RISPERIDONE
Ρισπεριδόνη
Oνομάζονται και μείζονα ηρεμιστικά και περιλαμβάνουν τα κλασικά αντιψυχωσικά ή νευροληπτικά και τα άτυπα αντιψυχωσικά. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν κυρίως τα παράγωγα της φαινοθειαζίνης (αλειφατικά, πιπεριδινικά, πιπεραζινικά), της βουτυροφαινόνης και του θειοξανθενίου. Στη …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-XEPLION
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδομυϊκή
- Χορήγηση: Μηνιαία, εκτός από τις δύο πρώτες δόσεις
- Δόση έναρξης: 150 mg
- Τιτλοποίηση: Εναρκτήρια δόση: 150 mg την 1η ημέρα, 100 mg την 8η ημέρα (στο δελτοειδή μυ). Η τρίτη δόση ένα μήνα μετά τη δεύτερη. Συνιστώμενη μηνιαία δόση συντήρησης 75 mg. Το εύρος των δόσεων συντήρησης είναι 25-150 mg. Οι πλήρεις επιδράσεις των δόσεων συντήρησης μπορεί να μην είναι εμφανείς για αρκετούς μήνες. Για παραλειφθείσες δόσεις υπάρχουν ειδικά σχήματα επανέναρξης ανάλογα με το χρόνο που έχει παρέλθει.
-
Ενήλικες (Γενικά)Δόση75 mgΜέγ. δόση150 mgΣυνιστώμενη μηνιαία δόση συντήρησης. Δόσεις 25-150 mg βάσει ανεκτικότητας/αποτελεσματικότητας. Υπέρβαροι ή παχύσαρκοι ασθενείς μπορεί να χρειάζονται δόσεις στο άνω όριο του εύρους.
-
Αλλαγή από παλιπεριδόνη παρατεταμένης αποδέσμευσης από στόματοςΠροηγούμενη δόση 3 mg/ημέρα → 25-50 mg μηνιαίως. Προηγούμενη δόση 6 mg/ημέρα → 75 mg μηνιαίως. Προηγούμενη δόση 9 mg/ημέρα → 100 mg μηνιαίως. Προηγούμενη δόση 12 mg/ημέρα → 150 mg μηνιαίως. Μπορεί να χρειαστεί χορήγηση στο δελτοειδή για τους πρώτους 6 μήνες για ασθενείς που μεταβαίνουν από υψηλότερες από στόματος δόσεις (πχ. 9-12 mg/ημερησίως) σε γλουτιαίες ενέσεις.
-
Αλλαγή από ενέσιμη ρισπεριδόνη με δράση μακράς διάρκειαςΈναρξη Xeplion στην επόμενη προγραμματισμένη ένεση ρισπεριδόνης. Το εναρκτήριο δοσολογικό σχήμα (1η & 8η ημέρα) δεν είναι απαραίτητο. Προηγούμενη δόση 25 mg/2 εβδομάδες → 50 mg μηνιαίως. Προηγούμενη δόση 37,5 mg/2 εβδομάδες → 75 mg μηνιαίως. Προηγούμενη δόση 50 mg/2 εβδομάδες → 100 mg μηνιαίως.
-
ΗλικιωμένοιΗ αποτελεσματικότητα και ασφάλεια δεν έχει τεκμηριωθεί (>65 ετών). Δοσολογία ίδια με νεότερους ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Μπορεί να χρειαστεί προσαρμογή δόσης λόγω μειωμένης νεφρικής λειτουργίας (βλ. Νεφρική δυσλειτουργία).
-
Ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία (CrCl ≥ 50 έως < 80 ml/min)Δόση50 mgΜέγ. δόση100 mgΕναρκτήρια δόση: 100 mg την 1η ημέρα, 75 mg την 8η ημέρα. Μηνιαία δόση συντήρησης: 50 mg (εύρος 25-100 mg).
-
Ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (CrCl < 50 ml/min)Δεν συνιστάται.
-
Ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή δόσης.
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΣυνιστάται προσοχή.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (< 18 ετών)Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block
SPC-XEPLION
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, στη ρισπεριδόνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα
warning
SPC-XEPLION
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Χρήση σε οξεία διέγερση ή σοβαρή ψύχωσηΠληθυσμόςΑσθενείς σε κατάσταση οξείας διέγερσης ή σοβαρής ψύχωσηςΤο Xeplion δεν πρέπει να χρησιμοποιείται στη διαχείριση καταστάσεων οξείας διέγερσης ή σοβαρής ψύχωσης όταν επιβάλλεται ο άμεσος έλεγχος των συμπτωμάτων.
-
Διάστημα QTΠληθυσμόςΑσθενείς με γνωστή καρδιαγγειακή νόσο ή με οικογενειακό ιστορικό παράτασης του QT, καθώς και κατά τη συγχορήγηση με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που θεωρείται ότι παρατείνουν το διάστημα QTΑπαιτείται προσοχή.
-
Κακόηθες Νευροληπτικό Σύνδρομο (ΚΝΣ)ΠληθυσμόςΑσθενείς που εκδηλώνουν σημεία ή συμπτώματα που υποδηλώνουν την παρουσία ΚΝΣΗ παλιπεριδόνη πρέπει να διακόπτεται.
-
Βραδυκινησία / Εξωπυραμιδικά συμπτώματαΠληθυσμόςΑσθενείς που εμφανίζουν σημεία και συμπτώματα βραδυκινησίαςΠρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο διακοπής όλων των αντιψυχωσικών, συμπεριλαμβανομένης και της παλιπεριδόνης.
-
Συγχορήγηση ψυχοδιεγερτικών (πχ μεθυλφαινιδάτη) και εξωπυραμιδικά συμπτώματαΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα ψυχοδιεγερτικά (πχ μεθυλφαινιδάτη) και παλιπεριδόνηΑπαιτείται προσοχή, συνιστάται σταδική διακοπή της θεραπείας με διεγερτικά (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Λευκοπενία, ουδετεροπενία και ακοκκιοκυτταραιμίαΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό κλινικά σημαντικού χαμηλού αριθμού λευκοκυττάρων (WBC) ή φαρμακογενούς λευκοπενίας/ουδετεροπενίαςΗ διακοπή του Xeplion πρέπει να εξετάζεται με το πρώτο σημείο κλινικά σημαντικής μείωσης του αριθμού των λευκοκυττάρων, απουσία άλλων αιτιολογικών παραγόντων.
-
Λευκοπενία, ουδετεροπενία και ακοκκιοκυτταραιμίαΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή ουδετεροπενία (απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων < 1 x 10^9/l)Πρέπει να διακόπτουν το Xeplion και να υποβάλλονται σε παρακολούθηση του αριθμού των λευκοκυττάρων τους μέχρι την ανάρρωση.
-
Αντιδράσεις ΥπερευαισθησίαςΠληθυσμόςΑσθενείς που εμφανίζουν αντιδράσεις υπερευαισθησίας (αναφυλακτικές αντιδράσεις)Διακόψτε τη χρήση του Xeplion, ξεκινήστε γενικά υποστηρικτικά μέτρα όπως ενδείκνυται κλινικά και παρακολουθήστε τον ασθενή μέχρι τα σημεία και τα συμπτώματα να υποχωρήσουν (βλ. Αντενδείξεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Υπεργλυκαιμία και σακχαρώδης διαβήτηςΠληθυσμόςΓενικός πληθυσμόςΣυνιστάται κατάλληλη κλινική παρακολούθηση, σύμφωνα με τις χρησιμοποιούμενες αντιψυχωσικές κατευθυντήριες οδηγίες.
-
Αύξηση σωματικού βάρουςΠληθυσμόςΓενικός πληθυσμόςΠρέπει να γίνεται τακτική παρακολούθηση του σωματικού βάρους.
-
Εξαρτώμενοι από την προλακτίνη όγκοιΠληθυσμόςΑσθενείς με σχετικό ιατρικό ιστορικό ή προϋπάρχοντα όγκο πιθανώς εξαρτώμενο από την προλακτίνηΣυνιστάται προσοχή. Η παλιπεριδόνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Ορθοστατική υπότασηΠληθυσμόςΑσθενείς με γνωστή καρδιαγγειακή νόσο (π.χ. καρδιακή ανεπάρκεια, έμφραγμα ή ισχαιμία μυοκαρδίου, διαταραχές της αγωγιμότητας), αγγειακή εγκεφαλική νόσο ή καταστάσεις που προδιαθέτουν τον ασθενή για υπόταση (π.χ. αφυδάτωση και υποογκαιμία)Το Xeplion πρέπει να χορηγείται με προσοχή.
-
Επιληπτικοί σπασμοίΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό επιληπτικών σπασμών ή άλλων καταστάσεων που ελαττώνουν δυνητικά τον ουδό των σπασμώνΤο Xeplion πρέπει να χορηγείται με προσοχή.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργίαΣυνιστάται προσαρμογή της δόσης.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 50 ml/min)Το Xeplion δεν συνιστάται (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία C κατά Child-Pugh)Συνιστάται προσοχή εάν πρόκειται να χρησιμοποιηθεί παλιπεριδόνη.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείς με άνοιαΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείς με άνοια οι οποίοι έχουν παράγοντες κινδύνου για αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιοΤο Xeplion πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Νόσος Parkinson και Άνοια με Σωμάτια Lewy (DLB)ΠληθυσμόςΑσθενείς με Νόσο του Parkinson ή Άνοια με Σωμάτια Lewy (DLB)Οι γιατροί πρέπει να αξιολογούν τους κινδύνους έναντι των οφελών όταν χορηγούν Xeplion.
-
ΠριαπισμόςΠληθυσμόςΑσθενείςΠρέπει να ενημερώνονται να αναζητούν επείγουσα ιατρική φροντίδα στην περίπτωση που ο πριαπισμός δεν έχει υποχωρήσει εντός 4 ωρών.
-
Ρύθμιση της θερμοκρασίας του σώματοςΠληθυσμόςΑσθενείς που θα αντιμετωπίσουν καταστάσεις, οι οποίες μπορεί να συμβάλλουν σε αύξηση της θερμοκρασίας του σώματος (π.χ., πολύ έντονη σωματική άσκηση, έκθεση σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες, συγχορήγηση φαρμακευτικών προϊόντων με αντιχολινεργική δράση ή αφυδάτωση)Συνιστάται η κατάλληλη προσοχή.
-
Φλεβική Θρομβοεμβολή (ΦΘΕ)ΠληθυσμόςΑσθενείς που ακολουθούν θεραπεία με αντιψυχωσικάΌλοι οι πιθανοί παράγοντες κινδύνου για ΦΘΕ πρέπει να προσδιορίζονται πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Xeplion και να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα.
-
Χορήγηση (ακούσια ένεση σε αιμοφόρο αγγείο)Πρέπει να δίδεται προσοχή ώστε να αποφεύγεται η ακούσια ένεση του Xeplion σε αιμοφόρο αγγείο.
-
Διεγχειρητικό Σύνδρομο Χαλαρής Ίριδας (IFIS)ΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβάλλονται σε χειρουργικές επεμβάσεις καταρράκτη και λαμβάνουν/έχουν λάβει φαρμακευτικά προϊόντα με ανταγωνιστική δράση στους άλφα 1α-αδρενεργικούς υποδοχείςΠριν από την επέμβαση θα πρέπει να αναφέρεται στο χειρουργό οφθαλμίατρο εάν χρησιμοποιούνται επί του παρόντος ή έχουν χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν τέτοια φαρμακευτικά προϊόντα.
-
Αντιεμετική δράση
swap_horiz
SPC-XEPLION
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που παρατείνουν το διάστημα QT (π.χ. κινιδίνη, δισοπυραμίδη, αμιοδαρόνη, σοταλόλη, αντιϊσταμινικά, άλλα αντιψυχωσικά, μεφλοκίνη)προσοχήΠαράταση διαστήματος QTΣύστασηΣυνιστάται προσοχή.
-
Κεντρικώς δρώντα φαρμακευτικά προϊόντα (π.χ. αγχολυτικά, αντιψυχωσικά, υπνωτικά, οπιοειδή)προσοχήΑθροιστικές επιδράσεις στο ΚΝΣΣύστασηΧρήση με προσοχή.
-
ΑλκοόλπροσοχήΑθροιστικές επιδράσεις στο ΚΝΣΣύστασηΧρήση με προσοχή.
-
Λεβοντόπα, άλλοι αγωνιστές της ντοπαμίνηςπροσοχήΑνταγωνισμός δράσηςΣύστασηΕάν απαραίτητο, χορήγηση της ελάχιστης αποτελεσματικής δόσης κάθε θεραπείας.
-
Θεραπευτικοί παράγοντες που προκαλούν ορθοστατική υπόταση (π.χ. άλλα αντιψυχωσικά, τρικυκλικά)προσοχήΑθροιστική ορθοστατική υπότασηΣύστασηΣυνιστάται προσοχή.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που ελαττώνουν τον ουδό των σπασμών (π.χ. φαινοθειαζίνες, βουτυροφαινόνες, τρικυκλικά, SSRI, τραμαδόλη, μεφλοκίνη)προσοχήΕλάττωση του ουδού των σπασμώνΣύστασηΣυνιστάται προσοχή.
-
Divalproex sodium (με από στόματος παλιπεριδόνη παρατεταμένης αποδέσμευσης)αμελητέαΔεν επηρέασε την φαρμακοκινητική του βαλπροϊκού οξέος
-
αμελητέαΔεν αναμένεται φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση
-
Παροξετίνη (ισχυρός αναστολέας CYP2D6)αμελητέαΚαμία κλινικά σημαντική επίδραση στις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της παλιπεριδόνης
-
προσοχήΜείωση Cmax και AUC της παλιπεριδόνης κατά περίπου 37% (λόγω επαγωγής νεφρικής P-gp).ΣύστασηΚατά την έναρξη καρβαμαζεπίνης, η δόση του Xeplion πρέπει να επαναξιολογείται και να αυξάνεται. Κατά τη διακοπή καρβαμαζεπίνης, η δόση του Xeplion πρέπει να επαναξιολογείται και να μειώνεται.
-
Divalproex sodium (με εφάπαξ δόση από στόματος παλιπεριδόνης παρατεταμένης αποδέσμευσης)προσοχήΑύξηση Cmax και AUC της παλιπεριδόνης κατά περίπου 50% (πιθανόν λόγω αυξημένης απορρόφησης από στόματος). Δεν αναμένεται κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση με ενδομυϊκή ένεση Xeplion (δεν έχει μελετηθεί).
-
Ρισπεριδόνη ή από στόματος παλιπεριδόνηπροσοχήΗ παλιπεριδόνη είναι ο κύριος δραστικός μεταβολίτης της ρισπεριδόνης. Περιορισμένα δεδομένα ασφάλειας για ταυτόχρονη χρήση.ΣύστασηΠρέπει να δίνεται προσοχή κατά τη συγχορήγηση.
-
Ψυχοδιεγερτικά (π.χ., μεθυλφαινιδάτη)προσοχήΕξωπυραμιδικά συμπτώματα κατά την αλλαγή θεραπειών.
sick
SPC-XEPLION
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Σύνοψη του προφίλ ασφαλείας Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν πιο συχνά στις κλινικές δοκιμές ήταν **αϋπνία, κεφαλαλγία, άγχος, λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος, αντίδραση της θέσης ένεσης, παρκινσονισμός, αυξημένο σωματικό βάρος,…
pregnant_woman
SPC-XEPLION
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΔεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία. Το Xeplion δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης, εκτός αν είναι σαφώς απαραίτητο.Η ενδομυϊκώς ενιόμενη παλμιτική παλιπεριδόνη και η από στόματος χορηγούμενη παλιπεριδόνη δεν ήταν τερατογόνες σε μελέτες σε ζώα, παρατηρήθηκαν, όμως, άλλες μορφές τοξικότητας της αναπαραγωγικής ικανότητας (βλέπε Προκλινικά δεδομένα). Νεογνά που εκτίθενται σε παλιπεριδόνη κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης διατρέχουν κίνδυνο για ανεπιθύμητες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένων εξωπυραμιδικών και/ή συμπτωμάτων απόσυρσης, τα οποία μπορεί να ποικίλλουν σε σοβαρότητα και διάρκεια μετά τον τοκετό. Έχουν υπάρξει αναφορές για διέγερση, υπερτονία, υποτονία, τρόμο, υπνηλία, αναπνευστική δυσχέρεια ή διαταραχή πρόσληψης τροφής. Συνεπώς, τα νεογέννητα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
-
ΓαλουχίαΤο Xeplion δεν πρέπει να χορηγείται κατά την περίοδο του θηλασμού.Η παλιπεριδόνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα σε τέτοιο βαθμό ώστε είναι πολύ πιθανό να υπάρξουν επιδράσεις στο θηλάζον βρέφος, εάν χορηγούνται θεραπευτικές δόσεις σε θηλάζουσες γυναίκες.
