MANNITOL
Μαννιτόλη
Αποβαλλόμενα ταχέως από τους νεφρούς συμπαρασύρουν ύδωρ και νάτριο. Κυριότερες ενδείξεις είναι το εγκεφαλικό οίδημα, οι φαρμακευτικές δηλητηριάσεις και το γλαύκωμα. Κύρια αντένδειξη είναι η καρδιακή ανεπάρκεια επειδή μπορούν να αυξήσουν οξέως τον όγκο του αίματος. Η μαννιτόλη …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-BRONCHITOL
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Εισπνευστική
- Χορήγηση: Πρωί και βράδυ (η βραδινή δόση 2-3 ώρες πριν τον ύπνο)
- Δόση έναρξης: 400 mg δύο φορές την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Η αξιολόγηση της δόσης έναρξης περιλαμβάνει διαδοχικές εισπνοές 40 mg, 80 mg, 120 mg, 160 mg μαννιτόλης, με παρακολούθηση FEV1 και SpO2.
-
ΕνήλικεςΔόση400 mg δύο φορές την ημέραΗ συνιστώμενη δόση χορηγείται μόνον αφότου προηγηθεί αξιολόγηση της δόσης έναρξης για βρογχική υπεραντιδραστικότητα. Πρέπει να χορηγείται βρογχοδιασταλτικό 5-15 λεπτά πριν από κάθε δόση Bronchitol.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείς (≥65 ετών)Δεν υπάρχουν επαρκή διαθέσιμα δεδομένα για σύσταση υπέρ ή κατά της προσαρμογής της δοσολογίας.
-
Ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (6 έως 18 ετών)Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν ακόμη τεκμηριωθεί. Δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (<6 ετών)Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν ακόμη τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block
SPC-BRONCHITOL
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία
-
Βρογχική υπεραντιδραστικότητα στην εισπνεόμενη μαννιτόλη
warning
SPC-BRONCHITOL
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Υπεραντιδραστικότητα στη μαννιτόληΠληθυσμόςΑσθενείςΠρέπει να είναι υπό παρακολούθηση για βρογχική υπεραντιδραστικότητα σε εισπνεόμενη μαννιτόλη κατά την έναρξη αξιολόγησης της δόσης πριν την έναρξη της εφαρμογής της αξιολόγησης δόσης του Bronchitol. Εάν ένας ασθενής δεν δύναται να κάνει σπιρομέτρηση ή να ολοκληρώσει την έναρξη αξιολόγησης της δόσης, δεν πρέπει να του χορηγηθεί το Bronchitol. Σε ασθενείς με υπεραντιδραστικότητα δεν θα πρέπει να χορηγείται η θεραπευτική δόση του Bronchitol. Σε περίπτωση που υπάρχει υποψία υπεραντιδραστικότητας επαγόμενης από τη θεραπεία, η λήψη του Bronchitol πρέπει να διακόπτεται. Όλοι οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται μέχρι η FEV1 να επανέλθει στα επίπεδα της τιμής αναφοράς.
-
ΒρογχόσπασμοςΟ βρογχόσπασμος πρέπει να αντιμετωπίζεται με βρογχοδιασταλτικό ή όπως άλλως κρίνεται ιατρικά σκόπιμο. Εάν υπάρχουν αποδείξεις βρογχόσπασμου επαγόμενου από τη θεραπεία, ο γιατρός πρέπει να αξιολογήσει προσεκτικά κατά πόσο τα οφέλη της συνεχιζόμενης χρήσης του Bronchitol υπερισχύουν των κινδύνων για τον ασθενή. Όλοι οι ασθενείς πρέπει να επανεξετάζονται επίσημα μετά από περίπου έξι εβδομάδες θεραπείας με το Bronchitol για να αξιολογούνται σημεία και συμπτώματα που υποδεικνύουν βρογχόσπασμο επαγόμενο από ενεργή ουσία. Σε περίπτωση αμφιβολιών, η αξιολόγηση της δόσης έναρξης πρέπει να επαναλαμβάνεται.
-
ΆσθμαΠληθυσμόςΑσθενείς με άσθμαΠρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για ενδεχόμενη επιδείνωση των σημείων και συμπτωμάτων άσθματος μετά τη λήψη της δόσης έναρξης του Bronchitol. Συνιστάται να αναφέρουν στον γιατρό τους τυχόν επιδείνωση των σημείων και συμπτωμάτων άσθματος κατά τη θεραπευτική χρήση. Εάν υπάρχουν αποδείξεις βρογχόσπασμου επαγόμενου από τη θεραπεία, ο γιατρός πρέπει να αξιολογήσει προσεκτικά κατά πόσο τα οφέλη της συνεχιζόμενης χρήσης του Bronchitol υπερισχύουν των κινδύνων για τον ασθενή. Ο βρογχόσπασμος πρέπει να αντιμετωπίζεται με βρογχοδιασταλτικό ή όπως άλλως κρίνεται ιατρικά σκόπιμο.
-
ΑιμόπτυσηΠληθυσμόςασθενείς με ιστορικό σημαντικών επεισοδίων αιμόπτυσης (>60 ml) κατά τους τρεις προηγούμενους μήνεςΠρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά. Σε περίπτωση μαζικής αιμόπτυσης, πρέπει να διακόπτεται η λήψη του Bronchitol. Η επαναχορήγηση ή διακοπή του Bronchitol μετά από ελάσσονα επεισόδια αιμόπτυσης πρέπει να γίνεται βάσει κλινικής αξιολόγησης.
-
ΒήχαςΠληθυσμόςΑσθενείςΠρέπει να εκπαιδεύονται στην ορθή τεχνική χρήσης της συσκευής εισπνοής κατά τη θεραπεία και να τους δίνονται οδηγίες ώστε να αναφέρουν στον γιατρό τους τυχόν παρατεταμένο βήχα με τη χρήση του Bronchitol.
-
Λειτουργία πνευμόνων μη φυσιολογικήΠληθυσμόςασθενείς με τιμή FEV1 χαμηλότερη από 30% της προβλεπόμενης τιμήςΔεν συνιστάται η χρήση του Bronchitol.
-
Βρογχεκτασία μη σχετιζόμενη με κυστική ίνωσηΠληθυσμόςασθενείς με βρογχεκτασία μη σχετιζόμενη με κυστική ίνωσηΔεν συνιστάται θεραπεία με το Bronchitol.
swap_horiz
SPC-BRONCHITOL
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΒλεννολυτικάπαρακολούθησηΧρησιμοποιήθηκαν σε συνδυασμό με Bronchitol σε κλινικές μελέτες
-
Αντιβιοτικά (τομπραμυκίνη, νατριούχος κολιστιμεθάτη)παρακολούθησηΧρησιμοποιήθηκαν σε συνδυασμό με Bronchitol σε κλινικές μελέτες
-
ΒρογχοδιασταλτικάπαρακολούθησηΧρησιμοποιήθηκαν σε συνδυασμό με Bronchitol σε κλινικές μελέτες
-
Παγκρεατικά ένζυμαπαρακολούθησηΧρησιμοποιήθηκαν σε συνδυασμό με Bronchitol σε κλινικές μελέτες
-
ΒιταμίνεςπαρακολούθησηΧρησιμοποιήθηκαν σε συνδυασμό με Bronchitol σε κλινικές μελέτες
-
Εισπνεόμενα και συστηματικά κορτικοστεροειδήπαρακολούθησηΧρησιμοποιήθηκαν σε συνδυασμό με Bronchitol σε κλινικές μελέτες
-
ΑναλγητικάπαρακολούθησηΧρησιμοποιήθηκαν σε συνδυασμό με Bronchitol σε κλινικές μελέτες
-
Υπέρτονος φυσιολογικός ορόςΔεν υπάρχουν δεδομένα ταυτόχρονης χορήγησης (εξαιρέθηκε από μελέτες Φάσης 3)
sick
SPC-BRONCHITOL
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Φορέας βακτηριακής νόσου
- Βρογχίτιδα
- Βρογχοπνευμονία
- Πνευμονική λοίμωξη
- Καντιντίαση του στόματος
- Φαρυγγίτιδα
- Σταφυλοκοκκική λοίμωξη
- Λοίμωξη ανώτερης αναπνευστικής οδού
- Μειωμένη όρεξη
- Διαβήτης σχετιζόμενος με την ΚΙ
- Αφυδάτωση
- Αϋπνία
- Νοσηρές σκέψεις
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Ωταλγία
- Βήχας
- Αιμόπτυση
- Στοματοφαρυγγικό άλγος
- Συριγμός
- Παραγωγικός βήχας
- Ερεθισμός του λαιμού
- Άσθμα
- Βρογχόσπασμος
- Ρινόρροια
- Δύσπνοια
- Δυσφωνία
- Υπεραερισμός
- Απόφραξη αεραγωγών
- Συμφόρηση αναπνευστικής οδού
- Δυσχρωματισμένα πτύελα
- Υποξία
- Πόνος στον θώρακα
- Μειωμένος ταχέως εκπνεόμενος όγκος
- Θετική εξέταση βακτηρίων σε πτύελα
- Θετική εξέταση μυκήτων σε πτύελα
- Προσδιορισμός βακτηρίων σε πτύελα
- Επιδείνωση κατάστασης
- Δυσφορία στον θώρακα
- Θωρακική δυσφορία
- Πυρεξία
- Κόπωση
- Γριππώδης συνδρομή
- Άλγος κήλης
- Αίσθημα κακουχίας
- Θωρακικό άλγος
- Έμετος
- Ναυτία
- Διάρροια
- Ερυγή
- Μετεωρισμός
- Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
- Γλωσσοδυνία
- Ακούσια προσπάθεια για έμετο
- Στοματίτιδα
- Άλγος άνω κοιλιακής χώρας
- Αφθώδης στοματίτιδα
- Οδυνοφαγία
- Ακμή
- Κρύος ιδρώτας
- Κνησμός
- Εξάνθημα
- Κνησμώδες εξάνθημα
- Μυοσκελετικός πόνος θώρακα
- Αρθραλγία
- Οσφυαλγία
- Δυσκαμψία άρθρωσης
- Μυοσκελετικός πόνος
- Ακράτεια ούρων
- Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑιμόπτυσηΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕπιδείνωση κατάστασηςΓενικές
-
ΣυχνέςΘωρακική δυσφορίαΓενικές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΠροσδιορισμός βακτηρίων σε πτύελαΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΣτοματοφαρυγγικό άλγοςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΣυριγμόςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΆλγος άνω κοιλιακής χώραςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΆλγος κήληςΓενικές
-
Όχι συχνέςΆσθμαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
Όχι συχνέςΑκμήΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑκούσια προσπάθεια για έμετοΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑκράτεια ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΑπόφραξη αεραγωγώνΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματοςΉπαρ
-
