ENFUVIRTIDE
Ενφουβιρτίδη
Επίκτητη ανοσοανεπάρκεια από τον ιό HIV-1 σε συνδυασμό με άλλα αντιρετροϊκά φάρμακα, σε ασθενείς στους οποίους απέτυχαν θεραπευτικά σχήματα, τα οποία περιείχαν τουλάχιστον ένα φαρμακευτικό προϊόν εκάστης κατηγορίας από τα υπάρχοντα ή που έχουν εμφανίσει δυσανεξία σε αυτά.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-FUZEON
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: υποδόρια ένεση
- Χορήγηση: δύο φορές την ημέρα
- Δόση έναρξης: 90 mg
-
Ενήλικες και έφηβοι ≥ 16 ετώνΔόση90 mgδύο φορές την ημέρα χορηγούμενη με υποδόρια ένεση στο άνω τμήμα του βραχίονα, στο πρόσθιο τμήμα του μηρού ή στην κοιλιακή χώρα. Αν παραλειφθεί δόση, να ληφθεί το συντομότερο δυνατό, εκτός αν είναι λιγότερο από 6 ώρες πριν την επόμενη δόση.
-
ΗλικιωμένοιΔεν υπάρχει εμπειρία σε ασθενείς > 65 ετών.
-
Παιδιά ≥ 6 ετών και έφηβοιΔόση27-90 mgΗ εμπειρία είναι περιορισμένη. Δοσολογικό σχήμα βάσει βάρους (βλ. Πίνακα 1). Η χρήση δε συνιστάται σε παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετών.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για δοσολογική σύσταση.
block
SPC-FUZEON
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
warning
SPC-FUZEON
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Συνδυαστική αντιρετροϊκή αγωγήΤο Fuzeon πρέπει να λαμβάνεται ως μέρος ενός θεραπευτικού σχήματος συνδυασμού. Ανατρέξτε στην περίληψη των χαρακτηριστικών του προϊόντος των άλλων αντιρετροϊκών φαρμακευτικών προϊόντων που χρησιμοποιούνται. Να συνδυάζεται με άλλα αντιρετροϊκά στα οποία είναι ευαίσθητος ο ιός του ασθενούς.
-
Μετάδοση HIV-1Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για το ότι το Fuzeon δεν αποτελεί θεραπεία της λοίμωξης από HIV-1. Θα πρέπει να λαμβάνονται προφυλάξεις σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες, καθώς δεν μπορεί να αποκλειστεί υπολειπόμενος κίνδυνος μετάδοσης του ιού.
-
Βακτηριδιακές λοιμώξεις / Ανοσοποιητικό σύστημαΠληθυσμόςΑσθενείς που έλαβαν αγωγή με FuzeonΈχει παρατηρηθεί αυξημένο ποσοστό μερικών βακτηριδιακών λοιμώξεων (ιδίως πνευμονίας). Ωστόσο, αυξημένος κίνδυνος βακτηριδιακών λοιμώξεων που σχετίζεται με τη χρήση του Fuzeon δεν έχει επιβεβαιωθεί από επακόλουθα επιδημιολογικά στοιχεία.
-
Αντιδράσεις υπερευαισθησίαςΣπάνιες περιπτώσεις επανεμφάνισηςΟι ασθενείς που αναπτύσσουν σημεία/συμπτώματα συστηματικής αντίδρασης υπερευαισθησίας θα πρέπει να διακόψουν την αγωγή με ενφουβιρτίδη και να ζητούν άμεσα ιατρική αξιολόγηση. Η αγωγή δεν πρέπει να αρχίζει εκ νέου μετά από συστηματικά σημεία και συμπτώματα που συμφωνούν με αντίδραση υπερευαισθησίας σχετιζόμενη με την ενφουβιρτίδη.
-
Ηπατική νόσοςΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια ηπατίτιδα B και C που λαμβάνουν αντιρετροϊκή αγωγή, ασθενείς με σημαντικές υποκείμενες ηπατικές διαταραχέςΟι ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα B και C διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο σοβαρών και δυνητικά μοιραίων ηπατικών ανεπιθύμητων συμβάντων. Σε περίπτωση ταυτόχρονης αντιικής αγωγής για την ηπατίτιδα B ή C, ανατρέξτε στις σχετικές πληροφορίες του προϊόντος αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν μελετηθεί ειδικά σε ασθενείς με σημαντικές υποκείμενες ηπατικές διαταραχές.
-
Ψευδώς θετική δοκιμασία HIVΠληθυσμόςΆτομα που δεν έχουν προσβληθεί από HIV-1 λοίμωξηΗ χορήγηση Fuzeon μπορεί να προκαλέσει ανάπτυξη αντισωμάτων κατά της ενφουβιρτίδης, οδηγώντας σε ψευδώς θετική δοκιμασία HIV με την αντι-HIV δοκιμασία ELISA.
-
Περιορισμένη ηπατική ή νεφρική λειτουργίαΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με περιορισμένη ηπατική λειτουργία, ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή νεφρική βλάβη και ασθενείς που συντηρούνται με αιμοκάθαρσηΤο Fuzeon θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε αυτούς τους πληθυσμούς.
-
Σύνδρομο Επανενεργοποίησης του Ανοσοποιητικού ΣυστήματοςΠληθυσμόςHIV οροθετικοί ασθενείς με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια κατά την έναρξη της συνδυασμένης αντιρετροϊκής αγωγής (CART)Θα πρέπει να εκτιμώνται οποιαδήποτε φλεγμονώδη συμπτώματα και να ορίζεται θεραπεία όταν απαιτείται.
-
ΟστεονέκρωσηΠληθυσμόςΑσθενείς με προχωρημένη λοίμωξη HIV και /ή μακράς διάρκειας έκθεση σε συνδυασμό αντιρετροϊκής θεραπείας (CART)Οι ασθενείς θα πρέπει να ζητούν ιατρική συμβουλή εάν παρουσιάζουν ενοχλήσεις και άλγος στις αρθρώσεις, δυσκαμψία άρθρωσης ή δυσκολία στην κίνηση.
swap_horiz
SPC-FUZEON
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Φάρμακα που μεταβολίζονται από ένζυμα CYP450 (π.χ. δαψόνη, δεβριζοκίνη, καφεΐνη, μεφαινυτοΐνη, χλωρζοξαζόνη)Η ενφουβιρτίδη δεν ανέστειλε τον μεταβολισμό τους.ΣύστασηΔεν αναμένονται κλινικώς σημαντικές φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις.
-
ριτοναβίρη (ισχυρός αναστολέας του CYP3A4)Δεν οδήγησε σε κλινικώς σημαντικές μεταβολές των φαρμακοκινητικών ιδιοτήτων της ενφουβιρτίδης.
-
σακουιναβίρη σε συνδυασμό με ενισχυτική δόση ριτοναβίρηςΔεν οδήγησε σε κλινικώς σημαντικές μεταβολές των φαρμακοκινητικών ιδιοτήτων της ενφουβιρτίδης.
-
ριφαμπικίνη (ισχυρός επαγωγέας του CYP3A4)Δεν οδήγησε σε κλινικώς σημαντικές μεταβολές των φαρμακοκινητικών ιδιοτήτων της ενφουβιρτίδης.
