Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ J02AC04 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

POSACONAZOLE

Ποσακοναζόλη

Tα αντιμυκητιασικά φάρμακα είναι αναγκαία στην καθημέρα ιατρική πράξη τόσο για την αντιμετώπιση επιφανειακών λοιμώξεων του δέρματος και των βλεννογόνων όσο και για τη θεραπεία συστηματικών, εν τω βάθει μυκητιάσεων. Oι επιφανειακές μυκητιάσεις είναι αρκετά συχνές και συνήθως …

Chemical structure of POSACONAZOLE

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Επιμελημένο
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Σοβαρές μυκητιασικές λοιμώξεις σε ενήλικες ασθενείς, ανθεκτικούς στις συνήθεις θεραπείες (λ.χ. με αμφοτερικίνη Β, ιτρακοναζόλη, φλουκοναζόλη) ή που εμφανίζουν δυσανεξία σε αυτές: Διηθητική ασπεργίλλωση, φουζαρίωση, χρωμοβλαστομυκητίαση και μυκήτωμα,…
medication
SPC-NOXAFIL

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Από στόματος
Χορήγηση:
κατά τη διάρκεια ή αμέσως μετά από ένα γεύμα, ή ένα συμπλήρωμα διατροφής
Δόση έναρξης:
200 mg (5 mL) εφάπαξ την πρώτη ημέρα
  • Ασθενείς με ανθεκτικές διηθητικές μυκητιασικές λοιμώξεις (ΔΜΛ)/δυσανεκτικοί στη θεραπεία 1ης γραμμής
    Δόση200 mg (5 mL) τέσσερις φορές ημερησίως ή 400 mg (10 mL) δύο φορές την ημέρα
    Η διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να βασίζεται στη σοβαρότητα της υποκείμενης νόσου, στην ανάνηψη από ανοσοκαταστολή, και στην κλινική ανταπόκριση. Η δόση των 400 mg δύο φορές την ημέρα χορηγείται κατά τη διάρκεια ή αμέσως μετά από ένα γεύμα ή ένα συμπλήρωμα διατροφής.
  • Ασθενείς με καντιντίαση του στοματοφάρυγγα
    Δόση200 mg (5 mL) εφάπαξ την πρώτη ημέρα, μετά 100 mg (2,5 mL) μία φορά την ημέρα για 13 ημέρες
    Κάθε δόση θα πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια ή αμέσως μετά από ένα γεύμα, ή ένα συμπλήρωμα διατροφής σε ασθενείς οι οποίοι δεν μπορούν να ανεχθούν τροφή.
  • Ασθενείς για προφύλαξη από διηθητικές μυκητιασικές λοιμώξεις
    Δόση200 mg (5 mL) τρεις φορές την ημέρα
    Κάθε δόση θα πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια ή αμέσως μετά από ένα γεύμα, ή ένα συμπλήρωμα διατροφής σε ασθενείς οι οποίοι δεν μπορούν να ανεχθούν τροφή. Η διάρκεια της θεραπείας βασίζεται στην ανάνηψη από ουδετεροπενία ή ανοσοκαταστολή. Για ασθενείς με οξεία μυελογενή λευχαιμία ή μυελοδυσπλαστικά σύνδρομα, η προφύλαξη με Noxafil θα πρέπει να αρχίζει αρκετές ημέρες πριν την αναμενόμενη έναρξη της ουδετεροπενίας και να συνεχίζεται για 7 ημέρες αφού ο αριθμός ουδετερόφιλων αυξηθεί σε πάνω από 500 κύτταρα ανά mm3.
  • Ενήλικες με νεφρική δυσλειτουργία
    Δεν αναμένεται επίδραση της νεφρικής δυσλειτουργίας στη φαρμακοκινητική της ποσακοναζόλης και δεν συνιστάται προσαρμογή της δόσης.
  • Ενήλικες με ηπατική δυσλειτουργία
    Περιορισμένα δεδομένα υποδεικνύουν αύξηση στην έκθεση στο πλάσμα, αλλά δεν είναι απαραίτητη προσαρμογή της δόσης. Συνιστάται προσοχή λόγω του ενδεχομένου για υψηλότερη έκθεση στο πλάσμα.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός κάτω των 18 ετών
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
block
SPC-NOXAFIL

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
  • Ταυτόχρονη χορήγηση με αλκαλοειδή ερυσιβώδους όλυρας
  • Ταυτόχρονη χορήγηση με τα υποστρώματα του CYP3A4 τερφεναδίνη, αστεμιζόλη, σισαπρίδη, πιμοζίδη, αλοφαντρίνη ή κινιδίνη
  • Ταυτόχρονη χορήγηση με τους αναστολείς της HMG-CoA ρεδουκτάσης σιμβαστατίνη, λοβαστατίνη, και ατορβαστατίνη
warning
SPC-NOXAFIL

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία
    Πληθυσμόςασθενείς με υπερευαισθησία σε άλλες αζόλες
    Θα πρέπει να δίδεται προσοχή όταν το Noxafil συνταγογραφείται
  • Ηπατική τοξικότητα
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
    Η ποσακοναζόλη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή
  • Παράταση του QTc
    αντένδειξη
    Το Noxafil δεν πρέπει να χορηγείται με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι υποστρώματα για το CYP3A4 και είναι γνωστά ότι παρατείνουν το διάστημα QTc.
  • Παράταση του QTc
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με προαρρυθμικές καταστάσεις (Συγγενής ή επίκτητη παράταση του QTc, Καρδιομυοπάθεια, ιδιαιτέρως παρουσία καρδιακής ανεπάρκειας, Φλεβοκομβική βραδυκαρδία, Υπάρχουσες συμπτωματικές αρρυθμίες, Ταυτόχρονη χρήση με φαρμακευτικά προϊόντα γνωστά ότι παρατείνουν το διάστημα QTc)
    Το Noxafil θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή
  • Αλληλεπιδράσεις Φαρμάκων
    Πληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται από το CYP3A4
    Η ποσακοναζόλη θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις
  • Μιδαζολάμη και άλλες βενζοδιαζεπίνες
    Πληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν βενζοδιαζεπίνες μεταβολιζόμενες από το CYP3A4
    η ταυτόχρονη χορήγηση ποσακοναζόλης θα πρέπει να εξετάζεται μόνο εάν είναι σαφώς αναγκαία. Θα πρέπει να εξετάζεται η προσαρμογή της δόσης των βενζοδιαζεπινών που μεταβολίζονται από το CYP3A4.
  • Τοξικότητα Βινκριστίνης
    Πληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν αλκαλοειδές της βίνκας (συμπεριλαμβανομένης της βινκριστίνης) και δεν έχουν εναλλακτικές επιλογές αντιμυκητιασικής θεραπείας
    Τα αντιμυκητιασικά αζόλης, συμπεριλαμβανομένης και της ποσακοναζόλης, να διαφυλάσσονται
  • Αντιβακτηριακά ριφαμυκίνης (ριφαμπικίνη, ριφαμπουτίνη), ορισμένα αντισπασμωδικά (φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη, πριμιδόνη), εφαβιρένζη και σιμετιδίνη
    προσοχή
    ταυτόχρονη χρήση με ποσακοναζόλη θα πρέπει να αποφεύγεται εκτός κι αν το όφελος για τον ασθενή υπερτερεί του κινδύνου
  • Γαστρεντερική δυσλειτουργία
    Πληθυσμόςασθενείς οι οποίοι έχουν σοβαρή διάρροια ή έμετο
    θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά
  • Γλυκόζη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης
    δεν θα πρέπει να παίρνουν αυτό το φάρμακο
  • Βενζυλική αλκοόλη
    Η βενζυλική αλκοόλη μπορεί να προκαλέσει αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις
swap_horiz
SPC-NOXAFIL

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • αντένδειξη
    Μείωση Cmax (57%) και AUC (51%) της ποσακοναζόλης
    ΣύστασηΑποφυγή, εκτός εάν το όφελος υπερτερεί του κινδύνου
  • αντένδειξη
    Μείωση Cmax (45%) και AUC (50%) της ποσακοναζόλης
    ΣύστασηΑποφυγή, εκτός εάν το όφελος υπερτερεί του κινδύνο
  • Μείωση συγκεντρώσεων ποσακοναζόλης στο πλάσμα (Cmax 21%, AUC 23%)
    ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση για εμφάνιση μυκητιασικών λοιμώξεων
  • Φαινυτοΐνη (και παρόμοιοι επαγωγείς όπως καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη, πριμιδόνη)
    αντένδειξη
    Μείωση Cmax (41%) και AUC (50%) της ποσακοναζόλης
    ΣύστασηΑποφυγή, εκτός εάν το όφελος υπερτερεί του κινδύνου
  • Ανταγωνιστές του υποδοχέα Η2 (π.χ. σιμετιδίνη)
    προσοχή
    Μείωση συγκεντρώσεων ποσακοναζόλης στο πλάσμα (Cmax και AUC κατά 39%)
    ΣύστασηΑποφυγή εάν είναι δυνατόν
  • Αναστολείς της αντλίας πρωτονίων (π.χ. εσομεπραζόλη)
    προσοχή
    Μείωση συγκεντρώσεων ποσακοναζόλης στο πλάσμα (Cmax 46%, AUC 32%)
    ΣύστασηΑποφυγή εάν είναι δυνατόν
  • Τροφές
    παρακολούθηση
    Αύξηση της απορρόφησης της ποσακοναζόλης
    ΣύστασηΧορήγηση με τροφή για ενίσχυση της από του στόματος απορρόφησης
  • Τερφεναδίνη, αστεμιζόλη, σισαπρίδη, πιμοζίδη, αλοφαντρίνη, κινιδίνη (υποστρώματα CYP3A4)
    αντένδειξη
    Αύξηση συγκέντρωσης αυτών των φαρμάκων, παράταση QTc, κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (torsades de pointes)
    ΣύστασηΑντενδείκνυται ταυτόχρονη χορήγηση
  • Αλκαλοειδή ερυσιβώδους όλυρας (εργοταμίνη, διϋδροεργοταμίνη)
    αντένδειξη
    Αύξηση συγκέντρωσης αλκαλοειδών, εργοτισμός
    ΣύστασηΑντενδείκνυται ταυτόχρονη χορήγηση
  • Αναστολείς της HMG-CoA ρεδουκτάσης που μεταβολίζονται μέσω CYP3A4 (π.χ. σιμβαστατίνη, λοβαστατίνη, ατορβαστατίνη)
    αντένδειξη
    Σημαντική αύξηση επιπέδων, ραβδομυόλυση
    ΣύστασηΔιακοπή θεραπείας με αναστολείς HMG-CoA ρεδουκτάσης κατά τη διάρκεια θεραπείας με ποσακοναζόλη
  • Αλκαλοειδή της βίνκας (π.χ. βινκριστίνη, βινβλαστίνη)
    προσοχή
    Αύξηση συγκεντρώσεων, νευροτοξικότητα και άλλες σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες
    ΣύστασηΝα διαφυλάσσονται για ασθενείς που λαμβάνουν αλκαλοειδές της βίνκας και δεν έχουν εναλλακτικές επιλογές αντιμυκητιασικής θεραπείας
  • αντένδειξη
    Αύξηση Cmax (31%) και AUC (72%) της ριφαμπουτίνης
    ΣύστασηΑποφυγή, εκτός εάν το όφελος υπερτερεί του κινδύνου. Προσεκτική παρακολούθηση γενικών εξετάσεων αίματος και ανεπιθύμητων αντιδράσεων (π.χ. ραγοειδίτιδα).
  • αντένδειξη
    Σημαντική αύξηση Cmax (6,7 φορές) και AUC (8,9 φορές) του σιρόλιμους
    ΣύστασηΔεν συνιστάται και θα πρέπει να αποφεύγεται όποτε είναι δυνατό. Εάν αναπόφευκτη, μείωση δόσης σιρόλιμους, πολύ συχνή παρακολούθηση ελάχιστων τιμών, στόχευση ανώτερου τμήματος θεραπευτικού εύρους, προσοχή σε κλινικά σημεία.
  • προσοχή
    Αύξηση συγκεντρώσεων κυκλοσπορίνης, νεφροτοξικότητα, λευκοεγκεφαλοπάθεια
    ΣύστασηΜείωση δόσης κυκλοσπορίνης (π.χ. στα ¾) στην έναρξη ποσακοναζόλης, στενή παρακολούθηση επιπέδων, προσαρμογή δόσης.
  • προσοχή
    Σημαντική αύξηση Cmax (121%) και AUC (358%) του τακρόλιμους
    ΣύστασηΜείωση δόσης τακρόλιμους (π.χ. στο ⅓) στην έναρξη ποσακοναζόλης, στενή παρακολούθηση επιπέδων, προσαρμογή δόσης.
  • Αναστολείς της HIV πρωτεάσης (π.χ. αταζαναβίρη)
    προσοχή
    Αύξηση επιπέδων στο πλάσμα (για αταζαναβίρη Cmax 2,6 φορές, AUC 3,7 φορές)
    ΣύστασηΣυχνή παρακολούθηση για ανεπιθύμητες αντιδράσεις και τοξικότητα.
  • Μιδαζολάμη, άλλες βενζοδιαζεπίνες μεταβολιζόμενες από το CYP3A4 (π.χ. τριαζολάμη, αλπραζολάμη)
    προσοχή
    Αύξηση έκθεσης (AUC 83% για ενδοφλέβια μιδαζολάμη), παράταση χρόνου ημίσειας ζωής, κίνδυνος παρατεταμένης καταστολής
    ΣύστασηΠροσαρμογές δόσης
  • Αναστολείς διαύλων ασβεστίου που μεταβολίζονται μέσω CYP3A4 (π.χ. διλτιαζέμη, βεραπαμίλη, νιφεδιπίνη, νισολδιπίνη)
    προσοχή
    Αύξηση συγκεντρώσεων των αναστολέων διαύλων ασβεστίου
    ΣύστασηΣυχνή παρακολούθηση για ανεπιθύμητες αντιδράσεις και τοξικότητα. Μπορεί να απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • προσοχή
    Αύξηση συγκέντρωσης διγοξίνης στο πλάσμα
    ΣύστασηΠαρακολούθηση επιπέδων διγοξίνης όταν αρχίζει ή διακόπτεται η θεραπεία με ποσακοναζόλη
  • Σουλφονυλουρίες (π.χ. γλιπιζίδη)
    προσοχή
    Μείωση συγκεντρώσεων γλυκόζης
    ΣύστασηΠαρακολούθηση των συγκεντρώσεων γλυκόζης σε διαβητικούς ασθενείς
sick
SPC-NOXAFIL

