NALTREXONE
Ναλτρεξόνη
Εκτός από τις ψυχοκοινωνικές και άλλες μεθόδους οι οποίες εφαρμόζονται στις προσπάθειες απεξάρτησης των τοξικομανών υπάρχουν και φαρακευτικές ουσίες οι οποίες βοηθούν σε αυτή την προσπάθεια δρώντας είτε ως υποκατάστατα των οπιοειδών στους ίδιους υποδοχείς (διεγέρτες ή …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-MYSIMBA
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Με τροφή
- Δόση έναρξης: Ένα δισκίο το πρωί
- Τιτλοποίηση: Εβδομάδα 1: Ένα δισκίο το πρωί. Εβδομάδα 2: Ένα δισκίο το πρωί και ένα δισκίο το βράδυ. Εβδομάδα 3: Δύο δισκία το πρωί και ένα δισκίο το βράδυ. Εβδομάδα 4 και στη συνέχεια: Δύο δισκία το πρωί και δύο δισκία το βράδυ.
-
ΕνήλικεςΜέγ. δόσηΔύο δισκία το πρωί και δύο δισκία το βράδυ (32 mg υδροχλωρικής ναλτρεξόνης και 360 mg υδροχλωρικής βουπροπιόνης)
-
Ηλικιωμένοι ασθενείς (άνω των 65 ετών)Θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς ηλικίας άνω των 65 ετών. Δεν συνιστάται σε ασθενείς ηλικίας άνω των 75 ετών.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία τελικού σταδίουΑντενδείκνυται.
-
Ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή νεφρική ανεπάρκειαΔόσηΈνα δισκίο το πρωί (Εβδομάδα 1), στη συνέχεια ένα δισκίο το πρωί και ένα δισκίο το βράδυ (από Εβδομάδα 2)Μέγ. δόσηΔύο δισκία (ένα δισκίο το πρωί και ένα δισκίο το βράδυ)Συνιστάται έναρξη με ένα δισκίο το πρωί για την πρώτη εβδομάδα, κλιμάκωση σε ένα δισκίο το πρωί και ένα το βράδυ από την εβδομάδα 2.
-
Ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργίαΔεν είναι απαραίτητη μείωση της δόσης.
-
Ασθενείς με βαριά ηπατική δυσλειτουργίαΑντενδείκνυται.
-
Ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργίαΔεν συνιστάται.
-
Ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργίαΔόσηΈνα δισκίο το πρωί (Εβδομάδα 1), στη συνέχεια ένα δισκίο το πρωί και ένα δισκίο το βράδυ (από Εβδομάδα 2)Μέγ. δόσηΔύο δισκία (ένα δισκίο το πρωί και ένα δισκίο το βράδυ)Συνιστάται έναρξη με ένα δισκίο το πρωί για την πρώτη εβδομάδα, κλιμάκωση σε ένα δισκίο το πρωί και ένα το βράδυ από την εβδομάδα 2. Ο βαθμός της ηπατικής δυσλειτουργίας θα πρέπει να εκτιμάται χρησιμοποιώντας τη βαθμολογία Child-Pugh.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (κάτω των 18 ετών)Δεν έχουν τεκμηριωθεί ασφάλεια και αποτελεσματικότητα. Δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται.
block
SPC-MYSIMBA
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη(στις) δραστική(ές) ουσία(ες) ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Μη ελεγχόμενη υπέρτασηΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Τρέχουσα παροξυσμική διαταραχή ή ιστορικό παροξυσμώνΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Γνωστός όγκος του κεντρικού νευρικού συστήματοςΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Οξεία στέρηση οινοπνεύματος ή βενζοδιαζεπινώνΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Ιστορικό διπολικής διαταραχήςΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Λήψη οποιασδήποτε ταυτόχρονης θεραπείας που περιέχει βουπροπιόνη ή ναλτρεξόνηΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Τρέχουσα ή προηγούμενη διάγνωση βουλιμίας ή νευρικής ανορεξίαςΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Εξάρτηση από χρόνια οπιοειδή ή αγωνιστές των οπιοειδών (π.χ. μεθαδόνη) ή οξεία στέρηση οπιοειδώνΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Ταυτόχρονη χορήγηση αναστολέων της μονοαμινοξειδάσης (MAO)ΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Βαριά ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίουΠληθυσμόςΑσθενείς
warning
SPC-MYSIMBA
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Γενικά για ασφάλεια και ανεκτικότηταΝα αξιολογείται τακτικά η ασφάλεια και η ανεκτικότητα. Να διακόπτεται η θεραπεία εάν υπάρχουν ανησυχίες, συμπεριλαμβανομένων αυξημένης αρτηριακής πίεσης.
-
Αυτοκτονία και αυτοκτονική συμπεριφοράΠληθυσμόςΑσθενείς, ιδίως κάτω των 25 ετών και εκείνοι που διατρέχουν υψηλό κίνδυνοΣτενή επίβλεψη, ιδίως κατά την πρώιμη θεραπεία και έπειτα από μεταβολές στη δόση. Να παρακολουθούνται για κλινική επιδείνωση, αυτοκτονική συμπεριφορά ή σκέψεις, ασυνήθιστες αλλαγές στη συμπεριφορά και να αναζητούν άμεσα ιατρική συμβουλή.
-
ΚρίσειςΥψηλήΠληθυσμόςΑσθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες (ιστορικό τραύματος κεφαλής, υπερβολική χρήση οινοπνεύματος ή εθισμός σε κοκαΐνη/διεγερτικά, μειωμένη γλυκόζη σε διαβητικούς, συγχορήγηση φαρμάκων που μειώνουν τον ουδό των κρίσεων)Διακοπή και μη επανεκκίνηση σε ασθενείς που παρουσιάζουν κρίση. Προσοχή κατά τη συνταγογράφηση σε ασθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες. Η κατανάλωση οινοπνεύματος να ελαχιστοποιείται ή να αποφεύγεται.
-
Οπιοειδή αναλγητικάΑντένδειξη σε χρόνια χρήσηΠληθυσμόςΑσθενείς σε χρόνια θεραπεία με οπιοειδή. Ασθενείς που απαιτούν διαλείπουσα θεραπεία με οπιοειδή.Να μην χορηγείται σε χρόνια θεραπεία με οπιοειδή. Αν απαιτείται χρόνια θεραπεία με οπιοειδή, η θεραπεία με Mysimba να σταματάει. Σε διαλείπουσα θεραπεία, η θεραπεία με Mysimba να διακόπτεται προσωρινά και η δόση των οπιοειδών να μην αυξάνεται πέραν της συνήθους δόσης.
-
Προσπάθεια υπερνίκησης του αποκλεισμού οπιοειδώνΠολύ επικίνδυνοΠληθυσμόςΑσθενείςΝα γνωρίζουν τον κίνδυνο θανατηφόρας υπερδοσολογίας/δηλητηρίασης και ότι ενδέχεται να είναι πιο ευαίσθητοι σε χαμηλότερες δόσεις οπιοειδών μετά τη διακοπή του Mysimba.
-
Αλλεργικές αντιδράσειςΠληθυσμόςΑσθενείςΔιακοπή της λήψης και ιατρική συμβουλή εάν παρουσιαστούν αλλεργικές ή αναφυλακτοειδείς/αναφυλακτικές αντιδράσεις (π.χ. δερματικό εξάνθημα, κνησμό, κνίδωση, θωρακικό άλγος, οίδημα ή δύσπνοια). Να ειδοποιούν τον συνταγογραφούντα ιατρό εάν παρουσιάσουν αρθραλγία, μυαλγία και πυρεξία με εξάνθημα. Διακοπή αν υποψία ορονοσίας.
-
Αύξηση της αρτηριακής πίεσηςΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ελεγχόμενη υπέρτασηΔιακοπή της θεραπείας αν αντιμετωπίσουν κλινικά σχετικές και παρατεταμένες αυξήσεις της αρτηριακής πίεσης ή του σφυγμού. Χορήγηση με προσοχή σε ασθενείς με ελεγχόμενη υπέρταση. Αντενδείκνυται σε μη ελεγχόμενη υπέρταση.
-
Καρδιαγγειακή νόσοςΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με πρόσφατο ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου, ασταθούς καρδιακής νόσου ή συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας τάξης ΙΙΙ ή ΙV κατά NYHA. Ασθενείς με ενεργή στεφανιαία νόσο ή ιστορικό εγκεφαλικής αγγειακής νόσου.Μη επαρκής κλινική εμπειρία για ασφάλεια στις πρώτες περιπτώσεις. Χρήση με προσοχή στις δεύτερες περιπτώσεις.
-
ΗπατοτοξικότηταΠληθυσμόςΑσθενείςΔιακοπή της λήψης ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης εάν υπάρχει υποψία φαρμακοεπαγόμενης ηπατικής βλάβης (DILI).
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς >65 ετών. Ασθενείς >75 ετών.Χορήγηση με προσοχή σε ασθενείς >65 ετών. Δεν συνιστάται σε ασθενείς >75 ετών.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠροσοχή / ΑντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου.Μείωση της μέγιστης συνιστώμενης ημερήσιας δόσης σε μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Αντενδείκνυται σε νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΑντένδειξη / ΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με βαριά ηπατική δυσλειτουργία. Ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία.Αντενδείκνυται σε βαριά ηπατική δυσλειτουργία. Δεν συνιστάται σε μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Μείωση της μέγιστης συνιστώμενης ημερήσιας δόσης σε ήπια ηπατική δυσλειτουργία.
-
Νευροψυχιατρικά συμπτώματα και ενεργοποίηση μανίαςΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό μανίαςΧρήση με προσοχή.
-
Δυναμικό κατάχρησηςΧαμηλό
-
Επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χρήσης μηχανημάτωνΠληθυσμόςΑσθενείςΠροσοχή κατά την οδήγηση ή τον χειρισμό μηχανημάτων, ιδίως στην έναρξη της θεραπείας ή στη φάση τιτλοποίησης. Αποφυγή οδήγησης ή χειρισμού μηχανημάτων εάν εμφανιστούν ζάλη, υπνηλία, απώλεια συνείδησης ή κρίσεις, έως ότου επιλυθούν. Μπορεί να εξεταστεί διακοπή της θεραπείας.
-
ΛακτόζηΑντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ολική έλλειψη λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
SPC-MYSIMBA
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αναστολείς της μονoαμινοξειδάσης (ΜΑΟ)αντένδειξηΕνίσχυση κατεχολαμινεργικών μονοπατιών.ΣύστασηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται μαζί.
-
Χρόνια οπιοειδή / Αγωνιστές οπιοειδών (π.χ. μεθαδόνη) / Οξεία στέρηση οπιοειδώναντένδειξηΜη ωφέλιμη θεραπεία με φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν οπιοειδή. Επιτάχυνση στέρησης.ΣύστασηΑντενδείκνυται για ασθενείς εξαρτημένους από οπιοειδή ή σε οξεία στέρηση. Για διαλείπουσα θεραπεία με οπιοειδή, η θεραπεία με ναλτρεξόνη/βουπροπιόνη πρέπει να διακόπτεται προσωρινά. Για χρόνια θεραπεία με οπιοειδή, η θεραπεία με ναλτρεξόνη/βουπροπιόνη πρέπει να σταματάει. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί με προσοχή μετά από 7-10 ημέρες διακοπής χρόνιων οπιοειδών.
-
Υποστρώματα του CYP2D6 (π.χ. μετοπρολόλη, δεσιπραμίνη, ιμιπραμίνη, παροξετίνη, αλοπεριδόλη, ρισπεριδόνη, θειοριδαζίνη, β-αποκλειστές, προπαφαινόνη, φλεκαϊνίδη, σιταλοπράμη, ταμοξιφαίνη)προσοχήΑυξημένη φαρμακοκινητική έκθεση των υποστρωμάτων του CYP2D6 (π.χ. αύξηση AUC και Cmax της μετοπρολόλης, σιταλοπράμης). Μειωμένη αποτελεσματικότητα φαρμάκων που απαιτούν μεταβολική ενεργοποίηση από CYP2D6 (π.χ. ταμοξιφαίνη).ΣύστασηΠροσέγγιση με προσοχή. Έναρξη στο κάτω όριο δόσης του συγχορηγούμενου φαρμάκου. Εξέταση μείωσης δόσης του αρχικού φαρμάκου (ειδικά για στενό θεραπευτικό δείκτη). Παρακολούθηση θεραπευτικών συγκεντρώσεων για φάρμακα με στενό θεραπευτικό δείκτη.
-
προσοχήΜείωση έκθεσης στη βουπροπιόνη και στους κύριους μεταβολίτες της, πιθανή επίδραση στην κλινική αποτελεσματικότητα.ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή.
-
Αναστολείς του CYP2B6, Υποστρώματα του CYP2B6 (π.χ. κυκλοφωσφαμίδη, ιφωσφαμίδη, ορφαιναδρίνη, τικλοπιδίνη, κλοπιδογρέλη)προσοχήΑυξημένα επίπεδα βουπροπιόνης στο πλάσμα, χαμηλότερα επίπεδα υδροξυβουπροπιόνης. Πιθανώς μειωμένη αποτελεσματικότητα.ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή.
-
Υποστρώματα του OCT2 (π.χ. μετφορμίνη, σιμετιδίνη)παρακολούθησηΉπιες αυξήσεις στην κρεατινίνη λόγω αναστολής του OCT2. Δεν υποδεικνύουν αλλαγές στην κάθαρση κρεατινίνης.ΣύστασηΔεν υπέδειξε ανάγκη προσαρμογής της δόσης ή άλλων μέτρων προφύλαξης σε κλινικές δοκιμές.
-
ΟινόπνευμαπροσοχήΣπάνιες αναφορές ανεπιθύμητων ψυχιατρικών συμβαμάτων ή μειωμένης ανοχής στο οινόπνευμα.ΣύστασηΗ κατανάλωση οινοπνεύματος θα πρέπει να ελαχιστοποιείται ή να αποφεύγεται.
-
Ινσουλίνη και/ή άλλα από στόματος φαρμακευτικά προϊόντα για τον διαβήτηπροσοχήΜειωμένη γλυκόζη σε ασθενείς με διαβήτη, επικινδυνότητα για υπογλυκαιμία, η οποία θα μπορούσε να προδιαθέσει τους ασθενείς για κρίση.ΣύστασηΗ δόση ινσουλίνης και/ή άλλων από στόματος φαρμακευτικών προϊόντων για τον διαβήτη θα πρέπει να αξιολογείται, προκειμένου να ελαχιστοποιείται η επικινδυνότητα για υπογλυκαιμία.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που μειώνουν τον ουδό των κρίσεων (π.χ. αντιψυχωσικά, αντικαταθλιπτικά, ανθελονοσιακά, τραμαδόλη, θεοφυλλίνη, συστηματικά στεροειδή, κινολόνες, κατασταλτικά αντιισταμινικά)προσοχήΑυξημένη επικινδυνότητα για κρίση.ΣύστασηΘα πρέπει να δίνεται προσοχή σε ασθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες.
-
προσοχήΑυξημένη συχνότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών (π.χ. ναυτία, έμετος και νευροψυχιατρικές ανεπιθύμητες ενέργειες).ΣύστασηΧορήγηση με προσοχή.
-
Αναστολείς ή επαγωγείς των UGT 1A2 και 2B7προσοχήΕνδέχεται να τροποποιήσουν την έκθεση σε ναλτρεξόνη.ΣύστασηΧορήγηση με προσοχή.
-
παρακολούθησηΜείωση των επιπέδων διγοξίνης στο πλάσμα. Πιθανή αύξηση επιπέδων διγοξίνης μετά τη διακοπή της ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης, με κίνδυνο τοξικότητας.ΣύστασηΠαρακολουθήστε τα επίπεδα διγοξίνης στο πλάσμα. Ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται για πιθανή τοξικότητα διγοξίνης μετά τη διακοπή.
