Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ A06AD16 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

MANNITOL

Μαννιτόλη

Αποβαλλόμενα ταχέως από τους νεφρούς συμπαρασύρουν ύδωρ και νάτριο. Κυριότερες ενδείξεις είναι το εγκεφαλικό οίδημα, οι φαρμακευτικές δηλητηριάσεις και το γλαύκωμα. Κύρια αντένδειξη είναι η καρδιακή ανεπάρκεια επειδή μπορούν να αυξήσουν οξέως τον όγκο του αίματος. Η μαννιτόλη …

Chemical structure of MANNITOL

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Επιμελημένο
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Βλ. εισαγωγή. Λοιπές βλ. κεφ. 11.4.6.
medication
SPC-BRONCHITOL

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Εισπνευστική
Χορήγηση:
Πρωί και βράδυ (η βραδινή δόση 2-3 ώρες πριν τον ύπνο)
Δόση έναρξης:
400 mg δύο φορές την ημέρα
Τιτλοποίηση:
Η αξιολόγηση της δόσης έναρξης περιλαμβάνει διαδοχικές εισπνοές 40 mg, 80 mg, 120 mg, 160 mg μαννιτόλης, με παρακολούθηση FEV1 και SpO2.
  • Ενήλικες
    Δόση400 mg δύο φορές την ημέρα
    Η συνιστώμενη δόση χορηγείται μόνον αφότου προηγηθεί αξιολόγηση της δόσης έναρξης για βρογχική υπεραντιδραστικότητα. Πρέπει να χορηγείται βρογχοδιασταλτικό 5-15 λεπτά πριν από κάθε δόση Bronchitol.
  • Ηλικιωμένοι ασθενείς (≥65 ετών)
    Δεν υπάρχουν επαρκή διαθέσιμα δεδομένα για σύσταση υπέρ ή κατά της προσαρμογής της δοσολογίας.
  • Ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (6 έως 18 ετών)
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν ακόμη τεκμηριωθεί. Δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (<6 ετών)
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν ακόμη τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block
SPC-BRONCHITOL

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία
  • Βρογχική υπεραντιδραστικότητα στην εισπνεόμενη μαννιτόλη
warning
SPC-BRONCHITOL

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Υπεραντιδραστικότητα στη μαννιτόλη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
    Πρέπει να είναι υπό παρακολούθηση για βρογχική υπεραντιδραστικότητα σε εισπνεόμενη μαννιτόλη κατά την έναρξη αξιολόγησης της δόσης πριν την έναρξη της εφαρμογής της αξιολόγησης δόσης του Bronchitol. Εάν ένας ασθενής δεν δύναται να κάνει σπιρομέτρηση ή να ολοκληρώσει την έναρξη αξιολόγησης της δόσης, δεν πρέπει να του χορηγηθεί το Bronchitol. Σε ασθενείς με υπεραντιδραστικότητα δεν θα πρέπει να χορηγείται η θεραπευτική δόση του Bronchitol. Σε περίπτωση που υπάρχει υποψία υπεραντιδραστικότητας επαγόμενης από τη θεραπεία, η λήψη του Bronchitol πρέπει να διακόπτεται. Όλοι οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται μέχρι η FEV1 να επανέλθει στα επίπεδα της τιμής αναφοράς.
  • Βρογχόσπασμος
    Ο βρογχόσπασμος πρέπει να αντιμετωπίζεται με βρογχοδιασταλτικό ή όπως άλλως κρίνεται ιατρικά σκόπιμο. Εάν υπάρχουν αποδείξεις βρογχόσπασμου επαγόμενου από τη θεραπεία, ο γιατρός πρέπει να αξιολογήσει προσεκτικά κατά πόσο τα οφέλη της συνεχιζόμενης χρήσης του Bronchitol υπερισχύουν των κινδύνων για τον ασθενή. Όλοι οι ασθενείς πρέπει να επανεξετάζονται επίσημα μετά από περίπου έξι εβδομάδες θεραπείας με το Bronchitol για να αξιολογούνται σημεία και συμπτώματα που υποδεικνύουν βρογχόσπασμο επαγόμενο από ενεργή ουσία. Σε περίπτωση αμφιβολιών, η αξιολόγηση της δόσης έναρξης πρέπει να επαναλαμβάνεται.
  • Άσθμα
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με άσθμα
    Πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για ενδεχόμενη επιδείνωση των σημείων και συμπτωμάτων άσθματος μετά τη λήψη της δόσης έναρξης του Bronchitol. Συνιστάται να αναφέρουν στον γιατρό τους τυχόν επιδείνωση των σημείων και συμπτωμάτων άσθματος κατά τη θεραπευτική χρήση. Εάν υπάρχουν αποδείξεις βρογχόσπασμου επαγόμενου από τη θεραπεία, ο γιατρός πρέπει να αξιολογήσει προσεκτικά κατά πόσο τα οφέλη της συνεχιζόμενης χρήσης του Bronchitol υπερισχύουν των κινδύνων για τον ασθενή. Ο βρογχόσπασμος πρέπει να αντιμετωπίζεται με βρογχοδιασταλτικό ή όπως άλλως κρίνεται ιατρικά σκόπιμο.
  • Αιμόπτυση
    Πληθυσμόςασθενείς με ιστορικό σημαντικών επεισοδίων αιμόπτυσης (>60 ml) κατά τους τρεις προηγούμενους μήνες
    Πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά. Σε περίπτωση μαζικής αιμόπτυσης, πρέπει να διακόπτεται η λήψη του Bronchitol. Η επαναχορήγηση ή διακοπή του Bronchitol μετά από ελάσσονα επεισόδια αιμόπτυσης πρέπει να γίνεται βάσει κλινικής αξιολόγησης.
  • Βήχας
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
    Πρέπει να εκπαιδεύονται στην ορθή τεχνική χρήσης της συσκευής εισπνοής κατά τη θεραπεία και να τους δίνονται οδηγίες ώστε να αναφέρουν στον γιατρό τους τυχόν παρατεταμένο βήχα με τη χρήση του Bronchitol.
  • Λειτουργία πνευμόνων μη φυσιολογική
    Πληθυσμόςασθενείς με τιμή FEV1 χαμηλότερη από 30% της προβλεπόμενης τιμής
    Δεν συνιστάται η χρήση του Bronchitol.
  • Βρογχεκτασία μη σχετιζόμενη με κυστική ίνωση
    Πληθυσμόςασθενείς με βρογχεκτασία μη σχετιζόμενη με κυστική ίνωση
    Δεν συνιστάται θεραπεία με το Bronchitol.
swap_horiz
SPC-BRONCHITOL

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Βλεννολυτικά
    παρακολούθηση
    Χρησιμοποιήθηκαν σε συνδυασμό με Bronchitol σε κλινικές μελέτες
  • Αντιβιοτικά (τομπραμυκίνη, νατριούχος κολιστιμεθάτη)
    παρακολούθηση
    Χρησιμοποιήθηκαν σε συνδυασμό με Bronchitol σε κλινικές μελέτες
  • Βρογχοδιασταλτικά
    παρακολούθηση
    Χρησιμοποιήθηκαν σε συνδυασμό με Bronchitol σε κλινικές μελέτες
  • Παγκρεατικά ένζυμα
    παρακολούθηση
    Χρησιμοποιήθηκαν σε συνδυασμό με Bronchitol σε κλινικές μελέτες
  • Βιταμίνες
    παρακολούθηση
    Χρησιμοποιήθηκαν σε συνδυασμό με Bronchitol σε κλινικές μελέτες
  • Εισπνεόμενα και συστηματικά κορτικοστεροειδή
    παρακολούθηση
    Χρησιμοποιήθηκαν σε συνδυασμό με Bronchitol σε κλινικές μελέτες
  • Αναλγητικά
    παρακολούθηση
    Χρησιμοποιήθηκαν σε συνδυασμό με Bronchitol σε κλινικές μελέτες
  • Υπέρτονος φυσιολογικός ορός
    Δεν υπάρχουν δεδομένα ταυτόχρονης χορήγησης (εξαιρέθηκε από μελέτες Φάσης 3)
sick
SPC-BRONCHITOL