sick
SPC-FUZEON
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Κολπίτιδα
- Γρίπη
- Πνευμονία
- Λοίμωξη του ωτός
- Θήλωμα δέρματος
- Ξηροδερμία
- Σμηγματορροϊκό έκζεμα
- Ερύθημα
- Ακμή
- Δερματική αμυλοείδωση
- Λοιμώξεις στη θέση της ένεσης (συμπεριλαμβανομένου του αποστήματος και της κυτταρίτιδας)
- Λεμφαδενοπάθεια
- Ηωσινοφιλία
- Μειωμένη αιμοσφαιρίνη
- Μειωμένη όρεξη
- Ανορεξία
- Υπερτριγλυκεριδαιμία
- Σακχαρώδης διαβήτης
- Μειωμένο σωματικό βάρος
- Αυξημένα τριγλυκερίδια αίματος
- Αυξημένη κρεατινοφωσφοκινάση
- Άγχος
- Εφιάλτης
- Ευερεθιστότητα
- Περιφερική νευροπάθεια
- Υπαισθησία
- Διαταραχή στην προσοχή
- Τρόμος
- Ίλιγγος
- Επιπεφυκίτιδα
- Ρινική συμφόρηση
- Παγκρεατίτιδα
- Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
- Μυαλγία
- Οστεονέκρωση
- Λίθος νεφρού
- Αιματουρία
- Γριπώδης συνδρομή
- Εξασθένηση
- Αντιδράσεις θέσης ένεσης (Πόνος / δυσφορία, Ερύθημα, Σκληρία, Οζίδια και κύστες, Κνησμός, Εκχύμωση)
- Φλεγμονώδης αντίδραση σε ασυμπτωματικά ή υπολειμματικά ευκαιριακά παθογόνα
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
- Νόσος του Graves
- Αυτοάνομη ηπατίτιδα
- Αυξημένα επίπεδα ALAT
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΑντιδράσεις θέσης ένεσηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ συχνέςΜειωμένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
ΣυχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΑιματουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΑκμήΔέρμα
-
ΣυχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑυξημένα τριγλυκερίδια αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΓαστροοισοφαγική παλινδρόμησηΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΓρίπηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΓριπώδης συνδρομήΓενικές
-
ΣυχνέςΔιαταραχή στην προσοχήΝευρικό
-
ΣυχνέςΕξασθένησηΓενικές
-
ΣυχνέςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΕρύθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΕυερεθιστότηταΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΕφιάλτηςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΘήλωμα δέρματοςΔέρμα
-
ΣυχνέςΚολπίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΛίθος νεφρούΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΛεμφαδενοπάθειαΑίμα
-
ΣυχνέςΛοίμωξη του ωτόςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΞηροδερμίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΠνευμονίαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΡινική συμφόρησηΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΣακχαρώδης διαβήτηςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΣμηγματορροϊκό έκζεμαΔέρμα
-
ΣυχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπαισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπερτριγλυκεριδαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΑντιδράσεις υπερευαισθησίαςΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑυξημένα επίπεδα ALATΔιαταραχές ήπατος και χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΑυξημένη κρεατινοφωσφοκινάσηΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΑυτοάνομη ηπατίτιδαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΔερματική αμυλοείδωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΛοιμώξεις στη θέση της ένεσης (συμπεριλαμβανομένου του αποστήματος και της κυτταρίτιδας)Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Μη γνωστέςΜειωμένη αιμοσφαιρίνηΑίμα
-
Μη γνωστέςΝόσος του GravesΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΟστεονέκρωσηΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΦλεγμονώδης αντίδραση σε ασυμπτωματικά ή υπολειμματικά ευκαιριακά παθογόναΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
pregnant_woman
SPC-FUZEON
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΔεν υπάρχουν επαρκείς και καλώς ελεγχόμενες μελέτες σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν επικίνδυνες επιπτώσεις στην ανάπτυξη του εμβρύου. Η ενφουβιρτίδη θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την κύηση μόνο εάν το πιθανό όφελος δικαιολογεί τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΔεν είναι γνωστό εάν η ενφουβιρτίδη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Οι μητέρες θα πρέπει να καθοδηγούνται ώστε να μη θηλάζουν εφόσον λαμβάνουν ενφουβιρτίδη, λόγω του ενδεχομένου μετάδοσης του HIV και τυχόν πιθανών ανεπιθύμητων ενεργειών στα θηλάζοντα βρέφη.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-FUZEON
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-FUZEON
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-FUZEON
expand_more
Δοσολογία
Το Fuzeon θα πρέπει να συνταγογραφείται από ιατρούς έμπειρους στην αντιμετώπιση της HIV λοίμωξης.
Δοσολογία
Ενήλικες και έφηβοι ≥ 16 ετών: Η συνιστώμενη δόση Fuzeon είναι 90 mg δύο φορές την ημέρα χορηγούμενη με υποδόρια ένεση στο άνω τμήμα του βραχίονα, στο πρόσθιο τμήμα του μηρού ή στην κοιλιακή χώρα. Σε περίπτωση που παραλειφθεί μία δόση του Fuzeon, οι ασθενείς θα πρέπει να καθοδηγούνται ώστε να λαμβάνουν τη δόση το συντομότερο δυνατό. Ωστόσο, αν πρόκειται για λιγότερο από 6 ώρες πριν από την επόμενη κανονική δόση, η δόση που ξεχάστηκε θα πρέπει να παραλείπεται.
Ηλικιωμένοι: Δεν υπάρχει εμπειρία σε ασθενείς > 65 ετών.
Παιδιά ≥ 6 ετών και έφηβοι: Η εμπειρία σε παιδιά είναι περιορισμένη (βλ. Φαρμακοκινητικές). Σε κλινικές δοκιμές χρησιμοποιήθηκε το δοσολογικό σχήμα στον ακόλουθο Πίνακα 1.
Πίνακας 1: Παιδιατρική Δοσολογία
| Βάρος (kg) | Δόση ανά ένεση δύο φορές την ημέρα (mg/δόση) | Όγκος ένεσης (90 mg ενφουβιρτίδης ανά ml) |
|---|---|---|
| 11,0 έως 15,5 | 27 | 0,3 ml |
| 15,6 έως 20,0 | 36 | 0,4 ml |
| 20,1 έως 24,5 | 45 | 0,5 ml |
| 24,6 έως 29,0 | 54 | 0,6 ml |
| 29,1 έως 33,5 | 63 | 0,7 ml |
| 33,6 έως 38,0 | 72 | 0,8 ml |
| 38,1 έως 42,5 | 81 | 0,9 ml |
| ≥ 42,6 | 90 | 1,0 ml |
Η χρήση του Fuzeon δε συνιστάται σε παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετών λόγω ανεπαρκών δεδομένων ασφάλειας και αποτελεσματικότητας (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Νεφρική δυσλειτουργία: Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία συμπεριλαμβανομένων εκείνων που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
Ηπατική δυσλειτουργία: Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για την τεκμηρίωση δοσολογικής σύστασης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
Τρόπος χορήγησης
Το Fuzeon προορίζεται μόνο για χορήγηση μέσω υποδόριας ένεσης. Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6.
block
Αντενδείξεις
SPC-FUZEON
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-FUZEON
expand_more
Προειδοποιήσεις
Το Fuzeon πρέπει να λαμβάνεται ως μέρος ενός θεραπευτικού σχήματος συνδυασμού. Παρακαλούμε ανατρέξτε επίσης στην αντίστοιχη περίληψη των χαρακτηριστικών του προϊόντος των άλλων αντιρετροϊκών φαρμακευτικών προϊόντων που χρησιμοποιούνται στο συνδυασμό. Όπως και άλλα αντιρετροϊκά, η ενφουβιρτίδη θα πρέπει ιδεωδώς να συνδυάζεται με άλλα αντιρετροϊκά στα οποία είναι ευαίσθητος ο ιός του ασθενούς (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για το ότι το Fuzeon δεν αποτελεί θεραπεία της λοίμωξης από HIV-1. Αν και η αποτελεσματική ιολογική καταστολή με αντιρετροϊική θεραπεία έχει αποδειχθεί ότι μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο μετάδοσης του ιού με σεξουαλική επαφή, δεν μπορεί να αποκλειστεί υπολειπόμενος κίνδυνος. Θα πρέπει να λαμβάνονται προφυλάξεις σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες.
Μελέτες σε πειραματόζωα έχουν καταδείξει ότι η ενφουβιρτίδη μπορεί να επιδεινώσει κάποιες λειτουργίες του ανοσοποιητικού συστήματος (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Σε κλινικές δοκιμές, έχει παρατηρηθεί αυξημένο ποσοστό μερικών βακτηριδιακών λοιμώξεων με πιο αξιοσημείωτο ένα υψηλότερο ποσοστό πνευμονίας, σε ασθενείς που έλαβαν αγωγή με Fuzeon. Εντούτοις, αυξημένος κίνδυνος βακτηριδιακών λοιμώξεων που σχετίζεται με τη χρήση του Fuzeon δεν έχει επιβεβαιωθεί από επακόλουθα επιδημιολογικά στοιχεία.