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Αίμα
  • Ουδετεροπενία
  • Θρομβωτική θρομβοπενική πορφύρα
  • Πανκυτταροπενία
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
  • θρομβοπενία (Όχι συχνές)
  • λευκοπενία (Όχι συχνές)
  • αναιμία (Όχι συχνές)
  • ηωσινοφιλία (Όχι συχνές)
  • λεμφαδενοπάθεια (Όχι συχνές)
  • έμφρακτο του σπληνός (Όχι συχνές)
  • ουραιμικό αιμολυτικό σύνδρομο (Σπάνιες)
  • διαταραχή πηκτικότητας (Σπάνιες)
  • αιμορραγία (Σπάνιες)
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • αλλεργική αντίδραση (Όχι συχνές)
  • αντίδραση υπερευαισθησίας (Σπάνιες)
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
  • επινεφριδιακή ανεπάρκεια (Σπάνιες)
  • γοναδοτροπίνη αίματος μειωμένη (Σπάνιες)
  • ψευδοαλδοστερονισμός (Μη γνωστές)
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
  • ηλεκτρολυτικές διαταραχές (Συχνές)
  • ανορεξία (Συχνές)
Μεταβολισμός
  • Μειωμένη όρεξη
  • Υποκαλιαιμία
  • Υπομαγνησιαιμία
  • Υπεργλυκαιμία
  • Υπογλυκαιμία
Ψυχιατρικές διαταραχές
  • ανώμαλα όνειρα (Όχι συχνές)
  • συγχυτική κατάσταση (Όχι συχνές)
  • διαταραχή ύπνου (Όχι συχνές)
  • ψυχωσική διαταραχή (Σπάνιες)
Ψυχιατρικές
  • Κατάθλιψη
Νευρικό
  • Παραισθησία
  • Ζάλη
  • Υπνηλία
  • Κεφαλαλγία
  • Δυσγευσία
  • Νευροπάθεια
  • Υποαισθησία
  • Τρόμος
  • Περιφερική νευροπάθεια
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • σπασμοί (Όχι συχνές)
  • αφασία (Όχι συχνές)
  • αϋπνία (Όχι συχνές)
  • αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο (Σπάνιες)
  • εγκεφαλοπάθεια (Σπάνιες)
  • συγκοπή (Σπάνιες)
Οφθαλμικές διαταραχές
  • θαμπή όραση (Όχι συχνές)
  • φωτοφοβία (Όχι συχνές)
  • οπτική οξύτητα μειωμένη (Όχι συχνές)
  • διπλωπία (Σπάνιες)
  • σκότωμα (Σπάνιες)
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
  • έκπτωση της ακουστικής οξύτητας (Σπάνιες)
Καρδιακές διαταραχές
  • σύνδρομο παρατεταμένου QT (Όχι συχνές)
  • ηλεκτροκαρδιογράφημα μη φυσιολογικό (Όχι συχνές)
  • αίσθημα παλμών (Όχι συχνές)
  • υπερκοιλιακές έκτακτες συστολές (Όχι συχνές)
  • ταχυκαρδία (Όχι συχνές)
  • κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (torsade de pointes) (Σπάνιες)
  • αιφνίδιος θάνατος (Σπάνιες)
  • κοιλιακή ταχυκαρδία (Σπάνιες)
  • καρδιοαναπνευστική ανακοπή (Σπάνιες)
  • καρδιακή ανεπάρκεια (Σπάνιες)
  • έμφραγμα του μυοκαρδίου (Σπάνιες)
Καρδιά
  • Βραδυκαρδία
Αγγειακές
  • Υπέρταση
Αγγειακές διαταραχές
  • υπόταση (Όχι συχνές)
  • αγγειίτιδα (Όχι συχνές)
  • πνευμονική εμβολή (Σπάνιες)
  • εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση (Σπάνιες)
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
  • βήχας (Όχι συχνές)
  • επίσταξη (Όχι συχνές)
  • λόξυγκας (Όχι συχνές)
  • πλευριτικός πόνος (Όχι συχνές)
  • ταχύπνοια (Όχι συχνές)
  • πνευμονική υπέρταση (Σπάνιες)
  • διάμεση πνευμονία (Σπάνιες)
  • πνευμονίτιδα (Σπάνιες)
Αναπνευστικό
  • Ρινική συμφόρηση
Διαταραχές του γαστρεντερικού
  • ναυτία (Πολύ συχνή)
  • ορθοπρωκτική δυσφορία (Συχνές)
  • διάταση της κοιλίας (Όχι συχνές)
  • εντερίτιδα (Όχι συχνές)
  • επιγαστρική δυσφορία (Όχι συχνές)
  • ερυγή (Όχι συχνές)
  • γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση (Όχι συχνές)
  • οίδημα στόματος (Όχι συχνές)
  • αιμορραγία του γαστρεντερικού σωλήνα (Σπάνιες)
  • ειλεός (Σπάνιες)
Γαστρεντερικό
  • Έμετος
  • Κοιλιακό άλγος
  • Διάρροια
  • Δυσπεψία
  • Ξηροστομία
  • Μετεωρισμός
  • Δυσκοιλιότητα
  • Παγκρεατίτιδα
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
  • δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας αυξημένες (ALT αυξημένη, AST αυξημένη, χολερυθρίνη αυξημένη, αλκαλική φωσφατάση αυξημένη, GGT αυξημένη) (Συχνές)
  • ίκτερος (Όχι συχνές)
  • ηπατομεγαλία (Όχι συχνές)
  • χολόσταση (Όχι συχνές)
  • ηπατική τοξικότητα (Όχι συχνές)
  • ηπατική λειτουργία μη φυσιολογική (Όχι συχνές)
  • ηπατική ανεπάρκεια (Σπάνιες)
  • χολοστατική ηπατίτιδα (Σπάνιες)
  • ηπατοσπληνομεγαλία (Σπάνιες)
  • ηπατική ευαισθησία (Σπάνιες)
  • αστηριξία (Σπάνιες)
Ήπαρ
  • Ηπατοκυτταρική βλάβη
  • Ηπατίτιδα
Δέρμα
  • Εξάνθημα
  • Κνησμός
  • Αλωπεκία
  • Δερματίτιδα
  • Ερύθημα
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • εξέλκωση του στόματος (Όχι συχνές)
  • πετέχειες (Όχι συχνές)
  • σύνδρομο Stevens Johnson (Σπάνιες)
  • φλυκταινώδες εξάνθημα (Σπάνιες)
Μυοσκελετικό
  • Οσφυαλγία
  • Αυχεναλγία
  • Μυοσκελετικός πόνος
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
  • άλγος στα άκρα (Όχι συχνές)
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
  • οξεία νεφρική ανεπάρκεια (Όχι συχνές)
  • κρεατινίνη αίματος αυξημένη (Όχι συχνές)
  • νεφρική σωληναριακή οξέωση (Σπάνιες)
  • διάμεση νεφρίτιδα (Σπάνιες)
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Νεφρική ανεπάρκεια
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
  • διαταραχές εμμήνου ρύσης (Όχι συχνές)
  • μαστοδυνία (Σπάνιες)
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • πυρεξία (πυρετός) (Συχνές)
  • οίδημα (Όχι συχνές)
  • άλγος (Όχι συχνές)
  • ρίγη (Όχι συχνές)
  • θωρακική δυσφορία (Όχι συχνές)
  • δυσανεξία φαρμάκου (Όχι συχνές)
  • φλεγμονή βλεννογόνου (Όχι συχνές)
  • οίδημα γλώσσας (Σπάνιες)
  • οίδημα προσώπου (Σπάνιες)
Γενικές
  • Εξασθένηση
  • Κόπωση
  • Αίσθημα κακουχίας
  • Αίσθηση εκνευρισμού
Παρακλινικές εξετάσεις
  • μεταβληθέντα επίπεδα φαρμάκου (Όχι συχνές)
  • φωσφόρος αίματος μειωμένος (Όχι συχνές)
  • ακτινογραφία θώρακα μη φυσιολογική (Όχι συχνές)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Ανορεξία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Αυξημένες δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας
    Ήπαρ
    Συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Δυσγευσία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Δυσπεψία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Εξασθένιση
    Γενικές
    Συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Συχνές
  • Ηλεκτρολυτικές διαταραχές
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Συχνές
  • Μειωμένη όρεξη
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Μετεωρισμός
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Ξηροστομία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Ορθοπρωκτική δυσφορία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Ουδετεροπενία
    Αίμα
    Συχνές
  • Παραισθησία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Πυρεξία
    Γενικές
    Συχνές
  • Υπέρταση
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Υπνηλία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Υποκαλιαιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Υπομαγνησιαιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Άλγος
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Άλγος στα άκρα
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Έμφρακτο σπληνός
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Ίκτερος
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Αίσθημα κακουχίας
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Αίσθημα παλμών
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Αίσθηση εκνευρισμού
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Αγγειίτιδα
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Αλλεργική αντίδραση
    Ανοσοποιητικό
    Όχι συχνές
  • Αλωπεκία
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Αναιμία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Ανώμαλα όνειρα
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αυχεναλγία
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Αφασία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Βήχας
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Βραδυκαρδία
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Δερματίτιδα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Διάταση κοιλίας
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Διαταραχές εμμήνου ρύσεως
    Αναπαραγωγικό
    Όχι συχνές
  • Διαταραχή ύπνου
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Δυσανεξία φαρμάκου
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Εντερίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Εξέλκωση στόματος
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Επίσταξη
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Επιγαστρική δυσφορία
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Ερυγή
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Ερύθημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Ηπατίτιδα
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Ηπατική τοξικότητα
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Ηπατοκυτταρική βλάβη
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Ηπατομεγαλία
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Ηωσινοφιλία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Θαμπή όραση
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Θρομβοπενία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Θωρακική δυσφορία
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Λεμφαδενοπάθεια
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Λευκοπενία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Λόξυγκας
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Μειωμένη οπτική οξύτητα
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Μειωμένος φωσφόρος αίματος
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Μεταβολή επιπέδων φαρμάκου
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Μη φυσιολογική ακτινογραφία θώρακα
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Μη φυσιολογικό ηλεκτροκαρδιογράφημα
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Μυοσκελετικός πόνος
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Νευροπάθεια
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Νεφρική ανεπάρκεια
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Οίδημα
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Οίδημα στόματος
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Οσφυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Πετέχειες
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Πλευριτικός πόνος
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Ρίγη
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Ρινική συμφόρηση
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Σπασμοί
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Συγχυτική κατάσταση
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Σύνδρομο παρατεταμένου QT
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Ταχυκαρδία
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Ταχύπνοια
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Τρόμος
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Υπαισθησία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Υπεργλυκαιμία
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Υπερκοιλιακές έκτακτες συστολές
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Υπογλυκαιμία
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Υπόταση
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Φλεγμονή βλεννογόνου
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Φωτοφοβία
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Χολόσταση
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Έκπτωση ακουστικής οξύτητας
    Αυτί
    Σπάνιες
  • Έμφραγμα μυοκαρδίου
    Καρδιά
    Σπάνιες
  • Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Αιμορραγία
    Αγγειακές
    Σπάνιες
  • Αιμορραγία γαστρεντερικού σωλήνα
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Αιφνίδιος θάνατος
    Καρδιά
    Σπάνιες
  • Αντίδραση υπερευαισθησίας
    Ανοσοποιητικό
    Σπάνιες
  • Αστηριξία
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Διάμεση νεφρίτιδα
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Σπάνιες
  • Διάμεση πνευμονία
    Αναπνευστικό
    Σπάνιες
  • Διαταραχή πηκτικότητας
    Αίμα
    Σπάνιες
  • Διπλωπία
    Οφθαλμικές
    Σπάνιες
  • Εγκεφαλοπάθεια
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Ειλεός
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση
    Αγγειακές
    Σπάνιες
  • Επινεφριδιακή ανεπάρκεια
    Ενδοκρινικό
    Σπάνιες
  • Ηπατική ανεπάρκεια
    Ήπαρ
    Σπάνιες
  • Ηπατική ευαισθησία
    Ήπαρ
    Σπάνιες
  • Ηπατοσπληνομεγαλία
    Ήπαρ
    Σπάνιες
  • Θρομβωτική θρομβοπενική πορφύρα
    Αίμα
    Σπάνιες
  • Καρδιακή ανεπάρκεια
    Καρδιά
    Σπάνιες
  • Καρδιοαναπνευστική ανακοπή
    Καρδιά
    Σπάνιες
  • Κατάθλιψη
    Ψυχιατρικές
    Σπάνιες
  • Κοιλιακή ταχυκαρδία
    Καρδιά
    Σπάνιες
  • Κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου
    Καρδιά
    Σπάνιες
  • Μαστοδυνία
    Αναπαραγωγικό
    Σπάνιες
  • Μειωμένη γοναδοτροπίνη αίματος
    Ενδοκρινικό
    Σπάνιες
  • Νεφρική σωληναριακή οξέωση
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Σπάνιες
  • Οίδημα γλώσσας
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Οίδημα προσώπου
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Ουραιμικό αιμολυτικό σύνδρομο
    Αίμα
    Σπάνιες
  • Πανκυτταροπενία
    Αίμα
    Σπάνιες
  • Περιφερική νευροπάθεια
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Πνευμονίτιδα
    Αναπνευστικό
    Σπάνιες
  • Πνευμονική εμβολή
    Αναπνευστικό
    Σπάνιες
  • Πνευμονική υπέρταση
    Αναπνευστικό
    Σπάνιες
  • Σκότωμα
    Οφθαλμικές
    Σπάνιες
  • Συγκοπή
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Φλυκταινώδες εξάνθημα
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Χολοστατική ηπατίτιδα
    Ήπαρ
    Σπάνιες
  • Ψυχωσική διαταραχή
    Ψυχιατρικές
    Σπάνιες
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνή
  • Ψευδοαλδοστερονισμός
    Ενδοκρινικό
    Μη γνωστές
pregnant_woman
SPC-NOXAFIL

