Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ N05AE05 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

LURASIDONE

Λουρασιδόνη

**Λουρασιδόνη** είναι ένα παράγωγο βενζοθειαζόλης που δρα ως ανταγωνιστής και συνδέεται με υψηλή συγγένεια στους υποδοχείς Ντοπαμίνης-2 (D2) (Ki = 0.994 nM), 5-HT2A (Ki = 0.47 nM) και 5-HT7 (Ki = 0.495 nM). Επίσης, συνδέεται με μέτρια συγγένεια στους αδρενεργικούς υποδοχείς …

Chemical structure of LURASIDONE

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Επιμελημένο
medication
SPC-LATUDA

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
από του στόματος
Χορήγηση:
μία φορά ημερησίως, μαζί με γεύμα, την ίδια ώρα κάθε μέρα
Δόση έναρξης:
37 mg
Τιτλοποίηση:
Η αύξηση της δόσης πρέπει να βασίζεται στην κρίση του ιατρού και στην παρατηρούμενη κλινική ανταπόκριση. Για ασθενείς που διακόπτουν θεραπεία με δόσεις > 111 mg για > 3 ημέρες, επανέναρξη με 111 mg και τιτλοποίηση προς τα επάνω. Για άλλες δόσεις, επανέναρξη στην προηγούμενη δόση χωρίς τιτλοποίηση.
  • Ενήλικες
    Δόση37-148 mg
    Μέγ. δόση148 mg
    Συνιστώμενη δόση έναρξης 37 mg μία φορά ημερησίως. Η αύξηση της δόσης πρέπει να βασίζεται στην κρίση του ιατρού και στην παρατηρούμενη κλινική ανταπόκριση. Δεν απαιτείται τιτλοποίηση της αρχικής δόσης.
  • Ασθενείς που διακόπτουν θεραπεία
    Ασθενείς σε δόσεις > 111 mg μία φορά ημερησίως, οι οποίοι διακόπτουν τη θεραπεία για > 3 ημέρες, πρέπει να ξανατίθενται στη θεραπεία με δόση 111 mg μία φορά ημερησίως και να τιτλοποιούνται προς τα επάνω στην βέλτιστη δόση τους. Για όλες τις άλλες δόσεις, οι ασθενείς μπορούν να ξανατίθενται στη θεραπεία από την προηγούμενη δόση τους χωρίς να υπάρχει ανάγκη για τιτλοποίηση προς τα επάνω.
  • Ενήλικες (με μέτριους αναστολείς του CYP3A4)
    Δόση18,5 mg (έναρξη)
    Μέγ. δόση74 mg
  • Ενήλικες (με ήπιους ή μέτριους επαγωγείς του CYP3A4)
    Προσαρμογή της δόσης μπορεί να είναι αναγκαία.
  • Ηλικιωμένα άτομα (με φυσιολογική νεφρική λειτουργία)
    Οι συστάσεις δοσολογίας είναι ίδιες με αυτές για τους ενήλικες. Προσοχή απαιτείται όταν υποβάλλονται σε θεραπεία ασθενείς ηλικίας ≥ 65 ετών με υψηλότερες δόσεις λουρασιδόνης (καθώς δεν υπάρχουν στοιχεία με 148 mg). Πιθανές προσαρμογές δόσης ανάλογα με τη νεφρική λειτουργία.
  • Ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Ασθενείς με μέτρια, σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή ESRD
    Δόση18,5 mg (έναρξη)
    Μέγ. δόση74 mg
    Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με ESRD, εκτός εάν τα πιθανά οφέλη υπερβαίνουν τους πιθανούς κινδύνους. Εάν χρησιμοποιείται σε ESRD, συνιστάται κλινική παρακολούθηση.
  • Ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh B)
    Δόση18,5 mg (έναρξη)
    Μέγ. δόση74 mg
  • Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh C)
    Δόση18,5 mg (έναρξη)
    Μέγ. δόση37 mg
  • Παιδιά (<18 ετών)
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν ακόμη τεκμηριωθεί. Δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
block
SPC-LATUDA

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
  • Ταυτόχρονη χορήγηση ισχυρών αναστολέων του CYP3A4 (π.χ. μποσεπρεβίρης, κλαριθρομυκίνης, κομπισιστάτης, ινδιναβίρης, ιτρακοναζόλης, κετοκοναζόλης, νεφαζοδόνης, νελφιναβίρης, ποσακοναζόλης, ριτοναβίρης, σακουϊναβίρης, τελαπρεβίρης, τελιθρομυκίνης, βορικοναζόλης) και ισχυρών επαγωγέων του CYP3A4 (π.χ. καρβαμαζεπίνης, φαινοβαρβιτάλης, φαινυτοΐνης, ριφαμπικίνης, βοτάνου του Αγ. Ιωάννη (Hypericum perforatum)) (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
warning
SPC-LATUDA

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Βελτίωση κλινικής κατάστασης
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
    Πρέπει να παρακολουθούνται στενά μέχρι να βελτιωθεί η κλινική κατάσταση (μερικές ημέρες έως εβδομάδες).
  • Αυτοκτονικότητα
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς υψηλού κινδύνου με ψυχωσικές παθήσεις
    Στενή επίβλεψη πρέπει να συνοδεύει την αντιψυχωσική θεραπεία.
  • Νόσος του Parkinson
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με νόσο του Parkinson
    Οι ιατροί πρέπει να σταθμίζουν τους κινδύνους έναντι των οφελών κατά τη συνταγογράφηση της λουρασιδόνης.
  • Εξωπυραμιδικά συμπτώματα (ΕΠΣ)
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΕνήλικοι ασθενείς με σχιζοφρένεια
    Να γίνεται κλινική εκτίμηση καθώς υπήρξε αύξηση της εμφάνισης των ΕΠΣ ύστερα από θεραπεία με λουρασιδόνη.
  • Βραδυκινησία
    Διακοπή
    Εάν εμφανιστούν σημεία και συμπτώματα βραδυκινησίας, πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο διακοπής όλων των αντιψυχωσικών, συμπεριλαμβανομένης της λουρασιδόνης.
  • Καρδιαγγειακές διαταραχές/Παράταση διαστήματος QT
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με γνωστή καρδιαγγειακή νόσο ή οικογενειακό ιστορικό παράτασης του διαστήματος QT, υποκαλιαιμία και κατά τη συγχορήγηση με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που θεωρείται ότι παρατείνουν το διάστημα QT
    Απαιτείται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση.
  • Επιληπτικοί σπασμοί
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό επιληπτικών σπασμών ή άλλων καταστάσεων που δυνητικά μειώνουν την ουδό επιληπτικών σπασμών
    Η λουρασιδόνη πρέπει να χρησιμοποιείται προσεκτικά.
  • Νευροληπτικό κακόηθες σύνδρομο (ΝΚΣ)
    Διακοπή
    Σε περίπτωση εκδήλωσης, η λουρασιδόνη πρέπει να διακόπτεται.
  • Χρήση σε ηλικιωμένους ασθενείς με άνοια
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείς με άνοια
    Η λουρασιδόνη δεν έχει μελετηθεί σε αυτούς τους ασθενείς.
  • Γενική θνησιμότητα
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείς με άνοια (σε θεραπεία με άλλα ατυπικά αντιψυχωσικά)
    Να ληφθεί υπόψη ο αυξημένος κίνδυνος θνησιμότητας που παρατηρήθηκε με άλλα ατυπικά αντιψυχωσικά σε αυτή την ομάδα ασθενών.
  • Αγγειοεγκεφαλικό επεισόδιο
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείς με άνοια, που έχουν αυξημένους παράγοντες κινδύνου για εγκεφαλικό επεισόδιο
    Η λουρασιδόνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
  • Φλεβική θρομβοεμβολή (ΦΘΕ)
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
    Όλοι οι πιθανοί παράγοντες κινδύνου για ΦΘΕ πρέπει να ανιχνεύονται πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας, και πρέπει να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα.
  • Υπερπρολακτιναιμία
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
    Θα πρέπει να δοθούν συμβουλές στους ασθενείς για ενδείξεις και συμπτώματα αυξημένης προλακτίνης και να αναζητήσουν ιατρική φροντίδα εάν βιώσουν συμπτώματα.
  • Αύξηση βάρους
    Προσοχή
    Συνιστάται κλινική παρακολούθηση του βάρους.
  • Υπεργλυκαιμία
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΔιαβητικοί ασθενείς και ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη σακχαρώδη διαβήτη
    Συνιστάται κατάλληλη κλινική παρακολούθηση.
  • Ορθοστατική υπόταση/συγκοπή
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που είναι επιρρεπείς στην υπόταση
    Το ενδεχόμενο παρακολούθησης των ορθοστατικών ζωτικών σημείων πρέπει να εξετάζεται.
  • Αλληλεπίδραση με χυμό γκρέιπφρουτ
    Προσοχή
    Ο χυμός γκρέιπφρουτ πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με λουρασιδόνη (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
swap_horiz
SPC-LATUDA

