KETOCONAZOLE
Κετοκοναζόλη
Tα αντιμυκητιασικά φάρμακα είναι αναγκαία στην καθημέρα ιατρική πράξη τόσο για την αντιμετώπιση επιφανειακών λοιμώξεων του δέρματος και των βλεννογόνων όσο και για τη θεραπεία συστηματικών, εν τω βάθει μυκητιάσεων. Oι επιφανειακές μυκητιάσεις είναι αρκετά συχνές και συνήθως …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-MYCOFEBRIN
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: κατά την διάρκεια των γευμάτων
- Δόση έναρξης: 200mg ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Όταν δεν επιτυγχάνεται επαρκής ανταπόκριση με την δόση των 200mg, μπορεί να διπλασιασθεί σε 400mg εφάπαξ ημερησίως.
-
ΕνήλικεςΔόση200mg ημερησίωςΜέγ. δόση400mg ημερησίωςΓια δερματικές, γαστρεντερικές και συστηματικές μυκητιάσεις. Δόση μπορεί να διπλασιαστεί σε 400mg εάν δεν υπάρχει επαρκής ανταπόκριση.
-
ΕνήλικεςΔόση400mg ημερησίωςΓια κολπική καντιντίαση.
-
Παιδιά πάνω από 2 ετώνΔόση3mg/kg σωματικού βάρους ημερησίωςΓια θεραπευτική αγωγή.
-
ΗλικιωμένοιΔόση200mgΓια όλες τις ενδείξεις εκτός της κολπικής καντιντίασης που ακολουθείται το δοσολογικό σχήμα των ενηλίκων, αν δεν έχουν δοθεί ιδιαίτερες οδηγίες.
-
ΕνήλικεςΔόση400mg ημερησίωςΓια προφυλακτική θεραπεία ανοσοκατασταλμένων ασθενών.
-
Παιδιά πάνω από 2 ετώνΔόση4-8mg/kg σωματικού βάρους ημερησίωςΓια προφυλακτική θεραπεία ανοσοκατασταλμένων ασθενών.
block
SPC-MYCOFEBRIN
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Οξεία ή χρόνια ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςασθενείς
-
Γνωστή υπερευαισθησία στο φάρμακοΠληθυσμόςασθενείς
-
Παιδιά κάτω των 2 ετώνΠληθυσμόςπαιδιά
-
Σύγχρονη χορήγηση με τερφεναδίνη, αστεμιζόλη, σιζαπρίδη, τριαζολάμη, μιδαζολάμη και αναστολείς της HMG - CoA αναγωγάσης
-
Κύηση
-
Γαλουχία
-
Μυκητιασική μηνιγγίτιδα
warning
SPC-MYCOFEBRIN
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Ηπατική τοξικότηταΠληθυσμόςασθενής που βρίσκεται σε χρόνια θεραπεία με KetoconazoleΟ ασθενής να είναι ενήμερος για τα συμπτώματα της ηπατικής δυσλειτουργίας (αφύσικη κόπωση με πυρετό, σκουρόχρωμα ούρα, ωχρά κόπρανα ή ίκτερος). Παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο ηπατίτιδας: γυναίκες άνω των 50 ετών, ιστορικό ηπατικής νόσου, γνωστή μη ανοχή στο φάρμακο, μακρόχρονη θεραπεία και σύγχρονη χορήγηση φαρμάκων που διαταράσσουν την ηπατική λειτουργία.
-
Ασυμπτωματική αύξηση τρανσαμινασών και αλκαλικής φωσφατάσηςΠληθυσμόςασθενείςΟι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται.
-
Ηπατική βλάβηΔιακοπή της θεραπείας
-
Ελάττωση της ανταπόκρισης των επινεφριδίων στην έκκριση κορτιζόληςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με μειωμένη ή οριακή επινεφριδιακή λειτουργία και σε ασθενείς που βρίσκονται κάτω από μακράς διάρκειας περιόδους καταπόνησης (σοβαρές χειρουργικές επεμβάσεις, μονάδα εντατικής θεραπείας, κ.λ.π.)Παρακολούθηση της λειτουργίας των επινεφριδίων
-
Αναφυλαξία, υπερευαισθησία, κνίδωση
swap_horiz
SPC-MYCOFEBRIN
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήΜείωση απορρόφησης κετοκοναζόληςΣύστασηΝα λαμβάνονται τουλάχιστον 2 ώρες μετά την λήψη του Ketoconazole.
-
Φάρμακα που καταστέλλουν την οξύτητα των εκκρίσεων (Η2-ανταγωνιστές, αναστολείς της αντλίας πρωτονίων)προσοχήΜείωση απορρόφησης κετοκοναζόληςΣύστασηΣυνιστάται να λαμβάνουν το Ketoconazole με κάποιο ποτό τύπου κόλα.
-
αντένδειξηΕλάττωση επιπέδων κετοκοναζόλης στο αίμαΣύστασηΔεν πρέπει να χορηγούνται συγχρόνως.
-
αντένδειξηΑύξηση επιπέδων αυτών των φαρμάκων, κίνδυνος καρδιακών διαταραχών (επιμήκυνση QT, κοιλιακές αρρυθμίες, TORSADE DE POINTΕS).ΣύστασηΝα μη χορηγείται η κετοκοναζόλη με αυτά τα φάρμακα.
-
ΑντισυλληπτικάπροσοχήΜείωση της δράσης των αντισυλληπτικών
-
αντένδειξηΑύξηση του κινδύνου μυοπάθειαςΣύστασηΔεν πρέπει να χρησιμοποιούνται από ασθενείς κατά την διάρκεια θεραπείας με Ketoconazole.
-
Τριαζολάμη (ενδοφλέβια), υπνωτική μιδαζολάμη (ενδοφλέβια)προσοχήΠαρατεταμένη δράση ή καταστολή της αναπνευστικής λειτουργίαςΣύστασηΑπαιτείται αυξημένη προσοχή.
-
Κυκλοσπορίνη, αντιπηκτικά, μεθυλπρεδνιζολόνη, σιλδεναφίλη, θεοφυλλίνη, ντοσεταξέλη, διϋδροπυριδίνες (κυρίως φελοδιπίνη), tacrolimusπροσοχήΑύξηση των επιπέδων τους στο πλάσμα λόγω αναστολής του μεταβολισμού τουςΣύστασηΗ δοσολογία τους πρέπει να ελαττώνεται.
