COLCHICINE
Κολχικίνη
- Για τη θεραπεία και την ανακούφιση του πόνου στις προσβολές οξείας ουρικής αρθρίτιδας.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
- Για τη θεραπεία και την ανακούφιση του πόνου στις προσβολές οξείας ουρικής αρθρίτιδας.
medication
SPC-COLCHICINE/FARMASYN
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: την ημέρα, 1 ή 2 ώρες μετά
- Δόση έναρξης: 1 mg
- Τιτλοποίηση: Εάν δεν επιτευχθεί ανακούφιση από τον πόνο, μπορεί να χορηγηθεί ένα δεύτερο δισκίο (1 mg) 1 ή 2 ώρες μετά την πρώτη δόση.
-
Ενήλικες - Οξεία προσβολή ουρικής αρθρίτιδαςΔόση1 mgΜέγ. δόση2 mg σε 24 ώρεςΤο δοσολογικό σχήμα μπορεί να χορηγηθεί συνολικά έως 4 συνεχόμενες ημέρες, με σύνολο αθροιστικής δόσης 6 mg σε 4 ημέρες. Μπορεί να επαναληφθεί μετά από 3 ημέρες χωρίς θεραπεία.
-
Ενήλικες - Προληπτική θεραπεία της προσβολής ουρικής αρθρίτιδαςΔόση1 mg την ημέραΚατά την αρχική θεραπεία με αλλοπουρινόλη ή ουρικοζουρικούς παράγοντες.
-
Ενήλικες - Περιοδική νόσος (Οικογενής μεσογειακός πυρετός)Δόση1 έως 2 mg την ημέραΜπορεί να διαιρεθεί σε δυο ημερήσιες δόσεις ή να ληφθεί ως εφάπαξ δόση.
-
Ενήλικες - Θεραπεία χρόνιας ουρικής αρθρίτιδαςΔόση1 mg την ημέρα
-
Παιδιά και έφηβοι ηλικίας κάτω των 18 ετών - Οξεία προσβολή ουρικής αρθρίτιδας, πρόληψη της προσβολής ουρικής αρθρίτιδας και χρόνια ουρική αρθρίτιδαΔεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για την διατύπωση συστάσεων.
-
Παιδιά άνω των 12 ετών - Περιοδική νόσος (Οικογενής μεσογειακός πυρετός)Δόση1 έως 2 δισκία την ημέραΜπορεί να διαιρεθεί σε δυο ημερήσιες δόσεις ή να ληφθεί ως μια εφάπαξ δόση.
-
Ασθενείς με ήπια νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης 50-80 ml/min)ΔόσηΔεν απαιτείται προσαρμογήΣτενή παρακολούθηση. Μείωση δόσης αν εμφανιστούν ανεπιθύμητες ενέργειες.
-
Ασθενείς με μέτρια νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης 30-50 ml/min)ΔόσηΜειωμένη κατά το ήμισυ ή αυξημένο διάστημα μεταξύ δόσεων
-
Ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης <30 ml /min)Αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
-
Ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική ανεπάρκειαΔόσηΔεν απαιτείται προσαρμογήΣτενή παρακολούθηση. Μείωση δόσης αν εμφανιστούν ανεπιθύμητες ενέργειες.
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκειαΑντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
-
Ηλικιωμένοι ασθενείς ή ασθενείς με νεφρικές ή ηπατικές διαταραχέςΜέγ. δόση3 mg σε διάστημα 4 ημερώνΗ αθροιστική δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 3 mg σε διάστημα 4 ημερών.
block
SPC-COLCHICINE/FARMASYN
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Εγκυμοσύνη
-
Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια
-
Υποβολή σε αιμοκάθαρση
-
Σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια
-
Σοβαρές γαστρεντερικές διαταραχές
-
Έλκος στομάχου
-
Καρδιακές διαταραχές
-
Αιματολογικές διαταραχές, όπως αιμοπάθειες
-
Κατά τη διάρκεια των 14 ημερών μετά από την χρήση των αναστολέων του CYP3A4 ή/και Ργλυκοπρωτεΐνης
warning
SPC-COLCHICINE/FARMASYN
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
ΔιάρροιαΣε περίπτωση διάρροιας πρέπει να διακόπτεται η θεραπεία ή να μειώνεται η δόση.
-
Χρήση σε ειδικούς πληθυσμούςΠληθυσμόςηλικιωμένοι, παιδιά, εξασθενημένοι ασθενείς, ασθενείς που κάνουν κατάχρηση αλκοόλΗ θεραπεία με κολχικίνη θα πρέπει να παρακολουθείται στενά, λόγω του υψηλότερου κινδύνου αθροιστικής τοξικότητας σε αυτούς τους πληθυσμούς.
-
Αιματολογικές διαταραχέςΠιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες (όπως λευκοπενία, κοκκιοκυτταροπενία, θρομβοπενία, πανκυτοπενία, απλαστική αναιμία και καταστολή του μυελού) να παρακολουθούνται και οι ασθενείς να υποβάλλονται σε τακτικές εξετάσεις αίματος.
-
Προσαρμογή δόσης σε ανεπάρκεια οργάνωνΠληθυσμόςασθενείς με ηπατοχολική και νεφρική ανεπάρκειαΠροσαρμογή της δόσης μπορεί να απαιτείται. Οι ασθενείς αυτοί πρέπει να παρακολουθούνται στενά κατά τη διάρκεια της θεραπείας της οξείας προσβολής ουρικής αρθρίτιδας.
-
Κάθαρση κολχικίνης σε νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, ασθενείς με νεφρική νόσο που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρσηΗ κάθαρση της κολχικίνης μειώνεται. Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση η χρήση της θα πρέπει να αντενδεικνύεται (βλ. Αντενδείξεις).
-
Κάθαρση κολχικίνης σε ηπατική ανεπάρκειαΠληθυσμόςασθενείς με ηπατική ανεπάρκειαΗ κάθαρση της κολχικίνης μπορεί να μειωθεί σημαντικά και ο χρόνος ημίσειας ζωής της να αυξηθεί.
-
Νευρομυϊκή τοξικότητα και ραβδομυόλυσηΠληθυσμόςασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, ηλικιωμένοιΈχουν αναφερθεί σε χρόνια θεραπεία στις θεραπευτικές δόσεις. Ο κίνδυνος αυτός μπορεί να αυξηθεί.
-
Αλληλεπιδράσεις με άλλες ουσίεςΤαυτόχρονη χρήση ατορβαστατίνης, σιμβαστατίνης, πραβαστατίνης, φλουβαστατίνης, γεμφιβροζίλης, φαινοφιβράτης, φαινοφιμπρικού οξέος ή βεζαφιβράτης, διγοξίνης ή κυκλοσπορίνης με κολχικίνη μπορεί να προωθήσει την εμφάνιση των μυοπαθειών (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Έκδοχα - ΛακτόζηΠληθυσμόςασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψη της λακτάσης Lapp ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
-
Έκδοχα - ΜεθυλενκαζεΐνηΠληθυσμόςασθενείς που είναι αλλεργικοί ή με δυσανεξία στην πρωτεΐνη του αγελαδινού γάλακτοςΔεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
swap_horiz
SPC-COLCHICINE/FARMASYN
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Δραστικές ουσίες που μεταβολίζονται από ή αλληλεπιδρούν με το σύστημα του κυτοχρώματος Ρ450 (ιδιαίτερα CYP3A4) ή την P-γλυκοπρωτεΐνηπαρακολούθησηΑυξημένη παρακολούθησηΣύστασηΗ παρακολούθηση θα πρέπει να αυξηθεί.
-
Κλαριθρομυκίνη, Ερυθρομυκίνη, Τελιθρομυκίνη, αναστολείς CYP3A4 (ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ινδιναβίρη, νελφιναβίρη, ριτοναβίρη, σακουιναβίρη)προσοχήΑύξηση της τοξικότητας της κολχικίνης
-
προσοχήΑύξηση της τοξικότητας της κολχικίνης (αναστολείς CYP3A4)
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος νεφροτοξικότητας και μυοτοξικότηταςΣύστασηΗ κολχικίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Βιταμίνη Β12παρακολούθησηΗ απορρόφηση της βιταμίνης Β12 μπορεί να επηρεαστεί. Οι απαιτήσεις σε βιταμίνες μπορεί να αυξηθούν.
