REPAGLINIDE
Ρεπαγλινίδη
Η ακαρβόζη και η μιγλιτόλη είναι αναστολείς της α-γλυκοσιδάσης, η οποία φυσιολογικώς προκαλεί αποικοδόμηση των πολυ- και ολιγοσακχαριτών της τροφής. Συνεπεία της αναστολής παρεμποδίζεται η αύξηση της γλυκόζης που ακολουθεί ένα υδατανθρακούχο γεύμα. Η πιογλυταζόνη και η …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-NOVONORM
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Προγευματικά (εντός 15-30 λεπτών πριν από τα κύρια γεύματα)
- Δόση έναρξης: 0,5 mg
- Τιτλοποίηση: Μία έως δύο εβδομάδες μεταξύ των βημάτων τιτλοποίησης, όπως καθορίζονται από την ανταπόκριση της γλυκόζης του αίματος.
-
ΕνήλικεςΜέγ. δόση4 mg εφάπαξ δόση, 16 mg ημερησίωςΗ δοσολογία καθορίζεται εξατομικευμένα. Η μέγιστη συνιστώμενη εφάπαξ δόση είναι 4 mg και η μέγιστη συνολική ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 16 mg. Λαμβάνεται μαζί με τα κύρια γεύματα. Για ασθενείς που μετατάσσονται από άλλο από του στόματος υπογλυκαιμικό φαρμακευτικό προϊόν, η συνιστώμενη δόση εκκίνησης είναι 1 mg. Σε συνδυασμό με μετφορμίνη, η δόση εκκίνησης της ρεπαγλινίδης είναι 0,5 mg.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΔεν έχουν διεξαχθεί κλινικές μελέτες σε ασθενείς ηλικίας άνω των 75 ετών.
-
Νεφρική ανεπάρκειαΣυνιστάται προσοχή κατά την τιτλοποίηση λόγω αυξημένης ευαισθησίας στην ινσουλίνη. Η ρεπαγλινίδη δεν επηρεάζεται από νεφρικές διαταραχές (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
Ηπατική ανεπάρκειαΔεν έχουν διεξαχθεί κλινικές μελέτες.
-
Εξασθενημένοι ή υποσιτιζόμενοι ασθενείςΗ αρχική δόση και η δόση συντήρησης θα πρέπει να είναι συντηρητικές και η τιτλοποίηση πρέπει να γίνεται προσεκτικά, ώστε να αποφευχθούν υπογλυκαιμικές αντιδράσεις.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ ασφάλεια και αποτελεσματικότητα σε παιδιά κάτω των 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block
SPC-NOVONORM
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη ρεπαγλινίδη ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1, αρνητικός σε C-Πεπτίδιο
-
Διαβητική κετοξέωση, με ή χωρίς κώμα
-
Σοβαρές διαταραχές της ηπατικής λειτουργίας
-
Ταυτόχρονη χρήση της γεμφιβροζίλης
warning
SPC-NOVONORM
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Ανεπαρκής γλυκαιμικός έλεγχοςπροσοχήΝα συνταγογραφείται μόνο εάν ο ανεπαρκής γλυκαιμικός έλεγχος και τα συμπτώματα του διαβήτη επιμένουν παρά τις επαρκείς προσπάθειες δίαιτας, άσκησης και μείωσης βάρους.
-
Στρες (πυρετός, τραύμα, μόλυνση, χειρουργική επέμβαση)ΠληθυσμόςΑσθενείς σταθεροποιημένοι σε θεραπεία με από του στόματος υπογλυκαιμικό φαρμακευτικό προϊόνΜπορεί να είναι αναγκαία η διακοπή χορήγησης ρεπαγλινίδης και η θεραπεία με ινσουλίνη σε προσωρινή βάση.
-
ΥπογλυκαιμίαπροσοχήΗ ρεπαγλινίδη μπορεί να προκαλέσει υπογλυκαιμία.
-
Δευτεροπαθής αστοχία σε εκκριταγωγά της ινσουλίνηςΗ χρήση της ρεπαγλινίδης δεν έχει διερευνηθεί σε κλινικές μελέτες. Πριν θεωρηθεί δευτεροπαθής αστοχία, να εκτιμηθεί η ρύθμιση της δόσης και η τήρηση της δίαιτας και της άσκησης.
