Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ N02AE01 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

BUPRENORPHINE

Βουπρενορφίνη

Εκτός από τις ψυχοκοινωνικές και άλλες μεθόδους οι οποίες εφαρμόζονται στις προσπάθειες απεξάρτησης των τοξικομανών υπάρχουν και φαρακευτικές ουσίες οι οποίες βοηθούν σε αυτή την προσπάθεια δρώντας είτε ως υποκατάστατα των οπιοειδών στους ίδιους υποδοχείς (διεγέρτες ή …

Chemical structure of BUPRENORPHINE

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Επιμελημένο
clinical_notes
DrugBank

Ενδείξεις

expand_more
Για τη θεραπεία μέτριου έως σοβαρού πόνου, περιεγχειρητική αναλγησία και εξάρτηση από οπιοειδή.
medication
SPC-BUVIDAL

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Υποδόρια
Χορήγηση:
Εβδομαδιαία ή μηνιαία
Δόση έναρξης:
16 mg
Τιτλοποίηση:
μία ή δύο επιπλέον δόσεις των 8 mg με τουλάχιστον 1 ημέρα διαφορά έως μια τελική δόση 24 mg ή 32 mg κατά την πρώτη εβδομάδα θεραπείας
  • Ασθενείς που δεν λαμβάνουν ήδη βουπρενορφίνη
    Δόση16 mg
    Μέγ. δόση32 mg
    Αρχική υπογλώσσια δόση βουπρενορφίνης 4 mg για επιβεβαίωση ανεκτικότητας. Η συνιστώμενη αρχική δόση Buvidal είναι 16 mg, με μία ή δύο επιπλέον δόσεις των 8 mg με τουλάχιστον 1 ημέρα διαφορά έως μια τελική δόση 24 mg ή 32 mg κατά την πρώτη εβδομάδα θεραπείας. Η συνιστώμενη δόση για τη δεύτερη εβδομάδα θεραπείας είναι η συνολική χορηγούμενη δόση κατά την εβδομάδα έναρξης.
  • Ασθενείς που χρησιμοποιούν ηρωίνη ή οπιοειδή βραχείας δράσης
    Η αρχική δόση Buvidal δεν θα πρέπει να χορηγείται μέχρι τουλάχιστον 6 ώρες αφότου ο ασθενής έκανε την τελευταία χρήση οπιοειδών.
  • Ασθενείς που λαμβάνουν μεθαδόνη
    Η δόση της μεθαδόνης θα πρέπει να μειώνεται στο μέγιστο 30 mg/ημέρα πριν από την έναρξη της αγωγής με Buvidal, η οποία δεν θα πρέπει να χορηγείται μέχρι τουλάχιστον 24 ώρες αφότου ο ασθενής έλαβε την τελευταία δόση μεθαδόνης.
  • Ασθενείς που έχουν λάβει θεραπεία με υπογλώσσια βουπρενορφίνη
    Μπορούν να μεταβούν απευθείας σε εβδομαδιαίο ή μηνιαίο Buvidal, ξεκινώντας την επόμενη μέρα μετά την τελευταία ημερήσια υπογλώσσια δόση, σύμφωνα με τις συστάσεις δοσολογίας στον Πίνακα 1. Εβδομαδιαίες δόσεις: 8 mg (από 2-6 mg υπογλώσσια), 16 mg (από 8-10 mg υπογλώσσια), 24 mg (από 12-16 mg υπογλώσσια), 32 mg (από 18-24 mg υπογλώσσια). Μηνιαίες δόσεις: 64 mg (από 8-10 mg υπογλώσσια), 96 mg (από 12-16 mg υπογλώσσια), 128 mg (από 18-24 mg υπογλώσσια), 160 mg (από 26-32 mg υπογλώσσια). Συνιστάται στενότερη παρακολούθηση κατά την περίοδο δοσολογίας μετά τη μετάβαση.
  • Ενήλικες (Θεραπεία συντήρησης και προσαρμογές δόσης)
    Δόση8 mg (εβδομαδιαία), 160 mg (μηνιαία)
    Μέγ. δόση32 mg (εβδομαδιαία), 160 mg (μηνιαία)
    Οι δόσεις μπορούν να αυξηθούν ή να ελαττωθούν και οι ασθενείς μπορούν να αλλάξουν μεταξύ εβδομαδιαίων και μηνιαίων προϊόντων. Μια μέγιστη επιπρόσθετη δόση Buvidal 8 mg μπορεί να χορηγηθεί σε μια μη προγραμματισμένη επίσκεψη. Η μέγιστη δόση ανά εβδομάδα είναι 32 mg με επιπρόσθετη δόση 8 mg. Η μέγιστη δόση ανά μήνα είναι 160 mg.
  • Ηλικιωμένοι (> 65 ετών)
    Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία. Η συνιστώμενη δόση για ηλικιωμένους με κανονική νεφρική λειτουργία είναι ίδια με νεότερους ενήλικες. Μπορεί να απαιτηθεί προσαρμογή δόσης σε μειωμένη νεφρική/ηπατική λειτουργία.
  • Ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία
    Θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
  • Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία
    Η χρήση αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
  • Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια
    Δεν απαιτείται μετατροπή της δόσης.
  • Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/λεπτό)
    Συνιστάται προσοχή.
  • Παιδιά και έφηβοι (< 16 ετών)
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block
SPC-BUVIDAL

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
  • Σοβαρή αναπνευστική ανεπάρκεια
  • Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία
  • Οξύς αλκοολισμός ή τρομώδες παραλήρημα
warning
SPC-BUVIDAL

