SIMVASTATIN
Σιμβαστατίνη
Οι στατίνες είναι πιο ισχυρά φάρμακα από τις ρητίνες ανταλλαγής ιόντων στη μείωση της LDL-χοληστερόλης, αλλά λιγότερο δραστικά στη μείωση των τριγλυκεριδίων και την αύξηση της HDL. Οι σπουδαιότερες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι η αναστρέψιμη μυοσίτιδα και η ραβδομυόλυση. Η …
Curated · Επιμελημένο Δεν προέρχεται από το SPC (ΠΧΠ). πηγή (curated): ACC/AHA 2018 Cholesterol Guideline (Grundy et al., Circulation 2019), Table — Intensity of statin therapy· ESC/EAS 2019 Dyslipidaemia Guidelines. Λιποφιλία: Schachter, Fundam Clin Pharmacol 2005.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-LIPOMIN-MEDICAL PHARMAQUALITY
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από το στόμα
- Χορήγηση: ως εφάπαξ δόση το βράδυ
- Δόση έναρξης: 10-20mg/ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Οι αναπροσαρμογές της δοσολογίας, εάν απαιτηθεί, θα πρέπει να γίνονται σε διαστήματα όχι μικρότερα των 4 εβδομάδων
-
Ενήλικες (Υπερχοληστερολαιμία)Δόση10-20mg/ημερησίωςΜέγ. δόση80mg/ημερησίωςχορηγούμενη ως εφάπαξ δόση το βράδυ. Οι ασθενείς στους οποίους απαιτείται μεγαλύτερη μείωση των επιπέδων LDL-C (μεγαλύτερη από 45%) μπορούν να αρχίσουν την θεραπεία με 20-40mg/ημερησίως. Αναπροσαρμογές της δοσολογίας, εάν απαιτηθεί, θα πρέπει να γίνονται σε διαστήματα όχι μικρότερα των 4 εβδομάδων μέχρι τη μέγιστη δόση των 80mg/ημερησίως. Η δόση των 80mg συνιστάται μόνο σε ασθενείς με σοβαρή υπερχοληστερολαιμία και οι οποίοι βρίσκονται σε μεγάλο κίνδυνο για καρδιαγγειακές επιπλοκές, οι οποίοι δεν έχουν επιτύχει τους θεραπευτικούς τους στόχους σε μικρότερες δόσεις και όταν τα οφέλη αναμένεται να υπερτερούν των πιθανών κινδύνων (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοδυναμικές).
-
Ενήλικες (Ομόζυγος οικογενής υπερχοληστερολαιμία)Δόση40mg/ημερησίωςΜέγ. δόση40 mg/ημερησίωςχορηγούμενη το βράδυ. Ως συμπληρωματικό σε άλλες υπολιπιδαιμικές θεραπείες. Σε ασθενείς που λαμβάνουν λομιταπίδη ταυτόχρονα, η δόση του LIPOMIN/MEDICAL PHARMAQUALITY δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 40 mg/ημερησίως (βλ. Αντενδείξεις, Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις).
-
Ενήλικες (Καρδιαγγειακή πρόληψη)Δόση20 έως 40mg/ημερησίωςχορηγούμενο ως εφάπαξ δόση το βράδυ σε ασθενείς σε μεγάλο κίνδυνο για στεφανιαία καρδιακή νόσο (CHD, με ή χωρίς υπερλιπιδαιμία). Η θεραπεία μπορεί να ξεκινήσει ταυτόχρονα με την δίαιτα και την άσκηση. Αναπροσαρμογές της δοσολογίας, εάν απαιτηθεί, θα πρέπει να γίνονται σε διαστήματα όχι μικρότερα των 4 εβδομάδων μέχρι τη μέγιστη δόση των 80mg/ημερησίως.
-
Ενήλικες (Συγχορήγηση με φιβράτες εκτός γεμφιβροζίλης ή φαινοφιβράτης)Μέγ. δόση10mg/ημερησίωςΗ χορήγηση θα πρέπει να γίνεται είτε > 2 ώρες πριν ή > 4 ώρες μετά την χορήγηση της ένωσης που απομακρύνει το χολικό οξύ.
-
Ενήλικες (Συγχορήγηση με αμιωδαρόνη, αμλοδιπίνη, βεραπαμίλη ή διλτιαζέμη)Μέγ. δόση20mg/ημερησίως
-
Ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργίαΔεν είναι απαραίτητη η τροποποίηση της δοσολογίας.
-
Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <30ml/min)δόσεις πάνω από 10mg/ημερησίως θα πρέπει να εξετάζονται με προσοχή και εάν θεωρηθεί αναγκαίο, να χορηγούνται προσεκτικά.
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται καμιά αναπροσαρμογή της δοσολογίας.
-
Παιδιά και έφηβοι (αγόρια σταδίου Tanner ΙΙ και άνω και κορίτσια που είναι τουλάχιστον ένα χρόνο μετά την εμμηναρχή, ηλικίας 10-17 ετών) με ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμίαΔόση10-40 mg/ημερησίωςΜέγ. δόση40 mg/ημερησίωςΣυνιστώμενη συνήθης αρχική δόση 10 mg μία φορά ημερησίως κατά το βράδυ. Πρέπει να τεθούν σε μια καθιερωμένη δίαιτα μείωσης της χοληστερόλης πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Οι δόσεις πρέπει να εξατομικεύονται. Αναπροσαρμογές πρέπει να γίνονται σε διαστήματα 4 εβδομάδων ή περισσότερο. Η εμπειρία σε παιδιά πριν από την εφηβεία είναι περιορισμένη.
block
SPC-LIPOMIN-MEDICAL PHARMAQUALITY
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Ενεργός ηπατική νόσος ή ανεξήγητα επιμένουσες αυξήσεις των τρανσαμινασών του ορού.
-
Κύηση και γαλουχία
-
Ταυτόχρονη χορήγηση ισχυρών αναστολέων του CYP3A4 (π.χ. ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ποσακοναζόλη, βορικοναζόλη, αναστολείς πρωτεασών HIV, μποσεπρεβίρη, τελαπρεβίρη, ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη, νεφαζοδόνη, και φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν cobicistat)
-
Ταυτόχρονη χορήγηση γεμφιβροζίλης, κυκλοσπορίνης, ή δαναζόλης
-
Ταυτόχρονη χορήγηση λομιταπίδης με δόσεις > 40 mg LIPOMIN/MEDICAL PHARMAQUALITYΠληθυσμόςΑσθενείς με HoFH
warning
SPC-LIPOMIN-MEDICAL PHARMAQUALITY
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Μυοπάθεια/ΡαβδομυόλυσηΣιμβαστατίνη προκαλεί μυοπάθεια. Η δόση 80 mg του LIPOMIN/MEDICAL PHARMAQUALITY θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνον σε ασθενείς με σοβαρή υπερχοληστερολαιμία και σε υψηλό κίνδυνο για καρδιαγγειακές επιπλοκές, οι οποίοι δεν έχουν επιτύχει τους θεραπευτικούς τους στόχους σε χαμηλές δόσεις και όταν τα οφέλη αναμένεται να υπερτερούν των πιθανών κινδύνων. Εάν απαιτείται παράγοντας με τον οποίο υπάρχει αλληλεπίδραση, να χρησιμοποιηθεί είτε μια χαμηλότερη δόση σιμβαστατίνης ή ένα εναλλακτικό σχήμα που βασίζεται σε στατίνη με μικρότερο ενδεχόμενο αλληλεπιδράσεων φαρμάκου προς φάρμακο.
-
Μυοπάθεια σε Ασιάτες ασθενείςΠροσοχήΠληθυσμόςΑσιάτες ασθενείςΠρέπει να δοθεί προσοχή όταν συνταγογραφείται η σιμβαστατίνη σε Ασιάτες ασθενείς και πρέπει να χρησιμοποιείται η μικρότερη αναγκαία δόση.
-
Μειωμένη λειτουργία πρωτεϊνών μεταφοράς (OATP)ΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που είναι φορείς του γονότυπου SLCO1B1 c.521T>C (ιδιαίτερα ομοζυγώτες CC)Η γονιδιακή κωδικοποίηση σχετικά με την παρουσία του C αλληλόμορφου πρέπει να ληφθεί υπόψη πριν από τη συνταγογράφηση σιμβαστατίνης 80 mg. Να αποφεύγονται μεγάλες δόσεις σε φορείς του γονότυπου CC.
-
Μέτρηση κρεατινικής φωσφοκινάσης (CK)Η μέτρηση της CK δεν θα πρέπει να γίνεται μετά από κουραστική άσκηση ή όταν υπάρχει άλλη προφανής αιτία για την αύξηση της CK. Εάν τα επίπεδα της CK έχουν σημαντικά αυξηθεί από την έναρξη της θεραπείας (> 5 x ULN), θα πρέπει να μετρώνται και πάλι τα επίπεδα 5 ως 7 ημέρες αργότερα, προκειμένου να επιβεβαιωθούν τα αποτελέσματα.
-
Ενημέρωση ασθενών για κίνδυνο μυοπάθειας πριν τη θεραπείαΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς που αρχίζουν θεραπεία με σιμβαστατίνη, ή αυτών των οποίων η δόση έχει αυξηθείΠρέπει να εφιστάται η προσοχή για τον κίνδυνο μυοπάθειας και να γίνεται ενημέρωσή τους ώστε να αναφέρουν αμέσως οποιοδήποτε ανεξήγητο μυϊκό πόνο, ευαισθησία ή αδυναμία.
-
Παράγοντες προδιάθεσης για ραβδομυόλυσηΠροσοχήΠληθυσμόςΗλικιωμένοι (>70 ετών), ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, ανεξέλεγκτο υποθυρεοειδισμό, ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό κληρονομικών μυϊκών διαταραχών, προηγούμενο ιστορικό μυϊκής τοξικότητας μετά από λήψη στατίνης ή φιμπράτης, κατάχρηση αλκοόλΣυνιστάται προσοχή. Πρέπει να γίνει μέτρηση της CK πριν από την έναρξη της θεραπείας. Εάν τα επίπεδα της CK είναι σημαντικά αυξημένα πριν την έναρξη (>5 x ULN) η θεραπεία δεν θα πρέπει να αρχίσει.
-
Προηγούμενη μυϊκή διαταραχή από φιβράτη ή στατίνηΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που είχαν παρουσιάσει προηγουμένως κάποια μυϊκή διαταραχή σε μία φιβράτη ή σε μία στατίνηΗ έναρξη της θεραπείας με ένα διαφορετικό φάρμακο της κατηγορίας, θα πρέπει να γίνεται με προσοχή.
-
Μυϊκά συμπτώματα κατά τη διάρκεια της θεραπείαςΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με μία στατίνηΕάν παρουσιασθεί μυϊκός πόνος, αδυναμία ή κράμπες, πρέπει να μετρώνται τα επίπεδα της CK. Εάν τα επίπεδα CK είναι σημαντικά αυξημένα (> 5 x ULN) χωρίς έντονη άσκηση, η θεραπεία θα πρέπει να σταματήσει. Εάν τα μυϊκά συμπτώματα είναι σοβαρά και προκαλούν καθημερινά δυσφορία, ακόμη και αν τα επίπεδα CK είναι < 5 x ULN, θα πρέπει να εξετασθεί το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας. Εάν υπάρχει υποψία για μυοπάθεια, η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί.
-
Επανέναρξη θεραπείας μετά μυϊκά συμπτώματαΕάν τα συμπτώματα υποχωρήσουν και τα επίπεδα CK επιστρέψουν στα φυσιολογικά επίπεδα, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο επανέναρξης της θεραπείας με την ίδια ή διαφορετική στατίνη σε μικρότερες δόσεις και με στενή παρακολούθηση.
-
Διακοπή θεραπείας πριν επέμβασηΗ θεραπεία με σιμβαστατίνη θα πρέπει να διακοπεί προσωρινά μερικές ημέρες πριν από προγραμματισμένη χειρουργική επέμβαση μείζονος σημασίας και όποτε επέρχεται οποιαδήποτε ιατρική ή χειρουργική κατάσταση μείζονος σημασίας.
-
Αλληλεπιδράσεις με ισχυρούς αναστολείς CYP3A4, γεμφιβροζίλη, κυκλοσπορίνη, δαναζόληΑντενδείκνυταιΟ κίνδυνος για μυοπάθεια και ραβδομυόλυση αυξήθηκε σημαντικά. Η χρήση αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων αντενδείκνυται με σιμβαστατίνη. Εάν η θεραπεία με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 δεν μπορεί να αποφευχθεί, η θεραπεία με σιμβαστατίνη πρέπει να διακοπεί.
-
Αλληλεπιδράσεις με αμιωδαρόνη, αμλοδιπίνη, βεραπαμίλη, διλτιαζέμηΠροσοχήΟ κίνδυνος για μυοπάθεια και ραβδομυόλυση αυξήθηκε με ορισμένες δόσεις σιμβαστατίνης. Η συνδυασμένη χορήγηση σιμβαστατίνης σε δόσεις μεγαλύτερες από 20mg ημερησίως με αυτά πρέπει να αποφεύγεται.
-
Αλληλεπιδράσεις με λομιταπίδηΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με HoFHΟ κίνδυνος για μυοπάθεια μπορεί να είναι αυξημένος. Η συνδυασμένη χρήση σιμβαστατίνης σε δόσεις μεγαλύτερες από 40 mg ημερησίως με λομιταπίδη πρέπει να αποφεύγεται.
-
Αλληλεπιδράσεις με λιγότερο ισχυρούς αναστολείς CYP3A4 και χυμό γκρέϊπ φρουτΠροσοχήΠρέπει να εφιστάται προσοχή κατά την ταυτόχρονη χορήγηση σιμβαστατίνης και φλουκοναζόλης, βεραπαμίλης, διλτιαζέμης. Ταυτόχρονη λήψη χυμού γκρέϊπ φρουτ και σιμβαστατίνης πρέπει να αποφεύγεται.
-
Αλληλεπιδράσεις με γεμφιβροζίλη και άλλες φιβράτες (εκτός φαινοφιβράτης)Αντενδείκνυται (γεμφιβροζίλη), Προσοχή (άλλες φιβράτες)Η χορήγηση της σιμβαστατίνης με γεμφιβροζίλη αντενδείκνυται. Η δόση της σιμβαστατίνης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 10mg ημερησίως σε ασθενείς που λαμβάνουν σιμβαστατίνη με άλλες φιβράτες, εκτός της φαινοφιβράτης.
-
Αλληλεπιδράσεις με φαινοφιβράτηΠροσοχήΣυνιστάται προσοχή όταν συνταγογραφείται φαινοφιβράτη με σιμβαστατίνη, καθώς και τα δύο φάρμακα μπορεί να προκαλέσουν μυοπάθεια όταν χορηγούνται ως μονοθεραπεία.
-
Αλληλεπιδράσεις με φουσιδικό οξύΑντενδείκνυταιΗ σιμβαστατίνη δεν πρέπει να συγχορηγείται με φουσιδικό οξύ. Εάν συστηματική χορήγηση φουσιδικού οξέος αναγκαία, η θεραπεία με στατίνη πρέπει να διακόπτεται. Ο ασθενής πρέπει να αναζητά άμεσα ιατρική βοήθεια εάν παρουσιάσει οποιαδήποτε συμπτώματα μυϊκής αδυναμίας, πόνο ή ευαισθησία. Η θεραπεία με στατίνη μπορεί να χορηγηθεί εκ νέου επτά ημέρες μετά την τελευταία δόση φουσιδικού οξέος.
-
Αλληλεπιδράσεις με μέτριους αναστολείς του CYP3A4ΠροσοχήΑναπροσαρμογή της δοσολογίας της σιμβαστατίνης μπορεί να είναι αναγκαία. Για ορισμένους μέτριους αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. διλτιαζέμη), συνιστάται μία μέγιστη δόση των 20 mg σιμβαστατίνης.
-
Αλληλεπιδράσεις με νιασίνη (νικοτινικό οξύ) >1g/ημερησίωςΠροσοχήΟι γιατροί πρέπει προσεκτικά να εκτιμήσουν τα πιθανά οφέλη και τους κινδύνους και να παρακολουθούν προσεκτικά τους ασθενείς για οποιαδήποτε σημεία και συμπτώματα μυϊκού πόνου, ευαισθησίας ή αδυναμίας, ειδικά κατά τους πρώτους μήνες της θεραπείας και όταν αυξηθεί η δοσολογία.
-
Αλληλεπιδράσεις με νιασίνη (νικοτινικό οξύ) >1g/ημερησίως σε Ασιάτες ασθενείςΔεν συνιστάταιΠληθυσμόςΑσιάτες ασθενείςΗ συγχορήγηση σιμβαστατίνης με νιασίνη (νικοτινικό οξύ) σε δόσεις οι οποίες τροποποιούν τα λιπίδια (>1 g/ημερησίως) δεν συνιστάται.
-
Ηπατικές επιδράσεις / Αύξηση τρανσαμινασώνΠληθυσμόςΕνήλικες ασθενείςΣυνιστάται έλεγχος της ηπατικής λειτουργίας πριν την έναρξη της θεραπείας και μετά εάν ενδείκνυται κλινικά. Εάν τα επίπεδα τρανσαμινασών αυξηθούν (>3 x ULN) και επιμένουν, η σιμβαστατίνη θα πρέπει να διακοπεί.
-
Θανατηφόρα και μη-θανατηφόρα ηπατική ανεπάρκειαΣοβαρήΕάν παρουσιασθεί σοβαρή ηπατική βλάβη με κλινικά συμπτώματα και/ή υπερχολερυθριναιμία ή ίκτερο, διακόψτε αμέσως τη θεραπεία. Μην ξεκινήσετε ξανά εάν δεν βρεθεί μία εναλλακτική αιτιολογία.
-
Κατανάλωση αλκοόλΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που καταναλώνουν σημαντικές ποσότητες αλκοόλΤο φάρμακο θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή.
-
Σακχαρώδης διαβήτηςΠληθυσμόςΑσθενείς σε κίνδυνο (γλυκόζη νηστείας 5,6 έως 6,9 mmol/l, BMI>30 kg/m2, αυξημένος αριθμός τριγλυκεριδίων, υπέρταση)Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται τόσο από κλινικής πλευράς όσο και βιοχημικών ελέγχων σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες. Ο κίνδυνος εμφάνισης διαβήτη δεν πρέπει να είναι αιτία διακοπής της θεραπείας.
