CLOPIDOGREL
Κλοπιδογρέλη
Τα φάρμακα της κατηγορίας αυτής αναστέλλουν τη συνάθροιση (συγκόλληση) των αιμοπεταλίων και, έτσι, το σχηματισμό του λευκού θρόμβου, που αποτελεί την πρώτη φάση στη διαδικασία της πήξης, ιδίως στο αρτηριακό σκέλος της κυκλοφορίας όπου τα αντιπηκτικά έχουν πολύ μικρή επίδραση. …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-ISCOVER
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Μία φορά την ημέρα
- Δόση έναρξης: 75 mg ή 300 mg (ως δόση φόρτισης)
-
Ενήλικες και ηλικιωμένοιΔόση75 mg εφάπαξ ημερήσια δόση
-
Ασθενείς με οξύ στεφανιαίο σύνδρομο χωρίς ανάσπαση του διαστήματος STΔόση300 mg εφάπαξ δόση φόρτισης, μετά 75 mg μία φορά την ημέρα (με ΑΣΟ 75-100 mg)Η βέλτιστη διάρκεια αγωγής δεν έχει προσδιοριστεί επίσημα. Στοιχεία υποστηρίζουν χρήση μέχρι 12 μήνες, μέγιστο όφελος στους 3 μήνες.
-
Ασθενείς με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου με ανάσπαση του διαστήματος STΔόση300 mg δόση φόρτισης, μετά 75 mg εφάπαξ ημερήσια δόση (με ΑΣΟ)Για ασθενείς άνω των 75 ετών, χωρίς δόση φόρτισης. Θεραπεία για τουλάχιστον 4 εβδομάδες.
-
Ασθενείς με κολπική μαρμαρυγήΔόση75 mg ημερησίως (με ΑΣΟ 75-100 mg)
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται λόγω αμφιβολιών για την αποτελεσματικότητα.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΠεριορισμένη θεραπευτική εμπειρία.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΠεριορισμένη θεραπευτική εμπειρία σε μέτρια ηπατική νόσο, μπορεί να παρουσιάσουν αιμορραγική προδιάθεση.
block
SPC-ISCOVER
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία
-
Ενεργός παθολογική αιμορραγία (όπως πεπτικό έλκος ή ενδοκρανιακή αιμορραγία)
warning
SPC-ISCOVER
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Αιμορραγία και αιματολογικές διαταραχέςΠληθυσμόςΑσθενείς που μπορεί να είναι σε κίνδυνο αυξημένης αιμορραγίας από τραύμα, χειρουργική επέμβαση ή άλλες παθολογικές καταστάσεις, και σε ασθενείς που λαμβάνουν αγωγή με ΑΣΟ, ηπαρίνη, αναστολείς των υποδοχέων της γλυκοπρωτεΐνης ΙΙb/IIIa, ΜΣΑΦ (συμπεριλαμβανομένων αναστολέων Cox-2), SSRIs ή άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που σχετίζονται με κίνδυνο αιμορραγίας (π.χ. πεντοξιφυλλίνη)Να χρησιμοποιείται με προσοχή. Να παρακολουθούνται στενά για κάθε σημείο αιμορραγίας, ειδικά κατά τις πρώτες εβδομάδες της αγωγής και/ή μετά από επεμβατικές καρδιολογικές διαδικασίες ή χειρουργική επέμβαση. Η ταυτόχρονη χορήγηση με από του στόματος αντιπηκτικά δεν συνιστάται. Εάν πρόκειται να υποβληθούν σε προγραμματισμένη χειρουργική επέμβαση, η κλοπιδογρέλη θα πρέπει να διακόπτεται 7 ημέρες πριν. Να ενημερώνουν τους ιατρούς και τους οδοντιάτρους ότι λαμβάνουν κλοπιδογρέλη. Να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με βλάβες με τάση να αιμορραγήσουν (ιδιαίτερα γαστρεντερικές και ενδοφθάλμιες). Να ενημερωθούν ότι ίσως χρειαστεί περισσότερος χρόνος για να σταματήσει η αιμορραγία και να αναφέρουν οποιαδήποτε ασυνήθιστη αιμορραγία.
-
Θρομβωτική Θρομβοπενική Πορφύρα (TTP)Απαιτεί έγκαιρη αγωγή, συμπεριλαμβανομένης της πλασμαφαίρεσης.
-
Επίκτητη αιμοφιλίαΠληθυσμόςΑσθενείς με επιβεβαιωμένη διάγνωση επίκτητης αιμοφιλίαςΠρέπει να αντιμετωπίζονται και να θεραπεύονται από ειδικούς και η κλοπιδογρέλη πρέπει να διακόπτεται.
-
Πρόσφατο ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιοΠληθυσμόςΑσθενείς εντός των πρώτων 7 ημερών μετά από οξύ ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιοΔεν μπορεί να υπάρξει σύσταση για λήψη κλοπιδογρέλης.
-
Μεταβολισμός μέσω Κυτοχρώματος Ρ450 2C19 (CYP2C19)ΠληθυσμόςΑσθενείς με περιορισμένη μεταβολική ικανότητα του CYP2C19Ως προφύλαξη, η ταυτόχρονη χρήση ισχυρών ή μέτριων αναστολέων του CYP2C19 πρέπει να αποθαρρύνεται.
-
Διασταυρούμενες αντιδράσεις μεταξύ θειενοπυριδινώνΠληθυσμόςΑσθενείς με γνωστή αλλεργία στις θειενοπυριδίνεςΝα αξιολογούνται για ιστορικό υπερευαισθησίας σε θειενοπυριδίνες (κλοπιδογρέλη, τικλοπιδίνη, πρασουγρέλη). Συνιστάται παρακολούθηση για σημεία υπερευαισθησίας.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΝα χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με μέτρια ηπατική νόσο που μπορεί να έχουν αιμορραγική προδιάθεσηΝα χορηγείται με προσοχή.
-
Έκδοχα (Λακτόζη)ΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψης λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
-
Έκδοχα (Υδρογονωμένο κικέλαιο)Μπορεί να προκαλέσει στομαχικές διαταραχές και διάρροια.
swap_horiz
SPC-ISCOVER
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που σχετίζονται με κίνδυνο αιμορραγίαςπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας λόγω αθροιστικής επίδρασηςΣύστασηΗ ταυτόχρονη χορήγηση πρέπει να λαμβάνεται με προσοχή.
-
Αντιπηκτικά από του στόματοςαντένδειξηΜπορεί να αυξήσει την ένταση της αιμορραγίαςΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση.
-
Αναστολείς των υποδοχέων της γλυκοπρωτεΐνης ΙΙb/IIIaπροσοχήΣύστασηΠρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Ακετυλοσαλικυλικό οξύ (ΑΣΟ)προσοχήΠιθανή φαρμακοδυναμική αλληλεπίδραση με αύξηση του κινδύνου αιμορραγίαςΣύστασηΗ συγχορήγηση πρέπει να γίνεται με προσοχή.
-
προσοχήΠιθανή φαρμακοδυναμική αλληλεπίδραση με αύξηση του κινδύνου αιμορραγίαςΣύστασηΗ συγχορήγηση πρέπει να γίνεται με προσοχή.
-
ΘρομβολυτικάΗ συχνότητα εμφάνισης κλινικά σημαντικής αιμορραγίας ήταν παρόμοια
-
ΜΣΑΦπροσοχήΑύξηση της λανθάνουσας απώλειας αίματος από το γαστρεντερικό. Πιθανός αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας από το γαστρεντερικό.ΣύστασηΠρέπει να συγχορηγούνται με προσοχή.
-
SSRIsπροσοχήΕπηρεάζουν την ενεργοποίηση των αιμοπεταλίων και αυξάνουν τον κίνδυνο αιμορραγίαςΣύστασηΗ ταυτόχρονη χορήγηση πρέπει να γίνεται με προσοχή.
-
Ισχυροί ή μέτριοι αναστολείς του CYP2C19 (π.χ. ομεπραζόλη, εσομεπραζόλη, φλουβοξαμίνη, φλουοξετίνη, μοκλοβεμίδη, βορικοναζόλη, φλουκοναζόλη, τικλοπιδίνη, καρβαμαζεπίνη, εφαβιρένζη)προσοχήΜειωμένα επίπεδα του δραστικού μεταβολίτη της κλοπιδογρέληςΣύστασηΩς προφύλαξη, η ταυτόχρονη χρήση πρέπει να αποθαρρύνεται.
-
Ομεπραζόλη ή ΕσομεπραζόληπροσοχήΜείωσε την έκθεση του δραστικού μεταβολίτη και την αναστολή της συσσώρευσης των αιμοπεταλίωνΣύστασηΩς προφύλαξη, η ταυτόχρονη χρήση πρέπει να αποθαρρύνεται.
-
Παντοπραζόλη ή ΛανσοπραζόληΛιγότερο έντονες μειώσεις της έκθεσης του μεταβολίτηΣύστασηΗ κλοπιδογρέλη μπορεί να χορηγείται με την παντοπραζόλη.
-
Φάρμακα που μειώνουν τα γαστρικά οξέα (Η2 αποκλειστές, αντιόξινα)όχιΔεν επηρεάζουν την αντιαιμοπεταλιακή δράση της κλοπιδογρέλης
-
όχιΔεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις
-
όχιΔεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις
-
όχιΦαρμακοδυναμική δράση δεν επηρεάστηκε σημαντικά
-
ΟιστρογόναόχιΦαρμακοδυναμική δράση δεν επηρεάστηκε σημαντικά
-
όχιΗ φαρμακοκινητική δε μεταβλήθηκε
-
όχιΗ φαρμακοκινητική δε μεταβλήθηκε
-
όχιΜπορούν να συγχορηγηθούν με ασφάλεια
-
ΤοβλουταμίδηόχιΜπορούν να συγχορηγηθούν με ασφάλεια
-
προσοχήΗ κλοπιδογρέλη αυξάνει την έκθεση στη ρεπαγλινίδη, κίνδυνος αυξημένων συγκεντρώσεων στο πλάσμαΣύστασηΗ ταυτόχρονη χορήγηση πρέπει να γίνεται με προσοχή.
