ERYTHROMYCIN
Ερυθρομυκίνη
Στην ομάδα αυτή ανήκουν η ερυθρομυκίνη, η σπιραμυκίνη και τα νεότερα μακρολίδια, τα οποία είναι η κλαριθρομυκίνη, η ροξιθρομυκίνη και η αζιθρομυκίνη. H ερυθρομυκίνη σε χορήγηση από το στόμα εμφανίζει διάφορο βαθμό απορροφήσεως αναλόγως του χρησιμοποιούμενου άλατος ή εστέρα. …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-ERYTIN-ACN
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: τοπική
- Χορήγηση: μία έως δύο φορές την ημέρα
- Δόση έναρξης: μία έως δύο φορές την ημέρα
-
Όλες οι ηλικίεςΔόσημία έως δύο φορές την ημέραΗ θεραπεία θα πρέπει να συνεχίζεται για 9-12 εβδοδομάδες. Υπερβολική εφαρμογή πρέπει να αποφεύγεται.
block
SPC-ERYTIN-ACN
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Οικογενειακό ιστορικό δερματικού επιθηλιώματος
-
Οξεία εκζέματα, ροδόχρου ακμή και οξείες φλεγμονώδεις καταστάσεις του δέρματος (ιδιαίτερα γύρω από το στόμα)
-
Υποκείμενο ηλιακό έγκαυμα
-
Ταυτόχρονη χρήση με άλλα δερματικά φάρμακα, ιδιαίτερα εκείνα που περιέχουν κερατολυτικούς παράγοντες
warning
SPC-ERYTIN-ACN
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
ΦωτοευαισθησίαΠληθυσμόςΑσθενείς υπό θεραπεία με ERYTIN-ACNΗ έκθεση στο φως του ήλιου θα πρέπει να ελαχιστοποιείται και η χρήση ηλιακών λαμπτήρων ή solarium θα πρέπει να αποφεύγεται. Ασθενείς με εγκαύματα από τον ήλιο δεν πρέπει να χρησιμοποιούν το προϊόν μέχρι την πλήρη αποκατάστασή τους.
-
Ερεθισμός από περιβαλλοντικούς παράγοντεςΠληθυσμόςΑσθενείς υπό θεραπεία με ERYTIN-ACNΟ άνεμος και η βροχή μπορεί να είναι ασυνήθιστα ενοχλητικοί.
-
Εφαρμογή προϊόντοςΠρέπει να αποφεύγεται η συσσώρευση του προϊόντος στις πτυχές του δέρματος ή στις γωνίες της μύτης.
-
Επαφή με μάτια ή βλέφαραΤο προϊόν δεν θα πρέπει να έλθει σε επαφή με τα μάτια ή τα βλέφαρα. Εάν συμβεί, συνιστάται να ξεπλένονται καλά με νερό.
-
Αλλεργικές αντιδράσεις (μακρολίδια, AGEP)ΣοβαρέςΣε περίπτωση αλλεργικής αντίδρασης, το φάρμακο πρέπει να διακόπτεται και να οριστεί κατάλληλη θεραπεία. Οι γιατροί πρέπει να γνωρίζουν το ενδεχόμενο επανεμφάνισης αλλεργικών συμπτωμάτων όταν η συμπτωματική θεραπεία διακόπτεται.
swap_horiz
SPC-ERYTIN-ACN
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ακτίνες UV (φυσικό φως του ήλιου, λάμπες, solarium), ακτίνες Χ, κολύμβηση σε χλωριωμένο ή αλμυρό νερόπροσοχήΕνίσχυση του ερεθισμού του δέρματος
-
Ηλιακό έγκαυμαπροσοχήΕρεθισμός του δέρματοςΣύστασηΑναμονή πλήρους αποκατάστασης πριν από την έναρξη της θεραπείας
-
Άλλα δερματικά φάρμακα (ιδιαίτερα κερατολυτικοί παράγοντες)αντένδειξηΕπιδείνωση τυχόν προϋπάρχοντα ερεθισμού του δέρματοςΣύστασηΝα μην χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα
sick
SPC-ERYTIN-ACN
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ερεθισμός του δέρματος (ερύθημα, αίσθημα καύσου, ξηρότητα, απολέπιση)
- Αντίδραση υπερευαισθησίας
- Αλλεργικό έκζεμα εξ επαφής
- Επιδείνωση ακμής
- Υποχρωματισμός δέρματος
- Υπέρχρωση δέρματος
- Αποχρωματισμός δέρματος
- Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣπάνιεςΕρεθισμός του δέρματος (ερύθημα, αίσθημα καύσου, ξηρότητα, απολέπιση)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΥπέρχρωση δέρματοςΔέρμα
-
ΣπάνιεςΥποχρωματισμός δέρματοςΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑλλεργικό έκζεμα εξ επαφήςΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑντίδραση υπερευαισθησίαςΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑποχρωματισμός δέρματοςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΕπιδείνωση ακμήςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΟξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωσηΔέρμα
pregnant_woman
SPC-ERYTIN-ACN
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΤο ERYTIN-ACN δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την κύηση ή σε γυναίκες που επιδιώκουν να μείνουν έγκυες.Υψηλές δόσεις από του στόματος τρετινοΐνης προκαλούν τερατογένεση σε ζώα και υπάρχουν ενδείξεις εμβρυοτοξικότητας σε μελέτες που η τρετινοΐνη χορηγείται δερματικά.