Όχι συχνέςΑφθώδης στοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑφυδάτωσηΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΒρογχίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΒρογχοπνευμονίαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΓαστροοισοφαγική παλινδρόμησηΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΓλωσσοδυνίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΓριππώδης συνδρομήΓενικές
-
Όχι συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιαβήτης σχετιζόμενος με την ΚΙΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΔυσκαμψία άρθρωσηςΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΔυσφωνίαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΔυσχρωματισμένα πτύελαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕρεθισμός του λαιμούΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕρυγήΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΘετική εξέταση βακτηρίων σε πτύελαΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΘετική εξέταση μυκήτων σε πτύελαΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΚαντιντίαση του στόματοςΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνησμώδες εξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚρύος ιδρώταςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Όχι συχνέςΛοίμωξη ανώτερης αναπνευστικής οδούΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΜειωμένος ταχέως εκπνεόμενος όγκοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΜυοσκελετικός πόνοςΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜυοσκελετικός πόνος θώρακαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΝοσηρές σκέψειςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΟδυνοφαγίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΠαραγωγικός βήχαςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΠνευμονική λοίμωξηΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
Όχι συχνέςΠόνος στον θώρακαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΡινόρροιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΣταφυλοκοκκική λοίμωξηΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΣυμφόρηση αναπνευστικής οδούΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΥπεραερισμόςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΥποξίαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΦαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΦορέας βακτηριακής νόσουΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΩταλγίαΑυτί
pregnant_woman
SPC-BRONCHITOL
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΥπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σχετικά με τη χρήση της μαννιτόλης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα δεν καταδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις σε ό,τι αφορά την τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Καθότι οι επιδράσεις ενδεχόμενης υπεραντιδραστικότητας στη μητέρα ή/και στο έμβρυο δεν είναι γνωστές, πρέπει να δίδεται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση του Bronchitol σε έγκυες γυναίκες. Σαν προληπτικό μέτρο είναι προτιμητέο να αποφεύγεται η χρήση του Bronchitol κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
-
ΓαλουχίαΜε προσοχήΔεν είναι γνωστό εάν η μαννιτόλη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Η απέκκριση της μαννιτόλης στο γάλα δεν έχει μελετηθεί σε ζώα. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος για το παιδί που θηλάζει. Η απόφαση για το εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή η θεραπεία με το Bronchitol πρέπει να λαμβάνεται με βάση το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας με το Bronchitol για τη γυναίκα.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΔεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα για την επίδραση της μαννιτόλης στη γονιμότητα. Δεν έχουν διεξαχθεί αναπαραγωγικές μελέτες σε ζώα για την εισπνεόμενη μαννιτόλη. Ωστόσο, μελέτες με μαννιτόλη χορηγούμενη από το στόμα δεν καταδεικνύουν επιδράσεις στη γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-BRONCHITOL
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Παρασκευάσματα κατά του βήχα και του κρυολογήματος, Βλεννολυτικό. Κωδικός ATC: R05CB16 ### Μηχανισμός δράσης Το Bronchitol είναι εισπνεόμενο υπερωσμωτικό φαρμακευτικό προϊόν. Αν και ο ακριβής μηχανισμός δράσης δεν είναι…
biotech
SPC-BRONCHITOL
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Σε μελέτη 18 υγιών άρρενων ενήλικων εθελοντών, η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της εισπνεόμενης κόνεως μαννιτόλης συγκριτικά με την ενδοφλέβια μαννιτόλη ήταν 0,59% ± 0,15. Η ταχύτητα και ο βαθμός απορρόφησης της μαννιτόλης μετά από εισπνοή…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
- Βρογχική υπεραντιδραστικότητα (μαννιτόλη) · κατά την έναρξη αξιολόγησης της δόσης πριν την έναρξη της εφαρμογής της αξιολόγησης δόσης του Bronchitol
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| FEV1 | pulmonologyΑναπνευστική λειτουργία | — | Μείωση τιμής αναφοράς ≥20% στην αθροιστική δόση 240 mg (υπεραντιδραστικότητα) |
| — | Μείωση τιμής αναφοράς 20-<50% χωρίς επάνοδο <20% εντός 15 λεπτών (υπεραντιδραστικότητα) | ||
| — | Μείωση τιμής αναφοράς ≥50% (υπεραντιδραστικότητα) | ||
| — | Επανόρθωση τιμής αναφοράς μετά από υποψία υπεραντιδραστικότητας | ||
| Κορεσμός οξυγόνου (SpO2) | pulmonologyΑναπνευστική λειτουργία | — | Μείωση τιμής αναφοράς ≥10% (υπεραντιδραστικότητα) |
| Συμπτώματα άσθματος | pulmonologyΑναπνευστική λειτουργία | μετά τη λήψη της δόσης έναρξης του Bronchitol | Ασθενείς με άσθμα |
| Συμπτώματα βρογχόσπασμου | pulmonologyΑναπνευστική λειτουργία | επίσημα μετά από περίπου έξι εβδομάδες θεραπείας με το Bronchitol | — |
| Αιμόπτυση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | — | Ιστορικό σημαντικών επεισοδίων αιμόπτυσης (>60 ml) |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-BRONCHITOL
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Αξιολόγηση δόσης έναρξης Πριν από την έναρξη της θεραπείας με Bronchitol, κατά τη χορήγηση της δόσης έναρξης σε έκαστο ασθενή απαιτείται αξιολόγηση του ασθενούς για βρογχική υπεραντιδραστικότητα στην εισπνεόμενη μαννιτόλη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοδυναμικές). Η δόση έναρξης του Bronchitol πρέπει να χορηγείται στον ασθενή υπό την επίβλεψη και παρακολούθηση έμπειρου γιατρού ή άλλου επαγγελματία του τομέα υγειονομικής περίθαλψης, κατάλληλα εκπαιδευμένου και με εξοπλισμό για διενέργεια σπιρομέτρησης, παρακολούθηση του κορεσμού οξυγόνου (SpO2) και διαχείριση οξέος βρογχόσπασμου (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες), συμπεριλαμβανομένης της ορθής χρήσης εξοπλισμού ανάνηψης. Πέντε έως δεκαπέντε λεπτά πριν από τη χορήγηση της δόσης έναρξης και μετά από τη μέτρηση των τιμών αναφοράς FEV1 και SpO2 (κορεσμός οξυγόνου στο αίμα), ο ασθενής πρέπει να λαμβάνει προηγούμενη φαρμακευτική αγωγή με χρήση βρογχοδιασταλτικού. Όλες οι μετρήσεις FEV1 και η παρακολούθηση των τιμών SpO2 πρέπει να διενεργούνται 60 δευτερόλεπτα μετά την εισπνοή της δόσης. Κατά την αξιολόγηση της δόσης έναρξης είναι σημαντική η εκπαίδευση του ασθενούς στην εξάσκηση της ορθής τεχνικής εισπνοών. Η αξιολόγηση της δόσης έναρξης πρέπει να διενεργείται σύμφωνα με τα εξής βήματα:
- Βήμα 1: Μέτρηση των τιμών αναφοράς FEV1 και SpO2 του ασθενούς πριν από τη χορήγηση της δόσης έναρξης
- Βήμα 2: Εισπνοή 40 mg (1 καψάκιο x 40 mg) και παρακολούθηση της τιμής SpO2
- Βήμα 3: Εισπνοή 80 mg (2 καψάκια x 40 mg) και παρακολούθηση της τιμής SpO2
- Βήμα 4: Εισπνοή 120 mg (3 καψάκια x 40 mg), μέτρηση της τιμής FEV1 και παρακολούθηση της τιμής SpO2
- Βήμα 5: Εισπνοή 160 mg (4 καψάκια x 40 mg), μέτρηση της τιμής FEV1 και παρακολούθηση της τιμής SpO2
- Βήμα 6: Μέτρηση της τιμής FEV1 του ασθενούς 15 λεπτά μετά από τη λήψη της δόσης έναρξης. Οι ασθενείς με άσθμα ενδέχεται να εκδηλώσουν αναστρέψιμο παροδικό ήπιο βρογχόσπασμο μετά την αξιολόγηση της δόσης έναρξης και, συνεπώς, απαιτείται παρακολούθηση του ασθενούς έως ότου η τιμή FEV1 επανέλθει στο επίπεδο της τιμής αναφοράς.
