ATAZANAVIR
Αταζαναβίρη
t5.6.jpg:
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-REYATAZ
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Εφάπαξ ημερησίως, με τροφή
- Δόση έναρξης: 300 mg REYATAZ μαζί με ριτοναβίρη 100 mg
- Τιτλοποίηση: Για έγκυες γυναίκες (δεύτερο και τρίτο τρίμηνο) που λαμβάνουν τενοφοβίρη δισοπροξίλη ή ανταγωνιστή υποδοχέων Η2, μπορεί να εξεταστεί αύξηση της δόσης σε REYATAZ 400 mg με ριτοναβίρη 100 mg. Για ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, σε περίπτωση απόσυρσης ριτοναβίρης, μείωση της δόσης μη ενισχυμένου REYATAZ στα 300 mg άπαξ ημερησίως.
-
ΕνήλικεςΔόση300 mg REYATAZ μαζί με 100 mg ριτοναβίρηΕφάπαξ ημερησίως, με τροφή.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (ηλικίας 6 ετών έως 18 ετών και βάρος τουλάχιστον 15 kg)Μέγ. δόσηΔεν θα πρέπει να υπερβαίνει τη συνιστώμενη δόση ενηλίκων.Δόση βάσει σωματικού βάρους. Λαμβάνονται με τροφή.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (15 έως <35 kg)Δόση200 mg REYATAZ μαζί με 100 mg ριτοναβίρηΕφάπαξ ημερησίως.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (τουλάχιστον 35 kg)Δόση300 mg REYATAZ μαζί με 100 mg ριτοναβίρηΕφάπαξ ημερησίως.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (ηλικίας τουλάχιστον 3 μηνών που ζυγίζουν τουλάχιστον 5 kg)Διατίθεται σε μορφή πόσιμης κόνεως. Ενθαρρύνεται η μεταπήδηση σε καψάκια μόλις οι ασθενείς μπορούν να τα καταπίνουν.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας. Δε συνιστάται σε ασθενείς που υπόκεινται σε αιμοδιύλιση.
-
Ηπατική δυσλειτουργία (ελαφρά έως μέτρια)Χρήση με προσοχή (με ριτοναβίρη).
-
Ηπατική δυσλειτουργία (μέτρια έως βαριά)Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται (με ριτοναβίρη).
-
Ηπατική δυσλειτουργία (ήπια, χωρίς ριτοναβίρη)Δόση400 mg REYATAZΆπαξ ημερησίως, με τροφή.
-
Ηπατική δυσλειτουργία (μέτρια, χωρίς ριτοναβίρη)Δόση300 mg REYATAZΆπαξ ημερησίως, με τροφή.
-
Ηπατική δυσλειτουργία (σοβαρή, χωρίς ριτοναβίρη)Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται.
-
Έγκυες γυναίκες (δεύτερο και τρίτο τρίμηνο)Δόση300 mg REYATAZ μαζί με 100 mg ριτοναβίρηΜπορεί να μην παρέχει επαρκή έκθεση. Μπορεί να εξεταστεί ΠΘΑ.
-
Έγκυες γυναίκες (δεύτερο και τρίτο τρίμηνο, με τενοφοβίρη δισοπροξίλη ή ανταγωνιστή Η2)Δόση400 mg REYATAZ μαζί με 100 mg ριτοναβίρηΜπορεί να εξεταστεί με ΠΘΑ.
-
Έγκυες γυναίκες (δεύτερο και τρίτο τρίμηνο, με τενοφοβίρη δισοπροξίλη ΚΑΙ ανταγωνιστή Η2)Δεν συνιστάται η χρήση REYATAZ με ριτοναβίρη.
-
Γυναίκες σε λοχείαΝα ακολουθούν την ίδια σύσταση δοσολογίας όπως και οι μη εγκυμονούσες ασθενείς. Να παρακολουθούνται στενά για ανεπιθύμητες ενέργειες.
-
Παιδιά ηλικίας μικρότερης των 3 μηνώνΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται λόγω ασφαλείας και κινδύνου πυρηνικού ίκτερου.
block
SPC-REYATAZ
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Σοβαρή ηπατική ανεπάρκειαΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν REYATAZ
-
Μέτρια ηπατική ανεπάρκειαΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν REYATAZ μαζί με ριτοναβίρη
-
Συγχορήγηση με σιμβαστατίνη ή λοβαστατίνη
-
Συνδυασμός με ριφαμπικίνη
-
Συνδυασμός με σιλδεναφίλη όταν χρησιμοποιείται μόνο για τη θεραπεία της πνευμονικής αρτηριακής υπέρτασης (PAH)
-
Συγχορήγηση με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι υποστρώματα του ισόμορφου CYP3A4 και έχουν στενά θεραπευτικά παράθυρα
-
Συγχορήγηση με προϊόντα που περιέχουν grazoprevir (συμπεριλαμβανομένου elbasvir/grazoprevir)
-
Συγχορήγηση με τον συνδυασμό glecaprevir/pibrentasvir
-
Συγχορήγηση με προϊόντα που περιέχουν βότανο St. John´s (Hypericum perforatum)
warning
SPC-REYATAZ
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Μετάδοση HIVΠληθυσμόςHIV οροθετικοί ασθενείςΘα πρέπει να λαμβάνονται προφυλάξεις για την αποφυγή της μετάδοσης σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες.
-
Υψηλότερες δόσεις ριτοναβίρης (>100mg)προσοχήΔεν συνιστάται λόγω πιθανής αλλοίωσης προφίλ ασφαλείας της αταζαναβίρης. Μόνο με εφαβιρένζη μπορεί να εξετασθεί αύξηση σε 200 mg ημερησίως, απαιτείται στενή κλινική παρακολούθηση.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΠροσοχή λόγω αυξημένων συγκεντρώσεων στο πλάσμα. Ασφάλεια/αποτελεσματικότητα δεν έχουν αποδειχθεί σε σημαντικές ηπατικές διαταραχές. Παρακολούθηση ηπατικής λειτουργίας, εξέταση αναστολής/διακοπής αν επιδείνωση.
-
Χρόνια ηπατίτιδα Β ή CπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β ή C που λαμβάνουν αντιρετροϊκή θεραπεία συνδυασμούΑυξημένος κίνδυνος σοβαρών και δυνητικά θανατηφόρων ηπατικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Να προσφύγετε στη σχετική Περίληψη Χαρακτηριστικών του Προϊόντος άλλων φαρμακευτικών προϊόντων.
-
Νεφρική δυσλειτουργίααποφεύγεταιΠληθυσμόςΑσθενείς που υπόκεινται σε αιμοδιύλισηΔεν συνιστάται η χορήγηση REYATAZ.
-
Παράταση του διαστήματος PRπροσοχήΧρήση με προσοχή με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι προκαλούν παράταση του διαστήματος PR.
-
Προβλήματα αγωγιμότηταςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχοντα προβλήματα αγωγιμότητας (δευτέρου βαθμού ή υψηλότερου κολποκοιλιακός ή σύνθετος σκελικός αποκλεισμός)Το REYATAZ θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή και μόνο όταν το όφελος υπερβαίνει τον κίνδυνο.
-
Παράταση του διαστήματος QTπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου (βραδυκαρδία, συγγενές παρατεταμένο QT, ηλεκτρολυτικές διαταραχές)Ιδιαίτερη προσοχή όταν συνταγογραφείται το REYATAZ σε συνδυασμό με φαρμακευτικά προϊόντα που έχουν τη δυνατότητα να επιμηκύνουν το διάστημα QT.
-
Αυξημένη αιμορραγική διάθεσηΠληθυσμόςΑιμορροφιλικοί ασθενείς τύπου Α και ΒΟι αιμορροφιλικοί ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για την πιθανότητα αυξημένης αιμορραγικής διάθεσης.
-
Αύξηση βάρους και μεταβολικές παράμετροιΟι διαταραχές των λιπιδίων πρέπει να αντιμετωπίζονται με τον κατάλληλο κλινικό τρόπο. Παρακολούθηση των λιπιδίων αίματος και της γλυκόζης.
-
ΥπερχολερυθριναιμίαΟι αυξήσεις των ηπατικών τρανσαμινασών που συμβαίνουν με αυξημένη χολερυθρίνη θα πρέπει να αξιολογούνται για εναλλακτικές αιτιολογίες. Εναλλακτική αντιρετροϊκή θεραπεία μπορεί να εξετασθεί εάν ο ίκτερος είναι μη αποδεκτός. Μείωση δόσης αταζαναβίρης δεν συνιστάται.
-
Συγχορήγηση με ινδιναβίρηαποφεύγεταιΟι συνδυασμοί του REYATAZ και της ινδιναβίρης δεν έχουν μελετηθεί και η συγχορήγηση αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων δεν συνιστάται.
-
Απόσυρση ριτοναβίρηςπροσοχήΠληθυσμόςΕνήλικες ασθενείςΔεν συνιστάται η απόσυρση της ριτοναβίρης από το ενισχυμένο σχήμα. Μπορεί να εξεταστεί (400mg άπαξ ημερησίως με τροφή) υπό αυστηρές προϋποθέσεις (απουσία προηγούμενης ιολογικής αποτυχίας, μη ανιχνεύσιμο ιικό φορτίο τους τελευταίους 6 μήνες, ιικά στελέχη χωρίς μεταλλάξεις αντοχής).
-
Χορήγηση REYATAZ χωρίς ριτοναβίρηαποφεύγεταιΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν τενοφοβίρη δισοπροξίλη ή άλλες αγωγές που μειώνουν τη βιοδιαθεσιμότητα της αταζαναβίρηςΔεν πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης του REYATAZ χωρίς ριτοναβίρη.
-
Χορήγηση REYATAZ χωρίς ριτοναβίρηαποφεύγεταιΠληθυσμόςΈγκυες ασθενείςΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται σχήμα REYATAZ χωρίς ριτοναβίρη.
-
ΧολολιθίασηΕάν εμφανισθούν σημεία ή συμπτώματα χολολιθίασης, μπορεί να εξετασθεί η περίπτωση προσωρινής διακοπής ή μη συνέχισης της θεραπείας.
-
Χρόνια νεφρική νόσοςΠληθυσμόςΑσθενείς με λοίμωξη HIVΤακτική παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας των ασθενών πρέπει να διατηρείται σε όλη τη διάρκεια της θεραπείας.
-
ΝεφρολιθίασηΕάν εμφανισθούν σημεία ή συμπτώματα νεφρολιθίασης, μπορεί να εξετασθεί η περίπτωση προσωρινής διακοπής ή μη συνέχισης της θεραπείας.
-
Σύνδρομο Επανενεργοποίησης του Ανοσοποιητικού ΣυστήματοςΠληθυσμόςHIV οροθετικοί ασθενείς με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκειαΘα πρέπει να εκτιμώνται οποιαδήποτε φλεγμονώδη συμπτώματα και να ορίζεται θεραπεία όταν απαιτείται.
-
ΟστεονέκρωσηΠληθυσμόςΑσθενείς με προχωρημένη λοίμωξη HIV και/ή μακράς διάρκειας έκθεση σε CARTΟι ασθενείς θα πρέπει να ζητούν ιατρική συμβουλή εάν παρουσιάζουν ενοχλήσεις και άλγος στις αρθρώσεις, δυσκαμψία άρθρωσης ή δυσκολία στην κίνηση.
-
Σοβαρό εξάνθημασοβαρόΤο REYATAZ θα πρέπει να διακόπτεται εάν αναπτυχθεί σοβαρό εξάνθημα. Δεν θα πρέπει να ξαναρχίσει το REYATAZ εάν ο ασθενής έχει αναπτύξει SJS ή DRESS.
-
Συνδυασμός με ατορβαστατίνηαποφεύγεταιΔεν συνιστάται ο συνδυασμός.
-
Συγχορήγηση με νεβιραπίνη ή εφαβιρένζηαποφεύγεταιΔεν συνιστάται η συγχορήγηση.
-
Συγχορήγηση με επαγωγείς CYP3A4αποφεύγεταιΔεν συνιστάται η συγχορήγηση.
-
Συγχορήγηση με αναστολείς PDE5 (για στυτική δυσλειτουργία)προσοχήΙδιαίτερη προσοχή. Αναμένεται σημαντική αύξηση συγκεντρώσεων και ανεπιθύμητες ενέργειες (υπόταση, οπτικές μεταβολές, πριαπισμός).
-
Συγχορήγηση με βορικοναζόληαποφεύγεταιΔεν συνιστάται, εκτός εάν η αξιολόγηση οφέλους/κινδύνου δικαιολογεί τη χρήση. Αναμένεται μείωση εκθέσεων σε βορικοναζόλη και αταζαναβίρη, αλλά σημαντική αύξηση βορικοναζόλης σε ασθενείς χωρίς λειτουργικό αλλήλιο CYP2C19.
-
Ταυτόχρονη χρήση με φλουτικαζόνη ή άλλα CYP3A4-μεταβολιζόμενα γλυκοκορτικοειδήαποφεύγεταιΔεν συνιστάται, εκτός εάν το ενδεχόμενο όφελος υπερτερεί του κινδύνου συστηματικών εκδηλώσεων (σύνδρομο Cushing, καταστολή επινεφριδίων).
-
Συγχορήγηση με σαλμετερόληαποφεύγεταιΔεν συνιστάται λόγω αυξημένων καρδιαγγειακών ανεπιθύμητων ενεργειών.
-
Αυξημένο γαστρικό pHΜπορεί να μειωθεί η απορρόφηση της αταζαναβίρης.
-
Συγχορήγηση με αναστολείς της αντλίας πρωτονίωναποφεύγεταιΔεν συνιστάται. Εάν αναπόφευκτο, στενή κλινική παρακολούθηση, αύξηση δόσης REYATAZ σε 400 mg με 100 mg ριτοναβίρης. Δόσεις αναστολέων της αντλίας πρωτονίων να μην υπερβαίνουν συγκρίσιμες με 20 mg ομεπραζόλης.
-
Συγχορήγηση με ορμονικά ή από στόματος αντισυλληπτικά (εκτός νοργεστιμάτης ή νορεθινδρόνης)αποφεύγεταιΠρέπει να αποφεύγεται.
-
Παράταση του διαστήματος PR (παιδιατρικός πληθυσμός)προσοχήΠληθυσμόςΠαιδιατρικοί ασθενείςΧρήση με προσοχή με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι προκαλούν παράταση του διαστήματος PR. Σε παιδιατρικούς ασθενείς με προϋπάρχοντα προβλήματα αγωγιμότητας, χρήση με προσοχή και μόνο εάν τα οφέλη υπερτερούν του κινδύνου. Προτείνεται καρδιακός έλεγχος βάσει κλινικών ευρημάτων.
-
Αποτελεσματικότητα σε ιικά στελέχη με πολλαπλές μεταλλάξεις αντίστασηςΗ αταζαναβίρη/ριτοναβίρη δεν είναι αποτελεσματική.
-
Λακτόζη (έκδοχο)αντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στην γαλακτόζη, ανεπάρκεια λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
swap_horiz
SPC-REYATAZ
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Grazoprevir (στο συνδυασμό elbasvir, grazoprevir)αντένδειξηΑύξηση AUC, Cmax, Cmin του Grazoprevir. Αύξηση AUC, Cmax, Cmin της Αταζαναβίρης.ΣύστασηΗ συγχορήγηση του REYATAZ και του elbasvir/grazoprevir αντενδείκνυται λόγω της σημαντικής αύξησης των συγκεντρώσεων του grazoprevir στο πλάσμα και μιας πιθανής σχετιζόμενης αύξησης του κινδύνου αύξησης της ALT.
-
Elbasvir (στο συνδυασμό elbasvir, grazoprevir)αντένδειξηΑύξηση AUC, Cmax, Cmin του Elbasvir. Αύξηση AUC, Cmax, Cmin της Αταζαναβίρης.ΣύστασηΗ συγχορήγηση του REYATAZ και του elbasvir/grazoprevir αντενδείκνυται λόγω της σημαντικής αύξησης των συγκεντρώσεων του grazoprevir στο πλάσμα και μιας πιθανής σχετιζόμενης αύξησης του κινδύνου αύξησης της ALT.
-
Voxilaprevir (στο συνδυασμό Sofosbuvir/Velpatasvir/Voxilaprevir)προσοχήΑύξηση AUC, Cmax του Sofosbuvir. Αύξηση AUC, Cmax του Velpatasvir. Σημαντική αύξηση AUC, Cmax του Voxilaprevir.ΣύστασηΗ συγχορήγηση του REYATAZ με προϊόντα που περιέχουν voxilaprevir αναμένεται να αυξήσει τη συγκέντρωση του voxilaprevir. Η συγχορήγηση του REYATAZ με σχήματα που περιέχουν voxilaprevir δεν συνιστάται.
-
Glecaprevir (στο συνδυασμό Glecaprevir/Pibrentasvir)αντένδειξηΣημαντική αύξηση AUC, Cmax, Cmin του Glecaprevir. Αύξηση AUC, Cmax, Cmin του Pibrentasvir.ΣύστασηΗ συgχορήγηση του REYATAZ με τον συνδυασμό glecaprevir/pibrentasvir αντενδείκνυται εξαιτίας του δυνητικού κινδύνου αύξησης της ALT λόγω της σημαντικής αύξησης των συγκεντρώσεων του glecaprevir και του pibrentasvir στο πλάσμα.
-
Pibrentasvir (στο συνδυασμό Glecaprevir/Pibrentasvir)αντένδειξηΣημαντική αύξηση AUC, Cmax, Cmin του Glecaprevir. Αύξηση AUC, Cmax, Cmin του Pibrentasvir.ΣύστασηΗ συgχορήγηση του REYATAZ με τον συνδυασμό glecaprevir/pibrentasvir αντενδείκνυται εξαιτίας του δυνητικού κινδύνου αύξησης της ALT λόγω της σημαντικής αύξησης των συγκεντρώσεων του glecaprevir και του pibrentasvir στο πλάσμα.
-
Άλλοι αναστολείς πρωτεάσηςπροσοχήΑναμένεται να αυξήσει την έκθεση στους άλλους αναστολείς της πρωτεάσης.ΣύστασηΤέτοια συγχορήγηση δεν συνιστάται.
-
ασφαλέςΣημαντική αύξηση AUC, Cmax, Cmin της Αταζαναβίρης.ΣύστασηΧρησιμοποιείται ριτοναβίρη 100 mg εφάπαξ ημερησίως για την ενίσχυση της φαρμακοκινητικής της αταζαναβίρης.
-
προσοχήΣχετίζεται με έμμεση μη συζευγμένη υπερχολερυθριναιμία.ΣύστασηΗ συγχορήγηση REYATAZ και ινδιναβίρης δεν συνιστάται.
-
Λαμιβουδίνη + ΖιδοβουδίνηασφαλέςΔεν παρατηρήθηκε σημαντική επίδραση στις συγκεντρώσεις της λαμιβουδίνης και της ζιδοβουδίνης.ΣύστασηΗ συγχορήγηση αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων και του REYATAZ δεν αναμένεται να μεταβάλλει σημαντικά την έκθεση των συγχορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων.
-
ασφαλέςΔεν αναμένεται να μεταβάλλει σημαντικά την έκθεση της αβακαβίρης.ΣύστασηΗ συγχορήγηση αβακαβίρης και REYATAZ δεν αναμένεται να μεταβάλλει σημαντικά την έκθεση της αβακαβίρης.
-
Διδανοσίνη (δισκία με ρύθμιση pH) + ΣταβουδίνηπροσοχήΣημαντική μείωση AUC, Cmax, Cmin της Αταζαναβίρης. Δεν επηρεάζονται οι συγκεντρώσεις διδανοσίνης και σταβουδίνης.ΣύστασηΗ διδανοσίνη πρέπει να λαμβάνεται σε κατάσταση νηστείας 2 ώρες μετά τη λήψη του REYATAZ με τροφή. Η συγχορήγηση σταβουδίνης και REYATAZ δεν αναμένεται να μεταβάλλει σημαντικά την έκθεση της σταβουδίνης.
-
Διδανοσίνη (καψάκια γαστροανθεκτικά)προσοχήΜείωση AUC, Cmax, Cmin της Διδανοσίνης όταν χορηγείται με τροφή. Δεν επηρεάζονται οι συγκεντρώσεις της Αταζαναβίρης.ΣύστασηΗ διδανοσίνη πρέπει να λαμβάνεται σε κατάσταση νηστείας 2 ώρες μετά τη λήψη του REYATAZ με τροφή.
-
Τενοφοβίρη δισοπροξίλη φουμαρικήπαρακολούθησηΜείωση AUC, Cmax, Cmin της Αταζαναβίρης. Αύξηση AUC, Cmax, Cmin της Τενοφοβίρης δισοπροξίλης φουμαρικής.ΣύστασηΤο REYATAZ 300 mg συνιστάται να δίδεται με ριτοναβίρη 100 mg και τενοφοβίρη δισοπροξίλη φουμαρική 300 mg (όλα μαζί ως μία εφάπαξ δόση με τροφή). Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά για ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με την τενοφοβίρη δισοπροξίλη φουμαρική, συμπεριλαμβανομένων και νεφρικών διαταραχών.
-
προσοχήΜείωση Cmin της Αταζαναβίρης. Δεν επηρεάζεται σημαντικά AUC, Cmax της Αταζαναβίρης.ΣύστασηΗ συγχορήγηση της εφαβιρένζης με REYATAZ δεν συνιστάται.
-
προσοχήΑύξηση AUC, Cmax, Cmin της Νεβιραπίνης. Σημαντική μείωση Cmin της Αταζαναβίρης.ΣύστασηΗ συγχορήγηση νεβιραπίνης και REYATAZ δεν συνιστάται.
-
ασφαλέςΑύξηση AUC, Cmax, C12hr της Ραλτεγκραβίρης.ΣύστασηΔεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας για τη ραλτεγκραβίρη.
-
προσοχήΣημαντική αύξηση AUC, Cmax, Cmin της Κλαριθρομυκίνης. Σημαντική μείωση AUC, Cmax, Cmin της 14-OH κλαριθρομυκίνης. Αύξηση AUC, Cmin της Αταζαναβίρης.ΣύστασηΔεν μπορεί να γίνει σύσταση μείωσης της δόσης. Συνεπώς εάν το REYATAZ συγχορηγείται με κλαριθρομυκίνη, πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή.
-
προσοχήΔεν παρατηρήθηκε σημαντική επίδραση στις συγκεντρώσεις της αταζαναβίρης. Αναμένεται αύξηση συγκεντρώσεων κετοκοναζόλης.ΣύστασηΗ κετοκοναζόλη και η ιτρακοναζόλη πρέπει να χρησιμοποιούνται προσεκτικά με REYATAZ/ριτοναβίρη, οι υψηλές δόσεις κετοκοναζόλης και ιτρακοναζόλης (> 200 mg/ημέρα) δε συνιστώνται.
-
προσοχήΑναμένεται αύξηση συγκεντρώσεων ιτρακοναζόλης.ΣύστασηΗ κετοκοναζόλη και η ιτρακοναζόλη πρέπει να χρησιμοποιούνται προσεκτικά με REYATAZ/ριτοναβίρη, οι υψηλές δόσεις κετοκοναζόλης και ιτρακοναζόλης (> 200 mg/ημέρα) δε συνιστώνται.
-
Βορικοναζόλη (με λειτουργικό αλλήλιο CYP2C19)προσοχήΜείωση AUC, Cmax, Cmin της Βορικοναζόλης. Μείωση AUC, Cmax, Cmin της Αταζαναβίρης. Μείωση AUC, Cmax, Cmin της Ριτοναβίρης.ΣύστασηΗ συγχορήγηση βορικοναζόλης και REYATAZ με ριτοναβίρη δε συνιστάται, εκτός εάν η αξιολόγηση οφέλους/κινδύνου για τον ασθενή δικαιολογεί τη χρήση βορικοναζόλης. Συνιστάται στενή κλινική παρακολούθηση για την μείωση αποτελεσματικότητας τόσο της βορικοναζόλης όσο και της αταζαναβίρης.
-
Βορικοναζόλη (χωρίς λειτουργικό αλλήλιο CYP2C19)προσοχήΣημαντική αύξηση AUC, Cmax, Cmin της Βορικοναζόλης. Μείωση AUC, Cmax, Cmin της Αταζαναβίρης. Μείωση AUC, Cmax, Cmin της Ριτοναβίρης.ΣύστασηΣυνιστάται στενή κλινική και εργαστηριακή παρακολούθηση για ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη βορικοναζόλη.
-
ασφαλέςΟι συγκεντρώσεις της αταζαναβίρης και της φλουκοναζόλης δεν μεταβλήθηκαν σημαντικά.ΣύστασηΔεν απαιτούνται ρυθμίσεις της δοσολογίας για τη φλουκοναζόλη και το REYATAZ.
-
προσοχήΑύξηση AUC, Cmax, Cmin της Ριφαμπουτίνης και του μεταβολίτη της. Η φαρμακοκινητική της αταζαναβίρης δεν μεταβλήθηκε.ΣύστασηΗ συνιστώμενη δόση της ριφαμπουτίνης είναι 150 mg 3 φορές την εβδομάδα. Αυξημένη παρακολούθηση ανεπιθύμητων ενεργειών ριφαμπουτίνης επιβάλλεται. Περαιτέρω μείωση της δόσης της ριφαμπουτίνης στα 150 mg δύο φορές την εβδομάδα συνιστάται σε ασθενείς στους οποίους η δόση των 150 mg 3 φορές την εβδομάδα δεν είναι ανεκτή. Δεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης για το REYATAZ.
-
αντένδειξηΜείωση AUC της Αταζαναβίρης.ΣύστασηΟ συνδυασμός ριφαμπικίνης και REYATAZ αντενδείκνυται.
-
αντένδειξηΑναμένεται αύξηση των συγκεντρώσεων της κουετιαπίνης.ΣύστασηΗ συγχορήγηση της κουετιαπίνης με REYATAZ αντενδείκνυται καθώς το REYATAZ μπορεί να αυξήσει την τοξικότητα που σχετίζεται με την κουετιαπίνη.
-
αντένδειξηΑναμένεται αύξηση των επιπέδων της λουρασιδόνης στο πλάσμα.ΣύστασηΣυγχορήγηση λουρασιδόνης με REYATAZ, αντενδείκνυται καθώς αυτό μπορεί να αυξήσει την σχετιζόμενη με τη λουρασιδόνη τοξικότητα.
-
Φαμοτιδίνη (χωρίς τενοφοβίρη, 20mg)προσοχήΜείωση AUC, Cmax της Αταζαναβίρης. Δεν επηρεάζεται Cmin της Αταζαναβίρης.ΣύστασηΔεν πρέπει να γίνεται υπέρβαση δόσης ισοδύναμης προς 20 mg φαμοτιδίνης δύο φορές ημερησίως. Εφόσον απαιτείται υψηλότερη δόση, μπορεί να εξετασθεί η αύξηση της δόσης του συνδυασμού REYATAZ/ριτοναβίρης από 300/100 mg σε 400/100 mg.
-
Φαμοτιδίνη (χωρίς τενοφοβίρη, 40mg)προσοχήΜείωση AUC, Cmax, Cmin της Αταζαναβίρης.ΣύστασηΕφόσον απαιτείται υψηλότερη δόση ανταγωνιστή Η2, μπορεί να εξετασθεί η περίπτωση αύξησης της δόσης του συνδυασμού REYATAZ/ριτοναβίρης από 300/100 mg σε 400/100 mg.
-
Φαμοτιδίνη (με τενοφοβίρη, 20mg)προσοχήΜείωση AUC, Cmax, Cmin της Αταζαναβίρης.ΣύστασηΣυνιστάται μια αύξηση της δόσης του REYATAZ σε 400 mg με 100 mg ριτοναβίρη. Δεν πρέπει να γίνεται υπέρβαση δόσης ισοδύναμης προς 40 mg φαμοτιδίνης δύο φορές ημερησίως.
-
Φαμοτιδίνη (με τενοφοβίρη, 40mg)προσοχήΜείωση AUC, Cmax, Cmin της Αταζαναβίρης.ΣύστασηΣυνιστάται μια αύξηση της δόσης του REYATAZ σε 400 mg με 100 mg ριτοναβίρη. Δεν πρέπει να γίνεται υπέρβαση δόσης ισοδύναμης προς 40 mg φαμοτιδίνης δύο φορές ημερησίως.
-
Ομεπραζόλη 40 mgπροσοχήΣημαντική μείωση AUC, Cmax, Cmin της Αταζαναβίρης.ΣύστασηΗ συγχορήγηση REYATAZ με ριτοναβίρη και αναστολείς αντλίας πρωτονίων δε συνιστάται. Εφόσον ο συνδυασμός κριθεί αναπόφευκτος, συστήνεται στενή κλινική παρακολούθηση σε συνδυασμό με αύξηση της δόσης του REYATAZ έως 400 mg με 100 mg ριτοναβίρης. Δεν πρέπει να γίνεται υπέρβαση δόσεων αναστολέων της αντλίας πρωτονίων συγκρίσιμων με ομεπραζόλη 20 mg.