-
Γαλουχίατο ERYTIN-ACN θα πρέπει να αποφεύγεται σε γυναίκες που θηλάζουν.Είναι γνωστό ότι τα από του στόματος χορηγούμενα ρετινοειδή και οι μεταβολίτες τους εκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Ως εκ τούτου, προληπτικά, το ERYTIN-ACN θα πρέπει να αποφεύγεται σε γυναίκες που θηλάζουν.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-ERYTIN-ACN
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Μηχανισμός δράσης Η ερυθρομυκίνη είναι ένα μακρολιδικό αντιβιοτικό με βακτηριοστατική δράση ενάντια όλα τα παθογόνα που εμπλέκονται στην ανάπτυξη της ακμής. Όταν εφαρμόζεται τοπικά, προκαλεί επίσης μείωση στη συγκέντρωση των λιπιδίων της επιφάνειας…
biotech
SPC-ERYTIN-ACN
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-ERYTIN-ACN
expand_more
Δοσολογία
Η συνιστώμενη δοσολογία εφαρμογής του προϊόντος στην πάσχουσα περιοχή είναι μία έως δύο φορές την ημέρα. Η θεραπεία θα πρέπει να συνεχίζεται για 9-12 εβδομάδες ανάλογα με την κατάσταση του δέρματος. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι μπορεί να μην παρατηρηθεί βελτίωση για αρκετές εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας.
Η συνεπής χρήση κι εφαρμογή συμβάλλει σημαντικά στην επιτυχία της θεραπείας. Υπερβολική εφαρμογή του ERYTIN-ACN θα πρέπει να αποφεύγεται, δεδομένου ότι μπορεί να προκαλέσει ερύθημα, ξηρότητα και δυσφορία στην πάσχουσα περιοχή.
Η δοσολογία είναι η ίδια για όλες τις ηλικίες.
block
Αντενδείξεις
SPC-ERYTIN-ACN
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Σε περίπτωση οικογενειακού ιστορικού δερματικού επιθηλιώματος.
- Σε οξεία εκζέματα, ροδόχρου ακμή και οξείες φλεγμονώδεις καταστάσεις του δέρματος, ιδιαίτερα γύρω από το στόμα.
- Σε περίπτωση υποκείμενου ηλιακού εγκαύματος.
- Ταυτόχρονη χρήση με άλλα δερματικά φάρμακα ιδιαίτερα εκείνα που περιέχουν κερατολυτικούς παράγοντες (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-ERYTIN-ACN
expand_more
Προειδοποιήσεις
Μπορεί να παρατηρηθεί φωτοευαισθησία κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ERYTIN-ACN. Η έκθεση στο φως του ήλιου θα πρέπει να ελαχιστοποιείται και η χρήση ηλιακών λαμπτήρων ή solarium θα πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Οι ασθενείς που έχουν εγκαύματα από τον ήλιο, δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούν αυτό το προϊόν μέχρι την πλήρη αποκατάστασή τους, επειδή υπάρχει αυξημένη ευαισθησία στο φως του ήλιου κατά τη χρήση τρετινοΐνης. Ο άνεμος και η βροχή μπορεί να είναι ασυνήθιστα ενοχλητικοί στους υπό θεραπεία ασθενείς.
Πρέπει να αποφεύγεται η συσσώρευση του προϊόντος στις πτυχές του δέρματος ή στις γωνίες της μύτης.
Το προϊόν δεν θα πρέπει να έλθει σε επαφή με τα μάτια ή τα βλέφαρα - εάν αυτό συμβεί, τότε συνιστάται να ξεπλένονται καλά με νερό.
Όπως και με άλλα μακρολίδια, σπάνιες σοβαρές αλλεργικές αντιδράσεις, συμπεριλαμβανομένης της οξείας γενικευμένης εξανθηματικής φλυκταίνωσης (AGEP) έχουν αναφερθεί. Σε περίπτωση αλλεργικής αντίδρασης, το φάρμακο πρέπει να διακόπτεται και να οριστεί κατάλληλη θεραπεία. Οι γιατροί πρέπει να γνωρίζουν το ενδεχόμενο επανεμφάνισης αλλεργικών συμπτωμάτων όταν η συμπτωματική θεραπεία διακόπτεται.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-ERYTIN-ACN
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Ο ερεθισμός του δέρματος μπορεί να ενισχυθεί από τις ακτίνες UV (φυσικό φως του ήλιου, λάμπες, solarium), ακτίνες Χ ή από την κολύμβηση σε χλωριωμένo ή αλμυρό νερό.
Αν τυχόν υπάρχει ηλιακό έγκαυμα θα πρέπει να αναμένεται η πλήρης αποκατάστασή του πριν από την έναρξη της θεραπείας με ERYTIN-ACN.
