QUETIAPINE
Κουετιαπίνη
**Ένδειξη** Για τη θεραπεία της σχιζοφρένειας και των σχετικών ψυχωσικών διαταραχών.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-MATEPIL
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Μία φορά την ημέρα (κατά την κατάκλιση ή τουλάχιστον μία ώρα πριν το γεύμα, ανάλογα με την ένδειξη), χωρίς τροφή
- Δόση έναρξης: 50 mg
- Τιτλοποίηση: Για σχιζοφρένεια/μανία: 300 mg την ημέρα 1, 600 mg την ημέρα 2, με προσαρμογή εντός 400 mg-800 mg/ημέρα. Για μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια σε διπολική διαταραχή: 50 mg (ημέρα 1), 100 mg (ημέρα 2), 200 mg (ημέρα 3), 300 mg (ημέρα 4). Για πρόσθετη θεραπεία μειζόνων καταθλιπτικών επεισοδίων σε ΜΚΔ: 50 mg (ημέρα 1 και 2), 150 mg (ημέρα 3 και 4). Για ηλικιωμένους και ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία: έναρξη με 50 mg/ημέρα, αύξηση κατά 50 mg/ημέρα.
-
Ενήλικες (Σχιζοφρένεια και μανιακά επεισόδια μέτριας έως βαριάς μορφής σε διπολική διαταραχή)Δόση600 mgΜέγ. δόση800 mgΗμερήσια δόση έναρξης: 300 mg την ημέρα 1, 600 mg την ημέρα 2. Το δοσολογικό εύρος είναι 400 mg έως 800 mg/ημέρα. Χορηγείται τουλάχιστον μία ώρα πριν από το γεύμα. Για τη θεραπεία συντήρησης στη σχιζοφρένεια δεν απαιτείται προσαρμογή.
-
Ενήλικες (Μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια σε διπολική διαταραχή)Δόση300 mgΜέγ. δόση600 mgΗμερήσια δόση έναρξης: 50 mg (ημέρα 1), 100 mg (ημέρα 2), 200 mg (ημέρα 3) και 300 mg (ημέρα 4). Χορηγείται κατά την κατάκλιση. Σε περίπτωση προβλημάτων ανεκτικότητας, μπορεί να εξεταστεί μείωση σε ελάχιστη δόση 200 mg.
-
Ενήλικες (Πρόληψη της υποτροπής σε διπολική διαταραχή)ΔόσηΊδια δόση με την οξεία θεραπείαΜέγ. δόση800 mgΗ δόση μπορεί να προσαρμοστεί εντός του δοσολογικού εύρους των 300 mg έως 800 mg/ημέρα. Χορηγείται κατά την κατάκλιση. Να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση.
-
Ενήλικες (Πρόσθετη θεραπεία μειζόνων καταθλιπτικών επεισοδίων στην ΜΚΔ)Δόση150 mg ή 300 mg/ημέραΗμερήσια δόση έναρξης: 50 mg την ημέρα 1 και 2, 150 mg την ημέρα 3 και 4. Χορηγείται πριν από την κατάκλιση. Να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση, αρχίζοντας από 50 mg/ημέρα.
-
ΗλικιωμένοιΜέγ. δόση300 mgΧορηγείται με προσοχή. Έναρξη με 50 mg/ημέρα, αύξηση κατά 50 mg/ημέρα μέχρι την επίτευξη αποτελεσματικής δοσολογίας. Για μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια σε ΜΚΔ, έναρξη με 50 mg/ημέρα (ημέρες 1-3), αύξηση σε 100 mg/ημέρα (ημέρα 4) και 150 mg/ημέρα (ημέρα 8). Αύξηση στα 300 mg/ημέρα όχι πριν την 22η ημέρα.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή δοσολογίας.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΧορηγείται με προσοχή. Έναρξη με 50 mg/ημέρα, αύξηση κατά 50 mg/ημέρα μέχρι την επίτευξη αποτελεσματικής δοσολογίας.
block
SPC-MATEPIL
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη(στις) δραστική(ές) ουσία(ες) ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Σύγχρονη χορήγηση με αναστολείς του ισοενζύμου 3A4 του κυτοχρώματος P450
warning
SPC-MATEPIL
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Χρήση σε παιδιά και εφήβουςΠληθυσμόςΠαιδιά και έφηβοι κάτω των 18 ετώνΔεν συνιστάται λόγω έλλειψης δεδομένων και αυξημένης συχνότητας συγκεκριμένων ανεπιθύμητων ενεργειών (π.χ. EPS, αυξημένη όρεξη, αύξηση προλακτίνης, έμετος, ρινίτιδα, συγκοπή, αυξημένη αρτηριακή πίεση) καθώς και άγνωστων μακροπρόθεσμων επιπτώσεων στην ανάπτυξη.
-
Αυτοκτονία/Αυτοκτονικός ιδεασμόςΥψηλός κίνδυνοςΠληθυσμόςΑσθενείς με κατάθλιψη, άλλες ψυχιατρικές καταστάσεις, ιστορικό αυτοκτονικών επεισοδίων ή ιδεασμού, ασθενείς κάτω των 25 ετώνΣτενή παρακολούθηση, ιδιαίτερα στην αρχή της θεραπείας και μετά από αλλαγές στη δοσολογία. Οι ασθενείς και οι φροντιστές τους πρέπει να παρακολουθούν για κλινική επιδείνωση, αυτοκτονική συμπεριφορά/σκέψεις και ασυνήθιστες αλλαγές συμπεριφοράς και να αναζητήσουν άμεσα ιατρική συμβουλή. Εξέταση κινδύνου μετά από απότομη διακοπή.
-
Μεταβολικός κίνδυνοςΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΠροσδιορισμός μεταβολικών παραμέτρων (βάρος, γλυκόζη, λιπίδια) στην έναρξη και τακτικός έλεγχος κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Αντιμετώπιση επιδείνωσης κλινικά.
-
Εξωπυραμιδικά συμπτώματα (EPS) / ΑκαθησίαΠληθυσμόςΑσθενείς που αντιμετωπίζονται για μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια σε διπολική διαταραχή και μείζονα καταθλιπτική διαταραχήΗ αύξηση της δόσης μπορεί να είναι επιβλαβής σε ασθενείς που αναπτύσσουν ακαθησία.
-
Όψιμη δυσκινησίαΕάν εμφανιστούν σημεία και συμπτώματα, να εξετασθεί η μείωση της δόσης ή η διακοπή της κουετιαπίνης. Τα συμπτώματα μπορεί να χειροτερέψουν ή να εμφανισθούν μετά τη διακοπή.
-
Υπνηλία και ζάληΠληθυσμόςΑσθενείς που βιώνουν έντονη υπνηλίαΠιο συχνή επικοινωνία για τουλάχιστον 2 εβδομάδες ή μέχρι βελτίωσης. Μπορεί να εξεταστεί διακοπή της θεραπείας.
-
Ορθοστατική υπότασηΠληθυσμόςΗλικιωμένοι, ασθενείς με γνωστή καρδιαγγειακή νόσο, αγγειοεγκεφαλική νόσο ή άλλες καταστάσεις με προδιάθεση για υπότασηΟι ασθενείς πρέπει να είναι προσεκτικοί μέχρι να εξοικειωθούν με τις πιθανές παρενέργειες. Εξέταση μείωσης δόσης ή βαθμιαίας αύξησης εάν συμβεί ορθοστατική υπόταση, ιδιαίτερα σε ασθενείς με υποκείμενη καρδιαγγειακή νόσο.
-
Σύνδρομο άπνοιας κατά τον ύπνοΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα κατασταλτικά του ΚΝΣ, με ιστορικό/κίνδυνο άπνοιας ύπνου (υπέρβαροι/παχύσαρκοι, άνδρες)Χρήση με προσοχή.
-
ΣπασμοίΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό σπασμώνΣυνιστάται προσοχή.
-
Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομοΗ κουετιαπίνη πρέπει να διακόπτεται και να παρέχεται κατάλληλη ιατρική περίθαλψη.
-
Σοβαρή ουδετεροπενία και ακοκκιοκυτταραιμίαΠληθυσμόςΑσθενείς με αριθμό ουδετερόφιλων < 1,0 X 10^9/L, ασθενείς με σημεία/συμπτώματα λοίμωξης ή ακοκκιοκυτταραιμίαςΔιακοπή κουετιαπίνης αν ANC < 1,0 X 10^9/L. Παρακολούθηση για σημεία/συμπτώματα λοίμωξης. Οι ασθενείς πρέπει να αναφέρουν άμεσα την εμφάνιση συμπτωμάτων λοίμωξης (πυρετός, αδυναμία, λήθαργος, πονόλαιμος). Άμεση μέτρηση WBC και ANC.
-
Αντι-χολινεργικές (μουσκαρινικές) επιδράσειςΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν φάρμακα με αντι-χολινεργικές επιδράσεις, ασθενείς με κατακράτηση ούρων, υπερτροφία προστάτη, εντερική απόφραξη, αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση, γλαύκωμα κλειστής γωνίαςΧρήση με προσοχή.
-
Αλληλεπιδράσεις με επαγωγείς ηπατικών ενζύμωνΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ισχυρούς επαγωγείς ηπατικών ενζύμων (π.χ. καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη)Έναρξη θεραπείας με κουετιαπίνη μόνο αν το όφελος υπερβαίνει τον κίνδυνο διακοπής του επαγωγέα. Οποιαδήποτε αλλαγή στον επαγωγέα να γίνεται σταδιακά και, αν απαιτείται, να αντικαθίσταται από μη-επαγωγέα.
-
Πρόσληψη σωματικού βάρουςΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΠαρακολούθηση και έλεγχος κλινικά ενδεδειγμένα σύμφωνα με τις αντιψυχωσικές κατευθυντήριες οδηγίες.
-
Υπεργλυκαιμία / ΔιαβήτηςΠληθυσμόςΑσθενείς υπό αντιψυχωσική θεραπεία, ασθενείς με ΣΔ ή παράγοντες κινδύνου για ΣΔΚλινική παρακολούθηση. Παρατήρηση για σημεία/συμπτώματα υπεργλυκαιμίας. Τακτική παρακολούθηση γλυκόζης σε διαβητικούς ή σε κίνδυνο. Τακτική παρακολούθηση σωματικού βάρους.
-
Μεταβολές λιπιδίωνΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΑντιμετώπιση μεταβολών των λιπιδίων όπως ενδείκνυται κλινικά.
-
Παράταση του QT διαστήματοςΠληθυσμόςΑσθενείς με καρδιοαγγειακές νόσους ή οικογενειακό ιστορικό παράτασης QT, ηλικιωμένοι, ασθενείς με συγγενές σύνδρομο παράτασης QT, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, καρδιακή υπερτροφία, υποκαλιαιμία ή υπομαγνησιαιμία, ασθενείς που συγχορηγούνται με φάρμακα που παρατείνουν QT ή νευροληπτικάΑπαιτείται προσοχή.
-
Καρδιομυοπάθεια και ΜυοκαρδίτιδαΠληθυσμόςΑσθενείς με υποψία καρδιομυοπάθειας ή μυοκαρδίτιδαςΗ θεραπεία με κουετιαπίνη πρέπει να επανεξετάζεται.
-
Διακοπή θεραπείαςΣυνιστάται σταδιακή διακοπή (1-2 εβδομάδες) για την αποφυγή οξέων στερητικών συμπτωμάτων (αϋπνία, ναυτία, κεφαλαλγία, διάρροια, έμετος, ζάλη, ευερεθιστότητα).
-
Ψύχωση σχετιζόμενη με άνοιαΥψηλός κίνδυνοςΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείς με ψύχωση σχετιζόμενη με άνοιαΔεν είναι εγκεκριμένη. Προσοχή σε ασθενείς με παράγοντες υψηλού κινδύνου για αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο λόγω αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητων ενεργειών από τα εγκεφαλικά αγγεία και αυξημένου κινδύνου θανάτου.
-
ΔυσφαγίαΠληθυσμόςΑσθενείς με κίνδυνο για πνευμονία από εισρόφησηΧρήση με προσοχή.
-
Δυσκοιλιότητα και εντερική απόφραξηΠληθυσμόςΑσθενείς με υψηλό κίνδυνο εντερικής απόφραξης (π.χ. πολυπλοκές φαρμακευτικές αγωγές που μειώνουν την εντερική κινητικότητα), ασθενείς με εντερική απόφραξη/ειλεόΟι ασθενείς με εντερική απόφραξη/ειλεό πρέπει να αντιμετωπίζονται με στενή παρακολούθηση και επείγουσα φροντίδα.
-
Φλεβική θρομβοεμβολήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αντιψυχωσικάΑναγνώριση όλων των πιθανών παραγόντων κινδύνου πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας και λήψη προστατευτικών μέτρων.
-
ΠαγκρεατίτιδαΑναφέρθηκε παγκρεατίτιδα, συχνά σε ασθενείς με γνωστούς παράγοντες κινδύνου (αυξημένα τριγλυκερίδια, χολολιθίαση, κατανάλωση αλκοόλ).
-
Περιεκτικότητα σε λακτόζηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
SPC-MATEPIL
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Άλλα κεντρικώς δρώντα φαρμακευτικά προϊόνταπροσοχήΠρόσθετες επιδράσεις στο Κεντρικό Νευρικό ΣύστημαΣύστασηΧρήση με προσοχή
-
ΑλκοόλπροσοχήΠρόσθετες επιδράσεις στο Κεντρικό Νευρικό ΣύστημαΣύστασηΧρήση με προσοχή
-
Φάρμακα με αντιχολινεργικές (μουσκαρινικές) επιδράσειςπροσοχήΠρόσθετες αντιχολινεργικές επιδράσειςΣύστασηΠρέπει να δίνεται προσοχή
-
Κετοκοναζόλη (αναστολέας CYP3A4)αντένδειξηΑύξηση 5 έως 8 φορές του εμβαδού της επιφάνειας κάτω από την καμπύλη (AUC) για την κουετιαπίνηΣύστασηΗ συγχορήγηση αντενδείκνυται
-
Χυμός γκρέιπφρουτπροσοχήΑναστολή CYP3A4, πιθανή αύξηση συγκεντρώσεων κουετιαπίνηςΣύστασηΔεν συνιστάται η κατανάλωση
-
Καρβαμαζεπίνη (επαγωγέας ηπατικών ενζύμων)προσοχήΣημαντική αύξηση της κάθαρσης της κουετιαπίνης, μείωση συστηματικής συγκέντρωσης (έως 13% AUC ή περισσότερο), επηρεασμός αποτελεσματικότηταςΣύστασηΗ έναρξη θεραπείας με κουετιαπίνη πρέπει να γίνεται μόνο αν το όφελος υπερισχύει του κινδύνου από τη διακοπή του επαγωγέα. Οποιαδήποτε αλλαγή αγωγής με τον επαγωγέα, σταδιακά και αντικατάσταση από μη-επαγωγέα (π.χ. βαλπροϊκό νάτριο).
-
Φαινυτοΐνη (επαγωγέας μικροσωμιακών ενζύμων)προσοχήΜεγάλη αύξηση στην κάθαρση της κουετιαπίνης (περίπου 450%)ΣύστασηΗ έναρξη θεραπείας με κουετιαπίνη πρέπει να γίνεται μόνο αν το όφελος υπερισχύει του κινδύνου από τη διακοπή του επαγωγέα. Οποιαδήποτε αλλαγή αγωγής με τον επαγωγέα, σταδιακά και αντικατάσταση από μη-επαγωγέα (π.χ. βαλπροϊκό νάτριο).