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας έχουν ενίοτε συσχετισθεί με την αγωγή με ενφουβιρτίδη και σε σπάνιες περιπτώσεις έχουν επανεμφανισθεί αντιδράσεις υπερευαισθησίας κατά την επαναπρόκληση. Τα συμβάματα περιλάμβαναν εξάνθημα, πυρετό, ναυτία και έμετο, κρυάδες, ρίγη, χαμηλή αρτηριακή πίεση και αυξημένες ηπατικές τρανσαμινάσες ορού σε διάφορους συνδυασμούς και πιθανώς πρωτογενή σύνθετη ανοσολογική αντίδραση, αναπνευστική δυσχέρεια και σπειραματονεφρίτιδα. Οι ασθενείς που αναπτύσσουν σημεία/συμπτώματα συστηματικής αντίδρασης υπερευαισθησίας θα πρέπει να διακόψουν την αγωγή με ενφουβιρτίδη και να ζητούν άμεσα ιατρική αξιολόγηση. Η αγωγή με ενφουβιρτίδη δεν θα πρέπει να αρχίζει εκ νέου μετά από συστηματικά σημεία και συμπτώματα που ευρίσκονται σε συμφωνία με αντίδραση υπερευαισθησίας, η οποία θεωρείται ως σχετιζόμενη με την ενφουβιρτίδη. Δεν έχουν προσδιοριστεί παράγοντες κινδύνου, από τους οποίους μπορεί να προβλεφθεί η εμφάνιση ή η βαρύτητα της υπερευαισθησίας στην ενφουβιρτίδη.
Ηπατική νόσος
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της ενφουβιρτίδης δεν έχουν μελετηθεί ειδικά σε ασθενείς με σημαντικές υποκείμενες ηπατικές διαταραχές. Οι ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα B και C που λαμβάνουν αντιρετροϊκή αγωγή, διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο σοβαρών και δυνητικά μοιραίων ηπατικών ανεπιθύμητων συμβαμάτων. Λίγοι από τους ασθενείς που συμπεριελήφθησαν στις δοκιμές φάσης III είχαν ταυτόχρονα λοίμωξη από ηπατίτιδα B/C. Σε αυτούς, η προσθήκη του Fuzeon δεν αύξησε τη συχνότητα εμφάνισης ηπατικών συμβαμάτων. Σε περίπτωση ταυτόχρονης αντιικής αγωγής για την ηπατίτιδα B ή C, παρακαλούμε ανατρέξτε επίσης στις σχετικές πληροφορίες του προϊόντος αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων.
Η χορήγηση Fuzeon σε άτομα που δεν έχουν προσβληθεί από HIV-1 λοίμωξη μπορεί να προκαλέσει ανάπτυξη αντισωμάτων κατά της ενφουβιρτίδης, τα οποία αντιδρούν με τρόπο διασταυρούμενο με την gp-41 του HIV. Τούτο μπορεί να οδηγήσει σε ψευδώς θετική δοκιμασία HIV με την αντι-HIV δοκιμασία ELISA.
Δεν υπάρχει εμπειρία σε ασθενείς με περιορισμένη ηπατική λειτουργία. Είναι περιορισμένα τα δεδομένα σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή νεφρική βλάβη και σε ασθενείς που συντηρούνται με αιμοκάθαρση. Το Fuzeon θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε αυτούς τους πληθυσμούς (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).
Σύνδρομο Επανενεργοποίησης του Ανοσοποιητικού Συστήματος
Σε HIV οροθετικούς ασθενείς με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια ενδέχεται να εμφανιστεί, κατά την έναρξη της συνδυασμένης αντιρετροϊκής αγωγής (CART), μία φλεγμονώδης αντίδραση σε ασυμπτωματικά ή υπολειμματικά ευκαιριακά παθογόνα και να προκληθούν σοβαρές κλινικές καταστάσεις ή επιδείνωση των συμπτωμάτων. Τέτοιες αντιδράσεις έχουν τυπικά παρουσιαστεί εντός των πρώτων εβδομάδων ή μηνών από την έναρξη της CART. Σχετικά παραδείγματα είναι η αμφιβληστροειδίτιδα από κυτταρομεγαλοϊό, γενικευμένες και/ή εστιακές λοιμώξεις από μυκοβακτηρίδια και πνευμονία οφειλόμενη σε Pneumocystis carinii. Θα πρέπει να εκτιμώνται οποιαδήποτε φλεγμονώδη συμπτώματα και να ορίζεται θεραπεία όταν απαιτείται. Αυτοάνοσες διαταραχές (όπως η νόσος του Graves και η αυτοάνοση ηπατίτιδα) έχουν επίσης αναφερθεί ότι συμβαίνουν κατά τη ρύθμιση της επανενεργοποίησης του ανοσοποιητικού συστήματος. Ωστόσο, ο αναφερόμενος χρόνος έως την έναρξη είναι περισσότερο μεταβλητός και αυτά τα γεγονότα μπορεί να συμβούν πολλούς μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας.
Οστεονέκρωση
Αναφέρθηκαν περιπτώσεις οστεονέκρωσης κυρίως σε ασθενείς με προχωρημένη λοίμωξη HIV και /ή μακράς διάρκειας έκθεση σε συνδυασμό αντιρετροϊκής θεραπείας (CART) αν και η αιτιολογία θεωρείται πολυπαραγοντική (συμπεριλαμβάνονται η χρήση κορτικοστεροειδών, η κατανάλωση αλκοόλ, η σοβαρή ανοσοκαταστολή, ο υψηλότερος δείκτης μάζας σώματος). Οι ασθενείς θα πρέπει να ζητούν ιατρική συμβουλή εάν παρουσιάζουν ενοχλήσεις και άλγος στις αρθρώσεις, δυσκαμψία άρθρωσης ή δυσκολία στην κίνηση.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-FUZEON
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Μελέτες αλληλεπίδρασης έχουν διενεργηθεί μόνο σε ενήλικες.
Δεν αναμένονται κλινικώς σημαντικές φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ της ενφουβιρτίδης και των συγχορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων που μεταβολίζονται από τα ένζυμα του CYP450.
Επίδραση της ενφουβιρτίδης στο μεταβολισμό συγχορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων:
Σε μία in vivo μελέτη μεταβολισμού στον άνθρωπο, η ενφουβιρτίδη, στη συνιστώμενη δόση των 90 mg δύο φορές την ημέρα, δεν ανέστειλε το μεταβολισμό των υποστρωμάτων από τα CYP3A4 (δαψόνη), CYP2D6 (δεβριζοκίνη), CYP1A2 (καφεΐνη), CYP2C19 (μεφαινυτοΐνη) και CYP2E1 (χλωρζοξαζόνη).
Επίδραση των συγχορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων στο μεταβολισμό της ενφουβιρτίδης:
Σε ξεχωριστές μελέτες φαρμακοκινητικών αλληλεπιδράσεων, η συγχορήγηση ριτοναβίρης (ισχυρός αναστολέας του CYP3A4) ή σακουιναβίρης σε συνδυασμό με ενισχυτική δόση ριτοναβίρης ή ριφαμπικίνης (ισχυρός επαγωγέας του CYP3A4) δεν οδήγησε σε κλινικώς σημαντικές μεταβολές των φαρμακοκινητικών ιδιοτήτων της ενφουβιρτίδης.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-FUZEON
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
α. Σύνοψη προφίλ ασφάλειας Τα στοιχεία ασφάλειας αφορούν κατά κύριο λόγο στα στοιχεία 48 εβδομάδων από τις μελέτες TORO 1 και TORO 2 συνδυασμένες (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Τα αποτελέσματα ασφάλειας εκφράζονται ως ο αριθμός των ασθενών με ανεπιθύμητη αντίδραση ανά 100 ασθενείς-έτη έκθεσης (εξαιρουμένων των αντιδράσεων της θέσης ένεσης). Τα συχνότερα αναφερθέντα συμβάντα ήταν οι αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης, η διάρροια και η ναυτία. Η προσθήκη του Fuzeon στη γενική αντιρετροϊκή θεραπεία δεν αύξησε σε γενικές γραμμές τη συχνότητα ή τη βαρύτητα των περισσότερων ανεπιθύμητων αντιδράσεων.
β. Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα Ο Πίνακας 2 παρουσιάζει τα συμβάματα που παρατηρήθηκαν σε υψηλότερη αναλογία μεταξύ των ασθενών που λάμβαναν θεραπευτικό σχήμα Fuzeon + OB συγκριτικά με ασθενείς υπό θεραπευτικό σχήμα OB μόνο, με αύξηση προσαρμοσμένη στην έκθεση τουλάχιστον 2 ασθενών με σύμβαμα ανά 100 ασθενείς-έτη. Στατιστικώς σημαντική αύξηση παρατηρήθηκε για την πνευμονία και τη λεμφαδενοπάθεια. Οι περισσότερες ανεπιθύμητες αντιδράσεις ήταν ήπιας ή μέτριας έντασης. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται σύμφωνα με την κατηγορία συστήματος οργάνων MedDRA και την κατηγορία συχνότητας. Οι κατηγορίες συχνότητας ορίζονται χρησιμοποιώντας την ακόλουθη σύμβαση: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), μη συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Πίνακας 2: Ανεπιθύμητες αντιδράσεις, οι οποίες αποδίδονται στη θεραπεία με Fuzeon στις μελέτες TORO 1 και TORO 2 συνδυαστικά
| Κατηγορία/οργανικό σύστημα | Ανεπιθύμητη ενέργεια | Συχνότητα |
|---|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Κολπίτιδα, θήλωμα του δέρματος, γρίπη, πνευμονία, λοίμωξη του ωτός | Συχνές |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Λεμφαδενοπάθεια | Συχνές |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Μειωμένη όρεξη, ανορεξία, υπερτριγλυκεριδαιμία, αυξημένα τριγλυκερίδια αίματος, σακχαρώδης διαβήτης | Συχνές |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Άγχος, εφιάλτης, ευερεθιστότητα | Συχνές |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Περιφερική νευροπάθεια | Πολύ συχνές |
| Υπαισθησία, διαταραχή στην προσοχή, τρόμος | Συχνές | |
| Οφθαλμικές διαταραχές | Επιπεφυκίτιδα | Συχνές |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | Ίλιγγος | Συχνές |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Ρινική συμφόρηση | Συχνές |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | Παγκρεατίτιδα, γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση | Συχνές |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Ξηροδερμία, έκζεμα σμηγματορροϊκό, ερύθημα, ακμή | Συχνές |
| Μυοσκελετικές διαταραχές, διαταραχές συνδετικού ιστού και οστών | Μυαλγία | Συχνές |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Λίθος νεφρού, αιματουρία | Συχνές |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Μειωμένο σωματικό βάρος | Πολύ συχνές |
| Γριπώδης συνδρομή εξασθένιση | Συχνές |
γ. Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων αντιδράσεων
Αντιδράσεις της θέσης ένεσης
Οι αντιδράσεις της θέσης ένεσης ήταν η συχνότερα αναφερθείσα ανεπιθύμητη αντίδραση και παρατηρήθηκε στο 98% των ασθενών (Πίνακας 3). Στη μεγάλη τους πλειοψηφία οι αντιδράσεις της θέσης ένεσης παρατηρήθηκαν εντός της πρώτης εβδομάδας χορήγησης Fuzeon και σχετίζονταν με ήπιο έως μέτριο πόνο ή δυσφορία στη θέση της ένεσης, χωρίς περιορισμό στις συνήθεις δραστηριότητες. Η βαρύτητα του πόνου και της δυσφορίας δεν αυξήθηκε αυξανομένης της διάρκειας της αγωγής. Τα σημεία και τα συμπτώματα διήρκεσαν γενικά έως ή λιγότερο από 7 ημέρες. Λοιμώξεις στη θέση της ένεσης (συμπεριλαμβανομένου του αποστήματος και της κυτταρίτιδας) παρατηρήθηκαν στο 1,5% των ασθενών.
Πίνακας 3: Σύνοψη των επί μέρους σημείων/συμπτωμάτων που χαρακτηρίζουν τις τοπικές αντιδράσεις της θέσης ένεσης στις μελέτες TORO 1 και TORO 2 συνδυαστικά (% ασθενών)
| Κατηγορία συμβάματος | % συμβάματος | % συμβάματος που περιλάμβανε αντιδράσεις 3ου Βαθμού | % συμβάματος που περιλάμβανε αντιδράσεις 4ου Βαθμού |
|---|---|---|---|
| Πόνος / δυσφορία | 96,1% | 11,0% | 0% |
| Ερύθημα | 90,8% | 23,8% | 10,5% |
| Σκληρία | 90,2% | 43,5% | 19,4% |
| Οζίδια και κύστες | 80,4% | 29,1% | 0,2% |
| Κνησμός | 65,2% | 3,9% | ΔΕ |
| Εκχύμωση | 51,9% | 8,7% | 4,7% |
Επιπρόσθετα παρατηρήθηκε χαμηλός αριθμός αντιδράσεων υπερευαισθησίας που αποδόθηκαν στην ενφουβιρτίδη και σε μερικές περιπτώσεις παρατηρήθηκε επανεμφάνιση κατά την επαναπρόκληση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Άλλες ανεπιθύμητες αντιδράσεις
Σε HIV οροθετικούς ασθενείς με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια ενδέχεται να εμφανιστεί, κατά την έναρξη της συνδυασμένης αντιρετροϊκής αγωγής (CART), μία φλεγμονώδης αντίδραση σε ασυμπτωματικά ή υπολειμματικά ευκαιριακά παθογόνα. Αυτοάνοσες διαταραχές (όπως η νόσος του Graves και η αυτοάνοση ηπατίτιδα) έχουν επίσης αναφερθεί. Ωστόσο, ο αναφερόμενος χρόνος έως την έναρξη είναι περισσότερο μεταβλητός και αυτά τα γεγονότα μπορεί να συμβούν πολλούς μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις οστεονέκρωσης κυρίως σε ασθενείς με γνωστούς γενικά παράγοντες κινδύνου, προχωρημένη λοίμωξη HIV ή μακράς διάρκειας έκθεση σε συνδυασμό αντιρετροϊκής θεραπείας (CART). Η συχνότητα αυτών είναι άγνωστη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Ως πεπτίδιο, η ενφουβιρτίδη μπορεί να προκαλέσει δερματική αμυλοείδωση στη θέση ένεσης.
Εργαστηριακές ανωμαλίες
Η πλειονότητα των ασθενών δεν εμφάνισε καμία μεταβολή στο βαθμό τοξικότητας οποιασδήποτε εργαστηριακής παραμέτρου κατά τη διάρκεια της μελέτης, εκτός εκείνων που παρατίθενται στον Πίνακα 4. Μέχρι την εβδομάδα 48, η ηωσινοφιλία [υψηλότερη του Ανώτατου Φυσιολογικού Ορίου των > 0,7 x 10^9 /l] παρατηρήθηκε σε υψηλότερη αναλογία μεταξύ των ασθενών στη ομάδα που περιείχε Fuzeon (12,4 ασθενείς με σύμβαμα ανά 100 ασθενείς-έτη), συγκριτικά με το θεραπευτικό σχήμα OB μόνου (5,6 ασθενείς με σύμβαμα ανά 100 ασθενείς-έτη). Χρησιμοποιώντας υψηλότερο ουδό για την ηωσινοφιλία (> 1,4 x 10^9 /l), η προσαρμοσμένη στην έκθεση ασθενών αναλογία της ηωσινοφιλίας είναι ίση σε αμφότερες τις ομάδες (1,8 ασθενείς με σύμβαμα ανά 100 ασθενείς-έτη).