-
α-αδρενεργικοί αποκλειστές ή κλονιδίνηΔεν έχει μελετηθεί.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν τον μεταβολισμό (π.χ. βαλπροϊκό)προσοχήΕνδέχεται να επηρεάσουν την κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια.ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή.
sick
SPC-MYSIMBA
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Μειωμένος αιματοκρίτης
- Αυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμων
- Αυξημένη χολερυθρίνη αίματος
- Μειωμένος αριθμός λεμφοκυττάρων
- Λεμφαδενοπάθεια
- Ιδιοπαθής θρομβοκυτταροπενική πορφύρα
- Υπερευαισθησία
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
- Αγγειοοίδημα
- Αναφυλακτική καταπληξία
- Ορονοσία
- Επιδείνωση συστηματικού ερυθηματώδους λύκου
- Κνίδωση
- Αγγειοοίδημα
- Εξάνθημα
- Οίδημα χείλους
- Υπερίδρωση
- Κνησμός
- Αλωπεκία
- Ακμή
- Πολύμορφο ερύθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Δερματικός ερυθηματώδης λύκος
- Παρόξυνση ψωρίασης
- Σμηγματόρροια
- Δύσπνοια
- Βρογχόσπασμος
- Βήχας
- Δυσφωνία
- Ρινική συμφόρηση
- Ρινική ενόχληση
- Στοματοφαρυγγικό άλγος
- Ρινόρροια
- Διαταραχές ρινικής κοιλότητας
- Φτέρνισμα
- Αυξημένα πτύελα
- Αρθραλγία
- Μυαλγία
- Άλγος γνάθου
- Πόνος στη βουβωνική χώρα
- Ραβδομυόλυση
- Μυϊκές δεσμιδώσεις
- Πυρεξία
- Κόπωση
- Αίσθηση έντασης
- Εξασθένιση
- Δίψα
- Θωρακικό άλγος
- Ρίγη
- Αυξημένη ενέργεια
- Αφυδάτωση
- Μειωμένη όρεξη
- Ανορεξία
- Διαταραχές της γλυκόζης του αίματος
- Αυξημένη όρεξη
- Αύξηση βάρους
- Άγχος
- Αϋπνία
- Μη φυσιολογικά όνειρα
- Διέγερση
- Μεταπτώσεις της διάθεσης
- Νευρικότητα
- Ένταση
- Διάσχιση
- Παραισθήσεις
- Συναισθηματικές διαταραχές
- Επιθετικότητα
- Συγχυτική κατάσταση
- Παραληρηματικές ιδέες
- Κατάθλιψη
- Αποπροσανατολισμός
- Εχθρότητα
- Απώλεια γενετήσιας ορμής
- Εφιάλτες
- Παράνοια
- Ψυχωσική διαταραχή
- Αυτοκτονικός ιδεασμός
- Απόπειρα αυτοκτονίας
- Αυτοκτονική συμπεριφορά
- Αδυναμία συγκέντρωσης
- Αποπροσωποποίηση
- Διαταραχή γενετήσιας ορμής
- Παρανοϊκός ιδεασμός
- Ανησυχία
- Ευερεθιστότητα
- Διαταραχή προσοχής
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Τρόμος
- Δυσγευσία
- Λήθαργος
- Υπνηλία
- Τρόμος σκοπού
- Διαταραχή ισορροπίας
- Αμνησία
- Απώλεια συνείδησης
- Παραισθησία
- Προσυγκοπή
- Κρίσεις
- Συγκοπή
- Δυστονία
- Επηρεασμένη μνήμη
- Παρκινσονισμός
- Αταξία
- Αδυναμία συντονισμού
- Ίλιγγος
- Χασμουρητό
- Διαταραχές της γεύσης
- Μη φυσιολογική αίσθηση
- Οφθαλμικός ερεθισμός
- Οφθαλμικό άλγος
- Ασθενωπία
- Οίδημα οφθαλμού
- Αυξημένη δακρύρροια
- Φωτοφοβία
- Θαμπή όραση
- Διαταραχές όρασης
- Εμβοές
- Δυσφορία ωτός
- Ωταλγία
- Νόσος των ταξιδιωτών
- Στοματικός έρπης
- Tinea pedis
- Αίσθημα παλμών
- Αυξημένος καρδιακός ρυθμός
- Ταχυκαρδία
- Ηλεκτροκαρδιογραφικές μεταβολές
- Εξάψεις (NB)
- Υπέρταση
- Αυξημένη αρτηριακή πίεση
- Διακυμάνσεις αρτηριακής πίεσης
- Ορθοστατική υπόταση
- Αγγειοδιαστολή
- Έξαψη
- Περιφερική ψυχρότητα
- Ναυτία
- Δυσκοιλιότητα
- Έμετος
- Ξηροστομία
- Άλγος της άνω κοιλιακής χώρας
- Κοιλιακό άλγος
- Κοιλιακή δυσφορία
- Δυσπεψία
- Ερυγή
- Αιματοχεσία
- Κήλη
- Άλγος κάτω κοιλίας
- Τερηδόνα
- Οδονταλγία
- Διάρροια
- Μετεωρισμός
- Αιμορροΐδες
- Έλκος
- Χολοκυστίτιδα
- Αύξηση αλανινικής αμινοτρανσφεράσης
- Αύξηση ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης
- Ηπατική βλάβη από φάρμακο
- Ηπατίτιδα
- Ίκτερος
- Αύξηση κρεατινίνης αίματος
- Επιτακτική ούρηση
- Δυσουρία
- Πολλακιουρία
- Συχνοουρία
- Κατακράτηση ούρων
- Στυτική δυσλειτουργία
- Ακανόνιστη εμμηνόρροια
- Κολπική αιμορραγία
- Αιδοιοκολπική ξηρότητα
- Καθυστερημένη εκσπερμάτιση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Πολύ συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΖάληΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΆλγος της άνω κοιλιακής χώραςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΈντασηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
ΣυχνέςΑίσθηση έντασηςΓενικές
-
ΣυχνέςΑδυναμία συγκέντρωσηςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΑυξημένος καρδιακός ρυθμόςΚαρδιά
-
ΣυχνέςΑφυδάτωσηΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΔιέγερσηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΔιαταραχές της γεύσηςΝευρικό
-
ΣυχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕμβοέςΑυτί
-
ΣυχνέςΕξάψεις (NB)Αγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΕυερεθιστότηταΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΗλεκτροκαρδιογραφικές μεταβολέςΚαρδιά
-
ΣυχνέςΚαθυστερημένη εκσπερμάτισηΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΚοιλιακή δυσφορίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΛήθαργοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΜεταπτώσεις της διάθεσηςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΜη φυσιολογικά όνειραΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΝευρικότηταΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπερίδρωσηΔέρμα
-
ΣυχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςTinea pedisΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΆλγος κάτω κοιλίαςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΊκτεροςΉπαρ
-
Όχι συχνέςΑγγειοδιαστολήΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΑδυναμία συντονισμούΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑιματοχεσίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑμνησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑποπροσωποποίησηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑπώλεια συνείδησηςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑταξίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμωνΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένα πτύελαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένη αρτηριακή πίεσηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη χολερυθρίνη αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑύξηση αλανινικής αμινοτρανσφεράσηςΉπαρ
-
Όχι συχνέςΑύξηση ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσηςΉπαρ
-
Όχι συχνέςΑύξηση βάρουςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑύξηση κρεατινίνης αίματοςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΔίψαΓενικές
-
Όχι συχνέςΔιάσχισηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΔιακυμάνσεις αρτηριακής πίεσηςΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές ρινικής κοιλότηταςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές της γλυκόζης του αίματοςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές όρασηςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή γενετήσιας ορμήςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή ισορροπίαςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔυσφορία ωτόςΑυτί
-
Όχι συχνέςΔυσφωνίαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
Όχι συχνέςΕρυγήΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΙδιοπαθής θρομβοκυτταροπενική πορφύραΑίμα
-
Όχι συχνέςΚήληΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογική αίσθησηΝευρικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκές δεσμιδώσειςΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΝόσος των ταξιδιωτώνΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΟίδημα χείλουςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΠαραισθήσειςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠαρανοϊκός ιδεασμόςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΠαρόξυνση ψωρίασηςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΠροσυγκοπήΝευρικό
-
Όχι συχνέςΡινική ενόχλησηΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΡινική συμφόρησηΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΡινόρροιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΣμηγματόρροιαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΣτοματικός έρπηςΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΣτοματοφαρυγγικό άλγοςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΣτυτική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΣυναισθηματικές διαταραχέςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΤρόμος σκοπούΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΦτέρνισμαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΩταλγίαΑυτί
-
ΣπάνιεςΆλγος γνάθουΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑιδοιοκολπική ξηρότηταΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΑκανόνιστη εμμηνόρροιαΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΑποπροσανατολισμόςΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΑπόπειρα αυτοκτονίαςΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΑπώλεια γενετήσιας ορμήςΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΑυτοκτονική συμπεριφοράΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΑυτοκτονικός ιδεασμόςΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΔιαταραχή προσοχήςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΕπιθετικότηταΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΕπιτακτική ούρησηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΕφιάλτεςΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΕχθρότηταΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΗπατική βλάβη από φάρμακοΉπαρ
-
ΣπάνιεςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
ΣπάνιεςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΚολπική αιμορραγίαΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΚρίσειςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΜειωμένος αιματοκρίτηςΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΜειωμένος αριθμός λεμφοκυττάρωνΑίμα
-
ΣπάνιεςΟδονταλγίαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΠαράνοιαΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΠαραληρηματικές ιδέεςΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΠεριφερική ψυχρότηταΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΠυρεξίαΓενικές
-
ΣπάνιεςΣυγκοπήΝευρικό
-
ΣπάνιεςΣυγχυτική κατάστασηΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΤερηδόναΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΨυχωσική διαταραχήΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειοοίδημαΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΑναφυλακτική καταπληξίαΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΑντιδράσεις υπερευαισθησίαςΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ σπάνιεςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Πολύ σπάνιεςΕξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ σπάνιεςΟρονοσίαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΈλκοςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΑιμορροΐδεςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΑκμήΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑνησυχίαΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΑσθενωπίαΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΑυξημένη δακρύρροιαΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΑυξημένη ενέργειαΓενικές
-
Μη γνωστέςΔερματικός ερυθηματώδης λύκοςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΔυσουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΔυστονίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΕπηρεασμένη μνήμηΝευρικό
-
Μη γνωστέςΕπιδείνωση συστηματικού ερυθηματώδους λύκουΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΚατακράτηση ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΛεμφαδενοπάθειαΑίμα
-
Μη γνωστέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΟίδημα οφθαλμούΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΟφθαλμικό άλγοςΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΟφθαλμικός ερεθισμόςΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΠαρκινσονισμόςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΠολλακιουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΠόνος στη βουβωνική χώραΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΡίγηΓενικές
-
Μη γνωστέςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΣυχνοουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Μη γνωστέςΦωτοφοβίαΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΧασμουρητόΝευρικό
-
Μη γνωστέςΧολοκυστίτιδαΉπαρ
pregnant_woman
SPC-MYSIMBA
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείταιΔεν διατίθενται ή είναι περιορισμένα τα δεδομένα από τη χρήση του συνδυασμού ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης στις έγκυες γυναίκες. Ο συνδυασμός δεν έχει δοκιμαστεί σε μελέτες αναπαραγωγικής τοξικότητας. Μελέτες με τη ναλτρεξόνη σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Μελέτες με τη βουπροπιόνη σε ζώα δεν καταδεικνύουν σαφείς ενδείξεις βλάβης της αναπαραγωγής. Ο δυνητικός κίνδυνος για τους ανθρώπους δεν είναι γνωστός.
-
ΘηλασμόςΔεν πρέπει να χρησιμοποιείταιΗ ναλτρεξόνη και η βουπροπιόνη και οι μεταβολίτες τους απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Καθώς υπάρχουν περιορισμένες πληροφορίες σχετικά με τη συστηματική έκθεση στη ναλτρεξόνη και στη βουπροπιόνη στα θηλάζοντα βρέφη/νεογέννητα, δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος για τα νεογέννητα/βρέφη.
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με τη γονιμότητα από τη συνδυασμένη χρήση ναλτρεξόνης και βουπροπιόνης. Σε μελέτες αναπαραγωγικής τοξικότητας δεν παρατηρήθηκε επίδραση στη γονιμότητα με τη βουπροπιόνη. Όταν χορηγήθηκε από στόματος σε επίμυες, η ναλτρεξόνη προκάλεσε σημαντική αύξηση του ποσοστού ψευδοκυήσεων και μείωση του ποσοστού κυήσεων σε δόση περίπου 30πλάσια της δόσης ναλτρεξόνης που παρέχεται από τον συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης. Η σχετικότητα αυτών των παρατηρήσεων για τη γονιμότητα του ανθρώπου δεν είναι γνωστή (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-MYSIMBA
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Σκευάσματα κατά της παχυσαρκίας αποκλειομένων των διαιτητικών προϊόντων, κεντρικώς δρώντα προϊόντα κατά της παχυσαρκίας. Κωδικός ATC: A08AA62. ### Μηχανισμός δράσης και φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Οι ακριβείς νευροχημικές…
biotech
SPC-MYSIMBA
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
- Αρτηριακή πίεση · Πριν την έναρξη της θεραπείας και σε τακτά χρονικά διαστήματα
- Σφυγμός · Πριν την έναρξη της θεραπείας και σε τακτά χρονικά διαστήματα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ρυθμός σπειραματικής διήθησης (eGFR) | water_dropΝεφρική λειτουργία | Πριν την εκκίνηση της θεραπείας | Άτομα με αυξημένη επικινδυνότητα για νεφρική ανεπάρκεια |
| Δόση αντιδιαβητικών φαρμάκων | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | Αξιολόγηση | Διαβήτης (κίνδυνος κρίσης λόγω μειωμένης γλυκόζης) |
| Δόση ινσουλίνης | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | Αξιολόγηση | Διαβήτης (κίνδυνος κρίσης λόγω μειωμένης γλυκόζης) |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κλινική παρακολούθηση (ψυχική υγεία) | neurologyΝευρολογικός / ψυχικός έλεγχος | Στενή επίβλεψη, ιδίως κατά την πρώιμη θεραπεία και έπειτα από μεταβολές στη δόση | Υψηλός κίνδυνος |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-MYSIMBA
expand_more
Δοσολογία
Μετά την εκκίνηση της θεραπείας, η δόση θα πρέπει να αυξάνεται βαθμιαία εντός μιας περιόδου 4 εβδομάδων ως ακολούθως:
- Εβδομάδα 1: Ένα δισκίο το πρωί
- Εβδομάδα 2: Ένα δισκίο το πρωί και ένα δισκίο το βράδυ
- Εβδομάδα 3: Δύο δισκία το πρωί και ένα δισκίο το βράδυ
- Εβδομάδα 4 και στη συνέχεια: Δύο δισκία το πρωί και δύο δισκία το βράδυ
Η μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση Mysimba είναι δύο δισκία λαμβανόμενα δύο φορές την ημέρα για συνολική δόση 32 mg υδροχλωρικής ναλτρεξόνης και 360 mg υδροχλωρικής βουπροπιόνης. Η ανάγκη συνεχιζόμενης θεραπείας θα πρέπει να αξιολογείται μετά από 16 εβδομάδες (βλ. Θεραπευτικές ενδείξεις) και να επαναξιολογείται ετησίως.
Παραλειφθείσα δόση
Εάν παραλειφθεί μία δόση, οι ασθενείς δεν θα πρέπει να πάρουν επιπλέον δόση, αλλά να πάρουν τη συνταγογραφημένη επόμενη δόση, τη συνηθισμένη ώρα.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι ασθενείς (άνω των 65 ετών) Ο συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς ηλικίας άνω των 65 ετών και δεν συνιστάται σε ασθενείς ηλικίας άνω των 75 ετών (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις, Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοκινητικές).
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία Ο συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης αντενδείκνυται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία τελικού σταδίου (βλ. Αντενδείξεις). Σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, η μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση για τη ναλτρεξόνη/βουπριόνη είναι δύο δισκία (ένα δισκίο το πρωί και ένα δισκίο το βράδυ) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις, Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοκινητικές). Συνιστάται σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια να ξεκινήσουν τη θεραπεία με ένα δισκίο το πρωί για την πρώτη εβδομάδα θεραπείας, και να την κλιμακώσουν σε ένα δισκίο το πρωί και ένα δισκίο το βράδυ από την εβδομάδα 2 και μετά. Δεν είναι απαραίτητη μείωση της δόσης σε ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία. Σε περίπτωση ατόμων με αυξημένη επικινδυνότητα για νεφρική ανεπάρκεια, και ιδιαίτερα ατόμων με διαβήτη ή ηλικιωμένων, θα πρέπει, πριν την εκκίνηση της θεραπείας με συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης, να αξιολογείται ο εκτιμώμενος ρυθμός σπειραματικής διήθησης (eGFR).
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία Ο συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης αντενδείκνυται σε ασθενείς με βαριά ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Αντενδείξεις). Ο συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης δεν συνιστάται σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές). Στους ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία, η μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση για τη ναλτρεξόνη/βουπριόνη είναι δύο δισκία (ένα δισκίο το πρωί και ένα δισκίο το βράδυ) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές). Συνιστάται σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία να ξεκινήσουν τη θεραπεία με ένα δισκίο το πρωί για την πρώτη εβδομάδα θεραπείας, και να την κλιμακώσουν σε ένα δισκίο το πρωί και ένα δισκίο το βράδυ από την εβδομάδα 2 και μετά. Ο βαθμός της ηπατικής δυσλειτουργίας θα πρέπει να εκτιμάται χρησιμοποιώντας τη βαθμολογία Child-Pugh.
Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του συνδυασμού ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Συνεπώς, o συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών.