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Λοιμώξεις
  • Φορέας βακτηριακής νόσου
  • Βρογχίτιδα
  • Βρογχοπνευμονία
  • Πνευμονική λοίμωξη
  • Καντιντίαση του στόματος
  • Φαρυγγίτιδα
  • Σταφυλοκοκκική λοίμωξη
  • Λοίμωξη ανώτερης αναπνευστικής οδού
Μεταβολισμός
  • Μειωμένη όρεξη
  • Διαβήτης σχετιζόμενος με την ΚΙ
  • Αφυδάτωση
Ψυχιατρικές
  • Αϋπνία
  • Νοσηρές σκέψεις
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Ζάλη
Αυτί
  • Ωταλγία
Αναπνευστικό
  • Βήχας
  • Αιμόπτυση
  • Στοματοφαρυγγικό άλγος
  • Συριγμός
  • Παραγωγικός βήχας
  • Ερεθισμός του λαιμού
  • Άσθμα
  • Βρογχόσπασμος
  • Ρινόρροια
  • Δύσπνοια
  • Δυσφωνία
  • Υπεραερισμός
  • Απόφραξη αεραγωγών
  • Συμφόρηση αναπνευστικής οδού
  • Δυσχρωματισμένα πτύελα
  • Υποξία
  • Πόνος στον θώρακα
Εργαστηριακές
  • Μειωμένος ταχέως εκπνεόμενος όγκος
  • Θετική εξέταση βακτηρίων σε πτύελα
  • Θετική εξέταση μυκήτων σε πτύελα
  • Προσδιορισμός βακτηρίων σε πτύελα
Γενικές
  • Επιδείνωση κατάστασης
  • Δυσφορία στον θώρακα
  • Θωρακική δυσφορία
  • Πυρεξία
  • Κόπωση
  • Γριππώδης συνδρομή
  • Άλγος κήλης
  • Αίσθημα κακουχίας
  • Θωρακικό άλγος
Γαστρεντερικό
  • Έμετος
  • Ναυτία
  • Διάρροια
  • Ερυγή
  • Μετεωρισμός
  • Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
  • Γλωσσοδυνία
  • Ακούσια προσπάθεια για έμετο
  • Στοματίτιδα
  • Άλγος άνω κοιλιακής χώρας
  • Αφθώδης στοματίτιδα
  • Οδυνοφαγία
Δέρμα
  • Ακμή
  • Κρύος ιδρώτας
  • Κνησμός
  • Εξάνθημα
  • Κνησμώδες εξάνθημα
Μυοσκελετικό
  • Μυοσκελετικός πόνος θώρακα
  • Αρθραλγία
  • Οσφυαλγία
  • Δυσκαμψία άρθρωσης
  • Μυοσκελετικός πόνος
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Ακράτεια ούρων
Ήπαρ
  • Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Αιμόπτυση
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Βήχας
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Επιδείνωση κατάστασης
    Γενικές
    Συχνές
  • Θωρακική δυσφορία
    Γενικές
    Συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Προσδιορισμός βακτηρίων σε πτύελα
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Στοματοφαρυγγικό άλγος
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Συριγμός
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Άλγος άνω κοιλιακής χώρας
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Άλγος κήλης
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Άσθμα
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Αίσθημα κακουχίας
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Ακμή
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Ακούσια προσπάθεια για έμετο
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Ακράτεια ούρων
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Απόφραξη αεραγωγών
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Αρθραλγία
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Αφθώδης στοματίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Αφυδάτωση
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Βρογχίτιδα
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Βρογχοπνευμονία
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Βρογχόσπασμος
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Γλωσσοδυνία
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Γριππώδης συνδρομή
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Διαβήτης σχετιζόμενος με την ΚΙ
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Δυσκαμψία άρθρωσης
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Δυσφωνία
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Δυσχρωματισμένα πτύελα
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Δύσπνοια
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Ερεθισμός του λαιμού
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Ερυγή
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Θετική εξέταση βακτηρίων σε πτύελα
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Θετική εξέταση μυκήτων σε πτύελα
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Θωρακικό άλγος
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Καντιντίαση του στόματος
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Κνησμώδες εξάνθημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Κρύος ιδρώτας
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Λοίμωξη ανώτερης αναπνευστικής οδού
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Μειωμένη όρεξη
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Μειωμένος ταχέως εκπνεόμενος όγκος
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Μετεωρισμός
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Μυοσκελετικός πόνος
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Μυοσκελετικός πόνος θώρακα
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Νοσηρές σκέψεις
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Οδυνοφαγία
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Οσφυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Παραγωγικός βήχας
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Πνευμονική λοίμωξη
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Πυρεξία
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Πόνος στον θώρακα
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Ρινόρροια
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Σταφυλοκοκκική λοίμωξη
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Στοματίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Συμφόρηση αναπνευστικής οδού
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Υπεραερισμός
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Υποξία
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Φαρυγγίτιδα
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Φορέας βακτηριακής νόσου
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Ωταλγία
    Αυτί
    Όχι συχνές
pregnant_woman
SPC-BRONCHITOL

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Αποφεύγεται
    Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σχετικά με τη χρήση της μαννιτόλης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα δεν καταδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις σε ό,τι αφορά την τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Καθότι οι επιδράσεις ενδεχόμενης υπεραντιδραστικότητας στη μητέρα ή/και στο έμβρυο δεν είναι γνωστές, πρέπει να δίδεται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση του Bronchitol σε έγκυες γυναίκες. Σαν προληπτικό μέτρο είναι προτιμητέο να αποφεύγεται η χρήση του Bronchitol κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
  • Γαλουχία
    Με προσοχή
    Δεν είναι γνωστό εάν η μαννιτόλη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Η απέκκριση της μαννιτόλης στο γάλα δεν έχει μελετηθεί σε ζώα. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος για το παιδί που θηλάζει. Η απόφαση για το εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή η θεραπεία με το Bronchitol πρέπει να λαμβάνεται με βάση το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας με το Bronchitol για τη γυναίκα.
  • Γονιμότητα
    Άγνωστο
    Δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα για την επίδραση της μαννιτόλης στη γονιμότητα. Δεν έχουν διεξαχθεί αναπαραγωγικές μελέτες σε ζώα για την εισπνεόμενη μαννιτόλη. Ωστόσο, μελέτες με μαννιτόλη χορηγούμενη από το στόμα δεν καταδεικνύουν επιδράσεις στη γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Το mannitol είναι οσμωτικό διουρητικό που δεν μεταβολίζεται στον άνθρωπο και εμφανίζεται φυσικά ως σάκχαρο ή σακχαροαλκοόλη σε φρούτα και λαχανικά. Το mannitol αυξάνει την ωσμωλικότητα του πλάσματος του αίματος, με αποτέλεσμα για μεγαλύτερη ροή υδάτινου από…
monitor_heart
SPC-BRONCHITOL

Φαρμακοδυναμική

expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Παρασκευάσματα κατά του βήχα και του κρυολογήματος, Βλεννολυτικό. Κωδικός ATC: R05CB16 ### Μηχανισμός δράσης Το Bronchitol είναι εισπνεόμενο υπερωσμωτικό φαρμακευτικό προϊόν. Αν και ο ακριβής μηχανισμός δράσης δεν είναι…

biotech
SPC-BRONCHITOL

Φαρμακοκινητική

expand_more

Απορρόφηση Σε μελέτη 18 υγιών άρρενων ενήλικων εθελοντών, η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της εισπνεόμενης κόνεως μαννιτόλης συγκριτικά με την ενδοφλέβια μαννιτόλη ήταν 0,59% ± 0,15. Η ταχύτητα και ο βαθμός απορρόφησης της μαννιτόλης μετά από εισπνοή…

hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Η μαννιτόλη μεταβολίζεται ελάχιστα, αν γίνει καθόλου, σε γλυκογόνο στο ήπαρ. …ΠΟΛΥΟΛΙΚΟ ΑΛΚΟΟΛΗ ΣΑΚΧΑΡΩΝ… ΜΑΝΝΙΤΟΛΗ (C6H14O6)… ΣΕ ΜΕΓΑΛΟ ΒΑΘΜΟ ΑΠΟΒΑΛΛΕΤΑΙ ΑΜΕΤΑΒΛΗΤΟ ΣΤΑ ΟΥΡΑ. H ΜΑΝΝΙΤΟΛΗ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΕ ΜΕΓΑΛΗ ΠΟΣΟΤΗΤΑ ΣΕ ΣΠΟΡΙΑ ΤΟΥ…
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Νεφρά