-
Διάμεση πνευμονική νόσοςΕάν υπάρχει υποψία για κάποιο ασθενή ότι παρουσίασε διάμεση πνευμονική νόσο (δύσπνοια, μη παραγωγικός βήχας, επιδείνωση της γενικής υγείας), η θεραπεία με στατίνη πρέπει να διακοπεί.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (10-17 ετών)ΠληθυσμόςΈφηβες κορίτσιαΤα κορίτσια έφηβοι πρέπει να συμβουλεύονται σχετικά με κατάλληλες μεθόδους αντισύλληψης ενόσω βρίσκονται σε θεραπεία με σιμβαστατίνη.
-
Έκδοχο λακτόζηςΑντενδείκνυταιΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας γαλακτόζης, έλλειψη Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
SPC-LIPOMIN-MEDICAL PHARMAQUALITY
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 (Ιτρακοναζόλη, Κετοκοναζόλη, Ποσακοναζόλη, Βορικοναζόλη, Ερυθρομυκίνη, Κλαριθρομυκίνη, Τελιθρομυκίνη, Αναστολείς πρωτεασών HIV (π.χ. νελφιναβίρη), Μποσεπρεβίρη, Τελαπρεβίρη, Νεφαζοδόνη, Cobicistat)αντένδειξηΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης λόγω αύξησης συγκεντρώσεων σιμβαστατίνης στο πλάσμα.ΣύστασηΑντενδείκνυνται με σιμβαστατίνη. Εάν δεν μπορεί να αποφευχθεί, διακοπή σιμβαστατίνης και εξέταση εναλλακτικής στατίνης.
-
αντένδειξηΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης. Αύξηση AUC των αναστολέων HMG-CoA αναγωγάσης.ΣύστασηΣυγχορήγηση αντενδείκνυται.
-
αντένδειξηΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας και ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΣυγχορήγηση αντενδείκνυται.
-
αντένδειξηΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης. Αύξηση AUC του οξέος της σιμβαστατίνης κατά 1,9-φορές.ΣύστασηΤαυτόχρονη χορήγηση αντενδείκνυται.
-
Άλλες φιβράτες (εκτός της φαινοφιβράτης)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας.ΣύστασηΝα μην υπερβαίνεται η δόση των 10mg σιμβαστατίνης ημερησίως.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης, αυξημένες συγκεντρώσεις και των δύο παραγόντων.ΣύστασηΔεν συνιστάται με σιμβαστατίνη. Εάν η θεραπεία με φουσιδικό οξύ είναι απαραίτητη, η θεραπεία με σιμβαστατίνη πρέπει να διακοπεί.
-
Νιασίνη (νικοτινικό οξύ) (≥ 1g ημερησίως)προσοχήΣπάνιες περιπτώσεις μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΓια Ασιάτες ασθενείς, δεν συνιστάται με σιμβαστατίνη.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας και ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΗ δόση της σιμβαστατίνης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 20 mg ημερησίως.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας, αύξηση έκθεσης στο οξύ της σιμβαστατίνης κατά 1,6 φορές.ΣύστασηΗ δόση της σιμβαστατίνης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 20 mg ημερησίως.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας και ραβδομυόλυσης, αύξηση έκθεσης στο οξύ της σιμβαστατίνης κατά 2,3-φορές.ΣύστασηΗ δόση της σιμβαστατίνης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 20mg ημερησίως.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας και ραβδομυόλυσης, αύξηση έκθεσης στο οξύ της σιμβαστατίνης κατά 2,7-φορές.ΣύστασηΗ δόση της σιμβαστατίνης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 20 mg ημερησίως.
-
ΛομιταπίδηπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας και ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΓια ασθενείς με HoFH, η δόση της σιμβαστατίνης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 40 mg ημερησίως.
-
Χυμός γκρέϊπ φρούτπροσοχήΑναστέλλει το CYP3A4, 7-πλάσια αύξηση στην έκθεση στο οξύ της σιμβαστατίνης με μεγάλες ποσότητες, 1,9-πλάσια με 240ml.ΣύστασηΝα αποφεύγεται ο χυμός γκρέϊπ φρούτ όταν λαμβάνετε σιμβαστατίνη.
-
προσοχήΣπάνιες περιπτώσεις ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΘα πρέπει να εφιστάται προσοχή.
-
Μέτριοι αναστολείς του CYP3A4προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας, ιδιαίτερα με μεγαλύτερες δόσεις σιμβαστατίνης.
-
Αναστολείς της Πρωτεΐνης Μεταφοράς OATP1B1προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα του οξέος σιμβαστατίνης και αυξημένος κίνδυνος για μυοπάθεια.
-
προσοχήΜυοπάθεια και ραβδομυόλυση, ιδίως σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.ΣύστασηΣυνιστάται στενή παρακολούθηση τέτοιων ασθενών.
-
προσοχήΈλλειψη αποτελεσματικότητας της σιμβαστατίνης λόγω μείωσης AUC του οξέος σιμβαστατίνης κατά 93% (ισχυρός επαγωγέας CYP3A4).
-
Αντιπηκτικά χορηγούμενα από το στόμα (κουμαρινικά)παρακολούθησηΕνίσχυση της επίδρασης των κουμαρινικών αντιπηκτικών, αυξημένο INR.ΣύστασηΠρέπει να προσδιορίζεται ο χρόνος προθρομβίνης πριν την έναρξη, συχνά κατά τον πρώτο καιρό και όταν αλλάζει ή διακόπτεται η δόση σιμβαστατίνης.
sick
SPC-LIPOMIN-MEDICAL PHARMAQUALITY
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αναιμία
- Αϋπνία
- Κατάθλιψη
- Διαταραχές ύπνου
- Εφιάλτες
- Κεφαλαλγία
- Παραισθησία
- Ζάλη
- Περιφερική νευροπάθεια
- Επηρεασμένη μνήμη
- επηρεασμένη νοητική κατάσταση (π.χ. απώλεια μνήμης, αφηρημάδα, αμνησία, επηρεασμένη μνήμη, σύγχυση)
- Διάμεση πνευμονική νόσος
- Δυσκοιλιότητα
- Κοιλιακό άλγος
- Μετεωρισμός
- Δυσπεψία
- Διάρροια
- Ναυτία
- Έμετος
- Παγκρεατίτιδα
- Ηπατίτιδα
- Ίκτερος
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Εξάνθημα
- Κνίδωση
- Αλωπεκία
- Μυοπάθεια
- Ραβδομυόλυση
- Μυαλγία
- Μυϊκοί σπασμοί
- Τενοντίτιδα
- Ρήξη τένοντα
- Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
- ανοσολογικά διαμεσολαβημένη νεκρωτική μυοπάθεια (ΑΔΝΜ)
- Στυτική δυσλειτουργία
- Σεξουαλική δυσλειτουργία
- Εξασθένιση
- σύνδρομο υπερευαισθησίας (αγγειοοίδημα, σύνδρομο προσομοιάζον στον ερυθηματώδη λύκο, ρευματική πολυμυαλγία, δερματομυοσίτιδα, αγγειίτιδα, θρομβοκυτοπενία, ηωσινοφιλία, αυξημένη ΤΚΕ, αρθρίτιδα, αρθραλγία, κνησμός, φωτοευαισθησία, πυρετός, έξαψη, δύσπνοια, αίσθημα κακουχίας)
- αυξήσεις των τρανσαμινασών του ορού (αμινοτρανσφεράση της αλανίνης, αμινοτρανσφεράση του ασπαρτικού, γ-γλουταμινική τρανσπεπτιδάση)
- αυξήσεις των επιπέδων HbA1c
- αυξήσεις της γλυκόζης ορού νηστείας
- Αυξημένες τιμές αλκαλικής φωσφατάσης
- Αύξηση επιπέδων CK ορού
- Σακχαρώδης διαβήτης
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣπάνιεςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΊκτεροςΉπαρ
-
ΣπάνιεςΑλωπεκίαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑναιμίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΑυξημένες τιμές αλκαλικής φωσφατάσηςΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΑύξηση επιπέδων CK ορούΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΕξασθένισηΓενικές
-
ΣπάνιεςΖάληΝευρικό
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΜυοπάθειαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΟξεία νεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
Σπάνιεςαυξήσεις των τρανσαμινασών του ορού (αμινοτρανσφεράση της αλανίνης, αμινοτρανσφεράση του ασπαρτικού, γ-γλουταμινική τρανσπεπτιδάση)Παρακλινικές εξετάσεις
-
Σπάνιεςσύνδρομο υπερευαισθησίας (αγγειοοίδημα, σύνδρομο προσομοιάζον στον ερυθηματώδη λύκο, ρευματική πολυμυαλγία, δερματομυοσίτιδα, αγγειίτιδα, θρομβοκυτοπενία, ηωσινοφιλία, αυξημένη ΤΚΕ, αρθρίτιδα, αρθραλγία, κνησμός, φωτοευαισθησία, πυρετός, έξαψη, δύσπνοια, αίσθημα κακουχίας)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ σπάνιεςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΕπηρεασμένη μνήμηΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΗπατική ανεπάρκειαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΔιάμεση πνευμονική νόσοςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΔιαταραχές ύπνουΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΕφιάλτεςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΡήξη τένονταΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΣακχαρώδης διαβήτηςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΣεξουαλική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΣτυτική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΤενοντίτιδαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςανοσολογικά διαμεσολαβημένη νεκρωτική μυοπάθεια (ΑΔΝΜ)Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Μη γνωστέςαυξήσεις της γλυκόζης ορού νηστείαςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Μη γνωστέςαυξήσεις των επιπέδων HbA1cΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Μη γνωστέςεπηρεασμένη νοητική κατάσταση (π.χ. απώλεια μνήμης, αφηρημάδα, αμνησία, επηρεασμένη μνήμη, σύγχυση)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
pregnant_woman
SPC-LIPOMIN-MEDICAL PHARMAQUALITY
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΗ ασφάλεια στις εγκυμονούσες γυναίκες δεν έχει τεκμηριωθεί. Έχουν γίνει σπάνια αναφορές για συγγενείς ανωμαλίες. Σε μία ανάλυση ~200 εγκυμοσυνών, η συχνότητα των συγγενών ανωμαλιών ήταν συγκρίσιμη με αυτή του γενικού πληθυσμού. Η θεραπεία μπορεί να μειώσει τα εμβρυϊκά επίπεδα των μεβαλονικών ενώσεων. Το LIPOMIN/MEDICAL PHARMAQUALITY δεν πρέπει να χορηγείται σε γυναίκες που εγκυμονούν, που προσπαθούν να συλλάβουν ή υποπτεύονται ότι εγκυμονούν. Η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή έως ότου διαγνωσθεί ότι δεν υπάρχει εγκυμοσύνη (βλ. Αντενδείξεις και Προκλινικά δεδομένα).
-
ΘηλασμόςΑποφεύγεταιΔεν είναι γνωστό εάν η σιμβαστατίνη και οι μεταβολίτες της εκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Εξαιτίας της πιθανότητας σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών, οι γυναίκες δεν πρέπει να θηλάζουν (βλ. Αντενδείξεις).
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΔεν είναι διαθέσιμα κλινικά δεδομένα μελετών σχετικά με τις επιδράσεις της σιμβαστατίνης στην ανθρώπινη γονιμότητα. Η σιμβαστατίνη δεν είχε καμία επίδραση στην γονιμότητα αρσενικών και θηλυκών αρουραίων (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-LIPOMIN-MEDICAL PHARMAQUALITY
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-LIPOMIN-MEDICAL PHARMAQUALITY
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
-
Κρεατινική κινάση (CK)
· Πριν την έναρξη της θεραπείας
Παράγοντες προδιάθεσης για ραβδομυόλυση
- Αμινοτρανσφεράσες (AST/ALT) · Πριν την έναρξη της θεραπείας και μετά εάν κλινικά ενδείκνυται
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αμινοτρανσφεράσες (AST/ALT) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | Πριν την τιτλοποίηση, 3 μήνες μετά την τιτλοποίηση στα 80mg, και περιοδικά (π.χ. κάθε εξάμηνο) για τον πρώτο χρόνο | Τιτλοποίηση στη δόση των 80mg |
| Αμέσως και στη συνέχεια πιο συχνά | Αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασών | ||
| Βιοχημικοί έλεγχοι | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | — | Κίνδυνος σακχαρώδη διαβήτη |
| Κρεατινική φωσφοκινάση (CK) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | Εάν > 5 x ULN αρχική μέτρηση: επανάληψη 5-7 ημέρες αργότερα | Μετά κουραστική άσκηση ή άλλη αιτία αύξησης CK |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κλινική παρακολούθηση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | — | Κίνδυνος σακχαρώδη διαβήτη |
| Κρεατινική κινάση (CK) | more_horizΆλλο / λοιπά | Όταν παρουσιασθούν συμπτώματα | Μυϊκός πόνος, αδυναμία ή κράμπες |
| Περιοδικά | — |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-LIPOMIN-MEDICAL PHARMAQUALITY
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
To εύρος του δοσολογικού σχήματος είναι 5-80mg/ημερησίως, χορηγούμενο από το στόμα ως εφάπαξ δόση το βράδυ. Οι αναπροσαρμογές της δοσολογίας, εάν απαιτηθεί, θα πρέπει να γίνονται σε διαστήματα όχι μικρότερα των 4 εβδομάδων μέχρι τη μέγιστη δόση των 80mg/ημερησίως ως εφάπαξ δόση το βράδυ. Η δόση των 80mg συνιστάται μόνο σε ασθενείς με σοβαρή υπερχοληστερολαιμία και οι οποίοι βρίσκονται σε μεγάλο κίνδυνο για καρδιαγγειακές επιπλοκές, οι οποίοι δεν έχουν επιτύχει τους θεραπευτικούς τους στόχους σε μικρότερες δόσεις και όταν τα οφέλη αναμένεται να υπερτερούν των πιθανών κινδύνων (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοδυναμικές).
Υπερχοληστερολαιμία
Ο ασθενής θα πρέπει να υποβληθεί σε μία καθιερωμένη διαιτητική αγωγή για τη μείωση της χοληστερόλης και να συνεχίσει με αυτή τη δίαιτα κατά τη διάρκεια της θεραπείας με LIPOMIN/MEDICAL PHARMAQUALITY. Η συνήθης δόση έναρξης είναι 10-20mg/ημερησίως χορηγούμενη ως εφάπαξ δόση το βράδυ. Οι ασθενείς στους οποίους απαιτείται μεγαλύτερη μείωση των επιπέδων LDL-C (μεγαλύτερη από 45%) μπορούν να αρχίσουν την θεραπεία με 20-40mg/ημερησίως χορηγούμενη ως εφάπαξ δόση το βράδυ. Αναπροσαρμογές της δοσολογίας, εάν απαιτηθεί, θα πρέπει να γίνονται όπως αναφέρθηκε ειδικά παραπάνω.
Ομόζυγος οικογενής υπερχοληστερολαιμία
Βάσει των αποτελεσμάτων μίας ελεγχόμενης κλινικής μελέτης, η συνιστώμενη δοσολογία έναρξης είναι LIPOMIN/MEDICAL PHARMAQUALITY 40mg/ημερησίως χορηγούμενη το βράδυ. Το LIPOMIN/MEDICAL PHARMAQUALITY πρέπει να χρησιμοποιείται σε αυτούς τους ασθενείς ως συμπληρωματικό σε άλλες υπολιπιδαιμικές θεραπείες, που μειώνουν τα λιπίδια (π.χ. LDL αφαίρεση) ή εφόσον τέτοιες θεραπείες δεν είναι διαθέσιμες. Σε ασθενείς που λαμβάνουν λομιταπίδη ταυτόχρονα με LIPOMIN/MEDICAL PHARMAQUALITY, η δόση του LIPOMIN/MEDICAL PHARMAQUALITY δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 40 mg/ημερησίως (βλ. Αντενδείξεις, Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις).
Καρδιαγγειακή πρόληψη
Η συνήθης δόση του LIPOMIN/MEDICAL PHARMAQUALITY είναι 20 έως 40mg/ημερησίως χορηγούμενο ως εφάπαξ δόση το βράδυ σε ασθενείς σε μεγάλο κίνδυνο για στεφανιαία καρδιακή νόσο (CHD, με ή χωρίς υπερλιπιδαιμία). Η θεραπεία με το φάρμακο μπορεί να ξεκινήσει ταυτόχρονα με την δίαιτα και την άσκηση. Αναπροσαρμογές της δοσολογίας, εάν απαιτηθεί, θα πρέπει να γίνονται όπως αναφέρθηκε ειδικά παραπάνω.
Συγχορήγηση με άλλα υπολιπιδαιμικά
Το LIPOMIN/MEDICAL PHARMAQUALITY είναι αποτελεσματικό ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με ενώσεις που απομακρύνουν το χολικό οξύ. Η χορήγηση θα πρέπει να γίνεται είτε > 2 ώρες πριν ή > 4 ώρες μετά την χορήγηση της ένωσης που απομακρύνει το χολικό οξύ. Σε ασθενείς που λαμβάνουν LIPOMIN/MEDICAL PHARMAQUALITY ταυτόχρονα με φιβράτες εκτός της γεμφιβροζίλης (βλ. Αντενδείξεις) ή της φαινοφιβράτης, η δοσολογία του LIPOMIN/MEDICAL PHARMAQUALITY δεν θα πρέπει να υπερβαίνει 10mg/ημερησίως. Σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με αμιωδαρόνη, αμλοδιπίνη, βεραπαμίλη ή διλτιαζέμη ταυτόχρονα με LIPOMIN/MEDICAL PHARMAQUALITY, η δοσολογία του LIPOMIN/MEDICAL PHARMAQUALITY δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 20mg/ημερησίως. (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις).
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
Δεν είναι απαραίτητη η τροποποίηση της δοσολογίας σε ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία. Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <30ml/min), δόσεις πάνω από 10mg/ημερησίως θα πρέπει να εξετάζονται με προσοχή και εάν θεωρηθεί αναγκαίο, να χορηγούνται προσεκτικά.