sick
SPC-ISCOVER
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Θρομβοπενία
- Λευκοπενία
- Ηωσινοφιλία
- Οπισθοπεριτοναϊκή αιμορραγία
- Μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων
- Ουδετεροπενία, συμπεριλαμβανομένης της σοβαρής ουδετεροπενίας (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Θρομβωτική θρομβοπενική πορφύρα (TTP) (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Απλαστική αναιμία (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Πανκυτταροπενία (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Ακοκκιοκυτταραιμία (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Σοβαρή θρομβοπενία (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Επίκτητη αιμοφιλία Α (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Κοκκιοκυτταροπενία (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Αναιμία (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Σύνδρομο Kounis (αγγειοσυσπαστική αλλεργική στηθάγχη/ αλλεργικό έμφραγμα του μυοκαρδίου) στο πλαίσιο αντίδρασης υπερευαισθησίας λόγω της κλοπιδογρέλης (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Ορονοσία (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Φαρμακευτική υπερευαισθησία λόγω διασταυρούμενης αντίδρασης ανάμεσα σε θειενοπυριδίνες (όπως τικλοπιδίνη, πρασουγρέλη) (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Αυτοάνοσο σύνδρομο κατά ινσουλίνης, που μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή υπογλυκαιμία, ιδιαίτερα σε ασθενείς με υπότυπο HLA DRA4 (πιο συχνό στον ιαπωνικό πληθυσμό) (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Ψευδαισθήσεις (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Σύγχυση (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Ενδοκρανιακή αιμορραγία (αναφέρθηκαν ορισμένες περιπτώσεις με θανατηφόρο έκβαση) (Όχι συχνές)
- Διαταραχές της γεύσης (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Αγευσία (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Κεφαλαλγία
- Παραισθησία
- Ζάλη
- Ίλιγγος
- Αιμορραγίες του οφθαλμού (επιπεφυκότος, ενδοφθάλμια, αμφιβληστροειδούς) (Όχι συχνές)
- Αιμάτωμα
- Σοβαρή αιμορραγία (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Αιμορραγία από το εγχειρητικό τραύμα (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Αγγειίτιδα (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Υπόταση (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Επίσταξη
- Αιμορραγία από την αναπνευστική οδό (αιμόπτυση, πνευμονική αιμορραγία) (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Βρογχόσπασμος (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Διάμεση πνευμονίτιδα (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Ηωσινοφιλική πνευμονία (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Αιμορραγία γαστρεντερικού σωλήνα
- Διάρροια
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσπεψία
- Γαστρίτιδα
- Έμετος
- Ναυτία
- Δυσκοιλιότητα
- Μετεωρισμός
- Γαστρικό έλκος και δωδεκαδακτυλικό έλκος (Όχι συχνές)
- Γαστρεντερική και οπισθοπεριτοναϊκή αιμορραγία με θανατηφόρο έκβαση (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Παγκρεατίτιδα (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Κολίτιδα (συμπεριλαμβανομένης της ελκώδους ή λεμφοκυτταρικής κολίτιδας) (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Στοματίτιδα (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Οξεία ηπατική ανεπάρκεια (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Ηπατίτιδα (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Μη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Μώλωπας (Συχνές)
- Αιμορραγία από το δέρμα (πορφύρα) (Όχι συχνές)
- Πομφολυγώδης δερματίτιδα (τοξική επιδερμική νεκρόλυση, σύνδρομο Stevens-Johnson, πολύμορφο ερύθημα, οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (ΟΓΕΦ)) (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Αγγειοοίδημα (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Σύνδρομο φαρμακοεπαγώμενης υπερευαισθησίας (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Φαρμακευτικό εξάνθημα με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS) (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Ερυθηματώδες ή αποφολιδωτικό εξάνθημα (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Κνίδωση (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Έκζεμα (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Ομαλός λειχήνας (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Μυοσκελετική αιμορραγία (αίμαρθρο) (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Αρθρίτιδα (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Αρθραλγία (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Μυαλγία (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Αιματουρία
- Σπειραματονεφρίτιδα (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Γυναικομαστία (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Αιμορραγία στη θέση παρακέντησης (Συχνές)
- Πυρετός (Πολύ σπάνιες, μη γνωστές)
- Παρατεταμένος χρόνος ροής (Όχι συχνές)
- Μειωμένος αριθμός ουδετερόφιλων (Όχι συχνές)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΑιμάτωμαΑγγειακές
-
ΣυχνέςΑιμορραγία γαστρεντερικού σωλήναΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑιμορραγία στη θέση παρακέντησηςΓενικές
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜώλωπαςΤραυματισμοί
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑιματουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΑιμορραγία από το δέρμα (πορφύρα)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΑιμορραγίες του οφθαλμού (επιπεφυκότος, ενδοφθάλμια, αμφιβληστροειδούς)Οφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΓαστρίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΓαστρικό έλκος και δωδεκαδακτυλικό έλκοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕνδοκρανιακή αιμορραγία (αναφέρθηκαν ορισμένες περιπτώσεις με θανατηφόρο έκβαση)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΜειωμένος αριθμός αιμοπεταλίωνΑίμα
-
Όχι συχνέςΜειωμένος αριθμός ουδετερόφιλωνΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠαρατεταμένος χρόνος ροήςΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΟπισθοπεριτοναϊκή αιμορραγίαΑγγειακές
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΈκζεμαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΑγγειίτιδαΑγγειακές
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΑγευσίαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΑιμορραγία από την αναπνευστική οδό (αιμόπτυση, πνευμονική αιμορραγία)Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΑιμορραγία από το εγχειρητικό τραύμαΑγγειακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΑναιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΑναφυλακτοειδείς αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΑπλαστική αναιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΑρθρίτιδαΜυοσκελετικό
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΑυξημένη κρεατινίνη αίματοςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΑυτοάνοσο σύνδρομο κατά ινσουλίνης, που μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή υπογλυκαιμία, ιδιαίτερα σε ασθενείς με υπότυπο HLA DRA4 (πιο συχνό στον ιαπωνικό πληθυσμό)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΓαστρεντερική και οπισθοπεριτοναϊκή αιμορραγία με θανατηφόρο έκβασηΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΔιάμεση πνευμονίτιδαΑναπνευστικό
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΔιαταραχή γεύσηςΝευρικό
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΕπίκτητη αιμοφιλία ΑΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΕρυθηματώδες ή αποφολιδωτικό εξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΗωσινοφιλική πνευμονίαΑναπνευστικό
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΘρομβωτική θρομβοπενική πορφύρα (TTP) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΚοκκιοκυτταροπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΚολίτιδα (συμπεριλαμβανομένης της ελκώδους ή λεμφοκυτταρικής κολίτιδας)Διαταραχές του γαστρεντερικού
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΜη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίαςΉπαρ
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΜυοσκελετική αιμορραγία (αίμαρθρο)Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΟμαλός λειχήναςΔέρμα
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΟξεία ηπατική ανεπάρκειαΉπαρ
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΟρονοσίαΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΟυδετεροπενία, συμπεριλαμβανομένης της σοβαρής ουδετεροπενίαςΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΠανκυτταροπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΠομφολυγώδης δερματίτιδα (τοξική επιδερμική νεκρόλυση, σύνδρομο Stevens-Johnson, πολύμορφο ερύθημα, οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (ΟΓΕΦ))Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΠυρετόςΓενικές
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΣοβαρή αιμορραγίαΑγγειακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΣοβαρή θρομβοπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΣπειραματονεφρίτιδαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΣύγχυσηΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΣύνδρομο Kounis (αγγειοσυσπαστική αλλεργική στηθάγχη/ αλλεργικό έμφραγμα του μυοκαρδίου) στο πλαίσιο αντίδρασης υπερευαισθησίας λόγω της κλοπιδογρέληςΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΣύνδρομο φαρμακοεπαγώμενης υπερευαισθησίαςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΥπότασηΑγγειακές
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΦαρμακευτική υπερευαισθησία λόγω διασταυρούμενης αντίδρασης ανάμεσα σε θειενοπυριδίνες (όπως τικλοπιδίνη, πρασουγρέλη) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΦαρμακευτικό εξάνθημα με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιες, μη γνωστέςΨευδαισθήσειςΨυχιατρικές
pregnant_woman
SPC-ISCOVER
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΕπειδή δεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα σχετικά με την έκθεση στην κλοπιδογρέλη κατά την εγκυμοσύνη, είναι προτιμότερο να μη χρησιμοποιείται η κλοπιδογρέλη κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ως μέτρο προφύλαξης. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεσες ή έμμεσες επικίνδυνες επιπτώσεις στην εγκυμοσύνη, στην ανάπτυξη του εμβρύου, στον τοκετό ή στη μεταγεννητική ανάπτυξη (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΕίναι άγνωστο εάν η κλοπιδογρέλη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν απέκκριση της κλοπιδογρέλης στο μητρικό γάλα. Ως μέτρο προφύλαξης, η γαλουχία δεν θα πρέπει να συνεχίζεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το Iscover.
-
ΓονιμότηταΔεν επηρεάζειΗ κλοπιδογρέλη δεν έχει καταδειχθεί ότι επηρεάζει τη γονιμότητα σε μελέτες με ζώα.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-ISCOVER
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-ISCOVER
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Μετά από εφάπαξ και επαναλαμβανόμενες ημερήσιες δόσεις 75 mg από του στόματος, η κλοπιδογρέλη απορροφάται ταχέως. Το μέσο υψηλότερο επίπεδο της αμετάβλητης κλοπιδογρέλης στο πλάσμα (κατά προσέγγιση 2,2-2,5 ng/ml μετά από εφάπαξ δόση 75 mg από…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Έμμορφα συστατικά αίματος | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | Οποτεδήποτε | Κλινικά συμπτώματα αιμορραγίας |
| Χρόνος ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης (aPTT) | water_dropΠηκτικότητα αίματος | — | Επί επιβεβαιωμένης παράτασης aPTT |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-ISCOVER
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
- Ενήλικες και ηλικιωμένοι
Iscover 75 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Η κλοπιδογρέλη πρέπει να δίνεται ως εφάπαξ ημερήσια δόση των 75 mg.
Iscover 300 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Αυτό το δισκίο των 300 mg κλοπιδογρέλης προορίζεται για χρήση ως δόση φόρτισης.
- Σε ασθενείς που πάσχουν από οξύ στεφανιαίο σύνδρομο:
Οξύ στεφανιαίο σύνδρομο χωρίς ανάσπαση του διαστήματος ST (ασταθή στηθάγχη ή έμφραγμα του μυοκαρδίου χωρίς κύμα Q): η αγωγή με κλοπιδογρέλη θα πρέπει να ξεκινά με μία εφάπαξ δόση φόρτισης των 300 mg και μετά, να συνεχίζεται με 75 mg μία φορά την ημέρα (με ακετυλοσαλικυλικό οξύ (ΑΣΟ) 75 mg-325 mg ημερησίως). Καθώς υψηλότερες δόσεις ΑΣΟ συσχετίσθηκαν με υψηλότερο κίνδυνο αιμορραγίας, συστήνεται η δόση ΑΣΟ να μην είναι μεγαλύτερη από 100 mg. Η βέλτιστη διάρκεια της αγωγής δεν έχει επίσημα προσδιοριστεί. Στοιχεία κλινικών δοκιμών υποστηρίζουν τη χρήση μέχρι 12 μήνες, με το μέγιστο όφελος να παρατηρείται στους 3 μήνες (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
Οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου με ανάσπαση του διαστήματος ST: η κλοπιδογρέλη θα πρέπει να χορηγείται ως εφάπαξ ημερήσια δόση των 75 mg ξεκινώντας με μία δόση φόρτισης των 300 mg σε συνδυασμό με ΑΣΟ, με ή χωρίς θρομβολυτικά. Για ασθενείς άνω των 75 ετών η κλοπιδογρέλη θα πρέπει να ξεκινά χωρίς δόση φόρτισης. Η συνδυασμένη θεραπεία θα πρέπει να ξεκινά το συντομότερο δυνατό μετά την έναρξη των συμπτωμάτων και να συνεχίζεται το λιγότερο για τέσσερις εβδομάδες. Το όφελος από το συνδυασμό της κλοπιδογρέλης με ΑΣΟ για διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων εβδομάδων δεν έχει μελετηθεί (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
- Σε ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή, η κλοπιδογρέλη πρέπει να χορηγείται ως μία ημερήσια δόση των 75 mg. Το ΑΣΟ (75-100 mg ημερησίως) πρέπει να αρχίζει και να συνεχίζεται σε συνδυασμό με την κλοπιδογρέλη (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
Εάν ξεχαστεί μια δόση:
-
Εντός λιγότερο των 12 ωρών μετά την κανονική προγραμματισμένη ώρα: οι ασθενείς πρέπει να πάρουν τη δόση τους αμέσως και μετά να πάρουν την επόμενη δόση στην κανονική προγραμματισμένη ώρα.
-
Μετά από περισσότερο από 12 ώρες: οι ασθενείς πρέπει να πάρουν την επόμενη δόση στην κανονική προγραμματισμένη ώρα και να μην διπλασιάσουν τη δόση.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός Η κλοπιδογρέλη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά λόγω αμφιβολιών για την αποτελεσματικότητα (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
-
Νεφρική δυσλειτουργία Η θεραπευτική εμπειρία είναι περιορισμένη σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Ηπατική δυσλειτουργία Η θεραπευτική εμπειρία είναι περιορισμένη σε ασθενείς με μέτρια ηπατική νόσο, οι οποίοι μπορεί να παρουσιάσουν αιμορραγική προδιάθεση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Τρόπος χορήγησης
Από στόματος χρήση Είναι δυνατό να χορηγείται με ή χωρίς τροφή.
block
Αντενδείξεις
SPC-ISCOVER
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 ή στην παράγραφο 6.1.
- Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
- Ενεργός παθολογική αιμορραγία, όπως πεπτικό έλκος ή ενδοκρανιακή αιμορραγία.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-ISCOVER
expand_more
Προειδοποιήσεις
Αιμορραγία και αιματολογικές διαταραχές
Λόγω του κινδύνου αιμορραγίας και αιματολογικών ανεπιθύμητων ενεργειών, θα πρέπει να διενεργείται εγκαίρως μέτρηση των έμμορφων συστατικών του αίματος, και/ή άλλες σχετικές εξετάσεις οποτεδήποτε κλινικά συμπτώματα που υποδηλώνουν αιμορραγία εμφανίζονται κατά τη διάρκεια της θεραπείας (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Όπως με άλλους αντιαιμοπεταλιακούς παράγοντες, η κλοπιδογρέλη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που μπορεί να είναι σε κίνδυνο αυξημένης αιμορραγίας από τραύμα, χειρουργική επέμβαση ή άλλες παθολογικές καταστάσεις και σε ασθενείς που λαμβάνουν αγωγή με ΑΣΟ, ηπαρίνη, αναστολείς των υποδοχέων της γλυκοπρωτεΐνης ΙΙb/IIIa ή μη-στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) συμπεριλαμβανομένων των αναστολέων της καρβοξυλάσης Cox-2 ή των εκλεκτικών αναστολέων επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRIs), ή άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που σχετίζονται με κίνδυνο αιμορραγίας όπως η πεντοξιφυλλίνη (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για κάθε σημείο αιμορραγίας συμπεριλαμβανομένης της λανθάνουσας αιμορραγίας, ειδικά κατά τις πρώτες εβδομάδες της αγωγής και/ή μετά από επεμβατικές καρδιολογικές διαδικασίες ή χειρουργική επέμβαση. Η ταυτόχρονη χορήγηση της κλοπιδογρέλης με από του στόματος αντιπηκτικά δεν συνιστάται επειδή μπορεί να αυξήσει την ένταση της αιμορραγίας (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Εάν ένας ασθενής πρόκειται να υποβληθεί σε προγραμματισμένη χειρουργική επέμβαση για την οποία προσωρινά δεν είναι επιθυμητή αντιαιμοπεταλιακή δράση, η κλοπιδογρέλη θα πρέπει να διακόπτεται 7 ημέρες πριν από τη χειρουργική επέμβαση. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνουν τους ιατρούς και τους οδοντιάτρους ότι λαμβάνουν κλοπιδογρέλη, πριν από τον προγραμματισμό κάθε χειρουργικής επέμβασης και πριν από τη λήψη κάθε νέου φαρμακευτικού προϊόντος. Η κλοπιδογρέλη παρατείνει το χρόνο ροής και θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς, οι οποίοι έχουν βλάβες με τάση να αιμορραγήσουν (ιδιαίτερα γαστρεντερικές και ενδοφθάλμιες).
Oι ασθενείς θα πρέπει να ενημερωθούν ότι όταν λαμβάνουν κλοπιδογρέλη (μόνη ή σε συνδυασμό με ΑΣΟ) ίσως χρειαστεί περισσότερος χρόνος απ’ ότι συνήθως προκειμένου να σταματήσει η αιμορραγία και ότι θα πρέπει να αναφέρουν οποιαδήποτε ασυνήθιστη (ως προς την εντόπιση ή τη διάρκεια) αιμορραγία στο γιατρό τους.
Θρομβωτική Θρομβοπενική Πορφύρα (TTP)
Πολύ σπάνια έχει αναφερθεί Θρομβωτική Θρομβοπενική Πορφύρα (TTP) μετά από χρήση κλοπιδογρέλης, μερικές φορές μετά από μικρής διάρκειας έκθεση. Χαρακτηρίζεται από θρομβοπενία και μικροαγγειοπαθητική αιμολυτική αναιμία που συνδέεται είτε με νευρολογικά ευρήματα, νεφρική δυσλειτουργία ή με πυρετό. Η ΤΤP είναι μία δυνητικά θανατηφόρος κατάσταση που απαιτεί έγκαιρη αγωγή, συμπεριλαμβανομένης της πλασμαφαίρεσης.
Επίκτητη αιμοφιλία
Επίκτητη αιμοφιλία έχει αναφερθεί μετά από χρήση της κλοπιδογρέλης. Σε περιπτώσεις επιβεβαιωμένης μεμονωμένης παράτασης του χρόνου ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης (aPTT) με ή χωρίς αιμορραγία, πρέπει να εξετάζεται η επίκτητη αιμοφιλία. Οι ασθενείς με επιβεβαιωμένη διάγνωση επίκτητης αιμοφιλίας πρέπει να αντιμετωπίζονται και να θεραπεύονται από ειδικούς και η κλοπιδογρέλη πρέπει να διακόπτεται.