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
flag

Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη

  • Βρογχική υπεραντιδραστικότητα (μαννιτόλη) · κατά την έναρξη αξιολόγησης της δόσης πριν την έναρξη της εφαρμογής της αξιολόγησης δόσης του Bronchitol
stethoscope

Κλινική εξέταση & ζωτικά

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
FEV1 pulmonologyΑναπνευστική λειτουργία Μείωση τιμής αναφοράς ≥20% στην αθροιστική δόση 240 mg (υπεραντιδραστικότητα)
Μείωση τιμής αναφοράς 20-<50% χωρίς επάνοδο <20% εντός 15 λεπτών (υπεραντιδραστικότητα)
Μείωση τιμής αναφοράς ≥50% (υπεραντιδραστικότητα)
Επανόρθωση τιμής αναφοράς μετά από υποψία υπεραντιδραστικότητας
Κορεσμός οξυγόνου (SpO2) pulmonologyΑναπνευστική λειτουργία Μείωση τιμής αναφοράς ≥10% (υπεραντιδραστικότητα)
Συμπτώματα άσθματος pulmonologyΑναπνευστική λειτουργία μετά τη λήψη της δόσης έναρξης του Bronchitol Ασθενείς με άσθμα
Συμπτώματα βρογχόσπασμου pulmonologyΑναπνευστική λειτουργία επίσημα μετά από περίπου έξι εβδομάδες θεραπείας με το Bronchitol
Αιμόπτυση stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) Ιστορικό σημαντικών επεισοδίων αιμόπτυσης (>60 ml)
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-BRONCHITOL
expand_more

Δοσολογία

Αξιολόγηση δόσης έναρξης Πριν από την έναρξη της θεραπείας με Bronchitol, κατά τη χορήγηση της δόσης έναρξης σε έκαστο ασθενή απαιτείται αξιολόγηση του ασθενούς για βρογχική υπεραντιδραστικότητα στην εισπνεόμενη μαννιτόλη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοδυναμικές). Η δόση έναρξης του Bronchitol πρέπει να χορηγείται στον ασθενή υπό την επίβλεψη και παρακολούθηση έμπειρου γιατρού ή άλλου επαγγελματία του τομέα υγειονομικής περίθαλψης, κατάλληλα εκπαιδευμένου και με εξοπλισμό για διενέργεια σπιρομέτρησης, παρακολούθηση του κορεσμού οξυγόνου (SpO2) και διαχείριση οξέος βρογχόσπασμου (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες), συμπεριλαμβανομένης της ορθής χρήσης εξοπλισμού ανάνηψης. Πέντε έως δεκαπέντε λεπτά πριν από τη χορήγηση της δόσης έναρξης και μετά από τη μέτρηση των τιμών αναφοράς FEV1 και SpO2 (κορεσμός οξυγόνου στο αίμα), ο ασθενής πρέπει να λαμβάνει προηγούμενη φαρμακευτική αγωγή με χρήση βρογχοδιασταλτικού. Όλες οι μετρήσεις FEV1 και η παρακολούθηση των τιμών SpO2 πρέπει να διενεργούνται 60 δευτερόλεπτα μετά την εισπνοή της δόσης. Κατά την αξιολόγηση της δόσης έναρξης είναι σημαντική η εκπαίδευση του ασθενούς στην εξάσκηση της ορθής τεχνικής εισπνοών. Η αξιολόγηση της δόσης έναρξης πρέπει να διενεργείται σύμφωνα με τα εξής βήματα:

  • Βήμα 1: Μέτρηση των τιμών αναφοράς FEV1 και SpO2 του ασθενούς πριν από τη χορήγηση της δόσης έναρξης
  • Βήμα 2: Εισπνοή 40 mg (1 καψάκιο x 40 mg) και παρακολούθηση της τιμής SpO2
  • Βήμα 3: Εισπνοή 80 mg (2 καψάκια x 40 mg) και παρακολούθηση της τιμής SpO2
  • Βήμα 4: Εισπνοή 120 mg (3 καψάκια x 40 mg), μέτρηση της τιμής FEV1 και παρακολούθηση της τιμής SpO2
  • Βήμα 5: Εισπνοή 160 mg (4 καψάκια x 40 mg), μέτρηση της τιμής FEV1 και παρακολούθηση της τιμής SpO2
  • Βήμα 6: Μέτρηση της τιμής FEV1 του ασθενούς 15 λεπτά μετά από τη λήψη της δόσης έναρξης. Οι ασθενείς με άσθμα ενδέχεται να εκδηλώσουν αναστρέψιμο παροδικό ήπιο βρογχόσπασμο μετά την αξιολόγηση της δόσης έναρξης και, συνεπώς, απαιτείται παρακολούθηση του ασθενούς έως ότου η τιμή FEV1 επανέλθει στο επίπεδο της τιμής αναφοράς.

Δοσολογικό σχήμα θεραπείας Το δοσολογικό σχήμα θεραπείας συνταγογραφείται μόνον αφότου προηγηθεί αξιολόγηση της δόσης έναρξης. Ο ασθενής πρέπει να συμπληρώσει και να περάσει την έναρξη αξιολόγησης της δόσης προτού ξεκινήσει η θεραπεία με Bronchitol. Εντός 5 έως 15 λεπτών πριν από κάθε δόση Bronchitol, πρέπει να χορηγηθεί ένας βρογχοδιαστολέας. Η συνιστώμενη δόση του Bronchitol είναι 400 mg δύο φορές την ημέρα. Η δόση αυτή αντιστοιχεί στην εισπνοή του περιεχομένου δέκα καψακίων με χρήση της συσκευής εισπνοής δύο φορές την ημέρα. Οι δόσεις πρέπει να λαμβάνονται πρωί και βράδυ. Συγκεκριμένα, η βραδινή δόση λαμβάνεται 2-3 ώρες πριν τον ύπνο. Για ασθενείς που λαμβάνουν αρκετές αναπνευστικές θεραπείες, η συνιστώμενη σειρά είναι:

  1. Βρογχοδιασταλτικό
  2. Bronchitol
  3. Φυσιοθεραπεία/άσκηση
  4. Δορνάση-α (εάν εφαρμόζεται)
  5. Εισπνεόμενα αντιβιοτικά (εάν εφαρμόζεται)

Ειδικοί πληθυσμοί Ηλικιωμένοι ασθενείς (≥65 ετών) Δεν υπάρχουν επαρκή διαθέσιμα δεδομένα για τον συγκεκριμένο πληθυσμό που να τεκμηριώνουν την έκδοση σύστασης υπέρ ή κατά της προσαρμογής της δοσολογίας.

Νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία Το Bronchitol δεν έχει μελετηθεί επισήμως σε ασθενείς με νεφρική και ηπατική δυσλειτουργία. Τα διαθέσιμα στοιχεία από τις μελέτες DPM-CF-301 και 302 υποδεικνύουν ότι δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας για τους συγκεκριμένους πληθυσμούς ασθενών.

Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Bronchitol σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 6 έως 18 ετών δεν έχουν ακόμη τεκμηριωθεί. Τα επί του παρόντος διαθέσιμα δεδομένα περιγράφονται στις Ανεπιθύμητες ενέργειες, Φαρμακοδυναμικές και Φαρμακοκινητικές, αλλά δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Bronchitol σε παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετών δεν έχουν ακόμη τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.

Τρόπος χορήγησης Το Bronchitol προορίζεται για χρήση μέσω εισπνοής με χρήση της συσκευής εισπνοής που εσωκλείεται στη συσκευασία. Δεν πρέπει να χορηγείται μέσω άλλης οδού ή με τη χρήση άλλης συσκευής εισπνοής. Τα καψάκια δεν πρέπει να καταπίνονται. Κάθε καψάκιο τοποθετείται στη συσκευή ξεχωριστά. Το περιεχόμενο των καψακίων εισπνέεται μέσω της συσκευής εισπνοής με μία ή δύο εισπνοές. Μετά την εισπνοή, τα κενά καψάκια απορρίπτονται πριν από την εισαγωγή του επόμενου καψακίου στη συσκευή εισπνοής με όσο το δυνατόν μικρότερη καθυστέρηση. Η συσκευή εισπνοής πρέπει να αντικαθίσταται μετά από μία εβδοχή χρήσης. Εάν όμως απαιτείται καθαρισμός της συσκευής εισπνοής, πρέπει να βεβαιωθείτε ότι η συσκευή είναι κενή και, στη συνέχεια, πρέπει να την πλύνετε με χλιαρό νερό. Προτού χρησιμοποιήσετε εκ νέου τη συσκευή, πρέπει να την αφήσετε να στεγνώσει καλά. Λεπτομερείς πληροφορίες για τον τρόπο χρήσης της συσκευής εισπνοής υπάρχουν στο φύλλο οδηγιών χρήσης. Οι ασθενείς θα πρέπει να τις διαβάσουν προσεκτικά.

block

Αντενδείξεις

SPC-BRONCHITOL
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία.
  • Βρογχική υπεραντιδραστικότητα στην εισπνεόμενη μαννιτόλη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-BRONCHITOL
expand_more

Υπεραντιδραστικότητα στη μαννιτόλη

Οι ασθενείς πρέπει να είναι υπό παρακολούθηση για βρογχική υπεραντιδραστικότητα σε εισπνεόμενη μαννιτόλη κατά την έναρξη αξιολόγησης της δόσης πριν την έναρξη της εφαρμογής της αξιολόγησης δόσης του Bronchitol. Αν ένας ασθενής δεν δύναται να κάνει σπιρομέτρηση ή να ολοκληρώσει την έναρξη αξιολόγησης της δόσης, δεν πρέπει να του χορηγηθεί το Bronchitol. Σε ασθενείς με υπεραντιδραστικότητα δεν θα πρέπει να χορηγείται η θεραπευτική δόση του Bronchitol (βλ. Αντενδείξεις). Ισχύουν οι συνήθεις προφυλάξεις για την παρακολούθηση της βρογχικής υπεραντιδραστικότητας (βλ. Δοσολογία).

Ένας ασθενής ορίζεται ως υπεραντιδραστικός στην εισπνεόμενη μαννιτόλη και δεν πρέπει να του χορηγείται η θεραπευτική δόση αν κατά την έναρξη αξιολόγησης της δόσης αντιμετωπίζει κάποιο από τα ακόλουθα:

  • μείωση της τιμής SpO2 ως προς την τιμή αναφοράς σε οποιοδήποτε στάδιο της αξιολόγησης κατά ≥10%
  • μείωση της τιμής FEV1 ως προς την τιμή αναφοράς στην αθροιστική δόση των 240 mg κατά ≥20%
  • μείωση της τιμής FEV1 ως προς την τιμή αναφοράς στο τέλος της αξιολόγησης κατά 20-<50% χωρίς επάνοδο στο <20% εντός 15 λεπτών
  • μείωση της τιμής FEV1 ως προς την τιμή αναφοράς στο τέλος της αξιολόγησης κατά ≥50%. Σε περίπτωση που υπάρχει υποψία υπεραντιδραστικότητας επαγόμενης από τη θεραπεία, η λήψη του Bronchitol πρέπει να διακόπτεται. Όλοι οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται μέχρι η FEV1 να επανέλθει στα επίπεδα της τιμής αναφοράς.

Βρογχόσπασμος

Ο βρογχόσπασμος μπορεί να προκληθεί από την εισπνοή φαρμακευτικού προϊόντος και έχει αναφερθεί με τη χρήση του Bronchitol σε κλινικές μελέτες, ακόμη και σε ασθενείς που δεν παρουσίασαν υπεραντιδραστικότητα στην εισπνεόμενη μαννιτόλη κατά τη λήψη της δόσης έναρξης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Ο βρογχόσπασμος πρέπει να αντιμετωπίζεται με βρογχοδιασταλτικό ή όπως άλλως κρίνεται ιατρικά σκόπιμο. Εάν υπάρχουν αποδείξεις βρογχόσπασμου επαγόμενου από τη θεραπεία, ο γιατρός πρέπει να αξιολογήσει προσεκτικά κατά πόσο τα οφέλη της συνεχιζόμενης χρήσης του Bronchitol υπερισχύουν των κινδύνων για τον ασθενή. Όλοι οι ασθενείς πρέπει να επανεξετάζονται επίσημα μετά από περίπου έξι εβδομάδες θεραπείας με το Bronchitol για να αξιολογούνται σημεία και συμπτώματα που υποδεικνύουν βρογχόσπασμο επαγόμενο από ενεργή ουσία. Σε περίπτωση αμφιβολιών, η αξιολόγηση της δόσης έναρξης που περιγράφεται στην (βλ. Δοσολογία) πρέπει να επαναλαμβάνεται.

Άσθμα

Η ασφάλεια/αποτελεσματικότητα του Bronchitol σε ασθενείς με άσθμα δεν έχει μελετηθεί επισήμως. Οι ασθενείς με άσθμα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για ενδεχόμενη επιδείνωση των σημείων και συμπτωμάτων άσθματος μετά τη λήψη της δόσης έναρξης του Bronchitol. Οι ασθενείς συνιστάται να αναφέρουν στον γιατρό τους τυχόν επιδείνωση των σημείων και συμπτωμάτων άσθματος κατά τη θεραπευτική χρήση. Εάν υπάρχουν αποδείξεις βρογχόσπασμου επαγόμενου από τη θεραπεία, ο γιατρός πρέπει να αξιολογήσει προσεκτικά κατά πόσο τα οφέλη της συνεχιζόμενης χρήσης του Bronchitol υπερισχύουν των κινδύνων για τον ασθενή. Ο βρογχόσπασμος πρέπει να αντιμετωπίζεται με βρογχοδιασταλτικό ή όπως άλλως κρίνεται ιατρικά σκόπιμο.

Αιμόπτυση

Σε κλινικές μελέτες αναφέρονται συχνά περιστατικά αιμόπτυσης με το Bronchitol. Το Bronchitol δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με ιστορικό σημαντικών επεισοδίων αιμόπτυσης (>60 ml) κατά τους τρεις προηγούμενους μήνες. Συνεπώς, οι ασθενείς αυτοί πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά, ενώ σε περίπτωση μαζικής αιμόπτυσης, πρέπει να διακόπτεται η λήψη του Bronchitol. Ως μαζική/σοβαρή αιμόπτυση νοείται:

  • οξεία αιμορραγία ≥240 ml εντός 24 ωρών
  • υποτροπιάζουσα αιμορραγία ≥100 ml/ημέρα για περισσότερες ημέρες Η επαναχορήγηση ή διακοπή του Bronchitol μετά από ελάσσονα επεισόδια αιμόπτυσης πρέπει να γίνεται βάσει κλινικής αξιολόγησης.