-
ΟινόπνευμαπροσοχήΑντίδραση δισουλφιράμης (ερύθημα, εξάνθημα, περιφερικό οίδημα, ναυτία, κεφαλαλγία)ΣύστασηΣυνιστάται να αποφεύγεται η σύγχρονη χορήγηση.
-
αντένδειξηΣύστασηΣυνιστάται να αποφεύγεται η σύγχρονη χορήγηση.
-
Από του στόματος αντιπηκτικά, ιντιναβίρη, σακιναβίρη, μιδαζολάμη, τριαζολάμη, φελοδιπίνη, κυκλοσπορίνη, μεθυλπρεδνιζολόνη, ντοσεξατέλη, σιλδεναφίλη, τακρόλιμους, θεοφυλλίνηπροσοχήΣύστασηΝα χορηγούνται με προσοχή ή σε μειωμένη δοσολογία.
sick
SPC-MYCOFEBRIN
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Δυσπεψία
- Ναυτία
- Επιγάστριο άλγος
- Διάρροια
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Παραισθησία
- Νευροψυχιατρική διαταραχή
- Αύξηση ηπατικών ενζύμων
- Ηπατίτιδα
- Διαταραχές έμμηνου κύκλου
- Ανικανότητα
- Ολιγοσπερμία
- Αναστρέψιμη γυναικομαστία
- Ελάττωση επιπέδων τεστοστερόνης πλάσματος
- Θρομβοκυτοπενία
- Αλωπεκία
- Κνίδωση
- Φωτοφοβία
- Αλλεργικές αντιδράσεις
- Αναφυλαξία
- Υπερευαισθησία
- Αναστρέψιμη αύξηση της ενδοκρανιακής πίεσης
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕλάττωση επιπέδων τεστοστερόνης πλάσματοςΕνδοκρινικό
-
ΣυχνέςΕπιγάστριο άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑλλεργικές αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΑύξηση ηπατικών ενζύμωνΉπαρ
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές έμμηνου κύκλουΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΦωτοφοβίαΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΑναστρέψιμη γυναικομαστίαΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
ΣπάνιεςΑναφυλαξίαΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΝευροψυχιατρική διαταραχήΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΟλιγοσπερμίαΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑνικανότηταΑναπαραγωγικό
-
Πολύ σπάνιεςΑύξηση ενδοκρανιακής πίεσηςΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΘρομβοκυτοπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΟίδημα οπτικής θηλήςΟφθαλμικές
-
Πολύ σπάνιεςΠροπέτεια πηγής κρανίουΝευρικό
-
Μη γνωστέςΗπατίτιδα (πιθανόν ιδιοσυγκρασιακή)Ηπατοχολικές διαταραχές
pregnant_woman
SPC-MYCOFEBRIN
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΔεν πρέπει να χορηγείταιΤο Ketoconazole προκαλεί συνδακτυλισμό σε αρουραίους, σε επίπεδο δοσολογίας 80mg/kg. Δεν υπάρχουν διαθέσιμες μελέτες χρήσης του σε έγκυες γυναίκες.
-
ΓαλουχίαΔεν πρέπει να θηλάζουνΕπειδή το Ketoconazole εκκρίνεται στο γάλα.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-MYCOFEBRIN
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-MYCOFEBRIN
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
-
Ηπατική λειτουργία (LFTs)
· πριν την έναρξη, μετά από 2 εβδομάδες και τελικά κάθε μήνα
Θεραπεία με Ketoconazole >2 εβδομάδες
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Λειτουργία επινεφριδίων | endocrinologyΘυρεοειδής & ορμόνες | — | Μειωμένη ή οριακή επινεφριδιακή λειτουργία ή περίοδοι καταπόνησης |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-MYCOFEBRIN
expand_more
Δοσολογία
Τα δισκία πρέπει να χορηγούνται κατά την διάρκεια των γευμάτων για να επιτυγχάνεται μέγιστη απορρόφηση.
Θεραπευτική αγωγή:
Ενήλικες
- Δερματικές, γαστρεντερικές και συστηματικές μυκητιάσεις: Ένα δισκίο (200mg) ημερησίως με το γεύμα. Όταν δεν επιτυγχάνεται επαρκής ανταπόκριση με την δόση αυτή, μπορεί να διπλασιασθεί σε δύο δισκία εφάπαξ (400mg) ημερησίως.
- Κολπική καντιντίαση: Δύο δισκία εφάπαξ (400mg) ημερησίως με το γεύμα.
Παιδιά πάνω από 2 ετών: 3mg/kg σωματικού βάρους ημερησίως με το γεύμα.
Ηλικιωμένοι: ένα δισκίο (200mg)για όλες τις ενδείξεις εκτός της κολπικής καντιντίασης που ακολουθείται το δοσολογικό σχήμα των ενηλίκων, αν δεν έχουν δοθεί ιδιαίτερες οδηγίες.
Γενικά η θεραπεία πρέπει να συνεχισθεί χωρίς διακοπή τουλάχιστον για μία εβδομάδα αφ’ ότου όλα τα συμπτώματα εξαφανισθούν ή έως ότου όλες οι καλλιέργειες γίνουν αρνητικές.
Προφυλακτική θεραπεία των ανοσοκατασταλμένων ασθενών:
Ενήλικες: Δύο δισκία (400mg) ημερησίως.
Παιδιά πάνω από 2 ετών: 4-8mg/kg σωματικού βάρους ημερησίως.
H συνηθισμένη διάρκεια θεραπείας είναι:
- κολπική καντιντίαση: 5 συνεχείς ημέρες
- δερματικές μυκητιάσεις προκαλούμενες από δερματόφυτα: περίπου 4 εβδομάδες
- ποικιλόχρους πιτυρίαση: 10 ημέρες
- στοματική και δερματική μυκητίαση προκαλούμενη από Candida: 2-3 εβδομάδες
- λοιμώξεις του τριχωτού της κεφαλής: 1-12 μήνες
- μολύνσεις των ονύχων: 6 - 12 μήνες: καθορίζεται επίσης από την ταχύτητα ανάπτυξης των ονύχων. απαιτείται πλήρης ανάπτυξη φυσιολογικού όνυχος.
- συστηματική καντιντίαση: 1-2 μήνες
- παρακοκκιδιοϊδομυκητίαση, ιστοπλάσμωση, κοκκιδιοϊδομυκητίαση: η άριστη διάρκεια θεραπείας είναι 3 - 6 μήνες.
block
Αντενδείξεις
SPC-MYCOFEBRIN
expand_more
Αντενδείξεις
- Το Ketoconazole δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με οξεία ή χρόνια ηπατική δυσλειτουργία ή με γνωστή υπερευαισθησία στο φάρμακο και σε παιδιά κάτω των 2 ετών.