Το ERYTIN-ACN δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με άλλα δερματικά φάρμακα, κι ιδιαίτερα εκείνα που περιέχουν κερατολυτικούς παράγοντες (βλ. Αντενδείξεις), καθώς αυτό μπορεί να επιδεινώσει τυχόν προϋπάρχοντα ερεθισμό του δέρματος.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-ERYTIN-ACN
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ακόλουθες κατηγορίες συχνότητας, χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση των ανεπιθύμητων ενεργειών:
- Πολύ συχνές: ≥1/10
- Συχνές: ≥1/100 έως <1/10
- Όχι συχνές: ≥1/1.000 έως <1/100
- Σπάνιες: ≥1/10.000 έως <1/1.000
- Πολύ σπάνιες: <1/10.000
- Μη γνωστές: η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να προκληθεί ερεθισμός του δέρματος με τη μορφή ερυθήματος, και μπορεί να παρατηρηθεί αίσθημα καύσου, ξηρότητα ή απολέπιση του δέρματος. Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, τα παραπάνω συμπτώματα μπορεί επίσης να οφείλονται σε αντίδραση υπερευαισθησίας (αλλεργικό έκζεμα εξ επαφής). Στην αρχή της θεραπείας μπορεί να παρατηρηθεί μια φαινομενική επιδείνωση της ακμής με αύξηση των φλεγμονωδών συμπτωμάτων. Αυτό είναι ένα σημάδι ότι το φάρμακο αρχίζει να δρα και είναι συνήθως παροδικό. Εάν συμβούν τα παραπάνω, η θεραπεία δεν πρέπει να διακόπτεται, απλά μπορεί να μειωθεί η συχνότητα της εφαρμογής.
Σπάνια, έχει αναφερθεί προσωρινός υποχρωματισμός ή υπέρχρωση του δέρματος σε άτομα που έλαβαν θεραπεία με τρετινοΐνη. Είναι επίσης πιθανό να παρατηρηθεί προσωρινός αποχρωματισμός σε μη-καυκάσιους.
Μη γνωστές: οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων, Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-ERYTIN-ACN
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Υψηλές δόσεις από του στόματος τρετινοΐνης προκαλούν τερατογένεση σε ζώα και υπάρχουν ενδείξεις εμβρυοτοξικότητας σε μελέτες που η τρετινοΐνη χορηγείται δερματικά. Το ERYTIN-ACN δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την κύηση ή σε γυναίκες που επιδιώκουν να μείνουν έγκυες.
Θηλασμός
Είναι γνωστό ότι τα από του στόματος χορηγούμενα ρετινοειδή και οι μεταβολίτες τους εκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Ως εκ τούτου, προληπτικά, το ERYTIN-ACN θα πρέπει να αποφεύγεται σε γυναίκες που θηλάζουν.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-ERYTIN-ACN
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Μηχανισμός δράσης
Η ερυθρομυκίνη είναι ένα μακρολιδικό αντιβιοτικό με βακτηριοστατική δράση ενάντια όλα τα παθογόνα που εμπλέκονται στην ανάπτυξη της ακμής. Όταν εφαρμόζεται τοπικά, προκαλεί επίσης μείωση στη συγκέντρωση των λιπιδίων της επιφάνειας του δέρματος κι εμφανίζει έτσι μια άμεση αντιφλεγμονώδη δράση.
Το ρετινοειδές τρετινοΐνη δρα τοπικά ως κερατολυτικός παράγοντας, αυξάνοντας σημαντικά τον κύκλο ανανέωσης των κυττάρων του κερατινοποιημένου επιθηλίου, συμπεριλαμβανομένου του επιθηλίου των θυλακιωδών πόρων και των φαγέσωρων. Αρχικά, προκαλεί ερεθισμό του δέρματος, ερύθημα κι αυξημένη αιμάτωση, που ακολουθούνται από πάχυνση κι απολέπιση του επιθηλίου. Ο χρόνος ανανέωσης του κερατινοποιημένου επιθηλίου, συνεπώς μειώνεται.
Η αλκοολική βάση του προϊόντος διαλύει το σμήγμα.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-ERYTIN-ACN
expand_more
Φαρμακοκινητική
Η διαδερμική απορρόφηση της ερυθρομυκίνης είναι αμελητέα μετά από τοπική εφαρμογή του προϊόντος σε μεγάλες περιοχές και για αρκετές εβδομάδες.
Μετά από τοπική εφαρμογή, έως και 6% της εφαρμοζόμενης δόσης της τρετινοΐνης ανακτάται στα ούρα μέσα σε 50-60 ώρες, υποδεικνύοντας κάποια απορρόφηση. Η αναλογία της νεφρικής σε σχέση με τη χολική απέκκριση είναι περίπου 1:3, οπότε η μέγιστη πιθανή συνολική απορρόφηση είναι 24%.
ΕΟΦ · 5.1.7
Mακρολίδια
expand_more
Mακρολίδια
Στην ομάδα αυτή ανήκουν η ερυθρομυκίνη, η σπιραμυκίνη και τα νεότερα μακρολίδια, τα οποία είναι η κλαριθρομυκίνη, η ροξιθρομυκίνη και η αζιθρομυκίνη. H ερυθρομυκίνη σε χορήγηση από το στόμα εμφανίζει διάφορο βαθμό απορροφήσεως αναλόγως του χρησιμοποιούμενου άλατος ή εστέρα.
Προτιμώνται οι εντεροδιαλυτές μορφές και η χορήγηση με κενό στόμαχο. H απορρόφηση της αιθυλοηλεκτρικής ερυθρομυκίνης δεν επηρεάζεται από την τροφή.
Tο αντιμικροβιακό φάσμα της ερυθρομυκίνης είναι ευρύτερο εκείνου της πενικιλλίνης G. Περιλαμβάνει Gram+ κόκκους, όπως στρεπτόκοκκοι (όχι στελέχη Enterococcus) και σταφυλόκοκκοι αν και το μεγαλύτερο ποσοστό σταφυλοκόκκων είναι σήμερα ανθεκτικό στην ερυθρομυκίνη, Bacillus anthracis κ.ά.