Δοσολογικό σχήμα θεραπείας Το δοσολογικό σχήμα θεραπείας συνταγογραφείται μόνον αφότου προηγηθεί αξιολόγηση της δόσης έναρξης. Ο ασθενής πρέπει να συμπληρώσει και να περάσει την έναρξη αξιολόγησης της δόσης προτού ξεκινήσει η θεραπεία με Bronchitol. Εντός 5 έως 15 λεπτών πριν από κάθε δόση Bronchitol, πρέπει να χορηγηθεί ένας βρογχοδιαστολέας. Η συνιστώμενη δόση του Bronchitol είναι 400 mg δύο φορές την ημέρα. Η δόση αυτή αντιστοιχεί στην εισπνοή του περιεχομένου δέκα καψακίων με χρήση της συσκευής εισπνοής δύο φορές την ημέρα. Οι δόσεις πρέπει να λαμβάνονται πρωί και βράδυ. Συγκεκριμένα, η βραδινή δόση λαμβάνεται 2-3 ώρες πριν τον ύπνο. Για ασθενείς που λαμβάνουν αρκετές αναπνευστικές θεραπείες, η συνιστώμενη σειρά είναι:
- Βρογχοδιασταλτικό
- Bronchitol
- Φυσιοθεραπεία/άσκηση
- Δορνάση-α (εάν εφαρμόζεται)
- Εισπνεόμενα αντιβιοτικά (εάν εφαρμόζεται)
Ειδικοί πληθυσμοί Ηλικιωμένοι ασθενείς (≥65 ετών) Δεν υπάρχουν επαρκή διαθέσιμα δεδομένα για τον συγκεκριμένο πληθυσμό που να τεκμηριώνουν την έκδοση σύστασης υπέρ ή κατά της προσαρμογής της δοσολογίας.
Νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία Το Bronchitol δεν έχει μελετηθεί επισήμως σε ασθενείς με νεφρική και ηπατική δυσλειτουργία. Τα διαθέσιμα στοιχεία από τις μελέτες DPM-CF-301 και 302 υποδεικνύουν ότι δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας για τους συγκεκριμένους πληθυσμούς ασθενών.
Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Bronchitol σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 6 έως 18 ετών δεν έχουν ακόμη τεκμηριωθεί. Τα επί του παρόντος διαθέσιμα δεδομένα περιγράφονται στις Ανεπιθύμητες ενέργειες, Φαρμακοδυναμικές και Φαρμακοκινητικές, αλλά δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Bronchitol σε παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετών δεν έχουν ακόμη τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Τρόπος χορήγησης Το Bronchitol προορίζεται για χρήση μέσω εισπνοής με χρήση της συσκευής εισπνοής που εσωκλείεται στη συσκευασία. Δεν πρέπει να χορηγείται μέσω άλλης οδού ή με τη χρήση άλλης συσκευής εισπνοής. Τα καψάκια δεν πρέπει να καταπίνονται. Κάθε καψάκιο τοποθετείται στη συσκευή ξεχωριστά. Το περιεχόμενο των καψακίων εισπνέεται μέσω της συσκευής εισπνοής με μία ή δύο εισπνοές. Μετά την εισπνοή, τα κενά καψάκια απορρίπτονται πριν από την εισαγωγή του επόμενου καψακίου στη συσκευή εισπνοής με όσο το δυνατόν μικρότερη καθυστέρηση. Η συσκευή εισπνοής πρέπει να αντικαθίσταται μετά από μία εβδοχή χρήσης. Εάν όμως απαιτείται καθαρισμός της συσκευής εισπνοής, πρέπει να βεβαιωθείτε ότι η συσκευή είναι κενή και, στη συνέχεια, πρέπει να την πλύνετε με χλιαρό νερό. Προτού χρησιμοποιήσετε εκ νέου τη συσκευή, πρέπει να την αφήσετε να στεγνώσει καλά. Λεπτομερείς πληροφορίες για τον τρόπο χρήσης της συσκευής εισπνοής υπάρχουν στο φύλλο οδηγιών χρήσης. Οι ασθενείς θα πρέπει να τις διαβάσουν προσεκτικά.
block
Αντενδείξεις
SPC-BRONCHITOL
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία.
- Βρογχική υπεραντιδραστικότητα στην εισπνεόμενη μαννιτόλη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-BRONCHITOL
expand_more
Προειδοποιήσεις
Υπεραντιδραστικότητα στη μαννιτόλη
Οι ασθενείς πρέπει να είναι υπό παρακολούθηση για βρογχική υπεραντιδραστικότητα σε εισπνεόμενη μαννιτόλη κατά την έναρξη αξιολόγησης της δόσης πριν την έναρξη της εφαρμογής της αξιολόγησης δόσης του Bronchitol. Αν ένας ασθενής δεν δύναται να κάνει σπιρομέτρηση ή να ολοκληρώσει την έναρξη αξιολόγησης της δόσης, δεν πρέπει να του χορηγηθεί το Bronchitol. Σε ασθενείς με υπεραντιδραστικότητα δεν θα πρέπει να χορηγείται η θεραπευτική δόση του Bronchitol (βλ. Αντενδείξεις). Ισχύουν οι συνήθεις προφυλάξεις για την παρακολούθηση της βρογχικής υπεραντιδραστικότητας (βλ. Δοσολογία).
Ένας ασθενής ορίζεται ως υπεραντιδραστικός στην εισπνεόμενη μαννιτόλη και δεν πρέπει να του χορηγείται η θεραπευτική δόση αν κατά την έναρξη αξιολόγησης της δόσης αντιμετωπίζει κάποιο από τα ακόλουθα:
- μείωση της τιμής SpO2 ως προς την τιμή αναφοράς σε οποιοδήποτε στάδιο της αξιολόγησης κατά ≥10%
- μείωση της τιμής FEV1 ως προς την τιμή αναφοράς στην αθροιστική δόση των 240 mg κατά ≥20%
- μείωση της τιμής FEV1 ως προς την τιμή αναφοράς στο τέλος της αξιολόγησης κατά 20-<50% χωρίς επάνοδο στο <20% εντός 15 λεπτών
- μείωση της τιμής FEV1 ως προς την τιμή αναφοράς στο τέλος της αξιολόγησης κατά ≥50%. Σε περίπτωση που υπάρχει υποψία υπεραντιδραστικότητας επαγόμενης από τη θεραπεία, η λήψη του Bronchitol πρέπει να διακόπτεται. Όλοι οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται μέχρι η FEV1 να επανέλθει στα επίπεδα της τιμής αναφοράς.
Βρογχόσπασμος
Ο βρογχόσπασμος μπορεί να προκληθεί από την εισπνοή φαρμακευτικού προϊόντος και έχει αναφερθεί με τη χρήση του Bronchitol σε κλινικές μελέτες, ακόμη και σε ασθενείς που δεν παρουσίασαν υπεραντιδραστικότητα στην εισπνεόμενη μαννιτόλη κατά τη λήψη της δόσης έναρξης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Ο βρογχόσπασμος πρέπει να αντιμετωπίζεται με βρογχοδιασταλτικό ή όπως άλλως κρίνεται ιατρικά σκόπιμο. Εάν υπάρχουν αποδείξεις βρογχόσπασμου επαγόμενου από τη θεραπεία, ο γιατρός πρέπει να αξιολογήσει προσεκτικά κατά πόσο τα οφέλη της συνεχιζόμενης χρήσης του Bronchitol υπερισχύουν των κινδύνων για τον ασθενή. Όλοι οι ασθενείς πρέπει να επανεξετάζονται επίσημα μετά από περίπου έξι εβδομάδες θεραπείας με το Bronchitol για να αξιολογούνται σημεία και συμπτώματα που υποδεικνύουν βρογχόσπασμο επαγόμενο από ενεργή ουσία. Σε περίπτωση αμφιβολιών, η αξιολόγηση της δόσης έναρξης που περιγράφεται στην (βλ. Δοσολογία) πρέπει να επαναλαμβάνεται.
Άσθμα
Η ασφάλεια/αποτελεσματικότητα του Bronchitol σε ασθενείς με άσθμα δεν έχει μελετηθεί επισήμως. Οι ασθενείς με άσθμα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για ενδεχόμενη επιδείνωση των σημείων και συμπτωμάτων άσθματος μετά τη λήψη της δόσης έναρξης του Bronchitol. Οι ασθενείς συνιστάται να αναφέρουν στον γιατρό τους τυχόν επιδείνωση των σημείων και συμπτωμάτων άσθματος κατά τη θεραπευτική χρήση. Εάν υπάρχουν αποδείξεις βρογχόσπασμου επαγόμενου από τη θεραπεία, ο γιατρός πρέπει να αξιολογήσει προσεκτικά κατά πόσο τα οφέλη της συνεχιζόμενης χρήσης του Bronchitol υπερισχύουν των κινδύνων για τον ασθενή. Ο βρογχόσπασμος πρέπει να αντιμετωπίζεται με βρογχοδιασταλτικό ή όπως άλλως κρίνεται ιατρικά σκόπιμο.
Αιμόπτυση
Σε κλινικές μελέτες αναφέρονται συχνά περιστατικά αιμόπτυσης με το Bronchitol. Το Bronchitol δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με ιστορικό σημαντικών επεισοδίων αιμόπτυσης (>60 ml) κατά τους τρεις προηγούμενους μήνες. Συνεπώς, οι ασθενείς αυτοί πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά, ενώ σε περίπτωση μαζικής αιμόπτυσης, πρέπει να διακόπτεται η λήψη του Bronchitol. Ως μαζική/σοβαρή αιμόπτυση νοείται:
- οξεία αιμορραγία ≥240 ml εντός 24 ωρών
- υποτροπιάζουσα αιμορραγία ≥100 ml/ημέρα για περισσότερες ημέρες Η επαναχορήγηση ή διακοπή του Bronchitol μετά από ελάσσονα επεισόδια αιμόπτυσης πρέπει να γίνεται βάσει κλινικής αξιολόγησης.
Βήχας
Ο βήχας αναφέρεται συχνά σε κλινικές μελέτες για τη χρήση του Bronchitol (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι ασθενείς πρέπει να εκπαιδεύονται στην ορθή τεχνική χρήσης της συσκευής εισπνοής κατά τη θεραπεία και να τους δίνονται οδηγίες ώστε να αναφέρουν στον γιατρό τους τυχόν παρατεταμένο βήχα με τη χρήση του Bronchitol.