-
Ομεπραζόλη 20 mgπροσοχήΜείωση AUC, Cmax, Cmin της Αταζαναβίρης.ΣύστασηΗ συγχορήγηση REYATAZ με ριτοναβίρη και αναστολείς αντλίας πρωτονίων δε συνιστάται. Εφόσον ο συνδυασμός κριθεί αναπόφευκτος, συστήνεται στενή κλινική παρακολούθηση σε συνδυασμό με αύξηση της δόσης του REYATAZ έως 400 mg με 100 mg ριτοναβίρης. Δεν πρέπει να γίνεται υπέρβαση δόσεων αναστολέων της αντλίας πρωτονίων συγκρίσιμων με ομεπραζόλη 20 mg.
-
Αντιόξινα και φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν ρυθμιστές pHπροσοχήΜειωμένες συγκεντρώσεις της αταζαναβίρης στο πλάσμα.ΣύστασηΤο REYATAZ πρέπει να χορηγείται 2 ώρες πριν ή 1 ώρα μετά τα αντιόξινα ή τα φαρμακευτικά προϊόντα με ρυθμιστή pH.
-
αντένδειξηΑυξημένες συγκεντρώσεις αλφουζοσίνης που μπορούν να προκαλέσουν υπόταση.ΣύστασηΗ συγχορήγηση αλφουζοσίνης με REYATAZ αντενδείκνυται.
-
Απιξαμπάνη, ΡιβαροξαμπάνηπροσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις απιξαμπάνης και ριβαροξαμπάνης που μπορεί να οδηγήσουν σε υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης αιμορραγίας.ΣύστασηΗ συγχορήγηση απιξαμπάνης ή ριβαροξαμπάνης με REYATAZ και ριτοναβίρη δεν συνιστάται.
-
ΔαβιγατράνηπροσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις δαβιγατράνης που μπορεί να οδηγήσουν σε υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης αιμορραγίας.ΣύστασηΗ συγχορήγηση δαβιγατράνης με REYATAZ και ριτοναβίρη δεν συνιστάται.
-
προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις εδοξαμπάνης που μπορεί να οδηγήσουν σε υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης αιμορραγίας.ΣύστασηΑπαιτείται προσοχή κατά τη χρήση της εδοξαμπάνης με REYATAZ. Ανατρέξτε στις παραγράφους 4.2 και 4.5 της ΠΧτΠ της εδοξαμπάνης για τις κατάλληλες συστάσεις που αφορούν τη δοσολογία της εδοξαμπάνης για συγχορήγηση με αναστολείς της P-gp.
-
παρακολούθησηΜπορεί να αυξήσει ή να μειώσει τις συγκεντρώσεις της βαρφαρίνης.ΣύστασηΣυνιστάται η προσεκτική παρακολούθηση του International Normalised Ratio (INR) κατά τη διάρκεια της θεραπείας με REYATAZ, ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας.
-
προσοχήΜπορεί να αυξήσει τα επίπεδα της καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα. Δεν μπορεί να αποκλεισθεί μείωση στην έκθεση REYATAZ.ΣύστασηΗ καρβαμαζεπίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή. Παρακολουθήστε τις συγκεντρώσεις της καρβαμαζεπίνης στον ορό και προσαρμόστε τη δόση ανάλογα. Στενή παρακολούθηση της ιολογικής απόκρισης των ασθενών.
-
προσοχήΗ ριτοναβίρη μπορεί να μειώσει τα επίπεδα της φαινυτοΐνης και/ή της φαινοβαρβιτάλης στο πλάσμα. Δεν μπορεί να αποκλεισθεί μείωση στην έκθεση στο REYATAZ.ΣύστασηΘα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή. Μπορεί να απαιτηθεί προσαρμογή στη δόση της φαινυτοΐνης ή της φαινοβαρβιτάλης. Στενή παρακολούθηση της ιολογικής απόκρισης των ασθενών.
-
προσοχήΜπορεί να μειώσει τις συγκεντρώσεις της λαμοτριγίνης στο πλάσμα.ΣύστασηΗ λαμοτριγίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή. Παρακολουθήστε τις συγκεντρώσεις της λαμοτριγίνης και προσαρμόστε τη δόση ανάλογα.
-
προσοχήΑυξημένες τοξικότητες της ιρινοτεκάνης.ΣύστασηΟι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά για ανεπιθύμητες ενέργειες σχετικές με την ιρινοτεκάνη.
-
παρακολούθησηΟι συγκεντρώσεις μπορεί να αυξηθούν.ΣύστασηΣυνιστάται πιο συχνή παρακολούθηση των θεραπευτικών συγκεντρώσεων αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων μέχρις ότου τα επίπεδα στο πλάσμα έχουν σταθεροποιηθεί.
-
Αμιωδαρόνη, Συστηματική λιδοκαΐνηπροσοχήΟι συγκεντρώσεις μπορεί να αυξηθούν.ΣύστασηΕπιβάλλεται προσοχή και παρακολούθηση των θεραπευτικών συγκεντρώσεων όταν είναι διαθέσιμη.
-
αντένδειξηΟι συγκεντρώσεις μπορεί να αυξηθούν.ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χρήση κινιδίνης αντενδείκνυται.
-
ΜπεπριδίληαντένδειξηΟι συγκεντρώσεις μπορεί να αυξηθούν.ΣύστασηΗ συγχορήγηση με μπεπριδίλη αντενδείκνυται.
-
προσοχήΑύξηση AUC, Cmax, Cmin της Διλτιαζέμης και του μεταβολίτη της. Αύξηση στο μέγιστο διάστημα PR.ΣύστασηΣυνιστάται μια αρχική μείωση της δόσης κατά 50%, με επακόλουθη τιτλοδότηση όπως απαιτείται και ΗΚΓ παρακολούθηση.
-
προσοχήΟι συγκεντρώσεις ορού της βεραπαμίλης μπορεί να αυξηθούν.ΣύστασηΠρέπει να δίδεται προσοχή όταν συγχορηγείται βεραπαμίλη με REYATAZ.
-
Φλουτικαζόνη προπιονικήπροσοχήΣημαντική αύξηση επιπέδων πλάσματος φλουτικαζόνης. Μείωση επιπέδων κορτιζόλης. Κίνδυνος συστηματικών επιδράσεων κορτικοστεροειδών.ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χορήγηση REYATAZ/ριτοναβίρης και αυτών των γλυκοκορτικοειδών δεν συνιστάται εκτός εάν το πιθανό όφελος της θεραπείας ξεπερνά τον κίνδυνο. Εξετάστε μείωση δόσης γλυκοκορτικοειδούς ή αλλαγή σε γλυκοκορτικοειδές που δεν είναι υπόστρωμα για το CYP3A4.
-
Σιλδεναφίλη (για στυτική δυσλειτουργία)προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις σιλδεναφίλης και αύξηση ανεπιθύμητων ενεργειών (υπόταση, οπτικές μεταβολές, πριαπισμός).ΣύστασηΠρέπει να προειδοποιούνται οι ασθενείς για αυτές τις πιθανές παρενέργειες.
-
Ταδαλαφίλη (για στυτική δυσλειτουργία)προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις ταδαλαφίλης και αύξηση ανεπιθύμητων ενεργειών (υπόταση, οπτικές μεταβολές, πριαπισμός).ΣύστασηΠρέπει να προειδοποιούνται οι ασθενείς για αυτές τις πιθανές παρενέργειες.
-
Βαρδεναφίλη (για στυτική δυσλειτουργία)προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις βαρδεναφίλης και αύξηση ανεπιθύμητων ενεργειών (υπόταση, οπτικές μεταβολές, πριαπισμός).ΣύστασηΠρέπει να προειδοποιούνται οι ασθενείς για αυτές τις πιθανές παρενέργειες.
-
Βότανο St. John’s (Hypericum perforatum)αντένδειξηΣημαντική μείωση των επιπέδων πλάσματος της αταζαναβίρης. Κίνδυνος απώλειας θεραπευτικής δράσης και ανάπτυξης αντίστασης.ΣύστασηΗ συγχορήγηση REYATAZ με προϊόντα που περιέχουν βότανο St. John's αντενδείκνυται.
-
Αιθινυλοιστραδιόλη (25μg, με Νοργεστιμάτη)προσοχήΜείωση AUC, Cmax, Cmin της αιθινυλοιστραδιόλης. Αύξηση AUC, Cmax, Cmin της Νοργεστιμάτης.ΣύστασηΤο από στόματος αντισυλληπτικό να περιέχει τουλάχιστον 30 μg αιθινυλοιστραδιόλης. Συνιστάται εναλλακτική αξιόπιστη μέθοδος αντισύλληψης. Αποφεύγεται συγχορήγηση με άλλες ορμονικές αντισυλληπτικές ή από στόματος αντισυλληπτικά που περιέχουν προγεσταγόνα εκτός της νοργεστιμάτης.
-
Αιθινυλοιστραδιόλη (35μg, με Νορεθινδρόνη)προσοχήΑύξηση AUC, Cmax, Cmin της αιθινυλοιστραδιόλης. Σημαντική αύξηση AUC, Cmax, Cmin της Νορεθινδρόνης. Κίνδυνος σχετιζόμενων ανεπιθύμητων ενεργειών προγεστίνης.ΣύστασηΤο από στόματος αντισυλληπτικό να περιέχει τουλάχιστον 30 μg αιθινυλοιστραδιόλης. Συνιστάται εναλλακτική αξιόπιστη μέθοδος αντισύλληψης. Αποφεύγεται συγχορήγηση με άλλες ορμονικές αντισυλληπτικές ή από στόματος αντισυλληπτικά που περιέχουν προγεσταγόνα εκτός της νοργεστιμάτης.
-
αντένδειξηΑυξημένες συγκεντρώσεις των στατινών. Αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΗ συγχορήγηση σιμβαστατίνης ή λοβαστατίνης με REYATAZ αντενδείκνυται.
-
προσοχήΟ κίνδυνος μυοπάθειας περιλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης μπορεί να αυξηθεί.ΣύστασηΗ συγχορήγηση ατορβαστατίνης με REYATAZ δεν συνιστάται. Εάν η χρήση κρίνεται απαραίτητη, η χαμηλότερη δυνατή δόση με προσεκτική παρακολούθηση της ασφάλειας.
-
προσοχήΠιθανότητα για αύξηση στην έκθεση πραβαστατίνης ή φλουβαστατίνης.ΣύστασηΠρέπει να επιδεικνύεται προσοχή.
-
ΛομιταπίδηαντένδειξηΑυξημένες συγκεντρώσεις λομιταπίδης. Κίνδυνος αύξησης τρανσαμινασών και ηπατοτοξικότητας.ΣύστασηΗ συγχορήγηση της λομιταπίδης με REYATAZ και ριτοναβίρη αντενδείκνυται.
-
προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις σαλμετερόλης και αύξηση ανεπιθύμητων ενεργειών.ΣύστασηΗ συγχορήγηση σαλμετερόλης με REYATAZ δεν συνιστάται.
-
παρακολούθησηΑύξηση AUC, Cmax, Cmin της βουπρενορφίνης και της νορβουπρενορφίνης. Οι συγκεντρώσεις της αταζαναβίρης δεν επηρεάστηκαν σημαντικά.ΣύστασηΕπιβάλλει κλινική παρακολούθηση για καταστολή και γνωσιακές επιδράσεις. Μπορεί να εξετασθεί η περίπτωση μείωσης της δόσης της βουπρενορφίνης.
-
ασφαλέςΔεν παρατηρήθηκε σημαντική επίδραση στις συγκεντρώσεις μεθαδόνης.ΣύστασηΔεν απαιτείται ρύθμιση δοσολογίας όταν η μεθαδόνη συγχορηγείται με REYATAZ.
-
Σιλδεναφίλη (για πνευμονική αρτηριακή υπέρταση)αντένδειξηΑυξημένες συγκεντρώσεις σιλδεναφίλης και αύξηση ανεπιθύμητων ενεργειών.ΣύστασηΗ σιλδεναφίλη αντενδείκνυται όταν χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της πνευμονικής αρτηριακής υπέρτασης.
-
αντένδειξηΜεγάλη αύξηση στη συγκέντρωση της τριαζολάμης.ΣύστασηΗ συγχορήγηση του REYATAZ με τριαζολάμη αντενδείκνυται.
-
Μιδαζολάμη (από του στόματος)αντένδειξηΜεγάλη αύξηση στη συγκέντρωση της μιδαζολάμης.ΣύστασηΗ συγχορήγηση του REYATAZ με από στόματος χορηγούμενη μιδαζολάμη αντενδείκνυται.
-
Μιδαζολάμη (παρεντερική)προσοχήΠιθανή αύξηση των επιπέδων της μιδαζολάμης στο πλάσμα κατά 3-4 φορές.ΣύστασηΠρέπει να δίδεται προσοχή. Σε περίπτωση συγχορήγησης, σε ΜΕΘ ή παρόμοιο περιβάλλον με στενή κλινική παρακολούθηση. Πρέπει να εξετάζεται ρύθμιση της δόσης της μιδαζολάμης.
-
Τενοφοβίρη (χωρίς ριτοναβίρη)προσοχήΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση.
-
Καρβαμαζεπίνη (χωρίς ριτοναβίρη)προσοχήΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση.
-
Φαινυτοΐνη (χωρίς ριτοναβίρη)προσοχήΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση.
-
Φαινοβαρβιτάλη (χωρίς ριτοναβίρη)προσοχήΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση.
-
Αναστολείς της αντλίας πρωτονίων (χωρίς ριτοναβίρη)προσοχήΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση.
-
Βουπρενορφίνη (χωρίς ριτοναβίρη)προσοχήΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση.
-
Φαμοτιδίνη (χωρίς ριτοναβίρη)προσοχήΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση, αλλά εάν είναι απαραίτητη, χορηγείται αταζαναβίρη 2 ώρες μετά τη φαμοτιδίνη ή 12 ώρες πριν. Μέγιστη επιμέρους δόση 20mg, συνολική ημερήσια 40mg.
-
Απιξαμπάνη (χωρίς ριτοναβίρη)προσοχήΕνδέχεται να επηρεάσει τις συγκεντρώσεις της απιξαμπάνης.ΣύστασηΘα πρέπει να ληφθεί υπόψη η επίδραση στις συγκεντρώσεις.
-
Δαβιγατράνη (χωρίς ριτοναβίρη)προσοχήΕνδέχεται να επηρεάσει τις συγκεντρώσεις της δαβιγατράνης.ΣύστασηΘα πρέπει να ληφθεί υπόψη η επίδραση στις συγκεντρώσεις.
-
Ριβαροξαμπάνη (χωρίς ριτοναβίρη)προσοχήΕνδέχεται να επηρεάσει τις συγκεντρώσεις της ριβαροξαμπάνης.ΣύστασηΘα πρέπει να ληφθεί υπόψη η επίδραση στις συγκεντρώσεις.
-
Βορικοναζόλη (χωρίς ριτοναβίρη)προσοχήΕνδέχεται να επηρεάσει τις συγκεντρώσεις της αταζαναβίρης.ΣύστασηΘα πρέπει να ληφθεί υπόψη η επίδραση στις συγκεντρώσεις.
-
Φλουτικαζόνη (χωρίς ριτοναβίρη)προσοχήΕνδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της φλουτικαζόνης.ΣύστασηΘα πρέπει να ληφθεί υπόψη η επίδραση στις συγκεντρώσεις.
-
Από στόματος αντισυλληπτικά (χωρίς ριτοναβίρη)προσοχήΣύστασηΤο από στόματος αντισυλληπτικό συνιστάται να μην περιέχει περισσότερα από 30 µg αιθινυλοιστραδιόλης.
-
Λαμοτριγίνη (χωρίς ριτοναβίρη)ασφαλέςΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης της λαμοτριγίνης.
sick
SPC-REYATAZ
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Υπερευαισθησία
- Μειωμένο σωματικό βάρος
- Αύξηση βάρους
- Ανορεξία
- Αυξημένη όρεξη
- Κατάθλιψη
- Αποπροσανατολισμός
- Άγχος
- Αϋπνία
- Διαταραχή ύπνου
- Ανώμαλα όνειρα
- Κεφαλαλγία
- Περιφερική νευροπάθεια
- Συγκοπή
- Αμνησία
- Ζάλη
- Υπνηλία
- Δυσγευσία
- Διαταραχή βάδισης
- Ίκτερος των οφθαλμών
- Πολύμορφη ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου
- Παράταση QTca
- Ασυμπτωματικοί πρώτου βαθμού κολποκοιλιακοί αποκλεισμοί
- Δευτέρου βαθμού κολποκοιλιακοί αποκλεισμοί
- Οίδημα
- Κόπωση
- Θωρακικό άλγος
- Αίσθημα κακουχίας
- Πυρεξία
- Εξασθένηση
- Αίσθημα παλμών
- Υπέρταση
- Αγγειοδιαστολή
- Δύσπνοια
- Ναυτία
- Διάρροια
- Έμετος
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσπεψία
- Παγκρεατίτιδα
- Γαστρίτιδα
- Διάταση κοιλίας
- Αφθώδης στοματίτιδα
- Μετεωρισμός
- Ξηροστομία
- Ίκτερος
- Ηπατίτιδα
- Χολολιθίαση
- Χολόσταση
- Χολοκυστίτιδα
- Ηπατοσπληνομεγαλία
- Εξάνθημα
- Πολύμορφο ερύθημα
- Τοξικό εξάνθημα
- Αγγειοοίδημα
- Κνίδωση
- Αλωπεκία
- Κνησμός
- Έκζεμα
- Εξάνθημα φαρμάκου με ηωσινοφιλία και σύνδρομο συστηματικών συμπτωμάτων (DRESS)
- Σύνδρομο StevensJohnson
- Φλυκταινοπομφολυγώδες εξάνθημα
- Μυϊκή ατροφία
- Αρθραλγία
- Μυαλγία
- Μυοπάθεια
- Νεφρολιθίαση
- Αιματουρία
- Πρωτεϊνουρία
- Συχνουρία
- Διάμεση νεφρίτιδα
- Άλγος νεφρού
- Χρόνια νεφρική νόσος
- Γυναικομαστία
- Αύξηση της ολικής χολερυθρίνης
- Αύξηση κινάσης της κρεατίνης
- Αύξηση αμινοτρανσφεράσης της αλανίνης/γλουταμική-πυροσταφυλική τρανσαμινάση ορού (ALT/SGPT)
- Χαμηλά ουδετερόφιλα
- Αύξηση ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης/γλουταμική-οξαλοξική αμινοτρανσφεράση ορού (AST/SGOT)
- Αύξηση αμυλάσης (παιδιατρικοί ασθενείς)
- Αύξηση λιπάσης
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΊκτεροςΉπαρ
-
Πολύ συχνέςΑύξηση της ολικής χολερυθρίνηςΕργαστηριακές ανωμαλίες
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΊκτερος των οφθαλμώνΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑύξηση αμινοτρανσφεράσης της αλανίνης/γλουταμική-πυροσταφυλική τρανσαμινάση ορού (ALT/SGPT)Εργαστηριακές ανωμαλίες
-
ΣυχνέςΑύξηση ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης/γλουταμική-οξαλοξική αμινοτρανσφεράση ορού (AST/SGOT)Εργαστηριακές ανωμαλίες
-
ΣυχνέςΑύξηση κινάσης της κρεατίνηςΕργαστηριακές ανωμαλίες
-
ΣυχνέςΑύξηση λιπάσηςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΧαμηλά ουδετερόφιλαΕργαστηριακές ανωμαλίες
-
Όχι συχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
Όχι συχνέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑιματουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑμνησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑνώμαλα όνειραΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑποπροσανατολισμόςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑφθώδης στοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑύξηση βάρουςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΓαστρίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΔιάμεση νεφρίτιδαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΔιάταση κοιλίαςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή ύπνουΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕξάνθημα φαρμάκου με ηωσινοφιλία και σύνδρομο συστηματικών συμπτωμάτων (DRESS)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΕξασθένησηΓενικές
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΜειωμένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκή ατροφίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΝεφρολιθίασηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠολύμορφη ταχυκαρδία δίκην ριπιδίουΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΠρωτεϊνουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
Όχι συχνέςΣυγκοπήΝευρικό
-
Όχι συχνέςΣυχνουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΤοξικό εξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΧολολιθίασηΉπαρ
-
Όχι συχνέςΧολόστασηΉπαρ
-
Όχι συχνέςΧρόνια νεφρική νόσοςΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣπάνιεςΆλγος νεφρούΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΈκζεμαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΑγγειοδιαστολήΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΔιαταραχή βάδισηςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΗπατοσπληνομεγαλίαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣπάνιεςΜυοπάθειαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΟίδημαΓενικές
-
ΣπάνιεςΠαράταση QTcaΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο StevensJohnsonΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΦλυκταινοπομφολυγώδες εξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΧολοκυστίτιδαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΑσυμπτωματικοί πρώτου βαθμού κολποκοιλιακοί αποκλεισμοίΚαρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΑύξηση αμυλάσης (παιδιατρικοί ασθενείς)Εργαστηριακές ανωμαλίες
-
Μη γνωστέςΔευτέρου βαθμού κολποκοιλιακοί αποκλεισμοίΚαρδιακές διαταταραχές
pregnant_woman
SPC-REYATAZ
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΗ χρήση του REYATAZ με ριτοναβίρη θα μπορούσε να αποφασισθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μόνο εάν τα πιθανά οφέλη δικαιολογούν τους πιθανούς κινδύνους. Υπερχολερυθριναιμία 3-4 βαθμού παρατηρήθηκε σε 30% των γυναικών με 300/100 mg και 62% με 400/100 mg. Δεν είναι γνωστό κατά πόσο η χορήγηση REYATAZ με ριτοναβίρη στη μητέρα κατά τη διάρκεια της κύησης θα επιδεινώσει τη φυσιολογική υπερχολερυθριναιμία και θα οδηγήσει σε πυρηνικό ίκτερο των νεογνών και των βρεφών. Κατά την προ του τοκετού περίοδο, θα πρέπει να εξετάζεται επιπλέον παρακολούθηση.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΗ αταζαναβίρη έχει ανιχνευθεί στο ανθρώπινο γάλα. Συνιστάται στις γυναίκες με λοίμωξη HIV να μη θηλάζουν για να αποφύγουν τη μετάδοση του HIV.
-
ΓονιμότηταΔεν επηρεάζειΣε μη κλινική μελέτη σε αρουραίους, η αταζαναβίρη τροποποίησε τον οιστρικό κύκλο χωρίς επίδραση στο ζευγάρωμα και στη γονιμότητα.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-REYATAZ
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-REYATAZ
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Νεφρική λειτουργία | water_dropΝεφρική λειτουργία | Τακτική | — |
| Ηπατική λειτουργία | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | Σύμφωνα με την καθιερωμένη πρακτική | Προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία (χρόνια ενεργός ηπατίτιδα) |
| Γλυκόζη αίματος | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | — | Κατά τη διάρκεια αντιρετροϊκής θεραπείας |
| Λιπιδαιμικό προφίλ | monitoringΛιπιδαιμικός έλεγχος | — | Κατά τη διάρκεια αντιρετροϊκής θεραπείας |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Δερματολογικός έλεγχος | dermatologyΔερματολογικός έλεγχος | Στενά | Λήψη REYATAZ |
| Κλινική παρακολούθηση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | — | Συγχορήγηση αταζαναβίρης/ριτοναβίρης με εφαβιρένζη και αύξηση δόσης ριτοναβίρης |
| Στενή | Συγχορήγηση REYATAZ με αναστολέα αντλίας πρωτονίων |
ΗΚΓ / Καρδιολογικός έλεγχος
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Καρδιακός έλεγχος | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | — | Παιδιατρικοί ασθενείς με κλινικά ευρήματα (π.χ. βραδυκαρδία) |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-REYATAZ
expand_more
Δοσολογία
Η θεραπεία θα πρέπει να αρχίζει από ένα γιατρό έμπειρο στη διαχείριση της λοίμωξης HIV.
Δοσολογία
Ενήλικες
Η συνιστώμενη δόση των καψακίων REYATAZ είναι 300 mg λαμβανομένων μαζί με ριτοναβίρη 100 mg εφάπαξ ημερησίως και μαζί με τροφή. Η ριτοναβίρη χρησιμοποιείται ως ενισχυτικός παράγων της φαρμακοκινητικής της αταζαναβίρης (βλ. Αλληλεπιδράσεις και Φαρμακοδυναμικές). (Βλέπε επίσης Ειδικές προειδοποιήσεις Απόσυρση της ριτοναβίρης μόνο κάτω από αυστηρές προϋποθέσεις)
Παιδιατρικοί ασθενείς (ηλικίας όχι λιγότερο από 6 ετών έως 18 ετών και βάρος τουλάχιστον 15 kg)
Η δόση των καψακίων αταζαναβίρης για παιδιατρικούς ασθενείς βασίζεται στο σωματικό βάρος όπως ενδείκνυται στον Πίνακα 1 και δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τη συνιστώμενη δόση ενηλίκων. Τα καψάκια REYATAZ πρέπει να λαμβάνονται με τροφή.
Πίνακας 1: Δόση για παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας 6 ετών έως μικρότερης των 18 ετών και βάρος τουλάχιστον 15 kg) για καψάκια REYATAZ με ριτοναβίρη
| Βάρος Σώματος (kg) | REYATAZ δόση εφάπαξ ημερησίως | ριτοναβίρη δόση εφάπαξ ημερησίως |
|---|---|---|
| 15 έως κάτω από 35 | 200 mg | 100 mg |
| τουλάχιστον 35 | 300 mg | 100 mg |
αΤα καψάκια ριτοναβίρης, δισκία ή πόσιμο διάλυμα.
Παιδιατρικοί ασθενείς (ηλικίας τουλάχιστον 3 μηνών που ζυγίζουν τουλάχιστον 5 kg): Το REYATAZ διατίθεται σε μορφή πόσιμης κόνεως για παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας τουλάχιστον 3 μηνών που ζυγίζουν τουλάχιστον 5 kg (ανατρέξτε στην Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος για την πόσιμη κόνις REYATAZ). Eνθαρρύνεται η μεταπήδηση σε καψάκια REYATAZ από REYATAZ πόσιμη κόνις αμέσως μόλις οι ασθενείς έχουν τη δυνατότητα με συνέπεια να καταπίνουν τα καψάκια. Κατά τη μεταπήδηση από τη μία σύνθεση στην άλλη, ενδέχεται να χρειαστεί αλλαγή της δόσης. Συμβουλευτείτε το δοσολογικό πίνακα για τη συγκεκριμένη σύνθεση (ανατρέξτε στην Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος για την πόσιμη κόνι REYATAZ).
Ειδικοί πληθυσμοί
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας. Το REYATAZ με ριτοναβίρη δε συνιστάται σε ασθενείς που υπόκεινται σε αιμοδιύλιση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
Ηπατική δυσλειτουργία
Το REYATAZ μαζί με ριτοναβίρη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Το REYATAZ μαζί με ριτοναβίρη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ελαφρά έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Το REYATAZ μαζί με ριτοναβίρη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με μέτρια έως βαριά ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Αντενδείξεις, Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
Σε περίπτωση απόσυρσης της ριτοναβίρης από το αρχικό συνιστώμενο, ενισχυμένο με ριτοναβίρη σχήμα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), το μη ενισχυμένο REYATAZ μπορεί να συνεχιστεί σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία στη δόση των 400 mg, και σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία με μείωση της δόσης στα 300 mg άπαξ ημερησίως με τροφή (βλ. Φαρμακοκινητικές). Το μη ενισχυμένο REYATAZ δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
Κύηση και Λοχεία
Κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου της εγκυμοσύνης:
Το REYATAZ 300 mg μαζί με ριτοναβίρη 100 mg μπορεί να μην παρέχει επαρκή έκθεση στην αταζαναβίρη, ιδιαίτερα αν η δραστικότητα της αταζαναβίρης ή ολόκληρου του σχήματος μπορεί να κατασταθεί λόγω ανοχής στο φάρμακο. Καθώς υπάρχουν περιορισμένα διαθέσιμα δεδομένα και λόγω της διακύμανσης μεταξύ των ασθενών κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο Παρακολούθησης της Θεραπευτικής Αγωγής (ΠΘΑ) για να διασφαλιστεί η επαρκής έκθεση.
Ο κίνδυνος μιας επιπλέον μείωσης της έκθεσης στην αταζαναβίρη αναμένεται όταν η αταζαναβίρη χορηγείται με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι μειώνουν την έκθεση της (π.χ., τενοφοβίρη δισοπροξίλη ή ανταγωνιστές υποδοχέων Η2).
- Εάν απαιτείται τενοφοβίρη δισοπροξίλη ή ένας ανταγωνιστής υποδοχέων Η2, μπορεί να εξετασθεί με ΠΘΑ μια αύξηση της δόσης σε REYATAZ 400 mg με ριτοναβίρη 100 mg (βλ. Κύηση και γαλουχία και Φαρμακοκινητικές).
- Δεν συνιστάται να χρησιμοποιείται το REYATAZ με ριτοναβίρη σε εγκύους ασθενείς οι οποίες λαμβάνουν ταυτόχρονα τενοφοβίρη δισοπροξίλη και ένα ανταγωνιστή υποδοχέων Η2.
(Βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις Απόσυρση της ριτοναβίρης μόνο κάτω από αυστηρές προϋποθέσεις).
Κατά τη διάρκεια της λοχείας:
Μετά την πιθανή μείωση της έκθεσης στην αταζαναβίρη κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου, οι εκθέσεις σε αταζαναβίρη μπορεί να αυξηθούν κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων μηνών μετά τον τοκετό (βλ. Φαρμακοκινητικές). Συνεπώς, ασθενείς στην περίοδο λοχείας θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για ανεπιθύμητες ενέργειες.
- Κατά τη διάρκεια αυτού του διαστήματος, οι ασθενείς σε λοχεία θα πρέπει να ακολουθούν την ίδια σύσταση δοσολογίας όπως και οι μη εγκυμονούσες ασθενείς, συμπεριλαμβανομένων και αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων για συγχορήγηση που είναι γνωστό ότι επηρεάζουν την έκθεση στην αταζαναβίρη (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Παιδιατρικοί ασθενείς (ηλικίας μικρότερης των 3 μηνών)
Το REYATAZ δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά ηλικίας μικρότερης των 3 μηνών για λόγους ασφαλείας, ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψη τον πιθανό κίνδυνο για πυρηνικό ίκτερο.
Τρόπος χορήγησης:
Για χρήση από στόματος. Τα καψάκια θα πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα.
block
Αντενδείξεις
SPC-REYATAZ
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- REYATAZ σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια (βλ. Δοσολογία, Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
- REYATAZ μαζί με ριτοναβίρη σε ασθενείς με μέτρια ηπατική ανεπάρκεια (βλ. Δοσολογία, Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
- Συγχορήγηση με σιμβαστατίνη ή λοβαστατίνη (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
- Συνδυασμός με ριφαμπικίνη (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
- Συνδυασμός με τον αναστολέα PDE5 σιλδεναφίλη όταν χρησιμοποιείται μόνο για τη θεραπεία της πνευμονικής αρτηριακής υπέρτασης (PAH) (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
- Συγχορήγηση με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι υποστρώματα του ισόμορφου CYP3A4 του κυτοχρώματος P450 και έχουν στενά θεραπευτικά παράθυρα (π.χ., κουετιαπίνη, λουρασιδόνη, αλφουζοσίνη, αστεμιζόλη, τερφεναδίνη, σισαπρίδη, πιμοζίδη, κινιδίνη, μπεπριδίλη, τριαζολάμη, μιδαζολάμη χορηγούμενη από στόματος, λομιταπίδη και αλκαλοειδή της ερυσιβώδους ολύρας, συγκεκριμένα εργοταμίνη, διυδροεργοταμίνη, εργονοβίνη, μεθυλεργονοβίνη) (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
- Συγχορήγηση με προϊόντα που περιέχουν grazoprevir, συμπεριλαμβανομένου του συνδυασμού elbasvir/grazoprevir σταθερής δόσης (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
- Συγχορήγηση με τον συνδυασμό glecaprevir/pibrentasvir σταθερής δόσης (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
- Συγχορήγηση με προϊόντα που περιέχουν βότανο St. John´s (Hypericum perforatum) (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-REYATAZ
expand_more
Προειδοποιήσεις
Γενικές προειδοποιήσεις
Μετάδοση HIV Αν και η αποτελεσματική ιολογική καταστολή με αντιρετροϊκή θεραπεία έχει αποδειχθεί ότι μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο μετάδοσης του ιού με σεξουαλική επαφή, δεν μπορεί να αποκλειστεί υπολειπόμενος κίνδυνος. Θα πρέπει να λαμβάνονται προφυλάξεις για την αποφυγή της μετάδοσης σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες.
Υψηλότερες δόσεις ριτοναβίρης Η συγχορήγηση του REYATAZ με ριτοναβίρη σε δόσεις μεγαλύτερες των 100 mg εφάπαξ ημερησίως δεν έχει αξιολογηθεί κλινικά. Η χρήση υψηλότερων δόσεων ριτοναβίρης μπορεί να αλλοιώσει το προφίλ ασφαλείας της αταζαναβίρης (επιδράσεις στην καρδιά, υπερχολερυθριναιμία) και επομένως δεν συνιστάται. Μόνο όταν η αταζαναβίρη με τη ριτοναβίρη συγχορηγούνται με την εφαβιρένζη, μια αύξηση δόσης της ριτοναβίρης στα 200 mg ημερησίως θα μπορούσε να εξετασθεί. Σε αυτή την περίπτωση, απαιτείται στενή κλινική παρακολούθηση (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Ασθενείς με συνυπάρχουσες παθήσεις
Ηπατική δυσλειτουργία Η αταζαναβίρη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ και σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία παρατηρήθηκαν αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (βλ. Δοσολογία και Αντενδείξεις). Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του REYATAZ δεν έχουν αποδειχθεί σε ασθενείς με σημαντικές υποκείμενες ηπατικές διαταραχές. Οι ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β ή C στους οποίους χορηγείται αντιρετροϊκή θεραπεία συνδυασμού βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο σοβαρών και δυνητικά θανατηφόρων ηπατικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Σε περίπτωση ταυτόχρονης αντι-ιικής θεραπείας για ηπατίτιδα Β ή C, παρακαλούμε να προσφύγετε επίσης και στη σχετική Περίληψη Χαρακτηριστικών του Προϊόντος αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι ασθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία, περιλαμβανομένης της χρόνιας ενεργού ηπατίτιδας, εμφανίζουν αυξημένη συχνότητα ανωμαλιών στην ηπατική λειτουργία κατά τη διάρκεια αντιρετροϊκής θεραπείας συνδυασμού και θα πρέπει να παρακολουθούνται σύμφωνα με την καθιερωμένη πρακτική. Εάν υπάρχει ένδειξη επιδείνωσης της ηπατικής νόσου στους ασθενείς αυτούς, θα πρέπει να εξετάζεται η αναστολή ή διακοπή της θεραπείας.
Νεφρική δυσλειτουργία Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Ωστόσο, το REYATAZ δε συνιστάται σε ασθενείς που υπόκεινται σε αιμοδιύλιση (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).
Παράταση του διαστήματος QT Έχουν παρατηρηθεί σε κλινικές μελέτες ασυμπτωματικές παρατάσεις του διαστήματος PR με το REYATAZ σχετιζόμενες με τη δόση. Θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή τα φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι προκαλούν παράταση του διαστήματος PR. Στους ασθενείς με προϋπάρχοντα προβλήματα αγωγιμότητας (δευτέρου βαθμού ή υψηλότερου κολποκοιλιακός ή σύνθετος σκελικός αποκλεισμός), το REYATAZ θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή και μόνο όταν το όφελος υπερβαίνει τον κίνδυνο (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί όταν συνταγογραφείται το REYATAZ σε συνδυασμό με φαρμακευτικά προϊόντα που έχουν τη δυνατότητα να επιμηκύνουν το διάστημα QT και/ή σε ασθενείς με προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου (βραδυκαρδία, συγγενές παρατεταμένο QT, ηλεκτρολυτικές διαταραχές (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες και Προκλινικά δεδομένα).
Αιμορροφιλικοί ασθενείς Σε αιμορροφιλικούς ασθενείς τύπου Α και Β υποβαλλόμενους σε θεραπεία με αναστολείς της πρωτεάσης, έχουν γίνει αναφορές για αυξημένη αιμορραγική διάθεση, περιλαμβανομένων αυτόματων δερματικών αιματωμάτων και αιμάρθρων. Σε ορισμένους ασθενείς χορηγήθηκε πρόσθετος παράγοντας VIII. Σε περισσότερες από τις μισές περιπτώσεις που αναφέρθηκαν, η θεραπεία με αναστολείς της πρωτεάσης συνεχίστηκε ή άρχισε εκ νέου, αν είχε διακοπεί. Έχει υποστηριχθεί ότι υπάρχει αιτιολογική σχέση, αν και ο μηχανισμός της δράσης δεν έχει διευκρινιστεί. Συνεπώς, οι αιμορροφιλικοί ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για την πιθανότητα αυξημένης αιμορραγικής διάθεσης.
Βάρος και μεταβολικές παράμετροι Κατά τη διάρκεια της αντιρετροϊκής θεραπείας μπορεί να προκύψει μια αύξηση βάρους και στα επίπεδα των λιπιδίων και της γλυκόζης αίματος. Τέτοιες μεταβολές μπορεί εν μέρει να σχετίζονται με τον έλεγχο της νόσου και τον τρόπο ζωής. Για τα λιπίδια, υπάρχουν μερικές φορές στοιχεία για επίδραση της θεραπείας, ενώ για την αύξηση βάρους δεν υπάρχει ισχυρή ένδειξη που να την συσχετίζει με οποιαδήποτε συγκεκριμένη θεραπεία. Για την παρακολούθηση των λιπιδίων αίματος και της γλυκόζης γίνεται αναφορά στις καθορισμένες κατευθυντήριες οδηγίες για την θεραπεία HIV. Οι διαταραχές των λιπιδίων πρέπει να αντιμετωπίζονται με τον κατάλληλο κλινικό τρόπο. Στις κλινικές μελέτες, το REYATAZ (με ή χωρίς ριτοναβίρη) έχει αποδειχθεί ότι επάγει την δυσλιπιδαιμία σε μικρότερη έκταση από τις ουσίες με τις οποίες συγκρίθηκε.
Υπερχολερυθριναιμία Αναστρέψιμες αυξήσεις της έμμεσης (μη συζευγμένης) χολερυθρίνης σχετιζόμενης με την παρεμπόδιση της UDP-glucurinosyl transferase (UGT) συνέβησαν σε ασθενείς που ελάμβαναν REYATAZ (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι αυξήσεις των ηπατικών τρανσαμινασών που συμβαίνουν με αυξημένη χολερυθρίνη σε ασθενείς που λαμβάνουν REYATAZ θα πρέπει να αξιολογούνται για εναλλακτικές αιτιολογίες. Εναλλακτική αντιρετροϊκή θεραπεία για το REYATAZ μπορεί να εξετασθεί εάν ο ίκτερος ή ο ίκτερος του σκληρού χιτώνα του ματιού είναι μη αποδεκτός από έναν ασθενή. Η μείωση της δόσης της αταζαναβίρης δεν συνιστάται διότι μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια της θεραπευτικής δράσης και την ανάπτυξη ανθεκτικότητας. Η ινδιναβίρη σχετίζεται επίσης με έμμεση (μη συζευγμένη) υπερχολερυθριναιμία λόγω της παρεμπόδισης της UGT. Οι συνδυασμοί του REYATAZ και της ινδιναβίρης δεν έχουν μελετηθεί και η συγχορήγηση αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων δεν συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Απόσυρση της ριτοναβίρης μόνο κάτω από αυστηρές προϋποθέσεις Η συνιστώμενη καθιερωμένη θεραπεία είναι σχήμα REYATAZ ενισχυμένο με ριτοναβίρη, το οποίο διασφαλίζει βέλτιστες φαρμακοκινητικές παραμέτρους και επίπεδα ιολογικής καταστολής. Η απόσυρση της ριτοναβίρης από το ενισχυμένο σχήμα του REYATAZ δεν συνιστάται, αλλά μπορεί να εξεταστεί ως ενδεχόμενο σε ενήλικες ασθενείς στη δόση των 400 mg άπαξ ημερησίως με τροφή μόνο κάτω από τις ακόλουθες συνδυασμένες αυστηρές προϋποθέσεις:
- απουσία προηγούμενης ιολογικής αποτυχίας
- μη ανιχνεύσιμο ιικό φορτίο κατά τη διάρκεια των τελευταίων 6 μηνών λήψης του τρέχοντος σχήματος
- ιικά στελέχη τα οποία δεν υποκρύπτουν μεταλλάξεις που σχετίζονται με αντοχή (RAM) του HIV στο τρέχον σχήμα. Δεν πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης του REYATAZ χωρίς ριτοναβίρη σε ασθενείς που λαμβάνουν βασικό σχήμα που περιέχει τενοφοβίρη δισοπροξίλη, καθώς και με άλλες συγχορηγούμενες φαρμακευτικές αγωγές οι οποίες μειώνουν τη βιοδιαθεσιμότητα της αταζαναβίρης (βλ. Αλληλεπιδράσεις) ή σε περίπτωση που γίνει αντιληπτή προβληματική συμμόρφωση. Δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σχήμα REYATAZ χωρίς ριτοναβίρη σε έγκυες ασθενείς δεδομένου ότι μπορεί να οδηγήσει σε ιδιαίτερα ανησυχητική υποβέλτιστη έκθεση για τη λοίμωξη της μητέρας και σε κάθετη μετάδοση.
Χολολιθίαση Έχει αναφερθεί χολολιθίαση σε ασθενείς που λαμβάνουν REYATAZ (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Μερικοί ασθενείς χρειάσθηκαν νοσηλεία για επιπλέον θεραπευτική αντιμετώπιση και κάποιοι είχαν επιπλοκές. Εάν εμφανισθούν σημεία ή συμπτώματα χολολιθίασης, μπορεί να εξετασθεί η περίπτωση προσωρινής διακοπής ή μη συνέχισης της θεραπείας.
Χρόνια νεφρική νόσος Χρόνια νεφρική νόσος σε ασθενείς με λοίμωξη HIV που έχουν υποβληθεί σε θεραπεία με αταζαναβίρη, με ή χωρίς ριτοναβίρη, έχει αναφερθεί κατά τα διάρκεια της παρακολούθησης μετά την κυκλοφορία. Μια μεγάλη προοπτική μελέτη παρατήρησης έδειξε μία συσχέτιση μεταξύ της αυξημένης συχνότητας χρόνιας νεφρικής νόσου και της συσσωρευτικής έκθεσης σε αγωγή με αταζαναβίρη/ριτοναβίρη σε ασθενείς με λοίμωξη HIV με αρχικά φυσιολογικό eGFR. Αυτή η συσχέτιση παρατηρήθηκε ανεξάρτητα από την έκθεση σε τενοφοβίρη δισοπροξίλη. Τακτική παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας των ασθενών πρέπει να διατηρείται σε όλη τη διάρκεια της θεραπείας (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Νεφρολιθίαση Έχει αναφερθεί νεφρολιθίαση σε ασθενείς που λαμβάνουν REYATAZ (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Μερικοί ασθενείς χρειάσθηκαν νοσηλεία για επιπλέον θεραπευτική αντιμετώπιση και κάποιοι είχαν επιπλοκές. Σε μερικές περιπτώσεις, η νεφρολιθίαση έχει συσχετισθεί με οξεία νεφρική ανεπάρκεια ή έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας. Εάν εμφανισθούν σημεία ή συμπτώματα νεφρολιθίασης, μπορεί να εξετασθεί η περίπτωση προσωρινής διακοπής ή μη συνέχισης της θεραπείας.
Σύνδρομο Επανενεργοποίησης του Ανοσοποιητικού Συστήματος Σε HIV οροθετικούς ασθενείς με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια ενδέχεται να εμφανιστεί, κατά την έναρξη της συνδυασμένης αντιρετροϊκής αγωγής (CART), μία φλεγμονώδης αντίδραση σε ασυμπτωματικά ή υπολειμματικά ευκαιριακά παθογόνα και να προκληθούν σοβαρές κλινικές καταστάσεις ή επιδείνωση των συμπτωμάτων. Τέτοιες αντιδράσεις έχουν τυπικά παρουσιαστεί εντός των πρώτων εβδομάδων ή μηνών από την έναρξη της CART. Σχετικά παραδείγματα είναι η αμφιβληστροειδίτιδα από κυτταρομεγαλοϊό, γενικευμένες και/ή εστιακές λοιμώξεις από μυκοβακτηρίδια και πνευμονία οφειλόμενη σε Pneumocystis jirovecii. Θα πρέπει να εκτιμώνται οποιαδήποτε φλεγμονώδη συμπτώματα και να ορίζεται θεραπεία όταν απαιτείται. Αυτοάνοσες διαταραχές (όπως η νόσος του Graves και η αυτοάνοση ηπατίτιδα) έχουν επίσης αναφερθεί ότι εμφανίζονται στο πλαίσιο της επανενεργοποίησης του ανοσοποιητικού συστήματος. Ωστόσο, ο αναφερόμενος χρόνος έως την έναρξη είναι περισσότερο μεταβλητός και αυτά τα συμβάντα μπορεί να εμφανιστούν πολλούς μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας.
Οστεονέκρωση Αναφέρθηκαν περιπτώσεις οστεονέκρωσης κυρίως σε ασθενείς με προχωρημένη λοίμωξη HIV και/ή μακράς διάρκειας έκθεση σε συνδυασμό αντιρετροϊκής θεραπείας (CART), αν και η αιτιολογία θεωρείται πολυπαραγοντική (συμπεριλαμβάνονται η χρήση κορτικοστεροειδών, η κατανάλωση αλκοόλ, η σοβαρή ανοσοκαταστολή, ο υψηλότερος δείκτης μάζας σώματος). Οι ασθενείς θα πρέπει να ζητούν ιατρική συμβουλή εάν παρουσιάζουν ενοχλήσεις και άλγος στις αρθρώσεις, δυσκαμψία άρθρωσης ή δυσκολία στην κίνηση.
Εξάνθημα και σχετιζόμενα σύνδρομα Τα εξανθήματα είναι συνήθως ήπια -έως-μέτρια κηλιδοβλατιδώδη δερματικά εξανθήματα που εμφανίζονται μέσα στις 3 πρώτες εβδομάδες από την έναρξη θεραπείας με REYATAZ. Σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS), πολύμορφο ερύθημα, τοξικό δερματικό εξάνθημα και εξάνθημα φαρμάκου με ηωσινοφιλία και σύνδρομο συστηματικών συμπτωμάτων (DRESS) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία REYATAZ. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τα σημάδια και τα συμπτώματα και να παρακολουθούνται στενά για δερματικές αντιδράσεις. Το REYATAZ θα πρέπει να διακόπτεται εάν αναπτυχθεί σοβαρό εξάνθημα. Τα καλύτερα αποτελέσματα στον έλεγχο αυτών των ενεργειών προέρχονται από την έγκαιρη διάγνωση και την άμεση διακοπή οποιωνδήποτε υπόπτων φαρμάκων. Εάν ο ασθενής έχει αναπτύξει SJS ή DRESS σχετιζόμενα με τη χρήση του REYATAZ, δεν θα πρέπει να ξαναρχίσει το REYATAZ.
Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα
- Ο συνδυασμός του REYATAZ με ατορβαστατίνη δεν συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
- Δεν συνιστάται η συγχορήγηση του REYATAZ με νεβιραπίνη ή εφαβιρένζη (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
- Εφόσον απαιτείται η συγχορήγηση του REYATAZ με έναν NNRTI (π.χ. εφαβιρένζη), θα μπορούσε να εξετασθεί η περίπτωση αύξησης της δόσης τόσο του REYATAZ όσο και της ριτοναβίρης σε 400 mg και 200 mg, αντιστοίχως, σε συνδυασμό με εφαβιρένζη, υπό στενή κλινική παρακολούθηση.
- Η αταζαναβίρη μεταβολίζεται κυρίως από το CYP3A4. Η συγχορήγηση του REYATAZ με φαρμακευτικά προϊόντα που επάγουν το CYP3A4 δεν συνιστάται (βλ. Αντενδείξεις και Αλληλεπιδράσεις).
- Οι αναστολείς PDE5 χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας: ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δίνεται όταν συνταγογραφούνται PDE5 αναστολείς (σιλδεναφίλη, ταδαλαφίλη, ή βαρδεναφίλη) για τη θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας σε ασθενείς που λαμβάνουν REYATAZ. Η συγχορήγηση του REYATAZ με αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα αναμένεται να αυξήσει σημαντικά τις συγκεντρώσεις τους και μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με PDE5 όπως υπόταση, οπτικές μεταβολές και πριαπισμός (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
- Η συγχορήγηση βορικοναζόλης και REYATAZ με ριτοναβίρη δε συνιστάται, εκτός εάν η αξιολόγηση οφέλους/κινδύνου δικαιολογεί τη χρήση βορικοναζόλης. Στη πλειοψηφία των ασθενών, αναμένεται μια μείωση στις εκθέσεις τόσο σε βορικοναζόλη όσο και σε αταζαναβίρη. Αναμένεται σημαντική αύξηση στις εκθέσεις σε βορικοναζόλη σε μικρό αριθμό ασθενών που δεν έχουν λειτουργικό αλλήλιο CYP2C19 (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
- Δεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση REYATAZ/ριτοναβίρης και φλουτικαζόνης ή άλλων γλυκοκορτικοειδών τα οποία μεταβολίζονται από το CYP3A4, εκτός εάν το ενδεχόμενο όφελος από την αγωγή υπερτερεί του κινδύνου εμφάνισης συστηματικών εκδηλώσεων από τα κορτικοστεροειδή, συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Cushing και της καταστολής των επινεφριδίων (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
- Η ταυτόχρονη χρήση της σαλμετερόλης και REYATAZ μπορεί να προκαλέσει αυξημένες καρδιαγγειακές ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με τη σαλμετερόλη. Η συγχορήγηση σαλμετερόλης και REYATAZ δεν συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
- Η απορρόφηση της αταζαναβίρης μπορεί να μειωθεί σε καταστάσεις όπου το γαστρικό pH αυξάνεται ανεξαρτήτως αιτίας.
- Δεν συνιστάται η συγχορήγηση του REYATAZ με αναστολείς της αντλίας πρωτονίων (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Εφόσον κριθεί ότι ο συνδυασμός του REYATAZ με αναστολέα της αντλίας πρωτονίων είναι αναπόφευκτος, συνιστάται στενή κλινική παρακολούθηση σε συνδυασμό με αύξηση της δόσης του REYATAZ σε 400 mg με 100 mg ριτοναβίρης˙ δεν πρέπει να υπερβαίνονται δόσεις αναστολέων της αντλίας πρωτονίων συγκρίσιμες με 20 mg ομεπραζόλης.
- Συγχορήγηση REYATAZ και άλλων ορμονικών αντισυλληπτικών ή από στόματος αντισυλληπτικών που περιέχουν προγεσταγόνα άλλα από τη νοργεστιμάτη ή τη νορεθινδρόνη δεν έχει μελετηθεί, και συνεπώς πρέπει να αποφεύγεται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ασφάλεια Ασυμπτωματική παράταση του διαστήματος PR ήταν συχνότερη σε παιδιατρικούς ασθενείς από ότι σε ενηλίκους. Ο ασυμπτωματικός πρώτου και δευτέρου βαθμού αποκλεισμός AV αναφέρθηκε στους παιδιατρικούς ασθενείς (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή τα φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι προκαλούν παράταση του διαστήματος PR. Σε παιδιατρικούς ασθενείς με προϋπάρχοντα προβλήματα αγωγιμότητας (δευτέρου βαθμού ή υψηλότερου κολποκοιλιακός αποκλεισμός ή σύνθετος σκελικός αποκλεισμός), το REYATAZ πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή και μόνο εάν τα οφέλη υπερτερούν του κινδύνου.
Αποτελεσματικότητα Η αταζαναβίρη/ριτοναβίρη δεν είναι αποτελεσματική σε ιικά στελέχη που περιλαμβάνουν πολλαπλές μεταλλάξεις αντίστασης.
Έκδοχα
Λακτόζη Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στην γαλακτόζη, ανεπάρκεια λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης, δεν θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-REYATAZ
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Όταν το REYATAZ και η ριτοναβίρη συγχορηγούνται, το μεταβολικό προφίλ αλληλεπίδρασης με φάρμακα για τη ριτοναβίρη μπορεί να επικρατήσει διότι η ριτοναβίρη είναι πιο δραστικός αποκλειστής του CYP3A4 από την αταζαναβίρη. Θα πρέπει να συμβουλευθείτε την Περίληψη Χαρακτηριστικών του Προϊόντος για τη ριτοναβίρη πριν από την έναρξη της θεραπείας με REYATAZ και ριτοναβίρη.
Η αταζαναβίρη μεταβολίζεται στο ήπαρ από το CYP3A4. Αναστέλλει τη λειτουργία του CYP3A4. Ως εκ τούτου τo REYATAZ αντενδείκνυται με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι υποστρώματα του CYP3A4 και έχουν στενό θεραπευτικό δείκτη: κουετιαπίνη, λουρασιδόνη, αλφουζοσίνη, αστεμιζόλη, τερφεναδίνη, σισαπρίδη, πιμοζίδη, κινιδίνη, μπεπριδίλη, τριαζολάμη, από στόματος χορηγούμενη μιδαζολάμη, λομιταπίδη και αλκαλοειδή της ερυσιβώδους ολύρας, συγκεκριμένα εργοταμίνη, διυδροεργοταμίνη (βλ. Αντενδείξεις).
Η συγχορήγηση του REYATAZ με προϊόντα που περιέχουν grazoprevir, συμπεριλαμβανομένου του συνδυασμού elbasvir/grazoprevir σταθερής δόσης αντενδείκνυται λόγω της αύξησης των συγκεντρώσεων του grazoprevir και του elbasvir στο πλάσμα και του δυνητικού κινδύνου αύξησης της ALT που σχετίζεται με τις αυξημένες συγκεντρώσεις του grazoprevir (βλ. Αντενδείξεις). Η συγχορήγηση του REYATAZ με τον συνδυασμό glecaprevir/pibrentasvir σταθερής δόσης αντενδείκνυται εξαιτίας του δυνητικού κινδύνου αύξησης της ALT λόγω της σημαντικής αύξησης των συγκεντρώσεων του glecaprevir και του pibrentasvir στο πλάσμα (βλ. Αντενδείξεις).
Άλλες αλληλεπιδράσεις
Οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ αταζαναβίρης και άλλων φαρμάκων περιλαμβάνονται στον παρακάτω πίνακα (η αύξηση σημειώνεται ως “↑”, η μείωση ως “↓” και η απουσία μεταβολής ως “↔”). Εάν υπάρχουν, τα διαστήματα εμπιστοσύνης 90% (CI) εμφανίζονται σε παρενθέσεις. Οι μελέτες που παρουσιάζονται στον Πίνακα 2 διενεργήθηκαν σε υγιή άτομα εκτός αν αναφέρεται διαφορετικά. Είναι σημαντικό ότι πολλές από τις μελέτες διεξήχθησαν χωρίς ενίσχυση της αταζαναβίρης, που δεν είναι το συνιστώμενο θεραπευτικό της σχήμα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Εάν η απόσυρση της ριτοναβίρης είναι δικαιολογημένη για ιατρικούς λόγους υπό αυστηρές προϋποθέσεις (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στις αλληλεπιδράσεις της αταζαναβίρης, οι οποίες ενδέχεται να διαφέρουν επί απουσίας της ριτοναβίρης (βλ. πληροφορίες κάτω από τον Πίνακα 2).