Eκ των Gram- αεροβίων η ερυθρομυκίνη είναι επίσης δραστική έναντι της Branhamella catarrhalis και του Haemophilus ducreyi, ενώ η δραστικότητα ποικίλλει για την N. gonorrhοeae και H. influenzae. Eκ των αναεροβίων μικροβίων είναι δραστική έναντι των Gram+ όπως στελέχη πεπτοστρεπτοκόκκων, ακτινομυκήτων κ.ά. ενώ δεν είναι ασφαλές φάρμακο για την κάλυψη των Gram- αναεροβίων μικροβίων.
Στο αντιμικροβιακό φάσμα περιλαμβάνονται επίσης οι ακόλουθοι μικροοργανισμοί: Mycoplasma pneumoniae, Ureaplasma urealyticum, Chlamydia, Legionella pneumoniae, στελέχη Campylobacter, Borrelia burgdorferi, Treponema pallidum.
Kυρία ένδειξη χορηγήσεως της σπιραμυκίνης αποτελεί η τοξοπλάσμωση κατά την κύηση επειδή αντενδείκνυται η πυριμεθαμίνη και χορηγείται καθ’ όλη τη διάρκεια της κυήσεως.
Nεώτερα μακρολίδια αποτελούν η ροξιθρομυκίνη και κλαριθρομυκίνη. Tο αντιμικροβιακό τους φάσμα είναι το ίδιο με εκείνο της ερυθρομυκίνης. H κλαριθρομυκίνη έχει καλλίτερη δράση in vivo έναντι του H. influenzae λόγω συνεργικού μηχανισμού με ένα μεταβολίτη της, την υδροξυκλαριθρομυκίνη. H σημαντικότερη διαφορά τους με τα παλαιότερα μακρολίδια είναι ο μακρός χρόνος ημίσειας ζωής τους, που επιτρέπει την χορήγησή τους ανά 12ωρο ή ακόμη και ανά 24ωρο για την ροξιθρομυκίνη.
H αζιθρομυκίνη ανήκει στην ομάδα των αζαλιδών, συγγενών αντιβιοτικών με τις μακρολίδες. Tο φάρμακο εμφανίζει πολύ μεγαλύτερη συγκέντρωση στους ιστούς σε σχέση με το πλάσμα. H ημιπερίοδος ζωής είναι μεγάλη και αυτό επιτρέπει την εφάπαξ χορήγηση της ημερήσιας δόσης.
ΕΟΦ · 13.5.1
Tοπικά φάρμακα
expand_more
Tοπικά φάρμακα
Xρησιμοποιούνται αντισηπτικά (βλ. 5.6), κερατολυτικά (τρετινοΐνη, υπεροξείδιο του βενζοϋλίου) και αντιβιοτικά. Aπό τα τελευταία προτιμώνται η κλινδαμυκίνη, η ερυθρομυκίνη και οι τετρακυκλίνες. Tα δύο πρώτα φαίνεται να υπερτερούν των τετρακυκλινών. Xρησιμοποιούνται σε αλκοολικά διαλύματα 1-2% και σε συνδυασμό με ρετινοϊκό οξύ θεωρείται ότι ενισχύεται η δράση τους.
Tο υπεροξείδιο του βενζοϋλίου είναι φαγεσωρολυτικό και παραλλήλως έχει αποφολιδωτική και μικροβιοκτόνο δράση. Tα ρετινοειδή (τρετινοΐνη και ισοτρετινοΐνη) είναι παράγωγα της βιταμίνης A και αποδείχθηκαν χρήσιμα στη θεραπεία της κοινής ακμής όπου ασκούν κερατολυτική και φαγεσωρολυτική δράση. Xορηγούμενα από το στόμα (κεφ. 13.5.2) επιδρούν ευνοϊκά σε βαριές μορφές ακμής ανθεκτικές σε άλλες θεραπείες.
H ανταπαλένη αποτελεί συνθετικό παράγωγο του ναφθοϊκού οξέος και είναι ουσία ανάλογη των ρετινοειδών. Η δράση της ανταπαλένης είναι παρόμοια της τρετινοΐνης, τόσο από πλευράς θεραπευτικών ενεργειών, όσο και ανεπιθυμήτων ενεργειών, περιλαμβανομένης και της τερατογενούς δράσεως.
Γενικώς στην ακμή σήμερα αντενδείκνυται η τοπική εφαρμογή σκευασμάτων θείου (υπάρχουν όμως ακόμα υποστηρικτές του), κορτικοστεροειδών, ρεσορκινόλης και σκευασμάτων με λιπαρή βάση (αλοιφές, φυράματα κλπ.).