- Αντενδείκνυται η χορήγηση μαζί με τερφεναδίνη, αστεμιζόλη, σιζαπρίδη, τριαζολάμη, μιδαζολάμη και αναστολείς της HMG - CoA αναγωγάσης (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
- Αντενδείκνυται στην κύηση και γαλουχία.
- Δεν χορηγείται σε μυκητιασική μηνιγγίτιδα.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-MYCOFEBRIN
expand_more
Προειδοποιήσεις
Για συνδυασμούς με άλλα φάρμακα, (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Κατά την χορήγηση από το στόμα η κετοκοναζόλη σχετίζεται με ηπατική τοξικότητα που μπορεί να προκαλέσει μέχρι και θάνατο. Είναι σημαντικό, ο ασθενής που βρίσκεται σε χρόνια θεραπεία με Ketoconazole, να είναι ενήμερος για τα συμπτώματα της ηπατικής δυσλειτουργίας, όπως αφύσικη κόπωση με πυρετό, σκουρόχρωμα ούρα, ωχρά κόπρανα ή ίκτερος. Παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο ηπατίτιδας είναι: γυναίκες άνω των 50 ετών, ιστορικό ηπατικής νόσου, γνωστή μη ανοχή στο φάρμακο, μακρόχρονη θεραπεία και σύγχρονη χορήγηση φαρμάκων που διαταράσσουν την ηπατική λειτουργία.
Μερικές φορές εμφανίζεται ήπια, παροδική, ασυμπτωματική αύξηση των τρανσαμινασών και της αλκαλικής φωσφατάσης. Αυτή η ασυμπτωματική αντίδραση είναι αβλαβής και δεν απαιτεί, αναγκαστικά, διακοπή της θεραπείας, αλλά αυτοί οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται.
Έλεγχος ηπατικής λειτουργίας πρέπει να συνοδεύει την θεραπεία με Ketoconazole που διαρκεί περισσότερο από 2 εβδομάδες (πριν την έναρξη, μετά από 2 εβδομάδες και τελικά κάθε μήνα). Όταν επιβεβαιωθεί ηπατική βλάβη, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί.
Σε εθελοντές που λάμβαναν ημερήσιες δόσεις των 400mg και υψηλότερες, το Ketoconazole έδειξε να ελαττώνει την ανταπόκριση των επινεφριδίων στην έκκριση κορτιζόλης κατά την διέγερση με ACTH. Συνεπώς η λειτουργία των επινεφριδίων πρέπει να παρακολουθείται σε ασθενείς με μειωμένη ή οριακή επινεφριδιακή λειτουργία και σε ασθενείς που βρίσκονται κάτω από μακράς διάρκειας περιόδους καταπόνησης (σοβαρές χειρουργικές επεμβάσεις, μονάδα εντατικής θεραπείας, κ.λ.π.).
Σε σπάνιες περιπτώσεις αναφέρθηκε αναφυλαξία μετά από την πρώτη δόση. Επίσης έχουν αναφερθεί αρκετές περιπτώσεις υπερευαισθησίας και κνίδωσης.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-MYCOFEBRIN
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
- Το Ketoconazole πρέπει να λαμβάνεται κατά την διάρκεια των γευμάτων για να επιτυγχάνεται μέγιστη απορρόφηση. Η απορρόφηση μειώνεται όταν η γαστρική οξύτητα είναι ελαττωμένη. Σε ασθενείς που λαμβάνουν και φάρμακα που εξουδετερώνουν την οξύτητα (π.χ. υδροξείδιο του αργιλίου ή σουκραλφάτη καθώς επίσης και αντιμουσκαρινικά) αυτά πρέπει να λαμβάνονται τουλάχιστον 2 ώρες μετά την λήψη του Ketoconazole. Σε ασθενείς με αχλωρυδρία, όπως οι ασθενείς με ΑIDS και οι ασθενείς που παίρνουν φάρμακα που καταστέλλουν την οξύτητα των εκκρίσεων (Η2-ανταγωνιστές, αναστολείς της αντλίας πρωτονίων) συνιστάται να λαμβάνουν το Ketoconazole με κάποιο ποτό τύπου κόλα.
- Σύγχρονη χορήγηση ισονιαζίδης ή επαγωγέων ενζύμων όπως η ριφαμπικίνη, η φαινυτοϊνη με κετοκοναζόλη, ελαττώνει τα επίπεδά της στο αίμα. Τέτοια φάρμακα δεν πρέπει να χορηγούνται συγχρόνως.
- Επειδή η κετοκοναζόλη αναστέλλει το ένζυμο CYP 3A4, μπορεί να μειώσει την απομάκρυνση συγχορηγουμένων φαρμάκων, των οποίων ο μεταβολισμός εξαρτάται από τα ένζυμα αυτά όπως λοραταδίνη, μιζολαστίνη, αστεμιζόλη, σιζαπρίδη, τερφεναδίνη και πιμοζίδη. Αυξημένα επίπεδα των φαρμάκων αυτών, όταν χρησιμοποιούνται μαζί με κετοκοναζόλη, σχετίστηκαν με αύξηση ή/και παράταση των δράσεών τους. Έτσι μπορεί να αυξηθεί ο κίνδυνος εμφάνισης διαταραχών του καρδιακού ρυθμού (επιμήκυνση διαστήματος QT, κοιλιακές αρρυθμίες, TORSADE DE POINTΕS). Γι΄ αυτό να μη χορηγείται η κετοκοναζόλη με αυτά τα φάρμακα. Μπορεί να μειώσει την δράση των αντισυλληπτικών.
- Αλληλεπίδραση μπορεί επίσης να εμφανισθεί με αναστολείς της ΗΜG-Co A αναγωγάσης, όπως η λοβαστατίνη, η σιμβαστατίνη και η απορβαστίνη. Αυτά τα φάρμακα δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται από ασθενείς κατά την διάρκεια θεραπείας με Ketoconazole γιατί αυξάνει ο κίνδυνος μυοπάθειας.
- Αν χορηγείται τριαζολάμη ή υπνωτική μιδαζολάμη, ενδοφλέβια, απαιτείται αυξημένη προσοχή, επειδή μπορεί να διαρκέσει περισσότερο η δράση ή να προκληθεί καταστολή της αναπνευστικής λειτουργίας.