Τρόπος χορήγησης
Από στόματος χρήση. Τα δισκία θα πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα με λίγο νερό. Τα δισκία θα πρέπει κατά προτίμηση να λαμβάνονται με τροφή (βλ. Φαρμακοκινητικές). Τα δισκία δεν θα πρέπει να κόβονται, να μασιούνται ή να θρυμματίζονται.
block
Αντενδείξεις
SPC-MYSIMBA
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη(στις) δραστική(ές) ουσία(ες) ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Ασθενείς με μη ελεγχόμενη υπέρταση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
- Ασθενείς με τρέχουσα παροξυσμική διαταραχή ή ιστορικό παροξυσμών (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
- Ασθενείς με γνωστό όγκο του κεντρικού νευρικού συστήματος
- Ασθενείς που βρίσκονται σε οξεία στέρηση οινοπνεύματος ή βενζοδιαζεπινών
- Ασθενείς με ιστορικό διπολικής διαταραχής
- Ασθενείς που λαμβάνουν οποιαδήποτε ταυτόχρονη θεραπεία που περιέχει βουπροπιόνη ή ναλτρεξόνη
- Ασθενείς με τρέχουσα ή προηγούμενη διάγνωση βουλιμίας ή νευρικής ανορεξίας
- Ασθενείς που είναι επί του παρόντος εξαρτημένοι από χρόνια οπιοειδή (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις) ή αγωνιστές των οπιοειδών (π.χ. μεθαδόνη) ή ασθενείς που βρίσκονται σε οξεία στέρηση οπιοειδών
- Ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη χορήγηση αναστολέων της μονοαμινοξειδάσης (MAO). Θα πρέπει να μεσολαβούν τουλάχιστον 14 ημέρες μεταξύ της διακοπής των αναστολέων της ΜΑΟ και της εκκίνησης θεραπείας με συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης (βλ. Αλληλεπιδράσεις)
- Ασθενείς με βαριά ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές)
- Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές)
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-MYSIMBA
expand_more
Προειδοποιήσεις
Η ασφάλεια και η ανεκτικότητα του συνδυασμού ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης θα πρέπει να αξιολογείται τακτικά. Η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται, εάν υπάρχουν ανησυχίες σχετικά με την ασφάλεια της συνεχιζόμενης θεραπεία ή το πόσο καλά γίνεται ανεκτή, συμπεριλαμβανομένων ανησυχιών αναφορικά με αυξημένη αρτηριακή πίεση (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Αυτοκτονία και αυτοκτονική συμπεριφορά
Ο συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης περιέχει βουπροπιόνη. Μια μεταανάλυση ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο κλινικών δοκιμών αντικαταθλιπτικών φαρμάκων σε ενήλικες ασθενείς με ψυχιατρικές διαταραχές, κατέδειξε αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονικής συμπεριφοράς με αντικαταθλιπτικά σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο σε άτομα ηλικίας κάτω των 25 ετών. Αν και δεν αναφέρθηκαν αυτοκτονίες ή απόπειρες αυτοκτονίας σε κλινικές δοκιμές έως 56 εβδομάδες με συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης, έχουν αναφερθεί συμβάντα αυτοκτονικότητας (συμπεριλαμβανομένου του αυτοκτονικού ιδεασμού) μετά την κυκλοφορία. Η φαρμακευτική θεραπεία πρέπει να συνοδεύεται από στενή επίβλεψη των ασθενών και ιδιαιτέρως εκείνων που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο, κυρίως κατά την πρώιμη θεραπεία και έπειτα από μεταβολές στη δόση. Οι ασθενείς (και οι φροντιστές τους) πρέπει να ειδοποιούνται σχετικά με την ανάγκη παρακολούθησης για την εμφάνιση οποιασδήποτε κλινικής επιδείνωσης, αυτοκτονικής συμπεριφοράς ή σκέψεων και ασυνήθιστων αλλαγών στη συμπεριφορά και να αναζητούν αμέσως ιατρική συμβουλή, σε περίπτωση που εμφανιστούν αυτά τα συμπτώματα.
Κρίσεις
Η βουπροπιόνη συσχετίζεται με δοσοεξαρτώμενη επικινδυνότητα για κρίσεις. Η συχνότητα εμφάνισης κρίσεων σε κλινικές δοκιμές με συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης ήταν κατά προσέγγιση 0,06% έναντι 0,0% με το εικονικό φάρμακο.
Η επικινδυνότητα για κρίσεις σχετίζεται επίσης με παράγοντες του ασθενή, με κλινικές καταστάσεις και με συγχορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα. Ο συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης θα πρέπει να διακόπτεται και να μην επανεκκινείται σε ασθενείς που παρουσιάζουν κρίση κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Θα πρέπει να δίνεται προσοχή, όταν συνταγογραφείται ο συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης σε ασθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες που ενδέχεται να αυξήσουν την επικινδυνότητα για κρίση, συμπεριλαμβανομένων των ακόλουθων:
- ιστορικό τραύματος της κεφαλής
- υπερβολική χρήση οινοπνεύματος ή εθισμός στην κοκαΐνη ή σε διεγερτικά
- θεραπεία με τον συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης ενδέχεται να έχει ως αποτέλεσμα μειωμένη γλυκόζη σε ασθενείς με διαβήτη, η δόση ινσουλίνης και/ή άλλων από στόματος φαρμακευτικών προϊόντων για τον διαβήτη θα πρέπει να αξιολογείται, προκειμένου να ελαχιστοποιείται η επικινδυνότητα για υπογλυκαιμία, η οποία θα μπορούσε να προδιαθέσει τους ασθενείς για κρίση
- συγχορήγηση φαρμακευτικών προϊόντων που μπορούν να μειώσουν τον ουδό των κρίσεων, συμπεριλαμβανομένων των αντιψυχωσικών, των αντικαταθλιπτικών, των ανθελονοσιακών, της τραμαδόλης, της θεοφυλλίνης, των συστηματικών στεροειδών, των κινολονών και των κατασταλτικών αντιισταμινικών. Η κατανάλωση οινοπνεύματος κατά τη διάρκεια της θεραπείας με συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης θα πρέπει να ελαχιστοποιείται ή να αποφεύγεται.
Ασθενείς που λαμβάνουν οπιοειδή αναλγητικά
Ο συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς που λαμβάνουν χρόνια θεραπεία με οπιοειδή (βλ. Αντενδείξεις). Εάν απαιτείται χρόνια θεραπεία με οπιοειδή, η θεραπεία με συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης πρέπει να σταματάει. Σε ασθενείς που απαιτούν διαλείπουσα θεραπεία με οπιοειδή, η θεραπεία με συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης πρέπει να διακόπτεται προσωρινά και η δόση των οπιοειδών δεν θα πρέπει να αυξάνεται πέραν της συνήθους δόσης.
Προσπάθεια υπερνίκησης του αποκλεισμού
Η προσπάθεια να υπερνικηθεί τυχόν αποκλεισμός των οπιοειδών από τη ναλτρεξόνη μέσω χορήγησης υψηλών ποσοτήτων εξωγενών οπιοειδών είναι πολύ επικίνδυνη και ενδέχεται να οδηγήσει σε θανατηφόρα υπερδοσολογία ή σε δηλητηρίαση από οπιοειδή που θέτει τη ζωή σε κίνδυνο. Οι ασθενείς θα πρέπει να γνωρίζουν ότι ενδέχεται να είναι περισσότερο ευαίσθητοι σε χαμηλότερες δόσεις οπιοειδών μετά τη διακοπή της θεραπείας με συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης.
Αλλεργικές αντιδράσεις
Έχουν αναφερθεί αναφυλακτοειδείς/αναφυλακτικές αντιδράσεις, πολύμορφο ερύθημα, σύνδρομο Stevens-Johnson και αναφυλακτική καταπληξία. Επίσης, αρθραλγία, μυαλγία και πυρεξία με εξάνθημα, υποδηλωτικά καθυστερημένης υπερευαισθησίας (ορονοσία). Ο ασθενής θα πρέπει να σταματήσει τη λήψη του συνδυασμού ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης και να συμβουλευτεί έναν γιατρό, εάν παρουσιάσει αλλεργικές ή αναφυλακτοειδείς/αναφυλακτικές αντιδράσεις (π.χ. δερματικό εξάνθημα, κνησμό, κνίδωση, θωρακικό άλγος, οίδημα ή δύσπνοια) κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Οι ασθενείς θα πρέπει να συμβουλεύονται να ειδοποιούν τον συνταγογραφούντα ιατρό, εάν παρουσιάσουν αρθραλγία, μυαλγία και πυρεξία με εξάνθημα. Εάν υφίσταται υποψία ορονοσίας, ο συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης θα πρέπει να διακόπτεται.
Αύξηση της αρτηριακής πίεσης
Παρατηρήθηκαν πρώιμες, παροδικές αυξήσεις της συστολικής και της διαστολικής αρτηριακής πίεσης. Έχει αναφερθεί υπέρταση, σε μερικές περιπτώσεις βαριά και απαιτούσα οξεία θεραπεία. Η αρτηριακή πίεση και ο σφυγμός θα πρέπει να μετριούνται πριν από την εκκίνηση της θεραπείας και να αξιολογούνται σε τακτά χρονικά διαστήματα. Εάν οι ασθενείς αντιμετωπίσουν κλινικά σχετικές και παρατεταμένες αυξήσεις, η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί. Ο συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ελεγχόμενη υπέρταση και δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με μη ελεγχόμενη υπέρταση (βλ. Αντενδείξεις).
Καρδιαγγειακή νόσος
Δεν υπάρχει κλινική εμπειρία που να τεκμηριώνει την ασφάλεια του συνδυασμού ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης σε ασθενείς με πρόσφατο ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου, ασταθούς καρδιακής νόσου ή συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας τάξης ΙΙΙ ή ΙV κατά NYHA. Ο συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ενεργή στεφανιαία νόσο (π.χ. συνεχιζόμενη στηθάγχη ή πρόσφατο ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου) ή ιστορικό εγκεφαλικής αγγειακής νόσου.
Ηπατοτοξικότητα
Έχουν αναφερθεί φαρμακοεπαγόμενη ηπατική βλάβη (DILI) και αυξημένα ηπατικά ένζυμα. Ο ασθενής με υποψία DILI θα πρέπει να σταματήσει να λαμβάνει ναλτρεξόνη/βουπροπιόνη.
Ηλικιωμένοι ασθενείς
Οι ηλικιωμένοι ασθενείς ενδέχεται να είναι πιο ευαίσθητοι σε ανεπιθύμητες ενέργειες από το κεντρικό νευρικό σύστημα. Ο συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς ηλικίας άνω των 65 ετών και δεν συνιστάται σε ασθενείς ηλικίας άνω των 75 ετών.
Νεφρική δυσλειτουργία
Ο συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης αντενδείκνυται σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου (βλ. Δοσολογία, Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοκινητικές). Σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, η μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση θα πρέπει να μειωθεί. Σε περίπτωση ατόμων με αυξημένη επικινδυνότητα για νεφρική ανεπάρκεια, και ιδιαίτερα ατόμων με διαβήτη ή ηλικιωμένων, θα πρέπει πριν την εκκίνηση της θεραπείας να αξιολογείται ο εκτιμώμενος ρυθμός σπειραματικής διήθησης (eGFR).
Ηπατική δυσλειτουργία
Ο συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης αντενδείκνυται σε ασθενείς με βαριά ηπατική δυσλειτουργία και δεν συνιστάται σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία, Αντενδείξεις και Φαρμακοκινητικές). Στους ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία, η μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση πρέπει να είναι μειωμένη (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).
Νευροψυχιατρικά συμπτώματα και ενεργοποίηση μανίας
Έχει αναφερθεί ενεργοποίηση μανίας και υπομανίας σε ασθενείς με διαταραχές της διάθεσης που λάμβαναν άλλα παρόμοια φαρμακευτικά προϊόντα. Ο συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό μανίας.
Δυναμικό κατάχρησης
Μελέτες και κλινική εμπειρία καταδεικνύουν ότι η βουπροπιόνη έχει χαμηλό δυναμικό κατάχρησης.
Επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χρήσης μηχανημάτων
Η χρήση ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης έχει συσχετισθεί με υπνηλία και επεισόδια απώλειας συνείδησης, τα οποία ορισμένες φορές προέρχονται από κρίσεις. Οι ασθενείς πρέπει να καθοδηγούνται να επιδεικνύουν τη δέουσα προσοχή κατά την οδήγηση ή τον χειρισμό μηχανημάτων στη διάρκεια της θεραπείας, ιδίως κατά την έναρξη της θεραπείας ή στη διάρκεια της φάσης τιτλοποίησης. Οι ασθενείς που εμφανίζουν ζάλη, υπνηλία, απώλεια συνείδησης ή κρίσεις θα πρέπει να καθοδηγούνται να αποφεύγουν την οδήγηση ή τον χειρισμό μηχανημάτων έως ότου αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν επιλυθεί. Εναλλακτικά, μπορεί να εξετασθεί διακοπή της θεραπείας (βλ. Οδήγηση και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Λακτόζη
Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ολική έλλειψη λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-MYSIMBA
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Αναστολείς της μονoαμινοξειδάσης (ΜΑΟ)
Καθώς οι αναστολείς της μονoαμινοξειδάσης Α και Β επίσης ενισχύουν τα κατεχολαμινεργικά μονοπάτια, με διαφορετικό μηχανισμό από ό,τι η βουπροπιόνη, ο συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης δεν πρέπει να χρησιμοποιείται μαζί με αναστολείς της ΜΑΟ (βλ. Αντενδείξεις).
Οπιοειδή αναλγητικά
Ο συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης αντενδείκνυται σε ασθενείς οι οποίοι είναι κατά το τρέχον διάστημα εξαρτημένοι από χρόνια οπιοειδή ή από θεραπεία με αγωνιστές των οπιοειδών (π.χ. μεθαδόνη) ή ασθενείς που βρίσκονται σε οξεία στέρηση οπιοειδών (βλ. Αντενδείξεις). Λόγω της ανταγωνιστικής δράσης της ναλτρεξόνης στον υποδοχέα των οπιοειδών, οι ασθενείς που λαμβάνουν τον συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης ενδέχεται να μην ωφεληθούν από τη θεραπεία με φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν οπιοειδή, όπως θεραπείες έναντι του βήχα και του κρυολογήματος, αντιδιαρροϊκά παρασκευάσματα και οπιοειδή αναλγητικά. Σε ασθενείς που απαιτούν διαλείπουσα θεραπεία με οπιοειδή, η θεραπεία με συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης πρέπει να διακόπτεται προσωρινά και η δόση των οπιοειδών δεν θα πρέπει να αυξάνεται πέραν της συνήθους δόσης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Εάν απαιτείται χρόνια θεραπεία με οπιοειδή, η θεραπεία με συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης πρέπει να σταματάει. Ο συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης μπορεί να χρησιμοποιηθεί με προσοχή, αφότου έχει σταματήσει η χρόνια χρήση οπιοειδών για 7 έως 10 ημέρες, προκειμένου να αποφευχθεί η επιτάχυνση της στέρησης.
Φάρμακα που μεταβολίζονται από τα ένζυμα του κυτοχρώματος P450 (CYP)
Η βουπροπιόνη μεταβολίζεται προς τον κύριο ενεργό μεταβολίτη της, την υδροξυβουπροπιόνη, κυρίως από το κυτόχρωμα P450 CYP2B6. Ως εκ τούτου, υφίσταται δυνατότητα αλληλεπίδρασης, όταν χορηγείται με φαρμακευτικά προϊόντα που επάγουν ή αναστέλλουν το CYP2B6. Παρόλο που δεν μεταβολίζεται από το ισοένζυμο CYP2D6, η βουπροπιόνη και ο κύριος μεταβολίτης της, υδροξυβουπροπιόνη, αναστέλλουν το μονοπάτι του CYP2D6 και υφίσταται η δυνατότητα επίδρασης σε φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται από το CYP2D6.
Υποστρώματα του CYP2D6 Σε μια κλινική δοκιμή, ο συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης (32 mg υδροχλωρικής ναλτρεξόνης /360 mg υδροχλωρικής βουπροπιόνης την ημέρα) συγχορηγήθηκε με μια δόση 50 mg μετοπρολόλης (ενός υποστρώματος του CYP2D6). Ο συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης αύξησε την AUC και τη C max της μετοπρολόλης κατά περίπου 4 και 2 φορές αντίστοιχα σε σύγκριση με όταν η μετοπρολόλη χορηγείται μόνη της. Παρόμοιες κλινικές αλληλεπιδράσεις φαρμάκων, που έχουν ως αποτέλεσμα αυξημένη φαρμακοκινητική έκθεση των υποστρωμάτων του CYP2D6 έχει επίσης παρατηρηθεί με τη βουπροπιόνη ως μόνο φαρμακευτικό προϊόν με τη δεσιπραμίνη και τη βενλαφαξίνη. Η συγχορήγηση της βουπροπιόνης με φάρμακα που μεταβολίζονται από το ισοένζυμο CYP2D6, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων αντικαταθλιπτικών (SSRI και πολλών τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών, π.χ. της δεσιπραμίνης, της ιμιπραμίνης, της παροξετίνης), αντιψυχωσικών (π.χ. της αλοπεριδόλης, της ρισπεριδόνης και της θειοριδαζίνης), β-αποκλειστών (π.χ. της μετοπρολόλης) και αντιαρρυθμικών τύπου 1C (π.χ. της προπαφαινόνης και της φλεκαϊνίδης), θα πρέπει να προσεγγίζεται με προσοχή και θα πρέπει να εκκινείται στο κάτω όριο του εύρους δόσης του συγχορηγούμενου φαρμακευτικού προϊόντος. Παρόλο που η σιταλοπράμη δεν μεταβολίζεται πρωτευόντως από το CYP2D6, σε μία μελέτη, η βουπροπιόνη αύξησε τη C max και την AUC της σιταλοπράμης κατά 30% και 40% αντίστοιχα. Φάρμακα που απαιτούν μεταβολική ενεργοποίηση από το CYP2D6 προκειμένου να είναι αποτελεσματικά (π.χ. ταμοξιφαίνη) ενδέχεται να έχουν μειωμένη αποτελεσματικότητα, όταν χορηγούνται ταυτόχρονα με αναστολείς του CYP2D6, όπως είναι η βουπροπιόνη. Εάν ο συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης προστεθεί στο θεραπευτικό σχήμα ενός ασθενή που λαμβάνει ήδη ένα φάρμακο που μεταβολίζεται από το CYP2D6, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο ανάγκης μείωσης της δόσης του αρχικού φαρμακευτικού προϊόντος, ειδικά για τα ταυτόχρονα χορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα με στενό θεραπευτικό δείκτη. Όταν είναι εφικτό, θα πρέπει να εξετάζεται η δυνατότητα παρακολούθησης των θεραπευτικών συγκεντρώσεων του φαρμάκου για φαρμακευτικά προϊόντα με στενό θεραπευτικό δείκτη, όπως τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά.