Βήχας

Ο βήχας αναφέρεται συχνά σε κλινικές μελέτες για τη χρήση του Bronchitol (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι ασθενείς πρέπει να εκπαιδεύονται στην ορθή τεχνική χρήσης της συσκευής εισπνοής κατά τη θεραπεία και να τους δίνονται οδηγίες ώστε να αναφέρουν στον γιατρό τους τυχόν παρατεταμένο βήχα με τη χρήση του Bronchitol.

Λειτουργία πνευμόνων μη φυσιολογική

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε ασθενείς με τιμή FEV1 χαμηλότερη από 30% της προβλεπόμενης τιμής δεν έχουν ακόμη τεκμηριωθεί (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Δεν συνιστάται η χρήση του Bronchitol στους συγκεκριμένους ασθενείς.

Βρογχεκτασία μη σχετιζόμενη με κυστική ίνωση

Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια σε ασθενείς με βρογχεκτασία μη σχετιζόμενη με κυστική ίνωση δεν έχουν ακόμη τεκμηριωθεί. Συνεπώς, δεν συνιστάται θεραπεία με το Bronchitol.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-BRONCHITOL
expand_more
Δεν έχουν διεξαχθεί επίσημες μελέτες αλληλεπίδρασης. Ωστόσο, το Bronchitol χρησιμοποιήθηκε σε κλινικές μελέτες σε συνδυασμό με πρότυπες θεραπείες κυστικής ίνωσης όπως βλεννολυτικά, αντιβιοτικά (συμπεριλαμβανομένης της τομπραμυκίνης και της νατριούχου κολιστιμεθάτης), βρογχοδιασταλτικά, παγκρεατικά ένζυμα, βιταμίνες, εισπνεόμενα και συστηματικά κορτικοστεροειδή και αναλγητικά. Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με την ταυτόχρονη χορήγηση υπέρτονου φυσιολογικού ορού μαζί με το Bronchitol, καθώς αυτή εξαιρέθηκε από τις μελέτες της Φάσης 3.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-BRONCHITOL
expand_more

Περίληψη εικόνας ασφάλειας

Το προφίλ ασφαλείας του Bronchitol έχει αξιολογηθεί σε κλινικές μελέτες, στις οποίες συμμετείχαν περισσότεροι από 1200 ασθενείς.

Αξιολόγηση δόσης έναρξης (Ενήλικες)

Η πιο συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια που αναφέρθηκε με τη χρήση του Bronchitol κατά την αξιολόγηση της δόσης έναρξης είναι ο βήχας (2,9% των ασθενών) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Η πιο σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια που αναφέρθηκε με τη χρήση του Bronchitol κατά την αξιολόγηση της δόσης έναρξης είναι ο βρογχόσπασμος.

Δοσολογικό σχήμα θεραπείας (Ενήλικες)

Η πιο συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια που αναφέρθηκε με τη χρήση του Bronchitol είναι ο βήχας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Παρατηρήθηκε στο 8,3% των ασθενών έναντι 4,0% των ασθενών στο σκέλος ελέγχου. Ο βήχας που συνεπάγετο παύση της θεραπείας ήταν επίσης συχνός και παρατηρήθηκε στο 4,0% των ασθενών στο σκέλος θεραπείας με το Bronchitol. Η πιο σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια που σχετίζεται με τη χρήση του Bronchitol είναι η αιμόπτυση. Το ποσοστό των ασθενών που παρουσίασαν αιμόπτυση ως ανεπιθύμητη ενέργεια ήταν 7,3%, 3,3% και 3,4% στα σκέλη του Bronchitol για τις μελέτες 301, 302 και 303 αντίστοιχα, έναντι 3,4%, 0% και 5,6% στα σκέλη ελέγχου. Το ποσοστό των ασθενών που εμφάνισαν αιμόπτυσης, συμπεριλαμβανομένης της αιμόπτυσης που αναφέρθηκε κατά τον παροξυσμό, ήταν 7,0% στο σκέλος της μαννιτόλης και 7,7% στο σκέλος ελέγχου (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα (Ενήλικες)

Το προφίλ ασφαλείας του Bronchitol βασίζεται στα δεδομένα ασφαλείας των κλινικών μελετών της Φάσης ΙΙΙ (συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων από την αξιολόγηση της αρχικής δόσης). Οι συχνότητες εμφάνισης ορίζονται ως ακολούθως: Πολύ συχνές (≥1/10) Συχνές (≥1/100, <1/10) Όχι συχνές (≥1/1.000, <1/100) Σπάνιες (≥1/10.000, <1/1.000) Πολύ σπάνιες (≥1/100,000 to <1/10,000) Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα) Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.

Κατηγορία οργάνου συστήματος Συχνότητα Ανεπιθύμητη ενέργεια
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Όχι συχνές Φορέας βακτηριακής νόσου, Βρογχίτιδα, Βρογχοπνευμονία, Πνευμονική λοίμωξη, Καντιντίαση του στόματος, Φαρυγγίτιδα, Σταφυλοκοκκική λοίμωξη, Λοίμωξη της ανώτερης αναπνευστικής οδού
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Όχι συχνές Μειωμένη όρεξη, Διαβήτης σχετιζόμενος με την ΚΙ, Αφυδάτωση1
Ψυχιατρικές διαταραχές Όχι συχνές Αρχική αϋπνία, Νοσηρές σκέψεις
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Συχνές Κεφαλαλγία
Όχι συχνές Ζάλη
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου Όχι συχνές Ωταλγία
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου Συχνές Βήχας, Αιμόπτυση, Στοματοφαρυγγικό άλγος, Συριγμός
Όχι συχνές Παραγωγικός βήχας, Ερεθισμός του λαιμού, Άσθμα, Βρογχόσπασμος, Ταχέως εκπνεόμενος όγκος μειωμένος, Ρινόρροια, Δύσπνοια, Δυσφωνία, Υπεραερισμός, Απόφραξη αεραγωγών, Συμφόρηση αναπνευστικής οδού, Δυσχρωματισμένα πτύελα, Υποξία
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος Συχνές Έμετος μετά από βήχα, Έμετος
Όχι συχνές Ναυτία, Διάρροια, Ερυγή, Μετεωρισμός, Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, Γλωσσοδυνία, Ακούσια προσπάθεια για έμετο2, Στοματίτιδα, Άλγος άνω κοιλιακής χώρας1, Αφθώδης στοματίτιδα1, Οδυνοφαγία1
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Όχι συχνές Ακμή, Κρύος ιδρώτας, Κνησμός, Εξάνθημα, Κνησμώδες εξάνθημα
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Όχι συχνές Μυοσκελετικός πόνος του θώρακα, Αρθραλγία, Οσφυαλγία, Δυσκαμψία άρθρωσης, Μυοσκελετικός πόνος
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Όχι συχνές Ακράτεια ούρων
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Συχνές Κατάσταση επιδεινωθείσα, Θωρακική δυσφορία
Όχι συχνές Πυρεξία, Κόπωση, Γριππώδης συνδρομή, Άλγος κήλης, Αίσθημα κακουχίας, Θωρακικό άλγος
Παρακλινικές εξετάσεις Όχι συχνές Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος, βακτήρια ή Θετική εξέταση μυκήτων σε πτύελα

1 Οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις που προέκυψαν μόνον λόγω της αξιολόγησης αρχικής δόσης είναι η αφυδάτωση, η μείωση του ταχέως εκπνεόμενου όγκου, η υποξία, η διάρροια, ο πόνος στην άνω κοιλιακή χώρα, η αφθώδης στοματίτιδα, η οδυνοφαγία, ο πόνος στο στήθος και η αύξηση της αλκαλικής φωσφατάσης στο αίμα.