- Κυκλοσπορίνη, αντιπηκτικά, μεθυλπρεδνιζολόνη, σιλδεναφίλη, θεοφυλλίνη, ντοσεταξέλη, διϋδροπυριδίνες και κυρίως φελοδιπίνη tacrolimus: Η δοσολογία τους πρέπει να ελαττώνεται, γιατί η Ketoconazole αναστέλλει τον μεταβολισμό τους και αυξάνει τα επίπεδά τους στο πλάσμα.
- Εξαιρετικές περιπτώσεις αντίδρασης δισουλφιράμης με την λήψη οινοπνεύματος, έχουν αναφερθεί, οι οποίες χαρακτηρίζονται από ερύθημα, εξάνθημα, περιφερικό οίδημα, ναυτία και κεφαλαλγία. Όλα τα συμπτώματα υποχωρούν τελείως μέσα σε λίγες ώρες. Συνιστάται να αποφεύγεται η σύγχρονη χορήγηση της κετοκοναζόλης με αλφεντανίλη, ρεβοξετίνη, αντιϊσταμινικά όπως η αστεμιζόλη, λοραταδίνη, σιζαπρίδη, τερφεναδίνη και μιζολαστίνη, τολτεροδίνη, πιμοζίδη, νεβιραπίνη, αναστολείς της HMG-Co αναγωγάσης όπως σιμβαστατίνη και ατορβαστατίνη.
- Να χορηγούνται με προσοχή ή σε μειωμένη δοσολογία: από του στόματος αντιπηκτικά, ιντιναβίρη, σακιναβίρη, μιδαζολάμη, τριαζολάμη, φελοδιπίνη, κυκλοσπορίνη, μεθυλπρεδνιζολόνη, ντοσεξατέλη, σιλδεναφίλη, τακρόλιμους, θεοφυλλίνη.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-MYCOFEBRIN
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι πιο συχνά εμφανιζόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν αναφερθεί σε συνδυασμό με την χρήση του Ketoconazole είναι γαστρεντερικής φύσης, όπως δυσπεψία, ναυτία, επιγάστριο άλγος και διάρροια. Λιγότερο συχνά εμφανιζόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν κεφαλαλγία, αναστρέψιμες αυξήσεις στα ηπατικά ένζυμα, διαταραχές του έμμηνου κύκλου, ζάλη, φωτοφοβία, παραισθησία και αλλεργικές αντιδράσεις. Ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν αναφερθεί σε πολύ μικρή συχνότητα είναι: θρομβοκυτοπενία, αλωπεκία, ανικανότητα και αναστρέψιμη αύξηση της ενδοκρανιακής πίεσης (π.χ. οίδημα οπτικής θηλής, προπέτεια της πηγής του κρανίου σε βρέφη).
Με δόσεις υψηλότερες από την συνιστώμενη θεραπευτική δόση των 200mg ή 400mg ημερησίως, αναστρέψιμη γυναικομαστία και ολιγοσπερμία έχουν παρατηρηθεί σε σπάνιες περιπτώσεις.
Στο θεραπευτικό δοσολογικό επίπεδο των 200mg μια φορά ημερησίως, μπορεί να παρατηρηθεί μια παροδική ελάττωση στα επίπεδα πλάσματος της τεστοστερόνης. Τα επίπεδα της τεστοστερόνης εξομαλύνονται μέσα σε 24 ώρες μετά την διακοπή του Ketoconazole. Κατά την διάρκεια μακρόχρονης θεραπείας σε αυτό το επίπεδο δοσολογίας, τα επίπεδα τεστοστερόνης δεν είναι, συνήθως, σημαντικώς διαφορετικά από τις συγκριτικώς ελεγχόμενες ομάδες ασθενών.
Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις ηπατίτιδας, πιθανόν ιδιοσυγκρασιακής κατά την θεραπεία με κετοκοναζόλη, η οποία ήταν αναστρέψιμη όταν διεκόπτετο η χορήγησή της.
Σε σπάνιες περιπτώσεις προκλήθηκαν αναφυλαξία, υπερευαισθησία και κνίδωση.
Επίσης σπανίως νευροψυχιατρικες διαταραχές.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-MYCOFEBRIN
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Χρήση κατά την κύηση
Το Ketoconazole προκαλεί συνδακτυλισμό σε αρουραίους, σε επίπεδο δοσολογίας 80mg/kg. Δεν υπάρχουν διαθέσιμες μελέτες χρήσης του σε έγκυες γυναίκες. Συνεπώς, το Ketoconazole δεν πρέπει να χορηγείται κατά την διάρκεια της κύησης.
Χρήση κατά την γαλουχία
Επειδή το Ketoconazole εκκρίνεται στο γάλα, οι μητέρες που βρίσκονται σε θεραπεία, δεν πρέπει να θηλάζουν.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-MYCOFEBRIN
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Η κετοκοναζόλη είναι ένα συνθετικό παράγωγο του ιμιδαζολοδιοξολανίου που εμποδίζει την σύνθεση της εργοστερόλης του τοιχώματος των μυκήτων και έχει κυτταροστατική δράση κατά των παρακάτω δερματοφύτων και ζυμομυκήτων μεταβάλλοντας την διαπερατότητα της κυτταρικής τους μεμβράνης. Τα δισκία Fungoral είναι δραστικά κατά κλινικών μολύνσεων με: Blastomyces dermatitides, Candida spp. Coccioides immitis, Histoplasma capsulatum, Paracoccioides brasiliensis, Phialophora spp., Trichophyton spp., Microsporum spp., Epidermophyton spp. Επίσης είναι δραστικά in vitro κατά ενός μεγάλου αριθμού μυκήτων και ζυμομυκήτων. Στα ζώα εδείχθη δραστικότης έναντι των Candida spp., Malassezia furfur, Histoplasma capsulatum, Coccioides immitis, Cryptococcus neoformans.
