Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ J05AE07 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

FOSAMPRENAVIR

Φοσαμπρεναβίρη

**Ενδείξεις** Ενδείκνυται σε συνδυασμό με άλλους αντιρετροϊκούς παράγοντες για τη θεραπεία της λοίμωξης από τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV-1), καθώς και για την προφύλαξη μετά από έκθεση (postexposure prophylaxis) της λοίμωξης από HIV σε άτομα που είχαν …

Chemical structure of FOSAMPRENAVIR

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Επιμελημένο
clinical_notes
DrugBank

Ενδείξεις

expand_more
Ενδείξεις Ενδείκνυται σε συνδυασμό με άλλους αντιρετροϊκούς παράγοντες για τη θεραπεία της λοίμωξης από τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV-1), καθώς και για την προφύλαξη μετά από έκθεση (postexposure prophylaxis) της λοίμωξης από HIV σε άτομα…
medication
SPC-TELZIR

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
από του στόματος
Δόση έναρξης:
700 mg φοσαμπρεναβίρης δύο φορές την ημέρα με 100 mg ριτοναβίρης δύο φορές την ημέρα
  • Ενήλικοι
    Δόση700 mg φοσαμπρεναβίρης δύο φορές την ημέρα με 100 mg ριτοναβίρης δύο φορές την ημέρα
  • Παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας από 6 ετών
    Δόση700 mg φοσαμπρεναβίρης δύο φορές την ημέρα με 100 mg ριτοναβίρης δύο φορές την ημέρα
    Για παιδιά βάρους τουλάχιστον 39 kg που μπορούν να καταπιούν δισκία. Σε παιδιά βάρους μικρότερου των 39 kg συνιστάται το πόσιμο εναιώρημα.
  • Παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετών
    Δεν συνιστάται εξαιτίας ανεπαρκών δεδομένων σχετικά με τη φαρμακοκινητική, την ασφάλεια και την αντιική ανταπόκριση (βλ. Φαρμακοκινητικές).
  • Ηλικιωμένοι (άνω των 65 ετών)
    Δεν μπορούν να γίνουν δοσολογικές συστάσεις λόγω μη μελετημένης φαρμακοκινητικής (βλ. Φαρμακοκινητικές).
  • Νεφρική ανεπάρκεια
    Δεν θεωρείται απαραίτητη η ρύθμιση της δόσης (βλ. Φαρμακοκινητικές).
  • Ηπατική ανεπάρκεια (ήπια, Child-Pugh 5-6)
    Δόση700 mg φοσαμπρεναβίρης δύο φορές την ημέρα με 100 mg ριτοναβίρης μία φορά την ημέρα
  • Ηπατική ανεπάρκεια (μέτρια, Child-Pugh 7-9)
    Δόση450 mg φοσαμπρεναβίρης δύο φορές την ημέρα με 100 mg ριτοναβίρης μία φορά την ημέρα
    Δεν μπορεί να επιτευχθεί με δισκία, πρέπει να χορηγείται πόσιμο εναιώρημα.
  • Ηπατική ανεπάρκεια (σοβαρή, Child-Pugh 10-15)
    Δόση300 mg φοσαμπρεναβίρης δύο φορές την ημέρα με 100 mg ριτοναβίρης μία φορά την ημέρα
    Χρήση με προσοχή. Δεν μπορεί να επιτευχθεί με δισκία, πρέπει να χορηγείται πόσιμο εναιώρημα.
block
SPC-TELZIR

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη φοσαμπρεναβίρη, στην αμπρεναβίρη, στη ριτοναβίρη ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα
  • Ταυτόχρονη χορήγηση με φάρμακα περιορισμένου θεραπευτικού εύρους που είναι υποστρώματα του CYP3A4 (π.χ. αλφουζοσίνη, αμιωδαρόνη, αστεμιζόλη, βεπριδίλη, σισαπρίδη, διϋδροεργοταμίνη, εργοταμίνη, πιμοζίδη, κουετιαπίνη, κινιδίνη, τερφεναδίνη, από του στόματος μιδαζολάμη, από του στόματος τριαζολάμη, σιλδεναφίλη για πνευμονική αρτηριακή υπέρταση)
  • Συγχορήγηση με λορασιδόνη
  • Συγχορήγηση με παριταπρεβίρη
  • Ταυτόχρονη χρήση με σιμβαστατίνη ή λοβαστατίνη
  • Ταυτόχρονη χορήγηση με φάρμακα περιορισμένου θεραπευτικού εύρους που εξαρτώνται από το μεταβολισμό του CYP2D6 (π.χ. φλεκαϊνίδη, προπαφαινόνη)
  • Συνδυασμός με ριφαμπικίνη
  • Φυτικά παρασκευάσματα που περιέχουν Βότανο του Αγίου Ιωάννη (Hypericum perforatum)
warning
SPC-TELZIR

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Μετάδοση του ιού HIV
    Λήψη προφυλάξεων σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες
  • Θεραπεία HIV
    Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται ότι το Telzir δεν θεραπεύει τον HIV και παραμένει ο κίνδυνος ευκαιριακών λοιμώξεων και επιπλοκών της νόσoυ
  • Σουλφοναμίδες / Υπερευαισθησία
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με γνωστή αλλεργία στις σουλφοναμίδες
    Χρήση με προσοχή
  • Δόση ριτοναβίρης
    Δεν συνιστάται η συγχορήγηση Telzir με ριτοναβίρη σε δόσεις μεγαλύτερες από 100 mg δύο φορές την ημέρα
  • Ηπατική δυσλειτουργία
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΕνήλικες με ήπια, μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία
    Χρήση με προσοχή και σε μειωμένες δόσεις
  • Χρόνια ηπατίτιδα Β ή C
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β ή C που λαμβάνουν συνδυασμό αντιρετροϊκής θεραπείας
    Αυξημένος κίνδυνος σοβαρών και δυνητικά θανατηφόρων ηπατικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Ανατρέξτε στις SPC των άλλων αντιικών φαρμάκων.
  • Προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία (συμπεριλαμβανομένης της χρόνιας ενεργού ηπατίτιδας)
    Αυξημένη συχνότητα ανωμαλιών της ηπατικής λειτουργίας. Παρακολούθηση. Εξετάστε την παροδική ή οριστική διακοπή της θεραπείας εάν επιδεινωθεί η νόσος.
  • Αλοφαντρίνη ή συστηματική λιδοκαΐνη
    Δεν συνιστάται ταυτόχρονη χρήση
  • Αναστολείς PDE5 για στυτική δυσλειτουργία (π.χ. σιλδεναφίλη, ταδαλαφίλη, βαρδεναφίλη)
    Δεν συνιστάται ταυτόχρονη χρήση λόγω αυξημένων συγκεντρώσεων και κινδύνου ανεπιθύμητων ενεργειών (υπόταση, οπτικές μεταβολές, πριαπισμός)
  • Ριφαμπουτίνη
    Συνιστάται μείωση της δοσολογίας κατά τουλάχιστον 75%. Επιπλέον μείωση μπορεί να χρειαστεί.
  • Αντισυλληπτικά από το στόμα
    ΠληθυσμόςΓυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
    Συνιστώνται εναλλακτικές μη ορμονικές μέθοδοι αντισύλληψης
  • Οιστρογόνα και/ή προγεσταγόνα (ορμονική θεραπεία υποκατάστασης)
    Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για την ασφάλεια και αποτελεσματικότητα
  • Αντιεπιληπτικά (καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη)
    Προσοχή
    Χορήγηση με προσοχή. Το Telzir μπορεί να είναι λιγότερο αποτελεσματικό.
  • Ανοσοκατασταλτικά (κυκλοσπορίνη, tacrolimus, ραπαμυκίνη)
    Παρακολούθηση θεραπευτικής συγκέντρωσης
  • Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά (π.χ. δεσιπραμίνη, νοτριπτιλίνη)
    Παρακολούθηση θεραπευτικής συγκέντρωσης
  • Βαρφαρίνη ή άλλα από του στόματος αντιπηκτικά
    Επισταμένη παρακολούθηση του INR
  • Φλουτικαζόνη ή άλλα γλυκοκορτικοειδή μεταβολιζόμενα από το CYP3A4
    Δεν συνιστάται ταυτόχρονη χρήση, εκτός εάν το ενδεχόμενο όφελος υπερτερεί έναντι του κινδύνου συστηματικών εκδηλώσεων (σύνδρομο Cushing, καταστολή επινεφριδίων)
  • Αντινεοπλασματικά μεταβολιζόμενα από το CYP3A (π.χ. δασατινίμπη, νιλοτινίμπη, ιμπρουτινίμπη, βινπλαστίνη, εβερόλιμους)
    Αυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών. Ανατρέξτε στις σχετικές συνταγογραφικές πληροφορίες.
  • Άμεσα δρώντα αντιιικά κατά του HCV (DAA) που μεταβολίζονται από CYP3A4 ή επάγουν/αναστέλλουν το CYP3A4
    Αναμένονται τροποποιήσεις στις συγκεντρώσεις των φαρμάκων στο πλάσμα
  • Εξάνθημα / Δερματικές αντιδράσεις
    Για ήπιο/μέτριο εξάνθημα, μπορεί να συνεχιστεί η θεραπεία, χρήση αντιϊσταμινικών. Διακοπή σε σοβαρό εξάνθημα ή μέτριο εξάνθημα με συστηματικά συμπτώματα/συμπτώματα από τους βλεννογόνους.
  • Αυξημένη αιμορραγία
    ΠληθυσμόςΑιμοφιλικοί ασθενείς τύπου Α και Β
    Ενημέρωση ασθενών για την πιθανότητα αυξημένης αιμορραγίας
  • Μεταβολικές παράμετροι (σωματικό βάρος, λιπίδια, γλυκόζη)
    Παρακολούθηση λιπιδίων και γλυκόζης στο αίμα σύμφωνα με τις οδηγίες θεραπείας του HIV. Αντιμετώπιση διαταραχών λιπιδίων κλινικά.
  • Σύνδρομο Ανοσολογικής Αποκατάστασης
    ΠληθυσμόςHIV οροθετικοί ασθενείς με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια κατά την έναρξη CART
    Εκτίμηση φλεγμονωδών συμπτωμάτων και ορισμός θεραπείας όταν απαιτείται
  • Οστεονέκρωση
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με προχωρημένη λοίμωξη HIV και/ή μακράς διάρκειας έκθεση σε CART
    Οι ασθενείς πρέπει να ζητούν ιατρική συμβουλή εάν παρουσιάζουν ενοχλήσεις, άλγος, δυσκαμψία στις αρθρώσεις ή δυσκολία στην κίνηση.
swap_horiz
SPC-TELZIR