Πίνακας 2: Αλληλεπιδράσεις μεταξύ του REYATAZ και άλλων φαρμακευτικών προϊόντων
| Φαρμακευτικά προϊόντα ανά θεραπευτική κατηγορία | Αλληλεπίδραση | Συστάσεις για τη συγχορήγηση |
|---|---|---|
| ΑΝΤΙ-HCV ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ | ||
| Grazoprevir 200 mg άπαξ ημερησίως (αταζαναβίρη 300 mg / ριτοναβίρη 100 mg άπαξ ημερησίως) | Αταζαναβίρη AUC ↑43% (↑30% ↑57%), Αταζαναβίρη Cmax ↑12% (↑1% ↑24%), Αταζαναβίρη Cmin ↑23% (↑13% ↑134%). Grazoprevir AUC: ↑958% (↑678% ↑1339%), Grazoprevir Cmax: ↑524% (↑342% ↑781%), Grazoprevir Cmin: ↑1064% (↑696% ↑1602%). Οι συγκεντρώσεις του grazoprevir αυξήθηκαν σημαντικά όταν συγχορηγήθηκε με αταζαναβίρη/ριτοναβίρη. | Η συγχορήγηση του REYATAZ και του elbasvir/grazoprevir αντενδείκνυται λόγω της σημαντικής αύξησης των συγκεντρώσεων του grazoprevir στο πλάσμα και μιας πιθανής σχετιζόμενης αύξησης του κινδύνου αύξησης της ALT (βλ. Αντενδείξεις). |
| Elbasvir 50 mg άπαξ ημερησίως (αταζαναβίρη 300 mg / ριτοναβίρη 100 mg εφάπαξ ημερησίως) | Αταζαναβίρη AUC ↑7% (↓2% ↑17%), Αταζαναβίρη Cmax ↑2% (↓4% ↑8%), Αταζαναβίρη Cmin ↑15% (↑2% ↑29%). Elbasvir AUC: ↑376% (↑307% ↑456%), Elbasvir Cmax: ↑315% (↑246% ↑397%), Elbasvir Cmin: ↑545% (↑451% ↑654%). Οι συγκεντρώσεις elbasvir αυξήθηκαν όταν συγχορηγήθηκε με αταζαναβίρη/ριτοναβίρη. | (Συστάσεις Grazoprevir/Elbasvir). |
| Sofosbuvir 400 mg / velpatasvir 100 mg /voxilaprevir 100 mg εφάπαξ δόση* (αταζαναβίρη 300 mg / ριτοναβίρη 100 mg άπαξ ημερησίως) | Sofosbuvir AUC: ↑40% (↑25% ↑57%), Sofosbuvir Cmax:↑29% (↑9% ↑52%). Velpatasvir AUC: ↑93% (↑58% ↑136%), Velpatasvir Cmax: ↑29% (↑7% ↑56%). Voxilaprevir AUC: ↑331% (↑276% ↑393%), Voxilaprevir Cmax: ↑342% (↑265% ↑435%). | Η συγχορήγηση του REYATAZ με προϊόντα που περιέχουν voxilaprevir αναμένεται να αυξήσει τη συγκέντρωση του voxilaprevir. Η συγχορήγηση του REYATAZ με σχήματα που περιέχουν voxilaprevir δεν συνιστάται. |
| *Έλλειψη ορίων φαρμακοκινητικής αλληλεπίδρασης 70-143% | Δεν έχει μελετηθεί η επίδραση στην έκθεση σε αταζαναβίρη και ριτοναβίρη. Αναμένεται: ↔ Αταζαναβίρη, ↔ Ριτοναβίρη. Ο μηχανισμός αλληλεπίδρασης μεταξύ του συνδυασμού REYATAZ/ριτοναβίρης και του συνδυασμού sofosbuvir/velpatasvir/voxilaprevir είναι η αναστολή των OATP1B, Pgp και CYP3A. | |
| Glecaprevir 300 mg / pibrentasvir 120 mg άπαξ ημερησίως (αταζαναβίρη 300 mg / ριτοναβίρη 100 mg άπαξ ημερησίως*) | Glecaprevir AUC: ↑553% (↑424% ↑714%), Glecaprevir Cmax: ↑306% (↑215% ↑423%), Glecaprevir Cmin: ↑1330% (↑885% ↑1970%). Pibrentasvir AUC: ↑64% (↑48% ↑82%), Pibrentasvir Cmax: ↑29% (↑15% ↑45%), Pibrentasvir Cmin: ↑129% (↑95% ↑168%). | Η συγχορήγηση του REYATAZ με τον συνδυασμό glecaprevir/pibrentasvir αντενδείκνυται εξαιτίας του δυνητικού κινδύνου αύξησης της ALT λόγω της σημαντικής αύξησης των συγκεντρώσεων του glecaprevir και του pibrentasvir στο πλάσμα (βλ. Αντενδείξεις). |
| * Έχει αναφερθεί επίδραση της αταζαναβίρης και της ριτοναβίρης στην πρώτη δόση του glecaprevir και του pibrentasvir. | ||
| ΑΝΤΙΡΕΤΡΟΪΚΑ | ||
| Αναστολείς πρωτεάσης: | Η συγχορήγηση του REYATAZ με ριτοναβίρη και άλλους αναστολείς της πρωτεάσης δεν έχει μελετηθεί αλλά αναμένεται να αυξήσει την έκθεση στους άλλους αναστολείς της πρωτεάσης. | Συνεπώς, τέτοια συγχορήγηση δεν συνιστάται. |
| Ριτοναβίρη 100 mg εφάπαξ ημερησίως (αταζαναβίρη 300 mg εφάπαξ ημερησίως) | Μελέτες που διεξήχθησαν σε ασθενείς με λοίμωξη HIV. Αταζαναβίρη AUC: ↑250% (↑144% ↑403%), Αταζαναβίρη Cmax: ↑120% (↑56% ↑211%), Αταζαναβίρη Cmin: ↑713% (↑359% ↑1339%)*. * Σε μία συνδυασμένη ανάλυση, ο συνδυασμός αταζαναβίρης 300 mg και ριτοναβίρης 100 mg (n=33) συγκρίθηκε με αταζαναβίρη 400 mg χωρίς ριτοναβίρη (n=28). Ο μηχανισμός αλληλεπίδρασης μεταξύ της αταζαναβίρης και της ριτοναβίρης είναι η αναστολή του CYP3A4. | Χρησιμοποιείται ριτοναβίρη 100 mg εφάπαξ ημερησίως για την ενίσχυση της φαρμακοκινητικής της αταζαναβίρης. |
| Ινδιναβίρη | Η ινδιναβίρη σχετίζεται με έμμεση μη συζευγμένη υπερχολερυθριναιμία λόγω αναστολής της UGT (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). | Η συγχορήγηση REYATAZ και ινδιναβίρης δεν συνιστάται. |
| Νουκλεοσιδικοί/νουκλεοτιδικοί αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης (NRTI) | ||
| Λαμιβουδίνη 150 mg δύο φορές ημερησίως + ζιδοβουδίνη 300 mg δύο φορές ημερησίως (αταζαναβίρη 400 mg εφάπαξ ημερησίως) | Δεν παρατηρήθηκε σημαντική επίδραση στις συγκεντρώσεις της λαμιβουδίνης και της ζιδοβουδίνης. | Με βάση αυτά τα δεδομένα και επειδή η ριτοναβίρη δεν αναμένεται να έχει σημαντική επίδραση στην φαρμακοκινητική των NRTI, η συγχορήγηση αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων και του REYATAZ δεν αναμένεται να μεταβάλλει σημαντικά την έκθεση των συγχορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων. |
| Αβακαβίρη | Η συγχορήγηση αβακαβίρης και REYATAZ δεν αναμένεται να μεταβάλλει σημαντικά την έκθεση της αβακαβίρης. | (Συστάσεις Λαμιβουδίνης/Ζιδοβουδίνης). |
| Διδανοσίνη (δισκία με ρύθμιση pH) 200 mg/σταβουδίνη 40 mg, και τα δύο εφάπαξ δόση (αταζαναβίρη 400 mg εφάπαξ δόση) | Αταζαναβίρη, ταυτόχρονη χορήγηση με ddI+d4T (σε νηστεία): Αταζαναβίρη AUC ↓87% (↓92% ↓79%), Αταζαναβίρη Cmax ↓89% (↓94% ↓82%), Αταζαναβίρη Cmin ↓84% (↓90% ↓73%). Αταζαναβίρη, χορηγηθείσα 1 ώρα μετά από ddI+d4T (σε νηστεία): Αταζαναβίρη AUC ↔3% (↓36% ↑67%), Αταζαναβίρη Cmax ↑12% (↓33% ↑18%), Αταζαναβίρη Cmin ↔3% (↓39% ↑73%). Οι συγκεντρώσεις της αταζαναβίρης μειώθηκαν σημαντικά όταν συγχορηγήθηκε με διδανοσίνη (δισκία με ρύθμιση pH) και σταβουδίνη. Ο μηχανισμός δράσης συνίσταται σε μειωμένη διαλυτότητα της αταζαναβίρης αυξανομένου του pH, που σχετίζεται με την παρουσία αντιόξινου παράγοντα στα ρυθμισμένα δισκία διδανοσίνης. Δεν παρατηρήθηκε σημαντική επίδραση στις συγκεντρώσεις διδανοσίνης και σταβουδίνης. | Η διδανοσίνη πρέπει να λαμβάνεται σε κατάσταση νηστείας 2 ώρες μετά τη λήψη του REYATAZ με τροφή. Η συγχορήγηση σταβουδίνης και REYATAZ δεν αναμένεται να μεταβάλλει σημαντικά την έκθεση της σταβουδίνης. |
| Διδανοσίνη (καψάκια γαστροανθεκτικά) 400 mg εφάπαξ δόση (αταζαναβίρη 300 mg εφάπαξ ημερησίως με ριτοναβίρη 100 mg εφάπαξ ημερησίως) | Διδανοσίνη (με τροφή): Διδανοσίνη AUC ↓34% (↓41% ↓27%), Διδανοσίνη Cmax ↓38% (↓48% ↓26%), Διδανοσίνη Cmin ↑25% (↓8% ↑69%). Δεν παρατηρήθηκε σημαντική επίδραση στις συγκεντρώσεις της αταζαναβίρης όταν χορηγήθηκε με γαστροανθεκτική διδανοσίνη, όμως η χορήγηση με την τροφή μείωσε τις συγκεντρώσεις της διδανοσίνης. | (Συστάσεις Διδανοσίνης με ρύθμιση pH). |
| Τενοφοβίρη δισοπροξίλη φουμαρική 300 mg εφάπαξ ημερησίως (αταζαναβίρη 300 mg εφάπαξ ημερησίως με ριτοναβίρη 100 mg εφάπαξ ημερησίως) | Αταζαναβίρη AUC ↓22% (↓35% ↓6%) *, Αταζαναβίρη Cmax ↓16% (↓30% ↔0%) *, Αταζαναβίρη Cmin ↓23% (↓43% ↑2%) *. 300 mg τενοφοβίρη δισοπροξίλη φουμαρική ισοδυναμούν με 245 mg τενοφοβίρη δισοπροξίλη. Μελέτες που διεξήχθησαν σε ασθενείς με λοίμωξη HIV. * Σε μία συνδυασμένη ανάλυση διαφόρων κλινικών μελετών, οι αταζαναβίρη/ριτοναβίρη 300/100 mg συγχορηγούμενα με τενοφοβίρη δισοπροξίλη φουμαρική 300 mg (n=39) συγκρίθηκε αταζαναβίρη /ριτοναβίρη 300/100 mg (n=33). Τενοφοβίρη δισοπροξίλη φουμαρική AUC ↑37% (↑30% ↑45%), Τενοφοβίρη δισοπροξίλη φουμαρική Cmax ↑34% (↑20% ↑51%), Τενοφοβίρη δισοπροξίλη φουμαρική Cmin ↑29% (↑21% ↑36%). Η αποτελεσματικότητα REYATAZ/ριτοναβίρης σε συνδυασμό με τενοφοβίρη δισοπροξίλη φουμαρική σε ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία θεραπείας καταδείχθηκε στην κλινική μελέτη 045 και σε ασθενείς χωρίς προηγούμενη θεραπεία στην κλινική μελέτη 138 (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοδυναμικές). Ο μηχανισμός της αλληλεπίδρασης μεταξύ της αταζαναβίρης και της τενοφοβίρης δισοπροξίλης φουμαρικής είναι άγνωστος. 300 mg τενοφοβίρη δισοπροξίλη φουμαρική ισοδυναμούν με 245 mg τενοφοβίρη δισοπροξίλη. | Όταν συγχορηγείται με τενοφοβίρη δισοπροξίλη φουμαρική, το REYATAZ 300 mg συνιστάται να δίδεται με ριτοναβίρη 100 mg και τενοφοβίρη δισοπροξίλη φουμαρική 300 mg (όλα μαζί ως μία εφάπαξ δόση με τροφή). Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά για ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με την τενοφοβίρη δισοπροξίλη φουμαρική, συμπεριλαμβανομένων και νεφρικών διαταραχών. |
| Μη-νουκλεοσιδικοί αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης (NNRTI) | ||
| Εφαβιρένζη 600 mg εφάπαξ ημερησίως (αταζαναβίρη 400 mg εφάπαξ ημερησίως με ριτοναβίρη 100 mg εφάπαξ ημερησίως) | Αταζαναβίρη (μμ): όλο χορηγούμενο με τροφή. Αταζαναβίρη AUC ↔0%(↓9% ↑10%), Αταζαναβίρη Cmax ↑17% (↑8% ↑27%), Αταζαναβίρη Cmin ↓42% (↓51% ↓31%)*. * Όταν συγκρίνεται με REYATAZ 300 mg/ριτοναβίρη 100 mg εφάπαξ ημερησίως το βράδυ χωρίς εφαβιρένζη. Η μείωση αυτή στην Cmin της αταζαναβίρης, μπορεί να έχει αρνητική επίδραση στην αποτελεσματικότητα της αταζαναβίρης. Ο μηχανισμός αλληλεπίδρασης εφαβιρένζης/ αταζαναβίρης είναι η επαγωγή του CYP3A4. | Η συγχορήγηση της εφαβιρένζης με REYATAZ δεν συνιστάται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). |
| Εφαβιρένζη 600 mg εφάπαξ ημερησίως (αταζαναβίρη 400 mg εφάπαξ ημερησίως με ριτοναβίρη 200 mg εφάπαξ ημερησίως) | Μελέτη που διεξήχθη σε ασθενείς με λοίμωξη HIV. Αταζαναβίρη (μμ): όλο χορηγούμενο με τροφή. Αταζαναβίρη AUC ↔6% (↓10% ↑26%) */, Αταζαναβίρη Cmax ↔9% (↓5% ↑26%) */, Αταζαναβίρη Cmin ↔12% (↓16% ↑49%) */*. / Με βάση ιστορική σύγκριση. | (Συστάσεις Εφαβιρένζης 600mg με ριτοναβίρη 100mg). |
| Νεβιραπίνη 200 mg δύο φορές ημερησίως (αταζαναβίρη 400 mg εφάπαξ ημερησίως με ριτοναβίρη 100 mg εφάπαξ ημερησίως) | Νεβιραπίνη AUC ↑26% (↑17% ↑36%), Νεβιραπίνη Cmax ↑21% (↑11% ↑32%), Νεβιραπίνη Cmin ↑35% (↑25% ↑47%). Αταζαναβίρη AUC ↓19% (↓35% ↑2%) *, Αταζαναβίρη Cmax ↔2% (↓15% ↑24%) *, Αταζαναβίρη Cmin ↓59% (↓73% ↓40%) *. *Όταν συγκριθεί με REYATAZ 300 mg και ριτοναβίρη 100 mg χωρίς νεβιραπίνη. Η μείωση αυτή στην Cmin της αταζαναβίρης, μπορεί να έχει αρνητική επίδραση στην αποτελεσματικότητα της αταζαναβίρης. Ο μηχανισμός αλληλεπίδρασης της νεβιραπίνης/ αταζαναβίρης είναι η επαγωγή του CYP3A4. | Η συγχορήγηση νεβιραπίνης και REYATAZ δεν συνιστάται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). |
| Αναστολείς της Ενσωματάσης | ||
| Ραλτεγκραβίρη 400 mg δύο φορές ημερησίως (αταζαναβίρη/ριτοναβίρη) | Ραλτεγκραβίρη AUC ↑41%, Ραλτεγκραβίρη Cmax ↑24%, Ραλτεγκραβίρη C12hr ↑77%. Ο μηχανισμός είναι η αναστολή του ενζύμου UGT1A1. | Δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας για τη ραλτεγκραβίρη. |
| ΑΝΤΙΒΙΟΤΙΚΑ | ||
| Κλαριθρομυκίνη 500 mg δύο φορές ημερησίως (αταζαναβίρη 400 mg εφάπαξ ημερησίως) | Κλαριθρομυκίνη AUC ↑94% (↑75% ↑116%), Κλαριθρομυκίνη Cmax ↑50% (↑32% ↑71%), Κλαριθρομυκίνη Cmin ↑160% (↑135% ↑188%). 14-OH κλαριθρομυκίνη AUC ↓70% (↓74% ↓66%), 14-OH κλαριθρομυκίνη Cmax ↓72% (↓76% ↓67%), 14-OH κλαριθρομυκίνη Cmin ↓62% (↓66% ↓58%). Αταζαναβίρη AUC ↑28% (↑16% ↑43%), Αταζαναβίρη Cmax ↔6% (↓7% ↑20%), Αταζαναβίρη Cmin ↑91% (↑66% ↑121%). Μείωση της δόσης της κλαριθρομυκίνης μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα συγκεντρώσεις της 14ΟΗ κλαριθρομυκίνης χαμηλότερες των θεραπευτικών. Ο μηχανισμός αλληλεπίδρασης κλαριθρομυκίνης/αταζαναβίρης είναι η αναστολή του CYP3A4. | Δεν μπορεί να γίνει σύσταση μείωσης της δόσης. Συνεπώς εάν το REYATAZ συγχορηγείται με κλαριθρομυκίνη, πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή. |
| ΑΝΤΙΜΥΚΗΤΙΑΣΙΚΑ | ||
| Κετοκοναζόλη 200 mg εφάπαξ ημερησίως (αταζαναβίρη 400 mg εφάπαξ ημερησίως) | Δεν παρατηρήθηκε σημαντική επίδραση στις συγκεντρώσεις της αταζαναβίρης. | Η κετοκοναζόλη και η ιτρακοναζόλη πρέπει να χρησιμοποιούνται προσεκτικά με REYATAZ/ριτοναβίρη, οι υψηλές δόσεις κετοκοναζόλης και ιτρακοναζόλης (> 200 mg/ημέρα) δε συνιστώνται. |
| Ιτρακοναζόλη | Η ιτρακοναζόλη, όπως η κετοκοναζόλη, είναι ισχυρός αναστολέας καθώς και υπόστρωμα του CYP3A4. Με βάση δεδομένα που ελήφθησαν από άλλους ενισχυμένους αναστολείς πρωτεάσης και κετοκοναζόλη, όπου η AUC της κετοκοναζόλης έδειξε αύξηση κατά το 3πλάσιο, το REYATAZ/ριτοναβίρη αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της κετοκοναζόλης ή της ιτρακοναζόλης. | (Συστάσεις Κετοκοναζόλης). |
| Βορικοναζόλη 200 mg δύο φορές ημερησίως (αταζαναβίρη 300 mg/ριτοναβίρη 100 mg εφάπαξ ημερησίως) | Βορικοναζόλη AUC ↓33% (↓42% ↓22%), Βορικοναζόλη Cmax ↓10% (↓22% ↓4%), Βορικοναζόλη Cmin ↓39% (↓49% ↓28%). Αταζαναβίρη AUC ↓12% (↓18% ↓5%), Αταζαναβίρη Cmax ↓13% (↓20% ↓4%), Αταζαναβίρη Cmin ↓20% (↓28% ↓10%). Ριτοναβίρη AUC ↓12% (↓17% ↓7%), Ριτοναβίρη Cmax ↓9% (↓17% ↔0%), Ριτοναβίρη Cmin ↓25% (↓35% ↓14%). Στη πλειοψηφία των ασθενών με τουλάχιστον ένα λειτουργικό αλλήλιο CYP2C19, αναμένεται μια μείωση στις εκθέσεις τόσο σε βορικοναζόλη όσο και σε αταζαναβίρη. | Η συγχορήγηση βορικοναζόλης και REYATAZ με ριτοναβίρη δε συνιστάται, εκτός εάν η αξιολόγηση οφέλους/κινδύνου για τον ασθενή δικαιολογεί τη χρήση βορικοναζόλης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Τη στιγμή που απαιτείται θεραπεία με βορικοναζόλη, πρέπει να πραγματοποιηθεί προσδιορισμός του γονότυπου CYP2C19 του ασθενή, αν είναι εφικτό. |
| Βορικοναζόλη 50 mg δύο φορές ημερησίως (αταζαναβίρη 300 mg/ριτοναβίρη 100 mg εφάπαξ ημερησίως) | Βορικοναζόλη AUC ↑561% (↑451% ↑699%), Βορικοναζόλη Cmax ↑438% (↑355% ↑539%), Βορικοναζόλη Cmin ↑765% (↑571% ↑1.020%). Αταζαναβίρη AUC ↓20% (↓35% ↓3%), Αταζαναβίρη Cmax ↓19% (↓34% ↔0,2%), Αταζαναβίρη Cmin ↓31% (↓46% ↓13%). Ριτοναβίρη AUC ↓11% (↓20% ↓1%), Ριτοναβίρη Cmax ↓11% (↓24% ↑4%), Ριτοναβίρη Cmin ↓19% (↓35% ↑1%). Αναμένεται σημαντική αύξηση στις εκθέσεις σε βορικοναζόλη σε μικρό αριθμό ασθενών που δεν έχουν λειτουργικό αλλήλιο CYP2C19. | Συνεπώς, αν ο συνδυασμός είναι αναπόφευκτος, γίνονται οι ακόλουθες συστάσεις σύμφωνα με την κατάσταση CYP2C19: - σε ασθενείς με τουλάχιστον ένα λειτουργικό αλλήλιο CYP2C19, συνιστάται στενή κλινική παρακολούθηση για την μείωση αποτελεσματικότητας τόσο της βορικοναζόλης (κλινικά σημάδια) όσο και της αταζαναβίρης (ιολογική ανταπόκριση). -σε ασθενείς χωρίς ένα λειτουργικό αλλήλιο CYP2C19, συνιστάται στενή κλινική και εργαστηριακή παρακολούθηση για ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη βορικοναζόλη. Αν ο προσδιορισμός του γονότυπου δεν είναι εφικτός, θα πρέπει να υπάρχει πλήρης παρακολούθηση της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας. |
| Φλουκοναζόλη 200 mg εφάπαξ ημερησίως (αταζαναβίρη 300 mg και ριτοναβίρη 100 mg εφάπαξ ημερησίως) | Οι συγκεντρώσεις της αταζαναβίρης και της φλουκοναζόλης δεν μεταβλήθηκαν σημαντικά όταν συγχορηγήθηκε REYATAZ/ριτοναβίρη με φλουκοναζόλη. | Δεν απαιτούνται ρυθμίσεις της δοσολογίας για τη φλουκοναζόλη και το REYATAZ. |
| ΑΝΤΙΜΥΚΟΒΑΚΤΗΡΙΑΚΑ | ||
| Ριφαμπουτίνη 150 mg δύο φορές την εβδομάδα (αταζαναβίρη 300 mg και ριτοναβίρη 100 mg εφάπαξ ημερησίως) | Ριφαμπουτίνη AUC ↑48% (↑19% ↑84%) **, Ριφαμπουτίνη Cmax ↑149% (↑103% ↑206%) **, Ριφαμπουτίνη Cmin ↑40% (↑5% ↑87%) **. 25-O- δεσακετυλο-ριφαμπουτίνη AUC ↑990% (↑714% ↑1361%) **, 25-O- δεσακετυλο-ριφαμπουτίνη Cmax ↑677% (↑513% ↑883%) **, 25-O- δεσακετυλο-ριφαμπουτίνη Cmin ↑1045% (↑715% ↑1510%) **. ** Όταν συγκρίνεται με τη ριφαμπουτίνη 150 mg εφάπαξ ημερησίως μόνο. Σύνολο ριφαμπουτίνης και 25-O-δεσακετυλο-ριφαμπουτίνης AUC: Σε προηγούμενες μελέτες, η φαρμακοκινητική της αταζαναβίρης δεν μεταβλήθηκε με τη ριφαμπουτίνη. | Όταν συγχορηγείται REYATAZ, η συνιστώμενη δόση της ριφαμπουτίνης είναι 150 mg 3 φορές την εβδομάδα σε καθορισμένες μέρες (για παράδειγμα Δευτέρα-Τετάρτη-Παρασκευή). Αυξημένη παρακολούθηση των ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με τη ριφαμπουτίνη συμπεριλαμβανομένης της ουδετεροπενίας και της ραγοειδίτιδας επιβάλλεται λόγω της αναμενόμενης αύξησης στην έκθεση σε ριφαμπουτίνη. Περαιτέρω μείωση της δόσης της ριφαμπουτίνης στα 150 mg δύο φορές την εβδομάδα σε καθορισμένες μέρες συνιστάται σε ασθενείς στους οποίους η δόση των 150 mg 3 φορές την εβδομάδα δεν είναι ανεκτή. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η δόση των 150 mg δύο φορές την εβδομάδα μπορεί να μην παρέχει τη βέλτιστη έκθεση σε ριφαμπουτίνη ώστε να οδηγήσει σε κίνδυνο ανοχής στη ριφαμυκίνη και θεραπευτική αποτυχία. Δεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης για το REYATAZ. |
| Ριφαμπικίνη | Η ριφαμπικίνη είναι ισχυρός επαγωγέας του CYP3A4 και έχει φανεί ότι προκαλεί μείωση της AUC της αταζαναβίρης κατά 72%, που μπορεί να επιφέρει ιολογική αποτυχία και ανάπτυξη αντίστασης. Κατά τη διάρκεια προσπαθειών αντιμετώπισης της μειωμένης έκθεσης μέσω αύξησης της δόσης του REYATAZ ή άλλων αναστολέων πρωτεάσης με ριτοναβίρη, παρατηρήθηκε υψηλή συχνότητα αντιδράσεων από το ήπαρ. | Ο συνδυασμός ριφαμπικίνης και REYATAZ αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις). |
| ΑΝΤΙΨΥΧΩΣΙΚΑ | ||
| Κουετιαπίνη | Λόγω της αναστολής του CYP3A4 από το REYATAZ, οι συγκεντρώσεις της κουετιαπίνης αναμένεται να αυξηθούν. | Η συγχορήγηση της κουετιαπίνης με REYATAZ αντενδείκνυται καθώς το REYATAZ μπορεί να αυξήσει την τοξικότητα που σχετίζεται με την κουετιαπίνη. Αυξημένες συγκεντρώσεις της κουετιαπίνης στο πλάσμα μπορεί να οδηγήσουν σε κώμα (βλ. Αντενδείξεις). |
| Λουρασιδόνη | Το REYATAZ αναμένεται να αυξήσει τα επίπεδα της λουρασιδόνης στο πλάσμα λόγω της αναστολής του CYP3A4. | Συγχορήγηση λουρασιδόνης με REYATAZ, αντενδείκνυται καθώς αυτό μπορεί να αυξήσει την σχετιζόμενη με τη λουρασιδόνη τοξικότητα (βλ. Αντενδείξεις). |
| ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΜΕΙΩΣΗΣ ΤΩΝ ΟΞΕΩΝ | ||
| Ανταγωνιστές υποδοχέων H2 (Χωρίς Τενοφοβίρη) | ||
| Φαμοτιδίνη 20 mg δύο φορές ημερησίως (Σε ασθενείς με λοίμωξη HIV με αταζαναβίρη/ριτοναβίρη στη συνιστώμενη δόση 300/100 mg εφάπαξ ημερησίως) | Αταζαναβίρη AUC ↓18% (↓25% ↑1%), Αταζαναβίρη Cmax ↓20% (↓32% ↓7%), Αταζαναβίρη Cmin ↔1% (↓16% ↑18%). | Για ασθενείς που δε λαμβάνουν τενοφοβίρη, εάν συγχορηγούνται 300 mg REYATAZ μαζί με 100 mg ριτοναβίρης και ανταγωνιστές των υποδοχέων Η2, τότε δεν πρέπει να γίνεται υπέρβαση δόσης ισοδύναμης προς 20 mg φαμοτιδίνης δύο φορές ημερησίως. Εφόσον απαιτείται υψηλότερη δόση ενός ανταγωνιστή των υποδοχέων Η2 (π.χ. φαμοτιδίνη 40 mg δύο φορές ημερησίως ή ισοδύναμο), μπορεί να εξετασθεί η περίπτωση αύξησης της δόσης του συνδυασμού REYATAZ/ριτοναβίρης από 300/100 mg σε 400/100 mg. |
| Φαμοτιδίνη 40 mg δύο φορές ημερησίως (Σε ασθενείς με λοίμωξη HIV με αταζαναβίρη/ριτοναβίρη στη συνιστώμενη δόση 300/100 mg εφάπαξ ημερησίως) | Αταζαναβίρη AUC ↓23% (↓32% ↓14%), Αταζαναβίρη Cmax ↓23% (↓33% ↓12%), Αταζαναβίρη Cmin ↓20% (↓31% ↓8%). | (Συστάσεις Φαμοτιδίνης 20mg). |
| Φαμοτιδίνη 40 mg δύο φορές ημερησίως (Σε υγιείς εθελοντές με αταζαναβίρη/ριτοναβίρη σε αυξημένη δόση 400/100 mg εφάπαξ ημερησίως) | Αταζαναβίρη AUC ↔3% (↓14% ↑22%), Αταζαναβίρη Cmax ↔2% (↓13% ↑8%), Αταζαναβίρη Cmin ↓14% (↓32% ↑8%). | (Συστάσεις Φαμοτιδίνης 20mg). |
| Ανταγωνιστές υποδοχέων H2 (Με Τενοφοβίρη δισοπροξίλη φουμαρική 300 mg εφάπαξ ημερησίως) | ||
| Φαμοτιδίνη 20 mg δύο φορές ημερησίως (Σε ασθενείς με λοίμωξη HIV με αταζαναβίρη/ριτοναβίρη στη συνιστώμενη δόση 300/100 mg εφάπαξ ημερησίως) | Αταζαναβίρη AUC ↓21% (↓34% ↓4%) *, Αταζαναβίρη Cmax ↓21% (↓36% ↓4%) *, Αταζαναβίρη Cmin ↓19% (↓37% ↑5%) *. | Για ασθενείς που λαμβάνουν τενοφοβίρη δισοπροξίλη φουμαρική, εάν η REYATAZ/ριτοναβίρη με τενοφοβίρη δισοπροξίλη φουμαρική και έναν ανταγωνιστή των υποδοχέων Η2 συγχορηγηθούν, συνιστάται μια αύξηση της δόσης του REYATAZ σε 400 mg με 100 mg ριτοναβίρη. Δεν πρέπει να γίνεται υπέρβαση δόσης ισοδύναμης προς 40 mg φαμοτιδίνης δύο φορές ημερησίως. |
| Φαμοτιδίνη 40 mg δύο φορές ημερησίως (Σε ασθενείς με λοίμωξη HIV με αταζαναβίρη/ριτοναβίρη στη συνιστώμενη δόση 300/100 mg εφάπαξ ημερησίως) | Αταζαναβίρη AUC ↓24% (↓36% ↓11%) *, Αταζαναβίρη Cmax ↓23% (↓36% ↓8%) *, Αταζαναβίρη Cmin ↓25% (↓47% ↑7%) *. | (Συστάσεις Φαμοτιδίνης 20mg με Τενοφοβίρη). |
| Φαμοτιδίνη 20 mg δύο φορές ημερησίως (Σε ασθενείς με λοίμωξη HIV με αταζαναβίρη/ριτοναβίρη σε μια αυξημένη δόση 400/100 mg εφάπαξ ημερησίως) | Αταζαναβίρη AUC ↑18% (↑6,5% ↑30%)*, Αταζαναβίρη Cmax ↑18% (↑6,7% ↑31%) *, Αταζαναβίρη Cmin ↑24% (↑10% ↑39%) *. | (Συστάσεις Φαμοτιδίνης 20mg με Τενοφοβίρη). |