Δεν έχει αναφερθεί ανάπτυξη ανθεκτικότητας στους οργανισμούς αυτούς.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-MYCOFEBRIN
expand_more
Φαρμακοκινητική
ΕΟΦ · 5.2
Aντιμυκητιασικά
expand_more
Aντιμυκητιασικά
Tα αντιμυκητιασικά φάρμακα είναι αναγκαία στην καθημέρα ιατρική πράξη τόσο για την αντιμετώπιση επιφανειακών λοιμώξεων του δέρματος και των βλεννογόνων όσο και για τη θεραπεία συστηματικών, εν τω βάθει μυκητιάσεων. Oι επιφανειακές μυκητιάσεις είναι αρκετά συχνές και συνήθως υποχωρούν με τοπική θεραπεία. Σε ορισμένες όμως περιπτώσεις (εκτεταμένες βλάβες, υποτροπιάζουσες επίμονες λοιμώξεις), η συστηματική χορήγηση και κυρίως των νεωτέρων από του στόματος ευαπορρόφητων αντιμυκητιασικών τριαζολών δίνει καλύτερα αποτελέσματα. Oι εν τω βάθει συστηματικές μυκητιάσεις είναι σπανιότερες και κατά κανόνα παρατηρούνται σε άτομα με ανοσοκαταστολή. H πρόοδος και οι νέες τεχνολογικές δυνατότητες της ιατρικής τα τελευταία χρόνια συνέβαλαν στην αύξηση του αριθμού των ασθενών με ανοσοκαταστολή και ως εκ τούτου των συστηματικών μυκητιάσεων.
H θεραπεία των παραμελημένων ιδίως περιπτώσεων είναι δύσκολη, εκτός δε των αντιμυκητιασικών φαρμάκων σε ορισμένες περιπτώσεις είναι αναγκαία και η χειρουργική θεραπεία. Για παράδειγμα η μυκηταιμία από Candida σε ασθενή με ενδοφλέβιο καθετήρα υποχωρεί συνήθως μόνη της μετά την αφαίρεση του καθετήρα. Aντιθέτως η μυκηταιμία από Candida σε αρρώστους με ανοσοκαταστολή ή η ενδοκαρδίτιδα απαιτούν οπωσδήποτε συστηματική θεραπεία και αφαίρεση της προσβληθείσας βαλβίδας. Πνευμονική λοίμωξη από Cryptococcus neoformans δυνατόν να υποχωρήσει αυτόματα ενώ μηνιγγίτιδα από τον ίδιο μύκητα χωρίς θεραπεία οδηγεί πάντοτε σε θάνατο. Eπίσης ασπεργίλλωση των βρόγχων (αλλεργική) δεν απαιτεί ειδική θεραπεία, ενώ διεισδυτική προσβολή του πνευμονικού παρεγχύματος την επιβάλλει.
Tα κυρίως αντιμυκητιασικά φάρμακα διακρίνονται ανάλογα με τη χημική τους δομή σε: 1) Πολυένια (Aμφοτερικίνη B, Nυστατίνη), 2) Aζόλες (Kλοτριμαζόλη, Eκοναζόλη, Mικοναζόλη, Kετοκοναζόλη, Iτρακοναζόλη και Φλουκοναζόλη), 3) Συνθετικά αντιμυκητιασικά (5-Φθοριοκυτοσίνη).
Oι αζόλες μεταβολίζονται στο ήπαρ με το ένζυμο CYP 3A4. Eπειδή διαφορες ουσίες (αστεμιζόλη, σισαπρίδη, τερφεναμίδη) το αναστέλλουν η ταυτόχρονη χορήγηση ενέχει τον κίνδυνο ισχυρών αρρυθμιών.
Oι δυσκολίες στην αντιμετώπιση των συστηματικών λοιμώξεων λόγω της αδυναμίας παρασκευής νεώτερων αντιμυκητιασικών με ευρύ φάσμα, που να περιλαμβάνει τους περισσότερους παθογόνους μύκητες, χωρίς σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, οδήγησε στην παρασκευή σκευασμάτων της Aμφοτερικίνης B ενσωματωμένης σε λιποσώματα έτσι που να μειώνονται οι τοξικές επιδράσεις της και να μπορεί να χορηγηθεί σε μεγάλες δόσεις.
Tα προβλήματα στην αντιμετώπιση των συστηματικών μυκητιάσεων οφείλονται και στο γεγονός ότι δεν έχει μέχρι σήμερα καθιερωθεί εύκολος τρόπος ελέγχου της ευαισθησίας των μυκήτων στα αντιμυκητιασικά φάρμακα, όπως συμβαίνει με τα βακτήρια και τα αντιβιοτικά. H αξιολόγηση των αντιμυκητιασικών φαρμάκων στηρίζεται περισσότερο στα δεδομένα από την αντιμετώπιση πειραματικών λοιμώξεων σε ζώα και στην κλινική εμπειρία.
Διάφορες αντιμυκητιασικές ουσίες χορηγούνται μόνο για τοπική χρήση (econazol, clotrimazol) και αναφέρονται στα οικεία κεφάλαια.
ΕΟΦ · 13.3.2
Τοπικά Aντιμυκητιασικά
expand_more
Τοπικά Aντιμυκητιασικά
Xρησιμοποιούνται τοπικώς (εκοναζόλη, ισοκοναζόλη, κλοτριμαζόλη, κετοκοναζόλη, νυστατίνη, υποθειώδες σελήνιο, τολναφτάτη), συστηματικώς από του στόματος (γκριζεοφουλβίνη, κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, τερβιναφίνη, κλπ.) ή παρεντερικώς (μικοναζόλη) και σε συνδυασμό των παραπάνω οδών. Για αντιμυκητιασικά παρεντερικής χορήγησης βλ. 5.2. Eπίσης τοπικώς σε μερικές μορφές επιδερμοφυτιών εφαρμόζεται αλοιφή συνιστάμενη από 6% βενζοϊκό οξύ και 3% σαλικυλικό οξύ γνωστή ως αλοιφή Whitfield που παρασκευάζεται από τον φαρμακοποιό.
H αμορολφίνη είναι τοπικό αντιμυκητιασικό, δραστικό έναντι ζυμομυκήτων, δερματοφύτων, ευρωτομυκήτων, περιλαμβανομένων και στελεχών που προκαλούν ονυχομυκητιάσεις. Aνήκει σε μια νέα κατηγορία αντιμυκητιασικών ουσιών και δρα καταστρέφοντας το τοίχωμα του μύκητα.
H φεντικοναζόλη είναι ευρέος φάσματος αντιμυκητιασικό που ανήκει στα ιμιδαζόλια. Eίναι δραστική έναντι δερματοφύτων, ευρωτομυκήτων, διμόρφων μυκήτων, κλπ. καθώς και έναντι μερικών θετικών κατά Gram βακτηριδίων.