-
Συνδυασμός με άλλα εκκριταγωγά της ινσουλίνης φάρμακαΔεν έχουν διεξαχθεί μελέτες για τη διερεύνηση του συνδυασμού.
-
Συνδυασμός με NPH ινσουλίνη ή θειαζολιδινεδιόνεςΤο προφίλ κινδύνου - οφέλους πρέπει ακόμα να αποδειχτεί σε σύγκριση με άλλους θεραπευτικούς συνδυασμούς.
-
Συνδυασμός με μετφορμίνηπροσοχήΣυνδέεται με αυξημένο κίνδυνο υπογλυκαιμίας.
-
Οξύ στεφανιαίο σύνδρομοπροσοχήΗ χρήση ρεπαγλινίδης μπορεί να συσχετίζεται με μια αυξημένη συχνότητα εμφάνισης οξέος στεφανιαίου συνδρόμου (π.χ. έμφραγμα του μυοκαρδίου).
-
Ταυτόχρονη χρήση φαρμακευτικών προϊόντων που επηρεάζουν τον μεταβολισμό της ρεπαγλινίδηςπροσοχήΝα χρησιμοποιείται με προσοχή ή να αποφεύγεται. Εάν η ταυτόχρονη χρήση είναι απαραίτητη, θα πρέπει να πραγματοποιείται προσεκτική παρακολούθηση της γλυκόζης του αίματος και στενή κλινική παρακολούθηση.
swap_horiz
SPC-NOVONORM
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
αντένδειξηΑύξηση AUC της ρεπαγλινίδης (8,1x), Cmax (2,4x), παράταση t½ (από 1,3 σε 3,7 ώρες), ενισχυμένη και παρατεταμένη υπογλυκαιμική δράση. Αύξηση συγκέντρωσης ρεπαγλινίδης στο πλάσμα στις 7 ώρες κατά 28,6x.ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χρήση αντενδείκνυται.
-
ΤριμεθοπρίμηπροσοχήΜικρές αυξήσεις AUC (1,6x), Cmax (1,4x) και t½ (1,2x) της ρεπαγλινίδης, χωρίς στατιστικά σημαντικές επιδράσεις στη γλυκόζη του αίματος (με υποθεραπευτική δόση ρεπαγλινίδης).ΣύστασηΑποφυγή ταυτόχρονης χρήσης με δόσεις ρεπαγλινίδης >0,25 mg. Εάν απαραίτητο, προσεκτική παρακολούθηση γλυκόζης αίματος και κλινική παρακολούθηση.
-
παρακολούθησηΜείωση της AUC της ρεπαγλινίδης (50% με συγχορήγηση, 80% μετά διακοπή ριφαμπικίνης). Μείωση της υπογλυκαιμικής επίδρασης.ΣύστασηΑπαιτείται προσαρμογή της δόσης της ρεπαγλινίδης και παρακολούθηση της γλυκόζης του αίματος κατά την έναρξη, διάρκεια και μετά τη διακοπή της ριφαμπικίνης.
-
παρακολούθησηΠιθανή μείωση της υπογλυκαιμικής δράσης (επαγωγική επίδραση).ΣύστασηΠαρακολούθηση για αλλαγές στο γλυκαιμικό έλεγχο.
-
St John’s wort (Υπερικό)παρακολούθησηΠιθανή μείωση της υπογλυκαιμικής δράσης (επαγωγική επίδραση).ΣύστασηΠαρακολούθηση για αλλαγές στο γλυκαιμικό έλεγχο.
-
προσοχήΑύξηση της βιοδιαθεσιμότητας της ρεπαγλινίδης (AUC και Cmax) κατά 1,2 φορές, με αλλοίωση του προφίλ γλυκόζης αίματος <8%.
-
προσοχήΑύξηση της AUC της ρεπαγλινίδης κατά 1,4 φορές. Δεν παρατηρήθηκε σημαντική επίδραση στη γλυκόζη.