-
Ιμιπραμίνη (αναστολέας CYP2D6)Δεν μεταβλήθηκε σημαντικά η φαρμακοκινητική της κουετιαπίνης
-
Φλουοξετίνη (αναστολέας CYP3A4 και CYP2D6)Δεν μεταβλήθηκε σημαντικά η φαρμακοκινητική της κουετιαπίνης
-
Δεν μεταβλήθηκε σημαντικά η φαρμακοκινητική της κουετιαπίνης
-
Δεν μεταβλήθηκε σημαντικά η φαρμακοκινητική της κουετιαπίνης
-
προσοχήΑύξηση στην κάθαρση της κουετιαπίνης περίπου κατά 70%ΣύστασηΠαρακολούθηση για μειωμένα επίπεδα κουετιαπίνης
-
Δεν μεταβλήθηκε η φαρμακοκινητική της κουετιαπίνης
-
προσοχήΔεν μεταβλήθηκε η φαρμακοκινητική του λιθίου. Υψηλότερη συχνότητα εξωπυραμιδικών συμβάντων (ιδιαίτερα τρόμου), υπνηλίας και αύξησης του σωματικού βάρους.ΣύστασηΠαρακολούθηση για ανεπιθύμητες ενέργειες
-
Βαλπροϊκό νάτριοπροσοχήΔεν μεταβλήθηκε η φαρμακοκινητική του βαλπροϊκού νατρίου και της κουετιαπίνης σε κλινικά σημαντικό βαθμό. Υψηλότερη συχνότητα λευκοπενίας και ουδετεροπενίας σε συνδυασμένη θεραπεία σε παιδιά και εφήβους.ΣύστασηΠαρακολούθηση (ιδίως για λευκοπενία/ουδετεροπενία σε παιδιά/εφήβους)
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που προκαλούν ηλεκτρολυτικές διαταραχέςπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος αρρυθμιώνΣύστασηΑπαιτείται προσοχή
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που αυξάνουν το QT διάστημαπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος αρρυθμιώνΣύστασηΑπαιτείται προσοχή
-
Ενζυμικοί ανοσοπροσδιορισμοί για μεθαδόνη και τρικυκλικά αντικαταθλιπτικάπροσοχήΨευδώς θετικά αποτελέσματαΣύστασηΕπιβεβαίωση των αμφισβητούμενων αποτελεσμάτων με κατάλληλη τεχνική χρωματογραφίας
sick
SPC-MATEPIL
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Μειωμένη αιμοσφαιρίνη
- Λευκοπενία
- Αυξημένα ηωσινόφιλα
- Ουδετεροπενία
- Θρομβοπενία
- Αναιμία
- Μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Μειωμένος αριθμός ουδετερόφιλων
- Υπερευαισθησία
- Αναφυλακτική αντίδραση
- Αλλεργικές δερματικές αντιδράσεις
- Αγγειοοίδημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Πολύμορφο ερύθημα
- Υπερπρολακτιναιμία
- Υποθυρεοειδισμός
- Απρόσφορη έκκριση αντιδιουρητικής ορμόνης
- Σακχαρώδης διαβήτης
- Μειώσεις της ολικής T4
- Μειώσεις της ελεύθερης T4
- Μειώσεις της ολικής T3
- Αυξήσεις της TSH
- Μειώσεις της ελεύθερης T3
- Αυξήσεις των επιπέδων τριγλυκεριδίων ορού
- Αυξήσεις της ολικής χοληστερόλης (κυρίως LDL χοληστερόλης)
- Μειώσεις της HDL χοληστερόλης
- Αύξηση βάρους
- Αυξημένη όρεξη
- Αυξημένη γλυκόζη αίματος
- Υπονατριαιμία
- Επιδείνωση διαβήτη
- Μεταβολικό σύνδρομο
- Ανώμαλα όνειρα
- Εφιάλτες
- Αυτοκτονικός ιδεασμός
- Αυτοκτονική συμπεριφορά
- Συμπτώματα στέρησης
- Ευερεθιστότητα
- Υπνοβασία και σχετικές αντιδράσεις όπως ομιλία κατά τον ύπνο και σχετιζόμενη με τον ύπνο διατροφική διαταραχή
- Ζάλη
- Υπνηλία
- Κεφαλαλγία
- Εξωπυραμιδικά συμπτώματα
- Δυσαρθρία
- Σπασμοί
- Σύνδρομο ανήσυχων ποδών
- Όψιμη δυσκινησία
- Συγκοπή
- Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο
- Ταχυκαρδία
- Αίσθημα παλμών
- Παράταση διαστήματος QT
- Βραδυκαρδία
- Θαμπή όραση
- Ορθοστατική υπόταση
- Φλεβική θρομβοεμβολή
- Δύσπνοια
- Ρινίτιδα
- Ξηροστομία
- Δυσκοιλιότητα
- Δυσπεψία
- Έμετος
- Δυσφαγία
- Παγκρεατίτιδα
- Εντερική απόφραξη
- Ειλεός
- Αύξηση αμινοτρανσφεράσης αλανίνης ορού
- Αύξηση γ-γλουταμυλτρανσφεράσης
- Αύξηση ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης ορού
- Ίκτερος
- Ηπατίτιδα
- Ραβδομυόλυση
- Κατακράτηση ούρων
- Σύνδρομο απόσυρσης φαρμάκου νεογνών
- Σεξουαλική δυσλειτουργία
- Πριαπισμός
- Γαλακτόρροια
- Οίδημα μαστών
- Διαταραχές εμμήνου ρύσης
- Ήπια εξασθένηση
- Περιφερικό οίδημα
- Πυρεξία
- Υποθερμία
- Αυξήσεις της φωσφοκινάσης της κρεατίνης αίματος
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΑυξήσεις της ολικής χοληστερόλης (κυρίως LDL χοληστερόλης)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Πολύ συχνέςΑυξήσεις των επιπέδων τριγλυκεριδίων ορούΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Πολύ συχνέςΑύξηση βάρουςΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΕξωπυραμιδικά συμπτώματαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΖάληΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΜειωμένη αιμοσφαιρίνηΑίμα
-
Πολύ συχνέςΜειώσεις της HDL χοληστερόληςΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Πολύ συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΣυμπτώματα στέρησηςΨυχιατρικές
-
Πολύ συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΉπια εξασθένησηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
ΣυχνέςΑνώμαλα όνειραΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΑυξήσεις της TSHΔιαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
ΣυχνέςΑυξήσεις της φωσφοκινάσης της κρεατίνης αίματοςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣυχνέςΑυξημένα ηωσινόφιλαΑίμα
-
ΣυχνέςΑυξημένη γλυκόζη αίματοςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑυξημένη όρεξηΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑυτοκτονική συμπεριφοράΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΑυτοκτονικός ιδεασμόςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΑύξηση αμινοτρανσφεράσης αλανίνης ορούΉπαρ
-
ΣυχνέςΑύξηση γ-γλουταμυλτρανσφεράσηςΉπαρ
-
ΣυχνέςΔυσαρθρίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕυερεθιστότηταΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΕφιάλτεςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΜειωμένος αριθμός ουδετερόφιλωνΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΜειώσεις της ελεύθερης T4Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
ΣυχνέςΜειώσεις της ολικής T3Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
ΣυχνέςΜειώσεις της ολικής T4Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
ΣυχνέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
ΣυχνέςΡινίτιδαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΣεξουαλική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΥπερπρολακτιναιμίαΕνδοκρινικό
-
Όχι συχνέςΌψιμη δυσκινησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑλλεργικές δερματικές αντιδράσειςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑύξηση ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης ορούΉπαρ
-
Όχι συχνέςΓαλακτόρροιαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές εμμήνου ρύσηςΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΔυσφαγίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕπιδείνωση διαβήτηΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΚακόηθες νευροληπτικό σύνδρομοΝευρικό
-
Όχι συχνέςΚατακράτηση ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΜειώσεις της ελεύθερης T3Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΟίδημα μαστώνΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΠαράταση διαστήματος QTΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΠριαπισμόςΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΣακχαρώδης διαβήτηςΕνδοκρινικό
-
Όχι συχνέςΣπασμοίΝευρικό
-
Όχι συχνέςΣυγκοπήΝευρικό
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο ανήσυχων ποδώνΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΥπνοβασία και σχετικές αντιδράσεις όπως ομιλία κατά τον ύπνο και σχετιζόμενη με τον ύπνο διατροφική διαταραχήΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΥποθερμίαΓενικές
-
Όχι συχνέςΥποθυρεοειδισμόςΕνδοκρινικό
-
Όχι συχνέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΦλεβική θρομβοεμβολήΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΊκτεροςΉπαρ
-
ΣπάνιεςΑναιμίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΑπρόσφορη έκκριση αντιδιουρητικής ορμόνηςΕνδοκρινικό
-
ΣπάνιεςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΕιλεόςΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΕντερική απόφραξηΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΘρομβοπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΜειωμένος αριθμός αιμοπεταλίωνΑίμα
-
ΣπάνιεςΜεταβολικό σύνδρομοΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο απόσυρσης φαρμάκου νεογνώνΑναπαραγωγικό
-
Πολύ σπάνιεςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑναφυλακτική αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
pregnant_woman
SPC-MATEPIL
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΣυνεπώς, η κουετιαπίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης, μόνο εάν τα οφέλη δικαιολογούν τους πιθανούς κινδύνους.Ο μέτριος όγκος δημοσιευμένων δεδομένων εκτεθειμένων κυήσεων (δηλ. μεταξύ 300-1000 εκβάσεων κυήσεων), περιλαμβανομένων ατομικών αναφορών και ορισμένων μελετών παρατήρησης, δεν υποδεικνύουν αυξημένο κίνδυνο δυσπλασιών λόγω της θεραπείας. Ωστόσο, με βάση το σύνολο των διαθέσιμων δεδομένων, δεν μπορούν να εξαχθούν οριστικά συμπεράσματα. Μελέτες σε πειραματόζωα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Τα νεογνά που εκτίθενται σε αντιψυχωσικά (περιλαμβανομένης της κουετιαπίνης) κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης, κινδυνεύουν από ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβανομένων εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων και/ή στερητικού συνδρόμου, που μπορεί να ποικίλλουν σε βαρύτητα και διάρκεια μετά τη γέννηση. Υπάρχουν αναφορές διέγερσης, υπερτονίας, υποτονίας, τρόμου, υπνηλίας, αναπνευστικής δυσχέρειας ή διαταραχής πρόσληψης τροφής. Κατά συνέπεια τα νεογέννητα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
-
Γαλουχίαπρέπει να αποφασίζεται η διακοπή του θηλασμού ή η διακοπή της θεραπείας με Matepil 150 mg δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος της γαλουχίας για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.Με βάση πολύ περιορισμένα δεδομένα από δημοσιευμένες αναφορές για την απέκκριση της κουετιαπίνης στο ανθρώπινο μητρικό γάλα, η απέκκριση της κουετιαπίνης σε θεραπευτικές δόσεις φαίνεται ότι δεν είναι σταθερή. Λόγω της απουσίας επαρκών δεδομένων.
-
ΓονιμότηταΟι επιδράσεις της κουετιαπίνης στην ανθρώπινη γονιμότητα δεν έχουν αξιολογηθεί.Σε αρουραίους παρατηρήθηκαν επιδράσεις σχετιζόμενες με αυξημένα επίπεδα προλακτίνης, μολονότι δεν είναι άμεσα σχετικές με τον άνθρωπο (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-MATEPIL
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-MATEPIL
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση H κουετιαπίνη απορροφάται καλά μετά από χορήγηση από το στόμα. Το Matepil 150 mg δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης επιτυγχάνει μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα της κουετιαπίνης και της nor-quetiapine περίπου 6 ώρες μετά την χορήγηση (Tmax)….
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων (ANC) | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | Άμεσα | Σημεία/συμπτώματα ακοκκιοκυτταραιμίας ή λοίμωξης |
| Λευκά αιμοσφαίρια (WBC) | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | Άμεσα | Σημεία/συμπτώματα ακοκκιοκυτταραιμίας ή λοίμωξης |
| Ουδετερόφιλα | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | Μέχρι να υπερβούν τον αριθμό 1,5 X 10^9/L | Αριθμός ουδετερόφιλων <1,0 X 10^9/L |
| Γλυκαιμικός έλεγχος | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | Τακτικά | Σακχαρώδης διαβήτης ή παράγοντες κινδύνου για σακχαρώδη διαβήτη |
| Γλυκόζη αίματος | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | Κατά την έναρξη της θεραπείας και τακτικά κατά τη διάρκεια | — |
| Σημεία και συμπτώματα υπεργλυκαιμίας | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | Τακτικά | Ασθενείς υπό θεραπεία με αντιψυχωσικό παράγοντα |
| Λιπίδια | monitoringΛιπιδαιμικός έλεγχος | Κατά την έναρξη της θεραπείας και τακτικά κατά τη διάρκεια | — |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Βάρος | monitor_weightΣωματομετρικά (βάρος/ΔΜΣ) | Κατά την έναρξη της θεραπείας και τακτικά κατά τη διάρκεια | — |
| Σωματικό βάρος | monitor_weightΣωματομετρικά (βάρος/ΔΜΣ) | Τακτικά | — |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-MATEPIL
expand_more
Δοσολογία
Υπάρχουν διαφορετικά δοσολογικά σχήματα για κάθε ένδειξη. Πρέπει επομένως να διασφαλιστεί ότι οι ασθενείς θα λάβουν σαφείς πληροφορίες για την κατάλληλη δοσολογία για την κατάστασή τους.
Ενήλικες
Για τη θεραπεία της σχιζοφρένειας και των μανιακών επεισοδίων μέτριας έως βαριάς μορφής σε διπολική διαταραχή
Το Matepil 150 mg δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης θα πρέπει να χορηγείται τουλάχιστον μία ώρα πριν από το γεύμα. Η ημερήσια δόση κατά την έναρξη της θεραπείας είναι 300 mg την ημέρα 1 και 600 mg την ημέρα 2. Η συνιστώμενη ημερήσια δόση είναι 600 mg, ωστόσο, εάν δικαιολογείται κλινικά η δόση ενδέχεται να αυξηθεί στα 800 mg καθημερινά. Η δόση θα πρέπει να προσαρμόζεται εντός του αποτελεσματικού δοσολογικού εύρους των 400 mg έως 800 mg την ημέρα, ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση και ανεκτικότητα του ασθενούς. Για τη θεραπεία συντήρησης στη σχιζοφρένεια, δεν απαιτείται καμία προσαρμογή δοσολογίας.
Για τη θεραπεία των μειζόνων καταθλιπτικών επεισοδίων σε διπολική διαταραχή
Το Matepil 150 mg δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης θα πρέπει να χορηγείται κατά την κατάκλιση. Η ημερήσια δόση για τις πρώτες τέσσερις ημέρες θεραπείας είναι 50 mg (ημέρα 1), 100 mg (ημέρα 2), 200 mg (ημέρα 3) και 300 mg (ημέρα 4). Η συνιστώμενη ημερήσια δόση είναι 300 mg. Στις κλινικές δοκιμές, δεν παρατηρήθηκε πρόσθετο όφελος στην ομάδα δόσης 600 mg σε σύγκριση με την ομάδα δόσης 300 mg (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Μεμονωμένοι ασθενείς ενδέχεται να ωφεληθούν από μια δόση 600 mg. Δόσεις μεγαλύτερες των 300 mg θα πρέπει να δίνονται από ιατρούς που διαθέτουν εμπειρία στη θεραπεία της διπολικής διαταραχής. Σε μεμονωμένους ασθενείς, στην περίπτωση προβλημάτων σχετικά με την ανεκτικότητα, κλινικές δοκιμές έχουν υποδείξει ότι θα μπορούσε να εξεταστεί το ενδεχόμενο μείωσης σε ελάχιστη δόση 200 mg.
Για την πρόληψη της υποτροπής σε διπολική διαταραχή
Για την πρόληψη υποτροπής μανιακών, μεικτών ή καταθλιπτικών επεισοδίων σε διπολική διαταραχή, οι ασθενείς που ανταποκρίθηκαν σε δισκία κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης για την οξεία θεραπεία της διπολικής διαταραχής θα πρέπει να συνεχίζουν να λαμβάνουν δισκία κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης στην ίδια δόση χορηγούμενη κατά την κατάκλιση. Η δόση του Matepil 150 mg δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης μπορεί να προσαρμοστεί ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση και την ανεκτικότητα του εκάστοτε ασθενούς εντός του δοσολογικού εύρους των 300 mg έως 800 mg/ημέρα. Είναι σημαντικό να χρησιμοποιηθεί η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση για τη θεραπεία συντήρησης.
Για τη πρόσθετη θεραπεία των μειζόνων καταθλιπτικών επεισοδίων στην ΜΚΔ
Το Matepil 150 mg δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης θα πρέπει να χορηγείται πριν από την κατάκλιση. Η ημερήσια δόση κατά την έναρξη της θεραπείας είναι 50 mg την ημέρα 1 και 2 και 150 mg την ημέρα 3 και 4. Παρατηρήθηκε αντικαταθλιπτική δράση σε δόση 150 και 300 mg/ημέρα σε δοκιμές βραχείας διάρκειας ως θεραπεία προσθήκης (με αμιτριπτυλίνη, βουπροπιόνη, σιταλοπράμη, δουλοξετίνη, εσιταλοπράμη, φλουοξετίνη, παροξετίνη, σερτραλίνη και βενλαφαξίνη - βλ. Φαρμακοδυναμικές) και σε δόση 50 mg/ημέρα σε δοκιμές μονοθεραπείας βραχείας διάρκειας. Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων συμβάντων σε υψηλότερες δόσεις. Οι κλινικοί ιατροί θα πρέπει επομένως να διασφαλίσουν ότι χρησιμοποιείται η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση, αρχίζοντας από 50 mg/ημέρα, για τη θεραπεία. Η ανάγκη αύξησης της δόσης από 150 σε 300 mg/ημέρα θα πρέπει να βασίζεται στην αξιολόγηση του εκάστοτε ασθενούς.
Αλλαγή από δισκία κουετιαπίνης άμεσης αποδέσμευσης
Για πιο εύκολο δοσολογικό σχήμα, οι ασθενείς που λαμβάνουν επί του παρόντος θεραπεία με διαιρούμενες δόσεις δισκίων κουετιαπίνης άμεσης αποδέσμευσης μπορούν να μεταφερθούν στο Matepil 150 mg δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης λαμβάνοντας την αντίστοιχη συνολική ημερήσια δόση μία φορά την ημέρα. Μπορεί να απαιτηθεί προσαρμογή της δοσολογίας για κάθε ασθενή.
Ηλικιωμένοι
Όπως με άλλα αντιψυχωσικά και αντικαταθλιπτικά, το Matepil 150 mg δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή στους ηλικιωμένους, ειδικά κατά τη διάρκεια της αρχικής περιόδου χορήγησης δόσης. Ο ρυθμός της τιτλοποίησης της δόσης του Matepil 150 mg δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης ενδέχεται να χρειαστεί να είναι πιο αργός και η ημερήσια θεραπευτική δόση πιο χαμηλή από αυτές που χρησιμοποιούνται στους νεότερους ασθενείς. Η μέση τιμή κάθαρσης της κουετιαπίνης από το πλάσμα μειώθηκε κατά 30% έως 50% στους ηλικιωμένους ασθενείς σε σύγκριση με τους νεότερους ασθενείς. Οι ηλικιωμένοι ασθενείς θα πρέπει να αρχίζουν με δόση 50 mg/ημέρα. Η δόση μπορεί να αυξάνεται κατά 50 mg/ημέρα μέχρι την επίτευξη αποτελεσματικής δοσολογίας, ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση και την ανοχή κάθε ασθενούς.
Στους ηλικιωμένους ασθενείς με μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια σε ΜΚΔ, η δόσης θα πρέπει να αρχίζει με 50 mg/ημέρα κατά τις ημέρες 1-3, να αυξάνεται στα 100 mg/ημέρα την ημέρα 4 και 150 mg/ημέρα την ημέρα 8. Θα πρέπει να χρησιμοποιείται η πιο χαμηλή αποτελεσματική δόση, αρχίζοντας από 50 mg/ημέρα. Με βάση την αξιολόγηση κάθε ασθενή ξεχωριστά, εάν απαιτηθεί αύξηση δόσης στα 300 mg/ημέρα αυτό δεν θα πρέπει να πραγματοποιηθεί πριν από την 22η ημέρα της θεραπείας.
Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια δεν έχουν αξιολογηθεί σε ασθενείς ηλικίας άνω των 65 ετών με καταθλιπτικά επεισόδια στα πλαίσια διπολικής διαταραχής.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Το Matepil 150 mg δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών, λόγω έλλειψης δεδομένων που να υποστηρίζουν τη χρήση σε αυτή την ηλικιακή ομάδα. Τα διαθέσιμα στοιχεία από ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες παρουσιάζονται στις (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις, Ανεπιθύμητες ενέργειες, Φαρμακοδυναμικές και Φαρμακοκινητικές).
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται προσαρμογή δοσολογίας σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
Ηπατική δυσλειτουργία
Η κουετιαπίνη μεταβολίζεται εκτενώς από το ήπαρ. Επομένως, το Matepil 150 mg δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με γνωστή ηπατική δυσλειτουργία, ειδικά κατά τη διάρκεια της αρχικής περιόδου χορήγησης της δόσης. Οι ασθενείς με γνωστή ηπατική δυσλειτουργία θα πρέπει να αρχίζουν με 50 mg/ημέρα. Η δόση μπορεί να αυξάνεται κατά 50 mg/ημέρα, μέχρι την επίτευξη αποτελεσματικής δοσολογίας, ανάλογα με την κλινική απόκριση και την ανοχή κάθε ασθενούς.
Τρόπος χορήγησης
Το Matepil 150 mg δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης θα πρέπει να χορηγείται μία φορά την ημέρα, χωρίς τροφή. Τα δισκία θα πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα και να μην κόβονται, να μην μασώνται και να μην συνθλίβονται.
block
Αντενδείξεις
SPC-MATEPIL
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη(στις) δραστική(ές) ουσία(ες) ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Σύγχρονη χορήγηση με αναστολείς του ισοενζύμου 3A4 του κυτοχρώματος P450, όπως αναστολείς της HIV-πρωτεάσης, αντιμυκητιασικοί παράγοντες της ομάδας των αζολών, ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη και νεφαζοδόνη (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-MATEPIL
expand_more
Προειδοποιήσεις
Γενικές Προειδοποιήσεις
Καθώς το Matepil 150 mg δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης έχει αρκετές ενδείξεις, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το προφίλ ασφαλείας σε σχέση με την εξατομικευμένη διάγνωση του ασθενούς και τη δόση που χορηγείται.