Λειτουργία πνευμόνων μη φυσιολογική
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε ασθενείς με τιμή FEV1 χαμηλότερη από 30% της προβλεπόμενης τιμής δεν έχουν ακόμη τεκμηριωθεί (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Δεν συνιστάται η χρήση του Bronchitol στους συγκεκριμένους ασθενείς.
Βρογχεκτασία μη σχετιζόμενη με κυστική ίνωση
Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια σε ασθενείς με βρογχεκτασία μη σχετιζόμενη με κυστική ίνωση δεν έχουν ακόμη τεκμηριωθεί. Συνεπώς, δεν συνιστάται θεραπεία με το Bronchitol.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-BRONCHITOL
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-BRONCHITOL
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη εικόνας ασφάλειας
Το προφίλ ασφαλείας του Bronchitol έχει αξιολογηθεί σε κλινικές μελέτες, στις οποίες συμμετείχαν περισσότεροι από 1200 ασθενείς.
Αξιολόγηση δόσης έναρξης (Ενήλικες)
Η πιο συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια που αναφέρθηκε με τη χρήση του Bronchitol κατά την αξιολόγηση της δόσης έναρξης είναι ο βήχας (2,9% των ασθενών) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Η πιο σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια που αναφέρθηκε με τη χρήση του Bronchitol κατά την αξιολόγηση της δόσης έναρξης είναι ο βρογχόσπασμος.
Δοσολογικό σχήμα θεραπείας (Ενήλικες)
Η πιο συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια που αναφέρθηκε με τη χρήση του Bronchitol είναι ο βήχας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Παρατηρήθηκε στο 8,3% των ασθενών έναντι 4,0% των ασθενών στο σκέλος ελέγχου. Ο βήχας που συνεπάγετο παύση της θεραπείας ήταν επίσης συχνός και παρατηρήθηκε στο 4,0% των ασθενών στο σκέλος θεραπείας με το Bronchitol. Η πιο σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια που σχετίζεται με τη χρήση του Bronchitol είναι η αιμόπτυση. Το ποσοστό των ασθενών που παρουσίασαν αιμόπτυση ως ανεπιθύμητη ενέργεια ήταν 7,3%, 3,3% και 3,4% στα σκέλη του Bronchitol για τις μελέτες 301, 302 και 303 αντίστοιχα, έναντι 3,4%, 0% και 5,6% στα σκέλη ελέγχου. Το ποσοστό των ασθενών που εμφάνισαν αιμόπτυσης, συμπεριλαμβανομένης της αιμόπτυσης που αναφέρθηκε κατά τον παροξυσμό, ήταν 7,0% στο σκέλος της μαννιτόλης και 7,7% στο σκέλος ελέγχου (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα (Ενήλικες)
Το προφίλ ασφαλείας του Bronchitol βασίζεται στα δεδομένα ασφαλείας των κλινικών μελετών της Φάσης ΙΙΙ (συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων από την αξιολόγηση της αρχικής δόσης). Οι συχνότητες εμφάνισης ορίζονται ως ακολούθως: Πολύ συχνές (≥1/10) Συχνές (≥1/100, <1/10) Όχι συχνές (≥1/1.000, <1/100) Σπάνιες (≥1/10.000, <1/1.000) Πολύ σπάνιες (≥1/100,000 to <1/10,000) Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα) Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
| Κατηγορία οργάνου συστήματος | Συχνότητα | Ανεπιθύμητη ενέργεια |
|---|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Όχι συχνές | Φορέας βακτηριακής νόσου, Βρογχίτιδα, Βρογχοπνευμονία, Πνευμονική λοίμωξη, Καντιντίαση του στόματος, Φαρυγγίτιδα, Σταφυλοκοκκική λοίμωξη, Λοίμωξη της ανώτερης αναπνευστικής οδού |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Όχι συχνές | Μειωμένη όρεξη, Διαβήτης σχετιζόμενος με την ΚΙ, Αφυδάτωση1 |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Όχι συχνές | Αρχική αϋπνία, Νοσηρές σκέψεις |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Συχνές | Κεφαλαλγία |
| Όχι συχνές | Ζάλη | |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | Όχι συχνές | Ωταλγία |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Συχνές | Βήχας, Αιμόπτυση, Στοματοφαρυγγικό άλγος, Συριγμός |
| Όχι συχνές | Παραγωγικός βήχας, Ερεθισμός του λαιμού, Άσθμα, Βρογχόσπασμος, Ταχέως εκπνεόμενος όγκος μειωμένος, Ρινόρροια, Δύσπνοια, Δυσφωνία, Υπεραερισμός, Απόφραξη αεραγωγών, Συμφόρηση αναπνευστικής οδού, Δυσχρωματισμένα πτύελα, Υποξία | |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | Συχνές | Έμετος μετά από βήχα, Έμετος |
| Όχι συχνές | Ναυτία, Διάρροια, Ερυγή, Μετεωρισμός, Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, Γλωσσοδυνία, Ακούσια προσπάθεια για έμετο2, Στοματίτιδα, Άλγος άνω κοιλιακής χώρας1, Αφθώδης στοματίτιδα1, Οδυνοφαγία1 | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Όχι συχνές | Ακμή, Κρύος ιδρώτας, Κνησμός, Εξάνθημα, Κνησμώδες εξάνθημα |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Όχι συχνές | Μυοσκελετικός πόνος του θώρακα, Αρθραλγία, Οσφυαλγία, Δυσκαμψία άρθρωσης, Μυοσκελετικός πόνος |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Όχι συχνές | Ακράτεια ούρων |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Συχνές | Κατάσταση επιδεινωθείσα, Θωρακική δυσφορία |
| Όχι συχνές | Πυρεξία, Κόπωση, Γριππώδης συνδρομή, Άλγος κήλης, Αίσθημα κακουχίας, Θωρακικό άλγος | |
| Παρακλινικές εξετάσεις | Όχι συχνές | Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος, βακτήρια ή Θετική εξέταση μυκήτων σε πτύελα |
1 Οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις που προέκυψαν μόνον λόγω της αξιολόγησης αρχικής δόσης είναι η αφυδάτωση, η μείωση του ταχέως εκπνεόμενου όγκου, η υποξία, η διάρροια, ο πόνος στην άνω κοιλιακή χώρα, η αφθώδης στοματίτιδα, η οδυνοφαγία, ο πόνος στο στήθος και η αύξηση της αλκαλικής φωσφατάσης στο αίμα.
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών (Ενήλικες)
Είκοσι επτά (7,1%) από τους 378 ασθενείς που υποβλήθηκαν στη δοκιμασία ανοχής στη μαννιτόλη (MTT) στη μελέτη 301, 18 (5,3%) από τους 341 ασθενείς στη μελέτη 302 και 25 (5,1%) από τους 486 ασθενείς στη μελέτη 303 είχαν θετικό αποτέλεσμα στην MTT. Στη μελέτη 301, συνολικά οι συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας ανοχής στη μαννιτόλη, ήταν βήχας σε 20 (5,3%) άτομα, συριγμός/βρογχόσπασμος σε επτά (1,9%) άτομα και θωρακική δυσφορία σε έξι (1,6%) άτομα. Στη μελέτη 302, η πιο συχνά αναφερόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας ανοχής στη μαννιτόλη ήταν ο βήχας σε επτά ασθενείς (2,1%) και στη μελέτη 303 η πιο συχνά αναφερόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια από την ΜΤΤ ήταν επίσης ο βήχας σε οκτώ ασθενείς (1,6%).
Παιδιατρικός πληθυσμός (ηλικίας 6 έως 17 ετών)
Η συχνότητα εμφάνισης, ο τύπος και η σοβαρότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών στα παιδιά παρουσιάζουν ομοιότητες με αυτές που παρατηρήθηκαν στους ενήλικες.
Δόση έναρξης (6 έως 17 ετών)
Η πιο συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια που αναφέρθηκε με τη χρήση του Bronchitol κατά την αξιολόγηση της δόσης έναρξης στον παιδιατρικό πληθυσμό είναι ο βήχας (4,8% των ασθενών). Η πιο σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια που αναφέρθηκε με τη χρήση του Bronchitol κατά την αξιολόγηση της δόσης έναρξης στον παιδιατρικό πληθυσμό είναι ο βρογχόσπασμος.
Δοσολογικό σχήμα θεραπείας (6 έως 17 ετών)
Η πιο συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια που αναφέρθηκε με τη χρήση του Bronchitol είναι ο βήχας. Παρατηρήθηκε στο 7,8% των ασθενών έναντι 3,8% των ασθενών στο σκέλος ελέγχου. Η πιο σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια που αναφέρθηκε με τη χρήση του Bronchitol είναι η αιμόπτυση.