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Κεντρικώς δρώντα φαρμακευτικά προϊόντα
    προσοχή
    Πιθανότητα πρόσθετων επιδράσεων στο ΚΝΣ
    ΣύστασηΝα χρησιμοποιείται με προσοχή.
  • Οινόπνευμα
    προσοχή
    Πιθανότητα πρόσθετων επιδράσεων στο ΚΝΣ
    ΣύστασηΝα χρησιμοποιείται με προσοχή.
  • Φαρμακευτικά προϊόντα που παρατείνουν το διάστημα QT (π.χ. κινιδίνη, δισοπυραμίδη, αμιοδαρόνη, σοταλόλη, αντιισταμινικά, άλλα αντιψυχωσικά, μεφλοκίνη)
    προσοχή
    Παράταση του διαστήματος QT
    ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή.
  • Χυμός γκρέιπφρουτ
    αποφεύγεται
    Αύξηση της συγκέντρωσης λουρασιδόνης στον ορό λόγω αναστολής του CYP3A4
    ΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με λουρασιδόνη.
  • Σημαντική αύξηση της έκθεσης στη λουρασιδόνη (π.χ. κετοκοναζόλη 9x, ποσακοναζόλη 4-5x)
    ΣύστασηΑντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
  • Μέτριοι αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. διλτιαζέμη, ερυθρομυκίνη, φλουκοναζόλη, βεραπαμίλη)
    προσοχή
    Αύξηση της έκθεσης στη λουρασιδόνη (εκτιμάται 2-5x, διλτιαζέμη 2.2x)
    ΣύστασηΠροσαρμογή δόσης της λουρασιδόνης (βλ. Δοσολογία).
  • Ισχυροί επαγωγείς του CYP3A4 (π.χ. καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη, φαινυτοΐνη, ριφαμπικίνη, βότανο του Αγ. Ιωάννη)
    αντένδειξη
    Σημαντική μείωση της έκθεσης στη λουρασιδόνη (π.χ. ριφαμπικίνη 6x)
    ΣύστασηΑντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
  • Ήπιοι ή μέτριοι επαγωγείς του CYP3A4 (π.χ. αρμοδαφινίλη, αμπρεναβίρη, απρεπιτάντη, πρεδνιζόνη, ρουφιναμίδη, μποσεντάνη, εφαβιρένζη, ετραβιρίνη, μοδαφινίλη, ναφκιλλίνη)
    προσοχή
    Μείωση της έκθεσης στη λουρασιδόνη (<2x)
    ΣύστασηΠροσεκτική παρακολούθηση της αποτελεσματικότητας της λουρασιδόνης και πιθανή προσαρμογή της δόσης.
  • Αναστολείς P-gp και BCRP
    προσοχή
    Μπορεί να αυξήσουν την έκθεση στη λουρασιδόνη (in vitro)
  • Μιδαζολάμη (ευαίσθητο υπόστρωμα CYP3A4)
    παρακολούθηση
    Αύξηση της έκθεσης στη μιδαζολάμη (<1.5x)
    ΣύστασηΣυνιστάται παρακολούθηση όταν συγχορηγείται με υποστρώματα του CYP3A4 με στενό θεραπευτικό δείκτη.
  • Υποστρώματα του CYP3A4 με στενό θεραπευτικό δείκτη (π.χ. αστεμιζόλη, τερφεναδίνη, σισαπρίδη, πιμοζίδη, κινιδίνη, μπεπριδίλη, αλκαλοειδή ερυσιβώδους ολύρας)
    παρακολούθηση
    Πιθανή επίδραση λόγω αναστολής CYP3A4 από λουρασιδόνη
    ΣύστασηΣυνιστάται παρακολούθηση.
  • Διγοξίνη (υπόστρωμα P-gp)
    αμελητέα
    Δεν αύξησε την έκθεση στη διγοξίνη, ελαφρά αύξηση της Cmax (1.3x)
    ΣύστασηΜπορεί να συγχορηγείται.
  • Dabigatran etexilate (υπόστρωμα P-gp)
    προσοχή
    Μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα αυξημένες συγκεντρώσεις dabigatran στο πλάσμα (λόγω αναστολής P-gp από λουρασιδόνη)
  • Υποστρώματα BCRP
    προσοχή
    Μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα αυξήσεις των συγκεντρώσεων αυτών των υποστρωμάτων στο πλάσμα (λόγω αναστολής BCRP από λουρασιδόνη)
  • αμελητέα
    Κλινικά αμελητέες επιδράσεις στη φαρμακοκινητική της λουρασιδόνης. Η λουρασιδόνη δεν επηρεάζει τις συγκεντρώσεις λιθίου.
    ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης της λουρασιδόνης.
  • Αντισυλληπτικά από το στόμα (νοργεστιμάτη, αιθινυλική οιστραδιόλη)
    αμελητέα
    Δεν είχε κλινικά ή στατιστικά σημαντικές επιδράσεις στη φαρμακοκινητική του αντισυλληπτικού ή στα επίπεδα της σφαιρίνης για τη δέσμευση των οιστρογόνων ορμονών (SHBG).
    ΣύστασηΜπορεί να συγχορηγείται.
sick
SPC-LATUDA

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Λοιμώξεις
  • Ρινοφαρυγγίτιδα
Αίμα
  • Ηωσινοφιλία
  • Λευκοπενία
  • Ουδετεροπενία
  • Αναιμία
Ανοσοποιητικό
  • Υπερευαισθησία
Μεταβολισμός
  • Αυξημένο σωματικό βάρος
  • Μειωμένη όρεξη
  • Υπονατριαιμία
Εργαστηριακές
  • Αυξημένη γλυκόζη αίματος
  • Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
  • Αυξημένη κρεατινική φωσφοκινάση αίματος
  • Αυξημένη κρεατινίνη ορού
  • Αυξημένη προλακτίνη αίματος
Ψυχιατρικές
  • Αϋπνία
  • Διέγερση
  • Άγχος
  • Ανησυχία
  • Εφιάλτης
  • Κατατονία
  • Προσβολή πανικού
  • Διαταραχή ύπνου
  • Αυτοκτονική συμπεριφορά
Νευρικό
  • Ακαθησία
  • Υπνημία
  • Παρκινσονισμός
  • Ζάλη
  • Δυστονία
  • Δυσκινησία
  • Λήθαργος
  • Δυσαρθρία
  • Όψιμη δυσκινησία
  • Σπασμός
  • Ίλιγγος
  • Νευροληπτικό κακόηθες σύνδρομο
Οφθαλμικές
  • Θαμπή όραση
Καρδιά
  • Ταχυκαρδία
  • Στηθάγχη
  • Κολποκοιλιακός αποκλεισμός πρώτου βαθμού
  • Βραδυκαρδία
  • Αιφνίδιος θάνατος
Αγγειακές
  • Υπέρταση
  • Υπόταση
  • Ορθοστατική υπόταση
  • Εξάψεις
  • Αυξημένη αρτηριακή πίεση
Γαστρεντερικό
  • Ναυτία
  • Έμετος
  • Δυσπεψία
  • Υπερέκκριση σιέλου
  • Ξηροστομία
  • Άλγος άνω κοιλιακής χώρας
  • Δυσφορία στομάχου
  • Μετεωρισμός
  • Διάρροια
  • Δυσφαγία
  • Γαστρίτιδα
Δέρμα
  • Εξάνθημα
  • Κνησμός
  • Υπεριδρωσία
  • Αγγειοοίδημα
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
Μυοσκελετικό
  • Μυοσκελετική ακαμψία
  • Δυσκαμψία αρθρώσεων
  • Μυαλγία
  • Πόνος στον αυχένα
  • Πόνος στην πλάτη
  • Ραβδομυόλυση
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Δυσουρία
  • Νεφρική δυσλειτουργία
Αναπαραγωγικό
  • Διόγκωση μαστού
  • Μαστοδυνία
  • Γαλακτόρροια
  • Στυτική δυσλειτουργία
  • Αμηνόρροια
  • Δυσμηνόρροια
  • Σύνδρομο απόσυρσης φαρμάκου νεογνών
Γενικές
  • Κόπωση
  • Διαταραχή βάδισης
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Ακαθησία
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Υπνημία
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Άγχος
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Άλγος άνω κοιλιακής χώρας
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Ανησυχία
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Αυξημένη κρεατινίνη ορού
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Αυξημένη κρεατινική φωσφοκινάση αίματος
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Αυξημένη προλακτίνη αίματος
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Αυξημένο σωματικό βάρος
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Διέγερση
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Διαταραχή βάδισης
    Γενικές
    Συχνές
  • Δυσαρθρία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Δυσκαμψία αρθρώσεων
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Δυσκινησία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Δυσπεψία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Δυστονία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Δυσφορία στομάχου
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Συχνές
  • Λήθαργος
    Νευρικό
    Συχνές
  • Μειωμένη όρεξη
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Μυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Μυοσκελετική ακαμψία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Ξηροστομία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Ορθοστατική υπόταση
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Παρκινσονισμός
    Νευρικό
    Συχνές
  • Πόνος στην πλάτη
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Πόνος στον αυχένα
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Ρινοφαρυγγίτιδα
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Ταχυκαρδία
    Καρδιά
    Συχνές
  • Υπέρταση
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Υπερέκκριση σιέλου
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Υπεριδρωσία
    Δέρμα
    Συχνές
  • Υπόταση
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Όψιμη δυσκινησία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Αγγειοοίδημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Αναιμία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη αρτηριακή πίεση
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη γλυκόζη αίματος
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Δυσουρία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Εξάψεις
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Εφιάλτης
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Ηωσινοφιλία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Θαμπή όραση
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Κατατονία
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Λευκοπενία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Μετεωρισμός
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Ουδετεροπενία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Ραβδομυόλυση
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Υπερευαισθησία
    Ανοσοποιητικό
    Όχι συχνές
  • Υπονατριαιμία
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Ίλιγγος
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Αιφνίδιος θάνατος
    Καρδιά
    Μη γνωστές
  • Αμηνόρροια
    Αναπαραγωγικό
    Μη γνωστές
  • Αυτοκτονική συμπεριφορά
    Ψυχιατρικές
    Μη γνωστές
  • Βραδυκαρδία
    Καρδιά
    Μη γνωστές
  • Γαλακτόρροια
    Αναπαραγωγικό
    Μη γνωστές
  • Γαστρίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Διαταραχή ύπνου
    Ψυχιατρικές
    Μη γνωστές
  • Διόγκωση μαστού
    Αναπαραγωγικό
    Μη γνωστές
  • Δυσμηνόρροια
    Αναπαραγωγικό
    Μη γνωστές
  • Δυσφαγία
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Κολποκοιλιακός αποκλεισμός πρώτου βαθμού
    Καρδιά
    Μη γνωστές
  • Μαστοδυνία
    Αναπαραγωγικό
    Μη γνωστές
  • Νευροληπτικό κακόηθες σύνδρομο
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Προσβολή πανικού
    Ψυχιατρικές
    Μη γνωστές
  • Σπασμός
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Στηθάγχη
    Καρδιά
    Μη γνωστές
  • Στυτική δυσλειτουργία
    Αναπαραγωγικό
    Μη γνωστές
  • Σύνδρομο απόσυρσης φαρμάκου νεογνών
    Αναπαραγωγικό
    Μη γνωστές
pregnant_woman
SPC-LATUDA