Η μακροχρόνια αποτελεσματικότητα και ασφάλεια σε ασθενείς με ΜΚΔ δεν έχει αξιολογηθεί ως επιπρόσθετη θεραπεία, ωστόσο η μακροχρόνια αποτελεσματικότητα και ασφάλεια έχει αξιολογηθεί σε ενήλικες ασθενείς ως μονοθεραπεία (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η κουετιαπίνη δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά και εφήβους κάτω των 18 ετών, λόγω έλλειψης δεδομένων που να υποστηρίζουν τη χρήση σε αυτήν την ηλικιακή ομάδα. Κλινικές μελέτες με κουετιαπίνη έχουν δείξει ότι επιπλέον του γνωστού προφίλ ασφάλειας που έχει προσδιοριστεί σε ενήλικες (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες), συγκεκριμένες ανεπιθύμητες ενέργειες εμφανίστηκαν με μεγαλύτερη συχνότητα σε παιδιά και εφήβους σε σύγκριση με τους ενήλικες (αυξημένη όρεξη, αυξήσεις στην προλακτίνη του ορού, έμετος, ρινίτιδα και συγκοπή) ή μπορεί να έχουν διαφορετικές επιπτώσεις για παιδιά και εφήβους (εξωπυραμιδικά συμπτώματα και ευερεθιστότητα) και μία ανεπιθύμητη ενέργεια διαπιστώθηκε ότι δεν έχει παρατηρηθεί σε μελέτες ενηλίκων (αυξήσεις στην αρτηριακή πίεση). Επίσης, έχουν παρατηρηθεί μεταβολές στις εξετάσεις της λειτουργίας του θυρεοειδούς σε παιδιά και εφήβους. Επιπλέον, οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην ασφάλεια της θεραπείας με κουετιαπίνη στην ανάπτυξη και ωρίμανση δεν έχουν μελετηθεί πέραν των 26 εβδομάδων. Οι μακροχρόνιες επιπτώσεις στην γνωσιακή και συμπεριφορική ανάπτυξη δεν είναι γνωστές.
Σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες σε παιδιά και έφηβους ασθενείς, η κουετιαπίνη συσχετίστηκε με μία αυξημένη εμφάνιση εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων (EPS) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο σε ασθενείς υπό θεραπεία για σχιζοφρένεια, διπολική μανία και διπολική κατάθλιψη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Αυτοκτονία/αυτοκτονικός ιδεασμός ή κλινική επιδείνωση
Η κατάθλιψη σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο για αυτοκτονικό ιδεασμό, αυτοτραυματισμό και αυτοκτονία. Ο κίνδυνος αυτός εμμένει μέχρι να υπάρξει σημαντική βελτίωση. Καθώς η βελτίωση μπορεί να μην παρουσιαστεί τις πρώτες λίγες ή περισσότερες εβδομάδες θεραπείας, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά μέχρι να υπάρξει τέτοια βελτίωση. Σύμφωνα με την κλινική εμπειρία, ο κίνδυνος αυτοκτονίας μπορεί να αυξηθεί στα πρώτα στάδια της βελτίωσης.
Επιπλέον, οι γιατροί πρέπει να εξετάσουν τον πιθανό κίνδυνο επεισοδίων που σχετίζονται με αυτοκτονία μετά από απότομη διακοπή της θεραπείας με κουετιαπίνη, λόγω των γνωστών παραγόντων κινδύνου της υπό θεραπείας ασθένειας.
Άλλες ψυχιατρικές καταστάσεις για τις οποίες η κουετιαπίνη συνταγογραφείται μπορεί επίσης να σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο επεισοδίων σχετιζόμενων με αυτοκτονία. Επιπρόσθετα, αυτές οι καταστάσεις μπορεί να συνυπάρχουν με μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια. Για το λόγο αυτό, οι ίδιες προφυλάξεις που παίρνονται κατά τη θεραπεία ασθενών με μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια πρέπει να παίρνονται και κατά τη θεραπεία ασθενών με άλλες ψυχιατρικές διαταραχές.
Ασθενείς με ιστορικό επεισοδίων σχετιζόμενων με αυτοκτονία, ή εκείνοι που παρουσιάζουν σημαντικού βαθμού αυτοκτονικό ιδεασμό πριν την έναρξη της θεραπείας, είναι γνωστό ότι διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο αυτοκτονικών σκέψεων ή αποπειρών αυτοκτονίας και γι’ αυτό πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Μία μετα-ανάλυση ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο κλινικών δοκιμών με αντικαταθλιπτικά φάρμακα σε ενήλικες ασθενείς με ψυχιατρικές διαταραχές έδειξε αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονικής συμπεριφοράς με αντικαταθλιπτικά σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 25 ετών.
Στενή παρακολούθηση των ασθενών και ιδιαίτερα αυτών που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο πρέπει να συνδυάζεται με τη φαρμακευτική αγωγή, ιδιαίτερα στην αρχή της θεραπείας και μετά από αλλαγές στη δοσολογία. Οι ασθενείς (και αυτοί που φροντίζουν τους ασθενείς) πρέπει να είναι σε επαγρύπνηση σχετικά με την ανάγκη παρακολούθησης για οποιαδήποτε κλινική επιδείνωση, αυτοκτονική συμπεριφορά ή σκέψεις και ασυνήθιστες αλλαγές στη συμπεριφορά και να αναζητήσουν ιατρική συμβουλή άμεσα εάν εμφανιστούν αυτά τα συμπτώματα.
Σε μικρότερης διάρκειας ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες ασθενών με μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια σε διπολική διαταραχή παρατηρήθηκε αυξημένος κίνδυνος συμβάντων σχετιζόμενων με αυτοκτονία σε νεαρούς ενήλικες ασθενείς (ηλικίας μικρότερης από 25 ετών) που ήταν υπό θεραπεία με κουετιαπίνη σε σύγκριση με εκείνους υπό θεραπεία με εικονικό φάρμακο (3,0% έναντι 0%, αντίστοιχα). Σε κλινικές μελέτες ασθενών με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή η συχνότητα εμφάνισης συμβάντων σχετιζόμενων με αυτοκτονία που παρατηρήθηκε σε νεαρούς ενήλικες ασθενείς (ηλικίας μικρότερης από 25 ετών) ήταν 2,1% (3/144) για την κουετιαπίνη και 1,3% (1/75) για το εικονικό φάρμακο.
Μεταβολικός κίνδυνος
Με δεδομένο τον κίνδυνο επιδείνωσης του μεταβολικού προφίλ, περιλαμβανομένων μεταβολών του βάρους, της γλυκόζης αίματος (βλ. Υπεργλυκαιμία) και των λιπιδίων, που έχουν παρατηρηθεί σε κλινικές μελέτες, οι μεταβολικές παράμετροι των ασθενών πρέπει να προσδιορίζονται κατά τον χρόνο της έναρξης της θεραπείας και οι μεταβολές των παραμέτρων αυτών πρέπει να ελέγχονται τακτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Η επιδείνωση αυτών των παραμέτρων πρέπει να αντιμετωπίζεται όπως ενδείκνυται κλινικά (βλ. επίσης Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Εξωπυραμιδικά συμπτώματα
Σε κλινικές μελέτες ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο σε ενήλικες ασθενείς η κουετιαπίνη συσχετίστηκε με αύξηση της συχνότητας εμφάνισης εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων σε σύγκριση με εικονικό φάρμακο σε ασθενείς που αντιμετωπίσθηκαν για μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια σε διπολική διαταραχή και μείζονα καταθλιπτική διαταραχή (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοδυναμικές).
Η χρήση της κουετιαπίνης συσχετίστηκε με την ανάπτυξη ακαθησίας, που χαρακτηρίζεται από μια υποκειμενικά δυσάρεστη ή δυσφορική ανησυχία και ανάγκη για κίνηση που συχνά συνοδεύεται από ανικανότητα να κάθεται ή να στέκεται ακίνητος. Αυτό είναι πιο πιθανό να συμβεί μέσα στις πρώτες εβδομάδες θεραπείας. Σε ασθενείς που αναπτύσσουν αυτά τα συμπτώματα, η αύξηση της δόσης μπορεί να είναι επιβλαβής.
Όψιμη δυσκινησία
Εάν εμφανιστούν σημεία και συμπτώματα όψιμης δυσκινησίας, θα πρέπει να εξετασθεί η μείωση της δόσης ή η διακοπή της κουετιαπίνης. Τα συμπτώματα όψιμης δυσκινησίας μπορεί να χειροτερέψουν ή να εμφανισθούν μετά την διακοπή της θεραπείας (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Υπνηλία και ζάλη
Η θεραπεία με κουετιαπίνη συσχετίστηκε με υπνηλία και σχετικά συμπτώματα, όπως καταστολή (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Σε κλινικές μελέτες για τη θεραπεία των ασθενών με διπολική κατάθλιψη, και μείζονα καταθλιπτική διαταραχή η έναρξη ήταν συνήθως μέσα στις 3 πρώτες ημέρες θεραπείας και ήταν κυρίως ήπιας έως μέτριας έντασης. Ασθενείς που βιώνουν έντονη υπνηλία μπορεί να χρειάζονται πιο συχνή επικοινωνία για τουλάχιστον 2 εβδομάδες από την έναρξη της υπνηλίας ή μέχρι να βελτιωθούν τα συμπτώματα και μπορεί να εξεταστεί διακοπή της θεραπείας.
Ορθοστατική υπόταση
Η θεραπεία με κουετιαπίνη έχει συσχετιστεί με ορθοστατική υπόταση και σχετική ζάλη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες), τα οποία όπως και στην υπνηλία έχουν έναρξη συνήθως κατά την αρχική περίοδο τιτλοποίησης της δόσης. Αυτό μπορεί να αυξήσει τα περιστατικά τυχαίων τραυματισμών (πτώσεις), ιδιαίτερα στον ηλικιωμένο πληθυσμό. Ως εκ τούτου οι ασθενείς πρέπει να συμβουλεύονται να είναι προσεκτικοί μέχρι να εξοικειωθούν με τις πιθανές παρενέργειες του φαρμάκου.
Η κουετιαπίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με γνωστή καρδιαγγειακή νόσο, αγγειοεγκεφαλική νόσο ή άλλες καταστάσεις με προδιάθεση για υπόταση. Πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης ή της περισσότερο βαθμιαίας αύξησης εάν συμβεί ορθοστατική υπόταση, ιδιαίτερα σε ασθενείς με υποκείμενη καρδιαγγειακή νόσο.
Σύνδρομο άπνοιας κατά τον ύπνο
Το σύνδρομο άπνοιας κατά τον ύπνο έχει αναφερθεί σε ασθενείς που χρησιμοποιούν κουετιαπίνη. Σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα κατασταλτικά του κεντρικού νευρικού συστήματος, και οι οποίοι έχουν ιστορικό ή βρίσκονται σε κίνδυνο για άπνοια ύπνου, όπως εκείνοι που είναι υπέρβαροι/παχύσαρκοι ή είναι άνδρες, η κουετιαπίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
Σπασμοί
Σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες δεν υπήρξε καμία διαφορά στη συχνότητα εμφάνισης σπασμών σε ασθενείς που έλαβαν κουετιαπίνη ή εικονικό φάρμακο. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για την επίπτωση των σπασμών σε ασθενείς με ιστορικό διαταραχής σπασμών. Όπως και με άλλα αντιψυχωσικά, συνιστάται προσοχή κατά την θεραπεία ασθενών με ιστορικό σπασμών (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο
Το κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο έχει συσχετισθεί με την αντιψυχωσική θεραπεία, συμπεριλαμβανομένης της κουετιαπίνης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι κλινικές εκδηλώσεις περιλαμβάνουν υπερθερμία, μεταβολή της νοητικής κατάστασης, μυϊκή δυσκαμψία, αστάθεια του αυτόνομου νευρικού συστήματος και αυξημένα επίπεδα φωσφοκινάσης της κρεατίνης. Σε μία τέτοια περίπτωση, η κουετιαπίνη πρέπει να διακόπτεται και να παρέχεται κατάλληλη ιατρική περίθαλψη.
Σοβαρή ουδετεροπενία και ακοκκιοκυτταραιμία
Σε κλινικές μελέτες με κουετιαπίνη έχει αναφερθεί σοβαρή ουδετεροπενία (αριθμός ουδετερόφιλων < 0,5 X 10^9/L). Οι περισσότερες περιπτώσεις σοβαρής ουδετεροπενίας εμφανίσθηκαν μέσα σε λίγους μήνες από την έναρξη της θεραπείας με κουετιαπίνη. Δεν υπάρχει εμφανής συσχέτιση με τη δόση. Με βάση την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του προϊόντος, ορισμένες περιπτώσεις ήταν θανατηφόρες. Πιθανοί παράγοντες κινδύνου για ουδετεροπενία περιλαμβάνουν προϋπάρχοντα χαμηλό αριθμό λευκοκυττάρων (WBC) και ιστορικό φαρμακοεπαγόμενης ουδετεροπενίας. Ωστόσο, ορισμένες περιπτώσεις εμφανίστηκαν σε ασθενείς χωρίς προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου. Η κουετιαπίνη θα πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς με αριθμό ουδετερόφιλων <1,0 X 10^9/L. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα λοίμωξης και να ελέγχεται ο αριθμός ουδετερόφιλων (μέχρι να υπερβούν τον αριθμό 1,5 X 10^9/L). (Βλ. Φαρμακοδυναμικές).
Η περίπτωση της ουδετεροπενίας πρέπει να εξετάζεται σε ασθενείς που παρουσιάζουν λοίμωξη ή πυρετό, ιδιαίτερα επί απουσίας εμφανούς(ών) προδιαθεσικού(ών) παραγόντων και πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως είναι κλινικά απαραίτητο.
Πρέπει να δίνονται στους ασθενείς οδηγίες για άμεση αναφορά της εμφάνισης σημείων/συμπτωμάτων ενδεικτικών ακοκκιοκυτταραιμίας ή λοίμωξης (π.χ. πυρετός, αδυναμία, λήθαργος ή πονόλαιμος) σε οποιοδήποτε χρόνο κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Matepil 150 mg δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης. Στους ασθενείς αυτής της κατηγορίας πρέπει να διενεργείται άμεση μέτρηση των λευκοκυττάρων (WBC) και του απόλυτου αριθμού ουδετερόφιλων (ANC), ιδιαίτερα όταν απουσιάζουν προδιαθεσικοί παράγοντες.
Αντι-χολινεργικές (μουσκαρινικές) επιδράσεις
Η Nor-quetiapine, ένας ενεργός μεταβολίτης της κουετιαπίνης, έχει μέτρια έως ισχυρή συγγένεια για αρκετούς μουσκαρινικών υποτύπων υποδοχείς. Αυτό συμβάλλει στις ΑΕΦ αντανακλώντας αντι-χολινεργικές επιδράσεις όταν η κουετιαπίνη χρησιμοποιείται στις συνιστώμενες δόσεις, όταν χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με άλλα φάρμακα που έχουν αντιχολινεργική δράση, και στη ρύθμιση της υπερβολικής δόσης. Η κουετιαπίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα που έχουν αντι-χολινεργικές (μουσκαρινικές) επιδράσεις. Η κουετιαπίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με μια τρέχουσα διάγνωση ή προηγούμενο ιστορικό κατακράτησης ούρων, κλινικά σημαντική υπερτροφία του προστάτη, εντερική απόφραξη ή συναφείς συνθήκες, αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση ή γλαύκωμα κλειστής γωνίας. (Βλέπε Αλληλεπιδράσεις, Ανεπιθύμητες ενέργειες, Φαρμακοδυναμικές και Υπερδοσολογία).
Αλληλεπιδράσεις
Βλ. επίσης Αλληλεπιδράσεις. Η συγχορήγηση κουετιαπίνης με έναν ισχυρό επαγωγέα των ηπατικών ενζύμων όπως η καρβαμαζεπίνη ή η φαινυτοΐνη, μειώνει σημαντικά τις συγκεντρώσεις της κουετιαπίνης στο πλάσμα και μπορεί να επηρεάσει την αποτελεσματικότητα της θεραπείας με κουετιαπίνη. Σε ασθενείς, που λαμβάνουν έναν επαγωγέα των ηπατικών ενζύμων, η έναρξη της θεραπείας με κουετιαπίνη πρέπει να γίνεται μόνο όταν ο γιατρός εκτιμήσει ότι το όφελος της θεραπείας με κουετιαπίνη υπερισχύει του κινδύνου από τη διακοπή του επαγωγέα των ηπατικών ενζύμων. Είναι σημαντικό, οποιαδήποτε αλλαγή στην θεραπεία με τον επαγωγέα, να γίνεται σταδιακά και εφόσον απαιτείται, να αντικαθίσταται από έναν μη-επαγωγέα (π.χ. βαλπροϊκό νάτριο).
Σωματικό βάρος
Πρόσληψη σωματικού βάρους έχει αναφερθεί σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε θεραπεία με κουετιαπίνη και πρέπει να παρακολουθούνται και να ελέγχονται όπως ενδείκνυται κλινικά σύμφωνα με τις αντιψυχωσικές κατευθυντήριες οδηγίες που ακολουθούνται (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοδυναμικές).
Υπεργλυκαιμία
Έχει σπάνια αναφερθεί υπεργλυκαιμία και/ή ανάπτυξη ή επιδείνωση του διαβήτη που περιστασιακά συνδέεται με κετοξέωση ή κώμα, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων θανατηφόρων περιπτώσεων (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Σε ορισμένες περιπτώσεις, έχει αναφερθεί προηγούμενη αύξηση του σωματικού βάρους που μπορεί να είναι προδιαθεσικός παράγοντας. Συνιστάται κατάλληλη κλινική παρακολούθηση σύμφωνα με τις αντιψυχωσικές κατευθυντήριες οδηγίες που ακολουθούνται.
Ασθενείς υπό θεραπεία με οποιοδήποτε αντιψυχωσικό παράγοντα συμπεριλαμβανομένης της κουετιαπίνης, πρέπει να παρατηρούνται για σημεία και συμπτώματα υπεργλυκαιμίας (όπως πολυδιψία, πολυουρία, πολυφαγία και αδυναμία) και ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή με παράγοντες κινδύνου για σακχαρώδη διαβήτη πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά για επιδείνωση του ελέγχου γλυκόζης. Το σωματικό βάρος πρέπει να παρακολουθείται τακτικά.
Λιπίδια
Σε κλινικές μελέτες με κουετιαπίνη παρατηρήθηκε αύξηση των τριγλυκεριδίων, της LDL και της ολικής χοληστερόλης και μείωση της HDL χοληστερόλης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι μεταβολές των λιπιδίων πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως ενδείκνυται κλινικά.
Παράταση του QT διαστήματος
Στις κλινικές δοκιμές και κατά την χρήση σύμφωνα με την Περίληψη των Χαρακτηριστικών του προϊόντος, η κουετιαπίνη δεν συσχετίσθηκε με μόνιμη αύξηση στα απόλυτα QT διαστήματα. Μετά την κυκλοφορία του προϊόντος έχει αναφερθεί παράταση του διαστήματος QT με την κουετιαπίνη σε θεραπευτικές δόσεις (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες) και σε υπερδοσολογία (βλ. Υπερδοσολογία). Όπως και με άλλα αντιψυχωτικά, απαιτείται προσοχή όταν η κουετιαπίνη συγχορηγείται σε ασθενείς με καρδιοαγγειακές νόσους ή οικογενειακό ιστορικό παράτασης του QT διαστήματος. Επίσης, απαιτείται προσοχή όταν η κουετιαπίνη συγχορηγείται είτε με φάρμακα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το QT διάστημα, ή με νευροληπτικά, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους, σε ασθενείς με συγγενές σύνδρομο παράτασης QT διαστήματος, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, καρδιακή υπερτροφία, υποκαλιαιμία ή υπομαγνησιαιμία (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Καρδιομυοπάθεια και Μυοκαρδίτιδα
Καρδιομυοπάθεια και μυοκαρδίτιδα έχουν αναφερθεί σε κλινικές μελέτες και κατά τη διάρκεια της εμπειρίας μετά την κυκλοφορία, ωστόσο δεν έχει τεκμηριωθεί αιτιολογική σχέση με την κουετιαπίνη. Η θεραπεία με κουετιαπίνη πρέπει να επανεξετάζεται σε ασθενείς με υποψία καρδιομυοπάθειας ή μυοκαρδίτιδας.