-
ΓονιμότηταΔεν παρατηρήθηκαν σχετικές επιδράσεις σε μη κλινικές μελέτες.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-XEPLION
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Ψυχοληπτικά, άλλα αντιψυχωσικά, κωδικός ATC: N05AX13 Το Xeplion περιέχει ένα ρακεμικό μείγμα (+) και (-) παλιπεριδόνης. ### Μηχανισμός δράσης Η παλιπεριδόνη είναι ένας εκλεκτικός παράγοντας που αποκλείει τις μονοαμινεργικές…
biotech
SPC-XEPLION
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση και κατανομή Η παλμιτική παλιπεριδόνη είναι το προφάρμακο παλμιτικού εστέρα της παλιπεριδόνης. Λόγω της εξαιρετικά χαμηλής υδατοδιαλυτότητάς της, η παλμιτική παλιπεριδόνη διαλύεται αργά μετά από ενδομυϊκή ένεση πριν υδρολυθεί σε παλιπεριδόνη…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Λευκοκύτταρα (WBC) | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | Κατά τη διάρκεια των πρώτων μηνών της θεραπείας | Ιστορικό χαμηλού WBC ή φαρμακογενούς λευκοπενίας/ουδετεροπενίας |
| Μέχρι την ανάρρωση | Σοβαρή ουδετεροπενία (ANC < 1 x 10^9/l) | ||
| Γλυκαιμικός έλεγχος | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | Τακτικά | Σακχαρώδης διαβήτης |
| Συμπτώματα υπεργλυκαιμίας | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | — | Λήψη Xeplion |
| Κλινική παρακολούθηση (λοίμωξη) | coronavirusΛοιμώξεις & ιολογικός έλεγχος | Προσεκτικά | Κλινικά σημαντική ουδετεροπενία |
| Πυρετός | coronavirusΛοιμώξεις & ιολογικός έλεγχος | Προσεκτικά | Κλινικά σημαντική ουδετεροπενία |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Σωματικό βάρος | monitor_weightΣωματομετρικά (βάρος/ΔΜΣ) | Τακτικά | — |
| Κλινική παρακολούθηση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | — | — |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-XEPLION
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Η συνιστώμενη εναρκτήρια δόση του Xeplion είναι 150 mg την πρώτη ημέρα θεραπείας και 100 mg μία εβδομάδα αργότερα (8η ημέρα), χορηγούμενες και οι 2 δόσεις στο δελτοειδή μυ ώστε να επιτευχθούν ταχέως οι θεραπευτικές συγκεντρώσεις (βλ. Φαρμακοκινητικές). Η τρίτη δόση θα πρέπει να χορηγείται ένα μήνα μετά τη δεύτερη εναρκτήρια δόση. Η συνιστώμενη μηνιαία δόση συντήρησης είναι 75 mg. Ορισμένοι ασθενείς μπορεί να ωφεληθούν από χαμηλότερες ή υψηλότερες δόσεις εντός του συνιστώμενου εύρους των 25 έως 150 mg, με βάση την ανεκτικότητα και/ή την αποτελεσματικότητα που παρατηρείται σε κάθε ασθενή ξεχωριστά. Οι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι ασθενείς μπορεί να χρειάζονται δόσεις στο άνω όριο του δοσολογικού εύρους (βλ. Φαρμακοκινητικές). Μετά από τη δεύτερη εναρκτήρια δόση, οι μηνιαίες δόσεις συντήρησης μπορεί να χορηγηθούν είτε στο δελτοειδή είτε στο γλουτιαίο μυ. Προσαρμογή της δόσης συντήρησης μπορεί να πραγματοποιηθεί μηνιαίως. Κατά τις προσαρμογές της δόσης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα χαρακτηριστικά παρατεταμένης αποδέσμευσης του Xeplion (βλ. Φαρμακοκινητικές), καθώς οι πλήρεις επιδράσεις των δόσεων συντήρησης μπορεί να μην είναι εμφανείς για αρκετούς μήνες.
Αλλαγή από παλιπεριδόνη παρατεταμένης αποδέσμευσης ή ρισπεριδόνη από στόματος σε Xeplion
Η έναρξη της θεραπείας με Xeplion πρέπει να πραγματοποιείται όπως περιγράφεται στην αρχή της παραγράφου (βλ. Δοσολογία) παραπάνω. Κατά τη μηνιαία θεραπεία συντήρησης με Xeplion, οι ασθενείς που είχαν προηγουμένως σταθεροποιηθεί σε διάφορες δόσεις δισκίων παλιπεριδόνης παρατεταμένης αποδέσμευσης μπορούν να επιτύχουν παρόμοια έκθεση στην παλιπεριδόνη σε σταθερή κατάσταση με ένεση. Οι δόσεις συντήρησης του Xeplion που απαιτούνται για την επίτευξη παρόμοιας έκθεσης σε σταθερή κατάσταση απεικονίζονται ακολούθως:
Δόσεις δισκίων παρατεταμένης αποδέσμευσης παλιπεριδόνης και Xeplion που απαιτείται για την επίτευξη παρόμοιας έκθεσης στην παλιπεριδόνη σε σταθερή κατάσταση κατά τη διάρκεια της θεραπείας συντήρησης
| Προηγούμενη δόση δισκίων παρατεταμένης αποδέσμευσης παλιπεριδόνης | Ένεση Xeplion |
|---|---|
| 3 mg ημερησίως | 25-50 mg μηνιαίως |
| 6 mg ημερησίως | 75 mg μηνιαίως |
| 9 mg ημερησίως | 100 mg μηνιαίως |
| 12 mg ημερησίως | 150 mg μηνιαίως |
Η προηγούμενη χορήγηση παλιπεριδόνης ή ρισπεριδόνης από στόματος μπορεί να διακοπεί κατά την έναρξη της θεραπείας με Xeplion. Μερικοί ασθενείς μπορεί να ωφεληθούν από τη σταδιακή απόσυρση. Ορισμένοι ασθενείς, οι οποίοι μεταβαίνουν από υψηλότερες από στόματος δόσεις παλιπεριδόνης (πχ. 9-12 mg ημερησίως) σε γλουτιαίες ενέσεις με Xeplion μπορεί να έχουν χαμηλότερη έκθεση πλάσματος κατά τη διάρκεια των πρώτων 6 μηνών μετά την αλλαγή. Συνεπώς, εναλλακτικά, θα μπορούσε να εξεταστεί το ενδεχόμενο χορήγησης των ενέσεων στον δελτοειδή για τους πρώτους 6 μήνες.
Αλλαγή από ενέσιμη ρισπεριδόνη με δράση μακράς διάρκειας σε Xeplion
Όταν αλλάζετε τη θεραπεία των ασθενών από ενέσιμη ρισπεριδόνη με δράση μακράς διάρκειας, αρχίστε τη θεραπεία με Xeplion στη θέση της επόμενης προγραμματισμένης ένεσης. Η χορήγηση του Xeplion πρέπει τότε να συνεχιστεί σε μηνιαία διαστήματα. Το εναρκτήριο δοσολογικό σχήμα μίας εβδομάδας που περιλαμβάνει τις ενδομυϊκές ενέσεις (1η και 8η ημέρα αντίστοιχα), όπως περιγράφεται στην παράγραφο (βλ. Δοσολογία) παραπάνω, δεν είναι αναγκαίο. Οι ασθενείς που είχαν προηγουμένως σταθεροποιηθεί σε διαφορετικές δόσεις ενέσιμης ρισπεριδόνης με δράση μακράς διάρκειας μπορούν να επιτύχουν παρόμοια έκθεση στην παλιπεριδόνη σε σταθερή κατάσταση κατά τη διάρκεια της θεραπείας συντήρησης με μηνιαίες δόσεις Xeplion σύμφωνα με τα εξής:
Δόσεις ενέσιμης ρισπεριδόνης με δράση μακράς διάρκειας και Xeplion που απαιτείται για την επίτευξη παρόμοιας έκθεσης στην παλιπεριδόνη σε σταθερή κατάσταση
| Προηγούμενη δόση ενέσιμης ρισπεριδόνης με δράση μακράς διάρκειας | Ένεση Xeplion |
|---|---|
| 25 mg κάθε 2 εβδομάδες | 50 mg μηνιαίως |
| 37,5 mg κάθε 2 εβδομάδες | 75 mg μηνιαίως |
| 50 mg κάθε 2 εβδομάδες | 100 mg μηνιαίως |
Η διακοπή των αντιψυχωσικών φαρμακευτικών προϊόντων πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τις κατάλληλες συνταγογραφικές πληροφορίες. Εάν διακοπεί η χορήγηση του Xeplion, πρέπει να ληφθούν υπόψη τα χαρακτηριστικά παρατεταμένης αποδέσμευσης που έχει. Πρέπει να επαναξιολογείται περιοδικά η ανάγκη για συνέχιση του χορηγούμενου φαρμάκου για τα εξωπυραμιδικά συμπτώματα (ΕΠΣ).
Παραλειφθείσες δόσεις
Αποφυγή της παράλειψης δόσεων Συνιστάται η χορήγηση της δεύτερης εναρκτήριας δόσης του Xeplion να γίνεται μία εβδομάδα μετά την πρώτη δόση. Προκειμένου να αποφευχθεί η παράλειψη δόσης, οι ασθενείς μπορούν να λάβουν τη δεύτερη δόση 4 ημέρες πριν ή μετά από το χρονικό σημείο της μίας εβδομάδας (ημέρα 8). Ομοίως, συνιστάται μηνιαία χορήγηση της τρίτης και των επακόλουθων ενέσεων μετά από το εναρκτήριο δοσολογικό σχήμα. Προκειμένου να αποφευχθεί η παράλειψη μίας μηνιαίας δόσης, οι ασθενείς μπορούν να λάβουν την ένεση έως και 7 ημέρες πριν ή μετά από το μηνιαίο χρονικό σημείο. Εάν παραλειφθεί η ημερομηνία-στόχος για τη δεύτερη ένεση του Xeplion (ημέρα 8 ± 4 ημέρες), η συνιστώμενη επανέναρξη εξαρτάται από το χρόνο που έχει παρέλθει από την πρώτη ένεση του ασθενούς.
Παράλειψη δεύτερης εναρκτήριας δόσης (< 4 εβδομάδες από την πρώτη ένεση) Εάν έχουν παρέλθει λιγότερο από 4 εβδομάδες από την πρώτη ένεση, τότε στον ασθενή πρέπει να χορηγηθεί η δεύτερη δόση των 100 mg στο δελτοειδή μυ το συντομότερο δυνατό. Μία τρίτη ένεση Xeplion 75 mg πρέπει να χορηγηθεί είτε στο δελτοειδή είτε στο γλουτιαίο μυ 5 εβδομάδες μετά από την πρώτη ένεση (ανεξαρτήτως του χρόνου χορήγησης της δεύτερης ένεσης). Στη συνέχεια, πρέπει να ακολουθείται ο συνήθης μηνιαίος κύκλος ενέσεων είτε στο δελτοειδή είτε στο γλουτιαίο μυ των 25 mg έως 150 mg, με βάση την ανεκτικότητα και/ή την αποτελεσματικότητα σε κάθε ασθενή ξεχωριστά.
Παράλειψη δεύτερης εναρκτήριας δόσης (4-7 εβδομάδες από την πρώτη ένεση) Εάν έχουν παρέλθει 4 έως 7 εβδομάδες από την πρώτη ένεση του Xeplion, συνεχίστε τη δοσολογία με δύο ενέσεις 100 mg ως εξής:
- μία ένεση στο δελτοειδή μυ το συντομότερο δυνατό
- μία ακόμα ένεση στο δελτοειδή μυ μία εβδομάδα αργότερα
- συνέχιση του συνήθους μηνιαίου κύκλου ενέσεων είτε στο δελτοειδή είτε στο γλουτιαίο μυ των 25 mg έως 150 mg, με βάση την ανεκτικότητα και/ή την αποτελεσματικότητα σε κάθε ασθενή ξεχωριστά.
Παράλειψη δεύτερης εναρκτήριας δόσης (> 7 εβδομάδες από την πρώτη ένεση) Εάν έχουν παρέλθει περισσότερες από 7 εβδομάδες από την πρώτη ένεση με Xeplion, αρχίστε τη δοσολογία όπως περιγράφεται για την αρχική συνιστώμενη εναρκτήρια χορήγηση του Xeplion παραπάνω.
Παράλειψη μηνιαίας δόσης συντήρησης (1 μήνας έως 6 εβδομάδες) Μετά την έναρξη, ο συνιστώμενος κύκλος ενέσεων του Xeplion είναι μηνιαίος. Εάν έχουν παρέλθει λιγότερες από 6 εβδομάδες από την τελευταία ένεση, τότε πρέπει να χορηγηθεί η προηγούμενη σταθεροποιημένη δόση το συντομότερο δυνατό, ακολουθούμενη από μηνιαίες ενέσεις.
Παράλειψη μηνιαίας δόσης συντήρησης (> 6 εβδομάδες έως 6 μήνες) Εάν έχουν παρέλθει πάνω από 6 εβδομάδες από την τελευταία ένεση με Xeplion, συνιστώνται τα εξής:
-
Για ασθενείς που έχουν σταθεροποιηθεί με δόσεις των 25 έως 100 mg
- μία ένεση στο δελτοειδή μυ το συντομότερο δυνατό στην ίδια δόση με την οποία είχε σταθεροποιηθεί ο ασθενής στο παρελθόν
- μία ακόμα ένεση στο δελτοειδή μυ (ίδια δόση) μία εβδομάδα αργότερα (8η ημέρα)
- συνέχιση του συνήθους μηνιαίου κύκλου ενέσεων είτε στο δελτοειδή είτε στο γλουτιαίο μυ των 25 mg έως 150 mg, με βάση την ανεκτικότητα και/ή την αποτελεσματικότητα σε κάθε ασθενή ξεχωριστά.
-
Για ασθενείς που έχουν σταθεροποιηθεί με δόσεις των 150 mg
- μία ένεση με δόση 100 mg στο δελτοειδή μυ το συντομότερο δυνατό
- μία ακόμα ένεση με δόση 100 mg στο δελτοειδή μυ μία εβδομάδα αργότερα (ημέρα 8)
- συνέχιση του συνήθους μηνιαίου κύκλου ενέσεων είτε στο δελτοειδή είτε στο γλουτιαίο μυ των 25 mg έως 150 mg, με βάση την ανεκτικότητα και/ή την αποτελεσματικότητα σε κάθε ασθενή ξεχωριστά.
Παράλειψη μηνιαίας δόσης συντήρησης (> 6 μήνες) Εάν έχουν παρέλθει περισσότεροι από 6 μήνες από την τελευταία ένεση του Xeplion, αρχίστε τη δοσολογία όπως περιγράφεται για την αρχική συνιστώμενη εναρκτήρια χορήγηση του Xeplion παραπάνω.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια στους ηλικιωμένους > 65 ετών δεν έχει τεκμηριωθεί. Γενικά, η συνιστώμενη δοσολογία του Xeplion για ηλικιωμένους ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία είναι η ίδια όπως και για τους νεότερους ενήλικες ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Ωστόσο, επειδή οι ηλικιωμένοι ασθενείς μπορεί να εμφανίζουν μειωμένη νεφρική λειτουργία, μπορεί να χρειαστεί να γίνει προσαρμογή της δόσης (βλ. Νεφρική δυσλειτουργία παρακάτω για τη συνιστώμενη δοσολογία για ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία).
