αδιαθεσία, κόπωση, πόνους στους μύες ή τις αρθρώσεις, φουσκάλες, στοματικές βλάβες, επιπεφυκίτιδα, ηπατίτιδα και ηωσινοφιλία). Ο χρόνος έως την εκδήλωση είναι συνήθως περίπου 3-6 εβδομάδες και η έκβαση στις περισσότερες περιπτώσεις είναι ευνοϊκή με τη διακοπή και μετά την έναρξη αγωγής με κορτικοστεροειδή.
Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται ώστε να αναζητούν ιατρική συμβουλή εάν εκδηλώσουν σοβαρό εξάνθημα ή αντιδράσεις υπερευαισθησίας. Οι ασθενείς που θα διαγνωστούν με αντίδραση υπερευαισθησίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας πρέπει να διακόπτουν αμέσως το INTELENCE. Η καθυστερημένη διακοπή της θεραπείας με INTELENCE μετά την εμφάνιση σοβαρού εξανθήματος μπορεί να οδηγήσει σε απειλητική για τη ζωή αντίδραση.
Οι ασθενείς που έχουν διακόψει τη θεραπεία λόγω αντιδράσεων υπερευαισθησίας δεν πρέπει να αρχίσουν ξανά τη θεραπεία με INTELENCE.
Εξάνθημα
Έχει αναφερθεί εξάνθημα με την ετραβιρίνη. Πιο συχνά, το εξάνθημα ήταν ήπιο έως μέτριο, παρατηρήθηκε τη δεύτερη εβδομάδα της θεραπείας και σπάνια μετά την εβδομάδα 4. Το εξάνθημα ήταν αυτοπεριοριζόμενο και γενικά υποχώρησε εντός 1 έως 2 εβδομάδων συνεχούς θεραπείας. Όταν συνταγογραφείται το INTELENCE σε γυναίκες, οι συνταγογραφούντες πρέπει να έχουν υπόψη τους ότι η επίπτωση του εξανθήματος ήταν υψηλότερη σε γυναίκες (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Ηλικιωμένοι
Η εμπειρία σε ηλικιωμένους ασθενείς είναι περιορισμένη: στις δοκιμές Φάσης ΙΙΙ, 6 ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω και 53 ασθενείς ηλικίας 56-64 ετών έλαβαν ετραβιρίνη. Ο τύπος και η συχνότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων αντιδράσεων σε ασθενείς ηλικίας > 55 ετών ήταν παρόμοια με εκείνους σε νεότερους ασθενείς (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).
Κύηση
Με δεδομένη την αυξημένη έκθεση στην ετραβιρίνη κατά τη διάρκεια της κύησης, πρέπει να δίνεται προσοχή σε εκείνες τις έγκυες ασθενείς στις οποίες απαιτείται ταυτόχρονη χορήγηση φαρμακευτικών προϊόντων ή έχουν συννοσηρότητες που μπορεί να αυξήσουν περαιτέρω την έκθεση στην ετραβιρίνη.
Ασθενείς με συνυπάρχουσες καταστάσεις
Ηπατική δυσλειτουργία
Η ετραβιρίνη μεταβολίζεται και απεκκρίνεται κυρίως από το ήπαρ και είναι ισχυρά συνδεδεμένη με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Μπορεί να αναμένονται επιδράσεις της μη δεσμευμένης έκθεσης (δεν έχουν μελετηθεί) και για το λόγο αυτό χρειάζεται προσοχή σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Η ετραβιρίνη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Σταδίου C κατά Child-Pugh) και για το λόγο αυτό η χρήση του δεν συνιστάται σε αυτή την ομάδα ασθενών (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).
Ταυτόχρονη λοίμωξη με HBV (ιός ηπατίτιδας Β) ή HCV (ιός ηπατίτιδας C)
Χρειάζεται προσοχή σε ασθενείς με ταυτόχρονη λοίμωξη από τον ιό ηπατίτιδας Β ή C λόγω του μικρού αριθμού διαθέσιμων δεδομένων αυτή τη στιγμή. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ένας πιθανός αυξημένος κίνδυνος αύξησης των ηπατικών ενζύμων.
Σωματικό βάρος και μεταβολικές παράμετροι
Κατά τη διάρκεια της αντιρετροϊικής θεραπείας ενδέχεται να παρουσιαστεί αύξηση του σωματικού βάρους καθώς και των επιπέδων των λιπιδίων και της γλυκόζης στο αίμα. Οι αλλαγές αυτές μπορεί, εν μέρει, να συνδέονται με τον έλεγχο της νόσου και τον τρόπο ζωής. Αναφορικά με τα λιπίδια, σε ορισμένες περιπτώσεις υπάρχουν ενδείξεις για επίδραση της θεραπείας, ενώ όσον αφορά την αύξηση του σωματικού βάρους δεν υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις που να τη συσχετίζουν με οποιαδήποτε συγκεκριμένη θεραπεία. Η παρακολούθηση των λιπιδίων και της γλυκόζης στο αίμα πρέπει να βασίζεται στις καθιερωμένες κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας του HIV. Οι διαταραχές των λιπιδίων θα πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως ενδείκνυται κλινικά.
Σύνδρομο ανοσοδιέγερσης
Σε ασθενείς με λοίμωξη HIV, με σοβαρή ανεπάρκεια του ανοσοποιητικού συστήματος κατά το χρόνο έναρξης της CART, μπορεί να προκύψει φλεγμονώδης αντίδραση σε ασυμπτωματικά ή υπολειπόμενα ευκαιριακά παθογόνα και να προκαλέσει σοβαρές κλινικές καταστάσεις ή επιδείνωση των συμπτωμάτων. Συνήθως, οι αντιδράσεις αυτές παρατηρήθηκαν εντός των πρώτων εβδομάδων ή μηνών από την έναρξη της CART. Σχετικά παραδείγματα είναι η αμφιβληστροειδίτιδα από κυτταρομεγαλοϊό, οι γενικευμένες και/ή εστιακές μυκοβακτηριακές λοιμώξεις και η πνευμονία από Pneumocystis jiroveci. Κάθε φλεγμονώδες σύμπτωμα πρέπει να εκτιμάται και να ξεκινά θεραπεία όταν είναι απαραίτητο.
Αυτοάνοσες διαταραχές (όπως νόσος Graves και αυτοάνοση ηπατίτιδα) έχουν επίσης αναφερθεί ότι συμβαίνουν κατά τη ρύθμιση της επανεργοποίησης του ανοσοποιητικού συστήματος. Ωστόσο, ο αναφερόμενος χρόνος έως την έναρξη είναι περισσότερο μεταβλητός και αυτά τα γεγονότα μπορεί να συμβούν πολλούς μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Οστεονέκρωση
Παρόλο που η αιτιολογία θεωρείται ότι είναι πολυπαραγοντική (συμπεριλαμβανομένης της χρήσης κορτικοστεροειδών, κατανάλωσης οινοπνεύματος, σοβαρής ανοσοκαταστολής, υψηλότερου δείκτη μάζας σώματος), έχουν αναφερθεί περιστατικά οστεονέκρωσης ιδιαίτερα σε ασθενείς με προχωρημένη νόσο HIV και/ή μακροχρόνια έκθεση σε CART. Πρέπει να δίνεται οδηγία στους ασθενείς να αναζητήσουν ιατρική συμβουλή εάν αισθανθούν πόνο στις αρθρώσεις, δυσκαμψία των αρθρώσεων ή δυσκολία στην κίνηση.
Αλληλεπιδράσεις με φαρμακευτικά προϊόντα
Δεν συνιστάται ο συνδυασμός της ετραβιρίνης με τιπραναβίρη/ριτοναβίρη, εξαιτίας μιας αξιοσημείωτης φαρμακοκινητικής αλληλεπίδρασης (76% μείωση της AUC της ετραβιρίνης) που μπορεί να εξασθενήσει σημαντικά την ιολογική ανταπόκριση στην ετραβιρίνη.
Ο συνδυασμός ετραβιρίνης με σιμεπρεβίρη, daclatasvir, αταζαναβίρη/κομπισιστάτη ή δαρουναβίρη/κομπισιστάτη δεν συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις αλληλεπιδράσεις με φαρμακευτικά προϊόντα, βλέπε Αλληλεπιδράσεις.
Δυσανεξία στη λακτόζη και ανεπάρκεια λακτάσης
INTELENCE 25 mg δισκία Κάθε δισκίο περιέχει 40 mg μονοϋδρικής λακτόζης. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια λακτάσης Lapp ή κακή απορρόφηση γλυκόζης - γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
INTELENCE 100 mg δισκία Κάθε δισκίο περιέχει 160 mg μονοϋδρικής λακτόζης. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια λακτάσης Lapp ή κακή απορρόφηση γλυκόζης - γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-INTELENCE
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν την έκθεση στην ετραβιρίνη Η ετραβιρίνη μεταβολίζεται μέσω των CYP3A4, CYP2C9 και CYP2C19 και ακολουθεί η γλυκουρονιδίωση των μεταβολιτών από τη διφωσφορική ουριδινο-γλυκουρονοσυλοτρανσφεράση (UDPGT). Φαρμακευτικά προϊόντα που επάγουν τα CYP3A4, CYP2C9 ή CYP2C19 μπορεί να αυξήσουν την κάθαρση της ετραβιρίνης, με αποτέλεσμα τη μείωση των συγκεντρώσεων της. Η συγχορήγηση της ετραβιρίνης και φαρμακευτικών προϊόντων που αναστέλλουν τα CYP3A4, CYP2C9 ή CYP2C19 μπορεί να μειώσει την κάθαρση της ετραβιρίνης και μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις της ετραβιρίνης στο πλάσμα.
Φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία επηρεάζονται από τη χρήση της ετραβιρίνης Η ετραβιρίνη είναι ασθενής επαγωγέας του CYP3A4. Η συγχορήγηση της ετραβιρίνης με φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται κυρίως μέσω του CYP3A4 μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα των φαρμακευτικών αυτών προϊόντων, γεγονός που θα μπορούσε να μειώσει την ένταση ή τη διάρκεια της θεραπευτικής τους δράσης.
Η ετραβιρίνη είναι ασθενής αναστολέας του CYP2C9 και του CYP2C19. Η ετραβιρίνη είναι επίσης ασθενής αναστολέας της Ρ-γλυκοπρωτεΐνης. Η συγχορήγηση με φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται κυρίως μέσω των CYP2C9 ή CYP2C19, ή μεταφέρονται από την Ρ-γλυκοπρωτεΐνη, μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα των φαρμακευτικών αυτών προϊόντων, γεγονός που θα μπορούσε να αυξήσει ή να παρατείνει τη θεραπευτική τους δράση ή να μεταβάλλει το προφίλ ανεπιθύμητων ενεργειών τους.
Γνωστές και θεωρητικές αλληλεπιδράσεις με επιλεγμένα αντιρετροϊκά και μη αντιρετροϊκά φαρμακευτικά προϊόντα παρατίθενται στον πίνακα 1. Ο πίνακας δεν είναι εξαντλητικός.
Πίνακας αλληλεπιδράσεων Οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ της ετραβιρίνης και των συγχορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων παρατίθενται στον πίνακα 1 (η αύξηση αναφέρεται ως “↑”, η μείωση ως “↓”, η απουσία μεταβολής ως “↔”, το “δεν διεξήχθη” ως “ND”, το διάστημα εμπιστοσύνης ως “CI”).