Διακοπή
Μετά την απότομη διακοπή της κουετιαπίνης, έχουν αναφερθεί οξέα στερητικά συμπτώματα όπως αϋπνία, ναυτία, κεφαλαλγία, διάρροια, έμετος, ζάλη και ευερεθιστότητα. Συνιστάται σταδιακή διακοπή για περίοδο τουλάχιστον μίας έως δύο εβδομάδων (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Ηλικιωμένοι ασθενείς με ψύχωση που σχετίζεται με άνοια
Η κουετιαπίνη δεν είναι εγκεκριμένη για τη θεραπεία των ασθενών με ψύχωση-σχετιζόμενη με άνοια.
Παρατηρήθηκε περίπου τριπλάσια αύξηση του κινδύνου εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών από τα εγκεφαλικά αγγεία σε τυχαιοποιημένες κλινικές μελέτες ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο σε ασθενείς με άνοια με ορισμένα άτυπα αντιψυχωσικά. Ο μηχανισμός αυτής της αύξησης του κινδύνου δεν είναι γνωστός. Δεν μπορεί να αποκλειστεί αύξηση του κινδύνου για άλλα αντιψυχωσικά ή άλλες ομάδες ασθενών. Η κουετιαπίνη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς, με παράγοντες υψηλού κινδύνου για αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο.
Σε μία μετα-ανάλυση άτυπων αντιψυχωσικών αναφέρθηκε ότι οι ηλικιωμένοι ασθενείς με ψύχωση σχετιζόμενη με άνοια έχουν αυξημένο κίνδυνο θανάτου συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο. Ωστόσο σε δύο ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες της κουετιαπίνης διάρκειας 10 εβδομάδων, στον ίδιο πληθυσμό ασθενών (n=710, μέση ηλικία:83 έτη, εύρος: 56-99 έτη) η θνησιμότητα στους ασθενείς που έλαβαν κουετιαπίνη ήταν 5,5% έναντι 3,2% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Οι ασθενείς σε αυτές τις μελέτες απεβίωσαν από διάφορες αιτίες οι οποίες θεωρούνται αναμενόμενες σε αυτόν τον πληθυσμό.
Δυσφαγία
Με την κουετιαπίνη έχει αναφερθεί δυσφαγία (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Η κουετιαπίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με κίνδυνο για πνευμονία από εισρόφηση.
Δυσκοιλιότητα και εντερική απόφραξη
Η δυσκοιλιότητα αποτελεί παράγοντα κινδύνου για εντερική απόφραξη. Με την κουετιαπίνη έχουν αναφερθεί δυσκοιλιότητα και εντερική απόφραξη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Περιλαμβάνονται αναφορές θανάτων σε ασθενείς με υψηλό κίνδυνο εντερικής απόφραξης, περιλαμβανομένων εκείνων που λαμβάνουν πολλαπλά φάρμακα ταυτόχρονα τα οποία μειώνουν την εντερική κινητικότητα και/ή μπορεί να μην αναφέρουν συμπτώματα δυσκοιλιότητας. Ασθενείς με εντερική απόφραξη/ειλεό πρέπει να αντιμετωπίζονται με στενή παρακολούθηση και επείγουσα φροντίδα.
Φλεβική θρομβοεμβολή
Περιπτώσεις φλεβικής θρομβοεμβολής έχουν αναφερθεί με αντιψυχωσικά φάρμακα. Καθώς οι ασθενείς που λαμβάνουν αντιψυχωσικά, συχνά εμφανίζουν επίκτητους παράγοντες κινδύνου για φλεβική θρομβοεμβολή, όλοι οι πιθανοί παράγοντες κινδύνου εμφάνισης φλεβικής θρομβοεμβολής θα πρέπει να αναγνωρίζονται πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με κουετιαπίνη και να λαμβάνονται προστατευτικά μέτρα.
Παγκρεατίτιδα
Έχει αναφερθεί παγκρεατίτιδα σε κλινικές μελέτες και κατά τη διάρκεια της εμπειρίας μετά την κυκλοφορία του προϊόντος. Στις μετεγκριτικές αναφορές, ενώ δεν είχαν όλα τα περιστατικά παράγοντες κινδύνου, πολλοί ασθενείς είχαν παράγοντες, των οποίων είναι διαπιστωμένος ο συσχετισμός με την παγκρεατίτιδα, όπως αυξημένα τριγλυκερίδια (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), χολολιθίαση και κατανάλωση αλκοόλ.
Πρόσθετες πληροφορίες
Τα στοιχεία σχετικά με την ταυτόχρονη χορήγηση της κουετιαπίνης με divalproex ή λίθιο σε οξέα μέτρια έως σοβαρά μανιακά επεισόδια είναι περιορισμένα. Ωστόσο, η θεραπεία συγχορήγησης ήταν καλά ανεκτή (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοδυναμικές). Τα στοιχεία έδειξαν αθροιστική δράση την 3η εβδομάδα.
Λακτόζη
Το Matepil 150 mg δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης περιέχει λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης, δεν θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-MATEPIL
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Λαμβάνοντας υπόψη τις κύριες επιδράσεις της κουετιαπίνης στο κεντρικό νευρικό σύστημα, η κουετιαπίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε συνδυασμό με άλλα κεντρικώς δρώντα φαρμακευτικά προϊόντα και με αλκοόλ.
Θα πρέπει να δίνεται προσοχή όταν βρίσκονται σε θεραπεία ασθενείς που λαμβάνουν άλλα φάρμακα που έχουν αντιχολινεργική (μουσκαρινικές) επιδράσεις (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Το ένζυμο (CYP) 3A4 του κυτοχρώματος P450 είναι πρωτίστως υπεύθυνο για τον μεταβολισμό της κουετιαπίνης μέσω του κυτοχρώματος P450. Σε μελέτη αλληλεπίδρασης σε υγιείς εθελοντές, η συγχορήγηση κουετιαπίνης (σε δοσολογία των 25 mg) με κετοκοναζόλη, που είναι αναστολέας του CYP3A4, προκάλεσε αύξηση 5 έως 8 φορές του εμβαδού της επιφάνειας κάτω από την καμπύλη (AUC) για την κουετιαπίνη. Βάσει αυτών η λήψη κουετιαπίνης μαζί με αναστολείς του CYP3A4 αντενδείκνυται. Επίσης δεν συνιστάται η κατανάλωση χυμού γκρέιπφρουτ κατά τη διάρκεια της θεραπείας με κουετιαπίνη.
Σε μία μελέτη πολλαπλών δόσεων σε ασθενείς, για την αξιολόγηση της φαρμακοκινητικής της κουετιαπίνης χορηγούμενης πριν και κατά την διάρκεια θεραπείας με καρβαμαζεπίνη (έναν γνωστό επαγωγέα των ηπατικών ενζύμων), παρατηρήθηκε σημαντική αύξηση της κάθαρσης της κουετιαπίνης κατά την συγχορήγησή της με καρβαμαζεπίνη. Συνέπεια της αύξησης αυτής της κάθαρσης αποτέλεσε η μείωση της συστηματικής συγκέντρωσης της κουετιαπίνης κατά μέσο όρο σε ποσοστό 13% [όπως υπολογίζεται από το εμβαδόν της επιφάνειας κάτω από την καμπύλη (AUC)], σε σχέση με τη συγκέντρωση της κουετιαπίνης όταν χορηγείται μόνη της, ενώ σε κάποιους ασθενείς παρατηρήθηκε ακόμη μεγαλύτερο ποσοστό μείωσης. Λόγω αυτής της αλληλεπίδρασης, μπορεί να υπάρξουν μικρότερες συγκεντρώσεις στο πλάσμα και να επηρεαστεί η αποτελεσματικότητα της θεραπείας με κουετιαπίνη. H συγχορήγηση κουετιαπίνης και φαινυτοΐνης (άλλος επαγωγέας των μικροσωμιακών ενζύμων), προκάλεσε μεγάλη αύξηση στην κάθαρση της κουετιαπίνης, σε ποσοστό περίπου 450%. Σε ασθενείς, που λαμβάνουν έναν επαγωγέα των ηπατικών ενζύμων, η έναρξη της θεραπείας με κουετιαπίνη πρέπει να γίνεται μόνο όταν ο γιατρός εκτιμήσει ότι το όφελος από τη θεραπεία με κουετιαπίνη υπερισχύει του κινδύνου από τη διακοπή του επαγωγέα των ηπατικών ενζύμων. Είναι σημαντικό, οποιαδήποτε αλλαγή της αγωγής με τον επαγωγέα, να γίνεται σταδιακά και αν απαιτείται, να αντικαθίσταται από έναν μη-επαγωγέα (π.χ. βαλπροϊκό νάτριο) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Η φαρμακοκινητική της κουετιαπίνης δεν μεταβλήθηκε σημαντικά με τη συγχορήγηση των αντικαταθλιπτικών ιμιπραμίνη (γνωστού αναστολέα του CYP2D6), ή φλουοξετίνη (γνωστού αναστολέα των CYP3A4 και CYP2D6).
Η φαρμακοκινητική της κουετιαπίνης δεν μεταβλήθηκε σημαντικά με τη συγχορήγηση των αντιψυχωσικών ρισπεριδόνη ή αλοπεριδόλη. Ωστόσο, η συγχορήγηση κουετιαπίνης και θειοριδαζίνης προκάλεσε αύξηση στην κάθαρση της κουετιαπίνης περίπου κατά 70%.
Η φαρμακοκινητική της κουετιαπίνης δεν μεταβλήθηκε μετά τη συγχορήγηση σιμετιδίνης.
Η φαρμακοκινητική του λιθίου δεν μεταβλήθηκε κατά τη συγχορήγηση με κουετιαπίνη.
Σε μια τυχαιοποιημένη μελέτη διάρκειας 6 εβδομάδων λιθίου και δισκίων κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης έναντι εικονικού φαρμάκου και δισκίων κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης σε ενήλικες ασθενείς με οξεία μανία, παρατηρήθηκαν υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης σχετικών με το εξωπυραμιδικό σύστημα συμβάντων (ιδιαίτερα τρόμου), υπνηλίας και αύξησης του σωματικού βάρους στην ομάδα προσθήκης του λιθίου σε σύγκριση με την ομάδα προσθήκης του εικονικού φαρμάκου (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
Η φαρμακοκινητική του βαλπροϊκού νατρίου και της κουετιαπίνης δεν μεταβλήθηκε σε κλινικά σημαντικό βαθμό όταν αυτά συγχορηγήθηκαν.
Μια αναδρομική μελέτη παιδιών και εφήβων που έλαβαν βαλπροϊκό, κουετιαπίνη, ή και τα δύο, διαπίστωσε μια υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης λευκοπενίας και ουδετεροπενίας στην ομάδα της συνδυασμένης θεραπείας έναντι των ομάδων μονοθεραπείας.
Δεν έχουν διεξαχθεί επίσημες μελέτες αλληλεπίδρασης με τα συνήθως χρησιμοποιούμενα καρδιαγγειακά φαρμακευτικά προϊόντα.
Απαιτείται προσοχή όταν η κουετιαπίνη συγχορηγείται με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι προκαλούν ηλεκτρολυτικές διαταραχές ή ότι αυξάνουν το QT διάστημα.
Σε ασθενείς που έχουν λάβει κουετιαπίνη υπήρξαν αναφορές ψευδώς θετικών αποτελεσμάτων σε ενζυμικούς ανοσοπροσδιορισμούς για τη μεθαδόνη και τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά. Συνιστάται επιβεβαίωση των αμφισβητούμενων αποτελεσμάτων του ανοσολογικού ελέγχου με κατάλληλη τεχνική χρωματογραφίας.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-MATEPIL
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στο φάρμακο (ΑΕΦ) με την κουετιαπίνη (≥ 10%) είναι υπνηλία, ζάλη, κεφαλαλγία, ξηροστομία, συμπτώματα από απόσυρση (διακοπή), αυξήσεις των επιπέδων τριγλυκεριδίων στον ορό, αυξήσεις της ολικής χοληστερόλης (κυρίως της LDL χοληστερόλης), μειώσεις της HDL χοληστερόλης, αύξηση του σωματικού βάρους, μειωμένη αιμοσφαιρίνη και εξωπυραμιδικά συμπτώματα.
Οι επιπτώσεις των ΑΕΦ που συσχετίζονται με τη θεραπεία με κουετιαπίνη, αποδίδονται σε μορφή πίνακα παρακάτω (Πίνακας 1), σύμφωνα με τη μορφή που συνιστάται από το Συμβούλιο για τους Διεθνείς Οργανισμούς Ιατρικών Επιστημών (ομάδα εργασίας CIOMS III 1995).
Πίνακας 1 Ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν συσχετισθεί με θεραπεία κουετιαπίνης
Οι συχνότητες εμφάνισης των ανεπιθύμητων ενεργειών κατατάσσονται σύμφωνα με τα ακόλουθα: Πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100, <1/10), όχι συχνές (≥1/1000, <1/100, σπάνιες (≥1/10000, <1/1000), πολύ σπάνιες (<1/10000) και μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
| Κατηγορία Οργανικού Συστήματος | Πολύ Συχνές | Συχνές | Όχι Συχνές | Σπάνιες | Πολύ Σπάνιες | Μη Γνωστές |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Μειωμένη αιμοσφαιρίνη | Λευκοπενία, μειωμένος αριθμός ουδετερόφιλων, αυξημένα ηωσινόφιλα | Ουδετεροπενία | Θρομβοπενία, αναιμία, μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων | Ακοκκιοκυτταραιμία | |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Υπερευαισθησία (περιλαμβανομένων αλλεργικών δερματικών αντιδράσεων) | Αναφυλακτική αντίδραση | ||||
| Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος | Υπερπρολακτιναιμία, μειώσεις της ολικής T4, μειώσεις της ελεύθερης T4, μειώσεις της ολικής T3, αυξήσεις της TSH | Μειώσεις της ελεύθερης T3, Υποθυρεοειδισμός | Απρόσφορη έκκριση αντιδιουρητικής ορμόνης | |||
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Αυξήσεις των επιπέδων τριγλυκεριδίων ορού, Αυξήσεις της ολικής χοληστερόλης (κυρίως LDL χοληστερόλης), Μειώσεις της HDL χοληστερόλης, αύξηση βάρους | Αυξημένη όρεξη, αυξημένη γλυκόζη αίματος σε υπεργλυκαιμικά επίπεδα | Υπονατριαιμία, Σακχαρώδης Διαβήτης, Επιδείνωση προϋπάρχοντος διαβήτη | Μεταβολικό σύνδρομο | ||
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Ανώμαλα όνειρα και εφιάλτες, Αυτοκτονικός ιδεασμός και αυτοκτονική συμπεριφορά | Υπνοβασία και σχετικές αντιδράσεις όπως ομιλία κατά τον ύπνο και σχετιζόμενη με τον ύπνο διατροφική διαταραχή | ||||
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Ζάλη, υπνηλία, κεφαλαλγία, Εξωπυραμιδικά συμπτώματα | Δυσαρθρία | Σπασμοί, Σύνδρομο ανήσυχων ποδών, Όψιμη δυσκινησία, Συγκοπή | |||
| Καρδιακές διαταραχές | Ταχυκαρδία, Αίσθημα παλμών | Παράταση του διαστήματος QT | Βραδυκαρδία | |||
| Οφθαλμικές διαταραχές | Θαμπή όραση | |||||
| Αγγειακές διαταραχές | Ορθοστατική υπόταση | Φλεβική θρομβοεμβολή | ||||
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Δύσπνοια, Ρινίτιδα | |||||
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Ξηροστομία | Δυσκοιλιότητα, δυσπεψία, έμετος | Δυσφαγία | Παγκρεατίτιδα, Εντερική απόφραξη/Ειλεός | ||
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Αυξήσεις της αμινοτρανσφεράσης της αλανίνης ορού (ALT), Αυξήσεις των επιπέδων της γ-γλουταμυλτρανσφεράσης (gamma-GT) | Αυξήσεις της ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης ορού (AST) | Ίκτερος, Ηπατίτιδα | |||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Αγγειοοίδημα, Σύνδρομο Stevens-Johnson | Τοξική Επιδερμική Νεκρόλυση, Πολύμορφο Ερύθημα | ||||
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Ραβδομυόλυση | |||||
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Κατακράτηση ούρων | |||||
| Καταστάσεις της κύησης, της λοχίας και της περιγεννητικής περιόδου | Σύνδρομο από απόσυρση φαρμάκου των νεογνών | |||||
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Σεξουαλική δυσλειτουργία | Πριαπισμός, γαλακτόρροια, οίδημα μαστών, διαταραχές εμμήνου ρύσης | ||||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Συμπτώματα στέρησης (διακοπής) | Ήπια εξασθένηση, περιφερικό οίδημα, ευερεθιστότητα, πυρεξία | Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο, υποθερμία | |||
| Παρακλινικές εξετάσεις | Αυξήσεις της φωσφοκινάσης της κρεατίνης αίματος |