Πίνακας 4: Προσαρμοσμένες στην έκθεση εργαστηριακές ανωμαλίες Βαθμού 3 & 4 μεταξύ, των ασθενών υπό θεραπευτικά σχήματα Fuzeon + OB και OB μόνου, αναφερθείσες σε περισσότερους από 2 ασθενείς με σύμβαμα ανά 100 ασθενείς-έτη
| Διαβάθμιση Εργαστηριακών Παραμέτρων | Θεραπευτικό σχήμα Fuzeon + OB Ανά 100 ασθενείς-έτη | Θεραπευτικό σχήμα OB μόνου Ανά 100 ασθενείς-έτη |
|---|---|---|
| ALAT | ||
| Βαθμ. 3 (> 5-10 x ΑΦΟ) | 4,8 | 4,3 |
| Βαθμ. 4 (> 10 x ΑΦΟ) | 1,4 | 1,2 |
| Αιμοσφαιρίνη | ||
| Βαθμ. 3 (6,5-7,9 g/dL) | 2,0 | 1,9 |
| Βαθμ. 4 (< 6,5 g/dL) | 0,7 | 1,2 |
| Κρεατινοφωσφοκινάση | ||
| Βαθμ. 3 (> 5-10 x ΑΦΟ) | 8,3 | 8,0 |
| Βαθμ. 4 (> 10 x ΑΦΟ) | 3,1 | 8,6 |
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-FUZEON
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Δεν υπάρχουν επαρκείς και καλώς ελεγχόμενες μελέτες σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν επικίνδυνες επιπτώσεις στην ανάπτυξη του εμβρύου. Η ενφουβιρτίδη θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την κύηση μόνο εάν το πιθανό όφελος δικαιολογεί τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η ενφουβιρτίδη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Οι μητέρες θα πρέπει να καθοδηγούνται ώστε να μη θηλάζουν εφόσον λαμβάνουν ενφουβιρτίδη, λόγω του ενδεχομένου μετάδοσης του HIV και τυχόν πιθανών ανεπιθύμητων ενεργειών στα θηλάζοντα βρέφη.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-FUZEON
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: άλλα αντιικά Κωδικός ATC: J05A-X07
Μηχανισμός Δράσης:
Η ενφουβιρτίδης αποτελεί μέλος της θεραπευτικής κατηγορίας με την ονομασία αναστολείς σύντηξης. Είναι ένας αναστολέας της δομικής αναδιάρθρωσης της gp41 του HIV-1 και δρα δεσμευόμενη εξωκυττάρια ειδικά με αυτή την ιική πρωτεΐνη, εμποδίζοντας έτσι τη σύντηξη μεταξύ της κυτταρικής μεμβράνης του ιού και της κυτταρικής μεμβράνης του στόχου, παρεμποδίζοντας την είσοδο του RNA του ιού στο κύτταρο-στόχο.
Ιn vitro αντιική δραστικότητα:
Σε μελέτες Φάσης III, η ευαισθησία στην ενφουβιρτίδη των 612 ανασυνδυασμένων HIV που περιείχαν γονίδια ελύτρου από δείγματα RNA του HIV που είχαν ληφθεί από ασθενείς κατά την έναρξη της αγωγής, απέδωσε γεωμετρικό μέσο EC50 ίσο με 0,259 µg/ml (γεωμετρικός μέσος + 2SD = 1,96 μg/ml) σε μέτρηση της εισόδου φαινοτύπου ανασυνδυασμένου HIV. Η ενφουβιρτίδη ανέστειλε επίσης τη σύντηξη κυττάρων που γίνεται μέσω του ελύτρου του ΗIV-1. Οι μελέτες συνδυασμού της ενφουβιρτίδης με αντιπροσωπευτικά μέλη των ποικίλων αντιρετροϊκών κατηγοριών έδειξαν πρόσθετες δράσεις στις συνεργιστικές αντιικές και απουσία ανταγωνισμού. Δεν έχει τεκμηριωθεί στους ανθρώπους η σχέση μεταξύ της in vitro ευαισθησίας του HIV-1 στην ενφουβιρτίδη και της αναστολής της αναπαραγωγής του HIV-1.
Αντιρετροϊκή φαρμακευτική αντοχή:
Η ατελής ιική καταστολή είναι δυνατόν να οδηγήσει στην ανάπτυξη φαρμακευτικής αντοχής σε ένα ή περισσότερα εκ των συστατικών του θεραπευτικού σχήματος.
In vitro αντοχή στην ενφουβιρτίδη:
Επιλέχθηκαν in vitro στελέχη του HIV-1 με μειωμένη ευαισθησία στην ενφουβιρτίδη και τα οποία περιλαμβάνουν υποκαταστάσεις στα αμινοξέα (amino acids, aa) 36-38 του εξωτερικού τμήματος της gp41. Οι υποκαταστάσεις αυτές συσχετίσθηκαν με ποικίλα επίπεδα μειωμένης ευαισθησίας στην ενφουβιρτίδη του μεταλλαγμένου, ως προς τα σημεία-στόχους, HIV.
In vivo αντοχή στην ενφουβιρτίδη:
Στις κλινικές μελέτες φάσης III, ανασυνδυασμένοι HIV που περιείχαν τα γονίδια ελύτρου από δείγματα RNA του HIV που είχαν ληφθεί από 187 ασθενείς έως την εβδομάδα 24 παρουσίασαν κατά > 4 πλάσια μειωμένη ευαισθησία στην ενφουβιρτίδη, συγκριτικά με τα αντίστοιχα δείγματα που είχαν ληφθεί πριν την αγωγή. Εξ αυτών, τα 185 (98,9%) γονιδία ελύτρου έφεραν ειδικούς υποκαταστάτες στην περιοχή των aa 36 - 45 της gp41. Οι υποκαταστάσεις παρατηρήθηκαν, με φθίνουσα συχνότητα, στα αμινοξέα των θέσεων 38, 43, 36, 40, 42 και 45. Κάθε μία από αυτές τις ειδικές μεμονωμένες υποκαταστάσεις σε αυτά τα υπολείμματα της gp41 προκαλούσε ένα εύρος μειώσεων, σε σχέση με την αρχική τιμή, της ευαισθησίας του ανασυνδυασμένου ιού στην ενφουβιρτίδη. Οι μεταβολές του γεωμετρικού μέσου κυμάνθηκαν από 15,2 φορές για το V38M έως 41,6 φορές για το V38A. Τα παραδείγματα πολλαπλών υποκαταστάσεων ήταν ανεπαρκή για τον προσδιορισμό κάποιου σταθερού προτύπου υποκαταστάσεων ή της επίδρασής τους στην ευαισθησία του ιού στην ενφουβιρτίδη. H σχέση αυτών των υποκαταστάσεων με την in vivo αποτελεσματικότητα της ενφουβιρτίδης δεν έχει τεκμηριωθεί. Η μείωση της ευαισθησίας του ιού συσχετίστηκε με το βαθμό της αντοχής, πριν την αγωγή, στο σχήμα βασικής αγωγής (βλέπε Πίνακα 6).
Διασταυρούμενη αντοχή:
Λόγω της πρωτοποριακής στόχευσής της κατά των ιών, η ενφουβιρτίδη είναι εξίσου δραστική in vitro έναντι τόσο των εργαστηριακώς και κλινικώς απομονωθέντων στελεχών φυσικού τύπου, όσο και των ανθεκτικών σε 1, 2 ή 3 άλλες κατηγορίες αντιρετροϊκών (νουκλεοσιδικούς αναστολείς ανάστροφης μεταγραφάσης, μη νουκλεοσιδικούς αναστολείς ανάστροφης μεταγραφάσης και αναστολείς πρωτεάσης). Αντιστρόφως, οι μεταλλάξεις στα αμινοξέα 36-45 της gp41, που προσδίδουν αντοχή έναντι της ενφουβιρτίδης, δεν αναμένεται να οδηγήσουν σε διασταυρούμενη αντοχή έναντι άλλων κατηγοριών αντιρετροϊκών.
Κλινικά Φαρμακοδυναμικά δεδομένα
Μελέτες σε Ασθενείς που έχουν λάβει Αντιρετροϊκή Αγωγή: Η κλινική δραστικότητα του Fuzeon (σε συνδυασμό με άλλους αντιρετροϊκούς παράγοντες) στα επίπεδα του RNA του HIV στο πλάσμα και στις τιμές των CD4 ερευνήθηκε σε δύο τυχαιοποιημένες, πολυκεντρικές, ελεγχόμενες μελέτες (TORO 1 και TORO 2) του Fuzeon, διάρκειας 48 εβδομάδων. 995 ασθενείς αποτελούσαν τον πληθυσμό με πρόθεση θεραπείας. Τα δημογραφικά στοιχεία του πληθυσμού περιλαμβάνουν διάμεση τιμή κατά την έναρξη της αγωγής HIV-1 RNA 5,2 log10 αντίγραφα/ml και 5,1 log10 αντίγραφα/ml και διάμεση τιμή κατά την έναρξη της αγωγής CD4 κυττάρων 88 κύτταρα/mm3 και 97 κύτταρα/mm3 για το Fuzeon + OB και το OB, αντίστοιχα. Οι ασθενείς είχαν προηγούμενη έκθεση σε διάμεση τιμή 12 αντιρετροϊκών για διάμεση τιμή 7 ετών. Όλοι οι ασθενείς λάμβαναν θεραπευτικό σχήμα βελτιστοποιημένης βασικής αγωγής (OB), αποτελούμενο από 3 έως 5 αντιρετροϊκούς παράγοντες, επιλεγμένους βάσει του προηγούμενου θεραπευτικού ιστορικού του ασθενούς, καθώς και μετρήσεων γονοτυπικής και φαινοτυπικής ιικής αντοχής κατά την έναρξη της αγωγής. Η αναλογία ασθενών που πέτυχαν ιικό φορτίο < 400 αντίγραφα/ml την εβδομάδα 48 ήταν 30,4% μεταξύ των ασθενών υπό θεραπευτικό σχήμα Fuzeon + OB, συγκρινόμενο με 12% μεταξύ των ασθενών που λάμβαναν OB μόνο. Η μέση τιμή αύξησης του αριθμού των CD4 κυττάρων ήταν μεγαλύτερη στους ασθενείς υπό θεραπευτικό σχήμα Fuzeon + OB, συγκριτικά με τους ασθενείς υπό OB μόνο (βλέπε Πίνακα 5).