Πίνακας 1: Αλληλεπιδράσεις και δοσολογικές συστάσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα
| Φαρμακευτικά προϊόντα ανά θεραπευτική κατηγορία | Επιδράσεις στα επίπεδα φαρμάκου (Μέσος λόγος ελαχίστων τετραγώνων (CI: 90%. 1,00 = καμία επίδραση)) | Αντιρετροϊκά | | Διδανοσίνη | Δεν φαίνεται σημαντική επίδραση στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους της διδανοσίνης και ετραβιρίνης. διδανοσίνη AUC ↔ 0,99 (0,79-1,25), Cmin ND, Cmax ↔ 0,91 (0,58-1,42). ετραβιρίνη AUC ↔ 1,11 (0,99-1,25), Cmin ↔ 1,05 (0,93-1,18), Cmax ↔ 1,16 (1,02-1,32). | Το INTELENCE και η διδανοσίνη μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς προσαρμογές της δόσης. | | Δισοπροξιλική τενοφοβίρη | Δεν φαίνεται σημαντική επίδραση στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους της τενοφοβίρης και ετραβιρίνης. τενοφοβίρη AUC ↔ 1,15 (1,09-1,21), Cmin ↑ 1,19 (1,13-1,26), Cmax ↑ 1,15 (1,04-1,27). ετραβιρίνη AUC ↓ 0,81 (0,75-0,88), Cmin ↓ 0,82 (0,73-0,91), Cmax ↓ 0,81 (0,75-0,88). | Το INTELENCE και η τενοφοβίρη μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς προσαρμογές της δόσης. | | Άλλοι NRTI (π.χ. αβακαβίρη, εμτρισιταμπίνη, λαμιβουδίνη, σταβουδίνη και ζιδοβουδίνη) | Δεν μελετήθηκαν, αλλά δεν αναμένεται αλληλεπίδραση βάσει της κύριας οδού νεφρικής απέκκρισης των άλλων NRTI. | Το INTELENCE μπορεί να χρησιμοποιηθεί με αυτούς τους NRTI χωρίς προσαρμογή της δόσης. | | ΜΗ ΝΟΥΚΛΕΟΣΙΔΙΚΟΙ ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΡΟΦΗΣ ΜΕΤΑΓΡΑΦΑΣΗΣ (NNRTI) | | | | Εφαβιρένζη, Νεβιραπίνη, Ριλπιβιρίνη | Ο συνδυασμός δύο NNRTI δεν έχει αποδειχθεί ότι είναι ευεργετικός. Η ταυτόχρονη χρήση της ετραβιρίνης με εφαβιρένζη ή νεβιραπίνη μπορεί να προκαλέσει μια σημαντική μείωση στη συγκέντρωση της ετραβιρίνης στο πλάσμα και απώλεια της θεραπευτικής δράσης της ετραβιρίνης. Η ταυτόχρονη χρήση της ετραβιρίνης με ριλπιβιρίνη μπορεί να προκαλέσει μείωση στη συγκέντρωση της ριλπιβιρίνης στο πλάσμα και απώλεια της θεραπευτικής δράσης της ριλπιβιρίνης. | Δεν συνιστάται η συγχορήγηση του INTELENCE με άλλους NNRTI. | | Αναστολείς πρωτεάσης (PIs) του HIV - Χωρίς ενίσχυση (δηλ. χωρίς συγχορήγηση χαμηλής δόσης ριτοναβίρης) | | | | Ινδιναβίρη | Η ταυτόχρονη χρήση της ετραβιρίνης με ινδιναβίρη μπορεί να προκαλέσει μια σημαντική μείωση της συγκέντρωσης της ινδιναβίρης στο πλάσμα και απώλεια της θεραπευτικής δράσης της ινδιναβίρης. | Δεν συνιστάται η συγχορήγηση του INTELENCE με ινδιναβίρη. | | Νελφιναβίρη | Δεν έχει μελετηθεί. Η ετραβιρίνη αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της νελφιναβίρης στο πλάσμα. | Δεν συνιστάται η συγχορήγηση του INTELENCE με νελφιναβίρη. | | Αναστολείς πρωτεάσης (PIs) του HIV - Με ενίσχυση με χαμηλή δόση ριτοναβίρης | | | | Αταζαναβίρη/ριτοναβίρη | αταζαναβίρη AUC ↓ 0,86 (0,79-0,93), Cmin ↓ 0,62 (0,55-0,71), Cmax ↔ 0,97 (0,89-1,05). ετραβιρίνη AUC ↑ 1,30 (1,18-1,44), Cmin ↑ 1,26 (1,12-1,42), Cmax ↑ 1,30 (1,17-1,44). | Το INTELENCE και η αταζαναβίρη/ριτοναβίρη μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς προσαρμογή της δόσης. | | Δαρουναβίρη/ριτοναβίρη | δαρουναβίρη AUC ↔ 1,15 (1,05-1,26), Cmin ↔ 1,02 (0,90-1,17), Cmax ↔ 1,11 (1,01-1,22). ετραβιρίνη AUC ↓ 0,63 (0,54-0,73), Cmin ↓ 0,51 (0,44-0,61), Cmax ↓ 0,68 (0,57-0,82). | Το INTELENCE και η δαρουναβίρη/ριτοναβίρη μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς προσαρμογές της δόσης (βλ. Φαρμακοδυναμικές). | | Φοσαμπρεναβίρη/ριτοναβίρη | αμπρεναβίρη AUC ↑ 1,69 (1,53-1,86), Cmin ↑ 1,77 (1,39-2,25), Cmax ↑ 1,62 (1,47-1,79). ετραβιρίνη AUC ↔α, Cmin ↔α, Cmax ↔α. | Μπορεί να απαιτείται μείωση της δοσολογίας της αμπρεναβίρης/ριτοναβίρης και φοσαμπρεναβίρης/ριτοναβίρης όταν συγχορηγούνται με INTELENCE. Για τη μείωση της δόσης, μπορεί να ληφθεί υπόψη η χρήση του πόσιμου διαλύματος. | | Λοπιναβίρη/ριτοναβίρη | λοπιναβίρη AUC ↔ 0,87 (0,83-0,92), Cmin ↓ 0,80 (0,73-0,88), Cmax ↔ 0,89 (0,82-0,96). ετραβιρίνη AUC ↓ 0,65 (0,59-0,71), Cmin ↓ 0,55 (0,49-0,62), Cmax ↓ 0,70 (0,64-0,78). | Το INTELENCE και η λοπιναβίρη/ριτοναβίρη μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς προσαρμογές της δόσης. | | Σακουιναβίρη/ριτοναβίρη | σακουιναβίρη AUC ↔ 0,95 (0,64-1,42), Cmin ↓ 0,80 (0,46-1,38), Cmax ↔ 1,00 (0,70-1,42). ετραβιρίνη AUC ↓ 0,67 (0,56-0,80), Cmin ↓ 0,71 (0,58-0,87), Cmax ↓ 0,63 (0,53-0,75). | Το INTELENCE και η σακουιναβίρη/ριτοναβίρη μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς προσαρμογές της δόσης. | | Τιπραναβίρη/ριτοναβίρη | τιπραναβίρη AUC ↑ 1,18 (1,03-1,36), Cmin ↑ 1,24 (0,96-1,59), Cmax ↑ 1,14 (1,02-1,27). ετραβιρίνη AUC ↓ 0,24 (0,18-0,33), Cmin ↓ 0,18 (0,13-0,25), Cmax ↓ 0,29 (0,22-0,40). | Δεν συνιστάται η συγχορήγηση τιπραναβίρης/ριτοναβίρης με INTELENCE (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). | | Αναστολείς πρωτεάσης (PIs) του HIV - Με ενίσχυση με κομπισιστάτη | | | | Αταζαναβίρη/κομπισιστάτη, Δαρουναβίρη/κομπισιστάτη | Δεν έχει μελετηθεί. Η συγχορήγηση της ετραβιρίνης με αταζαναβίρη/κομπισιστάτη ή δαρουναβίρη/κομπισιστάτη ενδέχεται να μειώσει τις συγκεντρώσεις του PI και/ή της κομπισιστάτης στο πλάσμα και μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια της θεραπευτικής δράσης και ανάπτυξη αντοχής. | Δεν συνιστάται η συγχορήγηση του INTELENCE με αταζαναβίρη/κομπισιστάτη ή δαρουναβίρη/κομπισιστάτη. | | Ανταγωνιστές CCR5 | | | | Μαραβιρόκη | μαραβιρόκη AUC ↓ 0,47 (0,38-0,58), Cmin ↓ 0,61 (0,53-0,71), Cmax ↓ 0,40 (0,28-0,57). ετραβιρίνη AUC ↔ 1,06 (0,99-1,14), Cmin ↔ 1,08 (0,98-1,19), Cmax ↔ 1,05 (0,95-1,17). | Η συνιστώμενη δόση για τη μαραβιρόκη όταν συνδυάζεται με το INTELENCE και έναν PI είναι 150 mg δύο φορές την ημέρα, εκτός από την φοσαμπρεναβίρη/ριτοναβίρη, η οποία δεν συνιστάται με μαραβιρόκη. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης του INTELENCE. Βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις. | | Μαραβιρόκη/δαρουναβίρη/ριτοναβίρη | μαραβιρόκη* AUC ↑ 3,10* (2,57-3,74), Cmin ↑ 5,27 (4,51-6,15), Cmax ↑ 1,77 (1,20-2,60). * σε σύγκριση με τη μαραβιρόκη 150 mg δύο φορές την ημέρα. | Η συνιστώμενη δόση για τη μαραβιρόκη όταν συνδυάζεται με το INTELENCE και έναν PI είναι 150 mg δύο φορές την ημέρα, εκτός από την φοσαμπρεναβίρη/ριτοναβίρη, η οποία δεν συνιστάται με μαραβιρόκη. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης του INTELENCE. Βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις. | | Αναστολείς σύντηξης | | | | Ενφουβιρτίδη | ετραβιρίνη* AUC ↔α, C0h ↔α. Οι συγκεντρώσεις της ενφουβιρτίδης δεν έχουν μελετηθεί και δεν αναμένεται επίδραση. * βάσει των αναλύσεων φαρμακοκινητικής πληθυσμού. | Δεν αναμένεται αλληλεπίδραση για το INTELENCE ή για την ενφουβιρτίδη όταν συγχορηγούνται. | | Αναστολείς μεταφοράς αλύσου Ιντεγκράσης | | | | Ντολουτεγκραβίρη | ντολουτεγκραβίρη AUC ↓ 0,29 (0,26-0,34), Cmin ↓ 0,12 (0,09-0,16), Cmax ↓ 0,48 (0,43-0,54). ετραβιρίνη AUC ↔α, Cmin ↔α, Cmax ↔α. | Η ετραβιρίνη μείωσε σημαντικά τις συγκεντρώσεις της ντολουτεγκραβίρης στο πλάσμα. Η επίδραση της ετραβιρίνης στις συγκεντρώσεις της ντολουτεγκραβίρης στο πλάσμα μετριάστηκε από τη συγχορήγηση δαρουναβίρης/ριτοναβίρης ή λοπιναβίρης/ριτοναβίρης και αναμένεται να μετριάζεται από αταζαναβίρη/ριτοναβίρη. Το INTELENCE πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο με ντολουτεγκραβίρη όταν συγχορηγείται με αταζαναβίρη/ριτοναβίρη, δαρουναβίρη/ριτοναβίρη ή λοπιναβίρη/ριτοναβίρη. Ο συνδυασμός αυτός μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς προσαρμογή της δόσης. | | Ντολουτεγκραβίρη + δαρουναβίρη/ριτοναβίρη | ντολουτεγκραβίρη AUC↓ 0,75 (0,69-0,81), Cmin ↓ 0,63 (0,52-0,77), Cmax ↓ 0,88 (0,78-1,00). ετραβιρίνη AUC ↔α, Cmin ↔α, Cmax ↔α. | Το INTELENCE πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο με ντολουτεγκραβίρη όταν συγχορηγείται με αταζαναβίρη/ριτοναβίρη, δαρουναβίρη/ριτοναβίρη ή λοπιναβίρη/ριτοναβίρη. Ο συνδυασμός αυτός μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς προσαρμογή της δόσης. | | Ντολουτεγκραβίρη + Λοπιναβίρη/ριτοναβίρη | ντολουτεγκραβίρη AUC↔ 1,11(1,02-1,20), Cmin ↑ 1,28 (1,13-1,45), Cmax ↔ 1,07 (1,02-1,13). ετραβιρίνη AUC ↔α, Cmin ↔α, Cmax ↔α. | Το INTELENCE πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο με ντολουτεγκραβίρη όταν συγχορηγείται με αταζαναβίρη/ριτοναβίρη, δαρουναβίρη/ριτοναβίρη ή λοπιναβίρη/ριτοναβίρη. Ο συνδυασμός αυτός μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς προσαρμογή της δόσης. | | Ραλτεγκραβίρη | ραλτεγκραβίρη AUC ↓ 0,90 (0,68-1,18), Cmin ↓ 0,66 (0,34-1,26), Cmax ↓ 0,89 (0,68-1,15). ετραβιρίνη AUC ↔ 1,10 (1,03-1,16), Cmin ↔ 1,17 (1,10-1,26), Cmax ↔ 1,04 (0,97-1,12). | Το INTELENCE και η ραλτεγκραβίρη μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς προσαρμογές της δόσης. | | ΑΝΤΙΑΡΡΥΘΜΙΚΑ | | | | Διγοξίνη | διγοξίνη AUC ↑ 1,18 (0,90-1,56), Cmin ND, Cmax ↑ 1,19 (0,96-1,49). | Το INTELENCE και η διγοξίνη μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς προσαρμογές της δοσολογίας. Συνιστάται να παρακολουθούνται τα επίπεδα της διγοξίνης όταν η διγοξίνη συνδυάζεται με το INTELENCE. | | Αμιοδαρόνη, Βεπριδίλη, Δισοπυραμίδη, Φλεκαϊνίδη, Λιδοκαΐνη (συστηματική), Μεξιλετίνη, Προπαφενόνη, Κινιδίνη | Δεν έχουν μελετηθεί. Το INTELENCE αναμένεται να μειώσει τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα αυτών των αντιαρρυθμικών. | Συνιστάται προσοχή και παρακολούθηση της θεραπευτικής συγκέντρωσης, αν είναι εφικτό, των αντιαρρυθμικών όταν συγχορηγούνται με το INTELENCE. | | ΑΝΤΙΒΙΟΤΙΚΑ | | | | Αζιθρομυκίνη | Δεν έχει μελετηθεί. Βάσει της χολικής οδού απέκκρισης της αζιθρομυκίνης, δεν αναμένονται αλληλεπιδράσεις μεταξύ αζιθρομυκίνης και INTELENCE. | Το INTELENCE και η αζιθρομυκίνη μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς προσαρμογές της δόσης. | | Κλαριθρομυκίνη | κλαριθρομυκίνη AUC ↓ 0,61 (0,53-0,69), Cmin ↓ 0,47 (0,38-0,57), Cmax ↓ 0,66 (0,57-0,77). 