Η συχνότητα εμφάνισης αυτών των ανεπιθύμητων ενεργειών βασίστηκε μόνο στα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν μετά την κυκλοφορία των δισκίων άμεσης αποδέσμευσης. Γλυκόζη στο αίμα μετά από νηστεία ≥ 126 mg/dL (≥ 7,0 mmol/L) ή γλυκόζη στο αίμα χωρίς νηστεία ≥ 200 mg/dL (≥ 11,1 mmol/L) τουλάχιστον σε μία περίπτωση. Αύξηση στην αναλογία της δυσφαγίας έναντι του εικονικού φαρμάκου παρατηρήθηκε στις κλινικές μελέτες σε διπολική κατάθλιψη. Βάσει αύξησης του σωματικού βάρους από την έναρξη Εμφανίζεται στους ενήλικες κυρίως κατά την διάρκεια των πρώτων εβδομάδων της θεραπείας. Σε οξείες κλινικές μελέτες μονοθεραπείας ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, οι οποίες αξιολόγησαν τα συμπτώματα διακοπής, τα ακόλουθα συμπτώματα στέρησης παρατηρήθηκαν πιο συχνά: αϋπνία, ναυτία, κεφαλαλγία, διάρροια, έμετος, ζάλη και ευερεθιστότητα. Η συχνότητα εμφάνισης αυτών των αντιδράσεων μειώθηκε σημαντικά μία εβδομάδα μετά την διακοπή. Τριγλυκερίδια ≥ 200 mg/dL (≥ 2,258 mmol/L) (ασθενείς ≥ 18 ετών) ή ≥ 150 mg/dL (≥ 1,694 mmol/L) (ασθενείς < 18 ετών) τουλάχιστον σε μία περίπτωση. Χοληστερόλη ≥ 240 mg/dL (≥ 6,2064 mmol/L) (ασθενείς ≥ 18 ετών) ή ≥ 200 mg/dL (≥ 5,172 mmol/L) (ασθενείς < 18 ετών) τουλάχιστον σε μία περίπτωση. Έχει πολύ συχνά παρατηρηθεί αύξηση της LDL χοληστερόλης ≥ 30 mg/dL (≥ 0,769 mmol/L). Η μέση μεταβολή ανάμεσα στους ασθενείς που παρουσίασαν αυτή την αύξηση ήταν 41,7 mg/dL (≥ 1,07 mmol/L). Αιμοπετάλια ≤ 100 x 10^9/L τουλάχιστον σε μία περίπτωση. Βάσει αναφορών ανεπιθύμητων ενεργειών σε κλινικές μελέτες όπου η αύξηση της φωσφοκινάσης της κρεατινίνης στο αίμα δεν σχετίζεται με κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο. Επίπεδα προλακτίνης (ασθενείς > των 18 ετών): > 20 μg/L (> 869,56 pmol/L) άνδρες: > 30 μg/L (> 1304,34 pmol/L) γυναίκες σε οποιαδήποτε στιγμή. Μπορεί να οδηγήσει σε πτώσεις. HDL χοληστερόλη: < 40 mg/dL (1,025 mmol/L) άνδρες: < 50 mg/dL (1,282 mmol/L) γυναίκες σε οποιαδήποτε στιγμή. Συχνότητα εμφάνισης ασθενών που είχαν μεταβολή του QTc από < 450 msec σε ≥ 450 msec με αύξηση ≥ 30 msec. Σε μελέτες κουετιαπίνης ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο η μέση μεταβολή και η συχνότητα εμφάνισης των ασθενών που είχαν μεταβολή σε κλινικά σημαντικό επίπεδο είναι παρόμοια ανάμεσα στην κουετιαπίνη και το εικονικό φάρμακο. Μετατροπή από > 132 mmol/L σε ≤ 132 mmol/L τουλάχιστον σε μια περίπτωση. Περιπτώσεις αυτοκτονικού ιδεασμού και αυτοκτονικής συμπεριφοράς έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια θεραπείας με κουετιαπίνη ή αμέσως μετά τη διακοπή της θεραπείας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοδυναμικές). Μειωμένη αιμοσφαιρίνη στα ≤ 13 g/dL (8,07 mmol/L) στους άνδρες, στα ≤ 12 g/dL (7,45 mmol/L) στις γυναίκες εμφανίστηκε τουλάχιστον μία φορά στο 11% των ασθενών κουετιαπίνης σε όλες τις μελέτες, συμπεριλαμβανομένων των παρατάσεων με ανοικτή επισήμανση. Γι’ αυτούς τους ασθενείς, η μέση μέγιστη μείωση της αιμοσφαιρίνης ανά πάσα στιγμή, ήταν -1,50 g /dL. Αυτές οι αναφορές συχνά συμβαίνουν στα πλαίσια ταχυκαρδίας, ζάλης, ορθοστατικής υπότασης και/ή υποκείμενης καρδιακής/αναπνευστικής νόσου. Με βάση τις μεταβολές από τη φυσιολογική αρχική τιμή σε δυνητικά κλινικά σημαντική τιμή οποιαδήποτε στιγμή μετά την έναρξη σε όλες τις μελέτες. Οι μεταβολές στην ολική T4, στην ελεύθερη Τ4, στην ολική Τ3 και στην ελεύθερη T3 ορίζονται ως < 0,8 x LLN (pmol / L) και η μεταβολή του TSH είναι > 5 mIU / L, ανά πάσα στιγμή. Με βάση την αύξηση του ποσοστού του εμέτου σε ηλικιωμένους ασθενείς (ηλικίας ≥ 65 ετών). Με βάση τη μεταβολή στα ουδετερόφιλα από > = 1,5 x 10^9/L κατά την έναρξη σε < 0,5 x 10^9 L σε οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της θεραπείας και με βάση τους ασθενείς με σοβαρή ουδετεροπενία (< 0,5 x 10^9/L) και λοίμωξη κατά τη διάρκεια όλων των κλινικών μελετών της κουετιαπίνης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Με βάση τις μεταβολές από τη φυσιολογική αρχική τιμή σε δυνητικά κλινικά σημαντική τιμή οποιαδήποτε στιγμή μετά την έναρξη σε όλες τις μελέτες. Οι μεταβολές των ηωσινόφιλων ορίζονται ως > 1x 10^9 κύτταρα/L σε οποιοδήποτε χρόνο. Με βάση τις μεταβολές από τη φυσιολογική αρχική τιμή σε δυνητικά κλινικά σημαντική τιμή οποιαδήποτε στιγμή μετά την έναρξη σε όλες τις μελέτες. Οι μεταβολές WBC ορίζονται ως ≤ 3x10^9 κύτταρα/L σε οποιοδήποτε χρόνο. Με βάση αναφορές ανεπιθύμητων ενεργειών μεταβολικού συνδρόμου από όλες τις κλινικές μελέτες με την κουετιαπίνη. Σε ορισμένους ασθενείς, παρατηρήθηκε στις κλινικές μελέτες επιδείνωση περισσότερων του ενός μεταβολικών παραγόντων βάρους, γλυκόζης αίματος και λιπιδίων (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Μπορεί να εμφανιστεί κατά την έναρξη ή σύντομα μετά την έναρξη της θεραπείας και να συσχετισθεί με υπόταση και/ή συγκοπή. Η συχνότητα βασίζεται σε αναφορές ανεπιθύμητων συμβάντων βραδυκαρδίας και σχετιζόμενων συμβάντων σε όλες τις κλινικές μελέτες με την κουετιαπίνη. Περιστατικά παράτασης του QTc διαστήματος, κοιλιακής αρρυθμίας, αιφνίδιου θανάτου, καρδιακής ανακοπής και κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου (torsades de pointes) έχουν αναφερθεί μετά από χρήση νευροληπτικών και θεωρούνται αποτελέσματα της κατηγορίας αυτής των φαρμάκων (class effects).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Οι ίδιες ΑΕΦ που αναφέρονται παραπάνω για τους ενήλικες πρέπει να ληφθούν υπ’ όψη και για τα παιδιά και τους εφήβους. Ο ακόλουθος πίνακας συνοψίζει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που εμφανίζονται σε μεγαλύτερη κατηγορία συχνότητας σε παιδιά και έφηβους ασθενείς (ηλικίας 10-17 ετών) από ότι στον ενήλικο πληθυσμό ή τις ανεπιθύμητες ενέργειες που δεν έχουν παρατηρηθεί στον ενήλικο πληθυσμό.
Πίνακας 2 Ανεπιθύμητες ενέργειες σε παιδιά και εφήβους που έχουν συσχετισθεί με θεραπεία κουετιαπίνης και παρουσιάζονται με υψηλότερη συχνότητα σε σχέση με τους ενήλικες, ή δεν διαπιστώθηκαν στον πληθυσμό των ενηλίκων
| Κατηγορία Οργανικού Συστήματος | Πολύ Συχνές | Συχνές |
|---|---|---|
| Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος | Αυξήσεις της προλακτίνης | |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Αυξημένη όρεξη | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Εξωπυραμιδικά συμπτώματα | Συγκοπή |
| Αγγειακές διαταραχές | Αυξήσεις της αρτηριακής πίεσης | |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Ρινίτιδα | |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Έμετος | |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Ευερεθιστότητα |
(1) Επίπεδα προλακτίνης (ασθενείς < 18 ετών): >20 ug/L (> 869,56 pmol/L) για άνδρες, >26 ug/L (> 1.130,428 pmol/L) για γυναίκες, οποιαδήποτε στιγμή. Λιγότεροι από 1% των ασθενών παρουσίασαν αύξηση σε επίπεδο προλακτίνης >100 ug/L. (2) Βάσει μεταβολών άνω του κλινικώς σημαντικού ορίου (προσαρμοσμένο από τα κριτήρια των Εθνικών Ιδρυμάτων Υγείας) ή αυξήσεων >20mmHg για συστολική ή >10mmHg για διαστολική αρτηριακή πίεση οποιαδήποτε στιγμή σε δύο μελέτες οξείας φάσης (3-6 εβδομάδων) ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο σε παιδιά και εφήβους. (3) Σημείωση: Η συχνότητα είναι σε συμφωνία με αυτή που παρατηρήθηκε σε ενήλικες, αλλά μπορεί να συνδέεται με διαφορετικές κλινικές επιπτώσεις σε παιδιά και εφήβους σε σύγκριση με τους ενήλικες. (4) Βλ. Φαρμακοδυναμικές.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στη διεύθυνση: Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-MATEPIL
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Πρώτο τρίμηνο
Ο μέτριος όγκος δημοσιευμένων δεδομένων εκτεθειμένων κυήσεων (δηλ. μεταξύ 300-1000 εκβάσεων κυήσεων), περιλαμβανομένων ατομικών αναφορών και ορισμένων μελετών παρατήρησης, δεν υποδεικνύουν αυξημένο κίνδυνο δυσπλασιών λόγω της θεραπείας. Ωστόσο, με βάση το σύνολο των διαθέσιμων δεδομένων, δεν μπορούν να εξαχθούν οριστικά συμπεράσματα. Μελέτες σε πειραματόζωα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Συνεπώς, η κουετιαπίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης, μόνο εάν τα οφέλη δικαιολογούν τους πιθανούς κινδύνους.
Τρίτο τρίμηνο
Τα νεογνά που εκτίθενται σε αντιψυχωσικά (περιλαμβανομένης της κουετιαπίνης) κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης, κινδυνεύουν από ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβανομένων εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων και/ή στερητικού συνδρόμου, που μπορεί να ποικίλλουν σε βαρύτητα και διάρκεια μετά τη γέννηση. Υπάρχουν αναφορές διέγερσης, υπερτονίας, υποτονίας, τρόμου, υπνηλίας, αναπνευστικής δυσχέρειας ή διαταραχής πρόσληψης τροφής. Κατά συνέπεια τα νεογέννητα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
Γαλουχία
Με βάση πολύ περιορισμένα δεδομένα από δημοσιευμένες αναφορές για την απέκκριση της κουετιαπίνης στο ανθρώπινο μητρικό γάλα, η απέκκριση της κουετιαπίνης σε θεραπευτικές δόσεις φαίνεται ότι δεν είναι σταθερή. Λόγω της απουσίας επαρκών δεδομένων, πρέπει να αποφασίζεται η διακοπή του θηλασμού ή η διακοπή της θεραπείας με Matepil 150 mg δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης, λαμβάνοντας υπόψη το όφεθος της γαλουχίας για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.
Γονιμότητα
Οι επιδράσεις της κουετιαπίνης στην ανθρώπινη γονιμότητα δεν έχουν αξιολογηθεί. Σε αρουραίους παρατηρήθηκαν επιδράσεις σχετιζόμενες με αυξημένα επίπεδα προλακτίνης, μολονότι δεν είναι άμεσα σχετικές με τον άνθρωπο (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-MATEPIL
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιψυχωσικά, διαζεπίνες, οξαζεπίνες, θειαζεπίνες και οξεπίνες Κωδικός ATC: N05A H04
Μηχανισμός δράσης
H κουετιαπίνη είναι ένας άτυπος αντιψυχωσικός παράγοντας. Η κουετιαπίνη και ο δραστικός της μεταβολίτης που ανευρίσκεται στο πλάσμα, nor-quetiapine, αλληλεπιδρούν με ένα ευρύ φάσμα νευροδιαβιβαστικών υποδοχέων. H κουετιαπίνη και η nor-quetiapine εμφανίζουν συγγένεια προς τους υποδοχείς της σεροτονίνης (5HT2) στον εγκέφαλο, και τους υποδοχείς D1 και D2 της ντοπαμίνης. Αυτός ακριβώς ο συνδυασμός ανταγωνισμού των υποδοχέων, με υψηλότερη εκλεκτικότητα προς τους υποδοχείς της 5HT2 σε σχέση με τους υποδοχείς D2, πιστεύεται ότι συμβάλλει στις κλινικές αντιψυχωσικές ιδιότητες της κουετιαπίνης και στην μικρή πιθανότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών από το εξωπυραμιδικό σύστημα σε σύγκριση με τα κλασσικά αντιψυχωσικά. H κουετιαπίνη και η nor-quetiapine δεν εμφανίζουν αξιοσημείωτη συγγένεια προς τους υποδοχείς των βενζοδιαζεπινών, αλλά υψηλή συγγένεια προς τους ισταμινικούς και τους α1 αδρενεργικούς υποδοχείς, μέτρια συγγένεια προς τους α2 αδρενεργικούς υποδοχείς και μέτρια έως υψηλή συγγένεια προς διάφορους μουσκαρινικούς υποδοχείς. Η αναστολή του μεταφορέα της νορεπινεφρίνης (ΝΕΤ) και η μερική αγωνιστική δράση στις θέσεις 5ΗΤ1Α από τη nor-quetiapine, μπορεί να συνεισφέρουν στη θεραπευτική αποτελεσματικότητα του δισκίου κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης ως αντικαταθλιπτικού.
Φαρμακοδυναμικές δράσεις
H κουετιαπίνη είναι δραστική σε δοκιμασίες ελέγχου της αντιψυχωσικής δράσης, όπως στην εξαρτημένη αποφυγή. Επίσης αναστέλλει τη δράση των αγωνιστών της ντοπαμίνης μετρουμένων είτε σε σχέση με τη συμπεριφορά είτε ηλεκτροφυσιολογικά και αυξάνει τις συγκεντρώσεις των μεταβολιτών της ντοπαμίνης που αποτελεί νευροχημικό δείκτη αποκλεισμού των D2 υποδοχέων.
Σε προκλινικές μελέτες για την πρόβλεψη εμφάνισης ή μη εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων, η κουετιαπίνη διαφέρει από τα κλασσικά αντιψυχωσικά και εμφανίζει ένα άτυπο φαρμακολογικό προφίλ. H κουετιαπίνη δεν προκαλεί υπερευαισθησία των υποδοχέων D2 της ντοπαμίνης μετά από χρόνια χορήγηση. H κουετιαπίνη προκαλεί μόνο ελαφρά καταληψία σε δόσεις ικανές να αποκλείσουν τους υποδοχείς D2 της ντοπαμίνης. H κουετιαπίνη παρουσιάζει εκλεκτικότητα προς το μεταιχμιακό σύστημα, προκαλώντας αποπολωτικό αποκλεισμό των μεσομεταιχμιακών αλλά όχι των μελανοραβδωτών ντοπαμινεργικών νευρώνων, μετά από χρόνια χορήγηση. H κουετιαπίνη επιδεικνύει ελάχιστη προδιάθεση για δυστονία σε πιθήκους της οικογένειας Cebus, που ευαισθητοποιήθηκαν με αλοπεριδόλη ή που δεν είχαν λάβει άλλα φάρμακα, μετά από οξεία και χρόνια χορήγηση (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Κλινική αποτελεσματικότητα
Σχιζοφρένεια
Η αποτελεσματικότητα των δισκίων κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης στην θεραπεία της σχιζοφρένειας αποδείχθηκε σε μια μελέτη 6 εβδομάδων ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο σε ασθενείς που πληρούσαν τα DSM-IV κριτήρια για σχιζοφρένεια και σε μια ελεγχόμενη με δραστική ουσία μελέτη μεταφοράς από δισκίο κουετιαπίνης άμεσης αποδέσμευσης σε δισκίο κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης σε κλινικά σταθεροποιημένους εξωνοσοκομειακούς ασθενείς με σχιζοφρένεια.
Η κύρια παράμετρος έκβασης στην ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη ήταν η μεταβολή της συνολικής βαθμολογίας της κλίμακας ΡΑΝSS από την τιμή αναφοράς στην τελική εκτίμηση. Το δισκίο κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης χορηγούμενο σε δοσολογία 400 mg την ημέρα, 600 mg την ημέρα και 800 mg την ημέρα συσχετίστηκε με στατιστικά σημαντική βελτίωση των ψυχωτικών συμπτωμάτων συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο. Το μέγεθος της δράσης των 600 mg και 800 mg ήταν μεγαλύτερο από τη δόση των 400 mg.
Στην μία 6 εβδομάδων ελεγχόμενη με δραστική ουσία μελέτη αλλαγής η κύρια παράμετρος έκβασης ήταν η αναλογία των ασθενών που έδειξαν απουσία αποτελεσματικότητας δηλαδή αυτοί που διέκοψαν την θεραπεία της μελέτης λόγω απουσίας αποτελεσματικότητας ή αυτοί των οποίων η συνολική βαθμολογία της κλίμακας ΡΑΝSS αυξήθηκε κατά 20% ή περισσότερο από την τυχαιοποίηση σε όποια επίσκεψη. Στους σταθεροποιημένους ασθενείς με δισκίο κουετιαπίνης άμεσης αποδέσμευσης 400 mg μέχρι 800 mg, η αποτελεσματικότητα διατηρήθηκε όταν οι ασθενείς άλλαξαν στην αντίστοιχη δόση του δισκίου κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης χορηγούμενη μία φορά την ημέρα.
Σε μία μακρόχρονη μελέτη σε σταθεροποιημένους ασθενείς με σχιζοφρένεια που συνέχισαν τη θεραπεία με δισκίο κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης για 16 εβδομάδες, το δισκίο κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης ήταν πιο αποτελεσματικό από το εικονικό φάρμακο στην πρόληψη των υποτροπών. Ο αναμενόμενος κίνδυνος υποτροπών μετά από θεραπεία 6 μηνών ήταν 14,3% για την ομάδα στην οποία χορηγήθηκε δισκίο κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης σε σύγκριση με 68,2% για το εικονικό φάρμακο. Η μέση δόση ήταν 669 mg. Δεν υπήρχαν επιπλέον ευρήματα ασφάλειας που να σχετίζονται με την θεραπεία με δισκίο κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης για διάστημα έως 9 μήνες (μέση τιμή 7 μήνες). Ιδιαίτερα, με την μακρόχρονη θεραπεία με δισκίο κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης δεν αυξήθηκαν οι ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με το εξωπυραμιδικό σύστημα και την αύξηση του βάρους.
Διπολική διαταραχή
Στην θεραπεία μετρίων έως σοβαρών μανιακών επεισοδίων, σε δύο μελέτες μονοθεραπείας, το δισκίο κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης έδειξε καλύτερη αποτελεσματικότητα από το εικονικό φάρμακο στην ελάττωση των μανιακών συμπτωμάτων σε 3 και 12 εβδομάδες. Σε μία συμπληρωματική μελέτη 3 εβδομάδων αποδείχθηκε περαιτέρω η σημαντικότερη αποτελεσματικότητα του δισκίου κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης έναντι του εικονικού φαρμάκου. Η δοσολογία του δισκίου κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης κυμαινόταν από 400 έως 800 mg/ημέρα και η μέση δοσολογία ήταν περίπου 600 mg/ημέρα. Τα στοιχεία που αφορούν την συγχορήγηση του δισκίου κουετιαπίνης με divalproex ή λίθιο στα οξέα μέτρια έως σοβαρά μανιακά επεισόδια σε 3 και 6 εβδομάδες είναι περιορισμένα, ωστόσο η θεραπεία συγχορήγησης ήταν καλά ανεκτή. Τα στοιχεία έδειξαν αθροιστική δράση την 3η εβδομάδα. Μια δεύτερη μελέτη δεν απέδειξε μία αθροιστική δράση την 6η εβδομάδα.
Σε μία κλινική μελέτη, σε ασθενείς με καταθλιπτικά επεισόδια σε διπολική Ι ή ΙΙ διαταραχή, το δισκίο κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης 300 mg/ημέρα έδειξε ανώτερη αποτελεσματικότητα από το εικονικό φάρμακο στη μείωση της συνολικής βαθμολογίας MADRS (κλίμακα αξιολόγησης της κατάθλιψης των Montgomery-Αsberg).