Επαγωγείς, αναστολείς και υποστρώματα του CYP2B6 Η βουπροπιόνη μεταβολίζεται προς τον κύριο ενεργό μεταβολίτη της, υδροξυβουπροπιόνη, κυρίως από το ισοένζυμο CYP2B6. Υφίσταται η δυνατότητα φαρμακευτικής αλληλεπίδρασης μεταξύ του συνδυασμού ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης και φαρμάκων που επάγουν ή αποτελούν υποστρώματα του ισοενζύμου CYP2B6. Καθώς η βουπροπιόνη μεταβολίζεται εκτενώς, συνιστάται προσοχή όταν ο συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης συγχορηγείται με φαρμακευτικά προϊόντα για τα οποία είναι γνωστό ότι επάγουν το CYP2B6 (π.χ. καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη, ριτοναβίρη, εφαβιρένζη), καθώς αυτά ενδέχεται να επηρεάσουν την κλινική αποτελεσματικότητα του συνδυασμού ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης. Σε μια σειρά μελετών σε υγιείς εθελοντές, η χορήγηση ριτοναβίρης (100 mg δύο φορές την ημέρα ή 600 mg δύο φορές την ημέρα) ή ριτοναβίρης 100 mg συν λοπιναβίρη 400 mg δύο φορές την ημέρα μείωσε την έκθεση στη βουπροπιόνη και στους κύριους μεταβολίτες της με δοσοεξαρτώμενο τρόπο κατά 20 έως 80%. Παρόμοια, η χορήγηση εφαβιρένζης 600 mg μία φορά την ημέρα για δύο εβδομάδες μείωσε την έκθεση σε βουπροπιόνη κατά περίπου 55% σε υγιείς εθελοντές. Η συγχορήγηση φαρμακευτικών προϊόντων που ενδέχεται να αναστέλλουν το μεταβολισμό της βουπροπιόνης μέσω του ισοενζύμου CYP2B6 (π.χ. υποστρώματα του CYP2B6: κυκλοφωσφαμίδη, ιφωσφαμίδη και αναστολείς του CYP2B6: ορφαιναδρίνη, τικλοπιδίνη, κλοπιδογρέλη), ενδέχεται να έχει ως αποτέλεσμα αυξημένα επίπεδα βουπροπιόνης στο πλάσμα και χαμηλότερα επίπεδα του δραστικού μεταβολίτη, υδροξυβουπροπιόνης. Οι κλινικές συνέπειες της αναστολής του μεταβολισμού της βουπροπιόνης μέσω του ενζύμου CYP2B6 και οι επακόλουθες μεταβολές του λόγου βουπροπιόνης προς υδροξυβουπροπιόνη δεν είναι έως τώρα γνωστές, αλλά θα μπορούσε δυνητικά να οδηγήσει σε μειωμένη αποτελεσματικότητα του συνδυασμού ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης.
Υποστρώματα του OCT2 Η βουπροπιόνη και οι μεταβολίτες της αναστέλλουν ανταγωνιστικά το OCT2 στη βασεοπλευρική μεμβράνη του νεφρικού σωληναρίου που είναι υπεύθυνο για την έκκριση κρεατινίνης, με τρόπο παρόμοιο με το υπόστρωμα του OCT2, σιμετιδίνη. Συνεπώς ήπιες αυξήσεις στην κρεατινίνη που παρατηρούνται μετά από μακροχρόνια θεραπεία με ναλτρεξόνη/βουπροπιόνη οφείλονται πιθανώς στην αναστολή του OCT2 και δεν υποδεικνύουν αλλαγές στην κάθαρση κρεατινίνης. Η χρήση του συνδυασμού ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης με άλλα υποστρώματα του OCT2 (π.χ. μετφορμίνη) σε κλινικές δοκιμές δεν υπέδειξε ανάγκη προσαρμογής της δόσης ή άλλων μέτρων προφύλαξης.
Άλλες αλληλεπιδράσεις
Παρόλο που τα κλινικά δεδομένα δεν εντοπίζουν φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση μεταξύ της βουπροπιόνης και του οινοπνεύματος, έχουν υπάρξει σπάνιες αναφορές ανεπιθύμητων ψυχιατρικών συμβαμάτων ή μειωμένης ανοχής στο οινόπνευμα σε ασθενείς που κατανάλωσαν οινόπνευμα κατά τη διάρκεια θεραπείας με βουπροπιόνη. Δεν υπάρχουν γνωστές φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ της ναλτρεξόνης και του οινοπνεύματος. Η κατανάλωση οινοπνεύματος κατά τη διάρκεια της θεραπείας με συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης θα πρέπει να ελαχιστοποιείται ή να αποφεύγεται. Θα πρέπει να δίνεται προσοχή, όταν συνταγογραφείται ο συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης σε ασθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες που ενδέχεται να αυξήσουν την επικινδυνότητα για κρίση, συμπεριλαμβανομένων των ακόλουθων:
- καθώς η θεραπεία με τον συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης ενδέχεται να έχει ως αποτέλεσμα μειωμένη γλυκόζη σε ασθενείς με διαβήτη, η δόση ινσουλίνης και/ή άλλων από στόματος φαρμακευτικών προϊόντων για τον διαβήτη θα πρέπει να αξιολογείται, προκειμένου να ελαχιστοποιείται η επικινδυνότητα για υπογλυκαιμία, η οποία θα μπορούσε να προδιαθέσει τους ασθενείς για κρίση
- συγχορήγηση φαρμακευτικών προϊόντων που μπορούν να μειώσουν τον ουδό των κρίσεων, συμπεριλαμβανομένων των αντιψυχωσικών, των αντικαταθλιπτικών, των ανθελονοσιακών, της τραμαδόλης, της θεοφυλλίνης, των συστηματικών στεροειδών, των κινολονών και των κατασταλτικών αντιισταμινικών. Ο συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης αντενδείκνυται σε ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης, βουπροπιόνη ή ναλτρεξόνη, ασθενείς που βρίσκονται σε οξεία στέρηση οινοπνεύματος ή βενζοδιαζεπινών, ασθενείς που είναι κατά το τρέχον διάστημα εξαρτημένοι από χρόνια οπιοειδή ή αγωνιστές των οπιοειδών (βλ. Αντενδείξεις). Η χορήγηση συνδυασμού ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα είτε λεβοντόπα είτε αμανταδίνη θα πρέπει να πραγματοποιείται με προσοχή. Περιορισμένα κλινικά δεδομένα υποδεικνύουν αυξημένη συχνότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών (π.χ. ναυτίας, έμετου και νευροψυχιατρικών ανεπιθύμητων ενεργειών - βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες) σε ασθενείς που λάμβαναν βουπροπιόνη ταυτόχρονα είτε με λεβοντόπα είτε με αμανταδίνη. Η χορήγηση του συνδυασμού ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης με αναστολείς ή επαγωγείς των UGT 1A2 και 2B7 θα πρέπει να πραγματοποιείται με προσοχή, καθώς αυτοί ενδέχεται να τροποποιήσουν την έκθεση σε ναλτρεξόνη. Η συγχορήγηση ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης με διγοξίνη ενδέχεται να μειώσει τα επίπεδα διγοξίνης στο πλάσμα. Παρακολουθήστε τα επίπεδα διγοξίνης στο πλάσμα σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα θεραπεία με ναλτρεξόνη/βουπροπιόνη και διγοξίνη. Οι κλινικοί γιατροί θα πρέπει να γνωρίζουν ότι τα επίπεδα διγοξίνης ενδέχεται να αυξηθούν μετά τη διακοπή της ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης και ότι ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται για πιθανή τοξικότητα διγοξίνης. Ο συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης δεν έχει μελετηθεί σε συνδυασμό με α-αδρενεργικούς αποκλειστές ή κλονιδίνη. Καθώς η βουπροπιόνη μεταβολίζεται εκτενώς, συνιστάται προσοχή όταν ο συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης συγχορηγείται με φαρμακευτικά προϊόντα για τα οποία είναι γνωστό ότι αναστέλλουν τον μεταβολισμό (π.χ. βαλπροϊκό), καθώς αυτά ενδέχεται να επηρεάσουν την κλινική του αποτελεσματικότητα και ασφάλεια. Ο συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης θα πρέπει κατά προτίμηση να λαμβάνεται με τροφή, καθώς είναι γνωστό ότι οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα τόσο της ναλτρεξόνης όσο και της βουπροπιόνης αυξάνονται με την τροφή και τα δεδομένα ασφάλειας και αποτελεσματικότητας από κλινικές δοκιμές βασίζονται σε χορήγηση με τροφή.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-MYSIMBA
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφαλείας
Σε κλινικές μελέτες, το 23,8% των συμμετεχόντων που λάμβαναν τον συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης και το 11,9% των συμμετεχόντων που λάμβαναν εικονικό φάρμακο διέκοψαν τη θεραπεία εξαιτίας μιας ανεπιθύμητης ενέργειας. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες του συνδυασμού ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης είναι η ναυτία (πολύ συχνή), η δυσκοιλιότητα (πολύ συχνή), ο έμετος (πολύ συχνή), η ζάλη (συχνή) και η ξηροστομία (συχνή). Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που οδήγησαν σε διακοπή με τον συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης ήταν η ναυτία (πολύ συχνή), η κεφαλαλγία (πολύ συχνή), η ζάλη (συχνή) και ο έμετος (πολύ συχνή).
Πινακοποιημένος κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών
Το προφίλ ασφαλείας του συνδυασμού ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης (NB) που συνοψίζεται στον Πίνακα 1, βασίζεται σε κλινικές μελέτες που διεξήχθησαν με τον συνδυασμό σταθερής δόσης (ανεπιθύμητες ενέργειες με συχνότητα εμφάνισης τουλάχιστον 0,1% και διπλάσια αυτής με το εικονικό φάρμακο). Ο κατάλογος των όρων στον Πίνακα 2 παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις ανεπιθύμητες ενέργειες των μεμονωμένων συστατικών ναλτρεξόνης (Ν) και βουπροπιόνης (Β), όπως προσδιορίζονται στις αντίστοιχες εγκεκριμένες ΠΧΠ τους για τις διάφορες ενδείξεις. Οι συχνότητες των ανεπιθύμητων ενεργειών κατατάσσονται σύμφωνα με τα ακόλουθα: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Πίνακας 1. Ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν αναφερθεί σε άτομα που λάμβαναν ναλτρεξόνη/βουπροπιόνη ως συνδυασμό σταθερής δόσης.
- Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
- Σπάνιες: Μειωμένος αιματοκρίτης, Μειωμένος αριθμός λεμφοκυττάρων
- Μη γνωστές: Λεμφαδενοπάθεια
- Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
- Όχι συχνές: Υπερευαισθησία
- Σπάνιες: Κνίδωση, Αγγειοοίδημα
- Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
- Συχνές: Αφυδάτωση
- Ψυχιατρικές διαταραχές
- Πολύ συχνές: Άγχος, Αϋπνία
- Συχνές: Μη φυσιολογικά όνειρα, Διέγερση, Μεταπτώσεις της διάθεσης, Νευρικότητα, Ένταση
- Όχι συχνές: Διάσχιση (αίσθηση του ασθενή ότι «είναι στον κόσμο του»), Παραισθήσεις, Συναισθηματικές διαταραχές
- Σπάνιες: Επιθετικότητα, Συγχυτική κατάσταση, Παραληρηματικές ιδέες, Κατάθλιψη, Αποπροσανατολισμός, Διαταραχή της προσοχής, Εχθρότητα, Απώλεια της γενετήσιας ορμής, Εφιάλτες, Παράνοια, Ψυχωσική διαταραχή, Αυτοκτονικός ιδεασμός*, Απόπειρα αυτοκτονίας, Αυτοκτονική συμπεριφορά
- *Περιπτώσεις αυτοκτονικού ιδεασμού και αυτοκτονικής συμπεριφοράς έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ΝΒ (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
- Διαταραχές του νευρικού συστήματος
- Πολύ συχνές: Κεφαλαλγία, Ζάλη
- Συχνές: Τρόμος, Δυσγευσία, Λήθαργος, Υπνηλία
- Όχι συχνές: Τρόμος σκοπού, Διαταραχή της ισορροπίας, Αμνησία, Απώλεια συνείδησης, Παραισθησία, Προσυγκοπή
- Σπάνιες: Κρίσεις**, Συγκοπή
- Μη γνωστές: Δυστονία, Επηρεασμένη μνήμη, Παρκινσονισμός, Ανησυχία
- **Η συχνότητα εμφάνισης κρίσεων είναι περίπου 0,1% (1/1.000). Ο πιο συνηθισμένος τύπος κρίσεων είναι οι γενικευμένες τονικοκλονικές κρίσεις, ένας τύπος κρίσεων που μπορεί μερικές φορές να καταλήξει σε μετακριτική σύγχυση ή δυσλειτουργία της μνήμης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
- Οφθαλμικές διαταραχές
- Μη γνωστές: Οφθαλμικός ερεθισμός, Οφθαλμικό άλγος ή ασθενωπία, Οίδημα του οφθαλμού, Αυξημένη δακρύρροια, Φωτοφοβία, Θαμπή όραση
- Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
- Συχνές: Εμβοές, Ίλιγγος
- Όχι συχνές: Νόσος των ταξιδιωτών, Δυσφορία του ωτός, Ωταλγία
- Καρδιακές διαταραχές
- Συχνές: Αίσθημα παλμών, Αυξημένος καρδιακός ρυθμός, Ταχυκαρδία
- Αγγειακές διαταραχές
- Συχνές: Εξάψεις (NB)
- Όχι συχνές: Υπέρταση, Αυξημένη αρτηριακή πίεση, Διακυμάνσεις της αρτηριακής πίεσης
- Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
- Όχι συχνές: Βήχας, Δυσφωνία, Δύσπνοια, Ρινική συμφόρηση, Ρινική ενόχληση, Στοματοφαρυγγικό άλγος, Ρινόρροια, Διαταραχές της ρινικής κοιλότητας, Φτέρνισμα
- Μη γνωστές: Χασμουρητό
- Διαταραχές του γαστρεντερικού
- Πολύ συχνές: Ναυτία, Δυσκοιλιότητα, Έμετος, Ξηροστομία
- Συχνές: Άλγος της άνω κοιλιακής χώρας, Κοιλιακό άλγος, Κοιλιακή δυσφορία, Δυσπεψία
- Όχι συχνές: Ερυγή, Αιματοχεσία, Κήλη, Οίδημα χείλους, Άλγος της κάτω κοιλιακής χώρας
- Σπάνιες: Τερηδόνα δοντιών***, Οδονταλγία***
- Μη γνωστές: Διάρροια, Μετεωρισμός, Αιμορροΐδες, Έλκος, Χολοκυστίτιδα
- ***Παρόλο που δεν πληρούν τα κριτήρια για να συμπεριληφθούν σε αυτόν τον πίνακα, η οδονταλγία και η τερηδόνα παρατίθενται με βάση το υποσύνολο των ασθενών με ξηροστομία, στο οποίο παρατηρήθηκε υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης οδονταλγίας και τερηδόνας σε συμμετέχοντες που λάμβαναν ΝB έναντι του εικονικού φαρμάκου.
- Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
- Όχι συχνές: Αύξηση της ALT (αλανινική αμινοτρανσφεράση), Αύξηση της AST (ασπαρτική αμινοτρανσφεράση), Αύξηση ηπατικών ενζύμων
- Σπάνιες: Ηπατική βλάβη που επάγεται από φάρμακο
- Μη γνωστές: Ηπατίτιδα
- Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
- Συχνές: Υπερίδρωση, Κνησμός, Αλωπεκία
- Μη γνωστές: Εξάνθημα, Ακμή, Πολύμορφο ερύθημα και σύνδρομο Stevens-Johnson, Δερματικός ερυθηματώδης λύκος, Επιδεινωμένο σύνδρομο συστηματικού ερυθηματώδους λύκου
- Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
- Σπάνιες: Άλγος της γνάθου
- Μη γνωστές: Αρθραλγία, Πόνος στη βουβουβωνική χώρα, Μυαλγία, Ραβδομυόλυση
- Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
- Όχι συχνές: Αύξηση της κρεατινίνης του αίματος
- Σπάνιες: Επιτακτική ούρηση
- Μη γνωστές: Δυσουρία, Πολλακιουρία, Συχνότητα ούρησης ή/και κατακράτηση ούρων
- Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
- Όχι συχνές: Στυτική Δυσλειτουργία
- Σπάνιες: Ακανόνιστη εμμηνόρροια, Κολπική αιμορραγία, Αιδοιοκολπική ξηρότητα
- Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
- Συχνές: Κόπωση, Αίσθηση έντασης, Ευερεθιστότητα
- Όχι συχνές: Εξασθένιση, Μη φυσιολογική αίσθηση, Έξαψη, Αυξημένη όρεξη, Δίψα
- Σπάνιες: Θωρακικό άλγος, Περιφερική ψυχρότητα, Πυρεξία
- Μη γνωστές: Ρίγη, Αυξημένη ενέργεια
Δεδομένου ότι ο συνδυασμός NB είναι ένας σταθερός συνδυασμός δύο δραστικών ουσιών, πέρα από τους όρους που συγκαταλέγονται στον Πίνακα 1, μπορούν ενδεχομένως να προκύψουν πρόσθετες ανεπιθύμητες ενέργειες που εμφανίζονται με μία εκ των δραστικών ουσιών. Οι πρόσθετες ανεπιθύμητες ενέργειες που προκύπτουν με οποιοδήποτε από τα μεμονωμένα συστατικά (βουπροπιόνη ή ναλτρεξόνη), όταν δεν χρησιμοποιούνται για ενδείξεις παχυσαρκίας, συνοψίζονται στον πίνακα 2.