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εκτός αν είναι απολύτως αναγκαίο.
    Δεν διατίθενται ή είναι περιορισμένα τα δεδομένα (περιπτώσεις έκβασης εγκυμοσύνης λιγότερες από 300) από την χρήση λουρασιδόνης στις έγκυες γυναίκες. Οι μελέτες σε ζώα είναι ανεπαρκείς όσον αφορά τις επιδράσεις στην κύηση, την ανάπτυξη του εμβρύου/βρέφους, τον τοκετό και την ανάπτυξη μετά τη γέννηση (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο πιθανός κίνδυνος για τους ανθρώπους είναι άγνωστος. Τα νεογνά που εκτίθενται σε αντιψυχωσικά (όπως η λουρασιδόνη) κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου διατρέχουν κίνδυνο εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών, που περιλαμβάνουν εξωπυραμιδικά συμπτώματα ή/και συμπτώματα στέρησης που μπορεί να ποικίλουν σε σοβαρότητα και διάρκεια μετά τον τοκετό. Έχουν υπάρξει αναφορές για ανησυχία, υπερτονία, υποτονία, τρόμο, υπνημία, αναπνευστική δυσχέρεια ή διαταραχές της πρόσληψης τροφής. Συνεπώς, τα νεογέννητα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
  • Γαλουχία
    Το ενδεχόμενο του θηλασμού σε γυναίκες που λαμβάνουν λουρασιδόνη πρέπει να εξετάζεται μόνο εάν το πιθανό όφελος της θεραπείας δικαιολογεί την έκθεση του παιδιού σε πιθανό κίνδυνο.
    Η λουρασιδόνη απεκκρίθηκε στο μητρικό γάλα των αρουραίων κατά τη διάρκεια της γαλουχίας (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Δεν είναι γνωστό εάν η λουρασιδόνη ή οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα.
  • Γονιμότητα
    Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει έναν αριθμό επιδράσεων στη γονιμότητα, κυρίως σε σχέση με την αύξηση της προλακτίνης, οι οποίες δεν θεωρούνται σχετικές με την ανθρώπινη αναπαραγωγή (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
neurology
PubChem

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Η Λουρασιδόνη είναι ένα άτυπο αντιψυχωσικό που είναι D2 και 5-HT2A (μικτή σεροτονινεργική και ντοπαμινεργική δράση) για τη βελτίωση της γνωστικής λειτουργίας. Θεωρείται ότι ο ανταγωνισμός των υποδοχέων σεροτονίνης μπορεί να βελτιώσει τα αρνητικά…
monitor_heart
SPC-LATUDA

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ψυχοληπτικά, αντιψυχωσικά. Κωδικός ATC: N05AE05 ### Μηχανισμός δράσης Η λουρασιδόνη είναι ένας εκλεκτικός παράγοντας αποκλεισμού των επιδράσεων της ντοπαμίνης και της μονοαμίνης. Η λουρασιδόνη συνδέεται ισχυρά σε…
biotech
SPC-LATUDA

Φαρμακοκινητική

expand_more

Απορρόφηση Η λουρασιδόνη φθάνει σε μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό σε 1-3 ώρες περίπου. Σε μελέτες για την επίδραση της τροφής, οι μέσες τιμές των Cmax και AUC για τη λουρασιδόνη αυξήθηκαν περίπου κατά **2-3 φορές και 1,5-2 φορές αντίστοιχα, όταν…

hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Η Λουρασιδόνη μεταβολίζεται από το CYP3A4, με τον κύριο ενεργό μεταβολίτη της να αναφέρεται ως ID-14283 (25% της έκθεσης του μητρικού φαρμάκου). Οι δύο δευτερεύοντες μεταβολίτες της αναφέρονται ως ID14326 και ID11614, οι οποίοι αποτελούν το 3% και 1% της…
bloodtype
PubChem

Απέκκριση

expand_more
Η Λουρασιδόνη απορροφάται εύκολα και φτάνει γρήγορα σε μέγιστες συγκεντρώσεις (Cmax) εντός 1-4 ωρών. Όταν λαμβάνεται με τροφή, παρατηρείται διπλάσια αύξηση της έκθεσης και ο χρόνος για τη μέγιστη συγκέντρωση αυξάνεται κατά 0.5-1.5 ώρες. Αυτό συμβαίνει…

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Γλυκόζη αίματος glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης Κλινική παρακολούθηση Διαβητικοί ασθενείς ή ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για σακχαρώδη διαβήτη
Παράγοντες κινδύνου για Φλεβική Θρομβοεμβολική Νόσο (ΦΘΕ) water_dropΠηκτικότητα αίματος πριν από τη θεραπεία και κατά τη διάρκεια της θεραπείας
stethoscope

Κλινική εξέταση & ζωτικά

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Ζωτικά σημεία monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία Επιρρέπεια στην υπόταση
Ορθοστατική υπόταση monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία Επιρρέπεια στην υπόταση
Βάρος monitor_weightΣωματομετρικά (βάρος/ΔΜΣ) Κλινική παρακολούθηση
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-LATUDA
expand_more

Δοσολογία

Η συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 37 mg λουρασιδόνης μία φορά ημερησίως. Δεν απαιτείται τιτλοποίηση της αρχικής δόσης. Είναι αποτελεσματικό σε εύρος δόσης από 37 έως 148 mg μία φορά ημερησίως. Η αύξηση της δόσης πρέπει να βασίζεται στην κρίση του ιατρού και στην παρατηρούμενη κλινική ανταπόκριση. Η μέγιστη ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 148 mg. Ασθενείς σε δόσεις υψηλότερες των 111 mg μία φορά ημερησίως, οι οποίοι διακόπτουν τη θεραπεία τους για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 3 ημερών, πρέπει να ξανατίθενται στη θεραπεία με δόση 111 mg μία φορά ημερησίως και να τιτλοποιούνται προς τα επάνω στην βέλτιστη δόση τους. Για όλες τις άλλες δόσεις, οι ασθενείς μπορούν να ξανατίθενται στη θεραπεία από την προηγούμενη δόση τους χωρίς να υπάρχει ανάγκη για τιτλοποίηση προς τα επάνω.

Προσαρμογή δόσης λόγω αλληλεπιδράσεων

Συνιστάται δόση έναρξης 18,5 mg και η μέγιστη δόση της λουρασιδόνης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 74 mg μία φορά ημερησίως σε συνδυασμό με μέτριους αναστολείς του CYP3A4. Η προσαρμογή της δόσης της λουρασιδόνης μπορεί να είναι αναγκαία, σε συνδυασμό με ήπιους και μέτριους επαγωγείς του CYP3A4 (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Για ισχυρούς αναστολείς και επαγωγείς του CYP3A4 (βλ. Αντενδείξεις).

Αλλαγή μεταξύ αντιψυχωσικών φαρμακευτικών προϊόντων

Λόγω των διαφορετικών φαρμακοδυναμικών και φαρμακοκινητικών χαρακτηριστικών μεταξύ των αντιψυχωσικών φαρμακευτικών προϊόντων, είναι αναγκαία η επίβλεψη από κλινικό επιστήμονα όταν η μετάβαση σε άλλο αντιψυχωσικό προϊόν θεωρείται ιατρικά απαραίτητη.

Ηλικιωμένα άτομα

Οι συστάσεις δοσολογίας για ηλικιωμένους ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (CrCl ≥ 80 ml/min) είναι ίδιες με εκείνες που ισχύουν για ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Ωστόσο, επειδή οι ηλικιωμένοι ασθενείς μπορεί να έχουν μειωμένη νεφρική λειτουργία, μπορεί να απαιτηθούν προσαρμογές της δόσης ανάλογα με την κατάσταση της νεφρικής λειτουργίας τους (βλ. «Νεφρική δυσλειτουργία» παρακάτω). Περιορισμένα στοιχεία είναι διαθέσιμα με ηλικιωμένα άτομα που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με υψηλότερες δόσεις λουρασιδόνης. Δεν υπάρχουν στοιχεία με ηλικιωμένα άτομα που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με 148 mg λουρασιδόνης. Προσοχή απαιτείται όταν υποβάλλονται σε θεραπεία ασθενείς ηλικίας ≥ 65 ετών με υψηλότερες δόσεις λουρασιδόνης.