Πίνακας 2: Συχνότητα των ανεπιθύμητων αντιδράσεων που προκαλεί το Bronchitol στις μελέτες φάσης 3 (αξιολόγηση αρχικής δόσης ή/και φάση θεραπείας) - σε παιδιατρικό πληθυσμό (ηλικίας 6 έως 17 ετών).
| Κατηγορία οργάνου συστήματος | Συχνότητα | Ανεπιθύμητη ενέργεια |
|---|---|---|
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Όχι συχνές | Αρχική αϋπνία |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Συχνές | Κεφαλαλγία |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | Όχι συχνές | Ζάλη2, Ωταλγία |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Συχνές | Βήχας, Κατάσταση επιδεινωθείσα, Αιμόπτυση, Στοματοφαρυγγικό άλγος, Δυσφορία στον θώρακα, Συριγμός, Άσθμα, Παραγωγικός βήχας |
| Όχι συχνές | Βρογχίτιδα, Βρογχοπνευμονία, Δυσφωνία, Υπεραερισμός, Δυσχρωμία πτυέλων, Ερεθισμός του λαιμού, Φαρυγγίτιδα, Λοίμωξη της ανώτερης αναπνευστικής οδού, Βρογχόσπασμος, Δύσπνοια, Πόνος στον θώρακα1 | |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | Συχνές | Έμετος, Έμετος μετά από βήχα |
| Όχι συχνές | Ναυτία, Οδυνοφαγία, Έμετος μετά από βήχα, Ερυγή1 | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Όχι συχνές | Κνησμός, Κνησμώδες εξάνθημα |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Όχι συχνές | Μυοσκελετικός πόνος του θώρακα |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Όχι συχνές | Ακράτεια ούρων |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Όχι συχνές | Πυρεξία |
| Παρακλινικές εξετάσεις | Συχνές | Προσδιορισμός βακτηρίων σε πτύελα |
1 Οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις που προκαλούνται μόνο λόγω της αξιολόγησης της αρχικής δόσης είναι ο βρογχόσπασμος, ο πόνος στο στήθος, η οδυνοφαγία και η τάση για έμετο.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V*.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-BRONCHITOL
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σχετικά με τη χρήση της μαννιτόλης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα δεν καταδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις σε ό,τι αφορά την τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Καθότι οι επιδράσεις ενδεχόμενης υπεραντιδραστικότητας στη μητέρα ή/και στο έμβρυο δεν είναι γνωστές, πρέπει να δίδεται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση του Bronchitol σε έγκυες γυναίκες. Σαν προληπτικό μέτρο είναι προτιμητέο να αποφεύγεται η χρήση του Bronchitol κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
Γαλουχία
Δεν είναι γνωστό εάν η μαννιτόλη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Η απέκκριση της μαννιτόλης στο γάλα δεν έχει μελετηθεί σε ζώα. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος για το παιδί που θηλάζει. Η απόφαση για το εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή η θεραπεία με το Bronchitol πρέπει να λαμβάνεται με βάση το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας με το Bronchitol για τη γυναίκα.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα για την επίδραση της μαννιτόλης στη γονιμότητα. Δεν έχουν διεξαχθεί αναπαραγωγικές μελέτες σε ζώα για την εισπνεόμενη μαννιτόλη. Ωστόσο, μελέτες με μαννιτόλη χορηγούμενη από το στόμα δεν καταδεικνύουν επιδράσεις στη γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-BRONCHITOL
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Παρασκευάσματα κατά του βήχα και του κρυολογήματος, Βλεννολυτικό. Κωδικός ATC: R05CB16
Μηχανισμός δράσης
Το Bronchitol είναι εισπνεόμενο υπερωσμωτικό φαρμακευτικό προϊόν. Αν και ο ακριβής μηχανισμός δράσης δεν είναι γνωστός, η εισπνεόμενη μαννιτόλη μπορεί να αλλάξει τις ιξωδοελαστικές ιδιότητες της βλέννας, να αυξήσει την ενυδάτωση της στοιβάδας εφύγρανσης των κροσσών και να συνεισφέρει στην αυξημένη κάθαρση των στάσιμων εκκρίσεων βλέννας μέσω του βλεννοκροσσωτού μηχανισμού. Ο παραγωγικός βήχας συμβάλλει στην κάθαρση των πτυέλων.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Στον προς θεραπεία πληθυσμό μιας ανοιχτής μελέτης δόσης-απόκρισης, της DPM-CF-202, η μέση ποσοστιαία αλλαγή (τυπική απόκλιση) στην τιμή FEV1 για τη δόση 400 mg ήταν 8,75 (τυπική απόκλιση: 12,4) και -1,569 (τυπική απόκλιση: 9,0) για τη δόση 40 mg (p < 0,0001).
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Διενεργήθηκαν τρεις διπλές τυφλές, τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες, παρεμβατικές μελέτες παράλληλων ομάδων, φάσης 3 και διάρκειας 26 εβδομάδων (DPM-CF-301, DPM-CF-302 και DPM-CF-303) στις οποίες 324 (DPM-CF-301) και 318 (DPM-CF-302) ασθενείς ηλικίας άνω των 6 ετών τυχαιοποιήθηκαν με αναλογία 3:2 σε ομάδα που λάμβανε 400 mg εισπνεόμενης μαννιτόλης δύο φορές την ημέρα και σε ομάδα ελέγχου (50 mg εισπνεόμενης μαννιτόλης δύο φορές την ημέρα). Στην τρίτη μελέτη (DPM-CF-303) τυχαιοποιήθηκαν 423 ενήλικες ασθενείς σε αναλογία 1:1 σε ομάδα που λάμβανε 400 mg εισπνεόμενης μαννιτόλης δύο φορές την ημέρα και σε ομάδα ελέγχου. Είκοσι επτά (7,1%) από τους 378 ασθενείς που υποβλήθηκαν στη δοκιμασία ανοχής στη μαννιτόλη (ΜΤΤ) στη μελέτη 301, 18 (5,3%) από τους 341 ασθενείς στη μελέτη 302 και 25 από τους 486 ασθενείς (5,1%) στη μελέτη 303 είχαν θετικό αποτέλεσμα στην MTT το οποίο αντιστοιχούσε είτε 1) σε μείωση της τιμής FEV1 κατά >20% ως προς την τιμή αναφοράς στο μέσο σημείο (βήμα 4), είτε 2) σε μείωση κατά > 20% ως προς την τιμή αναφοράς στο τέλος της δοκιμασίας χωρίς επάνοδο σε < 20% εντός 15 λεπτών, είτε 3) σε μείωση της τιμής FEV1 κατά > 50% ως προς την τιμή αναφοράς στο τέλος της δοκιμασίας (βήμα 6), είτε 4) σε μείωση της τιμής SpΟ2 σε < 89% κατά τη διαδικασία. Ένα πρόσθετο ποσοστό 2,84% (n=34) των ασθενών από τις τρεις μελέτες δεν είχε ολοκληρώσει τη δοκιμασία MTT και δεν τυχαιοποιήθηκε. Η μέση προβλεπόμενη ποσοστιαία (τυπική απόκλιση) τιμή αναφοράς της FEV1 στη μελέτη DPM-CF-301 (πληθυσμός ασφάλειας, N= 295) ήταν 62,4 (τυπική απόκλιση: 16,45) και 61,4 (τυπική απόκλιση: 16,13) για την ομάδα μαννιτόλης και ελέγχου, αντίστοιχα. Οι αντίστοιχες τιμές για τη μελέτη DPM-CF-302 (N=305) είναι οι ακόλουθες: 65,24 (τυπική απόκλιση: 13,90) και 64,35 (τυπική απόκλιση: 15,29). Στη μελέτη DPM-CF-303 (N=423) η μέση προβλεπόμενη ποσοστιαία τιμή αναφοράς της FEV1 ήταν 63,17 (τυπική απόκλιση: 15,15) και 62,98 (τυπική απόκλιση: 13,65). Στη μελέτη DPM-CF-301 το 64,4% του πληθυσμού ασθενών ήταν ενήλικες, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τη μελέτη DPM-CF-302 ήταν 49,5%. Στη μελέτη DPM-CF-303 όλοι οι ασθενείς ήταν ενήλικες. Στη μελέτη DPM-CF-301 το πενήντα πέντε% των ασθενών λάμβανε ανασυνδυασμένη ανθρώπινη δεοξυριβονουκλεάση (rhDNase) ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στη μελέτη DPM-CF-302 ήταν 75% και για τη DPM-CF-303 το ποσοστό ήταν 67,6%. Το ποσοστό των ασθενών που λάμβανε εισπνεόμενα αντιβιοτικά ήταν 55% στη μελέτη DPM-CF-301, 56% στη μελέτη DPM-CF-302 και 52% στη μελέτη DPM-CF-303. Στις εν λόγω δοκιμές δεν επιτρεπόταν η ταυτόχρονη χορήγηση υπερτονικού αλατούχου διαλύματος. Το προκαθορισμένο πρωτεύον τελικό σημείο, ήτοι η αλλαγή από την τιμή αναφοράς για την FEV1 (ml) στον τροποποιημένο προς θεραπεία πληθυσμό (n=269, 297 και 423 στις μελέτες DPM-CF-301, DPM-CF-302 και DPM-CF-303, αντίστοιχα) συγκριτικά με την ομάδα ελέγχου κατά την περίοδο διάρκειας 26 εβδομάδων, παρατίθεται στον Πίνακα 3 παράλληλα με την FEV1 που παρουσιάζεται ως προβλεπόμενη απόλυτη και σχετική αλλαγή σε%.