Πρόσφατο ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
Λόγω της έλλειψης δεδομένων δεν μπορεί να υπάρξει σύσταση για λήψη κλοπιδογρέλης κατά τη διάρκεια των πρώτων 7 ημερών μετά από οξύ ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο.
Κυτόχρωμα Ρ450 2C19 (CYP2C19)
Φαρμακογενετική: Σε ασθενείς με περιορισμένη μεταβολική ικανότητα του CYP2C19, η κλοπιδογρέλη στις συνιστώμενες δόσεις σχηματίζει λιγότερη ποσότητα από το δραστικό μεταβολίτη της κλοπιδογρέλης και έχει μικρότερη επίδραση στη λειτουργία των αιμοπεταλίων. Εξετάσεις είναι διαθέσιμες για την ταυτοποίηση του γονότυπου του CYP2C19.
Επειδή η κλοπιδογρέλη μεταβολίζεται στο δραστικό μεταβολίτη της εν μέρει από το CYP2C19, η χρήση φαρμακευτικών προϊόντων που αναστέλλουν τη δράση του ενζύμου αυτού θα αναμένεται να έχει ως αποτέλεσμα μειωμένα επίπεδα του δραστικού μεταβολίτη της κλοπιδογρέλης. Η κλινική συσχέτιση της αλληλεπίδρασης αυτής είναι αβέβαιη. Ως προφύλαξη, η ταυτόχρονη χρήση ισχυρών ή μέτριων αναστολέων του CYP2C19 πρέπει να αποθαρρύνεται (βλ. Αλληλεπιδράσεις για μια λίστα αναστολέων του CYP2C19, βλ. επίσης Φαρμακοκινητικές).
Διασταυρούμενες αντιδράσεις μεταξύ θειενοπυριδινών
Οι ασθενείς πρέπει να αξιολογούνται για ιστορικό υπερευαισθησίας σε θειενοπυριδίνες (όπως κλοπιδογρέλη, τικλοπιδίνη, πρασουγρέλη), δεδομένου ότι έχει αναφερθεί διασταυρούμενη αντίδραση ανάμεσα σε θειενοπυριδίνες (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι θειενοπυριδίνες ενδέχεται να προκαλέσουν ήπιες έως σοβαρές αλλεργικές αντιδράσεις όπως εξάνθημα, αγγειοοίδημα ή αιματολογικές διασταυρούμενες αντιδράσεις όπως θρομβοπενία και ουδετεροπενία. Οι ασθενείς που είχαν αναπτύξει προηγούμενη αλλεργική αντίδραση και/ή αιματολογική αντίδραση σε μία θειενοπυριδίνη ενδέχεται να έχουν αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης της ίδιας ή άλλης αντίδρασης σε κάποια άλλη θειενοπυριδίνη. Συνιστάται παρακολούθηση των ασθενών με γνωστή αλλεργία στις θειενοπυριδίνες για σημεία υπερευαισθησίας.
Νεφρική δυσλειτουργία
Η θεραπευτική εμπειρία με κλοπιδογρέλη είναι περιορισμένη σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Γι’ αυτό η κλοπιδογρέλη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σ’ αυτούς τους ασθενείς (βλ. Δοσολογία).
Ηπατική δυσλειτουργία
Η εμπειρία είναι περιορισμένη σε ασθενείς με μέτρια ηπατική νόσο που μπορεί να έχουν αιμορραγική προδιάθεση. Η κλοπιδογρέλη, επομένως, θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σ’ αυτούς τους ασθενείς (βλ. Δοσολογία).
Έκδοχα
Το Iscover περιέχει λακτόζη. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψης λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει υδρογονωμένο κικέλαιο, το οποίο μπορεί να προκαλέσει στομαχικές διαταραχές και διάρροια.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-ISCOVER
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Φαρμακευτικά προϊόντα που σχετίζονται με κίνδυνο αιμορραγίας: Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας λόγω της δυνητικής αθροιστικής επίδρασης. Η ταυτόχρονη χορήγηση φαρμακευτικών προϊόντων που σχετίζονται με κίνδυνο αιμορραγίας πρέπει να λαμβάνονται με προσοχή.
Αντιπηκτικά από του στόματος: η συγχορήγηση κλοπιδογρέλης και αντιπηκτικών από του στόματος δεν συνιστάται διότι μπορεί να αυξήσει την ένταση της αιμορραγίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Αν και η χορήγηση κλοπιδογρέλης 75 mg/ημέρα δεν τροποποίησε τη φαρμακοκινητική της S-βαρφαρίνης ή του INR (διεθνούς ομαλοποιημένης σχέσης) σε ασθενείς που λαμβάνουν μακροχρόνια θεραπεία με βαρφαρίνη, η συγχορήγηση κλοπιδογρέλης με βαρφαρίνη αυξάνει τον κίνδυνο αιμορραγίας λόγω ανεξάρτητων λειτουργιών της αιμόστασης.
Αναστολείς των υποδοχέων της γλυκοπρωτεΐνης ΙΙb/IIIa: η κλοπιδογρέλη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα αναστολείς των υποδοχέων της γλυκοπρωτεΐνης IIb/IIIa (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ακετυλοσαλικυλικό οξύ (ΑΣΟ): το ΑΣΟ δε μετέβαλε την αναστολή που προκαλεί η κλοπιδογρέλη στην προκαλούμενη από την ADP συσσώρευση των αιμοπεταλίων, ενώ η κλοπιδογρέλη ενίσχυσε τη δράση του ΑΣΟ στην προκαλούμενη από το κολλαγόνο συσσώρευση των αιμοπεταλίων. Ωστόσο, η ταυτόχρονη χορήγηση 500 mg ΑΣΟ δύο φορές την ημέρα για μια ημέρα δεν αύξησε σημαντικά την παράταση του χρόνου ροής που προκαλείται από τη λήψη της κλοπιδογρέλης. Μία φαρμακοδυναμική αλληλεπίδραση μεταξύ κλοπιδογρέλης και ΑΣΟ είναι πιθανή, με αποτέλεσμα την αύξηση του κινδύνου αιμορραγίας. Συνεπώς, η συγχορήγησή τους θα πρέπει να γίνεται με προσοχή (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Πάντως, η κλοπιδογρέλη και το ΑΣΟ χορηγήθηκαν μαζί για διάστημα μέχρι ένα έτος (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
Ηπαρίνη: σε μια κλινική μελέτη που έγινε σε υγιή άτομα, η κλοπιδογρέλη δεν κατέστησε αναγκαία τη μεταβολή της δόσης της ηπαρίνης, ούτε μετέβαλε τη δράση της ηπαρίνης στην πήξη. Η ταυτόχρονη χορήγηση της ηπαρίνης δεν επηρέασε την αναστολή της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων που προκαλείται από την κλοπιδογρέλη. Μία φαρμακοδυναμική αλληλεπίδραση μεταξύ κλοπιδογρέλης και ηπαρίνης είναι πιθανή, με αποτέλεσμα την αύξηση του κινδύνου αιμορραγίας. Συνεπώς, η συγχορήγησή τους θα πρέπει να γίνεται με προσοχή (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Θρομβολυτικά: η ασφάλεια της ταυτόχρονης χορήγησης κλοπιδογρέλης, ειδικών ή μη για το ινώδες θρομβολυτικών παραγόντων και ηπαρινών αξιολογήθηκε σε ασθενείς με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου. Η συχνότητα εμφάνισης κλινικά σημαντικής αιμορραγίας ήταν παρόμοια με αυτή που παρατηρήθηκε, όταν τα θρομβολυτικά φάρμακα και η ηπαρίνη συγχορηγήθηκαν με ΑΣΟ (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
ΜΣΑΦ: σε μια κλινική μελέτη που έγινε σε υγιείς εθελοντές, η ταυτόχρονη χορήγηση κλοπιδογρέλης και ναπροξένης αύξησε τη λανθάνουσα απώλεια αίματος από το γαστρεντερικό. Ωστόσο, λόγω της έλλειψης μελετών αλληλεπίδρασης με άλλα ΜΣΑΦ είναι προς το παρόν αδιευκρίνιστο εάν υπάρχει αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας από το γαστρεντερικό με όλα τα ΜΣΑΦ. Συνεπώς, τα ΜΣΑΦ συμπεριλαμβανομένων των αναστολέων της καρβοξυλάσης Cox-2 και η κλοπιδογρέλη θα πρέπει να συγχορηγούνται με προσοχή (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
SSRIs: εφόσον οι SSRIs επηρεάζουν την ενεργοποίηση των αιμοπεταλίων και αυξάνουν τον κίνδυνο αιμορραγίας, η ταυτόχρονη χορήγηση των SSRIs με κλοπιδογρέλη πρέπει να γίνεται με προσοχή.
Άλλες ταυτόχρονες θεραπείες:
Επειδή η κλοπιδογρέλη μεταβολίζεται εν μέρει μέσω του CYP2C19 για να προκύψει ο δραστικός μεταβολίτης της, η χρήση φαρμακευτικών προϊόντων που αναστέλλουν τη δράση αυτού του ενζύμου αναμένεται ότι θα έχει ως αποτέλεσμα μειωμένα επίπεδα του δραστικού μεταβολίτη της κλοπιδογρέλης. Η κλινική συσχέτιση της αλληλεπίδρασης αυτής είναι αβέβαιη. Ως προφύλαξη, η ταυτόχρονη χρήση ισχυρών ή μέτριων αναστολέων του CYP2C19 πρέπει να αποθαρρύνεται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
Φαρμακευτικά προϊόντα που είναι ισχυροί ή μέτριοι αναστολείς του CYP2C19 περιλαμβάνουν, για παράδειγμα, την ομεπραζόλη και την εσομεπραζόλη, τη φλουβοξαμίνη, τη φλουοξετίνη, τη μοκλοβεμίδη, τη βορικοναζόλη, τη φλουκοναζόλη, την τικλοπιδίνη, την καρβαμαζεπίνη και την εφαβιρένζη.
Αναστολείς της Αντλίας Πρωτονίων (ΑΑΠ): Η χορήγηση 80 mg ομεπραζόλης εφάπαξ ημερησίως, είτε στον ίδιο χρόνο με την κλοπιδογρέλη, είτε με 12 ώρες μεταξύ των χορηγήσεων των δύο φαρμάκων, μείωσε την έκθεση του δραστικού μεταβολίτη κατά 45% (δόση φόρτισης) και 40% (δόση συντήρησης). Η μείωση σχετίστηκε με 39% (δόση φόρτισης) και 21% (δόση συντήρησης) μείωση της αναστολής της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων. Η εσομεπραζόλη αναμένεται να έχει παρόμοια αλληλεπίδραση με την κλοπιδογρέλη. Αντιφατικά δεδομένα για τις κλινικές επιπλοκές αυτής της φαρμακοκινητικής (ΦΚ)/φαρμακοδυναμικής (ΦΔ) αλληλεπίδρασης αναφορικά με μείζονα καρδιαγγειακά συμβάματα έχουν αναφερθεί από μελέτες παρατήρησης και κλινικές μελέτες. Ως προφύλαξη, η ταυτόχρονη χρήση ομεπραζόλης ή εσομεπραζόλης πρέπει να αποθαρρύνεται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Λιγότερο έντονες μειώσεις της έκθεσης του μεταβολίτη έχει παρατηρηθεί με την παντοπραζόλη ή τη λανσοπραζόλη. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα του δραστικού μεταβολίτη μειώθηκε κατά 20% (δόση φόρτισης) και κατά 14% (δόση συντήρησης) κατά τη διάρκεια της ταυτόχρονης αγωγής με 80 mg παντοπραζόλης εφάπαξ ημερησίως. Αυτό συσχετίστηκε με μείωση της μέσης αναστολής της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων κατά 15% και 11%, αντίστοιχα. Τα αποτελέσματα αυτά δείχνουν ότι η κλοπιδογρέλη μπορεί να χορηγείται με την παντοπραζόλη.
Δεν υπάρχουν στοιχεία ότι άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που μειώνουν τα γαστρικά οξέα όπως οι Η2 αποκλειστές ή τα αντιόξινα επηρεάζουν την αντιαιμοπεταλιακή δράση της κλοπιδογρέλης.
Άλλα φαρμακευτικά προϊόντα: Ένας αριθμός κλινικών μελετών έχουν γίνει με την κλοπιδογρέλη και άλλα συγχορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα, ώστε να ερευνηθεί η δυνατότητα φαρμακοδυναμικών και φαρμακοκινητικών αλληλεπιδράσεων. Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις, όταν η κλοπιδογρέλη συγχορηγήθηκε με ατενολόλη, νιφεδιπίνη, ή με συνδυασμό ατενολόλης και νιφεδιπίνης. Επιπλέον, η φαρμακοδυναμική δράση της κλοπιδογρέλης δεν επηρεάστηκε σημαντικά με τη συγχορήγηση φαινοβαρβιτάλης ή οιστρογόνων.
Η φαρμακοκινητική της διγοξίνης ή της θεοφυλλίνης δε μεταβλήθηκε με τη συγχορήγηση της κλοπιδογρέλης. Τα αντιόξινα δε μετέβαλαν το βαθμό της απορρόφησης της κλοπιδογρέλης.
Δεδομένα από την μελέτη CAPRIE υποδεικνύουν ότι η φαινυτοΐνη και η τολβουταμίδη, οι οποίες μεταβολίζονται από το CYP2C9, μπορούν να συγχορηγηθούν με ασφάλεια με την κλοπιδογρέλη.
Φαρμακευτικά προϊόντα που είναι υποστρώματα του CYP2C8: Η κλοπιδογρέλη έχει δειχθεί ότι αυξάνει την έκθεση στη ρεπαγλινίδη σε υγιείς εθελοντές. Μελέτες in vitro έχουν δείξει ότι η αύξηση της έκθεσης στη ρεπαγλινίδη είναι λόγω της αναστολής του CYP2C8 από το γλυκουρονικό μεταβολίτη της κλοπιδογρέλης. Εξαιτίας του κινδύνου αυξημένων συγκεντρώσεων στο πλάσμα, η ταυτόχρονη χορήγηση κλοπιδογρέλης και φαρμάκων που εκκαθαρίζονται κυρίως από μεταβολισμό του CYP2C8 (π.χ., ρεπαγλινίδη, πακλιταξέλη) πρέπει να γίνεται με προσοχή.