Νεφρική δυσλειτουργία Το Xeplion δεν έχει μελετηθεί συστηματικά σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Φαρμακοκινητικές). Για ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης ≥ 50 έως < 80 ml/min), η συνιστώμενη δόση έναρξης με Xeplion είναι 100 mg την πρώτη ημέρα θεραπείας και 75 mg μία εβδομάδα αργότερα, χορηγούμενες και οι δύο στο δελτοειδή μυ. Η συνιστώμενη μηνιαία δόση συντήρησης είναι 50 mg, η οποία μπορεί να κυμανθεί από 25 έως 100 mg με βάση την ανεκτικότητα και/ή την αποτελεσματικότητα στον ασθενή. Το Xeplion δεν συνιστάται σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 50 ml/min) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ηπατική δυσλειτουργία Με βάση την εμπειρία με τη χορηγούμενη από στόματος παλιπεριδόνη, δεν απαιτείται προσαρμογή δόσης σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Καθώς η παλιπεριδόνη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, συνιστάται προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Xeplion σε παιδιά και εφήβους ηλικίας < 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Τρόπος χορήγησης
Το Xeplion προορίζεται για ενδομυϊκή χρήση μόνο. Δεν πρέπει να χορηγείται μέσω οποιασδήποτε άλλης οδού. Πρέπει να ενίεται αργά, βαθιά μέσα στον δελτοειδή ή το γλουτιαίο μυ. Κάθε ένεση πρέπει να χορηγείται από επαγγελματία του τομέα υγειονομικής περίθαλψης. Η χορήγηση πρέπει να γίνεται με μία εφάπαξ ένεση. Η δόση δεν πρέπει να χορηγείται σε τμηματικές ενέσεις. Κάθε μία από τις εναρκτήριες δόσεις της ημέρας 1 και της ημέρας 8 πρέπει να χορηγείται στο δελτοειδή μυ για να επιτευχθούν ταχέως θεραπευτικές συγκεντρώσεις (βλ. Φαρμακοκινητικές). Μετά από τη δεύτερη εναρκτήρια δόση, οι μηνιαίες δόσεις συντήρησης μπορεί να χορηγηθούν είτε στο δελτοειδή είτε στο γλουτιαίο μυ. Πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο αλλαγής από το γλουτιαίο στο δελτοειδή μυ (και αντιστρόφως) στην περίπτωση πόνου στο σημείο ένεσης, εάν η δυσφορία στο σημείο της ένεσης δεν είναι καλά ανεκτή (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Συνιστάται επίσης να γίνεται εναλλαγή μεταξύ της αριστερής και της δεξιάς πλευράς.
Χορήγηση στο δελτοειδή μυ Το συνιστώμενο μέγεθος της βελόνας για την αρχική χορήγηση και τη χορήγηση συντήρησης του Xeplion στο δελτοειδή μυ καθορίζεται από το βάρος του ασθενούς. Για τους ασθενείς ≥ 90 kg, συνιστάται βελόνα μεγέθους 1½ ίντσας, 22 gauge (38,1 mm x 0,72 mm). Για τους ασθενείς < 90 kg, συνιστάται βελόνα μεγέθους 1 ίντσας, 23 gauge (25,4 mm x 0,64 mm). Οι ενέσεις στο δελτοειδή πρέπει να εναλλάσσονται μεταξύ των δύο δελτοειδών μυών.
Χορήγηση στο γλουτιαίο μυ Το συνιστώμενο μέγεθος βελόνας για τη χορήγηση συντήρησης του Xeplion στο γλουτιαίο μυ είναι 1½ ίντσα, 22 gauge (38,1 mm x 0,72 mm). Η χορήγηση πρέπει να γίνεται στο άνω-έξω τεταρτημόριο της γλουτιαίας περιοχής. Οι ενέσεις στο γλουτό πρέπει να εναλλάσσονται μεταξύ των δύο γλουτιαίων μυών.
block
Αντενδείξεις
SPC-XEPLION
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, στη ρισπεριδόνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-XEPLION
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ειδικές προειδοποιήσεις
Χρήση σε ασθενείς σε κατάσταση οξείας διέγερσης ή σοβαρής ψύχωσης
Το Xeplion δεν πρέπει να χρησιμοποιείται στη διαχείριση καταστάσεων οξείας διέγερσης ή σοβαρής ψύχωσης όταν επιβάλλεται ο άμεσος έλεγχος των συμπτωμάτων.
Διάστημα QT
Απαιτείται προσοχή όταν η παλιπεριδόνη συνταγογραφείται σε ασθενείς με γνωστή καρδιαγγειακή νόσο ή με οικογενειακό ιστορικό παράτασης του QT, καθώς και κατά τη συγχορήγησή της με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που θεωρείται ότι παρατείνουν το διάστημα QT.
Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο
Κακόηθες Νευροληπτικό Σύνδρομο (ΚΝΣ), το οποίο χαρακτηρίζεται από υπερθερμία, μυϊκή ακαμψία, αστάθεια του αυτόνομου νευρικού συστήματος, μεταβληθείσα συνείδηση και αυξημένα επίπεδα της κρεατινοφωσφοκινάσης στον ορό, έχει αναφερθεί ότι παρατηρείται με την παλιπεριδόνη. Επιπρόσθετα κλινικά σημεία μπορεί να περιλαμβάνουν μυοσφαιρινουρία (ραβδομυόλυση) και οξεία νεφρική ανεπάρκεια. Εάν ένας ασθενής εκδηλώσει σημεία ή συμπτώματα που υποδηλώνουν την παρουσία ΚΝΣ, η παλιπεριδόνη πρέπει να διακόπτεται.
Bραδυκινησία/εξωπυραμιδικά συμπτώματα
Τα φαρμακευτικά προϊόντα που διαθέτουν ιδιότητες ανταγωνισμού των υποδοχέων της ντοπαμίνης έχουν σχετιστεί με την επαγωγή βραδυκινησίας, η οποία χαρακτηρίζεται από ρυθμικές, ακούσιες κινήσεις, κυρίως της γλώσσας και/ή του προσώπου. Εάν εμφανιστούν σημεία και συμπτώματα βραδυκινησίας, πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο διακοπής όλων των αντιψυχωσικών, συμπεριλαμβανομένης και της παλιπεριδόνης. Απαιτείται προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα ψυχοδιεγερτικά (πχ μεθυλφαινιδάτη) και παλιπεριδόνη, καθώς εξωπυραμιδικά συμπτώματα μπορεί να προκύψουν κατά την προσαρμογή του ενός ή και των δύο φαρμάκων. Συνιστάται σταδική διακοπή της θεραπείας με διεγερτικά (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Λευκοπενία, ουδετεροπενία και ακοκκιοκυτταραιμία
Περιστατικά λευκοπενίας, ουδετεροπενίας και ακοκκιοκυτταραιμίας έχουν αναφερθεί με το Xeplion. Η ακοκκιοκυτταραιμία έχει αναφερθεί πολύ σπάνια (< 1/10.000 ασθενείς) κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου.
- Οι ασθενείς με ιστορικό κλινικά σημαντικού χαμηλού αριθμού λευκοκυττάρων (WBC) ή φαρμακογενούς λευκοπενίας/ουδετεροπενίας πρέπει να παρακολουθούνται κατά τη διάρκεια των πρώτων μηνών της θεραπείας και η διακοπή του Xeplion πρέπει να εξετάζεται με το πρώτο σημείο κλινικά σημαντικής μείωσης του αριθμού των λευκοκυττάρων, απουσία άλλων αιτιολογικών παραγόντων.
- Οι ασθενείς με κλινικά σημαντική ουδετεροπενία πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για πυρετό ή άλλα συμπτώματα ή σημεία λοίμωξης και να λάβουν άμεσα θεραπεία εάν εμφανιστούν τέτοια συμπτώματα ή σημεία.
- Οι ασθενείς με σοβαρή ουδετεροπενία (απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων < 1 x 10^9/l) πρέπει να διακόπτουν το Xeplion και να υποβάλλονται σε παρακολούθηση του αριθμού των λευκοκυττάρων τους μέχρι την ανάρρωση.
Αντιδράσεις Υπερευαισθησίας
Αναφυλακτικές αντιδράσεις σε ασθενείς που στο παρελθόν είχαν επιδείξει ανοχή στην από στόματος ρισπεριδόνη ή στην από στόματος παλιπεριδόνη έχουν σπάνια αναφερθεί κατά την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του προϊόντος (βλ. Θεραπευτικές ενδείξεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες). Αν εμφανισθούν αντιδράσεις υπερευαισθησίας, διακόψτε τη χρήση του Xeplion, ξεκινήστε γενικά υποστηρικτικά μέτρα όπως ενδείκνυται κλινικά και παρακολουθήστε τον ασθενή μέχρι τα σημεία και τα συμπτώματα να υποχωρήσουν (βλ. Αντενδείξεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Υπεργλυκαιμία και σακχαρώδης διαβήτης
Έχουν αναφερθεί υπεργλυκαιμία, σακχαρώδης διαβήτης και παρόξυνση προϋπάρχοντος διαβήτη συμπεριλαμβανομένων του διαβητικού κώματος και της κετοξέωσης, κατά τη διάρκεια θεραπείας με παλιπεριδόνη.
- Συνιστάται κατάλληλη κλινική παρακολούθηση, σύμφωνα με τις χρησιμοποιούμενες αντιψυχωσικές κατευθυντήριες οδηγίες.
- Οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με Xeplion πρέπει να παρακολουθούνται για συμπτώματα υπεργλυκαιμίας (όπως πολυδιψία, πολυουρία, πολυφαγία και αδυναμία).
- Οι ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά για επιδείνωση του ελέγχου της γλυκόζης.
Αύξηση σωματικού βάρους
Έχει αναφερθεί σημαντική αύξηση βάρους με τη χρήση του Xeplion. Πρέπει να γίνεται τακτική παρακολούθηση του σωματικού βάρους.
Χρήση σε ασθενείς με εξαρτώμενους από την προλακτίνη όγκους
Οι μελέτες ιστικής καλλιέργειας υποδεικνύουν ότι η κυτταρική ανάπτυξη στους όγκους των ανθρώπινων μαστών μπορεί να διεγερθεί με την προλακτίνη. Αν και δεν έχει καταδειχθεί σαφής συσχετισμός με τη χορήγηση αντιψυχωσικών σε κλινικές και επιδημιολογικές μελέτες, συνιστάται προσοχή σε ασθενείς με σχετικό ιατρικό ιστορικό. Η παλιπεριδόνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με προϋπάρχοντα όγκο πιθανώς εξαρτώμενο από την προλακτίνη.
Ορθοστατική υπόταση
Η παλιπεριδόνη μπορεί να προκαλέσει ορθοστατική υπόταση σε μερικούς ασθενείς εξαιτίας της ανασταλτικής της δράσης στους α-υποδοχείς. Με βάση συγκεντρωτικά δεδομένα από τις τρεις, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, διάρκειας 6 εβδομάδων, σταθερής δόσης δοκιμές με από στόματος χορηγούμενα δισκία παλιπεριδόνης παρατεταμένης αποδέσμευσης (3, 6, 9 και 12 mg), αναφέρθηκε ορθοστατική υπόταση στο 2,5% των ατόμων που λάμβαναν θεραπεία με από στόματος χορηγούμενη παλιπεριδόνη συγκριτικά με το 0,8% των ατόμων που λάμβαναν θεραπεία με εικονικό φάρμακο. Το Xeplion πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με γνωστή καρδιαγγειακή νόσο (π.χ. καρδιακή ανεπάρκεια, έμφραγμα ή ισχαιμία μυοκαρδίου, διαταραχές της αγωγιμότητας), αγγειακή εγκεφαλική νόσο ή καταστάσεις που προδιαθέτουν τον ασθενή για υπόταση (π.χ. αφυδάτωση και υποογκαιμία).
Επιληπτικοί σπασμοί
Το Xeplion πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό επιληπτικών σπασμών ή άλλων καταστάσεων που ελαττώνουν δυνητικά τον ουδό των σπασμών.
Νεφρική δυσλειτουργία
Οι συγκεντρώσεις της παλιπεριδόνης στο πλάσμα είναι αυξημένες σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία και, συνεπώς, συνιστάται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία. Το Xeplion δεν συνιστάται σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 50 ml/min) (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).
Ηπατική δυσλειτουργία
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία C κατά Child-Pugh). Συνιστάται προσοχή εάν πρόκειται να χρησιμοποιηθεί παλιπεριδόνη σε τέτοιους ασθενείς.
Ηλικιωμένοι ασθενείς με άνοια
Το Xeplion δεν έχει μελετηθεί σε ηλικιωμένους ασθενείς με άνοια. Το Xeplion πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ηλικιωμένους ασθενείς με άνοια οι οποίοι έχουν παράγοντες κινδύνου για αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Η εμπειρία από τη ρισπεριδόνη που αναφέρεται στη συνέχεια θεωρείται ότι ισχύει επίσης και για την παλιπεριδόνη. Σε μία μετα-ανάλυση 17 ελεγχόμενων κλινικών δοκιμών, οι ηλικιωμένοι ασθενείς με άνοια που έλαβαν θεραπεία με άλλα άτυπα αντιψυχωσικά, συμπεριλαμβανομένης της ρισπεριδόνης, της αριπιπραζόλης, της ολανζαπίνης και της κουετιαπίνης, εμφάνισαν αυξημένο κίνδυνο θνησιμότητας συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο. Μεταξύ αυτών που ακολούθησαν αγωγή με ρισπεριδόνη, η θνησιμότητα ήταν 4% σε σύγκριση με 3,1% για το εικονικό φάρμακο.
Ανεπιθύμητες ενέργειες από διαταραχές των αγγείων του εγκεφάλου
Ένας περίπου τριπλάσια αυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών από αγγειακές εγκεφαλικές διαταραχές έχει παρατηρηθεί σε τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές δοκιμές στον πληθυσμό ασθενών με άνοια με ορισμένα άτυπα αντιψυχωσικά, συμπεριλαμβανομένης της ρισπεριδόνης, της αριπιπραζόλης και της ολανζαπίνης. Ο μηχανισμός για αυτόν τον αυξημένο κίνδυνο δεν είναι γνωστός.
Νόσος Parkinson και άνοια με σωμάτια Lewy
Οι γιατροί πρέπει να αξιολογούν τους κινδύνους έναντι των οφελών όταν χορηγούν Xeplion σε ασθενείς με Νόσο του Parkinson ή Άνοια με Σωμάτια Lewy (DLB), καθώς και οι δύο πληθυσμιακές ομάδες μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης Κακοήθους Νευροληπτικού Συνδρόμου, και εμφάνισης αυξημένης ευαισθησίας στα αντιψυχωσικά. Οι εκδηλώσεις αυτής της αυξημένης ευαισθησίας μπορεί να περιλαμβάνουν σύγχυση, μείωση της συνείδησης, αστάθεια θέσης του σώματος με συχνές πτώσεις, επιπρόσθετα των εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων.
Πριαπισμός
Τα αντιψυχωσικά φαρμακευτικά προϊόντα (συμπεριλαμβανομένης της ρισπεριδόνης) με ανασταλτικές δράσεις στους α-αδρενεργικούς υποδοχείς έχουν αναφερθεί ότι προκαλούν πριαπισμό. Κατά τη διάρκεια παρακολούθησης μετά την κυκλοφορία του προϊόντος, έχει αναφερθεί επίσης πριαπισμός με από στόματος χορηγούμενη παλιπεριδόνη, η οποία είναι ο ενεργός μεταβολίτης της ρισπεριδόνης. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται να αναζητούν επείγουσα ιατρική φροντίδα στην περίπτωση που ο πριαπισμός δεν έχει υποχωρήσει εντός 4 ωρών.