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Δεν παρατηρήθηκε κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση.
    ΣύστασηΔεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας.
  • Δεν παρατηρήθηκε κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση.
    ΣύστασηΔεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας.
  • προσοχή
    Αμπρεναβίρη AUC ↑ 69%, Αμπρεναβίρη Cmin↑ 77%, Αμπρεναβίρη Cmax↑ 62%, Ετραβιρίνη AUC ↔a, Ετραβιρίνη Cmin↔a, Ετραβιρίνη Cmax↔a
    ΣύστασηΕνδέχεται να χρειασθεί μείωση της δόσης του Telzir (χρησιμοποιώντας το πόσιμο εναιώρημα).
  • Δεν αναμένεται κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση.
    ΣύστασηΔεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας.
  • Δεν αναμένεται κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση.
    ΣύστασηΔεν απαιτείται διαχωρισμός της δόσης ή ρύθμιση της δοσολογίας (βλ. Αντιόξινα).
  • Δεν αναμένεται κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση.
    ΣύστασηΔεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας.
  • Διδανοσίνη μασώμενο δισκίο
    Δεν υπάρχουν μελέτες φαρμακευτικής αλληλεπίδρασης με FPV/RTV.
  • Διδανοσίνη γαστροανθεκτικό καψάκιο
    Δεν υπάρχουν μελέτες αλληλεπίδρασης.
  • Τενοφοβίρη δισοπροξιλική
    Δεν παρατηρήθηκε κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση.
    ΣύστασηΔεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας.
  • Λοπιναβίρη / ριτοναβίρη (400 mg/100 mg)
    αντένδειξη
    Λοπιναβίρη: Cmax↑ 30%, Λοπιναβίρη: AUC ↑ 37%, Λοπιναβίρη: Cmin ↑ 52%, Αμπρεναβίρη: Cmax ↓ 58%, Αμπρεναβίρη: AUC ↓ 63%, Αμπρεναβίρη: Cmin ↓ 65%
    ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χρήση δεν συνιστάται.
  • Λοπιναβίρη / ριτοναβίρη (533 mg/133 mg)
    Λοπιναβίρη: Cmax ↔*, Λοπιναβίρη: AUC ↔*, Λοπιναβίρη: Cmin ↔*, Αμπρεναβίρη: Cmax ↓ 13%*, Αμπρεναβίρη: AUC ↓ 26%*, Αμπρεναβίρη: Cmin ↓ 42%*
    ΣύστασηΔεν μπορεί να δοθεί δοσολογική σύσταση.
  • Δεν υπάρχουν μελέτες αλληλεπίδρασης.
  • Δεν υπάρχουν μελέτες αλληλεπίδρασης.
  • Αταζαναβίρη: Cmax ↓ 24%*, Αταζαναβίρη: AUC↓ 22%*, Αταζαναβίρη: Cmin↔*, Αμπρεναβίρη: Cmax ↔, Αμπρεναβίρη: AUC ↔, Αμπρεναβίρη: Cmin ↔
    ΣύστασηΔεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας.
  • αντένδειξη
    Κατάσταση νηστείας: Αμπρεναβίρη: Cmax ↓ 14% (-36%; +15%), AUC ↓ 16% (-36%; +8%), Cmin ↓ 19% (-42%; +13%), Ραλτεγκραβίρη: Cmax ↓ 51% (-75%; -3%), AUC ↓ 55% (-76%; -16%), Cmin ↓ 36% (-57%; -3%). Μετά από λήψη τροφής: Αμπρεναβίρη: Cmax ↓25% (-41%; -4%), AUC ↓25% (-42%; -3%), Cmin ↓ 33% (-50%; -10%), Ραλτεγκραβίρη: Cmax ↓56% (-70%; -34%), AUC ↓54% (-66%; -37%), Cmin ↓ 54% (-74%; -18%).
    ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χρήση δεν συνιστάται. Η σημαντική μείωση στην έκθεση και την Cmin που παρατηρήθηκε τόσο σε αμπρεναβίρη όσο και σε ραλτεγκραβίρη (ιδιαίτερα μετά από λήψη τροφής) μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την ιολογική αποτυχία στους ασθενείς.
  • Ντολουτεγκραβίρη: Cmax ↓ 24%, AUC ↓ 35%, Cτ ↓ 49%, Αμπρεναβίρη: Cmax ↔, Αμπρεναβίρη: AUC ↔, Αμπρεναβίρη: Cmin ↔
    ΣύστασηΔεν συνιστάται προσαρμογή της δόσης για τη φοσαμπρεναβίρη ή τη ντολουτεγκραβίρη. Απαιτείται προσοχή και συνιστάται στενή παρακολούθηση όταν αυτός ο συνδυασμός χορηγείται σε ασθενείς που παρουσιάζουν αντοχή σε αναστολείς της ιντεγκράσης.
  • αντένδειξη
    Maraviroc: AUC12 ↑ 2.49, Maraviroc: Cmax↑ 1.52, Maraviroc: C12 ↑ 4.74, Αμπρεναβίρη: AUC12 ↓ 0.65, Αμπρεναβίρη: Cmax ↓ 0.66, Αμπρεναβίρη: C12 ↓ 0.64, Ριτοναβίρη AUC12 ↓ 0.66, Ριτοναβίρη Cmax ↓ 0.61, Ριτοναβίρη C12 ↔ 0.86
    ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χρήση δεν συνιστάται. Η σημαντική μείωση στην Cmin που παρατηρήθηκε σε αμπρεναβίρη μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την ιολογική αποτυχία στους ασθενείς.
  • αντένδειξη
    Ενδέχεται να οδηγήσει σε αυξημένες εκθέσεις σιμεπρεβίρης ή ντακλατασβίρης στο πλάσμα λόγω αναστολής του ενζύμου CYP3A4. (Δεν έχει μελετηθεί άμεσα με FPV/RTV).
    ΣύστασηΔεν συνιστάται.
  • αντένδειξη
    Ενδέχεται να οδηγήσει σε αυξημένες εκθέσεις σιμεπρεβίρης ή ντακλατασβίρης στο πλάσμα λόγω αναστολής του ενζύμου CYP3A4. (Δεν έχει μελετηθεί άμεσα με FPV/RTV).
    ΣύστασηΔεν συνιστάται.
  • Παριταπρεβίρη
    αντένδειξη
    Ενδέχεται να οδηγήσει σε αυξημένες εκθέσεις παριταπρεβίρης στο πλάσμα λόγω αναστολής του ενζύμου CYP3A4 και υψηλότερης δόσης ριτοναβίρης.
    ΣύστασηΑντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
  • Αμιοδαρόνη
    αντένδειξη
    Αμιοδαρόνη: ↑ αναμένεται
    ΣύστασηΑντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις). Δυνητικός κίνδυνος σοβαρών και επικίνδυνων για τη ζωή αντιδράσεων όπως καρδιακή αρρυθμία.
  • Βεπριδίλη
    αντένδειξη
    Βεπριδίλη: ↑ αναμένεται
    ΣύστασηΑντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις). Δυνητικός κίνδυνος σοβαρών και επικίνδυνων για τη ζωή αντιδράσεων όπως καρδιακή αρρυθμία.
  • αντένδειξη
    Κινιδίνη: ↑ αναμένεται
    ΣύστασηΑντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις). Δυνητικός κίνδυνος σοβαρών και επικίνδυνων για τη ζωή αντιδράσεων όπως καρδιακή αρρυθμία.
  • αντένδειξη
    Φλεκαϊνίδη: ↑ αναμένεται
    ΣύστασηΑντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις). Δυνητικός κίνδυνος σοβαρών και επικίνδυνων για τη ζωή αντιδράσεων όπως καρδιακή αρρυθμία.
  • Προπαφενόνη
    αντένδειξη
    Προπαφενόνη: ↑ αναμένεται
    ΣύστασηΑντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις). Δυνητικός κίνδυνος σοβαρών και επικίνδυνων για τη ζωή αντιδράσεων όπως καρδιακή αρρυθμία.
  • αντένδειξη
    Διϋδροεργοταμίνη: ↑ αναμένεται
    ΣύστασηΑντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις). Δυνητικός κίνδυνος σοβαρών και επικίνδυνων για τη ζωή αντιδράσεων όπως οξεία τοξικότητα από εργοταμίνη.
  • αντένδειξη
    Εργοταμίνη: ↑ αναμένεται
    ΣύστασηΑντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις). Δυνητικός κίνδυνος σοβαρών και επικίνδυνων για τη ζωή αντιδράσεων όπως οξεία τοξικότητα από εργοταμίνη.
  • Εργονοβίνη
    αντένδειξη
    Εργονοβίνη: ↑ αναμένεται
    ΣύστασηΑντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις). Δυνητικός κίνδυνος σοβαρών και επικίνδυνων για τη ζωή αντιδράσεων όπως οξεία τοξικότητα από εργοταμίνη.
  • Μεθυλεργονοβίνη
    αντένδειξη
    Μεθυλεργονοβίνη: ↑ αναμένεται
    ΣύστασηΑντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις). Δυνητικός κίνδυνος σοβαρών και επικίνδυνων για τη ζωή αντιδράσεων όπως οξεία τοξικότητα από εργοταμίνη.
  • αντένδειξη
    Σισαπρίδη: ↑ αναμένεται
    ΣύστασηΑντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις). Δυνητικός κίνδυνος σοβαρών και επικίνδυνων για τη ζωή αντιδράσεων όπως καρδιακή αρρυθμία.
  • Αστελιζόλη
    αντένδειξη
    Αστεμιζόλη: ↑ αναμένεται
    ΣύστασηΑντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις). Δυνητικός κίνδυνος σοβαρών και επικίνδυνων για τη ζωή αντιδράσεων όπως καρδιακή αρρυθμία.
  • Τερφεναδίνη
    αντένδειξη
    Τερφεναδίνη: ↑ αναμένεται
    ΣύστασηΑντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις). Δυνητικός κίνδυνος σοβαρών και επικίνδυνων για τη ζωή αντιδράσεων όπως καρδιακή αρρυθμία.
  • αντένδειξη
    Πιμοζίδη: ↑ αναμένεται
    ΣύστασηΑντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις). Δυνητικός κίνδυνος σοβαρών και επικίνδυνων για τη ζωή αντιδράσεων όπως καρδιακή αρρυθμία.
  • αντένδειξη
    Οι συγκεντρώσεις της κουετιαπίνης αναμένεται να αυξηθούν.
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση Telzir και κουετιαπίνης αντενδείκνυται καθώς μπορεί να αυξήσει την τοξικότητα σχετιζόμενη με την κουετιαπίνη. Αυξημένες συγκεντρώσεις κουετιαπίνης στο πλάσμα μπορεί να οδηγήσουν σε κώμα.
  • αντένδειξη
    Λουρασιδόνη: ↑ αναμένεται
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση φοσαμπρεναβίρης/ριτοναβίρης με λουρασιδόνη αντενδείκνυται λόγω των πιθανών σοβαρών και/ή απειλητικών για τη ζωή αντιδράσεων που σχετίζονται με τη λουρασιδόνη (βλ. Αντενδείξεις).
  • Κλαρυθρομυκίνη
    προσοχή
    Κλαρυθρομυκίνη: μέτρια ↑ αναμένεται
    ΣύστασηΧρήση με προσοχή.
  • προσοχή
    Ερυθρομυκίνη: ↑ αναμένεται
    ΣύστασηΧρήση με προσοχή.
  • προσοχή
    Ριφαμπουτίνη: Cmax ↓ 14%, AUC(0-48) ↔, 25-O-desacetylrifabutin: Cmax↑ 6 φορές, AUC(0-48) ↑ 11 φορές. Έκθεση στην αμπρεναβίρη αμετάβλητη.
    ΣύστασηΣυνιστάται μείωση κατά 75% της κανονικής δόσης ριφαμπουτίνης (δηλαδή σε 150 mg κάθε δεύτερη ημέ). Περαιτέρω μείωση της δόσης μπορεί να είναι αναγκαία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • αντένδειξη
    Αμπρεναβίρη: AUC ↓ 82%. Σημαντική ↓ APV αναμένεται.
    ΣύστασηΑντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις). Η μείωση της AUC της αμπρεναβίρης μπορεί να οδηγήσει σε ιολογική αποτυχία και ανάπτυξη ανθεκτικότητας.
  • προσοχή
    Ιτρακοναζόλη: ↑ αναμένεται
    ΣύστασηΔεν συνιστώνται υψηλές δόσεις (> 200 mg/ημερησίως) κετοκοναζόλης ή ιτρακοναζόλης.
  • προσοχή
    Κετοκοναζόλη: Cmax ↑ 25%, AUC ↑ 2.69-φορές. Αμπρεναβίρη: Cmax ↔, AUC ↔, Cmin ↔.
    ΣύστασηΔεν συνιστώνται υψηλές δόσεις (> 200 mg/ημερησίως) κετοκοναζόλης ή ιτρακοναζόλης.
  • Αντιόξινα (μονή δόση 30 ml)
    Αμπρεναβίρη: Cmax ↓ 35%, AUC ↓ 18%, Cmin (C12h) ↔.
    ΣύστασηΔεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας με αντιόξινα, αναστολείς αντλίας πρωτονίων ή ανταγωνιστές H2 υποδοχέων ισταμίνης.
  • Αμπρεναβίρη: Cmax ↓ 51%, AUC ↓ 30%, Cmin (C12h) ↔.
    ΣύστασηΔεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας με αντιόξινα, αναστολείς αντλίας πρωτονίων ή ανταγωνιστές H2 υποδοχέων ισταμίνης.
  • Αμπρεναβίρη Cmax ↔, AUC ↔, Cmin (C12h) ↔.
    ΣύστασηΔεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας με αντιόξινα, αναστολείς αντλίας πρωτονίων ή ανταγωνιστές H2 υποδοχέων ισταμίνης.
  • Φαινυντοΐνη
    παρακολούθηση
    Φαινυντοΐνη: Cmax ↓ 20%, AUC ↓ 22%, Cmin ↓ 29%. Αμπρεναβίρη: Cmax ↔, AUC ↑ 20%, Cmin ↑ 19%.
    ΣύστασηΣυνιστάται όπως παρακολουθούνται οι συγκεντρώσεις φαινυντοΐνης στο πλάσμα και η δόση της φαινυντοΐνης να αυξάνεται καταλλήλως.
  • Αμπρεναβίρη: ↓ αναμένεται.
    ΣύστασηΧρήση με προσοχή (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Αμπρεναβίρη: ↓ αναμένεται.
    ΣύστασηΧρήση με προσοχή (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Λιδοκαΐνη (μέσω συστηματικής οδού)
    αντένδειξη
    Λιδοκαΐνη: ↑ αναμένεται.
    ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χρήση δεν συνιστάται. Μπορεί να προκαλέσει σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Αλοφαντρίνη
    αντένδειξη
    Αλοφαντρίνη: ↑ αναμένεται.
    ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χρήση δεν συνιστάται. Μπορεί να προκαλέσει σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • αντένδειξη
    Αναστολείς PDE5: ↑ αναμένεται.
    ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χρήση δεν συνιστάται. Μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση των ανεπιθύμητων ενεργειών σχετιζόμενων με τον αναστολέα PDE5. Η συγχορήγηση Telzir με χαμηλή δόση ριτοναβίρης μαζί με σιλδεναφίλη χρησιμοποιούμενη για τη θεραπεία της πνευμονικής αρτηριακής υπέρτασης αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
  • αντένδειξη
    Αναστολείς PDE5: ↑ αναμένεται.
    ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χρήση δεν συνιστάται.
  • αντένδειξη
    Αναστολείς PDE5: ↑ αναμένεται.
    ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χρήση δεν συνιστάται.
  • Προπιονική φλουτικαζόνη
    προσοχή
    Προπιονική φλουτικαζόνη: ↑. Εγγενή επίπεδα κορτιζόλης: ↓ 86%.
    ΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση εκτός εάν το δυνητικό όφελος της θεραπείας αντισταθμίζει τον κίνδυνο των συστηματικών δράσεων των κορτικοστεροειδών (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • αντένδειξη
    Δυνητικός κίνδυνος για αυξημένες συγκεντρώσεις αλφουζοσίνης που μπορεί να οδηγήσουν σε υπόταση.
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση TELZIR/ριτοναβίρης με αλφουζοσίνη αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
  • Βότανο Αγίου Ιωάννη
    αντένδειξη
    Αμπρεναβίρη ↓ αναμένεται.
    ΣύστασηΦυτικά παρασκευάσματα που περιέχουν βότανο του Αγίου Ιωάννη δεν πρέπει να συνδυάζονται με το Telzir (βλ. Αντενδείξεις).
  • αντένδειξη
    Λοβαστατίνη: ↑ αναμένεται.
    ΣύστασηΑντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις). Αυξημένες συγκεντρώσεις των αναστολέων της HMG-CoA αναγωγάσης μπορεί να προκαλέσουν μυοπάθεια, περιλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης.
  • αντένδειξη
    Σιμβαστατίνη: ↑ αναμένεται.
    ΣύστασηΑντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις). Αυξημένες συγκεντρώσεις των αναστολέων της HMG-CoA αναγωγάσης μπορεί να προκαλέσουν μυοπάθεια, περιλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης.
  • Ατορβαστατίνη: Cmax ↑ 184%, AUC ↑ 153%, Cmin ↑ 73%. Αμπρεναβίρη: Cmax ↔, AUC ↔, Cmin ↔.
    ΣύστασηΔόσεις ατορβαστατίνης όχι μεγαλύτερες από 20 mg/ημερησίως πρέπει να χορηγούνται με προσεκτική παρακολούθηση για τοξικότητα από την ατορβαστατίνη.
  • παρακολούθηση
    Κυκλοσπορίνη: ↑ αναμένεται.
    ΣύστασηΣυνιστάται συχνή παρακολούθηση των θεραπευτικών συγκεντρώσεων των επιπέδων ανοσοκαταστολής μέχρι να επιτευχθούν επίπεδα (βλ. Ειδικές προειδολογήσεις).
  • Ραπαμυκίνη
    παρακολούθηση
    Ραπαμυκίνη: ↑ αναμένεται.
    ΣύστασηΣυνιστάται συχνή παρακολούθηση των θεραπευτικών συγκεντρώσεων των επιπέδων ανοσοκαταστολής μέχρι να επιτευχθούν επίπεδα (βλ. Ειδικές προειδολογήσεις).
  • παρακολούθηση
    Tacrolimus: ↑ αναμένεται.
    ΣύστασηΣυνιστάται συχνή παρακολούθηση των θεραπευτικών συγκεντρώσεων των επιπέδων ανοσοκαταστολής μέχρι να επιτευχθούν επίπεδα (βλ. Ειδικές προειδολογήσεις).
  • αντένδειξη
    Μιδαζολάμη: ↑ αναμένεται (3-4 φορές για παρεντερική χορήγηση μιδαζολάμης).
    ΣύστασηΤο Telzir/ριτοναβίρη δεν θα πρέπει να συγχορηγείται με από το στόμα χορηγούμενη μιδαζολάμη (βλ. Αντενδείξεις), ενώ χρειάζεται προσοχή με τη συγχορήγηση Telzir/ριτοναβίρης και παρεντερικά χορηγούμενης μιδαζολάμης.
  • παρακολούθηση
    Τρικυκλικά αντικαταθληπτικά: ↑ αναμένεται.
    ΣύστασηΣυνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των θεραπευτικών και ανεπιθύμητων αντιδράσεων των τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών (βλ. Ειδικές προειδολογήσεις).
  • Νορτριπτιλίνη
    παρακολούθηση
    Τρικυκλικά αντικαταθληπτικά: ↑ αναμένεται.
    ΣύστασηΣυνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των θεραπευτικών και ανεπιθύμητων αντιδράσεων των τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών (βλ. Ειδικές προειδολογήσεις).
  • παρακολούθηση
    (R-) μεθαδόνη: Cmax ↓ 21%, (R-) μεθαδόνη: AUC ↓ 18%.
    ΣύστασηΠροληπτικά οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σύνδρομο απόσυρσης. Η μείωση της (R-) μεθαδόνης (δραστικό εναντιομερές) δεν αναμένεται να είναι κλινικά σημαντική.
  • παρακολούθηση
    Πιθανή ↓ ή ↑ της αντοθρομβωτικής δράσης.
    ΣύστασηΣυνιστάται αυξημένη παρακολούθηση του International Normalised Ratio (βλ. Ειδικές προειδολογήσεις).
  • Άλλα από του στόματος χορηγούμενα αντιπηκτικά
    παρακολούθηση
    Πιθανή ↓ ή ↑ της αντοθρομβωτικής δράσης.
    ΣύστασηΣυνιστάται αυξημένη παρακολούθηση του International Normalised Ratio (βλ. Ειδικές προειδολογήσεις).
  • Αιθινυλοιστραδιόλη, Νορεθιστερόνη
    προσοχή
    Αιθινυλοιστραδιόλη: Cmax ↓28%, AUC ↓37%. Νορεθιστερόνη: Cmax ↓38%, AUC ↓34%, Cmin ↓ 26. Αμπρεναβίρη: Cmax ↔*, AUC ↔*, Cmin ↔*. Ριτοναβίρη: Cmax ↑63%*, AUC ↑45%*. Κλινικά σημαντικές αυξήσεις των ηπατικών τρανσαμινασών εμφανίσθηκαν σε ορισμένα άτομα.
    ΣύστασηΣε γυναίκες που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία συνιστώνται εναλλακτικές μη ορμονολογικές μέθοδοι αντισύλληψης (βλ. Ειδικές προειδολογήσεις).
  • παρακολούθηση
    Παροξετίνη: Cmax ↓ 51%, AUC ↓55%. Αμπρεναβίρη: Cmax ↔*, AUC ↔*, Cmin ↔*.
    ΣύστασηΣυνιστάται τιτλοποίηση της δόσης της παροξετίνης με βάση την κλινική αξιολόγηση της αντικαταθλιπτικής ανταπόκρισης. Ασθενείς σε σταθερή δόση παροξετίνης που αρχίζουν θεραπεία με Telzir και ριτοναβίρη θα πρέπει να παρακολουθούνται ως προς την αντικαταθλιπτική τους ανταπόκριση.
  • προσοχή
    δασατινίμπη: ↑ αναμένεται.
    ΣύστασηΌταν οι αντινεοπλασματικοί παράγοντες που μεταβολίζονται από το CYP3A συγχορηγούνται με φοσαμπρεναβίρη/ριτοναβίρη, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα αυτών των αντινεοπλασματικών φαρμάκων μπορεί να αυξηθούν και να αυξήσουν τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών.
  • προσοχή
    νιλοτινίμπη: ↑ αναμένεται.
    ΣύστασηΌταν οι αντινεοπλασματικοί παράγοντες που μεταβολίζονται από το CYP3A συγχορηγούνται με φοσαμπρεναβίρη/ριτοναβίρη, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα αυτών των αντινεοπλασματικών φαρμάκων μπορεί να αυξηθούν και να αυξήσουν τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών.
  • ιβρουτινίμπη
    προσοχή
    ιβρουτινίμπη: ↑ αναμένεται.
    ΣύστασηΌταν οι αντινεοπλασματικοί παράγοντες που μεταβολίζονται από το CYP3A συγχορηγούνται με φοσαμπρεναβίρη/ριτοναβίρη, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα αυτών των αντινεοπλασματικών φαρμάκων μπορεί να αυξηθούν και να αυξήσουν τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών.
  • βινμπλαστίνη
    προσοχή
    βινμπλαστίνη: ↑ αναμένεται.
    ΣύστασηΌταν οι αντινεοπλασματικοί παράγοντες που μεταβολίζονται από το CYP3A συγχορηγούνται με φοσαμπρεναβίρη/ριτοναβίρη, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα αυτών των αντινεοπλασματικών φαρμάκων μπορεί να αυξηθούν και να αυξήσουν τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών.
  • προσοχή
    εβερόλιμους: ↑ αναμένεται.
    ΣύστασηΌταν οι αντινεοπλασματικοί παράγοντες που μεταβολίζονται από το CYP3A συγχορηγούνται με φοσαμπρεναβίρη/ριτοναβίρη, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα αυτών των αντινεοπλασματικών φαρμάκων μπορεί να αυξηθούν και να αυξήσουν τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών.
sick
SPC-TELZIR

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Ζάλη
Γαστρεντερικό
  • Παραισθησία του στόματος
  • Διάρροια
  • Μαλακά κόπρανα
  • Ναυτία
  • Έμετος
  • Κοιλιακό άλγος
Δέρμα
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
  • Αγγειοοίδημα
  • Εξάνθημα
Γενικές
  • Κόπωση
Εργαστηριακές
  • Αυξημένη χοληστερόλη αίματος
  • Αυξημένα τριγλυκερίδια αίματος
  • Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
  • Αυξημένη λιπάση
  • Αύξηση CPK
Ήπαρ
  • Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
  • Αυτοάνοση ηπατίτιδα
Μεταβολισμός
  • Αύξηση σωματικού βάρους
Μεταβολικές διαταραχές
  • Αύξηση των επιπέδων των λιπιδίων στο αίμα
  • Αύξηση των επιπέδων της γλυκόζης στο αίμα
Μυοσκελετικό
  • Ραβδομυόλυση
  • Μυαλγία
  • Μυοσίτιδα
  • Οστεονέκρωση
Ανοσοποιητικό
  • Σύνδρομο ανοσολογικής αποκατάστασης
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • Νόσος Graves
Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος
  • Αυξημένη αυτόματη αιμορραγία (σε αιμοφιλικούς ασθενείς)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Αυξημένη χοληστερόλη αίματος
    Εργαστηριακές
    Πολύ συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Αυξημένα τριγλυκερίδια αίματος
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
    Ήπαρ
    Συχνές
  • Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Αυξημένη λιπάση
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Συχνές
  • Μαλακά κόπρανα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Παραισθησία του στόματος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Αγγειοοίδημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Ραβδομυόλυση
    Μυοσκελετικό
    Σπάνιες
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Αυξημένη αυτόματη αιμορραγία (σε αιμοφιλικούς ασθενείς)
    Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος
  • Αυτοάνοση ηπατίτιδα
    Ήπαρ
  • Αύξηση CPK
    Εργαστηριακές
  • Αύξηση σωματικού βάρους
    Μεταβολισμός
  • Αύξηση των επιπέδων της γλυκόζης στο αίμα
    Μεταβολικές διαταραχές
  • Αύξηση των επιπέδων των λιπιδίων στο αίμα
    Μεταβολικές διαταραχές
  • Μυαλγία
    Μυοσκελετικό
  • Μυοσίτιδα
    Μυοσκελετικό
  • Νόσος Graves
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • Οστεονέκρωση
    Μυοσκελετικό
    Μη γνωστές
  • Σύνδρομο ανοσολογικής αποκατάστασης
    Ανοσοποιητικό
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Μηχανισμός Δράσης Η φωσφαμπρενιβίρη είναι ένας προ-πίεση (prodrug) που υδρολύεται ταχέως σε αμπρενιβίρη από κυτταρικές φωσφατάσες στο επιθήλιο του εντέρου κατά την απορρόφησή της. Η αμπρενιβίρη είναι ένας αναστολέας της πρωτεάσης του HIV-1. Κατά την…
monitor_heart
SPC-TELZIR

