Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ J05AF05 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

LAMIVUDINE

Λαμιβουδίνη

H ακυκλοβίρη και η πενσυκλοβίρη αναστέλλουν την σύνθεση του DNA των ερπητοϊών, εφόσον φωσφορυλιωθούν.

Chemical structure of LAMIVUDINE

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Επιμελημένο
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Προϊόν EPIVIR: Βλ. Αβακαβίρη. Προϊόν ZEFFIX: Χρόνια ηπατίτιδα Β σε ενήλικες με αντιρροπούμενη ηπατοπάθεια και ένδειξη ενεργού αναπαραγωγής του ιού, συνεχώς αυξημένα επίπεδα ΑLT και ιστολογική ένδειξη ενεργού ηπατικής φλεγμονής και/ή ίνωση και μη…
medication
SPC-EPIVIR

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Από του στόματος
Χορήγηση:
πριν ή μετά το φαγητό, μία φορά την ημέρα, δύο φορές την ημέρα
Δόση έναρξης:
300 mg την ημέρα
  • Ενήλικοι, έφηβοι και παιδιά (βάρους τουλάχιστον 25 kg)
    Δόση300 mg την ημέρα
    Μπορεί να χορηγηθεί ως 150 mg δύο φορές την ημέρα ή 300 mg μία φορά την ημέρα. Το δισκίο των 300 mg είναι κατάλληλο μόνο για το σχήμα άπαξ ημερησίως.
  • Παιδιά βάρους ≥ 20 kg έως <25 kg
    Δόση225 mg την ημέρα
    Μπορεί να χορηγηθεί ως 75 mg (μισό δισκίο των 150 mg) το πρωί και 150 mg (ένα ολόκληρο δισκίο των 150 mg) το βράδυ, ή ως 225 mg (ενάμισι δισκίο των 150 mg) μία φορά την ημέρα.
  • Παιδιά βάρους 14 έως <20 kg
    Δόση150 mg την ημέρα
    Μπορεί να χορηγηθεί ως 75 mg (μισό δισκίο των 150 mg) δύο φορές την ημέρα, ή ως 150 mg (ένα ολόκληρο δισκίο των 150 mg) μία φορά την ημέρα.
  • Παιδιά ηλικίας 3 μηνών και άνω (με βάρος όπου το δισκίο 300mg δεν είναι κατάλληλο)
    Συνιστάται η χρήση του διχοτομούμενου δισκίου Epivir των 150 mg και να ακολουθούνται οι αντίστοιχες συνιστώμενες δοσολογικές οδηγίες.
  • Παιδιά ηλικίας μικρότερης των τριών μηνών
    Τα περιορισμένα διαθέσιμα στοιχεία είναι ανεπαρκή για να προταθεί ειδική δοσολογία.
  • Ηλικιωμένοι
    Δεν διατίθενται ειδικά δεδομένα. Συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή λόγω των σχετιζόμενων με την ηλικία μεταβολών όπως η έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας και η μεταβολή των αιματολογικών παραμέτρων.
  • Ενήλικοι, έφηβοι και παιδιά (βάρους τουλάχιστον 25 kg) με νεφρική ανεπάρκεια
    Ρύθμιση δοσολογίας με βάση την κάθαρση κρεατινίνης. Χρήση πόσιμου διαλύματος για Κάθαρση κρεατινίνης <30 ml/λεπτό.
  • Παιδιά ηλικίας τουλάχιστον 3 μηνών και βάρους μικρότερου των 25 kg με νεφρική ανεπάρκεια
    Η δοσολογία να μειώνεται αναλογικά με την κάθαρση κρεατινίνης όπως στους ενήλικες. Το πόσιμο διάλυμα Epivir 10 mg/mL μπορεί να είναι η πιο κατάλληλη φαρμακοτεχνική μορφή.
  • Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια
    Δεν είναι απαραίτητη η ρύθμιση της δοσολογίας, εκτός εάν συνοδεύεται από νεφρική ανεπάρκεια.
block
SPC-EPIVIR

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
warning
SPC-EPIVIR

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Μετάδοση του ιού με σεξουαλική επαφή
    Θα πρέπει να λαμβάνονται προφυλάξεις σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες.
  • Μονοθεραπεία
    Προσοχή
    Δεν συνιστάται η χρήση του Epivir για μονοθεραπεία.
  • Νεφρική ανεπάρκεια
    Προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με μέτρια - σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια
    Η δόση θα πρέπει να ρυθμίζεται (βλ. Δοσολογία).
  • Θεραπεία τριπλών νουκλεοσιδίων
    Προσοχή
    Υπάρχουν αναφορές για υψηλής συχνότητας ιολογικής αποτυχίας και εμφάνιση αντοχής σε πρώιμο στάδιο, όταν η λαμιβουδίνη συνδυάστηκε με δισοπροξιλική φουμαρική τενοφοβίρη και αβακαβίρη καθώς και με δισοπροξιλική φουμαρική τενοφοβίρη και διδανοσίνη σαν σχήμα χορηγούμενο μία φορά την ημέρα. Να αποφεύγονται οι συγκεκριμένοι συνδυασμοί.
  • Ευκαιριακές λοιμώξεις
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν το Epivir ή οποιαδήποτε άλλη αντιρετροϊική θεραπεία
    Θα πρέπει να συνεχίσουν να παρακολουθούνται κλινικά από ιατρούς με εμπειρία στη θεραπεία ασθενών με νόσους που συσχετίζονται με την ΗΙV λοίμωξη.
  • Παγκρεατίτιδα
    Προσοχή
    Η θεραπεία με το Εpivir θα πρέπει να διακοπεί αμέσως αν τα κλινικά σημεία, συμπτώματα ή εργαστηριακές εξετάσεις υποδηλώνουν την ύπαρξη παγκρεατίτιδας.
  • Μιτοχονδριακή δυσλειτουργία μετά από έκθεση in utero
    Προσοχή
    Πληθυσμόςπαιδί που εκτέθηκε in utero σε νουκλεοσ(τ)ιδικά ανάλογα και παρουσιάζει σοβαρά κλινικά ευρήματα αγνώστου αιτιολογίας, ιδίως νευρολογικά ευρήματα
    Τα ευρήματα αυτά θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.
  • Σωματικό βάρος και μεταβολικές παράμετροι
    Οι διαταραχές των λιπιδίων θα πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως ενδείκνυται κλινικά.
  • Σύνδρομο Ανοσολογικής Αποκατάστασης
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςHIV οροθετικούς ασθενείς με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια
    Θα πρέπει να εκτιμώνται οποιαδήποτε φλεγμονώδη συμπτώματα και να ορίζεται θεραπεία όταν απαιτείται.
  • Ηπατική νόσος (συνλοίμωξη με HBV)
    Προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με ταυτόχρονη λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας Β
    Εάν το Epivir διακοπεί, συνιστάται περιοδικός έλεγχος τόσο της ηπατικής λειτουργίας όσο και των δεικτών πολλαπλασιασμού του HBV.
  • Ηπατική νόσος (προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία)
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία περιλαμβανομένης της χρόνιας ενεργούς ηπατίτιδας
    Θα πρέπει να παρακολουθούνται σύμφωνα με την κοινή πρακτική. Εάν υπάρχει ένδειξη επιδείνωσης της ηπατικής νόσου, πρέπει να εξετασθεί η παροδική ή οριστική διακοπή της θεραπείας (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (αποτελεσματικότητα)
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΠαιδιά
    Όποτε είναι εφικτό, στα παιδιά θα πρέπει να προτιμάται η χρήση του Epivir στη φαρμακοτεχνική μορφή του δισκίου.
  • Οστεονέκρωση
    Προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με προχωρημένη λοίμωξη HIV και /ή μακράς διάρκειας έκθεση σε συνδυασμό αντιρετροϊκής θεραπείας (CART)
    Οι ασθενείς θα πρέπει να ζητούν ιατρική συμβουλή εάν παρουσιάζουν ενοχλήσεις και άλγος στις αρθρώσεις, δυσκαμψία άρθρωσης ή δυσκολία στην κίνηση.
  • Φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις (με λαμιβουδίνη ή εμτρισιταβίνη)
    Αντένδειξη
    Το Epivir δεν πρέπει να λαμβάνεται με οποιοδήποτε άλλο φαρμακευτικό προϊόν που περιέχει λαμιβουδίνη ή φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν εμτρισιταβίνη (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
  • Φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις (με κλαδριβίνη)
    Αποφεύγεται
    Ο συνδυασμός λαμιβουδίνης με κλαδριβίνη δεν συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
swap_horiz
SPC-EPIVIR