| Εκτίμηση μεγέθους επίδρασης | DPM-CF-301 FEV1 (ΔΕ 95%) | τιμή p | DPM-CF-302 FEV1 (ΔΕ 95%) | τιμή p | DPM-CF-303 FEV1 (ΔΕ 95%) | τιμή p | |
|---|---|---|---|---|---|---|---|
| Συνολικός πληθυσμός | N=269 | 94,5 (46,2, 142,7) | <0,001 | N=297 | 54,1 (-1,97, 110,3) | 0,059 | N=423 |
| Απόλυτη τιμή mL | 2,4 (0,9, 3,9) | 0,001 | 1,9 (0,07, 2,4) | 0,037 | 1,2 (-0,02, 3,8) | 0,052 | |
| Προβλεπόμενο απόλυτο% | 3,5 (1,0, 6,1) | 0,007 | 3,6 (0,3, 4,2) | 0,024 | 2,3 (0,3, 6,9) | 0,033 | |
| Προβλεπόμενο σχετικό% | |||||||
| Ενήλικος πληθυσμός | N=171 | 108,5 (47,6, 169,4) | <0,001 | N=144 | 85,9 (4,6, 167,3) | 0,038 | N=423 |
| Απόλυτη τιμή mL | 2,7 (0,9, 4,5) | 0,004 | 2,3 (-0,4, 5,1) | 0,095 | 1,2 (0,07, 2,4) | 0,037 | |
| Προβλεπόμενο απόλυτο% | 4,3 (1,1, 7,5) | 0,008 | 5,0 (0,2, 9,8) | 0,040 | 2,3 (0,3, 4,2) | 0,024 | |
| Προβλεπόμενο σχετικό% |
Σημείωση: Υπήρχαν κάποιες διαφορές στις μεθόδους ανάλυσης μεταξύ των 3 μελετών. Στη DPM-CF-303 η απόδοση των ελλειπών δεδομένων πραγματοποιήθηκε μέσω της μεθόδου μεταφοράς της αρχικής παρατήρησης (baseline observation carried forward, BOCF) ενώ δεν πραγματοποιήθηκε απόδοση των δεδομένων στη μελέτη DPM-CF-301 ή τη DPM-CF-302. Η θεραπευτική επίδραση του Bronchitol στον FEV1 (βίαια εκπνεόμενο όγκο) ήταν λιγότερο εμφανής στην υποομάδα ασθενών που ελάμβαναν ταυτόχρονη ανθρώπινη δεσοξυριβονουκλεάση (rhDNAse). Στους χρήστες ανασυνδυασμένης ανθρώπινης δεοξυριβονουκλεάσης στη μελέτη 301, το προβλεπόμενο σχετικό ποσοστό αλλαγής στην τιμή FEV1 ως προς την τιμή αναφοράς κατά τη διάρκεια των 26 εβδομάδων θεραπείας ήταν 2,83 (ΔΕ 95% -0,62, 6,27). Για τους μη χρήστες, η σχετική αλλαγή ήταν 4,30 (ΔΕ 95% 0,53, 8,07). Στη μελέτη 302 η σχετική αλλαγή (ΔΕ 95%) για τους χρήστες ανασυνδυασμένης ανθρώπινης δεοξυριβονουκλεάσης ήταν 3,21 (-0,61, 7,03) και για τους μη χρήστες 4,73 (-1,93, 11,40). Στη μελέτη 303 η σχετική αλλαγή (ΔΕ 95%) για τους χρήστες και τους μη χρήστες ανασυνδυασμένης ανθρώπινης δεοξυριβονουκλεάσης ήταν 1,30 (-0,91, 3,51) και 4,45 (0,52, 8,38), αντίστοιχα. Η μελέτη 303 δεν έδειξε ανώτερη θεραπευτική επίδραση για το Bronchitol στον FEV1 (βίαια εκπνεόμενο όγκο) σε γυναίκες ασθενείς, στις οποίες η πορεία της υποκείμενης κυστικής ίνωσης ενδέχεται να είναι χειρότερη από εκείνη των ανδρών, για λόγους που δεν είναι πλήρως κατανοητοί. Σε γυναίκες ασθενείς, η προσαρμοσμένη αλλαγή του μέσου όρου στον FEV1 (βίαια εκπνεόμενο όγκο) ήταν 27ml για το Bronchitol και 44ml για το σκέλος ελέγχου, υποδεικνύοντας ένα δυνητικά κατώτερο όφελος στην πνευμονική λειτουργία με Bronchitol σε σύγκριση με το σκέλος ελέγχου, παρόλο που η διαφορά δεν ήταν σημαντική από στατιστική πλευρά (p=0,480). Ο αριθμός των ατόμων με τουλάχιστον έναν πνευμονικό παροξυσμό όπως οριζόταν στο πρωτόκολλο (PDPE, οριζόμενος από την παρουσία τουλάχιστον 4 συμπτωμάτων και σημείων συν της χρήσης ενδοφλέβιων αντιβιοτικών) ήταν, στη μελέτη 301 (προς θεραπεία πληθυσμός), 18,1% στο σκέλος μαννιτόλης και 28% στο σκέλος ελέγχου. Στη μελέτη 302, το 15,2% των ατόμων στο σκέλος μαννιτόλης και το 19% στο σκέλος ελέγχου είχαν στο ιστορικό τους έναν PDPE. Στη μελέτη 303 το 13,4% των συμμετεχόντων στο σκέλος της μαννιτόλης και το 13,6% στο σκέλος ελέγχου είχαν έναν PDPE. Η εκτιμώμενη επίδραση της θεραπείας (μέση αλλαγή και 95% ΔΕ από την τιμή αναφοράς σε 26 εβδομάδες. πληθυσμός mITT) στην FVC ήταν 108,78 ml (ΔΕ 95%: 49,21, 168,35) στη μελέτη 301, 71,4 ml (ΔΕ 95%: 10,57, 132,13) στη μελέτη 302 και 40 ml (ΔΕ 95%: -12, 92) στη μελέτη 303.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Bronchitol σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχει ακόμη τεκμηριωθεί (βλ. Δοσολογία). Στις μελέτες DPM-CF-301 και 302, το προβλεπόμενο σχετικό ποσοστό της τιμής FEV1 σε σύγκριση με το σκέλος ελέγχου στα παιδιά (6-11 ετών) βελτιώθηκε κατά 0,44% (ΔΕ 95% -5,90, 6,77, N=43) και 6,1% (ΔΕ 95% -1,28, 13,54, N=59) στην περίοδο διάρκειας 26 εβδομάδων (p=0,892 και 0,104) αντίστοιχα. Στους εφήβους (12-17 ετών), η σχετική αλλαγή στο προβλεπόμενο σχετικό ποσοστό της FEV1 σε σύγκριση με το σκέλος ελέγχου βελτιώθηκε κατά 3,31% (ΔΕ 95% -2,29, 8,90, N=55) και 0,42% (ΔΕ 95% - 5,45, 6,29, N=94) στην περίοδο διάρκειας 26 εβδομάδων (p=0,245 και 0,888) αντίστοιχα.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-BRONCHITOL
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Σε μελέτη 18 υγιών άρρενων ενήλικων εθελοντών, η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της εισπνεόμενης κόνεως μαννιτόλης συγκριτικά με την ενδοφλέβια μαννιτόλη ήταν 0,59% ± 0,15. Η ταχύτητα και ο βαθμός απορρόφησης της μαννιτόλης μετά από εισπνοή παρουσίαζαν ομοιότητες με αυτά που παρατηρήθηκαν μετά τη χορήγηση από το στόμα. Η Tmax μετά την εισπνοή ήταν 1,5 ± 0,5 ώρες. Σε μελέτη 9 ασθενών με κυστική ίνωση (6 ενήλικες, 3 έφηβοι), με χρήση 400 mg εισπνεόμενης μαννιτόλης σε εφάπαξ δόση (ημέρα 1) και στη συνέχεια δύο φορές την ημέρα για 7 ημέρες (ημέρες 2 - 7), οι φαρμακοκινητικές παράμετροι παρουσίαζαν ομοιότητες στους ενήλικες και στους εφήβους, εκτός της μεγαλύτερης μέσης φαινομενικής τελικής διάρκειας ημιζωής για τους εφήβους (ημέρα 1 = 7,29 ώρες, ημέρα 7 = 6,52 ώρες) έναντι των ενηλίκων (ημέρα 1 = 6,10 ώρες, ημέρα 7 = 5,42 ώρες). Συνολικά, η σύγκριση της AUC μεταξύ ημέρας 1 και ημέρας 7 κατέδειξε μη χρονική εξάρτηση των φαρμακοκινητικών ιδιοτήτων, παρουσιάζοντας γραμμικότητα στο επίπεδο της δοσολογίας που χορηγήθηκε στην εν λόγω μελέτη.
Βιομετασχηματισμός
Ένα μικρό ποσοστό της συστηματικά απορροφούμενης μαννιτόλης υπόκειται σε ηπατικό μεταβολισμό, σε γλυκογόνο και διοξείδιο του άνθρακα. Μελέτες σε επίμυες, ποντίκια και ανθρώπους έχουν καταδείξει ότι η μαννιτόλη δεν παράγει τοξικούς μεταβολίτες. Η μεταβολική οδός της εισπνεόμενης μαννιτόλης δεν εξετάστηκε σε φαρμακοκινητικές μελέτες.
Κατανομή
Μελέτες εναπόθεσης στους πνεύμονες κατέδειξαν ποσοστό 24,7% εναπόθεσης της εισπνεόμενης μαννιτόλης επιβεβαιώνοντας την κατανομή της στο όργανο στόχο. Σε μη κλινικές τοξικολογικές μελέτες καταδείχθηκε ότι η μαννιτόλη που εισπνέεται στους πνεύμονες απορροφάται στην αιματική ροή με τη μέγιστη συγκέντρωση στον ορό να επιτυγχάνεται σε 1 ώρα. Δεν υπάρχουν αποδείξεις για τη συσσώρευση της μαννιτόλης στο σώμα και, συνεπώς, η κατανομή της εισπνεόμενης μαννιτόλης δεν εξετάστηκε σε φαρμακοκινητικές μελέτες.
Αποβολή
Η αθροιστική ποσότητα μαννιτόλης που διηθείται στα ούρα κατά τη διάρκεια της 24ωρης περιόδου συλλογής ήταν παρόμοια τόσο για την εισπνεόμενη (55%) όσο και για την από του στόματος χορηγούμενη (54%) μαννιτόλη. Στην ενδοφλέβια χορήγηση, η μαννιτόλη αποβάλλεται σχεδόν αναλλοίωτη μέσω σπειραματικής διήθησης και το 87% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα εντός 24 ωρών. Η μέση τελική διάρκεια ημιζωής σε ενήλικες ήταν περίπου 4 έως 5 ώρες από τον ορό και περίπου 3,66 ώρες από τα ούρα.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Bronchitol σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 6 έως 18 ετών δεν έχουν ακόμη τεκμηριωθεί. Τα περιορισμένα διαθέσιμα στοιχεία για εφήβους ηλικίας 12 έως 17 ετών υποδεικνύουν ότι οι φαρμακοκινητικές παράμετροι της εισπνεόμενης μαννιτόλης είναι παρόμοιες με εκείνες που αναφέρονται για τον ενήλικο πληθυσμό. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών.