Νεφρική δυσλειτουργία

Δεν απαιτείται καμία προσαρμογή της δόσης της λουρασιδόνης σε ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία. Σε ασθενείς με μέτρια (Κάθαρση Κρεατινίνης (CrCl) ≥ 30 και < 50 ml/min), σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (CrCL >15 και < 30 ml/min) και ασθενείς με Νεφρική Νόσο Τελικού Σταδίου (ESRD) (CrCl < 15 ml/min), η συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 18,5 mg και η μέγιστη δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 74 mg μία φορά ημερησίως. Η λουρασιδόνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με ESRD, εκτός εάν τα πιθανά οφέλη υπερβαίνουν τους πιθανούς κινδύνους. Εάν χρησιμοποιείται σε ESRD, συνιστάται κλινική παρακολούθηση.

Ηπατική δυσλειτουργία

Δεν απαιτείται καμία προσαρμογή της δόσης της λουρασιδόνης σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία. Προσαρμογή της δόσης συνιστάται σε ασθενείς με μέτρια (Βαθμού Β κατά Child-Pugh) και σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Βαθμού C κατά Child-Pugh). Η συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 18,5 mg. Η μέγιστη ημερήσια δόση σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 74 mg και σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 37 mg μία φορά ημερησίως.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της λουρασιδόνης σε παιδιά ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχει ακόμη τεκμηριωθεί. Τα παρόντα διαθέσιμα δεδομένα περιγράφονται στις (βλ. Φαρμακοδυναμικές και Φαρμακοκινητικές), αλλά δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.

Τρόπος χορήγησης

Τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία, Latuda, προορίζονται για από του στόματος χρήση, λαμβανόμενα μία φορά ημερησίως, μαζί με γεύμα. Εάν ληφθούν χωρίς τροφή, προβλέπεται ότι η έκθεση στη λουρασιδόνη θα είναι σημαντικά χαμηλότερη συγκριτικά με ό,τι όταν λαμβάνονται μαζί με τροφή (βλ. Φαρμακοκινητικές). Τα δισκία Latuda πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα, ώστε να καλύπτεται η πικρή γεύση τους. Τα δισκία Latuda πρέπει να λαμβάνονται την ίδια ώρα κάθε μέρα για να διευκολύνεται η συμμόρφωση προς τη θεραπεία.

block

Αντενδείξεις

SPC-LATUDA
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
  • Ταυτόχρονη χορήγηση ισχυρών αναστολέων του CYP3A4 (π.χ. μποσεπρεβίρης, κλαριθρομυκίνης, κομπισιστάτης, ινδιναβίρης, ιτρακοναζόλης, κετοκοναζόλης, νεφαζοδόνης, νελφιναβίρης, ποσακοναζόλης, ριτοναβίρης, σακουϊναβίρης, τελαπρεβίρης, τελιθρομυκίνης, βορικοναζόλης) και ισχυρών επαγωγέων του CYP3A4 (π.χ. καρβαμαζεπίνης, φαινοβαρβιτάλης, φαινυτοΐνης, ριφαμπικίνης, βοτάνου του Αγ. Ιωάννη (Hypericum perforatum)) (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-LATUDA
expand_more

Κατά την αντιψυχωσική θεραπεία, μπορεί να χρειαστούν μερικές ημέρες έως μερικές εβδομάδες μέχρι να βελτιωθεί η κλινική κατάσταση του ασθενούς. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά στη διάρκεια αυτής της περιόδου.

Αυτοκτονικότητα

Η εκδήλωση αυτοκτονικής συμπεριφοράς είναι εγγενής στις ψυχωσικές παθήσεις και σε μερικές περιπτώσεις έχει αναφερθεί νωρίς μετά την έναρξη ή την αλλαγή της αντιψυχωσικής θεραπείας. Η στενή επίβλεψη ασθενών υψηλού κινδύνου πρέπει να συνοδεύει την αντιψυχωσική θεραπεία.

Νόσος του Parkinson

Εάν συνταγογραφηθούν σε ασθενείς με νόσο του Parkinson, τα αντιψυχωσικά φαρμακευτικά προϊόντα μπορεί να επιδεινώσουν τα υποκείμενα συμπτώματα παρκινσονισμού. Οι ιατροί πρέπει επομένως να σταθμίζουν τους κινδύνους έναντι των οφελών, όταν συνταγογραφούν τη λουρασιδόνη σε ασθενείς με νόσο του Parkinson.

Εξωπυραμιδικά συμπτώματα (ΕΠΣ)

Τα φαρμακευτικά προϊόντα με ιδιότητες ανταγωνιστών του υποδοχέα ντοπαμίνης έχουν συσχετιστεί με εξωπυραμιδικές ανεπιθύμητες ενέργειες, που περιλαμβάνουν ακαμψία, τρόμο, ανέκφραστο πρόσωπο που μοιάζει με μάσκα, δυστονία, ακουσία εκροή σιέλου από το στόμα, σκυφτή στάση και μη φυσιολογικό βάδισμα. Σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες σε ενήλικους ασθενείς με σχιζοφρένεια, υπήρξε αύξηση της εμφάνισης των ΕΠΣ ύστερα από θεραπεία με λουρασιδόνη συγκριτικά με ό,τι με το εικονικό φάρμακο.

Βραδυκινησία

Τα φαρμακευτικά προϊόντα με ιδιότητες ανταγωνιστών του υποδοχέα ντοπαμίνης έχουν συσχετιστεί με την εκδήλωση βραδυκινησίας, η οποία χαρακτηρίζεται από ρυθμικές ακούσιες κινήσεις, κυρίως της γλώσσας ή/και του προσώπου. Εάν εμφανιστούν σημεία και συμπτώματα βραδυκινησίας, πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο διακοπής όλων των αντιψυχωσικών, συμπεριλαμβανομένης της λουρασιδόνης.

Καρδιαγγειακές διαταραχές/Παράταση διαστήματος QT

Απαιτείται προσοχή όταν η λουρασιδόνη συνταγογραφείται σε ασθενείς με γνωστή καρδιαγγειακή νόσο ή οικογενειακό ιστορικό παράτασης του διαστήματος QT, υποκαλιαιμία και κατά τη συγχορήγηση με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που θεωρείται ότι παρατείνουν το διάστημα QT.

Επιληπτικοί σπασμοί

Η λουρασιδόνη πρέπει να χρησιμοποιείται προσεκτικά σε ασθενείς με ιστορικό επιληπτικών σπασμών ή άλλων καταστάσεων που δυνητικά μειώνουν την ουδό επιληπτικών σπασμών.

Νευροληπτικό κακόηθες σύνδρομο (ΝΚΣ)

Το Νευροληπτικό Κακόηθες Σύνδρομο, που χαρακτηρίζεται από υπερθερμία, μυϊκή ακαμψία, αστάθεια του αυτόνομου νευρικού συστήματος, αλλοιωμένο επίπεδο συνείδησης και αυξημένα επίπεδα της κρεατινικής φωσφοκινάσης στον ορό, έχει αναφερθεί ότι εκδηλώνεται με τη λουρασιδόνη. Πρόσθετα σημεία μπορεί να περιλαμβάνουν μυοσφαιρινουρία (ραβδομυόλυση) και οξεία νεφρική δυσλειτουργία. Σε αυτήν την περίπτωση, η λουρασιδόνη πρέπει να διακόπτεται.

Ηλικιωμένοι ασθενείς με άνοια

Η λουρασιδόνη δεν έχει μελετηθεί σε ηλικιωμένους ασθενείς με άνοια.

Γενική θνησιμότητα

Σε μια μετα-ανάλυση με 17 ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές, οι ηλικιωμένοι ασθενείς με άνοια που είχαν υποβληθεί σε θεραπεία με άλλα ατυπικά αντιψυχωσικά, συμπεριλαμβανομένων της ρισπεριδόνης, της αριπιπραζόλης, της ολανζαπίνης και της κουετιαπίνης, εμφάνισαν αυξημένο κίνδυνο θνησιμότητας συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο.

Αγγειοεγκεφαλικό επεισόδιο

Περίπου 3 φορές μεγαλύτερος κίνδυνος για αγγειοεγκεφαλικές ανεπιθύμητες ενέργειες έχει παρατηρηθεί σε τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, κλινικές δοκιμές με μερικά ατυπικά αντιψυχωσικά στον πληθυσμό ασθενών με άνοια, συμπεριλαμβανομένων της ρισπεριδόνης, της αριπιπραζόλης και της ολανζαπίνης. Ο μηχανισμός για αυτόν τον αυξημένο κίνδυνο δεν είναι γνωστός. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ο αυξημένος κίνδυνος για άλλα αντιψυχωσικά ή άλλους πληθυσμούς ασθενών. Η λουρασιδόνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ηλικιωμένους ασθενείς με άνοια, που έχουν αυξημένους παράγοντες κινδύνου για εγκεφαλικό επεισόδιο.

Φλεβική θρομβοεμβολή

Περιπτώσεις φλεβικής θρομβοεμβολής (ΦΘΕ) έχουν αναφερθεί με αντιψυχωσικά φαρμακευτικά προϊόντα. Ενώ οι ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με αντιψυχωσικά εμφανίζουν συχνά επίκτητους παράγοντες κινδύνου για ΦΘΕ, όλοι οι πιθανοί παράγοντες κινδύνου για ΦΘΕ πρέπει να ανιχνεύονται πριν από τη θεραπεία και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με λουρασιδόνη και πρέπει να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα.

Υπερπρολακτιναιμία

Η λουρασιδόνη αυξάνει τα επίπεδα προλακτίνης εξαιτίας του ανταγωνισμού προς τους υποδοχείς της ντοπαμίνης D2. Θα πρέπει να δοθούν συμβουλές στους ασθενείς για ενδείξεις και συμπτώματα αυξημένης προλακτίνης, όπως η γυναικομαστία, η γαλακτόρροια, η αμηνόρροια και η στητική δυσλειτουργία. Θα πρέπει να δοθεί συμβουλή στον ασθενή να αναζητήσει ιατρική φροντίδα εάν βιώσει κάποιες ενδείξεις και συμπτώματα.