Σε τέσσερις επιπλέον κλινικές μελέτες με κουετιαπίνη, με διάρκεια 8 εβδομάδες σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρά καταθλιπτικά επεισόδια σε διπολική Ι ή ΙΙ διαταραχή, το δισκίο κουετιαπίνης άμεσης αποδέσμευσης 300 mg και 600 mg ήταν σημαντικά ανώτερο από το εικονικό φάρμακο που χορηγήθηκε στους ασθενείς για τις σχετικές μετρήσεις έκβασης: μέση βελτίωση στη MADRS και για την απόκριση οριζόμενη ως τουλάχιστον 50% βελτίωση στη συνολική βαθμολογία MADRS ως προς την αρχική. Δεν υπήρχε διαφορά στο μέγεθος της αποτελεσματικότητας ανάμεσα στους ασθενείς που πήραν 300 mg δισκίο κουετιαπίνης άμεσης αποδέσμευσης και σε αυτούς που πήραν δόση 600 mg.
Σε δύο από αυτές τις μελέτες, στη φάση συντήρησης, αποδείχθηκε ότι μακρόχρονη θεραπεία σε ασθενείς που ανταποκρίθηκαν στο δισκίο κουετιαπίνης άμεσης αποδέσμευσης 300 ή 600 mg ήταν αποτελεσματική συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο όσον αφορά στα καταθλιπτικά συμπτώματα, αλλά όχι όσον αφορά στα μανιακά συμπτώματα.
Σε δύο μελέτες για τη πρόληψη των υποτροπών όπου αξιολογήθηκε η κουετιαπίνη σε συνδυασμό με σταθεροποιητές της διάθεσης, σε ασθενείς με μανιακά, καταθλιπτικά επεισόδια ή μικτά επεισόδια, ο συνδυασμός με κουετιαπίνη ήταν καλύτερος από τη μονοθεραπεία με σταθεροποιητές της διάθεσης ως προς την αύξηση του χρόνου μέχρι την υποτροπή οποιοδήποτε επεισοδίου (μανιακού, μικτού ή καταθλιπτικού). Η κουετιαπίνη χορηγήθηκε δύο φορές την ημέρα συνολικά 400 mg έως 800 mg την ημέρα σαν θεραπεία συγχορήγησης με λίθιο ή valproate.
Σε μια τυχαιοποιημένη μελέτη διάρκειας 6 εβδομάδων λιθίου και δισκίου κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης έναντι εικονικού φαρμάκου και δισκίου κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης σε ενήλικες ασθενείς με οξεία μανία, η διαφορά της μέσης βελτίωσης της βαθμολογίας YMRS (κλίμακα βαθμολογίας της μανίας του Young) μεταξύ της ομάδας προσθήκης του λιθίου και της ομάδας προσθήκης του εικονικού φαρμάκου ήταν 2,8 μονάδες και η διαφορά στο% ποσοστό των ανταποκριθέντων (οριζόμενο ως 50% βελτίωση από την αρχική βαθμολογία YMRS) ήταν 11% (79% στην ομάδα προσθήκης του λιθίου έναντι 68% στην ομάδα προσθήκης του εικονικού φαρμάκου).
Σε μία μακροχρόνια μελέτη (μέχρι 2 χρόνια θεραπεία) όπου αξιολογήθηκε η πρόληψη υποτροπών σε ασθενείς με μανιακά, καταθλιπτικά ή μικτά επεισόδια η κουετιαπίνη ήταν καλύτερη από το εικονικό φάρμακο ως προς την αύξηση του χρόνου μέχρι την υποτροπή οποιουδήποτε επεισοδίου (μανιακού, μικτού ή καταθλιπτικού), σε ασθενείς με διπολική διαταραχή Ι. Ο αριθμός των ασθενών με επεισόδια διάθεσης ήταν 91 (22,5%) στην ομάδα της κουετιαπίνης, 208 (51,5%) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου και 95 (26,1%) στην ομάδα θεραπείας με λίθιο αντίστοιχα. Σε ασθενείς που ανταποκρίθηκαν στην κουετιαπίνη, όταν έγινε σύγκριση της συνέχισης θεραπείας με κουετιαπίνη με την αλλαγή θεραπείας σε λίθιο, τα αποτελέσματα υποδείκνυαν ότι η αλλαγή θεραπείας σε λίθιο δε φαίνεται να συνδέεται με την αύξηση του χρόνου μέχρι την υποτροπή των επεισοδίων διάθεσης.
Μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια σε ΜΚΔ
Σε δύο βραχυχρόνιες (6 εβδομάδες) μελέτες εντάχθηκαν ασθενείς που είχαν επιδείξει ανεπαρκή ανταπόκριση σε τουλάχιστον ένα αντικαταθλιπτικό. Το δισκίο κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης 150 mg και 300 mg/ημέρα, χορηγούμενο ως επιπρόσθετη θεραπεία στη συνεχιζόμενη αντικαταθλιπτική θεραπεία (αμιτριπτυλίνη, βουπροπιόνη, σιταλοπράμη, ντουλοξετίνη, εσιταλοπράμη, φλουοξετίνη, παροξετίνη, σερτραλίνη ή βενλαφαξίνη) επέδειξε ανωτερότητα έναντι της μονοθεραπείας με αντικαταθλιπτικά στη μείωση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων όπως μετρήθηκε από τη βελτίωση της συνολικής βαθμολογίας στη MADRS (μέση μεταβολή ελαχίστων τετραγώνων έναντι του εικονικού φαρμάκου 2-3,3 βαθμοί).
Η μακροχρόνια αποτελεσματικότητα και ασφάλεια σε ασθενείς με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή δεν έχει αξιολογηθεί ως επιπρόσθετη θεραπεία, ωστόσο η μακροχρόνια αποτελεσματικότητα και ασφάλεια έχει αξιολογηθεί σε ενήλικους ασθενείς ως μονοθεραπεία (βλ. παρακάτω).
Οι ακόλουθες μελέτες πραγματοποιήθηκαν με δισκίο κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης ως μονοθεραπεία, ωστόσο το δισκίο κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης ενδείκνυται μόνο για χρήση ως επιπρόσθετη θεραπεία:
Σε τρεις από τις τέσσερις βραχυχρόνιες (μέχρι 8 εβδομάδες) μελέτες μονοθεραπείας, σε ασθενείς με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή, το δισκίο κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης 50 mg, 150 mg και 300 mg/ημέρα επέδειξε ανώτερη αποτελεσματικότητα από το εικονικό φάρμακο στη μείωση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων όπως μετρήθηκε από την βελτίωση της συνολικής βαθμολογίας στην Montgomery-Åsberg Depression Rating Scale (MADRS) (μέση μεταβολή ελαχίστων τετραγώνων έναντι του εικονικού φαρμάκου 2-4 βαθμοί).
Σε μία μελέτη μονοθεραπείας πρόληψης υποτροπών, ασθενείς με καταθλιπτικά επεισόδια σταθεροποιημένοι σε ανοιχτή θεραπεία με δισκίο κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης για τουλάχιστον 12 εβδομάδες τυχαιοποιήθηκαν είτε σε δισκίο κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης μία φορά ημερησίως είτε σε εικονικό φάρμακο για μέχρι και 52 εβδομάδες. Η μέση δόση του δισκίου κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης κατά τη διάρκεια της φάσης τυχαιοποίησης ήταν 177 mg/ημέρα. Η συχνότητα εμφάνισης υποτροπής ήταν 14,2% για τους ασθενείς υπό θεραπεία με δισκίο κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης και 34,4% για τους ασθενείς υπό θεραπεία με εικονικό φάρμακο.
Σε μία βραχυχρόνια (9 εβδομάδες) μελέτη με ηλικιωμένους ασθενείς χωρίς άνοια (ηλικίας 66 έως 89 ετών) με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή, το δισκίο κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης με ευέλικτη χορήγηση εύρους από 50 mg έως 300 mg/ημέρα επέδειξε ανώτερη αποτελεσματικότητα από το εικονικό φάρμακο στη μείωση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων όπως μετρήθηκε από τη βελτίωση της συνολικής βαθμολογίας στη MADRS (μέση μεταβολή ελαχίστων τετραγώνων έναντι του εικονικού φαρμάκου -7,54). Σε αυτήν τη μελέτη οι ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν στο δισκίο κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης έλαβαν 50 mg/ημέρα την 1η-3η ημέρα, η δόση μπορούσε να αυξηθεί στα 100 mg/ημέρα την 4η ημέρα, 150 mg/ημέρα την 8η ημέρα και μέχρι τα 300 mg/ημέρα ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση και την ανοχή. Η μέση δόση του δισκίου κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης ήταν 160 mg/ημέρα. Εκτός από την συχνότητα εμφάνισης εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες και «Κλινική Ασφάλεια» παρακάτω) η ανοχή στο δισκίο κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης μία φορά ημερησίως σε ηλικιωμένους ασθενείς ήταν συγκρίσιμη με εκείνη που παρατηρήθηκε σε ενήλικες (ηλικίας 18-65 ετών). Η αναλογία των τυχαιοποιημένων ασθενών ηλικίας άνω των 75 ετών ήταν 19%.
Κλινική ασφάλεια
Σε βραχυχρόνιες κλινικές μελέτες ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο στη σχιζοφρένεια και στη διπολική μανία η συνολική συχνότητα εμφάνισης εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων ήταν παρόμοια με το εικονικό φάρμακο (σχιζοφρένεια: 7,8% για τη κουετιαπίνη και 8,0% για το εικονικό φάρμακο, διπολική μανία: 11,2% για την κουετιαπίνη και 11,4% για το εικονικό φάρμακο). Υψηλότερη αναλογία εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων παρατηρήθηκε στους ασθενείς υπό θεραπεία με κουετιαπίνη σε σύγκριση με εκείνους υπό θεραπεία με εικονικό φάρμακο σε βραχυχρόνιες κλινικές μελέτες ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο σε μείζονα καταθλιπτική διαταραχή και διπολική κατάθλιψη. Σε βραχυχρόνιες κλινικές μελέτες ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο στη διπολική κατάθλιψη η συνολική συχνότητα εμφάνισης εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων ήταν 8,9% για την κουετιαπίνη σε σύγκριση με 3,8% για το εικονικό φάρμακο. Σε βραχυχρόνιες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες μονοθεραπείας σε μείζονα καταθλιπτική διαταραχή η συνολική συχνότητα εμφάνισης εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων ήταν 5,4% για το δισκίο κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης και 3,2% για το εικονικό φάρμακο. Σε βραχυχρόνια ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη μονοθεραπείας σε ηλικιωμένους ασθενείς με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή, η συνολική συχνότητα εμφάνισης εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων ήταν 9,0% για το δισκίο κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης και 2,3% για το εικονικό φάρμακο. Τόσο στη διπολική κατάθλιψη όσο και στην μείζονα καταθλιπτική διαταραχή, η συχνότητα εμφάνισης των εξατομικευμένων ανεπιθύμητων ενεργειών (π.χ ακαθησία, εξωπυραμιδική διαταραχή, τρόμος, δυσκινησία, δυστονία, ανησυχία, ακούσιες μυϊκές συσπάσεις, ψυχοκινητική υπερδραστηριότητα και μυϊκή δυσκαμψία) δεν ξεπερνούσε το 4% σε οποιαδήποτε ομάδα θεραπείας.
Σε βραχυχρόνιες κλινικές μελέτες (που κυμαίνονται από 3 έως 8 εβδομάδες) ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο με σταθερή δόση (50 mg/ημέρα έως 800 mg/ημέρα), η μέση αύξηση του σωματικού βάρους για τους ασθενείς υπό θεραπεία με κουετιαπίνη κυμάνθηκε από 0,8 kg για την ημερήσια δόση των 50 mg έως 1,4 kg για την ημερήσια δόση των 600 mg (με χαμηλότερη πρόσληψη για την ημερήσια δόση των 800 mg), σε σύγκριση με τα 0,2 kg για τους ασθενείς υπό θεραπεία με εικονικό φάρμακο. Το ποσοστό επί τοις εκατό των ασθενών υπό θεραπεία με κουετιαπίνη που προσέλαβαν ≥7% του σωματικού βάρους κυμάνθηκε από 5,3% για την ημερήσια δόση των 50 mg έως 15,5% για την ημερήσια δόση των 400 mg (με χαμηλότερη πρόσληψη για τις ημερήσιες δόσεις των 600 και 800 mg), σε σύγκριση με το 3,7% για τους ασθενείς υπό θεραπεία με εικονικό φάρμακο.
Μια τυχαιοποιημένη μελέτη διάρκειας 6 εβδομάδων λιθίου και δισκίου κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης έναντι εικονικού φαρμάκου και δισκίου κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης σε ενήλικες ασθενείς με οξεία μανία έδειξε ότι ο συνδυασμός δισκίου κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης με λίθιο οδηγεί σε περισσότερα ανεπιθύμητα συμβάντα (63% έναντι 48% στο δισκίο κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης σε συνδυασμό με εικονικό φάρμακο). Τα αποτελέσματα ασφάλειας έδειξαν υψηλότερη συχνότητα αναφερόμενων εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων στο 16,8% των ασθενών της ομάδας προσθήκης του λιθίου και στο 6,6% της ομάδας προσθήκης του εικονικού φαρμάκου, η πλειοψηφία των οποίων περιελάμβανε τρόμο αναφερόμενο στο 15,6% των ασθενών της ομάδας προσθήκης του λιθίου και στο 4,9% της ομάδας προσθήκης του εικονικού φαρμάκου. Η συχνότητα της υπνηλίας ήταν υψηλότερη στην ομάδα λήψης δισκίου κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης και λιθίου (12,7%) σε σύγκριση με την ομάδα λήψης του δισκίου κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης με το εικονικό φάρμακο (5,5%). Επιπλέον, υψηλότερο ποσοστό των ασθενών που έλαβαν θεραπεία στην ομάδα προσθήκης του λιθίου (8,0%) είχαν πρόσληψη βάρους (≥7%) στο τέλος της θεραπείας σε σύγκριση με τους ασθενείς της ομάδας προσθήκης του εικονικού φαρμάκου (4,7%).
Πιο μακροχρόνιες μελέτες πρόληψης υποτροπών είχαν μια ανοιχτή περίοδο (που κυμαινόταν από 4 έως 36 εβδομάδες) κατά τη διάρκεια της οποίας χορηγήθηκε στους ασθενείς κουετιαπίνη, στη συνέχεια ακολούθησε μια τυχαιοποιημένη περίοδο διακοπής κατά τη διάρκεια της οποίας οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε κουετιαπίνη ή εικονικό φάρμακο. Για τους ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν σε κουετιαπίνη, η μέση αύξηση του σωματικού βάρους κατά την ανοιχτή περίοδο ήταν 2,56 kg και μέχρι την εβδομάδα 48 της τυχαιοποιημένης περιόδου, η μέση αύξηση του σωματικού βάρους ήταν 3,22 kg σε σύγκριση με την αρχική τιμή της ανοιχτής περιόδου. Για τους ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν σε εικονικό φάρμακο, η μέση αύξηση του σωματικού βάρους κατά τη διάρκεια της ανοιχτής περιόδου ήταν 2,39 kg και μέχρι την εβδομάδα 48 της τυχαιοποιημένης περιόδου η μέση αύξηση του σωματικού βάρους ήταν 0,89 kg, σε σύγκριση με την αρχική τιμή της ανοιχτής περιόδου.
Σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες σε ηλικιωμένους ασθενείς με ψύχωση-σχετιζόμενη με άνοια, η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών από τα εγκεφαλικά αγγεία ανά 100 ασθενείς-έτη, δεν ήταν υψηλότερη στους ασθενείς που χορηγήθηκε κουετιαπίνη σε σχέση με αυτούς στους οποίους χορηγήθηκε εικονικό φάρμακο.
Σε όλες τις βραχυχρόνιες τις κλινικές μελέτες μονοθεραπείας ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, σε ασθενείς με αριθμό ουδετερόφιλων κατά την έναρξη ≥1,5 X 10^9/L, η συχνότητα εμφάνισης τουλάχιστον ενός περιστατικού σε μεταβολή του αριθμού ουδετερόφιλων <1,5 X 10^9/L ήταν 1,9% σε ασθενείς που χορηγήθηκε κουετιαπίνη, σε σύγκριση με 1,5% σε ασθενείς που χορηγήθηκε εικονικό φάρμακο. Η συχνότητα εμφάνισης των μεταβολών σε >0,5-<1,0 x 10^9/L ήταν η ίδια (0,2%) σε ασθενείς που χορηγήθηκε κουετιαπίνη με τους ασθενείς που χορηγήθηκε εικονικό φάρμακο. Σε όλες τις κλινικές μελέτες (ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, ανοικτές, συγκριτικές με δραστική ουσία) σε ασθενείς με αριθμό ουδετερόφιλων κατά την έναρξη ≥1,5 X 10^9/L, η συχνότητα εμφάνισης τουλάχιστον ενός περιστατικού με μεταβολή του αριθμού ουδετερόφιλων <1,5 x 10^9/L ήταν 2,9% και έως <0,5 X 10^9/L ήταν 0,21% σε ασθενείς που χορηγήθηκε κουετιαπίνη.
H θεραπεία με κουετιαπίνη συσχετίσθηκε με δοσοεξαρτώμενες μειώσεις στα επίπεδα των θυρεοειδικών ορμονών. Η συχνότητα εμφάνισης μεταβολών της TSH ήταν 3,2% για την κουετιαπίνη έναντι 2,7% για το εικονικό φάρμακο. Η συχνότητα εμφάνισης αμοιβαίων πιθανά κλινικά σημαντικών μεταβολών τόσο της Τ3 όσο και της Τ4 και της TSH σε αυτές τις μελέτες ήταν σπάνια, και οι αλλαγές που παρατηρήθηκαν στα επίπεδα των ορμονών του θυρεοειδούς δεν συσχετίστηκαν με κλινικά συμπτώματα υποθυρεοειδισμού. Η μείωση της συνολικής και της ελεύθερης Τ4 ήταν μέγιστη κατά τις πρώτες έξι εβδομάδες της θεραπείας με κουετιαπίνη, χωρίς περαιτέρω μείωση κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας. Περίπου στα 2/3 του συνόλου των περιπτώσεων, η διακοπή της θεραπείας με κουετιαπίνη συνοδευόταν από αντιστροφή των επιδράσεων στην ολική και την ελεύθερη T4, ανεξάρτητα από τη διάρκεια της θεραπείας.
Καταρράκτης/Θολερότητα φακού
Σε μία κλινική μελέτη για την αξιολόγηση της πιθανότητας δημιουργίας καταρράκτη της κουετιαπίνης (200-800 mg/ημέρα) έναντι της ρισπεριδόνης (2-8 mg) σε ασθενείς με σχιζοφρένεια ή σχιζοσυναισθηματική διαταραχή, το ποσοστό των ασθενών με αυξημένο βαθμό θολερότητας του φακού δεν ήταν υψηλότερη με κουετιαπίνη (4%) σε σύγκριση με ρισπεριδόνη (10%), για ασθενείς με έκθεση τουλάχιστον 21 μηνών.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Κλινική αποτελεσματικότητα
Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της κουετιαπίνης μελετήθηκαν σε μία 3 εβδομάδων ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη για τη θεραπεία της μανίας (n=284 ασθενείς από τις ΗΠΑ, ηλικίας 10-17). Περίπου το 45% του πληθυσμού των ασθενών είχε επίσης διαγνωστεί με ADHD. Επιπλέον πραγματοποιήθηκε μία μελέτη 6 εβδομάδων ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο για τη θεραπεία της σχιζοφρένειας (n=222, ασθενείς ηλικίας 13-17). Και στις δύο μελέτες, αποκλείστηκαν οι ασθενείς με γνωστή έλλειψη απόκρισης στην κουετιαπίνη. Η θεραπεία με κουετιαπίνη ξεκίνησε με 50 mg/ημέρα και την ημέρα 2 αυξήθηκε στα 100 mg/ημέρα. Ακολούθως, η δόση τιτλοποιήθηκε σε μία δόση στόχο (μανία 400-600 mg/ημέρα, σχιζοφρένεια 400-800 mg/ημέρα) χρησιμοποιώντας προσαυξήσεις των 100 mg/ημέρα χορηγούμενα δύο ή τρεις φορές ημερησίως.