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται
    Υπάρχουν ανεπαρκείς πληροφορίες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος. Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη. Χρήση μόνο αν το όφελος για τη μητέρα υπερτερεί του κινδύνου για το έμβρυο.
  • Γαλουχία
    Ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται
    Η ποσακοναζόλη απεκκρίνεται στο γάλα των θηλαζόντων επίμυων (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Η απέκκριση της ποσακοναζόλης στο ανθρώπινο μητρικό γάλα δεν έχει ερευνηθεί.
  • Γονιμότητα
    Δεν είχε καμία επίδραση στη γονιμότητα των αρσενικών επίμυων σε δόσεις μέχρι 180 mg/kg ή των θηλυκών επίμυων σε μία δόση μέχρι 45 mg/kg. Δεν υπάρχει κλινική εμπειρία που να αξιολογεί την επίδραση της ποσακοναζόλης στη γονιμότητα σε ανθρώπους.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Ως αντιμυκητιασικός παράγοντας τριαζόλης, η ποζακοναζόλη ασκεί την αντιμυκητιαστική της δράση μέσω της αναστολής του ενζύμου στερόλης 14α-δεμεθυλάσης, που εξαρτάται από το κυτόχρωμα P-450, στους μύκητες, συνδεόμενη με τον ημικό συν-παράγοντα που…
monitor_heart
SPC-NOXAFIL

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιμυκητιασικά για συστηματική χρήση, παράγωγα τριαζόλης, κωδικός ATC: J02AC04. ### Μηχανισμός δράσης Η ποσακοναζόλη αναστέλλει το ένζυμο λανοστερόλη 14α-διμεθυλάση (CYP51), το οποίο καταλύει ένα σημαντικό βήμα στη βιοσύνθεση…
biotech
SPC-NOXAFIL

Φαρμακοκινητική

expand_more

Απορρόφηση Η ποσακοναζόλη απορροφάται με ένα διάμεσο tmax 3 ωρών (σιτισμένοι ασθενείς). Η φαρμακοκινητική της ποσακοναζόλης είναι γραμμική κατόπιν εφάπαξ και πολλαπλής χορήγησης δόσης έως 800 mg όταν λαμβάνεται με γεύμα υψηλό σε λιπαρά. Δεν παρατηρήθηκαν…

hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Η ποζακοναζόλη κυκλοφορεί κυρίως ως η μητρική ένωση στο πλάσμα. Από τους κυκλοφορούντες μεταβολίτες, η πλειοψηφία είναι γλυκουρονιδικά συζεύγματα που σχηματίζονται μέσω UDP γλυκουρονιδίωσης (ένζυμα φάσης 2). Η ποζακοναζόλη δεν έχει…
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Νεφρά/Ήπαρ

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
flag

Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη

  • Ηπατική λειτουργία (LFTs) · πριν την έναρξη και κατά τη διάρκεια της θεραπείας
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Ηπατική λειτουργία (LFTs) gastroenterologyΗπατική λειτουργία συστηματικά Μη φυσιολογικές τιμές ηπατικής λειτουργίας
Χολερυθρίνη gastroenterologyΗπατική λειτουργία συστηματικά Μη φυσιολογικές τιμές ηπατικής λειτουργίας
Ασβέστιο ορού (Ca) scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά πριν και κατά την διάρκεια της θεραπείας
Κάλιο ορού (K⁺) scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά πριν και κατά την διάρκεια της θεραπείας
Μαγνήσιο ορού (Mg) scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά πριν και κατά την διάρκεια της θεραπείας
Μυκητιασικές λοιμώξεις coronavirusΛοιμώξεις & ιολογικός έλεγχος στενά Σοβαρή διάρροια ή έμετος
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-NOXAFIL
expand_more

Μη εναλλαξιμότητα μεταξύ Noxafil Δισκία και Noxafil Πόσιμο Διάλυμα

Το δισκίο και το πόσιμο εναιώρημα δεν πρέπει να χρησιμοποιηθούν εναλλακτικά το ένα ως προς το άλλο λόγω των διαφορών μεταξύ των δύο αυτών φαρμακευτικών μορφών ως προς τη συχνότητα δοσολογίας, τη χορήγηση με τροφή και τη συγκέντρωση του φαρμάκου που επιτυγχάνεται στο πλάσμα. Ως εκ τούτου, πρέπει να ακολουθούνται οι συγκεκριμένες συστάσεις δοσολογίας για κάθε φαρμακευτική μορφή. Η έναρξη της θεραπείας θα πρέπει να γίνεται από ένα γιατρό με εμπειρία στη διαχείριση μυκητιασικών λοιμώξεων ή στην υποστηρικτική αγωγή στους ασθενείς υψηλού κινδύνου για τους οποίους η ποσακοναζόλη ενδείκνυται ως προφύλαξη. Το Noxafil είναι επίσης διαθέσιμο ως 100 mg γαστροανθεκτικό δισκίο και 300 mg πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση. Τα δισκία Noxafil είναι η προτιμώμενη φαρμακοτεχνική μορφή για τη βελτιστοποίηση των συγκεντρώσεων στο πλάσμα και γενικά παρέχουν υψηλότερες εκθέσεις του φαρμάκου στο πλάσμα από το πόσιμο εναιώρημα Noxafil.

Η συνιστώμενη δόση φαίνεται στον Πίνακα 1.

Πίνακας 1. Συνιστώμενη δόση σύμφωνα με την ένδειξη

Ένδειξη Δόση και διάρκεια της θεραπείας (βλ. Φαρμακοκινητικές)
Ανθεκτικές διηθητικές μυκητιασικές λοιμώξεις (ΔΜΛ)/ασθενείς με ΔΜΛ δυσανεκτικοί στη θεραπεία 1ης γραμμής 200 mg (5 mL) τέσσερις φορές ημερησίως. Εναλλακτικά, οι ασθενείς που μπορούν να ανεχθούν την τροφή ή ένα συμπλήρωμα διατροφής μπορούν να πάρουν 400 mg (10 mL) δύο φορές την ημέρα κατά τη διάρκεια ή αμέσως μετά από ένα γεύμα ή ένα συμπλήρωμα διατροφής. Η διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να βασίζεται στη σοβαρότητα της υποκείμενης νόσου, στην ανάνηψη από ανοσοκαταστολή, και στην κλινική ανταπόκριση.
Καντιντίαση του στοματοφάρυγγα Δόση εφόδου των 200 mg (5 mL) μία φορά την ημέρα την πρώτη μέρα, μετά 100 mg (2,5 mL) μία φορά την ημέρα για 13 ημέρες. Κάθε δόση του Noxafil θα πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια ή αμέσως μετά από ένα γεύμα, ή ένα συμπλήρωμα διατροφής σε ασθενείς οι οποίοι δεν μπορούν να ανεχθούν τροφή για να ενισχύσουν την από στόματος απορρόφηση και να εξασφαλίσουν κατάλληλη έκθεση.
Προφύλαξη από διηθητικές μυκητιασικές λοιμώξεις 200 mg (5 mL) τρεις φορές την ημέρα. Κάθε δόση του Noxafil θα πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια ή αμέσως μετά από ένα γεύμα, ή ένα συμπλήρωμα διατροφής σε ασθενείς οι οποίοι δεν μπορούν να ανεχθούν τροφή για να ενισχύσουν την από στόματος απορρόφηση και να εξασφαλίσουν κατάλληλη έκθεση. Η διάρκεια της θεραπείας βασίζεται στην ανάνηψη από ουδετεροπενία ή ανοσοκαταστολή. Για ασθενείς με οξεία μυελογενή λευχαιμία ή μυελοδυσπλαστικά σύνδρομα, η προφύλαξη με Noxafil θα πρέπει να αρχίζει αρκετές ημέρες πριν την αναμενόμενη έναρξη της ουδετεροπενίας και να συνεχίζεται για 7 ημέρες αφού ο αριθμός ουδετερόφιλων αυξηθεί σε πάνω από 500 κύτταρα ανά mm3.

Ειδικοί πληθυσμοί

  • Νεφρική δυσλειτουργία Δεν αναμένεται επίδραση της νεφρικής δυσλειτουργίας στη φαρμακοκινητική της ποσακοναζόλης και δεν συνιστάται προσαρμογή της δόσης (βλ. Φαρμακοκινητικές).
  • Ηπατική δυσλειτουργία Τα περιορισμένα δεδομένα στην επίδραση της ηπατικής δυσλειτουργίας (συμπεριλαμβανομένης της κατά Child-Pugh ταξινόμησης C χρόνιας ηπατοπάθειας) στη φαρμακοκινητική της ποσακοναζόλης υποδεικνύουν μία αύξηση στην έκθεση στο πλάσμα σε σύγκριση με τα άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία αλλά δεν υποδεικνύουν ότι είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δόσης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές). Συνιστάται να δίνεται προσοχή λόγω του ενδεχομένου για υψηλότερη έκθεση στο πλάσμα.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Noxafil σε παιδιά ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Τα επί του παρόντος διαθέσιμα δεδομένα περιγράφονται στις παραγράφους Φαρμακοδυναμικές και Φαρμακοκινητικές, αλλά δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.

Τρόπος χορήγησης

Για από στόματος χρήση. Το πόσιμο εναιώρημα πρέπει να ανακινείται καλά πριν τη χρήση.

block

Αντενδείξεις

SPC-NOXAFIL
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
  • Ταυτόχρονη χορήγηση με αλκαλοειδή ερυσιβώδους όλυρας (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
  • Ταυτόχρονη χορήγηση με τα υποστρώματα του CYP3A4 τερφεναδίνη, αστεμιζόλη, σισαπρίδη, πιμοζίδη, αλοφαντρίνη ή κινιδίνη αφού αυτό μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της συγκέντρωσης στο πλάσμα αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων, πράγμα το οποίο οδηγεί σε παράταση του QTc και σε σπάνια συμβάματα κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου (torsades de pointes) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις).
  • Ταυτόχρονη χορήγηση με τους αναστολείς της HMG-CoA ρεδουκτάσης σιμβαστατίνη, λοβαστατίνη, και ατορβαστατίνη (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-NOXAFIL
expand_more

Υπερευαισθησία

Δεν υπάρχουν πληροφορίες σχετικά με διασταυρούμενη ευαισθησία ανάμεσα στην ποσακοναζόλη και άλλους αζολικούς αντιμυκητιασικούς παράγοντες. Θα πρέπει να δίδεται προσοχή όταν το Noxafil συνταγογραφείται σε ασθενείς με υπερευαισθησία σε άλλες αζόλες.

Ηπατική τοξικότητα

Ηπατικές αντιδράσεις (π.χ. ήπιες προς μέτριες αυξήσεις των ALT, AST, αλκαλικής φωσφατάσης, ολικής χολερυθρίνης και/ή κλινικής ηπατίτιδας) έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ποσακοναζόλη. Οι αυξημένες τιμές στις δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας ήταν γενικά αναστρέψιμες με τη διακοπή της θεραπείας και σε μερικά περιστατικά αυτές οι δοκιμασίες ομαλοποιήθηκαν χωρίς διακοπή της θεραπείας. Σπάνια, έχουν αναφερθεί πιο σοβαρές ηπατικές αντιδράσεις με θανατηφόρα αποτελέσματα. Η ποσακοναζόλη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία λόγω περιορισμένης κλινικής εμπειρίας και λόγω της πιθανότητας τα επίπεδα της ποσακοναζόλης στο πλάσμα να είναι υψηλότερα σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).

Παρακολούθηση της ηπατικής λειτουργίας

Οι δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας θα πρέπει να αξιολογούνται πριν την έναρξη και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ποσακοναζόλη. Ασθενείς οι οποίοι αναπτύσσουν μη φυσιολογικές τιμές στις δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Noxafil πρέπει να παρακολουθούνται συστηματικά για την ανάπτυξη πιο σοβαρών ηπατικών κακώσεων. Η διαχείριση του ασθενούς θα πρέπει να περιλαμβάνει εργαστηριακή εκτίμηση της ηπατικής λειτουργίας (ειδικότερα των δοκιμασιών ηπατικής λειτουργίας και της χολερυθρίνης). Θα πρέπει να εξετάζεται η διακοπή του Noxafil, εάν τα κλινικά σημεία και συμπτώματα είναι σύμφωνα με την ανάπτυξη ηπατοπάθειας.

Παράταση του QTc

Ορισμένες αζόλες έχουν συσχετισθεί με την παράταση του διαστήματος QTc. Το Noxafil δεν πρέπει να χορηγείται με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι υποστρώματα για το CYP3A4 και είναι γνωστά ότι παρατείνουν το διάστημα QTc (βλ. Αντενδείξεις και Αλληλεπιδράσεις). Το Noxafil θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με προαρρυθμικές καταστάσεις όπως:

  • Συγγενής ή επίκτητη παράταση του QTc
  • Καρδιομυοπάθεια, ιδιαιτέρως παρουσία καρδιακής ανεπάρκειας
  • Φλεβοκομβική βραδυκαρδία
  • Υπάρχουσες συμπτωματικές αρρυθμίες
  • Ταυτόχρονη χρήση με φαρμακευτικά προϊόντα γνωστά ότι παρατείνουν το διάστημα QTc (άλλα από αυτά που αναφέρονται στην Αντενδείξεις). Οι διαταραχές των ηλεκτρολυτών, ιδιαιτέρως αυτές που αφορούν στα επίπεδα καλίου, μαγνησίου ή ασβεστίου, θα πρέπει να παρακολουθούνται και να διορθώνονται όπως χρειάζεται πριν και κατά την διάρκεια της θεραπείας με ποσακοναζόλη.