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Για χρήση στη θεραπεία λοιμώξεων που προκαλούνται από ευαίσθητα στελέχη μικροοργανισμών στις ακόλουθες ασθένειες:
- Λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος (ανώτερου και κατώτερου) ήπιας έως μέτριας βαρύτητας
- Κοκκύτης
- Ως επίδομα στην αντιτοξίνη σε λοιμώξεις λόγω Corynebacterium diphtheriae
- Στη θεραπεία λοιμώξεων λόγω Corynebacterium minutissimum
- Εντερική αμοιβάδωση που προκαλείται από Entamoeba histolytica
- Οξεία φλεγμονώδης νόσος της πυέλου που προκαλείται από Neisseria gonorrhoeae
- Λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων ήπιας έως μέτριας βαρύτητας που προκαλούνται από Streptococcus pyogenes και Staphylococcus aureus
- Πρωτοπαθής σύφιλη που προκαλείται από Treponema pallidum
- Λοιμώξεις που προκαλούνται από Chlamydia trachomatis
- Μη-γονοκοκκική ουρηθρίτιδα που προκαλείται από Ureaplasma urealyticum
- Νόσος των Λεγεωναρίων που προκαλείται από Legionella pneumophila
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Οι μακρολίδες, όπως η ερυθρομυκίνη, σταματούν την ανάπτυξη των βακτηρίων αναστέλλοντας τη σύνθεση πρωτεϊνών και τη μετάφραση, θεραπεύοντας έτσι τις βακτηριακές λοιμώξεις. Η ερυθρομυκίνη δεν επηρεάζει τη σύνθεση νουκλεϊκών οξέων. Το φάρμακο αυτό έχει αποδειχθεί δραστικό έναντι των περισσότερων στελεχών των ακόλουθων μικροοργανισμών, θεραπεύοντας αποτελεσματικά τόσο in vitro όσο και κλινικές λοιμώξεις. Παρόλα αυτά, είναι σημαντικό να διενεργείται έλεγχος ευαισθησίας των βακτηρίων πριν από τη χορήγηση αυτού του αντιβιοτικού, καθώς η αντοχή αποτελεί κοινό πρόβλημα που μπορεί να επηρεάσει τη θεραπεία.
Σημείωση σχετικά με την αντοχή στα αντιμικροβιακά, την ψευδομεμβρανώδη κολίτιδα και την ηπατοτοξικότητα
Πολλά στελέχη Haemophilus influenzae είναι ανθεκτικά μόνο στην ερυθρομυκίνη, αλλά εμφανίζουν ευαισθησία όταν η ερυθρομυκίνη χορηγείται σε συνδυασμό με σουλφοναμίδες. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι Σταφυλόκοκκοι ανθεκτικοί στην ερυθρομυκίνη μπορεί να εμφανιστούν κατά τη διάρκεια θεραπείας με ερυθρομυκίνη ή/και σουλφοναμίδες. Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα έχει αναφερθεί με τους περισσότερους αντιβακτηριακούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης της ερυθρομυκίνης, και μπορεί να κυμαίνεται σε σοβαρότητα από ήπια έως απειλητική για τη ζωή. Επομένως, ο ιατρός θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη αυτή τη διάγνωση σε ασθενείς με διάρροια μετά τη χορήγηση αντιβακτηριακών παραγόντων. Η ερυθρομυκίνη μπορεί να προκαλέσει ηπατική δυσλειτουργία, χολόσταση ίκτερο και ανώμαλα ηπατικά τρανσαμινασικά ένζυμα, ιδιαίτερα όταν χορηγείται η ερυθρομυκίνη εστολατική μορφή.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Για να αναπαραχθούν, τα βακτήρια απαιτούν μια συγκεκριμένη διαδικασία σύνθεσης πρωτεϊνών, η οποία ενεργοποιείται από τις ριβοσωμικές πρωτεΐνες. Η ερυθρομυκίνη δρα αναστέλλοντας τη σύνθεση πρωτεϊνών, συνδεόμενη με το μόριο 23S ριβοσωμικού RNA της 50S υπομονάδας των ριβοσωμάτων σε ευαίσθητους βακτηριακούς οργανισμούς. Σταματά τη βακτηριακή σύνθεση πρωτεϊνών αναστέλλοντας το στάδιο της δια-πεπτιδωμικής/δια-μεταφραστικής σύνθεσης πρωτεϊνών και αναστέλλοντας τη συναρμολόγηση της 50S ριβοσωμικής υπομονάδας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τον έλεγχο διαφόρων βακτηριακών λοιμώξεων. Η ισχυρή συγγένεια των μακρολιδών, συμπεριλαμβανομένης της ερυθρομυκίνης, για τα βακτηριακά ριβοσώματα, υποστηρίζει τις ευρέος φάσματος αντιβακτηριακές τους δράσεις.
Οι μακρολιδικοί αντιβιοτικοί είναι βακτηριοστατικοί παράγοντες που αναστέλλουν τη σύνθεση πρωτεϊνών συνδεόμενοι αναστρέψιμα με τις 50S ριβοσωμικές υπομονάδες ευαίσθητων μικροοργανισμών, στο σημείο ή πολύ κοντά στο σημείο που συνδέεται η χλωραμφενικόλη. Η ερυθρομυκίνη δεν αναστέλλει τη σύνθεση πεπτιδικού δεσμού per se, αλλά μάλλον αναστέλλει το στάδιο της μετατόπισης (translocation) κατά το οποίο ένα νεοσυντιθέμενο μονοπεπτιδικό μόριο tRNA μετακινείται από την υποδοχική θέση στο ριβόσωμα στην πεπτιδική δότρια θέση. Τα Gram-θετικά βακτήρια συσσωρεύουν περίπου 100 φορές περισσότερη ερυθρομυκίνη από τα Gram-αρνητικά βακτήρια. Τα κύτταρα είναι αισθητά πιο διαπερατά από τη μη ιονισμένη μορφή του φαρμάκου, γεγονός που πιθανώς εξηγεί την αυξημένη αντιμικροβιακή δράση σε αλκαλικό pH.