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Τριμεθοπρίμη/σουλφαμεθοξαζόλη (κοτριμοξαζόλη)
    προσοχή
    Αύξηση 40% στην έκθεση σε λαμιβουδίνη λόγω της τριμεθοπρίμης. Η λαμιβουδίνη δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική τους.
    ΣύστασηΔεν απαιτείται ρύθμιση δοσολογίας εκτός αν υπάρχει νεφρική ανεπάρκεια. Κλινική παρακολούθηση. Αποφεύγεται η παράλληλη χορήγηση υψηλών δόσεων κοτριμοξαζόλης για PCP και τοξοπλάσμωση.
  • Φάρμακα που απεκκρίνονται μέσω του οργανικού κατιονικού συστήματος μεταφοράς (π.χ. τριμεθοπρίμη, ρανιτιδίνη, σιμετιδίνη)
    προσοχή
    Πιθανότητα αλληλεπίδρασης. Ρανιτιδίνη και σιμετιδίνη δεν έχουν δείξει αλληλεπίδραση.
  • αμελητέα
    Μικρή αύξηση της Cmax της ζιδοβουδίνης (28%). Η ολική έκθεση (AUC) δεν μεταβάλλεται σημαντικά. Η ζιδοβουδίνη δεν επηρεάζει τη λαμιβουδίνη.
    ΣύστασηΔεν χρειάζεται δοσολογική ρύθμιση.
  • Άλλα ανάλογα της κυτιδίνης (π.χ. εμτρισιταβίνη)
    αντένδειξη
    Λόγω ομοιοτήτων.
    ΣύστασηΔεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα.
  • Άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν λαμιβουδίνη
    αντένδειξη
    Λόγω ομοιοτήτων.
    ΣύστασηΔεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα.
  • προσοχή
    Αναστέλλει την ενδοκυττάρια φωσφορυλίωση της κλαδριβίνης, με κίνδυνο απώλειας αποτελεσματικότητας.
    ΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση.
  • Φάρμακα που μεταβολίζονται από το σύστημα CYP3A (π.χ. αναστολείς πρωτεάσης)
    αμελητέα
    Η λαμιβουδίνη δεν μεταβολίζεται από το CYP3A.
    ΣύστασηΑπίθανη αλληλεπίδραση.
  • Διάλυμα σορβιτόλης ή άλλες πολυαλκοόλες, μονοσακχαριδικές αλκοόλες οσμωτικής δράσης (π.χ. ξυλιτόλη, μαννιτόλη, λακτιτόλη, μαλτιτόλη)
    προσοχή
    Δοσοεξαρτώμενες μειώσεις στην έκθεση στη λαμιβουδίνη (AUC) και στη Cmax.
    ΣύστασηΝα αποφεύγεται η μακροχρόνια συγχορήγηση. Εάν αναπόφευκτη, να παρακολουθείται συχνότερα το ιικό φορτίο του HIV-1.
sick
SPC-EPIVIR

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Αίμα
  • Ουδετεροπενία
  • Αναιμία
  • Θρομβοπενία
  • Αμιγής απλασία ερυθράς σειράς
Μεταβολισμός
  • Γαλακτική οξέωση
  • Αύξηση σωματικού βάρους
  • Αύξηση επιπέδων λιπιδίων αίματος
  • Αύξηση επιπέδων γλυκόζης αίματος
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Περιφερική νευροπάθεια
  • Παραισθησία
Ψυχιατρικές
  • Αϋπνία
Αναπνευστικό
  • Βήχας
  • Ρινικά συμπτώματα
Γαστρεντερικό
  • Ναυτία
  • Έμετος
  • Κοιλιακό άλγος
  • Διάρροια
  • Παγκρεατίτιδα
Μυοσκελετικό
  • Κράμπες
  • Αρθραλγία
  • Μυϊκές ανωμαλίες
  • Ραβδομυόλυση
  • Οστεονέκρωση
Εργαστηριακές
  • Αύξηση αμυλάσης ορού
  • Παροδικές αυξήσεις των ηπατικών ενζύμων
Ήπαρ
  • Ηπατίτιδα
Δέρμα
  • Εξάνθημα
  • Αλωπεκία
  • Αγγειοοίδημα
Γενικές
  • Αίσθημα κόπωσης
  • Αδιαθεσία
  • Πυρετός
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • Φλεγμονώδης αντίδραση σε ευκαιριακά παθογόνα (σύνδρομο ανοσολογικής αποκατάστασης)
  • Αυτοάνοσες διαταραχές (όπως νόσος Graves και αυτοάνοση ηπατίτιδα) στα πλαίσια συνδρόμου ανοσολογικής αποκατάστασης
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Αίσθημα κόπωσης
    Γενικές
    Συχνές
  • Αδιαθεσία
    Γενικές
    Συχνές
  • Αλωπεκία
    Δέρμα
    Συχνές
  • Αρθραλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Βήχας
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Κράμπες
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Μυϊκές ανωμαλίες
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Πυρετός
    Γενικές
    Συχνές
  • Ρινικά συμπτώματα
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Αναιμία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Θρομβοπενία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Ουδετεροπενία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Παροδικές αυξήσεις των ηπατικών ενζύμων
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αγγειοοίδημα
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Αύξηση αμυλάσης ορού
    Εργαστηριακές
    Σπάνιες
  • Ηπατίτιδα
    Ήπαρ
    Σπάνιες
  • Παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Ραβδομυόλυση
    Μυοσκελετικό
    Σπάνιες
  • Αμιγής απλασία ερυθράς σειράς
    Αίμα
    Πολύ σπάνιες
  • Γαλακτική οξέωση
    Μεταβολισμός
    Πολύ σπάνιες
  • Παραισθησία
    Νευρικό
    Πολύ σπάνιες
  • Περιφερική νευροπάθεια
    Νευρικό
    Πολύ σπάνιες
  • Αυτοάνοσες διαταραχές (όπως νόσος Graves και αυτοάνοση ηπατίτιδα) στα πλαίσια συνδρόμου ανοσολογικής αποκατάστασης
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Μη γνωστές
  • Αύξηση επιπέδων γλυκόζης αίματος
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Αύξηση επιπέδων λιπιδίων αίματος
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Αύξηση σωματικού βάρους
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Οστεονέκρωση
    Μυοσκελετικό
    Μη γνωστές
  • Φλεγμονώδης αντίδραση σε ευκαιριακά παθογόνα (σύνδρομο ανοσολογικής αποκατάστασης)
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Μη γνωστές
pregnant_woman
SPC-EPIVIR

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή expand_more
  • Κύηση
    Το Epivir μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εάν κρίνεται κλινικά απαραίτητο. Δεν είναι πιθανός ο κίνδυνος δυσπλασίας στον άνθρωπο. Σε συλλοίμωξη με ηπατίτιδα, να αξιολογείται η πιθανότητα επανεμφάνισης της ηπατίτιδας εάν διακοπεί η λαμιβουδίνη. Υπάρχουν αναφορές δυσλειτουργίας των μιτοχονδρίων σε βρέφη που εκτέθηκαν σε νουκλεοσιδικά ανάλογα.
    Μελέτες σε ζώα έδειξαν αύξηση των πρώιμων εμβρυϊκών θανάτων σε κουνέλια. Η λαμιβουδίνη μεταφέρεται μέσω του πλακούντα. Περισσότερες από 1000 εκβάσεις μετά από έκθεση στο πρώτο τρίμηνο και περισσότερες από 1000 εκβάσεις μετά από έκθεση στο δεύτερο και τρίτο τρίμηνο σε έγκυες γυναίκες υποδηλώνουν απουσία δυσπλασίας και εμβρυϊκής/νεογνικής επίδρασης.
  • Θηλασμός
    Συνιστάται οι γυναίκες που έχουν μολυνθεί από τον ΗΙV να μη θηλάζουν τα βρέφη τους σε καμία περίπτωση, προκειμένου να αποφευχθεί η μετάδοση της ΗΙV λοίμωξης.
    Η λαμιβουδίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα σε παρόμοιες συγκεντρώσεις με εκείνες του ορού. Συγκεντρώσεις σε θηλάζοντα νεογνά είναι πολύ χαμηλές (< 4% των συγκεντρώσεων ορού των μητέρων) και μειώνονται σε μη ανιχνεύσιμα επίπεδα μέχρι 24 εβδομάδες. Δεν υπάρχουν δεδομένα ασφάλειας για βρέφη < 3 μηνών.
  • Γονιμότητα
    Δεν έχει επιδράσεις στη γονιμότητα.
    Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει ότι η λαμιβουδίνη δεν έχει επιδράσεις στη γονιμότητα.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Η λαμιβουδίνη είναι ένα συνθετικό ανάλογο νουκλεοσιδίου και φωσφορυλιώνεται ενδοκυτταρίως στον ενεργό μεταβολίτη 5’-τριφωσφορικό, την λαμιβουδίνη τριφωσφορική (L-TP). Αυτό το ανάλογο νουκλεοσιδίου ενσωματώνεται στο ιικό DNA από την ανάστροφη μεταγραφάση του…
monitor_heart
SPC-EPIVIR

Φαρμακοδυναμική

expand_more

Μηχανισμός δράσης Η λαμιβουδίνη είναι ένα νουκλεοσιδικό ανάλογο με δράση έναντι του ανθρώπινου ιού της ανοσοανεπάρκειας (HIV) και του ιού της ηπατίτιδας Β (HBV). Μεταβολίζεται ενδοκυττάρια προς το ενεργό τμήμα **5’ - τριφωσφορική…

biotech
SPC-EPIVIR

Φαρμακοκινητική

expand_more

Απορρόφηση Η λαμιβουδίνη απορροφάται ικανοποιητικά από το γαστρεντερικό σωλήνα και η βιοδιαθεσιμότητα της λαμιβουδίνης όταν χορηγείται από το στόμα στους ενήλικους κυμαίνεται μεταξύ 80 και 85%. Μετά τη χορήγηση από το στόμα, ο μέσος χρόνος (tmax) για…

hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Ο μεταβολισμός της λαμιβουδίνης αποτελεί δευτερεύουσα οδό αποβολής. Στον άνθρωπο, το μοναδικό γνωστό μεταβολίτη της λαμιβουδίνης είναι ο μεταβολίτης trans-sulfoxide. Αυτός ο βιομετασχηματισμός καταλύεται από σουλφοτρανσφεράσες.
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Νεφρά