Ρύθμιση της θερμοκρασίας του σώματος
Παρεμβολή στην ικανότητα του σώματος να ελαττώνει την κεντρική του θερμοκρασία, έχει αποδοθεί σε αντιψυχωσικά φαρμακευτικά προϊόντα. Συνιστάται η κατάλληλη προσοχή κατά τη συνταγογράφηση του Xeplion σε ασθενείς που θα αντιμετωπίσουν καταστάσεις, οι οποίες μπορεί να συμβάλλουν σε αύξηση της θερμοκρασίας του σώματος, π.χ., πολύ έντονη σωματική άσκηση, έκθεση σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες, συγχορήγηση φαρμακευτικών προϊόντων με αντιχολινεργική δράση ή αφυδάτωση.
Φλεβική θρομβοεμβολή
Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις φλεβικής θρομβοεμβολής (ΦΘΕ) με αντιψυχωσικά φαρμακευτικά προϊόντα. Δεδομένου ότι οι ασθενείς που ακολουθούν θεραπεία με αντιψυχωσικά, παρουσιάζουν συχνά επίκτητους παράγοντες κινδύνου για ΦΘΕ, όλοι οι πιθανοί παράγοντες κινδύνου για ΦΘΕ πρέπει να προσδιορίζονται πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Xeplion και να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα.
Αντιεμετική δράση
Κατά τις προκλινικές μελέτες της παλιπεριδόνης παρατηρήθηκε αντιεμετική δράση. Η δράση αυτή, εφόσον εμφανίζεται στον άνθρωπο, μπορεί να καλύψει τα σημεία και τα συμπτώματα της υπερδοσολογίας όσον αφορά συγκεκριμένα φαρμακευτικά προϊόντα ή καταστάσεις, όπως η εντερική απόφραξη, το σύνδρομο Reye και οι όγκοι στον εγκέφαλο.
Χορήγηση
Πρέπει να δίδεται προσοχή ώστε να αποφεύγεται η ακούσια ένεση του Xeplion σε αιμοφόρο αγγείο.
Διεγχειρητικό Σύνδρομο Χαλαρής Ίριδας
Διεγχειρητικό σύνδρομο χαλαρής ίριδας (IFIS) έχει παρατηρηθεί κατά τη διάρκεια χειρουργικών επεμβάσεων καταρράκτη σε ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα με ανταγωνιστική δράση στους άλφα 1α-αδρενεργικούς υποδοχείς, όπως το Xeplion (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Το IFIS ενδέχεται να αυξήσει τον κίνδυνο οφθαλμικών επιπλοκών τόσο κατά τη διάρκεια της επέμβασης όσο και μετά από αυτή. Πριν από την επέμβαση θα πρέπει να αναφέρεται στο χειρουργό οφθαλμίατρο εάν χρησιμοποιούνται επί του παρόντος ή έχουν χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν φαρμακευτικά προϊόντα με ανταγωνιστική δράση στους άλφα 1α-αδρενεργικούς υποδοχείς. Το δυνητικό όφελος από τη διακοπή της θεραπείας με αναστολείς των άλφα 1α αδρενεργικών υποδοχέων πριν από τη χειρουργική επέμβαση καταρράκτη δεν έχει τεκμηριωθεί και πρέπει να σταθμίζεται έναντι του κινδύνου από τη διακοπή της αντιψυχωσικής θεραπείας.
Έκδοχα
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δόση, είναι ουσιαστικά ελεύθερο νατρίου.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-XEPLION
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Συνιστάται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση του Xeplion με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT, όπως π.χ. τα αντιαρρυθμικά κατηγορίας ΙΑ (π.χ. κινιδίνη, δισοπυραμίδη) και τα αντιαρρυθμικά κατηγορίας ΙΙΙ (π.χ. αμιοδαρόνη, σοταλόλη), ορισμένα αντιϊσταμινικά, ορισμένα άλλα αντιψυχωσικά και ορισμένα ανθελονοσιακά (π.χ. μεφλοκίνη). Η λίστα αυτή είναι ενδεικτική και όχι πλήρης.
Ενδεχόμενη επίδραση του Xeplion σε άλλα φάρμακα
Η παλιπεριδόνη δεν αναμένεται να προκαλέσει κλινικά σημαντικές φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις με φαρμακευτικά προϊόντα, τα οποία μεταβολίζονται από τα ισοένζυμα του κυτοχρώματος P-450. Δεδομένων των κύριων επιδράσεων της παλιπεριδόνης στο ΚΝΣ (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες), το Xeplion πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε συνδυασμό με άλλα κεντρικώς δρώντα φαρμακευτικά προϊόντα, π.χ. αγχολυτικά, τα περισσότερα αντιψυχωσικά, υπνωτικά, οπιοειδή, κ.λπ. ή αλκοόλ. Η παλιπεριδόνη μπορεί να ανταγωνίζεται τη δράση της λεβοντόπα και άλλων αγωνιστών της ντοπαμίνης. Εφόσον ο συνδυασμός αυτός θεωρείται απαραίτητος, ιδιαίτερα σε νόσο του Parkinson τελικού σταδίου, πρέπει να συνταγογραφείται η ελάχιστη αποτελεσματική δόση κάθε θεραπείας. Λόγω του ενδεχόμενου πρόκλησης ορθοστατικής υπότασης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), μπορεί να παρατηρηθεί αθροιστική δράση όταν το Xeplion χορηγείται μαζί με άλλους θεραπευτικούς παράγοντες που έχουν αυτή την ενδεχόμενη δράση, π.χ. άλλα αντιψυχωσικά, τρικυκλικά. Συνιστάται προσοχή εάν η παλιπεριδόνη συνδυάζεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι ελαττώνουν τον ουδό των σπασμών (δηλ. φαινοθειαζίνες ή βουτυροφαινόνες, τρικυκλικά ή εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRI), τραμαδόλη, μεφλοκίνη, κ.λπ.). Η συγχορήγηση των από στόματος χορηγούμενων δισκίων παλιπεριδόνης παρατεταμένης αποδέσμευσης σε σταθερή κατάσταση (12 mg μία φορά ημερησίως) με δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης divalproex sodium (500 mg έως 2.000 mg μία φορά ημερησίως) δεν επηρέασε την φαρμακοκινητική του βαλπροϊκού οξέος σε σταθερή κατάσταση. Δεν έχει πραγματοποιηθεί μελέτη αλληλεπίδρασης μεταξύ του Xeplion και του λιθίου, ωστόσο, δεν είναι πιθανό να εμφανιστεί φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση.
Ενδεχόμενη επίδραση άλλων φαρμάκων στο Xeplion
In vitro μελέτες υποδεικνύουν ότι τα ένζυμα του κυτοχρώματος CYP2D6 και CYP3A4 μπορεί να συμμετέχουν ελάχιστα στο μεταβολισμό της παλιπεριδόνης, δεν υπάρχουν όμως ενδείξεις, ούτε in vitro ούτε in vivo, ότι τα ισοένζυμα αυτά διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στο μεταβολισμό της παλιπεριδόνης. Η συγχορήγηση της από στόματος χορηγούμενης παλιπεριδόνης με παροξετίνη, ενός ισχυρού αναστολέα του CYP2D6, δεν έδειξε καμία κλινικά σημαντική επίδραση στις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της παλιπεριδόνης. Η συγχορήγηση της από στόματος χορηγούμενης παλιπεριδόνης παρατεταμένης αποδέσμευσης μία φορά ημερησίως με καρβαμαζεπίνη 200 mg δύο φορές ημερησίως, προκάλεσε μείωση κατά περίπου 37% των μέσων τιμών Cmax και AUC της παλιπεριδόνης σε σταθερή κατάσταση. Αυτή η μείωση προκαλείται, σε σημαντικό βαθμό, από αύξηση κατά 35% της νεφρικής κάθαρσης της παλιπεριδόνης, πιθανόν ως αποτέλεσμα επαγωγής της νεφρικής P-gp από την καρβαμαζεπίνη. Μία ήσσονος σημασίας μείωση της ποσότητας της αμετάβλητης δραστικής ουσίας που εκκρίνεται στα ούρα, υποδηλώνει ότι υπήρξε μικρή επίδραση στο μεταβολισμό του CYP ή στη βιοδιαθεσιμότητα της παλιπεριδόνης κατά τη συγχορήγηση καρβαμαζεπίνης. Μεγαλύτερες μειώσεις στις συγκεντρώσεις της παλιπεριδόνης στο πλάσμα μπορεί να παρουσιασθούν με υψηλότερες δόσεις καρβαμαζεπίνης. Κατά την έναρξη της καρβαμαζεπίνης, η δόση του Xeplion πρέπει να επαναξιολογείται και να αυξάνεται, εάν είναι αναγκαίο. Αντίθετα, κατά τη διακοπή της καρβαμαζεπίνης, η δόση του Xeplion πρέπει να επαναξιολογείται και να μειώνεται, εάν είναι αναγκαίο. Η συγχορήγηση εφάπαξ δόσης ενός δισκίου από στόματος χορηγούμενης παλιπεριδόνης παρατεταμένης αποδέσμευσης 12 mg με δισκία divalproex sodium παρατεταμένης αποδέσμευσης (δύο δισκία των 500 mg μία φορά ημερησίως) είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση κατά περίπου 50% των τιμών Cmax και AUC της παλιπεριδόνης, πιθανόν ως αποτέλεσμα της αυξημένης απορρόφησης από στόματος. Εφόσον δεν παρατηρήθηκε καμία επίδραση στη συστηματική κάθαρση, δεν θα αναμενόταν μία κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση μεταξύ των δισκίων divalproex sodium παρατεταμένης αποδέσμευσης και της ενδομυϊκής ένεσης με Xeplion. Δεν έχει μελετηθεί αυτή η αλληλεπίδραση με το Xeplion.
Συγχορήγηση του Xeplion με ρισπεριδόνη ή με από στόματος παλιπεριδόνη
Δεδομένου ότι η παλιπεριδόνη είναι ο κύριος δραστικός μεταβολίτης της ρισπεριδόνης, πρέπει να δίνεται προσοχή όταν το Xeplion συγχορηγείται με ρισπεριδόνη ή με από στόματος παλιπεριδόνη για εκτεταμένες χρονικές περιόδους. Τα δεδομένα ασφάλειας που περιλαμβάνουν την ταυτόχρονη χρήση του Xeplion με άλλα αντιψυχωσικά φάρμακα είναι περιορισμένα.
Συγχορήγηση του Xeplion με ψυχοδιεγερτικά
Η συνδυασμένη χρήση ψυχοδιεγερτικών (π.χ., μεθυλφαινιδάτη) με παλιπεριδόνη μπορεί να οδηγήσει σε εξωπυραμιδικά συμπτώματα κατά την αλλαγή της μίας ή και των δύο θεραπείων (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-XEPLION
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Σύνοψη του προφίλ ασφαλείας
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν πιο συχνά στις κλινικές δοκιμές ήταν αϋπνία, κεφαλαλγία, άγχος, λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος, αντίδραση της θέσης ένεσης, παρκινσονισμός, αυξημένο σωματικό βάρος, ακαθησία, διέγερση, καταστολή/υπνηλία, ναυτία, δυσκοιλιότητα, ζάλη, μυοσκελετικό άλγος, ταχυκαρδία, τρόμος, κοιλιακό άλγος, έμετος, διάρροια, κόπωση και δυστονία. Από αυτές, η ακαθησία και η καταστολή/υπνηλία φάνηκαν ότι ήταν δοσοεξαρτώμενες.
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Ακολουθούν όλες οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν με την παλιπεριδόνη με βάση την κατηγορία συχνότητας που εκτιμήθηκε σε κλινικές δοκιμές με παλμιτική παλιπεριδόνη. Χρησιμοποιούνται οι ακόλουθοι όροι και συχνότητες: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000) και μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
| Κατηγορία/οργανικό σύστημα | Πολύ συχνές | Συχνές
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-XEPLION
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τη χρήση της παλιπεριδόνης κατά τη διάρκεια της κύησης. Η ενδομυϊκώς ενιόμενη παλμιτική παλιπεριδόνη και η από στόματος χορηγούμενη παλιπεριδόνη δεν ήταν τερατογόνες σε μελέτες σε ζώα, παρατηρήθηκαν, όμως, άλλες μορφές τοξικότητας της αναπαραγωγικής ικανότητας (βλέπε Προκλινικά δεδομένα). Νεογνά που εκτίθενται σε παλιπεριδόνη κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης διατρέχουν κίνδυνο για ανεπιθύμητες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένων εξωπυραμιδικών και/ή συμπτωμάτων απόσυρσης, τα οποία μπορεί να ποικίλλουν σε σοβαρότητα και διάρκεια μετά τον τοκετό. Έχουν υπάρξει αναφορές για διέγερση, υπερτονία, υποτονία, τρόμο, υπνηλία, αναπνευστική δυσχέρεια ή διαταραχή πρόσληψης τροφής. Συνεπώς, τα νεογέννητα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά. Το Xeplion δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης, εκτός αν είναι σαφώς απαραίτητο.
Θηλασμός
Η παλιπεριδόνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα σε τέτοιο βαθμό ώστε είναι πολύ πιθανό να υπάρξουν επιδράσεις στο θηλάζον βρέφος, εάν χορηγούνται θεραπευτικές δόσεις σε θηλάζουσες γυναίκες. Το Xeplion δεν πρέπει να χορηγείται κατά την περίοδο του θηλασμού.
Γονιμότητα
Δεν παρατηρήθηκαν σχετικές επιδράσεις σε μη κλινικές μελέτες.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-XEPLION
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Ψυχοληπτικά, άλλα αντιψυχωσικά, κωδικός ATC: N05AX13 Το Xeplion περιέχει ένα ρακεμικό μείγμα (+) και (-) παλιπεριδόνης.
Μηχανισμός δράσης
Η παλιπεριδόνη είναι ένας εκλεκτικός παράγοντας που αποκλείει τις μονοαμινεργικές επιδράσεις, οι φαρμακολογικές ιδιότητες του οποίου είναι διαφορετικές από αυτές των παραδοσιακών νευροληπτικών. Η παλιπεριδόνη δεσμεύεται ισχυρά στους σεροτονινεργικούς 5-HT2 και τους ντοπαμινεργικούς D2-υποδοχείς. Η παλιπεριδόνη επίσης αποκλείει τους α-1-αδρενεργικούς υποδοχείς και αποκλείει, σε μικρότερο βαθμό, τους Η1- ισταμινεργικούς και τους α-2-αδρενεργικούς υποδοχείς. Η φαρμακολογική δράση των (+) και (-) εναντιομερών της παλιπεριδόνης είναι ποιοτικά και ποσοτικά παρόμοια. Η παλιπεριδόνη δεν δεσμεύεται σε χολινεργικούς υποδοχείς. Παρόλο που η παλιπεριδόνη είναι ένας ισχυρός D2-ανταγωνιστής, που θεωρείται ότι ανακουφίζει τα θετικά συμπτώματα της σχιζοφρένειας, προκαλεί καταληψία σε μικρότερο βαθμό και μειώνει τις κινητικές λειτουργίες σε μικρότερο βαθμό από τα παραδοσιακά νευροληπτικά. Ο έντονος ανταγωνισμός της σεροτονίνης σε κεντρικό επίπεδο μπορεί να ελαττώσει την τάση της παλιπεριδόνης να προκαλεί εξωπυραμιδικές ανεπιθύμητες ενέργειες.