-
Ατορβαστατίνη, Σιμβαστατίνη, Πραβαστατίνη, Φλουβαστατίνη, Γεμφιβροζίλη, Φαινοφιβράτη, Φαινοφιμπρικό οξύ, ΒεζαφιβράτηπροσοχήΕμφάνιση μυοπαθειώνΣύστασηΆπαξ η θεραπεία με κολχικίνη διακοπεί, τα συμπτώματα συνήθως υποχωρούν.
-
Χυμός γκρέιπφρουταντένδειξηΕνίσχυση της τοξικότητας της κολχικίνηςΣύστασηΔεν πρέπει να συνδυάζεται.
sick
SPC-COLCHICINE/FARMASYN
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ανεπάρκεια του μυελού των οστών με την παρουσία ακοκκιοκυτταραιμίας
- Απλαστικής αναιμία
- Θρομβοπενία
- Περιφερική νευροπάθεια
- Κοιλιακό άλγος
- Ναυτία
- Έμετος
- Διάρροια
- Γαστρεντερική αιμορραγία
- Ηπατοτοξικότητα
- Δερματικό εξάνθημα
- Αλωπεκία
- Μυοπάθεια
- Ραβδομυόλυση
- Νεφρική βλάβη
- Αζωοσπερμία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΑζωοσπερμίαΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑνεπάρκεια μυελού των οστώνΑίμα
-
Μη γνωστέςΑπλαστική αναιμίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΓαστρεντερική αιμορραγίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΔερματικό εξάνθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΗπατοτοξικότηταΉπαρ
-
Μη γνωστέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΜυοπάθειαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΝεφρική βλάβηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
pregnant_woman
SPC-COLCHICINE/FARMASYN
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηαντενδείκνυταιΔυσπλασίες του εμβρύου ή εμβρυϊκή/νεογνική τοξικότητα δεν παρατηρήθηκαν μετά την έκθεση σε περιορισμένο αριθμό εγκύων γυναικών με οικογενή μεσογειακό πυρετό στην κολχικίνη. Ωστόσο, μελέτες με κολχικίνη σε ζώα έδειξαν τερατογόνο δράση. Ως εκ τούτου, ως προληπτικό μέτρο, και λόγω της έλλειψης ελεγχόμενων μελετών σε ανθρώπους και της ικανότητάς της να διαπερνά τον πλακούντα, με τον επακόλουθο κίνδυνο για το έμβρυο λόγω του μηχανισμού δράσης.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΗ κολχικίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα.
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν δεδομένα
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
- Ο ακριβής μηχανισμός δράσης δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί. Στους ασθενείς με ουρική αρθρίτιδα, η colchicine φαίνεται να διακόπτει τον κύκλο εναπόθεσης κρυστάλλων μονοοινικού ουρατικού νατρίου στους αρθρικούς ιστούς και την επακόλουθη φλεγμονώδη απόκριση…
monitor_heart
SPC-COLCHICINE/FARMASYN
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική ομάδα Άλλοι παράγοντες κατά της ουρικής αρθρίτιδας, κωδικός ΑΤC: Μ04ΑΧ Η κολχικίνη χρησιμοποιείται για να ανακουφίσει οξείες προσβολές ουρικής αρθρίτιδας και για την προφύλαξη οξειών προσβολών. Η κολχικίνη ενδείκνυται επίσης για τη…
biotech
SPC-COLCHICINE/FARMASYN
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Γενική αίματος | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | τακτικές | Λευκοπενία, κοκκιοκυτταροπενία, θρομβοπενία, πανκυτοπενία, απλαστική αναιμία, καταστολή μυελού |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-COLCHICINE/FARMASYN
expand_more
Δοσολογία
Η κολχικίνη έχει στενό θεραπευτικό εύρος και είναι ιδιαίτερα τοξική σε περίπτωση υπερδοσολογίας. Η δοσολογία που υποδεικνύεται στη συνέχεια δεν θα πρέπει ποτέ να ξεπεραστεί γιατί αυτό μπορεί να καταστεί θανατηφόρο. Η προτεινόμενη δόση εξαρτάται από την ηλικία του ασθενούς, τη νεφρική και την ηπατική λειτουργία και τη συγχορηγούμενη χρήση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις).
Ενήλικες
-
Οξεία προσβολή ουρικής αρθρίτιδας Η συνιστώμενη δόση είναι 1 δισκίο (1 mg) στο πρώτο σημείο της οξείας προσβολής. Εάν δεν επιτευχθεί ανακούφιση από τον πόνο, μπορεί να χορηγηθεί ένα δεύτερο δισκίο (1 mg) 1 ή 2 ώρες μετά την πρώτη δόση. Δεν θα πρέπει να χορηγούνται δόσεις υψηλότερες από 2 δισκία (2mg) σε 24 ώρες. Δόσεις υψηλότερες από 2 δισκία την ημέρα έχουν δείξει αύξηση των ανεπιθύμητων ενεργειών, ενώ δεν έχουν δείξει κανένα όφελος από πλευράς αποτελεσματικότητας. Το δοσολογικό αυτό σχήμα μπορεί να χορηγηθεί συνολικά έως 4 συνεχόμενες ημέρες, με σύνολο αθροιστικής δόσης τα 6 mg σε 4 ημέρες. Εάν είναι απαραίτητο, λόγω του επίμονου πόνου από ουρική αρθρίτιδα, το παραπάνω δοσολογικό σχήμα μπορεί να επαναληφθεί μετά από περίοδο “κάθαρσης” 3 ημερών χωρίς θεραπεία.
-
Προληπτική θεραπεία της προσβολής ουρικής αρθρίτιδας κατά την αρχική θεραπεία με αλλοπουρινόλη ή ουρικοζουρικούς παράγοντες Η συνιστώμενη δόση ως προληπτική θεραπεία της προσβολής ουρικής αρθρίτιδας είναι 1 δισκίο (1mg) την ημέρα.
-
Περιοδική νόσος (Οικογενής μεσογειακός πυρετός) Η συνιστώμενη δόση είναι 1 έως 2 mg την ημέρα. Αυτό μπορεί να διαιρεθεί σε δυο ημερήσιες δόσεις ή να ληφθεί ως εφάπαξ δόση.
-
Θεραπεία χρόνιας ουρικής αρθρίτιδας Η συνιστώμενη δόση για θεραπεία της χρόνιας ουρικής αρθρίτιδας είναι 1 mg την ημέρα.
Παιδιά και έφηβοι ηλικίας κάτω των 18 ετών
-
Οξεία προσβολή ουρικής αρθρίτιδας, πρόληψη της προσβολής ουρικής αρθρίτιδας και χρόνια ουρική αρθρίτιδα Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για την διατύπωση συστάσεων σε αυτήν την ηλικιακή ομάδα.
-
Περιοδική νόσος (Οικογενής μεσογειακός πυρετός) Η συνιστώμενη δόση στα παιδιά άνω των 12 ετών είναι 1 έως 2 δισκία την ημέρα. Μπορεί να διαιρεθεί σε δυο ημερήσιες δόσεις ή να ληφθεί ως μια εφάπαξ δόση.
Νεφρική ανεπάρκεια
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης 50-80 ml/min), αν και συνιστάται στενή παρακολούθηση λόγω της πιθανής εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές). Σε περίπτωση που αυτές εμφανιστούν, μείωση της δόσης μπορεί να είναι απαραίτητη. Η δόση μπορεί να χρειαστεί να μειωθεί κατά το ήμισυ ή/και το διάστημα μεταξύ των δόσεων μπορεί να χρειαστεί να αυξηθεί σε ασθενείς με μέτρια νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης 30-50 ml/min). Η χρήση της κολχικίνης αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης <30 ml /min) (βλ. Αντενδείξεις).
Ηπατική ανεπάρκεια
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική ανεπάρκεια, αν και συνιστάται στενή παρακολούθηση λόγω της πιθανής εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές). Σε περίπτωση που αυτές εμφανιστούν, μείωση της δόσης μπορεί να είναι απαραίτητη. Παρά το γεγονός ότι μείωση της δόσης απαιτείται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια, η παρουσίαση του εν λόγω φαρμακευτικού προϊόντος δεν το επιτρέπει. Ως εκ τούτου, η χρήση της κολχικίνης θα πρέπει να αντενδείκνυται σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. Αντενδείξεις).
Ηλικιωμένοι ασθενείς και ειδικοί πληθυσμοί
Άλλες εναλλακτικές θεραπείες θα πρέπει να χρησιμοποιούνται σε ηλικιωμένους ασθενείς ή σε ασθενείς με νεφρικές ή ηπατικές διαταραχές. Εάν αποφασιστεί να χορηγηθεί κολχικίνη σε αυτούς τους ασθενείς, η αθροιστική δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 3 mg σε διάστημα 4 ημερών, αντί των 6 mg σε ενήλικο πληθυσμό (βλ. Δοσολογία).