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιϊικά για συστηματική χρήση, αναστολέας πρωτεάσης, κωδικός ATC: J05A E07 ### Μηχανισμός δράσης Η in vitro αντιική δραστηριότητα που παρατηρήθηκε με την φοσαμπρεναβίρη οφείλεται στην παρουσία μικροποσοτήτων αμπρεναβίρης. Η…
biotech
SPC-TELZIR

Φαρμακοκινητική

expand_more
Μετά την από του στόματος χορήγηση, η φοσαμπρεναβίρη υδρολύεται ταχύτατα και σχεδόν ολοκληρωτικά σε αμπρεναβίρη και ανόργανο φώσφορο πριν να φτάσει στην συστηματική κυκλοφορία.Η μετατροπή της φοσαμπρεναβίρης σε αμπρεναβίρη φαίνεται να λαμβάνει χώρα καταρχήν…
hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Στο εντερικό επιθήλιο κατά την απορρόφηση, η φωσ-αμπρεναβίρη υδρολύεται ταχέως και σχεδόν πλήρως σε αμπρεναβίρη και ανόργανο φωσφορικό άλας πριν φτάσει στη συστηματική κυκλοφορία. Η αμπρεναβίρη μεταβολίζεται στο ήπαρ από το σύστημα ενζύμων…
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Νεφρά/Ήπαρ

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Ηπατική λειτουργία gastroenterologyΗπατική λειτουργία Ηπατική δυσλειτουργία
Γλυκόζη αίματος glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης Κατά τη διάρκεια αντιρετροϊικής θεραπείας
Λιπίδια αίματος monitoringΛιπιδαιμικός έλεγχος Κατά τη διάρκεια αντιρετροϊικής θεραπείας
Διεθνής Κανονικοποιημένη Αναλογία (INR) water_dropΠηκτικότητα αίματος Επισταμένη Συγχορήγηση με βαρφαρίνη ή από του στόματος αντιπηκτικά
Επίπεδα tacrolimus medicationΕπίπεδα φαρμάκου (TDM)
Επίπεδα δεσιπραμίνης medicationΕπίπεδα φαρμάκου (TDM)
Επίπεδα κυκλοσπορίνης medicationΕπίπεδα φαρμάκου (TDM)
Επίπεδα νοτριπτιλίνης medicationΕπίπεδα φαρμάκου (TDM)
Επίπεδα ραπαμυκίνης medicationΕπίπεδα φαρμάκου (TDM)
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-TELZIR
expand_more

Το Telzir πρέπει να χορηγείται μόνο με χαμηλή δόση ριτοναβίρης σαν φαρμακοκινητικό ενισχυτή της αμπρεναβίρης και σε συνδυασμό με άλλα αντιρετροϊκά φάρμακα. Η Περίληψη Xαρακτηριστικών του Προϊόντος της ριτοναβίρης πρέπει επομένως να λαμβάνεται υπόψη πριν την έναρξη θεραπείας με το Telzir. Η έναρξη της θεραπείας θα πρέπει να γίνεται από έμπειρους ιατρούς στην αντιμετώπιση της HIV λοίμωξης. Η φοσαμπρεναβίρη είναι ένα προφάρμακο της αμπρεναβίρης και δεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα με άλλα φάρμακα που περιέχουν αμπρεναβίρη. Η σημασία της συμμόρφωσης στη συνιστώμενη δοσολογία πρέπει να υπογραμμίζεται σε όλους τους ασθενείς. Συνιστάται προσοχή όταν γίνεται υπέρβαση των συνιστώμενων δόσεων του Telzir με ριτοναβίρη που περιγράφονται αναλυτικά παρακάτω (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Το Telzir δισκίο χορηγείται από του στόματος. Το Telzir δισκίο μπορεί να λαμβάνεται με ή χωρίς φαγητό. Το Telzir διατίθεται επίσης και ως πόσιμο εναιώρημα, για ασθενείς που δεν είναι σε θέση να καταπιούν δισκία και για παιδιατρικούς ασθενείς βάρους μικρότερου των 39 kg (παρακαλείσθε να ανατρέψετε στην Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος του πόσιμου εναιωρήματος Telzir).

Ενήλικοι

Η συνιστώμενη δόση είναι 700 mg φοσαμπρεναβίρης δύο φορές την ημέρα με 100 mg ριτοναβίρης δύο φορές την ημέρα.

Παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας από 6 ετών

Η δόση δισκίων Telzir για ενηλίκους 700 mg δις ημερησίως με ριτοναβίρη 100 mg δις ημερησίως μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε παιδιά βάρους τουλάχιστον 39 kg που μπορούν να καταπιούν δισκία. Σε παιδιά βάρους μικρότερου των 39 kg το Telzir πόσιμο εναιώρημα αποτελεί τη συνιστώμενη επιλογή για τη χορήγηση δόσεων με μεγαλύτερη ακρίβεια, με βάση το σωματικό βάρος (παρακαλείσθε να ανατρέψετε στην Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος του πόσιμου εναιωρήματος Telzir).

Παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετών

Το Telzir με ριτοναβίρη δεν συνιστάται σε παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετών εξαιτίας ανεπαρκών δεδομένων σχετικά με τη φαρμακοκινητική, την ασφάλεια και την αντιική ανταπόκριση (βλ. Φαρμακοκινητικές).

Ηλικιωμένοι (άνω των 65 ετών)

Η φαρμακοκινητική, της φοσαμπρεναβίρης δεν έχει μελετηθεί σε αυτό τον πληθυσμό ασθενών (βλ. Φαρμακοκινητικές). Επομένως, δεν μπορούν να γίνουν δοσολογικές συστάσεις γι αυτό τον πληθυσμό ασθενών.

Νεφρική ανεπάρκεια

Δεν θεωρείται απαραίτητη, η ρύθμιση της δόσης σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια (βλ. Φαρμακοκινητικές).

Ηπατική ανεπάρκεια

Σε ενήλικες με ήπια ηπατική ανεπάρκεια (βαθμολογία κατά Child-Pugh: 5-6) η συνιστώμενη δόση είναι 700 mg φοσαμπρεναβίρης δύο φορές την ημέρα με 100 mg ριτοναβίρης μία φορά την ημέρα. Σε ενήλικες με μέτρια ηπατική ανεπάρκεια (βαθμολογία κατά Child-Pugh: 7-9) η συνιστώμενη δόση είναι 450 mg φοσαμπρεναβίρης δύο φορές την ημέρα με 100 mg ριτοναβίρης μία φορά την ημέρα. Αυτή η προσαρμοσμένη δόση δεν έχει αξιολογηθεί σε κλινική μελέτη και έχει προέλθει από κατά προσέγγιση υπολογισμούς (βλ. Φαρμακοκινητικές). Επειδή δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί αυτή η δόση φοσαμπρεναβίρης χρησιμοποιώντας τη μορφή του δισκίου, αυτοί οι ασθενείς θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με το πόσιμο εναιώρημα φοσαμπρεναβίρης. Σε ενήλικες με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια (βαθμολογία κατά Child-Pugh: 10-15): η φοσαμπρεναβίρη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή και σε μειωμένη δόση 300 mg φοσαμπρεναβίρης δύο φορές την ημέρα με 100 mg ριτοναβίρης μία φορά την ημέρα. Επειδή δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί αυτή η δόση φοσαμπρεναβίρης χρησιμοποιώντας τη μορφή του δισκίου, αυτοί οι ασθενείς θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με το πόσιμο εναιώρημα φοσαμπρεναβίρης. Συνολικά, ακόμα και με αυτές τις ρυθμίσεις της δοσολογίας, σε ενήλικες με ηπατική ανεπάρκεια, ορισμένοι ασθενείς μπορεί να έχουν υψηλότερες ή χαμηλότερες από τις αναμενόμενες συγκεντρώσεις αμπρεναβίρης και/ή ριτοναβίρης στο πλάσμα, συγκριτικά με ασθενείς που έχουν φυσιολογική ηπατική λειτουργία, λόγω αυξημένης μεταβλητότητας μεταξύ των ασθενών (βλ. Φαρμακοκινητικές), επομένως χρειάζεται στενή παρακολούθηση της ασφάλειας και της ιολογικής ανταπόκρισης. Δεν είναι δυνατόν να γίνει δοσολογική σύσταση για παιδιά και εφήβους με ηπατική ανεπάρκεια, καθώς δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σε αυτές τις ηλικιακές ομάδες.

block

Αντενδείξεις

SPC-TELZIR
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη φοσαμπρεναβίρη, στην αμπρεναβίρη, στη ριτοναβίρη ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα.
  • Ταυτόχρονη χορήγηση με φάρμακα περιορισμένου θεραπευτικού εύρους, τα οποία αποτελούν υποστρώματα του κυτοχρώματος P450 3Α4 (CYP3A4), π.χ. αλφουζοσίνη, αμιωδαρόνη, αστεμιζόλη, βεπριδίλη, σισαπρίδη, διϋδροεργοταμίνη, εργοταμίνη, πιμοζίδη, κουετιαπίνη, κινιδίνη, τερφεναδίνη, από του στόματος χορηγούμενη μιδαζολάμη, από του στόματος χορηγούμενη τριαζολάμη, σιλδεναφίλη που χρησιμοποιείται στη θεραπεία της πνευμονικής αρτηριακής υπέρτασης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις).
  • Συγχορήγηση του αντιψυχωσικού φαρμάκου λορασιδόνη με φοσαμπρεναβίρη/ριτοναβίρη (FPV/RTV) (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
  • Συγχορήγηση παριταπρεβίρης με φοσαμπρεναβίρη/ριτοναβίρη (FPV/RTV) λόγω αναμενόμενης αύξησης της έκθεσης παριταπρεβίρης και έλλειψης κλινικών στοιχείων (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
  • Ταυτόχρονη χρήση με σιμβαστατίνη ή λοβαστατίνη λόγω αυξημένων συγκεντρώσεων και κινδύνου μυοπάθειας, περιλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
  • Ταυτόχρονη χορήγηση με φάρμακα περιορισμένου θεραπευτικού εύρους, τα οποία εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τον μεταβολισμό του CYP2D6 (π.χ. φλεκαϊνίδη και προπαφαινόνη) (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
  • Συνδυασμός ριφαμπικίνης και Telzir με ταυτόχρονη χορήγηση χαμηλής δόσης ριτοναβίρης (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
  • Φυτικά παρασκευάσματα που περιέχουν Βότανο του Αγίου Ιωάννη (Hypericum perforatum) λόγω κινδύνου μειωμένων συγκεντρώσεων στο πλάσμα και μειωμένης κλινικής δράσης της αμπρεναβίρης (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-TELZIR
expand_more

Αν και η αποτελεσματική ιολογική καταστολή με αντιρετροϊική θεραπεία έχει αποδειχθεί ότι μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο μετάδοσης του ιού με σεξουαλική επαφή, δεν μπορεί να αποκλειστεί υπολειπόμενος κίνδυνος. Θα πρέπει να λαμβάνονται προφυλάξεις σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες.

Στους ασθενείς θα πρέπει να εξηγείται σαφώς ότι το Telzir, όπως και οποιοδήποτε άλλο διαθέσιμο αντιρετροϊικό φάρμακο, δεν είναι σε θέση να θεραπεύσει την λοίμωξη από τον HIV και ότι εξακολουθούν να διατρέχουν τον κίνδυνο των ευκαιριακών λοιμώξεων και των άλλων επιπλοκών της νόσου.

Η φοσαμπρεναβίρη περιέχει ένα τμήμα σουλφοναμίδης. Η πιθανότητα διασταυρούμενης ευαισθησίας μεταξύ των φαρμακευτικών προϊόντων της κατηγορίας της σουλφοναμίδης και της φοσαμπρεναβίρης, είναι άγνωστη. Στις κεντρικές μελέτες του Telzir, σε ασθενείς που ελάμβαναν φοσαμπρεναβίρη με ριτοναβίρη, δεν υπήρχε καμία ένδειξη αυξημένου κινδύνου εξανθημάτων σε ασθενείς με ιστορικό αλλεργίας στις σουλφοναμίδες έναντι αυτών που δεν είχαν αλλεργία στις σουλφοναμίδες. Ωστόσο, το Telzir θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με γνωστή αλλεργία στις σουλφοναμίδες.

Η συγχορήγηση του Telzir 700 mg δύο φορές την ημέρα με ριτοναβίρη σε δόσεις μεγαλύτερες από 100 mg δύο φορές την ημέρα δεν έχει αξιολογηθεί κλινικά. Η χρήση υψηλότερων δόσεων ριτοναβίρης μπορεί να μεταβάλλει το προφίλ ασφαλείας του συνδυασμού και επομένως δεν συνιστάται.

Ηπατική νόσος

Το Telzir με ριτοναβίρη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή και σε μειωμένες δόσεις σε ενήλικες με ήπια, μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία).

Ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β ή C που λαμβάνουν συνδυασμό αντιρετροϊκής θεραπείας είναι σε αυξημένο κίνδυνο σοβαρών και δυνητικά θανατηφόρων ηπατικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Σε περιπτώσεις ταυτόχρονης χορήγησης αντιικής θεραπείας για ηπατίτιδα Β ή C, παρακαλείσθε να αναφέρεσθε επίσης στις σχετικές Περιλήψεις Χαρακτηριστικών των Προϊόντων για αυτά τα φάρμακα.

Ασθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία περιλαμβανομένης της χρόνιας ενεργής ηπατίτιδας έχουν αυξημένη συχνότητα ανωμαλιών της ηπατικής λειτουργίας κατά τη διάρκεια συνδυασμένης αντιρετροϊκής θεραπείας και θα πρέπει να παρακολουθούνται σύμφωνα με την συνήθη πρακτική. Εάν υπάρχει ένδειξη επιδείνωσης της ηπατικής νόσου σε τέτοιους ασθενείς, πρέπει να εξετάζεται η παροδική ή οριστική διακοπή της θεραπείας.

Φαρμακευτικά προϊόντα - αλληλεπιδράσεις

Η χρήση του Telzir ταυτόχρονα με αλοφαντρίνη ή λιδοκαΐνη (συστηματικά) δεν συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).

Αναστολείς PDE5 που χρησιμοποιούνται στην θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας: Η χρήση του Telzir ταυτόχρονα με αναστολείς του PDE5 (π.χ. σιλδεναφίλη, ταδαλαφίλη, βαρδεναφίλη) δεν συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).

Συνιστάται μείωση της δοσολογίας της ριφαμπουτίνης κατά 75% τουλάχιστον όταν χορηγείται μαζί με Telzir με ριτοναβίρη. Επιπλέον μείωση της δόσης μπορεί να χρειασθεί (βλ. Αλληλεπιδράσεις).

Επειδή η συγχορήγηση φοσαμπρεναβίρης, ριτοναβίρης και αντισυλληπτικών από το στόμα μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο αύξησης των ηπατικών τρανσαμινασών ή/και να οδηγήσει σε μεταβολή των ορμονικών επιπέδων, σε γυναίκες που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία συνιστώνται εναλλακτικές μη ορμονικές μέθοδοι αντισύλληψης (βλ. Αλληλεπιδράσεις).

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για τη συγχορήγηση φοσαμπρεναβίρης και ριτοναβίρης με οιστρογόνα και/ή προγεσταγόνα, όταν τα τελευταία χρησιμοποιούνται ως ορμονικές θεραπείες υποκατάστασης. Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια αυτών των θεραπειών με την φοσαμπρεναβίρη και τη ριτοναβίρη δεν έχουν τεκμηριωθεί.

Τα αντιεπιληπτικά (καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη) θα πρέπει να χορηγούνται με προσοχή. Το Telzir μπορεί να είναι λιγότερο αποτελεσματικό λόγω μειωμένων συγκεντρώσεων της αμπρεναβίρης στο πλάσμα σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα αυτά τα φάρμακα (βλ. Αλληλεπιδράσεις).

Συνιστάται παρακολούθηση της θεραπευτικής συγκέντρωσης των ανοσοκατασταλτικών φαρμάκων (κυκλοσπορίνη, tacrolimus, ραπαμυκίνη) όταν συγχορηγούνται με το Telzir (βλ. Αλληλεπιδράσεις).

Συνιστάται παρακολούθηση της θεραπευτικής συγκέντρωσης για τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά (π.χ. δεσιπραμίνη και νοτριπτιλίνη) όταν συγχορηγούνται με το Telzir (βλ. Αλληλεπιδράσεις).

Όταν η βαρφαρίνη ή άλλα από του στόματος χορηγούμενα αντιπηκτικά συγχορηγούνται με το Telzir συνιστάται μια επισταμένη παρακολούθηση του INR (International Normalised Ratio) (βλ. Αλληλεπιδράσεις).

Δεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση του Telzir με ριτοναβίρη και φλουτικαζόνη ή άλλα γλυκοκορτικοειδή τα οποία μεταβολίζονται από το CYP3A4, εκτός εάν το ενδεχόμενο όφελος από την αγωγή υπερτερεί έναντι του κινδύνου εμφάνισης συστηματικών εκδηλώσεων από τα κορτικοστεροειδή, συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Cushing και της καταστολής των επινεφριδίων (βλ. Αλληλεπιδράσεις).