Ηλικιωμένοι
Δεν απαιτείται καμιά αναπροσαρμογή της δοσολογίας.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Για παιδιά και εφήβους (αγόρια σταδίου Tanner ΙΙ και άνω και κορίτσια που είναι τουλάχιστον ένα χρόνο μετά την εμμηναρχή, ηλικίας 10-17 ετών) με ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία, η συνιστώμενη συνήθης αρχική δόση είναι 10 mg μία φορά ημερησίως κατά το βράδυ. Τα παιδιά και οι έφηβοι πρέπει να τεθούν σε μια καθιερωμένη δίαιτα μείωσης της χοληστερόλης πριν από την έναρξη της θεραπείας με σιμβαστατίνη. Αυτή η δίαιτα πρέπει να συνεχισθεί κατά την διάρκεια της θεραπείας με σιμβαστατίνη. Το συνιστώμενο δοσολογικό εύρος είναι 10-40 mg/ημερησίως. Η μέγιστη συνιστώμενη δόση είναι 40 mg/ημερησίως. Οι δόσεις πρέπει να εξατομικεύονται σύμφωνα με τον συνιστώμενο στόχο της θεραπείας, όπως συνιστάται,σύμφωνα με τις συστάσεις για την παιδιατρική θεραπεία. (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοδυναμικές). Αναπροσαρμογές πρέπει να γίνονται σε διαστήματα 4 εβδομάδων ή περισσότερο. Η εμπειρία με το LIPOMIN/MEDICAL PHARMAQUALITY σε παιδιά πριν από την εφηβεία είναι περιορισμένη.
Τρόπος χορήγησης
Το LIPOMIN/MEDICAL PHARMAQUALITY είναι για χορήγηση από το στόμα. Το LIPOMIN/MEDICAL PHARMAQUALITY μπορεί να χορηγηθεί ως εφάπαξ δόση κατά το βράδυ.
block
Αντενδείξεις
SPC-LIPOMIN-MEDICAL PHARMAQUALITY
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στην δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Ενεργός ηπατική νόσος ή ανεξήγητα επιμένουσες αυξήσεις των τρανσαμινασών του ορού.
- Κύηση και γαλουχία (βλ. Κύηση και γαλουχία).
- Ταυτόχρονη χορήγηση ισχυρών αναστολέων του CYP3A4 (παράγοντες που αυξάνουν την AUC περίπου 5 φορές ή περισσότερο, π.χ. ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ποσακοναζόλη, βορικοναζόλη, αναστολείς πρωτεασών HIV (π.χ. νελφιναβίρη), μποσεπρεβίρη, τελαπρεβίρη, ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη, νεφαζοδόνη, και φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν cobicistat) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις).
- Ταυτόχρονη χορήγηση γεμφιβροζίλης, κυκλοσπορίνης, ή δαναζόλης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις).
- Σε ασθενείς με HoFH ταυτόχρονη χορήγηση λομιταπίδης με δόσεις > 40 mg LIPOMIN/MEDICAL PHARMAQUALITY (βλ. Δοσολογία, Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-LIPOMIN-MEDICAL PHARMAQUALITY
expand_more
Προειδοποιήσεις
Μυοπάθεια/Ραβδομυόλυση
Η σιμβαστατίνη περιστασιακά προκαλεί μυοπάθεια που εκδηλώνεται ως μυϊκός πόνος, ευαισθησία ή αδυναμία με επίπεδα της κρεατινικής φωσφοκινάσης (CK) δέκα φορές πάνω από το ανώτερο φυσιολογικό όριο (ULN). Η μυοπάθεια μερικές φορές εκδηλώνεται όπως η ραβδομυόλυση με ή χωρίς οξεία νεφρική ανεπάρκεια, ως συνέπεια της μυοσφαιρινουρίας, και πολύ σπάνια έχουν εμφανισθεί θάνατοι. Ο κίνδυνος για μυοπάθεια αυξήθηκε με τα αυξημένα επίπεδα του αναστολέα της HMG-CoA αναγωγάσης στο πλάσμα.
Ο κίνδυνος για μυοπάθεια/ραβδομυόλυση σχετίζεται με τη δοσολογία. Η συχνότητα εμφάνισης μυοπάθειας ήταν περίπου 0,03%, 0,08% και 0,61% για 20, 40 και 80mg ημερησίως, αντιστοίχως. Ο κίνδυνος μυοπάθειας είναι μεγαλύτερος σε ασθενείς που λαμβάνουν σιμβαστατίνη 80 mg.
Η δόση 80 mg του LIPOMIN/MEDICAL PHARMAQUALITY θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνον σε ασθενείς με σοβαρή υπερχοληστερολαιμία και σε υψηλό κίνδυνο για καρδιαγγειακές επιπλοκές, οι οποίοι δεν έχουν επιτύχει τους θεραπευτικούς τους στόχους σε χαμηλές δόσεις και όταν τα οφέλη αναμένεται να υπερτερούν των πιθανών κινδύνων. Σε ασθενείς που λαμβάνουν σιμβαστατίνη 80 mg για τους οποίους απαιτείται ένας παράγοντας με τον οποίο υπάρχει αλληλεπίδραση, θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί είτε μια χαμηλότερη δόση σιμβαστατίνης ή ένα εναλλακτικό σχήμα που βασίζεται σε στατίνη με μικρότερο ενδεχόμενο αλληλεπιδράσεων φαρμάκου προς φάρμακο (βλ. Δοσολογία, Αντενδείξεις και Αλληλεπιδράσεις).
Μολονότι ο μόνος Ασιατικός πληθυσμός που αξιολογήθηκε σε κλινική μελέτη ήταν Κινέζοι, πρέπει να δοθεί προσοχή όταν συνταγογραφείται η σιμβαστατίνη σε Ασιάτες ασθενείς και πρέπει να χρησιμοποιείται η μικρότερη αναγκαία δόση.
Μειωμένη λειτουργία των πρωτεϊνών μεταφοράς
Μειωμένη λειτουργία των ηπατικών πρωτεϊνών μεταφοράς (OATP) μπορεί να αυξήσει την συστηματική έκθεση του οξέος της σιμβαστατίνης και να αυξήσει τον κίνδυνο για μυοπάθεια και ραβδομυόλυση. Μπορεί να παρατηρηθεί μειωμένη λειτουργία ως το αποτέλεσμα της αναστολής μέσω αλληλεπίδρασης με φάρμακα (π.χ. κυκλοσπορίνη) ή σε ασθενείς οι οποίοι είναι φορείς του γονότυπου SLCO1B1 c.521T>C. Οι φορείς του ομοζυγωτικού C αλληλόμορφου (CC) που έλαβαν θεραπεία με 80 mg έχουν 15% κίνδυνο για μυοπάθεια μέσα σε ένα χρόνο, ενώ ο κίνδυνος για τους φορείς του ετεροζυγωτικού C αλληλόμορφου (CT) είναι 1,5%. Ο κίνδυνος που αντιστοιχεί είναι 0,3% σε ασθενείς που έχουν τον πιο συχνό γονότυπο (TT) (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Όπου είναι διαθέσιμη, η γονιδιακή κωδικοποίηση σχετικά με την παρουσία του C αλληλόμορφου πρέπει να ληφθεί υπόψη ως τμήμα της αξιολόγησης οφέλους/κινδύνου πριν από την συνταγογράφηση σιμβαστατίνης 80 mg για εξατομικευμένους ασθενείς και να αποφεύγονται μεγάλες δόσεις σ’ αυτούς που βρέθηκε ότι είναι φορείς του γονότυπου CC. Ωστόσο, η απουσία αυτού του γονιδίου κατά την κωδικοποίηση δεν αποκλείει τελείως τη πιθανότητα να παρουσιασθεί μυοπάθεια.
Μέτρηση της κρεατινικής φωσφοκινάσης
Η μέτρηση της κρεατινικής φωσφοκινάσης (CK) δεν θα πρέπει να γίνεται μετά από κουραστική άσκηση ή όταν υπάρχει άλλη προφανής αιτία για την αύξηση της CK επειδή αυτό δυσκολεύει την αξιολόγηση της τιμής της. Εάν τα επίπεδα της CK έχουν σημαντικά αυξηθεί από την έναρξη της θεραπείας (> 5 x ULN), θα πρέπει να μετρώνται και πάλι τα επίπεδα 5 ως 7 ημέρες αργότερα, προκειμένου να επιβεβαιωθούν τα αποτελέσματα.
Πριν από την θεραπεία
Σ’ όλους τους ασθενείς που αρχίζουν θεραπεία με σιμβαστατίνη, ή σε αυτούς των οποίων η δόση της σιμβαστατίνης έχει αυξηθεί, πρέπει να εφιστάται η προσοχή για τον κίνδυνο μυοπάθειας και πρέπει να γίνεται ενημέρωσή τους ώστε να αναφέρουν αμέσως οποιοδήποτε ανεξήγητο μυϊκό πόνο, ευαισθησία ή αδυναμία.
Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς με παράγοντες που προδιαθέτουν για ραβδομυόλυση. Προκειμένου να καθιερωθεί μία αρχική τιμή αναφοράς, θα πρέπει να γίνει μέτρηση της CK πριν από την έναρξη της θεραπείας στις ακόλουθες περιπτώσεις:
- Ηλικιωμένοι (ηλικίας >70 ετών)
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Ανεξέλεγκτος υποθυρεοειδισμός
- Ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό κληρονομικών μυϊκών διαταραχών
- Προηγούμενο ιστορικό μυϊκής τοξικότητας μετά από λήψη στατίνης ή φιμπράτης.
- Κατάχρηση αλκοόλ. Σε αυτές τις καταστάσεις ο κίνδυνος της θεραπείας θα πρέπει να ληφθεί υπόψη σε σχέση με το πιθανό όφελος και συνιστάται κλινική παρακολούθηση. Εάν κάποιος ασθενής είχε παρουσιάσει προηγουμένως κάποια μυϊκή διαταραχή σε μία φιβράτη ή σε μία στατίνη, η έναρξη της θεραπείας με ένα διαφορετικό φάρμακο της κατηγορίας, θα πρέπει να γίνεται με προσοχή. Εάν τα επίπεδα της CK είναι σημαντικά αυξημένα πριν την έναρξη (>5 x ULN) η θεραπεία δεν θα πρέπει να αρχίσει.
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας
Εάν παρουσιασθεί μυϊκός πόνος, αδυναμία ή κράμπες ενόσω κάποιος ασθενής λαμβάνει θεραπεία με μία στατίνη, θα πρέπει να μετρώνται τα επίπεδα της CK. Εάν αυτά τα επίπεδα έχουν βρεθεί κατά την απουσία έντονης άσκησης, σημαντικά αυξημένα (> 5 x ULN), η θεραπεία θα πρέπει να σταματήσει. Εάν τα μυϊκά συμπτώματα είναι σοβαρά και προκαλούν καθημερινά δυσφορία, ακόμη και αν τα επίπεδα CK είναι < 5 x ULN, θα πρέπει να εξετασθεί το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας. Εάν υπάρχει υποψία για μυοπάθεια για οποιοδήποτε λόγο, η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί.
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ορισμένες στατίνες ή μετά την ολοκλήρωσή της, υπήρξαν πολύ σπάνιες αναφορές περί ανοσολογικά διαμεσολαβούμενης νεκρωτικής μυοπάθειας (ΑΔΝΜ). Η ΑΔΝΜ χαρακτηρίζεται κλινικά από επίμονη αδυναμία των κεντρομελικών μυών και από αυξημένα επίπεδα κρεατινικής φωσφοκινάσης στον ορό, τα οποία διατηρούνται ακόμα και μετά την διακοπή της αγωγής με στατίνη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Εάν τα συμπτώματα υποχωρήσουν και τα επίπεδα CK επιστρέψουν στα φυσιολογικά επίπεδα, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο επανέναρξης της θεραπείας με την ίδια ή διαφορετική στατίνη σε μικρότερες δόσεις και με στενή παρακολούθηση.
Συνιστώνται περιοδικές μετρήσεις της CK, επειδή μπορεί να είναι χρήσιμες για την ταυτοποίηση υποκλινικών περιπτώσεων μυοπάθειας. Ωστόσο, δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι αυτός ο έλεγχος προλαμβάνει τη μυοπάθεια.
Η θεραπεία με σιμβαστατίνη θα πρέπει να διακοπεί προσωρινά μερικές ημέρες πριν από προγραμματισμένη χειρουργική επέμβαση μείζονος σημασίας και όποτε επέρχεται οποιαδήποτε ιατρική ή χειρουργική κατάσταση μείζονος σημασίας.
Μέτρα για τη μείωση του κινδύνου για μυοπάθεια που προκαλείται από τις αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα (βλ. Αλληλεπιδράσεις)
Ο κίνδυνος για μυοπάθεια και ραβδομυόλυση αυξήθηκε σημαντικά με την ταυτόχρονη λήψη σιμβαστατίνης με ισχυρούς αναστολείς του συστήματος CYP3A4 (όπως ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ποσακοναζόλη, βορικοναζόλη, ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη, αναστολείς πρωτεασών HIV (π.χ. νελφιναβίρη), μποσεπρεβίρη, τελαπρεβίρη, νεφαζοδόνη, φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν cobicistat), καθώς και με γεμφιβροζίλη, κυκλοσπορίνη και δαναζόλη. Η χρήση αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
Ο κίνδυνος για μυοπάθεια και ραβδομυόλυση αυξήθηκε επίσης με την ταυτόχρονη χρήση αμιωδαρόνης, αμλοδιπίνης, βεραπαμίλης ή διλτιαζέμης με ορισμένες δόσεις σιμβαστατίνης (βλ. Δοσολογία και Αλληλεπιδράσεις). Ο κίνδυνος για μυοπάθεια, συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης, μπορεί να αυξηθεί με την ταυτόχρονη χορήγηση φουσιδικού οξέος με στατίνες (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Για ασθενείς με HoFH, αυτός ο κίνδυνος μπορεί να είναι αυξημένος με την ταυτόχρονη χρήση λομιταπίδης με σιμβαστατίνη.
Συνεπώς, σχετικά με τους αναστολείς του CYP3A4, η χορήγηση της σιμβαστατίνης ταυτόχρονα με ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ποσακοναζόλη, βορικοναζόλη, αναστολείς πρωτεασών HIV (π.χ. νελφιναβίρη), μποσεπρεβίρη, τελαπρεβίρη, ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη, νεφαζοδόνη, και φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν cobicistat αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις και Αλληλεπιδράσεις). Εάν η θεραπεία με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 (παράγοντες που αυξάνουν την AUC περίπου 5 φορές ή περισσότερο) δεν μπορεί να αποφευχθεί, η θεραπεία με σιμβαστατίνη πρέπει να διακοπεί (και να εξετασθεί το ενδεχόμενο χορήγησης μιας εναλλακτικής στατίνης) κατά την διάρκεια αυτής της θεραπείας. Επιπλέον, θα πρέπει να εφιστάται προσοχή κατά την ταυτόχρονη χορήγηση σιμβαστατίνης και ορισμένων λιγότερο ισχυρών αναστολέων του CYP3A4: φλουκοναζόλη, βεραπαμίλη, διλτιαζέμη (βλ. Δοσολογία και Αλληλεπιδράσεις). Ταυτόχρονη λήψη χυμού γκρέϊπ φρουτ και σιμβαστατίνης πρέπει να αποφεύγεται.
Η χορήγηση της σιμβαστατίνης με γεμφιβροζίλη αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις). Λόγω του αυξημένου κινδύνου για μυοπάθεια και ραβδομυόλυση, η δόση της σιμβαστατίνης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 10mg ημερησίως σε ασθενείς που λαμβάνουν σιμβαστατίνη με άλλες φιβράτες, εκτός της φαινοφιβράτης (βλ. Δοσολογία και Αλληλεπιδράσεις).
Συνιστάται προσοχή όταν συνταγογραφείται φαινοφιβράτη με σιμβαστατίνη, καθώς και τα δύο φάρμακα μπορεί να προκαλέσουν μυοπάθεια όταν χορηγούνται ως μονοθεραπεία.
Η σιμβαστατίνη δεν πρέπει να συγχορηγείται με φουσιδικό οξύ. Έχουν γίνει αναφορές ραβδομυόλυσης (συμπεριλαμβανομένων μερικών θανάτων) σε ασθενείς που ελάμβαναν αυτό το συνδυασμό (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Σε ασθενείς στους οποίους η συστηματική χορήγηση φουσιδικού οξέος θεωρείται αναγκαία, η θεραπεία με στατίνη πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια θεραπείας με φουσιδικό οξύ. Ο ασθενής πρέπει να καθοδηγείται να αναζητά άμεσα ιατρική βοήθεια εάν παρουσιάσει οποιαδήποτε συμπτώματα μυϊκής αδυναμίας, πόνο ή ευαισθησία. Η θεραπεία με στατίνη μπορεί να χορηγηθεί εκ νέου επτά ημέρες μετά την τελευταία δόση φουσιδικού οξέος. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπου απαιτείται παρατεταμένη συστηματική χρήση φουσιδικού οξέος, π.χ. για την θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων, το ενδεχόμενο της ανάγκης συγχορήγησης σιμβαστατίνης και φουσιδικού οξέος πρέπει να εξετάζεται κατά περίπτωση και κάτω από στενή ιατρική παρακολούθηση.
Η συνδυασμένη χορήγηση της σιμβαστατίνης σε δόσεις μεγαλύτερες από 20mg ημερησίως με αμιωδαρόνη, αμλοδιπίνη, βεραπαμίλη, ή διλτιαζέμη πρέπει να αποφεύγεται. Σε ασθενείς με HoFH, η συνδυασμένη χρήση της σιμβαστατίνης σε δόσεις μεγαλύτερες από 40 mg ημερησίως με λομιταπίδη πρέπει να αποφεύγεται (βλ. Δοσολογία, Αντενδείξεις και Αλληλεπιδράσεις).
Ασθενείς που λαμβάνουν άλλα φάρμακα που επισημαίνεται ότι έχουν μέτρια ανασταλτική επίδραση στο CYP3A4 ταυτόχρονα με σιμβαστατίνη, ιδιαίτερα με μεγαλύτερες δόσεις σιμβαστατίνης, ενδέχεται να βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο για μυοπάθεια. Όταν συγχορηγείται σιμβαστατίνη με ένα μέτριο αναστολέα του CYP3A4 (παράγοντες που αυξάνουν την AUC περίπου κατά 2-5 φορές), μπορεί να είναι αναγκαία η αναπροσαρμογή της δοσολογίας της σιμβαστατίνης. Για ορισμένους μέτριους αναστολείς του CYP3A4 π.χ. διλτιαζέμη, συνιστάται μία μέγιστη δόση των 20 mg σιμβαστατίνης (βλ. Δοσολογία).
Σπάνιες περιπτώσεις μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης έχουν συσχετισθεί με την ταυτόχρονη χορήγηση αναστολέων της αναγωγάσης HMG-CoA και νιασίνης (νικοτινικού οξέος), σε δόσεις οι οποίες τροποποιούν τα λιπίδια (>1 g/ημερησίως), καθένα από τα οποία μπορεί να προκαλέσει μυοπάθεια εάν χορηγηθεί ως μονοθεραπεία.