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Τρόπος χορήγησης
    Θα πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα για την αποφυγή ακούσιας ένεσης με Buvidal. Η δόση δεν θα πρέπει να χορηγείται ενδοαγγειακά (ενδοφλέβια), ενδομυϊκά ή ενδοδερμικά. Ενδοαγγειακά όπως στην ενδοφλέβια ένεση μπορεί να παρουσιάσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης από τη στιγμή που το Buvidal δημιουργεί μια συμπαγή μάζα κατά την επαφή με σωματικά υγρά, που θα μπορούσε να προκαλέσει τραυματισμό του αιμοφόρου αγγείου, απόφραξη ή θρομβοεμβολικά επεισόδια.
  • Κακή χρήση, κατάχρηση και εκτροπή
    Για την ελαχιστοποίηση του κινδύνου από κακή χρήση, κατάχρηση και εκτροπή, θα πρέπει να λαμβάνονται κατάλληλες προφυλάξεις κατά τη συνταγογράφηση και τη διάθεση της βουπρενορφίνης. Οι επαγγελματίες υγείας θα πρέπει να χορηγούν το Buvidal απευθείας στον ασθενή. Δεν επιτρέπεται η χορήγηση στο σπίτι ή η αυτοχορήγηση του προϊόντος από τους ασθενείς.
  • Ιδιότητες παρατεταμένης αποδέσμευσης
    Πληθυσμόςασθενείς με ταυτόχρονα φαρμακευτικά προϊόντα ή/και συννοσηρότητες
    Οι ιδιότητες παρατεταμένης αποδέσμευσης του προϊόντος θα πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας συμπεριλαμβανομένης της έναρξης και του τερματισμού. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημάδια και συμπτώματα τοξικότητας, υπερβολικής δόσης ή στέρησης εξαιτίας αυξημένων ή μειωμένων επιπέδων βουπρενορφίνης.
  • Αναπνευστική καταστολή
    Έχει αναφερθεί ένας αριθμός περιπτώσεων θανάτων λόγω αναπνευστικής καταστολής σε ασθενείς σε θεραπεία με βουπρενορφίνη, ιδιαιτέρως όταν χρησιμοποιούταν σε συνδυασμό με βενζοδιαζεπίνες (βλ. Αλληλεπιδράσεις) ή όταν η βουπρενορφίνη δεν χρησιμοποιήθηκε σύμφωνα με τις πληροφορίες συνταγογράφησης. Θάνατοι αναφέρθηκαν επίσης όσον αφορά στην ταυτόχρονη χορήγηση βουπρενορφίνης και άλλων καταστολέων, όπως το αλκοόλ, γκαμπαπεντινοειδή (όπως πρεγαλαβίνη και γκαμπαπεντίνη) (βλ. Αλληλεπιδράσεις) ή άλλα οπιοειδή.
  • Αναπνευστική καταστολή
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με αναπνευστική ανεπάρκεια (π.χ. χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, άσθμα, πνευμονική καρδία, μειωμένη αναπνευστική εφεδρεία, υποξία, υπερκαπνία, προϋπάρχουσα αναπνευστική καταστολή ή κυφοσκωλίωση)
    Η βουπρενορφίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή
  • Αναπνευστική καταστολή
    Πληθυσμόςπαιδιά και μη εξαρτημένα σε οπιοειδή άτομα
    Η βουπρενορφίνη μπορεί να προκαλέσει σοβαρή, δυνητικά θανατηφόρα, αναπνευστική καταστολή σε περίπτωση τυχαίας ή ηθελημένης χρήσης.
  • Καταστολή του ΚΝΣ
    Η βουπρενορφίνη μπορεί να προκαλέσει υπνημία, ιδιαιτέρως όταν λαμβάνεται μαζί με αλκοόλ ή καταστολείς του κεντρικού νευρικού συστήματος (όπως βενζοδιαζεπίνες, ηρεμιστικά, κατασταλτικά, γκαμπαπεντινοειδή ή υπνωτικά) (βλ. Αλληλεπιδράσεις και Οδήγηση).
  • Εξάρτηση
    Η βουπρενορφίνη είναι ένας μερικός αγωνιστής στο μ-υποδοχέα των οπιοειδών και η χρόνια χορήγησή της δημιουργεί εξάρτηση οπιοειδούς τύπου.
  • Σύνδρομο σεροτονίνης
    Η συγχορήγηση του Buvidal με άλλους σεροτονινεργικούς παράγοντες, όπως αναστολείς MAO, εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRI), αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης νορεπινεφρίνης (SNRI) ή τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά μπορεί να οδηγήσουν στο σύνδρομο σεροτονίνης, μια δυνητικά θανατηφόρα κατάσταση (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Εάν η θεραπεία με συγχορήγηση άλλων σεροτονινενεργικών παραγόντων κρίνεται απαραίτητη κλινικά, συνιστάται η προσεκτική παρακολούθηση του ασθενούς, ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας και κατά την αύξηση των δόσεων. Τα συμπτώματα του συνδρόμου σεροτονίνης μπορεί να περιλαμβάνουν μεταβολές στην ψυχική κατάσταση, αστάθεια του αυτόνομου νευρικού συστήματος, νευρομυϊκές ανωμαλίες και/ή συμπτώματα του γαστρεντερικού. Εάν υπάρχει υποψία για σύνδρομο σεροτονίνης, θα πρέπει να εξεταστεί η μείωση της δόσης ή η διακοπή της θεραπείας, ανάλογα με τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων.
  • Ηπατίτιδα και ηπατικά περιστατικά
    ΠληθυσμόςΑσθενείς οι οποίοι είναι θετικοί στην ιογενή ηπατίτιδα, λαμβάνουν ταυτόχρονα φαρμακευτικά προϊόντα (βλ. Αλληλεπιδράσεις) ή/και έχουν υπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία
    βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο ηπατικής βλάβης.
  • Ηπατίτιδα και ηπατικά περιστατικά
    Όταν υπάρχει υποψία για ηπατικό συμβάν, απαιτείται περαιτέρω βιολογική και αιτιολογική εξέταση. Ανάλογα με τα ευρήματα, το Buvidal μπορεί να διακοπεί. Μπορεί να χρειαστεί παρακολούθηση πέραν της εβδομαδιαίας και μηνιαίας θεραπευτικής περιόδου. Εάν συνεχιστεί η θεραπεία, η ηπατική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται στενά.
  • Επιτάχυνση συνδρόμου στέρησης οπιοειδούς
    Κατά την έναρξη της θεραπείας με βουπρενορφίνη, είναι σημαντικό να λαμβάνεται υπόψη το προφίλ του μερικού αγωνιστή της βουπρενορφίνης. Τα προϊόντα βουπρενορφίνης έχουν προκαλέσει εντεινόμενα συμπτώματα στέρησης σε ασθενείς εξαρτημένους στα οπιοειδή όταν χορηγήθηκαν πριν την υποχώρηση της επίδρασης του αγωνιστή από πρόσφατη χρήση ή κατάχρηση οπιοειδών. Για να αποφεύγεται η εντεινόμενη στέρηση, η εισαγωγή θα πρέπει να γίνεται όταν είναι εμφανή αντικειμενικά σημάδια και συμπτώματα ελαφριάς έως μέτριας στέρησης (βλ. Δοσολογία). Η διακοπή της θεραπείας μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα σύνδρομο στέρησης που μπορεί να καθυστερήσει στην έναρξη.
  • Ηπατική δυσλειτουργία
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία
    Οι ασθενείς θα πρέπει να ελέγχονται για σημάδια και συμπτώματα εντεινόμενου συνδρόμου στέρησης οπιοειδούς, τοξικότητας ή υπερδοσολογίας που προκαλούνται από αυξημένα επίπεδα βουπρενορφίνης. Η βουπρενορφίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).
  • Ηπατική δυσλειτουργία
    αντένδειξη
    Πληθυσμόςασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία
    η χρήση της βουπρενορφίνης αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/λεπτό)
    Συνιστάται προσοχή όταν χορηγείται (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).
  • Παράταση του QT
    προσοχή
    Θα πρέπει να δίνεται προσοχή όταν το Buvidal συγχορηγείται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που παρατείνουν το διάστημα QT και σε ασθενείς με ιστορικό συνδρόμου παρατεταμένου QT ή άλλων παραγόντων κινδύνου για παράταση του QT.
  • Διαχείριση οξέος πόνου
    προσοχή
    Για τη διαχείριση του οξέος πόνου κατά τη διάρκεια συνεχούς χρήσης Buvidal, μπορεί να χρειαστεί ένας συνδυασμός χρήσης οπιοειδών με υψηλή συγγένεια για τους μ-οπιοειδείς υποδοχείς (π.χ. φαιντανύλη), με μη οπιοειδή αναλγητικά και τοπική αναισθησία. Η τιτλοποίηση βραχείας δράσης οπιοειδών φαρμακευτικών προϊόντων πόνου από του στόματος ή ενδοφλέβιων (μορφίνη άμεσης αποδέσμευσης, οξυκωδόνη ή φαιντανύλη) στην επιθυμητή αναλγητική επίδραση σε ασθενείς σε θεραπεία με Buvidal μπορεί να χρειαστεί υψηλότερες δόσεις.
  • Χρήση σε παιδιά και εφήβους
    Πληθυσμόςπαιδιά ηλικίας κάτω των 16 ετών
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της βουπρενορφίνης δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί (βλ. Δοσολογία).
  • Διαταραχές της αναπνοής που σχετίζονται με τον ύπνο
    Τα οπιοειδή μπορούν να προκαλέσουν διαταραχές της αναπνοής που σχετίζονται με τον ύπνο, συμπεριλαμβανομένης της κεντρικής υπνικής άπνοιας (central sleep apnea, CSA) και της υποξαιμίας που σχετίζεται με τον ύπνο. Η χρήση οπιοειδών αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης CSA με δοσοεξαρτώμενο τρόπο. Σε ασθενείς που εμφανίζουν CSA, εξετάστε το ενδεχόμενο μείωσης της συνολικής δοσολογίας των οπιοειδών.
  • Επιδράσεις κατηγορίας - Ορθοστατική υπόταση
    Τα οπιοειδή μπορεί να προκαλέσουν ορθοστατική υπόταση.
  • Επιδράσεις κατηγορίας - Αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση / επιληπτικές κρίσεις
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με κάκωση της κεφαλής, ενδοκρανιακές βλάβες, άλλες περιπτώσεις κατά τις οποίες μπορεί να εμφανίζεται αυξημένη πίεση του εγκεφαλο-νωτιαίου υγρού ή σε ασθενείς με ιστορικό επιληπτικών κρίσεων
    Τα οπιοειδή ενδέχεται να προκαλέσουν αύξηση της πίεσης του εγκεφαλονωτιαίου υγρού, η οποία μπορεί να επιφέρει επιληπτικές κρίσεις. Επομένως, τα οπιοειδή θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή.
  • Επιδράσεις κατηγορίας - Υπόταση, υπερτροφία του προστάτη ή στένωση της ουρήθρας
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με υπόταση, υπερτροφία του προστάτη ή στένωση της ουρήθρας
    Τα οπιοειδή θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή.
  • Επιδράσεις κατηγορίας - Αξιολόγηση κατάστασης ασθενούς
    Η επαγόμενη από τα οπιοειδή μύση, οι αλλαγές του επιπέδου συνείδησης ή οι αλλαγές στην αντίληψη του πόνου ως σύμπτωμα πάθησης μπορεί να επηρεάσουν την αξιολόγηση της κατάστασης του ασθενούς ή να στρεβλώσουν τη διάγνωση ή την κλινική αγωγή της συνυπάρχουσας νόσου.
  • Επιδράσεις κατηγορίας - Μυξοίδημα, υποθυρεοειδισμός ή φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκεια
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με μυξοίδημα, υποθυρεοειδισμό ή φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκεια (π.χ. νόσος του Addison)
    Τα οπιοειδή θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή.
  • Επιδράσεις κατηγορίας - Δυσλειτουργία της χοληφόρου οδού
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με δυσλειτουργία της χοληφόρου οδού
    Έχει αποδειχθεί ότι τα οπιοειδή αυξάνουν την ενδοχολική πίεση και θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή.
swap_horiz
SPC-BUVIDAL

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Βενζοδιαζεπίνες
    προσοχή
    Θάνατος λόγω αναπνευστικής καταστολής
    ΣύστασηΟι δόσεις πρέπει να παρακολουθούνται στενά και ο συνδυασμός πρέπει να αποφεύγεται σε περιπτώσεις όπου υπάρχει κίνδυνος κακής χρήσης. Οι ασθενείς θα πρέπει να γνωρίζουν ότι είναι επικίνδυνη η αυτοχορήγηση μη συνταγογραφημένων βενζοδιαζεπινών.
  • Γκαμπαπεντινοειδή (π.χ. πρεγαλαβίνη, γκαμπαπεντίνη)
    προσοχή
    Θάνατος λόγω αναπνευστικής καταστολής
    ΣύστασηΟι δόσεις πρέπει να παρακολουθούνται στενά και ο συνδυασμός πρέπει να αποφεύγεται σε περιπτώσεις όπου υπάρχει κίνδυνος κακής χρήσης. Οι ασθενείς θα πρέπει να προειδοποιούνται να χρησιμοποιούν γκαμπαπεντινοειδή μόνο όπως υποδεικνύεται από τον ιατρό τους.
  • Αλκοολούχα ποτά ή φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν αλκοόλ
    προσοχή
    Αύξηση της κατασταλτικής δράσης της βουπρενορφίνης
  • Άλλα κατασταλτικά του κεντρικού νευρικού συστήματος (π.χ. άλλα παράγωγα οπιοειδών, ορισμένα αντικαταθλιπτικά, κατασταλτικοί ανταγωνιστές H1-υποδοχέων, βαρβιτουρικά, άλλα αγχολυτικά εκτός βενζοδιαζεπινών, αντιψυχωτικά, κλονιδίνη, σχετικές ουσίες)
    προσοχή
    Αύξηση της καταστολής του κεντρικού νευρικού συστήματος
  • Οπιοειδή αναλγητικά
    προσοχή
    Δυσκολία επίτευξης επαρκούς αναλγησίας, κίνδυνος υπερδοσολογίας
  • Αναστολή των φαρμακολογικών επιδράσεων της βουπρενορφίνης, επιτάχυνση συμπτωμάτων συνδρόμου στέρησης οπιοειδούς σε εξαρτημένους ασθενείς
  • Αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. ριτοναβίρη, νελφιναβίρη, ινδιναβίρη, κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, μακρολιδικά αντιβιοτικά)
    παρακολούθηση
    Αύξηση των τιμών Cmax και AUC της βουπρενορφίνης και νορβουπρενορφίνης
    ΣύστασηΟι ασθενείς που ξεκινούν θεραπεία με αναστολείς CYP3A4 θα πρέπει να λαμβάνουν θεραπεία με εβδομαδιαίο Buvidal και να παρακολουθούνται για σημάδια και συμπτώματα υπερβολικής δόσης. Εάν ο αναστολέας CYP3A4 διακοπεί, ο ασθενής πρέπει να παρακολουθηθεί για συμπτώματα στέρησης.
  • Επαγωγείς του CYP3A4 (π.χ. φαινοβαρβιτάλη, καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη, ριφαμπικίνη)
    παρακολούθηση
    Μείωση των επιπέδων βουπρενορφίνης
    ΣύστασηΟι ασθενείς που ξεκινούν θεραπεία με επαγωγείς CYP3A4 θα πρέπει να λαμβάνουν θεραπεία με εβδομαδιαίο Buvidal και να παρακολουθούνται για σημάδια και συμπτώματα στέρησης. Εάν ο επαγωγέας CYP3A4 διακοπεί, ο ασθενής πρέπει να παρακολουθηθεί για συμπτώματα υπερβολικής δόσης.
  • Αναστολείς UGT1A1
    προσοχή
    Ενδέχεται να επηρεάσουν τη συστημική έκθεση της βουπρενορφίνης
  • Αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (MAOI)
    προσοχή
    Πιθανή επιδείνωση των επιδράσεων των οπιοειδών
  • Σεροτονινεργικά φαρμακευτικά προϊόντα (π.χ. αναστολείς MAO, SSRI, SNRI, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά)
    προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος για σύνδρομο σεροτονίνης
sick
SPC-BUVIDAL