Πίνακας 2. Ανεπιθύμητες ενέργειες των μεμονωμένων συστατικών ναλτρεξόνη και βουπροπιόνη, όπως προσδιορίζονται στις αντίστοιχες εγκεκριμένες ΠΧΠ τους.
- Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
- Όχι συχνές: Στοματικός έρπης (N), Tinea pedis (N)
- Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
- Όχι συχνές: Ιδιοπαθής θρομβοκυτταροπενική πορφύρα (N)
- Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
- Πολύ σπάνιες: Βαρύτερες αντιδράσεις υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένου του αγγειοοιδήματος, της δύσπνοιας/βρογχόσπασμου και της αναφυλακτικής καταπληξίας. Αρθραλγία, μυαλγία και πυρεξία έχουν επίσης αναφερθεί σε συσχέτιση με εξάνθημα και άλλα συμπτώματα που υποδεικνύουν καθυστερημένη υπερευαισθησία. Αυτά τα συμπτώματα ενδέχεται να ομοιάζουν με ορονοσία. (B)
- Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
- Συχνές: Μειωμένη όρεξη (N)
- Όχι συχνές: Ανορεξία (B), Διαταραχές της γλυκόζης του αίματος (B)
- Ψυχιατρικές διαταραχές
- Συχνές: Αδυναμία συγκέντρωσης (B)
- Όχι συχνές: Παραισθήσεις (B), Αποπροσωποποίηση (B), Διαταραχή της γενετήσιας ορμής (N), Παρανοϊκός ιδεασμός (B)
- Διαταραχές του νευρικού συστήματος
- Όχι συχνές: Αταξία (B), Αδυναμία συντονισμού (B)
- Οφθαλμικές διαταραχές
- Όχι συχνές: Διαταραχές της όρασης (B)
- Καρδιακές διαταραχές
- Συχνές: Ηλεκτροκαρδιογραφικές μεταβολές (N)
- Αγγειακές διαταραχές
- Όχι συχνές: Ορθοστατική υπόταση (B), Αγγειοδιαστολή (B)
- Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
- Όχι συχνές: Αυξημένα πτύελα (N)
- Διαταραχές του γαστρεντερικού
- Συχνές: Διαταραχές της γεύσης (B)
- Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
- Όχι συχνές: Αυξημένη χολερυθρίνη του αίματος (N), Ίκτερος (B)
- Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
- Όχι συχνές: Παρόξυνση της ψωρίασης (B), Σμηγματόρροια (N)
- Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
- Όχι συχνές: Μυϊκές δεσμιδώσεις (B)
- Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
- Συχνές: Καθυστερημένη εκσπερμάτιση (N)
- Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
- Όχι συχνές: Αύξηση βάρους (N)
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Κρίσεις Η συχνότητα εμφάνισης κρίσης με τον συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης κατά τη διάρκεια ενός κλινικού προγράμματος ήταν 0,06% (2/3.239 άτομα). Μεταξύ των συμμετεχόντων της ομάδας που λάμβανε συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης, παρατηρήθηκαν και οι δύο περιπτώσεις κρίσεων θεωρήθηκαν σοβαρές και οδήγησαν σε διακοπή της θεραπείας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Δεν υπήρξαν περιπτώσεις κρίσεων στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.
Ανεπιθύμητες ενέργειες από το γαστρεντερικό σύστημα Η μεγάλη πλειονότητα των συμμετεχόντων που λάμβαναν συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης και αντιμετώπισαν ναυτία, ανέφερε το συμβάν εντός 4 εβδομάδων από την αρχή της θεραπείας. Τα συμβάντα ήταν γενικά αυτοπεριοριζόμενα. Η πλειονότητα των συμβάντων υποχώρησε εντός 4 εβδομάδων και σχεδόν όλα έως την εβδομάδα 24. Παρόμοια, η πλειονότητα των συμβάντων δυσκοιλιότητας σε συμμετέχοντες που λάμβαναν συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια της φάσης βαθμιαίας αύξησης της δόσης. Ο χρόνος έως την υποχώρηση της δυσκοιλιότητας ήταν παρόμοιος μεταξύ των συμμετεχόντων που λάμβαναν συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης και των συμμετεχόντων που λάμβαναν εικονικό φάρμακο. Κατά προσέγγιση, οι μισοί συμμετέχοντες που λάμβαναν συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης και παρουσίασαν έμετους ανέφερε για πρώτη φορά το συμβάν κατά τη διάρκεια της φάσης βαθμιαίας αύξησης της δόσης. Ο χρόνος έως την υποχώρηση των έμετων ήταν τυπικά μικρός (εντός μίας εβδομάδας) και σχεδόν όλα τα συμβάντα υποχώρησαν εντός 4 εβδομάδων. Η συχνότητα εμφάνισης αυτών των συχνών ανεπιθύμητων ενεργειών από το γαστρεντερικό στον συνδυασμό ναλτρεξόνης/βοπροπιόνης έναντι του εικονικού φαρμάκου ήταν ως εξής: ναυτία (31,8% έναντι 6,7%), δυσκοιλιότητα (18,1% έναντι 7,2%) και έμετος (9,9% έναντι 2,9%). Η συχνότητα εμφάνισης βαριάς ναυτίας, βαριάς δυσκοιλιότητας και βαρέος έμετου ήταν χαμηλή, αλλά ήταν υψηλότερη στους συμμετέχοντες που λάμβαναν συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης σε σύγκριση με τους συμμετέχοντες που λάμβαναν εικονικό φάρμακο (βαριά ναυτία: συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης (1,9%), εικονικό φάρμακο (< 0,1%), βαριά δυσκοιλιότητα: συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης (0,6%), εικονικό φάρμακο (0,1%), βαρύς έμετος: συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης (0,7%), εικονικό φάρμακο (0,3%)). Κανένα συμβάν ναυτίας, δυσκοιλιότητας ή έμετου δεν θεωρήθηκε σοβαρό.
Άλλες συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες Η πλειοψηφία των συμμετεχόντων που έλαβαν τον συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης και ανέφεραν ζάλη, κεφαλαλγία, αϋπνία ή ξηροστομία ανέφεραν για πρώτη φορά αυτά τα συμβάντα κατά τη διάρκεια της φάσης βαθμιαίας αύξησης της δόσης. Η ξηροστομία μπορεί να συσχετίζεται με οδονταλγία και τερηδόνα. Στο υποσύνολο των ασθενών με ξηροστομία, παρατηρήθηκε υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης οδονταλγίας και τερηδόνας σε συμμετέχοντες που λάμβαναν συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης σε σύγκριση με τους συμμετέχοντες που λάμβαναν το εικονικό φάρμακο. Η συχνότητα εμφάνισης βαριάς κεφαλαλγίας, βαριάς ζάλης και βαριάς αϋπνίας ήταν χαμηλή, αλλά ήταν υψηλότερη στους συμμετέχοντες που λάμβαναν συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης σε σύγκριση με τους συμμετέχοντες που λάμβαναν εικονικό φάρμακο (βαριά κεφαλαλγία: συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης (1,1%), εικονικό φάρμακο (0,3%), βαριά ζάλη: συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης (0,6%), εικονικό φάρμακο (0,2%), βαριά αϋπνία: συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης (0,4%), εικονικό φάρμακο (< 0,1%)). Κανένα συμβάν ζάλης, ξηροστομίας, κεφαλαλγίας ή αϋπνίας σε άτομα που λάμβαναν θεραπεία με τον συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης δεν θεωρήθηκε σοβαρό.
Ηλικιωμένοι ασθενείς Οι ηλικιωμένοι ασθενείς ενδέχεται να είναι πιο ευαίσθητοι σε μερικές ανεπιθύμητες ενέργειες του συνδυασμού ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης που σχετίζονται με το κεντρικό νευρικό σύστημα (κυρίως ζάλη και τρόμο). Υπάρχει αυξημένη συχνότητα εμφάνισης διαταραχών του γαστρεντερικού στις κατηγορίες μεγαλύτερης ηλικίας. Τα συχνά συμβάματα που οδήγησαν σε διακοπή μεταξύ των ηλικιωμένων ήταν ναυτία, έμετος, ζάλη, δυσκοιλιότητα.
Διαβήτης τύπου 2 Οι ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 που έλαβαν θεραπεία με συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης επέδειξαν υψηλότερη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών από το γαστρεντερικό, κυρίως ναυτία, έμετο και διάρροια, από ό,τι οι συμμετέχοντες χωρίς διαβήτη. Οι ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 ενδέχεται να είναι περισσότερο επιρρεπείς σε αυτά τα συμβάντα λόγω ταυτόχρονης χρήσης φαρμακευτικών προϊόντων (π.χ. μετφορμίνη) ή ενδέχεται να είναι πιο πιθανό να έχουν υποκείμενες διαταραχές του γαστρεντερικού (π.χ. γαστροπάρεση) που προδιαθέτουν σε γαστρεντερικά συμπτώματα.
Νεφρική δυσλειτουργία Οι ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία είχαν υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονταν με το γαστρεντερικό και το κεντρικό νευρικό σύστημα και, συνεπώς, αυτοί οι ασθενείς είχαν γενικά χαμηλότερη ανοχή στον συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης σε συνολική ημερήσια δόση 32 mg υδροχλωρικής ναλτρεξόνης/360 mg υδροχλωρικής βουπροπιόνης, που θεωρείται ότι οφείλεται σε υψηλότερες συγκεντρώσεις ενεργών μεταβολιτών στο πλάσμα. Οι τύποι συμβάντων ανοχής ήταν παρόμοιοι με τα συμβάματα που παρατηρήθηκαν σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (βλ. Δοσολογία, Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-MYSIMBA
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Εγκυμοσύνη
Δεν διατίθενται ή είναι περιορισμένα τα δεδομένα από τη χρήση του συνδυασμού ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης στις έγκυες γυναίκες. Ο συνδυασμός δεν έχει δοκιμαστεί σε μελέτες αναπαραγωγικής τοξικότητας. Μελέτες με τη ναλτρεξόνη σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Μελέτες με τη βουπροπιόνη σε ζώα δεν καταδεικνύουν σαφείς ενδείξεις βλάβης της αναπαραγωγής. Ο δυνητικός κίνδυνος για τους ανθρώπους δεν είναι γνωστός. Ο συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή σε γυναίκες που επιδιώκουν εγκυμοσύνη.
Θηλασμός
Η ναλτρεξόνη και η βουπροπιόνη και οι μεταβολίτες τους απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Καθώς υπάρχουν περιορισμένες πληροφορίες σχετικά με τη συστηματική έκθεση στη ναλτρεξόνη και στη βουπροπιόνη στα θηλάζοντα βρέφη/νεογέννητα, δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος για τα νεογέννητα/βρέφη. Ο συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με τη γονιμότητα από τη συνδυασμένη χρήση ναλτρεξόνης και βουπροπιόνης. Σε μελέτες αναπαραγωγικής τοξικότητας δεν παρατηρήθηκε επίδραση στη γονιμότητα με τη βουπροπιόνη. Όταν χορηγήθηκε από στόματος σε επίμυες, η ναλτρεξόνη προκάλεσε σημαντική αύξηση του ποσοστού ψευδοκυήσεων και μείωση του ποσοστού κυήσεων σε δόση περίπου 30πλάσια της δόσης ναλτρεξόνης που παρέχεται από τον συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης. Η σχετικότητα αυτών των παρατηρήσεων για τη γονιμότητα του ανθρώπου δεν είναι γνωστή (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-MYSIMBA
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Σκευάσματα κατά της παχυσαρκίας αποκλειομένων των διαιτητικών προϊόντων, κεντρικώς δρώντα προϊόντα κατά της παχυσαρκίας. Κωδικός ATC: A08AA62.
Μηχανισμός δράσης και φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Οι ακριβείς νευροχημικές δράσεις καταστολής της όρεξης του συνδυασμού ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης δεν είναι πλήρως κατανοητές. Το φαρμακευτικό προϊόν έχει δύο συστατικά: τη ναλτρεξόνη, έναν ανταγωνιστή των μ-οπιοειδών, και τη βουπροπιόνη, έναν ασθενή αναστολέα της νευρωνικής επαναπρόσληψης της ντοπαμίνης και της νορεπινεφρίνης.
Αυτά τα συστατικά επηρεάζουν δύο κύριες περιοχές του εγκεφάλου, ειδικότερα, τον τοξοειδή πυρήνα του υποθαλάμου και το μεσοµεταιχµιακό ντοπαµινεργικό σύστημα ανταμοιβής. Στον τοξοειδή πυρήνα του υποθαλάμου, η βουπροπιόνη διεγείρει τους νευρώνες της προοπιομελανοκορτίνης (POMC) που απελευθερώνουν α-μελανοκυτταροτρόπο ορμόνη (α-MSH), η οποία με τη σειρά της δεσμεύεται και διεγείρει τους υποδοχείς μελανοκορτίνης 4 (MC4-R). Κατά την απελευθέρωση α-MSH, οι νευρώνες POMC απελευθερώνουν ταυτόχρονα β-ενδορφίνη, έναν ενδογενή αγωνιστή των υποδοχέων των μ-οπιοειδών. Η πρόσδεση της β-ενδορφίνης στους υποδοχείς μ-οπιοειδών στους νευρώνες POMC διαμεσολαβεί σε έναν βρόχο αρνητικής ανάδρασης στους νευρώνες POMC, οδηγώντας σε μείωση της απελευθέρωσης α-MSH. Έχει προταθεί ότι ο αποκλεισμός αυτού του ανασταλτικού βρόχου ανάδρασης με ναλτρεξόνη διευκολύνει μια ισχυρότερη και μεγαλύτερης διάρκειας ενεργοποίηση των νευρώνων POMC, ενισχύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τις επιδράσεις της βουπροπιόνης στο ισοζύγιο ενέργειας. Προκλινικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι η ναλτρεξόνη και η βουπροπιόνη ενδέχεται να έχουν υπερπροσθετικές δράσεις σε αυτή την περιοχή για τη μείωση της πρόσληψης τροφής, όταν χορηγούνται μαζί.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Τα αποτελέσματα του συνδυασμού ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης στην απώλεια βάρους, στη διατήρηση του βάρους, στην περιφέρεια μέσης, στη σύνθεση του σώματος, στους σχετιζόμενους με την παχυσαρκία δείκτες για καρδιαγγειακές και μεταβολικές παραμέτρους και στις αξιολογήσεις που αναφέρθηκαν από τους ασθενείς εξετάστηκαν σε διπλά τυφλές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο δοκιμές φάσης 2 και φάσης 3 για την παχυσαρκία (περιοχή BMI 27 - 45 kg/m2) με διάρκειες μελέτης 16 έως 56 εβδομάδων, με τυχαιοποίηση σε υδροχλωρική ναλτρεξόνη (16 έως 50 mg/ημέρα) και/ή υδροχλωρική βουπροπιόνη (300 έως 400 mg/ημέρα) ή εικονικό φάρμακο.