Κλινική αποτελεσματικότητα
Οξεία θεραπεία της σχιζοφρένειας Η αποτελεσματικότητα του Xeplion στην οξεία θεραπεία της σχιζοφρένειας τεκμηριώθηκε σε τέσσερις βραχυπρόθεσμες διπλά τυφλές, τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, σταθερής δόσης μελέτες (μία των 9 εβδομάδων και τρεις των 13 εβδομάδων) σε νοσηλευόμενους ενήλικες ασθενείς με οξεία υποτροπή, οι οποίοι πληρούσαν τα κριτήρια DSM-IV για σχιζοφρένεια. Οι σταθερές δόσεις του Xeplion σε αυτές τις μελέτες χορηγήθηκαν την 1η, την 8η και την 36η ημέρα στη μελέτη των 9 εβδομάδων και επιπροσθέτως την 64η ημέρα στις μελέτες των 13 εβδομάδων. Δεν χρειάστηκε επιπρόσθετη συμπληρωματική θεραπεία με από στόματος χορηγούμενα αντιψυχωσικά κατά τη διάρκεια της οξείας θεραπείας της σχιζοφρένειας με Xeplion. Ως πρωτεύον καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας καθορίστηκε η μείωση στη συνολική βαθμολογία της Κλίμακας Θετικού και Αρνητικού Συνδρόμου (Positive and Negative Syndrome Scale, PANSS), όπως φαίνεται στον παρακάτω πίνακα. Η κλίμακα PANSS είναι μία επικυρωμένη λίστα πολυάριθμων στοιχείων που αποτελείται από πέντε παράγοντες για την αξιολόγηση των θετικών συμπτωμάτων, των αρνητικών συμπτωμάτων, των αποδιοργανωμένων σκέψεων, της ανεξέλεγκτης επιθετικότητας/έξαψης και του άγχους/κατάθλιψης. Η λειτουργικότητα αξιολογήθηκε με τη χρήση της κλίμακας προσωπικής και κοινωνικής επίδοσης (Personal and Social Performance, PSP). Η PSP είναι μία επικυρωμένη, κλινικά βαθμονομημένη κλίμακα, η οποία μετρά την προσωπική και κοινωνική λειτουργικότητα σε τέσσερις τομείς: κοινωνικά χρήσιμες δραστηριότητες (εργασία και μελέτη), προσωπικές και κοινωνικές σχέσεις, αυτοεξυπηρέτηση και ενοχλητικές και επιθετικές συμπεριφορές. Σε μία μελέτη 13 εβδομάδων (n = 636), η οποία σύγκρινε τρεις σταθερές δόσεις του Xeplion (αρχική ένεση 150 mg στο δελτοειδή μυ, ακολουθούμενη από 3 δόσεις των 25 mg/4 εβδομάδες, 100 mg/4 εβδομάδες ή 150 mg/4 εβδομάδες στο γλουτιαίο ή το δελτοειδή μυ) με εικονικό φάρμακο, και οι τρεις δόσεις του Xeplion ήταν ανώτερες από το εικονικό φάρμακο όσον αφορά τη βελτίωση της συνολικής βαθμολογίας στην κλίμακα PANSS. Σε αυτή τη μελέτη, και οι δύο ομάδες θεραπείας των 100 mg/4 εβδομάδες και των 150 mg /4 εβδομάδες, αλλά όχι η ομάδα των 25 mg/4 εβδομάδες, επέδειξαν στατιστική υπεροχή σε σχέση με το εικονικό φάρμακο στη βαθμολογία της κλίμακας PSP. Αυτά τα αποτελέσματα υποστηρίζουν την αποτελεσματικότητα καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας και τη βελτίωση στην κλίμακα PANSS και παρατηρήθηκε από την 4η ημέρα με σημαντική διαφοροποίηση από το εικονικό φάρμακο στις ομάδες των 25 mg και 150 mg του Xeplion μέχρι την 8η ημέρα. Τα αποτελέσματα των άλλων μελετών έδωσαν στατιστικά σημαντικά αποτελέσματα υπέρ του Xeplion, εκτός της δόσης των 50 mg σε μία μελέτη.
| Εικονικό φάρμακο | 25 mg | 50 mg | 100 mg | 150 mg | |
|---|---|---|---|---|---|
| R092670-PSY-3007* | n = 160 | n = 155 | - | n = 161 | n = 160 |
| Μέση βαθμολογία κατά την έναρξη θεραπείας (Τ.Α.) | 86,8 (10,31) | 86,9 (11,99) | - | 86,2 (10,77) | 88,4 (11,70) |
| Μέση μεταβολή (Τ.Α.) | -2,9 (19,26) | -8,0 (19,90) | - | -11,6 (17,63) | -13,2 (18,48) |
| Τιμή P (έναντι του εικονικού φαρμάκου) | -0,034 | - | < 0,001 | < 0,001 | |
| R092670-PSY-3003 | n = 132 | – | n = 93 | n = 94 | n = 30 |
| Μέση βαθμολογία κατά την έναρξη θεραπείας (Τ.Α.) | 92,4 (12,55) | – | 89,9 (10,78) | 90,1 (11,66) | 92,2 (11,72) |
| Μέση μεταβολή (Τ.Α.) | -4,1 (21,01) | – | -7,9 (18,71) | -11,0 (19,06) | -5,5 (19,78) |
| Τιμή P (έναντι του εικονικού φαρμάκου) | – | 0,193 | 0,019 | – | |
| R092670-PSY-3004 | n = 125 | n = 129 | n = 128 | n = 131 | – |
| Μέση βαθμολογία κατά την έναρξη θεραπείας (Τ.Α.) | 90,7 (12,22) | 90,7 (12,25) | 91,2 (12,02) | 90,8 (11,70) | – |
| Μέση μεταβολή (Τ.Α.) | -7,0 (20,07) | -13,6 (21,45) | -13,2 (20,14) | -16,1 (20,36) | – |
| Τιμή P (έναντι του εικονικού φαρμάκου) | 0,015 | 0,017 | < 0,001 | – | |
| R092670-SCH-201 | n = 66 | – | n = 63 | n = 68 | – |
| Μέση βαθμολογία κατά την έναρξη θεραπείας (Τ.Α.) | 87,8 (13,90) | – | 88,0 (12,39) | 85,2 (11,09) | – |
| Μέση μεταβολή (Τ.Α.) | 6,2 (18,25) | – | -5,2 (21,52) | -7,8 (19,40) | – |
| Τιμή P (έναντι του εικονικού φαρμάκου) | – | 0,001 | < 0,0001 | – |
- Για τη μελέτη R092670-PSY-3007 χορηγήθηκε μία εναρκτήρια δόση 150 mg σε όλους τους ασθενείς στις ομάδες θεραπείας με Xeplion την ημέρα 1, ακολουθούμενη μετέπειτα από την εκχωρημένη δόση. Σημείωση: Η αρνητική μεταβολή στη βαθμολογία δηλώνει βελτίωση.
Διατήρηση του ελέγχου των συμπτωμάτων και καθυστέρηση της υποτροπής της σχιζοφρένειας Η αποτελεσματικότητα του Xeplion στη διατήρηση του ελέγχου των συμπτωμάτων και την καθυστέρηση της υποτροπής της σχιζοφρένειας, αποδείχθηκε σε μία πιο μακροπρόθεσμη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, μελέτη ευέλικτης δόσης όπου συμμετείχαν 849 μη ηλικιωμένοι ενήλικες ασθενείς, οι οποίοι πληρούσαν τα κριτήρια DSM-IV για τη σχιζοφρένεια. Αυτή η μελέτη περιελάμβανε μία ανοικτή φάση οξείας θεραπείας και σταθεροποίησης 33 εβδομάδων, μία τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή και ελεγχόμενη από εικονικό φάρμακο φάση για την παρατήρηση της υποτροπής και μία ανοικτή περίοδο επέκτασης 52 εβδομάδων. Σε αυτή τη μελέτη, οι δόσεις του Xeplion συμπεριλάμβαναν 25, 50, 75 και 100 mg χορηγούμενα μηνιαίως. Η δόση των 75 mg επιτράπηκε μόνο στην ανοικτή συμπληρωματική περίοδο των 52 εβδομάδων. Οι συμμετέχοντες αρχικά έλαβαν ευέλικτες δόσεις (25-100 mg) Xeplion κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου των 9 εβδομάδων, ακολουθούμενες από μία περίοδο συντήρησης 24 εβδομάδων, όπου τα άτομα έπρεπε να έχουν βαθμολογία στην κλίμακα PANSS ≤ 75. Οι προσαρμογές στη δοσολογία επιτράπηκαν μόνο τις πρώτες 12 εβδομάδες της περιόδου συντήρησης. Συνολικά 410 σταθεροποιημένοι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν είτε για να λάβουν Xeplion (διάμεση διάρκεια 171 ημέρες [εύρος 1 ημέρα έως 407 ημέρες]), είτε για να λάβουν εικονικό φάρμακο (διάμεση διάρκεια 105 ημέρες [εύρος 8 ημέρες έως 441 ημέρες]) μέχρι να υπάρξει υποτροπή των συμπτωμάτων της σχιζοφρένειας στη μεταβλητής διάρκειας διπλά τυφλή φάση. Η δοκιμή διεκόπη πρώιμα για λόγους αποτελεσματικότητας καθώς παρατηρήθηκε σημαντικά μεγαλύτερη χρονική διάρκεια έως την υποτροπή (p < 0,0001, Εικόνα 1) σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με Xeplion συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο (αναλογία κινδύνου = 4,32, 95% CI: 2,4-7,7).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Xeplion σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στη σχιζοφρένεια. (βλ. Δοσολογία) για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-XEPLION
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση και κατανομή
Η παλμιτική παλιπεριδόνη είναι το προφάρμακο παλμιτικού εστέρα της παλιπεριδόνης. Λόγω της εξαιρετικά χαμηλής υδατοδιαλυτότητάς της, η παλμιτική παλιπεριδόνη διαλύεται αργά μετά από ενδομυϊκή ένεση πριν υδρολυθεί σε παλιπεριδόνη και απορροφηθεί στη συστηματική κυκλοφορία. Μετά από μία εφάπαξ ενδομυϊκή δόση, οι συγκεντρώσεις της παλιπεριδόνης στο πλάσμα αυξάνονται σταδιακά ώστε να φτάσουν σε μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα σε διάμεση Tmax 13 ημερών. Η αποδέσμευση της δραστικής ουσίας αρχίζει ήδη από την 1η ημέρα και διαρκεί για τουλάχιστον 4 μήνες. Μετά από ενδομυϊκή ένεση υπό τη μορφή εφάπαξ δόσεων (25-150 mg) στο δελτοειδή μυ, κατά μέσο όρο, παρατηρήθηκε 28% υψηλότερη Cmax συγκριτικά με την ένεση στο γλουτιαίο μυ. Οι δύο αρχικές ενδομυϊκές ενέσεις στο δελτοειδή των 150 mg την 1η ημέρα και των 100 mg την 8η ημέρα βοηθούν να επιτευχθούν θεραπευτικές συγκεντρώσεις γρήγορα. Το προφίλ αποδέσμευσης και το δοσολογικό σχήμα του Xeplion έχουν ως αποτέλεσμα σταθερές θεραπευτικές συγκεντρώσεις. Η συνολική έκθεση της παλιπεριδόνης μετά από τη χορήγηση του Xeplion ήταν ανάλογη της δόσης σε εύρος δόσεων 25-150 mg και λιγότερο από ανάλογη της δόσης για τη Cmax για δόσεις που υπερβαίνουν τα 50 mg. Ο μέσος όρος του λόγου των μέγιστων προς τις ελάχιστες συγκεντρώσεις σε σταθερή κατάσταση για τη δόση του Xeplion των 100 mg ήταν 1,8 μετά από χορήγηση στο γλουτιαίο και 2,2 μετά από χορήγηση στο δελτοειδή μυ. Η διάμεση φαινόμενη ημιπερίοδος ζωής της παλιπεριδόνης μετά από χορήγηση του Xeplion σε εύρος δόσεων 25-150 mg κυμάνθηκε από 25-49 ημέρες. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της παλμιτικής παλιπεριδόνης μετά από τη χορήγηση του Xeplion είναι 100%. Μετά από τη χορήγηση της παλμιτικής παλιπεριδόνης, τα (+) και (-) εναντιομερή της παλιπεριδόνης αλληλομετατρέπονται, επιτυγχάνοντας αναλογία AUC (+) προς (-) περίπου 1,6-1,8. Η δέσμευση της ρακεμικής παλιπεριδόνης με τις πρωτεΐνες πλάσματος είναι 74%.
Βιομετασχηματισμός και αποβολή
Μία εβδομάδα μετά από τη χορήγηση μιας εφάπαξ από στόματος δόσης άμεσης αποδέσμευσης 1 mg 14C-παλιπεριδόνης, το 59% της δόσης απεκκρίθηκε αμετάβλητο στα ούρα, υποδηλώνοντας ότι η παλιπεριδόνη δεν μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ. Το 80% περίπου της χορηγούμενης ραδιενέργειας ανακτήθηκε στα ούρα και το 11% στα κόπρανα. Τέσσερις μεταβολικές οδοί έχουν αναγνωριστεί in vivo, καμία από τις οποίες δεν αντιστοιχούσε σε περισσότερο από 6,5% της δόσης: αποαλκυλίωση, υδροξυλίωση, αφυδρογόνωση και διάσπαση της βενζισοξαζόλης. Αν και in vitro μελέτες έδειξαν κάποια συμμετοχή του CYP2D6 και του CYP3A4 στο μεταβολισμό της παλιπεριδόνης, δεν υπάρχουν αποδείξεις in vivo ότι τα ισοένζυμα αυτά διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στο μεταβολισμό της παλιπεριδόνης. Οι αναλύσεις της φαρμακοκινητικής πληθυσμού δεν έδειξαν κάποια ορατή διαφορά στη φαινόμενη κάθαρση της παλιπεριδόνης μετά από χορήγηση παλιπεριδόνης από στόματος μεταξύ των ατόμων που μεταβολίζουν εκτενώς και αυτών που μεταβολίζουν λίγο τα υποστρώματα του ενζύμου CYP2D6. In vitro μελέτες με ανθρώπινα ηπατικά μικροσωμιακά ένζυμα έδειξαν ότι η παλιπεριδόνη δεν αναστέλλει σημαντικά το μεταβολισμό φαρμακευτικών προϊόντων που μεταβολίζονται από τα ισοένζυμα του κυτοχρώματος P450, συμπεριλαμβανομένων των CYP1A2, CYP2A6, CYP2C8/9/10, CYP2D6, CYP2E1, CYP3A4 και CYP3A5. In vitro μελέτες έχουν δείξει ότι η παλιπεριδόνη είναι ένα υπόστρωμα της P-γλυκοπρωτεΐνης και ένας ασθενής αναστολέας της P-γλυκοπρωτεΐνης σε υψηλές συγκεντρώσεις. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα in vivo δεδομένα και η κλινική συσχέτιση είναι άγνωστη.
Ενέσιμη παλμιτική παλιπεριδόνη με δράση μακράς διάρκειας έναντι της από στόματος χορηγούμενης παλιπεριδόνης παρατεταμένης αποδέσμευσης
Το Xeplion έχει σχεδιαστεί να παρέχει παλιπεριδόνη σε μηνιαία βάση, ενώ η από στόματος χορηγούμενη παλιπεριδόνη παρατεταμένης αποδέσμευσης χορηγείται σε ημερήσια βάση. Το εναρκτήριο δοσολογικό σχήμα για το Xeplion (150 mg/100 mg στο δελτοειδή μυ την ημέρα 1/ ημέρα 8) σχεδιάστηκε για να επιτευχθούν ταχέως συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης κατά την έναρξη της θεραπείας χωρίς τη χρήση από στόματος συμπληρωματικής θεραπείας. Γενικά, τα συνολικά επίπεδα στο πλάσμα με Xeplion κατά την έναρξη της θεραπείας κυμαίνονταν εντός του εύρους έκθεσης που παρατηρήθηκε με 6-12 mg από στόματος χορηγούμενης παλιπεριδόνης παρατεταμένης αποδέσμευσης. Η χρήση του σχήματος έναρξης του Xeplion επέτρεψε στους ασθενείς να παραμείνουν σε αυτό το θεραπευτικό παράθυρο έκθεσης των 6-12 mg από στόματος χορηγούμενης παλιπεριδόνης παρατεταμένης αποδέσμευσης, ακόμα και σε ημέρες με χαμηλές συγκεντρώσεις πριν τη δόση (ημέρα 8 και ημέρα 36). Λόγω της διαφοράς στα διάμεσα φαρμακοκινητικά προφίλ μεταξύ των δύο φαρμακευτικών προϊόντων, πρέπει να δίδεται προσοχή όταν γίνεται άμεση σύγκριση των φαρμακοκινητικών ιδιοτήτων τους.