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών (Ενήλικες)

Είκοσι επτά (7,1%) από τους 378 ασθενείς που υποβλήθηκαν στη δοκιμασία ανοχής στη μαννιτόλη (MTT) στη μελέτη 301, 18 (5,3%) από τους 341 ασθενείς στη μελέτη 302 και 25 (5,1%) από τους 486 ασθενείς στη μελέτη 303 είχαν θετικό αποτέλεσμα στην MTT. Στη μελέτη 301, συνολικά οι συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας ανοχής στη μαννιτόλη, ήταν βήχας σε 20 (5,3%) άτομα, συριγμός/βρογχόσπασμος σε επτά (1,9%) άτομα και θωρακική δυσφορία σε έξι (1,6%) άτομα. Στη μελέτη 302, η πιο συχνά αναφερόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας ανοχής στη μαννιτόλη ήταν ο βήχας σε επτά ασθενείς (2,1%) και στη μελέτη 303 η πιο συχνά αναφερόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια από την ΜΤΤ ήταν επίσης ο βήχας σε οκτώ ασθενείς (1,6%).

Παιδιατρικός πληθυσμός (ηλικίας 6 έως 17 ετών)

Η συχνότητα εμφάνισης, ο τύπος και η σοβαρότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών στα παιδιά παρουσιάζουν ομοιότητες με αυτές που παρατηρήθηκαν στους ενήλικες.

Δόση έναρξης (6 έως 17 ετών)

Η πιο συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια που αναφέρθηκε με τη χρήση του Bronchitol κατά την αξιολόγηση της δόσης έναρξης στον παιδιατρικό πληθυσμό είναι ο βήχας (4,8% των ασθενών). Η πιο σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια που αναφέρθηκε με τη χρήση του Bronchitol κατά την αξιολόγηση της δόσης έναρξης στον παιδιατρικό πληθυσμό είναι ο βρογχόσπασμος.

Δοσολογικό σχήμα θεραπείας (6 έως 17 ετών)

Η πιο συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια που αναφέρθηκε με τη χρήση του Bronchitol είναι ο βήχας. Παρατηρήθηκε στο 7,8% των ασθενών έναντι 3,8% των ασθενών στο σκέλος ελέγχου. Η πιο σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια που αναφέρθηκε με τη χρήση του Bronchitol είναι η αιμόπτυση.

Πίνακας 2: Συχνότητα των ανεπιθύμητων αντιδράσεων που προκαλεί το Bronchitol στις μελέτες φάσης 3 (αξιολόγηση αρχικής δόσης ή/και φάση θεραπείας) - σε παιδιατρικό πληθυσμό (ηλικίας 6 έως 17 ετών).

Κατηγορία οργάνου συστήματος Συχνότητα Ανεπιθύμητη ενέργεια
Ψυχιατρικές διαταραχές Όχι συχνές Αρχική αϋπνία
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Συχνές Κεφαλαλγία
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου Όχι συχνές Ζάλη2, Ωταλγία
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου Συχνές Βήχας, Κατάσταση επιδεινωθείσα, Αιμόπτυση, Στοματοφαρυγγικό άλγος, Δυσφορία στον θώρακα, Συριγμός, Άσθμα, Παραγωγικός βήχας
Όχι συχνές Βρογχίτιδα, Βρογχοπνευμονία, Δυσφωνία, Υπεραερισμός, Δυσχρωμία πτυέλων, Ερεθισμός του λαιμού, Φαρυγγίτιδα, Λοίμωξη της ανώτερης αναπνευστικής οδού, Βρογχόσπασμος, Δύσπνοια, Πόνος στον θώρακα1
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος Συχνές Έμετος, Έμετος μετά από βήχα
Όχι συχνές Ναυτία, Οδυνοφαγία, Έμετος μετά από βήχα, Ερυγή1
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Όχι συχνές Κνησμός, Κνησμώδες εξάνθημα
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Όχι συχνές Μυοσκελετικός πόνος του θώρακα
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Όχι συχνές Ακράτεια ούρων
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Όχι συχνές Πυρεξία
Παρακλινικές εξετάσεις Συχνές Προσδιορισμός βακτηρίων σε πτύελα

1 Οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις που προκαλούνται μόνο λόγω της αξιολόγησης της αρχικής δόσης είναι ο βρογχόσπασμος, ο πόνος στο στήθος, η οδυνοφαγία και η τάση για έμετο.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V*.

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-BRONCHITOL
expand_more

Κύηση

Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σχετικά με τη χρήση της μαννιτόλης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα δεν καταδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις σε ό,τι αφορά την τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Καθότι οι επιδράσεις ενδεχόμενης υπεραντιδραστικότητας στη μητέρα ή/και στο έμβρυο δεν είναι γνωστές, πρέπει να δίδεται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση του Bronchitol σε έγκυες γυναίκες. Σαν προληπτικό μέτρο είναι προτιμητέο να αποφεύγεται η χρήση του Bronchitol κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Γαλουχία

Δεν είναι γνωστό εάν η μαννιτόλη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Η απέκκριση της μαννιτόλης στο γάλα δεν έχει μελετηθεί σε ζώα. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος για το παιδί που θηλάζει. Η απόφαση για το εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή η θεραπεία με το Bronchitol πρέπει να λαμβάνεται με βάση το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας με το Bronchitol για τη γυναίκα.

Γονιμότητα

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα για την επίδραση της μαννιτόλης στη γονιμότητα. Δεν έχουν διεξαχθεί αναπαραγωγικές μελέτες σε ζώα για την εισπνεόμενη μαννιτόλη. Ωστόσο, μελέτες με μαννιτόλη χορηγούμενη από το στόμα δεν καταδεικνύουν επιδράσεις στη γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-BRONCHITOL
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία

Παρασκευάσματα κατά του βήχα και του κρυολογήματος, Βλεννολυτικό. Κωδικός ATC: R05CB16

Μηχανισμός δράσης

Το Bronchitol είναι εισπνεόμενο υπερωσμωτικό φαρμακευτικό προϊόν. Αν και ο ακριβής μηχανισμός δράσης δεν είναι γνωστός, η εισπνεόμενη μαννιτόλη μπορεί να αλλάξει τις ιξωδοελαστικές ιδιότητες της βλέννας, να αυξήσει την ενυδάτωση της στοιβάδας εφύγρανσης των κροσσών και να συνεισφέρει στην αυξημένη κάθαρση των στάσιμων εκκρίσεων βλέννας μέσω του βλεννοκροσσωτού μηχανισμού. Ο παραγωγικός βήχας συμβάλλει στην κάθαρση των πτυέλων.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Στον προς θεραπεία πληθυσμό μιας ανοιχτής μελέτης δόσης-απόκρισης, της DPM-CF-202, η μέση ποσοστιαία αλλαγή (τυπική απόκλιση) στην τιμή FEV1 για τη δόση 400 mg ήταν 8,75 (τυπική απόκλιση: 12,4) και -1,569 (τυπική απόκλιση: 9,0) για τη δόση 40 mg (p < 0,0001).