… /Η Ερυθρομυκίνη/ αναστέλλει την ανάπτυξη ευαίσθητων οργανισμών (κυρίως Propionibacterium acnes) στην επιφάνεια του δέρματος και μειώνει τη συγκέντρωση των ελεύθερων λιπαρών οξέων στο σμήγμα … Η μείωση των ελεύθερων λιπαρών οξέων στο σμήγμα μπορεί να είναι έμμεσο αποτέλεσμα της αναστολής οργανισμών που παράγουν λιπάση, οι οποίοι μετατρέπουν τα τριγλυκερίδια σε ελεύθερα λιπαρά οξέα, ή μπορεί να είναι άμεσο αποτέλεσμα της παρεμβολής στην παραγωγή λιπάσης σε αυτούς τους οργανισμούς. /Σε θεραπευτικά σχήματα για την ακμή/
Αν και ο παράγοντας-1 που προέρχεται από το στρώμα (SDF-1) μέσω του συζυγούς του υποδοχέα CXCR4 θεωρείται ότι παίζει κρίσιμο ρόλο στη μετανάστευση των ενδοθηλιακών κυττάρων κατά τη δημιουργία νέων αγγείων μετά από τραυματισμό των ιστών, η έκφραση του CXCR4 στα ενδοθηλιακά κύτταρα ρυθμίζεται αυστηρά. Η ερυθρομυκίνη (EM), μια μακρολίδη δακτυλίου 14 μελών, έχει αντιφλεγμονώδη δράση που μπορεί να εξηγεί την κλινική της ωφέλεια στη θεραπεία χρόνιων φλεγμονωδών νόσων. Ωστόσο, οι επιδράσεις της EM στα ενδοθηλιακά κύτταρα και ειδικά στην έκφραση του CXCR4 δεν έχουν αξιολογηθεί πλήρως. Σε αυτή τη μελέτη, δείξαμε ότι η EM προκαλούσε σημαντικά την έκφραση του CXCR4 στην επιφάνεια των μικροαγγειακών ενδοθηλιακών κυττάρων in vitro και των τριχοειδών ενδοθηλιακών κυττάρων του πνεύμονα in vivo. Αυτή η ικανότητα πρόκλησης έκφρασης του CXCR4 στην επιφάνεια των ενδοθηλιακών κυττάρων περιοριζόταν στις μακρολίδες δακτυλίου 14 μελών και δεν παρατηρήθηκε σε άλλα αντιβιοτικά, συμπεριλαμβανομένης μιας μακρολίδης δακτυλίου 16 μελών, της ζοσαμυκίνης. Επιπλέον, αυτή η προκαλούμενη από την EM έκφραση του CXCR4 στα ενδοθηλιακά κύτταρα ήταν λειτουργικά σημαντική, όπως αποδείχθηκε από δοκιμασίες χημειοταξίας in vitro. Αυτά τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι η προκαλούμενη από την EM έκφραση του CXCR4 στην επιφάνεια των ενδοθηλιακών κυττάρων μπορεί να προάγει τη μετανάστευση ενδοθηλιακών κυττάρων που εκφράζουν CXCR4 σε θέσεις τραυματισμού των ιστών, κάτι που μπορεί να σχετίζεται με την γνωστή αντιφλεγμονώδη δράση αυτής της μακρολίδης.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η από του στόματος χορηγούμενη ερυθρομυκίνη απορροφάται εύκολα. Η λήψη τροφής δεν φαίνεται να επηρεάζει τις συγκεντρώσεις ερυθρομυκίνης στον ορό.
Υπάρχει κάποια δια-ατομική μεταβλητότητα στην απορρόφηση της ερυθρομυκίνης, η οποία μπορεί να επηρεάσει την απορρόφηση σε διάφορους βαθμούς. Η Cmax της ερυθρομυκίνης είναι 1.8 mcg/L και η Tmax είναι 1.2 ώρες. Η AUC στον ορό της ερυθρομυκίνης μετά τη χορήγηση μιας από του στόματος δόσης 500mg ήταν 7.3±3.9 mg.h/l σε μία φαρμακοκινητική μελέτη.
Η ερυθρομυκίνη είναι γνωστή για τη μεταβλητή βιοδιαθεσιμότητά της (18-45%) μετά από από του στόματος χορήγηση και την ευαισθησία της στην αποδόμηση σε όξινες συνθήκες.
Σε ασθενείς με φυσιολογική ηπατική λειτουργία, η ερυθρομυκίνη συγκεντρώνεται στο ήπαρ και στη συνέχεια απεκκρίνεται μέσω της χολής. Λιγότερο από το 5% της από του στόματος χορηγούμενης δόσης ερυθρομυκίνης ανευρίσκεται στο ούρο. Ένα υψηλό ποσοστό της απορροφηθείσας ερυθρομυκίνης δεν ανιχνεύεται, αλλά πιθανώς μεταβολίζεται.