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Ηπατική λειτουργία gastroenterologyΗπατική λειτουργία περιοδικός Διακοπή Epivir σε ασθενείς με λοίμωξη από ιό ηπατίτιδας Β
σύμφωνα με την κοινή πρακτική Προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία (χρόνια ενεργός ηπατίτιδα)
Γλυκόζη αίματος glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης Κατά τη διάρκεια της αντιρετροϊικής θεραπείας
Λιπίδια αίματος monitoringΛιπιδαιμικός έλεγχος Κατά τη διάρκεια της αντιρετροϊικής θεραπείας
Δείκτες πολλαπλασιασμού HBV coronavirusΛοιμώξεις & ιολογικός έλεγχος περιοδικός Διακοπή Epivir σε ασθενείς με λοίμωξη από ιό ηπατίτιδας Β
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-EPIVIR
expand_more

Η αρχική χορήγηση του φαρμάκου θα πρέπει να γίνεται από ιατρό έμπειρο στην αντιμετώπιση της HIV λοίμωξης. Το Epivir μπορεί να χορηγείται πριν ή μετά το φαγητό. Για να διασφαλισθεί η χορήγηση ολόκληρης της δόσης, το(α) δισκίο(α) πρέπει ιδανικά να καταπίνεται(ονται) χωρίς να θρυμματισθεί(ούν). Εναλλακτικά, για ασθενείς που δεν μπορούν να καταπιούν δισκία, το(α) δισκίο(α) μπορεί(ούν) να θρυμματισθεί(ούν) και να προστεθεί(ούν) σε μικρή ποσότητα ημιστερεάς τροφής ή υγρού, που πρέπει να καταπίνεται ολόκληρη αμέσως. Το Epivir διατίθεται επίσης ως πόσιμο διάλυμα για παιδιά ηλικίας άνω των τριών μηνών που ζυγίζουν λιγότερο από 14 kg ή για ασθενείς που δεν μπορούν να καταπιούν δισκία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Οι ασθενείς που αλλάζουν μεταξύ πόσιμου διαλύματος λαμιβουδίνης και δισκίων λαμιβουδίνης πρέπει να ακολουθούν τις συστάσεις δοσολογίας που είναι ειδικές για τη φαρμακοτεχνική μορφή (βλ. Φαρμακοκινητικές).

Ενήλικοι, έφηβοι και παιδιά (βάρους τουλάχιστον 25 kg):

Η συνιστώμενη δόση του Epivir είναι 300 mg την ημέρα. Η δόση αυτή μπορεί να χορηγηθεί είτε 150 mg δύο φορές την ημέρα είτε 300 mg μία φορά την ημέρα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Το δισκίο των 300 mg είναι κατάλληλο μόνο για το σχήμα άπαξ ημερησίως.

Παιδιά (βάρους μικρότερου των 25 kg):

Συνιστάται η δοσολογία με τα δισκία Epivir να γίνεται ανάλογα με το βάρος.

  • Παιδιά βάρους ≥ 20 kg έως <25 kg: Η συνιστώμενη δόση είναι 225 mg την ημέρα. Η δόση αυτή μπορεί να χορηγηθεί είτε ως 75 mg (μισό δισκίο των 150 mg) το πρωί και 150 mg (ένα ολόκληρο δισκίο των 150 mg) το βράδυ, ή ως 225 mg (ενάμισι δισκίο των 150 mg) μία φορά την ημέρα.
  • Παιδιά βάρους 14 έως <20 kg: Η συνιστώμενη δόση είναι 150 mg την ημέρα. Η δόση αυτή μπορεί να χορηγηθεί είτε ως 75 mg (μισό δισκίο των 150 mg) δύο φορές την ημέρα, ή ως 150 mg (ένα ολόκληρο δισκίο των 150 mg) μία φορά την ημέρα.
  • Παιδιά ηλικίας 3 μηνών και άνω: Δεδομένου ότι δεν μπορεί να επιτευχθεί με ακρίβεια η δοσολογία με το μη διχοτομούμενο δισκίο των 300 mg σε αυτόν τον πληθυσμό ασθενών, συνιστάται να χρησιμοποιείται το διχοτομούμενο δισκίο Epivir των 150 mg και να ακολουθούνται οι αντίστοιχες συνιστώμενες δοσολογικές οδηγίες.
  • Παιδιά ηλικίας μικρότερης των τριών μηνών: Τα περιορισμένα διαθέσιμα στοιχεία είναι ανεπαρκή για να προταθεί ειδική δοσολογία (βλ. Φαρμακοκινητικές).

Οι ασθενείς που μεταβαίνουν από δοσολογικό σχήμα δις ημερησίως χορήγησης σε δοσολογικό σχήμα άπαξ ημερησίως χορήγησης, θα πρέπει να λάβουν τη συνιστώμενη δόση από το σχήμα της άπαξ ημερησίως χορήγησης (όπως περιγράφεται παραπάνω) περίπου 12 ώρες μετά την τελευταία δόση του σχήματος της δις ημερησίως χορήγησης και κατόπιν να συνεχίσουν να λαμβάνουν τη συνιστώμενη δόση από το σχήμα της άπαξ ημερησίως χορήγησης (όπως περιγράφεται παραπάνω) περίπου κάθε 24 ώρες. Κατά τη μετάβαση πίσω σε σχήμα δις ημερησίως χορήγησης, οι ασθενείς θα πρέπει να λάβουν τη συνιστώμενη δόση από το σχήμα της δις ημερησίως χορήγησης περίπου 24 ώρες μετά την τελευταία δόση από το σχήμα της άπαξ ημερησίως χορήγησης.

Ειδικοί πληθυσμοί:

  • Ηλικιωμένοι: Δεν διατίθενται ειδικά δεδομένα. Ωστόσο, συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή σε αυτή την ηλικιακή ομάδα λόγω των σχετιζόμενων με την ηλικία μεταβολών όπως η έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας και η μεταβολή των αιματολογικών παραμέτρων.
  • Νεφρική ανεπάρκεια: Οι συγκεντρώσεις της λαμιβουδίνης αυξάνονται σε ασθενείς με μέτρια-σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια λόγω μειωμένης κάθαρσης. Επομένως η δοσολογία πρέπει να ρυθμίζεται χρησιμοποιώντας το πόσιμο διάλυμα Epivir για ασθενείς των οποίων η κάθαρση κρεατινίνης μειώνεται κάτω από 30 ml/λεπτό.
Κάθαρση κρεατινίνης (ml/λεπτό) Πρώτη δόση Δόση συντήρησης
≥50 300 mg ή 150 mg 300 mg μία φορά την ημέρα ή 150 mg δύο φορές την ημέρα
30 - <50 150 mg 150 mg μία φορά την ημέρα
<30 Επειδή απαιτούνται δόσεις μικρότερες των 150 mg, συνιστάται η χρήση του πόσιμου διαλύματος
15 έως <30 150 mg 100 mg μία φορά την ημέρα
5 έως <15 150 mg 50 mg μία φορά την ημέρα
<5 50 mg 25 mg μία φορά την ημέρα

Δεν υπάρχουν στοιχεία για τη χρήση της λαμιβουδίνης σε παιδιά με νεφρική ανεπάρκεια. Βασιζόμενοι στην υπόθεση ότι η κάθαρση κρεατινίνης και η κάθαρση της λαμιβουδίνης συσχετίζονται με παρόμοιο τρόπο στα παιδιά και στους ενήλικες, συνιστάται η δοσολογία στα παιδιά με νεφρική ανεπάρκεια να μειώνεται σύμφωνα με τις τιμές της κάθαρσης κρεατινίνης τους, κατά την ίδια αναλογία με εκείνη για τους ενήλικες. Το πόσιμο διάλυμα Epivir 10 mg/mL μπορεί να είναι η πιο κατάλληλη φαρμακοτεχνική μορφή για να επιτευχθεί η συνιστώμενη δόση σε παιδιά με νεφρική δυσλειτουργία ηλικίας τουλάχιστον 3 μηνών και βάρους λιγότερο από 25kg.