14-OH- κλαριθρομυκίνη AUC ↑ 1,21 (1,05-1,39), Cmin ↔ 1,05 (0,90-1,22), Cmax ↑ 1,33 (1,13-1,56). ετραβιρίνη AUC ↑ 1,42 (1,34-1,50), Cmin ↑ 1,46 (1,36-1,58), Cmax ↑ 1,46 (1,38-1,56). | Η έκθεση της κλαριθρομυκίνης μειώθηκε από την ετραβιρίνη. Ωστόσο, οι συγκεντρώσεις του ενεργού μεταβολίτη 14-OH-κλαριθρομυκίνη αυξήθηκαν. Επειδή η 14-OH-κλαριθρομυκίνη έχει μειωμένη δραστικότητα ενάντια στο Mycobacterium avium complex (MAC), η συνολική δραστικότητα ενάντια σε αυτό το παθογόνο μπορεί να μεταβληθεί. Για το λόγο αυτό, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη εναλλακτικά της κλαριθρομυκίνης για τη θεραπεία του MAC. | | ΑΝΤΙΠΗΚΤΙΚΑ | | | | Βαρφαρίνη | Δεν έχει μελετηθεί. Η ετραβιρίνη αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της βαρφαρίνης στο πλάσμα. | Συνιστάται η παρακολούθηση της Διεθνούς Ομαλοποιημένης Σχέσης (INR), όταν η βαρφαρίνη συνδυάζεται με το INTELENCE. | | ΑΝΤΙΕΠΙΛΗΠΤΙΚΑ | | | | Καρβαμαζεπίνη, Φαινοβαρβιτάλη, Φαινυτοΐνη | Δεν έχουν μελετηθεί. Η καρβαμαζεπίνη, η φαινοβαρβιτάλη και η φαινυτοΐνη αναμένεται να μειώσουν τις συγκεντρώσεις της ετραβιρίνης στο πλάσμα. | Δεν συνιστάται ο συνδυασμός. | | ΑΝΤΙΜΥΚΗΤΙΑΣΙΚΑ | | | | Φλουκοναζόλη | φλουκοναζόλη AUC ↔ 0,94 (0,88-1,01), Cmin ↔ 0,91 (0,84-0,98), Cmax ↔ 0,92 (0,85-1,00). ετραβιρίνη AUC ↑ 1,86 (1,73-2,00), Cmin ↑ 2,09 (1,90-2,31), Cmax ↑ 1,75 (1,60-1,91). | Το INTELENCE και η φλουκοναζόλη μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς προσαρμογές της δόσης. | | Ιτρακοναζόλη, Κετοκοναζόλη, Ποσακοναζόλη | Δεν έχουν μελετηθεί. Η ποσακοναζόλη, ένας ισχυρός αναστολέας του CYP3A4, μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της ετραβιρίνης στο πλάσμα. Η ιτρακοναζόλη και η κετοκοναζόλη είναι ισχυροί αναστολείς αλλά και υποστρώματα του CYP3A4. Η ταυτόχρονη συστηματική χρήση της ιτρακοναζόλης ή της κετοκοναζόλης με την ετραβιρίνη μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της ετραβιρίνης στο πλάσμα. Ταυτόχρονα, οι συγκεντρώσεις της ιτρακοναζόλης ή της κετοκοναζόλης στο πλάσμα μπορεί να μειωθούν από την ετραβιρίνη. | Το INTELENCE και αυτά τα αντιμυκητιασικά μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς προσαρμογές της δόσης. | | Βορικοναζόλη | βορικοναζόλη AUC ↑ 1,14 (0,88-1,47), Cmin ↑ 1,23 (0,87-1,75), Cmax ↓ 0,95 (0,75-1,21). ετραβιρίνη AUC ↑ 1,36 (1,25-1,47), Cmin ↑ 1,52 (1,41-1,64), Cmax ↑ 1,26 (1,16-1,38). | Το INTELENCE και η βορικοναζόλη μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς προσαρμογές της δόσης. | | ΦΑΡΜΑΚΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΕΛΟΝΩΣΙΑΣ | | | | Αρτεμεθέρη/Λουμεφαντρίνη | αρτεμεθέρη AUC ↓ 0,62 (0,48-0,80), Cmin ↓ 0,82 (0,67-1,01), Cmax ↓ 0,72 (0,55-0,94). διϋδροαρτεμισινίνη AUC ↓ 0,85 (0,75-0,97), Cmin ↓ 0,83 (0,71-0,97), Cmax ↓ 0,84 (0,71-0,99). λουμεφαντρίνη AUC ↓ 0,87 (0,77-0,98), Cmin ↔ 0,97 (0,83-1,15), Cmax ↔ 1,07 (0,94-1,23). ετραβιρίνη AUC ↔ 1,10 (1,06-1,15), Cmin ↔ 1,08 (1,04-1,14), Cmax ↔ 1,11 (1,06-1,17). | Συνιστάται στενή παρακολούθηση της ανθελονοσιακής ανταπόκρισης όταν συγχορηγείται το INTELENCE και αρτεμεθέρη/λουμεφαντρίνη καθώς μια σημαντική μείωση στην έκθεση στην αρτεμεθέρη και στον ενεργό μεταβολίτη της, τη διϋδροαρτεμισίνη, μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη ανθελονοσιακή αποτελεσματικότητα. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης του INTELENCE. | | ΑΝΤΙΜΥΚΟΒΑΚΤΗΡΙΑΚΑ | | | | Ριφαμπικίνη, Ριφαπεντίνη | Δεν έχουν μελετηθεί. Η ριφαμπικίνη και η ριφαπεντίνη αναμένεται να μειώσουν τις συγκεντρώσεις της ετραβιρίνης στο πλάσμα. Το INTELENCE πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με έναν ενισχυμένο PI. Η ριφαμπικίνη αντενδείκνυται σε συνδυασμό με ενισχυμένους PΙs. | Δεν συνιστάται ο συνδυασμός. | | Ριφαμπουτίνη | Με ένα σχετιζόμενο ενισχυμένο PI: Δεν έχει πραγματοποιηθεί μελέτη αλληλεπίδρασης. Βάσει των ιστορικών δεδομένων, μπορεί να αναμένεται μια μείωση στην έκθεση ετραβιρίνης, ενώ αντιθέτως μπορεί να αναμένεται μια αύξηση στην έκθεση ριφαμπουτίνης και κυρίως στην 25-O-δεσακετυλο-ριφαμπουτίνη. Με μη σχετιζόμενο ενισχυμένο PI (εκτός της συνιστώμενης ένδειξης για την ετραβιρίνη): ριφαμπουτίνη AUC ↓ 0,83 (0,75-0,94), Cmin ↓ 0,76 (0,66-0,87), Cmax ↓ 0,90 (0,78-1,03). 25-O-δεσακετυλο-ριφαμπουτίνη AUC ↓ 0,83 (0,74-0,92), Cmin ↓ 0,78 (0,70-0,87), Cmax ↓ 0,85 (0,72-1,00). ετραβιρίνη AUC ↓ 0,63 (0,54-0,74), Cmin ↓ 0,65 (0,56-0,74), Cmax ↓ 0,63 (0,53-0,74). | Ο συνδυασμός INTELENCE με έναν ενισχυμένο PI και ριφαμπουτίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή εξαιτίας του κινδύνου μείωσης της έκθεσης ετραβιρίνης και του κινδύνου αύξησης των εκθέσεων ριφαμπουτίνης και 25-O-δεσακετυλο-ριφαμπουτίνης. Συνιστάται στενή παρακολούθηση για ιολογική ανταπόκριση και για ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη ριφαμπουτίνη. Παρακαλούμε ανατρέξτε στις πληροφορίες του προϊόντος του σχετιζόμενου ενισχυμένου PI, για την προσαρμογή της δόσης της ριφαμπουτίνης που θα χρησιμοποιηθεί. | | ΒΕΝΖΟΔΙΑΠΙΝΕΣ | | | | Διαζεπάμη | Δεν έχει μελετηθεί. Η ετραβιρίνη αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της διαζεπάμης στο πλάσμα. | Πρέπει να ληφθούν υπόψη εναλλακτικά της διαζεπάμης. | | ΚΟΡΤΙΚΟΣΤΕΡΟΕΙΔΗ | | | | Δεξαμεθαζόνη (συστηματική) | Δεν έχει μελετηθεί. Η δεξαμεθαζόνη αναμένεται να μειώσει τα επίπεδα της ετραβιρίνης στο πλάσμα. | Η συστηματική δεξαμεθαζόνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή ή πρέπει να ληφθούν υπόψη εναλλακτικά, ιδιαίτερα για χρόνια χρήση. | | ΑΝΤΙΣΥΛΛΗΠΤΙΚΑ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΑ ΟΙΣΤΡΟΓΟΝΑ | | | | Αιθυνυλοιστραδιόλη, Νορεθινδρόνη | αιθυλυλοιστραδιόλη AUC ↑ 1,22 (1,13-1,31), Cmin ↔ 1,09 (1,01-1,18), Cmax ↑ 1,33 (1,21-1,46). νορεθινδρόνη AUC ↔ 0,95 (0,90-0,99), Cmin ↓ 0,78 (0,68-0,90), Cmax ↔ 1,05 (0,98-1,12). ετραβιρίνη AUC ↔α, Cmin ↔α, Cmax ↔α. | Ο συνδυασμός αντισυλληπτικών με βάση τα οιστρογόνα και/ή τα προγεσταγόνα με το INTELENCE μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς προσαρμογή της δόσης. | | ΑΜΕΣΑ ΔΡΩΝΤΑ ΑΝΤΙΪΚΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΟ ΤΗΣ ΗΠΑΤΙΤΙΔΑΣ C (HCV) | | | | Ριμπαβιρίνη | Δεν έχει μελετηθεί, αλλά δεν αναμένεται αλληλεπίδραση με βάση την οδό νεφρικής απέκκρισης της ριμπαβιρίνης. | Ο συνδυασμός INTELENCE και ριμπαβιρίνης μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς προσαρμογές της δόσης. | | Μποσεπρεβίρη | μποσεπρεβίρη AUC ↑ 1,10 (0,94-1,28), Cmax ↑ 1,10 (0,94-1,29), Cmin ↓ 0,88 (0,66-1,17). ετραβιρίνη AUC ↓ 0,77 (0,66-0,91), Cmax ↓ 0,76 (0,68-0,85), Cmin ↓ 0,71 (0,54-0,95). | Η κλινική σημασία των μειώσεων στις παραμέτρους φαρμακοκινητικής της ετραβιρίνης και της Cmin της μποσεπρεβίρης, στον καθορισμό του θεραπευτικού σχήματος συνδυασμού με HIV αντιρετροϊκά φάρμακα, τα οποία επίσης επηρεάζουν τις φαρμακοκινητικές της ετραβιρίνης και/ή μποσεπρεβίρης δεν έχουν αξιολογηθεί άμεσα. Συνιστάται αυξημένη κλινική και εργαστηριακή παρακολούθηση για HIV και HCV καταστολή. | | Daclatasvir | Δεν έχει μελετηθεί. Η συγχορήγηση της ετραβιρίνης με daclatasvir μπορεί να μειώσει τις συγκεντρώσεις του daclatasvir. | Η συγχορήγηση του Intelence με daclatasvir δεν συνιστάται. | | Elbasvir/grazoprevir | Δεν έχει μελετηθεί. Η συγχορήγηση της ετραβιρίνης με elbasvir/grazoprevir μπορεί να μειώσει τις συγκεντρώσεις των elbasvir και grazoprevir οδηγώντας σε μειωμένη θεραπευτική δράση των elbasvir/grazoprevir. | Η συγχορήγηση αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις). | | Σιμεπρεβίρη | Δεν έχει μελετηθεί. Η ταυτόχρονη χρήση της ετραβιρίνης με σιμεπρεβίρη μπορεί να μειώσει τις συγκεντρώσεις της σιμεπρεβίρης στο πλάσμα. | Η συγχορήγηση του Intelence με σιμεπρεβίρη δεν συνιστάται. | | ΦΥΤΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ | | | | Υπερικό/βαλσαμόχορτο (Hypericum perforatum) | Δεν έχει μελετηθεί. Το υπερικό/ βαλσαμόχορτο αναμένεται να μειώσει τις συγκεντρώσεις της ετραβιρίνης στο πλάσμα. | Δεν συνιστάται ο συνδυασμός. | | ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΗΣ ΑΝΑΓΩΓΑΣΗΣ HMG Co-A | | | | Ατορβαστατίνη | ατορβαστατίνη AUC ↓ 0,63 (0,58-0,68), Cmin ND, Cmax ↑ 1,04 (0,84-1,30). 