ΕΟΦ · 2.2.5
Ωσμωτικώς δρώντα
expand_more
Ωσμωτικώς δρώντα
ΕΟΦ · 11.4.6
Ωσμωτικώς δρώντα
expand_more
Ωσμωτικώς δρώντα
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Χημικά, η μαννιτόλη είναι μια αλκοόλη και ένα σάκχαρο, ή πολυόλη. Είναι παρόμοια με την ξυλιτόλη ή τη σορβιτόλη. Ωστόσο, η μαννιτόλη έχει την τάση να χάνει ένα ιόν υδρογόνου σε υδατικά διαλύματα, γεγονός που καθιστά το διάλυμα όξινο. Για το λόγο αυτό, δεν είναι ασυνήθιστο να προστίθεται μια ουσία για την προσαρμογή του pH της, όπως το διττανθρακικό νάτριο.
Η μαννιτόλη χρησιμοποιείται συνήθως για την αύξηση της παραγωγής ούρων (διουρητικό). Χρησιμοποιείται επίσης για τη θεραπεία ή την πρόληψη ιατρικών καταστάσεων που προκαλούνται από αύξηση των σωματικών υγρών/νερού (π.χ., εγκεφαλικό οίδημα, γλαύκωμα, νεφρική ανεπάρκεια).
Η μαννιτόλη χορηγείται συχνά μαζί με άλλα διουρητικά (π.χ., φουροσεμίδη, χλωροθαλιδόνη) ή/και ενδοφλέβια ενυδάτωση.
Εισπνεόμενη μαννιτόλη έχει την πιθανότητα να προκαλέσει βρογχόσπασμο και αιμόπτυση. Η εμφάνιση οποιουδήποτε από αυτά τα συμπτώματα θα πρέπει να οδηγήσει στη διακοπή της εισπνεόμενης μαννιτόλης.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η μαννιτόλη είναι ένα ωσμωτικό διουρητικό που είναι μεταβολικά αδρανές στους ανθρώπους και απαντάται φυσικά, ως σάκχαρο ή αλκοόλη σακχάρου, σε φρούτα και λαχανικά.
Η μαννιτόλη αυξάνει την ωσμωτικότητα του πλάσματος του αίματος, οδηγώντας σε αυξημένη ροή ύδατος από τους ιστούς, συμπεριλαμβανομένου του εγκεφάλου και του εγκεφαλονωτιαίου υγρού, στους διάμεσους ιστούς και το πλάσμα. Ως αποτέλεσμα, το εγκεφαλικό οίδημα, η αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση, καθώς και ο όγκος και η πίεση του εγκεφαλονωτιαίου υγρού μπορούν να μειωθούν.
Ως διουρητικό, η μαννιτόλη προκαλεί διούρηση επειδή δεν επαναρροφάται στον νεφρικό σωληνίσκο, αυξάνοντας έτσι την ωσμωτικότητα του σπειραματικού διηθήματος, διευκολύνοντας την απέκκριση ύδατος και αναστέλλοντας την νεφρική σωληνίσκο επαναρρόφηση νατρίου, χλωρίου και άλλων διαλυτών. Η μαννιτόλη προάγει την αποβολή τοξικών ουσιών μέσω των ούρων και προστατεύει από τη νεφροτοξικότητα, εμποδίζοντας τη συγκέντρωση τοξικών ουσιών στο σωληνίσκο υγρό.
Ως αντιαγλαυκωματικός παράγοντας, η μαννιτόλη αυξάνει την ωσμωτικότητα του πλάσματος του αίματος, οδηγώντας σε αυξημένη ροή ύδατος από το μάτι στο πλάσμα και σε επακόλουθη μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης.
Ως βοηθητικό μέσο για τη διάγνωση της νεφρικής λειτουργίας, η μαννιτόλη διηθείται ελεύθερα από τους σπειραματικούς σπειράτους με λιγότερο από 10% σωληνίσκο επαναρρόφηση. Ως εκ τούτου, ο ρυθμός απέκκρισής της στα ούρα μπορεί να χρησιμεύσει ως μέτρηση του ρυθμού σπειραματικής διήθησης (GFR).
Ο ακριβής μηχανισμός δράσης της εισπνεόμενης μαννιτόλης στη συμπτωματική συντηρητική θεραπεία της κυστικής ίνωσης παραμένει ασαφής. Υποτίθεται ότι η μαννιτόλη παράγει μια ωσμωτική βαθμίδα κατά μήκος της επιθηλίας των αεραγωγών που αντλεί υγρό στον εξωκυττάριο χώρο και μεταβάλλει τις ιδιότητες του στρώματος της επιφανειακής βλέννας των αεραγωγών, επιτρέποντας την ευκολότερη βλεννοκυστική κάθαρση.
Η ΜΑΝΝΙΤΟΛΗ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΕΙΤΑΙ ΣΤΗΝ ΠΡΟΦΥΛΑΞΗ ΤΗΣ ΟΞΕΙΑΣ ΝΕΦΡΙΚΗΣ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑΣ. ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΚΟΠΟ ΑΥΤΟΝ ΣΕ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟΣΟ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΕΣ ΟΣΟ ΚΑΡΔΙΑΓΓΕΙΑΚΕΣ ΕΠΕΜΒΑΣΕΙΣ, ΣΟΒΑΡΟΣ ΤΡΑΥΜΑΤΙΚΟΣ ΤΡΑΥΜΑΤΙΣΜΟΣ, ΕΠΕΜΒΑΣΕΙΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΣΟΒΑΡΗΣ ΙΚΤΕΡΟΥ, ΚΑΙ Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΩΝ ΑΙΜΟΛΥΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΓΓΙΣΗΣ. ΣΕ ΚΑΘΕ ΜΙΑ ΑΠΟ ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ, ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΡΟΒΛΕΦΘΕΙ ΜΙΑ ΑΠΟΤΟΜΗ ΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΡΟΗΣ ΤΩΝ ΟΥΡΩΝ, ΕΙΤΕ ΩΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΜΕΙΩΜΕΝΟΥ ΡΥΘΜΟΥ ΔΙΗΘΗΣΗΣ ΕΙΤΕ ΑΠΟ ΟΞΕΙΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΗΝ ΣΩΛΗΝΙΔΙΑΚΗ ΔΙΑΠΕΡΑΣΤΟΤΗΤΑ. Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΣΥΝΕΠΕΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΒΛΑΒΟΥΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΣΩΛΗΝΙΔΙΑΚΟ ΥΓΡΟ ΣΕ ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΑ ΥΨΗΛΕΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΙΣ, ΣΕ ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΑΡΚΕΤΕΣ ΩΣΤΕ ΝΑ ΠΡΟΚΑΛΕΣΟΥΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΚΡΑΤΗΣΗ. ΣΕ ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ, Η ΜΑΝΝΙΤΟΛΗ ΑΣΚΕΙ ΩΣΜΩΤΙΚΗ ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΣΩΛΗΝΙΔΙΑΚΟ ΥΓΡΟ, ΑΝΑΣΤΕΛΛΕΙ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΡΡΟΦΗΣΗ ΝΕΡΟΥ, ΚΑΙ ΔΙΑΤΗΡΕΙ ΤΟΝ ΡΥΘΜΟ ΤΗΣ ΡΟΗΣ ΤΩΝ ΟΥΡΩΝ. Η ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΤΟΥ ΤΟΞΙΚΟΥ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΣΩΛΗΝΙΔΙΑΚΟ ΥΓΡΟ ΔΕΝ ΦΤΑΝΕΙ ΣΕ ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΑ ΥΨΗΛΑ ΕΠΙΠΕΔΑ ΠΟΥ ΑΛΛΙΩΣ ΘΑ ΕΙΧΑΝ ΕΠΙΤΕΥΧΘΕΙ ΜΕ ΠΙΟ ΠΛΗΡΗ ΕΠΑΝΑΡΡΟΦΗΣΗ ΝΕΡΟΥ.
ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΑΝ Ο ΡΥΘΜΟΣ ΣΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗΣ ΔΙΗΘΗΣΗΣ ΕΙΝΑΙ ΜΕΙΩΜΕΝΟΣ, Η ΜΑΝΝΙΤΟΛΗ ΑΚΟΜΑ ΔΙΗΘΕΙΤΑΙ ΣΤΟ ΣΠΕΙΡΑΜΑ. Η ΣΩΛΗΝΙΔΙΑΚΗ ΑΔΙΑΠΕΡΑΣΤΟΤΗΤΑ ΣΤΗ ΜΑΝΝΙΤΟΛΗ ΔΕΝ ΑΛΛΑΖΕΙ ΑΠΟ ΟΞΕΙΑ ΝΕΦΡΙΚΗ ΙΣΧΑΙΜΙΑ ΜΙΚΡΗΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ. ΕΠΟΜΕΝΩΣ, Η ΜΑΝΝΙΤΟΛΗ ΠΟΥ ΔΙΗΘΕΙΤΑΙ ΑΠΟΒΑΛΛΕΤΑΙ ΕΠΙΣΗΣ ΣΤΑ ΟΥΡΑ. Ο ΑΔΙΑΡΡΟΦΗΤΟΣ ΔΙΑΛΥΤΗΣ ΠΕΡΙΟΡΙΖΕΙ ΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΔΙΑΧΥΣΗ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ. Ο ΟΓΚΟΣ ΤΩΝ ΟΥΡΩΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΔΙΑΤΗΡΗΘΕΙ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΜΕΙΩΜΕΝΗΣ ΣΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗΣ ΔΙΗΘΗΣΗΣ.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Περίπου το 7% της προσλαμβανόμενης μαννιτόλης απορροφάται κατά τη γαστρεντερική διαπερατότητα σε ουραικούς ασθενείς.