Αλληλεπιδράσεις Φαρμάκων

Η ποσακοναζόλη είναι αναστολέας του CYP3A4 και θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις κατά τη διάρκεια της θεραπείας με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται από το CYP3A4 (βλ. Αλληλεπιδράσεις).

Μιδαζολάμη και άλλες βενζοδιαζεπίνες

Λόγω του κινδύνου παρατεταμένης καταστολής και πιθανής αναπνευστικής καταστολής, η ταυτόχρονη χορήγηση ποσακοναζόλης με οποιεσδήποτε βενζοδιαζεπίνες μεταβολιζόμενες από το CYP3A4 (π.χ. μιδαζολάμη, τριαζολάμη, αλπραζολάμη) θα πρέπει να εξετάζεται μόνο εάν είναι σαφώς αναγκαία. Θα πρέπει να εξετάζεται η προσαρμογή της δόσης των βενζοδιαζεπινών που μεταβολίζονται από το CYP3A4 (βλ. Αλληλεπιδράσεις).

Τοξικότητα Βινκριστίνης

Η ταυτόχρονη χορήγηση αντιμυκητιασικών αζόλης, συμπεριλαμβανομένης και της ποσακοναζόλης, με τη βινκριστίνη έχει συσχετιστεί με νευροτοξικότητα και άλλες σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένων των επιληπτικών κρίσεων, της περιφερικής νευροπάθειας, του συνδρόμου απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης και του παραλυτικού ειλεού. Τα αντιμυκητιασικά αζόλης, συμπεριλαμβανομένης και της ποσακοναζόλης, να διαφυλάσσονται για ασθενείς που λαμβάνουν κάποιο αλκαλοειδές της βίνκας, συμπεριλαμβανομένης της βινκριστίνης, οι οποίοι δεν έχουν εναλλακτικές επιλογές αντιμυκητιασικής θεραπείας (βλ. Αλληλεπιδράσεις).

Αντιβακτηριακά ριφαμυκίνης (ριφαμπικίνη, ριφαμπουτίνη), ορισμένα αντισπασμωδικά (φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη, πριμιδόνη), εφαβιρένζη και σιμετιδίνη

Οι συγκεντρώσεις της ποσακοναζόλης μπορεί να μειωθούν σημαντικά σε συνδυασμό, συνεπώς, ταυτόχρονη χρήση με ποσακοναζόλη θα πρέπει να αποφεύγεται εκτός κι αν το όφελος για τον ασθενή υπερτερεί του κινδύνου (βλ. Αλληλεπιδράσεις).

Γαστρεντερική δυσλειτουργία

Υπάρχουν περιορισμένα φαρμακοκινητικά δεδομένα σε ασθενείς με σοβαρή γαστρεντερική δυσλειτουργία (όπως σοβαρή διάρροια). Ασθενείς οι οποίοι έχουν σοβαρή διάρροια ή έμετο θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για νέες μυκητιασικές λοιμώξεις.

Γλυκόζη

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει περίπου 1,75 g γλυκόζης ανά 5 mL εναιωρήματος. Ασθενείς με σπάνια δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν θα πρέπει να παίρνουν αυτό το φάρμακο.

Νάτριο

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δόση, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».

Βενζοϊκό νάτριο

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 10 mg βενζοϊκών νατρίου (E211) ανά 5 mL εναιωρήματος.

Βενζυλική αλκοόλη

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει έως 1,25 mg βενζυλικής αλκοόλης ανά 5 mL εναιωρήματος. Η βενζυλική αλκοόλη μπορεί να προκαλέσει αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις.

Προπυλενογλυκόλη

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει έως 24,75 mg προπυλενογλυκόλης (E1520) ανά 5 mL εναιωρήματος.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-NOXAFIL
expand_more

Επιδράσεις άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στην ποσακοναζόλη

Η ποσακοναζόλη μεταβολίζεται μέσω UDP γλυκουρωνίδωσης (ένζυμα φάσης 2) και είναι ένα υπόστρωμα για την in vitro εκροή της p-γλυκοπρωτεΐνης (P-gp). Συνεπώς, αναστολείς (π.χ. βεραπαμίλη, κυκλοσπορίνη, κινιδίνη, κλαριθρομυκίνη, ερυθρομυκίνη, κτλ.) ή επαγωγείς (π.χ. ριφαμπικίνη, ριφαμπουτίνη, ορισμένα αντισπασμωδικά, κτλ.) αυτών των οδών κάθαρσης μπορεί να αυξήσουν ή να μειώσουν τις συγκεντρώσεις ποσακοναζόλης στο πλάσμα, αντιστοίχως.

  • Ριφαμπουτίνη Η ριφαμπουτίνη (300 mg μία φορά την ημέρα) μείωσε τη Cmax (μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα) και την AUC (περιοχή κάτω από την καμπύλη χρόνου της συγκέντρωσης στο πλάσμα έναντι του χρόνου) της ποσακοναζόλης στο 57% και 51%, αντιστοίχως. Ταυτόχρονη χρήση ποσακοναζόλης και ριφαμπουτίνης και παρόμοιων εκκινητών (π.χ. ριφαμπικίνη) θα πρέπει να αποφεύγεται εκτός κι αν το όφελος για τον ασθενή υπερτερεί του κινδύνου. (βλ. παρακάτω όσον αφορά την επίδραση της ποσακοναζόλης στα επίπεδα της ριφαμπουτίνης στο πλάσμα).
  • Εφαβιρένζη Η εφαβιρένζη (400 mg μία φορά την ημέρα) μείωσε τη Cmax και την AUC της ποσακοναζόλης κατά 45% και 50%, αντιστοίχως. Ταυτόχρονη χρήση ποσακοναζόλης και εφαβιρένζης θα πρέπει να αποφεύγεται εκτός κι αν το όφελος για τον ασθενή υπερτερεί του κινδύνου.
  • Φοσαμπρεναβίρη Ο συνδυασμός φοσαμπρεναβίρης με ποσακοναζόλη μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένες συγκεντρώσεις ποσακοναζόλης στο πλάσμα. Εάν απαιτείται ταυτόχρονη χορήγηση, συνιστάται στενή παρακολούθηση για εμφάνιση μυκητιασικών λοιμώξεων. Η επαναλαμβανόμενη χορήγηση δόσης φοσαμπρεναβίρης (700 mg δύο φορές ημερησίως x 10 ημέρες) προκάλεσε μείωση των Cmax και AUC του πόσιμου εναιωρήματος ποσακοναζόλης (200 mg εφάπαξ ημερησίως την 1η ημέρα, 200 mg δύο φορές ημερησίως την 2η ημέρα, έπειτα 400 mg δύο φορές ημερησίως x 8 Ημέρες) κατά 21% και 23% αντίστοιχα. Η επίδραση της ποσακοναζόλης στα επίπεδα της φοσαμπρεναβίρης, όταν η φοσαμπρεναβίρη χορηγείται μαζί με ριτοναβίρη, είναι άγνωστη.
  • Φαινυτοΐνη Η φαινυτοΐνη (200 mg μία φορά την ημέρα) μείωσε τη Cmax και την AUC της ποσακοναζόλης κατά 41% και 50%, αντιστοίχως. Ταυτόχρονη χρήση ποσακοναζόλης και φαινυτοΐνης και παρόμοιων επαγωγέων (π.χ. καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη, πριμιδόνη) θα πρέπει να αποφεύγεται εκτός κι αν το όφελος για τον ασθενή είναι μεγαλύτερο από τον κίνδυνο.
  • Ανταγωνιστές του υποδοχέα Η2 και αναστολείς της αντλίας πρωτονίων Οι συγκεντρώσεις ποσακοναζόλης στο πλάσμα (Cmax και AUC) μειώθηκαν κατά 39% όταν η ποσακοναζόλη χορηγήθηκε μαζί με σιμετιδίνη (400 mg δύο φορές την ημέρα) λόγω μειωμένης απορρόφησης πιθανώς δευτερογενούς μίας ελάττωσης στην παραγωγή γαστρικού οξέος. Η ταυτόχρονη χορήγηση ποσακοναζόλης με ανταγωνιστές του υποδοχέα H2 θα πρέπει να αποφεύγεται εάν είναι δυνατό. Παρομοίως, η χορήγηση 400 mg ποσακοναζόλης με εσομεπραζόλη (40 mg ημερησίως) μείωσε τη μέση Cmax και AUC κατά 46% και 32%, αντιστοίχως, συγκριτικά με τη χορήγηση 400 mg ποσακοναζόλης μόνης της. Η ταυτόχρονη χορήγηση ποσακοναζόλης με αναστολείς της αντλίας πρωτονίων θα πρέπει να αποφεύγεται εάν είναι δυνατό.
  • Τροφές Η απορρόφηση της ποσακοναζόλης αυξάνεται σημαντικά από τις τροφές (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).

Επίδραση της ποσακοναζόλης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα

Η ποσακοναζόλη είναι ένας ισχυρός αναστολέας του CYP3A4. Ταυτόχρονη χορήγηση ποσακοναζόλης με υποστρώματα του CYP3A4 μπορεί να οδηγήσει σε μεγάλες αυξήσεις στην έκθεση στα υποστρώματα του CYP3A4 όπως παρατίθεται ως παράδειγμα παρακάτω από τις επιδράσεις σε τακρόλιμους, σιρόλιμους, αταζαναβίρη και μιδαζολάμη. Συνιστάται προσοχή κατά τη διάρκεια ταυτόχρονης χορήγησης ποσακοναζόλης με τα υποστρώματα του CYP3A4 που χορηγούνται ενδοφλεβίως και η δόση του υποστρώματος του CYP3A4 μπορεί να χρειασθεί να μειωθεί. Εάν η ποσακοναζόλη χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με υποστρώματα του CYP3A4 που χορηγούνται από του στόματος, και για τα οποία μία αύξηση στις συγκεντρώσεις του πλάσματος μπορεί να σχετίζεται με μη αποδεκτές ανεπιθύμητες αντιδράσεις, οι συγκεντρώσεις του υποστρώματος του CYP3A4 στο πλάσμα και/ή οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά και η δόση να προσαρμόζεται όπως απαιτείται. Αρκετές από τις μελέτες αλληλεπίδρασης διεξήχθησαν σε υγιείς εθελοντές στους οποίους εμφανίζεται υψηλότερη έκθεση στην ποσακοναζόλη σε σύγκριση με ασθενείς στους οποίους έχει χορηγηθεί η ίδια δόση. Η επίδραση της ποσακοναζόλης στα υποστρώματα του CYP3A4 στους ασθενείς μπορεί να είναι κάπως μικρότερη από αυτή που παρατηρείται σε υγιείς εθελοντές και αναμένεται να είναι μεταβλητή μεταξύ των ασθενών λόγω της μεταβλητής έκθεσης των ασθενών στην ποσακοναζόλη. Η επίδραση της ταυτόχρονης χορήγησης με ποσακοναζόλη στα επίπεδα των υποστρωμάτων του CYP3A4 στο πλάσμα μπορεί επίσης να είναι μεταβλητή σε έναν ασθενή, εκτός κι αν η ποσακοναζόλη χορηγείται με έναν αυστηρά καθορισμένο τρόπο με τροφή, δεδομένης της μεγάλης επίδρασης της τροφής στην έκθεση στην ποσακοναζόλη (βλ. Φαρμακοκινητικές).