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Λοιμώξεις
  • Λοίμωξη
  • Γρίπη
  • Φαρυγγίτιδα
  • Βρογχίτιδα
  • Κυτταρίτιδα της θέσης ένεσης
Αναπνευστικό
  • Ρινίτιδα
  • Βήχας
  • Δύσπνοια
  • Άσθμα
Αίμα
  • Λεμφαδενοπάθεια
Ανοσοποιητικό
  • Υπερευαισθησία
Μεταβολισμός
  • Μειωμένη όρεξη
Ψυχιατρικές
  • Αϋπνία
  • Άγχος
  • Διέγερση
  • Κατάθλιψη
  • Εχθρότητα
  • Νευρικότητα
  • Μη φυσιολογική σκέψη
  • Παράνοια
  • Ιατρική εξάρτηση
  • Ψευδαισθήσεις
  • Ευφορική διάθεση
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Υπνηλία
  • Ζάλη
  • Ημικρανία
  • Παραισθησία
  • Συγκοπή
  • Τρόμος
  • Υπερτονία
  • Διαταραχές λόγου
  • Ίλιγγος
  • Χασμουρητό
Οφθαλμικές
  • Δακρυϊκή διαταραχή
  • Μυδρίαση
  • Μύση
Καρδιά
  • Αίσθημα παλμών
Αγγειακές
  • Αγγειοδιαστολή
  • Υπόταση
Γαστρεντερικό
  • Ναυτία
  • Δυσκοιλιότητα
  • Έμετος
  • Κοιλιακό άλγος
  • Μετεωρισμός
  • Δυσπεψία
  • Ξηροστομία
  • Διάρροια
  • Διαταραχή γαστρεντερικού συστήματος
Ήπαρ
  • Μη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας
  • Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
  • Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
Δέρμα
  • Ερύθημα
  • Υπεριδρωσία
  • Εξάνθημα
  • Κνησμός
  • Κνίδωση
  • Κηλιδώδες εξάνθημα
  • Κνίδωση στη θέση ένεσης
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Κατακράτηση ούρων
Αναπαραγωγικό
  • Δυσμηνόρροια
  • Σύνδρομο απόσυρσης φαρμάκων νεογνών
Μυοσκελετικό
  • Αρθραλγία
  • Οσφυαλγία
  • Μυαλγία
  • Μυϊκοί σπασμοί
  • Αυχεναλγία
  • Οστικός πόνος
Γενικές
  • Σύνδρομο απόσυρσης φαρμάκου
  • Άλγος
  • Άλγος θέσης ένεσης
  • Κνησμός στη θέση ένεσης
  • Ερύθημα θέσης ένεσης
  • Οίδημα θέσης ένεσης
  • Αντίδραση στη θέση ένεσης
  • Σκλήρυνση της θέσης ένεσης
  • Μάζα στη θέση ένεσης
  • Περιφερικό οίδημα
  • Αδυναμία
  • Δυσφορία
  • Πυρεξία
  • Ρίγη
  • Φλεγμονή της θέσης ένεσης
  • Μώλωπας της θέσης ένεσης
  • Θωρακικό άλγος
Εργαστηριακές
  • Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Άλγος
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές
    Πολύ συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Σύνδρομο απόσυρσης φαρμάκου
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Υπεριδρωσία
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Άγχος
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Άλγος θέσης ένεσης
    Γενικές
    Συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Αδυναμία
    Γενικές
    Συχνές
  • Αντίδραση στη θέση ένεσης
    Γενικές
    Συχνές
  • Αρθραλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
    Ήπαρ
    Συχνές
  • Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
    Ήπαρ
    Συχνές
  • Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Αυχεναλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Βήχας
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Γρίπη
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Διέγερση
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Διαταραχές λόγου
    Νευρικό
    Συχνές
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Δυσφορία
    Γενικές
    Συχνές
  • Δύσπνοια
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Ερύθημα θέσης ένεσης
    Γενικές
    Συχνές
  • Εχθρότητα
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Συχνές
  • Ημικρανία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Ιατρική εξάρτηση
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Κατάθλιψη
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Κνίδωση
    Δέρμα
    Συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Συχνές
  • Κνησμός στη θέση ένεσης
    Γενικές
    Συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Λοίμωξη
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Μάζα στη θέση ένεσης
    Γενικές
    Συχνές
  • Μετεωρισμός
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Μη φυσιολογική σκέψη
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Μυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Μυϊκοί σπασμοί
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Νευρικότητα
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Οίδημα θέσης ένεσης
    Γενικές
    Συχνές
  • Οστικός πόνος
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Οσφυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Παράνοια
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Παραισθησία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Περιφερικό οίδημα
    Γενικές
    Συχνές
  • Πυρεξία
    Γενικές
    Συχνές
  • Ρίγη
    Γενικές
    Συχνές
  • Ρινίτιδα
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Σκλήρυνση της θέσης ένεσης
    Γενικές
    Συχνές
  • Συγκοπή
    Νευρικό
    Συχνές
  • Τρόμος
    Νευρικό
    Συχνές
  • Υπερτονία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Υπνηλία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Φαρυγγίτιδα
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Χασμουρητό
    Νευρικό
    Συχνές
  • Άσθμα
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Ίλιγγος
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Αίσθημα παλμών
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Αγγειοδιαστολή
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Βρογχίτιδα
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Δακρυϊκή διαταραχή
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Διαταραχή γαστρεντερικού συστήματος
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Δυσμηνόρροια
    Αναπαραγωγικό
    Όχι συχνές
  • Δυσπεψία
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Ερύθημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Ευφορική διάθεση
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Θωρακικό άλγος
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Κατακράτηση ούρων
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Κηλιδώδες εξάνθημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Κνίδωση στη θέση ένεσης
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Κυτταρίτιδα της θέσης ένεσης
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Λεμφαδενοπάθεια
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Μειωμένη όρεξη
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Μη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Μυδρίαση
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Μύση
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Μώλωπας της θέσης ένεσης
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Ξηροστομία
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Σύνδρομο απόσυρσης φαρμάκων νεογνών
    Αναπαραγωγικό
    Όχι συχνές
  • Υπόταση
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Φλεγμονή της θέσης ένεσης
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Ψευδαισθήσεις
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Υπερευαισθησία
    Ανοσοποιητικό
    Μη γνωστές
pregnant_woman
SPC-BUVIDAL

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή expand_more
  • Κύηση
    Με προσοχή
    Δεν διατίθενται επαρκή δεδομένα σχετικά με τη χρήση της βουπρενορφίνης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα δεν υποδεικνύουν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Προς το τέλος της εγκυμοσύνης, η βουπρενορφίνη μπορεί να προκαλέσει αναπνευστική καταστολή στο νεογνό ακόμα και έπειτα από μια μικρή περίοδο χορήγησης. Μακροχρόνια χορήγηση κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων μηνών της εγκυμοσύνης μπορεί να προκαλέσει σύνδρομο στέρησης στο νεογνό (π.χ. υπερτονία, νεογνικό τρόμο, νεογνική υπερδιέγερση, σπασμούς ή μυοκλονικούς σπασμούς). Γενικά, η εμφάνιση του συνδρόμου καθυστερεί από αρκετές ώρες έως αρκετές ημέρες μετά τη γέννηση. Λόγω του μεγάλου χρόνου ημιζωής της βουπρενορφίνης, το ενδεχόμενο παρακολούθησης του νεογνού για αρκετές ημέρες μετά τη γέννηση θα πρέπει να εξετάζεται για να αποτραπεί ο κίνδυνος αναπνευστικής καταστολής ή συνδρόμου στέρησης σε νεογνά.
  • Θηλασμός
    Με προσοχή
    Η βουπρενορφίνη και οι μεταβολίτες της εκκρίνονται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα.
  • Γονιμότητα
    Άγνωστο
    Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα σχετικά με τις επιδράσεις της βουπρενορφίνης στην ανθρώπινη αναπαραγωγικότητα. Δεν έχει παρατηρηθεί επίδραση της βουπρενορφίνης στην αναπαραγωγικότητα σε ζώα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Η αναλγητική δράση της βουπρενορφίνης οφείλεται στην μερική αγωνιστική δραστηριότητα στους υποδοχείς οπιοειδών τύπου μ. Η βουπρενορφίνη είναι επίσης ανταγωνιστής στους υποδοχείς οπιοειδών τύπου κάπα. Η μερική αγωνιστική δράση σημαίνει ότι οι ανταγωνιστές…
monitor_heart
SPC-BUVIDAL

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλα φάρμακα του νευρικού συστήματος, φάρμακα που χρησιμοποιούνται στην εξάρτηση από οπιοειδή, κωδικός ATC: N07BC01 ### Μηχανισμός δράσης Η βουπρενορφίνη είναι ένας μερικός αγωνιστής/ανταγωνιστής των οπιοειδών, ο οποίος…
biotech
SPC-BUVIDAL

Φαρμακοκινητική

expand_more

Εβδομαδιαίο Buvidal #### Απορρόφηση Μετά την ένεση, η συγκέντρωση στο πλάσμα της βουπρενορφίνης αυξάνεται με μέσο χρόνο στη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (tmax) περίπου 24 ωρών. Το Buvidal έχει πλήρη απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα. Η έκθεση σε σταθερή…

hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Η βουπρενορφίνη μεταβολίζεται σε νορβουπρενορφίνη μέσω Ν-δεαλκυλίωσης που καταλύεται από το κυτόχρωμα P450 3A4/3A5. Η βουπρενορφίνη και η νορβουπρενορφίνη υφίστανται επίσης γλυκουρονιδίωση σε ανενεργούς μεταβολίτες, τη…
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Ο δρόμος απέκκρισης: Η βουπρενορφίνη, όπως η μορφίνη και άλλα φαιλικά οπιοειδή αναλγητικά, μεταβολίζεται από το ήπαρ και η κάθαρση σχετίζεται με την ηπατική αιμάτωση.

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Ηπατική λειτουργία gastroenterologyΗπατική λειτουργία Πριν την έναρξη της θεραπείας (αρχική κατάσταση)
τακτικά
Συνέχιση θεραπείας μετά από ηπατικό συμβάν
Ιογενής ηπατίτιδα coronavirusΛοιμώξεις & ιολογικός έλεγχος Πριν την έναρξη της θεραπείας (τεκμηρίωση κατάστασης)
Επίπεδα βουπρενορφίνης medicationΕπίπεδα φαρμάκου (TDM) Ταυτόχρονα φαρμακευτικά προϊόντα ή/και συννοσηρότητες
Τοξικότητα φαρμάκου medicationΕπίπεδα φαρμάκου (TDM) Μέτρια ηπατική δυσλειτουργία
Υπερδοσολογία φαρμάκου medicationΕπίπεδα φαρμάκου (TDM) Μέτρια ηπατική δυσλειτουργία
stethoscope

Κλινική εξέταση & ζωτικά

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Σύνδρομο στέρησης οπιοειδών neurologyΝευρολογικός / ψυχικός έλεγχος Μέτρια ηπατική δυσλειτουργία
Κλινική παρακολούθηση stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) κατά τη διάρκεια της θεραπείας
κατά τη διάρκεια της θεραπείας Διαχείριση οξέος πόνου
Εφήβους (16 ή 17 ετών)
Συμπτώματα τοξικότητας stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) Ταυτόχρονα φαρμακευτικά προϊόντα ή/και συννοσηρότητες
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-BUVIDAL
expand_more

Η χορήγηση του Buvidal περιορίζεται σε επαγγελματίες υγείας. Θα πρέπει να λαμβάνονται κατάλληλες προφυλάξεις, όπως η πραγματοποίηση επισκέψεων κλινικής παρακολούθησης των ασθενών σύμφωνα με τις ανάγκες του/της ασθενούς, κατά τη συνταγογράφηση και τη διάθεση της βουπρενορφίνης. Δεν επιτρέπεται η χορήγηση στο σπίτι ή η αυτοχορήγηση του προϊόντος από τους ασθενείς.