Κάθαρση κρεατινίνης (ml/λεπτό) Πρώτη δόση Δόση συντήρησης
≥50 10 mg/kg ή 5 mg/kg 10 mg/kg μία φορά την ημέρα ή 5 mg/kg δύο φορές την ημέρα
30 - <50 5 mg/kg 5 mg/kg μία φορά την ημέρα
15 - <30 5 mg/kg 3,3 mg/kg μία φορά την ημέρα
5 - <15 5 mg/kg 1,6 mg/kg μία φορά την ημέρα
<5 1,6 mg/kg 0,9 mg/kg μία φορά την ημέρα
  • Ηπατική ανεπάρκεια: Από τα δεδομένα ασθενών με μέτρια έως σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία προκύπτει ότι η φαρμακοκινητική της λαμιβουδίνης δεν επηρεάζεται σημαντικά. Με βάση αυτά τα δεδομένα, δεν είναι απαραίτητη η ρύθμιση της δοσολογίας σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, εκτός εάν συνοδεύεται από νεφρική ανεπάρκεια.
block

Αντενδείξεις

SPC-EPIVIR
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-EPIVIR
expand_more

Αν και η αποτελεσματική ιολογική καταστολή με αντιρετροϊική θεραπεία έχει αποδειχθεί ότι μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο μετάδοσης του ιού με σεξουαλική επαφή, δεν μπορεί να αποκλειστεί υπολειπόμενος κίνδυνος. Θα πρέπει να λαμβάνονται προφυλάξεις σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες.

Το Epivir δεν συνιστάται για μονοθεραπεία.

Νεφρική ανεπάρκεια

Σε ασθενείς με μέτρια - σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, ο τελικός χρόνος υποδιπλασιασμού της λαμιβουδίνης στο πλάσμα αυξάνεται λόγω μειωμένης νεφρικής κάθαρσης, γι’ αυτό η δόση θα πρέπει να ρυθμίζεται (βλέπε Δοσολογία).

Θεραπεία τριπλών νουκλεοσιδίων

Υπάρχουν αναφορές για υψηλής συχνότητας ιολογικής αποτυχίας και εμφάνιση αντοχής σε πρώιμο στάδιο, όταν η λαμιβουδίνη συνδυάστηκε με δισοπροξιλική φουμαρική τενοφοβίρη και αβακαβίρη καθώς και με δισοπροξιλική φουμαρική τενοφοβίρη και διδανοσίνη σαν σχήμα χορηγούμενο μία φορά την ημέρα.

Ευκαιριακές λοιμώξεις

Ασθενείς που λαμβάνουν το Epivir ή οποιαδήποτε άλλη αντιρετροϊική θεραπεία, δυνατόν να συνεχίσουν να αναπτύσσουν ευκαιριακές λοιμώξεις και άλλες επιπλοκές της HIV λοίμωξης και επομένως θα πρέπει να συνεχίσουν να παρακολουθούνται κλινικά από ιατρούς με εμπειρία στη θεραπεία ασθενών με νόσους που συσχετίζονται με την ΗΙV λοίμωξη.

Παγκρεατίτιδα

Περιστατικά παγκρεατίτιδας παρατηρήθηκαν σπάνια. Εν τούτοις είναι ασαφές αν αυτά τα περιστατικά οφείλονταν στην αντιρετροϊκή θεραπεία ή στην υποκείμενη HIV νόσο. Η θεραπεία με το Εpivir θα πρέπει να διακοπεί αμέσως αν τα κλινικά σημεία, συμπτώματα ή εργαστηριακές εξετάσεις υποδηλώνουν την ύπαρξη παγκρεατίτιδας.

Μιτοχονδριακή δυσλειτουργία μετά από έκθεση in utero

Νουκλεοσ(τ)ιδικά ανάλογα ενδέχεται να επηρεάσουν τη μιτοχονδριακή λειτουργία σε ποικίλο βαθμό, το οποίο είναι εντονότερο με τη σταβουδίνη, διδανοσίνη και ζιδοβουδίνη. Έχει αναφερθεί μιτοχονδριακή δυσλειτουργία σε HIV αρνητικά βρέφη τα οποία είχαν εκτεθεί in utero και/ή μετά τη γέννηση σε νουκλεοσιδικά ανάλογα· οι αναφορές αυτές αφορούσαν κυρίως τη θεραπεία με θεραπευτικά σχήματα που περιείχαν ζιδοβουδίνη. Οι κύριες ανεπιθύμητες ενέργειες οι οποίες αναφέρθηκαν, είναι αιματολογικές διαταραχές (αναιμία, ουδετεροπενία) και μεταβολικές διαταραχές (υψηλό επίπεδο γαλακτικού οξέος στο αίμα, υψηλό επίπεδο λιπάσης στο αίμα). Οι ενέργειες αυτές συχνά ήταν παροδικές. Έχουν αναφερθεί σπάνια νευρολογικές διαταραχές όψιμης έναρξης (υπερτονία, σπασμοί, μη φυσιολογική συμπεριφορά). Δεν είναι γνωστό επί του παρόντος, αν τέτοιες νευρολογικές διαταραχές είναι παροδικές ή μόνιμες. Τα ευρήματα αυτά θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για οποιοδήποτε παιδί που εκτέθηκε in utero σε νουκλεοσ(τ)ιδικά ανάλογα, το οποίο παρουσιάζει σοβαρά κλινικά ευρήματα αγνώστου αιτιολογίας, ιδίως νευρολογικά ευρήματα. Τα ευρήματα αυτά δεν επηρεάζουν τις παρούσες εθνικές συστάσεις για τη χρήση αντιρετροϊκής θεραπείας σε έγκυες γυναίκες, προκειμένου να προληφθεί η κάθετη μετάδοση του ιού HIV.

Σωματικό βάρος και μεταβολικές παράμετροι

Κατά τη διάρκεια της αντιρετροϊικής θεραπείας ενδέχεται να παρουσιαστεί αύξηση του σωματικού βάρους καθώς και των επιπέδων των λιπιδίων και της γλυκόζης στο αίμα. Οι αλλαγές αυτές μπορεί, εν μέρει, να συνδέονται με τον έλεγχο της νόσου και τον τρόπο ζωής. Αναφορικά με τα λιπίδια, σε ορισμένες περιπτώσεις υπάρχουν ενδείξεις για επίδραση της θεραπείας, ενώ όσον αφορά την αύξηση του σωματικού βάρους δεν υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις που να τη συσχετίζουν με οποιαδήποτε συγκεκριμένη θεραπεία. Η παρακολούθηση των λιπιδίων και της γλυκόζης στο αίμα πρέπει να βασίζεται στις καθιερωμένες κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας του HIV. Οι διαταραχές των λιπιδίων θα πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως ενδείκνυται κλινικά.

Σύνδρομο Ανοσολογικής Αποκατάστασης

Σε HIV οροθετικούς ασθενείς με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια ενδέχεται να εμφανιστεί, κατά την έναρξη της συνδυασμένης αντιρετροϊκής αγωγής (CART), μία φλεγμονώδης αντίδραση σε ασυμπτωματικά ή υπολειμματικά ευκαιριακά παθογόνα και να προκληθούν σοβαρές κλινικές καταστάσεις ή επιδείνωση των συμπτωμάτων. Τέτοιες αντιδράσεις έχουν τυπικά παρουσιαστεί εντός των πρώτων εβδομάδων ή μηνών από την έναρξη της CART. Σχετικά παραδείγματα είναι η αμφιβληστροειδίτιδα από κυτταρομεγαλοϊό, γενικευμένες και/ή εστιακές λοιμώξεις από μυκοβακτηρίδια και πνευμονία οφειλόμενη σε Pneumocystis jirovecii (συχνά αναφέρεται ως PCP). Θα πρέπει να εκτιμώνται οποιαδήποτε φλεγμονώδη συμπτώματα και να ορίζεται θεραπεία όταν απαιτείται. Αυτοάνοσες διαταραχές (όπως η νόσος Graves και η αυτοάνοση ηπατίτιδα) έχουν επίσης αναφερθεί στα πλαίσια του συνδρόμου ανοσολογικής αποκατάστασης, ωστόσο, ο αναφερόμενος χρόνος έως την εμφάνισή τους, ποικίλει περισσότερο και αυτά τα συμβάντα μπορεί να εμφανιστούν πολλούς μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας.

Ηπατική νόσος

Εάν η λαμιβουδίνη χρησιμοποιείται ταυτόχρονα για τη θεραπεία του HIV και του HBV, επιπρόσθετες πληροφορίες σχετικά με τη χρήση της λαμιβουδίνης για τη θεραπεία της λοίμωξης από ηπατίτιδα Β είναι διαθέσιμη στην Περίληψη Χαρακτηριστικών του Προϊόντος Zeffix. Σε περίπτωση ταυτόχρονης χορήγησης αντι-ιικής θεραπείας για ηπατίτιδα Β ή C, παρακαλείσθε να αναφέρεσθε επίσης στις σχετικές συνταγογραφικές πληροφορίες για αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα. Εάν το Epivir διακοπεί σε ασθενείς με ταυτόχρονη λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας Β, συνιστάται περιοδικός έλεγχος τόσο της ηπατικής λειτουργίας όσο και των δεικτών πολλαπλασιασμού του HBV, καθώς διακοπή της λαμιβουδίνης μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα παροξυσμό της ηπατίτιδας (βλέπε Περίληψη Χαρακτηριστικών του Zeffix).

Ασθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία περιλαμβανομένης της χρόνιας ενεργούς ηπατίτιδας έχουν αυξημένη συχνότητα ανωμαλιών της ηπατικής λειτουργίας κατά τη διάρκεια συνδυασμένης αντιρετροϊκής θεραπείας και θα πρέπει να παρακολουθούνται σύμφωνα με την κοινή πρακτική. Εάν υπάρχει ένδειξη επιδείνωσης της ηπατικής νόσου σε τέτοιους ασθενείς, πρέπει να εξετασθεί η παροδική ή οριστική διακοπή της θεραπείας (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Σε μία μελέτη που πραγματοποιήθηκε σε παιδιατρικούς ασθενείς (βλέπε παράγραφο 5.1 μελέτη ARROW), αναφέρθηκαν χαμηλότερα ποσοστά ιολογικής καταστολής και πιο συχνή ιική αντοχή σε παιδιά που λάμβαναν το πόσιμο διάλυμα του Epivir σε σύγκριση με τα παιδιά που λάμβαναν τη φαρμακοτεχνική μορφή του δισκίου. Όποτε είναι εφικτό, στα παιδιά θα πρέπει να προτιμάται η χρήση του Epivir στη φαρμακοτεχνική μορφή του δισκίου.

Οστεονέκρωση

Αναφέρθηκαν περιπτώσεις οστεονέκρωσης κυρίως σε ασθενείς με προχωρημένη λοίμωξη HIV και /ή μακράς διάρκειας έκθεση σε συνδυασμό αντιρετροϊκής θεραπείας (CART) αν και η αιτιολογία θεωρείται πολυπαραγοντική (συμπεριλαμβάνονται η χρήση κορτικοστεροειδών, η κατανάλωση αλκοόλ, η σοβαρή ανοσοκαταστολή, ο υψηλότερος δείκτης μάζας σώματος). Οι ασθενείς θα πρέπει να ζητούν ιατρική συμβουλή εάν παρουσιάζουν ενοχλήσεις και άλγος στις αρθρώσεις, δυσκαμψία άρθρωσης ή δυσκολία στην κίνηση.

Φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις

Το Epivir δεν πρέπει να λαμβάνεται με οποιοδήποτε άλλο φαρμακευτικό προϊόν που περιέχει λαμιβουδίνη ή φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν εμτρισιταβίνη (βλέπε Αλληλεπιδράσεις). Ο συνδυασμός λαμιβουδίνης με κλαδριβίνη δεν συνιστάται (βλέπε Αλληλεπιδράσεις).

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-EPIVIR
expand_more

Μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες. Η πιθανότητα μεταβολικών αλληλεπιδράσεων είναι μικρή λόγω του περιορισμένου μεταβολισμού και περιορισμένης δέσμευσης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος και της σχεδόν πλήρους νεφρικής κάθαρσης.

  • Τριμεθοπρίμη/σουλφαμεθοξαζόλη: Η χορήγηση τριμεθοπρίμης/σουλφαμεθοξαζόλης 160 mg/800 mg, έχει σαν αποτέλεσμα μία αύξηση 40% στην έκθεση σε λαμιβουδίνη λόγω του συστατικού τριμεθοπρίμη. Δεν είναι απαραίτητη η ρύθμιση της δοσολογίας της λαμιβουδίνης, εκτός αν ο ασθενής πάσχει από νεφρική ανεπάρκεια. Η λαμιβουδίνη δεν έχει καμία επίδραση στη φαρμακοκινητική της τριμεθοπρίμης ή της σουλφαμεθοξαζόλης. Όταν η ταυτόχρονη χορήγηση είναι αναγκαία, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται κλινικά. Η παράλληλη χορήγηση λαμιβουδίνης με υψηλές δόσεις κοτριμοξαζόλης για τη θεραπεία πνευμονίας από Pneumonocystis jirovecii (PCP) και τοξοπλάσμωση πρέπει να αποφεύγεται.
  • Άλλα φάρμακα που απεκκρίνονται μέσω του οργανικού κατιονικού συστήματος μεταφοράς (π.χ. τριμεθοπρίμη, ρανιτιδίνη, σιμετιδίνη): Η πιθανότητα αλληλεπιδράσεων πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. Ρανιτιδίνη και σιμετιδίνη απεκκρίνονται μερικώς μόνο με αυτόν τον μηχανισμό και δεν έχουν δείξει αλληλεπίδραση με τη λαμιβουδίνη.
  • Νουκλεοσιδικά ανάλογα (π.χ. διδανοσίνη, ζιδοβουδίνη): Δεν απεκκρίνονται με τον ίδιο μηχανισμό και είναι απίθανο να αλληλεπιδράσουν με τη λαμιβουδίνη. Μία μικρή αύξηση παρατηρήθηκε στις ανώτατες πυκνότητες της ζιδοβουδίνης στον ορό Cmax (28%) όταν αυτή χορηγήθηκε σε συνδυασμό με λαμιβουδίνη, εν τούτοις η ολική έκθεση στο φάρμακο (AUC) δεν μεταβάλλεται σημαντικά. Η ζιδοβουδίνη δεν έχει επίδραση στη φαρμακοκινητική της λαμιβουδίνης (βλ. Φαρμακοκινητικές).
  • Άλλα ανάλογα της κυτιδίνης (π.χ. εμτρισιταβίνη) και άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν λαμιβουδίνη: Λόγω ομοιοτήτων, το Epivir δεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Κλαδριβίνη: In vitro η λαμιβουδίνη αναστέλλει την ενδοκυτταρική φωσφορυλίωση της κλαδριβίνης που οδηγεί σε δυνητικό κίνδυνο απώλειας της αποτελεσματικότητας της κλαδριβίνης. Η συγχορήγηση λαμιβουδίνης και κλαδριβίνης δεν συνιστάται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Φάρμακα που μεταβολίζονται από το σύστημα CYP3A (π.χ. PIs): Ο μεταβολισμός της λαμιβουδίνης δεν εμπλέκει το σύστημα CYP3A και επομένως η αλληλεπίδραση με αυτά τα φάρμακα είναι απίθανη.
  • Διάλυμα σορβιτόλης ή άλλες πολυαλκοόλες οσμωτικής δράσης ή μονοσακχαριδικές αλκοόλες (π.χ. ξυλιτόλη, μαννιτόλη, λακτιτόλη, μαλτιτόλη): Η συγχορήγηση οδήγησε σε δοσοεξαρτώμενες μειώσεις στην έκθεση στη λαμιβουδίνη (AUC) και στη Cmax. Να αποφεύγεται η μακροχρόνια συγχορήγηση. Αν δεν μπορεί να αποφευχθεί, να εξετάζεται το ενδεχόμενο συχνότερης παρακολούθησης του ιικού φορτίου του HIV-1.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-EPIVIR
expand_more

Οι παρακάτω ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας της νόσου HIV με το Epivir. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που θεωρήθηκαν τουλάχιστον πιθανές σχετικά με τη θεραπεία αναφέρονται παρακάτω ανά οργανικό σύστημα του σώματος και απόλυτη συχνότητα. Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.

Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος

  • Όχι συχνές: Ουδετεροπενία και αναιμία (αμφότερες περιστασιακά σοβαρές), θρομβοπενία
  • Πολύ σπάνιες: Αμιγής απλασία ερυθράς σειράς

Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης

  • Πολύ σπάνιες: Γαλακτική οξέωση

Διαταραχές του νευρικού συστήματος

  • Συχνές: Κεφαλαλγία, αϋπνία
  • Πολύ σπάνιες: Περιφερική νευροπάθεια (ή παραισθησία)

Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου

  • Συχνές: Βήχας, ρινικά συμπτώματα

Διαταραχές του γαστρεντερικού

  • Συχνές: Ναυτία, έμετος, κοιλιακό άλγος ή κράμπες, διάρροια
  • Σπάνιες: Παγκρεατίτιδα, αυξήσεις της αμυλάσης του ορού

Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων

  • Όχι συχνές: Παροδικές αυξήσεις των ηπατικών ενζύμων (ΑST, ALT)
  • Σπάνιες: Ηπατίτιδα

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού

  • Συχνές: Εξάνθημα, αλωπεκία
  • Σπάνιες: Αγγειοοίδημα

Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού

  • Συχνές: Αρθραλγία, μυϊκές ανωμαλίες
  • Σπάνιες: Ραβδομυόλυση

Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης

  • Συχνές: Αίσθημα κόπωσης, αδιαθεσία, πυρετός

Το σωματικό βάρος και τα επίπεδα των λιπιδίων και της γλυκόζης στο αίμα ενδέχεται να αυξηθούν κατά τη διάρκεια της αντιρετροϊικής θεραπείας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Σε HIV οροθετικούς ασθενείς με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια ενδέχεται να εμφανιστεί, κατά την έναρξη της συνδυασμένης αντιρετροϊκής αγωγής (CART), μία φλεγμονώδης αντίδραση σε ασυμπτωματικά ή υπολειμματικά ευκαιριακά παθογόνα. Αυτοάνοσες διαταραχές (όπως η νόσος Graves και η αυτοάνοση ηπατίτιδα) έχουν επίσης αναφερθεί στα πλαίσια του συνδρόμου ανοσολογικής αποκατάστασης, ωστόσο, ο αναφερόμενος χρόνος έως την εμφάνισή τους, ποικίλει περισσότερο και αυτά τα συμβάντα μπορεί να εμφανιστούν πολλούς μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις οστεονέκρωσης κυρίως σε ασθενείς με γνωστούς γενικά παράγοντες κινδύνου, προχωρημένη λοίμωξη HIV ή μακράς διάρκειας έκθεση σε συνδυασμό αντιρετροϊκής θεραπείας (CART). Η συχνότητα αυτών είναι άγνωστη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Παιδιατρικός πληθυσμός

1.206 παιδιατρικοί ασθενείς με λοίμωξη από HIV ηλικίας 3 μηνών έως 17 ετών εντάχθηκαν στη Μελέτη ARROW (COL105677), από τους οποίους 669 έλαβαν αβακαβίρη και λαμιβουδίνη μία ή δύο φορές την ημέρα (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Δεν εντοπίστηκαν πρόσθετα ζητήματα σχετικά με την ασφάλεια σε παιδιατρικούς ασθενείς που έλαβαν δόση μία ή δύο φορές την ημέρα σε σύγκριση με τους ενήλικες.