Η ερυθρομυκίνη ανευρίσκεται στα περισσότερα σωματικά υγρά και συσσωρεύεται στα λευκοκύτταρα και στα φλεγμονώδη υγρά. Οι συγκεντρώσεις στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό είναι χαμηλές, ωστόσο, η διάχυση της ερυθρομυκίνης μέσω του αιματοεγκεφαλικού φραγμού αυξάνεται στη μηνιγγίτιδα, πιθανώς λόγω της παρουσίας φλεγμονωδών ιστών που διεισδύουν εύκολα. Η ερυθρομυκίνη διαπερνά τον πλακούντα.
Η κάθαρση της ερυθρομυκίνης σε υγιή άτομα ήταν 0.53 ± 0.13 l/h/kg μετά από ενδοφλέβια δόση 125mg. Σε μια κλινική μελέτη υγιών ασθενών και ασθενών με κίρρωση του ήπατος, η κάθαρση της ερυθρομυκίνης μειώθηκε σημαντικά σε αυτούς με σοβαρή κίρρωση του ήπατος. Η κάθαρση σε ασθενείς με κίρρωση ήταν 42.2 ± 10.1 l h–1 έναντι 113.2 ± 44.2 l h-1 σε υγιείς ασθενείς.
Η απορρόφηση της από του στόματος χορηγούμενης ερυθρομυκίνης λαμβάνει χώρα κυρίως στο δωδεκαδάκτυλο. Η βιοδιαθεσιμότητα των φαρμάκων είναι μεταβλητή και εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, όπως ο συγκεκριμένος τύπος ερυθρομυκίνης, η φαρμακοτεχνική μορφή που χορηγείται, η σταθερότητα του τύπου σε όξινο περιβάλλον, η παρουσία τροφής στο γαστρεντερικό σωλήνα και ο χρόνος γαστρικής κένωσης.
Η ερυθρομυκίνη απορροφάται σχετικά αργά μετά από από του στόματος χορήγηση. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό κυμαίνονταν από 0.1 έως 4.8 ug/mL ανάλογα με τη μορφή και την επικάλυψη της χορηγούμενης ερυθρομυκίνης. Η από του στόματος απορρόφηση είναι μικρότερη από 50% και η ερυθρομυκίνη αποικοδομείται από το γαστρικό οξύ. Απορροφάται στο λεπτό έντερο (κυρίως στο δωδεκαδάκτυλο για τους ανθρώπους) ως ερυθρομυκίνη βάση.
Η ερυθρομυκίνη διαχέεται εύκολα στα ενδοκυτταρικά υγρά, επιτυγχάνοντας αντιβακτηριακή δράση σε όλες σχεδόν τις θέσεις, εκτός από τον εγκέφαλο και το ΕΝΥ. Η ερυθρομυκίνη διεισδύει στο προστατικό υγρό, επιτυγχάνοντας συγκεντρώσεις περίπου 40% αυτών στο πλάσμα. Οι συγκεντρώσεις στο υγρό του μέσου ωτός φτάνουν μόνο το 50% των συγκεντρώσεων στον ορό και έτσι μπορεί να είναι ανεπαρκείς για τη θεραπεία της ωτίτιδας μέσης που προκαλείται από H. influenzae. Η πρωτεϊνική πρόσδεση είναι περίπου 70% έως 80% για την ερυθρομυκίνη βάση και ακόμη υψηλότερη, 96%, για την εστολατική μορφή. Η ερυθρομυκίνη διαπερνά τον πλακούντα, και οι συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο εμβρυϊκό πλάσμα είναι περίπου 5% έως 20% αυτών στην μητρική κυκλοφορία. Οι συγκεντρώσεις στο μητρικό γάλα είναι 50% αυτών στον ορό.
Σε ένα in vitro μοντέλο με ανθρώπινο δέρμα, η ερυθρομυκίνη απορροφήθηκε στο stratum corneum μετά από τοπική εφαρμογή 10-20 mg του φαρμάκου σε φορέα που περιείχε διμεθυλακεταμίδιο και 95% αλκοόλη. Το φάρμακο δεν φαίνεται να απορροφάται συστηματικά μετά από διπλή ημερήσια εφαρμογή διαλύματος 2% του φαρμάκου σε φορέα που περιείχε 77% αλκοόλη, πολυαιθυλενογλυκόλη και ακετόνη. Δεν είναι γνωστό εάν η ερυθρομυκίνη απορροφάται από άθικτο ή κατεστραμμένο δέρμα, πληγές ή βλεννογόνους μετά από τοπική εφαρμογή αλοιφής που περιέχει το φάρμακο.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την Ερυθρομυκίνη (13 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Πρωτεϊνική Πρόσδεση
Η ερυθρομυκίνη παρουσιάζει 93% πρόσδεση στον ορό σε πρωτεΐνες στην μορφή προπιονικού ερυθρομυκίνης. Μια άλλη πηγή αναφέρει ότι η πρόσδεση ερυθρομυκίνης σε πρωτεΐνες κυμαίνεται από 80% έως 90%.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Ο ηπατικός μεταβολισμός πρώτης διόδου συμβάλλει σημαντικά στο μεταβολισμό της ερυθρομυκίνης μετά από από του στόματος δόση. Η ερυθρομυκίνη μεταβολίζεται μερικώς από το ένζυμο CYP3A4 σε N-desmethylerythromycin. Η ερυθρομυκίνη υδρολύεται επίσης σε ανυδρες μορφές (ανυδροερυθρομυκίνη [AHE] και άλλους μεταβολίτες), και αυτή η διαδικασία προωθείται υπό όξινες συνθήκες. Η AHE είναι ανενεργή έναντι μικροβίων, αλλά αναστέλλει την ηπατική οξείδωση φαρμάκων και ως εκ τούτου θεωρείται σημαντικός παράγοντας στις αλληλεπιδράσεις φαρμάκων με την ερυθρομυκίνη.