Τρόπος χορήγησης
Από του στόματος χρήση.
block
Αντενδείξεις
SPC-COLCHICINE/FARMASYN
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Εγκυμοσύνη.
- Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια και σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση.
- Σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια.
- Σοβαρές γαστρεντερικές διαταραχές.
- Έλκος στομάχου.
- Καρδιακές διαταραχές.
- Αιματολογικές διαταραχές, όπως αιμοπάθειες.
- Κατά τη διάρκεια των 14 ημερών μετά από την χρήση των αναστολέων του CYP3A4 ή/και Ργλυκοπρωτεΐνης.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-COLCHICINE/FARMASYN
expand_more
Προειδοποιήσεις
- Σε περίπτωση διάρροιας πρέπει να διακόπτεται η θεραπεία ή να μειώνεται η δόση.
- Η θεραπεία με κολχικίνη στους ηλικιωμένους, τα παιδιά και εξασθενημένους ασθενείς ή σε αυτούς που κάνουν κατάχρηση αλκοόλ, θα πρέπει να παρακολουθείται στενά, λόγω του υψηλότερου κινδύνου αθροιστικής τοξικότητας σε αυτούς τους πληθυσμούς.
- Λευκοπενία, κοκκιοκυτταροπενία, θρομβοπενία, πανκυτοπενία, απλαστική αναιμία και καταστολή του μυελού έχουν συσχετισθεί με τη χρήση της κολχικίνης σε θεραπευτικές δόσεις, για αυτό και πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες θα πρέπει να παρακολουθούνται και οι ασθενείς πρέπει να υποβάλλονται σε τακτικές εξετάσεις αίματος.
- Προσαρμογή της δόσης μπορεί να απαιτείται σε ασθενείς με ηπατοχολική και νεφρική ανεπάρκεια. Οι ασθενείς αυτοί πρέπει να παρακολουθούνται στενά κατά τη διάρκεια της θεραπείας της οξείας προσβολής ουρικής αρθρίτιδας.
- Η κολχικίνη απεκκρίνεται σημαντικά στα ούρα υγιών ατόμων. Η κάθαρση της κολχικίνης μειώνεται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Η ολική κάθαρση της κολχικίνης είναι μειωμένη μέχρι και κατά 75% σε ασθενείς με νεφρική νόσο που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση (βλ. Φαρμακοκινητικές).
- Δεδομένου ότι η κολχικίνη δεν μπορεί να εκκαθαριστεί σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση, η χρήση της θα πρέπει να αντενδεικνύεται (βλ. Αντενδείξεις).
- Η κάθαρση της κολχικίνης μπορεί να μειωθεί σημαντικά και ο χρόνος ημίσειας ζωής της να αυξηθεί σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια.
- Νευρομυϊκή τοξικότητα και ραβδομυόλυση έχουν αναφερθεί σε χρόνια θεραπεία στις θεραπευτικές δόσεις. Ο κίνδυνος αυτός μπορεί να αυξηθεί σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια και σε ηλικιωμένους (ακόμη και εκείνοι που δεν έχουν ηπατική ή νεφρική ανεπάθεια).
- Ταυτόχρονη χρήση ατορβαστατίνης, σιμβαστατίνης, πραβαστατίνης, φλουβαστατίνης, γεμφιβροζίλης, φαινοφιβράτης, φαινοφιμπρικού οξέος ή βεζαφιβράτης (τα οποία συνδέονται με μυοτοξικότητα), διγοξίνης ή κυκλοσπορίνης με κολχικίνη μπορεί να προωθήσει την εμφάνιση των μυοπαθειών (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Άπαξ η θεραπεία με κολχικίνη διακοπεί, τα συμπτώματα συνήθως υποχωρούν σε ένα χρονικό διάστημα από μία εβδομάδα έως και αρκετούς μήνες.
Προειδοποίηση σχετικά με τα έκδοχα
- Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψη της λακτάσης Lapp ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
- Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει μεθυλενκαζεΐνη. Οι ασθενείς που είναι αλλεργικοί ή με δυσανεξία στην πρωτεΐνη του αγελαδινού γάλακτος δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-COLCHICINE/FARMASYN
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Η παρακολούθηση θα πρέπει να αυξηθεί, όταν η κολχικίνη συνδέεται με δραστικές ουσίες που μεταβολίζονται από ή αλληλεπιδρούν με το σύστημα του κυτοχρώματος Ρ450, ιδιαίτερα με το ισοένζυμο CYP3A4 ή την P-γλυκοπρωτεΐνη.
- Αντιμολυσματικοί παράγοντες: Η τοξικότητα της κολχικίνης αυξάνεται, όταν συνδυάζεται η θεραπεία με κλαριθρομυκίνη, ερυθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη, υποστρώματα και αναστολείς του CYP3A4, ιδιαίτερα σε ασθενείς με προϋπάρχουσες νεφρικές διαταραχές. Άλλοι αναστολείς του CYP3A4, όπως η ιτρακοναζόλη, η κετοκοναζόλη, η ινδιναβίρη, η νελφιναβίρη, η ριτοναβίρη και η σακουιναβίρη, μπορεί να αυξήσουν την τοξικότητα της κολχικίνης.
- Ανταγωνιστές διαύλων ασβεστίου: βεραπαμίλη και διλτιαζέμη.
- Κυκλοσπορίνη: Η κολχικίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε συνδυασμό με κυκλοσπορίνη, λόγω του πιθανού κινδύνου αυξημένης νεφροτοξικότητας και μυοτοξικότητας.
- Βιταμίνες: Η απορρόφηση της βιταμίνης Β12 μπορεί να επηρεαστεί από χρόνια χορήγηση ή υψηλές δόσεις κολχικίνης. Οι απαιτήσεις σε βιταμίνες μπορεί να αυξηθούν.
- Η ταυτόχρονη χρήση ατορβαστατίνης, σιμβαστατίνης, πραβαστατίνης, φλουβαστατίνης, γεμφιβροζίλης, φαινοφιβράτης, φαινοφιμπρικού οξέος ή βεζαφιβράτης (τα οποία συνδέονται με μυοτοξικότητα) μπορούν να προωθήσουν την εμφάνιση των μυοπαθειών. Άπαξ η θεραπεία με κολχικίνη διακοπεί, τα συμπτώματα συνήθως υποχωρούν σε ένα χρονικό διάστημα από μία εβδομάδα έως και αρκετούς μήνες.
- Η Θεραπεία με κολχικίνη, δεν πρέπει να συνδυάζεται με την πρόσληψη χυμού γκρέιπφρουτ (αναστολέας του CYP3A4), γιατί η τοξικότητα της κολχικίνης μπορεί να ενισχυθεί.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-COLCHICINE/FARMASYN
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι κατηγορίες συχνότητας είναι οι εξής:
- Πολύ συχνές: ≥1/10
- Συχνές: ≥1/100 έως <1/10
- Όχι συχνές: ≥1/1.000 έως <1/100
- Σπάνιες: ≥1/10.000 έως <1.000
- Πολύ σπάνιες: <1/10.000
- Μη γνωστές: δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
- Συχνότητα μη γνωστή: ανεπάρκεια του μυελού των οστών με την παρουσία ακοκκιοκυτταραιμίας, θρομβοπενία, απλαστικής αναιμία
Διαταραχές του Νευρικού Συστήματος
- Συχνότητα μη γνωστή: Περιφερική νευροπάθεια
Διαταραχές του Γαστρεντερικού
- Συχνές: κοιλιακό άλγος, ναυτία, έμετος, διάρροια
- Συχνότητα μη γνωστή: γαστρεντερική αιμορραγία
Διαταραχές του Ήπατος και των Χοληφόρων
- Συχνότητα μη γνωστή: Ηπατοτοξικότητα
Διαταραχές του Δέρματος και του Υποδόριου Ιστού
- Συχνότητα μη γνωστή: δερματικό εξάνθημα, αλωπεκία
Διαταραχές του Μυοσκελετικού Συστήματος και του Συνδετικού Ιστού
- Συχνότητα μη γνωστή: μυοπάθεια, ραβδομυόλυση
Διαταραχές των Νεφρών και των Ουροφόρων Οδών
- Συχνότητα μη γνωστή: Νεφρική βλάβη
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
- Συχνότητα μη γνωστή: αζωοσπερμία
Η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί κατά την παρουσίαση του πρώτου συμπτώματος ναυτίας, εμέτου, κοιλιακού άλγους ή διάρροιας, και ο ασθενής θα πρέπει να εισαχθεί σε μονάδα επειγόντων περιστατικών.