| Φαμοτιδίνη 40 mg δύο φορές ημερησίως (Σε ασθενείς με λοίμωξη HIV με αταζαναβίρη/ριτοναβίρη σε μια αυξημένη δόση 400/100 mg εφάπαξ ημερησίως) | Αταζαναβίρη AUC ↔2,3% (↓13% ↑10%) *, Αταζαναβίρη Cmax ↔5% (↓17% ↑8,4%) *, Αταζαναβίρη Cmin ↔1,3% (↓10% ↑15%) *. * Όταν συγκρίνεται με αταζαναβίρη 300 mg εφάπαξ ημερησίως με ριτοναβίρη 100 mg εφάπαξ ημερησίως και φουμαρική τενοφοβίρη δισοπροξίλη 300 mg όλα ως εφάπαξ δόση με τροφή. Όταν συγκρίνεται με αταζαναβίρη 300 mg με ριτοναβίρη 100 mg χωρίς τενοφοβίρη δισοπροξίλη φουμαρική, οι συγκεντρώσεις της αταζαναβίρης αναμένεται να μειωθούν επιπλέον κατά περίπου 20%. Ο μηχανισμός της αλληλεπίδρασης είναι η μειωμένη διαλυτότητα της αταζαναβίρης, λόγω της αύξησης του ενδογαστρικού pH από τους αναστολείς Η2. | (Συστάσεις Φαμοτιδίνης 20mg με Τενοφοβίρη). |
| Αναστολείς αντλίας πρωτονίων | ||
| Ομεπραζόλη 40 mg εφάπαξ ημερησίως (αταζαναβίρη 400 mg εφάπαξ ημερησίως με ριτοναβίρη 100 mg εφάπαξ ημερησίως) | Αταζαναβίρη (πμ): 2 ώρα μετά την ομεπραζόλη. Αταζαναβίρη AUC ↓61% (↓65% ↓55%), Αταζαναβίρη Cmax ↓66% (↓62% ↓49%), Αταζαναβίρη Cmin ↓65% (↓71% ↓59%). | Η συγχορήγηση REYATAZ με ριτοναβίρη και αναστολείς αντλίας πρωτονίων δε συνιστάται. Εφόσον ο συνδυασμός κριθεί αναπόφευκτος, συστήνεται στενή κλινική παρακολούθηση σε συνδυασμό με αύξηση της δόσης του REYATAZ έως 400 mg με 100 mg ριτοναβίρης. Δεν πρέπει να γίνεται υπέρβαση δόσεων αναστολέων της αντλίας πρωτονίων συγκρίσιμων με ομεπραζόλη 20 mg (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). |
| Ομεπραζόλη 20 mg εφάπαξ ημερησίως (αταζαναβίρη 400 mg εφάπαξ ημερησίως με ριτοναβίρη 100 mg εφάπαξ ημερησίως) | Αταζαναβίρη (πμ): 1 ώρα μετά την ομεπραζόλη. Αταζαναβίρη AUC ↓30% (↓43% ↓14%) *, Αταζαναβίρη Cmax ↓31% (↓42% ↓17%) *, Αταζαναβίρη Cmin ↓31% (↓46% ↓12%) *. * Όταν συγκρίνεται προς την αταζαναβίρη 300 mg εφάπαξ ημερησίως με ριτοναβίρη 100 mg εφάπαξ ημερησίως. Η μείωση των AUC, Cmax και Cmin δεν αντισταθμίστηκε όταν αυξημένη δόση REYATAZ/ριτοναβίρης (400/100 mg εφάπαξ ημερησίως) διαχωρίστηκε χρονικά από την ομεπραζόλη κατά 12 ώρες. Παρόλο που δεν έχει μελετηθεί, παρόμοια αποτελέσματα αναμένονται με άλλους αναστολείς της αντλίας πρωτονίων. Αυτή η μείωση στην έκθεση της αταζαναβίρης μπορεί να επιδράσει αρνητικά στην αποτελεσματικότητα της αταζαναβίρης. Ο μηχανισμός της αλληλεπίδρασης είναι μειωμένη διαλυτότητα της αταζαναβίρης καθώς το ενδογαστρικό pH αυξάνεται με τους αναστολείς της αντλίας πρωτονίων. | (Συστάσεις Ομεπραζόλης 40mg). |
| Αντιόξινα και φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν ρυθμιστές pH | Οι μειωμένες συγκεντρώσεις της αταζαναβίρης στο πλάσμα μπορεί να είναι η συνέπεια του αυξημένου γαστρικού pH εφόσον αντιόξινα, συμπεριλαμβανομένων και φαρμακευτικών προϊόντων με ρυθμιστές pH, χορηγηθούν μαζί με REYATAZ. | Το REYATAZ πρέπει να χορηγείται 2 ώρες πριν ή 1 ώρα μετά τα αντιόξινα ή τα φαρμακευτικά προϊόντα με ρυθμιστή pH. |
| ΑΛΦΑ 1-ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ | ||
| Αλφουζοσίνη | Υπάρχει η πιθανότητα για αυξημένες συγκεντρώσεις αλφουζοσίνης που μπορούν να προκαλέσουν υπόταση. Ο μηχανισμός αλληλεπίδρασης είναι η αναστολή του CYP3A4 από το REYATAZ και/ή τη ριτοναβίρη. | Η συγχορήγηση αλφουζοσίνης με REYATAZ αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις). |
| ΑΝΤΙΠΗΚΤΙΚΑ | ||
| Από στόματος χορηγούμενα αντιπηκτικά άμεσης δράσης (DOAC) | ||
| Απιξαμπάνη, Ριβαροξαμπάνη | Υπάρχει η πιθανότητα για αυξημένες συγκεντρώσεις απιξαμπάνης και ριβαροξαμπάνης που μπορεί να οδηγήσουν σε υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης αιμορραγίας. Ο μηχανισμός αλληλεπίδρασης είναι η αναστολή του CYP3A4 / και της P-gp από τον συνδυασμό REYATAZ /ριτοναβίρης. Η ριτοναβίρη είναι ισχυρός αναστολέας του CYP3A4 και της P-gp. | Η συγχορήγηση απιξαμπάνης ή ριβαροξαμπάνης με REYATAZ και ριτοναβίρη δεν συνιστάται. |
| Δαβιγατράνη | Το REYATAZ είναι αναστολέας του CYP3A4. Η πιθανότητα αναστολής της P-gp από το REYATAZ δεν είναι γνωστή και δεν μπορεί να αποκλειστεί. Υπάρχει η πιθανότητα για αυξημένες συγκεντρώσεις δαβιγατράνης που μπορεί να οδηγήσουν σε υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης αιμορραγίας. Ο μηχανισμός αλληλεπίδρασης είναι η αναστολή της P-gp. Η ριτοναβίρη είναι ισχυρός αναστολέας της P-gp. Η πιθανότητα αναστολής της P-gp από το REYATAZ δεν είναι γνωστή και δεν μπορεί να αποκλειστεί. | Η συγχορήγηση δαβιγατράνης με REYATAZ και ριτοναβίρη δεν συνιστάται. |
| Εδοξαμπάνη | Υπάρχει η πιθανότητα για αυξημένες συγκεντρώσεις εδοξαμπάνης που μπορεί να οδηγήσουν σε υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης αιμορραγίας. Ο μηχανισμός αλληλεπίδρασης είναι η αναστολή της P-gp από τον συνδυασμό REYATAZ/ριτοναβίρης. Η ριτοναβίρη είναι ισχυρός αναστολέας της P-gp. Η πιθανότητα αναστολής της P-gp από το REYATAZ δεν είναι γνωστή και δεν μπορεί να αποκλειστεί. | Απαιτείται προσοχή κατά τη χρήση της εδοξαμπάνης με REYATAZ. Ανατρέξτε στις Δοσολογία και Αλληλεπιδράσεις της ΠΧτΠ της εδοξαμπάνης για τις κατάλληλες συστάσεις που αφορούν τη δοσολογία της εδοξαμπάνης για συγχορήγηση με αναστολείς της P-gp. |
| Ανταγωνιστές της βιταμίνης K | ||
| Βαρφαρίνη | Η συγχορήγηση με REYATAZ είναι δυνατόν να αυξήσει ή να μειώσει τις συγκεντρώσεις της βαρφαρίνης. | Συνιστάται η προσεκτική παρακολούθηση του International Normalised Ratio (INR) κατά τη διάρκεια της θεραπείας με REYATAZ, ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας. |
| ΑΝΤΙΕΠΙΛΗΠΤΙΚΑ | ||
| Καρβαμαζεπίνη | Το REYATAZ μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα της καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα λόγω της αναστολής του CYP3A4. Λόγω του αποτελέσματος επαγωγής της καρβαμαζεπίνης, δεν μπορεί να αποκλεισθεί μια μείωση στην έκθεση REYATAZ. | Η καρβαμαζεπίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε συνδυασμό με REYATAZ. Εάν απαιτηθεί, παρακολουθήστε τις συγκεντρώσεις της καρβαμαζεπίνης στον ορό και προσαρμόστε τη δόση ανάλογα. Θα πρέπει να ασκείται στενή παρακολούθηση της ιολογικής απόκρισης των ασθενών. |
| Φαινυτοΐνη, φαινοβαρβιτάλη | Η ριτοναβίρη μπορεί να μειώσει τα επίπεδα της φαινυτοΐνης και/ή της φαινοβαρβιτάλης στο πλάσμα λόγω της επαγωγής των CYP3A4 και CYP2C19. Λόγω του αποτελέσματος επαγωγής της φαινυτοΐνης/φαινοβαρβιτάλης, δεν μπορεί να αποκλεισθεί μια μείωση στην έκθεση στο REYATAZ. | Η φαινοβαρβιτάλη και η φαινυτοΐνη θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε συνδυασμό με REYATAZ/ριτοναβίρη. Όταν ο συνδυασμός REYATAZ/ριτοναβίρης συγχορηγείται είτε με φαινυτοΐνη ή με φαινοβαρβιτάλη, μπορεί να απαιτηθεί μια προσαρμογή στη δόση της φαινυτοΐνης ή της φαινοβαρβιτάλης. Θα πρέπει να ασκείται στενή παρακολούθηση της ιολογικής απόκρισης των ασθενών. |
| Λαμοτριγίνη | Η συγχορήγηση της λαμοτριγίνης και του συνδυασμού REYATAZ/ριτοναβίρης μπορεί να μειώσει τις συγκεντρώσεις της λαμοτριγίνης στο πλάσμα λόγω της επαγωγής του UGT1A4. | Η λαμοτριγίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή με το συνδυασμό REYATAZ/ριτοναβίρης. Εάν απαιτηθεί, παρακολουθήστε τις συγκεντρώσεις της λαμοτριγίνης και προσαρμόστε τη δόση ανάλογα. |
| ΑΝΤΙΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΝΟΣΟΚΑΤΑΣΤΑΛΤΙΚΑ | ||
| Αντινεοπλασματικά: Ιρινοτεκάνη | Η αταζαναβίρη αναστέλλει την UGT και μπορεί να παρεμβαίνει στο μεταβολισμό της ιρινοτεκάνης, με αποτέλεσμα αυξημένες τοξικότητες της ιρινοτεκάνης. | Εφόσον συγχορηγηθεί REYATAZ με ιρινοτεκάνη, οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά για ανεπιθύμητες ενέργειες σχετικές με την ιρινοτεκάνη. |
| Ανοσοκατασταλτικά: Κυκλοσπορίνη, Τακρόλιμους, Σιρόλιμους | Οι συγκεντρώσεις αυτών των ανοσοκατασταλτικών μπορεί να αυξηθούν όταν συγχορηγηθούν με REYATAZ λόγω αναστολής του CYP3A4. | Συνιστάται πιο συχνή παρακολούθηση των θεραπευτικών συγκεντρώσεων αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων μέχρις ότου τα επίπεδα στο πλάσμα έχουν σταθεροποιηθεί. |
| ΚΑΡΔΙΑΓΓΕΙΑΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ | ||
| Αντιαρρυθμικά: Αμιωδαρόνη, Συστηματική λιδοκαΐνη, Κινιδίνη, Μπεπριδίλη | Οι συγκεντρώσεις αυτών των αντιαρρυθμικών μπορεί να αυξηθούν όταν συγχορηγούνται με REYATAZ. Ο μηχανισμός αλληλεπίδρασης της αμιωδαρόνης ή της συστηματικής λιδοκαΐνης/αταζαναβίρης είναι η αναστολή του CYP3A. Η κινιδίνη έχει στενό θεραπευτικό παράθυρο και αντενδείκνυται λόγω δυνητικής αναστολής του CYP3A από το REYATAZ. Το REYATAZ δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι υποστρώματα του CYP3A4 και έχουν στενό θεραπευτικό δείκτη. Η συγχορήγηση με μπεπριδίλη αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις). | Επιβάλλεται προσοχή και παρακολούθηση των θεραπευτικών συγκεντρώσεων όταν είναι διαθέσιμη. Η ταυτόχρονη χρήση κινιδίνης αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις). |
| Αποκλειστές των διαύλων ασβεστίου: Διλτιαζέμη 180 mg εφάπαξ ημερησίως (αταζαναβίρη 400 mg εφάπαξ ημερησίως) | Διλτιαζέμη AUC ↑125% (↑109% ↑141%), Διλτιαζέμη Cmax ↑98% (↑78% ↑119%), Διλτιαζέμη Cmin ↑142% (↑114% ↑173%). Δεσακετυλο-διλτιαζέμη AUC ↑165% (↑145% ↑187%), Δεσακετυλο-διλτιαζέμη Cmax ↑172% (↑144% ↑203%), Δεσακετυλο-διλτιαζέμη Cmin ↑121% (↑102% ↑142%). Δεν παρατηρήθηκε σημαντική επίδραση στις συγκεντρώσεις της αταζαναβίρης. Υπήρξε μια αύξηση στο μέγιστο διάστημα PR σε σύγκριση με μονοθεραπεία αταζαναβίρης. Η συγχορήγηση διλτιαζέμης και REYATAZ/ριτοναβίρης δεν έχει μελετηθεί. Ο μηχανισμός αλληλεπίδρασης διλτιαζέμης/αταζαναβίρης είναι η αναστολή του CYP3A4. | Συνιστάται μια αρχική μείωση της δόσης κατά 50%, με επακόλουθη τιτλοδότηση όπως απαιτείται και ΗΚΓ παρακολούθηση. |
| Βεραπαμίλη | Οι συγκεντρώσεις ορού της βεραπαμίλης μπορεί να αυξηθούν από το REYATAZ λόγω αναστολής του CYP3A4. | Πρέπει να δίδεται προσοχή όταν συγχορηγείται βεραπαμίλη με REYATAZ. |
| ΚΟΡΤΙΚΟΣΤΕΡΟΕΙΔΗ | ||
| Φλουτικαζόνη προπιονική ενδορρινική 50 µg 4 φορές ημερησίως για 7 ημέρες (ριτοναβίρη 100 mg καψάκια δύο φορές ημερησίως) | Τα επίπεδα πλάσματος της προπιονικής φλουτικαζόνης αυξήθηκαν σημαντικά, ενώ τα εγγενή επίπεδα κορτιζόλης μειώθηκαν κατά περίπου 86% (90% διάστημα εμπιστοσύνης 82-89%). Μεγαλύτερες επιδράσεις μπορούν να αναμένονται όταν η προπιονική φλουτικαζόνη εισπνέεται. Επιδράσεις συστηματικών κορτικοστεροειδών συμπεριλαμβανομένου και του συνδρόμου Cushing και καταστολή των επινεφριδίων έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που ελάμβαναν ριτοναβίρη και εισέπνευσαν ή έλαβαν ενδορρινικά προπιονική φλουτικαζόνη. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί με άλλα κορτικοστεροειδή που μεταβολίζονται μέσω της οδού του P450 3A, πχ, βουδεσονίδη. Τα αποτελέσματα της υψηλής συστηματικής έκθεσης της φλουτικαζόνης στα επίπεδα πλάσματος της ριτοναβίρης είναι ακόμη άγνωστα. Ο μηχανισμός αλληλεπίδρασης είναι αναστολή του CYP3A4. | Η ταυτόχρονη χορήγηση REYATAZ/ριτοναβίρης και αυτών των γλυκοκορτικοειδών δεν συνιστάται εκτός εάν το πιθανό όφελος της θεραπείας ξεπερνά τον κίνδυνο των συστηματικών επιδράσεων των κορτικοστεροειδών (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Πρέπει να εξετάζεται η περίπτωση μείωσης της δόσης του γλυκοκορτικοειδούς με στενή παρακολούθηση τοπικών και συστηματικών επιδράσεων ή η αλλαγή σε ένα γλυκοκορτικοειδές που δεν είναι υπόστρωμα για το CYP3A4 (πχ, beclomethasone). Επιπλέον, σε περίπτωση διακοπής των γλυκοκορτικοειδών, μπορεί να πρέπει να γίνει σταδιακή μείωση της δόσης για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. |
| ΣΤΥΤΙΚΗ ΔΥΣΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ: Αναστολείς PDE5 (Σιλδεναφίλη, ταδαλαφίλη, βαρδεναφίλη) | Οι σιλδεναφίλη, ταδαλαφίλη και βαρδεναφίλη μεταβολίζονται από το CYP3A4. Η συγχορήγηση με REYATAZ μπορεί να έχει αποτέλεσμα αυξημένες συγκεντρώσεις αναστολέων PDE5 και μια αύξηση των οφειλόμενων σε PDE5 ανεπιθύμητων ενεργειών, περιλαμβανομένων υπότασης, οπτικών μεταβολών και πριαπισμού. Ο μηχανισμός αυτής της αλληλεπίδρασης είναι η αναστολή του CYP3A4. | Πρέπει να προειδοποιούνται οι ασθενείς για αυτές τις πιθανές παρενέργειες όταν χρησιμοποιούν αναστολείς PDE5 για στυτική δυσλειτουργία με REYATAZ (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Επίσης βλέπε ΠΝΕΥΜΟΝΙΚΗ ΑΡΤΗΡΙΑΚΗ ΥΠΕΡΤΑΣΗ σε αυτόν τον πίνακα για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη συγχορήγηση REYATAZ με σιλδεναφίλη. |
| ΒΟΤΑΝΑ: Βότανο St. John’s (Hypericum perforatum) | Η ταυτόχρονη χρήση του βοτάνου St. John’s με REYATAZ μπορεί να αναμένεται ότι θα έχει ως αποτέλεσμα τη σημαντική μείωση των επιπέδων πλάσματος της αταζαναβίρης. Το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να οφείλεται σε επαγωγή του CYP3A4. Η υπάρχει κίνδυνος απώλειας της θεραπευτικής δράσης και η ανάπτυξη αντίστασης (βλ. Αντενδείξεις). | Η συγχορήγηση REYATAZ με προϊόντα που περιέχουν βότανο St. John’s αντενδείκνυται. |
| ΟΡΜΟΝΙΚΑ ΑΝΤΙΣΥΛΛΗΠΤΙΚΑ: Αιθινυλοιστραδιόλη 25 μg + Νοργεστιμάτη (αταζαναβίρη 300 mg εφάπαξ ημερησίως με ριτοναβίρη 100 mg εφάπαξ ημερησίως) | Αιθινυλοιστραδιόλη AUC ↓19% (↓25% ↓13%), Αιθινυλοιστραδιόλη Cmax ↓16% (↓26% ↓5%), Αιθινυλοιστραδιόλη Cmin ↓37% (↓45% ↓29%). Νοργεστιμάτη AUC ↑85% (↑67% ↑105%), Νοργεστιμάτη Cmax ↑68% (↑51% ↑88%), Νοργεστιμάτη Cmin ↑102% (↑77% ↑131%). Ενώ η συγκέντρωση της αιθινυλοιστραδιόλης αυξήθηκε με μονοθεραπεία αταζαναβίρης, λόγω της αναστολής και του UGT και του CYP3A4 από την αταζαναβίρη, το τελικό αποτέλεσμα της χορήγησης αταζαναβίρης/ριτοναβίρης είναι η μείωση των επιπέδων της αιθινυλοιστραδιόλης, λόγω της επαγωγικής επίδρασης της ριτοναβίρης. Η αύξηση στην έκθεση σε προγεστίνη μπορεί να οδηγήσει σε σχετιζόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. αντίσταση στην ινσουλίνη, δυσλιπιδαιμία, ακμή και κηλίδες), επηρεάζοντας πιθανώς τη συμμόρφωση. | Εφόσον χορηγείται από στόματος αντισύλληψη μαζί με REYATAZ/ριτοναβίρη, συνιστάται το από στόματος αντισυλληπτικό να περιέχει τουλάχιστον 30 μg αιθινυλοιστραδιόλης και να υπενθυμίζεται στην ασθενή η αυστηρή συμμόρφωση με αυτό το αντισυλληπτικό δοσολογικό σχήμα. Η συγχορήγηση REYATAZ/ριτοναβίρης και άλλων ορμονικών αντισυλληπτικών ή από στόματος αντισυλληπτικών που περιέχουν προγεσταγόνα άλλα από τη νοργεστιμάτη δεν έχει μελετηθεί, και συνεπώς πρέπει να αποφεύγεται. Συνιστάται εναλλακτική αξιόπιστη μέθοδος αντισύλληψης. |
| Αιθινυλοιστραδιόλη 35 μg + νορεθινδρόνη (αταζαναβίρη 400 mg εφάπαξ ημερησίως) | Αιθινυλοιστραδιόλη AUC ↑48% (↑31% ↑68%), Αιθινυλοιστραδιόλη Cmax ↑15% (↓1% ↑32%), Αιθινυλοιστραδιόλη Cmin ↑91% (↑57% ↑133%). Νορεθινδρόνη AUC ↑110% (↑68% ↑162%), Νορεθινδρόνη Cmax ↑67% (↑42% ↑196%), Νορεθινδρόνη Cmin ↑262% (↑157% ↑409%). Η αύξηση στην έκθεση σε προγεστίνη μπορεί να οδηγήσει σε σχετιζόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. αντίσταση στην ινσουλίνη, δυσλιπιδαιμία, ακμή και κηλίδες), επηρεάζοντας πιθανώς τη συμμόρφωση. | (Συστάσεις Αιθινυλοιστραδιόλης 25ug + Νοργεστιμάτης). |
| ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΤΩΝ ΛΙΠΙΔΙΩΝ: Αναστολείς της αναγωγάσης HMG-CoA | ||
| Σιμβαστατίνη, Λοβαστατίνη | Η σιμβαστατίνη και η λοβαστατίνη είναι ισχυρά εξαρτώμενες από το CYP3A4 για το μεταβολισμό τους και η συγχορήγηση με REYATAZ μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα αυξημένες συγκεντρώσεις. | Η συγχορήγηση σιμβαστατίνης ή λοβαστατίνης με REYATAZ αντενδείκνυται λόγω αυξημένου κινδύνου μυοπάθειας περιλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης (βλ. Αντενδείξεις). |
| Ατορβαστατίνη | Ο κίνδυνος μυοπάθειας περιλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης μπορεί επίσης να αυξηθεί με ατορβαστατίνη, η οποία επίσησης μεταβολίζεται από το CYP3A4. | Η συγχορήγηση ατορβαστατίνης με REYATAZ δεν συνιστάται. Εάν η χρήση της ατορβαστατίνης κρίνεται αυστηρά απαραίτητη, η χαμηλότερη δυνατή δόση ατορβαστατίνης θα πρέπει να χορηγείται με προσεκτική παρακολούθηση της ασφάλειας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). |
| Άλλοι τροποποιητικοί παράγοντες των λιπιδίων: Πραβαστατίνη, Φλουβαστατίνη | Αν και δεν έχει μελετηθεί, υπάρχει η πιθανότητα για αύξηση στην έκθεση πραβαστατίνης ή φλουβαστατίνης όταν συγχορηγούνται με αναστολείς πρωτεάσης. Η πραβαστατίνη δεν μεταβολίζεται από το CYP3A4. Η φλουβαστατίνη μεταβολίζεται μερικώς από το CYP2C9. | Πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή. |
| Λομιταπίδη | Η λομιταπίδη εξαρτάται σε υψηλό βαθμό από το CYP3A4 για τον μεταβολισμό της και η συγχορήγηση με REYATAZ και ριτοναβίρη μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα αυξημένες συγκεντρώσεις. | Η συγχορήγηση της λομιταπίδης με REYATAZ και ριτοναβίρη αντενδείκνυται λόγω του δυνητικού κινδύνου αισθητής αύξησης των επιπέδων των τρανσαμινασών και ηπατοτοξικότητας (βλ. Αντενδείξεις). |
| ΕΙΣΠΝΕΟΜΕΝΟΙ ΒΗΤΑ-ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ: Σαλμετερόλη | Η συγχορήγηση με REYATAZ μπορεί να προκαλέσει αυξημένες συγκεντρώσεις σαλμετερόλης και αύξηση των οφειλομένων στην σαλμετερόλη ανεπιθύμητων ενεργειών. Ο μηχανισμός αλληλεπίδρασης είναι η αναστολή του CYP3A4 από την αταζαναβίρη και/ή τη ριτοναβίρη. | Η συγχορήγηση σαλμετερόλης με REYATAZ δεν συνιστάται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). |
| ΟΠΙΟΕΙΔΗ: Βουπρενορφίνη, εφάπαξ ημερησίως, σταθερή δόση συντήρησης (αταζαναβίρη 300 mg εφάπαξ ημερησίως με ριτοναβίρη 100 mg εφάπαξ ημερησίως) | Βουπρενορφίνη AUC ↑67%, Βουπρενορφίνη Cmax ↑37%, Βουπρενορφίνη Cmin ↑69%. Νορβουπρενορφίνη AUC ↑105%, Νορβουπρενορφίνη Cmax ↑61%, Νορβουπρενορφίνη Cmin ↑101%. Ο μηχανισμός της αλληλεπίδρασης είναι η αναστολή CYP3A4 και UGT1A1. Οι συγκεντρώσεις της αταζαναβίρης (όταν χορηγείται με ριτοναβίρη) δεν επηρεάστηκαν σημαντικά. | Η συγχορήγηση με REYATAZ με ριτοναβίρη επιβάλλει κλινική παρακολούθηση για καταστολή και γνωσιακές επιδράσεις. Μπορεί να εξετασθεί η περίπτωση μείωσης της δόσης της βουπρενορφίνης. |
| Μεθαδόνη, σταθερή δόση συντήρησης (αταζαναβίρη 400 mg εφάπαξ ημερησίως) | Δεν παρατηρήθηκε σημαντική επίδραση στις συγκεντρώσεις μεθαδόνης. Δεδομένου ότι η χαμηλή δόση ριτοναβίρης (100 mg δύο φορές ημερησίως) έχει αποδειχθεί ότι δεν έχει σημαντική επίδραση στις συγκεντρώσεις της μεθαδόνης, δεν αναμένεται αλληλεπίδραση εάν η μεθαδόνη συγχορηγείται με REYATAZ, με βάση τα στοιχεία αυτά. | Δεν απαιτείται ρύθμιση δοσολογίας όταν η μεθαδόνη συγχορηγείται με REYATAZ. |
| ΠΝΕΥΜΟΝΙΚΗ ΑΡΤΗΡΙΑΚΗ ΥΠΕΡΤΑΣΗ: Αναστολείς PDE5 (Σιλδεναφίλη) | Η συγχορήγηση με REYATAZ μπορεί να προκαλέσει αυξημένες συγκεντρώσεις του αναστολέα PDE5 και αύξηση των οφειλομένων στον αναστολέα PDE5 ανεπιθύμητων ενεργειών. Ο μηχανισμός αλληλεπίδρασης είναι η αναστολή του CYP3A4 από την αταζαναβίρη και/ή τη ριτοναβίρη. | Μια ασφαλής και αποτελεσματική δόση σε συνδυασμό με REYATAZ δεν έχει αποδειχθεί για σιλδεναφίλη όταν χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της πνευμονικής αρτηριακής υπέρτασης. Η σιλδεναφίλη αντενδείκνυται όταν χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της πνευμονικής αρτηριακής υπέρτασης (βλ. Αντενδείξεις). |
| ΚΑΤΑΣΤΑΛΤΙΚΑ: Βενζοδιαζεπίνες (Μιδαζολάμη, Τριαζολάμη) | Η μιδαζολάμη και η τριαζολάμη μεταβολίζονται εκτενώς από το CYP3A4. Η συγχορήγηση με REYATAZ μπορεί να προκαλέσει μεγάλη αύξηση στη συγκέντρωση αυτών των βενζοδιαζεπινών. Δεν έχει διεξαχθεί μελέτη αλληλεπίδρασης για τη συγχορήγηση του REYATAZ με βενζοδιαζεπίνες. Με βάση τα στοιχεία άλλων αναστολέων CYP3A4, οι συγκεντρώσεις πλάσματος της μιδαζολάμης αναμένονται σημαντικά υψηλότερες όταν η μιδαζολάμη χορηγείται από στόματος. Δεδομένα από την ταυτόχρονη χρήση παρεντερικής μιδαζολάμης με άλλους αναστολείς πρωτεάσης υποδεικνύουν μια πιθανή αύξηση των επιπέδων της μιδαζολάμης στο πλάσμα κατά 3-4 φορές. | Η συγχορήγηση του REYATAZ με τριαζολάμη ή από στόματος χορηγούμενη μιδαζολάμη αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις), ενώ πρέπει να δίδεται προσοχή στη συγχορήγηση REYATAZ και παρεντερικής μιδαζολάμης. Σε περίπτωση που το REYATAZ συγχορηγείται με παρεντερική μιδαζολάμη, πρέπει να γίνεται σε μονάδα εντατικής θεραπείας (ΜΕΘ) ή παρόμοιο περιβάλλον, που διασφαλίζει στενή κλινική παρακολούθηση και κατάλληλη ιατρική διαχείριση σε περίπτωση αναπνευστικής καταστολής ή/και παρατεταμένης καταστολής. Πρέπει να εξετάζεται η περίπτωση ρύθμισης της δόσης της μιδαζολάμης, ιδιαίτερα όταν χορηγούνται περισσότερες της μια δόσεις. |
Σε περίπτωση απόσυρσης της ριτοναβίρης από το συνιστώμενο ενισχυμένο σχήμα της αταζαναβίρης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
Ισχύουν οι ίδιες συστάσεις για τις φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις με εξαίρεση τα εξής:
- δεν συνιστάται η συγχορήγηση με τενοφοβίρη, καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη, φαινοβαρβιτάλη, αναστολείς της αντλίας πρωτονίων και βουπρενορφίνη.