Εκτός από τις πληροφορίες για αλληλεπιδράσεις με συγκεκριμένα φαρμακευτικά προϊόντα που περιγράφονται παραπάνω, δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες αλληλεπίδρασης της κλοπιδογρέλης με μερικά φαρμακευτικά προϊόντα που χορηγούνται συχνά σε ασθενείς με αθηροθρομβωτική ασθένεια. Ωστόσο, ασθενείς που συμμετείχαν στις κλινικές δοκιμές με την κλοπιδογρέλη έλαβαν μια ποικιλία συγχορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων συμπεριλαμβανομένων των διουρητικών, των β-αναστολέων, των ανταγωνιστών του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (αναστολείς ΜΕΑ), των ανταγωνιστών διαύλων ασβεστίου, των παραγόντων μείωσης των επιπέδων χοληστερόλης, των αγγειοδιασταλτικών των στεφανιαίων αγγείων, των αντιδιαβητικών παραγόντων (συμπεριλαμβανομένης της ινσουλίνης), των αντιεπιληπτικών παραγόντων και των ανταγωνιστών των υποδοχέων της γλυκοπρωτεΐνης ΙΙb/IIIa χωρίς ευρήματα κλινικά σημαντικών ανεπιθύμητων αλληλεπιδράσεων.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-ISCOVER
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Η ασφάλεια της κλοπιδογρέλης αξιολογήθηκε σε περισσότερους από 44.000 ασθενείς που έχουν συμμετάσχει σε κλινικές μελέτες, συμπεριλαμβανομένων περισσότερων από 12.000 ασθενών που έκαναν θεραπεία για 1 χρόνο ή περισσότερο. Συνολικά, η κλοπιδογρέλη 75 mg ημερησίως ήταν συγκρίσιμη με το ΑΣΟ 325 mg ημερησίως στη μελέτη CAPRIE, ανεξάρτητα από την ηλικία, το φύλο και τη φυλή. Οι κλινικά συνδεόμενες με το φάρμακο ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν στις μελέτες CAPRIE, CURE, CLARITY, COMMIT και ACTIVE-A περιγράφονται παρακάτω. Επί πλέον της εμπειρίας από τις κλινικές μελέτες, ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν επίσης αναφερθεί αυθορμήτως.
Η αιμορραγία είναι η πιο συχνή αντίδραση που αναφέρθηκε τόσο σε κλινικές μελέτες όσο και με βάση την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά, όπου αναφέρθηκε κυρίως κατά τη διάρκεια του πρώτου μήνα της θεραπείας.
Σε ασθενείς της μελέτης CAPRIE που έλαβαν θεραπεία είτε με κλοπιδογρέλη είτε με ΑΣΟ, η συνολική συχνότητα κάθε είδους αιμορραγίας ήταν 9,3%. Η συχνότητα εμφάνισης σοβαρών περιστατικών ήταν παρόμοια για την κλοπιδογρέλη και το ΑΣΟ.
Στη μελέτη CURE, δεν παρουσιάστηκαν επιπλέον μείζονες αιμορραγίες με τον συνδυασμό κλοπιδογρέλης με ΑΣΟ σε διάστημα 7 ημερών μετά την επέμβαση αορτοστεφανιαίας παράκαμψης, σε ασθενείς που σταμάτησαν τη θεραπεία περισσότερες από 5 ημέρες πριν τη χειρουργική επέμβαση. Σε ασθενείς που συνέχισαν την αγωγή εντός 5 ημερών από την επέμβαση αορτοστεφανιαίας παράκαμψης, η συχνότητα των επεισοδίων ήταν 9,6% για την κλοπιδογρέλη με ΑΣΟ και 6,3% για το εικονικό φάρμακο με ΑΣΟ.
Στη μελέτη CLARITY, υπήρχε συνολική αύξηση των αιμορραγιών στην ομάδα κλοπιδογρέλης με ΑΣΟ έναντι της ομάδας εικονικού φαρμάκου με ΑΣΟ. Η συχνότητα εμφάνισης μείζονος αιμορραγίας ήταν παρόμοια μεταξύ των δύο ομάδων. Τα αποτελέσματα αυτά ισχύουν και για τις υποομάδες ασθενών όπως ορίζονται από χαρακτηριστικά αναφοράς και από τον τύπο της θεραπείας με θρομβολυτικά ή ηπαρίνη.
Στη μελέτη COMMIT, το συνολικό ποσοστό μη εγκεφαλικής μείζονος αιμορραγίας ή εγκεφαλικής αιμορραγίας ήταν χαμηλό και παρόμοιο εντός των δύο ομάδων (0,6% έναντι 0,5% για τις ομάδες κλοπιδογρέλης + ΑΣΟ και εικονικό φάρμακο + ΑΣΟ, αντίστοιχα).
Στη μελέτη ACTIVE-Α, το ποσοστό της μείζονος αιμορραγίας ήταν μεγαλύτερο στην ομάδα της κλοπιδογρέλης + ΑΣΟ έναντι της ομάδας εικονικού φαρμάκου (6,7% έναντι 4,3%). Η μείζων αιμορραγία ήταν κυρίως εξωκρανιακής προέλευσης και στις δύο ομάδες (5,3% στην ομάδα κλοπιδογρέλης + ΑΣΟꞏ 3,5% στην ομάδα εικονικού φαρμάκου + ΑΣΟ), κυρίως από το γαστρεντερικό σωλήνα (3,5% έναντι 1,8%). Υπήρξε μια αύξηση της ενδοκρανιακής αιμορραγίας στην ομάδα αγωγής με κλοπιδογρέλη + ΑΣΟ συγκρινόμενη με την ομάδα εικονικού φαρμάκου + ΑΣΟ (1,4% έναντι 0,8% αντίστοιχα). Δεν υπήρξε στατιστικά σημαντική διαφορά στα ποσοστά των θανατηφόρων αιμορραγιών (1,1% στην ομάδα κλοπιδογρέλης + ΑΣΟ και 0,7% στην ομάδα εικονικού φαρμάκου + ΑΣΟ) και του αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (0,8% και 0,6%, αντίστοιχα) μεταξύ των ομάδων.
Κατάλογος των ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Aνεπιθύμητες ενέργειες που είτε εμφανίστηκαν κατά τη διάρκεια των κλινικών μελετών είτε αναφέρθηκαν αυθορμήτως παρουσιάζονται στον πίνακα που ακολουθεί. Η συχνότητά τους ορίζεται με βάση τις ακόλουθες παραδοχές: συχνές (≥1/100 έως <1/10)ꞏ όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100)ꞏ σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000)ꞏ πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
| Κατηγορία Οργανικό Σύστημα | Συχνές | Όχι συχνές | Σπάνιες | Πολύ σπάνιες, μη γνωστές* Επιπρόσθετες πληροφορίες που παρατηρήθηκαν στην εμπειρία μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-ISCOVER
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Εγκυμοσύνη
Επειδή δεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα σχετικά με την έκθεση στην κλοπιδογρέλη κατά την εγκυμοσύνη, είναι προτιμότερο να μη χρησιμοποιείται η κλοπιδογρέλη κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ως μέτρο προφύλαξης. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεσες ή έμμεσες επικίνδυνες επιπτώσεις στην εγκυμοσύνη, στην ανάπτυξη του εμβρύου, στον τοκετό ή στη μεταγεννητική ανάπτυξη (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
Θηλασμός
Είναι άγνωστο εάν η κλοπιδογρέλη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν απέκκριση της κλοπιδογρέλης στο μητρικό γάλα. Ως μέτρο προφύλαξης, η γαλουχία δεν θα πρέπει να συνεχίζεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το Iscover.
Γονιμότητα
Η κλοπιδογρέλη δεν έχει καταδειχθεί ότι επηρεάζει τη γονιμότητα σε μελέτες με ζώα.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-ISCOVER
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αναστολείς συσσώρευσης αιμοπεταλίων εκτός ηπαρίνης, κωδικός ATC: B01AC-04.
Μηχανισμός δράσης
Η κλοπιδογρέλη είναι ένα προφάρμακο που μεταβολίζεται από ένζυμα CYP450 σε δραστικό μεταβολίτη. Ο δραστικός μεταβολίτης αναστέλλει εκλεκτικά τη σύζευξη της ADP με τον υποδοχέα P2Y12 των αιμοπεταλίων, αναστέλλοντας τη συσσώρευση των αιμοπεταλίων για όλη τη διάρκεια ζωής τους (περίπου 7-10 ημέρες).
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Επαναλαμβανόμενες δόσεις των 75 mg την ημέρα προκάλεσαν σημαντική αναστολή της προκαλούμενης από την ADP συσσώρευσης των αιμοπεταλίων από τη πρώτη ημέρα. Η αναστολή αυτή αυξήθηκε προοδευτικά και έφτασε σε σταθερά επίπεδα μεταξύ της 3ης και 7ης ημέρας. Στη σταθερή κατάσταση, η αναστολή της αιμοπεταλιακής συσσώρευσης που παρατηρήθηκε με δόση 75 mg την ημέρα, ήταν της τάξης του 40% έως 60%. Η συσσώρευση των αιμοπεταλίων και ο χρόνος ροής επανήλθαν σταδιακά στα αρχικά επίπεδα, γενικά μέσα σε 5 ημέρες μετά τη διακοπή της θεραπείας.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
H ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της κλοπιδογρέλης έχει αξιολογηθεί σε 5 διπλές-τυφλές μελέτες στις οποίες συμμετείχαν πάνω από 88.000 ασθενείς: η CAPRIE, μία μελέτη σύγκρισης της κλοπιδογρέλης έναντι του ΑΣΟ και οι CURE, CLARITY, COMMIT και ACTIVE-A, μελέτες σύγκρισης της κλοπιδογρέλης έναντι εικονικού φαρμάκου, όπου και τα δύο φαρμακευτικά προϊόντα χορηγήθηκαν σε συνδυασμό με ΑΣΟ και άλλη συγκεκριμένη θεραπεία.
Πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου, πρόσφατο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή εγκατεστημένη περιφερική αρτηριακή νόσο Η μελέτη CAPRIE συμπεριέλαβε 19.185 ασθενείς με αθηροθρόμβωση, που είχε εκδηλωθεί με πρόσφατο έμφραγμα μυοκαρδίου (< 35 ημέρες), πρόσφατο ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο (μεταξύ 7 ημέρες και 6 μήνες) ή εγκατεστημένη περιφερική αρτηριακή νόσο (ΠΑΝ). Έγινε τυχαιοποίηση των ασθενών σε ομάδες κλοπιδογρέλης 75 mg/ημέρα ή ΑΣΟ 325 mg/ημέρα και η παρακολούθηση διήρκεσε για 1 έως 3 χρόνια. Στην υποομάδα με έμφραγμα του μυοκαρδίου, οι περισσότεροι από τους ασθενείς έλαβαν ΑΣΟ για τις πρώτες λίγες ημέρες μετά το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου.
Η κλοπιδογρέλη μείωσε σημαντικά τη συχνότητα εμφάνισης νέων ισχαιμικών επεισοδίων (σύνθετο τελικό σημείο αξιολόγησης εμφράγματος του μυοκαρδίου, ισχαιμικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου και καρδιαγγειακού θανάτου) συγκρινόμενη με ΑΣΟ. Χρησιμοποιώντας το μοντέλο στατιστικής ανάλυσης με σκοπό την θεραπεία, 939 επεισόδια εξετάστηκαν στην ομάδα της κλοπιδογρέλης, και 1.020 επεισόδια με ΑΣΟ (μείωση του σχετικού κινδύνου (RRR) 8,7%, [95% CI: 0,2 έως 16,4], p=0,045), που αναλογικά σημαίνει ότι σε κάθε 1.000 ασθενείς που έλαβαν αγωγή επί 2 χρόνια αντιστοιχούν 10 [CI: 0 έως 20] επιπρόσθετοι ασθενείς που προφυλάχθηκαν από νέο ισχαιμικό επεισόδιο. Ανάλυση της συνολικής θνησιμότητας ως δευτερεύον καταληκτικό σημείο δεν έδειξε κάποια σημαντική διαφορά μεταξύ της κλοπιδογρέλης (5,8%) και του ΑΣΟ (6,0%).
Σε μια ανάλυση υποομάδων ανά κατάσταση (έμφραγμα του μυοκαρδίου, ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο και ΠΑΝ) το όφελος αποδείχθηκε μέγιστο (επιτυγχάνοντας στατιστική διαφορά p=0,003) σε ασθενείς που είχαν συμπεριληφθεί λόγω ΠΑΝ (ιδίως σε εκείνους που είχαν επίσης ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου) (RRR = 23,7%, CΙ: 8,9 έως 36,2) και μικρότερο (όχι σημαντικά διαφορετικό από ΑΣΟ) σε ασθενείς με αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο (RRR = 7,3%, CΙ: -5,7 έως 18,7 [p=0,258]). Σε ασθενείς που είχαν συμπεριληφθεί στη δοκιμή με μόνη αιτιολογία πρόσφατου εμφράγματος του μυοκαρδίου, η κλοπιδογρέλη ήταν αριθμητικά κατώτερη αλλά χωρίς στατιστικά σημαντική διαφορά από το ΑΣΟ (RRR = -4,0%, CΙ: -22,5 έως 11,7 [p=0,639]). Επιπλέον, η ανάλυση μίας υποομάδας με βάση την ηλικία έδειξε ότι το όφελος από την κλοπιδογρέλη σε ασθενείς άνω των 75 ετών ήταν μικρότερο από εκείνο που παρατηρήθηκε σε ασθενείς ≤ 75 ετών. Επειδή η δοκιμή CAPRIE δεν ήταν σε θέση να εκτιμήσει την αποτελεσματικότητα των επί μέρους υποομάδων, δεν είναι σαφές εάν οι διαφορές στη σχετική ελάττωση του κινδύνου στις υποομάδες με κατάσταση είναι πραγματικές, ή αποτέλεσμα τύχης.