Οι γιατροί που σκοπεύουν να χορηγήσουν την συνδυασμένη θεραπεία με σιμβαστατίνη και νιασίνη (νικοτινικό οξύ), σε δόσεις οι οποίες τροποποιούν τα λιπίδια (>1g/ημερησίως) ή προϊόντα που περιέχουν νιασίνη, πρέπει προσεκτικά να εκτιμήσουν τα πιθανά οφέλη και τους κινδύνους και να παρακολουθούν προσεκτικά τους ασθενείς για οποιαδήποτε σημεία και συμπτώματα μυϊκού πόνου, ευαισθησίας ή αδυναμίας, ειδικά κατά τους πρώτους μήνες της θεραπείας και όταν αυξηθεί η δοσολογία οποιουδήποτε από τα δύο φαρμακευτικά προϊόντα.
Η συγχορήγηση σιμβαστατίνης με νιασίνη (νικοτινικό οξύ) σε δόσεις οι οποίες τροποποιούν τα λιπίδια (>1 g/ημερησίως) δεν συνιστάται σε Ασιάτες ασθενείς. Η ασιπιμόξη είναι δομικά συναφής με την νιασίνη. Παρόλο που η ασιπιμόξη δεν έχει μελετηθεί, ο κίνδυνος για τοξικές επιδράσεις που σχετίζονται με τους μύες μπορεί να είναι παρόμοιος με αυτόν της νιασίνης.
Ηπατικές επιδράσεις
Σε κλινικές μελέτες, επιμένουσα αύξηση επιμένουσες αυξήσεις (> 3 x ULN) των τρανσαμινασών του ορού παρουσιάσθηκαν σε μερικούς ενήλικες ασθενείς που έλαβαν σιμβαστατίνη. Όταν η σιμβαστατίνη διεκόπη προσωρινά ή τελείως σε αυτούς τους ασθενείς, τα επίπεδα των τρανσαμινασών επανήλθαν αργά στα επίπεδα πριν την έναρξη της θεραπείας.
Συνιστάται να γίνεται έλεγχος της ηπατικής λειτουργίας πριν την έναρξη της θεραπείας και μετά στη συνέχεια, εάν ενδείκνυται κλινικά. Ασθενείς που τιτλοποιούνται στη δόση των 80mg θα πρέπει να κάνουν ένα επιπλέον έλεγχο πριν από την τιτλοποίηση, 3 μήνες μετά την τιτλοποίηση στη δοσολογία των 80mg και περιοδικά για το επόμενο διάστημα (π.χ. κάθε εξάμηνο) για τον πρώτο χρόνο της θεραπείας.
Οι ασθενείς που αναπτύσσουν αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασών πρέπει να παρακολουθούνται με ιδιαίτερη προσοχή και σ’αυτούς τους ασθενείς πρέπει να επαναλαμβάνονται οι μετρήσεις αμέσως και στη συνέχεια να επαναλαμβάνονται πιο συχνά. Εάν τα επίπεδα των τρανσαμινασών δείχνουν αύξηση, και ιδιαίτερα αν αυξηθούν >3 x ULN και η αύξηση αυτή επιμένει, η σιμβαστατίνη θα πρέπει να διακοπεί. Να σημειωθεί ότι η ALT μπορεί να προέρχεται από τους μύες, επομένως αύξηση της ALT μαζί με τη CK μπορεί να υποδηλώνει μυοπάθεια (βλ. παραπάνω Μυοπάθεια/Ραβδομυόλυση).
Υπήρξαν σπάνιες αναφορές μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου για θανατηφόρα και μη-θανατηφόρα ηπατική ανεπάρκεια σε ασθενείς που λαμβάνουν στατίνες συμπεριλαμβανομένης της σιμβαστατίνης. Εάν παρουσιασθεί σοβαρή ηπατική βλάβη με κλινικά συμπτώματα και/ή υπερχολερυθριναιμία ή ίκτερο κατά τη διάρκεια της θεραπείας με LIPOMIN/MEDICAL PHARMAQUALITY, διακόψτε αμέσως την θεραπεία. Μην ξεκινήσετε ξανά τη λήψη του LIPOMIN/MEDICAL PHARMAQUALITY εάν δεν βρεθεί μία εναλλακτική αιτιολογία.
Το φάρμακο θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς που καταναλώνουν σημαντικές ποσότητες αλκοόλ.
Έχει αναφερθεί μέτρια (<3 x ULN) αύξηση των τρανσαμινασών του ορού μετά από θεραπεία με σιμβαστατίνη. Αυτές οι μεταβολές ήταν συνήθως παροδικές, δεν συνοδεύτηκαν από κάποιο σύμπτωμα και δεν απαιτήθηκε διακοπή της θεραπείας.
Σακχαρώδης διαβήτης
Κλινικές μελέτες επιβεβαίωσαν ότι οι στατίνες αυξάνουν την πιθανότητα εμφάνισης σακχαρώδη διαβήτη και σε ορισμένους ασθενείς, οι οποίοι βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο για εμφάνιση διαβήτη στο μέλλον, μπορεί να προκαλέσουν επίπεδο υπεργλυκαιμίας το οποίο αντιμετωπίζεται κατάλληλα με τυπική αγωγή για διαβήτη. Ο κίνδυνος, ωστόσο, αντισταθμίζεται με την μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου με στατίνες και γι’ αυτό δεν πρέπει να είναι η αιτία για την διακοπή της θεραπείας με στατίνη.
Οι ασθενείς που βρίσκονται σε κίνδυνο (γλυκόζη νηστείας 5,6 έως 6,9 mmol/l, BMI>30 kg/m2, αυξημένος αριθμός τριγλυκεριδίων, υπέρταση) πρέπει να παρακολουθούνται τόσο από κλινικής πλευράς όσο και βιοχημικών ελέγχων σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες.
Διάμεση πνευμονική νόσος
Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις διάμεσης πνευμονικής νόσου με ορισμένες στατίνες, συμπεριλαμβανομένης της σιμβαστατίνης, ιδιαίτερα με μακροχρόνια θεραπεία (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Τα συμπτώματα που εμφανίζονται μπορεί να συμπεριλαμβάνουν δύσπνοια, μη παραγωγικό βήχα και επιδείνωση της γενικής υγείας (κόπωση, απώλεια βάρους και πυρετός). Εάν υπάρχει υποψία για κάποιο ασθενή ότι παρουσίασε διάμεση πνευμονική νόσο, η θεραπεία με στατίνη πρέπει να διακοπεί.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της σιμβαστατίνης σε ασθενείς ηλικίας 10-17 ετών με ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία, έχει αξιολογηθεί σε μια ελεγχόμενη κλινική μελέτη σε εφήβους, αγόρια σταδίου Tanner ΙΙ και άνω και κορίτσια που ήταν τουλάχιστον ένα χρόνο μετά την εμμηναρχή. Οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με σιμβαστατίνη είχαν προφίλ ανεπιθύμητων ενεργειών γενικά παρόμοιο με αυτό των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με εικονικό φάρμακο. Δόσεις μεγαλύτερες από 40 mg δεν έχουν μελετηθεί σε αυτό τον πληθυσμό. Δεν είχε παρουσιασθεί καμία επίδραση στην ανάπτυξη ή την σεξουαλική ωρίμανση στους εφήβους αγόρια ή κορίτσια, ή οποιαδήποτε επίδραση στη διάρκεια του κύκλου της εμμήνου ρύσης στα κορίτσια (βλ. Δοσολογία, Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοδυναμικές). Τα κορίτσια έφηβοι πρέπει να συμβουλεύονται σχετικά με κατάλληλες μεθόδους αντισύλληψης ενόσω βρίσκονται σε θεραπεία με σιμβαστατίνη (βλ. Αντενδείξεις και Κύηση και γαλουχία).
Σε ασθενείς ηλικίας <18 ετών, δεν έχει μελετηθεί η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια για διαστήματα θεραπείας διάρκειας 48 εβδομάδων και οι επιδράσεις μακράς διάρκειας στη σωματική, νοητική, και σεξουαλική ωρίμανση δεν είναι γνωστές. Η σιμβαστατίνη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς ηλικίας μικρότερης των 10 ετών, ούτε σε παιδιά προ-εφηβείας και κορίτσια που βρίσκονται σε προ-εμμηναρχή.
Έκδοχο
Το προϊόν αυτό περιέχει λακτόζη. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας γαλακτόζης, έλλειψη Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης, δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-LIPOMIN-MEDICAL PHARMAQUALITY
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Μελέτες αλληλεπίδρασης έχουν διεξαχθεί μόνον σε ενήλικες.
Φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις
Αλληλεπιδράσεις με φαρμακευτικά προϊόντα που ελαττώνουν τα λιπίδια που μπορεί να προκαλέσουν μυοπάθεια όταν χορηγούνται μόνα τους. Ο κίνδυνος για μυοπάθεια, συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης, αυξήθηκε με την ταυτόχρονη χορήγηση φιβρατών. Επιπλέον, υπάρχει μία αλληλεπίδραση φαρμακοκινητικής με γεμφιβροζίλη που οδηγεί σε αυξημένα επίπεδα σιμβαστατίνης στο πλάσμα (βλ. Φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις και Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις). Όταν χορηγείται ταυτόχρονα η σιμβαστατίνη και η φαινοφιβράτη, δεν υπάρχει ένδειξη ότι ο κίνδυνος για μυοπάθεια υπερβαίνει το σύνολο των κινδύνων του κάθε φαρμάκου μεμονωμένα. Δεν είναι διαθέσιμα επαρκή στοιχεία φαρμακοεπαγρύπνησης και φαρμακοκινητικής για άλλες φιβράτες. Σπάνιες περιπτώσεις μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης έχουν συσχετισθεί με την συγχορήγηση σιμβαστατίνης με νιασίνη, σε δόσεις οι οποίες τροποποιούν τα λιπίδια (1 g/ημερησίως) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις
Συστάσεις κατά τη συνταγογράφηση παραγόντων που αλληλεπιδρούν συνοψίζονται στον παρακάτω πίνακα (περαιτέρω λεπτομέρειες παρέχονται στο κείμενο, βλ. επίσης Δοσολογία, Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις.)
Αλληλεπιδράσεις Φαρμάκων που σχετίζονται με Αυξημένο Κίνδυνο για Μυοπάθεια/Ραβδομυόλυση
| Παράγοντες που αλληλεπιδρούν | Συστάσεις κατά την συνταγογράφηση |
|---|---|
| Ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 π.χ.: Ιτρακοναζόλη, Κετοκοναζόλη, Ποσακοναζόλη, Βορικοναζόλη, Ερυθρομυκίνη, Κλαριθρομυκίνη, Τελιθρομυκίνη, Αναστολείς πρωτεασών HIV (π.χ. νελφιναβίρη), Μποσεπρεβίρη, Τελαπρεβίρη, Νεφαζοδόνη, Cobicistat | Αντενδείκνυνται με σιμβαστατίνη |
| Κυκλοσπορίνη | Αντενδείκνυνται με σιμβαστατίνη |
| Δαναζόλη | Αντενδείκνυνται με σιμβαστατίνη |
| Γεμφιβροζίλη | Αντενδείκνυνται με σιμβαστατίνη |
| Άλλες φιβράτες (εκτός της φαινοφιβράτης) | Να μην υπερβαίνεται η δόση των 10mg σιμβαστατίνης ημερησίως. |
| Φουσιδικό οξύ | Δεν συνιστάται με σιμβαστατίνη. |
| Νιασίνη (νικοτινικό οξύ) (≥ 1g ημερησίως) | Για Ασιάτες ασθενείς, δεν συνιστάται με σιμβαστατίνη |
| Αμιωδαρόνη | Να μην υπερβαίνεται η δόση των 20mg σιμβαστατίνης ημερησίως. |
| Αμλοδιπίνη | Να μην υπερβαίνεται η δόση των 20mg σιμβαστατίνης ημερησίως. |
| Βεραπαμίλη | Να μην υπερβαίνεται η δόση των 20mg σιμβαστατίνης ημερησίως. |
| Διλτιαζέμη | Να μην υπερβαίνεται η δόση των 20mg σιμβαστατίνης ημερησίως. |
| Λομιταπίδη | Για ασθενείς με HoFH, να μην υπερβαίνεται η δόση των 40mg σιμβαστατίνης ημερησίως. |
| Χυμός γκρέϊπ φρούτ | Να αποφεύγεται ο χυμός γκρέϊπ φρούτ όταν λαμβάνετε σιμβαστατίνη. |
Αλληλεπιδράσεις άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στη σιμβαστατίνη
Αλληλεπιδράσεις που συμπεριλαμβάνουν αναστολείς του CYP3A4 Η σιμβαστατίνη είναι υπόστρατο του κυτοχρώματος Ρ450 3Α4. Ισχυροί αναστολείς του κυτοχρώματος Ρ450 3Α4 αυξάνουν τον κίνδυνο της μυοπάθειας και ραβδομυόλυσης αυξάνοντας τη συγκέντρωση της ανασταλτικής δραστικότητας της αναγωγάσης HMG-CoA στο πλάσμα κατά τη διάρκεια θεραπείας με σιμβαστατίνη. Σ’ αυτούς τους αναστολείς συμπεριλαμβάνονται η ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ποσακοναζόλη, βορικοναζόλη, ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη, αναστολείς πρωτεασών HIV (π.χ. νελφιναβίρη), μποσεπρεβίρη, τελαπρεβίρη, νεφαζοδόνη, και φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν cobicistat. Η ταυτόχρονη χορήγηση ιτρακοναζόλης οδήγησε σε μία περισσότερο από υπερδεκαπλάσια αύξηση στο οξύ της σιμβαστατίνης (ο ενεργός βήτα -υδροξυοξύ μεταβολίτης). Η τελιθρομυκίνη προκάλεσε 11-πλάσια αύξηση στην έκθεση στο οξύ της σιμβαστατίνης. Ο συνδυασμός με ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ποσακοναζόλη, βορικοναζόλη, αναστολείς πρωτεασών HIV (π.χ. νελφιναβίρη), μποσεπρεβίρη, τελαπρεβίρη, ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη, νεφαζοδόνη και φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν cobicistat αντενδείκνυται καθώς επίσης γεμφιβροζίλη, κυκλοσπορίνη και δαναζόλη (βλ. Αντενδείξεις). Εάν η θεραπεία με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 (παράγοντες που αυξάνουν την AUC περίπου 5 φορές ή περισσότερο) δεν μπορεί να αποφευχθεί, η θεραπεία με σιμβαστατίνη πρέπει να διακοπεί (και να εξετασθεί το ενδεχόμενο χορήγησης μιας εναλλακτικής στατίνης) κατά την διάρκεια αυτής της θεραπείας. Θα πρέπει να εφιστάται προσοχή κατά την ταυτόχρονη χορήγηση σιμβαστατίνης και ορισμένων λιγότερο ισχυρών αναστολέων του CYP3A4: φλουκοναζόλη, βεραπαμίλη, ή διλτιαζέμη (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Φλουκοναζόλη Έχουν αναφερθεί σπάνιες περιπτώσεις ραβδομυόλυσης που σχετίζονται με την ταυτόχρονη χορήγηση σιμβαστατίνης και φλουκοναζόλης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Κυκλοσπορίνη Ο κίνδυνος για μυοπάθεια/ραβδομυόλυση αυξήθηκε με την ταυτόχρονη χορήγηση κυκλοσπορίνης με σιμβαστατίνη. Γι’ αυτό, η συγχορήγηση με κυκλοσπορίνη αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις). Παρόλο που ο μηχανισμός δεν είναι πλήρως κατανοητός, η κυκλοσπορίνη έδειξε ότι αυξάνει την AUC των αναστολέων της HMG-CoA αναγωγάσης. Η αύξηση της AUC του οξέος της σιμβαστατίνης, προκύπτει προφανώς εν μέρει από την αναστολή του CYP3A4 και/ή OATP1B1.
Δαναζόλη Ο κίνδυνος για μυοπάθεια και ραβδομυόλυση είναι αυξημένος με την ταυτόχρονη χορήγηση της δαναζόλης με σιμβαστατίνη. Γι’ αυτό, η συγχορήγηση με δαναζόλη αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Γεμφιβροζίλη Η γεμφιβροζίλη αυξάνει την AUC του οξέος της σιμβαστατίνης κατά 1,9-φορές, πιθανόν λόγω της αναστολής της διαδικασίας γλυκουρονιδίωσης και/ή OATP1B1 (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις). Ταυτόχρονη χορήγηση με γεμφιβροζίλη αντενδείκνυται.
Φουσιδικό οξύ Ο κίνδυνος για μυοπάθεια συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης μπορεί να αυξηθεί με την ταυτόχρονη χορήγηση συστηματικού φουσιδικού οξέος με στατίνες. Η συγχορήγηση αυτού του συνδυασμού μπορεί να προκαλέσει αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα και των δύο παραγόντων. Ο μηχανισμός αυτής της αλληλεπίδρασης (είτε είναι φαρμακοδυναμική ή φαρμακοκινητική, ή και τα δύο) είναι μέχρι τώρα άγνωστος. Έχουν γίνει αναφορές ραβδομυόλυσης (συμπεριλαμβανομένων μερικών θανάτων) σε ασθενείς που έλαβαν αυτό τον συνδυασμό. Εάν η θεραπεία με φουσιδικό οξύ είναι απαραίτητη, η θεραπεία με σιμβαστατίνη πρέπει να διακοπεί κατά την διάρκεια της θεραπείας με φουσιδικό οξύ (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Αμιωδαρόνη Ο κίνδυνος για μυοπάθεια και ραβδομυόλυση είναι αυξημένος με την ταυτόχρονη χορήγηση αμιωδαρόνης με σιμβαστατίνη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Σε μία κλινική μελέτη αναφέρθηκε μυοπάθεια στο 6% των ασθενών που έλαβαν σιμβαστατίνη 80 mg και αμιωδαρόνη. Γι’ αυτό. η δόση της σιμβαστατίνης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 20 mg ημερησίως σε ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με αμιωδαρόνη.
Αναστολείς διαύλων Ασβεστίου
- Βεραπαμίλη Ο κίνδυνος για μυοπάθεια και ραβδομυόλυση αυξάνει με την ταυτόχρονη χορήγηση βεραπαμίλης με σιμβαστατίνη 40 mg ή 80mg (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Σε μία μελέτη φαρμακοκινητικής, η ταυτόχρονη χορήγηση με βεραπαμίλη οδήγησε σε αύξηση κατά 2,3-φορές στην έκθεση στο οξύ της σιμβαστατίνης, προφανώς εν μέρει λόγω της αναστολής του CYP3A4. Γι’ αυτό, η δόση της σιμβαστατίνης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 20mg ημερησίως σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με βεραπαμίλη.