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-EPIVIR
expand_more

Κύηση

Ως γενικός κανόνας, κατά την απόφαση χρήσης αντιρετροϊικών παραγόντων για τη θεραπεία της λοίμωξης από τον HIV σε έγκυες γυναίκες και, κατά συνέπεια, τη μείωση του κινδύνου κάθετης μετάδοσης του HIV στο νεογνό, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα δεδομένα από ζώα καθώς και η κλινική εμπειρία από έγκυες γυναίκες.

Μελέτες σε ζώα με λαμιβουδίνη έδειξαν αύξηση των πρώιμων εμβρυϊκών θανάτων σε κουνέλια αλλά όχι σε αρουραίους (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Στους ανθρώπους έχει αποδειχθεί ότι η λαμιβουδίνη μεταφέρεται μέσω του πλακούντα.

Περισσότερες από 1000 εκβάσεις μετά από έκθεση στο πρώτο τρίμηνο και περισσότερες από 1000 εκβάσεις μετά από έκθεση στο δεύτερο και τρίτο τρίμηνο σε έγκυες γυναίκες υποδηλώνουν απουσία δυσπλασίας και εμβρυϊκής/νεογνικής επίδρασης. Το Epivir μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εάν κρίνεται κλινικά απαραίτητο. Με βάση αυτά τα δεδομένα ο κίνδυνος εμφάνισης δυσπλασίας στον άνθρωπο δεν είναι πιθανός.

Σε ασθενείς που έχουν μολυνθεί και από ηπατίτιδα στους οποίους χορηγείται λαμιβουδίνη και στη συνέχεια μένουν έγκυες, θα πρέπει να αξιολογείται η πιθανότητα επανεμφάνισης της ηπατίτιδας εάν διακοπεί η λαμιβουδίνη.

Δυσλειτουργία των μιτοχονδρίων: Τα νουκλεοσιδικά και νουκλεοτιδικά ανάλογα έχουν δείξει in vitro και in vivo ότι προκαλούν ποικίλου βαθμού βλάβη των μιτοχονδρίων. Υπάρχουν αναφορές δυσλειτουργίας των μιτοχονδρίων σε βρέφη που εκτέθηκαν ενδομήτρια και/ή μετά την γέννηση σε νουκλεοσιδικά ανάλογα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Θηλασμός

Μετά την από του στόματος χορήγηση, η λαμιβουδίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα σε παρόμοιες συγκεντρώσεις με εκείνες του ορού. Με βάση περισσότερα από 200 ζεύγη μητέρων/παιδιών που λάμβαναν θεραπεία για τον HIV, οι συγκεντρώσεις της λαμιβουδίνης στον ορό σε θηλάζοντα νεογνά μητέρων που λάμβαναν θεραπεία για τον HIV είναι πολύ χαμηλές (< 4% για τις συγκεντρώσεις στον ορό των μητέρων) και προοδευτικά μειώνονται σε μη ανιχνεύσιμα επίπεδα όταν τα θηλάζοντα νεογνά φτάνουν την ηλικία των 24 εβδομάδων. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για την ασφάλεια της λαμιβουδίνης όταν χορηγείται σε βρέφη ηλικίας κάτω των τριών μηνών. Συνιστάται οι γυναίκες που έχουν μολυνθεί από τον ΗΙV να μη θηλάζουν τα βρέφη τους σε καμία περίπτωση, προκειμένου να αποφευχθεί η μετάδοση της ΗΙV λοίμωξης.

Γονιμότητα

Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει ότι η λαμιβουδίνη δεν έχει επιδράσεις στη γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-EPIVIR
expand_more

Μηχανισμός δράσης

Η λαμιβουδίνη είναι ένα νουκλεοσιδικό ανάλογο με δράση έναντι του ανθρώπινου ιού της ανοσοανεπάρκειας (HIV) και του ιού της ηπατίτιδας Β (HBV). Μεταβολίζεται ενδοκυττάρια προς το ενεργό τμήμα 5’ - τριφωσφορική λαμιβουδίνη. Ο βασικός τρόπος δράσης της είναι ο τερματισμός της αλυσίδας της ανάστροφης μεταγραφής του ιού. Το τριφωσφορικό άλας έχει εκλεκτική ανασταλτική δράση έναντι της αναδίπλωσης του HIV-1 και HIV-2 in vitro. Είναι επίσης δραστικό έναντι κλινικά ενεργών στελεχών του HIV ανθεκτικών στη ζιδοβουδίνη. Δεν παρατηρήθηκαν ανταγωνιστικές επιδράσεις in vitro με τη λαμιβουδίνη και άλλα αντιρετροϊκά (εξετασθέντες παράγοντες: αβακαβίρη, διδανοσίνη, νεβιραπίνη και ζιδοβουδίνη).