- δεν συνιστάται η συγχορήγηση με φαμοτιδίνη αλλά εάν είναι απαραίτητη, η αταζαναβίρη χωρίς ριτοναβίρη θα πρέπει να χορηγείται είτε 2 ώρες μετά τη φαμοτιδίνη, ή 12 ώρες πριν. Οι επιμέρους δόσεις της φαμοτιδίνης δεν θα πρέπει να υπερβαίνουν τα 20 mg και η συνολική ημερήσια δόση της φαμοτιδίνης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 40 mg.
- θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι
- η συγχορήγηση απιξαμπάνης, δαβιγατράνης ή ριβαροξαμπάνης και REYATAZ χωρίς ριτοναβίρη ενδέχεται να επηρεάσει τις συγκεντρώσεις της απιξαμπάνης, της δαβιγατράνης ή της ριβαροξαμπάνης
- η συγχορήγηση βορικοναζόλης και REYATAZ χωρίς ριτοναβίρη ενδέχεται να επηρεάσει τις συγκεντρώσεις της αταζαναβίρης
- η συγχορήγηση φλουτικαζόνης και REYATAZ χωρίς ριτοναβίρη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της φλουτικαζόνης σε σχέση με τη χορήγηση φλουτικαζόνης μόνο
- εάν χορηγηθεί ένα από στόματος αντισυλληπτικό μαζί με REYATAZ χωρίς ριτοναβίρη, το από στόματος αντισυλληπτικό συνιστάται να μην περιέχει περισσότερα από 30 µg αιθινυλοιστραδιόλης
- δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης της λαμοτριγίνης.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Μελέτες αλληλεπίδρασης έχουν διεξαχθεί μόνο σε ενήλικες.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-REYATAZ
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη προφίλ ασφάλειας
Το REYATAZ έχει αξιολογηθεί για την ασφάλεια σε θεραπεία συνδυασμού με άλλα αντιρετροϊκά φαρμακευτικά προϊόντα σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες 1.806 ενήλικων ασθενών, που έλαβαν REYATAZ 400 mg εφάπαξ ημερησίως (1.151 ασθενείς, διάμεση διάρκεια 52 εβδομάδες και μέγιστη διάρκεια 152 εβδομάδων) ή REYATAZ 300 mg με ριτοναβίρη 100 mg εφάπαξ ημερησίως (655 ασθενείς, διάμεση διάρκεια 96 εβδομάδων και μέγιστη διάρκεια 108 εβδομάδων).
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν σε συμφωνία μεταξύ των ασθενών που έλαβαν REYATAZ 400 mg εφάπαξ ημερησίως και των ασθενών που έλαβαν REYATAZ 300 mg με ριτοναβίρη 100 mg εφάπαξ ημερησίως εκτός του ίκτερου και των αυξημένων επιπέδων ολικής χολερυθρίνης, που αναφέρθηκαν πιο συχνά με το REYATAZ μαζί με τη ριτοναβίρη.
Μεταξύ των ασθενών που έλαβαν REYATAZ 400 mg εφάπαξ ημερησίως ή REYATAZ 300 mg με ριτοναβίρη 100 mg εφάπαξ ημερησίως, οι μόνες ανεπιθύμητες ενέργειες οποιασδήποτε σοβαρότητας που αναφέρθηκαν πολύ συχνά με τουλάχιστον πιθανή σχέση με σχήματα που περιελάμβαναν REYATAZ και επιπλέον ένα ή περισσότερους NRTI ήταν ναυτία (20%), διάρροια (10%) και ίκτερος (13%). Μεταξύ των ασθενών που έλαβαν REYATAZ 300 mg με ριτοναβίρη 100 mg, η συχνότητα του ίκτερου ήταν 19%. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, ο ίκτερος αναφέρθηκε εντός μερικών ημερών έως μερικών μηνών μετά την έναρξη της θεραπείας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Χρόνια νεφρική νόσος σε ασθενείς με λοίμωξη HIV που έχουν υποβληθεί σε θεραπεία με αταζαναβίρη, με ή χωρίς ριτοναβίρη, έχει αναφερθεί κατά τα διάρκεια της παρακολούθησης μετά την κυκλοφορία. Μια μεγάλη προοπτική μελέτη παρατήρησης έδειξε μία συσχέτιση μεταξύ της αυξημένης συχνότητας χρόνιας νεφρικής νόσου και της συσσωρευτικής έκθεσης σε αγωγή με αταζαναβίρη/ριτοναβίρη σε ασθενείς με λοίμωξη HIV με αρχικά φυσιολογικό eGFR. Αυτή η συσχέτιση παρατηρήθηκε ανεξάρτητα από την έκθεση σε τενοφοβίρη δισοπροξίλη. Τακτική παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας των ασθενών πρέπει να διατηρείται σε όλη τη διάρκεια της θεραπείας (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Περίληψη ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Η αξιολόγηση των ανεπιθύμητων ενεργειών για το REYATAZ βασίζεται σε δεδομένα ασφάλειας από κλινικές μελέτες και μετά την κυκλοφορία εμπειρία. Η συχνότητα ορίζεται με την ακόλουθη αλληλουχία: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος:
- όχι συχνές: υπερευαισθησία
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης:
- όχι συχνές: σωματικό βάρος μειωμένο, αύξηση βάρους, ανορεξία, όρεξη αυξημένη
Ψυχιατρικές διαταραχές:
- όχι συχνές: κατάθλιψη, αποπροσανατολισμός, άγχος, αϋπνία, διαταραχή ύπνου, ανώμαλα όνειρα
Διαταραχές του νευρικού συστήματος:
- συχνές: κεφαλαλγία
- όχι συχνές: περιφερική νευροπάθεια, συγκοπή, αμνησία, ζάλη, υπνηλία, δυσγευσία
Οφθαλμικές διαταραχές:
- συχνές: ίκτερος των οφθαλμών
Καρδιακές διαταραχές:
- όχι συχνές: πολύμορφη ταχυκαρδία δίκην ριπιδίουα
- σπάνιες: παράταση QTca, οίδημα, αίσθημα παλμών
Αγγειακές διαταραχές:
- όχι συχνές: υπέρταση
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου:
- όχι συχνές: δύσπνοια
Διαταραχές του γαστρεντερικού:
- συχνές: έμετος, διάρροια, κοιλιακό άλγος, ναυτία, δυσπεψία
- όχι συχνές: παγκρεατίτιδα, γαστρίτιδα, διάταση κοιλίας, αφθώδης στοματίτιδα, μετεωρισμός, ξηροστομία
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων:
- συχνές: ίκτερος
- όχι συχνές: ηπατίτιδα, χολολιθίασηα, χολόστασηα
- σπάνιες: ηπατοσπληνομεγαλία, χολοκυστίτιδαα
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού:
- συχνές: εξάνθημα
- όχι συχνές: πολύμορφο ερύθημαα,β, τοξικό εξάνθημα δέρματοςα,β, εξάνθημα φαρμάκου με ηωσινοφιλία και σύνδρομο συστηματικών συμπτωμάτων (DRESS)α,β, αγγειοοίδημαα, κνίδωση, αλωπεκία, κνησμός
- σπάνιες: σύνδρομο StevensJohnsonα,βφλυκταινοπομφολυγώδες εξάνθημα, έκζεμα, αγγειοδιαστολή
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού:
- όχι συχνές: μυϊκή ατροφία, αρθραλγία, μυαλγία
- σπάνιες: μυοπάθεια
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών:
- όχι συχνές: νεφρολιθίασηα, αιματουρία, πρωτεϊνουρία, συχνουρία, διάμεση νεφρίτιδα, χρόνια νεφρική νόσοςα
- σπάνιες: άλγος νεφρού
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού:
- όχι συχνές: γυναικομαστία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης:
- συχνές: κόπωση
- όχι συχνές: θωρακικό άλγος, αίσθημα κακουχίας, πυρεξία, εξασθένηση
- σπάνιες: διαταραχή βάδισης
α Αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες διαπιστώθηκαν κατά τη διάρκεια της μετά την κυκλοφορία παρακολούθησης, όμως, οι συχνότητες εκτιμήθηκαν από έναν στατιστικό υπολογισμό βασισμένο στον συνολικό αριθμό ασθενών που εκτέθηκαν σε REYATAZ σε τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες και άλλες διαθέσιμες κλινικές δοκιμές (n=2.321). β Βλέπε περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών για περισσότερες λεπτομέρειες.
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Σε HIV οροθετικούς ασθενείς με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια ενδέχεται να εμφανιστεί, κατά την έναρξη της συνδυασμένης αντιρετροϊκής αγωγής (CART), μία φλεγμονώδης αντίδραση σε ασυμπτωματικά ή υπολειμματικά ευκαιριακά παθογόνα. Aυτοάνοσες διαταραχές (όπως η νόσος του Graves και η αυτοάνοση ηπατίτιδα) έχουν επίσης αναφερθεί. Ωστόσο, ο αναφερόμενος χρόνος έως την έναρξη είναι περισσότερο μεταβλητός και αυτά τα συμβάντα μπορεί να εμφανιστούν πολλούς μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις οστεονέκρωσης κυρίως σε ασθενείς με γνωστούς γενικά παράγοντες κινδύνου, προχωρημένη λοίμωξη HIV ή μακράς διάρκειας έκθεση σε συνδυασμό αντιρετροϊκής θεραπείας (CART). Η συχνότητα αυτών είναι άγνωστη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Μεταβολικές παράμετροι
Σωματικό βάρος και επίπεδα λιπιδίων στο αίμα και γλυκόζη μπορεί να αυξηθούν κατά τη διάρκεια της αντιρετροϊκής θεραπείας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Εξάνθημα και σχετιζόμενα σύνδρομα
Τα εξανθήματα είναι συνήθως ήπια -έως-μέτρια κηλιδοβλατιδώδη δερματικά εξανθήματα που εμφανίζονται μέσα στις 3 πρώτες εβδομάδες από την έναρξη θεραπείας με REYATAZ.
Σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS), πολύμορφο ερύθημα, τοξικό δερματικό εξάνθημα και εξάνθημα φαρμάκου με ηωσινοφιλία και σύνδρομο συστηματικών συμπτωμάτων (DRESS) έχουν αναφερθεί με τη χρήση REYATAZ (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Εργαστηριακές ανωμαλίες
Η πιο συχνά αναφερθείσα εργαστηριακή ανωμαλία σε ασθενείς που λαμβάνουν δοσολογικά σχήματα που περιλαμβάνουν REYATAZ και έναν ή περισσότερους NRTI ήταν αυξημένη ολική χολερυθρίνη αναφερθείσα κατά κύριο λόγο ως αυξημένη έμμεση [μη συζευγμένη] χολερυθρίνη (87% Βαθμού 1, 2, 3 ή 4). Αύξηση Βαθμού 3 ή 4 της ολικής χολερυθρίνης σημειώθηκε στο 37% (6% Βαθμού 4). Μεταξύ των ασθενών με προηγούμενη θεραπεία, στους οποίους χορηγήθηκε REYATAZ 300 mg εφάπαξ ημερησίως με 100 mg ριτοναβίρη εφάπαξ ημερησίως, για διάμεση διάρκεια 95 εβδομάδων, το 53% παρουσίασαν αύξηση ολικής χολερυθρίνης Βαθμού 3-4. Μεταξύ των ασθενών χωρίς προηγούμενη θεραπεία στους οποίους χορηγήθηκε REYATAZ 300 mg εφάπαξ ημερησίως με 100 mg ριτοναβίρη εφάπαξ ημερησίως για διάμεση διάρκεια 96 εβδομάδων, το 48% παρουσίασαν αύξηση ολικής χολερυθρίνης Βαθμού 3-4 (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Άλλες χαρακτηριστικές κλινικές εργαστηριακές ανωμαλίες (Βαθμού 3 ή 4) που αναφέρθηκαν σε ≥ 2% των ασθενών που ελάμβαναν δοσολογικά σχήματα που περιελάμβαναν REYATAZ και έναν ή περισσότερους NRTI περιλαμβάνουν: αυξημένη κινάση της κρεατίνης (7%), αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης/γλουταμική-πυροσταφυλική τρανσαμινάση ορού (ALT/SGPT) (5%), χαμηλά ουδετερόφιλα (5%), αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση/γλουταμική-οξαλοξική αμινοτρανσφεράση ορού (AST/SGOT) (3%), και αυξημένη λιπάση (3%).
Στο δύο τοις εκατό των ασθενών στους οποίους χορηγήθηκε REYATAZ παρουσιάσθηκαν ταυτόχρονα αυξήσεις Βαθμού 3-4 ALT/AST και Βαθμού 3-4 ολικής χολερυθρίνης.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Σε μία κλινική μελέτη, τη μελέτη AI424-020, οι παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας από 3 μηνών έως κάτω των 18 ετών, οι οποίοι έλαβαν ή τη σύνθεση της πόσιμης κόνεως ή τη σύνθεση των καψακίων, είχαν μια μέση διάρκεια θεραπείας με REYATAZ 115 εβδομάδων. Το προφίλ ασφαλείας σε αυτή τη μελέτη μπορεί συνολικά να συγκριθεί με αυτό των ενηλίκων. Και οι δύο ασυμπτωματικοί πρώτου βαθμού (23%) και δευτέρου βαθμού (1%) κολποκοιλιακοί αποκλεισμοί αναφέρονταν σε παιδιατρικούς ασθενείς. Η συχνότερα αναφερόμενη εργαστηριακή ανωμαλία σε παιδιατρικούς ασθενείς που τους χορηγείτο REYATAZ ήταν η αύξηση της ολικής χολερυθρίνης (≥ 2,6 φορές ULN, Βαθμός 3-4) που εμφανίστηκε στο 45% των ασθενών.
Στις κλινικές μελέτες AI424-397 και AI424-451, οι παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας από 3 μηνών έως κάτω των 11 ετών είχαν μια μέση διάρκεια θεραπείας με πόσιμη κόνις REYATAZ 80 εβδομάδων. Δεν αναφέρθηκαν θάνατοι. Το προφίλ ασφαλείας σε αυτές τις μελέτες μπορεί συνολικά να συγκριθεί με αυτό που έχει παρατηρηθεί σε προηγούμενες μελέτες με παιδιατρικούς και ενήλικες ασθενείς. Οι συχνότερα αναφερόμενες εργαστηριακές ανωμαλίες σε παιδιατρικούς ασθενείς που τους χορηγούνταν πόσιμη κόνις REYATAZ ήταν αυξημένη ολική χολερυθρίνη (≥ 2,6 φορές υψηλότερη από το ULN, Βαθμού 3-4, 16%) και αυξημένη αμυλάση (Βαθμού 3-4, 33%), η οποία γενικά ήταν μη παγκρεατικής προέλευσης. Αύξηση των επιπέδων ALT αναφέρθηκε πιο συχνά σε αυτές τις μελετες σε παιδιατρικούς ασθενείς από ότι σε ενήλικες.
Άλλοι ειδικοί πληθυσμοί
Ασθενείς με συνοδό λοίμωξη ηπατίτιδας Β και/ή ηπατίτιδας C
Μεταξύ 1.151 ασθενών που ελάμβαναν αταζαναβίρη 400 mg εφάπαξ ημερησίως, οι 177 ασθενείς είχαν συνοδό χρόνια ηπατίτιδα B ή C, και μεταξύ των 655 ασθενών που ελάμβαναν αταζαναβίρη 300 mg εφάπαξ ημερησίως με ριτοναβίρη 100 mg εφάπαξ ημερησίως, οι 97 ασθενείς είχαν συνοδό χρόνια ηπατίτιδα Β ή C. Οι ασθενείς με συνοδό λοίμωξη ήταν πιο πιθανό να έχουν αυξημένες ηπατικές τρανσαμινάσες κατά την έναρξη της θεραπείας από αυτούς χωρίς χρόνια ιογενή ηπατίτιδα. Καμιά διαφορά δεν παρατηρήθηκε στη συχνότητα των αυξήσεων της χολερυθρίνης μεταξύ αυτών των ασθενών και εκείνων χωρίς ιογενή ηπατίτιδα. Η συχνότητα της εμφανιζόμενης κατά τη θεραπεία ηπατίτιδας ή αυξήσεων των τρανσαμινασών στους ασθενείς με συνοδό λοίμωξη ήταν συγκρίσιμες μεταξύ του REYATAZ και των συγκρινόμενων με αυτό θεραπευτικών σχημάτων (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-REYATAZ
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Τα δεδομένα από σχετικά περιορισμένο αριθμό εγκύων γυναικών (περιπτώσεις έκβασης εγκυμοσύνης μεταξύ 300-1000) καταδεικνύουν την απουσία εμβρυοτοξικών συγγενών ανωμαλιών από τη χρήση της αταζαναβίρης. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Η χρήση του REYATAZ με ριτοναβίρη θα μπορούσε να αποφασισθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μόνο εάν τα πιθανά οφέλη δικαιολογούν τους πιθανούς κινδύνους.
Στην κλινική δοκιμή AI424-182, χορηγήθηκε REYATAZ/ριτοναβίρη (300/100 mg ή 400/100 mg) σε συνδυασμό με ζιδοβουδίνη/λαμιβουδίνη σε 41 έγκυες γυναίκες κατά τη διάρκεια του δεύτερου ή τρίτου τριμήνου. Οι έξι στις 20 (30%) γυναίκες σε REYATAZ/ριτοναβίρη 300/100 mg και οι 13 στις 21 (62%) γυναίκες σε REYATAZ/ριτοναβίρη 400/100 mg εμφάνισαν 3-4 βαθμού υπερχολερυθριναιμία. Δεν παρατηρήθηκαν περιπτώσεις γαλακτικής οξέωσης στην κλινική δοκιμή AI424-182.
Η μελέτη αξιολόγησε 40 βρέφη που έλαβαν αντιρετροϊκή προφυλακτική θεραπεία (που δεν περιελάμβανε REYATAZ) και ήταν αρνητικά για HIV-1 DNA την ώρα της γέννησης ή/και τους πρώτους 6 μήνες μετά τον τοκετό. Τρία από τα 20 βρέφη (15%) γεννήθηκαν από γυναίκες που ελάμβαναν θεραπεία με REYATAZ/ριτοναβίρη 300/100 mg και τέσσερα από τα 20 βρέφη (20%) γεννήθηκαν από γυναίκες που λάμβαναν θεραπεία με REYATAZ/ριτοναβίρη 400/100 mg εμφάνισαν 3-4 βαθμού χολερυθρίνη. Δεν υπήρξαν ενδείξεις παθολογικού ίκτερου και έξι από τα 40 βρέφη αυτής της μελέτης έλαβαν φωτοθεραπεία για 4 ημέρες το μέγιστο. Δεν υπήρξε αναφορά περιπτώσεων πυρηνικού ίκτερου στα νεογνά.
Για προτεινόμενες δόσεις (βλ. Δοσολογία) και για φαρμακοκινητικά δεδομένα (βλ. Φαρμακοκινητικές). Δεν είναι γνωστό κατά πόσο η χορήγηση REYATAZ με ριτοναβίρη στη μητέρα κατά τη διάρκεια της κύησης θα επιδεινώσει τη φυσιολογική υπερχολερυθριναιμία και θα οδηγήσει σε πυρηνικό ίκτερο των νεογνών και των βρεφών. Κατά την προ του τοκετού περίοδο, θα πρέπει να εξετάζεται επιπλέον παρακολούθηση.
Θηλασμός
H αταζαναβίρη έχει ανιχνευθεί στο ανθρώπινο γάλα. Ως γενικός κανόνας, συνιστάται στις γυναίκες που έχουν λοίμωξη HIV να μη θηλάζουν τα βρέφη τους προκειμένου να αποφύγουν τη μετάδοση του HIV.
Γονιμότητα
Σε μία μη κλινική μελέτη γονιμότητας και πρώιμης εμβρυϊκής ανάπτυξης σε αρουραίους, η αταζαναβίρη τροποποίησε τον οιστρικό κύκλο χωρίς επίδραση στο ζευγάρωμα και στη γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-REYATAZ
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντι-ιικά για συστηματική χρήση, αναστολείς της πρωτεάσης, κωδικός ATC: J05A E08
Μηχανισμός δράσης:
Η αταζαναβίρη είναι ένας αναστολέας της πρωτεάσης (ΡΙ) του αζαπεπτιδίου του HIV-1. Η χημική ένωση εκλεκτικά αποκλείει την επεξεργασία των ιικών Gag-Pol πρωτεϊνών στα προσβεβλημένα από τον HIV-1 κύτταρα, εμποδίζοντας έτσι το σχηματισμό ώριμων σωματίων του ιού και την προσβολή άλλων κυττάρων.
Αντι-ιική δραστηριότητα in vitro: η αταζαναβίρη εμφανίζει αντι-HIV-1 (συμπεριλαμβανομένων όλων των κλάδων που εξετάστηκαν) και αντι-HIV-2 δραστικότητα σε κυτταρική καλλιέργεια.
Αντοχή
Αντιρετροϊκή θεραπεία σε ενήλικες ασθενείς χωρίς προηγούμενη θεραπεία
Σε κλινικές μελέτες ασθενών χωρίς προηγούμενη αντιρετροϊκή θεραπεία που έλαβαν αταζαναβίρη χωρίς ενίσχυση, η υποκατάσταση Ι50L, μερικές φορές σε συνδυασμό με μια αλλαγή Α71V, είναι η χαρακτηριστική υποκατάσταση αντοχής για την αταζαναβίρη. Τα επίπεδα αντοχής στην αταζαναβίρη κυμάνθηκαν από 3,5-πλάσια έως 29-πλάσια χωρίς ένδειξη φαινοτυπικής διασταυρούμενης αντοχής σε άλλους PI. Σε κλινικές μελέτες ασθενών χωρίς προηγούμενη αντιρετροϊκή θεραπεία που έλαβαν ενισχυμένη αταζαναβίρη, η υποκατάσταση Ι50L δεν εμφανίστηκε σε κανένα ασθενή χωρίς αρχικές υποκαταστάσεις PI. Η υποκατάσταση N88S έχει παρατηρηθεί σπάνια σε ασθενείς με ιολογική αποτυχία στην αταζαναβίρη (με ή χωρίς ριτοναβίρη). Ενώ θα μπορούσε να συμβάλλει στη μειωμένη ευαισθησία στην αταζαναβίρη όταν συμβαίνει με άλλες υποκαταστάσεις πρωτεασών, σε κλινικές μελέτες η N88S από μόνη της, δεν οδηγεί πάντοτε σε φαινοτυπική αντίσταση στην αταζαναβίρη ή δεν έχει μια συνεπή επίδραση στην κλινική αποτελεσματικότητα.
Πίνακας 3. De novo υποκαταστάσεις σε ασθενείς χωρίς προηγούμενη αγωγή στους οποίους απέτυχε η θεραπεία αταζαναβίρης + ριτοναβίρης (Μελέτη 138, 96 εβδομάδες)
| Συχνότητα | de novo υποκατάσταση PI (n=26)α |
|---|---|
| >20% | καμιά |
| 10-20% | καμιά |
α Αριθμός ασθενών με όμοιους γονότυπους που κατατάχθηκαν ως ιολογικές αποτυχίες (HIV RNA ≥ 400 αντίγραφα/ml).
Η υποκατάσταση M184I/V εμφανίστηκε σε 5/26 ασθενείς REYATAZ/ριτοναβίρης και 7/26 ασθενείς λοπιναβίρης/ριτοναβίρης, με ιολογική αποτυχία.
Αντιρετροϊκή θεραπεία σε ενήλικες ασθενείς με προηγούμενη θεραπεία
Στους ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία αντιρετροϊκής θεραπείας από τις Μελέτες 009, 043 και 045, 100 στελέχη ασθενών χαρακτηριζόμενων ως ιολογικές αποτυχίες σε θεραπεία που περιελάμβανε είτε αταζαναβίρη, αταζαναβίρη + ριτοναβίρη ή αταζαναβίρη + σακουιναβίρη προσδιορίσθηκαν να έχουν αναπτύξει αντοχή στην αταζαναβίρη. Από τα 60 στελέχη ασθενών στους οποίους χορηγήθηκε είτε αταζαναβίρη ή αταζαναβίρη + ριτοναβίρη, 18 (30%) έδειξαν τον φαινότυπο I50L που περιγράφηκε προηγουμένως σε ασθενείς που δεν είχαν υποβληθεί σε προηγούμενη θεραπεία.
Πίνακας 4. De novo υποκαταστάσεις σε ασθενείς με προηγούμενη θεραπεία στους οποίους απέτυχε η θεραπεία αταζαναβίρης + ριτοναβίρης (Μελέτη 045, 48 εβδομάδες)
| Συχνότητα | de novo υποκατάσταση PI (n=35)α,β |
|---|---|
| >20% | M36, M46, I54, A71, V82 |
| 10-20% | L10, I15, K20, V32, E35, S37, F53, I62, G73, I84, L90 |
α Αριθμός ασθενών με όμοιους γονότυπους που κατατάχθηκαν ως ιολογικές αποτυχίες (HIV RNA ≥ 400 αντίγραφα/ml). β Δέκα ασθενείς είχαν αρχική φαινοτυπική αντοχή στην αταζαναβίρη + ριτοναβίρη (μεταβολή κατά φορές [FC]>5,2). Η ευαισθησία FC στην κυτταροκαλλιέργεια σε σχέση με την αναφορά του φυσικού τύπου προσδιορίστηκε με χρήση PhenoSenseTM (Monogram Biosciences, South San Francisco, California, Η.Π.Α.)
Καμιά από τις de novo υποκαταστάσεις (βλέπε Πίνακα 4) δεν είναι ειδικές για την αταζαναβίρη και πιθανόν να αντανακλούν επανεμφάνιση συσσωρευμένης αντοχής στην αταζαναβίρη + ριτοναβίρη του πληθυσμού με προηγούμενη θεραπεία της Μελέτης 045.
Η αντοχή στους ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία αντιρετροϊκής θεραπείας εμφανίζεται κυρίως δια της συσσώρευσης των κύριων και δευτερευόντων υποκαταστάσεων αντοχής που περιγράφηκαν προηγουμένως ότι ενέχονται στην αντοχή των αναστολέων της πρωτεάσης.