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Διενεργήθηκαν τρεις διπλές τυφλές, τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες, παρεμβατικές μελέτες παράλληλων ομάδων, φάσης 3 και διάρκειας 26 εβδομάδων (DPM-CF-301, DPM-CF-302 και DPM-CF-303) στις οποίες 324 (DPM-CF-301) και 318 (DPM-CF-302) ασθενείς ηλικίας άνω των 6 ετών τυχαιοποιήθηκαν με αναλογία 3:2 σε ομάδα που λάμβανε 400 mg εισπνεόμενης μαννιτόλης δύο φορές την ημέρα και σε ομάδα ελέγχου (50 mg εισπνεόμενης μαννιτόλης δύο φορές την ημέρα). Στην τρίτη μελέτη (DPM-CF-303) τυχαιοποιήθηκαν 423 ενήλικες ασθενείς σε αναλογία 1:1 σε ομάδα που λάμβανε 400 mg εισπνεόμενης μαννιτόλης δύο φορές την ημέρα και σε ομάδα ελέγχου. Είκοσι επτά (7,1%) από τους 378 ασθενείς που υποβλήθηκαν στη δοκιμασία ανοχής στη μαννιτόλη (ΜΤΤ) στη μελέτη 301, 18 (5,3%) από τους 341 ασθενείς στη μελέτη 302 και 25 από τους 486 ασθενείς (5,1%) στη μελέτη 303 είχαν θετικό αποτέλεσμα στην MTT το οποίο αντιστοιχούσε είτε 1) σε μείωση της τιμής FEV1 κατά >20% ως προς την τιμή αναφοράς στο μέσο σημείο (βήμα 4), είτε 2) σε μείωση κατά > 20% ως προς την τιμή αναφοράς στο τέλος της δοκιμασίας χωρίς επάνοδο σε < 20% εντός 15 λεπτών, είτε 3) σε μείωση της τιμής FEV1 κατά > 50% ως προς την τιμή αναφοράς στο τέλος της δοκιμασίας (βήμα 6), είτε 4) σε μείωση της τιμής SpΟ2 σε < 89% κατά τη διαδικασία. Ένα πρόσθετο ποσοστό 2,84% (n=34) των ασθενών από τις τρεις μελέτες δεν είχε ολοκληρώσει τη δοκιμασία MTT και δεν τυχαιοποιήθηκε. Η μέση προβλεπόμενη ποσοστιαία (τυπική απόκλιση) τιμή αναφοράς της FEV1 στη μελέτη DPM-CF-301 (πληθυσμός ασφάλειας, N= 295) ήταν 62,4 (τυπική απόκλιση: 16,45) και 61,4 (τυπική απόκλιση: 16,13) για την ομάδα μαννιτόλης και ελέγχου, αντίστοιχα. Οι αντίστοιχες τιμές για τη μελέτη DPM-CF-302 (N=305) είναι οι ακόλουθες: 65,24 (τυπική απόκλιση: 13,90) και 64,35 (τυπική απόκλιση: 15,29). Στη μελέτη DPM-CF-303 (N=423) η μέση προβλεπόμενη ποσοστιαία τιμή αναφοράς της FEV1 ήταν 63,17 (τυπική απόκλιση: 15,15) και 62,98 (τυπική απόκλιση: 13,65). Στη μελέτη DPM-CF-301 το 64,4% του πληθυσμού ασθενών ήταν ενήλικες, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τη μελέτη DPM-CF-302 ήταν 49,5%. Στη μελέτη DPM-CF-303 όλοι οι ασθενείς ήταν ενήλικες. Στη μελέτη DPM-CF-301 το πενήντα πέντε% των ασθενών λάμβανε ανασυνδυασμένη ανθρώπινη δεοξυριβονουκλεάση (rhDNase) ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στη μελέτη DPM-CF-302 ήταν 75% και για τη DPM-CF-303 το ποσοστό ήταν 67,6%. Το ποσοστό των ασθενών που λάμβανε εισπνεόμενα αντιβιοτικά ήταν 55% στη μελέτη DPM-CF-301, 56% στη μελέτη DPM-CF-302 και 52% στη μελέτη DPM-CF-303. Στις εν λόγω δοκιμές δεν επιτρεπόταν η ταυτόχρονη χορήγηση υπερτονικού αλατούχου διαλύματος. Το προκαθορισμένο πρωτεύον τελικό σημείο, ήτοι η αλλαγή από την τιμή αναφοράς για την FEV1 (ml) στον τροποποιημένο προς θεραπεία πληθυσμό (n=269, 297 και 423 στις μελέτες DPM-CF-301, DPM-CF-302 και DPM-CF-303, αντίστοιχα) συγκριτικά με την ομάδα ελέγχου κατά την περίοδο διάρκειας 26 εβδομάδων, παρατίθεται στον Πίνακα 3 παράλληλα με την FEV1 που παρουσιάζεται ως προβλεπόμενη απόλυτη και σχετική αλλαγή σε%.

Εκτίμηση μεγέθους επίδρασης DPM-CF-301 FEV1 (ΔΕ 95%) τιμή p DPM-CF-302 FEV1 (ΔΕ 95%) τιμή p DPM-CF-303 FEV1 (ΔΕ 95%) τιμή p
Συνολικός πληθυσμός N=269 94,5 (46,2, 142,7) <0,001 N=297 54,1 (-1,97, 110,3) 0,059 N=423
Απόλυτη τιμή mL 2,4 (0,9, 3,9) 0,001 1,9 (0,07, 2,4) 0,037 1,2 (-0,02, 3,8) 0,052
Προβλεπόμενο απόλυτο% 3,5 (1,0, 6,1) 0,007 3,6 (0,3, 4,2) 0,024 2,3 (0,3, 6,9) 0,033
Προβλεπόμενο σχετικό%
Ενήλικος πληθυσμός N=171 108,5 (47,6, 169,4) <0,001 N=144 85,9 (4,6, 167,3) 0,038 N=423
Απόλυτη τιμή mL 2,7 (0,9, 4,5) 0,004 2,3 (-0,4, 5,1) 0,095 1,2 (0,07, 2,4) 0,037
Προβλεπόμενο απόλυτο% 4,3 (1,1, 7,5) 0,008 5,0 (0,2, 9,8) 0,040 2,3 (0,3, 4,2) 0,024
Προβλεπόμενο σχετικό%

Σημείωση: Υπήρχαν κάποιες διαφορές στις μεθόδους ανάλυσης μεταξύ των 3 μελετών. Στη DPM-CF-303 η απόδοση των ελλειπών δεδομένων πραγματοποιήθηκε μέσω της μεθόδου μεταφοράς της αρχικής παρατήρησης (baseline observation carried forward, BOCF) ενώ δεν πραγματοποιήθηκε απόδοση των δεδομένων στη μελέτη DPM-CF-301 ή τη DPM-CF-302. Η θεραπευτική επίδραση του Bronchitol στον FEV1 (βίαια εκπνεόμενο όγκο) ήταν λιγότερο εμφανής στην υποομάδα ασθενών που ελάμβαναν ταυτόχρονη ανθρώπινη δεσοξυριβονουκλεάση (rhDNAse). Στους χρήστες ανασυνδυασμένης ανθρώπινης δεοξυριβονουκλεάσης στη μελέτη 301, το προβλεπόμενο σχετικό ποσοστό αλλαγής στην τιμή FEV1 ως προς την τιμή αναφοράς κατά τη διάρκεια των 26 εβδομάδων θεραπείας ήταν 2,83 (ΔΕ 95% -0,62, 6,27). Για τους μη χρήστες, η σχετική αλλαγή ήταν 4,30 (ΔΕ 95% 0,53, 8,07). Στη μελέτη 302 η σχετική αλλαγή (ΔΕ 95%) για τους χρήστες ανασυνδυασμένης ανθρώπινης δεοξυριβονουκλεάσης ήταν 3,21 (-0,61, 7,03) και για τους μη χρήστες 4,73 (-1,93, 11,40). Στη μελέτη 303 η σχετική αλλαγή (ΔΕ 95%) για τους χρήστες και τους μη χρήστες ανασυνδυασμένης ανθρώπινης δεοξυριβονουκλεάσης ήταν 1,30 (-0,91, 3,51) και 4,45 (0,52, 8,38), αντίστοιχα. Η μελέτη 303 δεν έδειξε ανώτερη θεραπευτική επίδραση για το Bronchitol στον FEV1 (βίαια εκπνεόμενο όγκο) σε γυναίκες ασθενείς, στις οποίες η πορεία της υποκείμενης κυστικής ίνωσης ενδέχεται να είναι χειρότερη από εκείνη των ανδρών, για λόγους που δεν είναι πλήρως κατανοητοί. Σε γυναίκες ασθενείς, η προσαρμοσμένη αλλαγή του μέσου όρου στον FEV1 (βίαια εκπνεόμενο όγκο) ήταν 27ml για το Bronchitol και 44ml για το σκέλος ελέγχου, υποδεικνύοντας ένα δυνητικά κατώτερο όφελος στην πνευμονική λειτουργία με Bronchitol σε σύγκριση με το σκέλος ελέγχου, παρόλο που η διαφορά δεν ήταν σημαντική από στατιστική πλευρά (p=0,480). Ο αριθμός των ατόμων με τουλάχιστον έναν πνευμονικό παροξυσμό όπως οριζόταν στο πρωτόκολλο (PDPE, οριζόμενος από την παρουσία τουλάχιστον 4 συμπτωμάτων και σημείων συν της χρήσης ενδοφλέβιων αντιβιοτικών) ήταν, στη μελέτη 301 (προς θεραπεία πληθυσμός), 18,1% στο σκέλος μαννιτόλης και 28% στο σκέλος ελέγχου. Στη μελέτη 302, το 15,2% των ατόμων στο σκέλος μαννιτόλης και το 19% στο σκέλος ελέγχου είχαν στο ιστορικό τους έναν PDPE. Στη μελέτη 303 το 13,4% των συμμετεχόντων στο σκέλος της μαννιτόλης και το 13,6% στο σκέλος ελέγχου είχαν έναν PDPE. Η εκτιμώμενη επίδραση της θεραπείας (μέση αλλαγή και 95% ΔΕ από την τιμή αναφοράς σε 26 εβδομάδες. πληθυσμός mITT) στην FVC ήταν 108,78 ml (ΔΕ 95%: 49,21, 168,35) στη μελέτη 301, 71,4 ml (ΔΕ 95%: 10,57, 132,13) στη μελέτη 302 και 40 ml (ΔΕ 95%: -12, 92) στη μελέτη 303.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Bronchitol σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχει ακόμη τεκμηριωθεί (βλ. Δοσολογία). Στις μελέτες DPM-CF-301 και 302, το προβλεπόμενο σχετικό ποσοστό της τιμής FEV1 σε σύγκριση με το σκέλος ελέγχου στα παιδιά (6-11 ετών) βελτιώθηκε κατά 0,44% (ΔΕ 95% -5,90, 6,77, N=43) και 6,1% (ΔΕ 95% -1,28, 13,54, N=59) στην περίοδο διάρκειας 26 εβδομάδων (p=0,892 και 0,104) αντίστοιχα. Στους εφήβους (12-17 ετών), η σχετική αλλαγή στο προβλεπόμενο σχετικό ποσοστό της FEV1 σε σύγκριση με το σκέλος ελέγχου βελτιώθηκε κατά 3,31% (ΔΕ 95% -2,29, 8,90, N=55) και 0,42% (ΔΕ 95% - 5,45, 6,29, N=94) στην περίοδο διάρκειας 26 εβδομάδων (p=0,245 και 0,888) αντίστοιχα.