  • Τερφεναδίνη, αστεμιζόλη, σισαπρίδη, πιμοζίδη, αλοφαντρίνη και κινιδίνη (υποστρώματα του CYP3A4) Ταυτόχρονη χορήγηση ποσακοναζόλης και τερφεναδίνης, αστεμιζόλης, σισαπρίδης, πιμοζίδης, αλοφαντρίνης ή κινιδίνης αντενδείκνυται. Ταυτόχρονη χορήγηση μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της συγκέντρωσης αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων στο πλάσμα, που οδηγεί σε παράταση του QTc και σε σπάνια συμβάματα κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου (torsades de pointes) (βλ. Αντενδείξεις).
  • Αλκαλοειδή ερυσιβώδους όλυρας Η ποσακοναζόλη μπορεί να αυξήσει τη συγκέντρωση των αλκαλοειδών ερυσιβώδους όλυρας στο πλάσμα (εργοταμίνη και διϋδροεργοταμίνη), που μπορεί να οδηγήσει σε εργοτισμό. Ταυτόχρονη χορήγηση ποσακοναζόλης και αλκαλοειδών ερυσιβώδους όλυρας αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
  • Αναστολείς της HMG-CoA ρεδουκτάσης που μεταβολίζονται μέσω CYP3A4 (π.χ. σιμβαστατίνη, λοβαστατίνη, και ατορβαστατίνη) Η ποσακοναζόλη μπορεί να αυξήσει σημαντικά τα επίπεδα στο πλάσμα των αναστολέων της HMG-CoA ρεδουκτάσης που μεταβολίζονται από το CYP3A4. Θεραπεία με αυτούς τους αναστολείς της HMG-CoA ρεδουκτάσης θα πρέπει να τερματίζεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ποσακοναζόλη καθώς αυξημένα επίπεδα έχουν συσχετισθεί με τη ραβδομυόλυση (βλ. Αντενδείξεις).
  • Αλκαλοειδή της βίνκας Τα περισσότερα από τα αλκαλοειδή της βίνκας (π.χ., βινκριστίνη και βινβλαστίνη) είναι υποστρώματα του CYP3A4. Η ταυτόχρονη χορήγηση αντιμυκητιασικών αζόλης, συμπεριλαμβανομένης της ποσακοναζόλης, με βινκριστίνη έχει συσχετιστεί με σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Η ποσακοναζόλη μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις των αλκαλοειδών της βίνκας στο πλάσμα, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε νευροτοξικότητα και άλλες σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες. Ως εκ τούτου, τα αντιμυκητιασικά αζόλης, συμπεριλαμβανομένης και της ποσακοναζόλης, να διαφυλάσσονται για ασθενείς που λαμβάνουν κάποιο αλκαλοειδές της βίνκας, συμπεριλαμβανομένης της βινκριστίνης, οι οποίοι δεν έχουν εναλλακτικές επιλογές αντιμυκητιασικής θεραπείας.
  • Ριφαμπουτίνη Η ποσακοναζόλη αύξησε τη Cmax και την AUC της ριφαμπουτίνης κατά 31% και 72%, αντιστοίχως. Ταυτόχρονη χρήση ποσακοναζόλης και ριφαμπουτίνης θα πρέπει να αποφεύγεται εκτός κι αν το όφελος για τον ασθενή είναι υπερτερεί του κινδύνου (βλ. επίσης παραπάνω όσον αφορά την επίδραση της ριφαμπουτίνης στα επίπεδα της ποσακοναζόλης στο πλάσμα). Εάν αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα χορηγούνται ταυτόχρονα, συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των γενικών εξετάσεων αίματος και των ανεπιθύμητων αντιδράσεων που σχετίζονται με αυξημένα επίπεδα ριφαμπουτίνης (π.χ. ραγοειδίτιδα).
  • Σιρόλιμους Η χορήγηση επαλαμβανόμενων δόσεων πόσιμου εναιωρήματος ποσακοναζόλης (400 mg δύο φορές ημερησίως για 16 ημέρες) αύξησε τη Cmax και την AUC του σιρόλιμους (2 mg εφάπαξ δόση) κατά ένα μέσο όρο 6,7 φορές και 8,9 φορές (εύρος 3,1 έως 17,5 φορές), αντιστοίχως, σε υγιή άτομα. Η επίδραση της ποσακοναζόλης στο σιρόλιμους στους ασθενείς είναι άγνωστη, αλλά αναμένεται να είναι μεταβλητή λόγω της μεταβλητής έκθεσης των ασθενών στην ποσακοναζόλη. Ταυτόχρονη χορήγηση ποσακοναζόλης με σιρόλιμους δεν συνιστάται και θα πρέπει να αποφεύγεται όποτε είναι δυνατό. Εάν θεωρηθεί ότι η ταυτόχρονη χορήγηση είναι αναπόφευκτη, τότε συνιστάται η δόση του σιρόλιμους να μειωθεί σημαντικά κατά τη έναρξη της θεραπείας με ποσακοναζόλη και να υπάρχει πολύ συχνή παρακολούθηση των ελάχιστων τιμών των συγκεντρώσεων του σιρόλιμους στο ολικό αίμα. Οι συγκεντρώσεις του σιρόλιμους θα πρέπει να μετρώνται κατά την έναρξη, κατά τη διάρκεια ταυτόχρονης χορήγησης, και κατά τη διακοπή της θεραπείας με ποσακοναζόλη, με τις δόσεις σιρόλιμους προσαρμοσμένες ανάλογα. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η σχέση μεταξύ της ελάχιστης τιμής της συγκέντρωσης του σιρόλιμους και την AUC μεταβάλλεται κατά τη διάρκεια ταυτόχρονης χορήγησης με ποσακοναζόλη. Ως αποτέλεσμα, οι ελάχιστες τιμές των συγκεντρώσεων του σιρόλιμους που εμπίπτουν μέσα στο σύνηθες θεραπευτικό εύρος μπορεί να οδηγήσουν σε υποθεραπευτικά επίπεδα. Συνεπώς θα πρέπει να στοχεύονται οι ελάχιστες τιμές των συγκεντρώσεων που εμπίπτουν στο ανώτερο τμήμα του συνήθους θεραπευτικού εύρους και θα πρέπει να δίνεται μεγάλη προσοχή στα κλινικά σημεία και συμπτώματα, στις εργαστηριακές παραμέτρους και στις βιοψίες του ιστού.
  • Κυκλοσπορίνη Σε ασθενείς με καρδιακό μόσχευμα σε σταθερές δόσεις κυκλοσπορίνης, το πόσιμο εναιώρημα ποσακοναζόλης 200 mg ημερησίως αύξησε τις συγκεντρώσεις της κυκλοσπορίνης απαιτώντας μειώσεις της δόσης. Περιπτώσεις αυξημένων επιπέδων κυκλοσπορίνης που είχαν ως αποτέλεσμα σοβαρές ανεπιθύμητες αντιδράσεις, συμπεριλαμβανομένης της νεφροτοξικότητας και μίας θανατηφόρου περίπτωσης λευκοεγκεφαλοπάθειας, αναφέρθηκαν σε κλινικές μελέτες αποτελεσματικότητας. Όταν αρχίζει η θεραπεία με ποσακοναζόλη σε ασθενείς που ήδη λαμβάνουν κυκλοσπορίνη, η δόση της κυκλοσπορίνης θα πρέπει να μειώνεται (π.χ. στα τρία τέταρτα περίπου της τρέχουσας δόσης). Στη συνέχεια τα επίπεδα της κυκλοσπορίνης στο αίμα θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά κατά τη διάρκεια ταυτόχρονης χορήγησης, και επί του τερματισμού της θεραπείας με ποσακοναζόλη, και η δόση της κυκλοσπορίνης θα πρέπει να προσαρμόζεται όπως απαιτείται.
  • Τακρόλιμους Η ποσακοναζόλη αύξησε τη Cmax και την AUC του τακρόλιμους (0,05 mg/kg σωματικού βάρους εφάπαξ δόση) κατά 121% και 358%, αντιστοίχως. Κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις που είχαν ως αποτέλεσμα εισαγωγή σε νοσοκομείο και/ή τερματισμό της ποσακοναζόλης αναφέρθηκαν σε κλινικές μελέτες αποτελεσματικότητας. Όταν αρχίζει η θεραπεία με ποσακοναζόλη σε ασθενείς που ήδη λαμβάνουν τακρόλιμους, η δόση του τακρόλιμους θα πρέπει να μειωθεί (π.χ. στο ένα τρίτο περίπου της τρέχουσας δόσης). Στη συνέχεια τα επίπεδα του τακρόλιμους στο αίμα θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά κατά τη διάρκεια ταυτόχρονης χορήγησης και κατά τη διακοπή της ποσακοναζόλης, και η δόση του τακρόλιμους θα πρέπει να προσαρμόζεται όπως απαιτείται.
  • Αναστολείς της HIV πρωτεάσης Καθώς οι αναστολείς της HIV πρωτεάσης είναι υποστρώματα του CYP3A4, αναμένεται ότι η ποσακοναζόλη θα αυξήσει τα επίπεδα αυτών των αντιρετροϊικών παραγόντων στο πλάσμα. Μετά από ταυτόχρονη χορήγηση πόσιμου εναιωρήματος ποσακοναζόλης (400 mg δύο φορές ημερησίως) με αταζαναβίρη (300 mg μία φορά ημερησίως) για 7 ημέρες σε υγιή άτομα η Cmax και η AUC της αταζαναβίρης αυξήθηκαν κατά ένα μέσο όρο 2,6 φορές και 3,7 φορές (εύρος 1,2 έως 26 φορές), αντίστοιχα. Μετά από ταυτόχρονη χορήγηση πόσιμου εναιωρήματος ποσακοναζόλης (400 mg δύο φορές ημερησίως) με αταζαναβίρη και ριτοναβίρη (300/100 mg μία φορά ημερησίως) για 7 ημέρες σε υγιή άτομα η Cmax και η AUC της αταζαναβίρης αυξήθηκαν κατά ένα μέσο όρο 1,5 φορές και 2,5 φορές (εύρος 0,9 έως 4,1 φορές), αντιστοίχως. Η προσθήκη ποσακοναζόλης στη θεραπεία με αταζαναβίρη ή με αταζαναβίρη συν ριτοναβίρη σχετίσθηκε με αυξήσεις στα επίπεδα χολερυθρίνης στο πλάσμα. Συνιστάται συχνή παρακολούθηση για ανεπιθύμητες αντιδράσεις και τοξικότητα σχετιζόμενη με αντιρετροϊικούς παράγοντες που είναι υποστρώματα του CYP3A4 κατά τη διάρκεια ταυτόχρονης χορήγησης με ποσακοναζόλη.
  • Μιδαζολάμη και άλλες βενζοδιαζεπίνες μεταβολιζόμενες από το CYP3A4 Σε μια μελέτη σε υγιείς εθελοντές το πόσιμο εναιώρημα ποσακοναζόλης (200 mg μία φορά ημερησίως για 10 ημέρες) αύξησε την έκθεση (AUC) της ενδοφλέβιας μιδαζολάμης (0,05 mg/kg) κατά 83%. Σε μία άλλη μελέτη σε υγιείς εθελοντές, η χορήγηση επαναλαμβανόμενων δόσεων πόσιμου εναιωρήματος ποσακοναζόλης (200 mg δύο φορές ημερησίως για 7 ημέρες) αύξησε τη Cmax και την AUC της ενδοφλέβιας μιδαζολάμης (0,4 mg εφάπαξ δόση) κατά ένα μέσο όρο 1,3 και 4,6 φορές (εύρος 1,7 έως 6,4 φορές), αντίστοιχα. Πόσιμο εναιώρημα ποσακοναζόλης 400 mg δύο φορές ημερησίως για 7 ημέρες αύξησε τη Cmax και την AUC της ενδοφλέβιας μιδαζολάμης κατά 1,6 και 6,2 φορές (εύρος 1,6 έως 7,6 φορές), αντίστοιχα. Και οι δύο δόσεις της ποσακοναζόλης αύξησαν τη Cmax και την AUC της πόσιμης μιδαζολάμης (2 mg εφάπαξ από στόματος δόση) κατά 2,2 και 4,5 φορές, αντιστοίχως. Επιπλέον, το πόσιμο εναιώρημα ποσακοναζόλης (200 mg ή 400 mg) παρέτεινε τον μέσο τελικό χρόνο ημίσειας ζωής της μιδαζολάμης από περίπου 3-4 ώρες σε 8-10 ώρες κατά τη διάρκεια ταυτόχρονης χορήγησης. Λόγω του κινδύνου παρατεταμένης καταστολής συνιστάται οι προσαρμογές δόσης να λαμβάνονται υπόψη όταν η ποσακοναζόλη χορηγείται ταυτόχρονα με οποιαδήποτε βενζοδιαζεπίνη μεταβολίζεται από το CYP3A4 (π.χ. μιδαζολάμη, τριαζολάμη, αλπραζολάμη) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Αναστολείς διαύλων ασβεστίου που μεταβολίζονται μέσω CYP3A4 (π.χ. διλτιαζέμη, βεραπαμίλη, νιφεδιπίνη, νισολδιπίνη) Συχνή παρακολούθηση για ανεπιθύμητες αντιδράσεις και τοξικότητα που σχετίζονται με τους αναστολείς διαύλων ασβεστίου συνιστάται κατά τη διάρκεια ταυτόχρονης χορήγησης με ποσακοναζόλη. Μπορεί να απαιτείται προσαρμογή της δόσης των αναστολέων διαύλων ασβεστίου.
  • Διγοξίνη Η χορήγηση άλλων αζολών έχει συσχετισθεί με αυξήσεις στα επίπεδα διγοξίνης. Συνεπώς, η ποσακοναζόλη μπορεί να αυξήσει τη συγκέντρωση της διγοξίνης στο πλάσμα και τα επίπεδα διγοξίνης χρειάζεται να παρακολουθούνται όταν αρχίζει ή διακόπτεται η θεραπεία με ποσακοναζόλη.
  • Σουλφονυλουρίες Οι συγκεντρώσεις γλυκόζης μειώθηκαν σε ορισμένους υγιείς εθελοντές όταν συγχορηγήθηκε γλιπιζίδη με ποσακοναζόλη. Συνιστάται παρακολούθηση των συγκεντρώσεων γλυκόζης σε διαβητικούς ασθενείς.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.

sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-NOXAFIL
expand_more

Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας

Η ασφάλεια του πόσιμου εναιωρήματος ποσακοναζόλης έχει αξιολογηθεί σε > 2.400 ασθενείς και υγιείς εθελοντές εγγεγραμμένους σε κλινικές δοκιμές και από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία. Οι πιο συχνά αναφερόμενες σοβαρές σχετιζόμενες ανεπιθύμητες αντιδράσεις περιελάμβαναν ναυτία, έμετο, διάρροια, πυρεξία και αυξημένη χολερυθρίνη. Η ασφάλεια του δισκίου ποσακοναζόλης έχει αξιολογηθεί σε 336 ασθενείς και υγιείς εθελοντές ενταγμένους σε κλινικές δοκιμές. Το προφίλ ασφάλειας των δισκίων ήταν παρόμοιο με εκείνο του πόσιμου εναιωρήματος.