-
προσοχήΕλαφρά αύξηση της βιοδιαθεσιμότητας της ρεπαγλινίδης (AUC κατά 1,4x, Cmax κατά 1,7x) και της μέσης προσαυξημένης AUC της ινσουλίνης του ορού (1,5x) και μέγιστης συγκέντρωσης (1,6x).
-
προσοχήΑύξηση AUC (2,5x) και Cmax (1,8x) της ρεπαγλινίδης (σε εφάπαξ δόση 0,25 mg).ΣύστασηΑποφυγή ταυτόχρονης χρήσης. Εάν απαραίτητο, προσεκτική κλινική παρακολούθηση και παρακολούθηση γλυκόζης αίματος.
-
προσοχήΑύξηση συστηματικής έκθεσης (AUC) της ρεπαγλινίδης κατά 2,3 φορές και Cmax κατά 1,6 φορές. Μικρή αλλά σημαντική μείωση της γλυκόζης του αίματος (σε εφάπαξ δόση 0,5 mg).ΣύστασηΑποφυγή ταυτόχρονης χρήσης. Εάν απαραίτητο, προσεκτική κλινική παρακολούθηση και παρακολούθηση γλυκόζης αίματος.
-
προσοχήΑύξηση έκθεσης στη ρεπαγλινίδη (AUC0-∞) 5,1 φορές (δόση εφόδου) ή 3,9 φορές (συνεχής χορήγηση). Μικρή, σημαντική μείωση των τιμών γλυκόζης του αίματος.ΣύστασηΑποφυγή ταυτόχρονης χρήσης. Εάν απαραίτητο, προσεκτική παρακολούθηση γλυκόζης αίματος και στενή κλινική παρακολούθηση.
-
Β-αποκλειστές (μη εκλεκτικοί)προσοχήΕνδέχεται να αποκρύψουν τα συμπτώματα της υπογλυκαιμίας. Ενίσχυση/παράταση υπογλυκαιμικής δράσης.
-
καμίαΔεν αλλοίωσε σημαντικά τις φαρμακοκινητικές παραμέτρους της ρεπαγλινίδης.
-
καμίαΔεν αλλοίωσε σημαντικά τις φαρμακοκινητικές παραμέτρους της ρεπαγλινίδης.
-
ΟιστρογόνακαμίαΔεν αλλοίωσε σημαντικά τις φαρμακοκινητικές παραμέτρους της ρεπαγλινίδης.
-
ΣυμβαστίνηκαμίαΔεν αλλοίωσε σημαντικά τις φαρμακοκινητικές παραμέτρους της ρεπαγλινίδης.
-
καμίαΗ ρεπαγλινίδη δεν είχε κλινικώς σημαντική επίδραση στις φαρμακοκινητικές ιδιότητες.ΣύστασηΔεν είναι απαραίτητη προσαρμογή δοσολογίας της διγοξίνης.
-
καμίαΗ ρεπαγλινίδη δεν είχε κλινικώς σημαντική επίδραση στις φαρμακοκινητικές ιδιότητες.ΣύστασηΔεν είναι απαραίτητη προσαρμογή δοσολογίας της θεοφυλλίνης.
-
καμίαΗ ρεπαγλινίδη δεν είχε κλινικώς σημαντική επίδραση στις φαρμακοκινητικές ιδιότητες.ΣύστασηΔεν είναι απαραίτητη προσαρμογή δοσολογίας της βαρφαρίνης.
-
Άλλες αντιδιαβητικές ουσίεςπροσοχήΕνδέχεται να ενισχύσουν και/ή να παρατείνουν την υπογλυκαιμική δράση της ρεπαγλινίδης.
-
Αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (MAOI)προσοχήΕνδέχεται να ενισχύσουν και/ή να παρατείνουν την υπογλυκαιμική δράση της ρεπαγλινίδης.
-
Αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ACE)προσοχήΕνδέχεται να ενισχύσουν και/ή να παρατείνουν την υπογλυκαιμική δράση της ρεπαγλινίδης.
-
ΣαλικυλικάπροσοχήΕνδέχεται να ενισχύσουν και/ή να παρατείνουν την υπογλυκαιμική δράση της ρεπαγλινίδης.