Σύμφωνα με τη μελέτη AGREE (βλ. Φαρμακοδυναμικές), στην οποία 185 ασθενείς με οξεία προσβολή ουρικής αρθρίτιδας κατανεμήθηκαν σε τρεις διαφορετικές ομάδες θεραπείας, δηλαδή θεραπεία με υψηλές δόσεις κολχικίνης [1,2 mg ακολουθούμενη από 0,6 mg κάθε ώρα για 6 ώρες, (σύνολο: 4,8 mg)], θεραπεία με χαμηλές δόσεις [1,2 mg ακολουθούμενη από 0,6 mg στην ακόλουθη ώρα, (σύνολο: 1,8 mg)] και θεραπεία με εικονικό φάρμακο, η συχνότητα εμφάνισης των ανεπιθύμητων ενεργειών στις διάφορες ομάδες ήταν 76,9%, 36,5% και 27,1% αντίστοιχα. Η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών που αναφέρθηκαν πιο συχνά δίνεται παρακάτω.
| Δόση κολχικίνης | Υψηλή (n = 52) | Χαμηλή (n = 74) | Εικονικό φάρμακο (n = 59) | OR (λόγος πιθανοτήτων) (95% CI) Υψηλή δόση έναντι εικονικού | OR (λόγος πιθανοτήτων) (95% CI) Χαμηλή δόση έναντι εικονικού | OR (λόγος πιθανοτήτων) (95% CI) Υψηλή δόση έναντι χαμηλής δόσης |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ανεπιθύμητες ενέργειες | 40 (76,9%) | 27 (36,5%) | 16 (27,1%) | 9,0 (3,8-21,2) | 1,5 (0,7-3,2) | 5,8 (2,6-12,9) |
| Γαστρεντερικές ανεπιθύμητες ενέργειες | 40 (76,9%) | 19 (25,7%) | 12 (20,3%) | 13,1 (5,3-32,3) | 1,4 (0,6-3,1) | 9,6 (4,2-22,1) |
| Διάρροια | 40 (76,9%) | 17 (23,0%) | 8 (13,6%) | 21,3 (7,9-56,9) | 1,9 (0,8-4,8) | 11,2 (4,8-25,9) |
| Ναυτία | 9 (17,3%) | 3 (4,1%) | 3 (5,1%) | 3.9 (1,0-15,3) | 0.8 (0,2-4,1) | 5,0 (1,3-19,3) |
| Έμετος | 9 (17,3%) | 0 (0) | 0 (0) | -* | -* | -* |
| Σοβαρής έντασης ανεπιθύμητες ενέργειες | 10 (19,2%) | 0 (0) | 1 (1,7%) | 13,8 (1.7-112) | -* | -* |
| Διάρροια | 10 (19,2%) | 0 (0) | 0 (0) | -* | -* | -* |
| Μέλαινα κένωση | 1 (1,92%) | 0 (0) | 0 (0) | -* | -* | -* |
| Ναυτία | 1 (1,92%) | 0 (0) | 0 (0) | -* | -* | -* |
| Ουρική αρθρίτιδα | 0 (0) | 0 (0) | 1 (1,7%) | -* | -* | -* |
- Το OR δεν μπόρεσε να υπολογιστεί μιας και καμία ανεπιθύμητη ενέργεια δεν παρατηρήθηκε σε ορισμένες ομάδες θεραπείας.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων. Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR- 15562, Χολαργός, Αθήνα Τηλ.: +30 213 2040380/337 Φαξ: +30 2106549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-COLCHICINE/FARMASYN
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Δυσπλασίες του εμβρύου ή εμβρυϊκή/νεογνική τοξικότητα δεν παρατηρήθηκαν μετά την έκθεση σε περιορισμένο αριθμό εγκύων γυναικών με οικογενή μεσογειακό πυρετό στην κολχικίνη. Ωστόσο, μελέτες με κολχικίνη σε ζώα έδειξαν τερατογόνο δράση. Ως εκ τούτου, ως προληπτικό μέτρο, και λόγω της έλλειψης ελεγχόμενων μελετών σε ανθρώπους και της ικανότητάς της να διαπερνά τον πλακούντα, με τον επακόλουθο κίνδυνο για το έμβρυο λόγω του μηχανισμού δράσης, η χρήση της κολχικίνης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις και Προκλινικά δεδομένα).
Θηλασμός
Η κολχικίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Συνιστάται να μην χορηγείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με τις πιθανές επιπτώσεις της κολχικίνης στη γονιμότητα.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-COLCHICINE/FARMASYN
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική ομάδα
Άλλοι παράγοντες κατά της ουρικής αρθρίτιδας, κωδικός ΑΤC: Μ04ΑΧ
Η κολχικίνη χρησιμοποιείται για να ανακουφίσει οξείες προσβολές ουρικής αρθρίτιδας και για την προφύλαξη οξειών προσβολών. Η κολχικίνη ενδείκνυται επίσης για τη θεραπεία της χρόνιας ουρικής αρθρίτιδας και του οικογενούς μεσογειακού πυρετού.
Μηχανισμός δράσης
Ο μηχανισμός δράσης της κολχικίνης δεν είναι πλήρως κατανοητός. Η κολχικίνη παράγει πιθανώς μια άμεση απόκριση σε προσβολές ουρικής αρθρίτιδας λόγω μείωσης στη φλεγμονώδη αντίδραση που προκαλείται από κρυστάλλους ουρικού οξέος. Η επίδραση αυτή συμβαίνει λόγω διαφορετικών ενεργειών, συμπεριλαμβανομένης της μείωσης της κινητικότητας των λευκοκυττάρων. Η κολχικίνη αναστέλλει τη φαγοκυττάρωση των μικροκρυστάλλων ουρικού οξέος, μειώνοντας έτσι την παραγωγή του γαλακτικού οξέος και διατηρώντας ένα κανονικό τοπικό pH. Η οξύτητα ενισχύει την καθίζηση των κρυστάλλων ουρικού οξέος, η οποία είναι η αιτία των προσβολών της ουρικής αρθρίτιδας. Η κολχικίνη δεν έχει αναλγητική δράση και καμία επίδραση στις συγκεντρώσεις στο πλάσμα ή την κάθαρση του ουρικού οξέος. Δείχνει επίσης αντιμιτωτική δραστηριότητα (αναστολή ή πρόληψη της κυτταρικής διαίρεσης στη μετάφαση και την ανάφαση).
Η κολχικίνη παρουσιάζει άλλες φαρμακολογικές δραστηριότητες σε ζώα, όπου εξασθενεί τη νευρομυϊκή λειτουργία, ενισχύει τη δραστηριότητα του γαστρεντερικού με νευρογενή διέγερση, αυξάνει την ευαισθησία σε κεντρικά κατασταλτικά, βελτιώνει την απόκριση σε συμπαθομιμητικά, καταστέλλει το αναπνευστικό κέντρο, προκαλεί αγγειοσυστολή, προκαλεί υπέρταση από το κέντρο αγγειοκινητικής διέγερσης και μειώνει τη θερμοκρασία του σώματος.