Ανεπιθύμητες αντιδράσεις σε μορφή πίνακα

Εντός των κατηγοριών οργανικών συστημάτων, οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις εμφανίζονται κάτω από τίτλους συχνότητας χρησιμοποιώντας τις ακόλουθες κατηγορίες: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Πίνακας 2. Ανεπιθύμητες αντιδράσεις ανά οργανικό σύστημα και συχνότητα που έχουν αναφερθεί σε κλινικές δοκιμές και/ή κατά τη χρήση μετά την κυκλοφορία*

  • Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος

    • Συχνές: ουδετεροπενία
    • Όχι συχνές: θρομβοπενία, λευκοπενία, αναιμία, ηωσινοφιλία, λεμφαδενοπάθεια, έμφρακτο του σπληνός
    • Σπάνιες: ουραιμικό αιμολυτικό σύνδρομο, θρομβωτική θρομβοπενική πορφύρα, πανκυτταροπενία, διαταραχή πηκτικότητας, αιμορραγία
  • Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος

    • Όχι συχνές: αλλεργική αντίδραση
    • Σπάνιες: αντίδραση υπερευαισθησίας
  • Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος

    • Σπάνιες: επινεφριδιακή ανεπάρκεια, γοναδοτροπίνη αίματος μειωμένη
    • Μη γνωστές: ψευδοαλδοστερονισμός
  • Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης

    • Συχνές: ηλεκτρολυτικές διαταραχές, ανορεξία, μειωμένη όρεξη, υποκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία
    • Όχι συχνές: υπεργλυκαιμία, υπογλυκαιμία
  • Ψυχιατρικές διαταραχές

    • Όχι συχνές: ανώμαλα όνειρα, συγχυτική κατάσταση, διαταραχή ύπνου
    • Σπάνιες: ψυχωσική διαταραχή, κατάθλιψη
  • Διαταραχές του νευρικού συστήματος

    • Συχνές: παραισθησία, ζάλη, υπνηλία, κεφαλαλγία, δυσγευσία
    • Όχι συχνές: σπασμοί, νευροπάθεια, υπαισθησία, τρόμος, αφασία, αϋπνία
    • Σπάνιες: αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, εγκεφαλοπάθεια, περιφερική νευροπάθεια, συγκοπή
  • Οφθαλμικές διαταραχές

    • Όχι συχνές: θαμπή όραση, φωτοφοβία, οπτική οξύτητα μειωμένη
    • Σπάνιες: διπλωπία, σκότωμα
  • Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου

    • Σπάνιες: έκπτωση της ακουστικής οξύτητας
  • Καρδιακές διαταραχές

    • Όχι συχνές: σύνδρομο παρατεταμένου QT (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), ηλεκτροκαρδιογράφημα μη φυσιολογικό (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), αίσθημα παλμών, βραδυκαρδία, υπερκοιλιακές έκτακτες συστολές, ταχυκαρδία
    • Σπάνιες: κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (torsade de pointes), αιφνίδιος θάνατος, κοιλιακή ταχυκαρδία, καρδιοαναπνευστική ανακοπή, καρδιακή ανεπάρκεια, έμφραγμα του μυοκαρδίου
  • Αγγειακές διαταραχές

    • Συχνές: υπέρταση
    • Όχι συχνές: υπόταση, αγγειίτιδα
    • Σπάνιες: πνευμονική εμβολή, εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση
  • Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου

    • Όχι συχνές: βήχας, επίσταξη, λόξυγκας, ρινική συμφόρηση, πλευριτικός πόνος, ταχύπνοια
    • Σπάνιες: πνευμονική υπέρταση, διάμεση πνευμονία, πνευμονίτιδα
  • Διαταραχές του γαστρεντερικού

    • Πολύ συχνή: ναυτία
    • Συχνές: έμετος, κοιλιακό άλγος, διάρροια, δυσπεψία, ξηροστομία, μετεωρισμός, δυσκοιλιότητα, ορθοπρωκτική δυσφορία
    • Όχι συχνές: παγκρεατίτιδα, διάταση της κοιλίας, εντερίτιδα, επιγαστρική δυσφορία, ερυγή, γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, οίδημα στόματος
    • Σπάνιες: αιμορραγία του γαστρεντερικού σωλήνα, ειλεός
  • Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων

    • Συχνές: δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας αυξημένες (ALT αυξημένη, AST αυξημένη, χολερυθρίνη αυξημένη, αλκαλική φωσφατάση αυξημένη, GGT αυξημένη)
    • Όχι συχνές: ηπατοκυτταρική βλάβη, ηπατίτιδα, ίκτερος, ηπατομεγαλία, χολόσταση, ηπατική τοξικότητα, ηπατική λειτουργία μη φυσιολογική
    • Σπάνιες: ηπατική ανεπάρκεια, χολοστατική ηπατίτιδα, ηπατοσπληνομεγαλία, ηπατική ευαισθησία, αστηριξία
  • Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού

    • Συχνές: εξάνθημα, κνησμός
    • Όχι συχνές: εξέλκωση του στόματος, αλωπεκία, δερματίτιδα, ερύθημα, πετέχειες
    • Σπάνιες: σύνδρομο Stevens Johnson, φλυκταινώδες εξάνθημα
  • Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού

    • Όχι συχνές: οσφυαλγία, αυχεναλγία, μυοσκελετικός πόνος, άλγος στα άκρα
  • Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών

    • Όχι συχνές: οξεία νεφρική ανεπάρκεια, νεφρική ανεπάρκεια, κρεατινίνη αίματος αυξημένη
    • Σπάνιες: νεφρική σωληναριακή οξέωση, διάμεση νεφρίτιδα
  • Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού

    • Όχι συχνές: διαταραχές εμμήνου ρύσης
    • Σπάνιες: μαστοδυνία
  • Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης

    • Συχνές: πυρεξία (πυρετός), εξασθένιση, κόπωση
    • Όχι συχνές: οίδημα, άλγος, ρίγη, αίσθημα κακουχίας, θωρακική δυσφορία, δυσανεξία φαρμάκου, αίσθηση εκνευρισμού, φλεγμονή βλεννογόνου
    • Σπάνιες: οίδημα γλώσσας, οίδημα προσώπου
  • Παρακλινικές εξετάσεις

    • Όχι συχνές: μεταβληθέντα επίπεδα φαρμάκου, φωσφόρος αίματος μειωμένος, ακτινογραφία θώρακα μη φυσιολογική
  • Με βάση ανεπιθύμητες ενέργειες παρατηρούμενες με το πόσιμο εναιώρημα, τα γαστροανθεκτικά δισκία και το πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση.

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων αντιδράσεων

  • Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Κατά τη διάρκεια παρακολούθησης μετά την κυκλοφορία του πόσιμου εναιωρήματος ποσακοναζόλης αναφέρθηκε σοβαρή ηπατική βλάβη με θανατηφόρο αποτέλεσμα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-NOXAFIL
expand_more

Κύηση

Υπάρχουν ανεπαρκείς πληροφορίες σχετικά με τη χρήση της ποσακοναζόλης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος. Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Η ποσακοναζόλη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός κι αν το όφελος για τη μητέρα υπερτερεί του ενδεχόμενου κινδύνου για το έμβρυο.

Θηλασμός

Η ποσακοναζόλη απεκκρίνεται στο γάλα των θηλαζόντων επίμυων (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Η απέκκριση της ποσακοναζόλης στο ανθρώπινο μητρικό γάλα δεν έχει ερευνηθεί. Ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται με την έναρξη της θεραπείας με ποσακοναζόλη.

Γονιμότητα

Η ποσακοναζόλη δεν είχε καμία επίδραση στη γονιμότητα των αρσενικών επίμυων σε δόσεις μέχρι 180 mg/kg (1,7 φορές το σχήμα 400-mg δύο φορές ημερησίως με βάση τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα σε υγιείς εθελοντές στη βασική κατάσταση) ή των θηλυκών επίμυων σε μία δόση μέχρι 45 mg/kg (2,2 φορές το σχήμα 400-mg δύο φορές ημερησίως). Δεν υπάρχει κλινική εμπειρία που να αξιολογεί την επίδραση της ποσακοναζόλης στη γονιμότητα σε ανθρώπους.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-NOXAFIL
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιμυκητιασικά για συστηματική χρήση, παράγωγα τριαζόλης, κωδικός ATC: J02AC04.

Μηχανισμός δράσης

Η ποσακοναζόλη αναστέλλει το ένζυμο λανοστερόλη 14α-διμεθυλάση (CYP51), το οποίο καταλύει ένα σημαντικό βήμα στη βιοσύνθεση εργοστερόλης.

Μικροβιολογία

Η ποσακοναζόλη έχει δείξει in vitro να είναι ενεργή έναντι των ακόλουθων μικροοργανισμών: είδη Aspergillus (Aspergillus fumigatus, A. flavus, A. terreus, A. nidulans, A. niger, A. ustus), είδη Candida (Candida albicans, C. glabrata, C. krusei, C. parapsilosis, C. tropicalis, C. dubliniensis, C. famata, C. inconspicua, C. lipolytica, C. norvegensis, C. pseudotropicalis), Coccidioides immitis, Fonsecaea pedrosoi, και είδη του Fusarium, του Rhizomucor, του Mucor, και του Rhizopus. Τα μικροβιολογικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι η ποσακοναζόλη είναι ενεργή έναντι των Rhizomucor, Mucor, και Rhizopus, ωστόσο τα κλινικά δεδομένα είναι τώρα πολύ περιορισμένα για να εκτιμηθεί η αποτελεσματικότητα της ποσακοναζόλης έναντι αυτών των αιτιολογικών παραγόντων.

Αντοχή

Έχουν ταυτοποιηθεί κλινικά απομονωθέντα στελέχη με μειωμένη ευπάθεια στην ποσακοναζόλη. Ο κύριος μηχανισμός αντοχής είναι η απόκτηση υποκατάστατων της πρωτεΐνης-στόχου, CYP51.

Επιδημιολογικές Τιμές Αποκοπής (τιμές ECOFF) για τα είδη Aspergillus

Οι τιμές ECOFF για την ποσακοναζόλη, με βάση τις οποίες διακρίνεται ο πληθυσμός άγριου τύπου από απομονωθέντα στελέχη με επίκτητη αντοχή, έχουν καθοριστεί με τη μεθοδολογία EUCAST.

  • Τιμές ECOFF κατά EUCAST:
    • Aspergillus flavus: 0,5 mg/L
    • Aspergillus fumigatus: 0,25 mg/L
    • Aspergillus nidulans: 0,5 mg/L
    • Aspergillus niger: 0,5 mg/L
    • Aspergillus terreus: 0,25 mg/L Δεν υπάρχουν επί του παρόντος επαρκή δεδομένα ώστε να καθοριστούν τα κλινικά όρια ευαισθησίας για τα είδη Aspergillus. Οι τιμές ECOFF δεν είναι ισοδύναμες με τα κλινικά όρια ευαισθησίας.

Όρια ευαισθησίας

Όρια ευαισθησίας της MIC (ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης) κατά EUCAST για την ποσακοναζόλη [ευαίσθητο στέλεχος (S), ανθεκτικό στέλεχος (R)]:

  • Candida albicans: S ≤0,06 mg/L, R >0,06 mg/L
  • Candida tropicalis: S ≤0,06 mg/L, R >0,06 mg/L
  • Candida parapsilosis: S ≤0,06 mg/L, R >0,06 mg/L Δεν υπάρχουν επί του παρόντος επαρκή δεδομένα ώστε να καθοριστούν τα κλινικά όρια ευαισθησίας για άλλα είδη Candida.

Συνδυασμός με άλλους αντιμυκητιασικούς παράγοντες

Η χρήση συνδυασμού αντιμυκητιασικών θεραπειών δεν θα πρέπει να μειώνει την αποτελεσματικότητα ούτε της ποσακοναζόλης ούτε των άλλων θεραπειών, ωστόσο δεν υπάρχει προς το παρόν καμία κλινική απόδειξη ότι η συνδυασμένη θεραπεία θα εξασφαλίσει πρόσθετο όφελος.

Φαρμακοκινητικές / Φαρμακοδυναμικές σχέσεις

Παρατηρήθηκε μία συσχέτιση μεταξύ της ολικής έκθεσης στο φαρμακευτικό προϊόν διαιρεμένης δια της MIC (AUC/MIC) και του κλινικού αποτελέσματος. Ο κρίσιμος λόγος για τα άτομα με λοιμώξεις από Aspergillus ήταν ~ 200. Είναι ιδιαιτέρως σημαντικό να προσπαθούμε να εξασφαλίσουμε ότι έχουν επιτευχθεί τα μέγιστα επίπεδα πλάσματος σε ασθενείς επιμολυνθέντες με Aspergillus (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές για τα συνιστώμενα δοσολογικά σχήματα και τις επιδράσεις της τροφής στην απορρόφηση).

Κλινική εμπειρία

  • Περίληψη των μελετών πόσιμου εναιωρήματος ποσακοναζόλης

    • Διηθητική ασπεργίλλωση Το πόσιμο εναιώρημα ποσακοναζόλης 800 mg/ημέρα σε διαιρεμένες δόσεις εκτιμήθηκε για τη θεραπεία της διηθητικής ασπεργίλλωσης σε ασθενείς με νόσο ανθεκτική στη θεραπεία με αμφοτερικίνη Β (περιλαμβανομένων των λιποσωμιακών μορφών) ή με ιτρακοναζόλη ή σε ασθενείς οι οποίοι ήταν δυσανεκτικοί σε αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα σε μία μη συγκριτική δοκιμή θεραπείας διάσωσης (Μελέτη 0041). Τα κλινικά αποτελέσματα συγκρίθηκαν με αυτά μίας εξωτερικής ομάδας ελέγχου που προήλθαν από αναδρομική ανασκόπηση των ιατρικών φακέλων. Η εξωτερική ομάδα ελέγχου περιελάμβανε 86 ασθενείς που είχαν λάβει διαθέσιμη θεραπεία (όπως παραπάνω) κυρίως το ίδιο χρονικό διάστημα και στα ίδια κέντρα όπως οι ασθενείς που είχαν λάβει θεραπεία με ποσακοναζόλη. Οι περισσότερες από τις περιπτώσεις ασπεργίλλωσης θεωρήθηκαν ότι είναι ανθεκτικές σε προγενέστερη θεραπεία τόσο στην ομάδα ποσακοναζόλης (88%) όσο και στην εξωτερική ομάδα ελέγχου (79%).

      Όπως φαίνεται στον Πίνακα 3, μία επιτυχημένη ανταπόκριση (ολική ή μερική υποχώρηση) στο τέλος της θεραπείας φάνηκε στο 42% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ποσακοναζόλη συγκριτικά με το 26% της εξωτερικής ομάδας. Ωστόσο, η μελέτη αυτή δεν ήταν προοπτική, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη και έτσι όλες οι συγκρίσεις με την εξωτερική ομάδα ελέγχου θα πρέπει να εκτιμούνται με προσοχή.