2-OH-ατορβαστατίνη AUC ↑ 1,27 (1,19-1,36), Cmin ND, Cmax ↑ 1,76 (1,60-1,94). ετραβιρίνη AUC ↔ 1,02 (0,97-1,07), Cmin ↔ 1,10 (1,02-1,19), Cmax ↔ 0,97 (0,93-1,02). | Ο συνδυασμός του INTELENCE με την ατορβαστατίνη μπορεί να χορηγηθεί χωρίς προσαρμογές της δόσης. Ωστόσο, η δόση της ατορβαστατίνης μπορεί να χρειαστεί να τροποποιηθεί με βάση την κλινική ανταπόκριση. | | Φλουβαστατίνη, Λοβαστατίνη, Πραβαστατίνη, Ροσουβαστατίνη, Σιμβαστατίνη | Δεν έχουν μελετηθεί. Δεν αναμένεται αλληλεπίδραση μεταξύ της πραβαστατίνης και της ετραβιρίνης. Η λοβαστατίνη, η ροσουβαστατίνη και η σιμβαστατίνη είναι υποστρώματα του CYP3A4 και η συγχορήγηση με ετραβιρίνη μπορεί να οδηγήσει σε μικρότερες συγκεντρώσεις του αναστολέα της αναγωγάσης HMG Co-A στο πλάσμα. Η φλουβαστατίνη και η ροσουβαστατίνη μεταβολίζονται από το CYP2C9 και η συγχορήγηση με ετραβιρίνη μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερες συγκεντρώσεις του αναστολέα της αναγωγάσης HMG Co-A στο πλάσμα. | Μπορεί να είναι απαραίτητες προσαρμογές στη δοσολογία για αυτούς τους αναστολείς της HMG Co-A. | | ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΩΝ H2-ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ | | | | Ρανιτιδίνη | ετραβιρίνη AUC ↓ 0,86 (0,76-0,97), Cmin ND, Cmax ↓ 0,94 (0,75-1,17). | Το INTELENCE μπορεί να συγχορηγηθεί με ανταγωνιστές των Η2-υποδοχέων χωρίς προσαρμογές της δόσης. | | ΑΝΟΣΟΚΑΤΑΣΤΑΛΤΙΚΑ | | | | Κυκλοσπορίνη, Σιρόλιμους, Τακρόλιμους | Δεν έχουν μελετηθεί. Η ετραβιρίνη αναμένεται να μειώσει τις συγκεντρώσεις της κυκλοσπορίνης, του σιρόλιμους και του τακρόλιμους στο πλάσμα. | Η συγχορήγηση με συστηματικά ανοσοκατασταλτικά πρέπει να γίνεται με προσοχή, γιατί οι συγκεντρώσεις της κυκλοσπορίνης, του σιρόλιμους και του τακρόλιμους στο πλάσμα μπορεί να επηρεαστούν όταν συγχορηγούνται με το INTELENCE. | | ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ ΑΝΑΛΓΗΤΙΚΑ | | | | Μεθαδόνη | R(-) μεθαδόνη AUC ↔ 1,06 (0,99-1,13), Cmin ↔ 1,10 (1,02-1,19), Cmax ↔ 1,02 (0,96-1,09). S(+) μεθαδόνη AUC ↔ 0,89 (0,82-0,96), Cmin ↔ 0,89 (0,81-0,98), Cmax ↔ 0,89 (0,83-0,97). ετραβιρίνη AUC ↔α, Cmin ↔α, Cmax ↔α. | Δεν απαιτήθηκαν μεταβολές στη δοσολογία της μεθαδόνης με βάση την κλινική κατάσταση κατά τη διάρκεια της περιόδου συγχορήγησης με INTELENCE ή μετά από αυτήν. | | ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΗΣ ΦΩΣΦΟΔΙΕΣΤΕΡΑΣΗΣ ΤΥΠΟΥ 5 (PDE-5) | | | | Σιλδεναφίλη, Τανταλαφίλη, Βαρδεναφίλη | σιλδεναφίλη AUC ↓ 0,43 (0,36-0,51), Cmin ND, Cmax ↓ 0,55 (0,40-0,75). N-δεσμεθυλ-σιλδεναφίλη AUC ↓ 0,59 (0,52-0,68), Cmin ND, Cmax ↓ 0,75 (0,59-0,96). | Η ταυτόχρονη χρήση των αναστολέων της φωσφοδιεστεράσης τύπου 5 με το INTELENCE μπορεί να απαιτεί προσαρμογή της δόσης του αναστολέα PDE-5 για τη διατήρηση του κλινικού αποτελέσματος. | | ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΣΥΓΚΟΛΛΗΣΗΣ ΑΙΜΟΠΕΤΑΛΙΩΝ | | | | Κλοπιδογρέλη | Δεδομένα in vitro καταδεικνύουν ότι η ετραβιρίνη έχει ανασταλτικές ιδιότητες στο CYP2C19. Συνεπώς είναι πιθανό η ετραβιρίνη να αναστέλλει το μεταβολισμό της κλοπιδογρέλης στους ενεργούς μεταβολίτες της με αυτή την αναστολή του CYP2C19 in vivo. Η κλινική συσχέτιση αυτής της αλληλεπίδρασης δεν έχει καταδειχθεί. | Για προληπτικούς λόγους συνιστάται να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση ετραβιρίνης και κλοπιδογρέλης. | | ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΑΝΤΛΙΑΣ ΠΡΩΤΟΝΙΩΝ | | | | Ομεπραζόλη | ετραβιρίνη AUC ↑ 1,41 (1,22-1,62), Cmin ND, Cmax ↑ 1,17 (0,96-1,43). | Το INTELENCE μπορεί να συγχορηγηθεί με αναστολείς αντλίας πρωτονίων χωρίς προσαρμογές της δόσης. | | ΕΚΛΕΚΤΙΚΟΙ ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΕΠΑΝΑΠΡΟΣΛΗΨΗΣ ΤΗΣ ΣΕΡΟΤΟΝΙΝΗΣ (SSRI) | | | | Παροξετίνη | παροξετίνη AUC ↔ 1,03 (0,90-1,18), Cmin ↓ 0,87 (0,75-1,02), Cmax ↔ 1,06 (0,95-1,20). ετραβιρίνη AUC ↔ 1,01 (0,93-1,10), Cmin ↔ 1,07 (0,98-1,17), Cmax ↔ 1,05 (0,96-1,15). | Το INTELENCE μπορεί να συγχορηγηθεί με παροξετίνη χωρίς προσαρμογές της δόσης. |
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-INTELENCE
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Οι πιο συχνές (επίπτωση ≥ 10%) ανεπιθύμητες ενέργειες κάθε έντασης που αναφέρθηκαν για την ετραβιρίνη ήταν εξάνθημα, διάρροια, ναυτία και κεφαλαλγία. Στις μελέτες Φάσης ΙΙΙ, τα ποσοστά διακοπής εξαιτίας οποιασδήποτε ανεπιθύμητης ενέργειας ήταν 7,2% στους ασθενείς που ελάμβαναν ετραβιρίνη. Η πιο συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια που οδηγούσε σε διακοπή της θεραπείας ήταν το εξάνθημα.
Κατάλογος των ανεπιθύμητων ενεργειών σε πίνακα
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν σε ασθενείς, οι οποίοι υποβλήθηκαν σε θεραπεία με ετραβιρίνη, παρατίθενται συνοπτικά στον Πίνακα 2. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά κατηγορία οργανικού συστήματος (SOC) και συχνότητα. Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας. Οι συχνότητες ορίζονται ως πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10) και όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000) και πολύ σπάνιες (< 1/10.000).
Πίνακας 2: Ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν με την ετραβιρίνη σε κλινικές μελέτες και μετά την κυκλοφορία του προϊόντος
| Κατηγορία/οργανικό σύστημα | Κατηγορία Συχνότητας | Ανεπιθύμητες ενέργειες |
|---|---|---|
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | συχνές | θρομβοπενία, αναιμία, μειωμένα ουδετερόφιλα |
| όχι συχνές | μειωμένος αριθμός λευκοκυττάρων | |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | συχνές | υπερευαισθησία στο φάρμακο |
| όχι συχνές | σύνδρομο ανοσοδιέγερσης | |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | συχνές | σακχαρώδης διαβήτης, υπεργλυκαιμία, υπερχοληστερολαιμία, αυξημένη λιποπρωτεΐνη χαμηλής πυκνότητας (LDL), υπερτριγλυκεριδαιμία, υπερλιπιδαιμία, δυσλιπιδαιμία, ανορεξία |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | συχνές | άγχος, αϋπνία, διαταραχές του ύπνου |
| όχι συχνές | συγχυτική κατάσταση, αποπροσανατολισμός, εφιάλτες, νευρικότητα, ανώμαλα όνειρα | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | πολύ συχνές | κεφαλαλγία |
| συχνές | περιφερική νευροπάθεια, παραισθησία, υπαισθησία, αμνησία, υπνηλία | |
| όχι συχνές | σπασμοί, συγκοπή, τρόμος, υπερυπνία, διαταραχή στην προσοχή | |
| Οφθαλμικές διαταραχές | συχνές | θαμπή όραση |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | όχι συχνές | ίλιγγος |
| Καρδιακές διαταραχές | συχνές | έμφραγμα μυοκαρδίου |
| όχι συχνές | κολπική μαρμαρυγή, στηθάγχη | |
| Αγγειακές διαταραχές | συχνές | υπέρταση |
| σπάνιες | αιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιοa | |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | συχνές | δύσπνοια μετά κόπωση |
| όχι συχνές | βρογχόσπασμος | |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | πολύ συχνές | διάρροια, ναυτία |
| συχνές | γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, έμετος, κοιλιακό άλγος, διάταση της κοιλίας, μετεωρισμός, γαστρίτιδα, δυσκοιλιότητα, ξηροστομία, στοματίτιδα, αυξημένη λιπάση, αυξημένη αμυλάση αίματος | |
| όχι συχνές | παγκρεατίτιδα, αιματέμεση, ακούσια προσπάθεια για έμετο | |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | συχνές | αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης (ALT), αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST), ηπατίτιδα, ηπατική στεάτωση, κυτταρολυτική ηπατίτιδα, ηπατομεγαλία |
| σπάνιες | εξάνθημα | |
| πολύ σπάνιες | τοξική επιδερμική νεκρόλυσηa, DRESSβ | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | πολύ συχνές | εξάνθημα |
| συχνές | νυκτερινές εφιδρώσεις, ξηροδερμία, κνήφη | |
| όχι συχνές | αγγειονευρωτικό οίδημαa, οίδημα προσώπου, υπερίδρωση | |
| σπάνιες | σύνδρομο Stevens-Johnsona, πολύμορφο ερύθημαa | |
| πολύ σπάνιες | τοξική επιδερμική νεκρόλυσηa, DRESSβ | |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | συχνές | νεφρική ανεπάρκεια, αυξημένη κρεατινίνη αίματος |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | όχι συχνές | γυναικομαστία |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | συχνές | κόπωση |
| όχι συχνές | νωθρότητα |
a Αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατηρήθηκαν σε άλλες κλινικές μελέτες από τις DUET-1 και DUET-2. b Αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες εντοπίστηκαν από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία της ετραβιρίνης.