- Διλτιαζέμη Ο κίνδυνος για μυοπάθεια και ραβδομυόλυση αυξήθηκε με την ταυτόχρονη χορήγηση διλτιαζέμης με σιμβαστατίνη 80 mg (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Σε μία μελέτη φαρμακοκινητικής, η ταυτόχρονη χορήγηση διλτιαζέμης προκάλεσε αύξηση κατά 2,7-φορές στην έκθεση στο οξύ της σιμβαστατίνης, προφανώς λόγω της αναστολής του CYP3A4. Γι’ αυτό, η δόση της σιμβαστατίνης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 20 mg ημερησίως σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με διλτιαζέμη.
- Αμλοδιπίνη Οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με αμλοδιπίνη ταυτόχρονα με σιμβαστατίνη βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο για μυοπάθεια. Σε μία μελέτη φαρμακοκινητικής η ταυτόχρονη χορήγηση αμλοδιπίνης οδήγησε σε αύξηση κατά 1,6 φορές στην έκθεση στο οξύ της σιμβαστατίνης. Γι αυτό, η δόση της σιμβαστατίνης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 20 mg ημερησίως σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με αμλοδιπίνη.
Λομιταπίδη Ο κίνδυνος για μυοπάθεια και ραβδομυόλυση μπορεί να αυξηθεί με την ταυτόχρονη χορήγηση λομιταπίδης με σιμβαστατίνη (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις). Ως εκ τούτου, σε ασθενείς με HoFH, η δόση της σιμβαστατίνης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 40 mg ημερησίως σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με λομιταπίδη.
Μέτριοι αναστολείς του CYP3A4 Ασθενείς που λαμβάνουν άλλα φάρμακα, που επισημαίνεται ότι έχουν μέτρια ανασταλτική επίδραση στο CYP3A4, ταυτόχρονα με σιμβαστατίνη, ιδιαίτερα με μεγαλύτερες δόσεις σιμβαστατίνης, μπορεί να έχουν αυξημένο κίνδυνο για μυοπάθεια (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Αναστολείς της Πρωτεΐνης Μεταφοράς OATP1B1 Το οξύ της σιμβαστατίνης είναι υπόστρωμα της πρωτεΐνης μεταφοράς OATP1B1. Η ταυτόχρονη χορήγηση φαρμακευτικών προϊόντων που είναι αναστολείς της πρωτεΐνης μεταφοράς OATP1B1 μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα του οξέος σιμβαστατίνης και σε αυξημένο κίνδυνο για μυοπάθεια (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Νιασίνη (νικοτινικό οξύ) Σπάνιες περιπτώσεις μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης έχουν συσχετισθεί με την ταυτόχρονη χορήγηση σιμβαστατίνης με νιασίνη (νικοτινικό οξύ), σε δόσεις οι οποίες τροποποιούν τα λιπίδια (1g/ημερησίως). Σε μία μελέτη φαρμακοκινητικής η συγχορήγηση εφάπαξ δόσης νικοτινικού οξέος 2 g παρατεταμένης αποδέσμευσης με σιμβαστατίνη 20 mg οδήγησε σε μέτρια αύξηση της AUC της σιμβαστατίνης και του οξέος σιμβαστατίνης και των συγκεντρώσεων Cmax του οξέος σιμβαστατίνης στο πλάσμα.
Χυμός γκρέιπ φρουτ Ο χυμός γκρέιπ φρουτ αναστέλλει το κυτόχρωμα Ρ450 3Α4. Η ταυτόχρονη λήψη μεγάλων ποσοτήτων (πάνω από 1 λίτρο ημερησίως) χυμού γκρέιπ φρουτ και σιμβαστατίνης οδήγησε σε 7-πλάσια αύξηση στην έκθεση στο οξύ της σιμβαστατίνης. Η λήψη 240ml χυμού γκρέιπ φρουτ κατά το πρωί και σιμβαστατίνης κατά το βράδυ οδήγησε επίσης σε μία 1,9-πλάσια αύξηση. Η λήψη χυμού γκρέιπ φρουτ κατά τη διάρκεια της θεραπείας με σιμβαστατίνη θα πρέπει συνεπώς να αποφεύγεται.
Κολχικίνη Έχουν γίνει αναφορές για μυοπάθεια και ραβδομυόλυση με την ταυτόχρονη χορήγηση κολχικίνης και σιμβαστατίνης, σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Συνιστάται στενή παρακολούθηση τέτοιων ασθενών που λαμβάνουν αυτό το συνδυασμό.
Ριφαμπικίνη Επειδή η ριφαμπικίνη είναι ισχυρός επαγωγέας του CYP3A4, οι ασθενείς που λαμβάνουν μακράς διάρκειας θεραπεία με ριφαμπικίνη (π.χ. θεραπεία για φυματίωση) μπορεί να παρουσιάσουν έλλειψη αποτελεσματικότητας της σιμβαστατίνης. Σε μία μελέτη φαρμακοκινητικής σε υγιείς εθελοντές, η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης (AUC) στο πλάσμα του οξέος της σιμβαστατίνης μειώθηκε κατά 93% με ταυτόχρονη χορήγηση της ριφαμπικίνης.
Επιδράσεις της σιμβαστατίνης στη φαρμακοκινητική άλλων φαρμακευτικών προϊόντων
Η σιμβαστατίνη δεν έχει ανασταλτική επίδραση στο κυτόχρωμα P450 3A4. Γι’ αυτό, δεν αναμένεται να επηρεάσει τα επίπεδα στο πλάσμα άλλων φαρμάκων που μεταβολίζονται μέσω του κυτοχρώματος P450 3A4.
Αντιπηκτικά χορηγούμενα από το στόμα Σε δύο κλινικές μελέτες, η μία σε υγιείς εθελοντές και η άλλη σε υπερχοληστερολαιμικούς ασθενείς, η σιμβαστατίνη σε δόσεις 20-40mg/ημέρα ενίσχυσε μετρίως την επίδραση των κουμαρινικών αντιπηκτικών: ο χρόνος προθρομβίνης, που χαρακτηρίζεται ως International Normalized Ratio (INR), αυξήθηκε σε σχέση με τις αρχικές τιμές από 1,7 σε 1,8 και από 2,6 σε 3,4 στους υγιείς εθελοντές και στους ασθενείς της μελέτης αντιστοίχως. Έχουν αναφερθεί πολύ σπάνιες περιπτώσεις αυξημένου INR. Σε ασθενείς που λαμβάνουν κουμαρινικά αντιπηκτικά, πρέπει να προσδιορίζεται ο χρόνος προθρομβίνης πριν την έναρξη της θεραπείας με σιμβαστατίνη και αρκετά συχνά κατά την διάρκεια του πρώτου καιρού της θεραπείας, ώστε να διασφαλισθεί ότι δεν έχει εμφανισθεί σημαντική μεταβολή στο χρόνο προθρομβίνης. Μόλις επιβεβαιωθεί η σταθεροποίηση του χρόνου προθρομβίνης μπορεί στη συνέχεια οι χρόνοι προθρομβίνης να ελέγχονται στα διαστήματα που συνήθως συνιστώνται για τους ασθενείς που λαμβάνουν κουμαρινικά αντιπηπτικά. Εάν η δόση της σιμβαστατίνης αλλάξει, ή διακοπεί θα πρέπει να επαναληφθεί η ίδια διαδικασία. Η θεραπεία με σιμβαστατίνη δεν έχει σχετισθεί με αιμορραγία ή με αλλαγές στο χρόνο προθρομβίνης στους ασθενείς που δεν λαμβάνουν αντιπηκτικά.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-LIPOMIN-MEDICAL PHARMAQUALITY
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Η συχνότητα των ακόλουθων ανεπιθύμητων ενεργειών, που αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών και/ή με την εμπειρία του φαρμάκου μετά την κυκλοφορία, κατηγοριοποιούνται βάσει της αξιολόγησης του ποσοστού εμφάνισής τους σε μεγάλες, μακράς διάρκειας, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες που περιλαμβάνουν την μελέτη HPS και την 4S με 20.536 και 4.444 ασθενείς, αντιστοίχως (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Κατά την HPS έχουν καταγραφεί μόνο σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες καθώς και μυαλγία, αύξηση των τρανσαμινασών του ορού και της CK. Κατά την 4S έχουν καταγραφεί όλες οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρονται παρακάτω. Εάν το ποσοστό εμφάνισης με την σιμβαστατίνη ήταν μικρότερο από ή παρόμοιο με αυτό του εικονικού φαρμάκου σ’ αυτές τις μελέτες, και υπήρχαν σχετικές αυθόρμητες αναφορές παρόμοιας αιτιολογίας, αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες κατηγοριοποιήθηκαν ως ‘σπάνιες’.
Στη μελέτη καρδιακής προστασίας, HPS, (βλ. Φαρμακοδυναμικές) που συμπεριέλαβε 20.536 ασθενείς, που έλαβαν θεραπεία με 40 mg/ημερησίως σιμβαστατίνης (n = 10.269) ή εικονικό φάρμακο (n = 10.267), τα προφίλ ασφάλειας ήταν συγκρίσιμα μεταξύ των ασθενών που έλαβαν σιμβαστατίνη 40 mg και των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο κατά τη διάρκεια των κατά μέσο όρο 5 ετών της μελέτης. Το ποσοστό της διακοπής λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν συγκρίσιμο (4,8% σε ασθενείς που έλαβαν σιμβαστατίνη 40 mg, σε σύγκριση με 5,1% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο). Η συχνότητα εμφάνισης μυοπάθειας ήταν < 0,1% σε ασθενείς που έλαβαν σιμβαστατίνη 40 mg. Αυξημένα επίπεδα των τρανσαμινασών (> 3 x ULN που διαπιστώθηκαν με επαναλαμβανόμενο έλεγχο), εμφανίσθηκαν στο 0,21% (n = 21) των ασθενών που έλαβαν σιμβαστατίνη 40 mg σε σύγκριση με 0,09% (n = 9) των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο.
Η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών έχουν κατηγοριοποιηθεί σύμφωνα με τα ακόλουθα: Πολύ συχνές (>1/10), Συχνές (≥1/100, <1/10), Όχι συχνές (≥1/1.000, <1/100), Σπάνιες (≥1/10.000, <1/1.000), Πολύ σπάνιες (<1/10.000), Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος:
- Σπάνιες: αναιμία
Ψυχιατρικές διαταραχές:
- Πολύ σπάνιες: αϋπνία
- Μη γνωστές: κατάθλιψη
Διαταραχές του νευρικού συστήματος:
- Σπάνιες: κεφαλαλγία, παραισθησία, ζάλη, περιφερική νευροπάθεια
- Πολύ σπάνιες: επηρεασμένη μνήμη
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα, και του μεσοθωράκιου:
- Μη γνωστές: διάμεση πνευμονική νόσος (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος:
- Σπάνιες: δυσκοιλιότητα, κοιλιακό άλγος, μετεωρισμός, δυσπεψία, διάρροια, ναυτία, έμετος, παγκρεατίτιδα
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων:
- Σπάνιες: ηπατίτιδα/ίκτερος
- Πολύ σπάνιες: θανατηφόρος και μη θανατηφόρος ηπατική ανεπάρκεια.
Διαταραχές του δέρματος του υποδόριου ιστού:
- Σπάνιες: εξάνθημα, κνίδωση, αλωπεκία
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού:
- Σπάνιες: μυοπάθεια (συμπεριλαμβανομένης της μυοσίτιδας), ραβδομυόλυση με ή χωρίς οξεία νεφρική ανεπάρκεια (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), μυαλγία, μυϊκοί σπασμοί *Σε μία κλινική μελέτη, εμφανίσθηκε μυοπάθεια συνήθως σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με LIPOMIN/MEDICAL PHARMAQUALITY 80 mg/ημερησίως σε σύγκριση με ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με LIPOMIN/MEDICAL PHARMAQUALITY 20 mg/ημερησίως (1,0% έναντι 0,02% αντιστοίχως) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις).
- Μη γνωστές: τενοντίτιδα, μερικές φορές με επιπλοκή ρήξης του τένοντα, ανοσολογικά διαμεσολαβημένη νεκρωτική μυοπάθεια (ΑΔΝΜ)** **Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ορισμένες στατίνες ή μετά την ολοκλήρωσή της, υπήρξαν πολύ σπάνιες αναφορές περί ανοσολογικά διαμεσολαβούμενης νεκρωτικής μυοπάθειας (ΑΔΝΜ), μία αυτοάνοση μυοπάθεια,. Η ΑΔΝΜ χαρακτηρίζεται κλινικά από: επίμονη αδυναμία των κεντρομελικών μυών και από αυξημένα επίπεδα κρεατινικής φωσφοκινάσης στον ορό, τα οποία διατηρούνται ακόμα και μετά την διακοπή της αγωγής με στατίνη. Η βιοψία μυός δείχνει νεκρωτική μυοπάθεια χωρίς σημαντική φλεγμονή. Βελτίωση με ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού:
- Μη γνωστές: στυτική δυσλειτουργία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης:
- Σπάνιες: εξασθένιση
Σπανίως έχει αναφερθεί σύνδρομο υπερευαισθησίας που περιλαμβάνει ορισμένα από τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: αγγειοοίδημα, σύνδρομο προσομοιάζον στον ερυθηματώδη λύκο, ρευματική πολυμυαλγία, δερματομυοσίτιδα, αγγειίτιδα, θρομβοκυτοπενία, ηωσινοφιλία, αυξημένη ταχύτητα καθίζησης (ΤΚΕ), αρθρίτιδα και αρθραλγία, κνησμό, φωτοευαισθησία, πυρετό, έξαψη, δύσπνοια και αίσθημα κακουχίας.
Παρακλινικές εξετάσεις:
- Σπάνιες: αυξήσεις των τρανσαμινασών του ορού (αμινοτρανσφεράση της αλανίνης, αμινοτρανσφεράση του ασπαρτικού, γ-γλουταμινική τρανσπεπτιδάση) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις - Ηπατικές επιδράσεις), αυξημένες τιμές αλκαλικής φωσφατάσης, αύξηση των επιπέδων της CK στον ορό (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Αυξήσεις των επιπέδων HbA1c και της γλυκόζης ορού νηστείας έχουν αναφερθεί με στατίνες, συμπεριλαμβανομένου του LIPOMIN/MEDICAL PHARMAQUALITY.
Υπήρξαν σπάνιες αναφορές μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου για επηρεασμένη νοητική κατάσταση (π.χ. απώλεια μνήμης, αφηρημάδα, αμνησία, επηρεασμένη μνήμη, σύγχυση) που σχετίζονται με την χρήση στατίνης, συμπεριλαμβανομένης της σιμβαστατίνης. Οι αναφορές είναι γενικά όχι σοβαρές και αναστρέψιμες με την διακοπή της στατίνης, με κυμαινόμενους χρόνους έναρξης των συμπτωμάτων (1 ημέρα έως χρόνια) και υποχώρηση των συμπτωμάτων (διάμεση τιμή 3 εβδομάδων).
Οι ακόλουθες επιπρόσθετες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί με ορισμένες στατίνες:
- Διαταραχές του ύπνου, συμπεριλαμβανομένων των εφιαλτών
- Σεξουαλική δυσλειτουργία.
- Σακχαρώδης διαβήτης: Η συχνότητα εμφάνισης εξαρτάται από την παρουσία ή απουσία παραγόντων κινδύνου (γλυκόζη νηστείας >5,6 mmol/l, BMI>30 kg/m², αυξημένος αριθμός τριγλυκεριδίων, ιστορικό υπέρτασης)
Παιδιατρικός πληθυσμός
Σε μια μελέτη 48-εβδομάδων που περιελάμβανε παιδιά και έφηβους (αγόρια σταδίου Tanner ΙΙ και άνω και κορίτσια που ήταν τουλάχιστον ένα χρόνο μετά την εμμηναρχή), ηλικίας 10-17 ετών με ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία (n=175), το προφίλ ασφάλειας και η ανεκτικότητας της ομάδας που έλαβε θεραπεία με σιμβαστατίνη ήταν γενικά παρόμοιο με αυτό της ομάδας που έλαβε θεραπεία με εικονικό φάρμακο. Οι επιδράσεις μακράς διάρκειας στην σωματική, νοητική, και σεξουαλική ωρίμανση δεν είναι γνωστές. Δεν υπάρχουν επαρκή διαθέσιμα δεδομένα μέχρι στιγμής μετά από ένα χρόνο θεραπείας (βλ. Δοσολογία, Ειδικές προειδοποιήσεις, και Φαρμακοδυναμικές).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http:// www. eof. gr
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-LIPOMIN-MEDICAL PHARMAQUALITY
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Το LIPOMIN/MEDICAL PHARMAQUALITY αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης (βλ. Αντενδείξεις). Η ασφάλεια στις εγκυμονούσες γυναίκες δεν έχει τεκμηριωθεί. Δεν έχουν διεξαχθεί ελεγχόμενες κλινικές μελέτες με σιμβαστατίνη σε εγκυμονούσες γυναίκες. Έχουν γίνει σπάνια αναφορές για συγγενείς ανωμαλίες κατόπιν ενδομήτριας έκθεσης σε αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης. Ωστόσο, σε μία ανάλυση περίπου 200 εγκυμοσυνών που παρακολουθήθηκαν προοπτικά και εκτέθηκαν κατά το πρώτο τρίμηνο στο LIPOMIN/MEDICAL PHARMAQUALITY ή σε άλλο δομικά συγγενή αναστολέα της HMG-CoA αναγωγάσης, η συχνότητα των συγγενών ανωμαλιών ήταν συγκρίσιμη με αυτή που παρουσιάσθηκε στον γενικό πληθυσμό. Αυτός ο αριθμός των εγκυμοσυνών ήταν στατιστικά επαρκής ώστε να αποκλεισθεί μία μεγαλύτερη αύξηση κατά 2,5-φορές συγγενών ανωμαλιών πάνω από την αρχική συχνότητα. Αν και δεν υπάρχει ένδειξη ότι η συχνότητα των συγγενών ανωμαλιών σε απογόνους των οποίων οι γονείς λαμβάνουν LIPOMIN/MEDICAL PHARMAQUALITY ή άλλο δομικά συγγενή αναστολέα της HMG-CoA αναγωγάσης διαφέρει από αυτή που παρατηρήθηκε στο γενικό πληθυσμό, η θεραπεία της μητέρας με LIPOMIN/MEDICAL PHARMAQUALITY μπορεί να μειώσει τα εμβρυϊκά επίπεδα των μεβαλονικών ενώσεων, τα οποία είναι πρόδρομες ενώσεις της βιοσύνθεσης της χοληστερόλης. Η αθηροσκλήρωση είναι μία χρόνια διαδικασία, και για το λόγο αυτό η διακοπή της θεραπείας με παράγοντες μείωσης των λιπιδίων κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, θα πρέπει να έχει μικρή επίπτωση στον μακροπρόθεσμο κίνδυνο που σχετίζεται με την πρωτοπαθή υπερχοληστερολαιμία. Γι’ αυτό το LIPOMIN/MEDICAL PHARMAQUALITY δεν πρέπει να χορηγείται σε γυναίκες που εγκυμονούν, που προσπαθούν να συλλάβουν ή υποπτεύονται ότι εγκυμονούν. Η θεραπεία με LIPOMIN/MEDICAL PHARMAQUALITY θα πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή έως ότου διαγνωσθεί ότι δεν υπάρχει εγκυμοσύνη (βλ. Αντενδείξεις και Προκλινικά δεδομένα).