Ηπατική δυσλειτουργία
Η παλιπεριδόνη δεν μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ. Παρόλο που το Xeplion δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία, δεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Σε μία μελέτη με από στόματος χορηγούμενη παλιπεριδόνη σε άτομα με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία Β κατά Child-Pugh), οι συγκεντρώσεις της ελεύθερης παλιπεριδόνης στο πλάσμα ήταν παρόμοιες με αυτές των υγιών ατόμων. Η παλιπεριδόνη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
Νεφρική δυσλειτουργία
Η διάθεση μίας εφάπαξ από στόματος χορηγούμενης δόσης παλιπεριδόνης 3 mg σε δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης μελετήθηκε σε άτομα με διαφορετικά επίπεδα νεφρικής λειτουργίας. Η απέκκριση της παλιπεριδόνης ελαττώθηκε καθώς μειωνόταν η εκτιμώμενη κάθαρση κρεατινίνης. Η ολική κάθαρση της παλιπεριδόνης μειώθηκε σε άτομα με νεφρική δυσλειτουργία κατά 32% κατά μέσο όρο σε ήπια (Κάθαρση Κρεατινίνης [CrCl] = 50 έως < 80 ml/min), κατά 64% σε μέτρια (CrCl = 30 έως < 50 ml/min) και κατά 71% σε σοβαρή (CrCl 10 έως < 30 ml/min) νεφρική δυσλειτουργία, που αντιστοιχεί σε μέση αύξηση της έκθεσης (AUCinf) κατά 1,5, 2,6 και 4,8 φορές, αντίστοιχα, συγκριτικά με υγιή άτομα. Βάσει ενός περιορισμένου αριθμού παρατηρήσεων με Xeplion σε άτομα με ήπια νεφρική δυσλειτουργία και φαρμακοκινητικές προσομοιώσεις, συνιστάται μειωμένη δόση (βλ. Δοσολογία).
Ηλικιωμένοι
Η ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού δεν έδειξε σχετιζόμενες με την ηλικία διαφορές στη φαρμακοκινητική.
Δείκτης μάζας σώματος (ΔΜΣ)/σωματικό βάρος
Οι φαρμακοκινητικές μελέτες με παλμιτική παλιπεριδόνη έχουν δείξει κάπως χαμηλότερες (10-20%) συγκεντρώσεις της παλιπεριδόνης στο πλάσμα σε ασθενείς που είναι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι συγκριτικά με ασθενείς που έχουν φυσιολογικό σωματικό βάρος (βλ. Δοσολογία).
Φυλή
Η ανάλυση των δεδομένων φαρμακοκινητικής πληθυσμού από μελέτες με από στόματος χορηγούμενη παλιπεριδόνη, δεν ανέδειξε σχετικές με τη φυλή διαφορές στη φαρμακοκινητική της παλιπεριδόνης μετά από τη χορήγηση του Xeplion.
Φύλο
Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών.
Κάπνισμα
Με βάση in vitro μελέτες στις οποίες χρησιμοποιήθηκαν ανθρώπινα ηπατικά ένζυμα, η παλιπεριδόνη δεν αποτελεί υπόστρωμα του ενζύμου CYP1A2. Επομένως, το κάπνισμα δεν πρέπει να έχει κάποια επίδραση στη φαρμακοκινητική της παλιπεριδόνης. Η επίδραση του καπνίσματος στη φαρμακοκινητική της παλιπεριδόνης δεν μελετήθηκε με το Xeplion. Μία ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού με βάση δεδομένα με από στόματος χορηγούμενα δισκία παλιπεριδόνης παρατεταμένης αποδέσμευσης, έδειξε μία ελαφρά μειωμένη έκθεση στην παλιπεριδόνη στους καπνιστές σε σχέση με τους μη καπνιστές. Η διαφορά αυτή δεν είναι πιθανό να έχει κλινική σημασία.
ΕΟΦ · 4.2
Aντιψυχωσικά φάρμακα
expand_more
Aντιψυχωσικά φάρμακα
Oνομάζονται και μείζονα ηρεμιστικά και περιλαμβάνουν τα κλασικά αντιψυχωσικά ή νευροληπτικά και τα άτυπα αντιψυχωσικά.
Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν κυρίως τα παράγωγα της φαινοθειαζίνης (αλειφατικά, πιπεριδινικά, πιπεραζινικά), της βουτυροφαινόνης και του θειοξανθενίου. Στη δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνεται το πρότυπο άτυπο κλοζαπίνη και τα νεώτερα αντιψυχωσικά ολανζαπίνη και κουετιαπίνη. Η ρισπεριδόνη έχει χαρακτηριστικά και των δύο κατηγοριών.
H κυριότερη ένδειξη είναι η σχιζοφρενική ψύχωση. Άλλες ενδείξεις χορήγησης είναι μανία, οξύ ψυχωσικό επεισόδιο, παραληρητικές μορφές κατάθλιψης (με ταυτόχρονη χορήγηση αντικαταθλιπτικού), οργανικές ψυχώσεις (οφειλόμενες σε οργανική πάθηση). Λιγότερο αποτελεσματικά είναι στις χρόνιες παραληρητικές διαταραχές. H συστηματική χορήγηση αντιψυχωσικών σε αγχώδεις διαταραχές ή ψυχοσωματικά νοσήματα πρέπει να αποφεύγεται, γιατί έχουν πολύ περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες από τα αγχολυτικά.
Tα αντιψυχωσικά βελτιώνουν τις διαταραχές της σκέψης, της αντίληψης, του συναισθήματος, την υπερκινητική συμπεριφορά και επηρεάζουν θετικά την επανασύνδεση του σχιζοφρενούς με το περιβάλλον του. H χορήγηση των αντιψυχωσικών επιτρέπει τον αποτελεσματικό έλεγχο των οξέων σχιζοφρενικών επεισοδίων και των υποτροπών της νόσου. H μακροχρόνια συνέχιση της χορήγησης των αντιψυχωσικών μετά την υποχώρηση των συμπτωμάτων, συχνά σε μειωμένες δόσεις συντήρησης, αποβλέπει στην πρόληψη των υποτροπών που εμφανίζονται εβδομάδες ή και μήνες μετά τη διακοπή των φαρμάκων. Για τη περίπτωση αυτή υπάρχουν μορφές παρατεταμένης δράσεως.
Πιο πιθανός τρόπος δράσεως θεωρείται ο αποκλεισμός των υποδοχέων D2 της ντοπαμίνης. H ιδιότητα αυτή φαίνεται να συσχετίζεται θετικά με τη θεραπευτική τους αποτελεσματικότητα. Ωστόσο το άτυπο αντιψυχωσικό κλοζαπίνη δεσμεύει σε μικρότερο βαθμό τους D2 υποδοχείς, αλλά δεσμεύει ταυτόχρονα σε σημαντικό βαθμό τους υποδοχείς τύπου 2 της σεροτονίνης (5HT2), σε αντίθεση με τα κλασικά αντιψυχωσικά. Aκόμη, η εμφάνιση εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων και η αύξηση της προλακτίνης οφείλεται στην αντιντοπαμινεργική τους δράση. Eπίσης τα αντιψυχωσικά αποκλείουν, σε άλλοτε άλλο βαθμό, τους αδρενεργικούς, χολινεργικούς, ισταμινεργικούς και άλλους σεροτονινεργικούς υποδοχείς, ιδιότητες που συνδέονται με ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως ορθοστατική υπόταση, ταχυκαρδία, ξηροστομία, δυσκοιλιότητα κ.ά. (βλ. και Πίνακα 4.2).
t4.2.jpg:
Tα αντιψυχωσικά έχουν την ίδια αντιψυχωσική ισχύ και το καθένα μπορεί να αντικατασταθεί με ισοδύναμες δόσεις άλλου φαρμάκου. Eξαίρεση αποτελούν η κλοζαπίνη, η οποία είναι δυνατόν να έχει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα σε ανθεκτικές μορφές σχιζοφρένειας καθώς και η προμαζίνη και η λεβοπρομαζίνη, οι οποίες έχουν ασθενέστερη δράση και χορηγούνται σαν συμπληρωματικά της κύριας αντιψυχωσικής αγωγής φάρμακα.
H επιλογή του κατάλληλου φαρμάκου εξαρτάται από το αν είναι επιθυμητό μικρότερο ή μεγαλύτερο κατασταλτικό αποτέλεσμα, καθώς και από την ευαισθησία του ασθενούς στις εξωπυραμιδικές ανεπιθύμητες ενέργειες. Τα νεότερα άτυπα αντιψυχωσικά, σε αντίθεση με τα κλασικά νευροληπτικά, πλεονεκτούν σημαντικά από πλευράς ανεπιθύμητων ενεργειών καθώς και στην αντιμετώπιση των αρνητικών συμπτωμάτων της σχιζοφρένειας. H απάντηση στη θεραπεία και η ανοχή στις ανεπιθύμητες ενέργειες διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των ασθενών. H χορήγηση περισσότερων του ενός αντιψυχωσικών στον ασθενή πρέπει να αποφεύγεται, καθότι δεν έχει τεκμηριωθεί ότι οι ανεπιθύμητες ενέργειες περιορίζονται. Aσθενής με καλή ανταπόκριση σε ένα αντιψυχωσικό στο παρελθόν είναι αρκετά πιθανό να απαντήσει πάλι εξίσου καλά. Aντίθετα, αντιψυχωσικά που στο παρελθόν έχουν προκαλέσει έντονα εξωπυραμιδικά συμπτώματα πρέπει να αποφεύγονται ως πρώτη επιλογή. Για ειδικές κατηγορίες ασθενών, π.χ. ασθενείς με ιστορικό αποπειρών αυτοκαταστροφής, πρέπει να χορηγούνται αντιψυχωσικά που είναι περισσότερο ασφαλή. Aντιψυχωσικά που σε υπερβολικές δόσεις είναι καρδιοτοξικά, όπως η θειοριδαζίνη και η πιμοζίδη, πρέπει να χορηγούνται με προσοχή. Σε ασθενείς με γλαύκωμα, υπερτροφία του προστάτη ή άλλες αντενδείξεις σε αντιχολινεργικά φάρμακα, πρέπει να αποφεύγονται φαινοθειαζίνες ή θειοξανθένια με αυξημένες αντίστοιχες ιδιότητες, όπως η θειοριδαζίνη. H ηρεμιστική κατασταλτική δράση των αντιψυχωσικών εμφανίζεται 1 εβδομάδα πριν από την απάντηση των ψυχωσικών συμπτωμάτων, όπως οι παραληρητικές ιδέες και οι ψευδαισθήσεις. Συνεπώς η αύξηση της δόσης πριν από την παρέλευση χρονικού διαστήματος πρέπει να αποφεύγεται γιατί οδηγεί σε υπερδοσολογία, η οποία δεν προσφέρει καλύτερα αποτελέσματα και δημιουργεί κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών. Eφόσον ο ασθενής είναι διεγερτικός χορηγούνται προσωρινά μεγαλύτερες δόσεις κατά προτίμηση σε ενδομυϊκές μορφές.
H ασφαλής και αποτελεσματική χορήγηση σκευασμάτων παρατεταμένης δράσεως προϋποθέτει τα ακόλουθα:
o Έναρξη με χαμηλή δόση, π.χ. 1 ml αλοπεριδόλης δοκιμαστικά για τον έλεγχο ανεπιθύμητων ενεργειών.
o Mε τις αρχικές χαμηλές δόσεις μπορεί να είναι αναγκαία η συγχορήγηση αντιψυχωσικού από του στόματος.
o Oι ασθενείς πρέπει να ελεγχθούν για ακινητικά συμπτώματα και συμπτώματα που προσομοιάζουν με κατάθλιψη. Στην περίπτωση αυτή, επειδή οφείλονται στο φάρμακο, οι δόσεις πρέπει να μειωθούν.
o Tυπικά παρκινσονικά συμπτώματα και ακαθισία εμφανίζονται συχνά και αντιμετωπίζονται με αντιχολινεργικά αντιπαρκινσονικά.
o H ανάγκη για συνέχιση της αντιπαρκινσονικής θεραπείας πρέπει να επανεκτιμάται ανά διαστήματα. H οξεία δυστονία (έντονη, ασύμμετρη σύσπαση μυικών ομάδων με συνέπεια παραμορφωτικές στάσεις κεφαλής, κάτω γνάθου, γλώσσας, οφθαλμικών βολβών, άκρων ή και κορμού) παρουσιάζεται στην αρχή της θεραπείας. Για την άμεση αντιμετώπισή της χρησιμοποιούνται ενέσιμα αντιπαρκινσονικά.
H χορήγηση κλοζαπίνης είναι δυνατόν να προκαλέσει ουδετεροπενία έως και ακοκκιοκυτταραιμία. Γι αυτό είναι απαραίτητος ο έλεγχος του αίματος πριν από την έναρξη της θεραπείας, κάθε εβδομάδα τις πρώτες 18 εβδομάδες θεραπείας, και μετά κάθε μήνα όσο διαρκεί η θεραπεία. Aν διαπιστωθεί διαταραχή η χορήγηση διακόπτεται.
Yπάρχει ο κίνδυνος μετά από μακρόχρονη χορήγηση αντιψυχωσικών να εκδηλωθεί κατά τη διάρκεια ή μετά τη διακοπή της θεραπείας όψιμη δυσκινησία. Πρόκειται για ένα σύνδρομο ανώμαλων κινήσεων που συνήθως αφορά τους περιστοματικούς μυς, τους μυς της παρειάς και της γλώσσας. Kινήσεις των άκρων και του κορμού είναι πιο σπάνιες. Για την εμφάνιση όψιμης δυσκινησίας απαιτούνται κατά κανόνα μήνες και χρόνια. Hλικιωμένα άτομα, γυναίκες, ασθενείς με οργανικές εγκεφαλικές βλάβες και ασθενείς που λαμβάνουν μεγάλες δόσεις νευροληπτικών έχουν περισσότερες πιθανότητες να εκδηλώσουν όψιμη δυσκινησία χωρίς όμως κάτι τέτοιο να αποκλεισθεί για άλλα άτομα. H κατά το δυνατό μειωμένη δόση συντήρησης φαίνεται ότι περιορίζει τις πιθανότητες εμφάνισης της όψιμης δυσκινησίας.
Tα αντιψυχωσικά δεν προκαλούν εξάρτηση.
Tο κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο είναι μια εξαιρετικά σοβαρή ιδιοσυγκρασιακή αντίδραση στα αντιψυχωσικά φάρμακα. Tα κυριότερα συμπτώματα είναι δυσκαμψία, πυρετός, αστάθεια του αυτόνομου νευρικού συστήματος (υπόταση ή υπέρταση, ταχυκαρδία, ωχρότητα) και εγκεφαλοπάθεια. Aναπτύσσονται σε 24-32 ώρες και η δυσκαμψία προηγείται των άλλων. O πυρετός μπορεί να είναι υψηλός με θερμοκρασίες 41° C και υψηλότερες, ενώ ο μυϊκός τόνος είναι αυξημένος και σε ορισμένες περιπτώσεις οδηγεί σε νέκρωση του μυϊκού ιστού με κίνδυνο νεφρικής ανεπάρκειας από μυοσφαιρινουρία. Παρατηρούνται ακόμη καρδιακή αρρυθμία, ακινησία, τρόμος και ακούσιες κινήσεις. O ασθενής είναι συνήθως συγχυτικός και αμίλητος. Tο επίπεδο συνειδήσεως παρουσιάζει μεταβολές και ο ασθενής εκδηλώνει διέγερση ή βρίσκεται μέχρι και σε εμβροντησία. Aυξημένη είναι η δραστικότητα της κρεατινοφωσφοκινάσης και των ηπατικών ενζύμων (τρανσαμινάσες και γαλακτική αφυδρογονάση). Aν και όλα τα νευροληπτικά έχουν συνδυασθεί με το κακοήθες σύνδρομο, σε υψηλές δόσεις αυτών που έχουν μεγαλύτερη ισχύ ο κίνδυνος αυξάνεται. Tο κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο αποβαίνει θανατηφόρο σε ποσοστό 20%. Aντιμετώπιση: Άμεση διακοπή χορήγησης αντιψυχωσικών, ενυδάτωση του ασθενούς, παρακολούθηση της καρδιακής, αναπνευστικής και νεφρικής λειτουργίας, χρήση ψυχρών επιθεμάτων και χορήγηση συνδυασμού μυοχαλαρωτικών (νατριούχος δανδρολένη 1-3 mg/kg ημερησίως από του στόματος ή ενδοφλεβίως), βενζοδιαζεπινών και βρωμοκρυπτίνης 5-10 mg ημερησίως.