Αύξηση βάρους

Αύξηση του σωματικού βάρους έχει παρατηρηθεί με τη χρήση ατυπικών αντιψυχωσικών. Συνιστάται κλινική παρακολούθηση του βάρους.

Υπεργλυκαιμία

Σπάνιες περιπτώσεις ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με τη γλυκόζη, π.χ. αύξηση της γλυκόζης αίματος, έχουν αναφερθεί σε κλινικές δοκιμές με λουρασιδόνη. Συνιστάται κατάλληλη κλινική παρακολούθηση σε διαβητικούς ασθενείς και σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη σακχαρώδη διαβήτη.

Ορθοστατική υπόταση/συγκοπή

Η λουρασιδόνη μπορεί να προκαλέσει ορθοστατική υπόταση, ενδεχομένως εξαιτίας του ανταγωνισμού προς τους α1-αδρενεργικούς υποδοχείς. Το ενδεχόμενο παρακολούθησης των ορθοστατικών ζωτικών σημείων πρέπει να εξετάζεται σε ασθενείς που είναι επιρρεπείς στην υπόταση.

Αλληλεπίδραση με χυμό γκρέιπφρουτ

Ο χυμός γκρέιπφρουτ πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με λουρασιδόνη (βλ. Αλληλεπιδράσεις).

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-LATUDA
expand_more

Φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις

Λαμβάνοντας υπόψη τις πρωτεύουσες επιδράσεις της λουρασιδόνης στο κεντρικό νευρικό σύστημα, η λουρασιδόνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε συνδυασμό με άλλα κεντρικώς δρώντα φαρμακευτικά προϊόντα και με οινόπνευμα. Συνιστάται προσοχή όταν συνταγογραφείται η λουρασιδόνη με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT, π.χ. αντιαρρυθμικά κατηγορίας ΙΑ (π.χ. κινιδίνη, δισοπυραμίδη) και αντιαρρυθμικά κατηγορίας ΙΙΙ (π.χ. αμιοδαρόνη, σοταλόλη), μερικά αντιισταμινικά, μερικά άλλα αντιψυχωσικά και μερικά ανθελονοσιακά (π.χ. μεφλοκίνη).

Φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις

Η ταυτόχρονη χορήγηση της λουρασιδόνης με χυμό γκρέιπφρουτ δεν έχει αξιολογηθεί. Ο χυμός γκρέιπφρουτ αναστέλλει το CYP3A4 και μπορεί να αυξήσει τη συγκέντρωση της λουρασιδόνης στον ορό. Ο χυμός γκρέιπφρουτ πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με λουρασιδόνη.

Πιθανότητα επίδρασης άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στη λουρασιδόνη

Και η λουρασιδόνη και ο δραστικός της μεταβολίτης ID-14283 συμβάλλουν στη φαρμακοδυναμική δράση στους ντοπαμινεργικούς και σεροτονινεργικούς υποδοχείς. Η λουρασιδόνη και ο δραστικός της μεταβολίτης ID-14283 μεταβολίζονται κυρίως από το CYP3A4.

Αναστολείς του CYP3A4

Ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. μποσεπρεβίρη, κλαριθρομυκίνη, κομπισιστάτη, ινδιναβίρη, ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, νεφαζοδόνη, νελφιναβίρη, ποσακοναζόλη, ριτοναβίρη, σακουϊναβίρη, τελαπρεβίρη, τελιθρομυκίνη, βορικοναζόλη) (βλ. Αντενδείξεις). Η συγχορήγηση της λουρασιδόνης με τον ισχυρό αναστολέα του CYP3A4 κετοκοναζόλη είχε ως αποτέλεσμα 9 και 6 φορές αύξηση της έκθεσης στη λουρασιδόνη και στον δραστικό της μεταβολίτη ID-14283 αντίστοιχα. Η συγχορήγηση λουρασιδόνης και ποζακοναζόλης (ισχυρός αναστολέας του CYP3A4) οδήγησε σε κατά προσέγγιση 4-5 φορές αύξηση σε έκθεση στη λουρασιδόνη. Παρατηρήθηκε επίμονη επίδραση της ποζακοναζόλης σε έκθεση στη λουρασιδόνη μέχρι 2-3 εβδομάδες μετά τη διακοπή της συγχορήγησης με ποζακοναζόλη. Φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν μέτρια το CYP3A4 (π.χ. διλτιαζέμη, ερυθρομυκίνη, φλουκοναζόλη, βεραπαμίλη) μπορεί να αυξήσουν την έκθεση στη λουρασιδόνη. Οι μέτριοι αναστολείς του CYP3A4 εκτιμάται ότι έχουν ως αποτέλεσμα 2-5 φορές αύξηση της έκθεσης στα υποστρώματα του CYP3A4. Η συγχορήγηση λουρασιδόνης με διλτιαζέμη (σε φαρμακοτεχνική μορφή βραδείας αποδέσμευσης), έναν μέτριο αναστολέα του CYP3A4, είχε ως αποτέλεσμα 2,2 και 2,4 φορές αύξηση της έκθεσης στη λουρασιδόνη και στον ID-14283 αντίστοιχα (βλ. Δοσολογία). Η χρήση φαρμακοτεχνικής μορφής άμεσης αποδέσμευσης της διλτιαζέμης μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα μεγαλύτερη αύξηση της έκθεσης στη λουρασιδόνη.

Επαγωγείς του CYP3A4

Ισχυροί επαγωγείς του CYP3A4 (π.χ. καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη, φαινυτοΐνη, ριφαμπικίνη, βότανο του Αγ. Ιωάννη (Hypericum perforatum)) (βλ. Αντενδείξεις). Η συγχορήγηση λουρασιδόνης με τον ισχυρό επαγωγέα του CYP3A4 ριφαμπικίνη είχε ως αποτέλεσμα 6 φορές μείωση της έκθεσης στη λουρασιδόνη. Ήπιοι (π.χ. αρμοδαφινίλη, αμπρεναβίρη, απρεπιτάντη, πρεδνιζόνη, ρουφιναμίδη) ή μέτριοι (π.χ. μποσεντάνη, εφαβιρένζη, ετραβιρίνη, μοδαφινίλη, ναφκιλλίνη) επαγωγείς του CYP3A4 αναμένεται να έχουν ως αποτέλεσμα μείωση της έκθεσης στη λουρασιδόνη κάτω από 2 φορές κατά τη συγχορήγηση και για έως και 2 εβδομάδες μετά τη διακοπή των ήπιων ή μέτριων επαγωγέων του CYP3A4. Όταν η λουρασιδόνη συγχορηγείται με μέτριους ή ήπιους επαγωγείς του CYP3A4, η αποτελεσματικότητα της λουρασιδόνης χρειάζεται να παρακολουθείται προσεκτικά και προσαρμογή της δόσης μπορεί να χρειασθεί.

Μεταφορείς

Η λουρασιδόνη είναι υπόστρωμα της P-gp και BCRP in vitro και η in vivo σημασία αυτού είναι ασαφής. Η συγχορήγηση της λουρασιδόνης με αναστολείς P-gp και BCRP μπορεί να αυξήσει την έκθεση στη λουρασιδόνη.

Πιθανότητα επίδρασης της λουρασιδόνης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα

Η συγχορήγηση της λουρασιδόνης με μιδαζολάμη, ένα ευαίσθητο υπόστρωμα του CYP3A4, είχε ως αποτέλεσμα αύξηση της έκθεσης στη μιδαζολάμη λιγότερο από 1,5 φορά. Συνιστάται παρακολούθηση όταν η λουρασιδόνη συγχορηγείται με υποστρώματα του CYP3A4, που είναι γνωστό ότι έχουν στενό θεραπευτικό δείκτη (π.χ. αστεμιζόλη, τερφεναδίνη, σισαπρίδη, πιμοζίδη, κινιδίνη, μπεπριδίλη ή αλκαλοειδή ερυσιβώδους ολύρας [εργοταμίνη, διϋδροεργοταμίνη]). Η συγχορήγηση λουρασιδόνης με διγοξίνη (ένα υπόστρωμα της P-gp) δεν αύξησε την έκθεση στη διγοξίνη και αύξησε μόνο ελαφρά τη Cmax (κατά 1,3 φορές) και επομένως, θεωρείται ότι η λουρασιδόνη μπορεί να συγχορηγείται με διγοξίνη. Η λουρασιδόνη είναι ένας in vitro αναστολέας του μεταφορέα απομάκρυνσης φαρμάκων P-gp και η κλινική σημασία της εντερικής αναστολής του P-gp δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Ταυτόχρονη χορήγηση του υποστρώματος της P-gp dabigatran etexilate μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα αυξημένες συγκεντρώσεις dabigatran στο πλάσμα. Η λουρασιδόνη είναι ένας in vitro αναστολέας του μεταφορέα απομάκρυνσης φαρμάκων BCRP και η κλινική σημασία της εντερικής αναστολής του BCRP δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Ταυτόχρονη χορήγηση των υποστρωμάτων BCRP μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα αυξήσεις των συγκεντρώσεων αυτών των υποστρωμάτων στο πλάσμα. Η συγχορήγηση λουρασιδόνης με λίθιο έδειξε ότι το λίθιο είχε κλινικά αμελητέες επιδράσεις στη φαρμακοκινητική της λουρασιδόνης, επομένως δεν απαιτείται καμία προσαρμογή της δόσης της λουρασιδόνης, όταν αυτή συγχορηγείται με λίθιο. Η λουρασιδόνη δεν επηρεάζει τις συγκεντρώσεις λιθίου. Μια κλινική μελέτη αλληλεπίδρασης μεταξύ φαρμάκων που ερευνά την επίδραση της συγχορήγησης λουρασιδόνης σε ασθενείς που λαμβάνουν συνδυασμό αντισυλληπτικών από το στόμα, συμπεριλαμβανομένης της νοργεστιμάτης και της αιθινυλικής οιστραδιόλης, έδειξε ότι η λουρασιδόνη δεν είχε κλινικά ή στατιστικά σημαντικές επιδράσεις στη φαρμακοκινητική του αντισυλληπτικού ή στα επίπεδα της σφαιρίνης για τη δέσμευση των οιστρογόνων ορμονών (SHBG). Επομένως, η λουρασιδόνη μπορεί να συγχορηγείται με αντισυλληπτικά από το στόμα.

sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-LATUDA
expand_more

Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας

Η ασφάλεια της λουρασιδόνης έχει αξιολογηθεί σε δόσεις μεταξύ 18,5 -148 mg σε κλινικές μελέτες ασθενών με σχιζοφρένεια που υποβάλλονταν σε θεραπεία μέχρι 52 εβδομάδες και μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου (≥ 10%) ήταν η ακαθησία και η υπνημία, που σχετίζονταν με δόση έως 111 mg ημερησίως.