Οξύ στεφανιαίο σύνδρομο Η μελέτη CURE συμπεριέλαβε 12.562 ασθενείς με οξύ στεφανιαίο σύνδρομο χωρίς ανάσπαση του διαστήματος ST (ασταθή στηθάγχη ή έμφραγμα του μυοκαρδίου χωρίς κύμα Q), που προσήλθαν μέσα σε 24 ώρες μετά την εμφάνιση του πιο πρόσφατου επεισοδίου θωρακικού άλγους ή συμπτωμάτων συμβατών με ισχαιμία. Οι ασθενείς απαιτήθηκε να έχουν είτε ηλεκτροκαρδιογραφικές μεταβολές συμβατές με νέα ισχαιμία ή αύξηση των καρδιακών ενζύμων ή τροπονίνης Ι ή Τ τουλάχιστον δύο φορές πάνω από το ανώτατο φυσιολογικό όριο. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε κλοπιδογρέλη (300 mg δόση φόρτισης ακολουθούμενη από 75 mg/ημερησίως, N=6.259) ή εικονικό φάρμακο (N=6.303), και τα δύο χορηγήθηκαν σε συνδυασμό με ΑΣΟ (75-325 mg εφάπαξ ημερησίως) και άλλες καθιερωμένες αγωγές. Οι ασθενείς ήταν υπό αγωγή μέχρι και ένα χρόνο. Στη μελέτη CURE, σε 823 (6,6%) ασθενείς συγχορηγήθηκαν ανταγωνιστές των υποδοχέων γλυκοπρωτεΐνης IIb/IIIa. Ηπαρίνες χορηγήθηκαν σε περισσότερο από το 90% των ασθενών και ο σχετικός ρυθμός αιμορραγίας μεταξύ κλοπιδογρέλης και εικονικού φαρμάκου δεν επηρεάστηκε σημαντικά από τη συγχορήγηση ηπαρίνης.
Ο αριθμός των ασθενών που αξιολογήθηκαν ως προς το πρωτεύον καταληκτικό σημείο [θάνατος καρδιαγγειακής αιτιολογίας, έμφραγμα του μυοκαρδίου (ΜΙ), ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο] ήταν 582 (9,3%) στην ομάδα της κλοπιδογρέλης και 719 (11,4%) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου, με 20% μείωση του σχετικού κινδύνου (95% CI 10%-28%, p=0,00009) για την ομάδα της κλοπιδογρέλης (17% σχετική μείωση του κινδύνου όταν οι ασθενείς ήταν υπό συντηρητική αγωγή, 29% όταν είχαν υποβληθεί σε επέμβαση διαδερμικής διαυλικής αγγειοπλαστικής στεφανιαίων (PTCA) με ή χωρίς τοποθέτηση ενδοπρόθεσης (stent) στα στεφανιαία και 10% όταν είχαν υποβληθεί σε επέμβαση αορτοστεφανιαίας παράκαμψης (CABG)). Προλήφθηκαν νέα καρδιαγγειακά επεισόδια (πρωτεύον τελικό σημείο αξιολόγησης), με σχετικές μειώσεις του κινδύνου της τάξεως του 22% (CI: 8,6, 33,4), 32% (CI: 12,8, 46,4), 4% (CI: -26,9, 26,7), 6% (CI: -33,5, 34,3) και 14% (CI: -31,6, 44,2), κατά τη διάρκεια των διαστημάτων της μελέτης 0-1, 1-3, 3-6, 6-9 και 9-12 μήνες, αντίστοιχα. Συνεπώς, μετά τους 3 μήνες αγωγής, το όφελος που παρατηρήθηκε στην ομάδα κλοπιδογρέλης + ΑΣΟ δεν αυξήθηκε περαιτέρω ενώ ο κίνδυνος αιμορραγίας παρέμεινε (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Η χρήση της κλοπιδογρέλης στην CURE συσχετίστηκε με μείωση της ανάγκης για θρομβολυτική αγωγή (RRR= 43,3%, CI: 24,3%, 57%) και αναστολείς υποδοχέων γλυκοπρωτεΐνης IIb/IIIa (RRR=18,2%, CI: 6,5%, 28,3%).
Ο αριθμός των ασθενών που αξιολογήθηκαν ως προς το σύνθετο πρωτεύον καταληκτικό σημείο [θάνατος καρδιαγγειακής αιτιολογίας, έμφραγμα του μυοκαρδίου (ΜΙ), αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή ανθεκτική ισχαιμία] ήταν 1.035 (16,5%) στην ομάδα της κλοπιδογρέλης και 1.187 (18,8%) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου, με 14% μείωση του σχετικού κινδύνου (95% CI 6%-21%, p=0,0005) για την ομάδα της κλοπιδογρέλης. Αυτό το όφελος προκύπτει κυρίως από τη στατιστικώς σημαντική μείωση της συχνότητας εμφάνισης του εμφράγματος του μυοκαρδίου [287 (4,6%) στην ομάδα της κλοπιδογρέλης και 363 (5,8%) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου]. Δεν παρατηρήθηκε επίδραση στη συχνότητα επανεισαγωγής σε νοσοκομείο για ασταθή στηθάγχη.
Τα αποτελέσματα όπως εκτιμήθηκαν σε πληθυσμούς με διαφορετικά χαρακτηριστικά (π.χ. ασταθή στηθάγχη ή έμφραγμα του μυοκαρδίου χωρίς κύμα Q, χαμηλό έως υψηλό κίνδυνο, ύπαρξη διαβήτη, ανάγκη επέμβασης επαναγγείωσης, ηλικία, φύλο, κλπ.) ήταν σύμφωνα με τα αποτελέσματα της πρωταρχικής ανάλυσης. Συγκεκριμένα, σε μία post-hoc ανάλυση 2.172 ασθενών (17% του συνολικού πληθυσμού ασθενών της μελέτης CURE), οι οποίοι υποβλήθηκαν σε τοποθέτηση ενδοπρόθεσης (stent) (Stent-CURE), τα δεδομένα έδειξαν ότι, όταν η κλοπιδογρέλη συγκρίνεται με το εικονικό φάρμακο, καταδεικνύεται σημαντική μείωση του σχετικού κινδύνου (RRR) κατά 26,2% στους ασθενείς που ελάμβαναν κλοπιδογρέλη ως προς το σύνθετο πρωτεύον καταληκτικό σημείο (θάνατος καρδιαγγειακής αιτιολογίας, έμφραγμα του μυοκαρδίου, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο) και επίσης μία σημαντική μείωση κατά 23,9% του σχετικού κινδύνου ως προς το σύνθετο δευτερεύον καταληκτικό σημείο (θάνατος από καρδιαγγειακά αίτια, έμφραγμα του μυοκαρδίου, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή ανθεκτική ισχαιμία). Επιπλέον, το προφίλ ασφάλειας της κλοπιδογρέλης σε αυτήν την υπο-ομάδα ασθενών δεν δημιούργησε κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα. Συνεπώς, τα αποτελέσματα από αυτό το υπο-σύνολο συμφωνούν με τα συνολικά αποτελέσματα της δοκιμής.
Τα οφέλη που παρατηρήθηκαν με την κλοπιδογρέλη ήταν ανεξάρτητα από άλλες θεραπείες που χορηγούνται οξέως ή χρονίως για καρδιαγγειακά νοσήματα (όπως ηπαρίνη/ηπαρίνες μικρού μοριακού βάρους (ΗΜΜΒ), ανταγωνιστές υποδοχέων της γλυκοπρωτεΐνης ΙΙb/IIIa, υπολιπιδαιμικά φαρμακευτικά προϊόντα, β-αναστολείς, και αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης). Η αποτελεσματικότητα της κλοπιδογρέλης παρατηρήθηκε ανεξάρτητα από τη δόση του ΑΣΟ (75-325 mg μία φορά ημερησίως).
Σε ασθενείς με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου με ανάσπαση του διαστήματος ST, η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της κλοπιδογρέλης έχουν αξιολογηθεί σε δύο τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, διπλές-τυφλές μελέτες, την CLARITY και την COMMIT.
H δοκιμή CLARITY συμπεριέλαβε 3.491 ασθενείς οι οποίοι παρουσίασαν εντός 12 ωρών από την έναρξη της ST ανάσπασης έμφραγμα του μυοκαρδίου και προγραμματίστηκε να ξεκινήσουν θρομβολυτική θεραπεία. Οι ασθενείς έλαβαν κλοπιδογρέλη (300 mg ως δόση φόρτισης και στη συνέχεια 75 mg/ημέρα, n=1.752) ή εικονικό φάρμακο (n=1.739), και στις δύο περιπτώσεις σε συνδυασμό με ΑΣΟ (150 έως 325 mg ως δόση φόρτισης και στη συνέχεια 75 έως 162 mg/ημέρα), με έναν ινωδολυτικό παράγοντα και, όταν χρειαζόταν, με ηπαρίνη. Οι ασθενείς ήταν υπό παρακολούθηση για 30 ημέρες. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο αξιολόγησης ήταν η παρουσία αποφραγμένης εξαιτίας εμφράκτου στεφανιαίας αρτηρίας στην αγγειογραφία πριν από την έξοδο του ασθενούς από το νοσοκομείο, ή θάνατος ή υποτροπιάζoν έμφραγμα του μυοκαρδίου πριν τη στεφανιογραφία. Για ασθενείς που δεν υποβλήθηκαν σε στεφανιογραφία, το πρωτεύον καταληκτικό σημείο αξιολόγησης ήταν ο θάνατος ή το υποτροπιάζoν έμφραγμα του μυοκαρδίου την Ημέρα 8 ή κατά την έξοδο από το νοσοκομείο. Ο πληθυσμός των ασθενών συμπεριελάμβανε 19,7% γυναίκες και 29,2% ασθενείς ≥65 ετών. Ένα σύνολο 99,7% των ασθενών έλαβε ινωδολυτικά (ινωδο-ειδικά: 68,7%, μη ινωδο-ειδικά: 31,1%), 89,5% ηπαρίνη, 78,7% β-αναστολείς, 54,7% αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης και 63% στατίνες.
Ποσοστό δεκαπέντε τοις εκατό (15,0%) των ασθενών στην ομάδα της κλοπιδογρέλης και 21,7% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου έφτασε στο πρωτεύον καταληκτικό σημείο αξιολόγησης, αντιπροσωπεύοντας απόλυτη μείωση κατά 6,7% και 36% πιθανή μείωση χάριν της κλοπιδογρέλης (95% CI: 24,47%, p < 0,001), κυρίως σχετιζόμενες με μείωση του αποφρακτικού αρτηριακού εμφράκτου. Το όφελος αυτό υπήρχε σε όλες τις προκαθορισμένες υποομάδες συμπεριλαμβανομένης της ηλικίας και του φύλου του ασθενούς, της εντόπισης του εμφράκτου και του τύπου του ινωδολυτικού ή της ηπαρίνης που χρησιμοποιήθηκε.
Η δοκιμή COMMIT με παραγοντικό σχεδιασμό 2x2 συμπεριέλαβε 45.852 ασθενείς οι οποίοι παρουσίασαν εντός 24 ωρών από την έναρξη των συμπτωμάτων υποψία εμφράγματος του μυοκαρδίου με ανάλογες ηλεκτροκαρδιογραφικές αλλοιώσεις (π.χ. ανάσπαση ST, κατάσπαση ST ή αριστερό σκελικό αποκλεισμό). Oι ασθενείς έλαβαν κλοπιδογρέλη (75 mg/ημέρα, n=22.961) ή εικονικό φάρμακο (n=22.891), σε συνδυασμό με ΑΣΟ (162 mg/ημέρα), για 28 ημέρες ή μέχρι την έξοδο από το νοσοκομείο. Τα σύνθετα πρωτεύοντα καταληκτικά σημεία ήταν ο θάνατος από οποιαδήποτε αιτία και η πρώτη εμφάνιση επανέμφραξης, αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ή θανάτου. Ο πληθυσμός περιελάμβανε 27,8% γυναίκες, 58,4% ασθενείς ≥ 60 ετών (26% ≥ 70 ετών) και 54,5% ασθενείς που λάμβαναν ινωδολυτικά.
Η κλοπιδογρέλη μείωσε σημαντικά το σχετικό κίνδυνο θανάτου από οποιαδήποτε αιτία κατά 7% (p=0,029) και το σχετικό κίνδυνο του συνδυασμού επανέμφραξης, αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ή θανάτου κατά 9% (p=0,002), αντιπροσωπεύοντας απόλυτη μείωση κατά 0,5% και 0,9% αντίστοιχα. Το όφελος αυτό ήταν σταθερό για την ηλικία, το φύλο και την χορήγηση ή όχι θρομβολυτικών και παρατηρήθηκε εντός 24 ωρών.
Κολπική μαρμαρυγή Οι μελέτες ACTIVE-W και ACTIVE-A, διαφορετικές δοκιμές του προγράμματος ACTIVE, συμπεριέλαβαν ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή (ΚΜ), οι οποίοι είχαν τουλάχιστον έναν παράγοντα κινδύνου για αγγειακά συμβάντα. Βάσει των κριτηρίων εισαγωγής, οι ιατροί ενέταξαν ασθενείς στην ACTIVE-W εάν ήταν υποψήφιοι για θεραπεία με ανταγωνιστές της βιταμίνης Κ (ΑΒΚ) (όπως η βαρφαρίνη). Η μελέτη ACTIVE-A περιελάμβανε ασθενείς που δεν μπορούσαν να λάβουν θεραπεία με ΑΒΚ επειδή δεν μπορούσαν ή δεν επιθυμούσαν να λάβουν την αγωγή.
Η μελέτη ACTIVE-W κατέδειξε ότι η αγωγή με ανταγωνιστές της βιταμίνης Κ ήταν πιο αποτελεσματική από την κλοπιδογρέλη και το ΑΣΟ.
Η μελέτη ACTIVE-A (N=7.554) ήταν μια πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλή-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, η οποία συνέκρινε την κλοπιδογρέλη 75 mg/ημέρα + ΑΣΟ (Ν=3.772) με εικονικό φάρμακο + ΑΣΟ (Ν=3.782). Η συνιστώμενη δόση για το ΑΣΟ ήταν 75 έως 100 mg/ημέρα. Οι ασθενείς ήταν υπό αγωγή έως και 5 χρόνια.