Αλλες χρήσεις: Mερικά αντιψυχωτικά φάρμακα, κυρίως η χλωροπρομαζίνη και η αλοπεριδόλη, χρησιμοποιούνται σε μικρές δόσεις για την καταπολέμηση του επίμονου λόξυγγα, της ναυτίας και του εμέτου. Eπίσης η αλοπεριδόλη σε διάφορες υπερκινησίες, όπως η χορεία του Huntington, τα τικς, το σύνδρομο Gilles de la Tourette, κ.ά.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
- 1 έως 2 L/kg
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Αν και ο ακριβής μηχανισμός δράσης της δεν είναι πλήρως κατανοητός, η τρέχουσα εστίαση είναι στην ικανότητα της ρισπεριδόνης να αναστέλλει τους ντοπαμινεργικούς υποδοχείς D2 και τους σεροτονινεργικούς υποδοχείς 5-HT2A στον εγκέφαλο. Η σχιζοφρένεια πιστεύεται ότι προκύπτει από την περίσσεια ντοπαμινεργικής D2 και σεροτονινεργικής 5-HT2A δραστηριότητας, οδηγώντας σε υπερδραστηριότητα των κεντρικών μεσο-κολιμβικών και μεσο-φλοιωδών οδών, αντίστοιχα. Οι ντοπαμινεργικοί υποδοχείς D2 αναστέλλονται παροδικά από τη ρισπεριδόνη, μειώνοντας τη ντοπαμινεργική νευροδιαβίβαση, μειώνοντας έτσι τα θετικά συμπτώματα της σχιζοφρένειας, όπως οι αυταπάτες και οι παραισθήσεις. Η ρισπεριδόνη συνδέεται παροδικά και με χαλαρή συγγένεια με τον ντοπαμινεργικό υποδοχέα D2, με ιδανική πληρότητα υποδοχέων 60-70% για βέλτιστο αποτέλεσμα. Η ταχεία διάσταση της ρισπεριδόνης από τους υποδοχείς D2 συμβάλλει στη μείωση του κινδύνου εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων (EPS), τα οποία εμφανίζονται με μόνιμη και υψηλή πληρότητα αποκλεισμού των ντοπαμινεργικών υποδοχέων D2. Η χαμηλή συγγένεια πρόσδεσης και η ταχεία διάσταση από τον υποδοχέα D2 διακρίνουν τη ρισπεριδόνη από τα παραδοσιακά αντιψυχωσικά φάρμακα. Η υψηλότερη πληρότητα των υποδοχέων D2 λέγεται ότι αυξάνει τον κίνδυνο εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων και επομένως πρέπει να αποφεύγεται. Η αυξημένη σεροτονινεργική μεσο-φλοιώδης δραστηριότητα στη σχιζοφρένεια οδηγεί σε αρνητικά συμπτώματα, όπως κατάθλιψη και μειωμένη κίνηση. Η υψηλή συγγένεια πρόσδεσης της ρισπεριδόνης στους υποδοχείς 5-HT2A οδηγεί σε μείωση της σεροτονινεργικής δραστηριότητας. Επιπλέον, ο αποκλεισμός των υποδοχέων 5-HT2A οδηγεί σε μειωμένο κίνδυνο εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων, πιθανώς αυξάνοντας την απελευθέρωση ντοπαμίνης από τον μετωπιαίο φλοιό, και όχι από τη μέλαινα-ραβδωτή οδό. Τα επίπεδα ντοπαμίνης επομένως δεν αναστέλλονται πλήρως. Μέσω των παραπάνω μηχανισμών, πιστεύεται ότι ο σεροτονινεργικός αποκλεισμός και ο αποκλεισμός D2 από τη ρισπεριδόνη συνεργάζονται για να μειώσουν τον κίνδυνο εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων. Η ρισπεριδόνη έχει επίσης αναφερθεί ότι είναι ανταγωνιστής των υποδοχέων άλφα-1 (α1), άλφα-2 (α2) και ισταμίνης (H1). Ο αποκλεισμός αυτών των υποδοχέων πιστεύεται ότι βελτιώνει τα συμπτώματα της σχιζοφρένειας, ωστόσο ο ακριβής μηχανισμός δράσης σε αυτούς τους υποδοχείς δεν είναι πλήρως κατανοητός αυτή τη στιγμή.
Η ρισπεριδόνη έχει υψηλή συγγένεια για πολλούς υποδοχείς, συμπεριλαμβανομένων των υποδοχέων σεροτονίνης (5-HT 2A/2C), των υποδοχέων ντοπαμίνης D2 και των υποδοχέων άλφα1 και H1. Δεν έχει αξιοσημείωτη δραστηριότητα στους υποδοχείς M1. Ο κύριος μεταβολίτης της (9-υδροξυρισπεριδόνη) είναι σχεδόν ισοδύναμος σε σχέση με τη μητρική ένωση στους υποδοχείς D2 και 5-HT 2A.
Ο ακριβής μηχανισμός αντιψυχωσικής δράσης της ρισπεριδόνης δεν έχει διελευκανθεί πλήρως, αλλά, όπως και της κλοζαπίνης, φαίνεται να είναι πιο περίπλοκος από αυτόν των περισσότερων άλλων αντιψυχωσικών παραγόντων και μπορεί να περιλαμβάνει ανταγωνισμό των κεντρικών σεροτονινεργικών τύπου 2 (5-HT2) υποδοχέων και κεντρικών υποδοχέων ντοπαμίνης D2.
Η ρισπεριδόνη είναι ένα άτυπο αντιψυχωσικό φάρμακο που συνταγογραφείται ευρέως σε νεαρούς ασθενείς με διαφορετικές ψυχωσικές διαταραχές. Οι μακροπρόθεσμες επιδράσεις αυτού του αντιψυχωσικού παράγοντα στους νευρωνικούς υποδοχείς στον αναπτυσσόμενο εγκέφαλο παραμένουν ασαφείς και απαιτούν περαιτέρω διερεύνηση. Σε αυτή τη μελέτη, εξετάσαμε τις επιδράσεις της μακροχρόνιας θεραπείας με ρισπεριδόνη σε δύο υποτύπους υποδοχέων σεροτονίνης σε περιοχές του εγκεφάλου νεαρών αρουραίων. Τα επίπεδα των υποδοχέων 5-HT(1A) και 5-HT(2A) σε περιοχές του πρόσθιου εγκεφάλου νεαρών αρουραίων ποσοτικοποιήθηκαν μετά από 3 εβδομάδες θεραπείας με τρεις διαφορετικές δόσεις ρισπεριδόνης (0,3, 1,0 και 3,0mg/kg). Τα ευρήματα συγκρίθηκαν με προηγουμένως αναφερόμενες αλλαγές στους υποδοχείς 5-HT μετά από θεραπεία με ρισπεριδόνη (3,0mg/kg) σε ενήλικες αρουραίους. Οι τρεις δόσεις ρισπεριδόνης αύξησαν επιλεκτικά και δοσοεξαρτώμενα τα επίπεδα των υποδοχέων 5-HT(1A) στον μέσο-προμετωπιαίο και ραχιαίο-πλευρικό φλοιό νεαρών ζώων. Οι υψηλότερες δόσεις (1,0 και 3,0mg/kg) ρισπεριδόνης αύξησαν επίσης τη δέσμευση υποδοχέων 5-HT(1A) στην περιοχή CA(1) του ιππόκαμπου νεαρών, αλλά όχι ενήλικων αρουραίων. Αντίθετα, οι τρεις δόσεις ρισπεριδόνης μείωσαν σημαντικά την επισήμανση 5-HT(2A) στον μέσο-προμετωπιαίο και ραχιαίο-πλευρικό φλοιό τόσο σε νεαρά όσο και σε ενήλικα ζώα με ισοδύναμο τρόπο. Οι υποδοχείς 5-HT(1A) και 5-HT(2A) σε άλλες περιοχές του πρόσθιου εγκεφάλου δεν επηρεάστηκαν από επαναλαμβανόμενη θεραπεία με ρισπεριδόνη. Αυτά τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι υπάρχουν διαφορικές επιδράσεις της ρισπεριδόνης στους υποδοχείς 5-HT(1A) και 5-HT(2A) σε νεαρά ζώα, και ότι το σύστημα 5-HT στα αναπτυσσόμενα ζώα είναι πιο ευαίσθητο από τους ενήλικες στις μακροπρόθεσμες επιδράσεις της ρισπεριδόνης.
Η κύρια κατηγορία άτυπων αντιψυχωσικών φαρμάκων (APDs) που χρησιμοποιούνται σήμερα περιλαμβάνει το πρωτοτυπικό άτυπο APD, κλοζαπίνη, καθώς και αριπιπραζόλη, ασενεπίνη, ιλοπεριδόνη, λουρασιδόνη, ολανζαπίνη, κουετιαπίνη, ρισπεριδόνη και ζιπρασιδόνη. Σε κλινικά αποτελεσματικές δόσεις, αυτοί οι παράγοντες προκαλούν εκτεταμένο αποκλεισμό των υποδοχέων σεροτονίνης (5-HT)(2A), άμεση ή έμμεση διέγερση των υποδοχέων 5-HT(1A) και, σε μικρότερο βαθμό, μείωση της νευροδιαβίβασης που μεσολαβείται από τους υποδοχείς ντοπαμίνης (DA) D(2). Αυτό έρχεται σε αντίθεση με τα τυπικά APDs, όπως η ηλοπεριδόλη και η περφενάζίνη, οι οποίες είναι κυρίως ανταγωνιστές των υποδοχέων DA D(2/)D(3) και έχουν ασθενέστερη, αν υπάρχει, ισχύ ως ανταγωνιστές των υποδοχέων 5-HT(2A). Ορισμένα, αλλά όχι όλα, τα άτυπα APDs είναι επίσης αποτελεσματικοί αντίστροφοι αγωνιστές ή ουδέτεροι ανταγωνιστές των υποδοχέων 5-HT(2C), ανταγωνιστές των υποδοχέων 5-HT(6) ή 5-HT(7). Αυτή η ποικίλη δράση στους υποδοχείς 5-HT μπορεί να συμβάλλει σε σημαντικές διαφορές στην αποτελεσματικότητα και την ανεκτικότητα μεταξύ των άτυπων APDs. Υπάρχουν εκτεταμένα προκλινικά και ορισμένα κλινικά στοιχεία ότι οι επιδράσεις στους υποδοχείς 5-HT συμβάλλουν στον χαμηλό κίνδυνο πρόκλησης εξωπυραμιδικών παρενεργειών, που είναι το καθοριστικό χαρακτηριστικό ενός άτυπου APD, η έλλειψη αύξησης των επιπέδων προλακτίνης στο πλάσμα (με εξαιρέσεις τη ρισπεριδόνη και την 9-υδροξυρισπεριδόνη), η αντιψυχωσική δράση και η ικανότητα βελτίωσης ορισμένων τομέων της γνωστικής λειτουργίας σε ασθενείς με σχιζοφρένεια. Οι σεροτονινεργικές δράσεις των άτυπων APDs, ειδικά ο ανταγωνισμός των υποδοχέων 5-HT(2A), είναι ιδιαίτερα σημαντικές για τις διαφορικές επιδράσεις των τυπικών και άτυπων APDs στην υπέρβαση των επιδράσεων της οξείας ή υποχρόνιας χορήγησης ανταγωνιστών του υποδοχέα N-μεθυλ-D-ασπαρτικού (NMDA), όπως η φαινκυκλιδίνη, η κεταμίνη και η διζοσιλπίνη (MK-801). Η διέγερση του υποδοχέα 5-HT(1A) και ο ανταγωνισμός των υποδοχέων 5-HT(6) και 5-HT(7) μπορεί να συμβάλλουν στις ευεργετικές επιδράσεις αυτών των παραγόντων στη γνώση. Συγκεκριμένα, ο ανταγωνισμός του υποδοχέα 5-HT(7) μπορεί να αποτελεί τη βάση για τις προ-γνωστικές επιδράσεις του άτυπου APD, αμισουλπρίδη, ενός ανταγωνιστή των υποδοχέων D(2)/D(3), ο οποίος δεν έχει επίδραση σε άλλους υποδοχείς 5-HT. Ο ανταγωνισμός του υποδοχέα 5-HT(2C) φαίνεται να συμβάλλει στην αύξηση βάρους που προκαλείται από ορισμένα άτυπα APDs και μπορεί επίσης να επηρεάσει τη γνώση και την ψύχωση μέσω της επίδρασής του στη δραστηριότητα των ντοπαμινεργικών φλοιωδών και λιμβικών οδών.
Η παλιπεριδόνη είναι ένας ενεργός μεταβολίτης του αντιψυχωσικού άτυπου δεύτερης γενιάς, ρισπεριδόνη, πρόσφατα εγκεκριμένος για τη θεραπεία της σχιζοφρένειας και της σχιζο-συναισθηματικής διαταραχής. Επειδή η παλιπεριδόνη διαφέρει από τη ρισπεριδόνη μόνο κατά μια ομάδα υδροξυλίου, έχουν εγερθεί ερωτήματα σχετικά με το εάν υπάρχουν σημαντικές διαφορές στις επιδράσεις που προκαλούνται μεταξύ αυτών των δύο φαρμάκων. /Οι ερευνητές/ συνέκριναν τις σχετικές αποτελεσματικότητες της παλιπεριδόνης έναντι της ρισπεριδόνης για τη ρύθμιση διαφόρων σηματοδοτικών μονοπατιών κυττάρων που συνδέονται με τέσσερις επιλεγμένους στόχους GPCR που είναι σημαντικοί για θεραπευτικές ή ανεπιθύμητες επιδράσεις: ανθρώπινους ντοπαμινεργικούς D2, ανθρώπινο υποτύπο σεροτονινεργικού 2A (5-HT2A), ανθρώπινο υποτύπο σεροτονινεργικού 2C και ανθρώπινους υποδοχείς ισταμίνης H1. Ενώ οι σχετικές αποτελεσματικότητες της παλιπεριδόνης και της ρισπεριδόνης ήταν ίδιες για ορισμένες αποκρίσεις, βρέθηκαν σημαντικές διαφορές για διάφορα συστήματα σηματοδότησης υποδοχέων, με την παλιπεριδόνη να έχει μεγαλύτερη ή μικρότερη σχετική αποτελεσματικότητα από τη ρισπεριδόνη ανάλογα με το ζεύγος υποδοχέα-απόκρισης. Ενδιαφέρον, για την πρόσληψη β-αρρεστίνης που μεσολαβείται από 5-HT2A, την ευαισθητοποίηση του ERK που μεσολαβείται από 5-HT2A και την ευαισθητοποίηση της αδεναϋλοκυκλάσης που μεσολαβείται από ντοπαμίνη D2, τόσο η παλιπεριδόνη όσο και η ρισπεριδόνη λειτούργησαν ως αγωνιστές. Αυτά τα αποτελέσματα υποδηλώνουν ότι η μεμονωμένη ομάδα υδροξυλίου της παλιπεριδόνης προάγει διαμορφώσεις υποδοχέων που μπορεί να διαφέρουν από αυτές της ρισπεριδόνης, οδηγώντας σε διαφορές στο φάσμα ρύθμισης των αλληλουχιών σηματοδότησης κυττάρων. Τέτοιες διαφορές στη σηματοδότηση σε κυτταρικό επίπεδο θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε διαφορές μεταξύ παλιπεριδόνης και ρισπεριδόνης στην θεραπευτική αποτελεσματικότητα ή στην παραγωγή ανεπιθύμητων ενεργειών.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Καλά απορροφούμενη. Η απόλυτη από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της ρισπεριδόνης είναι 70% (CV=25%). Η σχετική από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της ρισπεριδόνης από δισκίο είναι 94% (CV=10%) σε σύγκριση με διάλυμα.