Στη μελέτη μανίας, η διαφορά στη μέση μεταβολή με τη μέθοδο των ελαχίστων τετραγώνων από την αρχική τιμή στη συνολική βαθμολογία YMRS (δραστική ουσία μείων εικονικό φάρμακο) ήταν -5,21 για κουετιαπίνη 400 mg/ημέρα και -6,56 για κουετιαπίνη 600 mg/ημέρα. Τα ποσοστά ανταπόκρισης (βελτίωση YMRS≥50%) ήταν 64% για κουετιαπίνη 400 mg/ημέρα, 58% για 600 mg/ημέρα και 37% για το εικονικό φάρμακο.
Στη μελέτη σχιζοφρένειας, η διαφορά στη μέση μεταβολή με τη μέθοδο των ελαχίστων τετραγώνων από την αρχική τιμή στη συνολική βαθμολογία PANSS (δραστική μείων εικονικό φάρμακο) ήταν -8,16 για κουετιαπίνη 400 mg/ημέρα και -9,29 για κουετιαπίνη 800 mg/ημέρα. Ούτε το χαμηλό (400 mg/ημέρα) ούτε το υψηλό δοσολογικό σχήμα (800 mg/ημέρα) κουετιαπίνης υπερτερούσαν του εικονικού φαρμάκου ως προς το ποσοστό των ασθενών όπου επιτεύχθηκε απόκριση, η οποία προσδιορίστηκε ως 30% μείωση από την αρχική τιμή στη συνολική βαθμολογία PANSS. Οι υψηλότερες δόσεις τόσο στη μανία όσο και στη σχιζοφρένεια είχαν ως αποτέλεσμα αριθμητικώς χαμηλότερους βαθμούς απόκρισης.
Σε μια τρίτη βραχυχρόνια ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη μονοθεραπείας με το δισκίο κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης σε παιδιά και έφηβους ασθενείς (ηλικίας 10-17 ετών) με διπολική κατάθλιψη, δεν καταδείχθηκε αποτελεσματικότητα.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τη διατήρηση της επίδρασης ή την πρόληψη των υποτροπών σε αυτήν την ηλικιακή ομάδα.
Κλινική ασφάλεια
Στις βραχυχρόνιες παιδιατρικές μελέτες με την κουετιαπίνη οι οποίες περιγράφηκαν ανωτέρω, τα ποσοστά εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων στο σκέλος της ενεργού θεραπείας έναντι του εικονικού φαρμάκου ήταν 12,9% έναντι 5,3% στη μελέτη της σχιζοφρένειας, 3,6% έναντι 1,1% στη μελέτη της διπολικής μανίας και 1,1% έναντι 0% στη μελέτη της διπολικής κατάθλιψης. Τα ποσοστά πρόσληψης σωματικού βάρους ≥ 7% σε σχέση με το αρχικό σωματικό βάρος στο ενεργό σκέλος έναντι του εικονικού φαρμάκου ήταν 17% έναντι 2,5% στις μελέτες της σχιζοφρένειας και της διπολικής μανίας, και 12,5% έναντι 6% στη μελέτη της διπολικής κατάθλιψης. Τα ποσοστά των σχετικών με αυτοκτονία συμβάντων στο σκέλος της ενεργού θεραπείας έναντι του εικονικού φαρμάκου ήταν 1,4% έναντι 1,3% στη μελέτη της σχιζοφρένειας, 1,0% έναντι 0% στη μελέτη της διπολικής μανίας και 1,1% έναντι 0% στη μελέτη της διπολικής κατάθλιψης. Κατά τη διάρκεια μιας παρατεταμένης φάσης παρακολούθησης των ασθενών της μελέτης διπολικής κατάθλιψης μετά το τέλος της θεραπείας, υπήρξαν δύο επιπλέον σχετιζόμενα με αυτοκτονία συμβάντα σε δύο ασθενείς. Ένας από τους ασθενείς αυτούς λάμβανε κουετιαπίνη όταν παρουσιάστηκε το συμβάν.
Μακροπρόθεσμη ασφάλεια
Μία ανοιχτή 26 εβδομάδων επέκταση των μελετών οξείας φάσης (n=380 ασθενείς), με ευέλικτη δοσολόγηση της κουετιαπίνης 400-800 mg/ημέρα, παρείχε επιπλέον δεδομένα ασφάλειας. Αναφέρθηκαν αυξήσεις της αρτηριακής πίεσης σε παιδιά και εφήβους, ενώ αυξημένη όρεξη, εξωπυραμιδικά συμπτώματα και αυξήσεις της προλακτίνης του ορού αναφέρθηκαν με υψηλότερη συχνότητα σε παιδιά και εφήβους παρά σε ενήλικες ασθενείς (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες). Αναφορικά με την πρόσληψη του σωματικού βάρους, κατά την προσαρμογή για φυσιολογική ανάπτυξη μακροπρόθεσμα, χρησιμοποιήθηκε η αύξηση του Δείκτη Μάζας Σώματος (BMI) με τυπική απόκλιση 0,5, σε σχέση με την αρχική τιμή ως ένδειξη κλινικά σημαντικής μεταβολής. Το 18,3% των ασθενών που έλαβαν κουετιαπίνη για διάστημα τουλάχιστον 26 εβδομάδων πληρούσαν το κριτήριο αυτό.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-MATEPIL
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
H κουετιαπίνη απορροφάται καλά μετά από χορήγηση από το στόμα. Το Matepil 150 mg δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης επιτυγχάνει μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα της κουετιαπίνης και της nor-quetiapine περίπου 6 ώρες μετά την χορήγηση (Tmax). Σε σταθερή κατάσταση οι μέγιστες μοριακές συγκεντρώσεις του δραστικού μεταβολίτη nor-quetiapine είναι 35% αυτών που παρατηρήθηκαν με την κουετιαπίνη.
H φαρμακοκινητική της κουετιαπίνης και της nor-quetiapine είναι γραμμική και ανάλογη με τη δόση σε δόσεις μέχρι 800 mg χορηγούμενες μία φορά την ημέρα. Όταν συγκρίνεται το Matepil 150 mg δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης χορηγούμενο μία φορά την ημέρα με την ίδια συνολική ημερήσια δόση της quetiapine fumarate άμεσης αποδέσμευσης (κουετιαπίνη άμεσης αποδέσμευσης) χορηγούμενης δύο φορές την ημέρα, το εμβαδόν της επιφάνειας κάτω από την καμπύλη (AUC) είναι αντίστοιχο, αλλά η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) είναι 13% χαμηλότερη σε σταθερή κατάσταση. Όταν συγκρίνεται το Matepil 150 mg δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης με το Seroquel άμεσης αποδέσμευσης, το εμβαδόν της επιφάνειας κάτω από την καμπύλη (AUC) του μεταβολίτη nor-quetiapine είναι 18% χαμηλότερο.
Σε μία μελέτη που εξέτασε την επίδραση της τροφής στην βιοδιαθεσιμότητα της κουετιαπίνης, βρέθηκε ότι τα πολύ λιπαρά γεύματα προκαλούν στατιστικά σημαντική αύξηση στην μέγιστη συγκέντρωση (Cmax) και στο εμβαδόν της επιφάνειας κάτω από την καμπύλη (AUC) του Matepil 150 mg δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης, περίπου 50% και 20% αντίστοιχα. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι η επίδραση των πολύ λιπαρών γευμάτων στην φαρμακοτεχνική μορφή μπορεί να είναι μεγαλύτερη. Αντιθέτως, ένα ελαφρύ γεύμα δεν έχει σημαντική δράση στην μέγιστη συγκέντρωση (Cmax) και στο εμβαδόν της επιφάνειας κάτω από την καμπύλη (AUC) της κουετιαπίνης. Συνιστάται το Matepil 150 mg δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης να λαμβάνεται μία φορά την ημέρα χωρίς τροφή.
Κατανομή
Η κουετιαπίνη συνδέεται κατά περίπου 83% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.
Βιομετατροπή
H κουετιαπίνη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ, με τη μητρική ένωση να αντιστοιχεί σε ποσοστό μικρότερο από το 5% των αναλλοίωτων συστατικών, που ανευρίσκονται στα ούρα ή στα κόπρανα, μετά τη χορήγηση ραδιοσημασμένης κουετιαπίνης.
Έρευνες in vitro απέδειξαν ότι το CYP3A4 είναι το κύριο ένζυμο που είναι υπεύθυνο για το μεταβολισμό της κουετιαπίνης που λαμβάνει χώρα μέσω του κυτοχρώματος P450. Η nor-quetiapine κυρίως σχηματίζεται και μεταβολίζεται μέσω του CYP3A4.
Σε μελέτες in vitro έχει βρεθεί ότι η κουετιαπίνη και αρκετοί από τους μεταβολίτες της (συμπεριλαμβανόμενης της nor-quetiapine), είναι ασθενείς αναστολείς της δράσης του κυτοχρώματος P450 1A2, 2C9, 2C19, 2D6 και 3A4 στον άνθρωπο. In vitro παρατηρείται αναστολή του CYP μόνο σε συγκεντρώσεις περίπου 5 έως 50 φορές μεγαλύτερες από αυτές που παρατηρούνται με δόσεις που κυμαίνονται από 300 έως 800 mg/ημέρα στον άνθρωπο. Mε βάση αυτά τα in vitro αποτελέσματα, θεωρείται απίθανο η συγχορήγηση της κουετιαπίνης με άλλα φάρμακα, να οδηγήσει σε κλινικά σημαντική αναστολή του μεταβολισμού του άλλου φαρμάκου μέσω του κυτοχρώματος P450. Από μελέτες σε ζώα φαίνεται ότι η κουετιαπίνη μπορεί να προκαλέσει ενζυμική επαγωγή στα ένζυμα του κυτοχρώματος P450. Ωστόσο, σε μια ειδική μελέτη αλληλεπίδρασης σε ψυχωτικούς ασθενείς, δεν παρατηρήθηκε αύξηση στη δραστηριότητα του κυτοχρώματος P450 μετά τη χορήγηση κουετιαπίνης.
Αποβολή
Οι χρόνοι ημιπεριόδου ζωής της αποβολής της κουετιαπίνης και της nor-quetiapine είναι περίπου 7 και 12 ώρες αντίστοιχα. Περίπου το 73% ραδιοσημασμένων παραγώγων εκκρίνεται στα ούρα και το 21% στα κόπρανα με λιγότερο από 5% της ραδιενέργειας να αντιπροσωπεύει αμετάβλητα παράγωγα που σχετίζονται με το φάρμακο. Το μέσο μοριακό κλάσμα δόσης της ελεύθερης κουετιαπίνης και ο δραστικός μεταβολίτης που ανευρίσκεται στο πλάσμα, η nor-quetiapine απεκκρίνονται στα ούρα σε ποσοστό < 5%.
Ειδικοί πληθυσμοί
Φύλο
Η φαρμακοκινητική της κουετιαπίνης δεν διαφέρει μεταξύ ανδρών και γυναικών.
Ηλικιωμένοι
H μέση τιμή κάθαρσης της κουετιαπίνης στους ηλικιωμένους είναι περίπου κατά 30% έως 50% χαμηλότερη από αυτήν που παρατηρείται σε άτομα ηλικίας από 18 έως 65 ετών.
Νεφρική δυσλειτουργία
H μέση τιμή κάθαρσης της κουετιαπίνης στο πλάσμα μειώθηκε κατά περίπου 25% σε άτομα με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης μικρότερη από 30ml/min/1,73m2), αλλά οι κατ’ άτομο τιμές κάθαρσης βρίσκονται μέσα στο εύρος τιμών των φυσιολογικών.
Ηπατική δυσλειτουργία
H μέση κάθαρσης της κουετιαπίνης στο πλάσμα μειώνεται κατά περίπου 25% σε άτομα με γνωστή ηπατική ανεπάρκεια (σταθερή αλκοολική κίρρωση). Εφόσον η κουετιαπίνη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ, σε άτομα με ηπατική ανεπάρκεια αναμένονται υψηλότερα επίπεδα στο πλάσμα. Μπορεί να απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας σ’ αυτούς τους ασθενείς (βλ. Δοσολογία).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Πραγματοποιήθηκε δειγματοληψία για φαρμακοκινητικά δεδομένα σε 9 παιδιά ηλικίας 10-12 ετών και σε 12 εφήβους, που βρίσκονταν υπό θεραπεία σταθεροποίησης με 400 mg δισκία κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης δύο φορές ημερησίως. Στη σταθερή κατάσταση, τα κανονικοποιημένα με τη δόση επίπεδα στο πλάσμα της πατρικής ένωσης, κουετιαπίνη, σε παιδιά και εφήβους (ηλικίας 10-17 ετών) ήταν γενικώς παρόμοια με αυτά των ενηλίκων, αν και το Cmax στα παιδιά ήταν στο υψηλότερο όριο της κλίμακας που παρατηρείται στους ενήλικες. Τα AUC και Cmax του δραστικού μεταβολίτη nor-quetiapine, ήταν υψηλότερα, περίπου κατά 62% και 49% σε παιδιά (10-12 ετών), αντίστοιχα και 28% και 14% σε εφήβους (13-17 ετών), αντίστοιχα, σε σύγκριση με τους ενήλικες.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες για τα δισκία κουετιαπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης σε παιδιά και εφήβους.
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Η κετιαπίνη ενδείκνυται για τη θεραπεία της σχιζοφρένειας, καθώς και για τη θεραπεία οξέων μανιακών επεισοδίων που σχετίζονται με τη διαταραχή διπολικού τύπου Ι. Η αντιψυχωσική δράση της κετιαπίνης θεωρείται από κάποιους ότι διαμεσολαβείται μέσω ανταγωνιστικής δραστηριότητας στους υποδοχείς ντοπαμίνης και σεροτονίνης. Συγκεκριμένα, ανταγωνίζονται οι υποδοχείς ντοπαμίνης D1 και D2, οι υποδοχείς α1 και α2 αδρενεργικοί, και οι υποδοχείς σεροτονίνης 5-HT1A και 5-HT2. Η κετιαπίνη έχει επίσης ανταγωνιστική δράση στον υποδοχέα ισταμίνης Η1.
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ένδειξη
Για τη θεραπεία της σχιζοφρένειας και των σχετικών ψυχωσικών διαταραχών.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Η κετιαπίνη είναι ένας ψυχοτρόπος παράγοντας που ανήκει στη χημική κατηγορία των παραγώγων βενζισοξαζόλης και ενδείκνυται για τη θεραπεία της σχιζοφρένειας. Η κετιαπίνη είναι ένας εκλεκτικός μονοαμινεργικός ανταγωνιστής με υψηλή συγγένεια για τους υποδοχείς σεροτονίνης Τύπου 2 (5HT2) και ντοπαμίνης τύπου 2 (D2). Η κετιαπίνη είναι ανταγωνιστής στους υποδοχείς σεροτονίνης 5-HT1A και 5HT2, ντοπαμίνης D1 και D2, ισταμίνης H1, και αδρενεργικούς α1 και α2. Η κετιαπίνη δεν έχει σημαντική συγγένεια για τους υποδοχείς χολινεργικής μουσκαρίνης ή βενζοδιαζεπίνης. Η υπνηλία και η ορθοστατική υπόταση που σχετίζονται με τη χρήση κετιαπίνης μπορούν να εξηγηθούν από τον ανταγωνισμό της στους υποδοχείς ισταμίνης Η1 και αδρενεργικούς α1, αντίστοιχα. Ο ανταγωνισμός της κετιαπίνης στους αδρενεργικούς α1 υποδοχείς μπορεί να εξηγήσει την ορθοστατική υπόταση που παρατηρείται με αυτό το φάρμακο.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός Δράσης
Η αντιψυχωσική δράση της κετιαπίνης οφείλεται πιθανώς σε συνδυασμό ανταγωνισμού στους υποδοχείς D2 στη μεσο-λιμβική οδό και στους υποδοχείς 5HT2A στον φλοιό των μετωπιαίων λοβών. Ο ανταγωνισμός στους υποδοχείς D2 ανακουφίζει τα θετικά συμπτώματα, ενώ ο ανταγωνισμός στους υποδοχείς 5HT2A ανακουφίζει τα αρνητικά συμπτώματα της σχιζοφρένειας.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση
Απορροφάται ταχέως και καλά.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Χρόνος Ημίσειας Ζωής
6 ώρες
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
83%
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
Οδός Απέκκρισης
Η απέκκριση της κετιαπίνης γίνεται κυρίως μέσω ηπατικής μεταβολισμού. Μετά από μία εφάπαξ από του στόματος δόση 14C-κετιαπίνης, λιγότερο από 1% της χορηγούμενης δόσης απεκκρίθηκε ως αμετάβλητο φάρμακο, υποδεικνύοντας ότι η κετιαπίνη μεταβολίζεται εκτενώς. Περίπου το 73% και το 20% της δόσης ανακτήθηκε στα ούρα και στα κόπρανα, αντίστοιχα.
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
Όγκος Κατανομής
- 10±4 L/kg
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα
Συμπτώματα υπερδοσολογίας περιλαμβάνουν υπνηλία και καταστολή, ταχυκαρδία και υπόταση.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η κετιαπίνη βελτιώνει τα θετικά και αρνητικά συμπτώματα της σχιζοφρένειας και της μείζονος κατάθλιψης, δρώντας σε διάφορους νευροδιαβιβαστικούς υποδοχείς, όπως οι υποδοχείς σεροτονίνης και ντοπαμίνης. Στη διπολική διαταραχή, βελτιώνει τόσο τα καταθλιπτικά όσο και τα μανιακά συμπτώματα.
Σημείωση σχετικά με την αυτοκτονικότητα σε νεαρούς ασθενείς και τη χορήγηση σε ηλικιωμένους
Η κετιαπίνη μπορεί να προκαλέσει αυτοκτονική σκέψη ή συμπεριφορά σε παιδιά και εφήβους και δεν πρέπει να χορηγείται σε παιδιά κάτω των 10 ετών. Είναι σημαντικό να παρακολουθείται η αυτοκτονικότητα εάν αυτό το φάρμακο χορηγείται σε νεότερους ασθενείς. Επιπλέον, αυτό το φάρμακο δεν ενδείκνυται για τη θεραπεία ψύχωσης που σχετίζεται με άνοια, λόγω αυξημένου ποσοστού θνησιμότητας σε ηλικιωμένους ασθενείς που λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Αν και ο μηχανισμός δράσης της κετιαπίνης δεν είναι πλήρως κατανοητός, υπάρχουν διάφοροι προτεινόμενοι μηχανισμοί.
Στη σχιζοφρένεια, οι δράσεις της θα μπορούσαν να οφείλονται στον ανταγωνισμό των υποδοχέων ντοπαμίνης τύπου 2 (D2) και σεροτονίνης 2Α (5HT2A).