Προφυλάξεις πριν την έναρξη της θεραπείας

Για την αποφυγή επιτάχυνσης της στέρησης, η θεραπεία με Buvidal θα πρέπει να ξεκινήσει όταν είναι εμφανή αντικειμενικά και σαφή σημάδια ελαφριάς έως μέτριας στέρησης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Θα πρέπει να εξετάζεται ο τύπος της εξάρτησης από τα οπιοειδή (δηλ. μακράς ή βραχείας δράσης οπιοειδές), το διάστημα από την τελευταία χρήση οπιοειδών και ο βαθμός της εξάρτησης από τα οπιοειδή.

  • Για ασθενείς που χρησιμοποιούν ηρωίνη ή οπιοειδή βραχείας δράσης, η αρχική δόση Buvidal δεν θα πρέπει να χορηγείται μέχρι τουλάχιστον 6 ώρες αφότου ο ασθενής έκανε την τελευταία χρήση οπιοειδών.
  • Για ασθενείς που λαμβάνουν μεθαδόνη, η δόση της μεθαδόνης θα πρέπει να μειώνεται στο μέγιστο 30 mg/ημέρα πριν από την έναρξη της αγωγής με Buvidal που δεν θα πρέπει να χορηγείται μέχρι τουλάχιστον 24 ώρες αφότου ο ασθενής έλαβε την τελευταία δόση μεθαδόνης. Το Buvidal μπορεί να ενεργοποιήσει τα συμπτώματα στέρησης σε ασθενείς εξαρτώμενους από τη μεθαδόνη.

Δοσολογία

Έναρξη της θεραπείας σε ασθενείς που δεν λαμβάνουν ήδη βουπρενορφίνη

Οι ασθενείς που δεν έχουν εκτεθεί προηγουμένως στη βουπρενορφίνη θα πρέπει να λαμβάνουν μια υπογλώσσια δόση βουπρενορφίνης 4 mg και να βρίσκονται σε παρακολούθηση για μια ώρα πριν την πρώτη εβδομαδιαία χορήγηση Buvidal ώστε να επιβεβαιωθεί η ανεκτικότητα στη βουπρενορφίνη.

Η συνιστώμενη αρχική δόση με Buvidal είναι 16 mg, με μία ή δύο επιπλέον δόσεις των 8 mg με τουλάχιστον 1 ημέρα διαφορά έως μια τελική δόση 24 mg ή 32 mg κατά την πρώτη εβδομάδα θεραπείας. Η συνιστώμενη δόση για τη δεύτερη εβδομάδα θεραπείας είναι η συνολική χορηγούμενη δόση κατά την εβδομάδα έναρξης.

Η μηνιαία θεραπεία με Buvidal μπορεί να ξεκινήσει μετά την έναρξη της εβδομαδιαίας θεραπείας με Buvidal, σύμφωνα με τη μετατροπή δόσης στον Πίνακα 1 και μόλις οι ασθενείς έχουν σταθεροποιηθεί στην εβδομαδιαία θεραπεία (τέσσερις εβδομάδες ή περισσότερες, όπως κρίνεται πρακτικό).

Μετάβαση από υπογλώσσια προϊόντα βουπρενορφίνης σε Buvidal

Οι ασθενείς που έχουν λάβει θεραπεία με υπογλώσσια βουπρενορφίνη μπορούν να μεταβούν απευθείας σε εβδομαδιαίο ή μηνιαίο Buvidal, ξεκινώντας την επόμενη μέρα μετά την τελευταία ημερήσια υπογλώσσια δόση θεραπείας με βουπρενορφίνη σύμφωνα με τις συστάσεις δοσολογίας στον Πίνακα 1. Συνιστάται στενότερη παρακολούθηση των ασθενών κατά την περίοδο δοσολογίας μετά τη μετάβαση.

Πίνακας 1. Συμβατικές υπογλώσσιες ημερήσιες θεραπευτικές δόσεις και συνιστώμενες αντίστοιχες εβδομαδιαίες και μηνιαίες δόσεις Buvidal

Ημερήσια δόση υπογλώσσιας βουπρενορφίνης Εβδομαδιαία δόση Buvidal Μηνιαία δόση Buvidal
2-6 mg 8 mg
8-10 mg 16 mg 64 mg
12-16 mg 24 mg 96 mg
18-24 mg 32 mg 128 mg
26-32 mg 160 mg

Οι ασθενείς μπορούν να μεταβούν από υπογλώσσια βουπρενορφίνη 26‑32 mg απευθείας στη μηνιαία θεραπεία με Buvidal 160 mg με στενή παρακολούθηση κατά την περίοδο δοσολογίας μετά τη μετάβαση.

Η δόση βουπρενορφίνης σε mg μπορεί να διαφέρει μεταξύ υπογλώσσιων προϊόντων, γεγονός που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ανά προϊόν. Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες του Buvidal περιγράφονται στην (βλ. Φαρμακοκινητικές).

Θεραπεία συντήρησης και προσαρμογές δόσης

Το Buvidal μπορεί να χορηγηθεί εβδομαδιαία ή μηνιαία. Οι δόσεις μπορούν να αυξηθούν ή να ελαττωθούν και οι ασθενείς μπορούν να αλλάξουν μεταξύ εβδομαδιαίων και μηνιαίων προϊόντων σύμφωνα με τις προσωπικές ανάγκες των ασθενών και την κλινική αξιολόγηση του θεράποντος ιατρού σύμφωνα με τις συστάσεις στον Πίνακα 1. Μετά την αλλαγή, οι ασθενείς μπορεί να χρειαστούν στενότερη παρακολούθηση. Η αξιολόγηση της μακροχρόνιας θεραπείας βασίζεται σε δεδομένα 48 ωρών.

Επιπρόσθετη δόση

Μια μέγιστη επιπρόσθετη δόση Buvidal 8 mg μπορεί να χορηγηθεί σε μια μη προγραμματισμένη επίσκεψη μεταξύ των τακτικών εβδομαδιαίων και μηνιαίων δόσεων, με βάση τις προσωρινές προσωπικές ανάγκες του ασθενούς.

Η μέγιστη δόση ανά εβδομάδα για ασθενείς στους οποίους χορηγείται εβδομαδιαία θεραπεία Buvidal είναι 32 mg με επιπρόσθετη δόση 8 mg. Η μέγιστη δόση ανά μήνα για ασθενείς στους οποίους χορηγείται μηνιαία θεραπεία Buvidal είναι 160 mg.

Απώλεια δόσεων

Για να αποφύγετε απώλεια δόσεων, η εβδομαδιαία δόση μπορεί να χορηγηθεί μέχρι και 2 ημέρες πριν ή μετά το εβδομαδιαίο χρονικό σημείο, και η μηνιαία δόση μπορεί να χορηγηθεί μέχρι και 1 εβδομάδα πριν ή μετά το μηνιαίο χρονικό σημείο.

Εάν παραλείψετε μια δόση, η επόμενη δόση θα πρέπει να χορηγηθεί το συντομότερο πρακτικά δυνατόν.

Τερματισμός της θεραπείας

Εάν διακοπεί η θεραπεία με Buvidal, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα χαρακτηριστικά παρατεταμένης αποδέσμευσης και οποιαδήποτε τυχόν συμπτώματα στέρησης από τον ασθενή (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Εάν ο ασθενής αλλάξει σε θεραπεία με υπογλώσσια βουπρενορφίνη, αυτό θα πρέπει να γίνει μία εβδομάδα μετά την τελευταία εβδομαδιαία δόση ή ένα μήνα μετά την τελευταία μηνιαία δόση Buvidal σύμφωνα με τις συστάσεις στον Πίνακα 1.

Ειδικοί πληθυσμοί

Ηλικιωμένοι

Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της βουπρενορφίνης σε ηλικιωμένους ασθενείς ηλικίας > 65 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.

Γενικά, η συνιστώμενη δόση για ηλικιωμένους ασθενείς με κανονική νεφρική λειτουργία είναι η ίδια με εκείνη για νεότερους ενήλικες ασθενείς με κανονική νεφρική λειτουργία. Παρόλα αυτά, από τη στιγμή που οι ηλικιωμένοι ασθενείς μπορεί να έχουν μειωμένη νεφρική/ηπατική λειτουργία, μπορεί να είναι απαραίτητη η προσαρμογή δόσης (βλ. Ηπατική και Νεφρική δυσλειτουργία παρακάτω).

Ηπατική δυσλειτουργία

Η βουπρενορφίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Φαρμακοκινητικές). Σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία η χρήση της βουπρενορφίνης αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).

Νεφρική δυσλειτουργία

Μετατροπή της δόσης της βουπρενορφίνης δεν απαιτείται σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Συνιστάται προσοχή όταν χορηγείται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/λεπτό) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της βουπρενορφίνης σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 16 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.

Τρόπος χορήγησης

Το Buvidal προορίζεται μόνο για υποδόρια χορήγηση. Θα πρέπει να εγχέεται αργά και πλήρως στον υποδόριο ιστό διαφορετικών περιοχών (γλουτός, μηρός, κοιλιά, ή άνω βραχίονας), εφόσον υπάρχει αρκετός υποδόριος ιστός. Κάθε περιοχή μπορεί να έχει πολλά σημεία ένεσης. Τα σημεία ένεσης θα πρέπει να εναλλάσσονται τόσο για τις εβδομαδιαίες όσο και για τις μηνιαίες χορηγήσεις. Θα πρέπει να περνούν τουλάχιστον 8 εβδομάδες πριν από την επανάληψη της ένεσης σε σημείο που έχει χρησιμοποιηθεί προηγουμένως για κάθε εβδομαδιαία ένεση. Δεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα που να υποστηρίζουν την επανένεση της μηνιαίας χορήγησης στο ίδιο σημείο ένεσης. Αυτό δεν προϋποθέτει παράγοντα ανησυχίας. Η απόφαση για επανένεση στο ίδιο σημείο θα πρέπει επίσης να καθοδηγείται από την κλινική κρίση του θεράποντα ιατρού. Η χορηγούμενη δόση θα πρέπει να είναι μια μεμονωμένη ένεση και να μη διαιρείται. Η δόση δεν θα πρέπει να χορηγείται ενδοαγγειακά (ενδοφλέβια), ενδομυϊκά ή ενδοδερμικά (μέσα στο δέρμα) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Βλ. παράγραφο 6.6 για οδηγίες χορήγησης.

block

Αντενδείξεις

SPC-BUVIDAL
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
  • Σοβαρή αναπνευστική ανεπάρκεια
  • Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία
  • Οξύς αλκοολισμός ή τρομώδες παραλήρημα
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-BUVIDAL
expand_more

Τρόπος χορήγησης

Θα πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα για την αποφυγή ακούσιας ένεσης με Buvidal. Η δόση δεν θα πρέπει να χορηγείται ενδοαγγειακά (ενδοφλέβια), ενδομυϊκά ή ενδοδερμικά. Ενδοαγγειακά όπως στην ενδοφλέβια ένεση μπορεί να παρουσιάσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης από τη στιγμή που το Buvidal δημιουργεί μια συμπαγή μάζα κατά την επαφή με σωματικά υγρά, που θα μπορούσε να προκαλέσει τραυματισμό του αιμοφόρου αγγείου, απόφραξη ή θρομβοεμβολικά επεισόδια.