Οι ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν στο πρόγραμμα ACTIVE ήταν εκείνοι που παρουσιάστηκαν με αποδεδειγμένη ΚΜ, δηλ. είτε με μόνιμη ΚΜ ή με τουλάχιστον 2 επεισόδια διαλείπουσας ΚΜ στους τελευταίους 6 μήνες, και είχαν τουλάχιστον έναν από τους ακόλουθους παράγοντες κινδύνου: ηλικία ≥ 75 ετών, ή ηλικία 55 έως 74 ετών και είτε σακχαρώδη διαβήτη που απαιτούσε θεραπεία με φάρμακα, είτε αποδεδειγμένο προηγούμενο έμφραγμα μυοκαρδίου (ΕΜ) ή αποδεδειγμένη στεφανιαία νόσοꞏ ήταν σε αγωγή για συστηματική υπέρτασηꞏ προηγούμενο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο (ΠΙΕ), ή συστηματικό εμβολισμό εκτός ΚΝΣꞏ δυσλειτουργία της αριστεράς κοιλίας με κλάσμα εξώθησης της αριστερής κοιλίας <45%ꞏ ή αποδεδειγμένη περιφερική αγγειακή νόσο. Η μέση βαθμολογία CHADS2 ήταν 2,0 (εύρος 0-6).
Τα κύρια κριτήρια αποκλεισμού για ασθενείς που καταγράφηκαν ήταν έλκος πεπτικού εντός των τελευταίων 6 μηνώνꞏ προηγούμενη ενδοεγκεφαλική αιμορραγίαꞏ σοβαρή θρομβοπενία (αριθμός αιμοπεταλίων < 50 x 109/l)ꞏ απαίτηση για κλοπιδογρέλη ή από του στόματος αντιπηκτικά (ΑΣΑΠ)ꞏ ή δυσανεξία σε οποιαδήποτε από τις δύο ουσίες.
Εβδομήντα τρία τoις εκατό (73%) των ασθενών που εντάχθηκαν στη μελέτη ACTIVE-A δεν μπορούσαν να λάβουν ΑΒΚ λόγω της αξιολόγησης του ιατρού, αδυναμίας συμμόρφωσης για την παρακολούθηση του INR (διεθνής ομαλοποιημένη σχέση), προδιάθεσης για πτώση ή τραυματισμό της κεφαλής, ή συγκεκριμένου κινδύνου αιμορραγίαςꞏ για το 26% των ασθενών, η απόφαση του ιατρού βασίστηκε στη μη επιθυμία του ασθενούς να λάβει ΑΒΚ.
Ο πληθυσμός των ασθενών συμπεριέλαβε γυναίκες κατά το 41,8%. Η μέση ηλικία ήταν 71 έτη, το 41,6% των ασθενών ήταν ≥ 75 ετών. Ένα σύνολο 23,0% των ασθενών λάμβαναν αντιαρρυθμικά, 52,1% βήτα-αποκλειστές, 54,6% αναστολείς του ΜΕΑ και 25,4% στατίνες.
Ο αριθμός των ασθενών, οι οποίοι έφτασαν σε ένα πρωτεύον καταληκτικό σημείο (χρόνος μέχρι την πρώτη εμφάνιση αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, ΕΜ, συστηματικός εμβολισμός εκτός ΚΝΣ ή αγγειακό θάνατο) ήταν 832 (22,1%) στην ομάδα που αντιμετωπίστηκε με κλοπιδογρέλη + ΑΣΟ και 924 (24,4%) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου + ΑΣΟ (μείωση του σχετικού κινδύνου 11,1%ꞏ 95% CI 2,4% έως 19,1%ꞏ p=0,013), κυρίως λόγω μιας μεγάλης μείωσης της συχνότητας των αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων. Αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια συνέβησαν σε 296 (7,8%) ασθενείς που έλαβαν κλοπιδογρέλη + ΑΣΟ και 408 (10,8%) ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο + ΑΣΟ (μείωση του σχετικού κινδύνου, 28,4%ꞏ 95% CI, 16,8% έως 38,3%ꞏ p=0,00001).
Παιδιατρικός πληθυσμός Σε μια μελέτη κλιμακούμενης δοσολογίας 86 νεογνών ή βρεφών έως 24 μηνών σε κίνδυνο θρόμβωσης (PICOLO), η κλοπιδογρέλη αξιολογήθηκε σε διαδοχικές δόσεις των 0,01, 0,1 και 0,2 mg/kg σε νεογνά και βρέφη και 0,15 mg/kg μόνο σε νεογνά. Η δόση των 0,2 mg/kg πέτυχε τη μέση ποσοστιαία αναστολή της τάξης του 49,3% (5 μM ADP-επαγώμενη συσσώρευση αιμοπεταλίων), η οποία ήταν συγκρίσιμη με εκείνη των ενηλίκων που λαμβάνουν Iscover 75 mg/ημέρα.
Σε μια τυχαιοποιημένη, διπλής-τυφλής, παράλληλων ομάδων μελέτη (CLARINET), 906 παιδιατρικοί ασθενείς (νεογνά και βρέφη) με κυανωτική συγγενή καρδιακή νόσο που αντιμετωπίζεται παρηγορητικά με αρτηριακή παράκαμψη από τη συστηματική προς την πνευμονική κυκλοφορία, τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν κλοπιδογρέλη 0,2 mg/kg (n=467) ή εικονικό φάρμακο (n=439) μαζί με ταυτόχρονη θεραπεία μέχρι το χρόνο του χειρουργείου σε δεύτερη φάση. Ο μέσος χρόνος μεταξύ της παρηγορητικής αντιμετώπισης με παράκαμψη και της πρώτης χορήγησης του φαρμακευτικού προϊόντος της μελέτης ήταν 20 ημέρες. Κατά προσέγγιση 88% των ασθενών έλαβαν ταυτόχρονα ΑΣΟ (εύρος 1 έως 23 mg/kg/ημέρα). Δεν υπήρξε σημαντική διαφορά μεταξύ των ομάδων στο πρωτεύον σύνθετο καταληκτικό σημείο του θανάτου, θρόμβωσης της παράκαμψης ή παρέμβασης σχετιζόμενης με την καρδιά πριν από την ηλικία των 120 ημερών μετά από επεισόδιο που θεωρήθηκε θρομβωτικής φύσης [89 (19,1%) για την ομάδα κλοπιδογρέλης και 90 (20,5%) για την ομάδα εικονικού φαρμάκου] (βλ. Δοσολογία). Η αιμορραγία ήταν η πιο συχνά αναφερόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια και στις δύο ομάδες κλοπιδογρέλης και εικονικού φαρμάκουꞏ ωστόσο, δεν υπήρξε καμία σημαντική διαφορά στο ποσοστό αιμορραγίας μεταξύ των ομάδων. Στη μακροχρόνια παρακολούθηση της ασφάλειας αυτής της μελέτης, 26 ασθενείς με την παράκαμψη ακόμα υφιστάμενη σε ηλικία ενός έτους έλαβαν κλοπιδογρέλη έως την ηλικία των 18 μηνών. Καμιά καινούρια ανησυχία για την ασφάλεια δεν παρατηρήθηκε κατά τη διάρκεια αυτής της μακροχρόνιας παρακολούθησης.
Οι δοκιμές CLARINET και PICOLO διενεργήθηκαν χρησιμοποιώντας ένα συσταθέν διάλυμα κλοπιδογρέλης. Σε μια σχετική μελέτη βιοϊσοδυναμίας σε ενήλικες, το συσταθέν διάλυμα κλοπιδογρέλης έδειξε παρόμοια έκταση και ελάχιστα υψηλότερο ποσοστό απορρόφησης του κύριου κυκλοφορούντος (ανενεργού) μεταβολίτη συγκριτικά με το εγκεκριμένο δισκίο.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-ISCOVER
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Μετά από εφάπαξ και επαναλαμβανόμενες ημερήσιες δόσεις 75 mg από του στόματος, η κλοπιδογρέλη απορροφάται ταχέως. Το μέσο υψηλότερο επίπεδο της αμετάβλητης κλοπιδογρέλης στο πλάσμα (κατά προσέγγιση 2,2-2,5 ng/ml μετά από εφάπαξ δόση 75 mg από του στόματος) εμφανίστηκε περίπου 45 λεπτά μετά τη χορήγηση της δόσης. Η απορρόφηση είναι τουλάχιστον 50% με βάση τη μέτρηση αποβολής των μεταβολιτών της κλοπιδογρέλης στα ούρα.
Κατανομή
Η κλοπιδογρέλη και ο κύριος κυκλοφορών (ανενεργός) μεταβολίτης της, δεσμεύονται αναστρέψιμα με πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος (98% και 94% αντίστοιχα) in vitro. Η δέσμευση in vitro δεν φτάνει μέχρι κορεσμού για ένα ευρύ φάσμα συγκέντρωσης.
Βιομετασχηματισμός
Η κλοπιδογρέλη μεταβολίζεται εκτεταμένα στο ήπαρ. In vitro και in vivo, η κλοπιδογρέλη μεταβολίζεται μέσω δύο κύριων μεταβολικών οδών: μία κατά την οποία με τη μεσολάβηση εστερασών υδρολύεται στο ανενεργό παράγωγο του καρβοξυλικού οξέος (85% των κυκλοφορούντων μεταβολιτών) και μία με τη μεσολάβηση πολλαπλών κυτοχρωμάτων Ρ450. Η κλοπιδογρέλη μεταβολίζεται αρχικά στον ενδιάμεσο μεταβολίτη 2-oxo-clopidogrel. Επακόλουθος μεταβολισμός του ενδιάμεσου μεταβολίτη 2-oxo-clopidogrel έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία του δραστικού μεταβολίτη, ένα παράγωγο θειόλης. Ο δραστικός μεταβολίτης δημιουργείται κυρίως από το CYP2C19 με τη συμβολή από διάφορα άλλα ένζυμα CYP, περιλαμβανομένων των CYP1A2, CYP2B6 και CYP3A4. Ο ενεργός μεταβολίτης θειόλη, ο οποίος απομονώθηκε in vitro, συνδέεται γρήγορα και μη αναστρέψιμα με υποδοχείς αιμοπεταλίων, αναστέλλοντας έτσι τη συσσώρευση των αιμοπεταλίων. Η Cmax του δραστικού μεταβολίτη είναι διπλάσια μετά από μια εφάπαξ δόση φόρτισης των 300 mg όπως είναι μετά από τέσσερις ημέρες με δόση συντήρησης των 75 mg. Η Cmax παρατηρείται κατά προσέγγιση μετά από 30 έως 60 λεπτά μετά τη χορήγηση της δόσης.
Απέκκριση
Στον άνθρωπο, μετά από μία από του στόματος δόση κλοπιδογρέλης σεσημασμένης με 14C, το 50% περίπου αποβάλλεται με τα ούρα και το 46% περίπου με τα κόπρανα σε διάστημα 120 ωρών μετά από τη λήψη της δόσης. Μετά από εφάπαξ δόση 75 mg από του στόματος, η κλοπιδογρέλη έχει χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 6 ώρες. Ο χρόνος ημίσειας απέκκρισης του κύριου κυκλοφορούντος (ανενεργού) μεταβολίτη ήταν 8 ώρες, μετά από την εφάπαξ και επαναλαμβανόμενη χορήγηση.
Φαρμακογενετική
Το CYP2C19 εμπλέκεται στη δημιουργία και του δραστικού μεταβολίτη και του ενδιάμεσου μεταβολίτη 2-oxo-clopidogrel. Η φαρμακοκινητική και η αντιαιμοπεταλιακή δράση του δραστικού μεταβολίτη της κλοπιδογρέλης, όπως μετρήθηκαν με ex vivo μετρήσεις της συσσώρευσης αιμοπεταλίων, διαφέρουν ανάλογα με το γονότυπο του CYP2C19. Το αλληλόμορφο CYP2C191 αντιστοιχεί σε πλήρως λειτουργικό μεταβολισμό, ενώ τα αλληλόμορφα CYP2C192 και CYP2C193 είναι μη λειτουργικά. Τα αλληλόμορφα CYP2C192 και CYP2C193 ευθύνονται για την πλειοψηφία των αλληλόμορφων με μειωμένη λειτουργία στους Καυκάσιους (85%) και στους Ασιάτες (99%) με μειωμένη μεταβολική λειτουργία. Άλλα αλληλόμορφα που σχετίζονται με απόντα ή μειωμένο μεταβολισμό είναι λιγότερο συχνά και περιλαμβάνουν τα CYP2C194, *5, *6, *7 και *8. Ένας ασθενής με μειωμένη μεταβολική λειτουργία θα διαθέτει δύο αλληλόμορφα με έλλειψη λειτουργίας όπως ορίζεται παραπάνω. Δημοσιευμένες συχνότητες γονοτύπων του CYP2C19 με μειωμένη μεταβολική λειτουργία είναι κατά προσέγγιση 2% για τους Καυκάσιους, 4% για τους Μαύρους και 14% για τους Κινέζους. Υπάρχουν διαθέσιμες δοκιμασίες για τον ορισμό του γονοτύπου του CYP2C19 ενός ασθενούς.
Μια μελέτη διασταύρωσης σε 40 υγιή άτομα, από 10 σε κάθε μία από τις τέσσερις κατηγορίες μεταβολικής ικανότητας του CYP2C19 (πολύ υψηλή, εκτεταμένη, ενδιάμεση και μειωμένη), αξιολόγησε τη φαρμακοκινητική και την ανταπόκριση των αιμοπεταλίων χρησιμοποιώντας 300 mg κλοπιδογρέλης που ακολουθείται από 75 mg/ημέρα και 600 mg που ακολουθείται από 150 mg/ημέρα, το καθένα για 5 ημέρες (σταθεροποιημένη κατάσταση). Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές στην έκθεση στο δραστικό μεταβολίτη και στη μέση αναστολή της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων (ΙΡΑ) μεταξύ εκείνων με πολύ υψηλή, εκτεταμένη και ενδιάμεση μεταβολική ικανότητα.