      Πίνακας 3. Ολική αποτελεσματικότητα του πόσιμου εναιωρήματος ποσακοναζόλης στο τέλος της θεραπείας για διηθητική ασπεργίλλωση συγκριτικά με μία εξωτερική ομάδα ελέγχου

      Πόσιμο εναιώρημα ποσακοναζόλης Εξωτερική ομάδα ελέγχου
      Ολική Ανταπόκριση 45/107 (42%) 22/86 (26%)
      Επιτυχία ανά Είδος
      Όλα τα μυκητολογικά επιβεβαιωμένα είδη Aspergillus1 34/76 (45%) 19/74 (26%)
      A. fumigatus 12/29 (41%) 12/34 (35%)
      A. flavus 10/19 (53%) 3/16 (19%)
      A. terreus 4/14 (29%) 2/13 (15%)
      A. niger 3/5 (60%) 2/7 (29%)
      1 Περιλαμβάνει άλλα λιγότερο συχνά είδη ή άγνωστα είδη
    • Είδη Fusarium 11 από τους 24 ασθενείς οι οποίοι είχαν αποδεδειγμένη ή πιθανή φουζαρίωση έλαβαν επιτυχώς θεραπεία με πόσιμο εναιώρημα ποσακοναζόλης 800 mg/ημέρα σε διαιρεμένες δόσεις για ένα μέσο διάστημα 124 ημερών και έως 212 ημέρες. Μεταξύ δεκαοκτώ ασθενών οι οποίοι ήταν δυσανεκτικοί ή είχαν λοιμώξεις ανθεκτικές στην αμφοτερικίνη Β ή την ιτρακοναζόλη, επτά ασθενείς κατηγοριοποιήθηκαν ως ανταποκριθέντες.

    • Χρωμοβλαστομυκητίαση/Μυκήτωμα 9 από τους 11 ασθενείς έλαβαν επιτυχώς θεραπεία με πόσιμο εναιώρημα ποσακοναζόλης 800 mg/ημέρα σε διαιρεμένες δόσεις για ένα μέσο διάστημα 268 ημερών και έως 377 ημέρες. Πέντε από αυτούς τους ασθενείς είχαν χρωμοβλαστομυκητίαση οφειλόμενη σε Fonsecaea pedrosoi και 4 είχαν μυκήτωμα, οφειλόμενο κυρίως σε είδη του Madurella.

    • Κοκκιδιοειδομυκητίαση 11 από τους 16 ασθενείς θεραπεύθηκαν επιτυχώς (στο τέλος της θεραπείας ολική ή μερική υποχώρηση των σημείων και συμπτωμάτων παρόντων αρχικά) με πόσιμο εναιώρημα ποσακοναζόλης 800 mg/ημέρα σε διαιρεμένες δόσεις για ένα διάμεσο διάστημα 296 ημερών και έως 460 ημέρες.

    • Θεραπευτική αντιμετώπιση της αζολο-ευαίσθητης Καντιντίασης του Στοματοφάρυγγα (OPC) Μία τυχαιοποιημένη, τυφλή ως προς τον αξιολογητή, ελεγχόμενη μελέτη ολοκληρώθηκε σε ασθενείς με λοίμωξη HIV με αζολο-ευαίσθητη καντιντίαση του στοματοφάρυγγα (οι περισσότεροι ασθενείς που μελετήθηκαν είχαν απομονωμένο C. albicans στην προ της θεραπείας κατάσταση). Η κύρια μεταβλητή αποτελεσματικότητας ήταν το ποσοστό κλινικής επιτυχίας (οριζόμενο ως θεραπεία ή βελτίωση) μετά από 14 ημέρες θεραπείας. Οι ασθενείς έλαβαν θεραπεία με πόσιμο εναιώρημα ποσακοναζόλης ή φλουκοναζόλης (και η ποσακοναζόλη και η φλουκοναζόλη χορηγήθηκαν ως ακολούθως: 100 mg δύο φορές την ημέρα για 1 ημέρα ακολουθούμενα από 100 mg μία φορά την ημέρα για 13 ημέρες). Τα κλινικά ποσοστά ανταπόκρισης της παραπάνω μελέτης φαίνονται παρακάτω στον Πίνακα 4. Η ποσακοναζόλη φάνηκε να μην είναι κατώτερη της φλουκοναζόλης για τα ποσοστά κλινικής επιτυχίας την Ημέρα 14 καθώς και 4 εβδομάδες μετά το τέλος της θεραπείας.

      Πίνακας 4. Ποσοστά κλινικής επιτυχίας στην Καντιντίαση του Στοματοφάρυγγα

      Τελικό σημείο Ποσακοναζόλη Φλουκοναζόλη
      Ποσοστό κλινικής επιτυχίας την Ημέρα 14 91,7% (155/169) 92,5% (148/160)
      Ποσοστό κλινικής επιτυχίας 4 εβδομάδες μετά το τέλος της θεραπείας 68,5% (98/143) 61,8% (84/136)

      Το ποσοστό κλινικής επιτυχίας ορίστηκε ως ο αριθμός των περιπτώσεων που αξιολογήθηκαν ως έχουσες κλινική ανταπόκριση (θεραπεία ή βελτίωση) διαιρεμένος δια του συνολικού αριθμού των περιπτώσεων των κατάλληλων προς ανάλυση.

    • Προφύλαξη εκ Διηθητικών Μυκητιασικών Λοιμώξεων (ΔΜΛ) (Μελέτες 316 και 1899) Διεξήχθησαν δύο τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες μελέτες προφύλαξης μεταξύ ασθενών σε υψηλό κίνδυνο ανάπτυξης διηθητικών μυκητιασικών λοιμώξεων. Η Μελέτη 316 ήταν μία τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή δοκιμή πόσιμου εναιωρήματος ποσακοναζόλης (200 mg τρεις φορές την ημέρα) έναντι καψακίων φλουκοναζόλης (400 mg μία φορά ημερησίως) σε δέκτες αλλογενών μοσχευμάτων αρχεγόνων αιμοποιητικών κυττάρων με αντίδραση μοσχεύματος έναντι ξενιστή (ΑΜεΞ). Tο κύριο τελικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν η επίπτωση των αποδεδειγμένων/πιθανών ΔΜΛ σε 16 εβδομάδες μετά την τυχαιοποίηση όπως καθορίστηκε από μία ανεξάρτητη, τυφλή εξωτερική επιτροπή εμπειρογνωμόνων. Ένα βασικό δευτερεύον τελικό σημείο ήταν η επίπτωση των αποδεδειγμένων/πιθανών ΔΜΛ κατά τη διάρκεια της περιόδου θεραπείας (πρώτη έως τελευταία δόση του μελετηθέντος φαρμακευτικού προϊόντος + 7 ημέρες). Η πλειονότητα (377/600, [63%]) των ασθενών που συμπεριλήφθηκαν είχαν Οξεία Βαθμού 2 ή 3 ή χρόνια εκτεταμένη (195/600, [32,5%]) ΑΜεΞ στην αρχή της μελέτης. Η μέση διάρκεια της θεραπείας ήταν 80 ημέρες για την ποσακοναζόλη και 77 ημέρες για τη φλουκοναζόλη. Η Μελέτη 1899 ήταν μία τυχαιοποιημένη, τυφλή ως προς τον αξιολογητή μελέτη πόσιμου εναιωρήματος ποσακοναζόλης (200 mg τρεις φορές την ημέρα) έναντι εναιωρήματος φλουκοναζόλης (400 mg μία φορά ημερησίως) ή πόσιμου διαλύματος ιτρακοναζόλης (200 mg δύο φορές την ημέρα) σε ουδετεροπενικούς ασθενείς οι οποίοι λάμβαναν κυτταροτοξική χημειοθεραπεία για οξεία μυελογενή λευχαιμία ή μυελοδυσπλαστικά σύνδρομα. Tο κύριο τελικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν η συχνότητα των αποδεδειγμένων/πιθανών ΔΜΛ όπως καθορίστηκε από μία ανεξάρτητη, τυφλή εξωτερική επιτροπή εμπειρογνωμόνων κατά τη διάρκεια της περιόδου θεραπείας. Ένα βασικό δευτερεύον τελικό σημείο ήταν η συχνότητα των αποδεδειγμένων/πιθανών ΔΜΛ στις 100 ημέρες μετά την τυχαιοποίηση. Νέα διάγνωση οξείας μυελογενούς λευχαιμίας ήταν η πιο συχνή υποκείμενη κατάσταση (435/602, [72%]). Η μέση διάρκεια της θεραπείας ήταν 29 ημέρες για την ποσακοναζόλη και 25 ημέρες για τη φλουκοναζόλη/ιτρακοναζόλη. Και στις δύο μελέτες προφύλαξης, η ασπεργίλλωση ήταν η πιο συχνή νεοεμφανιζόμενη λοίμωξη. Βλ. Πίνακα 5 και 6 για τα αποτελέσματα από τις δύο μελέτες. Υπήρχαν λιγότερες νεοεμφανιζόμενες λοιμώξεις από Aspergillus σε ασθενείς που ελάμβαναν προφύλαξη με ποσακοναζόλη όταν έγινε σύγκριση με ασθενείς ελέγχου.

      Πίνακας 5. Αποτελέσματα από τις κλινικές μελέτες στην προφύλαξη από Διηθητικές Μυκητιασικές Λοιμώξεις

      Μελέτη Πόσιμο εναιώρημα ποσακοναζόλης Έλεγχοςα Τιμή-P
      Αναλογία (%) των ασθενών με αποδεδειγμένες/πιθανές ΔΜΛ
      1899δ Περίοδος θεραπείαςβ 7/304 (2) 25/298 (8) 0,0009
      316ε Περίοδος θεραπείαςβ 7/291 (2) 22/288 (8) 0,0038
      1899δ Περίοδος σταθερού χρόνουγ 14/304 (5) 33/298 (11) 0,0031
      316ε Περίοδος σταθερού χρόνουγ 16/301 (5) 27/299 (9) 0,0740

      FLU = φλουκοναζόλη, ITZ = ιτρακοναζόλη, POS = ποσακοναζόλη. α: FLU/ITZ (1899), FLU (316). β: Στη 1899 αυτή ήταν η περίοδος από την τυχαιοποίηση μέχρι την τελευταία δόση του μελετηθέντος φαρμακευτικού προϊόντος συν 7 ημέρες, στην 316 ήταν η περίοδος από την πρώτη δόση στην τελευταία δόση του μελετηθέντος φαρμακευτικού προϊόντος συν 7 ημέρες. γ: Στη 1899, αυτή ήταν η περίοδος από την τυχαιοποίηση μέχρι 100 ημέρες μετά την τυχαιοποίηση, στην 316 ήταν η περίοδος από την ημέρα της αρχικής κατάστασης μέχρι 111 ημέρες μετά την αρχική κατάσταση. δ: Όλοι τυχαιοποιημένοι ε: Όλοι έλαβαν θεραπεία

      Πίνακας 6. Αποτελέσματα από τις κλινικές μελέτες στην Προφύλαξη από Διηθητικές Μυκητιασικές Λοιμώξεις

      Μελέτη Πόσιμο εναιώρημα ποσακοναζόλης Έλεγχοςα
      Αναλογία (%) των ασθενών με αποδεδειγμένη/πιθανή Ασπεργίλλωση
      1899δ Περίοδος θεραπείαςβ 2/304 (1) 20/298 (7)
      316ε Περίοδος θεραπείαςβ 3/291 (1) 17/288 (6)
      1899δ Περίοδος σταθερού χρόνουγ 4/304 (1) 26/298 (9)
      316ε Περίοδος σταθερού χρόνουγ 7/301 (2) 21/299 (7)

      FLU = φλουκοναζόλη, ITZ = ιτρακοναζόλη, POS = ποσακοναζόλη. α: FLU/ITZ (1899), FLU (316). β: Στη 1899 αυτή ήταν η περίοδος από την τυχαιοποίηση μέχρι την τελευταία δόση του μελετηθέντος φαρμακευτικού προϊόντος συν 7 ημέρες, στην 316 ήταν η περίοδος από την πρώτη δόση στην τελευταία δόση του μελετηθέντος φαρμακευτικού προϊόντος συν 7 ημέρες. γ: Στη 1899, αυτή ήταν η περίοδος από την τυχαιοποίηση μέχρι 100 ημέρες μετά την τυχαιοποίηση, στην 316 ήταν η περίοδος από την ημέρα της αρχικής κατάστασης μέχρι 111 ημέρες μετά την αρχική κατάσταση. δ: Όλοι τυχαιοποιημένοι ε: Όλοι έλαβαν θεραπεία

      Στη Μελέτη 1899, παρατηρήθηκε μία σημαντική μείωση στη θνησιμότητα κάθε αιτίου σε εύνοια της ποσακοναζόλης [POS 49/304 (16%) έναντι FLU/ITZ 67/298 (22%) p= 0,048]. Με βάση εκτιμήσεις κατά Kaplan-Meier, η πιθανότητα επιβίωσης μέχρι την ημέρα 100 μετά την τυχαιοποίηση, ήταν σημαντικά υψηλότερη για τους δέκτες ποσακοναζόλης. Αυτό το όφελος επιβίωσης φάνηκε όταν η ανάλυση έλαβε υπόψη όλες τις αιτίες θανάτου (P= 0,0354) καθώς και τους θανάτους τους σχετιζόμενους με ΔΜΛ (P = 0,0209). Στη Μελέτη 316, η συνολική θνησιμότητα ήταν παρόμοια (POS, 25%, FLU, 28%), ωστόσο η αναλογία θανάτων σχετιζόμενων με ΔΜΛ ήταν σημαντικά χαμηλότερη στην ομάδα POS (4/301) συγκριτικά με την ομάδα FLU (12/299, P= 0,0413).