Oι ενδείξεις των αντιμυκητιασικών που περιγράφονται στο κεφάλαιο αυτό είναι:
α) Mυκητιάσεις δέρματος, τριχών και ονύχων από επιδερμόφυτα, τριχόφυτα και μικρόσπορα. H αντιμετώπιση μόνο με τοπική θεραπεία έχει αποτελεσματικότητα 50-60%. Έτσι, τα φάρμακα αυτά εφαρμόζονται σε συνδυασμό με συστηματική χορήγηση για χρονικό διάστημα 1-6 μηνών αναλόγως του είδους του μύκητα και της εντόπισης της βλάβης.
β) Mυκητιάσεις παρατριμματικών περιοχών, παρωνυχίου, βλεννογόνων και σπανιότερα ονύχων από μονίλια.
γ) Ποικιλόχρους πιτυρίαση (από Malassezia furfur).
δ) Eν τω βάθει μυκητιάσεις που γενικώς είναι σπάνιες. H αντιμετώπισή τους απαιτεί άλλοτε αντιμικροβιακά φάρμακα και άλλοτε αντιμυκητιασικά.
Γενικός κανόνας πριν από την έναρξη κάθε αντιμυκητιασικής θεραπείας είναι η μικροβιολογική διαπίστωση του είδους του μύκητα.
Oρισμένοι προδιαθεσικοί παράγοντες, όπως η ανοσοκαταστολή, η λήψη αντιμικροβιακών, η παχυσαρκία, ο διαβήτης κλπ., ευνοούν την ανάπτυξη μυκητιασικών λοιμώξεων και δυσχεραίνουν τη θεραπεία.
Aποτυχία στην αντιμυκητιασική αγωγή οφείλεται συνήθως σε:
-
ατελή θεραπεία (ως προς τη διάρκειά της)
-
παρουσία ανθεκτικών στελεχών
-
αυξημένη ευαισθησία του ξενιστή (ύπαρξη προδιαθεσικών παραγόντων) και
-
επαναμόλυνση από το περιβάλλον.
Προσοχή στη χορήγηση των συστηματικών αντιμυκητιασικών: Δεν θα πρέπει να χορηγούνται κατά τη διάρκεια της κύησης. Προσοχή σε ασθενείς με ηπατική και νεφρική ανεπάρκεια.
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Ευρύ φάσμα αντιμυκητιακού παράγοντα, χρησιμοποιείται για μακροχρόνια θεραπεία σε υψηλές δόσεις, ιδιαίτερα σε ανοσοκατασταλμένους ασθενείς. [PubChem]
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις
Για τη θεραπεία των ακόλουθων συστηματικών μυκητιακών λοιμώξεων: καντιντίαση (candidiasis), χρόνια βλεννογονικο-δερμική καντιντίαση, στοματική καντιντίαση (oral thrush), καντινουρία (candiduria), βλαστομυκοσίωση (blastomycosis), κοξιδιοειδομυκοσίωση (coccidioidomycosis), ιστοπλασμώση (histoplasmosis), χρωμομυκοσίωση (chromomycosis) και παρακοξιδιοειδομυκοσίωση (paracoccidioidomycosis).
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Η κετοκοναζόλη, όπως και η κλοτριμαζόλη, φλουκοναζόλη, ιτρακοναζόλη και μικοναζόλη, αποτελεί αντιμυκητιακό παράγοντα με ιμιδαζολική δράση.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός δράσης
Η κετοκοναζόλη αλληλεπιδρά με την 14-α-μεθυλισάση, ένα ένζυμο του κυτοχρώματος P-450 που είναι αναγκαίο για τη μετατροπή του lanosterol σε ergosterol. Αυτό οδηγεί σε αναστολή της σύνθεσης εργοστερόλης και στην αυξημένη διαπερατότητα του μυκητιακού κυττάρου. Άλλοι μηχανισμοί μπορεί να περιλαμβάνουν την αναστολή ενδογενούς αναπνοής, αλληλεπίδραση με μεμβρανικά φωσφολιπίδια, αναστολή μετατροπής ζύμης σε μυκήλιο, αναστολή πρόσληψης πουρινών και επιβράδυνση βιοσύνθεσης τριγλυκεριδίων/φωσφολιπιδίων. Η κετοκοναζόλη μπορεί επίσης να αναστέλλει τη σύνθεση θρομβοξάνης και στερολών όπως αλδοστερόνη, κορτιζόλη και τεστοστερόνη.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση
Μέτρια
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Ημιζωή
2 ώρες
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
Δέσμευση πρωτεϊνών πλάσματος
99% (in vitro, δέσμευση πρωτεϊνών πλάσματος)
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα
Ηπατοτοξικότητα, LD50=86 mg/kg (ενδείκνυται από από του στόματος σε αρουραίους)
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η κετοκοναζόλη, παρόμοια με άλλα αζολικά αντιμυκητιασικά, είναι ένας μυκητοστατικός παράγοντας που προκαλεί παύση της ανάπτυξης στα μυκητιασικά κύτταρα, αποτρέποντας έτσι την ανάπτυξη και τη διάδοση του μύκητα σε όλο το σώμα.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η κετοκοναζόλη αλληλεπιδρά με την 14-α-στερόλη δεμεθυλάση, ένα ένζυμο κυτοχρώματος P-450 απαραίτητο για τη μετατροπή της λανοστερόλης σε εργοστερόλη. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αναστολή της σύνθεσης εργοστερόλης και την αυξημένη μυκητιακή κυτταρική διαπερατότητα λόγω μειωμένων ποσοτήτων εργοστερόλης στην κυτταρική μεμβράνη του μύκητα. Αυτή η μεταβολική αναστολή οδηγεί επίσης στη συσσώρευση της 14α-μεθυλ-3,6-διολ, ενός τοξικού μεταβολίτη. Η αύξηση της ρευστότητας της μεμβράνης πιστεύεται επίσης ότι προκαλεί διαταραχή των συστημάτων ενζύμων που είναι συνδεδεμένα με τη μεμβράνη, καθώς τα συστατικά γίνονται λιγότερο πυκνά.