Στα άτομα με μειωμένη μεταβολική ικανότητα, η έκθεση στον δραστικό μεταβολίτη μειώθηκε κατά 63-71% συγκριτικά με εκείνα με εκτεταμένη μεταβολική ικανότητα. Μετά το δοσολογικό σχήμα 300 mg/75 mg, οι αντιαιμοπεταλιακές ανταποκρίσεις μειώθηκαν στα άτομα με μειωμένη μεταβολική ικανότητα με μέση ΙΡΑ (5 μΜ ADP) 24% (24 ώρες) και 37% (Ημέρα 5) όπως συγκρίθηκε με την ΙΡΑ 39% (24 ώρες) και 58% (Ημέρα 5) στα άτομα με εκτεταμένη μεταβολική ικανότητα και 37% (24 ώρες) και 60% (Ημέρα 5) στα άτομα με ενδιάμεση μεταβολική ικανότητα. Όταν τα άτομα με μειωμένη μεταβολική ικανότητα έλαβαν το δοσολογικό σχήμα των 600 mg/150 mg, η έκθεση στο δραστικό μεταβολίτη ήταν μεγαλύτερη από τo δοσολογικό σχήμα των 300 mg/75 mg. Επιπρόσθετα, η ΙΡΑ ήταν 32% (24 ώρες) και 61% (Ημέρα 5), που ήταν μεγαλύτερες από ότι στα άτομα με μειωμένη μεταβολική ικανότητα που έλαβαν το δοσολογικό σχήμα 300 mg/75 mg και παρόμοιες με τις άλλες ομάδες μεταβολικής λειτουργίας του CYP2C19 που έλαβαν το δοσολογικό σχήμα των 300 mg/75 mg. Ένα κατάλληλο δοσολογικό σχήμα για αυτό τον πληθυσμό ασθενών δεν έχει καθιερωθεί σε κλινικές δοκιμές.
Σύμφωνα με τα παραπάνω αποτελέσματα, σε μια μετα-ανάλυση που περιελάμβανε 6 μελέτες με 335 άτομα που αντιμετωπίστηκαν με κλοπιδογρέλη σε σταθεροποιημένη κατάσταση, καταδείχθηκε ότι η έκθεση στο δραστικό μεταβολίτη μειώθηκε κατά 28% για τα άτομα με ενδιάμεση μεταβολική λειτουργία και 72% για τα άτομα με μειωμένη μεταβολική λειτουργία ενώ η αναστολή της συσσώρευσης αιμοπεταλίων (5 μM ADP) μειώθηκε με διαφορές στην ΙΡΑ του 5,9% και 21,4%, αντίστοιχα, όταν συγκρίθηκε με τα άτομα με εκτεταμένη μεταβολική λειτουργία.
Η επιρροή του γονοτύπου του CYP2C19 στις κλινικές εκβάσεις σε ασθενείς που αντιμετωπίστηκαν με κλοπιδογρέλη δεν έχει αξιολογηθεί σε προοπτικές, τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες δοκιμές. Έχει υπάρξει ένας αριθμός αναδρομικών αναλύσεωνꞏ ωστόσο, για την αξιολόγηση αυτής της επίδρασης σε ασθενείς που έχουν αντιμετωπιστεί με κλοπιδογρέλη και για τους οποίους υπάρχουν γονοτυπικά αποτελέσματα: CURE (n=2721), CHARISMA (n=2428), CLARITY-TIMI 28 (n=227), TRITON-TIMI 38 (n=1477) και ACTIVE-A (n=601), όπως και ένας αριθμός δημοσιευμένων μελετών κοορτής.
Στην TRITON-TIMI 38 και σε 3 από τις μελέτες κοορτής (Collet, Sibbing, Giusti), η συνδυασμένη ομάδα ασθενών με είτε ενδιάμεση, είτε μειωμένη μεταβολική ικανότητα είχαν υψηλότερη συχνότητα καρδιαγγειακών συμβαμάτων (θάνατος, έμφραγμα του μυοκαρδίου και αγγειακο εγκεφαλικό επεισόδιο) ή θρόμβωσης της ενδοπρόθεσης (stent) συγκριτικά με τα άτομα με εκτεταμένη μεταβολική ικανότητα.
Στην CHARISMA και σε μια μελέτη κοορτής (Simon), μια αυξημένη συχνότητα συμβαμάτων παρατηρήθηκε μόνο στα άτομα με μειωμένη μεταβολική ικανότητα όταν συγκρίθηκαν με τα άτομα με εκτεταμένη μεταβολική ικανότητα.
Στη CURE, στη CLARITY, στην ACTIVE-A και σε μια από τις μελέτες κοορτής (Trenk), δεν παρατηρήθηκε αυξημένη συχνότητα συμβαμάτων βάσει της μεταβολικής ικανότητας.
Καμία από αυτές τις αναλύσεις δεν είχε το μέγεθος για να εντοπίσει διαφορές στην έκβαση των ατόμων με μειωμένη μεταβολική ικανότητα.
Ειδικοί πληθυσμοί
Η φαρμακοκινητική του δραστικού μεταβολίτη της κλοπιδογρέλης δεν είναι γνωστή σε αυτούς τους ειδικούς πληθυσμούς.
Νεφρική δυσλειτουργία Μετά από επαναλαμβανόμενες δόσεις 75 mg κλοπιδογρέλης την ημέρα σε άτομα με σοβαρή νεφρική νόσο (κάθαρση κρεατινίνης από 5 μέχρι 15 ml/min), η αναστολή της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων που προκαλείται από την ADP ήταν χαμηλότερη (25%) από αυτή που παρατηρήθηκε σε υγιή άτομα, ωστόσο, η παράταση του χρόνου ροής ήταν παρόμοια με εκείνη που καταγράφηκε σε υγιή άτομα που ελάμβαναν 75 mg κλοπιδογρέλης την ημέρα. Επιπροσθέτως, η κλινική ανοχή ήταν καλή σε όλους τους ασθενείς.
Ηπατική δυσλειτουργία Μετά από επαναλαμβανόμενες δόσεις 75 mg κλοπιδογρέλης την ημέρα για 10 ημέρες σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, η αναστολή της συσσώρευσης αιμοπεταλίων διαμέσου της ADP ήταν παρόμοια με εκείνη που παρατηρήθηκε σε υγιή άτομα. Η μέση παράταση του χρόνου ροής ήταν επίσης παρόμοια στις δύο ομάδες.
Φυλή Ο επιπολασμός των αλληλόμορφων του CYP2C19 που σχετίζονται με ενδιάμεσο ή περιορισμένο μεταβολισμό διαφέρει ανάλογα με τη φυλή/εθνικότητα (βλ. Φαρμακογενετική). Από τη βιβλιογραφία, υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα διαθέσιμα για να αξιολογηθεί η κλινική επίπτωση γονοτύπων του CYP για την εμφάνιση συμβαμάτων ως κλινική έκβαση.
ΕΟΦ · 2.9
Αντιαιμοπεταλιακά
expand_more
Αντιαιμοπεταλιακά
Τα φάρμακα της κατηγορίας αυτής αναστέλλουν τη συνάθροιση (συγκόλληση) των αιμοπεταλίων και, έτσι, το σχηματισμό του λευκού θρόμβου, που αποτελεί την πρώτη φάση στη διαδικασία της πήξης, ιδίως στο αρτηριακό σκέλος της κυκλοφορίας όπου τα αντιπηκτικά έχουν πολύ μικρή επίδραση.
Υπάρχουν ενθαρρυντικά αποτελέσματα από τη χρησιμοποίηση 100-300 mg ασπιρίνης ημερησίως για τη δευτεροπαθή πρόληψη των θρομβωτικών αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων και διαφόρων καρδιακών συμβαμάτων. Επίσης, έχει δειχθεί ελάττωση της θνητότητας στο έμφραγμα του μυοκαρδίου τον πρώτο μήνα όταν δοθεί αμέσως με την είσοδο του ασθενούς στη στεφανιαία μονάδα.
Η διπυριδαμόλη αναστέλλει επίσης τη συσσώρευση των αιμοπεταλίων και συνιστάται κυρίως στην προφύλαξη από θρομβοεμβολικά επεισόδια σε προσθετικές βαλβίδες καρδιάς σε συνδυασμό με αντιπηκτικά.
Ισχυρή αντισυσσωρευτική δράση έχει και η τικλοπιδίνη, έχει όμως κίνδυνο σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών (λευκοπενία, διάρροια, εξάνθημα).
Όμοια δράση εμφανίζει και η νεώτερη ουσία κλοπιδρογέλη.
Σήμερα, ο συνηθέστερα χρησιμοποιούμενος συνδυασμός αντιαιμοπεταλιακών είναι το ακετυλοσαλικυλικό οξύ με ή χωρίς διπυριδαμόλη.
Οι αναστολείς της γλυκοπρωτεΐνης IΙb/IIIa αναστέλλουν τη συγκόλληση των αιμοπεταλίων αποκλείοντας στα αιμοπετάλια τους υποδοχείς του ινωδογόνου. Η αμπσιξιμάμπη είναι μονοκλωνικό αντίσωμα το οποίο αναστέλλει τη συσσώρευση αιμοπεταλίων και τη δημιουργία θρόμβου. Η χρήση της ενδείκνυται ως επικουρικού σκευάσματος στην αγωγή με ηπαρίνη και ασπιρίνη κατά τη διάρκεια διαδερμικής αγγειοπλαστικής σε ασθενείς υψηλού κινδύνου. Η επαναχορήγηση αμπσιξιμάμπης δεν συνιστάται.
H τιροφιβάνη και η επτιφιβατίδη έχουν εισαχθεί πρόσφατα στη θεραπευτική. Πρόκειται για αναστολείς (μη πεπτιδικούς ή πεπτιδικούς αντίστοιχα) του υποδοχέα GP IIb/IIIa των αιμοπεταλίων των οποίων εμποδίζουν τη συσσώρευση. Χρησιμοποιούνται μαζί με ηπαρίνη και ακετυλοσαλικυλικό οξύ (εκτός εάν αντενδείκνυνται) για την πρόληψη του πρώιμου εμφράγματος του μυοκαρδίου σε ασταθή στηθάγχη ή σε έμφραγμα του μυοκαρδίου χωρίς Q. Δεν έχει μελετηθεί η χορήγησή τους με ηπαρίνες ΧΜΒ.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η κλοπιδογρέλη είναι ένα προφάρμακο ενός αναστολέα αιμοπεταλίων που χρησιμοποιείται για τη μείωση του κινδύνου εμφράγματος του μυοκαρδίου και εγκεφαλικού επεισοδίου. Έχει μεγάλη διάρκεια δράσης καθώς χορηγείται μία φορά ημερησίως και μεγάλο θεραπευτικό εύρος καθώς δίνεται σε δόσεις 75-300mg ημερησίως.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η κλοπιδογρέλη ενεργοποιείται μέσω μιας αντίδρασης 2 βημάτων σε έναν ενεργό μεταβολίτη που περιέχει θειόλη. Αυτή η ενεργή μορφή είναι ένας αναστολέας αιμοπεταλίων που δεσμεύεται μη αναστρέψιμα στους υποδοχείς P2Y12 ADP στα αιμοπετάλια. Αυτή η δέσμευση εμποδίζει τη δέσμευση ADP στους υποδοχείς P2Y12, την ενεργοποίηση του συμπλόκου της γλυκοπρωτεΐνης GPIIb/IIIa και τη συσσωμάτωση των αιμοπεταλίων.
Η κλοπιδογρέλη πρέπει να μεταβολίζεται από ένζυμα CYP450 για να παραχθεί ο ενεργός μεταβολίτης που αναστέλλει τη συσσωμάτωση των αιμοπεταλίων. Ο ενεργός μεταβολίτης της κλοπιδογρέλης αναστέλλει επιλεκτικά τη δέσμευση της αδενοσινοδιφωσφορικής (ADP) στον υποδοχέα P2Y12 των αιμοπεταλίων και την επακόλουθη ενεργοποίηση του συμπλόκου της γλυκοπρωτεΐνης GPIIb/IIIa μέσω ADP, αναστέλλοντας έτσι τη συσσωμάτωση των αιμοπεταλίων. Αυτή η δράση είναι μη αναστρέψιμη. Κατά συνέπεια, τα αιμοπετάλια που εκτίθενται στον ενεργό μεταβολίτη της κλοπιδογρέλης επηρεάζονται για το υπόλοιπο της διάρκειας ζωής τους (περίπου 7 έως 10 ημέρες). Η συσσωμάτωση των αιμοπεταλίων που προκαλείται από αγωνιστές εκτός της ADP αναστέλλεται επίσης με τον αποκλεισμό της ενίσχυσης της ενεργοποίησης των αιμοπεταλίων από την απελευθέρωση ADP.
Ο υποδοχέας P2Y12 παίζει κρίσιμο ρόλο στη ρύθμιση της ενεργοποίησης των αιμοπεταλίων από πολλούς αγωνιστές, η οποία ανταγωνίζεται μη αναστρέψιμα από τον ενεργό μεταβολίτη της κλοπιδογρέλης, ένα ευρέως χρησιμοποιούμενο αντιθρομβωτικό φάρμακο. Σε αυτή τη μελέτη, διερευνήσαμε εάν η μείωση της αντιδραστικότητας των αιμοπεταλίων οδηγεί σε μειωμένες φλεγμονώδεις αποκρίσεις χρησιμοποιώντας ένα πειραματικό μοντέλο αρθρίτιδας σε αρουραίους. Αξιολογήσαμε την επίδραση της κλοπιδογρέλης στη φλεγμονή σε αρουραίους Lewis σε ένα μοντέλο αρθρίτιδας που προκαλείται από πολυσακχαρίτη πεπτιδογλυκάνης (PG-PS) με τέσσερις ομάδες αρουραίων: 1) μη θεραπευμένοι, 2) θεραπευμένοι με κλοπιδογρέλη, 3) προκαλούμενη από PG-PS, και 4) προκαλούμενη από PG-PS και θεραπευμένοι με κλοπιδογρέλη. Υπήρχαν σημαντικές διαφορές μεταξύ της ομάδας PG-PS+κλοπιδογρέλης σε σύγκριση με την ομάδα PG-PS, συμπεριλαμβανομένων: αυξημένης διαμέτρου αρθρώσεων και κλινικών εκδηλώσεων φλεγμονής, αυξημένων επιπέδων προφλεγμονωδών κυτοκινών στο πλάσμα (IL-1 βήτα, ιντερφερόνη (IFN) γάμμα και IL-6), αυξημένου αριθμού ουδετερόφιλων στο αίμα και αυξημένου αριθμού αιμοπεταλίων στο κυκλοφορούν αίμα. Τα επίπεδα IL-10 στο πλάσμα ήταν σημαντικά χαμηλότερα στην ομάδα PG-PS+κλοπιδογρέλης σε σύγκριση με την ομάδα PG-PS. Τα επίπεδα του παράγοντα πλάσματος 4 (PF4) ήταν αυξημένα τόσο στις ομάδες PG-PS όσο και στις PG-PS+κλοπιδογρέλη, ωστόσο τα επίπεδα PF4 δεν έδειξαν διαφορά με τη θεραπεία με κλοπιδογρέλη, υποδηλώνοντας ότι η προφλεγμονώδης επίδραση της κλοπιδογρέλης μπορεί να οφείλεται στη δράση της σε κύτταρα εκτός των αιμοπεταλίων. Η ιστολογία έδειξε αύξηση της διήθησης λευκοκυττάρων στην περιοχή φλεγμονής της άρθρωσης, αυξημένο σχηματισμό παννού, πολλαπλασιασμό αγγείων, υποαυχενική ίνωση και διάβρωση χόνδρου κατά τη θεραπεία με κλοπιδογρέλη σε ζώα με αρθρίτιδα που προκλήθηκε από PG-PS. Συνοπτικά, τα ζώα που έλαβαν κλοπιδογρέλη έδειξαν προφλεγμονώδη επίδραση στο πειραματικό μοντέλο αρθρίτιδας που προκλήθηκε από PG-PS, η οποία ενδέχεται να μην διαμεσολαβείται από τα αιμοπετάλια.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Μια από του στόματος δόση 75mg κλοπιδογρέλης απορροφάται κατά 50% από το έντερο. Η κλοπιδογρέλη μπορεί να λαμβάνεται με ή χωρίς τροφή. Ένα γεύμα μειώνει την AUC του ενεργού μεταβολίτη κατά 57%.