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η σιμβαστατίνη και οι μεταβολίτες της εκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Επειδή πολλά φαρμακευτικά προϊόντα εκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα και εξαιτίας της πιθανότητας σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών, οι γυναίκες που παίρνουν LIPOMIN/MEDICAL PHARMAQUALITY δεν πρέπει να θηλάζουν τα παιδιά τους (βλ. Αντενδείξεις).
Γονιμότητα
Δεν είναι διαθέσιμα κλινικά δεδομένα μελετών σχετικά με τις επιδράσεις της σιμβαστατίνης στην ανθρώπινη γονιμότητα. Η σιμβαστατίνη δεν είχε καμία επίδραση στην γονιμότητα αρσενικών και θηλυκών αρουραίων (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-LIPOMIN-MEDICAL PHARMAQUALITY
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναστολέας της HMG-CoA αναγωγάσης Κωδικός ATC: C10A A01
Μηχανισμός δράσης
Μετά την από του στόματος χορήγηση, η σιμβαστατίνη, η οποία είναι μία αδρανής λακτόνη, υδρολύεται στο ήπαρ στην αντίστοιχη ενεργό μορφή β-υδροξυοξύ, που έχει ισχυρή ενεργότητα στην αναστολή της HMG-CoA αναγωγάσης (3 υδροξυ-3 μεθυλογλουταρυλο CoA αναγωγάση). Αυτό το ένζυμο καταλύει την μετατροπή της HMG-CoA σε μεβαλονικό παράγωγο, ένα πρώιμο και περιοριστικό του ρυθμού βήμα κατά τη βιοσύνθεση της χοληστερόλης. To LIPOMIN/MEDICAL PHARMAQUALITY έχει δείξει ότι μειώνει τόσο τις φυσιολογικές όσο και για τις αυξημένες συγκεντρώσεις της LDL-χοληστερόλης. H LDL σχηματίζεται από πολύ χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνη (VLDL) και καταβολίζεται κυρίως από υψηλής συγγένειας LDL υποδοχέα. Ο μηχανισμός με τον οποίο επιτυγχάνεται μείωση της LDL με το LIPOMIN/MEDICAL PHARMAQUALITY, μπορεί να περιλαμβάνει και τη μείωση των συγκεντρώσεων της VLDL χοληστερόλης (VLDL-C) και την επαγωγή των LDL υποδοχέων, οδηγώντας σε μειωμένη παραγωγή και αυξημένο καταβολισμό της LDL χοληστερόλης. Η αποπολιπρωτεϊνη Β επίσης μειώνεται ουσιαστικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με LIPOMIN/MEDICAL PHARMAQUALITY. Επιπρόσθετα, το LIPOMIN/MEDICAL PHARMAQUALITY αυξάνει μέτρια την HDL χοληστερόλη και μειώνει τα τριγλυκερίδια (TG) του πλάσματος. Ως αποτέλεσμα αυτών των αλλαγών ο λόγος της ολικής χοληστερόλης προς την HDL-χοληστερόλη και της LDL- προς την HDL-χοληρόλη μειώνεται.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Υψηλός κίνδυνος για Στεφανιαία Καρδιακή Νόσο (ΣΚΝ) ή Προϋπάρχουσα Στεφανιαία Καρδιακή Νόσος. Στη μελέτη καρδιακής προστασίας (ΗPS), αξιολογήθηκαν τα αποτελέσματα της θεραπείας με σιμβαστατίνη σε 20.536 ασθενείς (ηλικίας 40-80 ετών), με ή χωρίς υπερλιπιδαιμία, και με στεφανιαία καρδιακή νόσο, άλλη αποφρακτική αρτηριακή νόσο ή σακχαρώδη διαβήτη. Σε αυτή τη μελέτη 10.269 ασθενείς έλαβαν σιμβαστατίνη 40 mg/ημερησίως και 10.267 ασθενείς έλαβαν εικονικό φάρμακο για ένα διάστημα κατά μέσο όρο 5 ετών. Κατά την έναρξη 6.793 ασθενείς (33%) είχαν επίπεδα LDL-C κάτω από 116 mg/dl, 5.063 ασθενείς (25%), είχαν επίπεδα μεταξύ 116 mg/dl και 135 mg/dl και 8,680 ασθενείς (42%) είχαν επίπεδα μεγαλύτερα από 135 mg/dl. Η θεραπεία με σιμβαστατίνη 40 mg/ημερησίως όταν συγκρίθηκε με εικονικό φάρμακο μείωσε σημαντικά τον κίνδυνο της ολικής θνησιμότητας κατά (1.328[12,9%] για τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με σιμβαστατίνη έναντι 1.507 [14,7%], για τους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο (p = 0,0003), λόγω της μείωσης θανάτων κατά 18% από στεφανιαία καρδιακή νόσο (587[5,7%] έναντι 707 [6,9%], (p = 0,0005), απόλυτη μείωση του κινδύνου στο 1,2%). Η μείωση θανάτων που δεν σχετίζονται με αγγειακά συμβάματα δεν έφθασε στα επίπεδα στατιστικής σημαντικότητας. Η σιμβαστατίνη μείωσε επίσης τον κίνδυνο στεφανιαίων επεισοδίων μείζονος σημασίας κατά 27% (συνδυασμένο τελικό σημείο, που περιελάμβανε μη θανατηφόρα εμφράγματα (ΕΜ) ή θάνατο από ΣΚΝ (p < 0,0001). Η σιμβαστατίνη μείωσε την ανάγκη για τη διεξαγωγή επαναγγείωσης στεφανιαίων αγγείων (συμπεριλαμβανομένης της παράκαμψης με μόσχευμα στεφανιαίας αρτηρίας ή διαδερμικής, διαυλικής στεφανιαίας αγγειοπλαστικής) και περιφερικών και άλλων διαδικασιών μη στεφανιαίας επαναγγείωσης κατά 30% (p < 0,0001) και 16% (p = 0,006), αντιστοίχως. Η σιμβαστατίνη μείωσε τον κίνδυνο για εγκεφαλικό επεισόδιο κατά 25% (p < 0,0001), που αποδίδεται σε μείωση κατά 30% σε ισχαιμικό επεισόδιο (p < 0,0001). Επιπλέον, στην υποομάδα των ασθενών με διαβήτη, η σιμβαστατίνη μείωσε τον κίνδυνο εμφάνισης επιπλοκών των αγγείων σε μεγαλύτερη έκταση, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών επαναγγείωσης περιφερικών αγγείων (χειρουργείο ή αγγειοπλαστική), ακρωτηριασμού των κάτω άκρων ή ελκών των ποδιών, κατά 21% (p = 0,0293). Η αντίστοιχη μείωση της συχνότητας των επεισοδίων ήταν παρόμοια σε κάθε υποομάδα ασθενών που μελετήθηκε, συμπεριλαμβανομένων εκείνων χωρίς στεφανιαία καρδιακή νόσο αλλά οι οποίοι είχαν αγγειοεγκεφαλική νόσο ή νόσο των περιφερικών αγγείων, ανδρών και γυναικών, αυτών που η ηλικία τους ήταν είτε κάτω ή πάνω από 70 ετών όταν εισήχθησαν στη μελέτη, με ή χωρίς υπέρταση, και κυρίως αυτών με LDL χοληστερόλη 3,0 mmol/l κατά την εισαγωγή. Στη Σκανδιναβική Μελέτη Επιβίωσης 4S αξιολογήθηκε το αποτέλεσμα της θεραπείας με σιμβαστατίνη στην ολική θνησιμότητα αξιολογήθηκε σε 4.444 ασθενείς με ΣΚΝ και αρχική ολική χοληστερόλη 212-309 mg/dl (5,5-8,0 mmol/l). Σ’ αυτή την πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, ασθενείς με στηθάγχη ή με προηγούμενο έμφραγμα του μυοκαρδίου (ΕΜ) έλαβαν θεραπεία με δίαιτα, τη συνήθη αγωγή, και είτε σιμβαστατίνη 20-40 mg/ημερησίως (n = 2.221) ή εικονικό φάρμακο (n = 2.223) για μία διάρκεια κατά μέσο όρο 5,4 έτη. Η σιμβαστατίνη μείωσε τον κίνδυνο θανάτων κατά 30% (απόλυτη μείωση του κινδύνου στο 3,3%). Ο κίνδυνος θανάτων από ΣΚΝ μειώθηκε κατά 42% (απόλυτη μείωση του κινδύνου στο 3,5 %).Η σιμβαστατίνη μείωσε επίσης τον κίνδυνο στεφανιαίων επεισοδίων μείζονος σημασίας (θανάτων από ΣΚΝ καθώς και έμφραγμα που διαπιστώθηκε στο νοσοκομείο και σιωπηλό μη θανατηφόρο ΕΜ) κατά 34%. Επιπλέον, η σιμβαστατίνη μείωσε σημαντικά τον κίνδυνο θανατηφόρων και μη αγγειοεγκεφαλικών επεισοδίων (εγκεφαλικό επεισόδιο και παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο) κατά 28%. Δεν υπήρξε καμία στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ των ομάδων σχετικά με την καρδιαγγειακή θνησιμότητα. Κατά την Μελέτη Αποτελεσματικότητας Επιπλέον Μειώσεων της Χοληστερόλης και Ομοκυστεΐνης SEARCH) αξιολογήθηκε το αποτέλεσμα της θεραπείας με σιμβαστατίνη 80 mg έναντι 20 mg (μέσος χρόνος παρακολούθησης 6,7 χρόνια) σχετικά με αγγειακά επεισόδια μείζονος σημασίας (ΑΕΜΣ), οριζόμενα ως θανατηφόρος ΣΚΝ, μη-θανατηφόρο ΕΜ, διαδικασία στεφανιαίας επαναγγείωσης, μη-θανατηφόρο ή θανατηφόρο εγκεφαλικό επεισόδιο, ή διαδικασία περιφερικής επαναγγείωσης) σε 12.064 ασθενείς με ιστορικό εμφράγματος μυοκαρδίου. Δεν υπήρξε σημαντική διαφορά στη συχνότητα των ΑΕΜΣ μεταξύ των 2 ομάδων. Σιμβαστατίνη 20 mg (n = 1.553, 25,7%) έναντι σιμβαστατίνης 80 mg (n = 1.477, 24,5%); RR 0,94, 95% CI: 0,88 έως 1,01. Η απόλυτη διαφορά σχετικά με την LDL-C μεταξύ των δύο ομάδων κατά την διάρκεια της μελέτης ήταν 0,35 ± 0,01 mmol/L. Τα προφίλ ασφάλειας ήταν παρόμοια μεταξύ των 2 ομάδων θεραπείας εκτός του ότι η συχνότητα μυοπάθειας ήταν περίπου 1,0% σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με σιμβαστατίνη 80 mg σε σύγκριση με 0,02% σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με σιμβαστατίνη 20 mg. Περίπου το ήμισυ αυτών των περιστατικών μυοπάθειας παρουσιάσθηκε κατά τον πρώτο χρόνο θεραπείας. Η συχνότητα μυοπάθειας κατά την διάρκεια κάθε επόμενου χρόνου θεραπείας ήταν περίπου 0,1%.
Πρωτοπαθής Υπερχοληστερολαιμία και Συνδυασμένη Υπερλιπιδαιμία Σε μελέτες που συγκρίνουν την αποτελεσματικότητα και ασφάλεια της σιμβαστατίνης 10, 20, 40, και 80 mg ημερησίως σε ασθενείς με υπερχοληστερολαιμία, οι μέσες μειώσεις της LDL-χοληστερόλης ήταν 30, 38, 41, και 47%, αντιστοίχως. Σε μελέτες σε ασθενείς με συνδυασμένη (μικτή) υπερλιπιδαιμία με σιμβαστατίνη 40 mg και 80 mg, οι μέσες μειώσεις των τριγλυκεριδίων ήταν 28 και 33% (εικονικό φάρμακο: 2%), αντιστοίχως, και οι μέσες αυξήσεις της HDL-χοληστερόλης ήταν 13 και 16%% (εικονικό φάρμακο: 3%), αντιστοίχως.
Παιδιατρικός πληθυσμός Σε μια διπλή -τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, 175 ασθενείς (99 αγόρια σταδίου Tanner ΙΙ και άνω και 76 κορίτσια που ήταν τουλάχιστον ένα χρόνο μετά την εμμηναρχή), ηλικίας 10-17 ετών (μέση ηλικία 14,1ετών) με ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία (heFH) τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν θεραπεία με σιμβαστατίνη ή εικονικό φάρμακο για 24 εβδομάδες (βασική μελέτη). Για να συμπεριληφθούν στη μελέτη απαιτήθηκε να έχουν αρχικό επίπεδο LDL-C μεταξύ 160 και 400 mg/dL και τουλάχιστον ένα από τους γονείς με επίπεδο LDL-C 189 mg/dL. Η δόση της σιμβαστατίνης (μία φορά ημερησίως κατά το βράδυ) ήταν 10 mg για τις πρώτες 8 εβδομάδες, 20 mg για τις επόμενες 8 εβδομάδες, και 40 mg στη συνέχεια. Σε μία επέκταση 24 εβδομάδων, 144 ασθενείς επιλέχθηκαν να συνεχίσουν τη θεραπεία και έλαβαν σιμβαστατίνη 40 mg ή εικονικό φάρμακο. Η σιμβαστατίνη μείωσε σημαντικά τα επίπεδα στο πλάσμα των LDL-C, TG, και Apo B. Τα αποτελέσματα της επέκτασης σε 48 εβδομάδες ήταν συγκρίσιμα με αυτά που παρατηρήθηκαν στη βασική μελέτη. Μετά από 24 εβδομάδες θεραπείας, η μέση τιμή της LDL-C που είχε ληφθεί ήταν 124,9 mg/dL(εύρος 64,0-289,0 mg/dL) στην ομάδα με σιμβαστατίνη 40 mg σε σύγκριση με την τιμή 207,8 mg/dL(εύρος 128,0-334,0 mg/dL) στην ομάδα με εικονικό φάρμακο. Μετά από 24 εβδομάδες θεραπείας με σιμβαστατίνη (με δόσεις που αυξήθηκαν από 10, 20 και έως 40mg ημερησίως κατά διαστήματα 8 εβδομάδων), η σιμβαστατίνη μείωσε την μέση LDL-Cκατά 36,8%(εικονικό φάρμακο: 1,1% αύξηση από την αρχική τιμή), την Apo B κατά 32,4% (εικονικό φάρμακο: 0,5%), και τη μέση τιμή των επιπέδων TG κατά 7,9% (εικονικό φάρμακο: 3,2%) και αύξησε τη μέση τιμή των επιπέδων της HDL-C κατά 8,3% (εικονικό φάρμακο: 3,6%). Οι ευεργετικές επιδράσεις της χρήσης μακράς διάρκειας της σιμβαστατίνης σε καρδιαγγειακά συμβάματα στα παιδιά με heFH δεν είναι γνωστές. Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα δόσεων πάνω από 40 mg ημερησίως δεν έχει μελετηθεί σε παιδιά με ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία. Η μακράς διάρκειας αποτελεσματικότητα θεραπείας με σιμβαστατίνη κατά την εφηβεία στη μείωση της νοσηρότητας και θνησιμότητας κατά την ενήλικη ζωή, δεν έχει τεκμηριωθεί.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-LIPOMIN-MEDICAL PHARMAQUALITY
expand_more
Φαρμακοκινητική
Η σιμβαστατίνη είναι μία ανενεργός λακτόνη, που γρήγορα υδρολύεται in vivo στο αντίστοιχο βήτα-υδρόξυ οξύ, έναν ισχυρό αναστολέα της HMG-CoA ρεδουκτάσης. Η υδρόλυση λαμβάνει χώρα κυρίως στο ήπαρ. Η έκταση της υδρόλυσης στο ανθρώπινο πλάσμα είναι πολύ αργή. Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες έχουν εκτιμηθεί σε ενήλικες. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα φαρμακοκινητικής σε παιδιά και έφηβους.
Απορρόφηση
Στον άνθρωπο η σιμβαστατίνη απορροφάται καλά και υφίσταται εκτενή απέκκριση πρώτης διόδου στο ήπαρ. Η απέκκριση στο ήπαρ εξαρτάται από την ηπατική ροή του αίματος. Το ήπαρ είναι ο πρωταρχικός χώρος δράσης της ενεργού μορφής. Η διαθεσιμότητα του β-υδροξυ οξέος στην συστηματική κυκλοφορία, μετά από μία από του στόματος χορήγηση σιμβαστατίνης, βρέθηκε ότι είναι λιγότερο από 5% της δόσης. Η μέγιστη συγκέντρωση των ενεργών αναστολέων στο πλάσμα επιτυγχάνεται περίπου 1-2 ώρες μετά τη χορήγηση της σιμβαστατίνης. Ταυτόχρονη λήψη τροφής δεν επηρέασε την απορρόφηση. Η φαρμακοκινητική των απλών και πολλαπλών δόσεων της σιμβαστατίνης έδειξε ότι δεν παρουσιάζεται συσσώρευση του φαρμακευτικού προϊόντος μετά από πολλαπλή δοσολογία.
Κατανομή
Η δέσμευση της σιμβαστατίνης και του ενεργού μεταβολίτη της με πρωτεΐνες είναι > 95%.