Η συγχορήγηση της φοσαμπρεναβίρης/ριτοναβίρης με άλλα αντινεοπλασματικά που μεταβολίζονται από το CYP3A (για παράδειγμα δασατινίμπη, νιλοτινίμπη, ιμπρουτινίμπη, βινπλαστίνη και εβερόλιμους) μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων, αυξάνοντας δυνητικά τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών που συνήθως σχετίζονται με αυτά τα προϊόντα. Ανατρέξτε στις σχετικές συνταγογραφικές πληροφορίες για τα φάρμακα αυτά (βλ. Αλληλεπιδράσεις).

Άμεσα δρώντα αντιιικά κατά του ιού της ηπατίτιδας C (HCV): Όταν αντιιικά φάρμακα άμεσης δράσης κατά του ιού της ηπατίτιδας C (DAA), τα οποία μεταβολίζονται από το CYP3A4 ή επάγουν/αναστέλλουν το CYP3A4, συγχορηγούνται με φοσαμπρεναβίρη/ριτοναβίρη, αναμένονται τροποποιήσεις στις συγκεντρώσεις των φαρμάκων στο πλάσμα λόγω της αναστολής ή επαγωγής της δραστηριότητας του ενζύμου CYP3A4 (βλ. Αντενδείξεις και Αλληλεπιδράσεις).

Εξάνθημα / δερματικές αντιδράσεις

Οι περισσότεροι ασθενείς με ήπιας ή μέτριας βαρύτητας εξάνθημα μπορούν να συνεχίσουν το Telzir. Τα κατάλληλα αντιϊσταμινικά (π.χ υδροχλωρική σετριζίνη) μπορεί να ελαττώσουν τον κνησμό και να επιταχύνουν την υποχώρηση του εξανθήματος. Σοβαρές και απειλητικές για τη ζωή δερματικές αντιδράσεις, συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Stevens-Johnson, αναφέρθηκαν σε λιγότερο από το 1% των ασθενών που συμπεριλήφθηκαν στο κλινικό πρόγραμμα ανάπτυξης. Το Telzir θα πρέπει να διακόπτεται μόνιμα σε περίπτωση σοβαρού εξανθήματος ή σε περίπτωση εξανθήματος μέτριας βαρύτητας με συστηματικά συμπτώματα ή συμπτώματα από τους βλεννογόνους (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).

Αιμοφιλικοί ασθενείς

Υπάρχουν αναφορές αυξημένης αιμορραγίας συμπεριλαμβανομένων των αυτόματων αιματωμάτων του δέρματος και των αίμαρθρων σε αιμοφιλικούς ασθενείς τύπου Α και Β που λαμβάνουν αναστολείς πρωτεάσης (PΙs). Για αυτόν το λόγο οι αιμοφιλικοί ασθενείς θα πρέπει να ενημερωθούν για την πιθανότητα αυξημένης αιμορραγίας.

Σωματικό βάρος και μεταβολικές παράμετροι

Κατά τη διάρκεια της αντιρετροϊικής θεραπείας ενδέχεται να παρουσιαστεί αύξηση του σωματικού βάρους καθώς και των επιπέδων των λιπιδίων και της γλυκόζης στο αίμα. Η παρακολούθηση των λιπιδίων και της γλυκόζης στο αίμα πρέπει να βασίζεται στις καθιερωμένες κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας του HIV. Οι διαταραχές των λιπιδίων θα πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως ενδείκνυται κλινικά.

Σύνδρομο Ανοσολογικής Αποκατάστασης

Σε HIV οροθετικούς ασθενείς με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια ενδέχεται να εμφανιστεί, κατά την έναρξη της συνδυασμένης αντιρετροϊκής αγωγής (CART), μία φλεγμονώδης αντίδραση σε ασυμπτωματικά ή υπολειμματικά ευκαιριακά παθογόνα και να προκληθούν σοβαρές κλινικές καταστάσεις ή επιδείνωση των συμπτωμάτων. Θα πρέπει να εκτιμώνται οποιαδήποτε φλεγμονώδη συμπτώματα και να ορίζεται θεραπεία όταν απαιτείται.

Oστεονέκρωση

Αναφέρθηκαν περιπτώσεις οστεονέκρωσης κυρίως σε ασθενείς με προχωρημένη λοίμωξη HIV και /ή μακράς διάρκειας έκθεση σε CART. Οι ασθενείς θα πρέπει να ζητούν ιατρική συμβουλή εάν παρουσιάζουν ενοχλήσεις και άλγος στις αρθρώσεις, δυσκαμψία άρθρωσης ή δυσκολία στην κίνηση.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-TELZIR
expand_more

Όταν συγχορηγούνται η φοσαμπρεναβίρη και η ριτοναβίρη, μπορεί να υπερισχύσει το προφίλ αλληλεπίδρασης του μεταβολικού φαρμάκου της ριτοναβίρης, επειδή η ριτοναβίρη είναι πιο ισχυρός αναστολέας του CYP3A4. Eπομένως, θα πρέπει κανείς να συμβουλεύεται τις πληροφορίες συνταγογράφησης της ριτοναβίρης πριν την έναρξη της θεραπείας με το Telzir σε συνδυασμό με ριτοναβίρη. Η ριτοναβίρη επίσης, αναστέλλει το CYP2D6 αλλά σε μικρότερο βαθμό από ότι το CYP3A4. Η ριτοναβίρη επάγει τα CYP3A4, CYP1A2, CYP2C9 και την γλυκουρονοσιλική τρανσφεράση. Επιπρόσθετα, τόσο η αμπρεναβίρη, ο ενεργός μεταβολίτης της φοσαμπρεναβίρης, όσο και η ριτοναβίρη μεταβολίζονται πρωταρχικά στο ήπαρ από το CYP3A4. Επομένως, οποιαδήποτε φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία είτε μοιράζονται αυτό το μεταβολικό μονοπάτι ή τροποποιούν την δραστικότητά του CYP3A4, μπορεί να τροποποιήσουν τη φαρμακοκινητική της αμπρεναβίρης και της ριτοναβίρης. Κατά ανάλογο τρόπο ταυτόχρονη χορήγηση της φοσαμπρεναβίρης σε συνδυασμό με τη ριτοναβίρη μπορεί να τροποποιήσει τη φαρμακοκινητική των άλλων ενεργών ουσιών που μοιράζονται το ίδιο μεταβολικό μονοπάτι. Οι μελέτες αλληλεπίδρασης έχουν διεξαχθεί μόνο σε ενήλικες. Εκτός εάν αναφέρεται αλλιώς, οι μελέτες που περιγράφονται παρακάτω έχουν διεξαχθεί με τη συνιστώμενη δοσολογία φοσαμπρεναβίρης/ριτοναβίρης (δηλαδή 700/100 mg δύο φορές την ημέρα) και η αλληλεπίδραση αξιολογήθηκε κάτω από συνθήκες σταθεροποιημένης κατάστασης όπου τα φάρμακα χορηγήθηκαν για 10 έως 21 ημέρες.