  • Παιδιατρικός πληθυσμός Δεκαέξι ασθενείς ηλικίας 8-17 ετών έλαβαν θεραπεία με πόσιμο εναιώρημα ποσακοναζόλης 800 mg/ημέρα σε μία μελέτη για διηθητικές μυκητιασικές λοιμώξεις (Μελέτη 0041). Με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα σε 16 από αυτούς τους παιδιατρικούς ασθενείς, το προφίλ ασφάλειας φαίνεται να είναι παρόμοιο σε ασθενείς ηλικίας  18 ετών. Επιπλέον, δώδεκα ασθενείς ηλικίας 13-17 ετών έλαβαν πόσιμο εναιώρημα ποσακοναζόλης 600 mg/ημέρα για προφύλαξη από διηθητικές μυκητιασικές λοιμώξεις (Μελέτες 316 και 1899). Το προφίλ ασφάλειας σε αυτούς τους ασθενείς ηλικίας < 18 ετών φαίνεται παρόμοιο με το προφίλ ασφάλειας που παρατηρήθηκε σε ενήλικες. Με βάση φαρμακοκινητικά δεδομένα σε 10 από αυτούς τους παιδιατρικούς ασθενείς, το φαρμακοκινητικό προφίλ φαίνεται να είναι παρόμοιο σε ασθενείς ηλικίας  18 ετών. Σε μία μελέτη (Μελέτη 03579) εκ των 136 ουδετεροπενικών παιδιατρικών ασθενών 11 μηνών-17 ετών που έλαβαν θεραπεία με πόσιμο εναιώρημα ποσακοναζόλης σε δόσεις έως 18 mg/kg/ημέρα διαιρεμένο σε τρεις ημερήσιες δόσεις (TID), περίπου 50% πέτυχε τον προκαθορισμένο στόχο (Ημέρα 7 Cav μεταξύ 500 ng/ml-2.500 ng/ml) (βλ. Φαρμακοκινητικές). Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε παιδιατρικούς ασθενείς κάτω από την ηλικία των 18 ετών δεν έχει τεκμηριωθεί.

  • Αξιολόγηση με ηλεκτροκαρδιογράφημα Πολλαπλά, συμβατά σε χρόνο ΗΚΓ που συλλέχθηκαν σε μία περίοδο 12 ωρών ελήφθησαν πριν και κατά τη διάρκεια χορήγησης πόσιμου εναιωρήματος ποσακοναζόλης (400 mg δύο φορές την ημέρα με γεύματα υψηλά σε λιπαρά) από 173 υγιείς άρρενες και θήλεις εθελοντές ηλικίας 18 έως 85 ετών. Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σχετικές αλλαγές από το σημείο αναφοράς στο μέσο διάστημα QTc (Fridericia).

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-NOXAFIL
expand_more

Απορρόφηση

Η ποσακοναζόλη απορροφάται με ένα διάμεσο tmax 3 ωρών (σιτισμένοι ασθενείς). Η φαρμακοκινητική της ποσακοναζόλης είναι γραμμική κατόπιν εφάπαξ και πολλαπλής χορήγησης δόσης έως 800 mg όταν λαμβάνεται με γεύμα υψηλό σε λιπαρά. Δεν παρατηρήθηκαν περαιτέρω αυξήσεις στην έκθεση όταν χορηγήθηκαν δόσεις άνω των 800 mg την ημέρα σε ασθενείς και σε υγιείς εθελοντές. Στην κατάσταση νηστείας, η AUC αυξήθηκε λιγότερο απ’ ότι αναλογεί σε δόση άνω των 200 mg. Σε υγιείς νηστεύοντες εθελοντές, διαίρεση της ολικής ημερήσιας δόσης (800 mg) σε 200 mg τέσσερις φορές την ημέρα συγκρινόμενη με 400 mg δύο φορές την ημέρα, έδειξε να αυξάνει την έκθεση σε ποσακοναζόλη κατά 2,6 φορές.

Επίδραση της τροφής στην από του στόματος απορρόφηση σε υγιείς εθελοντές

Η απορρόφηση της ποσακοναζόλης αυξήθηκε σημαντικά όταν 400 mg ποσακοναζόλης (εφάπαξ ημερησίως) χορηγήθηκαν κατά τη διάρκεια και αμέσως μετά την κατανάλωση ενός γεύματος υψηλού σε λιπαρά (~ 50 γραμμάρια λίπους) συγκριτικά με τη χορήγηση πριν από το γεύμα, με τις Cmax και AUC να αυξάνονται κατά περίπου 330% και 360%, αντιστοίχως. Η AUC της ποσακοναζόλης είναι: 4 φορές μεγαλύτερη όταν χορηγείται με ένα γεύμα υψηλό σε λιπαρά (~ 50 γραμμάρια λίπους) και περίπου 2,6 φορές μεγαλύτερη όταν χορηγείται κατά τη διάρκεια ενός γεύματος ή συμπληρώματος διατροφής χωρίς λιπαρά (14 γραμμάρια λίπους) συγκριτικά με την κατάσταση νηστείας (βλ. Δοσολογία και Αλληλεπιδράσεις).

Κατανομή

Η ποσακοναζόλη απορροφάται αργά και αποβάλλεται αργά με ένα μεγάλο εμφανή όγκο κατανομής (1.774 λίτρα) και δεσμεύεται ισχυρά από πρωτεΐνες (> 98%), κυρίως με την αλβουμίνη ορού.

Βιομετατροπή

Η ποσακοναζόλη δεν έχει κάποιους κύριους κυκλοφορούντες μεταβολίτες και οι συγκεντρώσεις της είναι απίθανο να μεταβληθούν από αναστολείς των ενζύμων του CYP450. Από τους κυκλοφορούντες μεταβολίτες, η πλειοψηφία είναι συζευγμένα γλυκουρονίδια της ποσακοναζόλης με μικρές μόνο παρατηρούμενες ποσότητες οξειδωτικών μεταβολιτών (επαγόμενοι από το CYP450). Οι αποβληθέντες μεταβολίτες στα ούρα και τα κόπρανα αντιστοιχούν περίπου στο 17% της χορηγούμενης ραδιοεπισημασμένης δόσης.

Αποβολή

Η ποσακοναζόλη αποβάλλεται αργά με ένα μέσο χρόνο ημίσειας ζωής (t½) 35 ωρών (εύρος 20 έως 66 ώρες). Μετά τη χορήγηση 14C-ποσακοναζόλης, η ραδιενέργεια ανακτήθηκε κυρίως από τα κόπρανα (77% της ραδιοεπισημασμένης δόσης) με το βασικό συστατικό να είναι μητρικό συστατικό (66% της ραδιοεπισημασμένης δόσης). Η κάθαρση νεφρών είναι μία δευτερεύουσα οδός αποβολής, με 14% της ραδιοεπισημασμένης δόσης να αποβάλλεται στα ούρα (< 0,2% της ραδιοεπισημασμένης δόσης είναι μητρικό συστατικό). Σταθερή κατάσταση επιτυγχάνεται μετά από 7 έως 10 ημέρες χορήγησης πολλαπλής δόσης.

Φαρμακοκινητική σε ειδικούς πληθυσμούς

  • Παιδιά (< 18 ετών) Έπειτα από χορήγηση 800 mg ανά ημέρα της ποσακοναζόλης ως διαιρεμένη δόση για τη θεραπεία διηθητικών μυκητιασικών λοιμώξεων, η μέση ελάχιστη τιμή των συγκεντρώσεων στο πλάσμα από 12 ασθενείς ηλικίας 8 - 17 ετών (776 ng/mL) ήταν παρόμοια με τις συγκεντρώσεις από 194 ασθενείς ηλικίας 18 - 64 ετών (817 ng/mL). Παρομοίως, στις μελέτες προφύλαξης, η μέση συγκέντρωση ποσακοναζόλης (Cav) στη μέση σταθεροποιημένη κατάσταση ήταν συγκρίσιμη μεταξύ δέκα εφήβων (ηλικίας 13-17 ετών) με τη Cav που επετεύχθη σε ενήλικες (ηλικίας  18 ετών). Σε μία μελέτη 136 ουδετεροπενικών παιδιατρικών ασθενών 11 μηνών-17 ετών που έλαβαν θεραπεία με πόσιμο εναιώρημα ποσακοναζόλης σε δόσεις έως 18 mg/kg/ημέρα διαιρεμένο σε τρεις ημερήσιες δόσεις (TID), περίπου 50% πέτυχε τον προκαθορισμένο στόχο (Ημέρα 7 Cav μεταξύ 500 ng/ml-2.500 ng/ml). Γενικά, η έκθεση έτεινε να είναι υψηλότερη σε μεγαλύτερους σε ηλικία ασθενείς (7 έως <18 ετών) από ότι σε νεότερους (2 έως <7 ετών).
  • Φύλο Η φαρμακοκινητική της ποσακοναζόλης είναι συγκρίσιμη σε άνδρες και γυναίκες.
  • Ηλικιωμένοι (≥ 65 ετών) Μία αύξηση στη Cmax (26%) και στην AUC (29%) παρατηρήθηκε στα ηλικιωμένα άτομα (24 άτομα ηλικίας ≥ 65 ετών) συγκριτικά με τα νεότερα άτομα (24 άτομα ηλικίας 18 - 45 ετών). Ωστότε, στις δοκιμές κλινικής αποτελεσματικότητας, το προφίλ ασφάλειας της ποσακοναζόλης μεταξύ των νεαρών και ηλικιωμένων ασθενών ήταν παρόμοιο.
  • Φυλή Υπήρξε μία μικρή μείωση (16%) στην AUC και τη Cmax του πόσιμου εναιωρήματος ποσακοναζόλης στα Μαύρα άτομα συγκριτικά με τα Καυκάσια άτομα. Ωστόσο, το προφίλ ασφάλειας της ποσακοναζόλης ανάμεσα στα Μαύρα και τα Καυκάσια άτομα ήταν παρόμοιο.
  • Σωματικό βάρος Η φαρμακοκινητική μοντελοποίηση με μια μορφή από στόματος δισκίου υποδηλώνει ότι οι ασθενείς που ζυγίζουν περισσότερο από 120 kg μπορεί να έχουν χαμηλότερη έκθεση στην ποσακοναζόλη. Συνεπώς, προτείνεται οι ασθενείς που ζυγίζουν περισσότερο από 120 kg να παρακολουθούνται στενά για εμφάνιση μυκητιασικών λοιμώξεων. Οι ασθενείς με χαμηλό σωματικό βάρος (< 60 kg) είναι πιθανότερο να εμφανίσουν υψηλότερες συγκεντρώσεις ποσακοναζόλης στο πλάσμα και θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για ανεπιθύμητες ενέργειες.
  • Νεφρική δυσλειτουργία Μετά από χορήγηση εφάπαξ δόσης πόσιμου εναιωρήματος ποσακοναζόλης, δεν υπήρχε επίδραση ήπιας και μέτριας νεφρικής δυσλειτουργίας (n=18, Cl cr ≥ 20 mL/min/1,73 m2) στη φαρμακοκινητική της ποσακοναζόλης, συνεπώς, δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης. Σε άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (n=6, Cl cr < 20 mL/min/1,73 m2), η AUC της ποσακοναζόλης ήταν ισχυρά μεταβλητή [> 96% CV (συντελεστής μεταβλητότητας)] συγκριτικά με άλλες νεφρικές ομάδες [< 40% CV]. Ωστόσο, καθώς η ποσακοναζόλη δεν αποβάλλεται σημαντικά από τα νεφρά, δεν αναμένεται επίδραση της σοβαρής νεφρικής δυσλειτουργίας στη φαρμακοκινητική της ποσακοναζόλης και δεν συνιστάται προσαρμογή της δόσης. Η ποσακοναζόλη δεν απομακρύνεται με αιμοδιάλυση.
  • Ηπατική δυσλειτουργία Μετά από μία εφάπαξ από στόματος δόση 400 mg πόσιμου εναιωρήματος ποσακοναζόλης σε ασθενείς με ελαφρά (Child-Pugh Τάξη A), μέτρια (Child-Pugh Τάξη B), ή σοβαρή (Child-Pugh Τάξη C) ηπατική δυσλειτουργία (έξι ανά ομάδα), η μέση AUC ήταν 1,3 έως 1,6 φορές υψηλότερη συγκριτικά με αυτή για αντίστοιχα άτομα της ομάδας ελέγχου με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Δεν προσδιορίσθηκαν μη δεσμευμένες συγκεντρώσεις και δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι υπάρχει μία μεγαλύτερη αύξηση στην έκθεση στη μη δεσμευμένη ποσακοναζόλη από την παρατηρούμενη αύξηση κατά 60% στη συνολική AUC. Ο χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής (t½) παρατάθηκε από περίπου 27 ώρες σε ~43 ώρες στις αντίστοιχες ομάδες. Δεν συνιστάται προσαρμογή της δόσης για ασθενείς με ελαφρά προς σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, αλλά συνιστάται προσοχή λόγω του ενδεχομένου για υψηλότερη έκθεση στο πλάσμα.
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

35 ώρες (20-66 ώρες)
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

>98%
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά/Ήπαρ
DrugBank
science
Εργαλεία & Οδηγίες Όλα →

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
468595
Μοριακός τύπος
C37H42F2N8O4
Μοριακό βάρος
700.8
IUPAC
4-[4-[4-[4-[[(3R,5R)-5-(2,4-difluorophenyl)-5-(1,2,4-triazol-1-ylmethyl)oxolan-3-yl]methoxy]phenyl]piperazin-1-yl]phenyl]-2-[(2S,3S)-2-hydroxypentan-3-yl]-1,2,4-triazol-3-one
InChIKey
RAGOYPUPXAKGKH-XAKZXMRKSA-N
Κατάταξη MeSH

MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση

Ουσίες που καταστρέφουν τους μύκητες καταστέλλοντας την ικανότητά τους να αναπτύσσονται ή να αναπαράγονται. Διαφέρουν από τους ΒΙΟΚΤΟΝΟΥΣ, ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΟΥΣ επειδή προστατεύουν από μύκητες που υπάρχουν σε ανθρώπινους ή ζωικούς ιστούς.

Παράγοντες καταστρεπτικοί για τους πρωτόζωα οργανισμούς που ανήκουν στο υποείδος TRYPANOSOMATINA.

Ενώσεις που αναστέλλουν ειδικά την STEROL 14-DEMETHYLASE. Μια ποικιλία αντιμυκητιασικών παραγόντων της ομάδας των αζολών δρουν μέσω αυτού του μηχανισμού.