Σύνοψη των ανεπιθύμητων ενεργειών υπό μορφή πίνακα

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου με βάση τα συγκεντρωθέντα δεδομένα αναγράφονται κατά κατηγορία, οργανικό σύστημα και με τον προτιμώμενο όρο και παρατίθενται παρακάτω. Η επίπτωση των ανεπιθύμητων ενεργειών που αναφέρθηκαν σε κλινικές δοκιμές παρατίθεται ανά κατηγορία συχνότητας. Εφαρμόζονται οι ακόλουθοι όροι και συχνότητες: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000) και μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες εμφανίζονται κατά σειρά φθίνουσας σοβαρότητας.

Πίνακας 1: Ανεπιθύμητες Ενέργειες

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

Μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου στην αγορά, έχουν αναφερθεί κλινικά σοβαρά περιστατικά δερματικών και άλλων αντιδράσεων υπερευαισθησίας σε συσχέτιση με τη θεραπεία με λουρασιδόνη, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων αναφορών συνδρόμου Stevens-Johnson.

Περιστατικά ενδιαφέροντος κατά κατηγορία

  • Εξωπυραμιδικά συμπτώματα (ΕΠΣ): Στις βραχυπρόθεσμες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, μελέτες, η επίπτωση των ανεπιθύμητων ενεργειών που αναφέρθηκαν ως σχετιζόμενες με ΕΠΣ, με εξαίρεση την ακαθησία και την ανησυχία, ήταν 13,5% για τα υποκείμενα που υποβάλλονταν σε θεραπεία με λουρασιδόνη έναντι 5,8% για τα υποκείμενα που υποβάλλονταν σε θεραπεία με εικονικό φάρμακο. Η επίπτωση της ακαθησίας για υποκείμενα που υποβάλλονταν σε θεραπεία με λουρασιδόνη ήταν 12,9% έναντι 3,0% για τα υποκείμενα που υποβάλλονταν σε θεραπεία με το εικονικό φάρμακο.
  • Δυστονία: Συμπτώματα δυστονίας και παρατεταμένες μη φυσιολογικές συσπάσεις μυϊκών ομάδων μπορεί να εκδηλωθούν σε ευαίσθητα άτομα στη διάρκεια των πρώτων λίγων ημερών θεραπείας. Τα συμπτώματα δυστονίας περιλαμβάνουν: σπασμό των αυχενικών μυών, που μερικές φορές εξελίσσεται σε σύσφιξη του λαιμού, δυσκολία στην κατάποση, δυσκολία στην αναπνοή ή/και προεκβολή της γλώσσας. Ενώ αυτά τα συμπτώματα μπορεί να εμφανισθούν σε χαμηλές δόσεις, εμφανίζονται συχνότερα και με μεγαλύτερη σοβαρότητα, υψηλότερη ισχύ και σε υψηλότερες δόσεις των αντιψυχωσικών φαρμακευτικών προϊόντων πρώτης γενιάς. Αυξημένος κίνδυνος οξείας δυστονίας παρατηρείται στους άντρες και στις ομάδες μικρότερης ηλικίας.
  • Φλεβική θρομβοεμβολή: Περιπτώσεις φλεβικής θρομβοεμβολής, συμπεριλαμβανομένων και περιπτώσεων πνευμονικής εμβολής και περιπτώσεων εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης, έχουν αναφερθεί με αντιψυχωσικά φάρμακα - Συχνότητα μη γνωστή.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-LATUDA
expand_more

Κύηση

Δεν διατίθενται ή είναι περιορισμένα τα δεδομένα (περιπτώσεις έκβασης εγκυμοσύνης λιγότερες από 300) από την χρήση λουρασιδόνης στις έγκυες γυναίκες. Οι μελέτες σε ζώα είναι ανεπαρκείς όσον αφορά τις επιδράσεις στην κύηση, την ανάπτυξη του εμβρύου/βρέφους, τον τοκετό και την ανάπτυξη μετά τη γέννηση (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο πιθανός κίνδυνος για τους ανθρώπους είναι άγνωστος. Η λουρασιδόνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εκτός αν είναι απολύτως αναγκαίο.

Τα νεογνά που εκτίθενται σε αντιψυχωσικά (όπως η λουρασιδόνη) κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου διατρέχουν κίνδυνο εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών, που περιλαμβάνουν εξωπυραμιδικά συμπτώματα ή/και συμπτώματα στέρησης που μπορεί να ποικίλουν σε σοβαρότητα και διάρκεια μετά τον τοκετό. Έχουν υπάρξει αναφορές για ανησυχία, υπερτονία, υποτονία, τρόμο, υπνηλία, αναπνευστική δυσχέρεια ή διαταραχές της πρόσληψης τροφής. Συνεπώς, τα νεογέννητα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.

Θηλασμός

Η λουρασιδόνη απεκκρίθηκε στο μητρικό γάλα των αρουραίων κατά τη διάρκεια της γαλουχίας (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Δεν είναι γνωστό εάν η λουρασιδόνη ή οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Το ενδεχόμενο του θηλασμού σε γυναίκες που λαμβάνουν λουρασιδόνη πρέπει να εξετάζεται μόνο εάν το πιθανό όφελος της θεραπείας δικαιολογεί την έκθεση του παιδιού σε πιθανό κίνδυνο.

Γονιμότητα

Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει έναν αριθμό επιδράσεων στη γονιμότητα, κυρίως σε σχέση με την αύξηση της προλακτίνης, οι οποίες δεν θεωρούνται σχετικές με την ανθρώπινη αναπαραγωγή (βλ. Προκλινικά δεδομένα).

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-LATUDA
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ψυχοληπτικά, αντιψυχωσικά. Κωδικός ATC: N05AE05

Μηχανισμός δράσης

Η λουρασιδόνη είναι ένας εκλεκτικός παράγοντας αποκλεισμού των επιδράσεων της ντοπαμίνης και της μονοαμίνης. Η λουρασιδόνη συνδέεται ισχυρά σε ντοπαμινεργικούς D2- και σε σεροτονινεργικούς 5-HT2A και 5-HT7- υποδοχείς με υψηλή χημική συγγένεια 0,994, 0,47 και 0,495 nM, αντίστοιχα. Αποκλείει επίσης τους α2c-αδρενεργικούς υποδοχείς και τους α2aαδρενεργικούς υποδοχείς με χημική συγγένεια 10,8 και 40,7 nM, αντίστοιχα. Η λουρασιδόνη παρουσιάζει επίσης μερικό ανταγωνισμό προς τον 5HT-1A υποδοχέα με χημική συγγένεια 6,38 nM. Η λουρασιδόνη δεν συνδέεται σε ισταμινεργικούς ή μουσκαρινικούς υποδοχείς. Ο μηχανισμός δράσης του ελάσσονος δραστικού μεταβολίτη της λουρασιδόνης, ID-14283, είναι παρόμοιος με αυτόν της λουρασιδόνης. Οι δόσεις λουρασιδόνης που κυμαίνονται από 9 έως 74 mg, χορηγούμενες σε υγιή υποκείμενα, παρήγαγαν δοσοεξαρτώμενη μείωση της δέσμευσης της 11C-ρακλοπρίδης, ενός υποκαταστάτη του υποδοχέα D2/D3, στον κερκοφόρο πυρήνα, το κέλυφος και το κοιλιακό ραβδωτό σώμα, γεγονός που ανιχνεύτηκε με τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίων.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Στις κύριες κλινικές μελέτες αποτελεσματικότητας, η λουρασιδόνη χορηγήθηκε σε δόσεις 37-148 mg λουρασιδόνης.