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Εξάνθημα Το εξάνθημα ήταν συχνότερα ήπιο έως μέτριο, γενικά κηλιδώδες έως κηλιδοβλατιδώδες ή ερυθηματώδες, παρατηρήθηκε κυρίως κατά τη δεύτερη εβδομάδα της θεραπείας και ήταν σπάνιο μετά την εβδομάδα 4. Το εξάνθημα ήταν κυρίως αυτοπεριοριζόμενο και γενικά υποχώρησε μέσα σε 1-2 εβδομάδες με τη συνέχιση της θεραπείας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Η συχνότητα εμφάνισης του εξανθήματος ήταν υψηλότερη στις γυναίκες συγκριτικά με τους άντρες στο σκέλος της ετραβιρίνης στις μελέτες DUET (εξάνθημα ≥ βαθμού 2 αναφέρθηκε σε 9/60 [15,0%] γυναίκες έναντι 51/539 [9,5%] ανδρών, διακοπή της θεραπείας λόγω εξανθήματος αναφέρθηκε σε 3/60 [5,0%] γυναίκες έναντι 10/539 [1,9%] ανδρών) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Δεν υπήρξε διαφορά ως προς το φύλο στη βαρύτητα ή τη διακοπή της θεραπείας λόγω του εξανθήματος. Τα κλινικά δεδομένα είναι περιορισμένα και δεν μπορεί να αποκλεισθεί ένας αυξημένος κίνδυνος δερματικών αντιδράσεων σε ασθενείς με ιστορικό δερματικών αντιδράσεων σχετιζόμενων με NNRTI (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Μεταβολικές παράμετροι Το σωματικό βάρος και τα επίπεδα των λιπιδίων και της γλυκόζης στο αίμα ενδέχεται να αυξηθούν κατά τη διάρκεια της αντιρετροϊικής θεραπείας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Σύνδρομο ανοσοδιέγερσης Σε ασθενείς με λοίμωξη HIV με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια κατά την έναρξη της συνδυασμένης αντιρετροϊκής θεραπείας (CART), ενδέχεται να εμφανιστεί φλεγμονώδης αντίδραση σε ασυμπτωματικές ή υπολειμματικές ευκαιριακές λοιμώξεις. Aυτοάνοσες διαταραχές (όπως η νόσος του Graves και η αυτοάνοση ηπατίτιδα) έχουν επίσης αναφερθεί. Ωστόσο, ο αναφερόμενος χρόνος έως την έναρξη είναι περισσότερο μεταβλητός και αυτά τα γεγονότα μπορεί να συμβούν πολλούς μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Οστεονέκρωση Έχουν αναφερθεί περιστατικά οστεονέκρωσης, ιδιαίτερα σε ασθενείς με γενικά αναγνωρισμένους παράγοντες κινδύνου, προχωρημένη νόσο HIV ή μακροχρόνια έκθεση σε συνδυασμένη αντιρετροϊκή θεραπεία (CART). Η συχνότητα αυτών των περιστατικών δεν είναι γνωστή (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Παιδιατρικός πληθυσμός (ηλικίας 6 ετών έως μικρότερης των 18 ετών)
Σε κλινικές δοκιμές, η συχνότητα, ο τύπος και η σοβαρότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών σε παιδιατρικούς ασθενείς ήταν συγκρίσιμα με αυτά που παρατηρήθηκαν σε ενήλικες. Το εξάνθημα αναφέρθηκε πιο συχνά σε κορίτσια από ότι σε αγόρια (εξάνθημα ≥ βαθμού 2 αναφέρθηκε σε 13/64 [20,3%] κορίτσια έναντι 2/37 [5,4%] αγοριών, η διακοπή της θεραπείας λόγω του εξανθήματος αναφέρθηκε σε 4/64 [6,3%] κορίτσια έναντι 0/37 [0%] αγοριών) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Τις περισσότερες φορές, το εξάνθημα ήταν ήπιο έως μέτριο, κηλιδοβλατιδώδους τύπου, και παρατηρήθηκε τη δεύτερη εβδομάδα της θεραπείας. Το εξάνθημα ήταν κυρίως αυτοπεριοριζόμενο και γενικά υποχώρησε εντός 1 εβδομάδας συνεχούς θεραπείας.
Σε μια μετεγκριτική αναδρομική μελέτη κοόρτης με στόχο την τεκμηρίωση του μακροπρόθεσμου προφίλ ασφάλειας της ετραβιρίνης σε παιδιά και εφήβους με λοίμωξη από HIV-1 που έλαβαν ετραβιρίνη με άλλα αντιρετροϊκά κατά του HIV-1 (N = 182), το σύνδρομο Stevens-Johnson αναφέρθηκε με υψηλότερη επίπτωση (1%) από ό, τι έχει αναφερθεί σε κλινικές δοκιμές με ενήλικες (< 0,1%).
Άλλοι ειδικοί πληθυσμοί
Ασθενείς με ταυτόχρονη λοίμωξη με ιό της ηπατίτιδας Β και/ή της ηπατίτιδας C Στη συγκεντρωτική ανάλυση των μελετών DUET-1 και DUET-2, η συχνότητα εμφάνισης των ηπατικών περιστατικών έτεινε να είναι υψηλότερη σε ασθενείς με ταυτόχρονη λοίμωξη που ακολούθησαν θεραπεία με ετραβιρίνη σε σχέση με τους ασθενείς με ταυτόχρονη λοίμωξη στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Το INTELENCE πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-INTELENCE
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Ως γενικός κανόνας, όταν λαμβάνεται η απόφαση για τη χρήση αντιρετροϊκών παραγόντων για τη θεραπεία της λοίμωξης με HIV σε έγκυες γυναίκες, και κατά συνέπεια για τη μείωση του κινδύνου κάθετης μετάδοσης του HIV στα νεογνά, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα δεδομένα από πειραματόζωα καθώς και η κλινική εμπειρία από έγκυες γυναίκες, ώστε να χαρακτηριστεί η ασφάλεια για το έμβρυο. Σε επίμυες κατά την κύηση παρατηρήθηκε ότι το φάρμακο διαπερνά τον πλακουντιακό φραγμό αλλά δεν είναι γνωστό αν η ετραβιρίνη επίσης διαπερνά τον πλακουντιακό φραγμό σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε πειραματόζωα δεν κατέδειξαν άμεσες ή έμμεσες επικίνδυνες επιπτώσεις στην εγκυμοσύνη, στην ανάπτυξη του εμβρύου, στον τοκετό ή στη μεταγεννητική ανάπτυξη (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Με βάση τα δεδομένα σε πειραματόζωα, ο κίνδυνος δυσμορφιών είναι απίθανος σε ανθρώπους. Τα κλινικά δεδομένα δεν δημιουργούν ανησυχία για την ασφάλεια αλλά είναι πολύ περιορισμένα.
Θηλασμός
Η ετραβιρίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Ως γενικός κανόνας, συνιστάται οι μητέρες που έχουν μολυνθεί από HIV να μη θηλάζουν τα μωρά τους υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, ώστε να αποφευχθεί η μετάδοση του HIV.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν δεδομένα για τη δράση της ετραβιρίνης στη γονιμότητα στον άνθρωπο. Σε επίμυες, δεν παρατηρήθηκε επίδραση στο ζευγάρωμα ή στη γονιμότητα κατά τη θεραπεία με ετραβιρίνη (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-INTELENCE
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιϊικά για συστηματική χρήση, μη νουκλεοσιδικοί αναστολείς ανάστροφης μεταγραφάσης, κωδικός ATC: J05AG04.
Μηχανισμός δράσης
Η ετραβιρίνη είναι ένας NNRTI του ανθρώπινου ιού ανοσοανεπάρκειας τύπου 1 (HIV-1). Η ετραβιρίνη συνδέεται απευθείας με την ανάστροφη μεταγραφάση (reverse transcriptase, RT) και αποκλείει τις δράσεις της εξαρτώμενης από το RNA και εξαρτώμενης από το DNA, DNA πολυμεράσης προκαλώντας διαταραχή της θέσης κατάλυσης του ενζύμου.
Αντιιϊκή δράση in vitro
Η ετραβιρίνη διαθέτει δράση έναντι του μη μεταλλαγμένου HIV-1 σε σειρές T-κυττάρων και σε πρωτογενή κύτταρα με διάμεσες τιμές EC50 που κυμαίνονται από το 0,9 έως το 5,5 nM. Η ετραβιρίνη διαθέτει δράση έναντι των πρωτογενών απομονωμένων στελεχών της ομάδας Μ του HIV-1 (υπότυποι A, B, C, D, E, F και G) και της ομάδας Ο του HIV-1 με τιμές EC50 που κυμαίνονται από το 0,3 έως το 1,7 nM και από το 11,5 έως το 21,7 nM, αντιστοίχως. Αν και η ετραβιρίνη επιδεικνύει in vitro δράση έναντι του μη μεταλλαγμένου HIV-2 με διάμεσες τιμές EC50 που κυμαίνονται από το 5,7 έως το 7,2 µM, δεν συνιστάται θεραπεία της λοίμωξης HIV-2 με την ετραβιρίνη, απουσία κλινικών δεδομένων. Η ετραβιρίνη διατηρεί τη δράση έναντι των ιικών στελεχών του HIV-1 που είναι ανθεκτικά στους νουκλεοσιδικούς αναστολείς ανάστροφης μεταγραφάσης και/ή αναστολείς πρωτεάσης. Επιπλέον, η ετραβιρίνη επιδεικνύει πολλαπλάσια μεταβολή (FC) στο EC50 ≤ 3 έναντι 60% των 6.171 απομονωμένων κλινικά στελεχών που είναι ανθεκτικά στους NNRTI.
Αντοχή
Η αποτελεσματικότητα της ετραβιρίνης σε σχέση με την αντοχή στα NNRTI στην αρχή της αγωγής έχει αναλυθεί κυρίως με τη χορήγηση της ετραβιρίνης χορηγούμενης σε συνδυασμό με δαρουναβίρη/ριτοναβίρη (DUET-1 και DUET-2). Οι ενισχυμένοι αναστολείς πρωτεάσης, όπως δαρουναβίρη/ριτοναβίρη, δείχνουν ένα υψηλότερο φράγμα στην αντοχή σε σύγκριση με άλλες κατηγορίες αντιρετροϊκών. Τα σημεία για μειωμένη αποτελεσματικότητα με ετραβιρίνη (> 2 μεταλλάξεις που συνδέονται με ετραβιρίνη στην αρχική χορήγηση, βλέπε παράγραφο κλινικών αποτελεσμάτων) ισχύουν όταν η ετραβιρίνη χορηγείται σε συνδυασμό με ενισχυμένο αναστολέα πρωτεάσης. Αυτό το σημείο μπορεί να είναι χαμηλότερο στην αντιρετροϊκή αγωγή συνδυασμού που δεν περιλαμβάνει ενισχυμένο αναστολέα πρωτεάσης.
Στις κλινικές δοκιμές Φάσης ΙΙΙ DUET-1 και DUET-2, οι μεταλλάξεις που αναπτύχθηκαν συχνότερα στους ασθενείς με ιολογική αποτυχία του θεραπευτικού σχήματος που περιείχε ετραβιρίνη ήταν η V108I, η V179F, η V179I, η Y181C και η Y181I, οι οποίες οφείλονταν συνήθως σε υποκείμενες πολλαπλές άλλες συσχετιζόμενες με αντοχή στους NNRTI μεταλλάξεις (RAM). Σε όλες τις άλλες δοκιμές που διεξήχθησαν με ετραβιρίνη σε ασθενείς με λοίμωξη HIV-1, παρατηρήθηκαν τις περισσότερες φορές οι παρακάτω μεταλλάξεις: L100I, E138G, V179F, V179I, Y181C και H221Y.
Διασταυρούμενη αντοχή
Μετά την ιολογική αποτυχία ενός σχήματος που περιέχει ετραβιρίνη, συνιστάται οι ασθενείς να αντιμετωπισθούν με εφαβιρένζη και/ή νεβιραπίνη.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Ενήλικες ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία σε θεραπεία
Βασικές μελέτες Τα δεδομένα αποτελεσματικότητας της ετραβιρίνης στηρίζονται σε δεδομένα 48 εβδομάδων από 2 δοκιμές Φάσης ΙΙΙ, της DUET-1 και DUET-2. Αυτές οι δοκιμές ήταν πανομοιότυπου σχεδιασμού και σε κάθε μία από τις δοκιμές η αποτελεσματικότητα της ετραβιρίνης που παρατηρήθηκε ήταν παρόμοια. Τα αποτελέσματα παρακάτω αποτελούν συγκεντρωτικά δεδομένα από τις δύο δοκιμές.
Χαρακτηριστικά της δοκιμής
- Σχεδιασμός: τυχαιοποιημένη (1:1), διπλά - τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο
- Θεραπεία: Ετραβιρίνη έναντι εικονικού φαρμάκου, επιπλέον θεραπείας υποβάθρου (BR) που περιελάμβανε δαρουναβίρη/ριτοναβίρη (DRV/rtv), επιλεγμένους από τους ερευνητές N(t)RTI και προαιρετική ενφουβιρτίδη (ENF).
- Κύρια κριτήρια εισαγωγής
- Ιικό φορτίο HIV-1 στο πλάσμα > 5.000 HIV-1 RNA αντίγραφα /ml κατά την προκαταρκτική αξιολόγηση
- 1 ή περισσότερες συσχετιζόμενες με ανθεκτικότητα στο NNRTI μεταλλάξεις (RAM) κατά την προκαταρκτική αξιολόγηση ή σε σύγκριση με προηγούμενες αναλύσεις γονοτύπου (δηλαδή, αρχειοθετημένη ανθεκτικότητα)
- 3 ή περισσότερες πρωτογενείς μεταλλάξεις PI κατά την προκαταρκτική αξιολόγηση
- υποβάλλεται σε σταθερό αντιρετροϊικό θεραπευτικό σχήμα επί τουλάχιστον 8 εβδομάδες.
- Διαστρωμάτωση: Η τυχαιοποίηση διαστρωματώθηκε σύμφωνα με την επιδιωκόμενη χρήση του ENF στην ομάδα BR, την προηγούμενη χρήση δαρουναβίρης και το ιικό φορτίο κατά την προκαταρκτική αξιολόγηση.
Ως ιολογική ανταπόκριση ορίσθηκε η επίτευξη επιβεβαιωμένα μη ανιχνεύσιμου ιικού φορτίου (< 50 HIV-1 RNA αντίγραφα /ml).