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-BRONCHITOL
expand_more

Απορρόφηση

Σε μελέτη 18 υγιών άρρενων ενήλικων εθελοντών, η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της εισπνεόμενης κόνεως μαννιτόλης συγκριτικά με την ενδοφλέβια μαννιτόλη ήταν 0,59% ± 0,15. Η ταχύτητα και ο βαθμός απορρόφησης της μαννιτόλης μετά από εισπνοή παρουσίαζαν ομοιότητες με αυτά που παρατηρήθηκαν μετά τη χορήγηση από το στόμα. Η Tmax μετά την εισπνοή ήταν 1,5 ± 0,5 ώρες. Σε μελέτη 9 ασθενών με κυστική ίνωση (6 ενήλικες, 3 έφηβοι), με χρήση 400 mg εισπνεόμενης μαννιτόλης σε εφάπαξ δόση (ημέρα 1) και στη συνέχεια δύο φορές την ημέρα για 7 ημέρες (ημέρες 2 - 7), οι φαρμακοκινητικές παράμετροι παρουσίαζαν ομοιότητες στους ενήλικες και στους εφήβους, εκτός της μεγαλύτερης μέσης φαινομενικής τελικής διάρκειας ημιζωής για τους εφήβους (ημέρα 1 = 7,29 ώρες, ημέρα 7 = 6,52 ώρες) έναντι των ενηλίκων (ημέρα 1 = 6,10 ώρες, ημέρα 7 = 5,42 ώρες). Συνολικά, η σύγκριση της AUC μεταξύ ημέρας 1 και ημέρας 7 κατέδειξε μη χρονική εξάρτηση των φαρμακοκινητικών ιδιοτήτων, παρουσιάζοντας γραμμικότητα στο επίπεδο της δοσολογίας που χορηγήθηκε στην εν λόγω μελέτη.

Βιομετασχηματισμός

Ένα μικρό ποσοστό της συστηματικά απορροφούμενης μαννιτόλης υπόκειται σε ηπατικό μεταβολισμό, σε γλυκογόνο και διοξείδιο του άνθρακα. Μελέτες σε επίμυες, ποντίκια και ανθρώπους έχουν καταδείξει ότι η μαννιτόλη δεν παράγει τοξικούς μεταβολίτες. Η μεταβολική οδός της εισπνεόμενης μαννιτόλης δεν εξετάστηκε σε φαρμακοκινητικές μελέτες.

Κατανομή

Μελέτες εναπόθεσης στους πνεύμονες κατέδειξαν ποσοστό 24,7% εναπόθεσης της εισπνεόμενης μαννιτόλης επιβεβαιώνοντας την κατανομή της στο όργανο στόχο. Σε μη κλινικές τοξικολογικές μελέτες καταδείχθηκε ότι η μαννιτόλη που εισπνέεται στους πνεύμονες απορροφάται στην αιματική ροή με τη μέγιστη συγκέντρωση στον ορό να επιτυγχάνεται σε 1 ώρα. Δεν υπάρχουν αποδείξεις για τη συσσώρευση της μαννιτόλης στο σώμα και, συνεπώς, η κατανομή της εισπνεόμενης μαννιτόλης δεν εξετάστηκε σε φαρμακοκινητικές μελέτες.

Αποβολή

Η αθροιστική ποσότητα μαννιτόλης που διηθείται στα ούρα κατά τη διάρκεια της 24ωρης περιόδου συλλογής ήταν παρόμοια τόσο για την εισπνεόμενη (55%) όσο και για την από του στόματος χορηγούμενη (54%) μαννιτόλη. Στην ενδοφλέβια χορήγηση, η μαννιτόλη αποβάλλεται σχεδόν αναλλοίωτη μέσω σπειραματικής διήθησης και το 87% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα εντός 24 ωρών. Η μέση τελική διάρκεια ημιζωής σε ενήλικες ήταν περίπου 4 έως 5 ώρες από τον ορό και περίπου 3,66 ώρες από τα ούρα.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Bronchitol σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 6 έως 18 ετών δεν έχουν ακόμη τεκμηριωθεί. Τα περιορισμένα διαθέσιμα στοιχεία για εφήβους ηλικίας 12 έως 17 ετών υποδεικνύουν ότι οι φαρμακοκινητικές παράμετροι της εισπνεόμενης μαννιτόλης είναι παρόμοιες με εκείνες που αναφέρονται για τον ενήλικο πληθυσμό. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

100 λεπτά
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

Κανένα
DrugBank

Βιοδιαθεσιμότητα

7%
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά
DrugBank
science

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
6251
Μοριακός τύπος
C6H14O6
Μοριακό βάρος
182.17
IUPAC
(2R,3R,4R,5R)-hexane-1,2,3,4,5,6-hexol
InChIKey
FBPFZTCFMRRESA-KVTDHHQDSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH

  • Ουσίες που αυξάνουν τον όγκο των ούρων αυξάνοντας την ποσότητα ωσμωτικά ενεργού διαλύτη στα ούρα. Τα ωσμωτικά διουρητικά αυξάνουν επίσης την ωσμωτικότητα του πλάσματος.
  • Ουσίες που γλυκαίνουν τρόφιμα, ποτά, φάρμακα, κ.λπ., όπως η ζάχαρη, η σακχαρίνη ή άλλα συνθετικά προϊόντα χαμηλών θερμίδων. (Από το Random House Unabridged Dictionary, 2η έκδ.)