Μελέτη AGREE
Η πολυκεντρική, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη AGREE (Acute Gout Flare Receiving Colchicine Evaluation), αξιολόγησε το ποσοστό των ασθενών που ανταποκρίθηκαν στα ακόλουθα θεραπευτικά σχήματα με κολχικίνη:
- Ομάδα 1: Υψηλή δόση κολχικίνης (1,2 mg ακολουθούμενη από 0,6 mg/ώρα για 6 ώρες [συνολική δόση: 4,8 mg])
- Ομάδα 2: Χαμηλή δόση κολχικίνης (1,2 mg ακολουθούμενη από 0,6 mg/ώρα για 1 ώρα [1,8 mg])
- Ομάδα 3: Εικονικό φάρμακο Ένα σύνολο 184 ασθενών συμπεριλήφθηκαν στην ανάλυση με πρόθεση για θεραπεία. Το κύριο καταληκτικό σημείο της μελέτης ήταν το ποσοστό των ασθενών που ανταποκρίθηκαν στη θεραπεία, ορίζοντας ως ασθενή που ανταποκρίθηκε ο κάθε ασθενής αυτόν που παρουσίασε μείωση >50% στην αντίληψη του πόνου μέσα σε 24 ώρες από την πρώτη δόση του φαρμάκου χωρίς φάρμακα διάσωσης. Οι 28 από τους 74 ασθενείς στην ομάδα χαμηλής δόσης (37,8%), οι 17 από τους 52 ασθενείς στην ομάδα υψηλής δόσης (32,7%) και οι 9 από τους 58 ασθενείς στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (15,5%) ανταποκρίθηκαν στη θεραπεία (p=0,005 και p=0,034, αντίστοιχα, έναντι του εικονικού φαρμάκου). Κατά την διάρκεια των πρώτων λίγων ωρών της θεραπείας, 23 ασθενείς (31,1%) στην ομάδα χαμηλής δόσης (p=0,027 έναντι εικονικού φαρμάκου), 18 ασθενείς (34,6%) στην ομάδα υψηλής δόσης (p=0,103 έναντι εικονικού φαρμάκου) και 29 (ασθενείς 50%) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου χρειάστηκαν φάρμακα διάσωσης. Η ομάδα χαμηλής δόσης έδειξε παρόμοιο προφίλ ανεπιθύμητων ενεργειών με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου, με λόγο πιθανοτήτων (OR) 1,5 (διάστημα εμπιστοσύνης 95% [95% CI] 0,7-3,2). Υψηλή δόση κολχικίνης συσχετίστηκε σημαντικά με διάρροια, έμετο και άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες σε σύγκριση με τη χρήση χαμηλής δόσης κολχικίνης ή με το εικονικό φάρμακο. Σαράντα ασθενείς στην ομάδα της υψηλής δόσης (76,9%) παρουσίασαν διάρροια (OR: 21,3, 95% CI 7,9 - 56,9), δέκα (19,2%) παρουσίασαν σοβαρή διάρροια και επιπλέον εννέα (17,3%), έμετο. Στην ομάδα χαμηλής δόσης, 23% των ασθενών παρουσίασαν διάρροια (OR: 1,9, 95% CI 0,8 - 4,8) και κανείς είτε σοβαρή διάρροια ή έμετο. Χαμηλές δόσεις κολχικίνης έδωσαν παρόμοιες μέγιστες τιμές συγκέντρωσης στο πλάσμα και αποτελεσματικότητας με αυτές των υψηλών δόσεων για τη θεραπεία των οξειών προσβολών της ουρικής αρθρίτιδας, με ένα παρόμοιο προφίλ ασφάλειας με το εικονικό φάρμακο.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-COLCHICINE/FARMASYN
expand_more
Φαρμακοκινητική
DrugBank
Description
expand_more
Description
- Κύριο αλκαλοειδές από το Colchicum autumnale L. και από άλλα είδη Colchicum.
- Κύρια θεραπευτική χρήση: θεραπεία της ουρικής αρθρίτιδας.
- Άλλες θεραπείες: έχει χρησιμοποιηθεί και στην αντιμετώπιση της οικογενειακής Μεσογειακής πυρετικής νόσου (περιοδική νόσος).
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
- Για τη θεραπεία και την ανακούφιση του πόνου στις προσβολές οξείας ουρικής αρθρίτιδας.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
- Η colchicine είναι ένα εξαιρετικά δηλητηριώδες αλκαλοειδές, αρχικά εξαγόμενο από φυτά του γένους Colchicum (Φθινοπωρινός κρόκος, επίσης γνωστός ως Meadow saffron).
- Αρχικά χρησιμοποιήθηκε για τη θεραπεία ρευματικών παθήσεων και ειδικά ουρικής αρθρίτιδας, αλλά έχει χρησιμοποιηθεί και για τα καθαρτικά και εμετικά αποτελέσματα.
- Η τρέχουσα ιατρική χρήση είναι κυρίως στη θεραπεία της ουρικής αρθρίτιδας, ενώ ερευνάται επίσης η πιθανή χρήση ως αντι-καρκινικό φάρμακο.
- Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί ως αρχική θεραπεία για περικαρδίτιδα και για την αποτροπή επαναλαμβανόμενων επεισοδίων της κατάστασης.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
- Ο ακριβής μηχανισμός δράσης δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί. Στους ασθενείς με ουρική αρθρίτιδα, η colchicine φαίνεται να διακόπτει τον κύκλο εναπόθεσης κρυστάλλων μονοοινικού ουρατικού νατρίου στους αρθρικούς ιστούς και την επακόλουθη φλεγμονώδη απόκριση που ξεκινά και διατηρεί μια οξεία κρίση.
- Η colchicine μειώνει τη χημοτακτική κίνηση και φαγοκύτωση λευκοκυττάρων και αναστέλλει τον σχηματισμό και την απελευθέρωση μιας χημοτακτικής γλυκοπρωτεΐνης που παράγεται κατά τη φαγοκυττάρωση κρυστάλλων ουρικού.
- Εμποδίζει επίσης την εναπόθεση κρυστάλλων ουρικού, η οποία ενισχύεται από χαμηλό pH στους ιστούς, πιθανώς εμποδιζοντας την οξείδωση γλυκόζης και την παραγωγή γαλακτικού οξέος στα λευκοκύτταρα.
- Δεν έχει αναλγητική ή αντιυπερουραιμική δράση. Εμποδίζει τη συναρμολόγηση των μικροσωληνώσεων σε διάφορα κύτταρα, συμπεριλαμβανομένων των λευκοκυττάρων, πιθανώς δεσμεύοντας και διαταράσσοντας την πολυμερισμό της υπομονάδας tubulin. Αν και ορισμένες μελέτες έχουν βρει ότι αυτή η ενέργεια πιθανώς δεν συνεισφέρει σημαντικά στην αντιουριτική δράση, πρόσφατη in vitro μελέτη έδειξε ότι μπορεί να εμπλέκεται μερικώς.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
- Η colchicine απορροφάται γρήγορα μετά από από το στόματος χορήγηση, πιθανώς από τον νήστιο και ειλεό.
- Ωστόσο, ο ρυθμός και το εύρος απορρόφησης είναι μεταβλητά, ανάλογα με το ρυθμό διάλυσης του δισκίου, την γαστρική κένωση, την κινητικότητα του εντέρου και το pH στη θέση απορρόφησης, καθώς και σε πόσο πολύ η colchicine είναι συνδεδεμένη με μικροσωληνώματα στα γαστροεντερικά επιθηλιακά κύτταρα.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
- Η εξάλειψης ημιζωής είναι περίπου 1 ώρα σε υγιείς εθελοντές, αν και μελέτη με εκτεταμένο χρόνο δειγματοληψίας κατέγραψε μέσους τελικούς χρόνους εξάλειψης γύρω από 9–10,5 ώρες. Άλλες μελέτες ανέφεραν ημιζωή γύρω από 2 ώρες σε ασθενείς με αλκοολική κίρρωση και περίπου 2,5 ώρες σε ασθενείς με οικογενειακό Μεσογειακό πυρετό.
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
- Χαμηλό έως μέτριο (30–50%).
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
- Στους υγιείς εθελοντές (n=12) το 40–65% από μια από του στόματος χορήγηση 1 mg colchicine αποδεσμεύθηκε αμετάβλητο στα ούρα. Η εντεροηπατική επανακυκλοφορία και η χολική απέκκριση θεωρούνται επίσης ότι συμμετέχουν στην απέκκριση της colchicine.
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
- 5–8 L/kg [υγιείς νέοι εθελοντές]
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
- 0.17 L/hr/kg [ασθενείς με οικογενειακό Μεσογειακό πυρετό και τελικού σταδίου νεφρικής νόσου]
- 0.73 L/hr/kg [ασθενείς με οικογενειακό Μεσογειακό πυρετό με κανονική νεφρική λειτουργία]
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
- Η έναρξη των τοξικολογικών φαινομένων συνήθως καθυστερεί για αρκετές ώρες ή περισσότερο μετά την κατάποση οξείας υπερδοσολογίας. Ναυτία, έμετος, κοιλιακός πόνος και διάρροια εμφανίζονται πρώτα. Η διάρροια μπορεί να είναι αιμορραγική λόγω γαστροεντερικής αιμορραγίας. Καύσεις στο λαιμό, στομάχι και δέρμα μπορεί να είναι έντονα συμπτώματα. Εκτεταμένες αγγειοβλάβες μπορεί να οδηγήσουν σε σοκ. Βλάβη στα νεφρά, φανερή με αιματουρία και ολιουρία, μπορεί να συμβεί. Η μυική αδυναμία μπορεί να είναι σημαντική, και μπορεί να αναπτυχθεί προσαρμοστική παράλυση του κεντρικού νευρικού συστήματος; ο ασθενής συνήθως παραμένει συνείδητος. Εγχώριες παραισθήσεις και σπασμοί μπορεί να εμφανιστούν. Θάνατος λόγω ανακοπής της αναπνοής μπορεί να προκύψει. Αν και έχει αναφερθεί θάνατος από κατάποση σε μόλις 7 mg, πολύ μεγαλύτερες δόσεις έχουν επιβιώσει.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Ο ακριβής μηχανισμός δράσης της κολχικίνης δεν έχει πλήρως διερευνηθεί· ωστόσο, η κολχικίνη πιθανώς παρεμβαίνει στην ενδοκυττάρια συναρμολόγηση του συμπλόκου του φλεγμονοσώματος (inflammasome) που υπάρχει στα ουδετερόφιλα και τα μονοκύτταρα και μεσολαβεί την ενεργοποίηση της ιντερλευκίνης-1β, ενός φλεγμονώδους μεσολαβητή. Η κολχικίνη επίσης μειώνει την προσκόλληση και την πρόσληψη ουδετερόφιλων, καθώς και την παραγωγή υπεροξειδίου. Κλινικά δεδομένα δείχνουν ότι η κολχικίνη μειώνει την C-αντιδραστική πρωτεΐνη υψηλής ευαισθησίας (hs-CRP).