Επίδραση στην απώλεια βάρους και στη διατήρηση του βάρους Τέσσερις πολυκεντρικές, διπλά τυφλές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες φάσης 3 για την παχυσαρκία (NB-301, NB-302, NB-303 και NB-304) διεξάχθηκαν για την αξιολόγηση της δράσης του συνδυασμού ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης σε συνδυασμό με τροποποίηση του τρόπου ζωής σε 4.536 συμμετέχοντες που τυχαιοποιήθηκαν στον συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης ή σε εικονικό φάρμακο. Η θεραπεία ξεκίνησε με μια περίοδο βαθμιαίας αύξησης της δόσης. Τρεις από αυτές τις μελέτες (NB-301, NB-302 και NB-304) όρισαν το πρωτεύον τελικό σημείο στις 56 εβδομάδες και 1 μελέτη (NB-303) όρισε το πρωτεύον τελικό σημείο στην εβδομάδα 28 αλλά συνεχίστηκε για 56 εβδομάδες. Οι μελέτες NB-301, NB-303, και NB-304 συμπεριλάμβαναν περιοδικές οδηγίες από τα κέντρα της μελέτης για μείωση της πρόσληψης θερμίδων και αύξηση της σωματικής δραστηριότητας, ενώ η NB-302 συμπεριλάμβανε ένα εντατικό πρόγραμμα συμπεριφορικής τροποποίησης που αποτελούταν από 28 συνεδρίες ομαδικής συμβουλευτικής σε διάστημα 56 εβδομάδων, καθώς και ένα υπαγορευόμενο από τη μελέτη σχήμα αυστηρής δίαιτας και άσκησης. Η μελέτη NB-304 αξιολόγησε άτομα με διαβήτη τύπου 2 που δεν πετύχαιναν τον γλυκαιμικό στόχο HbA1c < 7% (53 mmol/mol) με από στόματος αντιδιαβητικούς παράγοντες ή με δίαιτα και άσκηση μόνο. Η μελέτη NB-303 συμπεριέλαβε μια επανατυχαιοποίηση με τυφλό τρόπο και πρόσθεση μιας υψηλότερης δόσης ναλτρεξόνης (υδροχλωρική ναλτρεξόνη 48 mg/υδροχλωρική βουπροπιόνη 360 mg) την εβδομάδα 28 στη μισή κοόρτη των συμμετεχόντων στον κλάδο δραστικής θεραπείας οι οποίοι δεν είχαν ανταποκριθεί επαρκώς στη θεραπεία και έτσι το πρωτεύον τελικό σημείο της σύγκρισης της μεταβολής του βάρους με 32 mg υδροχλωρικής ναλτρεξόνης/360 mg υδροχλωρικής βουπροπιόνης έναντι του εικονικού φαρμάκου αξιολογήθηκε την εβδομάδα 28. Από τον συνολικό πληθυσμό 4.536 συμμετεχόντων στις μελέτες φάσης 3 με τον συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης 25% είχαν υπέρταση, 33% είχαν επίπεδα γλυκόζης νηστείας ≥ 100 mg/dl (5,6 mmol/l) κατά τη μέτρηση αναφοράς, 54% είχαν δυσλιπιδαιμία κατά την είσοδο στη μελέτη και 11% είχαν διαβήτη τύπου 2. Στις συνδυασμένες μελέτες φάσης 3, η μέση ηλικία ήταν 46 έτη, 83% ήταν γυναίκες, και 77% ανήκαν στη λευκή, 18% στη μαύρη και 5% σε άλλη φυλή. Ο μέσος BMI κατά τη μέτρηση αναφοράς ήταν 36 kg/m2 και η μέση περιφέρεια μέσης 110 cm. Τα δύο συμπρωτεύοντα τελικά σημεία ήταν η ποσοστιαία μεταβολή από το σωματικό βάρος κατά τη μέτρηση αναφοράς και η αναλογία συμμετεχόντων που πέτυχαν συνολική μείωση του σωματικού βάρους ≥ 5%. Οι συνόψεις των δεδομένων για τη μέση μεταβολή του σωματικού βάρους αντικατοπτρίζουν τον πληθυσμό με πρόθεση θεραπείας (intent-to-treat, ΙΤΤ), οριζόμενο ως τον πληθυσμό των ατόμων που τυχαιοποιήθηκαν και υποβλήθηκαν σε μέτρηση αναφοράς του σωματικού βάρους και σε τουλάχιστον μία μέτρηση του σωματικού βάρους μετά τη μέτρηση αναφοράς κατά τη διάρκεια της καθορισμένης φάσης θεραπείας, με χρήση ανάλυσης με προώθηση τελευταίας παρατήρησης (last observation carried forward, LOCF) και ανάλυση όσων ολοκλήρωσαν τη μελέτη (completers analysis). Οι συνόψεις της αναλογίας των συμμετεχόντων που πέτυχαν μείωση του σωματικού βάρους κατά ≥ 5% ή ≥ 10% χρησιμοποιούν ανάλυση με προώθηση της παρατήρησης αναφοράς (baseline observation carried forward, BOCF) όλων των τυχαιοποιημένων συμμετεχόντων. Η συνολική προσκόλληση ήταν παρόμοια μεταξύ των δοκιμών και παρόμοια μεταξύ των ομάδων θεραπείας. Τα ολοκληρωμένα ποσοστά προσκόλλησης στη θεραπεία για τις μελέτες φάσης 3 ήταν: 67% με τον συνδυασμό NB έναντι 74% με το εικονικό φάρμακο στις 16 εβδομάδες, 63% με τον συνδυασμό NB έναντι 65% με το εικονικό φάρμακο στις 26 εβδομάδες, 55% με τον συνδυασμό NB έναντι 55% με το εικονικό φάρμακο στις 52 εβδομάδες. Όπως φαίνεται στον πίνακα 2, στη μελέτη NB-301, οι συμμετέχοντες είχαν, κατά τη διάρκεια της λήψης του συνδυασμού ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης, μια μέση ποσοστιαία απώλεια βάρους -5,4% συγκρινόμενη με -1,3% στην ομάδα των συμμετεχόντων που λάμβαναν εικονικό φάρμακο. Απώλεια βάρους τουλάχιστον 5% του σωματικού βάρους κατά τη μέτρηση αναφοράς παρατηρήθηκε συχνότερα σε συμμετέχοντες που λάμβαναν τον συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης (31%) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (12%) (πίνακας 3). Περισσότερο έκδηλη απώλεια βάρους παρατηρήθηκε στην κοόρτη των συμμετεχόντων που συμπλήρωσε 56 εβδομάδες θεραπείας με συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης (-8,1%) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (-1,8%). Συγκρίσιμα αποτελέσματα παρατηρήθηκαν στη μελέτη NB-303, η οποία ήταν παρόμοιου σχεδιασμού, με σημαντική απώλεια βάρους να παρατηρείται στους ασθενείς που λάμβαναν συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο στο τελικό σημείο της εβδομάδας 28 και να διατηρείται κατά τη διάρκεια των 56 εβδομάδων από τη μέτρηση αναφοράς (πίνακας 3). Ο συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης αξιολογήθηκε επίσης σε συνδυασμό με εντατική συμβουλευτική συμπεριφορικής τροποποίησης στη μελέτη NB-302. Υπήρξε, ανάλογα, μεγαλύτερη μέση απώλεια βάρους από τη μέτρηση αναφοράς με τη θεραπεία με συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης (-8,1%) σε σύγκριση με τη μελέτη NB-301 (-5,4%) την εβδομάδα 56, και με το εικονικό φάρμακο (-4,9%) σε σύγκριση με τη μελέτη NB-301 (-1,3%). Οι επιδράσεις της θεραπείας σε παχύσαρκους και υπέρβαρους συμμετέχοντες με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (μελέτη NB-304) ήταν κάπως λιγότερο έκδηλες από εκείνες που παρατηρήθηκαν σε άλλες μελέτες φάσης 3. Ο συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης (-3,7%) ήταν σημαντικά (p < 0,001) αποτελεσματικότερος από τη θεραπεία με εικονικό φάρμακο (-1,7%) σε αυτόν τον πληθυσμό.
Πίνακας 3. Μέση απώλεια βάρους (% μεταβολή) από τη μέτρηση αναφοράς έως την εβδομάδα 56 στις μελέτες φάσης 3 με τον συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης (NB) NB-301, NB-302 και NB-304 και από τη μέτρηση αναφοράς έως την εβδομάδα 28 στη μελέτη φάσης 3 NB-303
| Δεδομένα 28 εβδομάδων | Δεδομένα 56 εβδομάδων | |
|---|---|---|
| NB-303 | NB-301 | |
| Σύνολο ανάλυσης πληθυσμού με πρόθεση θεραπείας+ | ||
| N | 943 | 538 |
| Τιμή αναφοράς (kg) | 100,4 | 99,8 |
| Προσαρμοσμένη μέση (95% CI)% μεταβολή από την τιμή αναφοράς | -5,7* (-6,1, -5,3) | -5,4* (-6,0, -4,8) |
| Εικ.Φ. | Εικ.Φ. | |
| N | 474 | 536 |
| Τιμή αναφοράς (kg) | 99,4 | 99,5 |
| Προσαρμοσμένη μέση (95% CI)% μεταβολή από την τιμή αναφοράς | -1,9 (-2,4, -1,4) | -1,3 (-1,9, -0,7) |
| Σύνολο ανάλυσης ολοκληρωσάντων τη μελέτη++ | ||
| N | 619 | 296 |
| Τιμή αναφοράς (kg) | 101,2 | 99,8 |
| Προσαρμοσμένη μέση (95% CI)% μεταβολή από την τιμή αναφοράς | -7,8 (-8,3, -7,3) | -8,1 (-9,0, -7,2) |
| Εικ.Φ. | Εικ.Φ. | |
| N | 319 | 290 |
| Τιμή αναφοράς (kg) | 99,0 | 99,2 |
| Προσαρμοσμένη μέση (95% CI)% μεταβολή από την τιμή αναφοράς | -2,4 (-3,0, -1,8) | -1,8 (-2,7, -0,9) |
CI, διάστημα εμπιστοσύνης. Τα διαστήματα εμπιστοσύνης 95% υπολογίστηκαν ως προσαρμοσμένη μέση τιμή ± 1,96 × τυπικό σφάλμα.
- Ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν και υποβλήθηκαν σε μέτρηση αναφοράς του σωματικού βάρους και σε τουλάχιστον μία μέτρηση του σωματικού βάρους μετά τη μέτρηση αναφοράς κατά τη διάρκεια της καθορισμένης φάσης θεραπείας. Τα αποτελέσματα βασίζονται σε προώθηση της τελευταίας παρατήρησης (LOCF). ++ Συμμετέχοντες με μέτρηση αναφοράς και μεταγενέστερη μέτρηση του σωματικού βάρους που συμπλήρωσαν 56 εβδομάδες (μελέτες NB-301, NB-302 και NB-304) ή 28 εβδομάδες (NB-303) θεραπείας.
- Διαφορά από το εικονικό φάρμακο, p < 0,001. Οι μελέτες NB-301, NB-302 και NB-303 πραγματοποιήθηκαν με συμμετέχοντες που ήταν παχύσαρκοι, υπέρβαροι ή παχύσαρκοι με συννοσηρότητες. Η μελέτη NB-302 είχε ένα πιο εντατικό πρόγραμμα συμπεριφορικής τροποποίησης, ενώ το πρωτεύον τελικό σημείο της μελέτης NB-303 ήταν την εβδομάδα 28, προκειμένου να είναι δυνατή η επανατυχαιοποίηση σε διαφορετικές δόσεις για το τελευταίο μέρος της μελέτης. Η μελέτη ΝΒ-304 πραγματοποιήθηκε σε άτομα που ήταν υπέρβαρα ή παχύσαρκα και είχαν σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.
Τα ποσοστά συμμετεχόντων με απώλεια βάρους ≥ 5% ή ≥ 10% από την τιμή αναφοράς ήταν μεγαλύτερα με τον συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο σε όλες τις 4 κλινικές δοκιμές φάσης 3 για την παχυσαρκία (πίνακας 3).
Πίνακας 4. Ποσοστό (%) συμμετεχόντων με μείωση ≥ 5% και ≥10% του σωματικού βάρους από τη μέτρηση αναφοράς έως την εβδομάδα 56 στις μελέτες φάσης 3 NB-301, NB-302 και NB-304 και από τη μέτρηση αναφοράς έως την εβδομάδα 28 στη μελέτη φάσης 3 NB-303
| Δεδομένα 28 εβδομάδων | Δεδομένα 56 εβδομάδων | |
|---|---|---|
| NB-303 | NB-301 | |
| Τυχαιοποιημένος πληθυσμός+ | ||
| N | 1001 | 583 |
| Απώλεια βάρους ≥ 5% | 42* | 31* |
| Απώλεια βάρους ≥ 10% | 22* | 17* |
| Εικ.Φ. | Εικ.Φ. | |
| N | 495 | 581 |
| Απώλεια βάρους ≥ 5% | 14 | 12 |
| Απώλεια βάρους ≥ 10% | 6 | 5 |
| Ολοκληρώσαντες++ | ||
| N | 619 | 296 |
| Απώλεια βάρους ≥ 5% | 69 | 62 |
| Απώλεια βάρους ≥ 10% | 36 | 34 |
| Εικ.Φ. | Εικ.Φ. | |
| N | 319 | 290 |
| Απώλεια βάρους ≥ 5% | 22 | 23 |
| Απώλεια βάρους ≥ 10% | 9 | 11 |
- Με προώθηση της παρατήρησης αναφοράς (BOCF) ++ Συμμετέχοντες με μέτρηση αναφοράς και μεταγενέστερη μέτρηση του σωματικού βάρους που συμπλήρωσαν 56 εβδομάδες (μελέτες NB-301, NB-302 και NB-304) ή 28 εβδομάδες (NB-303) θεραπείας.
- Διαφορά από το εικονικό φάρμακο, p < 0,001 ** Διαφορά από το εικονικό φάρμακο, p < 0,01 Οι μελέτες NB-301, NB-302 και NB-303 πραγματοποιήθηκαν με συμμετέχοντες που ήταν παχύσαρκοι, υπέρβαροι ή παχύσαρκοι με συννοσηρότητες. Η μελέτη NB-302 είχε ένα πιο εντατικό πρόγραμμα συμπεριφορικής τροποποίησης, ενώ το πρωτεύον τελικό σημείο της μελέτης NB303 ήταν την εβδομάδα 28, προκειμένου να είναι δυνατή η επανατυχαιοποίηση σε διαφορετικές δόσεις για το τελευταίο μέρος της μελέτης. Η μελέτη ΝΒ-304 πραγματοποιήθηκε σε άτομα που ήταν υπέρβαρα ή παχύσαρκα και είχαν σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Από τους ασθενείς με δεδομένα παρατήρησης την εβδομάδα 16 στις τέσσερις κλινικές μελέτες φάσης 3, 50,8% αυτών που τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης είχαν χάσει ≥ 5% του σωματικού βάρους κατά τη μέτρηση αναφοράς, συγκρινόμενο με 19,3% των συμμετεχόντων που έλαβαν εικονικό φάρμακο (ανταποκρινόμενοι κατά την εβδομάδα 16). Στο ένα έτος, η μέση απώλεια βάρους (με χρήση της μεθοδολογίας LOCF) μεταξύ αυτών των ανταποκρινόμενων κατά την εβδομάδα 16 που έλαβαν συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης ήταν 11,3%, με το 55% να είχε χάσει ≥10% σωματικού βάρους. Επιπλέον, οι ανταποκρινόμενοι κατά την εβδομάδα 16 που έλαβαν συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης είχαν υψηλό λόγο διατήρησης, με το 87% να συμπληρώνει 1 έτος θεραπείας. Το κατώφλι απώλειας βάρους ≥ 5% την εβδομάδα 16 είχε θετική προγνωστική αξία 86,4% και αρνητική προγνωστική αξία 84,8% για τον καθορισμό του εάν ένας συμμετέχων που λάμβανε συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης θα επιτύγχανε απώλεια βάρους τουλάχιστον 5% την εβδομάδα 56. Οι ασθενείς που δεν ικανοποίησαν το κριτήριο πρώιμης ανταπόκρισης δεν βρέθηκαν να έχουν αυξημένα ζητήματα ανοχής ή ασφάλειας σε σχέση με τους ασθενείς που είχαν ευμενή πρώιμη ανταπόκριση.
Επίδραση στις καρδιαγγειακές και μεταβολικές παραμέτρους Παρατηρήθηκαν βελτιώσεις για την περιφέρεια μέσης (συμπεριλαμβανομένων των συμμετεχόντων με διαβήτη τύπου 2), για τα τριγλυκερίδια, για την HDL-C και για τον λόγο LDL-C/HDL-C στους συμμετέχοντες που λάμβαναν συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης έναντι του εικονικού φαρμάκου σε όλες τις μελέτες φάσης 3 (πίνακας 4). Παρατηρήθηκαν βελτιώσεις στα τριγλυκερίδια, στην HDL-C και στον λόγο LDL-C/HDL-C στους συμμετέχοντες με δυσλιπιδαιμία κατά τη μέτρηση αναφοράς που λάμβαναν συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης ανεξάρτητα από τη θεραπεία της δυσλιπιδαιμίας. Οι μεταβολές στη μέση αρτηριακή πίεση περιγράφονται στην παράγραφο Ειδικές προειδοποιήσεις. Επιπλέον, σε συμμετέχοντες που δεν είχαν διαβήτη τύπου 2, υπήρξαν μειώσεις στην ινσουλίνη νηστείας και στον δείκτη HOMA-IR, ένα μέτρο της αντοχής στην ινσουλίνη, σε συμμετέχοντες που λάμβαναν συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης.
Επιδράσεις στον γλυκαιμικό έλεγχο σε παχύσαρκα άτομα με διαβήτη τύπου 2 Μετά από 56 εβδομάδες θεραπείας σε συμμετέχοντες με διαβήτη τύπου 2 (NB-304), ο συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης επέδειξε βελτιώσεις σε παραμέτρους του γλυκαιμικού ελέγχου σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (πίνακας 4). Μεγαλύτερη βελτίωση της HbA1c σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο παρατηρήθηκε στην πρώτη μέτρηση μετά τη μέτρηση αναφοράς (εβδομάδα 16, p < 0,001). Η μέση μεταβολή της HbA1c από την τιμή αναφοράς την εβδομάδα 56 ήταν -0,63% για ασθενείς που λάμβαναν ναλτρεξόνη/βουπροπιόνη σε σύγκριση με τους ασθενείς που λάμβαναν εικονικό φάρμακο -0,14% (p < 0,001). Σε συμμετέχοντες με τιμή αναφοράς για την HbA1c > 8% (64 mmol/mol), οι μεταβολές της HbA1c στο τελικό σημείο ήταν -1,1% και -0,5% για τον συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο αντίστοιχα. Βελτιώσεις παρατηρήθηκαν στη γλυκόζη νηστείας, στην ινσουλίνη νηστείας, στον δείκτη HOMA-IR και στο ποσοστό συμμετεχόντων που απαίτησαν φαρμακευτικά προϊόντα διάσωσης για τους συμμετέχοντες που λάμβαναν τον συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης έναντι του εικονικού φαρμάκου.