Κλινικά αποτελέσματα
Σε ενήλικες ασθενείς χωρίς προηγούμενη εμπειρία αντιρετροϊκής θεραπείας
Η μελέτη 138 είναι μια διεθνής τυχαιοποιημένη, ανοικτή, πολυκεντρική, προοπτική μελέτη ασθενών χωρίς προηγούμενη εμπειρία θεραπείας, που συνέκρινε REYATAZ/ριτοναβίρη (300 mg/100 mg εφάπαξ ημερησίως) με λοπιναβίρη/ριτοναβίρη (400 mg/100 mg δύο φορές ημερησίως), το καθένα σε συνδυασμό με σταθερή δόση τενοφοβίρης δισοπροξίλης φουμαρικής /εμτρισιταβίνης (300 mg/200 mg δισκίων εφάπαξ ημερησίως). Το σκέλος REYATAZ/ριτοναβίρης έδειξε παρόμοια (όχι κατώτερη) αντι-ιική αποτελεσματικότητα, συγκρινόμενος με τον βραχίονα λοπιναβίρης/ριτοναβίρης, όπως αξιολογήθηκε από την αναλογία των ασθενών με HIV RNA < 50 αντίγραφα/ml την 48η εβδομάδα (Πίνακας 5).
Η ανάλυση των δεδομένων από 96 εβδομάδες θεραπείας κατέδειξε τη διάρκεια της αντι-ιικής δραστικότητας (Πίνακας 5).
Πίνακας 5: Εκβάσεις Αποτελεσματικότητας στη Μελέτη 138 α
| Παράμετρος | REYATAZ/ριτοναβίρηβ (300 mg/100 mg εφάπαξ ημερησίως) | Λοπιναβίρη/ριτοναβίρηγ (400 mg/100 mg δύο φορές ημερησίως) |
|---|---|---|
| n=440 | n=443 | |
| Εβδομάδα 48 | Εβδομάδα 96 | |
| HIV RNA <50 αντίγραφα/ml,% | ||
| Όλοι οι ασθενείςδ | 78 | 74 |
| Εκτίμηση διαφοράς [95% CI]δ | Εβδομάδα 48: 1,7% [-3,8%, 7,1%] | Εβδομάδα 96: 6,1% [0,3%, 12,0%] |
| Ανάλυση κατά το πρωτόκολλοε | 86 (n=392στ) | 91 (n=352) |
| Εκτίμηση διαφοράςε [95% CI] | Εβδομάδα 48: -3% [-7,6%, 1,5%] | Εβδομάδα 96: 2,2% [-2,3%, 6,7%] |
| HIV RNA <50 αντίγραφα/ml,% ανά Χαρακτηριστικό Αναφοράςδ | ||
| HIV RNA <100.000 αντίγραφα/ml | 82 (n=217) | 75 (n=217) |
| ≥100.000 αντίγραφα/ml | 74 (n=223) | 74 (n=223) |
| Μέτρηση CD4 <50 κύτταρα/mm3 | 78 (n=58) | 78 (n=58) |
| 50 έως <100 κύτταρα/mm3 | 76 (n=45) | 71 (n=45) |
| 100 έως <200 κύτταρα/mm3 | 75 (n=106) | 71 (n=106) |
| ≥ 200 κύτταρα/mm3 | 80 (n=222) | 76 (n=222) |
| Μέση Μεταβολή HIV RNA από την Αρχική Τιμή, log10 αντίγραφα/ml | ||
| Όλοι οι ασθενείς | -3,09 (n=397) | -3,21 (n=360) |
| Μέση Μεταβολή CD4 από την Αρχική Τιμή, κύτταρα/mm3 | ||
| Όλοι οι ασθενείς | 203 (n=370) | 268 (n=336) |
| Μέση Μεταβολή CD4 από την Αρχική Τιμή, κύτταρα/mm3 ανά Χαρακτηριστικό Αναφοράς | ||
| HIV RNA <100.000 αντίγραφα/ml | 179 (n=183) | 243 (n=163) |
| ≥100.000 αντίγραφα/ml | 227 (n=187) | 291 (n=173) |
α Η μέση τιμή αναφοράς των κυττάρων CD4 ήταν 214 κύτταρα/mm3 (εύρος 2 έως 810 κύτταρα/mm3) και η μέση τιμή αναφοράς του HIV-1 RNA πλάσματος ήταν 4,94 log10 αντίγραφα/ml (εύρος 2,6 έως 5,88 log10 αντίγραφα/ml) β REYATAZ/RTV με τενοφοβίρη δισοπροξίλη φουμαρική /εμτρισιταβίνη (σταθερή δόση 300 mg/200 mg δισκίων εφάπαξ ημερησίως). γ Λοπιναβίρη/RTV με τενοφοβίρη δισοπροξίλη φουμαρική /εμτρισιταβίνη (σταθερή δόση 300 mg/200 mg δισκίων εφάπαξ ημερησίως). δ Ανάλυση πρόθεσης θεραπείας, όπου οι ελλείπουσες τιμές θεωρήθηκαν ως αποτυχίες. ε Ανάλυση κατά το πρωτόκολλο: Αποκλειομένων των ασθενών που δεν ολοκλήρωσαν τη μελέτη και εκείνων με μείζονες αποκλίσεις από το πρωτόκολλο. στ Αριθμός αξιολογήσιμων ασθενών.
Δεδομένα από την απόσυρση της ριτοναβίρης από το συνιστώμενο ενισχυμένο σχήμα της αταζαναβίρης (βλ. επίσης Ειδικές προειδοποιήσεις)
Μελέτη 136 (INDUMA)
Σε μία ανοικτής επισήμανσης, τυχαιοποιημένη, συγκριτική μελέτη μετά από μία φάση επαγωγής διάρκειας 26 έως 30 εβδομάδων με REYATAZ 300 mg + ριτοναβίρη 100 mg άπαξ ημερησίως και δύο NRTI, το μη ενισχυμένο REYATAZ 400 mg άπαξ ημερησίως και δύο NRTI χορηγούμενα κατά τη διάρκεια μίας φάσης συντήρησης 48 εβδομάδων (n=87) επέδειξε παρόμοια αντι-ιική αποτελεσματικότητα σε σύγκριση με το REYATAZ + ριτοναβίρη και δύο NRTI (n=85) σε άτομα με λοίμωξη από HIV με πλήρη καταστολή της αντιγραφής του HIV, όπως αξιολογήθηκε από το ποσοστό των ατόμων με HIV RNA < 50 αντίγραφα/ml: 78% των ατόμων που έλαβαν μη ενισχυμένο REYATAZ και δύο NRTI συγκριτικά με 75% των ατόμων που έλαβαν REYATAZ + ριτοναβίρη και δύο NRTI.
Σε έντεκα άτομα (13%) από την ομάδα που έλαβε μη ενισχυμένο REYATAZ και 6 άτομα (7%) από την ομάδα που έλαβε REYATAZ + ριτοναβίρη παρατηρήθηκε ιολογική υποτροπή. Τέσσερα άτομα από την ομάδα που έλαβε μη ενισχυμένο REYATAZ και 2 άτομα από την ομάδα που έλαβε REYATAZ + ριτοναβίρη είχαν HIV RNA > 500 αντίγραφα/ml κατά τη διάρκεια της φάσης συντήρησης. Σε κανένα άτομα από καμία ομάδα δεν εμφανίστηκε αντοχή στους αναστολείς της πρωτεάσης. Σε 2 άτομα από την ομάδα που έλαβε μη ενισχυμένο REYATAZ και 1 άτομο από την ομάδα που έλαβε REYATAZ + ριτοναβίρη ανιχνεύθηκε η υποκατάσταση M184V στην ανάστροφη μεταγραφάση, η οποία σχετίζεται με αντοχή στη λαμιβουδίνη και την εμτρισιταβίνη.
Τα περιστατικά διακοπής της θεραπείας στην ομάδα που έλαβε μη ενισχυμένο REYATAZ ήταν λιγότερα (1 έναντι 4 ατόμων στην ομάδα που έλαβε REYATAZ + ριτοναβίρη). Υπήρχαν λιγότερα περιστατικά υπερχολερυθριναιμίας και ίκτερου στην ομάδα που έλαβε μη ενισχυμένο REYATAZ σε σύγκριση με την ομάδα που έλαβε REYATAZ + ριτοναβίρη (18 και 28 άτομα, αντίστοιχα).
Σε ενήλικες ασθενείς με προηγούμενη αντιρετροϊκή θεραπεία
Η μελέτη 045 είναι μια τυχαιοποιημένη, πολυκεντρική μελέτη που συγκρίνει το συνδυασμό REYATAZ /ριτοναβίρης (300/100 mg εφάπαξ ημερησίως) και REYATAZ / σακουιναβίρης (400/1.200 mg εφάπαξ ημερησίως), προς το συνδυασμό λοπιναβίρη + ριτοναβίρη (400/100 mg συνδυασμού σταθερής δόσης δύο φορές ημερησίως), κάθε ένα σε συνδυασμό με τενοφοβίρη δισοπροξίλη φουμαρική (βλ. Αλληλεπιδράσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες) και έναν NRTI, σε ασθενείς με ιολογική αποτυχία σε δύο ή περισσότερα προηγούμενα θεραπευτικά σχήματα που περιελάμβαναν τουλάχιστον έναν PI, NRTI και NNRTI. Για τους τυχαιοποιημένους ασθενείς, ο μέσος χρόνος προηγούμενης έκθεσης σε αντιρετροϊκή θεραπεία ήταν 138 εβδομάδες για τους PI, 281 εβδομάδες για τους NRTI και 85 εβδομάδες για τους NNRTI. Κατά την έναρξη, το 34% των ασθενών ελάμβαναν έναν PI και το 60% έναν NNRTI. Δέκα πέντε από τους 120 (13%) ασθενείς στο σκέλος θεραπείας με REYATAZ + ριτοναβίρη και 17 από τους 123 (14%) των ασθενών στο σκέλος θεραπείας με λοπιναβίρη + ριτοναβίρη είχαν τέσσερις ή περισσότερες από τις PI υποκαταστάσεις L10, M46, I54, V82, I84 και L90. Τριάντα δύο τοις εκατό των ασθενών στη μελέτη αυτή είχαν ένα ιικό στέλεχος με λιγότερες από δύο υποκαταστάσεις NRTI.
Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν ο χρονικά μεσοσταθμισμένος μέσος όρος της διαφοράς της μεταβολής από την έναρξη του HIV RNA σε διάστημα 48 εβδομάδων (Πίνακας 6).
Πίνακας 6: Εκβάσεις Αποτελεσματικότητας στην Εβδομάδα 48α και την Εβδομάδα 96 (Μελέτη 045)
| Παράμετρος | ATV/RTVβ (300 mg/100 mg εφάπαξ ημερησίως) | LPV/RTVγ (400 mg/100 mg δύο φορές ημερησίως) | Χρονικά μεσοσταθμισμένη διαφορά ATV/RTV-LPV/RTV [97,5% CIδ] |
|---|---|---|---|
| Εβδομάδα 48 | Εβδομάδα 96 | Εβδομάδα 48 | |
| n=120 | n=123 | ||
| Μέση Μεταβολή HIV RNA από την Αρχική Τιμή, log10 αντίγραφα/ml | |||
| Όλοι οι ασθενείς | -1,93 (n=90 ε) | -2,29 (n=64) | -1,87 (n=99) |
| HIV RNA <50 αντίγραφα/ml,%ζ (ανταποκρινόμενοι/αξιολογήσιμοι) | |||
| Όλοι οι ασθενείς | 36 (43/120) | 32 (38/120) | 42 (52/123) |
| HIV RNA <50 αντίγραφα/ml ανά επιλεγμένες αρχικές υποκαταστάσεις PI,ζ, η% (ανταποκρινόμενοι/αξιολογήσιμοι) | |||
| 0-2 | 44 (28/63) | 41 (26/63) | 56 (32/57) |
| 3 | 18 (2/11) | 9 (1/11) | 38 (6/16) |
| ≥4 | 27 (12/45) | 24 (11/45) | 28 (14/50) |
| Μέση Μεταβολή CD4 από την Αρχική Τιμή, κύτταρα/mm3 | |||
| Όλοι οι ασθενείς | 110 (n=83) | 122 (n=60) | 121 (n=94) |
α Η μέση τιμή αναφοράς των CD4 κυττάρων κατά την έναρξη, ήταν 344 κύτταρα/mm3 (εύρος: 14 έως 1.543 κύτταρα/mm3) και το μέσο επίπεδο HIV-1 RNA στο πλάσμα κατά την έναρξη ήταν 4,4 log10 αντίγραφα/ml (εύρος: 2,6 έως 5,88 log10 αντίγραφα/ml). β ATV/RTV με τενοφοβίρη δισοπροξίλη φουμαρική /εμτρισιταβίνη (σταθερή δόση 300 mg/200 mg δισκίων εφάπαξ ημερησίως). γ LPV/RTV με τενοφοβίρη δισοπροξίλη φουμαρική /εμτρισιταβίνη (σταθερή δόση 300 mg/200 mg δισκίων εφάπαξ ημερησίως). δ Διάστημα εμπιστοσύνης. ε Αριθμός αξιολογήσιμων ασθενών. στ Ανάλυση πρόθεσης θεραπείας, όπου οι ελλείπουσες τιμές θεωρήθηκαν ως αποτυχίες. Οι ανταποκρινόμενοι υπό LPV/RTV που ολοκλήρωσαν τη θεραπεία πριν την Εβδομάδα 96 αποκλείονται από την ανάλυση της Εβδομάδας 96. Το ποσοστό των ασθενών με HIV RNA < 400 αντίγραφα/ml ήταν 53% και 43% για ATV/RTV και 54% και 46% για LPV/RTV στις εβδομάδες 48 και 96 αντίστοιχα. η Επιλεγμένες υποκαταστάσεις περιλαμβάνουν κάθε μεταβολή στις θέσεις L10, K20, L24, V32, L33, M36, M46, G48, I50, I54, L63, A71, G73, V82, I84, και L90 (0-2, 3, 4 ή περισσότερο) στην αρχική κατάσταση. NA = μη εφαρμόσιμο.
Κατά τις 48 εβδομάδες θεραπείας, οι μέσες μεταβολές των επιπέδων HIV RNA από την αρχική κατάσταση για τους συνδυασμούς REYATAZ + ριτοναβίρη και λοπιναβίρη + ριτοναβίρη ήταν παρόμοιες (μη κατωτερότητα). Ελήφθησαν συγκλίνοντα αποτελέσματα με την μέθοδο ανάλυσης της μεταφοράς της τελευταίας παρατήρησης (χρονικά μεσοσταθμισμένη διαφορά της μεταβολής 0,11, 97,5% διάστημα εμπιστοσύνης [-0,15, 0,36]). Με ανάλυση με βάση τη χορηγηθείσα θεραπεία, αποκλείοντας τις τιμές που έλειπαν, οι αναλογίες των ασθενών με HIV RNA < 400 αντίγραφα/ml (< 50 αντίγραφα/ml) στο βραχίονα του σχήματος REYATAZ + ριτοναβίρη και στο σκέλος του σχήματος λοπιναβίρη + ριτοναβίρη ήταν 55% (40%) και 56% (46%), αντιστοίχως.
Κατά τις 96 εβδομάδες θεραπείας, οι μέσες μεταβολές του HIV RNA από την έναρξη για τους συνδυασμούς REYATAZ + ριτοναβίρη και λοπιναβίρη + ριτοναβίρη πληρούσαν τα κριτήρια για μη-κατωτερότητα με βάση τις παρατηρηθείσες περιπτώσεις. Ελήφθησαν συνεπή αποτελέσματα με τη μέθοδο ανάλυσης της προώθησης της τελευταίας παρατήρησης. Με ανάλυση με βάση τη χορηγηθείσα θεραπεία, εξαιρώντας τις τιμές που λείπουν, τα ποσοστά των ασθενών με HIV RNA <400 αντίγραφα/ml (<50 αντίγραφα/ml) για το συνδυασμό REYATAZ + ριτοναβίρη ήταν 84% (72%) και για το συνδυασμό λοπιναβίρη + ριτοναβίρη ήταν 82% (72%). Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι κατά τη στιγμή της ανάλυσης των 96 εβδομάδων, το 48% συνολικά των ασθενών παρέμεναν στη μελέτη.
Το σχήμα REYATAZ + σακουιναβίρη απεδείχθη υποδεέστερο του σχήματος λοπιναβίρη + ριτοναβίρη.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η αξιολόγηση της φαρμακοκινητικής, ασφάλειας, ανοχής και αποτελεσματικότητας του REYATAZ βασίζεται σε δεδομένα από την ανοικτού τύπου πολυκεντρική κλινική δοκιμή AI424-020 που διεξήχθη σε ασθενείς ηλικίας από 3 μηνών έως 21 ετών. Συνολικά σε αυτή τη μελέτη, 182 παιδιατρικοί ασθενείς (81 που δεν έχουν λάβει αντιρετροϊκή αγωγή και 101 που έχουν λάβει αντιρετροϊκή αγωγή) έλαβαν εφάπαξ ημερησίως REYATAZ (σε μορφή καψακίου ή κόνεως), με ή χωρίς ριτοναβίρη, σε συνδυασμό με δύο NRTI.
Τα κλινικά δεδομένα που προέκυψαν από αυτή τη μελέτη είναι ανεπαρκή για να υποστηρίξουν τη χρήση της αταζαναβίρης (με ή χωρίς ριτοναβίρη) σε παιδιατρικούς ασθενείς κάτω των 6 ετών.
Τα δεδομένα αποτελεσματικότητας που παρατηρήθηκαν στους 41 παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας από 6 ετών έως κάτω των 18 ετών που έλαβαν καψάκια REYATAZ με ριτοναβίρη παρουσιάζονται στον Πίνακα 7. Για παιδιατρικούς ασθενείς που λαμβάνουν πρώτη φορά αγωγή, η μέτρηση της μέσης τιμής αναφοράς των CD4 κυττάρων ήταν 344 κύτταρα/mm3 (εύρος: 2 έως 800 κύτταρα/ mm3) και η μέση τιμή αναφοράς του HIV-1 RNA στο πλάσμα ήταν 4.67 log10 αντίγραφα/ml (εύρος: 3.70 έως 5.00 log10 αντίγραφα/ml). Για παιδιατρικούς ασθενείς που ήδη έχουν λάβει αγωγή, η μέτρηση της μέσης τιμής αναφοράς των CD4 κυττάρων ήταν 522 κύτταρα/m3 (εύρος: 100 έως 1.157 κύτταρα/ mm3) και η μέση τιμή αναφοράς του πλάσματος HIV-1 RNA ήταν 4.09 log10 αντίγραφα/ml (εύρος: 3.28 έως 5.00 log10 αντίγραφα/ml).
Πίνακας 7: Εκβάσεις Αποτελεσματικότητας (παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας από 6 ετών έως κάτω των 18 ετών) στην Εβδομάδα 48 (Μελέτη AI424-020)
| Παράμετρος | Ασθενείς που δεν έχουν λάβει ξανά αγωγή Καψάκια REYATAZ /ριτοναβίρη (300 mg/100 mg εφάπαξ ημερησίως) | Ασθενείς που έχουν ήδη λάβει αγωγή Καψάκια REYATAZ /ριτοναβίρη (300 mg/100 mg εφάπαξ ημερησίως) |
|---|---|---|
| n=25 | n=16 | |
| HIV RNA <50 αντίγραφα/ml,% α | ||
| Όλοι οι ασθενείς | 81 (13/16) | 24 (6/25) |
| HIV RNA <400 αντίγραφα/ml,% α | ||
| Όλοι οι ασθενείς | 88 (14/16) | 32 (8/25) |
| Μέση Μεταβολή CD4 από την Αρχική Τιμή, κύτταρα/mm3 | ||
| Όλοι οι ασθενείς | 293 (n=14β) | 229 (n=14β) |
| HIV RNA <50 αντίγραφα/ml ανά επιλεγμένες αρχικές υποκαταστάσεις ΡΙ,γ% (ανταποκρινόμενοι/αξιολογήσιμοιδ) | ||
| 0-2 | ΝΑ | 27 (4/15) |
| 3 | ΝΑ | 0 (0/3) |
| ≥4 | ΝΑ | 0 (0/3) |
α ΙΤΤ ανάλυση, όπου οι ελλείπουσες τιμές θεωρήθηκαν ως αποτυχίες β Αριθμός αξιολογηθέντων ασθενών. γ PI μείζων L24I, D30N, V32I, L33F, M46IL, I47AV, G48V, I50LV, F53LY, I54ALMSTV, L76V, V82AFLST, I84V, N88DS, L90M; PI ελάσσων: L10CFIRV, V11I, E35G, K43T, Q58E, A71ILTV, G73ACST, T74P, N83D, L89V. δ Περιλαμβάνει ασθενείς με στοιχεία για την αντίσταση στην έναρξη της μελέτης NA = μη εφαρμόσιμο.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-REYATAZ
expand_more
Φαρμακοκινητική
Η φαρμακοκινητική της αταζαναβίρης αξιολογήθηκε σε υγιείς ενήλικες εθελοντές και σε ασθενείς με λοίμωξη HIV. Σημαντικές διαφορές παρατηρήθηκαν μεταξύ των δύο ομάδων. Η φαρμακοκινητική της αταζαναβίρης δείχνει μια μη γραμμική κατανομή.
Απορρόφηση:
Σε ασθενείς με λοίμωξη HIV (n= 33, συνδυασμένες μελέτες), πολλαπλές δόσεις REYATAZ 300 mg εφάπαξ ημερησίως με ριτοναβίρη 100 mg εφάπαξ ημερησίως και με φαγητό έδωσαν μια γεωμετρική μέση (CV%) τιμή Cmax της αταζαναβίρης 4466 (42%) ng/ml, με χρόνο για το Cmax περίπου 2,5 ώρες. Η γεωμετρική μέση τιμή (CV%) Cmin και AUC της αταζαναβίρης ήταν 654 (76%) ng/ml και 44.185 (51%) ng-h/ml, αντίστοιχα.
Σε ασθενείς με λοίμωξη από HIV (n=13), πολλαπλές δόσεις REYATAZ 400 mg (χωρίς ριτοναβίρη) άπαξ ημερησίως με τροφή έδωσαν μια γεωμετρική μέση τιμή (CV%) Cmax για την αταζαναβίρη 2.298 (71) ng/ml, με χρόνο έως τη Cmax περίπου 2,0 ώρες. Η γεωμετρική μέση τιμή (CV%) των Cmin και AUC για την αταζαναβίρη ήταν 120 (109) ng/ml και 14.874 (91) ng-h/ml, αντίστοιχα.
Επίδραση τροφής: η συγχορήγηση REYATAZ και ριτοναβίρης με φαγητό βελτιστοποιεί τη βιοδιαθεσιμότητα της αταζαναβίρης. Η συγχορήγηση μιας εφάπαξ δόσης 300 mg REYATAZ και δόσης 100 mg ριτοναβίρης με ένα ελαφρύ γεύμα είχε ως αποτέλεσμα 33% αύξηση της AUC και 40% αύξηση της Cmax και της συγκέντρωσης 24 ώρου της αταζαναβίρης σε σύγκριση με τη κατάσταση νηστείας. Η συγχορήγηση με γεύμα υψηλό σε λιπαρά, δεν επηρέασε την AUC της αταζαναβίρης σε σύγκριση με την κατάσταση νηστείας και η Cmax ήταν εντός του 11% των τιμών νηστείας. Η συγκέντρωση 24-ώρου μετά από γεύμα υψηλό σε λιπαρά αυξήθηκε κατά περίπου 33% λόγω καθυστερημένης απορρόφησης. Η μέση Tmax αυξήθηκε από 2,0 σε 5,0 ώρες. Η χορήγηση REYATAZ με ριτοναβίρη είτε με ελαφρύ γεύμα ή με γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά μείωσε το συντελεστή διακύμανσης για την AUC και την Cmax κατά περίπου 25% σε σύγκριση με την κατάσταση νηστείας. Για να ενισχυθεί η βιοδιαθεσιμότητα και να ελαχιστοποιηθεί η διακύμανση, το REYATAZ πρέπει να λαμβάνεται με τροφή.
Κατανομή:
Η αταζαναβίρη δεσμευόταν περίπου κατά 86% από τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου ορού, για εύρος συγκεντρώσεων από 100 έως 10.000 ng/ml. Η αταζαναβίρη δεσμεύεται και από το άλφα-1-γλυκοπρωτεϊνικό οξύ (alpha-1-acid glycoprotein -AAG) και την λευκωματίνη σε παρόμοιο βαθμό (89% και 86%, αντίστοιχα, στα 1.000 ng/ml). Σε μια μελέτη πολλαπλών δόσεων σε ασθενείς με λοίμωξη HIV, στους οποίους χορηγήθηκε αταζαναβίρη 400 mg εφάπαξ ημερησίως μαζί με ένα ελαφρύ γεύμα για 12 εβδομάδες, η αταζαναβίρη ανιχνεύθηκε στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό και το σπέρμα.
Μεταβολισμός:
Μελέτες σε ανθρώπους και μελέτες in vitro που χρησιμοποίησαν μικροσώμια ανθρώπινου ήπατος έδειξαν ότι η αταζαναβίρη μεταβολίζεται κυρίως από το ισοένζυμο CYP3A4 σε οξυγονωμένους μεταβολίτες. Οι μεταβολίτες στη συνέχεια απεκκρίνονται στη χολή είτε ελεύθεροι είτε σαν γλυκουρονιδιωμένοι μεταβολίτες. Συμπληρωματικές, μικρότερης σημασίας μεταβολικές οδοί ήταν η Ν-απαλκυλίωση και η υδρόλυση. Δύο ελάσσονος σημασίας μεταβολίτες της αταζαναβίρης στο πλάσμα έχουν χαρακτηρισθεί. Κανένας μεταβολίτης δεν έδειξε αντι-ιική δράση in vitro.
Αποβολή:
Μετά από μία μόνη δόση 400-mg 14C-αταζαναβίρης, το 79% και το 13% της συνολικής ραδιενέργειας ανακτήθηκε στα κόπρανα και στα ούρα αντίστοιχα. Το αναλλοίωτο φάρμακο αντιστοιχεί περίπου στο 20% και το 7% της χορηγηθείσας δόσης στα κόπρανα και στα ούρα αντίστοιχα. Η μέση απέκκριση του αναλλοίωτου φαρμάκου στα ούρα ήταν 7% μετά από 2 εβδομάδες χορήγησης 800 mg εφάπαξ ημερησίως. Στους ενήλικες ασθενείς με λοίμωξη HIV (n= 33, συνδυασμένες μελέτες) η μέση τιμή ημιζωής εντός του δοσολογικού διαστήματος για την αταζαναβίρη ήταν 12 ώρες στη σταθερή κατάσταση μετά από δόση 300 mg καθημερινά με ριτοναβίρη 100 mg εφάπαξ ημερησίως μαζί με ένα ελαφρύ γεύμα.
Ειδικοί πληθυσμοί
Νεφρική δυσλειτουργία: σε υγιή άτομα, η νεφρική απέκκριση της αμετάβλητης αταζαναβίρης ήταν περίπου το 7% της χορηγηθείσης δόσης. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα για REYATAZ με ριτοναβίρη σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Το REYATAZ (χωρίς ριτοναβίρη) έχει μελετηθεί σε ενήλικες ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (n=20), περιλαμβανομένων εκείνων σε αιμοδιύλιση, σε πολλαπλές δόσεις των 400 mg εφάπαξ ημερησίως. Παρόλο που αυτή η μελέτη είχε κάποιους περιορισμούς (π.χ. δεν μελετήθηκαν οι συγκεντρώσεις του αδέσμευτου φαρμάκου), τα αποτελέσματα υπέδειξαν ότι οι φαρμακοκινητικές παράμετροι της αταζαναβίρης μειώθηκαν κατά 30% έως 50% σε ασθενείς που υπόκειντο σε αιμοδιύλιση, έναντι ασθενών με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Ο μηχανισμός αυτής της μείωσης δεν είναι γνωστός (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ηπατική δυσλειτουργία: η αταζαναβίρη μεταβολίζεται και απεκκρίνεται κυρίως από το ήπαρ. Το REYATAZ (χωρίς ριτοναβίρη) έχει μελετηθεί σε ενήλικα άτομα με μέτρια έως σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (14 άτομα Κατηγορίας B κατά Child-Pugh και 2 άτομα Κατηγορίας C κατά Child-Pugh) μετά από χορήγηση εφάπαξ δόσης 400 mg. Η μέση AUC(0-∞) ήταν κατά 42% μεγαλύτερη σε άτομα με ηπατική δυσλειτουργία από ότι σε υγιή άτομα. Η μέση ημιζωή της αταζαναβίρης σε άτομα με ηπατική δυσλειτουργία ήταν 12,1 ώρες έναντι 6,4 ωρών σε υγιή άτομα. Η επίδραση της ηπατικής δυσλειτουργίας στη φαρμακοκινητική της αταζαναβίρης μετά από δόση 300 mg με ριτοναβίρη δεν έχει μελετηθεί. Οι συγκεντρώσεις της αταζαναβίρης με ή χωρίς ριτοναβίρη αναμένεται να αυξηθούν σε ασθενείς με μέτρια ή βαριά διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας (βλ. Δοσολογία, Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ηλικία/Φύλο: μια μελέτη της φαρμακοκινητικής της αταζαναβίρης διεξήχθη σε 59 υγιείς άνδρες και γυναίκες (29 νεαρής ηλικίας, 30 ηλικιωμένους). Δεν υπήρχαν κλινικά σημαντικές διαφορές στην φαρμακοκινητική βασιζόμενες στην ηλικία ή το φύλο.