Πίνακας 5: Αποτελέσματα Τυχαιοποιημένης Αγωγής την Εβδομάδα 48 (Συγκεντρωτικά στοιχεία Μελετών ΤORO 1 και TORO 2, ITT)
| Αποτελέσματα | Fuzeon + OB 90 mg δύο φορές την ημέρα (N=661) | OB (N=334) | Διαφορά Αγωγής | 95% Διάστημα Εμπιστοσύνης | p-value |
|---|---|---|---|---|---|
| Μεταβολή του log του RNA του HIV-1 από την τιμή κατά την έναρξη της αγωγής (log10 αντίγραφα/ml) | -1,48 | -0,63 | LSM -0,85 | -1,073, -0,628 | <,0001 |
| Μεταβολή του αριθμού των CD4 + κυττάρων από την τιμή κατά την έναρμη της αγωγής (κύτταρα/mm3) | +91 | +45 | LSM 46,4 | 25,1, 67,8 | <,0001 |
| HIV RNA > 1 log κάτω από την τιμή κατά την έναρξη της αγωγής | 247 (37,4%) | 57 (17,1%) | Πηλίκο των διαγωνίων γινομένων 3,02 | 2,16, 4,20 | <,0001 |
| HIV RNA < 400 αντίγραφα/ml | 201 (30,4%) | 40 (12,0%) | Πηλίκο των διαγωνίων γινομένων 3,45 | 2,36, 5,06 | <,0001 |
| HIV RNA < 50 αντίγραφα/ml | 121 (18,3%) | 26 (7,8%) | Πηλίκο των διαγωνίων γινομένων 2,77 | 1,76, 4,37 | <,0001 |
| Διακοπή λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών/παρεμβληθείσας νόσου/εργαστηρίων | 9% | 11% | |||
| Διακοπή λόγω αντιδράσεων της θέσης ένεσης | 4% | ΔΕ | |||
| Διακοπή εξαιτίας άλλων λόγων | 13% | 25% |
Η αγωγή με Fuzeon + OB σχετίστηκε με υψηλότερη αναλογία ασθενών που πέτυχαν < 400 αντίγραφα/ml (ή < 50 αντίγραφα/ml) σε όλες τις υποομάδες βάση CD4 κατά την έναρξη της αγωγής, HIV-1 RNA κατά την έναρξη της αγωγής, αριθμό προηγούμενων αντιρετροϊκών (ARVs) ή αριθμό δραστικών ARVs στο θεραπευτικό σχήμα OB. Πάντως, άτομα με CD4 > 100 κύτταρα/mm3 κατά την έναρξη της αγωγής, HIV-1 RNA < 5,0 log10 αντίγραφα/ml κατά την έναρξη της αγωγής, ≤ 10 προηγούμενα ARVs, και/ή άλλα δραστικά ARVs στο θεραπευτικό τους σχήμα OB είχαν περισσότερες πιθανότητες να επιτύχουν τιμές RNA του HIV-1 < 400 αντίγραφα/ml (ή < 50 αντίγραφα/ml) με οποιαδήποτε από τις δύο αγωγές (βλέπε Πίνακα 6).
Πίνακας 6: Αναλογία ασθενών που πέτυχαν < 400 αντίγραφα/ml και < 50 αντίγραφα/ml στην εβδομάδα 48 ανά υποομάδα (συγκεντρωτικά στοιχεία ΤORO 1 και TORO 2, ITT)
| Υποομάδες | HIV-1 RNA < 400 αντίγραφα/ml Fuzeon + OB 90 mg δύο φορές την ημέρα (N=661) | HIV-1 RNA < 400 αντίγραφα/ml OB (N=334) | HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/ml Fuzeon + OB 90 mg δύο φορές την ημέρα (N=661) | HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/ml OB (N=334) |
|---|---|---|---|---|
| HIV-1 RNA < 5,0 log10 1 αντίγραφα/ml κατά την έναρξη | 118/269 (43,9%) | 26/144 (18,1%) | 77/269 (28,6%) | 18/144 (12,5%) |
| HIV-1 RNA ≥ 5,0 log10 1 αντίγραφα/ml κατά την έναρξη | 83/392 (21,2%) | 14/190 (7,4%) | 44/392 (11,2%) | 8/190 (4,2%) |
| Συνολικά προηγούμενα ARVs ≤ 10 | 100/215 (46,5%) | 29/120 (24,2%) | 64/215 (29,8%) | 19/120 (15,8%) |
| Συνολικά προηγούμενα ARVs > 10 | 101/446 (22,6%) | 11/214 (5,1%) | 57/446 (12,8%) | 7/214 (3,3%) |
| 0 Δραστικά ARVs στο βασικό σχήμα | 9/112 (8,0%) | 0/53 (0%) | 4/112 (3,5%) | 0/53 (0%) |
| 1 Δραστικό ARV στο βασικό σχήμα | 56/194 (28,9%) | 7/95 (7,4%) | 34/194 (17,5%) | 3/95 (3,2%) |
| ≥ 2 Δραστικά ARVs στο βασικό σχήμα | 130/344 (37,8%) | 32/183 (17,5%) | 77/334 (22,4%) | 22/183 (12,0%) |
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-FUZEON
expand_more
Φαρμακοκινητική
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της ενφουβιρτίδης αξιολογήθηκαν σε ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς που έχουν προσβληθεί από τον HIV-1.
Απορρόφηση:
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα μετά από υποδόρια χορήγηση ενφουβιρτίδης 90 mg στην κοιλιακή χώρα ήταν 84,3 ± 15,5%. Η μέση (± SD) Cmax ήταν 4,59 ± 1,5 µg/ml, η AUC ήταν 55,8 ± 12,1µg*hr/ml. Η υποδόρια απορρόφηση της ενφουβιρτίδης είναι ανάλογη της χορηγουμένης δόσης, για το εύρος δόσης από 45 έως 180 mg. Η υποδόρια απορρόφηση για τη δόση των 90 mg είναι συγκρίσιμη όταν η χορήγηση γίνεται στην κοιλιακή χώρα, το μηρό ή το βραχίονα. Σε τέσσερις ξεχωριστές μελέτες (N= 9 έως 12), οι μέσες ελάχιστες συγκεντρώσεις πλάσματος στη σταθεροποιημένη κατάσταση κυμάνθηκαν μεταξύ 2,6 έως 3,4 µg/ml.
Κατανομή:
Με ενδοφλέβια χορήγηση δόσης 90 mg ενφουβιρτίδης, ο όγκος κατανομής στη σταθεροποιημένη κατάσταση, ήταν 5,5 ± 1,1 l. Σε πλάσμα που έχει προσβληθεί από τον HIV, η ενφουβιρτίδη συνδέεται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος σε ποσοστό 92%, για εύρος συγκεντρώσεων πλάσματος από 2 έως 10 µg/ml. Συνδέεται κυρίως με τη λευκωματίνη και σε μικρότερο βαθμό με την α-1 όξινη γλυκοπρωτεΐνη. Σε in vitro μελέτες, η ενφουβιρτίδη δεν εκτοπίστηκε από τα σημεία σύνδεσής της από άλλα φαρμακευτικά προϊόντα, ούτε η ενφουβιρτίδη εκτόπισε από τις θέσεις σύνδεσής τους άλλα φαρμακευτικά προϊόντα. Στους ασθενείς με HIV, τα επίπεδα της ενφουβιρτίδης στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό αναφέρθηκαν ως αμελητέα.