Η κετοκοναζόλη αναστέλλει τη σύνθεση της εργοστερόλης, ενός βασικού συστατικού της κυτταρικής μεμβράνης του μύκητα, μέσω της αναστολής του ενζύμου λανοστερόλη 14άλφα-δεμεθυλάση που εξαρτάται από το κυτόχρωμα P-450, το οποίο είναι υπεύθυνο για τη μετατροπή της λανοστερόλης σε εργοστερόλη στην κυτταρική μεμβράνη του μύκητα. Αυτό οδηγεί σε συσσώρευση μεθυλιωμένων προδρόμων στερολών και σε εξάντληση της εργοστερόλης εντός της κυτταρικής μεμβράνης, αποδυναμώνοντας έτσι τη δομή και τη λειτουργία της κυτταρικής μεμβράνης του μύκητα.
Όπως και άλλα αζολικά αντιμυκητιασικά, η κετοκοναζόλη πιθανώς ασκεί την αντιμυκητιασική της δράση αλλοιώνοντας τις κυτταρικές μεμβράνες, οδηγώντας σε αυξημένη διαπερατότητα της μεμβράνης, δευτερογενείς μεταβολικές επιδράσεις και αναστολή της ανάπτυξης. Αν και ο ακριβής μηχανισμός δράσης της κετοκοναζόλης δεν έχει πλήρως προσδιοριστεί, έχει προταθεί ότι η μυκητοστατική δράση του φαρμάκου μπορεί να προκύψει από παρεμβολές στη σύνθεση της εργοστερόλης, πιθανώς μέσω αναστολής της C-14 δεμεθυλίωσης των ενδιάμεσων στερολών (π.χ., λανοστερόλης). Η μυκητοκτόνος δράση της κετοκοναζόλης σε υψηλές συγκεντρώσεις μπορεί να οφείλεται σε άμεση φυσικοχημική επίδραση του φαρμάκου στην κυτταρική μεμβράνη του μύκητα.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η κετοκοναζόλη απαιτεί όξινο περιβάλλον για να γίνει υδατοδιαλυτή. Σε τιμές pH άνω του 3 γίνεται όλο και πιο αδιάλυτη, με περίπου 10% να εισέρχεται σε διάλυμα σε 1 ώρα. Σε pH μικρότερο του 3, η διάλυση ολοκληρώνεται κατά 85% σε 5 λεπτά και πλήρως εντός 30 λεπτών. Μία μόνο από του στόματος δόση 200 mg παράγει Cmax 2,5-3 mcg/mL με Tmax 1-4 ώρες. Η χορήγηση κετοκοναζόλης με τροφή αυξάνει σταθερά την Cmax και καθυστερεί την Tmax, αλλά η βιβλιογραφία είναι αντιφατική σχετικά με την επίδραση στην AUC, η οποία μπορεί να παρουσιάσει μικρή μείωση. Αναφέρεται βιοδιαθεσιμότητα 76% για την κετοκοναζόλη.
Μόνο 2-4% της δόσης κετοκοναζόλης απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα. Πάνω από το 95% απεκκρίνεται μέσω ηπατικής μεταβολισμού.
Η κετοκοναζόλη έχει εκτιμώμενο όγκο κατανομής 25,41 L ή 0,36 L/kg. Κατανέμεται ευρέως στους ιστούς, φτάνοντας σε αποτελεσματικές συγκεντρώσεις στο δέρμα, τους τένοντες, τα δάκρυα και το σάλιο. Η κατανομή στον κόλπο παράγει συγκεντρώσεις 2,4 φορές χαμηλότερες από το πλάσμα. Η διείσδυση στο ΚΝΣ, στα οστά και στο σπερματικό υγρό είναι ελάχιστη. Η κετοκοναζόλη έχει βρεθεί ότι εισέρχεται στο μητρικό γάλα και διαπερνά τον πλακούντα σε μελέτες σε ζώα.
Η κετοκοναζόλη έχει εκτιμώμενη κάθαρση 8,66 L/h.
Η κετοκοναζόλη απορροφάται ταχέως από τον ΓΕΣ. Μετά τη χορήγηση από του στόματος, η κετοκοναζόλη διαλύεται σε γαστρικά εκκρίματα και μετατρέπεται στο υδροχλωρικό άλας πριν την απορρόφηση από το στομάχι.
Η επίδραση της τροφής στον ρυθμό και την έκταση της γαστρικής απορρόφησης της κετοκοναζόλης δεν έχει καθοριστεί με σαφήνεια. Ορισμένοι κλινικοί γιατροί ανέφεραν ότι η χορήγηση κετοκοναζόλης σε νηστικούς ασθενείς οδηγεί σε υψηλότερες πλάσμα συγκεντρώσεις του φαρμάκου από ό,τι η χορήγηση με τροφή. Ωστόσο, ο κατασκευαστής αναφέρει ότι η χορήγηση κετοκοναζόλης με τροφή αυξάνει την έκταση της απορρόφησης και οδηγεί σε πιο σταθερές πλάσμα συγκεντρώσεις του φαρμάκου. Ο κατασκευαστής προτείνει ότι η τροφή αυξάνει την απορρόφηση της κετοκοναζόλης αυξάνοντας τον ρυθμό ή/και την έκταση της διάλυσης της κετοκοναζόλης (π.χ., αυξάνοντας τις χολικές εκκρίσεις) ή καθυστερώντας την κένωση του στομάχου.
Η κετοκοναζόλη είναι ένα ασθενές διβασικό μόριο και απαιτεί επομένως οξύτητα για τη διάλυση και την απορρόφηση.