Στη διπολική κατάθλιψη και τη μείζονα κατάθλιψη, οι δράσεις της κετεαπίνης μπορεί να αποδοθούν στη σύνδεση αυτού του φαρμάκου ή του μεταβολίτη του με τον μεταφορέα νορεπινεφρίνης.
Πρόσθετες επιδράσεις της κετεαπίνης, όπως υπνηλία, ορθοστατική υπόταση και αντιχολινεργικές επιδράσεις, μπορεί να προκύψουν από τον ανταγωνισμό των υποδοχέων H1, των α1-αδρενεργικών υποδοχέων και των μουσκαρινικών υποδοχέων M1, αντίστοιχα.
Οι θεραπευτικές επιδράσεις των αντιψυχωσικών φαρμάκων πιστεύεται ότι μεσολαβούνται από τον αποκλεισμό της ντοπαμίνης στις μεσολιμβικές και μεσοφλοιώδεις περιοχές του ΚΝΣ, ενώ οι αντι-ντοπαμινεργικές επιδράσεις στον νεοσύρτη φαίνεται να σχετίζονται με τις εξωπυραμιδικές επιδράσεις. Η εμφανώς χαμηλή επίπτωση εξωπυραμιδικών επιδράσεων που σχετίζεται με τη θεραπεία με κετεαπίνη υποδηλώνει ότι το φάρμακο είναι πιο δραστήριο στο μεσολιμβικό παρά στο νεοσυρτικό σύστημα ντοπαμίνης.
Σε αντίθεση με τα τυπικά αντιψυχωσικά φάρμακα (π.χ., χλωπρομαζίνη) αλλά όπως άλλα άτυπα αντιψυχωσικά φάρμακα (π.χ., κλοζαπίνη), η κετεαπίνη δεν προκαλεί παρατεταμένες αυξήσεις στις συγκεντρώσεις προλακτίνης στον ορό και επομένως είναι απίθανο να προκαλέσει δυσμενείς επιδράσεις όπως αμηνόρροια, γαλακτόρροια και ανικανότητα.
Ο ακριβής μηχανισμός αντιψυχωσικής δράσης της κετεαπίνης δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί, αλλά μπορεί να περιλαμβάνει ανταγωνισμό στους υποδοχείς σεροτονίνης τύπου 1 (5-υδροξυτρυπταμίνη [5-HT1A]) και τύπου 2 (5-HT2A, 5-HT2C), και στους υποδοχείς ντοπαμίνης (D1, D2). Τα τρέχοντα στοιχεία υποδηλώνουν ότι η κλινική ισχύς και η αντιψυχωσική αποτελεσματικότητα τόσο των τυπικών όσο και των άτυπων αντιψυχωσικών φαρμάκων γενικά σχετίζονται με την συγγένειά τους και τον αποκλεισμό των κεντρικών υποδοχέων ντοπαμίνης D2. Ωστόσο, ο ανταγωνισμός στους υποδοχείς ντοπαμίνης D2 δεν φαίνεται να εξηγεί πλήρως τις αντιψυχωσικές επιδράσεις της κετεαπίνης. Αποτελέσματα μελετών in vivo και in vitro δείχνουν ότι η κετεαπίνη είναι ένας συγκριτικά ασθενής ανταγωνιστής στους υποδοχείς ντοπαμίνης D2. Μελέτες σύνδεσης υποδοχέων δείχνουν ότι η κετεαπίνη είναι ασθενής ανταγωνιστής στους υποδοχείς D1.
Αν και ο ρόλος τους στην πρόκληση των φαρμακολογικών επιδράσεων των αντιψυχωσικών παραγόντων παραμένει να διευκρινιστεί πλήρως, έχουν επίσης αναγνωριστεί οι υποδοχείς ντοπαμίνης D3, D4 και D5. Η κετεαπίνη δεν έχει συγγένεια για τον υποδοχέα ντοπαμίνης D4.
Η κετεαπίνη εμφανίζει α1- και α2-αδρενεργική αποκλειστική δράση. Ο αποκλεισμός των α1-αδρενεργικών υποδοχέων μπορεί να εξηγήσει την περιστασιακή ορθοστατική υπόταση που σχετίζεται με το φάρμακο.
Η κετεαπίνη επίσης αποκλείει τους υποδοχείς ισταμίνης H1, οι οποίοι μπορεί να εξηγήσουν τις κατασταλτικές επιδράσεις που σχετίζονται με το φάρμακο.
Η κετεαπίνη έχει μικρή ή καθόλου συγγένεια για τους υποδοχείς β-αδρενεργικούς, γ-αμινοβουτυρικού οξέος (GABA), βενζοδιαζεπίνης ή μουσκαρινικούς υποδοχείς.
Πρόσφατες μελέτες νευροαπεικόνισης και μεταθανάτιες μελέτες έχουν αναφέρει ανωμαλίες στη λευκή ουσία του εγκεφάλου σχιζοφρενών, υποδηλώνοντας τη συμμετοχή των ολιγοδενδροκυττάρων στην αιτιοπαθογένεια της σχιζοφρένειας. Αυτή η άποψη υποστηρίζεται από μελέτες γονιδιακών μικροσυστοιχιών που δείχνουν τη μείωση της έκφρασης γονιδίων που σχετίζονται με τη λειτουργία των ολιγοδενδροκυττάρων και τη μυελίνωση στον εγκέφαλο σχιζοφρενών σε σύγκριση με ομάδες ελέγχου. Ωστόσο, επί του παρόντος υπάρχουν λίγες διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με την ανταπόκριση των ολιγοδενδροκυττάρων στα αντιψυχωσικά φάρμακα (APD), οι οποίες θα μπορούσαν να είναι ανεκτίμητες για την επιβεβαίωση της υπόθεσης των ολιγοδενδροκυττάρων. Σε αυτή τη μελέτη βρήκαμε:
(1) η θεραπεία με κετεαπίνη (QUE, ένα άτυπο APD) σε συνδυασμό με προσθήκη αυξητικών παραγόντων αύξησε τον πολλαπλασιασμό νευρικών προγονικών κυττάρων που απομονώθηκαν από τον εγκεφαλικό φλοιό εμβρυϊκών αρουραίων. (2) Η QUE κατεύθυνε τη διαφοροποίηση νευρικών προγονικών κυττάρων προς τη γραμμή των ολιγοδενδροκυττάρων μέσω των εξωκυτταρικών σηματοδοτικών κινασών (ERK). (3) Η προσθήκη QUE αύξησε τη σύνθεση της βασικής πρωτεΐνης μυελίνης και διευκόλυνε τη μυελίνωση σε καλλιέργειες σφαιριδίων εμβρυϊκού φλοιού αρουραίων. (4) Η χρόνια χορήγηση QUE σε ποντίκια C57BL/6 απέτρεψε την απομυελίνωση του φλοιού και τη συνακόλουθη διαταραχή της χωρικής μνήμης εργασίας που προκλήθηκε από την κυπριζόνη, μια νευροτοξίνη.
Αυτά τα ευρήματα υποδηλώνουν έναν νέο νευρικό μηχανισμό αντιψυχωσικής δράσης της QUE και συμβάλλουν στην καθιέρωση ενός ρόλου για τα ολιγοδενδροκύτταρα στην αιτιοπαθογένεια και τη θεραπεία της σχιζοφρένειας.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η κετεαπίνη απορροφάται ταχέως και καλά μετά τη χορήγηση από του στόματος δόσης. Η σταθερή κατάσταση επιτυγχάνεται εντός 48 ωρών και οι μέγιστες πλασματικές συγκεντρώσεις επιτυγχάνονται εντός 1,5 ώρας.
Η Cmax σταθερής κατάστασης της κετεαπίνης σε Κινέζους ασθενείς με σχιζοφρένεια μετά από από του στόματος δόση 300 mg του σκευάσματος παρατεταμένης αποδέσμευσης ήταν περίπου 467 ng/mL και η AUC στη σταθερή κατάσταση ήταν 5094 ng·h/mL.
Ενώ η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί και αναφέρεται ως χαμηλή, η δισκική μορφή είναι 100% βιοδιαθέσιμη σε σύγκριση με τη διάλυμα.
Η απορρόφηση της κετεαπίνης επηρεάζεται από την τροφή, με την Cmax να αυξάνεται κατά 25% και την AUC κατά 15%.
Μετά από από του στόματος δόση ραδιοσημασμένης κετεαπίνης, λιγότερο από 1% του αμετάβλητου φαρμάκου ανιχνεύθηκε στα ούρα, υποδηλώνοντας ότι η κετεαπίνη μεταβολίζεται εκτενώς.
Περίπου το 73% της δόσης ανιχνεύθηκε στα ούρα και περίπου το 20% στα κόπρανα.
Η κετεαπίνη κατανέμεται σε όλο το σώμα. Ο φαινόμενος όγκος κατανομής αυτού του φαρμάκου είναι περίπου 10±4 L/kg.
Η κάθαρση της κετεαπίνης σε υγιείς εθελοντές σε κατάσταση νηστείας κατά τη διάρκεια μιας κλινικής μελέτης ήταν 101,04±39,11 L/h. Οι ηλικιωμένοι ασθενείς μπορεί να απαιτούν χαμηλότερες δόσεις κετεαπίνης, καθώς η κάθαρση σε αυτούς τους ασθενείς μπορεί να μειωθεί έως και 50%. Αυτοί με ηπατική δυσλειτουργία μπορεί επίσης να απαιτούν χαμηλότερες δόσεις.
Το φουμαρικό κετεαπίνη απορροφάται ταχέως μετά από χορήγηση από του στόματος, φτάνοντας σε μέγιστες πλασματικές συγκεντρώσεις σε 1,5 ώρα. Η δισκική μορφή είναι 100% βιοδιαθέσιμη σε σύγκριση με τη διάλυμα. Η βιοδιαθεσιμότητα της κετεαπίνης επηρεάζεται οριακά από τη χορήγηση με τροφή, με τιμές Cmax και AUC να αυξάνονται κατά 25% και 15%, αντίστοιχα.
Αναμένονται σταθερές συγκεντρώσεις εντός δύο ημερών από τη χορήγηση.
Η κετεαπίνη κατανέμεται ευρέως σε όλο το σώμα με φαινόμενο όγκο κατανομής 10 ±4 L/kg. Συνδέεται κατά 83% με πρωτεΐνες πλάσματος σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις.
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (n=8) είχαν 30% χαμηλότερη μέση από του στόματος κάθαρση κετεαπίνης από τους φυσιολογικούς μάρτυρες. Σε δύο από τους 8 ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία, η AUC και η Cmax ήταν 3 φορές υψηλότερες από αυτές που παρατηρήθηκαν συνήθως σε υγιείς μάρτυρες. Δεδομένου ότι η κετεαπίνη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ, αναμένονται υψηλότερα επίπεδα πλάσματος στον πληθυσμό με ηπατική δυσλειτουργία…
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την QUETIAPINE (σύνολο 8), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η σύνδεση της κετεαπίνης με πρωτεΐνες είναι 83%.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Ο μεταβολισμός της κετεαπίνης λαμβάνει χώρα κυρίως στο ήπαρ. Η σουλφοξειδίωση και η οξείδωση είναι οι κύριες μεταβολικές οδοί αυτού του φαρμάκου.
Σύμφωνα με μελέτες in vitro, το κυτόχρωμα P450 3A4 μεταβολίζει την κετεαπίνη σε έναν ανενεργό μεταβολίτη σουλφοξειδίου και συμμετέχει επίσης στον μεταβολισμό του ενεργού μεταβολίτη της, της N-δεσαλκυλκετεαπίνης. Το CYP2D6 ρυθμίζει επίσης τον μεταβολισμό της κετεαπίνης.
Σε μία μελέτη, αναγνωρίστηκαν τρεις μεταβολίτες της N-δεσαλκυλκετεαπίνης. Δύο από τους μεταβολίτες αναγνωρίστηκαν ως N-δεσαλκυλκετεαπίνη σουλφοξείδιο και 7-υδροξυ-N-δεσαλκυλκετεαπίνη.
Το CYP2D6 έχει βρεθεί ότι είναι υπεύθυνο για τον μεταβολισμό της κετεαπίνης σε 7-υδροξυ-N-δεσαλκυλκετεαπίνη, έναν φαρμακολογικά ενεργό μεταβολίτη. Οι ατομικές διαφορές στον μεταβολισμό του CYP2D6 μπορεί να υπάρχουν, οι οποίες μπορεί να επηρεάσουν τις συγκεντρώσεις του ενεργού μεταβολίτη.
Η κετεαπίνη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ κυρίως μέσω σουλφοξείδωσης και οξείδωσης σε ανενεργούς μεταβολίτες. Μελέτες in vitro υποδηλώνουν ότι το ισοένζυμο κυτοχρώματος P-450 (CYP) 3A4 εμπλέκεται στον μεταβολισμό της κετεαπίνης στον ανενεργό μεταβολίτη σουλφοξείδιο, ο οποίος είναι ο κύριος μεταβολίτης.
… Με βάση μελέτες in vitro, η κετεαπίνη και 9 από τους μεταβολίτες της δεν φαίνεται να αναστέλλουν τα ισοένζυμα CYP 1A2, 3A4, 2C9, 2C19 ή 2D6.
Η κετεαπίνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν την Κετεαπίνη Σουλφοξείδιο και την 7-Υδροξυ Κετεαπίνη.
Ηπατική. Οι κύριες μεταβολικές οδοί είναι η σουλφοξείδωση, που μεσολαβείται από το κυτόχρωμα P450 3A4 (CYP3A4), και η οξείδωση της τελικής αλκοόλης σε καρβοξυλικό οξύ. Ο κύριος μεταβολίτης σουλφοξείδιο της κετεαπίνης είναι ανενεργός. Η κετεαπίνη υφίσταται επίσης υδροξυλίωση του δακτυλίου διβενζοθειαζεπίνης, O-αποαλκυλίωση, N-αποαλκυλίωση και σύζευξη φάσης ΙΙ. Οι μεταβολίτες 7-υδροξυ και 7-υδροξυ-N-δεαλκυλιωμένοι φαίνεται να είναι ενεργοί, αλλά παρουσιάζονται σε πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις.
Οδός Απέκκρισης: Η απέκκριση της κετεαπίνης γίνεται κυρίως μέσω ηπατικού μεταβολισμού. Μετά από μία εφάπαξ από του στόματος δόση 14C-κετεαπίνης, λιγότερο από 1% της χορηγηθείσας δόσης απεκκρίθηκε ως αμετάβλητο φάρμακο, υποδεικνύοντας ότι η κετεαπίνη μεταβολίζεται εκτενώς. Περίπου το 73% και το 20% της δόσης ανακτήθηκαν στα ούρα και τα κόπρανα, αντίστοιχα.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
Ο μέσος τελικός χρόνος ημιζωής της κετεαπίνης είναι περίπου 6-7 ώρες.
Ο μέσος τελικός χρόνος ημιζωής της κετεαπίνης είναι περίπου 6 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Κατηγοριοποίηση MeSH
Φάρμακα που ενισχύουν τη διάθεση
Φάρμακα που ενισχύουν τη διάθεση που χρησιμοποιούνται κυρίως στη θεραπεία των διαταραχών διάθεσης και των σχετικών καταστάσεων. Πολλοί ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΜΟΝΟΑΜΙΝΙΚΗΣ ΟΞΕΙΔΑΣΗΣ είναι χρήσιμοι ως αντικαταθλιπτικά, προφανώς ως μακροπρόθεσμη συνέπεια της ρύθμισης των επιπέδων κατεχολαμινών. Οι τρικυκλικές ενώσεις που είναι χρήσιμες ως αντικαταθλιπτικοί παράγοντες (ΑΝΤΙΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ, ΤΡΙΚΥΚΛΙΚΟΙ) φαίνεται επίσης να δρουν μέσω των συστημάτων κατεχολαμινών του εγκεφάλου. Μια τρίτη ομάδα (ΑΝΤΙΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ, ΔΕΥΤΕΡΗς ΓΕΝΙΑΣ) είναι μια ποικιλόμορφη ομάδα φαρμάκων, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων που δρουν ειδικά στα σεροτονινεργικά συστήματα.
Αντιψυχωσικά
Παράγοντες που ελέγχουν την διηγερμένη ψυχωσική συμπεριφορά, ανακουφίζουν από οξείες ψυχωσικές καταστάσεις, μειώνουν τα ψυχωσικά συμπτώματα και ασκούν ηρεμιστική επίδραση. Χρησιμοποιούνται στη ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ, άνοια ηλικιωμένων, παροδική ψύχωση μετά από χειρουργική επέμβαση ή ΚΑΡΔΙΑΚΟ ΕΜΦΡΑΓΜΑ, κ.λπ. Αυτά τα φάρμακα αναφέρονται συχνά ως νευροληπτικά, υποδηλώνοντας την τάση να προκαλούν νευρολογικές παρενέργειες, αλλά δεν είναι όλα τα αντιψυχωσικά πιθανό να προκαλέσουν τέτοιες επιδράσεις. Πολλά από αυτά τα φάρμακα μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματικά κατά της ναυτίας, του εμέτου και του κνησμού.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Φαρμακολογική Κατηγοριοποίηση FDA
BGL0JSY5SI
QUETIAPINE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Άτυπο Αντιψυχωσικό
Η κετεαπίνη είναι ένα Άτυπο Αντιψυχωσικό.
QUETIAPINE
Άτυπο Αντιψυχωσικό [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Κατηγοριοποίηση MeSH
Φάρμακα που ενισχύουν τη διάθεση
Φάρμακα που ενισχύουν τη διάθεση που χρησιμοποιούνται κυρίως στη θεραπεία των διαταραχών διάθεσης και των σχετικών καταστάσεων. Πολλοί ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΜΟΝΟΑΜΙΝΙΚΗΣ ΟΞΕΙΔΑΣΗΣ είναι χρήσιμοι ως αντικαταθλιπτικά, προφανώς ως μακροπρόθεσμη συνέπεια της ρύθμισης των επιπέδων κατεχολαμινών. Οι τρικυκλικές ενώσεις που είναι χρήσιμες ως αντικαταθλιπτικοί παράγοντες (ΑΝΤΙΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ, ΤΡΙΚΥΚΛΙΚΟΙ) φαίνεται επίσης να δρουν μέσω των συστημάτων κατεχολαμινών του εγκεφάλου. Μια τρίτη ομάδα (ΑΝΤΙΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ, ΔΕΥΤΕΡΗς ΓΕΝΙΑΣ) είναι μια ποικιλόμορφη ομάδα φαρμάκων, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων που δρουν ειδικά στα σεροτονινεργικά συστήματα.
Αντιψυχωσικά
Παράγοντες που ελέγχουν την διηγερμένη ψυχωσική συμπεριφορά, ανακουφίζουν από οξείες ψυχωσικές καταστάσεις, μειώνουν τα ψυχωσικά συμπτώματα και ασκούν ηρεμιστική επίδραση. Χρησιμοποιούνται στη ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ, άνοια ηλικιωμένων, παροδική ψύχωση μετά από χειρουργική επέμβαση ή ΚΑΡΔΙΑΚΟ ΕΜΦΡΑΓΜΑ, κ.λπ. Αυτά τα φάρμακα αναφέρονται συχνά ως νευροληπτικά, υποδηλώνοντας την τάση να προκαλούν νευρολογικές παρενέργειες, αλλά δεν είναι όλα τα αντιψυχωσικά πιθανό να προκαλέσουν τέτοιες επιδράσεις. Πολλά από αυτά τα φάρμακα μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματικά κατά της ναυτίας, του εμέτου και του κνησμού.