Βιομετασχηματισμός:
Η ενφουβιρτίδη αναμένεται, ως πεπτίδιο, να καταβολισθεί στα αμινοξέα εκ των οποίων αποτελείται, με ακόλουθη ανακύκλωση των αμινοξέων στον οργανισμό. In vitro μελέτες σε ανθρώπινα μικροσώματα και in vivo μελέτες δείχνουν ότι η ενφουβιρτίδη δεν αποτελεί αναστολέα των ενζύμων του CYP450. Σε in vitro μελέτες σε ανθρώπινα μικροσώματα και ηπατοκύτταρα, η υδρόλυση της αμιδικής ομάδος του C-τελικού αμινοξέος, φαινυλαλανίνης, οδηγεί σε αποαμιδωμένο μεταβολίτη, ο σχηματισμός του οποίου δεν είναι NADPH εξαρτώμενος. Μετά από χορήγηση ενφουβιρτίδης, ο μεταβολίτης αυτός ανιχνεύεται στο ανθρώπινο πλάσμα, με AUC που κυμαίνεται από 2,4 έως 15% της AUC της ενφουβιρτίδης.
Αποβολή:
Η κάθαρση της ενφουβιρτίδης μετά από ενδοφλέβια χορήγηση 90 mg ήταν 1,4 ± 0,28 l/ώρα και η ημιπερίοδος αποβολής ήταν 3,2 ± 0,42 ώρες. Μετά από υποδόρια χορήγηση ενφουβιρτίδης 90 mg, η ημιπερίοδος της ενφουβιρτίδης είναι 3,8 ± 0,6 ώρες. Δεν έχουν διενεργηθεί μελέτες ισοζυγίου βάρους σε ανθρώπους, με σκοπό τον προσδιορισμό της(-ων) οδού(-ών) αποβολής της ενφουβιρτίδης.
Ηπατική δυσλειτουργία:
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της ενφουβιρτίδης δεν έχουν μελετηθεί σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία.
Νεφρική δυσλειτουργία:
Σε κλινικές δοκιμές, η ανάλυση δεδομένων για τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα ασθενών, έδειξε ότι η κάθαρση της ενφουβιρτίδης δεν επηρεάζεται σε κλινικά σημαντικό βαθμό σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία. Σε μια μελέτη νεφρικής δυσλειτουργίας, η AUC της ενφουβιρτίδης αυξήθηκε κατά μέσο όρο 43-62% σε ασθενείς με σοβαρή ή τελικού σταδίου νεφρική νόσο συγκριτικά με τους ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Η αιμοκάθαρση δεν άλλαξε σημαντικά την κάθαρση της ενφουβιρτίδης. Κατά τη διάρκεια της αιμοκάθαρσης, η δόση μειώθηκε κατά λιγότερο από 13%. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ανεπαρκή νεφρική λειτουργία.
Ηλικιωμένοι:
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της ενφουβιρτίδης δεν έχουν επισήμως μελετηθεί σε ηλικιωμένους ασθενείς άνω των 65 ετών.
Φύλο και Σωματικό Βάρος:
Σε κλινικές δοκιμές, η ανάλυση δεδομένων για τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα ασθενών, έδειξε ότι η κάθαρση της ενφουβιρτίδης είναι 20% χαμηλότερη στις γυναίκες απ’ ότι στους άνδρες, ανεξαρτήτως σωματικού βάρους, και αυξάνεται αυξανομένου του σωματικού βάρους, ανεξαρτήτως φύλου (20% υψηλότερη σε έναν ασθενή σωματικού βάρους 100 kg και 20% χαμηλότερη σε έναν ασθενή σωματικού βάρους 40 kg, συγκριτικά με ασθενή αναφοράς, σωματικού βάρους 70 kg). Ωστόσο, οι μεταβολές αυτές δεν είναι κλινικώς σημαντικές και δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
Φυλή:
Σε κλινικές δοκιμές, η ανάλυση δεδομένων για τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα ασθενών έδειξε ότι η κάθαρση της ενφουβιρτίδης δεν διέφερε στους Αφρο-Αμερικάνους, συγκριτικά με τους Καυκάσιους. Άλλες φαρμακοκινητικές μελέτες δεν υποδεικνύουν διαφορά μεταξύ Ασιατών και Καυκασίων, μετά την προσαρμογή της έκθεσης βάσει του σωματικού βάρους.
Παιδιατρικός πληθυσμός:
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της ενφουβιρτίδης έχουν μελετηθεί σε 37 παιδιατρικούς ασθενείς. Μία δόση των 2 mg/kg δύο φορές την ημέρα (μέγιστη δόση 90 mg δύο φορές την ημέρα) απέδωσε συγκεντρώσεις πλάσματος της ενφουβιρτίδης παρόμοιες με αυτές που επετεύχθησαν σε ενήλικες ασθενείς που λάμβαναν δόση 90 mg δύο φορές την ημέρα. Σε 25 παιδιατρικούς ασθενείς, ηλικίας από 5 έως 16 ετών, οι οποίοι λάμβαναν τη δόση των 2 mg/kg δύο φορές την ημέρα στο άνω τμήμα των βραχιόνων, στην πρόσθια επιφάνεια των μηρών ή στην κοιλιακή χώρα, η μέση AUC στη σταθεροποιημένη κατάσταση ήταν 54,3 ± 23,5 µg*h/ml, η Cmax ήταν 6,14 ± 2,48 µg/ml και η Ctrough ήταν 2,93 ± 1,55 µg/ml.
ΕΟΦ · 5.3.2.4
Αναστολείς της σύντηξης
expand_more
Αναστολείς της σύντηξης
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
- 24.8 ± 4.1 mL/h/kg [ενήλικες ασθενείς με HIV-1 λοίμωξη και παιδιατρικοί ασθενείς μετά από μια μονή υποδόρια δόση 90 mg enfuvirtide]
- 30.6 ± 10.6 mL/h/kg [Ακολουθώντας δόση 90 mg δύο φορές την ημέρα υποδόρια FUZEON SC σε συνδυασμό με άλλα αντιρετροϊκά φάρμακα σε ασθενείς με HIV-1]
- 40 ± 17 mL/h/kg [παιδιατρικοί ασθενείς σε παρουσία συνυπάρχοντων φαρμάκων συμπεριλαμβανομένων αντιρετροϊκών φαρμάκων λαμβάνοντας τη δόση 2 mg/kg δύο φορές την ημέρα]
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η εμφυβιρτίδη δεσμεύεται στην πρώτη επταδική επανάληψη (HR1) στην υπομονάδα gp41 της γλυκοπρωτεΐνης του ιού, εμποδίζοντας τις δομικές αλλαγές που απαιτούνται για τη σύντηξη των ιογενών και κυτταρικών μεμβρανών. Διαταράσσοντας τον μοριακό μηχανισμό του HIV-1 κατά το τελικό στάδιο της σύντηξης με το κύτταρο-στόχο, η εμφυβιρτίδη περιορίζει την εξάπλωση περαιτέρω μόλυνσης.
Η εμφυβιρτίδη είναι ένα βιομιμητικό πεπτίδιο που σχεδιάστηκε ορθολογικά για να μιμηθεί συστατικά του μηχανισμού σύντηξης του HIV-1 και να τα εκτοπίσει, εμποδίζοντας την κανονική σύντηξη.
Η εμφυβιρτίδη παρεμβαίνει στην είσοδο του HIV-1 στα κύτταρα, αναστέλλοντας τη σύντηξη των ιογενών και κυτταρικών μεμβρανών. Η εμφυβιρτίδη δεσμεύεται στην πρώτη επταδική επανάληψη (HR1) στην υπομονάδα gp41 της γλυκοπρωτεΐνης του ιού και εμποδίζει τις δομικές αλλαγές που απαιτούνται για τη σύντηξη των ιογενών και κυτταρικών μεμβρανών.
Η εμφυβιρτίδη, ένα συνθετικό αντιρετροϊκό παρασκεύασμα, είναι ένας αναστολέας σύντηξης του ιού της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV). Η εμφυβιρτίδη είναι ένα συνθετικό πεπτίδιο 36 αμινοξέων που παρεμβαίνει στην είσοδο του HIV τύπου 1 (HIV-1) στα κύτταρα-στόχους, αναστέλλοντας τη σύντηξη των ιογενών και κυτταρικών μεμβρανών. Η εμφυβιρτίδη δεσμεύεται στην επταδική επανάληψη 1 (HR1) στην γλυκοπρωτεΐνη 41 (gp41) του HIV-1, η οποία εμπλέκεται στη σύντηξη του ιού με τη μεμβράνη του ξενιστή CD4+ T-κυττάρου. Η δέσμευση της εμφυβιρτίδης στην gp41 μπλοκάρει τις δομικές αλλαγές στην γλυκοπρωτεΐνη του HIV-1 που απαιτούνται για τη σύντηξη των ιογενών και κυτταρικών μεμβρανών, εμποδίζοντας έτσι την είσοδο του ιογενούς γονιδιώματος στο υγιές CD4+ T-κύτταρο.