Αντοχή

Η αντοχή του HIV-1 έναντι της λαμιβουδίνης οφείλεται σε μία μετάλλαξη M184V, η οποία οδηγεί στην υποκατάσταση ενός αμινοξέος, κοντά στο ενεργό κέντρο της RT του ιού. Η μετάλλαξη αυτή εμφανίζεται τόσο in vitro, όσο και σε ασθενείς μολυσμένους με HIV-1 στους οποίους έχει χορηγηθεί αντιρετροϊκό σχήμα που περιέχει λαμιβουδίνη. Τα στελέχη με την μετάλλαξη M184V έχουν σημαντικά ελαττωμένη ευαισθησία στη λαμιβουδίνη και παρουσιάζουν μειωμένο αναπαραγωγικό δυναμικό in vitro. Μελέτες in vitro υποδεικνύουν ότι στελέχη του ιού ανθεκτικά στη ζιδοβουδίνη μπορεί να καταστούν ευαίσθητα στον παράγοντα αυτόν όταν ταυτόχρονα αποκτήσουν αντοχή έναντι της λαμιβουδίνης. Ωστόσο η κλινική σημασία αυτών των ευρημάτων παραμένει αδιευκρίνιστη. Στοιχεία in vitro, τείνουν να υποδείξουν ότι η συνέχιση της λαμιβουδίνης σε αντιρετροϊκό σχήμα, παρά την ανάπτυξη της μετάλλαξης M184V, μπορεί να παρέχει υπολειπόμενη αντιρετροϊκή δράση (πιθανώς μέσω εξασθένησης της ιικής λειτουργικότητας). Η κλινική συσχέτιση αυτών των ευρημάτων δεν έχει τεκμηριωθεί. Τα διαθέσιμα κλινικά στοιχεία είναι πολύ περιορισμένα και καθιστούν αδύνατη την εξαγωγή αξιόπιστων συμπερασμάτων αναφορικά με τα παραπάνω δεδομένα. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει πάντοτε να προτιμάται η έναρξη ευαίσθητων NRTI έναντι της διατήρησης της θεραπείας με λαμιβουδίνη. Επομένως, η διατήρηση της θεραπείας με λαμιβουδίνη παρά την εμφάνιση της μετάλλαξης M184V, θα πρέπει να εξετάζεται μόνο σε περιπτώσεις όπου δεν υπάρχουν διαθέσιμοι άλλοι δραστικοί NRTI. Η διασταυρούμενη αντοχή του μεταλλαγμένου M184V RT είναι περιορισμένη στην κατηγορία των νουκλεοσιδικών αναστολέων των αντιρετροϊκών σχημάτων. Η ζιδοβουδίνη και σταβουδίνη διατηρούν την αντιρετροϊκή δραστικότητα τους επί στελεχών του HIV-1 ανθεκτικών στη λαμιβουδίνη. Επίσης, τα στελέχη με την μετάλλαξη Μ184V παραμένουν ευαίσθητα στην αβακαβίρη. Τα μεταλλαγμένα Μ184V RT στελέχη παρουσιάζουν λιγότερο από 4 φορές μειωμένη ευαισθησία στην διδανοσίνη, αλλά η κλινική σημασία των ευρημάτων αυτών παραμένει άγνωστη. Ο έλεγχος της ευαισθησίας in vitro δεν έχει τυποποιηθεί και τα αποτελέσματα ποικίλουν ανάλογα με τους παράγοντες μεθοδολογίας. Η λαμιβουδίνη δείχνει χαμηλή κυτταροτοξικότητα in vitro στα περιφερικά λεμφοκύτταρα, στα καθηλωμένα λεμφοκύτταρα και μονοκυτταρικά μακροφάγα και σε μια ποικιλία πρώιμων κυττάρων του νωτιαίου μυελού.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Σε κλινικές δοκιμές η λαμιβουδίνη σε συνδυασμό με ζιδοβουδίνη απέδειξε ότι μειώνει το ιικό φορτίο του HIV-1 και αυξάνει τον αριθμό των CD4 κυττάρων. Τα κλινικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι η λαμιβουδίνη σε συνδυασμό με ζιδοβουδίνη έχει ως αποτέλεσμα τη σημαντική μείωση του κινδύνου εξέλιξης της νόσου και της θνησιμότητας. Τα δεδομένα από κλινικές μελέτες οι οποίοι δεν έχουν προηγουμένως υποβληθεί σε αντιρετροϊική αγωγή δείχνουν ότι ο συνδυασμός λαμιβουδίνης και ζιδοβουδίνης επιβραδύνει την εμφάνιση στελεχών ανθεκτικών στη ζιδοβουδίνη. Η λαμιβουδίνη έχει χρησιμοποιηθεί ευρέως στα πλαίσια αντιρετροϊκής θεραπείας με άλλους αντιρετροϊκούς παράγοντες της ίδιας ομάδας (NRTIs) ή με διαφορετικές ομάδες (PIs, μη νουκλεοσιδικοί αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης). Στοιχεία από κλινικές μελέτες σε παιδιατρικούς ασθενείς που λάμβαναν λαμιβουδίνη μαζί με άλλα αντιρετροϊικά φάρμακα (αβακαβίρη, νεβιραπίνη/εφαβιρένζη ή ζιδοβουδίνη) έδειξαν ότι το προφίλ αντοχής που παρατηρήθηκε στους παιδιατρικούς ασθενείς είναι παρόμοιο με αυτό που παρατηρείται στους ενήλικες, όσον αφορά τις γονοτυπικές υποκαταστάσεις που ανιχνεύτηκαν και τη σχετική τους συχνότητα. Τα παιδιά που έλαβαν πόσιμο διάλυμα λαμιβουδίνης παράλληλα με πόσιμα διαλύματα άλλων αντιρετροϊικών φαρμάκων σε κλινικές μελέτες ανέπτυξαν ιική αντοχή πιο συχνά από ό,τι τα παιδιά που έλαβαν δισκία (ανατρέξτε στην περιγραφή της κλινικής εμπειρίας στον παιδιατρικό πληθυσμό (μελέτη ARROW) και στην Φαρμακοκινητικές). Πολλαπλή φαρμακευτική αντιρετροϊκή θεραπεία που περιέχει λαμιβουδίνη έδειξε να είναι αποτελεσματική σε ασθενείς που δεν έχουν ξαναλάβει αντιρετροϊκή θεραπεία, όπως επίσης και σε ασθενείς που παρουσιάζονται με ιούς που περιέχουν Μ184V μεταλλάξεις. Η σχέση μεταξύ in vitro ευαισθησίας του HIV στη λαμιβουδίνη και στη ζιδοβουδίνη και η κλινική ανταπόκριση στη θεραπεία που περιέχει λαμιβουδίνη/ζιδοβουδίνη παραμένει υπό διερεύνηση. Η λαμιβουδίνη σε δόση 100 mg μία φορά την ημέρα έχει αποδειχθεί επίσης αποτελεσματική για τη θεραπεία ενηλίκων ασθενών με χρόνια λοίμωξη HBV (για λεπτομέρειες κλινικών μελετών βλέπε τις συνταγογραφικές πληροφορίες του Zeffix). Πάντως για τη θεραπεία της HIV λοίμωξης μόνο η δόση των 300 mg λαμιβουδίνης ημερησίως (σε συνδυασμό με άλλους αντιρετροϊκούς παράγοντες) φάνηκε να είναι αποτελεσματική. Η λαμιβουδίνη δεν έχει ειδικά διερευνηθεί για σε ασθενείς με HIV που έχουν παράλληλα μολυνθεί με HBV.

Χορήγηση μία φορά την ημέρα (300 mg μία φορά την ημέρα):

Μία κλινική μελέτη δεν έδειξε κατωτερότητα μεταξύ του δοσολογικού σχήματος Epivir μία φορά την ημέρα και Epivir δύο φορές την ημέρα. Τα αποτελέσματα αυτά επιτεύχθηκαν σε πληθυσμό που δεν είχε λάβει αντιρετροϊκή θεραπεία και πρωταρχικά αποτελείτο από ασυμπτωματικούς ασθενείς με HIV λοίμωξη (CDC στάδιο A).

Παιδιατρικός πληθυσμός:

Στα πλαίσια μιας τυχαιοποιημένης, πολυκεντρικής, ελεγχόμενης μελέτης σε παιδιατρικούς ασθενείς με λοίμωξη από HIV (Μελέτη ARROW, COL105677), πραγματοποιήθηκε τυχαιοποιημένη σύγκριση ενός σχήματος που περιελάμβανε χορήγηση αβακαβίρης και λαμιβουδίνης μία φορά την ημέρα έναντι δύο φορών την ημέρα. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα για παιδιά ηλικίας κάτω του ενός έτους από αυτή τη μελέτη.

Η δοσολογική ομάδα χορήγησης του συνδυασμού αβακαβίρης + λαμιβουδίνης μία φορά την ημέρα καταδείχθηκε ότι ήταν μη κατώτερη από την ομάδα χορήγησης δύο φορές την ημέρα, με βάση το προκαθορισμένο περιθώριο μη κατωτερότητας του -12%, ως προς το κύριο καταληκτικό σημείο της οριακής τιμής <80 c/ml την Εβδομάδα 48, όπως και την Εβδομάδα 96 (δευτερεύον καταληκτικό σημείο), καθώς και ως προς όλες τις υπόλοιπες οριακές τιμές που εξετάστηκαν (<200 c/ml, <400 c/ml, <1.000 c/ml). Οι αναλύσεις υποομάδων δεν κατέδειξαν σημαντική επίδραση του φύλου, της ηλικίας ή του ιικού φορτίου κατά την τυχαιοποίηση.

Τη στιγμή της τυχαιοποίησης, οι ασθενείς που είχαν λάβει τη φαρμακοτεχνική μορφή των δισκίων είχαν υψηλότερο ποσοστό καταστολής του ιικού φορτίου από ό,τι οι ασθενείς που είχαν λάβει οποιοδήποτε πόσιμο διάλυμα σε οποιαδήποτε στιγμή. Αυτή η διαφορά παρατηρήθηκε σε κάθε μία από τις διαφορετικές ηλικιακές ομάδες που μελετήθηκαν και παρέμεινε έως την Εβδομάδα 96.

Αναλύσεις γονοτυπικής αντοχής πραγματοποιήθηκαν σε δείγματα με HIV-1 RNA στο πλάσμα >1.000 αντίγραφα/ml. Περισσότερα περιστατικά αντοχής ανιχνεύθηκαν μεταξύ των ασθενών που έλαβαν διάλυμα λαμιβουδίνης, σε σύγκριση με τους ασθενείς που έλαβαν ανάλογες δόσεις στη φαρμακοτεχνική μορφή των δισκίων. Αυτό συνάδει με τα χαμηλότερα ποσοστά ιικής καταστολής που παρατηρήθηκαν σε αυτούς τους ασθενείς.

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-EPIVIR
expand_more

Απορρόφηση

Η λαμιβουδίνη απορροφάται ικανοποιητικά από το γαστρεντερικό σωλήνα και η βιοδιαθεσιμότητα της λαμιβουδίνης όταν χορηγείται από το στόμα στους ενήλικους κυμαίνεται μεταξύ 80 και 85%. Μετά τη χορήγηση από το στόμα, ο μέσος χρόνος (tmax) για τις ανώτατες πυκνότητες στον ορό (Cmax) είναι περίπου μία ώρα. Βάση στοιχείων από μία μελέτη σε υγιείς εθελοντές σε θεραπευτική δοσολογία 150 mg δύο φορές την ημέρα, η μέση (CV) Cmax και Cmin της λαμιβουδίνης στο πλάσμα σε σταθεροποιημένη κατάσταση είναι 1,2 µg/ml (24%) και 0,09 µg/ml (27%) αντίστοιχα. Η μέση (CV) AUC σε ένα δοσολογικό διάστημα 12 ωρών είναι 4,7 µg.h/ml (18%). Σε θεραπευτική δοσολογία 300 mg μία φορά την ημέρα, η μέση (CV) Cmax, Cmin και 24ωρη AUC σε σταθεροποιημένη κατάσταση είναι 2,0 µg/ml (26%) και 0,04 µg/ml (34%) και 8,9 µg.h/ml (21%) αντίστοιχα. Το δισκίο 150 mg είναι βιοϊσοδύναμο και ανάλογο ως προς τη δόση με το δισκίο 300 mg ως προς τα AUC∞, Cmax και tmax. Η χορήγηση των δισκίων Epivir είναι βιοϊσοδύναμη με τη χορήγηση του πόσιμου διαλύματος Epivir αναφορικά με την AUC∞ και τη Cmax στους ενήλικες. Μεταξύ των πληθυσμών ενηλίκων και των παιδιατρικών πληθυσμών έχουν παρατηρηθεί διαφορές ως προς την απορρόφηση (βλ. Ειδικοί πληθυσμοί). Η σύγχρονη χορήγηση της λαμιβουδίνης με τροφή έχει σαν αποτέλεσμα την καθυστέρηση του μέσου χρόνου (tmax) και την μείωση στις ανώτατες πυκνότητες στον ορό, Cmax (μείωση κατά 47%). Εν τούτοις, το ποσοστό της λαμιβουδίνης που απορροφάται (το οποίο βασίζεται στην αμετάβλητη περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης) δεν επηρεάζεται. Η χορήγηση θρυμματισμένων δισκίων με μια μικρή ποσότητα ημιστερεάς τροφής ή υγρού δεν αναμένεται να έχει επίδραση στην φαρμακευτική ποιότητα και επομένως δεν αναμένεται να μεταβάλλει το κλινικό αποτέλεσμα. Το συμπέρασμα αυτό βασίζεται σε φυσικοχημικά και φαρμακοκινητικά δεδομένα με την προϋπόθεση ότι ο ασθενής θρυμματίζει και μεταφέρει το 100% του δισκίου και ότι το καταπίνει αμέσως. Όταν χορηγείται σε συνδυασμό με ζιδοβουδίνη, προκύπτει μία αύξηση 13% στην έκθεση σε ζιδοβουδίνη και μία αύξηση 28% στις ανώτατες στάθμες του ορού. Αυτό δεν θεωρείται ότι είναι κλινικής σημασίας για την ασφάλεια των ασθενών και επομένως δεν χρειάζεται δοσολογική ρύθμιση.