Φάρμακα ανά Θεραπευτική Κατηγορία Αλληλεπίδραση (Μέση γεωμετρική μεταβολή (%)) Σύσταση σχετικά με την συγχορήγηση (Πιθανός μηχανισμός)
ΑΝΤΙΡΕΤΡΟΪΚΑ ΦΑΡΜΑΚΑ
Μη νουκλεοσιδικοί αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης:
Εφαβιρένζη (600 mg άπαξ ημερησίως) Δεν παρατηρήθηκε κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση. Δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας.
Νεβιραπίνη (200mg δύο φορές την ημέρα) Δεν παρατηρήθηκε κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση. Δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας.
Ετραβιρίνη Αμπρεναβίρη AUC ↑ 69%, Αμπρεναβίρη Cmin↑ 77%, Αμπρεναβίρη Cmax↑ 62%, Ετραβιρίνη AUC ↔a, Ετραβιρίνη Cmin↔a, Ετραβιρίνη Cmax↔a (Συγκριτικά με προϋπάρχοντα στοιχεία) Ενδέχεται να χρειασθεί μείωση της δόσης του Telzir (χρησιμοποιώντας το πόσιμο εναιώρημα). (Μελέτη που διεξήχθη σε 8 ασθενείς)
Νουκλεοσιδικοί / Νουκλεοτιδικοί αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης:
Αβακαβίρη Δεν αναμένεται κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση. Δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας.
Λαμιβουδίνη Δεν αναμένεται κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση. Δεν απαιτείται διαχωρισμός της δόσης ή ρύθμιση της δοσολογίας (βλ. Αντιόξινα).
Ζιδοβουδίνη Δεν αναμένεται κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση. (Η μελέτη διεξήχθη με την αμπρεναβίρη.) Δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας.
Διδανοσίνη μασώμενο δισκίο Δεν υπάρχουν μελέτες φαρμακευτικής αλληλεπίδρασης με FPV/RTV.
Διδανοσίνη γαστροανθεκτικό καψάκιο Δεν υπάρχουν μελέτες αλληλεπίδρασης.
Τενοφοβίρη δισοπροξιλική (300 mg άπαξ ημερησίως) Δεν παρατηρήθηκε κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση. Δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας.
Αναστολείς πρωτεάσης:
Λοπιναβίρη / ριτοναβίρη (400 mg/100 mg δύο φορές την ημέρα) Λοπιναβίρη: Cmax↑ 30%, Λοπιναβίρη: AUC ↑ 37%, Λοπιναβίρη: Cmin ↑ 52%, Αμπρεναβίρη: Cmax ↓ 58%, Αμπρεναβίρη: AUC ↓ 63%, Αμπρεναβίρη: Cmin ↓ 65% Η ταυτόχρονη χρήση δεν συνιστάται.
Λοπιναβίρη / ριτοναβίρη (533 mg/133 mg δύο φορές την ημέρα, Telzir 1400 mg δύο φορές την ημέρα) Λοπιναβίρη: Cmax ↔, Λοπιναβίρη: AUC ↔, Λοπιναβίρη: Cmin ↔, Αμπρεναβίρη: Cmax ↓ 13%, Αμπρεναβίρη: AUC ↓ 26%, Αμπρεναβίρη: Cmin ↓ 42% (* συγκριτικά με φοσαμπρεναβίρη /ριτοναβίρη 700 mg/100 mg δύο φορές την ημέρα) Δεν μπορεί να δοθεί δοσολογική σύσταση.
Ινδιναβίρη Δεν υπάρχουν μελέτες αλληλεπίδρασης.
Σακουιναβίρη Δεν υπάρχουν μελέτες αλληλεπίδρασης.
Αταζαναβίρη (300 mg άπαξ ημερησίως) Αταζαναβίρη: Cmax ↓ 24%, Αταζαναβίρη: AUC↓ 22%, Αταζαναβίρη: Cmin↔, Αμπρεναβίρη: Cmax ↔, Αμπρεναβίρη: AUC ↔, Αμπρεναβίρη: Cmin ↔ ( συγκριτικά με αταζαναβίρη/ ριτοναβίρη 300 mg/ 100 mg άπαξ ημερησίως) Δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας.
Αναστολείς ιντεγκράσης
Ραλτεγκραβίρη (400 mg δύο φορές την ημέρα) Κατάσταση νηστείας: Αμπρεναβίρη: Cmax ↓ 14%, AUC ↓ 16%, Cmin ↓ 19%, Ραλτεγκραβίρη: Cmax ↓ 51%, AUC ↓ 55%, Cmin ↓ 36%. Μετά από λήψη τροφής: Αμπρεναβίρη: Cmax ↓25%, AUC ↓25%, Cmin ↓ 33%, Ραλτεγκραβίρη: Cmax ↓56%, AUC ↓54%, Cmin ↓ 54%. Η ταυτόχρονη χρήση δεν συνιστάται. Η σημαντική μείωση στην έκθεση και την Cmin που παρατηρήθηκε τόσο σε αμπρεναβίρη όσο και σε ραλτεγκραβίρη (ιδιαίτερα μετά από λήψη τροφής) μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την ιολογική αποτυχία στους ασθενείς.
Ντολουτεγκραβίρη (50 mg άπαξ ημερησίως) Ντολουτεγκραβίρη: Cmax ↓ 24%, AUC ↓ 35%, Cτ ↓ 49%, Αμπρεναβίρη: Cmax ↔, Αμπρεναβίρη: AUC ↔, Αμπρεναβίρη: Cmin ↔ Δεν συνιστάται προσαρμογή της δόσης για τη φοσαμπρεναβίρη ή τη ντολουτεγκραβίρη βάσει των παρατηρούμενων σχέσεων έκθεσης-ανταπόκρισης των κλινικών δεδομένων. Απαιτείται προσοχή και συνιστάται στενή παρακολούθηση όταν αυτός ο συνδυασμός χορηγείται σε ασθενείς που παρουσιάζουν αντοχή σε αναστολείς της ιντεγκράσης.
Ανταγωνιστές υποδοχέων CCR5
Maraviroc (300 mg δύο φορές την ημέρα) Maraviroc: AUC12 ↑ 2.49, Cmax↑ 1.52, C12 ↑ 4.74, Αμπρεναβίρη: AUC12 ↓ 0.65, Cmax ↓ 0.66, C12 ↓ 0.64, Ριτοναβίρη AUC12 ↓ 0.66, Cmax ↓ 0.61, C12 ↔ 0.86 Η ταυτόχρονη χρήση δεν συνιστάται. Η σημαντική μείωση στην Cmin που παρατηρήθηκε σε αμπρεναβίρη μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την ιολογική αποτυχία στους ασθενείς.
Φάρμακα κατά του ιού της ηπατίτιδας C
Σιμεπρεβίρη Δεν έχει μελετηθεί. Αποτελέσματα από μελέτες με άλλους αναστολείς πρωτεάσης HIV και σιμεπρεβίρη ή ντακλατασβίρη, υποδεικνύουν ότι η συγχορήγηση με φοσαμπρεναβίρη/ριτοναβίρη ενδέχεται να οδηγήσει σε αυξημένες εκθέσεις σιμεπρεβίρης ή ντακλατασβίρης στο πλάσμα λόγω αναστολής του ενζύμου CYP3A4. Δεν συνιστάται.
Ντακλατασβίρη (Όπως Σιμεπρεβίρη) Δεν συνιστάται.
Παριταπρεβίρη (μαζί με ριτοναβίρη και ομπιτασβίρη και συγχορηγείται με ντασαμπουβίρη) Δεν έχει μελετηθεί. Αποτελέσματα από μελέτες με άλλους αναστολείς πρωτεάσης HIV και παριταπρεβίρη/ριτοναβίρη/ομπιτασβίρη +/- ντασαμπουβίρη υποδεικνύουν ότι η συγχορήγηση φοσαμπρεναβίρης/ριτοναβίρης με παριταπρεβίρη/ριτοναβίρη/ομπιτασβίρη +/-ντασαμπουβίρη ενδέχεται να οδηγήσει σε αυξημένες εκθέσεις παριταπρεβίρης στο πλάσμα λόγω αναστολής του ενζύμου CYP3A4 και υψηλότερης δόσης ριτοναβίρης. Αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
ΑΝΤΙΑΡΥΘΜΙΚΑ
Αμιοδαρόνη Αμιοδαρόνη: ↑ αναμένεται (Αναστολή του CYP3A4 από FPV/RTV) Αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις). Δυνητικός κίνδυνος σοβαρών και επικίνδυνων για τη ζωή αντιδράσεων όπως καρδιακή αρρυθμία.
Βεπριδίλη Βεπριδίλη: ↑ αναμένεται (Αναστολή του CYP3A4 από FPV/RTV) Αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις). Δυνητικός κίνδυνος σοβαρών και επικίνδυνων για τη ζωή αντιδράσεων όπως καρδιακή αρρυθμία.
Κινιδίνη Κινιδίνη: ↑ αναμένεται (Αναστολή του CYP3A4 από FPV/RTV) Αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις). Δυνητικός κίνδυνος σοβαρών και επικίνδυνων για τη ζωή αντιδράσεων όπως καρδιακή αρρυθμία.
Φλεκαϊνίδη Φλεκαϊνίδη: ↑ αναμένεται (Αναστολή του CYP2D6 από RTV) Αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις). Δυνητικός κίνδυνος σοβαρών και επικίνδυνων για τη ζωή αντιδράσεων όπως καρδιακή αρρυθμία.
Προπαφενόνη Προπαφενόνη: ↑ αναμένεται (Αναστολή του CYP2D6 από RTV) Αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις). Δυνητικός κίνδυνος σοβαρών και επικίνδυνων για τη ζωή αντιδράσεων όπως καρδιακή αρρυθμία.
ΠΑΡΑΓΩΓΑ ΕΡΓΟΤΑΜΙΝΗΣ
Διϋδροεργοταμίνη Διϋδροεργοταμίνη: ↑ αναμένεται (Αναστολή του CYP3A4 από FPV/RTV) Αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις). Δυνητικός κίνδυνος σοβαρών και επικίνδυνων για τη ζωή αντιδράσεων όπως οξεία τοξικότητα από εργοταμίνη χαρακτηριζόμενη από περιφερικό αγγειόσπασμο και ισχαιμία των άκρων και άλλων ιστών.
Εργοταμίνη Εργοταμίνη: ↑ αναμένεται (Αναστολή του CYP3A4 από FPV/RTV) Αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις). Δυνητικός κίνδυνος σοβαρών και επικίνδυνων για τη ζωή αντιδράσεων όπως οξεία τοξικότητα από εργοταμίνη χαρακτηριζόμενη από περιφερικό αγγειόσπασμο και ισχαιμία των άκρων και άλλων ιστών.
Εργονοβίνη Εργονοβίνη: ↑ αναμένεται (Αναστολή του CYP3A4 από FPV/RTV) Αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις). Δυνητικός κίνδυνος σοβαρών και επικίνδυνων για τη ζωή αντιδράσεων όπως οξεία τοξικότητα από εργοταμίνη χαρακτηριζόμενη από περιφερικό αγγειόσπασμο και ισχαιμία των άκρων και άλλων ιστών.
Μεθυλεργονοβίνη Μεθυλεργονοβίνη: ↑ αναμένεται (Αναστολή του CYP3A4 από FPV/RTV) Αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις). Δυνητικός κίνδυνος σοβαρών και επικίνδυνων για τη ζωή αντιδράσεων όπως οξεία τοξικότητα από εργοταμίνη χαρακτηριζόμενη από περιφερικό αγγειόσπασμο και ισχαιμία των άκρων και άλλων ιστών.
ΓΑΣΤΡΟΚΙΝΗΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ
Σισαπρίδη Σισαπρίδη: ↑ αναμένεται (Αναστολή του CYP3A4 από FPV/RTV) Αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις). Δυνητικός κίνδυνος σοβαρών και επικίνδυνων για τη ζωή αντιδράσεων όπως καρδιακή αρρυθμία.
ΑΝΤΙΙΣΤΑΜΙΝΙΚΑ (ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΩΝ Η1 ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ)
Αστελιζόλη Αστεμιζόλη: ↑ αναμένεται (Αναστολή του CYP3A4 από FPV/RTV) Αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις). Δυνητικός κίνδυνος σοβαρών και επικίνδυνων για τη ζωή αντιδράσεων όπως καρδιακή αρρυθμία.
Τερφεναδίνη Τερφεναδίνη: ↑ αναμένεται (Αναστολή του CYP3A4 από FPV/RTV) Αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις). Δυνητικός κίνδυνος σοβαρών και επικίνδυνων για τη ζωή αντιδράσεων όπως καρδιακή αρρυθμία.
ΝΕΥΡΟΛΗΠΤΙΚΑ
Πιμοζίδη Πιμοζίδη: ↑ αναμένεται (Αναστολή του CYP3A4 από FPV/RTV) Αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις). Δυνητικός κίνδυνος σοβαρών και επικίνδυνων για τη ζωή αντιδράσεων όπως καρδιακή αρρυθμία.
ΑΝΤΙΨΥΧΩΣΙΚΑ
Κουετιαπίνη Λόγω αναστολής του CYP3A από το Telzir, οι συγκεντρώσεις της κουετιαπίνης αναμένεται να αυξηθούν. Η συγχορήγηση Telzir και κουετιαπίνης αντενδείκνυται καθώς μπορεί να αυξήσει την τοξικότητα σχετιζόμενη με την κουετιαπίνη. Αυξημένες συγκεντρώσεις κουετιαπίνης στο πλάσμα μπορεί να οδηγήσουν σε κώμα.
Λουρασιδόνη Λουρασιδόνη: ↑ αναμένεται (αναστολή του CYP3A4). Δεν υπάρχουν μελέτες αλληλεπίδρασης με FPV/RTV. Η συγχορήγηση φοσαμπρεναβίρης/ριτοναβίρης με λουρασιδόνη αντενδείκνυται λόγω των πιθανών σοβαρών και/ή απειλητικών για τη ζωή αντιδράσεων που σχετίζονται με τη λουρασιδόνη (βλ. Αντενδείξεις).
ΛΟΙΜΩΞΕΙΣ
Αντιβακτηριακά:
Κλαρυθρομυκίνη Κλαρυθρομυκίνη: μέτρια ↑ αναμένεται (Αναστολή του CYP3A4). Η μελέτη διεξήχθη με την αμπρεναβίρη. Χρήση με προσοχή.
Ερυθρομυκίνη Ερυθρομυκίνη: ↑ αναμένεται (Αναστολή του CYP3A4 από FPV/RTV). Δεν υπάρχουν μελέτες αλληλεπίδρασης. Χρήση με προσοχή.
Αντιμυκοβακτηριδιακά:
Ριφαμπουτίνη (150 mg κάθε δεύτερη ημέρα) Ριφαμπουτίνη: Cmax ↓ 14%, AUC(0-48) ↔, 25-O-desacetylrifabutin: Cmax↑ 6 φορές*, AUC(0-48) ↑ 11 φορές*. Έκθεση στην αμπρεναβίρη αμετάβλητη συγκριτικά με ιστορικά δεδομένα. (*συγκριτικά με ριφαμπουτίνη 300 mg άπαξ ημερησίως). Συνιστάται μείωση κατά 75% της κανονική δόσης ριφαμπουτίνης (δηλαδή σε 150 mg κάθε δεύτερη ημέρα). Περαιτέρω μείωση της δόσης μπορεί να είναι αναγκαία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Η αύξηση του 25-Odesacetylrifabutin (δραστικός μεταβολίτης) μπορεί δυνητικά να οδηγήσει σε αύξηση των ανεπιθύμητων καταστάσεων που σχετίζονται με την ριφαμπουτίνη, ιδιαίτερα ραγοειδίτιδα.
Ριφαμπικίνη (600mg άπαξ ημερησίως) Αμπρεναβίρη: AUC ↓ 82% (Αμπρεναβίρη χωρίς ριτοναβίρη). Σημαντική ↓ APV αναμένεται. Αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις). Η μείωση της AUC της αμπρεναβίρης μπορεί να οδηγήσει σε ιολογική αποτυχία και ανάπτυξη ανθεκτικότητας.
Αντιμυκητιασικά:
Ιτρακοναζόλη Ιτρακοναζόλη: ↑ αναμένεται (Αναστολή του CYP3A4 από FPV/RTV). Δεν υπάρχουν μελέτες αλληλεπίδρασης. Δεν συνιστώνται υψηλές δόσεις (> 200 mg/ημερησίως) κετοκοναζόλης ή ιτρακοναζόλης.
Κετοκοναζόλη (200 mg άπαξ ημερησίως για τέσσερεις ημέρες) Κετοκοναζόλη: Cmax ↑ 25%, AUC ↑ 2.69-φορές. Αμπρεναβίρη: Cmax ↔, AUC ↔, Cmin ↔. Δεν συνιστώνται υψηλές δόσεις (> 200 mg/ημερησίως) κετοκοναζόλης ή ιτρακοναζόλης.
ΑΝΤΙΟΞΙΝΑ, ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ Η2 ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ ΙΣΤΑΜΙΝΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΑΝΤΛΙΑΣ ΠΡΩΤΟΝΙΩΝ
Μονή δόση 30 ml εναιωρήματος αντιόξινου Αμπρεναβίρη: Cmax ↓ 35%, AUC ↓ 18%, Cmin (C12h) ↔. Δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας με αντιόξινα, αναστολείς αντλίας πρωτονίων ή ανταγωνιστές H2 υποδοχέων ισταμίνης.
Ρανιτιδίνη (300 mg μονή δόση) Αμπρεναβίρη: Cmax ↓ 51%, AUC ↓ 30%, Cmin (C12h) ↔. Δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας με αντιόξινα, αναστολείς αντλίας πρωτονίων ή ανταγωνιστές H2 υποδοχέων ισταμίνης.
Εσομεπραζόλη (20 mg άπαξ ημερησίως) Αμπρεναβίρη Cmax ↔, AUC ↔, Cmin (C12h) ↔. Δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας με αντιόξινα, αναστολείς αντλίας πρωτονίων ή ανταγωνιστές H2 υποδοχέων ισταμίνης.
ΑΝΤΙΣΠΑΣΜΩΔΙΚΑ
Φαινυντοΐνη (300 mg άπαξ ημερησίως) Φαινυντοΐνη: Cmax ↓ 20%, AUC ↓ 22%, Cmin ↓ 29%. Αμπρεναβίρη: Cmax ↔, AUC ↑ 20%, Cmin ↑ 19%. Συνιστάται όπως παρακολουθούνται οι συγκεντρώσεις φαινυντοΐνης στο πλάσμα και η δόση της φαινυντοΐνης να αυξάνεται καταλλήλως.
Φαινοβαρβιτάλη Αμπρεναβίρη: ↓ αναμένεται. Δεν υπάρχουν μελέτες αλληλεπίδρασης. Χρήση με προσοχή (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Καρβαμαζεπίνη Αμπρεναβίρη: ↓ αναμένεται. Δεν υπάρχουν μελέτες αλληλεπίδρασης. Χρήση με προσοχή (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Λιδοκαΐνη (μέσω συστηματικής οδού) Λιδοκαΐνη: ↑ αναμένεται. Δεν υπάρχουν μελέτες αλληλεπίδρασης. Η ταυτόχρονη χρήση δεν συνιστάται. Μπορεί να προκαλέσει σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Αλοφαντρίνη Αλοφαντρίνη: ↑ αναμένεται. Δεν υπάρχουν μελέτες αλληλεπίδρασης. Η ταυτόχρονη χρήση δεν συνιστάται. Μπορεί να προκαλέσει σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ PDES
Σιλδεναφίλη Αναστολείς PDE5: ↑ αναμένεται. Η ταυτόχρονη χρήση δεν συνιστάται. Μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση των ανεπιθύμητων ενεργειών σχετιζόμενων με τον αναστολέα PDE5, περιλαμβανομένης της υπότασης, των οπτικών μεταβολών και του πριαπισμού. Οι ασθενείς πρέπει να προειδοποιούνται. Σημειώστε ότι η συγχορήγηση Telzir με χαμηλή δόση ριτοναβίρης μαζί με σιλδεναφίλη χρησιμοποιούμενη για τη θεραπεία της πνευμονικής αρτηριακής υπέρτασης αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
Βαρδεναφίλη Αναστολείς PDE5: ↑ αναμένεται. Δεν υπάρχουν μελέτες αλληλεπίδρασης. Η ταυτόχρονη χρήση δεν συνιστάται. (Όπως Σιλδεναφίλη, χωρίς την ειδική σημείωση για πνευμονική υπέρταση).
Ταδαλαφίλη Αναστολείς PDE5: ↑ αναμένεται. Δεν υπάρχουν μελέτες αλληλεπίδρασης. Η ταυτόχρονη χρήση δεν συνιστάται. (Όπως Σιλδεναφίλη, χωρίς την ειδική σημείωση για πνευμονική υπέρταση).
ΕΙΣΠΝΕΟΜΕΝΑ/ΡΙΝΙΚΑ ΣΤΕΡΟΕΙΔΗ
Προπιονική φλουτικαζόνη (50 µg ενδορινικά 4 φορές την ημέρα) Προπιονική φλουτικαζόνη: ↑. Εγγενή επίπεδα κορτιζόλης: ↓ 86%. Δεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση εκτός εάν το δυνητικό όφελος της θεραπείας αντισταθμίζει τον κίνδυνο των συστηματικών δράσεων των κορτικοστεροειδών (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης του γλυκοκορτικοειδούς.
ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΟΥ ΑΛΦΑ 1ΑΔΡΕΝΟΥΠΟΔΟΧΕΑ
Αλφουζοσίνη Δυνητικός κίνδυνος για αυξημένες συγκεντρώσεις αλφουζοσίνης που μπορεί να οδηγήσουν σε υπόταση. Ο μηχανισμός αλληλεπίδρασης είναι η αναστολή του CYP3A4 από την φοσαμπρεναβίρη/ριτοναβίρη. Η συγχορήγηση TELZIR/ριτοναβίρης με αλφουζοσίνη αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
ΦΥΤΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ
Βότανο Αγίου Ιωάννη (Hypericum perforatum) Αμπρεναβίρη ↓ αναμένεται. Φυτικά παρασκευάσματα που περιέχουν βότανο του Αγίου Ιωάννη δεν πρέπει να συνδυάζονται με το Telzir (βλ. Αντενδείξεις).
ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΗΣ HMG-COA ΑΝΑΓΩΓΑΣΗΣ
Λοβαστατίνη Λοβαστατίνη: ↑ αναμένεται. Δεν υπάρχουν μελέτες αλληλεπίδρασης. Αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις). Αυξημένες συγκεντρώσεις των αναστολέων της HMG-CoA αναγωγάσης μπορεί να προκαλέσουν μυοπάθεια, περιλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης.
Σιμβαστατίνη Σιμβαστατίνη: ↑ αναμένεται. Δεν υπάρχουν μελέτες αλληλεπίδρασης. Αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις). (Όπως Λοβαστατίνη).
Ατορβαστατίνη (10 mg άπαξ ημερησίως για 4 ημέρες) Ατορβαστατίνη: Cmax ↑ 184%, AUC ↑ 153%, Cmin ↑ 73%. Αμπρεναβίρη: Cmax ↔, AUC ↔, Cmin ↔. Δόσεις ατορβαστατίνης όχι μεγαλύτερες από 20 mg/ημερησίως πρέπει να χορηγούνται με προσεκτική παρακολούθηση για τοξικότητα από την ατορβαστατίνη.
ΑΝΟΣΟΚΑΤΑΣΤΑΛΤΙΚΑ
Κυκλοσπορίνη Κυκλοσπορίνη: ↑ αναμένεται. Δεν υπάρχουν μελέτες αλληλεπίδρασης. Συνιστάται συχνή παρακολούθηση των θεραπευτικών συγκεντρώσεων των επιπέδων ανοσοκαταστολής μέχρι να επιτευχθούν επίπεδα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ραπαμυκίνη Ραπαμυκίνη: ↑ αναμένεται. Δεν υπάρχουν μελέτες αλληλεπίδρασης. Συνιστάται συχνή παρακολούθηση των θεραπευτικών συγκεντρώσεων των επιπέδων ανοσοκαταστολής μέχρι να επιτευχθούν επίπεδα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Tacrolimus Tacrolimus: ↑ αναμένεται. Δεν υπάρχουν μελέτες αλληλεπίδρασης. Συνιστάται συχνή παρακολούθηση των θεραπευτικών συγκεντρώσεων των επιπέδων ανοσοκαταστολής μέχρι να επιτευχθούν επίπεδα (βλ. Ειδικές προειδολογήσεις).
ΒΕΝΖΟΔΙΑΖΕΠΙΝΕΣ
Μιδαζολάμη Μιδαζολάμη: ↑ αναμένεται (3-4 φορές για παρεντερική χορήγηση μιδαζολάμης). Το Telzir/ριτοναβίρη δεν θα πρέπει να συγχορηγείται με από το στόμα χορηγούμενη μιδαζολάμη (βλ. Αντενδείξεις), ενώ χρειάζεται προσοχή με τη συγχορήγηση Telzir/ριτοναβίρης και παρεντερικά χορηγούμενης μιδαζολάμης.
ΤΡΙΚΥΚΛΙΚΑ ΑΝΤΙΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΑ
Δεσιπραμίνη Τρικυκλικά αντικαταθληπτικά: ↑ αναμένεται. Δεν υπάρχουν μελέτες αλληλεπίδρασης. Συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των θεραπευτικών και ανεπιθύμητων αντιδράσεων των τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Νορτριπτιλίνη Τρικυκλικά αντικαταθληπτικά: ↑ αναμένεται. Δεν υπάρχουν μελέτες αλληλεπίδρασης. Συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των θεραπευτικών και ανεπιθύμητων αντιδράσεων των τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
ΟΠΙΟΕΙΔΗ
Μεθαδόνη (≤ 200 mg άπαξ ημερησίως) (R-) μεθαδόνη: Cmax ↓ 21%, (R-) μεθαδόνη: AUC ↓ 18%. Προληπτικά οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σύνδρομο απόσυρσης. Η μείωση της (R-) μεθαδόνης (δραστικό εναντιομερές) δεν αναμένεται να είναι κλινικά σημαντική.
ΑΠΟ ΤΟΥ ΣΤΟΜΑΤΟΣ ΧΟΡΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΝΤΙΠΗΚΤΙΚΑ
Βαρφαρίνη Πιθανή ↓ ή ↑ της αντοθρομβωτικής δράσης. Δεν υπάρχουν μελέτες αλληλεπίδρασης. Συνιστάται αυξημένη παρακολούθηση του International Normalised Ratio (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Άλλα από του στόματος χορηγούμενα αντιπηκτικά Πιθανή ↓ ή ↑ της αντοθρομβωτικής δράσης. Συνιστάται αυξημένη παρακολούθηση του International Normalised Ratio (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
ΑΝΤΙΣΥΛΛΗΠΤΙΚΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΤΟΜΑ
Αιθινυλοιστραδιόλη (0.035 mg)/Νορεθιστερόνη (0.5 mg) άπαξ ημερησίως Αιθινυλοιστραδιόλη: Cmax ↓28%, AUC ↓37%. Νορεθιστερόνη: Cmax ↓38%, AUC ↓34%, Cmin ↓ 26. Αμπρεναβίρη: Cmax ↔, AUC ↔, Cmin ↔. Ριτοναβίρη: Cmax ↑63%, AUC ↑45%*. Κλινικά σημαντικές αυξήσεις των ηπατικών τρανσαμινασών εμφανίσθηκαν σε ορισμένα άτομα. Σε γυναίκες που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία συνιστώνται εναλλακτικές μη ορμονολογικές μέθοδοι αντισύλληψης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
ΕΚΛΕΚΤΙΚΟΙ ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΕΠΑΝΑΠΡΟΣΛΗΨΗΣ ΣΕΡΟΤΟΝΙΝΗΣ (SSRIS)
Παροξετίνη (20 mg άπαξ ημερησίως) Παροξετίνη: Cmax ↓ 51%, AUC ↓55%. Αμπρεναβίρη: Cmax ↔, AUC ↔, Cmin ↔*. Συνιστάται τιτλοποίηση της δόσης της παροξετίνης με βάση την κλινική αξιολόγηση της αντικαταθλιπτικής ανταπόκρισης. Ασθενείς σε σταθερή δόση παροξετίνης που αρχίζουν θεραπεία με Telzir και ριτοναβίρη θα πρέπει να παρακολουθούνται ως προς την αντικαταθλιπτική τους ανταπόκριση.
Αντινεοπλασματικοί ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ που μεταβολίζονται από το CYP3A
δασατινίμπη δασατινίμπη: ↑ αναμένεται. Δεν υπάρχουν μελέτες αλληλεπίδρασης με FPV/RTV. Όταν οι αντινεοπλασματικοί παράγοντες που μεταβολίζονται από το CYP3A συγχορηγούνται με φοσαμπρεναβίρη/ριτοναβίρη, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα αυτών των αντινεοπλασματικών φαρμάκων μπορεί να αυξηθούν και να αυξήσουν τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών.
νιλοτινίμπη νιλοτινίμπη: ↑ αναμένεται. Δεν υπάρχουν μελέτες αλληλεπίδρασης με FPV/RTV. Όταν οι αντινεοπλασματικοί παράγοντες που μεταβολίζονται από το CYP3A συγχορηγούνται με φοσαμπρεναβίρη/ριτοναβίρη, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα αυτών των αντινεοπλασματικών φαρμάκων μπορεί να αυξηθούν και να αυξήσουν τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών.
ιβρουτινίμπη ιβρουτινίμπη: ↑ αναμένεται. Δεν υπάρχουν μελέτες αλληλεπίδρασης με FPV/RTV. Όταν οι αντινεοπλασματικοί παράγοντες που μεταβολίζονται από το CYP3A συγχορηγούνται με φοσαμπρεναβίρη/ριτοναβίρη, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα αυτών των αντινεοπλασματικών φαρμάκων μπορεί να αυξηθούν και να αυξήσουν τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών.
βινμπλαστίνη βινμπλαστίνη: ↑ αναμένεται. Δεν υπάρχουν μελέτες αλληλεπίδρασης με FPV/RTV. Όταν οι αντινεοπλασματικοί παράγοντες που μεταβολίζονται από το CYP3A συγχορηγούνται με φοσαμπρεναβίρη/ριτοναβίρη, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα αυτών των αντινεοπλασματικών φαρμάκων μπορεί να αυξηθούν και να αυξήσουν τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών.
εβερόλιμους εβερόλιμους: ↑ αναμένεται. Δεν υπάρχουν μελέτες αλληλεπίδρασης με FPV/RTV. Όταν οι αντινεοπλασματικοί παράγοντες που μεταβολίζονται από το CYP3A συγχορηγούνται με φοσαμπρεναβίρη/ριτοναβίρη, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα αυτών των αντινεοπλασματικών φαρμάκων μπορεί να αυξηθούν και να αυξήσουν τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-TELZIR
expand_more