Περίληψη αποτελεσμάτων αποτελεσματικότητας
Πίνακας 3: Συγκεντρωτικά Δεδομένα 48 εβδομάδων από τις DUET-1 και DUET-2
| Ετραβινίρη + BR (N=599) | Εικονικό φάρμακο + BR (N=604) | Διαφορά στη θεραπεία (CI: 95%) | |
|---|---|---|---|
| Αρχικά χαρακτηριστικά | |||
| Διάμεσα επίπεδα HIV-1 RNA στο πλάσμα | 4,8 log10 αντίγραφα/ml | 4,8 log10 αντίγραφα/ml | |
| Διάμεσος αριθμός CD4 κυττάρων | 99 x 106 κύτταρα/l | 109 x 106 κύτταρα/l | |
| Αποτελέσματα | |||
| Επιβεβαιωμένο μη ανιχνεύσιμο ιικό φορτίο (< 50 HIV-1 RNA αντίγραφα/ml)α n (%) | 363 (60,6%) | 240 (39,7%) | 20,9% (15,3%, 26,4%)δ |
| Συνολικά | |||
| de novo ENF | 109 (71,2%) | 93 (58,5%) | 12,8% (2,3%, 23,2%)ζ |
| Όχι de novo ENF | 254 (57,0%) | 147 (33,0%) | 23,9% (17,6%, 30,3%)ζ |
| < 400 HIV-1 RNA αντίγραφα/mlα n (%) | 428 (71,5%) | 286 (47,4%) | 24,1% (18,7%, 29,5%)δ |
| Μέση μεταβολή από την έναρξη στο HIV-1 RNA log10 (log10 αντίγραφα/ml)β | -2,25 | -1,49 | -0,6 (-0,8, -0,5)γ |
| Μέση μεταβολή από την έναρξη στον αριθμό κυττάρων CD4 (x 106/l)b | +98,2 | +72,9 | 24,4 (10,4, 38,5)γ |
| Κάθε νόσος που οδηγεί σε διάγνωση AIDS και/ή θάνατος n (%) | 35 (5,8%) | 59 (9,8%) | -3,9% (-6,9%, -0,9%)ε |
α Υπολογισμοί σύμφωνα με τον αλγόριθμο TLOVR (TLOVR = Time to Loss of Virologic Response, Χρόνος μέχρι την Απώλεια της Ανταπόκρισης του Ιού). β Άτομα που δεν ολοκλήρωσαν θεωρούνται αποτυχίες (NC = F). γ Οι διαφορές μεταξύ των θεραπειών στηρίζονται στη Μέση Τιμή Ελάχιστων Τετραγώνων (Least Square Means) από μοντέλο ANCOVA, συμπεριλαμβανομένων των παραγόντων διαστρωμάτωσης. Η τιμή P < 0,0001 για τη μέση μείωση στο HIV-1 RNA. Τιμή P = 0,0006 για τη μέση μεταβολή στον αριθμό των κυττάρων CD4. δ Το διάστημα εμπιστοσύνης κυμαίνεται στην παρατηρούμενη διαφορά των ποσοτών ανταπόκρισης. Τιμή P < 0,0001 από το μοντέλο λογιστικής παλινδρόμησης συμπεριλαμβανομένων των παραγόντων διαστρωμάτωσης. ε Το διάστημα εμπιστοσύνης κυμαίνεται στην παρατηρούμενη διαφορά των ποσοτών ανταπόκρισης. Τιμή P = 0,0408. ζ Το διάστημα εμπιστοσύνης κυμαίνεται στην παρατηρούμενη διαφορά των ποσοτών ανταπόκρισης. Τιμή P από τη δοκιμασία CMH που ελέγχει τους παράγοντες στρωματοποίησης = 0,0199 για τους de novo, και < 0,0001 για τους μη de novo.
Δεδομένου ότι υπήρχε μια σημαντική αλληλεπίδραση μεταξύ της θεραπείας και του ENF, η αρχική ανάλυση διεκπεραιώθηκε για 2 ENF στρώματα (ασθενείς που ξαναχρησιμοποιούσαν ή δεν χρησιμοποιούσαν ENF σε σχέση με τους ασθενείς που χρησιμοποιούσαν ENF de novo). Τα αποτελέσματα των 48 εβδομάδων από την αθροιστική ανάλυση των DUET-1 και DUET-2 δείχνουν ότι το σκέλος της ετραβιρίνης ήταν ανώτερο του σκέλους του εικονικού φαρμάκου ανεξάρτητα από το εάν το ENF που χρησιμοποιήθηκε ήταν de novo (p = 0,0199) ή όχι (p < 0,0001). Τα αποτελέσματα αυτής της ανάλυσης (δεδομένα εβδομάδας 48) ανά στρώμα ENF δείχνονται στον πίνακα 3.
Σημαντικά λιγότεροι ασθενείς στο σκέλος της ετραβιρίνης έφτασαν σε ένα κλινικό τελικό σημείο (AIDS-καθοριζόμενη νόσος και/ή θάνατο) σε σύγκριση με το σκέλος του εικονικού φαρμάκου (p = 0,0408).
Μία ανάλυση υποομάδων της ανταπόκρισης του ιού (που ορίζεται ως ιικό φορτίο < 50 HIV-1 RNA αντίγραφα/ml) την εβδομάδα 48 κατά αρχικό ιικό φορτίο και κατά αρχικό αριθμό κυττάρων CD4 (συγκεντρωτικά δεδομένα των DUET) παρουσιάζεται στον πίνακα 4.
Πίνακας 4: Συγκεντρωτικά δεδομένα των DUET-1 και DUET-2
| Υποομάδες | Ποσοστό των ασθενών με HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/ml την εβδομάδα 48 |
|---|---|
| Ετραβιρίνη + BR (N=599) | Εικονικό φάρμακο + BR (N=604) |
| HIV-1 RNA έναρξης | |
| < 30.000 αντίγραφα/ml | 75,8% |
| ≥ 30.000 και < 100.000 αντίγραφα/ml | 61,2% |
| ≥ 100.000 αντίγραφα/ml | 49,1% |
| Αριθμός CD4 έναρξης (x 106/l) | |
| < 50 | 45,1% |
| ≥ 50 και < 200 | 65,4% |
| ≥ 200 και < 350 | 73,9% |
| ≥ 350 | 72,4% |
Σημείωση: Υπολογισμοί σύμφωνα με τον αλγόριθμο TLOVR (TLOVR = Time to Loss of Virologic Response, Χρόνος μέχρι την απώλεια της ανταπόκρισης του ιού)
Αναλύσεις αρχικού γονότυπου ή φαινότυπου και αναλύσεις ιολογικών αποτελεσμάτων Στις DUET-1 και DUET-2, η ύπαρξη κατά την έναρξη 3 ή περισσότερων από τις παρακάτω μεταλλάξεις: V90I, A98G, L100I, K101E, K101P, V106I, V179D, V179F, Y181C, Y181I, Y181V, G190A και G190S, (RAMs ετραβιρίνης) συσχετίσθηκε με μειωμένη ιολογική ανταπόκριση στην ετραβιρίνη (βλέπε πίνακα 5). Οι μεμονωμένες αυτές μεταλλάξεις παρατηρήθηκαν εν τη παρουσία άλλων NNRTI RAM. Ποτέ δεν παρατηρήθηκε μετάλλαξη V179F χωρίς την μετάλλαξη Y181C.
Τα συμπεράσματα αναφορικά με τη σημασία των συγκεκριμένων μεταλλάξεων ή των τύπων των μεταλλάξεων μπορεί να μεταβληθούν με επιπρόσθετα δεδομένα, συνεπώς συνιστάται να συμβουλεύεστε πάντα τα τρέχοντα συστήματα ερμηνείας για την ανάλυση των αποτελεσμάτων της εξέτασης αντοχής.
Πίνακας 5: Ποσοστό ασθενών με < 50 HIV-1 RNA αντίγραφα/ml την εβδομάδα 48 ανά αριθμό RAM που σχετίζονται με την ετραβιρίνη κατά την έναρξη στον πληθυσμό που δεν αποκλείσθηκε εξαιτίας αποτυχίας της θεραπείας αντιμετώπισης του ιού σύμφωνα με τα συγκεντρωτικά δεδομένα των δοκιμών DUET-1 και DUET-2
| Αρχικός αριθμός RAM που σχετίζονται με την Ετραβιρίνη* | |
|---|---|
| Σκέλη ετραβιρίνης (N=549) | |
| Προηγούμενη χρήση / όχι de novo ENF | Όλα τα εύρη: 63,3% (254/401) |
| 0: 74,1% (117/158) | |
| 1: 61,3% (73/119) | |
| 2: 64,1% (41/64) | |
| ≥3: 38,3% (23/60) | |
| Σκέλη εικονικού φαρμάκου (N=569) | Όλα τα εύρη: 37,1% (147/396) |
| Προηγούμενη χρήση / όχι de novo ENF | Όλα τα εύρη: 78,4% (109/139) |
| 0: 91,3% (42/46) | |
| 1: 80,4% (41/51) | |
| 2: 66,7% (18/27) | |
| ≥3: 53,3% (8/15) | |
| Σκέλη εικονικού φαρμάκου (N=569) | Όλα τα εύρη: 64,1% (93/145) |
- RAM που σχετίζονται με το ετραβιρίνη = V90I, A98G, L100I, K101E/P, V106I, V179D/F, Y181C/I/V, G190A/S Σημείωση: όλοι οι ασθενείς στις δοκιμές DUET έλαβαν θεραπευτικό σχήμα υποβάθρου που περιείχε δαρουναβίρη/ rtv, επιλεγμένα από τους ερευνητές NRTI και προαιρετική ενφουβιρτίδη.
Η παρουσία της K103N μόνο, που ήταν η NNRTI μετάλλαξη με τον υψηλότερο επιπολασμό στις δοκιμές DUET-1 και DUET-2 κατά την έναρξη, δεν προσδιορίσθηκε ως μετάλλαξη που συσχετίζεται με αντοχή στην ετραβιρίνη. Επιπλέον, η παρουσία αυτής της μετάλλαξης μόνης δεν επηρέασε την ανταπόκριση στο σκέλος της ετραβιρίνης. Απαιτούνται επιπρόσθετα στοιχεία για να βγουν συμπεράσματα σχετικά με την επίδραση της Κ103Ν όταν συνδέεται με άλλες NNRTI μεταλλάξεις.
Τα δεδομένα από τις δοκιμές DUET υποδεικνύουν ότι η αρχική πολλαπλάσια μεταβολή (fold change-FC) στο EC50 στην ετραβιρίνη ήταν προγνωστικός παράγοντας για την ιολογική ανταπόκριση, με σταδιακά μειούμενες ανταποκρίσεις που παρατηρήθηκαν πάνω από FC 3 και FC 13.
Οι FC υποομάδες βασίζονται στους επιλεγμένους πληθυσμούς ασθενών στις DUET-1 και DUET-2 και δεν θεωρείται ότι αντιπροσωπεύουν καθορισμένα οριακά σημεία κλινικής ευαισθησίας για την ετραβιρίνη.
Διερευνητική σύγκριση των χαρακτηριστικών ένα προς ένα με αναστολέα πρωτεάσης σε ασθενείς που δεν έχουν υποβληθεί σε θεραπεία με αναστολείς πρωτεάσης (δοκιμή TMC125-C227) Η TMC125-C227 ήταν μία ανοικτή διερευνητική, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με δραστικό φάρμακο δοκιμή, η οποία ερεύνησε την αποτελεσματικότητα και ασφάλεια της ετραβιρίνης σε ένα θεραπευτικό σχήμα το οποίο δεν έχει εγκριθεί για την τρέχουσα ένδειξη. Στη μελέτη TMC125-C227, η ετραβιρίνη (N=59) χορηγήθηκε με 2 NRTI που επέλεξαν οι ερευνητές (δηλ. χωρίς PI ενισχυμένο με ριτοναβίρη) και συγκρίθηκε με έναν επιλεγμένο από τους ερευνητές συνδυασμό ενός PI με 2 NRTI (N=57). Ο πληθυσμός της δοκιμής περιελάμβανε ασθενείς που δεν είχαν υποβληθεί σε θεραπεία με PI στο παρελθόν, αλλά είχαν υποβληθεί σε θεραπεία με NNRTI, με δεδομένα ανθεκτικότητας στους NNRTI. Την εβδομάδα 12, η ιολογική ανταπόκριση ήταν υψηλότερη στο σκέλος ελέγχου που ελάμβανε PI (-2,2 log10 αντίγραφα/ml από την έναρξη, n=53) σε σύγκριση με το σκέλος της ετραβιρίνης (-1,4 log10 αντίγραφα/ml από την έναρξη, n=40). Η διαφορά αυτή μεταξύ των θεραπευτικών σκελών ήταν στατιστικά σημαντική.