Ο ενεργός μεταβολίτης της κλοπιδογρέλης φτάνει στη μέγιστη συγκέντρωση μετά από 30-60 λεπτά.
Η κλοπιδογρέλη έφτασε σε Cmax 2.04±2.0ng/mL σε 1.40±1.07h. Η AUC για μια από του στόματος δόση 300mg κλοπιδογρέλης ήταν 45.1±16.2ngh/mL για βραδείς μεταβολιστές, 65.6±19.1ngh/mL για ενδιάμεσους μεταβολιστές και 104.3±57.3ng*h/mL για εκτεταμένους μεταβολιστές. Η Cmax ήταν 31.3±13ng/mL για βραδείς μεταβολιστές, 43.9±14ng/mL για ενδιάμεσους μεταβολιστές και 60.8±34.3ng/mL για εκτεταμένους μεταβολιστές.
Μια από του στόματος δόση κλοπιδογρέλης σημασμένης με ραδιοϊσότοπο απεκκρίνεται κατά 50% στα ούρα και 46% στα κόπρανα σε διάστημα 5 ημερών. Το υπόλοιπο της κλοπιδογρέλης είναι μη αναστρέψιμα συνδεδεμένο με τα αιμοπετάλια για τη διάρκεια ζωής τους, ή περίπου 8-11 ημέρες.
Ο φαινομενικός όγκος κατανομής της κλοπιδογρέλης είναι 39,240±33,520L.
Η κάθαρση μιας από του στόματος δόσης 75mg ήταν 18,960±15,890L/h και για μια από του στόματος δόση 300mg ήταν 16,980±10,410L/h.
Σύνδεση με πρωτεΐνες: Πολύ υψηλή, για την κλοπιδογρέλη και τον κύριο μεταβολίτη της σε κυκλοφορία (98% και 94%, αντίστοιχα). Η δέσμευση είναι μη-κορεστική in vitro έως συγκέντρωση 100 ug/mL.
Μετά από εφάπαξ και επαναλαμβανόμενες από του στόματος δόσεις 75 mg ημερησίως, η κλοπιδογρέλη απορροφάται ταχέως. Η απορρόφηση είναι τουλάχιστον 50%, βάσει της νεφρικής απέκκρισης των μεταβολιτών της κλοπιδογρέλης.
Χρόνος έως τη μέγιστη επίδραση: Η σταθερή αναστολή της συσσωμάτωσης των αιμοπεταλίων με επαναλαμβανόμενες δόσεις 75 mg/ημέρα συνήθως συμβαίνει μεταξύ της 3ης και της 7ης ημέρας.
Μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα: Περίπου 3 mg/L (παράγωγο καρβοξυλικού οξέος) μετά από επαναλαμβανόμενες δόσεις 75 mg. Η φαρμακοκινητική του κύριου μεταβολίτη σε κυκλοφορία είναι γραμμική (αυξάνεται αναλογικά με τη δόση) σε εύρος δόσεων 50 έως 150 mg.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την CLOPIDOGREL (6 σύνολο), παρακαλούμε επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Τόσο οι ενεργοί όσο και οι ανενεργοί μεταβολίτες της κλοπιδογρέλης συνδέονται κατά 98% με πρωτεΐνες στο πλάσμα. Μελέτες σε αγελάδες έδειξαν ότι η κλοπιδογρέλη συνδέεται κατά 71-85.5% με την αλβουμίνη του ορού.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Το 85-90% μιας από του στόματος δόσης υφίσταται μεταβολισμό πρώτης διόδου από την καρβοξυλεστέραση 1 στο ήπαρ σε έναν ανενεργό μεταβολίτη καρβοξυλικού οξέος. Περίπου το 2% της κλοπιδογρέλης οξειδώνεται σε 2-οξοκλοπιδογρέλη. Αυτή η μετατροπή γίνεται κατά 35.8% από CYP1A2, 19.4% από CYP2B6 και 44.9% από CYP2C19, αν και άλλες μελέτες υποδηλώνουν ότι συμβάλλουν επίσης οι CYP3A4, CYP3A5 και CYP2C9. Η 2-οξοκλοπιδογρέλη μεταβολίζεται περαιτέρω στον ενεργό μεταβολίτη. Αυτή η μετατροπή γίνεται κατά 32.9% από CYP2B6, 6.79% από CYP2C9, 20.6% από CYP2C19 και 39.8% από CYP3A4.
Η CYP2C19 εμπλέκεται στο σχηματισμό τόσο του ενεργού μεταβολίτη όσο και του ενδιάμεσου μεταβολίτη 2-οξο-κλοπιδογρέλης. Η φαρμακοκινητική του ενεργού μεταβολίτη της κλοπιδογρέλης και οι αντιαιμοπεταλιακές επιδράσεις, όπως μετρώνται με αναλύσεις ex vivo συσσωμάτωσης αιμοπεταλίων, διαφέρουν ανάλογα με το γονότυπο CYP2C19. Γενετικές παραλλαγές άλλων ενζύμων CYP450 μπορεί επίσης να επηρεάσουν το σχηματισμό του ενεργού μεταβολίτη της κλοπιδογρέλης.
Η κλοπιδογρέλη μεταβολίζεται εκτενώς μέσω δύο κύριων μεταβολικών οδών: μία που διαμεσολαβείται από εστεράσες και οδηγεί σε υδρόλυση σε ένα ανενεργό παράγωγο καρβοξυλικού οξέος (85% των μεταβολιτών σε κυκλοφορία) και μία που διαμεσολαβείται από πολλαπλά ένζυμα κυτοχρώματος P450. Τα κυτοχρώματα πρώτα οξειδώνουν την κλοπιδογρέλη σε έναν ενδιάμεσο μεταβολίτη 2-οξο-κλοπιδογρέλης. Ο επακόλουθος μεταβολισμός του ενδιάμεσου μεταβολίτη 2-οξο-κλοπιδογρέλης οδηγεί στο σχηματισμό του ενεργού μεταβολίτη, ενός θειολικού παραγώγου της κλοπιδογρέλης. Αυτή η μεταβολική οδός διαμεσολαβείται από CYP2C19, CYP3A, CYP2B6 και CYP1A2. Ο ενεργός θειολικός μεταβολίτης δεσμεύεται ταχέως και μη αναστρέψιμα στους υποδοχείς των αιμοπεταλίων, αναστέλλοντας έτσι τη συσσωμάτωση των αιμοπεταλίων για τη διάρκεια ζωής του αιμοπεταλίου.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της κλοπιδογρέλης είναι περίπου 6 ώρες μετά από από του στόματος δόση 75mg, ενώ ο χρόνος ημίσειας ζωής του ενεργού μεταβολίτη είναι περίπου 30 λεπτά.
Μετά από εφάπαξ, από του στόματος δόση 75 mg, η κλοπιδογρέλη έχει χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 6 ώρες. Ο χρόνος ημίσειας ζωής του ενεργού μεταβολίτη είναι περίπου 30 λεπτά.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογικής Δράσης
Φάρμακα ή παράγοντες που ανταγωνίζονται ή εξασθενούν οποιονδήποτε μηχανισμό που οδηγεί σε συσσωμάτωση αιμοπεταλίων, είτε κατά τις φάσεις ενεργοποίησης και αλλαγής σχήματος είτε μετά την απελευθέρωση από πυκνά κοκκία και τη διέγερση του συστήματος προσταγlandi-θρομβοξάνης.
Ενώσεις που δεσμεύονται και αποκλείουν τη διέγερση των ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ PURINERGIC P2Y. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται ανταγωνιστές για συγκεκριμένους υποτύπους υποδοχέων P2Y.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA Φαρμακολογικής Δράσης
A74586SNO7
CLOPIDOGREL
Φυσιολογικές Επιδράσεις [PE] - Μειωμένη Συσσωμάτωση Αιμοπεταλίων
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Αιμοπεταλίων P2Y12
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Ανταγωνιστές Υποδοχέων P2Y12
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 2C8
Η κλοπιδογρέλη είναι Αναστολέας Αιμοπεταλίων P2Y12. Ο μηχανισμός δράσης της κλοπιδογρέλης είναι ως Ανταγωνιστής Υποδοχέων P2Y12 και Αναστολέας Κυτοχρώματος P450 2C8. Η φυσιολογική επίδραση της κλοπιδογρέλης οφείλεται σε Μείωση της Συσσωμάτωσης Αιμοπεταλίων.
CLOPIDOGREL
Αναστολέας Αιμοπεταλίων P2Y12 [EPC]; Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 2C8 [MoA]; Μειωμένη Συσσωμάτωση Αιμοπεταλίων [PE]; Ανταγωνιστές Υποδοχέων P2Y12 [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ DAPT-12mo B01AC04Διπλή αντιαιμοπεταλιακή 12 μήνες — Οξύ Στεφανιαίο ΣύνδρομοΟξύ Στεφανιαίο Σύνδρομο (ACS) — τα ΟΣΣ θεωρούνται καταστάσεις αυξημένου θρομβωτικού κινδύνουΔοσολογία: Aspirin 75–100 mg × 1 + Clopidogrel 75 mg × 1 (loading 600 mg) · 12 μήνες
-
ΒΗΜΑ DAPT-6mo B01AC04Διπλή αντιαιμοπεταλιακή 6 μήνες — Σταθερή ΣΝ post-PCIΣταθερή στεφανιαία νόσος μετά τοποθέτηση stent (DES)Δοσολογία: Aspirin 75–100 mg × 1 + Clopidogrel 75 mg × 1 · 6 μήνες (ESC IA)
-
ΒΗΜΑ DAPT-3mo B01AC04Διπλή αντιαιμοπεταλιακή 3 μήνες — Υψηλός αιμορραγικός κίνδυνοςΥψηλός αιμορραγικός κίνδυνος (PRECISE-DAPT ≥ 25)Δοσολογία: Aspirin 75–100 mg × 1 + Clopidogrel 75 mg × 1 · 3 μήνες (ESC IIaB)
-
ΒΗΜΑ Triple B01AC04Τριπλή θεραπεία — Κολπική Μαρμαρυγή + PCIΑσθενείς με ένδειξη OAC + PCI / stent (κολπική μαρμαρυγή, μηχανική βαλβίδα)Δοσολογία: Aspirin 75 mg + Clopidogrel 75 mg + Apixaban 5 mg × 2 · 1 μήνας (ESC IIaB) → δυνατή επέκταση 6 μ. αν υψηλός ισχαιμικός κίνδυνος
-
ΒΗΜΑ Triple B01AC04Τριπλή θεραπεία — Κολπική Μαρμαρυγή + PCIΑσθενείς με ένδειξη OAC + PCI / stent (κολπική μαρμαρυγή, μηχανική βαλβίδα)Δοσολογία: Aspirin 75 mg + Clopidogrel 75 mg + Rivaroxaban 15 mg × 1 · 1 μήνας. Στην τριπλή προτιμάται 15 mg έναντι 20 mg
-
ΒΗΜΑ Triple B01AC04Τριπλή θεραπεία — Κολπική Μαρμαρυγή + PCIΑσθενείς με ένδειξη OAC + PCI / stent (κολπική μαρμαρυγή, μηχανική βαλβίδα)Δοσολογία: Aspirin 75 mg + Clopidogrel 75 mg + Dabigatran 110/150 mg × 2 · 1 μήνας
-
ΒΗΜΑ Triple B01AC04Τριπλή θεραπεία — Κολπική Μαρμαρυγή + PCIΑσθενείς με ένδειξη OAC + PCI / stent (κολπική μαρμαρυγή, μηχανική βαλβίδα)Δοσολογία: Clopidogrel 75 mg × 1 + Apixaban 5 mg × 2 · Έως 12 μήνες (PIONEER-AF, RE-DUAL — ESC IIaA)
-
ΒΗΜΑ Dual-CCS B01AC04Διπλή αντιθρομβωτική σε Χρόνιο Στεφανιαίο Σύνδρομο (CCS)CCS σε φλεβοκομβικό ρυθμό + υψηλός ισχαιμικός κίνδυνος + ΧΩΡΙΣ υψηλό αιμορραγικό κίνδυνοΔοσολογία: Aspirin 75–100 mg × 1 + Clopidogrel 75 mg × 1 · Παράταση μετά 12 μ. DAPT
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογικής Δράσης
Φάρμακα ή παράγοντες που ανταγωνίζονται ή εξασθενούν οποιονδήποτε μηχανισμό που οδηγεί σε συσσωμάτωση αιμοπεταλίων, είτε κατά τις φάσεις ενεργοποίησης και αλλαγής σχήματος είτε μετά την απελευθέρωση από πυκνά κοκκία και τη διέγερση του συστήματος προσταγlandi-θρομβοξάνης.
Ενώσεις που δεσμεύονται και αποκλείουν τη διέγερση των ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ PURINERGIC P2Y. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται ανταγωνιστές για συγκεκριμένους υποτύπους υποδοχέων P2Y.