Κατανομή

Από μελέτες ενδοφλέβιας χορήγησης, ο μέσος όγκος κατανομής είναι 1,3 l/kg. O παρατηρούμενος χρόνος υποδιπλασιασμού είναι 5 - 7 ώρες. Η μέση συστηματική κάθαρση της λαμιβουδίνης είναι περίπου 0,32 l.h/kg, με επικρατέστερη τη νεφρική κάθαρση (> 70%) μέσω του οργανικού κατιονικού συστήματος μεταφοράς. Η λαμιβουδίνη εμφανίζει γραμμική φαρμακοκινητική επάνω από τα όρια της θεραπευτικής δοσολογίας και επιδεικνύει περιορισμένη δέσμευση στην κυριότερη πρωτεΐνη του πλάσματος αλβουμίνη (< 16%-36% με την αλβουμίνη του ορού σε in vitro μελέτες). Περιορισμένα στοιχεία δείχνουν ότι η λαμιβουδίνη διεισδύει στο κεντρικό νευρικό σύστημα και φθάνει στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό. Η μέση αναλογική πυκνότητα εγκεφαλονωτιαίου υγρού / πυκνότητας λαμιβουδίνης στον ορό 2-4 ώρες μετά τη χορήγηση από το στόμα ήταν περίπου 0,12. Η πραγματική έκταση διείσδυσης ή σχέση με οποιαδήποτε κλινική αποτελεσματικότητα είναι άγνωστη.

Βιομετασχηματισμός

Το δραστικό τμήμα, η ενδοκυττάρια τριφωσφορική λαμιβουδίνη, έχει παρατεταμένο τελικό χρόνο ημιζωής στο κύτταρο (16 έως 19 ώρες) συγκριτικά με την ημιπερίοδο ζωής της λαμιβουδίνης στο πλάσμα (5 έως 7 ώρες). Σε 60 υγιείς ενήλικες εθελοντές, το Epivir 300 mg μία φορά την ημέρα έχει δείξει ότι είναι φαρμακοκινητικά ισοδύναμο σε σταθερές συνθήκες με το Epivir 150 mg δύο φορές την ημέρα ως προς τα AUC24 και Cmax. του ενδοκυττάριου τριφωσφορικού. Η λαμιβουδίνη αποβάλλεται κυρίως με νεφρική κάθαρση αναλλοίωτη. Η πιθανότητα των μεταβολικών αλληλεπιδράσεων της λαμιβουδίνης με άλλα φάρμακα, είναι μικρή λόγω του περιορισμένου ηπατικού μεταβολισμού (5-10%) και της χαμηλής δέσμευσης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.

Αποβολή

Μελέτες σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια δείχνουν ότι η αποβολή της λαμιβουδίνης επηρεάζεται από τη νεφρική δυσλειτουργία. Το συνιστώμενο δοσολογικό σχήμα για ασθενείς με κάθαρση της κρεατινίνης κάτω από 50 ml/λεπτό αναφέρεται στην Δοσολογία (βλ. Δοσολογία). Αλληλεπίδραση με τριμεθοπρίμη, συστατικό της κοτριμοξαζόλης, προκαλεί αύξηση 40% της έκθεσης της λαμιβουδίνης σε θεραπευτικές δόσεις. Αυτό δεν χρειάζεται ρύθμιση της δοσολογίας εκτός αν ο ασθενής έχει επίσης νεφρική ανεπάρκεια (βλ. Αλληλεπιδράσεις και Δοσολογία). Η σύγχρονη χορήγηση κοτριμοξαζόλης με λαμιβουδίνη σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια θα πρέπει να εξετάζεται προσεκτικά.

Ειδικοί πληθυσμοί

Παιδιά: Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της λαμιβουδίνης (περίπου 58-66%) μειώθηκε σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας κάτω των 12 ετών. Στα παιδιά, η χορήγηση δισκίων, τα οποία χορηγήθηκαν ταυτόχρονα με δισκία άλλων αντιρετροϊικών φαρμάκων, οδήγησε σε υψηλότερη AUC∞ και Cmax της λαμιβουδίνης στο πλάσμα από ό,τι το πόσιμο διάλυμα, το οποίο χορηγήθηκε ταυτόχρονα με πόσιμα διαλύματα άλλων αντιρετροϊικών φαρμάκων. Τα παιδιά που λαμβάνουν πόσιμο διάλυμα λαμιβουδίνης σύμφωνα με το συνιστώμενο δοσολογικό σχήμα, επιτυγχάνουν έκθεση στη λαμιβουδίνη στο πλάσμα εντός του εύρους τιμών που παρατηρούνται στους ενήλικες. Τα παιδιά που λαμβάνουν από στόματος δισκία λαμιβουδίνης σύμφωνα με το συνιστώμενο δοσολογικό σχήμα επιτυγχάνουν υψηλότερη έκθεση στη λαμιβουδίνη στο πλάσμα από ό,τι τα παιδιά που λαμβάνουν πόσιμο διάλυμα, διότι με τη φαρμακοτεχνική μορφή του δισκίου χορηγούνται υψηλότερες δόσεις σε mg/kg και η φαρμακοτεχνική μορφή του δισκίου έχει υψηλότερη βιοδιαθεσιμότητα (βλ. Δοσολογία). Μελέτες φαρμακοκινητικής σε παιδιατρικό πληθυσμό τόσο με πόσιμο διάλυμα όσο και με δισκία έχουν δείξει ότι η χορήγηση μία φορά την ημέρα οδηγεί σε ισοδύναμη AUC0-24 με τη χορήγηση της ίδιας συνολικής ημερήσιας δόσης δύο φορές την ημέρα. Υπάρχουν περιορισμένα φαρμακοκινητικά δεδομένα για ασθενείς ηλικίας < 3 μηνών. Στα νεογνά ηλικίας μίας εβδομάδας, η κάθαρση της λαμιβουδίνης από του στόματος ήταν μειωμένη σε σχέση με τα μεγαλύτερα παιδιά και αυτό οφείλεται στην ανώριμη νεφρική λειτουργία και στην μεταβλητή απορρόφηση. Γι’ αυτό, για να επιτευχθεί παρόμοια έκθεση στο φάρμακο με εκείνη των ενηλίκων και παιδιών, μια κατάλληλη δόση για τα νεογνά είναι τα 4 mg/kg/ημέρα. Εκτιμήσεις από σπειραματική διήθηση υποδεικνύουν ότι για να επιτευχθεί παρόμοια έκθεση στο φάρμακο με εκείνη των ενηλίκων και παιδιών, μια κατάλληλη δόση για παιδιά ηλικίας άνω των έξι εβδομάδων μπορεί να είναι τα 8 mg/kg/ημέρα.

Κύηση:

Μετά την από του στόματος χορήγηση, η φαρμακοκινητική της λαμιβουδίνης στην προχωρημένη εγκυμοσύνη, ήταν παρόμοια εκείνης των μη εγκύων γυναικών.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

5-7 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

36%
DrugBank

Βιοδιαθεσιμότητα

86%-87%
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά
DrugBank
science

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
60825
Μοριακός τύπος
C8H11N3O3S
Μοριακό βάρος
229.26
IUPAC
4-amino-1-[(2R,5S)-2-(hydroxymethyl)-1,3-oxathiolan-5-yl]pyrimidin-2-one
InChIKey
JTEGQNOMFQHVDC-NKWVEPMBSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH

Αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης (ΠΟΛΥΜΕΡΑΣ DNA ΠΟΥ ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΣΕ RNA), ένα ένζυμο που συνθέτει DNA σε ένα πρότυπο RNA.

Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του AIDS ή/και για τη διακοπή της εξάπλωσης της λοίμωξης από HIV. Αυτοί δεν περιλαμβάνουν φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία συμπτωμάτων ή ευκαιριακών λοιμώξεων που σχετίζονται με το AIDS.