Η ρισπεριδόνη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ. Σε υγιείς ηλικιωμένους ασθενείς, η νεφρική κάθαρση τόσο της ρισπεριδόνης όσο και της 9-υδροξυρισπεριδόνης μειώθηκε, και οι χρόνοι ημίσειας ζωής αποβολής παρατάθηκαν σε σύγκριση με τους νέους υγιείς ασθενείς.
Ο όγκος κατανομής της ρισπεριδόνης είναι περίπου 1 έως 2 L/kg.
Η ρισπεριδόνη αποβάλλεται από τους νεφρούς. Η κάθαρση μειώνεται στους ηλικιωμένους και σε εκείνους με κάθαρση κρεατινίνης (ClCr) μεταξύ 15-59 mL/min, όπου η κάθαρση μειώνεται κατά περίπου 60%.
Η ρισπεριδόνη απορροφάται καλά. Η απόλυτη από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της ρισπεριδόνης είναι 70% (CV=25%). Η σχετική από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της ρισπεριδόνης από δισκίο είναι 94% (CV=10%) σε σύγκριση με διάλυμα.
Η ρισπεριδόνη κατανέμεται γρήγορα. Ο όγκος κατανομής είναι 1-2 L/kg. Στο πλάσμα, η ρισπεριδόνη συνδέεται με λευκωματίνη και α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη. Η δέσμευση πρωτεϊνών πλάσματος της ρισπεριδόνης είναι 90%, και αυτή του κύριου μεταβολίτη της, 9-υδροξυρισπεριδόνης, είναι 77%. Ούτε η ρισπεριδόνη ούτε η 9-υδροξυρισπεριδόνη εκτοπίζουν η μία την άλλη από τις θέσεις δέσμευσης του πλάσματος. Υψηλές θεραπευτικές συγκεντρώσεις σουλφαμεθαζίνης (100 ug/mL), βαρφαρίνης (10 ug/mL) και καρβαμαζεπίνης (10 ug/mL) προκάλεσαν μόνο μια μικρή αύξηση στο ελεύθερο κλάσμα της ρισπεριδόνης σε 10 ng/mL και της 9-υδροξυρισπεριδόνης σε 50 ng/mL, αλλαγές άγνωστης κλινικής σημασίας.
Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της ρισπεριδόνης, του κύριου μεταβολίτη της, 9-υδροξυρισπεριδόνης, και της ρισπεριδόνης συν 9-υδροξυρισπεριδόνης είναι ανάλογες της δόσης εντός του εύρους δοσολογίας 1 έως 16 mg ημερησίως (0,5 έως 8 mg δύο φορές ημερησίως). Μετά από από του στόματος χορήγηση διαλύματος ή δισκίου, οι μέγιστες συγκεντρώσεις ρισπεριδόνης στο πλάσμα εμφανίστηκαν περίπου 1 ώρα μετά. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις 9-υδροξυρισπεριδόνης εμφανίστηκαν περίπου 3 ώρες σε εκτεταμένους μεταβολιστές και 17 ώρες σε αργούς μεταβολιστές. Οι συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης της ρισπεριδόνης επιτυγχάνονται σε 1 ημέρα σε εκτεταμένους μεταβολιστές και αναμένεται να επιτύχουν σταθερή κατάσταση σε περίπου 5 ημέρες σε αργούς μεταβολιστές. Οι συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης της 9-υδροξυρισπεριδόνης επιτυγχάνονται σε 5-6 ημέρες (μετρημένες σε εκτεταμένους μεταβολιστές).
Η ρισπεριδόνη και η 9-υδροξυρισπεριδόνη υπάρχουν στο ανθρώπινο μητρικό γάλα.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη ΡΙΣΠΕΡΙΔΟΝΗ (σύνολο 6), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Εκτενώς μεταβολίζεται από το ηπατικό κυτόχρωμα P450 2D6 ισοένζυμο σε 9-υδροξυρισπεριδόνη (δηλ. [παλιπεριδόνη]), η οποία έχει περίπου την ίδια συγγένεια πρόσδεσης υποδοχέων με τη ρισπεριδόνη. Η υδροξυλίωση εξαρτάται από την δεμπρισοκίνη 4-υδροξυλάση και ο μεταβολισμός είναι ευαίσθητος σε γενετικούς πολυμορφισμούς στην δεμπρισοκίνη 4-υδροξυλάση. Η ρισπεριδόνη υφίσταται επίσης Ν-αποαλκυλίωση σε μικρότερο βαθμό.
Η ρισπεριδόνη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ. Η κύρια μεταβολική οδός είναι μέσω υδροξυλίωσης της ρισπεριδόνης σε 9-υδροξυρισπεριδόνη από το ένζυμο, CYP 2D6. Μια δευτερεύουσα μεταβολική οδός είναι μέσω Ν-αποαλκυλίωσης. Ο κύριος μεταβολίτης, 9-υδροξυρισπεριδόνη, έχει παρόμοια φαρμακολογική δράση με τη ρισπεριδόνη. Κατά συνέπεια, η κλινική επίδραση του φαρμάκου προκύπτει από τις συνδυασμένες συγκεντρώσεις ρισπεριδόνης συν 9-υδροξυρισπεριδόνης. Το CYP 2D6, που ονομάζεται επίσης δεμπρισοκίνη υδροξυλάση, είναι το ένζυμο που είναι υπεύθυνο για το μεταβολισμό πολλών νευροληπτικών, αντικαταθλιπτικών, αντιαρρυθμικών και άλλων φαρμάκων. Το CYP 2D6 υπόκειται σε γενετικό πολυμορφισμό (περίπου 6%-8% των Καυκάσιων και πολύ μικρό ποσοστό των Ασιατών έχουν μικρή ή καθόλου δραστηριότητα και είναι “αργοί μεταβολιστές”) και σε αναστολή από διάφορα υποστρώματα και μερικούς μη-υποστρώσεις, κυρίως την κινιδίνη. Οι εκτεταμένοι μεταβολιστές CYP 2D6 μετατρέπουν γρήγορα τη ρισπεριδόνη σε 9-υδροξυρισπεριδόνη, ενώ οι αργοί μεταβολιστές CYP 2D6 τη μετατρέπουν πολύ πιο αργά. Παρόλο που οι εκτεταμένοι μεταβολιστές έχουν χαμηλότερες συγκεντρώσεις ρισπεριδόνης και υψηλότερες συγκεντρώσεις 9-υδροξυρισπεριδόνης από τους αργούς μεταβολιστές, η φαρμακοκινητική της ρισπεριδόνης και της 9-υδροξυρισπεριδόνης σε συνδυασμό, μετά από εφάπαξ και πολλαπλές δόσεις, είναι παρόμοια σε εκτεταμένους και αργούς μεταβολιστές.
Η ρισπεριδόνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν 9-Υδροξυ-ρισπεριδόνη, 6-Φθορο-3-(4-πιπεριδινυλ)-1,2-βενζοϊσοξαζόλη, 3-αιθυλ-2,9-διμεθυλ-6,7,8,9-τετραϋδροπυριδο[1,2-a]πυριμιδιν-4-όνη, Παζιπεριδόνη και 3-[2-[4-(6-φθορο-2-υδροξυ-1,2-βενζοξαζολ-2-υλ-2-υλ-1-υλ)πιπεριδιν-1-υλ]αιθυλ]-2,9-διμεθυλ-6,7,8,9-τετραϋδροπυριδο[1,2-a]πυριμιδιν-4-όνη.
Εκτενώς μεταβολίζεται από το ηπατικό κυτόχρωμα P450 2D6 ισοένζυμο σε 9-υδροξυρισπεριδόνη, η οποία έχει περίπου την ίδια συγγένεια πρόσδεσης υποδοχέων με τη ρισπεριδόνη. Η υδροξυλίωση εξαρτάται από την δεμπρισοκίνη 4-υδροξυλάση και ο μεταβολισμός είναι ευαίσθητος σε γενετικούς πολυμορφισμούς στην δεμπρισοκίνη 4-υδροξυλάση. Η ρισπεριδόνη υφίσταται επίσης Ν-αποαλκυλίωση σε μικρότερο βαθμό. Οδός Απέκκρισης: Η ρισπεριδόνη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ. Σε υγιείς ηλικιωμένους ασθενείς, η νεφρική κάθαρση τόσο της ρισπεριδόνης όσο και της 9-υδροξυρισπεριδόνης μειώθηκε, και οι χρόνοι ημίσειας ζωής αποβολής παρατάθηκαν σε σύγκριση με τους νέους υγιείς ασθενείς.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
20-24 ώρες
3 ώρες σε εκτεταμένους μεταβολιστές Έως 20 ώρες σε αργούς μεταβολιστές
Ο φαινομενικός χρόνος ημίσειας ζωής της ρισπεριδόνης συν 9-υδροξυρισπεριδόνης μετά τη χορήγηση Risperdal Consta είναι 3 έως 6 ημέρες, και σχετίζεται με μια μονοεκθετική μείωση στις συγκεντρώσεις του πλάσματος. Αυτός ο χρόνος ημίσειας ζωής 3-6 ημερών σχετίζεται με τη διάλυση των μικροσφαιριδίων και την επακόλουθη απορρόφηση της ρισπεριδόνης.
Ο φαινομενικός χρόνος ημίσειας ζωής της ρισπεριδόνης ήταν 3 ώρες (CV=30%) σε εκτεταμένους μεταβολιστές και 20 ώρες (CV=40%) σε αργούς μεταβολιστές. Ο φαινομενικός χρόνος ημίσειας ζωής της 9-υδροξυρισπεριδόνης ήταν περίπου 21 ώρες (CV=20%) σε εκτεταμένους μεταβολιστές και 30 ώρες (CV=25%) σε αργούς μεταβολιστές. Η φαρμακοκινητική της ρισπεριδόνης και της 9-υδροξυρισπεριδόνης σε συνδυασμό, μετά από εφάπαξ και πολλαπλές δόσεις, ήταν παρόμοια σε εκτεταμένους και αργούς μεταβολιστές, με συνολικό μέσο χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής περίπου 20 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Φάρμακα που συνδέονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους υποδοχείς σεροτονίνης, μπλοκάροντας έτσι τις δράσεις της σεροτονίνης ή τους ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ ΣΕΡΟΤΟΝΙΝΗΣ.
Παράγοντες που ελέγχουν την αγχώδη ψυχική συμπεριφορά, ανακουφίζουν από οξείες ψυχικές καταστάσεις, μειώνουν τα ψυχωσικά συμπτώματα και ασκούν ηρεμιστική επίδραση. Χρησιμοποιούνται στη ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ, στην άνοια της γεροντικής ηλικίας, στην παροδική ψύχωση μετά από χειρουργική επέμβαση, ή σε ΜΥΟΚΑΡΔΙΑΚΟ ΕΜΦΡΑΚΤΟ, κ.λπ. Αυτά τα φάρμακα αναφέρονται συχνά ως νευροληπτικά, υπαινισσόμενα την τάση να παράγουν νευρολογικές παρενέργειες, αλλά δεν είναι όλα τα αντιψυχωσικά πιθανό να προκαλέσουν τέτοιες επιδράσεις. Πολλά από αυτά τα φάρμακα μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματικά κατά της ναυτίας, του εμέτου και του κνησμού.
Φάρμακα που συνδέονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ ΝΤΟΠΑΜΙΝΗΣ, μπλοκάροντας έτσι τις δράσεις της ντοπαμίνης ή εξωγενών αγωνιστών. Πολλά φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία ψυχωσικών διαταραχών (ΑΝΤΙΨΥΧΩΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ) είναι ντοπαμινεργικοί ανταγωνιστές, αν και οι θεραπευτικές τους επιδράσεις μπορεί να οφείλονται σε μακροχρόνιες προσαρμογές του εγκεφάλου παρά στις οξείες επιδράσεις του αποκλεισμού των υποδοχέων ντοπαμίνης. Οι ντοπαμινεργικοί ανταγωνιστές έχουν χρησιμοποιηθεί για διάφορους άλλους κλινικούς σκοπούς, συμπεριλαμβανομένων των ΑΝΤΙΕΜΕΤΙΚΩΝ, στη θεραπεία του συνδρόμου Tourette και για τον λόξυγκα. Ο αποκλεισμός των υποδοχέων ντοπαμίνης σχετίζεται με ΝΕΥΡΟΛΗΠΤΙΚΟ ΚΑΚΟΗΘΕΣ ΣΥΝΔΡΟΜΟ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
L6UH7ZF8HC
ΡΙΣΠΕΡΙΔΟΝΗ
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Άτυπο Αντιψυχωσικό
Η ρισπεριδόνη είναι ένα Άτυπο Αντιψυχωσικό.
ΡΙΣΠΕΡΙΔΟΝΗ
Άτυπο Αντιψυχωσικό [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Φάρμακα που συνδέονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους υποδοχείς σεροτονίνης, μπλοκάροντας έτσι τις δράσεις της σεροτονίνης ή τους ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ ΣΕΡΟΤΟΝΙΝΗΣ.
Παράγοντες που ελέγχουν την αγχώδη ψυχική συμπεριφορά, ανακουφίζουν από οξείες ψυχικές καταστάσεις, μειώνουν τα ψυχωσικά συμπτώματα και ασκούν ηρεμιστική επίδραση. Χρησιμοποιούνται στη ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ, στην άνοια της γεροντικής ηλικίας, στην παροδική ψύχωση μετά από χειρουργική επέμβαση, ή σε ΜΥΟΚΑΡΔΙΑΚΟ ΕΜΦΡΑΚΤΟ, κ.λπ. Αυτά τα φάρμακα αναφέρονται συχνά ως νευροληπτικά, υπαινισσόμενα την τάση να παράγουν νευρολογικές παρενέργειες, αλλά δεν είναι όλα τα αντιψυχωσικά πιθανό να προκαλέσουν τέτοιες επιδράσεις. Πολλά από αυτά τα φάρμακα μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματικά κατά της ναυτίας, του εμέτου και του κνησμού.
Φάρμακα που συνδέονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ ΝΤΟΠΑΜΙΝΗΣ, μπλοκάροντας έτσι τις δράσεις της ντοπαμίνης ή εξωγενών αγωνιστών. Πολλά φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία ψυχωσικών διαταραχών (ΑΝΤΙΨΥΧΩΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ) είναι ντοπαμινεργικοί ανταγωνιστές, αν και οι θεραπευτικές τους επιδράσεις μπορεί να οφείλονται σε μακροχρόνιες προσαρμογές του εγκεφάλου παρά στις οξείες επιδράσεις του αποκλεισμού των υποδοχέων ντοπαμίνης. Οι ντοπαμινεργικοί ανταγωνιστές έχουν χρησιμοποιηθεί για διάφορους άλλους κλινικούς σκοπούς, συμπεριλαμβανομένων των ΑΝΤΙΕΜΕΤΙΚΩΝ, στη θεραπεία του συνδρόμου Tourette και για τον λόξυγκα. Ο αποκλεισμός των υποδοχέων ντοπαμίνης σχετίζεται με ΝΕΥΡΟΛΗΠΤΙΚΟ ΚΑΚΟΗΘΕΣ ΣΥΝΔΡΟΜΟ.