Η κολχικίνη είναι ένα αντι-μιτωτικό φάρμακο που διαταράσσει τις κυτταροσκελετικές λειτουργίες, αναστέλλοντας την πολυμερισμό της β-κινινης σε μικροσωληνίδια. Κατά συνέπεια, εμποδίζει την ενεργοποίηση, την αποκοκκίωση και τη μετανάστευση των ουδετερόφιλων. Αυτή η φαρμακολογική δράση θεωρείται ότι σχετίζεται με τη βελτίωση των συμπτωμάτων της ουρικής αρθρίτιδας από την κολχικίνη και την πρόληψη σοβαρών καρδιαγγειακών συμβαμάτων. Η κολχικίνη αναστέλλει την ανάπτυξη των μικροσωληνιδίων σε χαμηλές συγκεντρώσεις και προκαλεί αποπολυμερισμό των μικροσωληνιδίων σε υψηλές συγκεντρώσεις.
Τα κύτταρα HUVEC εκτέθηκαν σε διάφορες συγκεντρώσεις κολχικίνης και συλλέχθηκαν σε διαφορετικά χρονικά σημεία. Εκχυλίστηκε ριβονουκλεϊκό οξύ, πολλαπλασιάστηκε, μεταγράφηκε ανάστροφα και υβριδοποιήθηκε σε συμπληρωματικές μικροσυστοιχίες δεοξυριβονουκλεϊκού οξέος που περιείχαν περισσότερες από 40.000 ανιχνευτές για ανθρώπινα εκφραζόμενα διαγνωστικά τμήματα. Αυτή η προσέγγιση μας επέτρεψε να έχουμε μια συνολική εικόνα της μεταγραφικής απόκρισης που προκλήθηκε από τη θεραπεία με κολχικίνη. Η κολχικίνη άλλαξε την έκφραση πολλών γονιδίων στα κύτταρα HUVEC μετά από έκθεση σε συγκέντρωση 100 ng/ml ή υψηλότερη. Μετά από σύντομη έκθεση (30 ή 120 λεπτά), η κολχικίνη επηρέασε γονίδια γνωστό ότι εμπλέκονται στον κυτταρικό κύκλο και τη ρύθμισή του. Ωστόσο, αλλαγές στην έκφραση γονιδίων που εμπλέκονται στη μετανάστευση ουδετερόφιλων ή άλλες φλεγμονώδεις διεργασίες παρατηρήθηκαν κυρίως μετά από 12 έως 24 ώρες. Η αντιφλεγμονώδης δράση της κολχικίνης μπορεί να μεσολαβείται όχι μόνο μέσω άμεσης αλληλεπίδρασης με τα μικροσωληνίδια, αλλά και μέσω αλλαγών σε μεταγραφικό επίπεδο. Αυτή η τελευταία επίδραση φαίνεται να απαιτεί υψηλότερη συγκέντρωση και μεγαλύτερο χρονικό διάστημα για να συμβεί.
Η κολχικίνη, που χρησιμοποιείται εδώ και πολύ καιρό για τη θεραπεία της ουρικής αρθρίτιδας, σταματά τη συναρμολόγηση μικροσωληνιδίων και αναστέλλει πολλές κυτταρικές λειτουργίες. Σε μικρομοριακές συγκεντρώσεις, καταστέλλει την ενεργοποίηση της κασπάσης-1 που οδηγείται από το φλεγμονοσώμα NACHT-LRR-PYD-3 (NALP3) προκαλούμενη από κρυστάλλους μονοουρικού νατρίου, την επεξεργασία και απελευθέρωση της IL-1beta, και την έκφραση της L-σελεκτίνης στα ουδετερόφιλα. Σε νανομοριακές συγκεντρώσεις, η κολχικίνη αναστέλλει την απελευθέρωση ενός κρυσταλλο-παραγόμενου χημειοτακτικού παράγοντα από τα λυσοσώματα των ουδετερόφιλων, αναστέλλει την προσκόλληση των ουδετερόφιλων στο ενδοθήλιο ρυθμίζοντας την κατανομή των μορίων προσκόλλησης στα ενδοθηλιακά κύτταρα, και αναστέλλει την παραγωγή ανιόντων υπεροξειδίου από τα ουδετερόφιλα που προκαλείται από κρυστάλλους μονοουρικού νατρίου. Ο κυτοχρωμικός P450 3A4, ο πολυφαρμακευτικός μεταφορέας P-γλυκοπρωτεΐνη, και τα φάρμακα που δεσμεύονται σε αυτές τις πρωτεΐνες επηρεάζουν τη φαρμακοκινητική και τη φαρμακοδυναμική της. Τα στοιχεία από κλινικές μελέτες υποστηρίζουν την αποτελεσματικότητά της στην οξεία ουρική αρθρίτιδα και στην πρόληψη εξάρσεων της ουρικής αρθρίτιδας, αλλά έχει στενό θεραπευτικό δείκτη, και η υπερδοσολογία συνδέεται με γαστρεντερική, ηπατική, νεφρική, νευρομυϊκή και εγκεφαλική τοξικότητα· βλάβη στο μυελό των οστών· και υψηλή θνησιμότητα.
Οι δράσεις της κολχικίνης εξετάστηκαν με τη μέθοδο ηλεκτροβαλβίδας δύο ηλεκτροδίων και δοκιμές δέσμευσης ραδιοσυνδέτη σε υποδοχείς 5-υδροξυτρυπταμίνης(3Α) (5-HT(3A)Rs) ποντικού και ανθρώπου που εκφράζονται σε ωοκύτταρα Xenopus laevis. Η κολχικίνη ανέστειλε τα ρεύματα που προκλήθηκαν από 5-υδροξυτρυπταμίνη (5-HT) σε ωοκύτταρα που εκφράζουν 5-HT(3A)Rs ποντικού, με IC(50) 59,5 ± 3 uM. Σε αντίθεση με τον υποδοχέα ποντικού, η συν-χορήγηση κολχικίνης με 5-HT (<1 uM) ενίσχυσε έντονα τα ρεύματα που προκλήθηκαν από 5-HT σε ωοκύτταρα που εκφράζουν 5-HT(3A)Rs ανθρώπου. Η κολχικίνη μόνη της δεν προκάλεσε ανιχνεύσιμο ρεύμα. Παρουσία 0,5 μΜ 5-HT, η ενίσχυση ήταν συγκεντρωτικά εξαρτώμενη και έφτασε στη μέγιστη τιμή (περίπου 100%) όταν χορηγήθηκε 750 μΜ κολχικίνη. Ωστόσο, αναστολή εξαρτώμενη από κολχικίνη μπορεί να παρατηρηθεί σε συγκεντρώσεις 5-HT > 1 uM. Σε μεμβράνες ωοκυττάρων που εκφράζουν υποδοχείς ποντικού ή ανθρώπου, μελέτες δέσμευσης με κολχικίνη (25 nM-1 mM) δεν αποκάλυψαν εκτόπιση της 1-μεθυλ-Ν-((1R,3r,5S)-9-μεθυλ-9 αζαδικυκλο [3.3.1]νονάν-3υλ)-1H-ινδαζόλη-3 καρβοξαμίδη ([(3)H]BRL-43694), υποδηλώνοντας ότι οι δράσεις της κολχικίνης δεν συμβαίνουν στον τομέα δέσμευσης του συνδέτη. Λειτουργικές επιδράσεις της κολχικίνης και στους δύο υποδοχείς συνέβησαν απουσία προ-επώασης και μετά από επώαση σε ψυχρή θερμοκρασία, υποδηλώνοντας ότι οι επιδράσεις αποπολυμερισμού μικροσωληνιδίων της κολχικίνης δεν παίζουν ρόλο στη διαμόρφωση της λειτουργίας των υποδοχέων. Μελέτες με δια-ειδικούς χιμαιρικούς υποδοχείς έδειξαν ότι το απώτερο ένα τρίτο του Ν-τελικού άκρου είναι υπεύθυνο για την αμφίδρομη διαμόρφωση από την κολχικίνη. Συνολικά, αυτά τα αποτελέσματα υποδηλώνουν ότι η κολχικίνη διαμορφώνει τη λειτουργία των υποδοχέων μέσω των βρόχων C ή/και F μέσω ενός μηχανισμού πύλης.