Πίνακας 5. Μεταβολή στις καρδιαγγειακές και μεταβολικές παραμέτρους από τη μέτρηση αναφοράς έως την εβδομάδα 56 στις μελέτες φάσης 3 NB-301, NB-302 και NB-304 και από τη μέτρηση αναφοράς έως την εβδομάδα 28 στη μελέτη φάσης 3 NB-303
| Δεδομένα 28 εβδομάδων | Δεδομένα 56 εβδομάδων | |
|---|---|---|
| NB-303 | NB-301 | |
| Πλήρες σύνολο ανάλυσης++ | ||
| N | 825 | 471 |
| Περιφέρεια μέσης, cm | -6,2* | -6,2* |
| Τριγλυκερίδια, % μεταβολής | -7,3* | -12,7* |
| HDL-C, mg/dl | 1,2* | 3,4* |
| λόγος LDL-C/HDL-C | -0,15* | -0,21* |
| HbA1c,% | Δεν εφαρμόζεται | Δεν εφαρμόζεται |
| Γλυκόζη νηστείας, mg/dl | -4,0 | -2,4 |
| Ινσουλίνη νηστείας, % μεταβολής | -14,1* | -17,1* |
| HOMA-IR, % μεταβολής | -16,4* | -20,2* |
| Εικ.Φ. | Εικ.Φ. | |
| N | 456 | 511 |
| Περιφέρεια μέσης, cm | -2,7 | -2,5 |
| Τριγλυκερίδια, % μεταβολής | -1,4 | -3,1 |
| HDL-C, mg/dl | -1,4 | -0,1 |
| λόγος LDL-C/HDL-C | 0,07 | -0,05 |
| HbA1c,% | Δεν εφαρμόζεται | Δεν εφαρμόζεται |
| Γλυκόζη νηστείας, mg/dl | -1,7 | -1,1 |
| Ινσουλίνη νηστείας, % μεταβολής | -0,5 | -4,6 |
| HOMA-IR, % μεταβολής | -4,2 | -5,9 |
- Βάσει LOCF με προώθηση της τελευταίας παρατήρησης υπό αγωγή.
- Τιμή p < 0,05 (ονομαστικές τιμές) σε σύγκριση με την ομάδα εικονικού φαρμάκου. Οι μελέτες NB-301, NB-302 και NB-303 πραγματοποιήθηκαν με συμμετέχοντες που ήταν παχύσαρκοι, υπέρβαροι ή παχύσαρκοι με συννοσηρότητες. Η μελέτη NB-302 είχε ένα πιο εντατικό πρόγραμμα συμπεριφορικής τροποποίησης, ενώ το πρωτεύον τελικό σημείο της μελέτης NB303 ήταν την εβδομάδα 28, προκειμένου να είναι δυνατή η επανατυχαιοποίηση σε διαφορετικές δόσεις για το τελευταίο μέρος της μελέτης. Η μελέτη ΝΒ-304 πραγματοποιήθηκε σε άτομα που ήταν υπέρβαρα ή παχύσαρκα και είχαν σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.
Επίδραση στη σύσταση του σώματος Σε ένα υποσύνολο συμμετεχόντων, μετρήθηκε η σύσταση του σώματος με χρήση απορροφησιομετρίας ακτίνων Χ διπλής δέσμης (DEXΑ) (ναλτρεξόνη/βουπροπιόνη = 79 συμμετέχοντες και εικονικό φάρμακο = 45 συμμετέχοντες) και πολυτομική αξονική τομογραφία (CT) (ναλτρεξόνη/βουπροπιόνη = 34 συμμετέχοντες και εικονικό φάρμακο = 24 συμμετέχοντες). Η αξιολόγηση μέσω DEXΑ κατέδειξε ότι η θεραπεία με τον συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης συσχετίζονταν με μεγαλύτερες μειώσεις από τη μέτρηση αναφοράς του ολικού σωματικού λίπους και του σπλαγχνικού λιπώδους ιστού από ό,τι το εικονικό φάρμακο. Όπως αναμένονταν, οι συμμετέχοντες που λάμβαναν συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης είχαν μεγαλύτερη μέση αύξηση από την τιμή αναφοράς του ποσοστού άλιπης σωματική μάζας σε σύγκριση με τους συμμετέχοντες που λάμβαναν εικονικό φάρμακο. Τα αποτελέσματα αυτά υποδεικνύουν ότι το μεγαλύτερο μέρος της συνολικής απώλειας βάρους μπορούσε να αποδοθεί σε μείωση του λιπώδους ιστού, συμπεριλαμβανομένου του σπλαγχνικού λιπώδους ιστού.
Παιδιατρικός πληθυσμός Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Mysimba σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στην παχυσαρκία (βλ. Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση). Ο συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης δεν θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί σε παιδιά και εφήβους.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-MYSIMBA
expand_more
Φαρμακοκινητική
Τα αποτελέσματα μιας μελέτης σχετικής βιοδιαθεσιμότητας μεμονωμένης δόσης σε υγιή άτομα κατέδειξαν ότι τα δισκία συνδυασμού ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης είναι, όταν προσαρμόζεται η δόση, βιοϊσοδύναμα με βάση τον μέσο λόγο AUC 0-∞ και τα διαστήματα εμπιστοσύνης 90% με δισκία άμεσης αποδέσμευσης (IR) ναλτρεξόνης ή παρατεταμένης αποδέσμευσης (PR) βουπροπιόνης χορηγούμενων ως μονοθεραπείες.
Απορρόφηση
Μετά από μία μεμονωμένη από στόματος χορήγηση δισκίων συνδυασμού ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης σε υγιή άτομα, οι μέγιστες συγκεντρώσεις της ναλτρεξόνης και της βουπροπιόνης παρατηρήθηκαν περίπου 2 και 3 ώρες αντίστοιχα μετά τη χορήγηση του συνδυασμού ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης. Δεν υπήρξαν διαφορές στη βιοδιαθεσιμότητα, όπως μετριέται μέσω του AUC, της ναλτρεξόνης ή της βουπροπιόνης, όταν χορηγούνταν σε συνδυασμό, σε σύγκριση με όταν χορηγούνταν η καθεμία μόνη της. Ωστόσο, δεδομένης της παρατεταμένης φύσης της αποδέσμευσης φαρμάκου για τον συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης, η C max για τη ναλτρεξόνη ήταν σημαντικά μειωμένη σε σύγκριση με την υδροχλωρική ναλτρεξόνη IR 50 mg χορηγούμενη μόνη της (διαφορά περίπου κατά το 2πλάσιο μετά από προσαρμογή της δόσης). Η C max της βουπροπιόνης από τον συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης (180 mg υδροχλωρικής βουπροπιόνης) ήταν ισοδύναμη με τη C max της βουπροπιόνης PR (150 mg υδροχλωρικής βουπροπιόνης), υποδεικνύοντας ότι η C max της βουπροπιόνης που επιτυγχάνεται με τον συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης (360 mg υδροχλωρικής βουπροπιόνης/ημέρα) είναι συγκρίσιμη με αυτήν που επιτυγχάνεται με την εμπορικά διαθέσιμη βουπροπιόνη PR (300 mg υδροχλωρικής βουπροπιόνης/ημέρα) χορηγούμενη μόνη της. Η ναλτρεξόνη και η βουπροπιόνη απορροφώνται καλά από την γαστρεντερική οδό (απορροφάται > 90%). Ωστόσο, η ναλτρεξόνη έχει σημαντικό φαινόμενο πρώτης διόδου και έτσι μειωμένη συστηματική βιοδιαθεσιμότητα, με μόλις το 5 - 6% να φτάνει αμετάβλητο στη συστηματική κυκλοφορία.
Επίδραση της τροφής Όταν η ναλτρεξόνη/βουπροπιόνη χορηγήθηκε με γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λίπος η AUC και η C max της ναλτρεξόνης αυξήθηκαν κατά 2,1 και 3,7 φορές και η AUC και η C max της βουπροπιόνης αυξήθηκαν κατά 1,4 και 1,8 φορές αντίστοιχα. Σε συνθήκες σταθεροποιημένης κατάστασης, η επίδραση της τροφής επέφερε αυξήσεις της AUC και της C max κατά 1,7 και 1,9 φορές για τη ναλτρεξόνη και 1,1 και 1,3 φορές για τη βουπροπιόνη αντίστοιχα. Η κλινική εμπειρία συμπεριέλαβε ποικίλες γευματικές συνθήκες και υποστηρίζει τη χρήση των δισκίων συνδυασμού ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης με τροφή.
Κατανομή
Ο μέσος όγκος κατανομής σε συνθήκες σταθεροποιημένης κατάστασης της από στόματος ναλτρεξόνης και βουπροπιόνης, χορηγούμενων ως συνδυασμού ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης, V ss /F, ήταν 5697 λίτρα και 880 λίτρα αντίστοιχα. Η πρόσδεση σε πρωτεΐνες του πλάσματος δεν είναι εκτεταμένη ούτε για τη ναλτρεξόνη (21%) ούτε για τη βουπροπιόνη (84%), υποδεικνύοντας χαμηλό δυναμικό φαρμακευτικών αντιδράσεων μέσω εκτόπισης.
Βιομετασχηματισμός και αποβολή
Μετά από μεμονωμένη χορήγηση δισκίων συνδυασμού ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης σε υγιή άτομα, ο μέσος χρόνος ημιζωής για την αποβολή, T ½, ήταν περίπου 5 ώρες για τη ναλτρεξόνη και 21 ώρες για τη βουπροπιόνη.
Ναλτρεξόνη Ο κύριος μεταβολίτης της ναλτρεξόνης είναι η 6-β-ναλτρεξόλη. Παρόλο που είναι λιγότερο ισχυρή από τη ναλτρεξόνη, η 6-β-ναλτρεξόλη αποβάλλεται πιο αργά και έτσι κυκλοφορεί σε πολύ μεγαλύτερες συγκεντρώσεις από τη ναλτρεξόνη. Η ναλτρεξόνη και η 6-β-ναλτρεξόλη δεν μεταβολίζονται από τα ένζυμα του κυτοχρώματος P450 και μελέτες in vitro υποδεικνύουν ότι δεν υφίσταται δυναμικό αναστολής ή επαγωγής σημαντικών ενζύμων. Η ναλτρεξόνη μεταβολίζεται κυρίως προς 6-β-ναλτρεξόλη από τις αφυδρογονάσες διυδροδιολών (DD1, DD2 και DD4). Άλλες κύριες μεταβολικές οδοί είναι ο σχηματισμός των μεταβολιτών 2-υδροξυ-3-O-μεθυλοναλτρεξόνη και 2-υδροξυ-3-O-μεθυλο-6-β-ναλτρεξόλη, που θεωρείται ότι διαμεσολαβείται από κατεχολο-O-μεθυλοτρανσφεράσες (COMT), και γλυκουρονίδωση, που θεωρείται ότι διαμεσολαβείται από τα UGT1A1 και UGT2B7. Η ναλτρεξόνη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται κυρίως από τους νεφρούς (37 έως 60% της δόσης). Η εξαγόμενη τιμή για τη νεφρική απέκκριση της ναλτρεξόνης μετά από χορήγηση από στόματος, με προσαρμογή για την πρόσδεση στις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι 89 ml/min. Το ένζυμο που είναι υπεύθυνο για το κύριο μονοπάτι αποβολής δεν είναι γνωστό. Η απέκκριση στα κόπρανα αποτελεί έλασσον μονοπάτι αποβολής.
Βουπροπιόνη Η βουπροπιόνη μεταβολίζεται εκτενώς με τρεις δραστικούς μεταβολίτες: υδροξυβουπροπιόνη, θρεοϋδροβουπροπιόνη και ερυθροϋδροβουπροπιόνη. Οι μεταβολίτες έχουν μεγαλύτερους χρόνους ημίσειας ζωής για την αποβολή από ό,τι η βουπροπιόνη και συσσωρεύονται σε μεγαλύτερο βαθμό. Ευρήματα in vitro υποδεικνύουν ότι το CYP2B6 είναι το κύριο ισοένζυμο που εμπλέκεται στον σχηματισμό υδροξυβουπροπιόνης, ενώ τα CYP1A2, 2A6, 2C9, 3A4 και 2E1 εμπλέκονται σε μικρότερο βαθμό. Αντίθετα, έχει αναφερθεί στη βιβλιογραφία ότι ο σχηματισμός θρεοϋδροβουπροπιόνης διαμεσολαβείται από την 11-β-υδροξυστεροειδική αφυδρογονάση τύπου 1. Το μεταβολικό μονοπάτι που είναι υπεύθυνο για τον σχηματισμό ερυθροϋδροβουπροπιόνης δεν είναι γνωστό. Η βουπροπιόνη και οι μεταβολίτες της αναστέλλουν το CYP2D6. Η πρόσδεση της υδροξυβουπροπιόνης στις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι παρόμοια με εκείνη της βουπροπιόνης (84%), ενώ οι άλλοι δύο μεταβολίτες επιδεικνύουν περίπου το μισό ποσοστό πρόσδεσης. Μετά από χορήγηση από στόματος 200 mg σημασμένης με 14C υδροχλωρικής βουπροπιόνης σε ανθρώπους, 87% και 10% της ραδιενεργού δόσης ανακτήθηκε στα ούρα και τα κόπρανα αντίστοιχα. Το κλάσμα της από στόματος δόσης βουπροπιόνης που απεκκρίθηκε αμετάβλητο ήταν 0,5%, εύρημα συνεπές με τον εκτενή μεταβολισμό της βουπροπιόνης.
Συσσώρευση
Μετά από χορήγηση συνδυασμού ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης δύο φορές την ημέρα, η ναλτρεξόνη δεν συσσωρεύεται, ενώ η 6-β-ναλτρεξόλη συσσωρεύεται με τον χρόνο. Με βάση τον χρόνο ημίσειας ζωής της, η 6-β-ναλτρεξόλη εκτιμάται ότι επιτυγχάνει συγκεντρώσεις σταθεροποιημένης κατάστασης σε 3 ημέρες περίπου. Οι μεταβολίτες της βουπροπιόνης (και σε μικρότερο βαθμό η μη μεταβολισμένη βουπροπιόνη) συσσωρεύονται και φτάνουν σε συγκεντρώσεις σταθεροποιημένης κατάστασης σε μία εβδομάδα κατά προσέγγιση. Δεν έχει διεξαχθεί μελέτη που να συγκρίνει την AUC ή τη C max δισκίων παρατεταμένης αποδέσμευσης ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης με βουπροπιόνη PR ή ναλτρεξόνη ΙR χορηγούμενων ως μονοθεραπειών σε περίπτωση πολλαπλών δόσεων (δηλ. υπό συνθήκες σταθεροποιημένης κατάστασης).
Ειδικοί πληθυσμοί
Φύλο και φυλή Η ομαδοποιημένη ανάλυση των δεδομένων για τον συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης δεν αποκάλυψε σημαντικές διαφορές στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους της βουπροπιόνης ή της ναλτρεξόνης που να σχετίζονται με το φύλο ή τη φυλή. Ωστόσο, μόνο συμμετέχοντες ανήκοντες στην καυκάσια και στη μαύρη φυλή μελετήθηκαν σε σημαντική έκταση. Δεν είναι απαραίτητη προσαρμογή της δόσης με βάση το φύλο ή τη φυλή.
Ηλικιωμένοι Η φαρμακοκινητική του συνδυασμού ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης δεν έχει αξιολογηθεί στον ηλικιωμένο πληθυσμό. Λόγω του ότι τα προϊόντα μεταβολισμού της ναλτρεξόνης και της βουπροπιόνης απεκκρίνονται στα ούρα και οι ηλικιωμένοι έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να έχουν μειωμένη νεφρική λειτουργία, θα πρέπει να δίνεται προσοχή στην επιλογή της δόσης και ενδέχεται να είναι χρήσιμη η παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας. Ο συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης δεν ενδείκνυται για ασθενείς ηλικίας άνω των 75 ετών.
Καπνιστές Η ομαδοποιημένη ανάλυση των δεδομένων για τον συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης δεν αποκάλυψε σημαντικές διαφορές στις συγκεντρώσεις της βουπροπιόνης ή της ναλτρεξόνης στο πλάσμα στους καπνιστές σε σύγκριση με τους μη καπνιστές. Οι επιδράσεις του καπνίσματος τσιγάρων στη φαρμακοκινητική της βουπροπιόνης μελετήθηκε σε 34 υγιείς άνδρες και γυναίκες εθελοντές, 17 εκ των οποίων ήταν χρόνιοι καπνιστές τσιγάρων και 17 ήταν μη καπνιστές. Μετά από χορήγηση από στόματος μιας μεμονωμένης δόσης 150 mg υδροχλωρικής βουπροπιόνης δεν υπήρξε στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ καπνιστών και μη καπνιστών στη C max, στον χρόνο ημίσειας ζωής, T max, στην AUC, ή στην κάθαρση της βουπροπιόνης ή των δραστικών μεταβολιτών της.