Φυλή: μια φαρμακοκινητική ανάλυση των δειγμάτων του πληθυσμού των κλινικών μελετών της Φάσης ΙΙ έδειξε ότι δεν υπάρχει επίδραση της φυλής στη φαρμακοκινητική της αταζαναβίρης.
Κύηση:
Τα στοιχεία φαρμακοκινητικής από έγκυες γυναίκες με λοίμωξη ΗΙV που λαμβάνουν REYATAZ καψάκια με ριτοναβίρη παρουσιάζονται στον Πίνακα 8.
Πίνακας 8: Σταθερή κατάσταση της Φαρμακοκινητικής της Αταζαναβίρης με ριτοναβίρη σε Έγκυες Γυναίκες με λοίμωξη HIV σε μεταγευματική κατάσταση
| Φαρμακοκινητική Παράμετρος | 2ο Tρίμηνο (n=9) | 3ο Tρίμηνο (n=20) | Μετά τον τοκετόα (n=36) |
|---|---|---|---|
| Cmax ng/mL Γεωμετρικός μέσος όρος (CV%) | 3729,09 (39) | 3291,46 (48) | 5649,10 (31) |
| AUC ng-h/mL Γεωμετρικός μέσος όρος (CV%) | 34399,1 (37) | 34251,5 (43) | 60532,7 (33) |
| Cmin ng/mLβ Γεωμετρικός μέσος όρος (CV%) | 663,78 (36) | 668,48 (50) | 1420,64 (47) |
α Οι μέγιστες συγκεντρώσεις και AUC της αταζαναβίρης βρέθηκαν να είναι περίπου 26-40% ψηλότερες κατά τη διάρκεια της περιόδου μετά τον τοκετό (4-12 εβδομάδες) από εκείνες που παρατηρήθηκαν στο παρελθόν σε μη εγκυμονούσες ασθενείς με λοίμωξη HIV. Οι κατώτατες συγκεντρώσεις της αταζαναβίρης στο πλάσμα ήταν περίπου δύο φορές ψηλότερες κατά τη διάρκεια της περιόδου μετά τον τοκετό συγκρινόμενες με εκείνες που παρατηρήθηκαν στο παρελθόν σε μη εγκυμονούσες ασθενείς με λοίμωξη HIV. β Cmin είναι η συγκέντρωση 24 ώρες μετά τη δόση.
Παιδιατρικός πληθυσμός:
Υπάρχει μια τάση προς μια υψηλότερη κάθαρση στα μικρότερα παιδιά ύστερα από κανονικοποίηση ως προς το βάρος του σώματος. Ως αποτέλεσμα παρατηρείται μεγαλύτερη αναλογία μέγιστης προς κατώτατη τιμή, ωστόσο στις συνιστώμενες δόσεις, οι τιμές γεωμετρικού μέσου έκθεσης στην αταζαναβίρη (Cmin, Cmax και AUC) στους παιδιατρικούς ασθενείς αναμένεται να είναι παρόμοιες με αυτές που παρατηρήθηκαν στους ενήλικες.
ΕΟΦ · 5.3.2.3
Αναστολείς της πρωτεάσης
expand_more
Αναστολείς της πρωτεάσης
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Η αταζαναβίρη (πρώην γνωστή ως BMS-232632) είναι ένα αντιρετροϊκό φάρμακο της κατηγορίας των αναστολέων πρωτεάσης (PI). Όπως και άλλα αντιρετροϊκά, χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της λοίμωξης από τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV). Η αταζαναβίρη διακρίνεται από άλλους PI στο ότι μπορεί να χορηγείται μία φορά την ημέρα (αντί να απαιτεί πολλαπλές δόσεις ημερησίως) και έχει μικρότερες επιδράσεις στο λιπιδαιμικό προφίλ του ασθενούς (ποσότητες χοληστερόλης και άλλων λιπαρών ουσιών στο αίμα). Όπως και άλλοι αναστολείς πρωτεάσης, χρησιμοποιείται μόνο σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα για τον HIV. Ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (FDA) ενέκρινε την αταζαναβίρη στις 20 Ιουνίου 2003. [Wikipedia]
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις
Χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλους αντιρετροϊκούς παράγοντες για τη θεραπεία της λοίμωξης από HIV-1, καθώς και για την προφύλαξη μετά από έκθεση (PEP) της λοίμωξης από HIV σε άτομα που είχαν επαγγελματική ή μη επαγγελματική έκθεση σε δυνητικά μολυσματικά σωματικά υγρά ατόμου που γνωρίζεται ότι έχει μολυνθεί με HIV, όταν αυτή η έκθεση αντιπροσωπεύει σημαντικό κίνδυνο μετάδοσης του HIV.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Η αταζαναβίρη (ATV) είναι ένας αζαπεπτιδικός αναστολέας πρωτεάσης του HIV-1 (PI) με δράση κατά του Ιού της Ανθρώπινης Ανοσοανεπάρκειας Τύπου 1 (HIV-1). Η πρωτεάση του HIV-1 είναι ένα ένζυμο απαραίτητο για τη πρωτεολυτική διάσπαση των ιογενών προδρόμων πολυπεπτιδίων στους μεμονωμένους λειτουργικούς πρωτεΐνες που βρίσκονται στον λοιμώδη HIV-1. Η αταζαναβίρη συνδέεται με την ενεργό θέση της πρωτεάσης και αναστέλλει τη δραστηριότητα του ενζύμου. Αυτή η αναστολή εμποδίζει τη διάσπαση των ιογενών πολυπεπτιδίων, με αποτέλεσμα τον σχηματισμό ανώριμων μη λοιμωδών ιογενών σωματιδίων. Οι αναστολείς πρωτεάσης χρησιμοποιούνται σχεδόν πάντα σε συνδυασμό με τουλάχιστον δύο άλλα αντι-HIV φάρμακα. Η αταζαναβίρη είναι φαρμακολογικά συγγενής αλλά δομικά διαφορετική από άλλους αναστολείς πρωτεάσης και άλλα διαθέσιμα αντιρετροϊκά.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός Δράσης
Η αταζαναβίρη αναστέλλει επιλεκτικά την επεξεργασία των ιογενών πολυπεπτιδίων Gag και Gag-Pol στα μολυσμένα από HIV-1 κύτταρα, συνδεόμενη με την ενεργό θέση της πρωτεάσης του HIV-1, εμποδίζοντας έτσι τον σχηματισμό ώριμων ιόντων. Η αταζαναβίρη δεν είναι δραστική κατά του HIV-2.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση
Η αταζαναβίρη απορροφάται ταχέως με Tmax περίπου 2.5 ώρες. Η χορήγηση αταζαναβίρης με τροφή ενισχύει τη βιοδιαθεσιμότητα και μειώνει τη φαρμακοκινητική μεταβλητότητα. Η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα είναι 60-68%.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής σε ενήλικες (υγιείς και μολυσμένους με HIV) είναι περίπου 7 ώρες (μετά από ημερήσια δόση 400 mg με ελαφρύ γεύμα). Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής σε ηπατικά ηπατικά είναι 12.1 ώρες (μετά από μία εφάπαξ δόση 400 mg).
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Συνδέεται σε ποσοστό 86% με πρωτεΐνες του ανθρώπινου ορού (άλφα-1-γλυκοπρωτεΐνη και αλβουμίνη). Η σύνδεση με πρωτεΐνες είναι ανεξάρτητη της συγκέντρωσης.
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
Οδός Αποβολής
Οδός αποβολής
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η αταζαναβίρη (ATV) είναι ένας αναστολέας της πρωτεάσης του HIV-1 τύπου αζαπεπτιδίου (PI) με δραστηριότητα κατά του Ιού της Ανοσοανεπάρκειας του Ανθρώπου Τύπου 1 (HIV-1).
Η πρωτεάση του HIV-1 είναι ένα ένζυμο που απαιτείται για τη πρωτεολυτική διάσπαση των ιογενών προδρόμων πολυπεπτιδίων στα μεμονωμένα λειτουργικά πρωτεϊνικά προϊόντα που βρίσκονται στον λοιμογόνο HIV-1. Η αταζαναβίρη συνδέεται στην ενεργό θέση της πρωτεάσης και αναστέλλει τη δραστηριότητα του ενζύμου. Αυτή η αναστολή εμποδίζει τη διάσπαση των ιογενών πολυπεπτιδίων, με αποτέλεσμα τον σχηματισμό άωρων, μη λοιμογόνων ιογενών σωματιδίων.
Οι αναστολείς πρωτεάσης χρησιμοποιούνται σχεδόν πάντα σε συνδυασμό με τουλάχιστον άλλα δύο αντι-HIV φάρμακα.
Η αταζαναβίρη είναι φαρμακολογικά συγγενής αλλά δομικά διαφορετική από άλλους αναστολείς πρωτεάσης και άλλα διαθέσιμα αντιρετροϊκά φάρμακα.
- Δραστηριότητα κατά του HIV-1: Η αταζαναβίρη παρουσιάζει αντι-HIV-1 δραστηριότητα με μέση 50% αποτελεσματική συγκέντρωση (EC50) απουσία ανθρώπινου ορού από 2 έως 5 nM κατά διαφόρων εργαστηριακών και κλινικών απομονώσεων HIV-1 που αναπτύχθηκαν σε περιφερικά μονοπύρηνα κύτταρα αίματος, μακροφάγα, κύτταρα CEM-SS και κύτταρα MT-2.
- Δραστηριότητα κατά υποτύπων: Η αταζαναβίρη έχει δραστηριότητα κατά των απομονώσεων HIV-1 Ομάδας Μ υποτύπων A, B, C, D, AE, AG, F, G και J σε κυτταρική καλλιέργεια.
- Δραστηριότητα κατά HIV-2: Η αταζαναβίρη έχει μεταβλητή δραστηριότητα κατά απομονώσεων HIV-2 (1.9-32 nM), με τιμές EC50 υψηλότερες από τις τιμές EC50 απομονώσεων αποτυχίας.
- Συνδυαστική δράση: Μελέτες συνδυαστικής αντιιικής δράσης δύο φαρμάκων με αταζαναβίρη έδειξαν απουσία ανταγωνισμού σε κυτταρική καλλιέργεια με PI (αμπρεναβίρη, ινδιναβίρη, λοπιναβίρη, νελφιναβίρη, ριτοναβίρη και σακιναβίρη), NNRTI (δελαβιρδίνη, εφαβιρένζη και νεβιραπίνη), NRTI (αμπακαβίρη, διδανοσίνη, εμτρισιταβίνη, λαμιβουδίνη, σταβουδίνη, τενοφοβίρη DF και ζιδοβουδίνη), τον αναστολέα σύντηξης HIV-1 ενφουβιρτίδη, και δύο ενώσεις που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία ιογενούς ηπατίτιδας, αδεφοβίρη και ριμπαβιρίνη, χωρίς αυξημένη κυτταροτοξικότητα.
- Αντοχή: Απομονώσεις HIV-1 με μειωμένη ευαισθησία στην αταζαναβίρη έχουν επιλεγεί σε κυτταρική καλλιέργεια και απομονωθεί από ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με αταζαναβίρη ή αταζαναβίρη με ριτοναβίρη. Απομονώσεις HIV-1 με 93- έως 183-πλάσια μειωμένη ευαισθησία στην αταζαναβίρη από τρία διαφορετικά ιογενή στελέχη επιλέχθηκαν σε κυτταρική καλλιέργεια για 5 μήνες. Οι υποκαταστάσεις σε αυτούς τους ιούς HIV-1 που συνέβαλαν στην αντοχή στην αταζαναβίρη περιλαμβάνουν I50L, N88S, I84V, A71V και M46I. Παρατηρήθηκαν επίσης αλλαγές στις θέσεις διάσπασης της πρωτεάσης μετά την επιλογή φαρμάκου. Ανασυνδυασμένοι ιοί που περιείχαν την υποκατάσταση I50L χωρίς άλλες κύριες υποκαταστάσεις PI παρουσίαζαν μειωμένη ανάπτυξη και αυξημένη ευαισθησία σε κυτταρική καλλιέργεια σε άλλους PI (αμπρεναβίρη, ινδιναβίρη, λοπιναβίρη, νελφιναβίρη, ριτοναβίρη και σακιναβίρη). Οι υποκαταστάσεις I50L και I50V προκάλεσαν επιλεκτική αντοχή στην αταζαναβίρη και αμπρεναβίρη, αντίστοιχα, και δεν φάνηκαν να παρουσιάζουν διασταυρούμενη αντοχή.
- Ηλεκτροφυσιολογικές επιδράσεις: Παρατηρήθηκε συγκέντρωση- και δόση-εξαρτώμενη παράταση του διαστήματος PR στο ηλεκτροκαρδιογράφημα σε υγιείς εθελοντές που λάμβαναν αταζαναβίρη. Σε μια τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη (AI424-076), η μέση (±SD) μέγιστη μεταβολή του διαστήματος PR από την τιμή προ της δόσης ήταν 24 (±15) msec μετά από από του στόματος χορήγηση 400 mg αταζαναβίρης (n=65) σε σύγκριση με 13 (±11) msec μετά από χορήγηση εικονικού φαρμάκου (n=67). Οι παρατάσεις του διαστήματος PR σε αυτή τη μελέτη ήταν ασυμπτωματικές.
- Αλληλεπιδράσεις: Υπάρχουν περιορισμένες πληροφορίες σχετικά με την πιθανότητα φαρμακοδυναμικής αλληλεπίδρασης σε ανθρώπους μεταξύ της αταζαναβίρης και άλλων φαρμάκων που παρατείνουν το διάστημα PR του ηλεκτροκαρδιογραφήματος.
- Ηλεκτροκαρδιογραφικές επιδράσεις: Οι ηλεκτροκαρδιογραφικές επιδράσεις της αταζαναβίρης καθορίστηκαν σε μια κλινική φαρμακολογική μελέτη 72 υγιών εθελοντών. Δόσεις 400 mg (μέγιστη συνιστώμενη δόση) και 800 mg (διπλάσια της μέγιστης συνιστώμενης δόσης) συγκρίθηκαν με εικονικό φάρμακο· δεν υπήρχε συγκέντρωση-εξαρτώμενη επίδραση της αταζαναβίρης στο διάστημα QTc (χρησιμοποιώντας διόρθωση Fridericia). Σε 1793 ασθενείς με λοίμωξη από HIV-1, που λάμβαναν αντιρετροϊκά σχήματα, η παράταση του QTc ήταν συγκρίσιμη στα σχήματα με αταζαναβίρη και στα σχήματα ελέγχου. Κανένας υγιής εθελοντής ή ασθενής με λοίμωξη από HIV-1 που έλαβε αταζαναβίρη σε κλινικές δοκιμές δεν εμφάνισε διάστημα QTc >500 msec.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η αταζαναβίρη αναστέλλει επιλεκτικά την επεξεργασία των ιογενών πολυπεπτιδίων Gag και Gag-Pol που είναι ειδική για τον ιό σε κύτταρα που έχουν μολυνθεί από HIV-1, συνδεόμενη στην ενεργό θέση της πρωτεάσης του HIV-1, εμποδίζοντας έτσι τον σχηματισμό ώριμων ιόντων.
Η αταζαναβίρη δεν είναι δραστική κατά του HIV-2.
Η αταζαναβίρη είναι ένας αναστολέας πρωτεάσης του HIV-1 τύπου αζαπεπτιδίου. Η ένωση αναστέλλει επιλεκτικά την επεξεργασία των ιογενών πολυπεπτιδίων Gag και Gag-Pol που είναι ειδική για τον ιό σε κύτταρα που έχουν μολυνθεί από HIV-1, εμποδίζοντας έτσι τον σχηματισμό ώριμων ιόντων.
Η BMS-232632 είναι ένας αναστολέας πρωτεάσης (Prt) του ιού της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας τύπου 1 (HIV-1) τύπου αζαπεπτιδίου που παρουσιάζει ισχυρή αντι-HIV δράση με 50% αποτελεσματική συγκέντρωση (EC50) 2.6 έως 5.3 nM και EC90 9 έως 15 nM σε κυτταρική καλλιέργεια. Μελέτες απόδειξης της αρχής (proof-of-principle) δείχνουν ότι η BMS-232632 αναστέλλει τη διάσπαση των ιογενών πρωτεϊνικών προδρόμων σε κύτταρα που έχουν μολυνθεί από HIV, αποδεικνύοντας ότι λειτουργεί ως αναστολέας HIV Prt. Συγκριτικές μελέτες έδειξαν ότι η BMS-232632 είναι γενικά πιο δραστική από τους πέντε εγκεκριμένους αναστολείς HIV-1 Prt. Επιπλέον, η BMS-232632 είναι υψηλά εκλεκτική για την HIV-1 Prt και παρουσιάζει κυτταροτοξικότητα μόνο σε συγκεντρώσεις 6.500- έως 23.000-πλάσιες από αυτές που απαιτούνται για την αντι-HIV δράση. Για την αξιολόγηση του δυναμικού αυτού του αναστολέα όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλα αντιρετροϊκά, η BMS-232632 αξιολογήθηκε για αντι-HIV δράση σε μελέτες συνδυασμού δύο φαρμάκων. Οι συνδυασμοί της BMS-232632 με σταβουδίνη, διδανοσίνη, λαμιβουδίνη, ζιδοβουδίνη, νελφιναβίρη, ινδιναβίρη, ριτοναβίρη, σακιναβίρη ή αμπρεναβίρη σε περιφερικά μονοπύρηνα κύτταρα αίματος που έχουν μολυνθεί από HIV απέδωσαν πρόσθετα έως μέτρια συνεργικά αντιιικά αποτελέσματα. Εισέτι, οι συνδυασμοί ζευγών φαρμάκων δεν οδήγησαν σε ανταγωνιστική αντι-HIV δράση ή αυξημένα κυτταροτοξικά αποτελέσματα στις υψηλότερες συγκεντρώσεις που χρησιμοποιήθηκαν για την αντιιική αξιολόγηση. Τα αποτελέσματά μας υποδηλώνουν ότι η BMS-232632 μπορεί να είναι ένας αποτελεσματικός αναστολέας HIV-1 που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε διάφορους συνδυασμούς φαρμάκων.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
- Απορρόφηση: Η αταζαναβίρη απορροφάται ταχέως με Tmax περίπου 2.5 ώρες. Η αταζαναβίρη παρουσιάζει μη γραμμική φαρμακοκινητική με μεγαλύτερες από αναμενόμενες αυξήσεις στην AUC και Cmax στην κλίμακα δόσεων 200 έως 800 mg μία φορά ημερησίως. Η κατάσταση ισορροπίας επιτυγχάνεται μεταξύ της 4ης και 8ης ημέρας, με συσσώρευση περίπου 2.3-πλάσια.
- Επίδραση τροφής: Η χορήγηση αταζαναβίρης με τροφή ενισχύει τη βιοδιαθεσιμότητα και μειώνει τη φαρμακοκινητική μεταβλητότητα.
- Η χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης 400 mg αταζαναβίρης με ελαφρύ γεύμα (357 kcal, 8.2 g λιπαρά, 10.6 g πρωτεΐνη) οδήγησε σε αύξηση 70% στην AUC και 57% στην Cmax σε σχέση με την κατάσταση νηστείας.
- Η χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης 400 mg αταζαναβίρης με γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά (721 kcal, 37.3 g λιπαρά, 29.4 g πρωτεΐνη) οδήγησε σε μέση αύξηση 35% στην AUC χωρίς μεταβολή στην Cmax σε σχέση με την κατάσταση νηστείας.
- Η χορήγηση αταζαναβίρης με ελαφρύ ή γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά μείωσε τον συντελεστή μεταβλητότητας της AUC και Cmax κατά περίπου το ήμισυ σε σύγκριση με την κατάσταση νηστείας.
- Συνχορήγηση με ριτοναβίρη: Η συνχορήγηση μίας εφάπαξ δόσης 300 mg αταζαναβίρης και μίας δόσης 100 mg ριτοναβίρης με ελαφρύ γεύμα (336 kcal, 5.1 g λιπαρά, 9.3 g πρωτεΐνη) οδήγησε σε αύξηση 33% στην AUC και 40% στην Cmax και τη συγκέντρωση 24ώρου της αταζαναβίρης σε σχέση με την κατάσταση νηστείας. Η συνχορήγηση με γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά (951 kcal, 54.7 g λιπαρά, 35.9 g πρωτεΐνη) δεν επηρέασε την AUC της αταζαναβίρης σε σχέση με τις συνθήκες νηστείας και η Cmax ήταν εντός 11% των τιμών νηστείας. Η συγκέντρωση 24ώρου μετά από γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά αυξήθηκε κατά περίπου 33% λόγω καθυστερημένης απορρόφησης· η διάμεση Tmax αυξήθηκε από 2.0 σε 5.0 ώρες.
- Η συνχορήγηση αταζαναβίρης με ριτοναβίρη με ελαφρύ ή γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά μείωσε τον συντελεστή μεταβλητότητας της AUC και Cmax κατά περίπου 25% σε σύγκριση με την κατάσταση νηστείας.
- Απέκκριση: Μετά από μία εφάπαξ δόση 14C-αταζαναβίρης, το 79% και το 13% της συνολικής ραδιενέργειας ανακτήθηκε στα κόπρανα και τα ούρα, αντίστοιχα. Το αμετάβλητο φάρμακο αντιστοιχούσε περίπου στο 20% και 7% της χορηγηθείσας δόσης στα κόπρανα και τα ούρα, αντίστοιχα.
- Κατανομή: Σε ασθενείς με λοίμωξη HIV, ο όγκος κατανομής της αταζαναβίρης εκτιμήθηκε σε 88.3 L.
- Κάθαρση: Σε ασθενείς με λοίμωξη HIV, η κάθαρση της αταζαναβίρης εκτιμήθηκε σε 12.9 L/hr.
Περαιτέρω πληροφορίες απορρόφησης: Η αταζαναβίρη απορροφάται ταχέως με Tmax περίπου 2.5 ώρες. Η αταζαναβίρη παρουσιάζει μη γραμμική φαρμακοκινητική με μεγαλύτερες από αναμενόμενες αυξήσεις στην AUC και Cmax στην κλίμακα δόσεων 200-800 mg μία φορά ημερησίως. Η κατάσταση ισορροπίας επιτυγχάνεται μεταξύ της 4ης και 8ης ημέρας, με συσσώρευση περίπου 2.3-πλάσια.
Η χορήγηση αταζαναβίρης με τροφή ενισχύει τη βιοδιαθεσιμότητα και μειώνει τη φαρμακοκινητική μεταβλητότητα. Η χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης αταζαναβίρης με ελαφρύ γεύμα (357 kcal, 8.2 g λιπαρά, 10.6 g πρωτεΐνη) οδήγησε σε αύξηση 70% στην AUC και 57% στην Cmax σε σχέση με την κατάσταση νηστείας. Η χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης αταζαναβίρης με γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά (721 kcal, 37.3 g λιπαρά, 29.4 g πρωτεΐνη) οδήγησε σε μέση αύξηση 35% στην AUC χωρίς μεταβολή στην Cmax σε σχέση με την κατάσταση νηστείας. Η χορήγηση αταζαναβίρης με ελαφρύ γεύμα ή γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά μείωσε τον συντελεστή μεταβλητότητας της AUC και Cmax κατά περίπου το ήμισυ σε σύγκριση με την κατάσταση νηστείας.
- Μέγιστη συγκέντρωση πλάσματος: Υγιείς εθελοντές: 5199 ng/mL την 29η ημέρα μετά από ημερήσια δόση 400 mg με ελαφρύ γεύμα. Ασθενείς με HIV: 2298 ng/mL την 29η ημέρα μετά από ημερήσια δόση 400 mg με ελαφρύ γεύμα.
- Χρόνος έως μέγιστη συγκέντρωση: Ασθενείς με HIV: 2 ώρες.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την ATAZANAVIR (8 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Πρωτεϊνική Σύνδεση
Η αταζαναβίρη συνδέεται κατά 86% με πρωτεΐνες του ανθρώπινου ορού και η πρωτεϊνική σύνδεση είναι ανεξάρτητη από τη συγκέντρωση. Η αταζαναβίρη συνδέεται στην άλφα-1-οξεογλυκοπρωτεΐνη (AAG) και στην αλβουμίνη σε παρόμοιο βαθμό (89% και 86%, αντίστοιχα).
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η αταζαναβίρη μεταβολίζεται εκτενώς σε ανθρώπους. Οι κύριες οδοί βιομετασχηματισμού της αταζαναβίρης σε ανθρώπους περιλάμβαναν μονοοξυγόνωση και διοξυγόνωση. Άλλες δευτερεύουσες οδοί βιομετασχηματισμού για την αταζαναβίρη ή τους μεταβολίτες της περιλάμβαναν γλυκουρονιδίωση, Ν-αποαλκυλίωση, υδρόλυση και οξυγόνωση με αφυδρογόνωση. Δύο δευτερεύοντες μεταβολίτες της αταζαναβίρης στο πλάσμα έχουν χαρακτηριστεί. Κανένας μεταβολίτης δεν παρουσίασε in vitro αντιιική δραστηριότητα. Μελέτες in vitro χρησιμοποιώντας μικροσωμάτια ανθρώπινου ήπατος υποδηλώνουν ότι η αταζαναβίρη μεταβολίζεται από το CYP3A.
Η αταζαναβίρη μεταβολίζεται εκτενώς σε ανθρώπους. Οι κύριες οδοί βιομετασχηματισμού της αταζαναβίρης σε ανθρώπους περιλάμβαναν μονοοξυγόνωση και (αταζαναβίρη θειικό άλας) διοξυγόνωση. Άλλες δευτερεύουσες οδοί βιομετασχηματισμού για την αταζαναβίρη ή τους μεταβολίτες της περιλάμβαναν γλυκουρονιδίωση, Ν-αποαλκυλίωση, υδρόλυση και οξυγόνωση με αφυδρογόνωση. Δύο δευτερεύοντες μεταβολίτες της αταζαναβίρης στο πλάσμα έχουν χαρακτηριστεί. Κανένας μεταβολίτης δεν παρουσίασε in vitro αντιιική δραστηριότητα. Μελέτες in vitro χρησιμοποιώντας μικροσωμάτια ανθρώπινου ήπατος υποδηλώνουν ότι η αταζαναβίρη μεταβολίζεται από το CYP3A.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της αταζαναβίρης σε υγιείς εθελοντές (n=214) και σε ενήλικες ασθενείς με λοίμωξη HIV-1 (n=13) ήταν περίπου 7 ώρες στην κατάσταση ισορροπίας μετά από δόση 400 mg ημερησίως με ελαφρύ γεύμα.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής σε ηπατικά ανεπαρκούντες ασθενείς είναι 12.1 ώρες (μετά από εφάπαξ δόση 400 mg).
Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής της αταζαναβίρης σε ηπατικά ανεπαρκούντες ασθενείς ήταν 12.1 ώρες σε σύγκριση με 6.4 ώρες σε υγιείς εθελοντές.
Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της αταζαναβίρης σε υγιείς εθελοντές (n=214) και σε ενήλικες ασθενείς με HIV (n=13) ήταν περίπου 7 ώρες στην κατάσταση ισορροπίας μετά από δόση 400 mg ημερησίως με ελαφρύ γεύμα.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Αναστολείς της Πρωτεάσης του HIV, ενός ενζύμου που απαιτείται για την παραγωγή πρωτεϊνών απαραίτητων για τη συναρμολόγηση του ιού.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
QZU4H47A3S
ATAZANAVIR
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Πρωτεάσης HIV
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Πρωτεάσης
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς UGT1A1
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς UDP Γλυκουρονοζυλτρανσφερασών
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Κυκλοεξυγενάσης P450 3A4
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Κυκλοεξυγενάσης P450 3A
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Κυκλοεξυγενάσης P450 2C8
Η αταζαναβίρη είναι Αναστολέας Πρωτεάσης. Ο μηχανισμός δράσης της αταζαναβίρης είναι ως Αναστολέας Πρωτεάσης HIV, και Αναστολέας UGT1A1, και Αναστολέας UDP Γλυκουρονοζυλτρανσφερασών, και Αναστολέας Κυκλοεξυγενάσης P450 3A4, και Αναστολέας Κυκλοεξυγενάσης P450 3A, και Αναστολέας Κυκλοεξυγενάσης P450 2C8.
ATAZANAVIR
Αναστολέας Πρωτεάσης [EPC]; Αναστολείς UGT1A1 [MoA]; Αναστολείς Κυκλοεξυγενάσης P450 2C8 [MoA]; Αναστολείς Κυκλοεξυγενάσης P450 3A [MoA]; Αναστολείς Πρωτεάσης HIV [MoA]; Αναστολείς Κυκλοεξυγενάσης P450 3A4 [MoA]; Αναστολείς UDP Γλυκουρονοζυλτρανσφερασών [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Αναστολείς της Πρωτεάσης του HIV, ενός ενζύμου που απαιτείται για την παραγωγή πρωτεϊνών απαραίτητων για τη συναρμολόγηση του ιού.