Είκοσι ώρες μετά από από του στόματος χορήγηση 10 mg ερυθρομυκίνης σε αρουραίους, περίπου 37-43% της χορηγηθείσας ραδιενέργειας ανακτήθηκε στο εντερικό σύστημα συν τα κόπρανα, 27.2 έως 36.1% στα ούρα, 21-29% στον εκπνεόμενο αέρα. Μεταβολίστηκε γρήγορα στο ήπαρ, κυρίως μέσω απομεθυλίωσης, και απεκκρίθηκε στη χολή ως δεσ-N-μεθυλ-ερυθρομυκίνη, ο κύριος μεταβολίτης που βρέθηκε μόνο στη χολή και στα εντερικά περιεχόμενα αρουραίων. Η ισοτοπική μεθυλική ομάδα αποβλήθηκε στον εκπνεόμενο αέρα ως CO2.
Ηπατικός. Εκτενώς μεταβολίζεται - μετά από από του στόματος χορήγηση, λιγότερο από 5% της χορηγηθείσας δόσης μπορεί να ανακτηθεί σε ενεργό μορφή στα ούρα. Η ερυθρομυκίνη μεταβολίζεται μερικώς από το CYP3A4, οδηγώντας σε πολυάριθμες αλληλεπιδράσεις φαρμάκων.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της από του στόματος ερυθρομυκίνης ήταν 3.5 ώρες σύμφωνα με μία μελέτη και κυμαινόταν μεταξύ 2.4-3.1 ωρών σε άλλη μελέτη. Η επαναλαμβανόμενη χορήγηση ερυθρομυκίνης οδηγεί σε αυξημένο χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής.
… Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής στον ορό της ερυθρομυκίνης είναι περίπου 1.6 ώρες.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής στον ορό σε φυσιολογικά άτομα είναι 2 ώρες και σε ανουρικά άτομα, 4-6 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Φαρμακολογική Ταξινόμηση MeSH
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τις επιδράσεις τους στο γαστρεντερικό σύστημα, για τον έλεγχο της γαστρικής οξύτητας, τη ρύθμιση της γαστρεντερικής κινητικότητας και ροής νερού, και τη βελτίωση της πέψης.
Ενώσεις που αναστέλλουν τη σύνθεση πρωτεϊνών. Είναι συνήθως ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ή τοξίνες. Ο μηχανισμός δράσης της αναστολής περιλαμβάνει τη διακοπή της επιμήκυνσης της πεπτιδικής αλυσίδας, το μπλοκάρισμα της θέσης Α των ριβοσωμάτων, την εσφαλμένη ανάγνωση του γενετικού κώδικα ή την πρόληψη της προσκόλλησης γλυκοσυλιωμένων αλυσίδων σε γλυκοπρωτεΐνες.
Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Φαρμακολογική Ταξινόμηση FDA
63937KV33D
ΕΡΥΘΡΟΜΥΚΙΝΗ
Φυσιολογικές Επιπτώσεις [PE] - Μειωμένη Δραστηριότητα Σμηγματογόνων Αδένων
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Μακρολίδη
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Μακρολιδικό Αντιβακτηριακό
Χημική Δομή [CS] - Μακρολίδες
Η ερυθρομυκίνη είναι Μακρολίδη και Μακρολιδικό Αντιβακτηριακό. Η φυσιολογική επίδραση της ερυθρομυκίνης είναι μέσω της Μειωμένης Δραστηριότητας των Σμηγματογόνων Αδένων.
ΕΡΥΘΡΟΜΥΚΙΝΗ
Μακρολιδικό Αντιβακτηριακό [EPC]; Μακρολίδη [EPC]; Μειωμένη Δραστηριότητα Σμηγματογόνων Αδένων [PE]; Μακρολίδες [CS]
ΕΡΥΘΡΟΜΥΚΙΝΗ ΤΟΠΙΚΟ ΔΙΑΛΥΜΑ 2%
Μακρολιδικό Αντιβακτηριακό [EPC]; Μακρολίδες [CS]; Μειωμένη Δραστηριότητα Σμηγματογόνων Αδένων [PE]; Μακρολίδη [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Φαρμακολογική Ταξινόμηση MeSH
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τις επιδράσεις τους στο γαστρεντερικό σύστημα, για τον έλεγχο της γαστρικής οξύτητας, τη ρύθμιση της γαστρεντερικής κινητικότητας και ροής νερού, και τη βελτίωση της πέψης.
Ενώσεις που αναστέλλουν τη σύνθεση πρωτεϊνών. Είναι συνήθως ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ή τοξίνες. Ο μηχανισμός δράσης της αναστολής περιλαμβάνει τη διακοπή της επιμήκυνσης της πεπτιδικής αλυσίδας, το μπλοκάρισμα της θέσης Α των ριβοσωμάτων, την εσφαλμένη ανάγνωση του γενετικού κώδικα ή την πρόληψη της προσκόλλησης γλυκοσυλιωμένων αλυσίδων σε γλυκοπρωτεΐνες.
Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.