Με βάση τα αποτελέσματα αυτά των δοκιμών, η ετραβιρίνη δεν συνιστάται για χρήση σε συνδυασμό με N(t)RTI, μόνο σε ασθενείς οι οποίοι έχουν παρουσιάσει ιολογική αποτυχία με θεραπευτικό σχήμα που περιέχει NNRTI και N(t)RTI.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Παιδιατρικοί ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία σε θεραπεία (ηλικίας 6 ετών έως μικρότερης των 18 ετών) Η PIANO είναι μια δοκιμή Φάσης ΙΙ με ένα σκέλος η οποία αξιολόγησε τη φαρμακοκινητική, την ασφάλεια, την ανοχή και την αποτελεσματικότητα της ετραβιρίνης σε 101 παιδιατρικούς ασθενείς με λοίμωξη από τον ιό HIV-1 με προηγούμενη εμπειρία σε αντιρετροϊκή θεραπεία, ηλικίας 6 ετών έως και μικρότερης των 18 ετών και σωματικού βάρους τουλάχιστον 16 κιλών. Στη μελέτη εντάχθηκαν ασθενείς με σταθερό αλλά ιολογικά αποτυχημένο αντιρετροϊκό θεραπευτικό σχήμα, με επιβεβαιωμένο φορτίο HIV-1 RNA στο πλάσμα ≥ 500 αντίγραφα/ml. Ήταν απαραίτητη η ευαισθησία του ιού στην ετραβιρίνη κατά τη διαλογή.
Η διάμεση αρχική τιμή στο πλάσμα HIV-1 RNA ήταν 3,9 log10 αντίγραφα/ml, και ο διάμεσος αρχικός αριθμός κυττάρων CD4 ήταν 385 x 106 κύτταρα/l.
Πίνακας 6: Ιολογικές ανταποκρίσεις (ITT - TLOVR), μεταβολή από την αρχική τιμή σε log10 ιϊκού φορτίου (NC = F), και μεταβολή από την αρχική τιμή σε ποσοστό και αριθμό κυττάρων CD4 (NC = F) την εβδομάδα 24 στη μελέτη TMC125-C213 και τις συγκεντρωτικές μελέτες DUET
| Συγκεντρωτικά | Μελέτη TMC125-C213 | Μελέτη TMC125-C213 | Μελέτη TMC125-C213 | δεδομένα από τις μελέτες DUET |
|---|---|---|---|---|
| Ηλικία κατά την επιλογή | 6 έως < 12 ετών | 12 έως < 18 ετών | 6 έως < 18 ετών | ≥ 18 ετών |
| Ομάδα θεραπείας | ETR (N=60) | ETR (N=41) | ETR (N=101) | ETR (N=599) |
| Ιολογικές παράμετροι | ||||
| Ιικό φορτίο < 50 αντίγραφα/ml την εβδομάδα 24, n (%) | 24 (58,5) | 28 (46,7) | 52 (51,5) | 363 (60,6) |
| Ιικό φορτίο < 400 αντίγραφα/ml την εβδομάδα 24, n (%) | 28 (68,3) | 38 (63,3) | 66 (65,3) | 445 (74,3) |
| ≥ 1 log10 μείωση από την αρχική τιμή την εβδομάδα 24, n (%) | 26 (63,4) | 38 (63,3) | 64 (63,4) | 475 (79,3) |
| Μεταβολή από την αρχική τιμή στο log10 ιικό φορτίο (αντίγραφα/ml) την εβδομάδα 24, μέση (SE) και διάμεση (εύρος) | -1,62 (0,21) (-1,68 (-4,3, 0,9)) | -1,44 (0,17) (-1,68 (-4,0, 0,7)) | -1,51 (0,13) (-1,68 (-4,3, 0,9)) | -2,37 (0,05) (-2,78 (-4,6, 1,4)) |
| Ανοσολογικές παράμετροι | ||||
| Μεταβολή από την αρχική τιμή του αριθμού των κυττάρων CD4 (x 106 κύτταρα/l), μέση (SE) και διάμεση (εύρος) | 125 (33,0) (124 (-410, 718)) | 104 (17,5) (81 (-243, 472)) | 112 (16,9) (108 (-410, 718)) | 83,5 (3,64) (77,5 (-331, 517)) |
| Μεταβολή από την αρχική τιμή στο ποσοστό των CD4, διάμεση (εύρος) | 4% (-9, 20) | 3% (-4, 14) | 4% (-9, 20) | 3% (-7, 23) |
N = αριθμός ατόμων με δεδομένα, n = αριθμός παρατηρήσεων. Την εβδομάδα 48, το 53,5% όλων των παιδιατρικών ασθενών είχε επιβεβαιωμένο μη ανιχνεύσιμο ιικό φορτίο < 50 HIV-1 RNA αντίγραφα/ml σύμφωνα με τον αλγόριθμο TLOVR. Η αναλογία των παιδιατρικών ασθενών με < 400 HIV-1 RNA αντίγραφα/ml ήταν 63,4%. Η μέση μεταβολή στο HIV-1 RNA στο πλάσμα από την αρχική τιμή έως την εβδομάδα 48 ήταν -1,53 log10 αντίγραφα/ml, και η μέση αύξηση του αριθμού των κυττάρων CD4 από την αρχική τιμή ήταν 156 x 106 κύτταρα/l.
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το INTELENCE σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στη λοίμωξη από τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας, σύμφωνα με την απόφαση βάσει του Προγράμματος Παιδιατρικής Έρευνας (ΠΠΕ), στην εγκεκριμένη ένδειξη (βλ. Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
Κύηση και μετά τον τοκετό
Η ετραβιρίνη (200 mg δύο φορές την ημέρα), που αξιολογήθηκε σε συνδυασμό με άλλα αντιρετροϊκά φαρμακευτικά προϊόντα σε μία μελέτη 15 εγκύων γυναικών κατά τη διάρκεια του δεύτερου και του τρίτου τριμήνου της κύησης και μετά τον τοκετό, κατέδειξε ότι η έκθεση στη συνολική ετραβιρίνη ήταν γενικά υψηλότερη κατά τη διάρκεια της κύησης συγκριτικά με μετά τον τοκετό, το οποίο ισχύει λιγότερο για την έκθεση στη μη δεσμευμένη ετραβιρίνη (βλ. Φαρμακοκινητικές). Δεν υπήρξαν νέα κλινικά σημαντικά ευρήματα για την ασφάλεια για τις μητέρες ή τα νεογέννητα σε αυτήν τη μελέτη.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-INTELENCE
expand_more
Φαρμακοκινητική
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της ετραβιρίνης εκτιμήθηκαν σε ενήλικα υγιή άτομα και σε ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς με λοίμωξη HIV-1 οι οποίοι έχουν υποβληθεί σε θεραπεία στο παρελθόν. Η έκθεση στην ετραβιρίνη ήταν χαμηλότερη (35-50%) στους ασθενείς με λοίμωξη HIV-1 από ό,τι στα υγιή άτομα.
Πίνακας 7: Εκτιμήσεις φαρμακοκινητικής πληθυσμού για την ετραβιρίνη 200 mg δύο φορές την ημέρα σε ενήλικες ασθενείς με λοίμωξη από τον HIV-1 (ενσωματωμένα δεδομένα από τις δοκιμές Φάσης ΙΙΙ την εβδομάδα 48)*
| Παράμετρος | Ετραβιρίνη 200 mg δύο φορές την ημέρα |
|---|---|
| N = 575 | |
| AUC12h (ng-h/ml) | |
| Γεωμετρική μέση ± Τυπική απόκλιση | 4,522 ± 4,710 |
| Διάμεση (Εύρος) | 4,380 (458 - 59,084) |
| C0h (ng/ml) | |
| Γεωμετρική μέση ± Τυπική απόκλιση | 297 ± 391 |
| Διάμεση (Εύρος) | 298 (2 - 4,852) |
*Όλοι οι ασθενείς με λοίμωξη από HIV-1 που συμμετείχαν στις κλινικές δοκιμές Φάσης ΙΙΙ έλαβαν δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 600/100 mg δύο φορές την ημέρα ως μέρος της θεραπείας υποβάθρου. Συνεπώς, οι εκτιμήσεις των φαρμακευτικών παραμέτρων που παρουσιάζονται στον πίνακα αντιπροσωπεύουν τις μειώσεις των φαρμακοκινητικών παραμέτρων της ετραβιρίνης λόγω της συγχορήγησης της ετραβιρίνης με δαρουναβίρη/ριτοναβίρη. Σημείωση: Προσαρμοσμένη διάμεση πρωτεϊνική σύνδεση EC50 για τα κύτταρα MT4 που έχουν προσβληθεί από HIV-1/IIIB in vitro = 4 ng/ml.
Απορρόφηση
Σήμερα δεν υπάρχει ενδοφλέβιο σκεύασμα ετραβιρίνης, επομένως η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της ετραβιρίνης δεν είναι γνωστή. Μετά την από του στόματος λήψη με τροφή, η μέγιστη συγκέντρωση της ετραβιρίνης στο πλάσμα επιτυγχάνεται γενικά εντός 4 ωρών.
Σε υγιή άτομα, η απορρόφηση της ετραβιρίνης δεν επηρεάζεται από τη συγχορήγηση από του στόματος ρανιτιδίνης ή ομεπραζόλης, φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία είναι γνωστό ότι αυξάνουν το pH του στομάχου.
Επίδραση της τροφής στην απορρόφηση
Η συστηματική έκθεση (AUC) στην ετραβιρίνη μειώθηκε κατά περίπου 50% όταν η ετραβιρίνη χορηγήθηκε σε συνθήκες νηστείας, σε σύγκριση με τη χορήγηση μετά το γεύμα. Επομένως, το INTELENCE πρέπει να λαμβάνεται μετά από ένα γεύμα.
Κατανομή
Η ετραβιρίνη συνδέεται κατά περίπου 99,9% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, κυρίως με τη λευκωματίνη (99,6%) και την α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη (97,66%-99,02%) in vitro. Η κατανομή της ετραβιρίνης στα διαμερίσματα εκτός του πλάσματος (π.χ. εγκεφαλονωτιαίο υγρό, εκκρίσεις των γεννητικών οργάνων) δεν έχει αξιολογηθεί στον άνθρωπο.
Βιομετασχηματισμός
In vitro πειράματα με μικροσώματα του ανθρώπινου ήπατος (human liver microsomes, HLMs) υποδεικνύουν ότι η ετραβιρίνη υποβάλλεται κυρίως σε οξειδωτικό μεταβολισμό από το σύστημα του ηπατικού κυτοχρώματος CYP450 (CYP3A), και, σε μικρότερο βαθμό, από την οικογένεια του CYP2C, και ακολουθεί γλυκουρονιδίωση.
Αποβολή
Μετά την χορήγηση δόσης ραδιοσημασμένης 14C-ετραβιρίνης, 93,7% και 1,2% της χορηγούμενης δόσης της 14C-ετραβιρίνης ανευρίσκεται στα κόπρανα και στα ούρα, αντιστοίχως. Η αμετάβλητη ετραβιρίνη ήταν το 81,2% έως 86,4% της χορηγούμενης δόσης στα κόπρανα. Η αμετάβλητη ετραβιρίνη στα κόπρανα είναι πιθανόν να είναι μη απορροφώμενο φάρμακο. Αμετάβλητη ετραβιρίνη δεν εντοπίστηκε στα ούρα. Η τελική ημιπερίοδος ζωής αποβολής της ετραβιρίνης ήταν περίπου 30-40 ώρες.
Ειδικοί πληθυσμοί
Παιδιατρικός πληθυσμός (ηλικίας 6 ετών έως μικρότερης των 18 ετών) Η φαρμακοκινητική της ετραβιρίνης σε 101 παιδιατρικούς ασθενείς με λοίμωξη από τον ιό HIV-1 με προηγούμενη εμπειρία σε αντιρετροϊκή θεραπεία, ηλικίας 6 ετών έως και μικρότερης των 18 ετών και σωματικού βάρους τουλάχιστον 16 κιλών, έδειξε ότι οι χορηγούμενες δοσολογίες που βασίστηκαν στο σωματικό βάρος οδήγησαν σε έκθεση στην ετραβιρίνη συγκρίσιμη με αυτή σε ενήλικες που λάμβαναν ετραβιρίνη 200 mg δύο φορές την ημέρα (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές) όταν χορηγήθηκε σε δόση που αντιστοιχούσε σε 5,2 mg/kg δύο φορές την ημέρα. Οι εκτιμήσεις για τη φαρμακοκινητική πληθυσμού της ετραβιρίνης AUC12h και C0h συνοψίζονται στον πίνακα που ακολουθεί.