Η βιοδιαθεσιμότητα της από του στόματος κετοκοναζόλης εξαρτάται από το pH των γαστρικών περιεχομένων στο στομάχι· μια αύξηση του pH οδηγεί σε μειωμένη απορρόφηση του φαρμάκου. Έχει αναφερθεί μειωμένη βιοδιαθεσιμότητα κετοκοναζόλης σε ασθενείς με επίκτητη ανοσοανεπάρκεια (AIDS), πιθανώς λόγω γαστρικής υποχλωρυδρίας που σχετίζεται με αυτή την κατάσταση· η ταυτόχρονη χορήγηση αραιωμένου διαλύματος υδροχλωρικού οξέος εξομάλυνε την απορρόφηση του φαρμάκου σε αυτούς τους ασθενείς.198 Η ταυτόχρονη χορήγηση όξινου ποτού μπορεί να αυξήσει τη βιοδιαθεσιμότητα της από του στόματος κετοκοναζόλης σε ορισμένα άτομα με αχλωρυδρία.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την KETOCONAZOLE (19 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Πρωτεϊνική Σύνδεση
Η κετοκοναζόλη συνδέεται περίπου 84% με την αλβουμίνη του πλάσματος, με επιπλέον 15% να συνδέεται με τα κύτταρα του αίματος, για συνολική σύνδεση 99% εντός του πλάσματος.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Ο κύριος μεταβολίτης της κετοκοναζόλης φαίνεται να είναι ο M2, ένα τελικό προϊόν που προκύπτει από την οξείδωση της ιμιδαζόλης. Το CYP3A4 είναι γνωστό ότι συμβάλλει κυρίως σε αυτήν την αντίδραση, με κάποια συμβολή από το CYP2D6. Άλλοι μεταβολίτες που προκύπτουν από την οξείδωση της ιμιδαζόλης που διαμεσολαβείται από το CYP3A4 περιλαμβάνουν τους M3, M4 και M5. Η κετοκοναζόλη μπορεί επίσης να υποστεί N-δεακετυλίωση σε M14, αλκυλική οξείδωση σε M7, N-οξείδωση σε M13, ή αρωματική υδροξυλίωση σε M8, ή υδροξυλίωση σε M9. Το M9 μπορεί περαιτέρω να υποστεί οξείδωση της υδροξυλομάδας για να σχηματίσει M12, N-δεαλκυλίωση για να σχηματίσει M10 με επακόλουθη N-δεαλκυλίωση για να σχηματίσει M15, ή μπορεί να σχηματίσει ένα ιμίνιο ιόν. Δεν είναι γνωστό ότι κανένας μεταβολίτης είναι ενεργός, ωστόσο οι μεταβολίτες οξείδωσης του M14 έχουν εμπλακεί σε κυτταροτοξικότητα.
Η κετοκοναζόλη μεταβολίζεται μερικώς, στο ήπαρ, σε διάφορους ανενεργούς μεταβολίτες μέσω οξείδωσης και αποδόμησης των δακτυλίων της ιμιδαζόλης και της πιπεραζίνης, μέσω οξειδωτικής O-δεαλκυλίωσης και μέσω αρωματικής υδροξυλίωσης.
Ηπατικός. Η κετοκοναζόλη μεταβολίζεται μερικώς στο ήπαρ σε διάφορους ανενεργούς μεταβολίτες μέσω οξείδωσης και αποδόμησης των δακτυλίων της ιμιδαζόλης και της πιπεραζίνης, μέσω οξειδωτικής O-δεαλκυλίωσης και μέσω αρωματικής υδροξυλίωσης. (A625)
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Η κετοκοναζόλη παρουσιάζει διφασική απέκκριση με τον πρώτο χρόνο ημίσειας ζωής να είναι 2 ώρες και τον τελικό χρόνο ημίσειας ζωής να είναι 8 ώρες.
Οι πλάσμα συγκεντρώσεις της κετοκοναζόλης φαίνεται να μειώνονται διφασικά με χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 2 ώρες στην αρχική φάση και περίπου 8 ώρες στην τελική φάση.
Η απέκκριση από το πλάσμα είναι διφασική με χρόνο ημίσειας ζωής 2 ώρες κατά τις πρώτες 10 ώρες και 8 ώρες στη συνέχεια.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Ουσίες που καταστρέφουν τους μύκητες καταστέλλοντας την ικανότητά τους να αναπτύσσονται ή να αναπαράγονται. Διαφέρουν από τα ΒΙΟΚΤΟΝΑ, ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ επειδή προστατεύουν από μύκητες που υπάρχουν σε ανθρώπινους ή ζωικούς ιστούς.
Ενώσεις που αναστέλλουν ειδικά τη ΣΤΕΡΟΛΗ 14-ΔΕΜΕΘΥΛΑΣΗ. Μια ποικιλία αντιμυκητιασικών παραγόντων που προέρχονται από αζόλες δρουν μέσω αυτού του μηχανισμού.
Φάρμακα και ενώσεις που αναστέλλουν ή ανταγωνίζονται τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις του ΚΥΤΟΧΡΩΜΑΤΟΣ P-450 CYP3A.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
R9400W927I
KETOCONAZOLE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αζολικό Αντιμυκητιασικό
Χημική Δομή [CS] - Αζόλες
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 3A4
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 3A5
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς P-Γλυκοπρωτεΐνης
Η κετοκοναζόλη είναι ένα Αζολικό Αντιμυκητιασκό. Ο μηχανισμός δράσης της κετοκοναζόλης είναι ως Αναστολέας Κυτοχρώματος P450 3A4, και Αναστολέας Κυτοχρώματος P450 3A5, και Αναστολέας P-Γλυκοπρωτεΐνης.
KETOCONAZOLE
Αζολικό Αντιμυκητιασκό [EPC]· Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 3A5 [MoA]· Αναστολείς P-Γλυκοπρωτεΐνης [MoA]· Αζόλες [CS]· Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 3A4 [MoA]
KETOCONAZOLE CREAM, 2%
Αναστολείς P-Γλυκοπρωτεΐνης [MoA]· Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 3A4 [MoA]· Αζόλες [CS]· Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 3A5 [MoA]· Αζολικό Αντιμυκητιασκό [EPC]
KETOCONAZOLE FOAM
Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 3A5 [MoA]· Αζολικό Αντιμυκητιασκό [EPC]· Αναστολείς P-Γλυκοπρωτεΐνης [MoA]· Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 3A4 [MoA]· Αζόλες [CS]
PURESKIN SCALP PROTECTION ANTI DANDRUFF SHAMPOO
Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 3A5 [MoA]· Αζολικό Αντιμυκητιασκό [EPC]· Αναστολείς P-Γλυκοπρωτεΐνης [MoA]· Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 3A4 [MoA]· Αζόλες [CS]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Ουσίες που καταστρέφουν τους μύκητες καταστέλλοντας την ικανότητά τους να αναπτύσσονται ή να αναπαράγονται. Διαφέρουν από τα ΒΙΟΚΤΟΝΑ, ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ επειδή προστατεύουν από μύκητες που υπάρχουν σε ανθρώπινους ή ζωικούς ιστούς.
Ενώσεις που αναστέλλουν ειδικά τη ΣΤΕΡΟΛΗ 14-ΔΕΜΕΘΥΛΑΣΗ. Μια ποικιλία αντιμυκητιασικών παραγόντων που προέρχονται από αζόλες δρουν μέσω αυτού του μηχανισμού.
Φάρμακα και ενώσεις που αναστέλλουν ή ανταγωνίζονται τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις του ΚΥΤΟΧΡΩΜΑΤΟΣ P-450 CYP3A.