Κακή χρήση, κατάχρηση και εκτροπή

Για την ελαχιστοποίηση του κινδύνου από κακή χρήση, κατάχρηση και εκτροπή, θα πρέπει να λαμβάνονται κατάλληλες προφυλάξεις κατά τη συνταγογράφηση και τη διάθεση της βουπρενορφίνης. Οι επαγγελματίες υγείας θα πρέπει να χορηγούν το Buvidal απευθείας στον ασθενή. Δεν επιτρέπεται η χορήγηση στο σπίτι ή η αυτοχορήγηση του προϊόντος από τους ασθενείς. Οποιεσδήποτε προσπάθειες απομάκρυνσης του αποθέματος θα πρέπει να παρακολουθούνται κατά τη διάρκεια της θεραπείας.

Ιδιότητες παρατεταμένης αποδέσμευσης

Οι ιδιότητες παρατεταμένης αποδέσμευσης του προϊόντος θα πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας συμπεριλαμβανομένης της έναρξης και του τερματισμού. Ιδιαιτέρως, οι ασθενείς με ταυτόχρονα φαρμακευτικά προϊόντα ή/και συννοσηρότητες, θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημάδια και συμπτώματα τοξικότητας, υπερβολικής δόσης ή στέρησης εξαιτίας αυξημένων ή μειωμένων επιπέδων βουπρενορφίνης. Για τις φαρμακοκινητικές ιδιότητες, (βλ. Φαρμακοκινητικές) και για τερματισμό της θεραπείας, (βλ. Δοσολογία).

Αναπνευστική καταστολή

Έχει αναφερθεί ένας αριθμός περιπτώσεων θανάτων λόγω αναπνευστικής καταστολής σε ασθενείς σε θεραπεία με βουπρενορφίνη, ιδιαιτέρως όταν χρησιμοποιούταν σε συνδυασμό με βενζοδιαζεπίνες (βλ. Αλληλεπιδράσεις) ή όταν η βουπρενορφίνη δεν χρησιμοποιήθηκε σύμφωνα με τις πληροφορίες συνταγογράφησης. Θάνατοι αναφέρθηκαν επίσης όσον αφορά στην ταυτόχρονη χορήγηση βουπρενορφίνης και άλλων καταστολέων, όπως το αλκοόλ, γκαμπαπεντινοειδή (όπως πρεγαλαβίνη και γκαμπαπεντίνη) (βλ. Αλληλεπιδράσεις) ή άλλα οπιοειδή. Η βουπρενορφίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με αναπνευστική ανεπάρκεια (π.χ. χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, άσθμα, πνευμονική καρδία, μειωμένη αναπνευστική εφεδρεία, υποξία, υπερκαπνία, προϋπάρχουσα αναπνευστική καταστολή ή κυφοσκωλίωση). Η βουπρενορφίνη μπορεί να προκαλέσει σοβαρή, δυνητικά θανατηφόρα, αναπνευστική καταστολή σε παιδιά και μη εξαρτημένα σε οπιοειδή άτομα, σε περίπτωση τυχαίας ή ηθελημένης χρήσης.

Καταστολή του ΚΝΣ

Η βουπρενορφίνη μπορεί να προκαλέσει υπνημία, ιδιαιτέρως όταν λαμβάνεται μαζί με αλκοόλ ή καταστολείς του κεντρικού νευρικού συστήματος (όπως βενζοδιαζεπίνες, ηρεμιστικά, κατασταλτικά, γκαμπαπεντινοειδή ή υπνωτικά) (βλ. Αλληλεπιδράσεις και Οδήγηση).

Εξάρτηση

Η βουπρενορφίνη είναι ένας μερικός αγωνιστής στο μ-υποδοχέα των οπιοειδών και η χρόνια χορήγησή της δημιουργεί εξάρτηση οπιοειδούς τύπου.

Σύνδρομο σεροτονίνης

Η συγχορήγηση του Buvidal με άλλους σεροτονινεργικούς παράγοντες, όπως αναστολείς MAO, εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRI), αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης νορεπινεφρίνης (SNRI) ή τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά μπορεί να οδηγήσουν στο σύνδρομο σεροτονίνης, μια δυνητικά θανατηφόρα κατάσταση (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Εάν η θεραπεία με συγχορήγηση άλλων σεροτονινενεργικών παραγόντων κρίνεται απαραίτητη κλινικά, συνιστάται η προσεκτική παρακολούθηση του ασθενούς, ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας και κατά την αύξηση των δόσεων. Τα συμπτώματα του συνδρόμου σεροτονίνης μπορεί να περιλαμβάνουν μεταβολές στην ψυχική κατάσταση, αστάθεια του αυτόνομου νευρικού συστήματος, νευρομυϊκές ανωμαλίες και/ή συμπτώματα του γαστρεντερικού. Εάν υπάρχει υποψία για σύνδρομο σεροτονίνης, θα πρέπει να εξεταστεί η μείωση της δόσης ή η διακοπή της θεραπείας, ανάλογα με τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων.

Ηπατίτιδα και ηπατικά περιστατικά

Δοκιμασίες της ηπατικής λειτουργίας στην αρχική κατάσταση και τεκμηρίωση της κατάστασης της ιογενούς ηπατίτιδας συνιστώνται πριν από την έναρξη της θεραπείας. Ασθενείς οι οποίοι είναι θετικοί στην ιογενή ηπατίτιδα, λαμβάνουν ταυτόχρονα φαρμακευτικά προϊόντα (βλ. Αλληλεπιδράσεις) ή/και έχουν υπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο ηπατικής βλάβης. Συνιστάται τακτική παρακολούθηση της ηπατικής λειτουργίας. Περιστατικά οξείας ηπατικής βλάβης έχουν αναφερθεί σε ασθενείς εξαρτημένους από οπιοειδή τόσο σε κλινικές μελέτες όσο και σε αναφορές ανεπιθύμητων ενεργειών μετά την κυκλοφορία με φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν βουπρενορφίνη. Το φάσμα των ανωμαλιών κυμαίνεται από παροδικές ασυμπτωματικές αυξήσεις στις ηπατικές τρανσαμινάσες έως αναφορές περιπτώσεων κυτταρολυτικής ηπατίτιδας, ηπατικής ανεπάρκειας, ηπατικής νέκρωσης, ηπατονεφρικού συνδρόμου, ηπατικής εγκεφαλοπάθειας και θανάτου. Σε πολλές περιπτώσεις η παρουσία προϋπαρχουσών ανωμαλιών των ηπατικών ενζύμων, γενετικών παθήσεων, λοίμωξης με τον ιό της ηπατίτιδας Β ή τον ιό της ηπατίτιδας C, κατάχρησης αλκοόλ, ανορεξίας, ταυτόχρονης χρήσης άλλων δυνητικά ηπατοτοξικών φαρμακευτικών προϊόντων και η συνεχιζόμενη χρήση ενέσιμων ναρκωτικών μπορεί να έχουν έναν αιτιολογικό ή ενισχυτικό ρόλο. Αυτοί οι υποκείμενοι παράγοντες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη πριν από τη συνταγογράφηση βουπρενορφίνης και κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Όταν υπάρχει υποψία για ηπατικό συμβάν, απαιτείται περαιτέρω βιολογική και αιτιολογική εξέταση. Ανάλογα με τα ευρήματα, το Buvidal μπορεί να διακοπεί. Μπορεί να χρειαστεί παρακολούθηση πέραν της εβδομαδιαίας και μηνιαίας θεραπευτικής περιόδου. Εάν συνεχιστεί η θεραπεία, η ηπατική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται στενά.

Επιτάχυνση συνδρόμου στέρησης οπιοειδούς

Κατά την έναρξη της θεραπείας με βουπρενορφίνη, είναι σημαντικό να λαμβάνεται υπόψη το προφίλ του μερικού αγωνιστή της βουπρενορφίνης. Τα προϊόντα βουπρενορφίνης έχουν προκαλέσει εντεινόμενα συμπτώματα στέρησης σε ασθενείς εξαρτημένους στα οπιοειδή όταν χορηγήθηκαν πριν την υποχώρηση της επίδρασης του αγωνιστή από πρόσφατη χρήση ή κατάχρηση οπιοειδών. Για να αποφεύγεται η εντεινόμενη στέρηση, η εισαγωγή θα πρέπει να γίνεται όταν είναι εμφανή αντικειμενικά σημάδια και συμπτώματα ελαφριάς έως μέτριας στέρησης (βλ. Δοσολογία). Η διακοπή της θεραπείας μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα σύνδρομο στέρησης που μπορεί να καθυστερήσει στην έναρξη.

Ηπατική δυσλειτουργία

Η βουπρενορφίνη μεταβολίζεται εκτεταμένως στο συκώτι. Οι ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία θα πρέπει να ελέγχονται για σημάδια και συμπτώματα εντεινόμενου συνδρόμου στέρησης οπιοειδούς, τοξικότητας ή υπερδοσολογίας που προκαλούνται από αυξημένα επίπεδα βουπρενορφίνης. Η βουπρενορφίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές). Η ηπατική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται τακτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία η χρήση της βουπρενορφίνης αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).

Νεφρική δυσλειτουργία

Οι μεταβολίτες της βουπρενορφίνης συσσωρεύονται σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Συνιστάται προσοχή όταν χορηγείται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/λεπτό) (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).

Παράταση του QT

Θα πρέπει να δίνεται προσοχή όταν το Buvidal συγχορηγείται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που παρατείνουν το διάστημα QT και σε ασθενείς με ιστορικό συνδρόμου παρατεταμένου QT ή άλλων παραγόντων κινδύνου για παράταση του QT.

Διαχείριση οξέος πόνου

Για τη διαχείριση του οξέος πόνου κατά τη διάρκεια συνεχούς χρήσης Buvidal, μπορεί να χρειαστεί ένας συνδυασμός χρήσης οπιοειδών με υψηλή συγγένεια για τους μ-οπιοειδείς υποδοχείς (π.χ. φαιντανύλη), με μη οπιοειδή αναλγητικά και τοπική αναισθησία. Η τιτλοποίηση βραχείας δράσης οπιοειδών φαρμακευτικών προϊόντων πόνου από του στόματος ή ενδοφλέβιων (μορφίνη άμεσης αποδέσμευσης, οξυκωδόνη ή φαιντανύλη) στην επιθυμητή αναλγητική επίδραση σε ασθενείς σε θεραπεία με Buvidal μπορεί να χρειαστεί υψηλότερες δόσεις. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται κατά τη διάρκεια της θεραπείας.