Πίνακας 8: Εκτιμήσεις φαρμακοκινητικής πληθυσμού για την ετραβιρίνη (με συνδυασμό όλων των δόσεων) σε παιδιατρικούς ασθενείς με λοίμωξη από τον ιό HIV-1 με προηγούμενη εμπειρία σε αντιρετροϊκή θεραπεία, ηλικίας 6 ετών έως και μικρότερης των 18 ετών (ανάλυση 48 εβδομάδων μελέτης PIANO)
| Παράμετρος | Ετραβιρίνη |
|---|---|
| N = 101 | |
| AUC12h (ng-h/ml) | |
| Γεωμετρική μέση ± Τυπική απόκλιση | 3,729 ± 4,305 |
| Διάμεση (εύρος) | 4,560 (62 - 28,865) |
| C0h (ng/ml) | |
| Γεωμετρική μέση ± Τυπική απόκλιση | 205 ± 342 |
| Διάμεση (εύρος) | 287 (2 - 2,276) |
Παιδιατρικός πληθυσμός (ηλικίας μικρότερης των 6 ετών) Η φαρμακοκινητική της ετραβιρίνης σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας μικρότερης των 6 ετών βρίσκεται υπό έρευνα. Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα επί του παρόντος για να συσταθεί μία δόση σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας μικρότερης των 6 ετών ή σωματικού βάρους μικρότερου των 16 κιλών (βλ. Δοσολογία).
Ηλικιωμένοι Ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού σε ασθενείς με λοίμωξη HIV έδειξε ότι η φαρμακοκινητική της ετραβιρίνης δεν διαφέρει σημαντικά στο ηλικιακό εύρος (18 έως 77 έτη) που αξιολογήθηκε, σε 6 ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Φύλο Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές φαρμακοκινητικές διαφορές μεταξύ των ανδρών και των γυναικών. Περιορισμένος αριθμός γυναικών εισήχθησαν στις μελέτες.
Φυλή Ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού της ετραβιρίνης σε ασθενείς με λοίμωξη HIV δεν έδειξε εμφανή διαφορά στην έκθεση στην ετραβιρίνη μεταξύ Καυκάσιων, Λατίνων και Μαύρων ασθενών. Η φαρμακοκινητική σε άλλες φυλές δεν έχει αξιολογηθεί επαρκώς.
Ηπατική δυσλειτουργία Η ετραβιρίνη μεταβολίζεται και αποβάλλεται κυρίως μέσω του ήπατος. Σε μια μελέτη σύγκρισης 8 ασθενών με ήπια (σταδίου Α κατά Child-Pugh) ηπατική δυσλειτουργία σε 8 μάρτυρες με πανομοιότυπα χαρακτηριστικά και 8 ασθενείς με μέτρια (σταδίου Β κατά Child-Pugh) ηπατική δυσλειτουργία έναντι 8 μαρτύρων με πανομοιότυπα χαρακτηριστικά, η φαρμακοκινητική της ετραβιρίνης δεν μεταβλήθηκε σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Ωστόσο, οι μη δεσμευμένες συγκεντρώσεις δεν έχουν αξιολογηθεί. Μπορεί να αναμένεται αυξημένη μη δεσμευμένη έκθεση. Δεν προτείνεται προσαρμογή της δοσολογίας, αλλά χρειάζεται προσοχή σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Το INTELENCE δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (σταδίου C κατά Child-Pugh) και για το λόγο αυτό δεν συνιστάται (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ταυτόχρονη λοίμωξη από ιό ηπατίτιδας B και/ή ηπατίτιδας C Ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού στις δοκιμές DUET-1 και DUET-2 έδειξε μειωμένη (που οδηγεί δυνητικά σε αυξημένη έκθεση και μεταβολή του προφίλ ασφαλείας) κάθαρση της ετραβιρίνης σε ασθενείς με λοίμωξη HIV-1 και ταυτόχρονη λοίμωξη ηπατίτιδας Β και/ή ηπατίτιδας C. Έχοντας υπόψη τα περιορισμένα διαθέσιμα δεδομένα σε ασθενείς με ταυτόχρονη λοίμωξη ηπατίτιδας Β και/ή ηπατίτιδας C, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή όταν το INTELENCE χρησιμοποιείται σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Νεφρική δυσλειτουργία Η φαρμακοκινητική της ετραβιρίνης δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Τα αποτελέσματα από μελέτη ισορροπίας μάζας με ραδιοσημασμένη 14C-ετραβιρίνη έδειξαν ότι το < 1,2% της χορηγούμενης δόσης της ετραβιρίνης απεκκρίνεται δια των ούρων. Δεν εντοπίσθηκε αμετάβλητο φάρμακο στα ούρα, επομένως η επίδραση της νεφρικής δυσλειτουργίας στην απομάκρυνση της ετραβιρίνης αναμένεται να είναι ελάχιστη. Καθώς η ετραβιρίνη συνδέεται σε υψηλό βαθμό με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, δεν είναι πιθανόν να απομακρύνεται σημαντικά μέσω της αιμοδιύλισης ή της περιτοναϊκής διύλισης (βλ. Δοσολογία).
Κύηση και μετά τον τοκετό Η μελέτη TMC114HIV3015 αξιολόγησε την ετραβιρίνη 200 mg δύο φορές την ημέρα σε συνδυασμό με άλλα αντιρετροϊκά φαρμακευτικά προϊόντα σε 15 έγκυες γυναίκες κατά τη διάρκεια του δεύτερου και του τρίτου τριμήνου της κύησης και μετά τον τοκετό. Η συνολική έκθεση στην ετραβιρίνη μετά την πρόσληψη ετραβιρίνης 200 mg δύο φορές την ημέρα ως μέρος ενός αντιρετροϊκού σχήματος ήταν γενικά υψηλότερη κατά τη διάρκεια της κύησης συγκριτικά με μετά τον τοκετό (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Οι διαφορές ήταν λιγότερο έντονες για την έκθεση στη μη δεσμευμένη ετραβιρίνη.
Σε γυναίκες που έλαβαν ετραβιρίνη 200 mg δύο φορές την ημέρα, παρατηρήθηκαν υψηλότερες μέσες τιμές για Cmax, AUC12h και Cmin κατά τη διάρκεια της κύησης συγκριτικά με μετά τον τοκετό. Κατά τη διάρκεια του 2ου και 3ου τριμήνου της κύησης οι μέσες τιμές αυτών των παραμέτρων ήταν συγκρίσιμες.
Πίνακας 9: Φαρμακοκινητικά αποτελέσματα της ολικής ετραβιρίνης μετά από χορήγηση 200 mg ετραβιρίνης δύο φορές την ημέρα ως μέρος ενός αντιρετροϊκού σχήματος, κατά τη διάρκεια του 2ου τριμήνου της κύησης, του 3ου τριμήνου της κύησης, και μετά τον τοκετό.
| Φαρμακοκινητική της ετραβιρίνης (Μέση τιμή ± SD (διάμεση τιμή)) | Ετραβιρίνη 200 mg δύο φορές την ημέρα 2ο τρίμηνο (N = 10) | Ετραβιρίνη 200 mg δύο φορές την ημέρα 3ο τρίμηνο (N = 13) | Ετραβιρίνη 200 mg δύο φορές την ημέρα μετά τον τοκετό (N = 10α) |
|---|---|---|---|
| Cmin, ng/mL | 269 ± 182 (284) | 383 ± 210 (346) | 349 ± 103 (371) |
| Cmax, ng/mL | 569 ± 261 (528) | 774 ± 300 (828) | 785 ± 238 (694) |
| AUC12h, h*ng/mL | 5.004 ± 2.521 (5.246) | 6.617 ± 2.766 (6.836) | 6.846 ± 1.482 (6.028) |
α n = 9 για AUC12h Τα στοιχεία κάθε ατόμου χρησιμοποιήθηκαν ως βάση σύγκρισης, και μαζί με μία σύγκριση μεταξύ των ατόμων, οι συνολικές τιμές Cmin, Cmax και AUC12h ετραβιρίνης ήταν κατά 1,2, 1,4 και 1,4 πολλαπλάσια υψηλότερες, αντίστοιχα, κατά τη διάρκεια του 2ου τριμήνου της κύησης συγκριτικά με μετά τον τοκετό, και 1,1, 1,4 και 1,2 πολλαπλάσια υψηλότερες, αντίστοιχα, με βάση κατά τη διάρκεια του 3ου τριμήνου της κύησης συγκριτικά με μετά τον τοκετό.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Κλινικές μελέτες δεν έδειξαν παράταση του διαστήματος QT στα ηλεκτροκαρδιογραφήματα μετά από 8 ημέρες χορήγησης.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η ετραβιρίνη ασκεί τη δράση της μέσω άμεσης αναστολής του ενζύμου αντίστροφη μετασοκράσηση του ιού της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας τύπου 1 (HIV-1). Συνδέεται άμεσα με την αντίστροφη μετασοκράσηση και, κατά συνέπεια, αναστέλλει την πολυμερική δραστηριότητα που εξαρτάται από το DNA και το RNA. Η ετραβιρίνη δεν αναστέλλει την ανθρώπινη DNA πολυμεράση άλφα, βήτα ή γάμμα.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η μέγιστη από του στόματος απορρόφηση επιτυγχάνεται σε 2.5-4 ώρες. Η απορρόφηση δεν επηρεάζεται από τη συνδυασμένη χρήση ρανιτιδίνης ή ομεπραζόλης από του στόματος, οι οποίες μειώνουν την γαστρική οξύτητα. Η χορήγηση υπό νηστεία είχε ως αποτέλεσμα μείωση κατά σχεδόν 50% στην συστημική έκθεση (AUC) σε σύγκριση με τη χορήγηση μετά από γεύμα.
Μετά από δόση 800 mg ραδιοσημασμένης ετραβιρίνης, διαπιστώθηκε ότι το 93,7% απεκκρίνεται μέσω κοπράνων, με το 81,2% - 86,4% να απεκκρίνεται αμετάβλητο. Το 1,2% της δόσης απεκκρίθηκε νεφρικά, μεταλλαγμένο. Η ετραβιρίνη είναι διηθήσιμη (αιμοδιήθηση).
Η κατανομή της ετραβιρίνης σε διαμερίσματα εκτός του πλάσματος δεν έχει αξιολογηθεί σε ανθρώπους.
Η νεφρική κάθαρση της ετραβιρίνης είναι αμελητέα (<1,2%), επομένως δεν απαιτούνται προσαρμογές δόσης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Η κάθαρση μειώνεται σε ασθενείς με Ηπατίτιδα Β ή/και συν-λοίμωξη, ωστόσο, το προφίλ ασφάλειας της ετραβιρίνης δεν απαιτεί προσαρμογές δοσολογίας.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η σύνδεση με πρωτεΐνες πλάσματος είναι περίπου 99,9% in vitro. In vitro, το 99,6% συνδέεται με αλβουμίνη και το 97,66% - 99,02% συνδέεται με 1-άλφα γλυκοπρωτεΐνη.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Μεταβολίζεται (in vitro) από ηπατικά ένζυμα CYP450: CYP3A4, CYP2C9, CYP2C19. Οι κύριοι μεταβολίτες που σχηματίζονται από μεθυλο-υδροξυλίωση του διμεθυλο-βενζονιτριλίου διατήρησαν λιγότερο από το 90% της δραστηριότητας της ετραβιρίνης.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Χρόνος ημίσειας ζωής 9,05-41 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Αναστολείς αντίστροφης μετασοκράσησης (RNA-DIRECTED DNA POLYMERASE), ένα ένζυμο που συνθέτει DNA σε ένα πρότυπο RNA.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
0C50HW4FO1
ETRAVIRINE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Μη-Νουκλεοσιδικός Αναλόγος Αντιστρόφου Μετασοκράστη για τον Ιό της Ανθρώπινης Ανοσοανεπάρκειας 1
Μη-Νουκλεοσιδικός Αναλόγος [EXT]
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Μη-Νουκλεοσιδικοί Αναστολείς Αντίστροφης Μετασοκράστη
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Επαγωγείς του Cytochrome P450 3A
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς του Cytochrome P450 2C9
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς του Cytochrome P450 2C19
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς της P-Γλυκοπρωτεΐνης
Η ετραβιρίνη είναι ένας Μη-Νουκλεοσιδικός Αναλόγος Αντιστρόφου Μετασοκράστη για τον Ιό της Ανθρώπινης Ανοσοανεπάρκειας 1. Ο μηχανισμός δράσης της ετραβιρίνης είναι ως Μη-Νουκλεοσιδικός Αναστολέας Αντίστροφης Μετασοκράστη, και Επαγωγέας του Cytochrome P450 3A, και Αναστολέας του Cytochrome P450 2C9, και Αναστολέας του Cytochrome P450 2C19, και Αναστολέας της P-Γλυκοπρωτεΐνης.
ETRAVIRINE
Επαγωγείς του Cytochrome P450 3A [MoA]; Αναστολείς του Cytochrome P450 2C9 [MoA]; Μη-Νουκλεοσιδικός Αναλόγος Αντιστρόφου Μετασοκράστη για τον Ιό της Ανθρώπινης Ανοσοανεπάρκειας 1 [EPC]; Αναστολείς του Cytochrome P450 2C19 [MoA]; Αναστολείς της P-Γλυκοπρωτεΐνης [MoA]; Μη-Νουκλεοσιδικός Αναλόγος [EXT]; Μη-Νουκλεοσιδικοί Αναστολείς Αντίστροφης Μετασοκράστη [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Αναστολείς αντίστροφης μετασοκράσησης (RNA-DIRECTED DNA POLYMERASE), ένα ένζυμο που συνθέτει DNA σε ένα πρότυπο RNA.