Περίληψη του προφίλ ασφαλείας

Το προφίλ ασφαλείας ήταν παρόμοιο σε όλες τις μελέτες σε ενήλικες: ασθενείς που δεν είχαν ξαναπάρει αντιρετροϊκά (APV30002, ESS100732) και ασθενείς που είχαν ξαναπάρει αναστολέα πρωτεάσης (δοσολογία δύο φορές την ημέρα, APV30003). Αυτό βασίζεται σε δεδομένα ασφαλείας από συνολικά 864 ασθενείς που εκτέθηκαν σε φοσαμπρεναβίρη/ριτοναβίρη σε αυτές τις τρεις μελέτες. Οι συχνότερα (> 5% των ενηλίκων που έλαβαν θεραπεία) αναφερθείσες ανεπιθύμητες ενέργειες με τον συνδυασμό φοσαμπρεναβίρης/ριτοναβίρης, ήταν αντιδράσεις από το γαστρεντερικό σύστημα (ναυτία, διάρροια, κοιλιακό άλγος και έμετος) και κεφαλαλγία. Οι περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονταν με θεραπείες συνδυασμού φοσαμπρεναβίρης/ριτοναβίρης ήταν ήπιας έως μέτριας βαρύτητας, πρώιμης έναρξης και σπανίως περιόρισαν την θεραπευτική αγωγή. Ποιο σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες όπως σοβαρά δερματικά εξανθήματα και αύξηση των ηπατικών τρανσαμινασών έχουν επίσης αναφερθεί (βλ. παρακάτω κείμενο “εξάνθημα/δερματικές αντιδράσεις”).

Συνοπτικός πίνακας των ανεπιθύμητων ενεργειών

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρονται ανά κατηγορία οργάνου συστήματος κατά MedDRA και απόλυτη συχνότητα. Οι συχνότητες ορίζονται ως:

  • Πολύ συχνές (≥ 1/10)
  • Συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10)
  • Όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100)
  • Σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000)
  • Πολύ σπάνιες (< 1/10.000)
  • Μη γνωστές

Οι κατηγορίες συχνότητας για τις παρακάτω ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν βασιστεί σε κλινικές δοκιμές και μετεγκριτικά στοιχεία. Οι περισσότερες από τις παρακάτω ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρθηκαν σε τρεις μεγάλες κλινικές δοκιμές σε ενήλικες όπου οι ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν τουλάχιστον μέτριας έντασης (Βαθμός 2 ή περισσότερο), εμφανίσθηκαν σε τουλάχιστον 1% των ασθενών και αναφέρθηκαν από τους ερευνητές ότι οφείλονταν στα φάρμακα που χρησιμοποιήθηκαν στις μελέτες.

Οργανικό σύστημα του σώματος Ανεπιθύμητη ενέργεια Συχνότητα
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Κεφαλαλγία Συχνές
Ζάλη Συχνές
Παραισθησία του στόματος Συχνές
Γαστρεντερικές διαταραχές Διάρροια Πολύ συχνές
Μαλακά κόπρανα Συχνές
Ναυτία Συχνές
Έμετος Συχνές
Κοιλιακό άλγος Συχνές
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Σύνδρομο Stevens Johnson Σπάνιες
Αγγειοοίδημα Όχι συχνές
Εξάνθημα Συχνές
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Κόπωση Συχνές
Παρακλινικές εξετάσεις Αυξημένη χοληστερόλη αίματος Πολύ συχνές
Αυξημένα τριγλυκερίδια αίματος Συχνές
Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης Συχνές
Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρασφεράση Συχνές
Αυξημένη λιπάση Συχνές

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

Εξάνθημα / δερματικές αντιδράσεις: ερυθηματώδες ή κηλιδοβλατιδώδες δερματικό εξάνθημα, με ή χωρίς κνησμό, μπορεί να συμβεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Γενικά, το εξάνθημα θα υποχωρήσει αυτόματα χωρίς να χρειαστεί διακοπή της θεραπείας με φοσαμπρεναβίρη και ριτοναβίρη. Σοβαρού βαθμού ή απειλητικά για τη ζωή περιστατικά εξανθήματος, συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Stevens-Johnson, είναι σπάνια. Η φοσαμπρεναβίρη με ριτοναβίρη θα πρέπει να διακοπεί οριστικά σε περίπτωση σοβαρού εξανθήματος ή σε περίπτωση εξανθήματος ήπιας ή μέσης βαρύτητας, που συσχετίζεται με συστηματικά συμπτώματα ή συμπτώματα από τους βλεννογόνους (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Μη φυσιολογικές τιμές παραμέτρων κλινικής χημείας: μη φυσιολογικές τιμές παραμέτρων κλινικής χημείας (3ου ή 4ου Βαθμού) δυνητικά συνδεόμενες με τη θεραπεία με φοσαμπρεναβίρη και ριτοναβίρη, που έχουν αναφερθεί σε ποσοστό μεγαλύτερο ή ίσο του 1% των ενηλίκων ατόμων, περιελάμβαναν αύξηση των ALT (συχνή), AST (συχνή), λιπάσης ορού (συχνή) και τριγλυκεριδίων (συχνή).

Μεταβολικές παράμετροι: Το σωματικό βάρος και τα επίπεδα των λιπιδίων και της γλυκόζης στο αίμα ενδέχεται να αυξηθούν κατά τη διάρκεια της αντιρετροϊικής θεραπείας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Ραβδομυόλυση: αύξηση της CPK, μυαλγία, μυοσίτιδα και σπάνια ραβδομυόλυση, έχουν αναφερθεί με τους αναστολείς των πρωτεασών και ειδικότερα σε συσχέτιση με τα ανάλογα νουκλεοσιδίων.

Σύνδρομο Ανοσολογικής Αποκατάστασης: σε HIV οροθετικούς ασθενείς με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια ενδέχεται να εμφανιστεί, κατά την έναρξη της συνδυασμένης αντιρετροϊκής αγωγής (CART), μία φλεγμονώδης αντίδραση σε ασυμπτωματικά ή υπολειμματικά ευκαιριακά παθογόνα. Αυτοάνοσες διαταραχές (όπως η νόσος Graves και η αυτοάνοση ηπατίτιδα) έχουν επίσης αναφερθεί στα πλαίσια του συνδρόμου ανοσολογικής αποκατάστασης, ωστόσο, ο αναφερόμενος χρόνος έως την εμφάνιση τους, ποικίλει περισσότερο και αυτά τα συμβάντα μπορεί να εμφανιστούν πολλούς μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Οστεονέκρωση: έχουν αναφερθεί περιστατικά οστεονέκρωσης, ιδιαίτερα σε ασθενείς με γενικά αναγνωρισμένους παράγοντες κινδύνου, προχωρημένη HIV νόσος ή μακροπρόθεσμη έκθεση σε CART. Η συχνότητα αυτής είναι άγνωστη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Παιδιατρικός / άλλοι πληθυσμοί

Παιδιά και έφηβοι: Το προφίλ ανεπιθύμητων ενεργειών σε παιδιά και έφηβους βασίζεται σε συγκεντρωτικά δεδομένα ασφάλειας από δύο μελέτες (APV29005 δεδομένα Εβδομάδας 24 και APV20003 δεδομένα Εβδομάδας 168 [τελικά δεδομένα]) στις οποίες 158 άτομα με HIV-1, ηλικίας 2 έως 18 ετών, έλαβαν φοσαμπρεναβίρη με ριτοναβίρη με βασική θεραπεία νουκλεοσιδικού αναστολέα ανάστροφης μεταγραφάσης. Γενικά, το προφίλ ασφάλειας σε αυτά τα 158 παιδιά και εφήβους ήταν παρόμοιο με αυτό που παρατηρήθηκε στον πληθυσμό ενηλίκων. Ο έμετος εμφανίσθηκε συχνότερα μεταξύ των παιδιατρικών ασθενών. Οι σχετιζόμενες με το φάρμακο ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν συχνότερες στην APV20003 (57%) όπου τα άτομα έλαβαν φοσαμπρεναβίρη / ριτοναβίρη άπαξ ημερησίως έναντι της APV29005 (33%) όπου τα άτομα έλαβαν φοσαμπρεναβίρη / ριτοναβίρη δις ημερησίως. Δεν εντοπίστηκαν νέα σημάδια ασφάλειας από τις αναλύσεις δεδομένων 48 εβδομάδων από τις μελέτες APV29005 ή APV20002, στις οποίες 54 άτομα ηλικίας 4 εβδομάδων έως <2 ετών έλαβαν δύο φορές την ημέρα φοσαμπρεναβίρη / ριτοναβίρη με βασική θεραπεία νουκλεοσιδικού αναστολέα ανάστροφης μεταγραφάσης και 5 άτομα έλαβαν μόνο εφάπαξ δόσεις φοσαμπρεναβίρης με ή χωρίς ριτοναβίρη.

Αιμοφιλικοί ασθενείς: Υπάρχουν αναφορές αυξημένης αυτόματης αιμορραγίας σε αιμοφιλικούς ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς πρωτεάσης (βλ. Ειδικές προειδολογήσεις).

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-TELZIR
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιϊικά για συστηματική χρήση, αναστολέας πρωτεάσης, κωδικός ATC: J05A E07

Μηχανισμός δράσης

Η in vitro αντιική δραστηριότητα που παρατηρήθηκε με την φοσαμπρεναβίρη οφείλεται στην παρουσία μικροποσοτήτων αμπρεναβίρης. Η αμπρεναβίρη είναι ένας ανταγωνιστικός αναστολέας της HIV πρωτεάσης. Η αμπρεναβίρη συνδέεται με το δραστικό σημείο της HIV-1 πρωτεάσης και ως εκ τούτου αποτρέπει την εξέλιξη των πολυπρωτεϊνικών πρόδρομων μορίων gag και gag-pol του ιού, με αποτέλεσμα τον σχηματισμό ανώριμων μη λοιμογόνων ιϊκών σωματιδίων. Η χορήγηση 700 mg φοσαμπρεναβίρης δύο φορές ημερησίως μαζί με 100 mg ριτοναβίρης δύο φορές ημερησίως, έχει ως αποτέλεσμα συγκεντρώσεις αμπρεναβίρης στο πλάσμα (στοιχεία από τη μελέτη APV30003 σε ασθενείς που είχαν λάβει ξανά αντιρετροϊκή θεραπεία) το οποίο έχει ως αποτέλεσμα τους πρωτεϊνικούς προσαρμοσμένους λόγους των Cmin/IC50 και Cmin/IC95 21,7 (εύρος 1,19-240) και 3,21 (εύρος 0,26-30,0), αντιστοίχως.

Αντιική δραστηριότητα in vitro

Η in vitro αντιϊκή δραστικότητα της αμπρεναβίρης αξιολογήθηκε έναντι τόσο οξέως όσο και χρονίως HIV-1 IIIB μολυσμένων λεμφοβλαστικών κυτταρικών σειρών (MT-4, CEM-CCRG,H9) και σε λεμφοκύτταρα περιφερικού αίματος. Η 50% ανασταλτική συγκέντρωση (IC50) της αμπρεναβίρης κυμάνθηκε από 0,012 έως 0,08 μΜ σε οξέως μολυσμένα κύτταρα και ήταν 0,41 μΜ σε χρονίως μολυσμένα κύτταρα (1 μΜ= 0,50 μg/ml). Η σχέση μεταξύ της in vitro αντι-HIV-1 δραστικότητας της αμπρεναβίρης και της αναστολής του πολλαπλασιασμού του HIV-1 δεν έχει ακόμη διευκρινιστεί.

Αντοχή

In vivo α) Ασθενείς που δεν έχουν λάβει στο παρελθόν ART ή PI Έχουν αξιολογηθεί διάφορα σχήματα κατά τη διάρκεια των προγραμμάτων ανάπτυξης της αμπρεναβίρης/φοσαμπρεναβίρης με ή χωρίς συγχορήγηση ριτοναβίρης. Η ανάλυση δειγμάτων με ιολογική αποτυχία από αυτά τα σχήματα, καθόρισε τέσσερις κύριες οδούς αντοχής: V32I+I47V, I50V, I54L/M και I84V. Οι επιπρόσθετες μεταλλάξεις που παρατηρήθηκαν, οι οποίες μπορεί να συμβάλλσυν στην αντοχή ήταν: L10V/F/R, I13V, K20R/T, L33F/V, M36I, M46I/L, I47V/L Q58E, I62V, L63P, V77I, I85V και I93L. Όταν ενήλικες ασθενείς που δεν είχαν λάβει στο παρελθόν ART έλαβαν τις εγκεκριμένες δόσεις φοσαμπρεναβίρης /ριτοναβίρης, όπως και με άλλα σχήματα PI ενισχυμένα με ριτοναβίρη, οι μεταλλάξεις που περιγράφηκαν δεν παρατηρήθηκαν συχνά. Δεκαέξι από 434 ασθενείς που δεν είχαν λάβει στο παρελθόν ARΤ, οι οποίοι έλαβαν φοσαμπρεναβίρη 700 mg/ριτοναβίρη 100 mg δύο φορές την ημέρα στην ESS100732 παρουσίασαν ιολογική αποτυχία κατά την Εβδομάδα 48, με 14 γονότυπους στελεχών. Τρία από τα 14 στελέχη είχαν μεταλλάξεις σχετιζόμενες με αντοχή στην πρωτεάση. Μία μετάλλαξη σχετιζόμενη με αντοχή παρατηρήθηκε σε κάθε ένα από τα 3 στελέχη: K20K/R, I54I/L και I93I/L, αντίστοιχα. Μεταξύ των 81 παιδιατρικών ασθενών που δεν είχαν λάβει στο παρελθόν PI οι οποίοι έλαβαν φοσαμπρεναβίρη / ριτοναβίρη, 15 ασθενείς πληρούσαν την ορισθείσα στο πρωτόκολλο ιολογική αποτυχία στις 48 εβδομάδες στην APV29005 και έως 108 εβδομάδες στην APV20003. Κύριες ή APV-σχετιζόμενες μεταλλάξεις πρωτεάσης αναδυόμενες κατά τη διάρκεια της θεραπείας, παρατηρήθηκαν σε στελέχη ιού που απομονώθηκε από 2 ασθενείς. Τα προφίλ αντοχής ήταν παρόμοια με αυτα που παρατηρήθηκαν σε ενήλικες.

β) Ασθενείς που έχουν λάβει στο παρελθόν PI Αμπρεναβίρη Στις μελέτες με ενήλικες ασθενείς που είχαν λάβει στο παρελθόν PI, PRO30017 (αμπρεναβίρη 600 mg / ριτοναβίρη 100 mg δύο φορές την ημέρα στην υπομελέτη Α και Β με 80 και 37 ασθενείς αντίστοιχα), εμφανίσθηκαν οι παρακάτω μεταλλάξεις σε ασθενείς με ιολογική αποτυχία: L10F/I/V, V11I, I13V, K20R, V32I, L33F, E34Q, M36I, M46I/L, I47V, G48V, I50V, I54L/M/T/V, Q58E, D60E, I62V, A71V, V77I, V82A/I, I84V, I85V, L90M και I93L/M.

Φοσαμπρεναβίρη Στα πλαίσια μελετών με ενήλικες ασθενείς που είχαν λάβει στο παρελθόν PI και συγκεκριμένα στη μελέτη APV30003 και την επέκταση της, APV30005 (φοσαμπρεναβίρη 700 mg / ριτοναβίρη 100 mg δύο φορές την ημέρα: n=107), εμφανίσθηκαν οι παρακάτω μεταλλάξεις σε ασθενείς που παρουσίασαν ιολογική αποτυχία σε διάστημα 96 εβδομάδων: L10F/I, L24I, V32I, L33F, M36I, M46I/L, I47V, I50V, I54L/M/S, A71I/T/V, G73S, V82A, I84V και L90M. Στις παιδιατρικές μελέτες APV20003 και APV29005, 77 ασθενείς που είχαν λάβει στο παρελθόν PI, έλαβαν σχήματα βασισμένα σε φοσαμπρεναβίρη / ριτοναβίρη και 43 ασθενείς πληρούσαν τα ορισθέντα στη μελέτη κριτήρια ιολογικής αποτυχίας στις 48 εβδομάδες στην APV29005 και έως 108 εβδομάδες στην APV20003. Κύριες ή APV-σχετιζόμενες μεταλλάξεις πρωτεάσης αναδυόμενες κατά τη διάρκεια της θεραπείας, παρατηρήθηκαν σε στελέχη ιού που απομονώθηκε από 1 ασθενή στην APV29005 και από 6 ασθενείς στην APV20003. Τα προφίλ μεταλλάξεων που παρατηρήθηκαν ήταν παρόμοια με αυτά που περιγράφηκαν σε ενήλικες, οι οποίοι είχαν λάβει στο παρελθόν PI και στους οποίους χορηγήθηκε φοσαμπρεναβίρη / ριτοναβίρη.