Χρήση σε παιδιά και εφήβους

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της βουπρενορφίνης σε παιδιά ηλικίας κάτω των 16 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί (βλ. Δοσολογία). Λόγω περιορισμένων δεδομένων σε εφήβους (ηλικία 16 ή 17 ετών), οι ασθενείς αυτής της ηλικιακής κατηγορίας θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά κατά τη θεραπεία.

Διαταραχές της αναπνοής που σχετίζονται με τον ύπνο

Τα οπιοειδή μπορούν να προκαλέσουν διαταραχές της αναπνοής που σχετίζονται με τον ύπνο, συμπεριλαμβανομένης της κεντρικής υπνικής άπνοιας (central sleep apnea, CSA) και της υποξαιμίας που σχετίζεται με τον ύπνο. Η χρήση οπιοειδών αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης CSA με δοσοεξαρτώμενο τρόπο. Σε ασθενείς που εμφανίζουν CSA, εξετάστε το ενδεχόμενο μείωσης της συνολικής δοσολογίας των οπιοειδών.

Επιδράσεις κατηγορίας

Τα οπιοειδή μπορεί να προκαλέσουν ορθοστατική υπόταση. Τα οπιοειδή ενδέχεται να προκαλέσουν αύξηση της πίεσης του εγκεφαλονωτιαίου υγρού, η οποία μπορεί να επιφέρει επιληπτικές κρίσεις. Επομένως, τα οπιοειδή θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με κάκωση της κεφαλής, ενδοκρανιακές βλάβες, άλλες περιπτώσεις κατά τις οποίες μπορεί να εμφανίζεται αυξημένη πίεση του εγκεφαλονωτιαίου υγρού ή σε ασθενείς με ιστορικό επιληπτικών κρίσεων. Τα οπιοειδή θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με υπόταση, υπερτροφία του προστάτη ή στένωση της ουρήθρας. Η επαγόμενη από τα οπιοειδή μύση, οι αλλαγές του επιπέδου συνείδησης ή οι αλλαγές στην αντίληψη του πόνου ως σύμπτωμα πάθησης μπορεί να επηρεάσουν την αξιολόγηση της κατάστασης του ασθενούς ή να στρεβλώσουν τη διάγνωση ή την κλινική αγωγή της συνυπάρχουσας νόσου. Τα οπιοειδή θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με μυξοίδημα, υποθυρεοειδισμό ή φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκεια (π.χ. νόσος του Addison). Έχει αποδειχθεί ότι τα οπιοειδή αυξάνουν την ενδοχολική πίεση και θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με δυσλειτουργία της χοληφόρου οδού.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-BUVIDAL
expand_more

Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπιδράσεων με Buvidal.

Η βουπρενορφίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται προσεκτικά όταν συγχορηγείται με:

  • Βενζοδιαζεπίνες: Αυτός ο συνδυασμός μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τον θάνατο λόγω της αναπνευστικής καταστολής από το κεντρικό σύστημα. Για αυτό, οι δόσεις πρέπει να παρακολουθούνται στενά και αυτός ο συνδυασμός πρέπει να αποφεύγεται σε περιπτώσεις όπου υπάρχει κίνδυνος κακής χρήσης. Οι ασθενείς θα πρέπει να γνωρίζουν ότι είναι εξαιρετικά επικίνδυνη η αυτοχορήγηση μη συνταγογραφημένων βενζοδιαζεπινών κατά τη λήψη του συγκεκριμένου προϊόντος και πρέπει επίσης να γνωρίζουν ότι η χρήση βενζοδιαζεπινών παράλληλα με αυτό το προϊόν θα πρέπει να γίνεται μόνο σύμφωνα με τις οδηγίες του γιατρού τους (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Γκαμπαπεντινοειδή: Αυτός ο συνδυασμός μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τον θάνατο λόγω της αναπνευστικής καταστολής. Για αυτό, οι δόσεις πρέπει να παρακολουθούνται στενά και αυτός ο συνδυασμός πρέπει να αποφεύγεται σε περιπτώσεις όπου υπάρχει κίνδυνος κακής χρήσης. Οι ασθενείς θα πρέπει να προειδοποιούνται για τη χρήση γκαμπαπεντινοειδών (όπως πρεγαλαβίνη και γκαμπαπεντίνη) ταυτόχρονα με αυτό το προϊόν μόνο όπως υποδεικνύεται από τον ιατρό τους (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Αλκοολούχα ποτά ή φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν αλκοόλ: το αλκοόλ αυξάνει την κατασταλτική δράση της βουπρενορφίνης (βλ. Οδήγηση).
  • Άλλα κατασταλτικά του κεντρικού νευρικού συστήματος (π.χ. άλλα παράγωγα των οπιοειδών, ορισμένα αντικαταθλιπτικά, κατασταλτικοί ανταγωνιστές των H1-υποδοχέων, βαρβιτουρικά, άλλα αγχολυτικά εκτός των βενζοδιαζεπινών, αντιψυχωτικά, κλονιδίνη και σχετικές ουσίες): Αυτοί οι συνδυασμοί αυξάνουν την καταστολή του κεντρικού νευρικού συστήματος. Το μειωμένο επίπεδο εγρήγορσης μπορεί να καταστήσει επικίνδυνη την οδήγηση και τον χειρισμό μηχανών (βλ. Οδήγηση).
  • Οπιοειδή αναλγητικά: Η επίτευξη επαρκούς αναλγησίας ενδέχεται να είναι δύσκολη κατά τη χορήγηση ενός πλήρους αγωνιστή οπιοειδών σε ασθενείς που λαμβάνουν βουπρενορφίνη. Η δυνατότητα υπερδοσολογίας υφίσταται επίσης με έναν πλήρη αγωνιστή, κυρίως όταν επιχειρείται η υπερίσχυση έναντι των επιδράσεων μερικού αγωνιστή της βουπρενορφίνης ή όταν παρατηρείται μείωση των επιπέδων βουπρενορφίνης στο πλάσμα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Ναλτρεξόνη και ναλμεφένη: Αυτά είναι ανταγωνιστές οπιοειδών που μπορούν να αναστείλουν τις φαρμακολογικές επιδράσεις της βουπρενορφίνης. Για ασθενείς εξαρτημένους από οπιοειδή που λαμβάνουν θεραπεία με βουπρενορφίνη, η ναλτρεξόνη μπορεί να επιταχύνει την αιφνίδια εμφάνιση παρατεταμένων και έντονων συμπτωμάτων συνδρόμου στέρησης οπιοειδούς. Για ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με ναλτρεξόνη, οι επιθυμητές θεραπευτικές επιδράσεις της χορήγησης βουπρενορφίνης μπορεί να ανασταλούν από τη ναλτρεξόνη.

Η βουπρενορφίνη μεταβολίζεται σε νορβουπρενορφίνη κυρίως από το CYP3A4. Οι επιδράσεις από την έκθεση σε βουπρενορφίνη ασθενών σε θεραπεία με Buvidal δεν έχουν μελετηθεί. Αλληλεπίδραση με συγχορηγούμενους επαγωγείς ή αναστολείς έχει προσδιοριστεί σε μελέτες χρησιμοποιώντας διαβλενική και διαδερμική βουπρενορφίνη. Η βουπρενορφίνη επίσης μεταβολίζεται σε βουπρενορφίνη-3β-γλυκουρονιδίωση από το UGT1A1.

  • Οι αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. αναστολείς πρωτεάσης όπως ριτοναβίρη, νελφιναβίρη ή ινδιναβίρη ή αντιμυκητιασικά τύπου αζολών όπως κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη ή μακρολιδικά αντιβιοτικά) ενδέχεται να αναστέλλουν το μεταβολισμό της βουπρενορφίνης με αποτέλεσμα αυξημένες τιμές Cmax και AUC της βουπρενορφίνης και νορβουπρενορφίνης. Το Buvidal αποφεύγει τις επιδράσεις πρώτης διόδου και οι αναστολείς του CYP3A4 αναμένεται να έχουν λιγότερη επίδραση στο μεταβολισμό της βουπρενορφίνης όταν συγχορηγείται με Buvidal σε σύγκριση με τη συγχορήγηση με υπογλώσσια βουπρενορφίνη. Όταν αλλάζουν από υπογλώσσια βουπρενορφίνη σε Buvidal, οι ασθενείς μπορεί να χρειαστούν παρακολούθηση ώστε να εξασφαλιστεί ότι τα επίπεδα βουπρενορφίνης είναι τα κατάλληλα. Οι ασθενείς που είναι ήδη στο Buvidal που ξεκινούν θεραπεία με αναστολείς CYP3A4 θα πρέπει να λαμβάνουν θεραπεία με εβδομαδιαίο Buvidal και να παρακολουθούνται για σημάδια και συμπτώματα υπερβολικής δόσης. Αντιστρόφως εάν ένας ασθενής που του συγχορηγείται Buvidal και ένας αναστολέας CYP3A4 σταματήσει τη θεραπεία με τον αναστολέα CYP3A4, ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθηθεί για συμπτώματα στέρησης.
  • Οι επαγωγείς του CYP3A4 (π.χ. φαινοβαρβιτάλη, καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη ή ριφαμπικίνη) ενδέχεται να προκαλούν επαγωγή στον μεταβολισμό της βουπρενορφίνης με αποτέλεσμα τα μειωμένα επίπεδα βουπρενορφίνης. Το Buvidal αποφεύγει τις πρώτες επιδράσεις και οι επαγωγείς CYP3A4 αναμένεται να έχουν λιγότερη επίδραση στο μεταβολισμό της βουπρενορφίνης όταν συγχορηγείται με το Buvidal σε σύγκριση με όταν συγχορηγείται με υπογλώσσια βουπρενορφίνη. Όταν αλλάζουν από υπογλώσσια βουπρενορφίνη σε Buvidal, οι ασθενείς μπορεί να χρειαστούν παρακολούθηση ώστε να εξασφαλιστεί ότι τα επίπεδα βουπρενορφίνης είναι τα κατάλληλα. Οι ασθενείς που είναι ήδη στο Buvidal που ξεκινούν θεραπεία με επαγωγείς CYP3A4 θα πρέπει να λαμβάνουν θεραπεία με εβδομαδιαίο Buvidal και να παρακολουθούνται για σημάδια και συμπτώματα στέρησης. Αντιστρόφως εάν ένας ασθενής που του συγχορηγείται Buvidal και ένας επαγωγέας CYP3A4, σταματήσει τη θεραπεία με τον επαγωγέα CYP3A4, ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθηθεί για συμπτώματα υπερβολικής δόσης.
  • Οι αναστολείς UGT1A1 ενδέχεται να επηρεάσουν τη συστημική έκθεση της βουπρενορφίνης.
  • Αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (MAOI): Πιθανή επιδείνωση των επιδράσεων των οπιοειδών, με βάση την εμπειρία με τη μορφίνη.
  • Σεροτονινεργικά φαρμακευτικά προϊόντα (όπως αναστολείς MAO, εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRI), αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης νορεπινεφρίνης (SNRI) ή τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά): Ο κίνδυνος για σύνδρομο σεροτονίνης, μια δυνητικά θανατηφόρα κατάσταση, είναι αυξημένος (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-BUVIDAL
expand_more

Περίληψη του προφίλ ασφαλείας

Οι παρενέργειες που αναφέρονται πιο συχνά για τη βουπρενορφίνη είναι κεφαλαλγία, ναυτία, υπερβολική εφίδρωση, αϋπνία, σύνδρομο από απόσυρση φαρμάκου και άλγος.

Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών υπό μορφή πίνακα

Ο πίνακας 2 παρουσιάζει παρενέργειες που αναφέρθηκαν για την βουπρενορφίνη, συμπεριλαμβανομένου του Buvidal. Εφαρμόζονται οι παρακάτω όροι και συχνότητες: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1000 έως < 1/100) και μη γνωστή συχνότητα (δεν μπορεί να προσδιοριστεί από τα διαθέσιμα δεδομένα).

Πίνακας 2. Ανεπιθύμητες αντιδράσεις αναφερόμενες ανά σύστημα του σώματος

Κατηγορία/οργανικό σύστημα Πολύ συχνές Συχνές Όχι συχνές Μη γνωστές
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Λοίμωξη, Γρίπη, Φαρυγγίτιδα, Ρινίτιδα
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Λεμφαδενοπάθεια
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Υπερευαισθησία
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Μειωμένη όρεξη
Ψυχιατρικές διαταραχές Αϋπνία Άγχος, Διέγερση, Κατάθλιψη, Εχθρότητα, Νευρικότητα, Μη φυσιολογική σκέψη, Παράνοια, Ιατρική εξάρτηση Ψευδαισθήσεις, Ευφορική συναισθηματική διάθεση
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Κεφαλαλγία Υπνηλία, Ζάλη, Ημικρανία, Παραισθησία, Συγκοπή, Τρόμος, Υπερτονία, Διαταραχές λόγου Ίλιγγος
Οφθαλμικές διαταραχές Δακρυϊκή διαταραχή, Μυδρίαση, Μύση
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
Καρδιακές διαταραχές Αίσθημα παλμών
Αγγειακές διαταραχές Αγγειοδιαστολή, Υπόταση
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου Βήχας, Δύσπνοια, Χασμουρητό Άσθμα, Βρογχίτιδα
Διαταραχές του γαστρεντερικού Ναυτία Δυσκοιλιότητα, Έμετος, Κοιλιακό άλγος, Μετεωρισμός Δυσπεψία, Ξηροστομία, Διάρροια, Διαταραχή του γαστρεντερικού συστήματος
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Μη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Ερύθημα, Κατακράτηση ούρων
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού Δυσμηνόρροια
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Υπεριδρωσία Εξάνθημα, Κνησμός, Κνίδωση Εξάνθημα κηλιδώδες Ερύθημα
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Αρθραλγία, Οσφυαλγία, Μυαλγία, Μυϊκοί σπασμοί, Αυχεναλγία, Οστικός πόνος
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Σύνδρομο από απόσυρση φαρμάκου, Άλγος Άλγος της θέσης ένεσης, Κνησμός της θέσης ένεσης, Ερύθημα της θέσης ένεσης, Οίδημα της θέσης ένεσης, Αντίδραση της θέσης ένεσης, Σκλήρυνση της θέσης ένεσης, Μάζα της θέσης ένεσης, Περιφερικό οίδημα, Αδυναμία, Δυσφορία, Πυρεξία, Ρίγη Κυτταρίτιδα της θέσης ένεσης, Φλεγμονή της θέσης ένεσης, Μώλωπας της θέσης ένεσης, Κνίδωση της θέσης ένεσης Σύνδρομο από απόσυρση φαρμάκων των νεογνών, Θωρακικό άλγος
Παρακλινικές εξετάσεις Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης, Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση, Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών Ζάλη κατά τον θεραπευτικό χειρισμό

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

Αντιδράσεις της θέσης ένεσης

Στη διπλά τυφλή, φάσης 3, δοκιμή αποτελεσματικότητας, παρατηρήθηκαν αντιδράσεις της θέσης ένεσης σε 36 (16,9%) από τους 213 ασθενείς (5% από τις χορηγούμενες ενέσεις) στην ομάδα θεραπείας με Buvidal. Οι πιο κοινές παρενέργειες ήταν άλγος της θέσης ένεσης (8,9%), κνησμός της θέσης ένεσης (6,1%) και ερύθημα της θέσης ένεσης (4,7%). Οι αντιδράσεις της θέσης ένεσης ήταν όλες ελαφριές ή μέτριες σε σοβαρότητα και τα περισσότερα περιστατικά ήταν παροδικά.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-BUVIDAL
expand_more

Κύηση

Δεν διατίθενται επαρκή δεδομένα σχετικά με τη χρήση της βουπρενορφίνης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα δεν υποδεικνύουν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Η βουπρενορφίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μόνον εφόσον το δυνητικό όφελος αντισταθμίζει το δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο. Προς το τέλος της εγκυμοσύνης, η βουπρενορφίνη μπορεί να προκαλέσει αναπνευστική καταστολή στο νεογνό ακόμα και έπειτα από μια μικρή περίοδο χορήγησης. Μακροχρόνια χορήγηση κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων μηνών της εγκυμοσύνης μπορεί να προκαλέσει σύνδρομο στέρησης στο νεογνό (π.χ. υπερτονία, νεογνικό τρόμο, νεογνική υπερδιέγερση, σπασμούς ή μυοκλονικούς σπασμούς). Γενικά, η εμφάνιση του συνδρόμου καθυστερεί από αρκετές ώρες έως αρκετές ημέρες μετά τη γέννηση. Λόγω του μεγάλου χρόνου ημιζωής της βουπρενορφίνης, το ενδεχόμενο παρακολούθησης του νεογνού για αρκετές ημέρες μετά τη γέννηση θα πρέπει να εξετάζεται για να αποτραπεί ο κίνδυνος αναπνευστικής καταστολής ή συνδρόμου στέρησης σε νεογνά.

Θηλασμός

Η βουπρενορφίνη και οι μεταβολίτες της εκκρίνονται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα και το Buvidal θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή κατά τη διάρκεια του θηλασμού.

Γονιμότητα

Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα σχετικά με τις επιδράσεις της βουπρενορφίνης στην ανθρώπινη αναπαραγωγικότητα. Δεν έχει παρατηρηθεί επίδραση της βουπρενορφίνης στην αναπαραγωγικότητα σε ζώα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-BUVIDAL
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλα φάρμακα του νευρικού συστήματος, φάρμακα που χρησιμοποιούνται στην εξάρτηση από οπιοειδή, κωδικός ATC: N07BC01

Μηχανισμός δράσης

Η βουπρενορφίνη είναι ένας μερικός αγωνιστής/ανταγωνιστής των οπιοειδών, ο οποίος δεσμεύεται στους μ (μι) και κ (κάππα) οπιοειδείς υποδοχείς του εγκεφάλου. Η δραστικότητά της στη θεραπεία συντήρησης με οπιοειδή αποδίδεται στις βραδέως αναστρέψιμες ιδιότητές της με τους μ-υποδοχείς των οπιοειδών, οι οποίοι έπειτα από ένα παρατεταμένο χρονικό διάστημα, ενδέχεται να ελαχιστοποιήσουν την ανάγκη των οπιοεξαρτημένων ασθενών για παράνομα οπιοειδή.

Οι μεγαλύτερες επιδράσεις των αγωνιστών των οπιοειδών παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια κλινικών φαρμακολογικών μελετών σε ασθενείς εξαρτώμενους από τα οπιοειδή.

Κλινική αποτελεσματικότητα

Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του Buvidal στη θεραπεία της εξάρτησης από οπιοειδή προσδιορίστηκαν σε μια βασική φάσης 3, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, με διπλό εικονικό φάρμακο, ελεγχόμενη με ενεργή ουσία, ευέλικτης δόσης μελέτη σε ασθενείς με μέτρια έως βαριά εξάρτηση από οπιοειδή. Σε αυτήν τη μελέτη, 428 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε μία ή δύο ομάδες θεραπείας. Οι ασθενείς στην ομάδα Buvidal (n = 213) έλαβαν εβδομαδιαίες εγχύσεις (16 mg έως 32 mg) κατά τη διάρκεια των πρώτων 12 μηνών ακολουθούμενες από μηνιαίες εγχύσεις (64 mg έως 160 mg) κατά τη διάρκεια των τελευταίων 12 εβδομάδων, συν ημερήσιες δόσεις υπογλώσσιου δισκίου εικονικού φαρμάκου καθόλη τη διάρκεια της περιόδου θεραπείας. Οι ασθενείς στην ομάδα υπογλώσσιας βουπρενορφίνης/ναλοξόνης (n = 215) έλαβαν εβδομαδιαίες εγχύσεις εικονικού φαρμάκου κατά τις 12 πρώτες εβδομάδες και μηνιαίες εγχύσεις εικονικού φαρμάκου κατά τις 12 τελευταίες εβδομάδες, συν ημερήσια δισκία βουπρενορφίνης/ναλοξόνης καθόλη τη διάρκεια της περιόδου θεραπείας (8 mg έως 24 mg κατά τη διάρκεια των πρώτων 12 εβδομάδων και 8 mg έως 32 mg κατά τη διάρκεια των τελευταίων 12 εβδομάδων). Κατά τη διάρκεια των 12 εβδομάδων με μηνιαίες εγχύσεις, οι ασθενείς και στις δύο ομάδες μπορούσαν να λάβουν μια επιπλέον εβδομαδιαία δόση Buvidal 8 mg ανά μήνα, εάν χρειαζόταν. Οι ασθενείς προσήλθαν σε 12 εβδομαδιαίες επισκέψεις κατά τη διάρκεια των πρώτων 12 εβδομάδων και σε 6 επισκέψεις κατά τη διάρκεια των τελευταίων 12 εβδομάδων (3 προγραμματισμένες μηνιαίες επισκέψεις και 3 τυχαίες τοξικολογικές επισκέψεις για ούρα). Σε κάθε επίσκεψη, αξιολογήθηκαν η αποτελεσματικότητα και τα μέτρα ασφάλειας.

Από τους 428 τυχαιοποιημένους ασθενείς, το 69,0% (147/213) των ασθενών στην ομάδα θεραπείας με Buvidal και το 72,6% (156/215) των ασθενών στην ομάδα θεραπείας με υπογλώσσια βουπρενορφίνη/ναλοξόνη ολοκλήρωσαν την περίοδο θεραπείας 24 εβδομάδων.