-
Μη Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα (ΜΣΑΦ)προσοχήΕνδέχεται να ενισχύσουν και/ή να παρατείνουν την υπογλυκαιμική δράση της ρεπαγλινίδης.
-
προσοχήΕνδέχεται να ενισχύσουν και/ή να παρατείνουν την υπογλυκαιμική δράση της ρεπαγλινίδης.
-
ΑλκοόλπροσοχήΕνδέχεται να ενισχύσουν και/ή να παρατείνουν την υπογλυκαιμική δράση της ρεπαγλινίδης.
-
Αναβολικά στεροειδήπροσοχήΕνδέχεται να ενισχύσουν και/ή να παρατείνουν την υπογλυκαιμική δράση της ρεπαγλινίδης.
-
Από του στόματος αντισυλληπτικάπαρακολούθησηΕνδέχεται να μειώσουν την υπογλυκαιμική επίδραση της ρεπαγλινίδης.ΣύστασηΠαρακολούθηση του γλυκαιμικού ελέγχου κατά την έναρξη ή διακοπή της ταυτόχρονης χορήγησης.
-
ΒαρβιτουρικάπαρακολούθησηΕνδέχεται να μειώσουν την υπογλυκαιμική επίδραση της ρεπαγλινίδης.ΣύστασηΠαρακολούθηση του γλυκαιμικού ελέγχου κατά την έναρξη ή διακοπή της ταυτόχρονης χορήγησης.
-
παρακολούθησηΕνδέχεται να μειώσουν την υπογλυκαιμική επίδραση της ρεπαγλινίδης (ενδεχομένως ως επαγωγέας).ΣύστασηΠαρακολούθηση του γλυκαιμικού ελέγχου κατά την έναρξη ή διακοπή της ταυτόχρονης χορήγησης.
-
ΘειαζίδιαπαρακολούθησηΕνδέχεται να μειώσουν την υπογλυκαιμική επίδραση της ρεπαγλινίδης.ΣύστασηΠαρακολούθηση του γλυκαιμικού ελέγχου κατά την έναρξη ή διακοπή της ταυτόχρονης χορήγησης.
-
ΚορτικοστεροειδήπαρακολούθησηΕνδέχεται να μειώσουν την υπογλυκαιμική επίδραση της ρεπαγλινίδης.ΣύστασηΠαρακολούθηση του γλυκαιμικού ελέγχου κατά την έναρξη ή διακοπή της ταυτόχρονης χορήγησης.
-
παρακολούθησηΕνδέχεται να μειώσουν την υπογλυκαιμική επίδραση της ρεπαγλινίδης.ΣύστασηΠαρακολούθηση του γλυκαιμικού ελέγχου κατά την έναρξη ή διακοπή της ταυτόχρονης χορήγησης.
-
Θυρεοειδικές ορμόνεςπαρακολούθησηΕνδέχεται να μειώσουν την υπογλυκαιμική επίδραση της ρεπαγλινίδης.ΣύστασηΠαρακολούθηση του γλυκαιμικού ελέγχου κατά την έναρξη ή διακοπή της ταυτόχρονης χορήγησης.
-
ΣυμπαθομιμητικάπαρακολούθησηΕνδέχεται να μειώσουν την υπογλυκαιμική επίδραση της ρεπαγλινίδης.ΣύστασηΠαρακολούθηση του γλυκαιμικού ελέγχου κατά την έναρξη ή διακοπή της ταυτόχρονης χορήγησης.
sick
SPC-NOVONORM
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αλλεργικές αντιδράσεις
- Υπερευαισθησία
- Υπογλυκαιμία
- Υπογλυκαιμικό κώμα
- Υπογλυκαιμική απώλεια αισθήσεων
- Διαθλαστικές διαταραχές
- Καρδιαγγειακή νόσος
- Κοιλιακός πόνος
- Διάρροια
- Έμετος
- Δυσκοιλιότητα
- Ναυτία
- Διαταραχή ηπατικής λειτουργίας
- Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακός πόνοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΥπογλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΚαρδιαγγειακή νόσοςΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΑλλεργικές αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΑυξημένα ηπατικά ένζυμαΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΔιαθλαστικές διαταραχέςΟφθαλμικές
-
Πολύ σπάνιεςΔιαταραχή ηπατικής λειτουργίαςΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΥπογλυκαιμική απώλεια αισθήσεωνΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥπογλυκαιμικό κώμαΜεταβολισμός
pregnant_woman
SPC-NOVONORM
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΔεν έχουν γίνει μελέτες με ρεπαγλινίδη σε έγκυες γυναίκες.