Η κολχικίνη ασκεί ποικίλες φαρμακολογικές δράσεις, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αυτές συμβαίνουν ή πώς σχετίζονται με την δραστηριότητά της στην ουρική αρθρίτιδα δεν είναι καλά κατανοητός. Έχει αντιμιτωτικές δράσεις, σταματώντας τη διαίρεση των κυττάρων στο ΓΕ παρεμβαίνοντας στο σχηματισμό μικροσωληνιδίων και ατράκτου (μια επίδραση που μοιράζεται με τα αλκαλοειδή Vinca). Αυτή η επίδραση είναι μεγαλύτερη στα κύτταρα με γρήγορη ανανέωση (π.χ., ουδετερόφιλα και επιθήλιο ΓΕ). Αν και κάπως αμφιλεγόμενο, η κολχικίνη μπορεί να μεταβάλει την κινητικότητα των ουδετερόφιλων σε in vitro αναλύσεις. Η κολχικίνη επίσης καθιστά τις κυτταρικές μεμβράνες πιο άκαμπτες και μειώνει την έκκριση χημειοτακτικών παραγόντων από ενεργοποιημένα ουδετερόφιλα.
Για περισσότερες Πλήρεις Πληροφορίες Μηχανισμού Δράσης για την COLCHICINE (8 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Η κολχικίνη απορροφάται ταχέως μετά από από του στόματος χορήγηση από τον γαστρεντερικό σωλήνα. Η βιοδιαθεσιμότητα της κολχικίνης είναι περίπου 45%: μια μελέτη υποδηλώνει ότι η βιοδιαθεσιμότητα της κολχικίνης είναι εξαιρετικά μεταβλητή, κυμαινόμενη από 24% έως 88%. Σε υγιείς ενήλικες, η μέση Cmax 2,5 ng/mL (εύρος 1,1 έως 4,4 ng/mL) επιτεύχθηκε σε μία έως δύο ώρες (εύρος 0,5 έως 3 ώρες) μετά από μία εφάπαξ δόση που χορηγήθηκε υπό συνθήκες νηστείας. Σε μελέτη πολλαπλών δόσεων χορήγησης κολχικίνης σε δόση 1 mg ημερησίως, επιτεύχθηκαν συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης την 8η ημέρα μετά τη χορήγηση. Η χορήγηση κολχικίνης με τροφή δεν επηρεάζει τον ρυθμό απορρόφησης της κολχικίνης, αλλά μειώνει την έκταση της απορρόφησης κατά περίπου 15%.
Σε φαρμακοκινητική μελέτη υγιών ερευνητικών υποκειμένων που έλαβαν 1 mg κολχικίνης από του στόματος, περίπου 40% έως 65% της δόσης ανακτήθηκε στα ούρα με τη μορφή αμετάβλητου φαρμάκου. Η κολχικίνη υφίσταται εντεροηπατική κυκλοφορία και χολική απέκκριση.
Ο μέσος φαινομενικός όγκος κατανομής σε νεαρούς και υγιείς ασθενείς είναι περίπου 5-8 L/kg. Είναι γνωστό ότι διαπερνά τον πλακούντα και διανέμεται στο μητρικό γάλα. Η κολχικίνη έχει βρεθεί να κατανέμεται σε διάφορους ιστούς, κυρίως στον χολικό, ηπατικό και νεφρικό ιστό. Μικρότερες ποσότητες έχουν ανιχνευθεί στην καρδιά, τους πνεύμονες, τον εντερικό ιστό και το στομάχι.
Σε μια φαρμακοκινητική μελέτη που αφορούσε ασθενείς που έλαβαν μία εφάπαξ από του στόματος δόση 0,6 mg κολχικίνης, η κάθαρση ήταν 0,0321 ± 0,0091 mL/min σε νεαρούς, υγιείς ενήλικες και 0,0292 ± 0,0071 mL/min σε ενήλικες ηλικίας 60 έως 70 ετών. Ασθενείς με τελικού σταδίου νεφρική ανεπάρκεια παρουσίασαν 75% χαμηλότερη κάθαρση της κολχικίνης. Σε φαρμακοκινητική μελέτη ασθενών με Οικογενoús Mεσογειακής Πυρετού (OMΠ), η φαινομενική μέση κάθαρση υπολογίστηκε σε 0,726 ± 0,110 L/h/kg.
Η απορρόφηση της κολχικίνης είναι ταχεία αλλά μεταβλητή. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα εμφανίζονται 0,5 έως 2 ώρες μετά τη χορήγηση. Στο πλάσμα, το 50% της κολχικίνης είναι συνδεδεμένο με πρωτεΐνες. Υπάρχει σημαντική εντεροηπατική κυκλοφορία. Ο ακριβής μεταβολισμός της κολχικίνης είναι άγνωστος, αλλά φαίνεται να περιλαμβάνει αποακετυλίωση από το ήπαρ. Μόνο το 10% έως 20% απεκκρίνεται στα ούρα, αν και αυτό αυξάνεται σε ασθενείς με ηπατική νόσο. Ο νεφρός, το ήπαρ και η σπλήνα περιέχουν επίσης υψηλές συγκεντρώσεις κολχικίνης, αλλά φαίνεται να αποκλείεται σε μεγάλο βαθμό από την καρδιά, τους σκελετικούς μύες και τον εγκέφαλο. Ο χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα της κολχικίνης είναι περίπου 9 ώρες, αλλά μπορεί να ανιχνευθεί σε λευκοκύτταρα και στα ούρα για τουλάχιστον 9 ημέρες μετά από μία εφάπαξ ενδοφλέβια δόση.
… Δύο περιπτώσεις αυτοκτονίας από κατάποση φαρμάκων που κυκλοφορούν στη Γαλλία / αναφέρονται/. Στην περίπτωση 1, λήφθηκε μόνο αίμα καρδιάς μετά από εξωτερική εξέταση του σώματος. Στην περίπτωση 2 διενεργήθηκε νεκροψία και λήφθηκαν αίμα καρδιάς, ούρα, γαστρικό περιεχόμενο και χολή για τοξικολογική ανάλυση. Η κολχικίνη αναλύθηκε σε βιολογικά δείγματα με μέθοδο HPLC-DAD, μετά από εκχύλιση με διχλωρομεθάνιο σε pH 8, προσθέτοντας πραζεπάμη ως εσωτερικό πρότυπο (IS). Οι αναλύσεις πραγματοποιήθηκαν σε στήλη Symetry C-8. Η κινητή φάση ήταν μια κλίση ακετονιτριλίου/ρυθμιστικού διαλύματος φωσφορικού pH 3,8. Η κολχικίνη εκλούεται σε 13,1 λεπτά και η μέθοδος είναι γραμμική για αίμα, ούρα και χολή στο εύρος 4-1000 ng/mL. Το LOQ είναι 4 ng/mL. Οι συγκεντρώσεις κολχικίνης που ανιχνεύθηκαν είναι: περίπτωση 1: αίμα καρδιάς 13 ng/mL· περίπτωση 2: αίμα καρδιάς 66 ng/mL, ούρα 500 ng/mL, γαστρικό περιεχόμενο 12 ng/mL, χολή 5632 ng/mL. Τα ευρήματά μας είναι εντός του εύρους των θανατηφόρων συγκεντρώσεων που έχουν περιγραφεί προηγουμένως, αλλά δεν υπάρχει συσχέτιση με την ποσότητα του φαρμάκου που ελήφθη. Ακόμη και μετά από μαζική υπερδοσολογία, μπορεί να είναι αδύνατο να ανιχνευθεί κολχικίνη στο αίμα, και καθώς υπάρχει εκτεταμένη εντεροηπατική κυκλοφορία πριν από την απέκκριση στη χολή και τα κόπρανα, η χολή είναι το δείγμα-στόχος για ανάλυση. Συμπεραίνουμε και στις δύο περιπτώσεις ότι η αιτία θανάτου ήταν αυτοκτονία με κολχικίνη. Φαίνεται πολύ σημαντικό να διενεργείται νεκροψία για τη λήψη χολής, ούρων, αίματος καρδιάς και μηριαίου αίματος.