Η μελέτη πέτυχε το πρωτεύον τελικό σημείο μη κατωτερότητας στο μέσο ποσοστό των δειγμάτων ούρων που ήταν αρνητικά σε παράνομα οπιοειδή κατά τη διάρκεια των εβδομάδων θεραπείας 1 έως 24 για την ομάδα με Buvidal σε σύγκριση με την ομάδα της υπογλώσσιας βουπρενορφίνης/ναλοξόνης (Πίνακας 3).

Η ανωτερότητα του Buvidal έναντι της υπογλώσσιας βουπρενορφίνης/ναλοξόνης επιτεύχθηκε (προκαθορισμένη σειρά δοκιμής) για τη δευτερεύουσα σωρευτική συνάρτηση διανομής (CDF) για ποσοστό αρνητικών στα οπιοειδή δειγμάτων ούρων κατά τη διάρκεια των εβδομάδων θεραπείας 4 έως 24 (Πίνακας 3).

Πίνακας 3. Μεταβλητές αποτελεσματικότητας σε μια βασική, φάσης 3, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, με διπλό εικονικό φάρμακο, ελεγχόμενη με ενεργή ουσία, ευέλικτης δόσης μελέτη σε ασθενείς με μέτρια έως βαριά εξάρτηση από οπιοειδή

Μεταβλητή Buvidal N=213 SL BPN/NX N=215 Διαφορά (%) (95% CI) Τιμή p
Μέσο LS (%) (SE) Ποσοστό δειγμάτων ούρων αρνητικό για παράνομα οπιοειδή 35,1 (2,48) 28,4 (2,47) 6,7 (-0,1 - 13,6) <0,001
Διάμεση τιμή CDF του ποσοστού των δειγμάτων ούρων αρνητικών για παράνομα οπιοειδή εντός των εβδομάδων 4-24 26,7 6,7 - 0,008

CDF = συνάρτηση σωρευτικής διανομής, CI = διάστημα εμπιστοσύνης, LS = μέσος όρος ελαχίστων τετραγώνων, SE = τυπικό σφάλμα, SL BPN/NX = υπογλώσσια βουπρενορφίνη/ναλοξόνη

α Διαφορά = Buvidal - SL BPN/NX. β Η τιμή p ήταν για ανωτερότητα

Πραγματοποιήθηκε μια μακροχρόνια, ανοικτής επισήμανσης, φάσης 3 μελέτη ασφάλειας με ευέλικτη δοσολογία εβδομαδιαίου και μηνιαίου Buvidal για 48 εβδομάδες. Στη μελέτη εντάχθηκαν συνολικά 227 ασθενείς με μέτρια έως βαριά εξάρτηση από οπιοειδή, εκ των οποίων 190 ασθενείς άλλαξαν από υπογλώσσια βουπρενορφίνη (με ή χωρίς ναλοξόνη), και 37 ασθενείς ήταν νέοι στη θεραπεία με βουπρενορφίνη. Κατά τη διάρκεια της περιόδου 48 εβδομάδων, οι ασθενείς μπορούσαν να αλλάξουν μεταξύ εβδομαδιαίων και μηνιαίων εγχύσεων με Buvidal και μεταξύ δόσεων (8 mg έως 32 mg εβδομαδιαίο Buvidal και 64 mg έως 160 mg μηνιαίου Buvidal) σύμφωνα με την κλινική αξιολόγηση του ιατρού.

Για ασθενείς που άλλαξαν από υπογλώσσια βουπρενορφίνη, το ποσοστό των ασθενών με αρνητικά δείγματα ούρων για παράνομα οπιοειδή ήταν 78,8% στην αρχή και 84,0% στο τέλος των 48 εβδομάδων της περιόδου θεραπείας. Για τους νέους ασθενείς στη θεραπεία, το ποσοστό των ασθενών με αρνητικά δείγματα ούρων για παράνομα οπιοειδή ήταν 0,0% στην αρχή και 63,0% στο τέλος των 48 εβδομάδων της περιόδου θεραπείας. Συνολικά, 156 ασθενείς (68,7%) ολοκλήρωσαν την περίοδο θεραπείας 48 εβδομάδων.

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-BUVIDAL
expand_more

Εβδομαδιαίο Buvidal

Απορρόφηση

Μετά την ένεση, η συγκέντρωση στο πλάσμα της βουπρενορφίνης αυξάνεται με μέσο χρόνο στη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (tmax) περίπου 24 ωρών. Το Buvidal έχει πλήρη απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα. Η έκθεση σε σταθερή κατάσταση επιτυγχάνεται στην τέταρτη εβδομαδιαία δόση. Δοσοεξαρτώμενες αυξήσεις της έκθεσης παρατηρήθηκαν στο διάστημα δόσης 8 mg έως 32 mg.

Κατανομή

Ο φαινομενικός όγκος διανομής για βουπρενορφίνη είναι περίπου 1900 l. Η βουπρενορφίνη είναι περίπου 96% δεσμευμένη σε πρωτεΐνη, κυρίως σε άλφα και βήτα σφαιρίνη.

Βιομετασχηματισμός και αποβολή

Η βουπρενορφίνη μεταβολίζεται οξειδωτικά από τη 14-Ν-απαλκυλίωση σε Ν-απαλκυλιωμένη βουπρενορφίνη (γνωστή ως νορβουπρενορφίνη) μέσω του κυτοχρώματος P450 CYP3A4 και μέσω γλυκοροσύζευξης του συγγενούς μορίου και του απαλκυλιωτικού μεταβολίτη. Η νορβουπρενορφίνη είναι ένας μ-αγωνιστής των οπιοειδών με ασθενή ενδογενή δράση.

Υποδόρια χορήγηση του Buvidal έχει ως αποτέλεσμα σημαντικά χαμηλότερες συγκεντρώσεις του μεταβολίτη νορβουπρενορφίνη σε σύγκριση με τη χορήγηση υπογλώσσιας βουπρενορφίνης, εξαιτίας της αποφυγής του πρώτου βήματος του μεταβολισμού.

Η αποβολή της βουπρενορφίνης από το Buvidal περιορίζεται σε βαθμιαία αποδέσμευση με τελική ημιζωή εύρους από 3 έως 5 ημέρες.

Η βουπρενορφίνη απομακρύνεται κυρίως με τα κόπρανα μέσω αποβολής από τη χολή των συζευγμένων με γλυκουρονίδια μεταβολιτών (70%), η υπόλοιπη απομακρύνεται με τα ούρα. Η συνολική κάθαρση βουπρενορφίνης είναι περίπου 68 l/h.

Ειδικοί πληθυσμοί

Ηλικιωμένοι

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα σε ηλικιωμένους ασθενείς (> 65 ετών).

Νεφρική δυσλειτουργία

Η νεφρική απομάκρυνση παίζει έναν σχετικά μικρό ρόλο (≈ 30%) στη συνολική κάθαρση της βουπρενορφίνης. Δεν απαιτείται μεταβολή της δόσης με βάση τη νεφρική λειτουργία, αλλά συνιστάται προσοχή όταν χορηγείται σε άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).

Ηπατική δυσλειτουργία

Ο Πίνακας 4 συγκεντρώνει τα αποτελέσματα από μία κλινική μελέτη στην οποία η έκθεση σε βουπρενορφίνη προσδιορίστηκε μετά από χορήγηση ενός υπογλώσσιου δισκίου βουπρενορφίνης/ναλοξόνης 2,0/0,5 mg σε υγιείς ασθενείς και σε ασθενείς με διαφορετικούς βαθμούς ηπατικής ανεπάρκειας.

Πίνακας 4. Επίδραση της ηπατικής ανεπάρκειας (σχετική αλλαγή σε υγιείς ασθενείς) στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους της βουπρενορφίνης μετά από υπογλώσσια χορήγηση βουπρενορφίνης/ναλοξόνης (2,0/0,5 mg) σε υγιείς ασθενείς και σε ασθενείς με διαφόρων βαθμών ηπατικής ανεπάρκειας

Φαρμακοκινητική παράμετρος ήπια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh Κλάση A) (n=9) μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh Κλάση Β) (n=8) σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh Κλάση C) (n=8)
Βουπρενορφίνη
Cmax Παρόμοια με την ομάδα ελέγχου Αύξηση κατά 1,1 φορές Αύξηση κατά 1,7 φορές
AUCτελευταία Αύξηση κατά 1,2 φορές Αύξηση κατά 1,6 φορές Αύξηση κατά 2,8 φορές

Συνολικά, η έκθεση του πλάσματος σε βουπρενορφίνη αυξήθηκε περίπου 3 φορές σε ασθενείς με βαριά ανεπάρκεια της ηπατικής λειτουργίας (βλ. Δοσολογία, Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Δεν διατίθενται φαρμακοκινητικά δεδομένα σε παιδιατρικούς πληθυσμούς (κάτω των 18 ετών). Προσομοιωμένα δεδομένα έκθεσης βουπρενορφίνης σε εφήβους ηλικίας 16 ετών καταδεικνύουν χαμηλότερες τιμές Cmax και AUC σε σύγκριση με τις τιμές που παρατηρούνται σε ενήλικες με εβδομαδιαία και μηνιαία χορήγηση Buvidal.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

31-42 ώρες
PubChem

Δέσμευση πρωτεϊνών

96%
PubChem

Απέκκριση

Κόπρανα/Νεφρά
PubChem
science

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
644073
Μοριακός τύπος
C29H41NO4
Μοριακό βάρος
467.6
IUPAC
(1S,2S,6R,14R,15R,16R)-5-(cyclopropylmethyl)-16-[(2S)-2-hydroxy-3,3-dimethylbutan-2-yl]-15-methoxy-13-oxa-5-azahexacyclo[13.2.2.12,8.01,6.02,14.012,20]icosa-8(20),9,11-trien-11-ol
InChIKey
RMRJXGBAOAMLHD-IHFGGWKQSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογικής Δράσης

  • Ενώσεις με δράση παρόμοια με ΑΛΚΑΛΟΕΙΔΗ ΟΠΙΟΥ, που δρουν στους ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ ΟΠΙΟΕΙΔΩΝ. Οι ιδιότητες περιλαμβάνουν την πρόκληση ΑΝΑΛΓΗΣΙΑΣ ή ΝΑΡΚΩΣΗΣ.
  • Παράγοντες που αναστέλλουν την επίδραση των ναρκωτικών στο κεντρικό νευρικό σύστημα.
  • Παράγοντες που προκαλούν ΝΑΡΚΩΣΗ. Τα ναρκωτικά περιλαμβάνουν παράγοντες που προκαλούν υπνηλία ή προκαλούμενο ύπνο (ΛΗΘΑΡΓΟ)· φυσικά ή συνθετικά παράγωγα του ΟΠΙΟΥ ή της ΜΟΡΦΙΝΗΣ ή οποιαδήποτε ουσία που έχει τέτοιες επιδράσεις. Είναι ισχυροί προκαλεστές ΑΝΑΛΓΗΣΙΑΣ και ΔΙΑΤΑΡΑΞΕΩΝ ΣΧΕΤΙΖΟΜΕΝΩΝ ΜΕ ΟΠΙΟΕΙΔΗ.