Η εισπνοή 635 mg σκόνης μαννιτόλης αποδίδει Cmax πλάσματος 13,71 μg/mL σε 1,5 ώρα (Tmax) και μια μέση συστηματική AUC 73,15 μg*h/mL.
Η μαννιτόλη απεκκρίνεται κυρίως αμετάβλητη στα ούρα. Μετά από από του στόματος εισπνοή 635 mg μαννιτόλης σε υγιείς εθελοντές, το 55% της συνολικής δόσης ανακτήθηκε αμετάβλητο στα ούρα· μετά από από του στόματος ή ενδοφλέβια χορήγηση 500 mg, οι αντίστοιχες τιμές ήταν 54% και 87%, αντίστοιχα.
Η μαννιτόλη που χορηγείται ενδοφλεβίως έχει όγκο κατανομής 34,3 L.
Η ενδοφλέβια χορήγηση μαννιτόλης αποδίδει συνολική κάθαρση 5,1 L/ώρα και νεφρική κάθαρση 4,4 L/ώρα.
Η ΜΑΝΝΙΤΟΛΗ ΓΕΝΙΚΑ ΘΕΩΡΕΙΤΑΙ ΟΤΙ ΔΕΝ ΑΠΟΡΡΟΦΑΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΓΑΣΤΡΕΝΤΕΡΙΚΟ ΣΩΛΗΝΑ. ΩΣΤΟΣΟ, ΠΡΟΣΦΑΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΕΙ ΜΕ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΠΕΠΟΙΘΗΣΗ, ΔΙΟΤΙ 18% ΤΗΣ ΑΠΟ ΤΟΥ ΣΤΟΜΑΤΟΣ ΔΟΣΗΣ D-(14)C MANNITOL ΑΝΑΚΤΗΘΗΚΕ ΑΜΕΤΑΒΛΗΤΟ ΣΤΑ ΟΥΡΑ 48 ΩΡΩΝ ΣΕ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΑ ΚΑΙ ΕΩΣ 19% ΩΣ CO2 ΣΕ ΕΚΠΝΟΟΥΜΕΝΟ ΑΕΡΑ ΣΕ 12 ΩΡΕΣ. 32% ΠΑΡΟΥΣΑ ΣΤΑ ΚΟΠΡΑΝΑ ΣΕ 48 ΩΡΕΣ… ΑΠΟΡΡΟΦΗΘΕΝ ΥΛΙΚΟ.
ΟΥΣΙΕΣ ΟΠΩΣ Η ΜΑΝΝΙΤΟΛΗ ΕΧΟΥΝ ΦΑΙΝΟΜΕΝΙΚΟ ΟΓΚΟ ΚΑΤΑΝΟΜΗΣ ΠΟΥ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΕΙ ΣΤΟ ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΕΞΩΚΥΤΤΑΡΙΚΟ ΝΕΡΟ, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΠΕΡΙΠΟΥ 20% ΤΟΥ ΒΑΡΟΥΣ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ… ΔΙΕΙΣΔΥΟΥΝ ΣΤΙΣ ΤΡΙΧΟΕΙΔΙΚΕΣ ΜΕΜΒΡΑΝΕΣ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΔΙΕΙΣΔΥΟΥΝ ΣΤΙΣ ΚΥΤΤΑΡΙΚΕΣ ΜΕΜΒΡΑΝΕΣ.
H ΜΑΝΝΙΤΟΛΗ ΥΠΟΒΑΛΛΕΤΑΙ ΣΕ ΠΟΛΥ ΛΙΓΗ ΕΠΑΝΑΡΡΟΦΗΣΗ, ΚΑΙ ΓΙΑ ΠΟΛΛΟΥΣ ΠΡΑΚΤΙΚΟΥΣ ΣΚΟΠΟΥΣ Ο ΣΩΛΗΝΑΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΘΕΩΡΗΘΕΙ ΑΔΙΑΠΕΡΑΣΤΟΣ ΑΠΟ ΑΥΤΗΝ. …ΩΣΜΩΤΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ, ΤΑ ΟΠΟΙΑ, ΕΞ ΟΡΙΣΜΟΥ, ΕΠΑΝΡΡΟΦΩΝΤΑΙ ΛΙΓΟ ΑΠΟ ΤΟ ΓΑΣΤΡΕΝΤΕΡΙΚΟ ΣΩΛΗΝΑ, ΔΕΝ ΑΠΟΡΡΟΦΩΝΤΑΙ ΕΠΙΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΓΑΣΤΡΕΝΤΕΡΙΚΟ ΣΩΛΗΝΑ. …ΑΥΤΟΙ ΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΧΟΡΗΓΟΥΝΤΑΙ ΠΑΡΕΝΤΕΡΙΚΑ… ΓΙΑ ΝΑ ΕΠΙΤΕΥΧΘΟΥΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΕΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΙΣ ΠΛΑΣΜΑΤΟΣ.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η μαννιτόλη μεταβολίζεται ελάχιστα, αν γίνει καθόλου, σε γλυκογόνο στο ήπαρ.
…ΠΟΛΥΟΛΙΚΟ ΑΛΚΟΟΛΗ ΣΑΚΧΑΡΩΝ… ΜΑΝΝΙΤΟΛΗ (C6H14O6)… ΣΕ ΜΕΓΑΛΟ ΒΑΘΜΟ ΑΠΟΒΑΛΛΕΤΑΙ ΑΜΕΤΑΒΛΗΤΟ ΣΤΑ ΟΥΡΑ.
H ΜΑΝΝΙΤΟΛΗ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΕ ΜΕΓΑΛΗ ΠΟΣΟΤΗΤΑ ΣΕ ΣΠΟΡΙΑ ΤΟΥ ASPERGILLUS ORYZAE, ΟΠΟΥ ΜΕΤΑΒΟΛΙΖΕΤΑΙ ΤΑΧΕΩΣ ΣΤΑ ΠΡΩΙΜΑ ΣΤΑΔΙΑ ΒΛΑΣΤΗΣΗΣ. ΜΕΤΑΤΡΕΠΕΤΑΙ ΣΕ ΦΡΟΥΚΤΟΖΗ ΜΕ ΤΗΝ D-ΜΑΝΝΙΤΟΛΗ DEHYDROGENASE…
…Η ΤΥΧΗ ΤΗΣ ΜΑΝΝΙΤΟΛΗΣ ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΤΩΝ ΖΩΩΝ (ΠΙΘΗΚΟΙ, ΚΡΟΥΝΟΙ, ΑΡΟΥΡΑΙΟΙ, ΣΚΥΛΟΙ, κ.λπ.) ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΠΟΡΡΟΦΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΠΤΙΚΟ ΣΩΛΗΝΑ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗ ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΣΕ ΓΛΥΚΟΓΟΝΟ ΣΤΟ ΗΠΑΡ ΚΑΙ ΑΠΟΒΟΛΗ ΤΟΥ ΥΠΟΛΟΙΠΟΥ ΑΜΕΤΑΒΛΗΤΟ ΣΤΑ ΟΥΡΑ.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Η μαννιτόλη έχει χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής 4,7 ώρες μετά από από του στόματος χορήγηση· ο μέσος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής είναι παρόμοιος ανεξάρτητα από τη διαδρομή χορήγησης (από του στόματος, εισπνοή και ενδοφλέβια).
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
- Ουσίες που αυξάνουν τον όγκο των ούρων αυξάνοντας την ποσότητα ωσμωτικά ενεργού διαλύτη στα ούρα. Τα ωσμωτικά διουρητικά αυξάνουν επίσης την ωσμωτικότητα του πλάσματος.
- Ουσίες που γλυκαίνουν τρόφιμα, ποτά, φάρμακα, κ.λπ., όπως η ζάχαρη, η σακχαρίνη ή άλλα συνθετικά προϊόντα χαμηλών θερμίδων. (Από το Random House Unabridged Dictionary, 2η έκδ.)
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
3OWL53L36A
ΜΑΝΝΙΤΟΛΗ
Φυσιολογικές Επιδράσεις [PE] - Αυξημένη Διούρηση
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Ωσμωτική Δράση
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κλάση [EPC] - Ωσμωτικό Διουρητικό
Η μαννιτόλη είναι ένα Ωσμωτικό Διουρητικό. Ο μηχανισμός δράσης της μαννιτόλης είναι ως Ωσμωτική Δράση. Η φυσιολογική επίδραση της μαννιτόλης είναι μέσω Αυξημένης Διούρησης.
ΜΑΝΝΙΤΟΛΗ
Ωσμωτική Δράση [MoA]· Αυξημένη Διούρηση [PE]· Ωσμωτικό Διουρητικό [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
- Ουσίες που αυξάνουν τον όγκο των ούρων αυξάνοντας την ποσότητα ωσμωτικά ενεργού διαλύτη στα ούρα. Τα ωσμωτικά διουρητικά αυξάνουν επίσης την ωσμωτικότητα του πλάσματος.
- Ουσίες που γλυκαίνουν τρόφιμα, ποτά, φάρμακα, κ.λπ., όπως η ζάχαρη, η σακχαρίνη ή άλλα συνθετικά προϊόντα χαμηλών θερμίδων. (Από το Random House Unabridged Dictionary, 2η έκδ.)