Κλινική αποτελεσματικότητα

Η αποτελεσματικότητα της λουρασιδόνης στη θεραπεία της σχιζοφρένειας καταδείχθηκε σε πέντε πολυκεντρικές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, διπλά τυφλές, δοκιμές διάρκειας 6 εβδομάδων σε υποκείμενα που πληρούσαν τα κριτήρια του Διαγνωστικού και Στατιστικού Εγχειριδίου των Ψυχικών Διαταραχών, Τέταρτη Έκδοση (DSM-IV) για τη σχιζοφρένεια. Οι δόσεις λουρασιδόνης, που ποικίλλαν στις πέντε δοκιμές, κυμάνθηκαν από 37 έως 148 mg λουρασιδόνης μία φορά ημερησίως. Στις δοκιμές βραχείας διάρκειας, το πρωτεύον καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας ορίστηκε ως η μέση μεταβολή από την αρχή της θεραπείας έως την Εβδομάδα 6 στην συνολική βαθμολογία της Κλίμακας Θετικού και Αρνητικού Συνδρόμου (PANSS), ενός επικυρωμένου καταλόγου πολλαπλών στοιχείων που αποτελείται από πέντε παράγοντες για την αξιολόγηση θετικών συμπτωμάτων, αρνητικών συμπτωμάτων, αποδιοργανωτικών σκέψεων, μη ελεγχόμενης εχθρότητας/ενθουσιασμού και άγχους/κατάθλιψης. Η λουρασιδόνη έδειξε ανώτερη αποτελεσματικότητα συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο σε μελέτες Φάσης 3 (βλ. Πίνακα 2). Η λουρασιδόνη έδειξε σημαντική διαφοροποίηση από το εικονικό φάρμακο ήδη από την Ημέρα 4. Επιπροσθέτως, η λουρασιδόνη ήταν ανώτερη του εικονικού φαρμάκου ως προς το προκαθορισμένο δευτερεύον καταληκτικό σημείο στην κλίμακα Συνολικής Κλινικής Εικόνας - Σοβαρότητας (CGI-S). Η αποτελεσματικότητα επιβεβαιώθηκε επίσης σε μια δευτερογενή ανάλυση για την απόκριση στη θεραπεία (ορίστηκε ως μείωση ≥ 30% στη συνολική βαθμολογία PANSS από την αρχή της θεραπείας). Στις βραχυχρόνιες μελέτες δεν παρατηρήθηκε σταθερή συσχέτιση δόσης-ανταπόκρισης. Η μακροχρόνια συντήρηση της αποτελεσματικότητας της λουρασιδόνης (37 έως 148 mg λουρασιδόνης μία φορά ημερησίως) καταδείχθηκε σε δοκιμή μη κατωτερότητας διάρκειας 12 μηνών με κουετιαπίνη παρατεταμένης αποδέσμευσης (200 έως 800 mg μία φορά ημερησίως). Η λουρασιδόνη δεν ήταν κατώτερη σε σχέση με την κουετιαπίνη παρατεταμένης αποδέσμευσης ως προς το χρόνο έως την υποτροπή της σχιζοφρένειας. Η λουρασιδόνη έδειξε μικρή αύξηση από την αρχή της θεραπείας έως το Μήνα 12 στο βάρος σώματος και στον δείκτη μάζας σώματος (Μέση τιμή (SD): 0,73 (3,36) kg και 0,28 (1,17) kg/m2, αντίστοιχα) συγκριτικά με την κουετιαπίνη παρατεταμένης αποδέσμευσης (1,23 (4,56) kg και 0,45 (1,63) kg/m2, αντίστοιχα). Γενικά, η λουρασιδόνη είχε αμελητέα επίδραση στο βάρος και σε άλλες μεταβολικές παραμέτρους, συμπεριλαμβανομένων των επιπέδων ολικής χοληστερόλης, τριγλυκεριδίων και γλυκόζης. Σε μία μακροχρόνια μελέτη ασφάλειας οι κλινικά σταθεροί ασθενείς υποβλήθηκαν σε θεραπεία χρησιμοποιώντας 37-111 mg λουρασιδόνης ή 2 - 6 mg ρισπεριδόνης. Σε εκείνη τη μελέτη ο ρυθμός υποτροπής σε χρονικό διάστημα 12 μηνών ήταν 20% για τη λουρασιδόνη και 16% για τη ρισπεριδόνη. Αυτή η διαφορά πλησίασε, αλλά δεν έφτασε, να είναι στατιστικά σημαντική. Σε μακροχρόνια δοκιμή που σχεδιάσθηκε για την αξιολόγηση της διατήρησης της δράσης, η λουρασιδόνη ήταν πιο αποτελεσματική από το εικονικό φάρμακο ως προς τη διατήρηση του ελέγχου των συμπτωμάτων και την καθυστέρηση της υποτροπής της σχιζοφρένειας. Οι ασθενείς, αφού πρώτα είχαν υποβληθεί σε θεραπεία για ένα οξύ επεισόδιο και είχαν σταθεροποιηθεί για τουλάχιστον 12 εβδομάδες με λουρασιδόνη, μετά τυχαιοποιήθηκαν με διπλά τυφλό τρόπο για να συνεχίσουν την θεραπεία είτε με τη λουρασιδόνη είτε με το εικονικό φάρμακο, μέχρι που παρουσίασαν υποτροπή των συμπτωμάτων σχιζοφρένειας. Σε πρώιμη ανάλυση του χρόνου υποτροπής στον οποίο οι ασθενείς που αποσύρθηκαν χωρίς υποτροπή αποκλείστηκαν τη χρονική στιγμή της απόσυρσης, οι ασθενείς υπό θεραπεία με λουρασιδόνη παρουσίασαν σημαντικά μακρύτερο χρόνο για την υποτροπή σε σύγκριση με ασθενείς υπό θεραπεία με το εικονικό φάρμακο (p=0,039). Οι εκτιμήσεις Kaplan-Meier για την πιθανότητα υποτροπής την Εβδομάδα 28 ήταν 42,2% για τη λουρασιδόνη και 51,2% για το εικονικό φάρμακο. Η πιθανότητα για διακοπή οποιασδήποτε αιτιολογίας την Εβδομάδα 28 ήταν 58,2% για τη λουρασιδόνη και 69,9% για το εικονικό φάρμακο (p=0,072).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με τη λουρασιδόνη σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού με σχιζοφρένεια (βλέπε Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).

Διπολική κατάθλιψη

Η βραχυπρόθεσμη αποτελεσματικότητα της λουρασιδόνης μελετήθηκε σε μια διάρκειας 6 εβδομάδων, πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη σε παιδιατρικούς ασθενείς και εφήβους (ηλικίας 10-17 ετών) που πληρούσαν τα κριτήρια του Διαγνωστικού και Στατιστικού Εγχειριδίου Διανοητικών Διαταραχών, Πέμπτη έκδοση (DSM-V) για μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια που σχετίζονται με διπολική διαταραχή Ι, με ή χωρίς ταχύ κύκλο και χωρίς ψυχωτικά χαρακτηριστικά (N=350). Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε λήψη 18-74 mg λουρασιδόνης άπαξ ημερησίως ή εικονικού φαρμάκου. Το πρωτεύον τελικό σημείο αποτελεσματικότητας ορίστηκε ως η μέση μεταβολή από την έναρξη έως την Εβδομάδα 6 στην Κλίμακα βαθμολογίας κατάθλιψης παιδιών, αναθεωρημένη (CDRS-R) Συνολική βαθμολογία. Το βασικό δευτερεύον τελικό σημείο ήταν η Κλινική συνολική εικόνα - Έκδοση διπολικής διαταραχής, βαρύτητα νόσου (CGI BP S) Βαθμολογία κατάθλιψης. Για αυτά τα τελικά σημεία καταδείχθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές υπέρ της λουρασιδόνης έναντι του εικονικού φαρμάκου για το σύνολο του πληθυσμού που μελετήθηκε, με έναρξη την Εβδομάδα 2 και διατηρήθηκαν σε κάθε επίσκεψη της μελέτης έως το τέλος της μελέτης. Ωστόσο, τα πρωτεύοντα και δευτερεύοντα τελικά σημεία αποτελεσματικότητας δεν επιτεύχθηκαν σε νεότερους ασθενείς (ηλικίας κάτω από 15 ετών). Η προσαρμοσμένη για το εικονικό φάρμακο μέση μεταβολή ελαχίστων τετραγώνων (95% CI) από την αρχική τιμή έως την Εβδομάδα 6 LOCF στη συνολική βαθμολογία του CDRS-R για την ομάδα λουρασιδόνης ήταν -1,8 (-5,6, 2,0) για ασθενείς ηλικίας 10 έως 14 ετών και ήταν -8,6 (-12,4, -4,8) για ασθενείς ηλικίας 15 έως 17 ετών. Το προφίλ ασφαλείας της λουρασιδόνης σε παιδιά που περιελήφθηκαν σε αυτήν τη βραχυπρόθεσμη μελέτη γενικά συνάδει με αυτό που παρατηρήθηκε κατά τη θεραπεία εντός της εγκεκριμένης ένδειξης σε ενήλικες, ωστόσο, επήλθαν διαφορές στη συχνότητα των πιο συχνά εμφανιζόμενων ανεπιθύμητων ενεργειών σε παιδιατρικούς ασθενείς, για τη ναυτία (πολύ συχνή), διάρροια (συχνή) και μειωμένη όρεξη (συχνή), σε σύγκριση με τους ενήλικες (συχνή, μη γνωστή και μη συχνή, αντίστοιχα).

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-LATUDA
expand_more

Απορρόφηση

Η λουρασιδόνη φθάνει σε μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό σε 1-3 ώρες περίπου. Σε μελέτες για την επίδραση της τροφής, οι μέσες τιμές των Cmax και AUC για τη λουρασιδόνη αυξήθηκαν περίπου κατά 2-3 φορές και 1,5-2 φορές αντίστοιχα, όταν αυτή χορηγήθηκε με τροφή συγκριτικά με τα επίπεδα που παρατηρήθηκαν σε συνθήκες νηστείας.

Κατανομή

Ύστερα από χορήγηση 37 mg λουρασιδόνης, ο μέσος κατά προσέγγιση εμφανής όγκος κατανομής ήταν 6000 L. Η λουρασιδόνη παρουσιάζει υψηλή δέσμευση (~99%) με πρωτεΐνες ορού.