Ηπατική δυσλειτουργία Έχει διεξαχθεί μελέτη εφάπαξ δόσης φαρμακοκινητικής με τον συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Τα αποτελέσματα από αυτήν τη μελέτη κατέδειξαν ότι σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (βαθμολογίες 5-6 κατά Child-Pugh [Κατηγορία Α]) υπήρξε μέτρια αύξηση στις συγκεντρώσεις ναλτρεξόνης, ωστόσο οι συγκεντρώσεις της βουπροπιόνης και των περισσότερων από τους άλλους μεταβολίτες ήταν κατά κύριο λόγο συγκρίσιμες και το πολύ διπλάσιες από εκείνες των ασθενών με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Σε ασθενείς με μέτρια (βαθμολογίες 7-9 κατά Child-Pugh [Κατηγορία Β]) και σοβαρή (βαθμολογίες 10 και άνω κατά Child-Pugh 10 [Κατηγορία Γ]) ηπατική δυσλειτουργία, παρατηρήθηκαν 6-πλάσιες και 30-πλάσιες αυξήσεις στη μέγιστη συγκέντρωση ναλτρεξόνης για τους ασθενείς με μέτρια και με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία αντίστοιχα, ενώ οι αυξήσεις σε βουπροπιόνη ήταν διπλάσιες και για τις δύο ομάδες. Διπλάσιες και 4-πλάσιες αυξήσεις της περιοχής κάτω από την καμπύλη για την βουπροπιόνη, παρατηρήθηκαν στους ασθενείς με μέτρια και σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία αντίστοιχα. Δεν υπήρξαν σταθερές αλλαγές στους μεταβολίτες ναλτρεξόνης ή βουπροπιόνης που να σχετίζονταν με τους διάφορους βαθμούς ηπατικής δυσλειτουργίας. Ο συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Αντενδείξεις) και δεν συνιστάται σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Στους ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία, η μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση για τον συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης πρέπει να είναι μειωμένη (βλ. Δοσολογία).
Νεφρική δυσλειτουργία Έχει διεξαχθεί μελέτη εφάπαξ δόσης φαρμακοκινητικής για τον συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης σε άτομα με ήπια, μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, σε σύγκριση με ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Τα αποτελέσματα από αυτήν τη μελέτη κατέδειξαν ότι η περιοχή κάτω από την καμπύλη για τη ναλτρεξόνη και τους μεταβολίτες της στο πλάσμα και τη βουπροπιόνη και τους μεταβολίτες της στο πλάσμα ήταν αυξημένη κατά λιγότερο από το διπλάσιο σε ασθενείς με μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία και μικρότερες αυξήσεις παρατηρήθηκαν σε ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία. Βάσει αυτών των αποτελεσμάτων, δεν συνιστώνται προσαρμογές δόσης για τους ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία. Για ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, η μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση για τον συνδυασμό ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης θα πρέπει να μειωθεί (βλ. Δοσολογία). Ο συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης αντενδείκνυται σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου (βλ. Αντενδείξεις).
ΕΟΦ · 4.12
Φάρμακα απεξάρτησης από ουσίες
expand_more
Φάρμακα απεξάρτησης από ουσίες
Εκτός από τις ψυχοκοινωνικές και άλλες μεθόδους οι οποίες εφαρμόζονται στις προσπάθειες απεξάρτησης των τοξικομανών υπάρχουν και φαρακευτικές ουσίες οι οποίες βοηθούν σε αυτή την προσπάθεια δρώντας είτε ως υποκατάστατα των οπιοειδών στους ίδιους υποδοχείς (διεγέρτες ή αγωνιστές-agonists) είτε ως ανταγωνιστικές ουσίες.
Η μεθαδόνη ανήκει στην πρώτη κατηγορία. Χορηγείτα από εξουσιοδοτημένα άτομα. Είναι ουσία με ηπιότερη και ασφαλέστερη δράση από τα οπιοειδή και χορηγείται μια φορά την ημέρα από το στόμα.
Η ναλτρεξόνη αναστέλλει τη σύνδεση των οπιοειδών με τους υποδοχείς τους και έτσι δρα ως ανταγωνιστής των ουσιών αυτών. Χορηγείται για τη διευκόλυνση της απεξάρτησης των πρώην εξαρτημένων στα οπιοειδή ατόμων και την αποφυγή των υποτροπών.
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Παράγωγο της νοροξυμορφόνης που είναι ο N-κυκλοπροπυλομεθυλ-συγγενής της ναλοξόνης. Είναι ανταγωνιστής οπιοειδών που είναι αποτελεσματικός από του στόματος, με μεγαλύτερη διάρκεια δράσης και μεγαλύτερη ισχύ από τη ναλοξόνη, και έχει προταθεί για τη θεραπεία του εθισμού στην ηρωίνη. Ο FDA έχει εγκρίνει τη ναλτρεξόνη για τη θεραπεία της εξάρτησης από το αλκοόλ. [PubChem]
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις
Χρησιμοποιείται ως συμπληρωματικό βοήθημα σε ένα πρόγραμμα τροποποίησης συμπεριφοράς υπό ιατρική παρακολούθηση για τη διατήρηση της διακοπής των οπιοειδών σε άτομα που ήταν προηγουμένως σωματικά εξαρτημένα από οπιοειδή και έχουν υποβληθεί επιτυχώς σε αποτοξίνωση. Επίσης, χρησιμοποιείται για τη διαχείριση της εξάρτησης από αλκοόλ σε συνδυασμό με ένα πρόγραμμα τροποποίησης συμπεριφοράς.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Η ναλτρεξόνη, ένας καθαρός ανταγωνιστής οπιοειδών, είναι ένας συνθετικός συγγενής της οξυμορφόνης χωρίς ιδιότητες αγωνιστή οπιοειδών. Η ναλτρεξόνη ενδείκνυται στη θεραπεία της εξάρτησης από αλκοόλ και για τον αποκλεισμό των επιδράσεων εξωγενώς χορηγούμενων οπιοειδών. Μετριάζει σημαντικά ή αποκλείει πλήρως, αναστρέψιμα, τις υποκειμενικές επιδράσεις ενδοφλεβίως χορηγούμενων οπιοειδών. Όταν χορηγείται παράλληλα με μορφίνη, σε χρόνια βάση, η ναλτρεξόνη αποκλείει τη σωματική εξάρτηση από μορφίνη, ηρωίνη και άλλα οπιοειδή. Σε άτομα σωματικά εξαρτημένα από οπιοειδή, η ναλτρεξόνη θα προκαλέσει συμπτωματολογία στέρησης.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός Δράσης
Η ναλτρεξόνη είναι ένας καθαρός ανταγωνιστής οπιοειδών και έχει μικρή ή καμία αγωνιστική δραστηριότητα. Ο μηχανισμός δράσης της ναλτρεξόνης στον αλκοολισμό δεν είναι κατανοητός· ωστόσο, η εμπλοκή του ενδογενούς συστήματος των οπιοειδών υποδεικνύεται από προκλινικά δεδομένα. Η ναλτρεξόνη θεωρείται ότι δρα ως ανταγωνιστής στις mc, κ, και δ υποδοχείς στο ΚΝΣ, με την υψηλότερη συγγένεια για τον μ υποδοχέα. Η ναλτρεξόνη συνδέεται ανταγωνιστικά με τέτοιους υποδοχείς και μπορεί να αποκλείσει τις επιδράσεις των ενδογενών οπιοειδών. Αυτό οδηγεί στην ανταγωνοποίηση των περισσότερων υποκειμενικών και αντικειμενικών επιδράσεων των οπιοειδών, συμπεριλαμβανομένης της αναπνευστικής καταστολής, της μυΐωσης, της ευφορίας και της επιθυμίας για το φάρμακο. Ο κύριος μεταβολίτης της ναλτρεξόνης, η 6-β-ναλτρεξόλη, είναι επίσης ανταγωνιστής οπιοειδών και μπορεί να συμβάλλει στην ανταγωνιστική δράση του φαρμάκου.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση
Αν και απορροφάται καλά από του στόματος, η ναλτρεξόνη υφίσταται σημαντικό μεταβολισμό πρώτης διόδου με εκτιμήσεις από του στόματος βιοδιαθεσιμότητας που κυμαίνονται από 5% έως 40%.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Χρόνος Ημίσειας Ζωής
4 ώρες για τη ναλτρεξόνη και 13 ώρες για τον ενεργό μεταβολίτη 6-β-ναλτρεξόλη.
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
21% συνδέεται με πρωτεΐνες του πλάσματος στο θεραπευτικό εύρος δόσης.
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
Οδός Απέκκρισης
Τόσο το μητρικό φάρμακο όσο και οι μεταβολίτες απεκκρίνονται κυρίως από τους νεφρούς (53% έως 79% της δόσης), ωστόσο, η νεφρική απέκκριση της αμετάβλητης ναλτρεξόνης αντιστοιχεί σε λιγότερο από 2% μιας από του στόματος δόσης και η απέκκριση μέσω κοπράνων αποτελεί δευτερεύουσα οδό αποβολής. Η νεφρική κάθαρση για τη ναλτρεξόνη κυμαίνεται από 30 έως 127 mL/min και υποδηλώνει ότι η νεφρική απέκκριση γίνεται κυρίως με σπειραματική διήθηση.
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
Όγκος Κατανομής
- 1350 L [ενδοφλέβια χορήγηση]
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
Κάθαρση
- ~ 3.5 L/min [μετά από IV χορήγηση]
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα
Στο ποντίκι, το αρουραίο και το ινδικό χοιρίδιο, οι από του στόματος LD50 ήταν 1.100-1.550 mg/kg, 1.450 mg/kg και 1.490 mg/kg, αντίστοιχα. Υψηλές δόσεις ναλτρεξόνης (γενικά ≥1.000 mg/kg) προκαλούν σιελόρροια, κατάθλιψη/μειωμένη δραστηριότητα, τρόμους και σπασμούς.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Ναλτρεξόνη: Καθαρό αντίδοτο οπιοειδών, συνθετικό ανάλογο της οξιμορφόνης χωρίς ιδιότητες διεγέρτη οπιοειδών. Ενδείκνυται για τη θεραπεία της εξάρτησης από αλκοόλ και για τον αποκλεισμό των επιδράσεων εξωγενώς χορηγούμενων οπιοειδών.
- Αποδυναμώνει ή αποκλείει πλήρως, αναστρέψιμα, τις υποκειμενικές επιδράσεις ενδοφλεβίως χορηγούμενων οπιοειδών.
- Σε χρόνια χορήγηση μαζί με μορφίνη, αποκλείει τη σωματική εξάρτηση από μορφίνη, ηρωίνη και άλλα οπιοειδή.
- Σε άτομα σωματικά εξαρτημένα από οπιοειδή, προκαλεί συμπτωματολογία στέρησης.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Ναλτρεξόνη: Καθαρό αντίδοτο οπιοειδών με ελάχιστη ή καθόλου αγωνιστική δράση.
- Ο ακριβής μηχανισμός δράσης στην αλκοολισμό δεν είναι κατανοητός, αν και προκλινικά δεδομένα υποδεικνύουν τη συμμετοχή του ενδογενούς συστήματος των οπιοειδών.
- Θεωρείται ότι δρα ως ανταγωνιστής στα κεντρικά νευρικά υποδοχείς μ, κ, και δ, με την υψηλότερη συγγένεια για τον υποδοχέα μ.
- Ανταγωνίζεται ανταγωνιστικά αυτούς τους υποδοχείς και μπορεί να μπλοκάρει τις επιδράσεις των ενδογενών οπιοειδών, οδηγώντας σε ανταγωνισμό των περισσότερων υποκειμενικών και αντικειμενικών επιδράσεων των οπιοειδών (π.χ. αναπνευστική καταστολή, μυΐωση, ευφορία, επιθυμία για χρήση).
- Ο κύριος μεταβολίτης, η 6-β-ναλτρεξόλη, είναι επίσης αντίδοτο οπιοειδών και μπορεί να συμβάλλει στη δράση του φαρμάκου.
Η ναλτρεξόνη ανταγωνίζεται για τους υποδοχείς οπιοειδών, εκτοπίζει τα οπιοειδή φάρμακα από αυτούς και αντιστρέφει τις επιδράσεις τους. Ανταγωνίζεται όλους τους υποδοχείς οπιοειδών.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
- Απορρόφηση: Απορροφάται καλά από το γαστρεντερικό σωλήνα μετά από από του στόματος χορήγηση (περίπου 96%), αλλά υφίσταται σημαντικό μεταβολισμό πρώτης διόδου στο ήπαρ. Μόνο 5-40% φτάνει αμετάβλητο στη συστηματική κυκλοφορία.
- Βιοδιαθεσιμότητα: Εκτιμήσεις κυμαίνονται από 5% έως 40%.
- Κατανομή: Ευρέως κατανεμημένο στο σώμα. Μετά από υποδόρια χορήγηση σε αρουραίους, κατανέμεται στο ΕΝΥ εντός 30 λεπτών (περίπου 30% των μέγιστων συγκεντρώσεων στο πλάσμα). Κατανέμεται σε σάλιο και ερυθροκύτταρα.
- Απέκκριση: Κυρίως μέσω των νεφρών (53% έως 79% της δόσης), τόσο η μητρική ουσία όσο και οι μεταβολίτες. Η απέκκριση αμετάβλητης ναλτρεξόνης στα ούρα είναι < 2% της από του στόματος δόσης. Η νεφρική κάθαρση κυμαίνεται από 30 έως 127 mL/min, υποδηλώνοντας ότι η νεφρική απέκκριση είναι κυρίως με σπειραματική διήθηση.
- Η απέκκριση στα κόπρανα αποτελεί δευτερεύουσα οδό αποβολής.
- Χρόνος ημιζωής: 4 ώρες για τη ναλτρεξόνη και 13 ώρες για τον ενεργό μεταβολίτη 6-β-ναλτρεξόλη (αρχική φάση).
- Συσσώρευση: Δεν φαίνεται να υπάρχει σημαντική συσσώρευση μετά από χρόνια χορήγηση.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Η ναλτρεξόνη υφίσταται εκτενή βιομεταμόρφωση στο ήπαρ, κυρίως μέσω αναγωγής της 6-κέτο ομάδας σε 6-β-ναλτρεξόλη (ενεργός μεταβολίτης). Άλλοι μεταβολίτες περιλαμβάνουν την 2-υδροξυ-3-μεθοξυ-6-β-ναλτρεξόλη (HMN) και την 2-υδροξυ-3-μεθοξυ-ναλτρεξόνη. Επίσης, μεταβολίζεται από την κατεχόλη-Ο-μεθυλτρανσφεράση (COMT).
- Η ναλτρεξόνη δεν φαίνεται να αναστέλλει ή να επάγει τον δικό της μεταβολισμό.
- Τα ισοένζυμα του κυτοχρώματος P-450 (CYP) δεν εμπλέκονται στο μεταβολισμό της.
- Η ναλτρεξόνη και οι μεταβολίτες της υφίστανται σύζευξη με γλυκουρονικό οξύ.
- Οι μεταβολίτες της ναλτρεξόνης (συμπεριλαμβανομένης της 6-β-ναλτρεξόλης) μπορεί να συμβάλλουν στην ανταγωνιστική δράση έναντι των οπιοειδών.
- Η νοροξυμορφόνη, ένας δευτερεύων μεταβολίτης, είναι ισχυρός αγωνιστής οπιοειδών και μπορεί να ευθύνεται για σπάνιες αγωνιστικές επιδράσεις.
- Μπορεί να υπάρχει εντεροηπατική κυκλοφορία.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
- Από του στόματος χορήγηση: Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της ναλτρεξόνης και της 6-β-ναλτρεξόλης μειώνονται διφασικά. Η αρχική φάση (t1/2 α) είναι 1.1-3.9 ώρες για τη ναλτρεξόνη και 2.3-3.1 ώρες για τη 6-β-ναλτρεξόλη. Η τελική φάση (t1/2 β) είναι 9.7-10.3 ώρες για τη ναλτρεξόνη και 11.4-16.8 ώρες για τη 6-β-ναλτρεξόλη.
- Αναφέρεται επίσης τριφασική μείωση με χρόνο ημιζωής τερματικής φάσης (μετά τις πρώτες 24 ώρες) 96 ώρες για τη ναλτρεξόνη και 18 ώρες για τη 6-β-ναλτρεξόλη.
- Ενδομυϊκή χορήγηση (παρατεταμένης αποδέσμευσης): Ο χρόνος ημιζωής της ναλτρεξόνης και της 6-β-ναλτρεξόλης είναι 5-10 ημέρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
- Ουσίες που παρεμβαίνουν στον μεταβολισμό του αιθυλικού αλκοόλ, προκαλώντας δυσάρεστες παρενέργειες που αποθαρρύνουν την κατανάλωση αλκοολούχων ποτών. Χρησιμοποιούνται στη θεραπεία του αλκοολισμού.
- Παράγοντες που αναστέλλουν τη δράση των ναρκωτικών στο κεντρικό νευρικό σύστημα.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
5S6W795CQM
NALTREXONE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αντίδοτο Οπιοειδών
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αντίδοτα Οπιοειδών
Η ναλτρεξόνη είναι Αντίδοτο Οπιοειδών. Ο μηχανισμός δράσης της είναι ως Αντίδοτο Οπιοειδών.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
- Ουσίες που παρεμβαίνουν στον μεταβολισμό του αιθυλικού αλκοόλ, προκαλώντας δυσάρεστες παρενέργειες που αποθαρρύνουν την κατανάλωση αλκοολούχων ποτών. Χρησιμοποιούνται στη θεραπεία του αλκοολισμού.
- Παράγοντες που αναστέλλουν τη δράση των ναρκωτικών στο κεντρικό νευρικό σύστημα.