Αποβολή
Η σιμβαστατίνη είναι υπόστρωμα του συστήματος CYP3A4 (βλ. Αντενδείξεις και Αλληλεπιδράσεις). Οι κύριοι μεταβολίτες της σιμβαστατίνης στο ανθρώπινο πλάσμα είναι το β-υδρόξυ οξύ και τέσσερις επιπλέον ενεργοί μεταβολίτες. Κατόπιν χορήγησης από του στόματος ραδιενεργού σιμβαστατίνης στον άνθρωπο, 13% της ραδιενέργειας απεκκρίθηκε στα ούρα και 60% στα κόπρανα εντός 96 ωρών. Το ποσοστό που ανακτήθηκε στα κόπρανα αποτελεί το απορροφημένο φαρμακευτικό προϊόν ισοδύναμο με αυτό που απεκκρίθηκε στη χολή καθώς επίσης μη απορροφημένο φαρμακευτικό προϊόν. Κατόπιν ενδοφλέβιας ένεσης του μεταβολίτη β-υδρόξυ οξύ, ο χρόνος ημίσειας ζωής του κυμαίνονταν στις 1,9 ώρες. Κατά μέσο όρο μόνο 0,3% της ενδοφλέβιας δόσης, IV, απεκκρίθηκε στα ούρα με μορφή αναστολέων. Το οξύ της σιμβαστατίνης εισέρχεται στα ηπατοκύτταρα μέσω του μεταφορέα OATP1B1.
Ειδικοί πληθυσμοί
SLCO1B1 πολυμορφισμός Οι φορείς του αλληλόμορφου γονιδίου SLCO1B1 c.521T>C έχουν μικρότερη δραστηριότητα της OATP1B1. Η μέση έκθεση (AUC) του βασικού ενεργού μεταβολίτη, του οξέος της σιμβαστατίνης είναι 120% σε φορείς του ετεροζυγωτικού (CT) του C αλληλόμορφου και 221% σε φορείς του ομοζυγωτικού (CC) σε σχέση με αυτό των ασθενών που έχουν τον πιο συχνό γονότυπο (TT). Το αλληλόμορφο γονίδιο C έχει συχνότητα 18% στον Ευρωπαϊκό πληθυσμό. Σε ασθενείς με πολυμορφισμό SLCO1B1 υπάρχει κίνδυνος αυξημένης έκθεσης στο οξύ της σιμβαστατίνης, που μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο για ραβδομυόλυση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
ΕΟΦ · 2.13.4
Στατίνες
expand_more
Στατίνες
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η σιμβαστατίνη είναι ένας αντιλιπιδαιμικός παράγοντας από του στόματος που αναστέλλει τη HMG-CoA αναγωγάση. Χρησιμοποιείται για τη μείωση των επιπέδων χοληστερόλης, λιποπρωτεΐνης χαμηλής πυκνότητας (LDL-C), απoλιποπρωτεΐνης Β (apoB), λιποπρωτεΐνης μη υψηλής πυκνότητας (non-HDL-C) και τριγλυκεριδίων (TG) στο πλάσμα, ενώ αυξάνει τις συγκεντρώσεις HDL-C. Υψηλές συγκεντρώσεις LDL-C, χαμηλές HDL-C και υψηλές TG στο πλάσμα σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο αθηροσκλήρωσης και καρδιαγγειακών παθήσεων. Η αναλογία ολικής χοληστερόλης προς HDL-C αποτελεί ισχυρό προγνωστικό παράγοντα για στεφανιαία νόσο και οι υψηλές αναλογίες σχετίζονται με υψηλότερο κίνδυνο. Αυξημένα επίπεδα HDL-C σχετίζονται με χαμηλότερο καρδιαγγειακό κίνδυνο. Μειώνοντας τα LDL-C και TG και αυξάνοντας τα HDL-C, η σιμβαστατίνη μειώνει τον κίνδυνο καρδιαγγειακής νοσηρότητας και θνησιμότητας. Τα αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης, και ειδικότερα τα αυξημένα επίπεδα λιποπρωτεΐνης χαμηλής πυκνότητας (LDL), αποτελούν σημαντικό παράγοντα κινδύνου για την ανάπτυξη καρδιαγγειακής νόσου. Η χρήση στατινών για τη στόχευση και μείωση των επιπέδων LDL έχει αποδειχθεί σε πολλές μελέτες ότι μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακής νόσου και τη συνολική θνησιμότητα. Οι στατίνες θεωρούνται μια οικονομικά αποδοτική θεραπευτική επιλογή για καρδιαγγειακή νόσο λόγω της αποδεδειγμένης μείωσης της συνολικής θνησιμότητας, συμπεριλαμβανομένης της θανατηφόρας και μη θανατηφόρας καρδιαγγειακής νόσου, καθώς και της ανάγκης για χειρουργική επαναγγείωση ή αγγειοπλαστική μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου. Τα στοιχεία δείχνουν ότι ακόμη και για άτομα χαμηλού κινδύνου (με <10% κίνδυνο για μείζον αγγειακό συμβάν εντός 5 ετών), οι στατίνες προκαλούν 20%-22% σχετική μείωση σε μείζονα καρδιαγγειακά συμβάντα (έμφραγμα, εγκεφαλικό, στεφανιαία επαναγγείωση και στεφανιαίος θάνατος) για κάθε 1 mmol/L μείωση της LDL, χωρίς σημαντικές παρενέργειες ή κινδύνους.
Επιδράσεις στο σκελετικό μυϊκό σύστημα
Η σιμβαστατίνη προκαλεί περιστασιακά μυοπάθεια που εκδηλώνεται ως μυϊκός πόνος, ευαισθησία ή αδυναμία με κρεατινική κινάση (CK) πάνω από δέκα φορές το ανώτερο φυσιολογικό όριο (ULN). Η μυοπάθεια μερικές φορές παίρνει τη μορφή ραβδομυόλυσης με ή χωρίς οξεία νεφρική ανεπάρκεια δευτεροπαθώς λόγω μυοσφαιρινουρίας, και έχουν συμβεί σπάνιες περιπτώσεις θανάτου. Προδιαθεσικοί παράγοντες για μυοπάθεια περιλαμβάνουν την προχωρημένη ηλικία (≥65 ετών), το γυναικείο φύλο, τον μη ελεγχόμενο υποθυρεοειδισμό και τη νεφρική δυσλειτουργία. Οι Κινέζοι ασθενείς μπορεί επίσης να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο για μυοπάθεια. Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα μυϊκά συμπτώματα και οι αυξήσεις της CK υποχώρησαν όταν η θεραπεία διακόπηκε άμεσα.
Σε μια κλινική βάση δεδομένων 41.413 ασθενών, η συχνότητα εμφάνισης μυοπάθειας ήταν περίπου 0,03% και 0,08% σε δόσεις 20 mg και 40 mg/ημέρα, αντίστοιχα, ενώ ο κίνδυνος μυοπάθειας με σιμβαστατίνη 80 mg (0,61%) ήταν δυσανάλογα υψηλότερος από αυτόν που παρατηρήθηκε στις χαμηλότερες δόσεις. Συνιστάται, επομένως, η δόση 80 mg σιμβαστατίνης να χρησιμοποιείται μόνο σε ασθενείς που λαμβάνουν χρόνια σιμβαστατίνη 80 mg (π.χ. για 12 μήνες ή περισσότερο) χωρίς ενδείξεις μυϊκής τοξικότητας. Επίσης, οι ασθενείς που έχουν σταθεροποιηθεί με σιμβαστατίνη 80 mg θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για ενδείξεις μυϊκής τοξικότητας. Εάν χρειαστεί να ξεκινήσουν τη λήψη ενός αλληλεπιδρώντος φαρμάκου που αντενδείκνυται ή σχετίζεται με ανώτατο όριο δόσης για τη σιμβαστατίνη, ο ασθενής θα πρέπει να μεταβεί σε εναλλακτική στατίνη με μικρότερο δυναμικό αλληλεπίδρασης φαρμάκου-φαρμάκου.
Ο κίνδυνος μυοπάθειας κατά τη διάρκεια της θεραπείας με σιμβαστατίνη μπορεί να αυξηθεί με τη συνδυασμένη χορήγηση αλληλεπιδρώντων φαρμάκων όπως [φαινοφιμπράτη], [νιασίνη], [gemfibrozil], [κυκλοσπορίνη] και ισχυροί αναστολείς του ενζύμου CYP3A4.
Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις μυοπάθειας, συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης, με αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης που χορηγήθηκαν παράλληλα με [κοχικίνη], και επομένως πρέπει να ασκείται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση αυτών των δύο φαρμάκων μαζί.
Ανωμαλίες ηπατικών ενζύμων
Επίμονες αυξήσεις (σε >3 φορές το ULN) στις τρανσαμινάσες του ορού έχουν εμφανιστεί περίπου στο 1% των ασθενών που έλαβαν σιμβαστατίνη σε κλινικές μελέτες. Όταν η φαρμακευτική αγωγή διακόπηκε ή σταμάτησε σε αυτούς τους ασθενείς, τα επίπεδα των τρανσαμινασών συνήθως έπεφταν αργά στα προ-θεραπευτικά επίπεδα. Οι αυξήσεις δεν σχετίζονταν με ίκτερο ή άλλα κλινικά σημεία ή συμπτώματα.
Στη Σκανδιναβική Μελέτη Επιβίωσης με Σιμβαστατίνη (4S), ο αριθμός των ασθενών με περισσότερες από μία αυξήσεις τρανσαμινασών σε >3 φορές το ULN, κατά τη διάρκεια της μελέτης, δεν διέφερε σημαντικά μεταξύ των ομάδων σιμβαστατίνης και εικονικού φαρμάκου (14 [0,7%] έναντι 12 [0,6%]). Η συχνότητα μεμονωμένων αυξήσεων της ALT σε 3 φορές το ULN ήταν σημαντικά υψηλότερη στην ομάδα της σιμβαστατίνης τον πρώτο χρόνο της μελέτης (20 έναντι 8, p=0,023), αλλά όχι αργότερα. Στη μελέτη HPS (Heart Protection Study), στην οποία 20.536 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν σιμβαστατίνη 40 mg/ημέρα ή εικονικό φάρμακο, οι συχνότητες αυξημένων τρανσαμινασών (>3X ULN επιβεβαιωμένες με επαναληπτική εξέταση) ήταν 0,21% (n=21) για τους ασθενείς που έλαβαν σιμβαστατίνη και 0,09% (n=9) για τους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο.
Ενδοκρινικές επιδράσεις
Αυξήσεις στα επίπεδα HbA1c και γλυκόζης ορού νηστείας έχουν αναφερθεί με αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης, συμπεριλαμβανομένης της σιμβαστατίνης.
Αν και η χοληστερόλη είναι ο πρόδρομος όλων των στεροειδών ορμονών, μελέτες με σιμβαστατίνη έχουν υποδείξει ότι αυτός ο παράγοντας δεν έχει κλινική επίδραση στη στεροειδογένεση. Η σιμβαστατίνη δεν προκάλεσε αύξηση στη λιθογονικότητα της χολής και, επομένως, δεν αναμένεται να αυξήσει τη συχνότητα εμφάνισης χολολίθων.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η σιμβαστατίνη είναι ένα προφάρμακο στο οποίο ο λακτονικός δακτύλιος 6 μελών της σιμβαστατίνης υδρολύεται in vivo για να παραχθεί το β,δ-διυδροξυ οξύ, ένας ενεργός μεταβολίτης δομικά παρόμοιος με την HMG-CoA (υδροξυμεθυλογλουταρυλ-CoA). Μόλις υδρολυθεί, η σιμβαστατίνη ανταγωνίζεται την HMG-CoA για την HMG-CoA αναγωγάση, ένα ηπατικό μικροσωμικό ένζυμο, το οποίο καταλύει τη μετατροπή της HMG-CoA σε μεβαλονικό, ένα πρώιμο βήμα που καθορίζει τον ρυθμό στη βιοσύνθεση της χοληστερόλης. Η σιμβαστατίνη δρα κυρίως στο ήπαρ, όπου η μειωμένη ηπατική συγκέντρωση χοληστερόλης διεγείρει την αύξηση των ηπατικών υποδοχέων λιποπρωτεΐνης χαμηλής πυκνότητας (LDL), η οποία αυξάνει την πρόσληψη LDL από το ήπαρ. Η σιμβαστατίνη αναστέλλει επίσης την ηπατική σύνθεση λιποπρωτεΐνης πολύ χαμηλής πυκνότητας (VLDL). Το συνολικό αποτέλεσμα είναι η μείωση των LDL και VLDL στο πλάσμα.
Σε θεραπευτικές δόσεις, το ένζυμο HMG-CoA δεν εμποδίζεται πλήρως από τη δράση της σιμβαστατίνης, επιτρέποντας έτσι την παραμονή διαθέσιμων βιολογικά απαραίτητων ποσοτήτων μεβαλονικού. Καθώς το μεβαλονικό αποτελεί πρώιμο βήμα στη βιοσυνθετική οδό για τη χοληστερόλη, η θεραπεία με σιμβαστατίνη δεν αναμένεται επίσης να προκαλέσει οποιαδήποτε συσσώρευση δυνητικά τοξικών στερολών. Επιπλέον, η HMG-CoA μεταβολίζεται εύκολα ξανά σε ακετυλο-CoA, το οποίο συμμετέχει σε πολλές βιοσυνθετικές διεργασίες στον οργανισμό.
Μελέτες in vitro και in vivo σε ζώα δείχνουν επίσης ότι η σιμβαστατίνη ασκεί αγγειοπροστατευτικές επιδράσεις ανεξάρτητα από τις λιπομειωτικές της ιδιότητες, γνωστές και ως πλειοτροπικές επιδράσεις των στατινών. Αυτές περιλαμβάνουν βελτίωση της ενδοθηλιακής λειτουργίας, ενίσχυση της σταθερότητας των αθηροσκληρωτικών πλακών, μείωση του οξειδωτικού στρες και της φλεγμονής, και αναστολή της θρομβογόνου απόκρισης.
Οι στατίνες έχουν επίσης βρεθεί να δεσμεύονται αλλοστερικά στη λειτουργικά σχετιζόμενη πρωτεΐνη β2 ιντεγκρίνης (LFA-1), η οποία παίζει σημαντικό ρόλο στη μετατόπιση των λευκοκυττάρων και στην ενεργοποίηση των Τ-κυττάρων.
Η σιμβαστατίνη είναι ένα προφάρμακο και υδρολύεται στη δραστική μορφή β-υδροξυοξέος, σιμβαστατίνη οξύ, μετά τη χορήγηση. Η σιμβαστατίνη είναι ένας ειδικός αναστολέας της 3-υδροξυ-3-μεθυλογλουταρυλ-συνενζύμου Α (HMG-CoA) αναγωγάσης, του ενζύμου που καταλύει τη μετατροπή της HMG-CoA σε μεβαλονικό, ένα πρώιμο και καθοριστικό για τον ρυθμό βήμα στη βιοσυνθετική οδό της χοληστερόλης. Επιπλέον, η σιμβαστατίνη μειώνει VLDL και TG και αυξάνει HDL-C.
Το ένζυμο παραοξονάση που σχετίζεται με την HDL προστατεύει τις LDL από το οξειδωτικό στρες. Οι αναστολείς της 3-υδροξυ-3-μεθυλογλουταρυλ-συνενζύμου Α (στατίνες) φαίνεται να επηρεάζουν ευνοϊκά την αθηροσκλήρωση μέσω διαφορετικών μηχανισμών. Η παρούσα μελέτη εξέτασε την επίδραση της σιμβαστατίνης στην έκφραση της παραοξονάσης και στα επίπεδα παραοξονάσης στον ορό. Η σιμβαστατίνη ρύθμισε προς τα πάνω, με τρόπο εξαρτώμενο από τη δόση, τη δραστηριότητα του προαγωγέα του γονιδίου της παραοξονάσης σε εκφραστικά κασέτες που μεταφέρθηκαν σε κύτταρα HepG2. Η ρύθμιση προς τα πάνω θα μπορούσε να ανασταλεί από το μεβαλονικό και άλλα ενδιάμεσα της βιοσυνθετικής οδού της χοληστερόλης. Η σιμβαστατίνη αύξησε πυρηνικούς παράγοντες, ιδίως τον ρυθμιστικό παράγοντα στερολών-2 (sterol regulatory element-binding protein-2 - SREBP-2), ικανό να δεσμεύεται στον προαγωγέα της παραοξονάσης. Αυτό αναστελλόταν επίσης από το μεβαλονικό. Ο SREBP-2 αύξησε τη δραστηριότητα του προαγωγέα in vitro. Ασθενείς που έλαβαν στατίνη εμφάνισαν σημαντική αύξηση στις συγκεντρώσεις και τις δραστηριότητες της παραοξονάσης στον ορό. Τα δεδομένα υποδεικνύουν ότι η σιμβαστατίνη μπορεί να ρυθμίζει in vitro την έκφραση του αντιοξειδωτικού ενζύμου παραοξονάση και σχετίζεται με αυξημένη συγκέντρωση και δραστηριότητα παραοξονάσης στον ορό. Αυτό είναι σύμφωνο με τις επιδράσεις της θεραπείας με σιμβαστατίνη, η οποία έχει τη δυνατότητα να επηρεάζει ευνοϊκά τους αντι-αθηρογόνους μηχανισμούς στο επίπεδο της HDL. Η μελέτη παρέχει στοιχεία για 1 μοριακό μηχανισμό μέσω του οποίου θα μπορούσε να ρυθμιστεί η έκφραση του γονιδίου της παραοξονάσης.
… Αναφέρουμε σε αυτήν την εργασία ότι, απροσδόκητα, η σιμβαστατίνη ενισχύει την παραγωγή IL-12p40 που προκαλείται από LPS από μακροφάγα ποντικών, και ότι το κάνει αυτό ενεργοποιώντας τον προαγωγέα IL-12p40. Η ανάλυση μεταλλάξεων και οι μελέτες έκφρασης με κυρίαρχη αρνητικότητα υποδεικνύουν ότι οι μεταγραφικοί παράγοντες C/EBP και AP-1 έχουν κρίσιμο ρόλο στην ενεργοποίηση του προαγωγέα. Αυτό συμβαίνει μέσω ενός μηχανισμού που βασίζεται σε c-Fos και c-Jun. Αποδεικνύουμε ότι η εκτοπική έκφραση του c-Jun ενεργοποιεί τον προαγωγέα IL-12p40, ενώ η έκφραση του c-Fos αναστέλλει τη δραστηριότητα του προαγωγέα IL-12p40. Η σιμβαστατίνη αποτρέπει την επαγόμενη από LPS έκφραση c-Fos, ανακουφίζοντας έτσι την ανασταλτική επίδραση του c-Fos στον προαγωγέα IL-12p40. Ταυτόχρονα, η σιμβαστατίνη προκαλεί φωσφορυλίωση του c-Jun από την c-Jun N-terminal kinase (JNK), οδηγώντας σε ενεργοποίηση του προαγωγέα IL-12p40 που εξαρτάται από το c-Jun. Αυτό φαίνεται να είναι ένας γενικός μηχανισμός, καθώς η σιμβαστατίνη επίσης αυξάνει την επαγόμενη από LPS ενεργοποίηση του προαγωγέα TNF-άλφα, ίσως επειδή ο προαγωγέας TNF-άλφα έχει θέσεις δέσμευσης C/EBP και AP-1 σε παρόμοια διαμόρφωση με τον προαγωγέα IL-12p40. Το γεγονός ότι η σιμβαστατίνη αυξάνει δραστικά την επαγόμενη από LPS παραγωγή IL-12p40 και TNF-άλφα έχει επιπτώσεις στη θεραπεία βακτηριακών λοιμώξεων σε ασθενείς που λαμβάνουν στατίνες.