Βιομετασχηματισμός

Η λουρασιδόνη μεταβολίζεται κυρίως μέσω του CYP3A4. Οι κύριες οδοί βιομετασχηματισμού είναι η οξειδωτική N-απαλκυλίωση, η υδροξυλίωση του δακτυλίου νορβορνάνης και η S-οξείδωση. Η λουρασιδόνη μεταβολίζεται σε δύο δραστικούς μεταβολίτες (ID-14283 και ID-14326) και δύο μη δραστικούς μεταβολίτες (ID-20219 και ID-20220). Η λουρασιδόνη και οι μεταβολίτες της, ID-14283, ID-14326, ID-20219 και ID-20220, αντιστοιχούν σε περίπου 11,4, 4,1, 0,4, 24 και 11% αντίστοιχα, της ραδιενέργειας στον ορό, αντίστοιχα. Το CYP3A4 είναι το κύριο ένζυμο που ευθύνεται για τον μεταβολισμό του δραστικού μεταβολίτη ID-14283. Και η λουρασιδόνη και ο δραστικός της μεταβολίτης ID-14283 συμβάλλουν στη φαρμακοδυναμική δράση στους ντοπαμινεργικούς και στους σεροτονινεργικούς υποδοχείς. Σύμφωνα με in vitro μελέτες, η λουρασιδόνη δεν αποτελεί υπόστρωμα των ενζύμων CYP1A1, CYP1A2, CYP2A6, CYP4A11, CYP2B6, CYP2C8, CYP2C9, CYP2C19, CYP2D6 ή CYP2E1. In vitro, η λουρασιδόνη απέδειξε όχι άμεση ή ασθενή αναστολή (άμεση ή χρονοεξαρτώμενη) (IC50>5,9 μM) των ενζύμων του κυτοχρώματος P450 (CYP)1A2, CYP2B6, CYP2C8, CYP2C9, CYP2C19, CYP2D6, CYP2E1 και CYP3A4. Με βάση αυτά τα δεδομένα, η λουρασιδόνη δεν αναμένεται να επηρεάζει τη φαρμακοκινητική των φαρμακευτικών προϊόντων που είναι υποστρώματα των CYP1A2, CYP2B6, CYP2C8, CYP2C9, CYP2C19, CYP2D6 και CYP2E1. Για τη χορήγηση των φαρμακευτικών προϊόντων που είναι υποστρώματα του CYP3A4 με στερό θεραπευτικό εύρος, (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Η λουρασιδόνη είναι ένα υπόστρωμα in vitro για τους μεταφορείς απομάκρυνσης φαρμάκων, P-gp και BCRP. Η λουρασιδόνη δεν υπόκειται σε απορρόφηση με ενεργό μεταφορά από τα OATP1B1 ή OATP1B3. Η λουρασιδόνη είναι αναστολέας των P-gp, BCRP και OCT1 in vitro (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Η λουρασιδόνη δεν αναμένεται να έχει κλινικώς σημαντικό δυναμικό αναστολής των μεταφορέων, OATP1B1, OATP1B3, OCT2, OAT1, OAT3, MATE1, MATE2K ή BSEP με βάση in vitro στοιχεία.

Αποβολή

Μετά από χορήγηση της λουρασιδόνης, ο χρόνος ημιζωής της αποβολής ήταν 20-40 ώρες. Ύστερα από χορήγηση ραδιοεπισημασμένης δόσης από το στόμα, περίπου το 67% της δόσης ανακτήθηκε στα κόπρανα και το 19% στα ούρα. Τα ούρα αποτελούνταν κυρίως από έναν αριθμό μεταβολιτών με ελάχιστη νεφρική απέκκριση της μητρικής ένωσης.

Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα

Η φαρμακοκινητική της λουρασιδόνης είναι ανάλογη της δόσης με μια συνολική ημερήσια δόση 18,5 mg έως 148 mg. Οι συγκεντρώσεις της λουρασιδόνης σε σταθερή κατάσταση επιτεύχθηκαν μέσα σε 7 ημέρες από την έναρξη της λουρασιδόνης.

Φαρμακοκινητική σε ειδικές ομάδες ασθενών:

Ηλικιωμένα άτομα

Περιορισμένα δεδομένα έχουν συλλεχθεί σε υγιή υποκείμενα ηλικίας ≥ 65 ετών. Από τα δεδομένα που έχουν συλλεχθεί, επιτεύχθηκε παρόμοια έκθεση συγκριτικά με υποκείμενα ηλικίας < 65 ετών. Ωστόσο, αύξηση της έκθεσης σε ηλικιωμένα υποκείμενα μπορεί να αναμένεται για ασθενείς, εάν αυτοί έχουν νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία.

Ηπατική δυσλειτουργία

Οι συγκεντρώσεις της λουρασιδόνης στον ορό αυξάνονται σε υγιή υποκείμενα με ηπατική δυσλειτουργία βαθμού A, B και C κατά Child-Pugh με αύξηση της έκθεσης κατά 1,5-, 1,7- και 3 φορές, αντίστοιχα.

Νεφρική δυσλειτουργία

Οι συγκεντρώσεις της λουρασιδόνης στον ορό αυξάνονται σε υγιή υποκείμενα με ήπια, μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία με αύξηση της έκθεσης κατά 1,5, 1,9 και 2,0 φορές, αντίστοιχα. Οι ασθενείς με ESRD (CrCl<15 ml/min) δεν έχουν ερευνηθεί.

Φύλο

Δεν υπήρξαν κλινικά σημαντικές διαφορές μεταξύ των φύλων στη φαρμακοκινητική της λουρασιδόνης σε ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού σε ασθενείς με σχιζοφρένεια.

Φυλή

Δεν υπήρχαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική της λουρασιδόνης σε ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού σε ασθενείς με σχιζοφρένεια. Σημειώθηκε ότι οι Ασιάτες ασθενείς εμφάνισαν κατά 1,5 φορά αύξηση της έκθεσης στη λουρασιδόνη συγκριτικά με τους Καυκάσιους ασθενείς.

Κάπνισμα

Σύμφωνα με in vitro μελέτες που χρησιμοποιούσαν ένζυμα ανθρώπινου ήπατος, η λουρασιδόνη δεν είναι υπόστρωμα του CYP1A2. Επομένως, το κάπνισμα δεν πρέπει να έχει επίδραση στη φαρμακοκινητική της λουρασιδόνης.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η φαρμακοκινητική της λουρασιδόνης σε παιδιατρικούς ασθενείς διερευνήθηκε σε 49 παιδιά ηλικίας 6-12 ετών και σε 56 εφήβους ηλικίας 13-17 ετών. Η λουρασιδόνη χορηγήθηκε ως λουρασιδόνη υδροχλωρική σε ημερήσιες δόσεις των 20, 40, 80, 120 mg (6-7 ετών) ή 160 mg (10-17 ετών μόνο) για 7 ημέρες. Δεν υπήρχε σαφής συσχέτιση ανάμεσα στην αποκτηθείσα έκθεση στο πλάσμα και στην ηλικία ή στο σωματικό βάρος. Η φαρμακοκινητική της λουρασιδόνης σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6-17 ετών ήταν γενικά συγκρίσιμη με αυτήν που παρατηρήθηκε στους ενήλικες.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

18-37 ώρες
PubChem

Δέσμευση πρωτεϊνών

~99%
PubChem

Απέκκριση

Κόπρανα
PubChem
science

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
213046
Μοριακός τύπος
C28H36N4O2S
Μοριακό βάρος
492.7
IUPAC
(1R,2S,6R,7S)-4-[[(1R,2R)-2-[[4-(1,2-benzothiazol-3-yl)piperazin-1-yl]methyl]cyclohexyl]methyl]-4-azatricyclo[5.2.1.02,6]decane-3,5-dione
InChIKey
PQXKDMSYBGKCJA-CVTJIBDQSA-N
Κατάταξη MeSH

Παράγοντες που ελέγχουν την αγχώδη ψυχωσική συμπεριφορά, ανακουφίζουν από οξείες ψυχωσικές καταστάσεις, μειώνουν τα ψυχωσικά συμπτώματα και ασκούν ηρεμιστική επίδραση. Χρησιμοποιούνται στη ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΙΑ· γεροντική άνοια· παροδική ψύχωση μετά από χειρουργική επέμβαση· ή ΕΜΦΡΑΓΜΑ ΤΟΥ ΜΥΟΚΑΡΔΙΟΥ· κ.λπ. Αυτά τα φάρμακα αναφέρονται συχνά ως νευροληπτικά, υπονοώντας την τάση να προκαλούν νευρολογικές παρενέργειες, αλλά δεν είναι όλα τα αντιψυχωσικά πιθανό να προκαλέσουν τέτοιες επιδράσεις. Πολλά από αυτά τα φάρμακα μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματικά κατά της ναυτίας, του εμέτου και του κνησμού.

Φάρμακα που συνδέονται και αναστέλλουν την ενεργοποίηση των ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ ALPHA-2.

Φάρμακα που συνδέονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ ΣΕΡΟΤΟΝΙΝΗΣ 5-HT2, αναστέλλοντας έτσι τις δράσεις της ΣΕΡΟΤΟΝΙΝΗΣ ή των ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ ΣΕΡΟΤΟΝΙΝΗΣ 5-HT2. Σε αυτή την κατηγορία περιλαμβάνονται ανταγωνιστές για έναν ή περισσότερους συγκεκριμένους υποτύπους υποδοχέων 5-HT2.

Ενώσεις και φάρμακα που συνδέονται και αναστέλλουν ή αποκλείουν την ενεργοποίηση των ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ ΝΤΟΠΑΜΙΝΗΣ D2.