Αντιική δράση σύμφωνα με τη γονοτυπική/φαινοτυπική αντοχή

Γονοτυπικός έλεγχος αντοχής Τα συστήματα ερμηνείας της γονοτυπικής εκτίμησης μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να υπολογιστεί η δραστηκότητα της αμπρεναβίρης / ριτοναβίρης ή της φοσαμπρεναβίρης / ριτοναβίρης σε ασθενείς με απομονωθέντα στελέχη με PI-αντοχή. Ο τρέχων (Ιούλιος 2006) αλγόριθμος ANRS AC-11 για τις φοσαμπρεναβίρη / ριτοναβίρη ορίζει ως αντοχή την παρουσία των μεταλλάξεων V32I+I47A/V, ή I50V, ή τουλάχιστον τέσσερις μεταλλάξεις μεταξύ των L10F/I/V, L33F, M36I, I54A/L/M/S/T/V, I62V, V82A/C/F/G, I84V και L90M και σχετίζεται με αυξημένη φαινοτυπική αντοχή στη φοσαμπρεναβίρη με ριτοναβίρη καθώς και με μειωμένη πιθανότητα ιολογικής ανταπόκρισης (αντοχή). Τα συμπεράσματα σχετικά με τη σχετικότητα συγκεκριμένων μεταλλάξεων ή προφίλ μετάλλαξης υπόκεινται σε αλλαγές με την προσθήκη νέων δεδομένων και συνιστάται να συμβουλεύεστε πάντα τα τρέχοντα συστήματα ερμηνείας κατά την ανάλυση των αποτελεσμάτων των δοκιμασιών αντοχής.

Φαινοτυπικός έλεγχος αντοχής Κλινικά τεκμηριωμένα συστήματα φαινοτυπικής εκτίμησης μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε συνδυασμό με τα γονοτυπικά δεδομένα για να υπολογισθεί η δραστικότητα της αμπρεναβίρης / ριτοναβίρης ή της φοσαμπρεναβίρης / ριτοναβίρης σε ασθενείς με απομονωθέντα στελέχη με PIαντοχή. Εταιρίες που ασχολούνται με διαγνωστικές δοκιμασίες για την εκτίμηση της αντοχής έχουν αναπτύξει κλινικά φαινοτυπικά όρια (cut-offs) για τα φάρμακα FPV/RTV, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την ερμηνεία των αποτελεσμάτων των δοκιμασιών αντοχής.

Κλινική εμπειρία

Η κλινική εμπειρία με τη φοσαμπρεναβίρη ενισχυμένη με ριτοναβίρη βασίζεται κυρίως σε δύο ανοικτές μελέτες, μία σε ασθενείς που δεν είχαν λάβει προηγουμένως αντιρετροϊκή θεραπεία (μελέτη ESS100732) και μία μελέτη πραγματοποιήθηκε σε ασθενείς που είχαν λάβει παλαιότερα αντιρετροϊκή θεραπεία (μελέτη APV30003). Αμφότερες οι μελέτες συνέκριναν την φοσαμπρεναβίρη / ριτοναβίρη με την λοπιναβίρη / ριτοναβίρη.

Ενήλικες ασθενείς που δεν έχουν λάβει στο παρελθόν αντιρετροϊκή θεραπεία Σε μία τυχαιοποιημένη ανοικτή μελέτη (ESS100732) σε ασθενείς που δεν είχαν λάβει ξανά αντιρετροϊκή θεραπεία, η χορήγηση φοσαμπρεναβίρης (700 mg) και ριτοναβίρης σε χαμηλή δόση (100 mg) δύο φορές την ημέρα σε συνδυασμό με αβακαβίρη / λαμιβουδίνη (600 mg / 300 mg) με τη μορφή δισκίου σταθερής δόσης χορηγούμενου μία φορά την ημέρα έδειξε συγκρίσιμη αποτελεσματικότητα στις 48 εβδομάδες σε σχέση με τη λοπιναβίρη / ριτοναβίρη (400 mg / 100 mg) χορηγούμενη δύο φορές την ημέρα, σε συνδυασμό με αβακαβίρη / λαμιβουδίνη (600 mg / 300 mg μία φορά την ημέρα). Η αποτελεσματικότητα της φοσαμπρεναβίρης συγχορηγούμενης με ριτοναβίρη και της λοπιναβίρης / ριτοναβίρης ήταν συγκρίσιμη (non-inferiority), βάσει του ποσοστού των ασθενών που πέτυχαν επίπεδα στο πλάσμα HIV-1 RNA < 400 αντίγραφα/ml σε 48 εβδομάδες (πρωτεύον τελικό σημείο). Όσο αφορά την TLOVR (χρόνος που απαιτείται για την απώλεια της ιολογικής ανταπόκρισης) ανάλυσης για τον ITT(E) πληθυσμό, το ποσοστό των ασθενών που πέτυχαν <400 αντίγραφα/ml ήταν 73% (315 / 434) στην ομάδα της φοσαμπρεναβίρης με ριτοναβίρη έναντι 71% (317 / 444) των ασθενών που έλαβαν λοπιναβίρη / ριτοναβίρη, με 95% διάστημα εμπιστοσύνης της διαφοράς [4,84%,7;05%].

Οι εκβάσεις ως προς την αποτελεσματικότητα ανά υποομάδες περιγράφονται στον παρακάτω πίνακα.

FPV/RTV 700 mg/100 mg δις ημερησίως (n= 434) Πληθυσμός ITT-E TLOVR ανάλυση LPV/RTV 400 mg/100 mg δις ημερησίως (n=444)
Ποσοστό με HIV-1 RNA < 400 αντίγραφα/ml
Όλα τα άτομα 72,5% 71,4%
Αρχική τιμή HIV-1 RNA < 100,000 αντίγραφα/ml 69,5% (n=197) 69,4% (n=209)
Αρχική τιμή HIV-1 RNA ≥ 100,000 αντίγραφα/ml 75,1% (n=237) 73,2% (n=235)
Ποσοστό με HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα /ml
Όλα τα άτομα 66% 65%
Αρχική τιμή HIV-1 RNA < 100,000 αντίγραφα /ml 67% (n=197) 64% (n=209)
Αρχική τιμή HIV-1 RNA ≥ 100,000 αντίγραφα/ml 65% (n=237) 66% (n=235)
Μέση μεταβολή από την αρχική τιμή στα κύτταρα CD4 (κύτταρα/µl)
ITT-E παρατηρούμενη ανάλυση 176 (n=323) 191 (n=336)

Μετά την ολοκλήρωση της περιόδου θεραπείας 48 εβδομάδων, άτομα σε Ευρωπαϊκά και Καναδικά κέντρα τηρούσαν τις προϋποθέσεις για να συμμετάσχουν σε παράταση της μελέτης έως την εβδομάδα 144, διατηρώντας το αρχικό θεραπευτικό σχήμα σύμφωνα με την αρχική τυχαιοποίηση. Μόνο 22% του αρχικού πληθυσμού στη μελέτη KLEAN συμμετείχε στην παράταση της μελέτης.

Οι εκβάσεις ως προς την αποτελεσματικότητα περιγράφονται στον παρακάτω πίνακα.

FPV/RTV 700 mg/100 mg δις ημερησίως (n= 105) Πληθυσμός ITT (Ext) LPV/RTV 400 mg/100 mg δις ημερησίως (n=91)
Ποσοστό με HIV-1 RNA < 400 αντίγραφα/ml
TLOVR ανάλυση
Εβδομάδα 96 93% 87%
Εβδομάδα 144 83% 70%
Ποσοστό με HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα /ml
Εβδομάδα 96 85% 75%
Εβδομάδα 144 73% 60%
ITT (Ext)
Παρατηρούμενη ανάλυση
Μέση Μεταβολή από την αρχική τιμή σε κύτταρα CD4 (κύτταρα/µl)
Εβδομάδα 96 292 (n=100) 286 (n=84)
Εβδομάδα 144 300 (n=87) 335 (n=66)

Ενήλικες ασθενείς που έχουν λάβει στο παρελθόν αντιρετροϊκή θεραπεία Σε μία τυχαιοποιημένη ανοικτή μελέτη (APV30003) σε ασθενείς που είχαν λάβει αναστολείς της πρωτεάσης με ιολογική αποτυχία (μικρότερη από ή ίση με δύο PIs) ο συνδυασμός φοσαμπρεναβίρης με ριτοναβίρη (700/ 100 mg δύο φορές ημερησίως ή 1400/ 200 mg άπαξ ημερησίως) δεν επέδειξε μεγαλύτερη ιϊκή καταστολή σε σχέση με τη λοπιναβίρη/ ριτοναβίρη, όπως μετρήθηκε με τον υπολογισμό της μέσης επιφάνειας κάτω από την καμπύλη μείον τη βασική τιμή (AAUCMB) για το HIV-1 RNA πλάσματος κατά τη διάρκεια των 48 εβδομάδων (το βασικό τελικό σημείο). Τα αποτελέσματα ήταν υπέρ της ομάδας λοπιναβίρη/ ριτοναβίρη όπως περιγράφονται παρακάτω. Όλοι οι ασθενείς σε αυτήν τη μελέτη εμφάνισαν αποτυχία στη θεραπεία σε ένα προηγούμενο θεραπευτικό σχήμα με έναν αναστολέα πρωτεάσης (οριζόμενη ως HIV-1 RNA πλάσματος το οποίο δεν εμφάνισε λιγότερα από 1000 αντίγραφα/ ml τουλάχιστον μετά από 12 συνεχείς εβδομάδες θεραπείας, ή ως η αρχική καταστολή του HIV-1 RNA το οποίο επανήλθε στα ≥ 1000 αντίγραφα /ml). Πάντως μόνο 65% των ασθενών ελάμβανε ένα σχήμα με βάση PI στην εισαγωγή της μελέτης. Ο πληθυσμός που συμμετείχε ήταν κυρίως ασθενείς που είχαν λάβει ξανά μέτρια αντιρετροϊκή θεραπεία. H μέση διάρκεια σε προηγούμενη έκθεση στους NRTIs ήταν 257 εβδομάδες για τους ασθενείς που ελάμβαναν φοσαμπρεναβίρη μαζί με ριτοναβίρη δύο φορές ημερησίως (79% είχαν ≥ 3 πριν τους NRTIs) και 210 εβδομάδες για τους ασθενείς που έλαβαν λοπιναβίρη/ ριτοναβίρη (64% είχαν ≥ 3 πριν τους NRTIs). Η μέση διάρκεια προηγούμενης έκθεσης στους αναστολείς πρωτεάσης ήταν 149 εβδομάδες για τους ασθενείς που ελάμβαναν φοσαμπρεναβίρη μαζί με ριτοναβίρη δύο φορές ημερησίως (49% έλαβαν ≥ 2 πριν τους PIs) και 130 εβδομάδες για τους ασθενείς που ελάμβαναν λοπιναβίρη/ ριτοναβίρη (40% έλαβαν ≥ 2 πριν τους PΙs). Oι μέσοι όροι AAUCMBs (log10 c/ml) στον πληθυσμό ΙΤΤ (Ε) (Παρατηρούμενη ανάλυση) στις 48 εβδομάδες (αρχικό τελικό σημείο) και άλλες εκβάσεις ως προς την αποτελεσματικότητα ανά υποκατηγορία περιγράφονται στους παρακάτω πίνακες.

FPV/RTV δις ημερησίως (N=107) LPV/RTV δις ημερησίως (N=103)
AAUCMB Παρατηρούμενη ανάλυση Μέση τιμή (n) Μέση τιμή (n)
Όλοι οι ασθενείς -1,53 (105) -1,76 (103)
1000 - 10,000 αντίγραφα/ml -1,53 (41) -1,43 (43)
>10,000 - 100,000 αντίγραφα /ml -1,59 (45) -1,81 (46)
>100,000 αντίγραφα /ml -1,38 (19) -2,61 (14)
FPV/RTV δις ημερησίως vs LPV/RTV δις ημερησίως
AAUCMB Μέση διαφορά (97,5% CI)
Όλοι οι ασθενείς 0,244 (-0,047, 0,536)
1000 - 10,000 αντίγραφα /ml -0,104 (-0,550, 0,342)
>10,000 - 100,000 αντίγραφα /ml 0,216 (-0,213, 0,664)
>100,000 αντίγραφα /ml 1,232 (0,512, 1,952)
AAUCMB Παρατηρούμενη ανάλυση Μέση τιμή (n) Μέση τιμή (n)
Όλοι οι ασθενείς -1,53 (105) -1,76 (103)
Αριθμός CD4 <50 -1,28 (7) -2,45 (8)
≥50 -1,55 (98) -1,70 (95)
<200 -1,68 (32) -2,07 (38)
≥ 200 -1,46 (73) -1,58 (65)
GSS σε OBT1
0 -1,42 (8) -1,91 (4)
1 -1,30 (35) -1,59 (23)
≥2 -1,68 (62) -1,80 (76)
n (%) n(%)
Άτομα (%) με HIV-1 RNA στο πλάσμα <50 αντίγραφα/ml 49 (46%) 52 (50%)
Άτομα (%) με HIV-1 RNA στο πλάσμα <400 αντίγραφα /ml 62 (58%) 63 (61%)
Άτομα με >1 log10 μεταβολή από την αρχική τιμή του HIV-1 RNA στο πλάσμα 62 (58%) 71 (69%)
Μεταβολή από την αρχική τιμή στα κύτταρα CD4 (κύτταρα/µl) Μέση τιμή (n) Μέση τιμή (n)
Όλοι οι ασθενείς 81 (79) 91 (85)

Κλειδί: 1GSS σε OBT: Βαθμός γονοτυπικής ευαισθησίας σε βελτιστοποιημένο υπόβαθρο. Το GSS παρήχθη χρησιμοποιώντας τις κατευθυντήριες οδηγίες του ANRS 2007. 2RD=F: Επανεμφάνιση ή διακοπή ίσον αποτυχημένη ανάλυση που είναι ισοδύναμη με TLOVR. FPV/RTV δις ημερησίως - Φοσαμπρεναβίρη με ριτοναβίρη δις ημερησίως, LPV/RTV δις ημερησίως - Λοπιναβίρη / ριτοναβίρη δις ημερησίως

Εβδομάδα 48 AAUCMB (n) Βαθμός γονοτυπικής ευαισθησίας σε OBT Ευαίσθητο σε FPV/RTV Αντοχή σε FPV/RTV
Όλα τα άτομα < 4 μεταλλάξεις από την βαθμολογία ≥ 4 μεταλλάξεις από την βαθμολογία
0 -1,42 (8) -1,83 (4) -1,01 (4)
1 -1,30 (35) -1,42 (29) -0,69 (6)
≥2 -1,68 (62) -1,76 (56) -0,89 (6)
Όλοι οι ασθενείς -1,53 (105) -1,65 (89) -0,85 (16)

Όπως φαίνεται στον παραπάνω πίνακα υπήρχαν μόνο 16 ασθενείς που είχαν αρχικά τον ιό με αντοχή στο FPV/RTV σύμφωνα με τη βαθμολογία ANRS. Δεδομένα από αυτό τον μικρό αριθμό που αναλύθηκαν περαιτέρω ανά υποκατηγορίες GSS χρειάζεται να ερμηνευτούν με προσοχή. Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα ώστε να προτείνεται η χρήση φοσαμπρεναβίρης με ριτοναβίρη σε ασθενείς με προηγούμενη βαρειά θεραπεία.

Παιδιά και έφηβοι ασθενείς ηλικίας άνω των 6 ετών Τα δισκία και το πόσιμο εναιώρημα φοσαμπρεναβίρης με ριτοναβίρη σε συνδυασμό με NRTIs έχουν αξιολογηθεί σε παιδιά και έφηβους ασθενείς που δεν είχαν λάβει και που είχαν λάβει στο παρελθόν αναστολέα πρωτεάσης. Το όφελος σε αυτή την ηλικιακή ομάδα παρήχθη κυρίως από την μελέτη APV29005, μια ανοικτή μελέτη διάρκειας 48 εβδομάδων και αξιολογεί το προφίλ φαρμακοκινητικής, την ασφάλεια και την αντιική δραστικότητα της φοσαμπρεναβίρης με ριτοναβίρη χορηγούμενης δις ημερησίως σε ασθενείς ηλικίας 2 έως 18 ετών με αναστολέα πρωτεάσης HIV 1 που έχουν λάβει και που δεν έχουν λάβει στο παρελθόν θεραπεία με αναστολέα πρωτεάσης. Τα αποτελέσματα έως τις 48 εβδομάδες θεραπείας παρέχονται παρακάτω. Στην APV29005 συμμετείχαν 30 ασθενείς ηλικίας 6 έως 11 ετών (η πλειονότητα των οποίων έλαβαν θεραπεία με φοσαμπρεναβίρη / ριτοναβίρη 18/3 mg/kg δις ημερησίως ή το σχήμα δισκίων για ενήλικες) και 40 ασθενείς ηλικίας 12 έως 18 ετών (η πλειονότητα των οποίων έλαβαν θεραπεία με το σχήμα δισκίων ενηλίκων).

Ασθενείς ηλικίας 6 έως 11 N=30 Ασθενείς ηλικίας 12 έως 18 N=40
Αρχικά χαρακτηριστικά
Κατάσταση ART/PI, n (%)
Ασθενείς που δεν έχουν λάβει στο παρελθόν ART 2 (7) 14 (35)
Ασθενείς που έχουν λάβει στο παρελθόν ART, ασθενείς που δεν έχουν λάβει στο παρελθόν PI 8 (27) 12 (30)
Ασθενείς που έχουν λάβει στο παρελθόν PI 20 (67) 14 (35)
Μέση διάρκεια πριν την έκθεση σε ART, εβδομάδες
NRTI 386 253
PI 409 209
Μέση τιμή πλάσματος HIV-1 RNA log10 αντίγραφα/mL 4,6 (n=29) 4,7
>100.000 αντίγραφα/ml, n (%) 9 (31) 13 (33)
Μέση τιμή CD4 κύτταρα/μl 470 250
Αριθμός CD4 < 350 κύτταρα/μl, n (%) 10 (33) 27 (68)
Αποτελεσματικότητα
Ασθενείς με πλάσμα HIV-1 RNA <400 αντίγραφα /ml, ανάλυση snapshot 16 (53%) 25 (63%)
Μέση μεταβολή από την αρχική τιμή σε κύτταρα CD4 (κύτταρα /μl), παρατηρούμενη ανάλυση 210 (n=21) 140 (n=35)

Αυτά τα δεδομένα ενισχύθηκαν περαιτέρω από την υποστηρικτική μελέτη APV20003, ωστόσο χρησιμοποιήθηκε διαφορετικό δοσολογικό σχήμα από αυτό της μελέτης APV29005.