Μελέτες in vitro υποδεικνύουν ότι η εμφυβιρτίδη είναι δραστική κατά του HIV-1, αλλά είναι ανενεργή κατά του HIV-2. Στελέχη HIV-1 με μειωμένη ευαισθησία στην εμφυβιρτίδη μπορούν να παραχθούν in vitro και στελέχη με μειωμένη ευαισθησία έχουν εμφανιστεί κατά τη θεραπεία με το φάρμακο. Αυτά τα στελέχη έχουν μεταλλάξεις στον τομέα HR1 της gp41 εντός της περιοχής των αμινοξέων 36-45.
Για να προσδιοριστεί ο ρόλος των πρωτεϊνών του περιβλήματος του ιού της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας τύπου 1 (HIV-1) στη μόλυνση από τον ιό, συντέθηκε μια σειρά πεπτιδίων βασισμένα σε διάφορες περιοχές της μεμβρανικής πρωτεΐνης gp41 του HIV-1. Ένα από αυτά τα πεπτίδια, το DP-178, που αντιστοιχεί σε μια περιοχή πρόβλεψης δευτεροταγούς α-ελικοειδούς δομής (υπολείμματα 643-678 του απομονώματος HIV-1LAI), έχει ταυτοποιηθεί ως ισχυρός αντιιικός παράγοντας. Αυτό το πεπτίδιο μπλόκαρε σταθερά το 100% της σύντηξης κυττάρου-κυττάρου που προκαλείται από τον ιό σε < 5 ng/mL (IC90 περίπου 1.5 ng/mL) και έδωσε περίπου 10 φορές μείωση στον λοιμώδη τίτλο ελεύθερου ιού σε περίπου 80 ng/mL. Η ανασταλτική δράση παρατηρήθηκε σε συγκεντρώσεις πεπτιδίου περίπου 10^4 έως 10^5 φορές χαμηλότερες από αυτές στις οποίες ανιχνεύτηκε κυτταροτοξικότητα και κυτταροστατικότητα. Η αναστολή που προκαλείται από το πεπτίδιο είναι ειδική για τον HIV-1, καθώς απαιτήθηκαν περίπου 10^2 έως 10^3 φορές περισσότερο πεπτίδιο για την αναστολή ενός απομονώματος του ιού της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας τύπου 2. Περαιτέρω πειράματα έδειξαν ότι το DP-178 παρουσίασε αντιιική δράση έναντι πρωτότυπων και πρωτογενών απομονωμάτων HIV-1. Όπως φάνηκε από ανάλυση PCR του νεοσυντιθέμενου προ-ιικού DNA, το DP-178 μπλοκάρει ένα πρώιμο στάδιο στον κύκλο ζωής του ιού, πριν από την αντίστροφη μεταγραφή. Τέλος, συζητούμε πιθανούς μηχανισμούς με τους οποίους το DP-178 μπορεί να ασκήσει την ανασταλτική του δράση.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Μετά από εφάπαξ υποδόρια ένεση 90 mg εμφυβιρτίδης στην κοιλιά σε 12 ασθενείς με HIV-1, η μέση μέγιστη συγκέντρωση ήταν 4,59 ± 1,5 μg/mL και ο διάμεσος χρόνος μέχρι τη μέγιστη συγκέντρωση ήταν 8 ώρες (εύρος 3-12 ώρες).
5,5 ± 1,1 L
24,8 ± 4,1 mL/h/kg [Ενήλικοι και παιδιατρικοί ασθενείς με HIV-1 μετά από εφάπαξ υποδόρια δόση 90 mg εμφυβιρτίδης]
30,6 ± 10,6 mL/h/kg [Μετά από χορήγηση 90 mg δύο φορές ημερησίως υποδορίως του FUZEON σε συνδυασμό με άλλους αντιρετροϊκούς παράγοντες σε ασθενείς με HIV-1]
40 ± 17 mL/h/kg [παιδιατρικοί ασθενείς παρουσία συγχορηγούμενων φαρμάκων, συμπεριλαμβανομένων αντιρετροϊκών παραγόντων, που έλαβαν δόση 2 mg/kg δύο φορές ημερησίως]
Η εμφυβιρτίδη απορροφάται σχεδόν πλήρως μετά από υποδόρια ένεση (απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα: 84,3%), και η συστηματική απορρόφηση είναι συγκρίσιμη μετά από υποδόρια ένεση μιας δόσης … στην κοιλιά, τον μηρό ή τον βραχίονα.
Μετά από εφάπαξ υποδόρια ένεση 90 mg εμφυβιρτίδης στην κοιλιά σε 12 ασθενείς με HIV-1, η μέση (±SD) Cmax ήταν 4,59 ± 1,5 μg/mL, AUC ήταν 55,8 ± 12,1 μg·hr/mL και η διάμεσος Tmax ήταν 8 ώρες (εύρος 3-12 ώρες).
Σταθερή δέσμευση: 92% δεσμευμένο σε πρωτεΐνες πλάσματος σε εύρος συγκεντρώσεων 2 έως 10 μg/mL· κυρίως δεσμευμένο σε αλβουμίνη και σε κάποιο βαθμό σε α-1 οξεογλυκοπρωτεΐνη.
Όγκος Κατανομής (VolD): 5,5 ± 1,1 L.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την ENFUVIRTIDE (σύνολο 8), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση Πρωτεϊνών
92%
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Αναμένεται να υποστεί καταβολισμό στα συστατικά αμινοξέα του, με επακόλουθη ανακύκλωση των αμινοξέων στην δεξαμενή του σώματος.
Μελέτες in vitro με μικροσώματα και ηπατοκύτταρα ανθρώπων υποδεικνύουν ότι η εμφυβιρτίδη υδρολύεται για να σχηματίσει έναν δεαμιδωμένο μεταβολίτη στο αμινοξύ φαινυλαλανίνη C-άκρου, M3. Η αντίδραση υδρόλυσης δεν εξαρτάται από NADPH. Ο μεταβολίτης M3 ανιχνεύεται σε ανθρώπινο πλάσμα μετά τη χορήγηση εμφυβιρτίδης, με AUC που κυμαίνεται από 2,4% έως 15% της AUC της εμφυβιρτίδης.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
3,8 ± 0,6 ώρες
Μετά από εφάπαξ υποδόρια δόση 3,8 ± 0,6 ωρών εμφυβιρτίδης (N=12) ο μέσος ±SD χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της εμφυβιρτίδης είναι 3,8 ± 0,6 ώρες…
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Κατάταξη Φαρμακολογίας MeSH
Αναστολείς της σύντηξης του HIV με τα κύτταρα-ξενιστές, εμποδίζοντας την είσοδο του ιού. Αυτό περιλαμβάνει ενώσεις που μπλοκάρουν την προσκόλληση της ΓΛΥΚΟΠΡΩΤΕΪΝΗΣ GP120 του HIV στους ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ CD4.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Κατάταξη Φαρμακολογίας FDA
19OWO1T3ZE
ENFUVIRTIDE
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Πρωτεϊνών Σύντηξης
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Σύντηξης του Ιού της Ανθρώπινης Ανοσοανεπάρκειας 1
Η εμφυβιρτίδη είναι ένας Αναστολέας Σύντηξης του Ιού της Ανθρώπινης Ανοσοανεπάρκειας 1. Ο μηχανισμός δράσης της εμφυβιρτίδης είναι ως Αναστολέας Πρωτεΐνης Σύντηξης.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Κατάταξη Φαρμακολογίας MeSH
Αναστολείς της σύντηξης του HIV με τα κύτταρα-ξενιστές, εμποδίζοντας την είσοδο του ιού. Αυτό περιλαμβάνει ενώσεις που μπλοκάρουν την προσκόλληση της ΓΛΥΚΟΠΡΩΤΕΪΝΗΣ GP120 του HIV στους ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ CD4.