Οι στατίνες αναγνωρίζονται όλο και περισσότερο ως μεσολαβητές άμεσων κυτταρικών επιδράσεων ανεξάρτητα από την ικανότητά τους να μειώνουν τα λιπίδια. Επομένως, η χρονική και συγκεντρωτική εξάρτηση διαφόρων στατινο-διαμεσολαβούμενων κυτταρικών αλλοιώσεων συγκρίθηκε σε νεφρικά μεσαγγειακά κύτταρα. Τα αποτελέσματα των στατινών στην κυτταρική διαίρεση, την έκφραση γονιδίων, τις κυτταροσκελετικές αλλοιώσεις, την απόπτωση και την κυτταροτοξικότητα αναλύθηκαν σε καλλιεργημένα μεσαγγειακά κύτταρα με χρήση τυπικών τεχνικών. Αποτελέσματα. Η σιμβαστατίνη και η λοβαστατίνη μείωσαν την κυτταρική διαίρεση και τον αριθμό κυττάρων σε αρουραία μεσαγγειακά κύτταρα με τρόπο εξαρτώμενο από τη συγκέντρωση. Ταυτόχρονα, η έκφραση της ινωδογόνου πρωτεΐνης συνδετικού ιστού (CTGF) εμποδίστηκε και οι ινίδια ακτίνης, που είναι τυπικά των μεσαγγειακών κυττάρων σε καλλιέργεια, διαλύθηκαν από τη σιμβαστατίνη. Ανιχνεύθηκε μείωση της μετα-μεταφραστικής τροποποίησης του RhoA από ομάδες γερανυλογερανυλίου, υποστηρίζοντας έναν ρόλο για το RhoA ως μεσολαβητή των επιδράσεων των στατινών. Η πρόκληση απόπτωσης, που προσδιορίστηκε με ενεργοποίηση της κασπάσης-3 και κατακερματισμό DNA, και η νέκρωση συνέβησαν μόνο σε μεταγενέστερα χρονικά σημεία, όταν η μορφολογία των κυττάρων είχε τροποποιηθεί έντονα και τα κύτταρα αποκολλήθηκαν από την επιφάνεια λόγω αλλαγών στο κυτταροσκελετό της ακτίνης. Βασικά, τα ίδια αποτελέσματα λήφθηκαν με μια ανθρώπινη μεσαγγειακή κυτταρική γραμμή. Επιπλέον, οι επιδράσεις των στατινών μιμήθηκαν με αναστολή της γερανυλογερανυλτρανσφεράσης. Οι περισσότερες από τις κυτταρικές επιδράσεις των λιπόφιλων στατινών συνέβησαν εντός του ίδιου χρονικού και συγκεντρωτικού εύρους, υποδηλώνοντας έναν κοινό μοριακό μηχανισμό. Μόνο η απόπτωση και η νέκρωση παρατηρήθηκαν σε μεταγενέστερα χρονικά σημεία ή με υψηλότερες συγκεντρώσεις σιμβαστατίνης και φαίνεται έτσι να είναι δευτεροπαθείς στις αλλαγές στην έκφραση γονιδίων και στις αλλοιώσεις του κυτταροσκελετού της ακτίνης.
Για περισσότερα δεδομένα Μηχανισμού Δράσης (Πλήρης) για τη Σιμβαστατίνη (σύνολο 6), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα τόσο των ενεργών όσο και των συνολικών αναστολέων επιτεύχθηκαν εντός 1,3 έως 2,4 ωρών μετά τη δόση. Ενώ το συνιστώμενο θεραπευτικό εύρος δόσεων είναι 10 έως 40 mg/ημέρα, δεν υπήρξε σημαντική απόκλιση από τη γραμμικότητα της AUC με αύξηση της δόσης έως και 120 mg. Σε σύγκριση με την κατάσταση νηστείας, το προφίλ των αναστολέων στο πλάσμα δεν επηρεάστηκε όταν η σιμβαστατίνη χορηγήθηκε αμέσως πριν από ένα γεύμα ελέγχου.
Σε φαρμακοκινητική μελέτη 17 υγιών Κινέζων εθελοντών, οι κύριες φαρμακοκινητικές παράμετροι ήταν οι εξής: Tmax 1,44 ώρες, Cmax 9,83 ug/L, t1/2 4,85 ώρες και AUC 40,32 ug·h/L.
Η σιμβαστατίνη υφίσταται εκτεταμένη μεταβολισμό πρώτης διόδου στο ήπαρ, το όργανο-στόχο για την αναστολή της HMG-CoA αναγωγάσης και την κύρια θέση δράσης. Αυτή η ιστική επιλεκτικότητα (και η συνεπακόλουθη χαμηλή συστηματική έκθεση) της από του στόματος χορηγούμενης σιμβαστατίνης έχει αποδειχθεί ότι είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτήν που παρατηρείται όταν το φάρμακο χορηγείται ως η ενζυματικά ενεργή μορφή, δηλαδή ως το ανοιχτό υδροξυοξύ.
Σε μελέτες σε ζώα, μετά από από του στόματος χορήγηση, η σιμβαστατίνη πέτυχε σημαντικά υψηλότερες συγκεντρώσεις στο ήπαρ σε σύγκριση με μη-στόχους ιστούς. Ωστόσο, επειδή η σιμβαστατίνη υφίσταται εκτεταμένο μεταβολισμό πρώτης διόδου, η βιοδιαθεσιμότητα του φαρμάκου στο συστηματικό σύστημα είναι χαμηλή.
Σε μελέτη μονής δόσης σε εννέα υγιείς εθελοντές, εκτιμήθηκε ότι λιγότερο από 5% μιας από του στόματος δόσης σιμβαστατίνης έφτασε στη γενική κυκλοφορία με τη μορφή ενεργών αναστολέων.
Γενετικές διαφορές στον ηπατικό μεταφορέα OATP1B1 (Organic-Anion-Transporting Polypeptide 1B1) που κωδικοποιείται από το γονίδιο SCLCO1B1 (Solute Carrier Organic Anion Transporter family member 1B1) έχουν αποδειχθεί ότι επηρεάζουν τη φαρμακοκινητική της σιμβαστατίνης. Τα στοιχεία από φαρμακογενετικές μελέτες του μονονουκλεοτιδικού πολυμορφισμού (SNP) c.521T>C έδειξαν ότι οι συγκεντρώσεις σιμβαστατίνης στο πλάσμα αυξήθηκαν κατά μέσο όρο 3,2 φορές για τα άτομα ομόζυγα για το 521CC σε σύγκριση με τα ομόζυγα 521TT άτομα. Η γονότυπος 521CC σχετίζεται επίσης με σημαντική αύξηση του κινδύνου ανάπτυξης μυοπάθειας, πιθανώς δευτεροπαθώς στην αυξημένη συστηματική έκθεση. Άλλα στατινικά φάρμακα που επηρεάζονται από αυτόν τον πολυμορφισμό περιλαμβάνουν τη [ροσουβαστατίνη], την [πιταβαστατίνη], την [ατορβαστατίνη], τη [λοβαστατίνη] και την [πραβαστατίνη].
Για ασθενείς με γνωστό τον προαναφερθέντα γονότυπο OATP1B1 c.521CC, συνιστάται μέγιστη ημερήσια δόση 20 mg σιμβαστατίνης για την αποφυγή ανεπιθύμητων ενεργειών από την αυξημένη έκθεση στο φάρμακο, όπως μυϊκός πόνος και κίνδυνος ραβδομυόλυσης.
Έχουν ληφθεί επίσης στοιχεία με άλλες στατίνες όπως η [ροσουβαστατίνη] ότι η ταυτόχρονη χρήση στατινών και αναστολέων της πρωτεΐνης ανθεκτικότητας στον καρκίνο του μαστού (BCRP) όπως η ελμπασβίρη και η γκραζοπρεβίρη αύξησε τις συγκεντρώσεις αυτών των στατινών στο πλάσμα. Απαιτούνται περαιτέρω στοιχεία, ωστόσο ενδέχεται να απαιτείται προσαρμογή της δόσης της σιμβαστατίνης. Άλλα στατινικά φάρμακα που επηρεάζονται από αυτόν τον πολυμορφισμό περιλαμβάνουν τη [φλουβαστατίνη] και την [ατορβαστατίνη].
Μετά από από του στόματος δόση 14C-σημειωμένης σιμβαστατίνης σε ανθρώπους, το 13% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα και το 60% στα κόπρανα.
Μελέτες σε αρουραίους υποδεικνύουν ότι όταν χορηγήθηκε ραδιοσημειωμένη σιμβαστατίνη, η ραδιοσημότητα που προερχόταν από σιμβαστατίνη διέσχισε τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό.
Τόσο η σιμβαστατίνη όσο και ο μεταβολίτης της β-υδροξυοξέος δεσμεύονται ισχυρά (περίπου 95%) σε πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος. Μελέτες σε αρουραίους υποδεικνύουν ότι όταν χορηγήθηκε ραδιοσημειωμένη σιμβαστατίνη, η ραδιοσημότητα που προερχόταν από σιμβαστατίνη διέσχισε τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό.
/ΓΑΛΑ/ Δεν είναι γνωστό εάν η σιμβαστατίνη κατανέμεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα….
Μετά από από του στόματος δόση 14C-σημειωμένης σιμβαστατίνης σε ανθρώπους, το 13% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα και το 60% στα κόπρανα. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της συνολικής ραδιοσημότητας (σιμβαστατίνη συν 14C-μεταβολίτες) κορυφώθηκαν στις 4 ώρες και μειώθηκαν γρήγορα στο περίπου 10% της κορυφής στις 12 ώρες μετά τη δόση. Δεδομένου ότι η σιμβαστατίνη υφίσταται εκτεταμένη εκχύλιση πρώτης διόδου στο ήπαρ, η διαθεσιμότητα του φαρμάκου στη γενική κυκλοφορία είναι χαμηλή (<5%).
Η απορρόφηση, η κατανομή και η απέκκριση της 14C-σιμβαστατίνης μελετήθηκαν σε αρσενικούς αρουραίους μετά από 21 συνεχείς ημερήσιες από του στόματος χορηγήσεις στη δόση των 10 mg/kg. Τα επίπεδα στο πλάσμα της 14C-σιμβαστατίνης στις 1 ώρα μετά από κάθε χορήγηση δεν αυξήθηκαν κατά τη διάρκεια και μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση. Η καμπύλη των επιπέδων ραδιοσημότητας-χρόνου μετά την τελική χορήγηση ήταν παρόμοια με αυτήν μετά την πρώτη χορήγηση. Η αθροιστική απέκκριση ραδιοσημότητας στα ούρα και τα κόπρανα αντιστοιχούσε σε 9,0% και 91,4% της συνολικής δόσης, αντίστοιχα, εντός 96 ωρών μετά την τελική χορήγηση. Μετά την τελική χορήγηση, η ραδιοσημότητα συγκεντρώθηκε στους γαστρεντερικούς σωλήνες, το ήπαρ και τους νεφρούς. Το μοτίβο κατανομής ήταν παρόμοιο με αυτό που παρατηρήθηκε μετά την εφάπαξ χορήγηση. Δεν υπήρξε συσσώρευση του φαρμάκου και των μεταβολιτών του στους ιστούς των αρουραίων μετά την επαναλαμβανόμενη από του στόματος χορήγηση 14C-σιμβαστατίνης. Η εμβρυο-πλακουντιακή μεταφορά και η απέκκριση ραδιοσημότητας στο γάλα μελετήθηκαν σε έγκυες και θηλάζουσες αρουραίες μετά από εφάπαξ από του στόματος χορήγηση 14C-σιμβαστατίνης. Ολόσωμες ραδιογραφίες αυτοραδιογράφησης σε αρουραίες την 12η και 18η ημέρα κύησης έδειξαν χαμηλή κατανομή και ταχεία αποβολή ραδιοσημότητας από το έμβρυο. Την 18η ημέρα κύησης, η συγκέντρωση ραδιοσημότητας στον πλακούντα, στο αμνιακό υγρό και στους εμβρυϊκούς ιστούς ήταν σχεδόν ίση ή μικρότερη από εκείνες στο μητρικό πλάσμα. Η ποσότητα ραδιοσημότητας που μεταφέρθηκε στο έμβρυο ήταν περίπου 0,02% της από του στόματος δόσης. Οι συγκεντρώσεις ραδιοσημότητας στο γάλα ήταν περίπου 20-54% εκείνων στο μητρικό πλάσμα.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρης) για τη Σιμβαστατίνη (σύνολο 6), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σ δέσμευση με πρωτεΐνες
Τόσο η σιμβαστατίνη όσο και ο μεταβολίτης της β-υδροξυοξέος δεσμεύονται ισχυρά (περίπου 95%) σε πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η σιμβαστατίνη χορηγείται ως η ανενεργή λακτονική παράγωγο που στη συνέχεια μεταβολικά ενεργοποιείται στη μορφή β-υδροξυοξέος μέσω ενός συνδυασμού αυθόρμητης χημικής μετατροπής και υδρόλυσης μέσω ενζύμων από μη ειδικές καρβοξυεστεράσες στο τοίχωμα του εντέρου, στο ήπαρ και στο πλάσμα. Ο οξειδωτικός μεταβολισμός στο ήπαρ διαμεσολαβείται κυρίως από τα CYP3A4 και CYP3A5, με τον υπόλοιπο μεταβολισμό να συμβαίνει μέσω των CYP2C8 και CYP2C9. Οι κύριοι ενεργοί μεταβολίτες της σιμβαστατίνης είναι ο β-υδροξυοξύ μεταβολίτης και οι 6’-υδροξυ, 6’-υδροξυμεθυλ, και 6’-εξομεθυλενικές παράγωγοί του. Πολυμορφισμοί στο γονίδιο CYP3A5 έχουν αποδειχθεί ότι επηρεάζουν τη διάθεση της σιμβαστατίνης και μπορεί να παρέχουν μια εύλογη εξήγηση για τη διατομική μεταβλητότητα της διάθεσης και της φαρμακοκινητικής της σιμβαστατίνης.
Οι κύριοι ενεργοί μεταβολίτες της σιμβαστατίνης που υπάρχουν στο ανθρώπινο πλάσμα είναι ο β-υδροξυοξύς της σιμβαστατίνης και οι 6’-υδροξυ, 6’-υδροξυμεθυλ, και 6’-εξομεθυλενικές παράγωγοί του.
Η σιμβαστατίνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν την 6’-εξομεθυλενική, 3’, 5’-διυδροδιόλη, και 6’-άλφα-υδροξυσιμβαστατίνη.
Ηπατικός, η σιμβαστατίνη είναι υπόστρωμα για το CYP3A4. Οι κύριοι ενεργοί μεταβολίτες της σιμβαστατίνης είναι ο β-υδροξυοξύς μεταβολίτης και οι 6’-υδροξυ, 6’-υδροξυμεθυλ, και 6’-εξομεθυλενικές παράγωγοί του. Οδός Απέκκρισης: Μετά από από του στόματος δόση 14C-σημειωμένης σιμβαστατίνης σε ανθρώπους, το 13% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα και το 60% στα κόπρανα. Χρόνος ημιζωής: 3 ώρες
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
4,85 ώρες
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Κατηγοριοποίηση MeSH
- Ουσίες που χρησιμοποιούνται για τη μείωση των επιπέδων χοληστερόλης στο πλάσμα.
- Ουσίες που μειώνουν τα επίπεδα ορισμένων λιπιδίων στο αίμα. Χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία υπερλιπιδαιμιών.
- Ενώσεις που αναστέλλουν τις υδροξυμεθυλογλουταρυλ-CoA αναγωγάσες. Έχει αποδειχθεί ότι μειώνουν άμεσα τη σύνθεση χοληστερόλης.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Κατηγοριοποίηση FDA
AGG2FN16EV
SIMVASTATIN
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας HMG-CoA Αναγωγάσης
Μηχανισμός Δράσης [MoA] - Αναστολείς Υδροξυμεθυλογλουταρυλ-CoA Αναγωγάσης
Η σιμβαστατίνη είναι ένας αναστολέας HMG-CoA Αναγωγάσης. Ο μηχανισμός δράσης της σιμβαστατίνης είναι ως αναστολέας HMG-CoA Αναγωγάσης.
SIMVASTATIN
Αναστολέας HMG-CoA Αναγωγάσης [EPC]. Αναστολείς Υδροξυμεθυλογλουταρυλ-CoA Αναγωγάσης [MoA].
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 1 C10AA01ΒΗΜΑ 1 — Αρχική δόση στατίνης (μέτριος/χαμηλός κίνδυνος)
- Ασθενής μέτριου ή χαμηλού καρδιαγγειακού κινδύνου
- Μέτριος κίνδυνος: φαρμακευτική αγωγή αν δεν επιτευχθεί ο στόχος μετά 3 μήνες υγιεινοδιαιτητικών μέτρων· χαμηλός: μετά 6 μήνες
Δοσολογία: Αρχική δόση — εντατική τροποποίηση τρόπου ζωής · Απεριόριστη
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Κατηγοριοποίηση MeSH
- Ουσίες που χρησιμοποιούνται για τη μείωση των επιπέδων χοληστερόλης στο πλάσμα.
- Ουσίες που μειώνουν τα επίπεδα ορισμένων λιπιδίων στο αίμα. Χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία υπερλιπιδαιμιών.
- Ενώσεις που αναστέλλουν τις υδροξυμεθυλογλουταρυλ-CoA αναγωγάσες. Έχει αποδειχθεί ότι μειώνουν άμεσα τη σύνθεση χοληστερόλης.