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-TELZIR
expand_more

Μετά την από του στόματος χορήγηση, η φοσαμπρεναβίρη υδρολύεται ταχύτατα και σχεδόν ολοκληρωτικά σε αμπρεναβίρη και ανόργανο φώσφορο πριν να φτάσει στην συστηματική κυκλοφορία.Η μετατροπή της φοσαμπρεναβίρης σε αμπρεναβίρη φαίνεται να λαμβάνει χώρα καταρχήν στο εντερικό επιθήλιο. Έχουν αξιολογηθεί οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της αμπρεναβίρης μετά τη συγχορήγηση του Telzir με ριτοναβίρη σε υγιή ενήλικα άτομα και σε ασθενείς μολυσμένους από τον HIV-1 και δεν παρατηρήθηκαν ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων. Και οι δύο μορφές του Telzir, ως δισκίο και ως εναιώρημα από του στόματος, χορηγούμενα σε κατάσταση νηστείας, επιτυγχάνουν ισοδύναμες τιμές AUC∞ αμπρεναβίρης στο πλάσμα και το Telzir με τη μορφή εναιωρήματος από του στόματος επιτυγχάνει 14% υψηλότερη Cmax αμπρεναβίρης στο πλάσμα σε σχέση με τα από του στόματος δισκία.

Απορρόφηση

Μετά την εφάπαξ χορήγηση φοσαμπρεναβίρης, οι υψηλότερες συγκεντρώσεις πλάσματος της αμπρεναβίρης παρατηρούνται περίπου 2 ώρες μετά τη χορήγηση. Γενικά, οι τιμές της AUC για τη φοσαμπρεναβίρη είναι μικρότερες του 1% από αυτές που παρατηρούνται για την αμπρεναβίρη. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της φοσαμπρεναβίρης στους ανθρώπους δεν έχει καθιερωθεί. Μετά την από του στόματος χορήγηση πολλαπλών ισοδύναμων δόσεων φοσαμπρεναβίρης και αμπρεναβίρης, παρατηρήθηκαν συγκρίσιμες τιμές της AUC για την αμπρεναβίρη. Ωστόσο, οι τιμές της Cmax ήταν κατά 30% χαμηλότερες και οι τιμές της Cmin κατά 28% υψηλότερες με την φοσαμπρεναβίρη. Η συγχορήγηση ριτοναβίρης με φοσαμπρεναβίρη αυξάνει την AUC της αμπρεναβίρης στο πλάσμα κατά 2 φορές περίπου και την Cτ,ss στο πλάσμα κατά 4- έως 6-φορές, συγκριτικά με τις τιμές που επιτυγχάνονται όταν χορηγείται μόνο φοσαμπρεναβίρη. Μετά την από του στόματος χορήγηση πολλαπλών δόσεων φοσαμπρεναβίρης 700 mg μαζί με 100 mg ριτοναβίρης δύο φορές ημερησίως, η αμπρεναβίρη απορροφήθηκε ταχύτατα με μία γεωμετρική μέση (95% CI) μέγιστη συγκέντρωση πλάσματος σταθερής κατάστασης της αμπρεναβίρης, (Cmax) της τάξης των 6,08 (5,38-6,86) μg/ml η οποία συμβαίνει περίπου 1,5 (0,75-5,0) ώρες μετά τη δοσολογία (tmax). Η μέση χαμηλότερη τιμή συγκέντρωσης πλάσματος σταθερής κατάστασης της αμπρεναβίρης (Cmin) ήταν 2,12 (1,77-2,54) μg/ml και η AUC0-tau ήταν 39,6 (34,5-45,3) h*µg/m. Η χορήγηση φοσαμπρεναβίρης με τη μορφή δισκίου σε ασθενείς που είχαν γευματίσει (προτυποποιημένο γεύμα με υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά: 967 kcal, 67 γραμμάρια λίπος, 33 γραμμάρια πρωτεΐνες, 58 γραμμάρια υδατάνθρακες) δεν άλλαξε τις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της φοσαμπρεναβίρης στο πλάσμα (Cmax, tmax ή AUCο-∝) σε σύγκριση με την χορήγηση του ίδιου σκευάσματος σε κατάσταση νηστείας. Τα δισκία Telzir μπορούν να λαμβάνονται ανεξάρτητα της λήψης τροφής. Η συγχορήγηση της αμπρεναβίρης με χυμό γκρέϊπφρουτ, δε συνδέεται με κλινικά σημαντικές αλλαγές στη φαρμακοκινητική της αμπρεναβίρης πλάσματος.

Κατανομή

Ο φαινόμενος όγκος κατανομής της αμπρεναβίρης μετά από χορήγηση Telzir είναι περίπου 430 λίτρα (6 l/kg-υποθέτοντας ότι το σωματικό βάρος είναι 70 kg), υποδεικνύοντας μεγάλο όγκο κατανομής με διείσδυση της αμπρεναβίρης ελεύθερα μέσα στους ιστούς, πέρα από τη συστηματική κυκλοφορία. Η τιμή αυτή μειώνεται κατά 40% περίπου όταν το Telzir συγχορηγείται με ριτοναβίρη, το πιθανότερο λόγω αύξησης της βιοδιαθεσιμότητας της αμπρεναβίρης. Σε in vitro μελέτες η πρωτεϊνική σύνδεση της αμπρεναβίρης είναι περίπου 90%. Συνδέεται με το άλφα-1- οξύ της γλυκοπρωτεΐνης (AAG) και με τη λευκωματίνη, αλλά έχει υψηλότερη συγγένεια με την AAG. Απεδείχθη ότι οι συγκεντρώσεις της AAG μειώνονται κατά τη διάρκεια της αντιρετροϊκής θεραπείας. Αυτή η αλλαγή θα μειώσει τη συνολική συγκέντρωση της δραστικής ουσίας στο πλάσμα, εν τούτοις το ποσό της αδέσμευτης αμπρεναβίρης, η οποία είναι το δραστικό μέρος, μάλλον δεν θα αλλάξει. Η είσοδος της αμπρεναβίρης στο CSF είναι αμελητέα στους ανθρώπους. Η αμπρεναβίρη φαίνεται να εισέρχεται στο σπέρμα, αν και οι συγκεντρώσεις στο σπέρμα είναι μικρότερες από τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα.

Βιομετασχηματισμός

Η φοσαμπρεναβίρη υδρολύεται άμεσα και σχεδόν πλήρως σε αμπρεναβίρη και ανόργανο φωσφορικό άλας καθώς απορροφάται διαμέσου του εντερικού επιθήλιου μετά από χορήγηση από το στόμα. Η αμπρεναβίρη πρωταρχικά μεταβολίζεται από το ήπαρ, με λιγότερο από 1% να απεκκρίνεται αναλλοίωτη στα ούρα. Η κύρια οδός μεταβολισμού είναι μέσω του ενζύμου CYP3A4 του κυτοχρώματος P450. Ο μεταβολισμός της αμπρεναβίρης αναστέλλεται από τη ριτοναβίρη, μέσω αναστολής του CYP3A4, με αποτέλεσμα αυξημένες συγκεντρώσεις αμπρεναβίρης στο πλάσμα. Επιπλέον η αμπρεναβίρη είναι επίσης αναστολέας του ενζύμου CYP3A4, αν και σε μικρότερο βαθμό από τη ριτοναβίρη. Γι’ αυτό φάρμακα που επάγουν, αναστέλλουν ή είναι υποστρώματα του CYP3A4, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή όταν χορηγούνται ταυτόχρονα με το Telzir με ριτοναβίρη (βλ. Αντενδείξεις και Αλληλεπιδράσεις).

Αποβολή

Μετά από χορήγηση του Telzir, ο χρόνος ημίσειας ζωής της αμπρεναβίρης είναι 7,7 ώρες. Όταν το Telzir συγχορηγείται με ριτοναβίρη, ο χρόνος ημίσειας ζωής της αμπρεναβίρης αυξάνεται σε 15 - 23 ώρες. Η κύρια οδός αποβολής της αμπρεναβίρης γίνεται μέσω ηπατικού μεταβολισμού, με λιγότερο από 1% να απεκκρίνεται αναλλοίωτη στα ούρα και μη ανιχνεύσιμη αμπρεναβίρη στα κόπρανα. Οι μεταβολίτες αποτελούν περίπου το 14% της χορηγηθείσας δόσης της αμπρεναβίρης στα ούρα και περίπου το 75% στα κόπρανα.

Ειδικοί πληθυσμοί

Παιδιά Σε μια κλινική μελέτη σχετικά με τη φαρμακοκινητική της φοσαμπρεναβίρης σε παιδιατρικούς ασθενείς, οκτώ ασθενείς ηλικίας 12 έως 18 ετών έλαβαν την τυπική δόση φοσαμπρεναβίρης για ενηλίκους σε δισκία των 700 mg δις ημερησίως (με ριτοναβίρη 100 mg δις ημερησίως). Σε σύγκριση με τον ιστορικό πληθυσμό ενηλίκων που έλαβε φοσαμπρεναβίρη / ριτοναβίρη 700 / 100 mg δις ημερησίως, οι ασθενείς ηλικίας 12 με 18 ετών είχαν κατά 20% χαμηλότερες τιμές AUC(0-24), 23% χαμηλότερες τιμές Cmax και 20% χαμηλότερες τιμές Cmin της APV στο πλάσμα. Τα παιδιά ηλικίας 6 έως 11 ετών (n=9) που έλαβαν φοσαμπρεναβίρη / ριτοναβίρη 18/3 mg/kg δις ημερησίως είχαν κατά 26% υψηλότερες τιμές AUC(0-24) και παρόμοιες τιμές Cmax και Cmin σε σύγκριση με τον ιστορικό πληθυσμό ενηλίκων που έλαβε φοσαμπρεναβίρη / ριτοναβίρη 700 / 100 mg δις ημερησίως. Η APV20002 είναι μια ανοικτή μελέτη, φάσης ΙΙ, διάρκειας 48 εβδομάδων σχεδιασμένη να αξιολογήσει τη φαρμακοκινητική, την ασφάλεια, την ανοχή και την αντιική δραστικότητα της φοσαμπρεναβίρης χωρίς και με ριτοναβίρη σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 4 εβδομάδων έως < 2 ετών. Σε σύγκριση με τον ιστορικό πληθυσμό ενηλίκων που έλαβαν φοσαμπρεναβίρη με ριτοναβίρη 700 mg / 100 mg δις ημερησίως, σε μια υποομάδα πέντε παιδιατρικών ασθενών ηλικίας 6 έως < 24 μηνών που έλαβαν φοσαμπρεναβίρη / ριτοναβίρη 45/7 mg/kg δις ημερησίως καταδείχτηκε ότι παρά την πενταπλάσια περίπου αύξηση των δόσεων φοσαμπρεναβίρης και ριτοναβίρης σε βάση mg/kg, η AUC(0-τ) της αμπρεναβίρης στο πλάσμα ήταν κατά 48% περίπου χαμηλότερη, η Cmax κατά 26% χαμηλότερη και η Cτ κατά 29% χαμηλότερη στους παιδιατρικούς ασθενείς. Δεν μπορούν να γίνουν δοσολογικές συστάσεις για τα πολύ μικρά παιδιά (ηλικίας < 2 ετών) και το Telzir με ριτοναβίρη δεν συνιστάται για τον συγκεκριμένο πληθυσμό ασθενών (βλ. Δοσολογία).

Ηλικιωμένοι Η φαρμοκοκινητική της φοσαμπρεναβίρης σε συνδυασμό με ριτοναβίρη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς άνω των 65 ετών.

Νεφρική ανεπάρκεια Δεν έχουν γίνει ειδικές μελέτες σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Λιγότερο από 1% της θεραπευτικής δόσης της αμπρεναβίρης απεκκρίνεται αναλλοίωτη στα ούρα. Η νεφρική απέκκριση της ριτοναβίρης είναι επίσης αμελητέα, επομένως η επίπτωση της νεφρικής ανεπάρκειας στην αποβολή της αμπρεναβίρης και της ριτοναβίρης θα πρέπει να είναι ελάχιστη.

Ηπατική ανεπάρκεια Στον άνθρωπο η φοσαμπρεναβίρη μετατρέπεται σε αμπρεναβίρη. Η κύρια οδός αποβολής της αμπρεναβίρης και της ριτοναβίρης είναι μέσω ηπατικού μεταβολισμού. Η φαρμακοκινητική της αμπρεναβίρης στο πλάσμα αξιολογήθηκε σε μία μελέτη επαναλαμβανόμενης δόσης 14 ημερών σε ενήλικα άτομα με HIV-1 λοίμωξη με ήπια, μέτρια ή σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια που έλαβαν φοσαμπρεναβίρη με ριτοναβίρη σε σύγκριση με αναλογικό πληθυσμό ελέγχου με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Σε άτομα με ήπια ηπατική ανεπάρκεια (βαθμολογία κατά Child-Pugh 5-6), το δοσολογικό σχήμα της φοσαμπρεναβίρης 700 mg δύο φορές την ημέρα με τη μειωμένη δοσολογική συχνότητα της ριτοναβίρης 100 mg μία φορά την ημέρα, έδωσε ελαφρά υψηλότερη Cmax αμπρεναβίρης στο πλάσμα (17%), ελαφρά υψηλότερη AUC(0-12) αμπρεναβίρης στο πλάσμα (22%), παρόμοιες συνολικές τιμές C12 αμπρεναβίρης στο πλάσμα και περίπου 117% υψηλότερες τιμές C12 αδέσμευτης αμπρεναβίρης στο πλάσμα συγκριτικά με άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία που έλαβαν το σύνηθες σχήμα φοσαμπρεναβίρη / ριτοναβίρη 700 mg /100 mg δύο φορές την ημέρα. Σε άτομα με μέτρια ηπατική ανεπάρκεια (βαθμολογία κατά Child-Pugh 7-9), η μειωμένη δόση φοσαμπρεναβίρης 450 mg δύο φορές την ημέρα με μειωμένη συχνότητα ριτοναβίρης 100 mg μία φορά την ημέρα προβλέπεται να δώσει παρόμοια Cmax και AUC(0-12) αμπρεναβίρης στο πλάσμα, αλλά περίπου 35% χαμηλότερες συνολικές τιμές C12 αμπρεναβίρης στο πλάσμα και περίπου 88% υψηλότερες τιμές C12 αδέσμευτης αμπρεναβίρης στο πλάσμα από ότι επιτεύχθηκε σε άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία που έλαβαν το σύνηθες σχήμα φοσαμπρεναβίρη με ριτοναβίρη 700 mg /100 mg δύο φορές την ημέρα. Οι προβλεπόμενες εκθέσεις βασίζονται σε προβολή των δεδομένων που παρατηρήθηκαν μετά τη χορήγηση φοσαμπρεναβίρης 300 mg δύο φορές την ημέρα με ριτοναβίρη 100 mg άπαξ ημερησίως σε ασθενείς με μέτρια ηπατική ανεπάρκεια. Σε άτομα με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια (βαθμολογία κατά Child-Pugh: 10-15): η μειωμένη δόση φοσαμπρεναβίρης 300 mg δύο φορές την ημέρα με μειωμένη δοσολογική συχνότητα ριτοναβίρης 100 mg μία φορά την ημέρα, έδωσαν 19% χαμηλότερη Cmax αμπρεναβίρης στο πλάσμα, 23% χαμηλότερη AUC (0-12) και 38% χαμηλότερες τιμές C12, αλλά παρόμοιες τιμές C12 μη δεσμευμένης αμπρεναβίρης στο πλάσμα, από ότι αυτές που επιτεύχθηκαν σε άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία που έλαβαν κανονικό δοσολογικό σχήμα φοσαμπρεναβίρης και ριτοναβίρης 700 mg / 100 mg δύο φορές την ημέρα. Παρά την μείωση της δοσολογικής συχνότητας της ριτοναβίρης, τα άτομα με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια είχαν 64% υψηλότερη Cmax ριτοναβίρης, 40% υψηλότερη AUC(024) ριτοναβίρης και 38% υψηλότερη C12 ριτοναβίρης από ότι επιτεύχθηκε σε άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία που έλαβαν κανονικό δοσολογικό σχήμα φοσαμπρεναβίρης και ριτοναβίρης 700 mg / 100 mg δύο φορές την ημέρα. Η φοσαμπρεναβίρη με τη ριτοναβίρη ήταν γενικά καλά ανεκτές σε άτομα με ήπια, μέτρια ή σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια και τα σχήματα αυτά είχαν παρόμοιο προφίλ ανεπιθύμητων ενεργειών και κλινικών εργαστηριακών, όπως σε προηγούμενες μελέτες σε άτομα με HIV-1 λοίμωξη με φυσιολογική ηπατική λειτουργία.

Κύηση Η φαρμακοκινητική της αμπρεναβίρης (APV) μελετήθηκε σε έγκυες γυναίκες που έλαβαν FPV/RTV 700/100 mg δύο φορές την ημέρα κατά τη διάρκεια του δεύτερου τριμήνου (n=6) ή τρίτου τριμήνου (n=9) και μετά τον τοκετό. Η έκθεση στην APV ήταν 25-35% χαμηλότερη κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Η μέση γεωμετρική τιμή για την APV (95% CI) και η Ctau ήταν 1,31 (0,97, 1,77), 1,34 (0,95, 1,89) και 2,03 (1,46, 2,83) μg/mL για το δεύτερο τρίμηνο, τρίτο τρίμηνο και μετά τον τοκετό αντίστοιχα, και εντός του εύρους των τιμών σε μη εγκύους ασθενείς σε ίδια σχήματα που περιέχουν FPV/RTV.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

7.7 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

90%
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά/Ήπαρ
DrugBank
science

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
131536
Μοριακός τύπος
C25H36N3O9PS
Μοριακό βάρος
585.6
IUPAC
[(3S)-oxolan-3-yl] N-[(2S,3R)-4-[(4-aminophenyl)sulfonyl-(2-methylpropyl)amino]-1-phenyl-3-phosphonooxybutan-2-yl]carbamate
InChIKey
MLBVMOWEQCZNCC-OEMFJLHTSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογικής Δράσης

Αναστολείς της ΠΡΩΤΕΑΣΗ του HIV, ένα ένζυμο που απαιτείται για την παραγωγή πρωτεϊνών απαραίτητων για τη συναρμολόγηση του ιού.

Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του AIDS ή/και για την παρεμπόδιση της εξάπλωσης της λοίμωξης από τον HIV. Αυτοί δεν περιλαμβάνουν φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία συμπτωμάτων ή ευκαιριακών λοιμώξεων που σχετίζονται με το AIDS.