Μετά από από του στόματος χορήγηση, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα φτάνουν σε μέγιστο εντός 0,5 έως 2 ωρών και στη συνέχεια μειώνονται ταχέως εντός 2 ωρών. Ο χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα είναι 60 λεπτά. Η κολχικίνη μπορεί να παραμείνει στους ιστούς για έως και 10 ημέρες.
Παρέχονται πληροφορίες για την απέκκριση στα ούρα σε 5 περιπτώσεις. Οι συγκεντρώσεις στα ούρα είναι 10 έως 80 φορές υψηλότερες από αυτές στο πλάσμα. Το 4% έως 25% της λαμβανόμενης δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα κατά τη διάρκεια τριών έως δέκα ημερών. Η απέκκριση ήταν ιδιαίτερα υψηλή κατά τις πρώτες 24 ώρες μετά τη λήψη. Η κολχικίνη απεκκρίνεται στα ούρα έως την δέκατη ημέρα.
Για περισσότερες Πλήρεις Πληροφορίες Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (12 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Η κολχικίνη μεταβολίζεται στο ήπαρ. Υφίσταται απομεθυλίωση μέσω CYP3A4 σε κύριους μεταβολίτες, την 2-O-δεμεθυλκολχικίνη και την 3-O-δεμεθυλκολχικίνη. Σχηματίζει επίσης έναν ελάσσονα μεταβολίτη, την 10-O-δεμεθυλκολχικίνη ([κολχικεΐνη]). Τα επίπεδα αυτών των μεταβολιτών στο πλάσμα είναι λιγότερο από 5% του μητρικού φαρμάκου.
Η κολχικίνη υφίσταται κάποιον ηπατικό μεταβολισμό. Η κολχικίνη αποακετυλιώνεται μερικώς στο ήπαρ. Μεγάλες ποσότητες κολχικίνης και των μεταβολιτών της υφίστανται εντεροηπατική κυκλοφορία. Αυτό μπορεί να εξηγήσει την εμφάνιση μιας δεύτερης κορυφής συγκέντρωσης στο πλάσμα που παρατηρείται 5 έως 6 ώρες μετά τη λήψη.
Τρεις νέοι συζευγμένοι μεταβολίτες της κολχικίνης ταυτοποιήθηκαν σε χολή αρουραίου με τη βοήθεια ενισχυμένης υγρής χρωματογραφίας-ακριβούς ραδιοϊσοτοπικής καταμέτρησης σε πραγματικό χρόνο. Οι γνωστές 2- και 3-δεμεθυλκολχικίνες (DMCs) υπέστησαν σύζευξη O-θειικής ομάδας εκτός από την προηγουμένως περιγραφόμενη O-γλυκουρονιδίωση. Η 2-DMC γλυκουρονιδιώθηκε κατά προτίμηση O-, ενώ η 3-DMC έδωσε κυρίως συζεύξεις O-θειίωσης, υποδεικνύοντας τοπικές προτιμήσεις σύζευξης φάσης ΙΙ. Επιπλέον, η M1 ταυτοποιήθηκε ως νέα σύζευξη γλουταθειόνης και προτάθηκε ένας πιθανός βιομετασχηματιστικός δρόμος για τον σχηματισμό της. Οι γνωστές 2-DMC (M6), 3-DMC (M7), 2-DMC γλυκουρονίδιο (M4) και η νέα 3-DMC θειική (M3) επιβεβαιώθηκαν ως οι κύριοι μεταβολίτες. …
Πιθανώς ηπατική. Αν και οι μεταβολίτες της κολχικίνης δεν έχουν ταυτοποιηθεί σε ανθρώπους, ο μεταβολισμός από ηπατικά μικροσώματα θηλαστικών έχει αποδειχθεί in vitro. Οδός Απέκκρισης: Σε υγιείς εθελοντές (n=12) 40 - 65% της από του στόματος χορηγηθείσας κολχικίνης 1 mg ανακτήθηκε αμετάβλητη στα ούρα. Η εντεροηπατική κυκλοφορία και η χολική απέκκριση επίσης υποτίθεται ότι παίζουν ρόλο στην απέκκριση της κολχικίνης. Χρόνος Ημίσειας Ζωής: Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής είναι περίπου 1 ώρα σε υγιή άτομα, αν και μια μελέτη με εκτεταμένο χρόνο δειγματοληψίας ανέφερε μέσες τιμές χρόνου τερματικής ημίσειας ζωής αποβολής περίπου 9 έως 10,5 ώρες. Άλλες μελέτες ανέφεραν τιμές χρόνου ημίσειας ζωής περίπου 2 ώρες σε ασθενείς με αλκοολική κίρρωση και περίπου 2,5 ώρες σε ασθενείς με Οικογενoús Mεσογειακή Πυρετό.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Μετά από πολλαπλές δόσεις 0,6 mg δύο φορές την ημέρα, ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της κολχικίνης κυμαίνεται από 26,6 έως 31,2 ώρες. Μια άλλη μελέτη ανέφερε ότι ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής κυμαίνεται από 20 έως 40 ώρες.
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση μίας εφάπαξ θεραπευτικής δόσης (από τον Αύγουστο του 2008, οι ενδοφλέβιες παρασκευές δεν είναι πλέον εμπορικά διαθέσιμες στις ΗΠΑ), η κολχικίνη απομακρύνεται ταχέως από το πλάσμα· ο χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα είναι περίπου 20 λεπτά. Το φάρμακο έχει χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 60 ώρες σε λευκοκύτταρα.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής είναι μεταβλητός, κυμαινόμενος από 4,4 ώρες σε φυσιολογικούς ασθενείς έως 30 ώρες ή περισσότερο σε ηλικιωμένους ασθενείς. Μια θεραπευτική δόση προκάλεσε χρόνο ημίσειας ζωής 18,8 ωρών σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
Μετά από μία εφάπαξ ενδοφλέβια δόση 2 mg, ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα είναι 20 λεπτά. Ο χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα αυξάνεται σε σοβαρή νεφρική νόσο (40 λεπτά) και μειώνεται σε σοβαρή ηπατική νόσο (9 λεπτά).
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Παράγοντες που αυξάνουν την απέκκριση ουρικού οξέος από τον νεφρό (ΟΥΡΙΚΟΙ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ), μειώνουν την παραγωγή ουρικού οξέος (αντι-υπερουριαιμικοί), ή ανακουφίζουν από τον πόνο και τη φλεγμονή των οξέων εξάρσεων της ουρικής αρθρίτιδας.
Παράγοντες που αλληλεπιδρούν με την ΤΟΥΒΟΥΛΙΝΗ αναστέλλοντας ή προάγοντας τον πολυμερισμό των ΜΙΚΡΟΣΩΛΗΝΙΔΙΩΝ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
SML2Y3J35T
COLCHICINE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κλάση [EPC] - Αλκαλοειδές
Χημική Δομή [CS] - Αλκαλοειδή
Η κολχικίνη είναι ένα Αλκαλοειδές.
COLCHICINE
Αλκαλοειδή [CS]· Αναστολείς του Κυτοχρώματος P450 3A4 [MoA]· Αλληλεπιδράσεις με P-γλυκοπρωτεΐνη [MoA]· Αλκαλοειδές [EPC]
COLCHICINE TABLETS 0.5 MG
Αλκαλοειδή [CS]· Αλκαλοειδές [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Παράγοντες που αυξάνουν την απέκκριση ουρικού οξέος από τον νεφρό (ΟΥΡΙΚΟΙ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ), μειώνουν την παραγωγή ουρικού οξέος (αντι-υπερουριαιμικοί), ή ανακουφίζουν από τον πόνο και τη φλεγμονή των οξέων εξάρσεων της ουρικής αρθρίτιδας.
Παράγοντες που αλληλεπιδρούν με την ΤΟΥΒΟΥΛΙΝΗ αναστέλλοντας ή προάγοντας τον πολυμερισμό των ΜΙΚΡΟΣΩΛΗΝΙΔΙΩΝ.