-
ΓαλουχίαΔεν πρέπει να χρησιμοποιείταιΔεν έχουν γίνει μελέτες σε θηλάζουσες γυναίκες.
-
ΓονιμότηταΤα δεδομένα από τις μελέτες σε ζώα για τη διερεύνηση των επιδράσεων στην εμβρυϊκή ανάπτυξη και στους απογόνους καθώς και την απέκκριση στο γάλα περιγράφονται στην (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-NOVONORM
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στο διαβήτη, άλλα φάρμακα μείωσης γλυκόζης του αίματος εκτός από ινσουλίνες, κωδικός ATC: A10BΧ02 ### Μηχανισμός δράσης Η ρεπαγλινίδη είναι ένα εκκριταγωγό φάρμακο βραχείας δράσης που λαμβάνεται…
biotech
SPC-NOVONORM
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Η ρεπαγλινίδη απορροφάται ταχέως από το γαστρεντερικό σωλήνα, γεγονός που οδηγεί σε ταχεία αύξηση της συγκέντρωσης της δραστικής ουσίας στο πλάσμα. Τα μέγιστα επίπεδα συγκέντρωσης στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός μιας ώρας μετά τη χορήγηση….
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Γλυκόζη αίματος | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | Προσεκτική παρακολούθηση | Συγχορήγηση με επίδραση στο μεταβολισμό της ρεπαγλινίδης |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κλινική παρακολούθηση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | Στενή παρακολούθηση | Συγχορήγηση με επίδραση στο μεταβολισμό της ρεπαγλινίδης |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-NOVONORM
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Η ρεπαγλινίδη χορηγείται προγευματικά και τιτλοποιείται εξατομικευμένα ώστε να βελτιώνει το γλυκαιμικό έλεγχο. Εκτός από τη συνηθισμένη παρακολούθηση της γλυκόζης του αίματος ή/και των ούρων από τον ασθενή, η γλυκόζη του αίματος του ασθενούς πρέπει να παρακολουθείται τακτικά από τον ιατρό για να καθορίζεται η ελάχιστη αποτελεσματική δόση για τον ασθενή. Τα επίπεδα γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης είναι επίσης σημαντικά για την παρακολούθηση της ανταπόκρισης του ασθενούς στη θεραπεία. Ο περιοδικός έλεγχος είναι αναγκαίος για την ανίχνευση ανεπαρκούς μείωσης της γλυκόζης στο αίμα στο μέγιστο συνιστώμενο επίπεδο δόσης (δηλ. πρωτοπαθούς αστοχίας) και για την ανίχνευση απώλειας επαρκούς ανταπόκρισης μείωσης της γλυκόζης στο αίμα μετά από μια αρχική περίοδο αποτελεσματικότητας (δηλ. δευτεροπαθούς αστοχίας). Η βραχυπρόθεσμη χορήγηση της ρεπαγλινίδης ενδέχεται να είναι επαρκής κατά περιόδους παροδικής απώλειας του ελέγχου, σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 που συνήθως ελέγχεται καλά με τη δίαιτα.
Αρχική δόση
Η δοσολογία θα πρέπει να ορίζεται από τον ιατρό, σύμφωνα με τις ανάγκες του ασθενούς. Η συνιστώμενη δόση εκκίνησης είναι 0,5 mg. Θα πρέπει να μεσολαβήσουν μία έως δύο εβδομάδες μεταξύ των βημάτων τιτλοποίησης (όπως καθορίζονται από την ανταπόκριση της γλυκόζης του αίματος). Αν οι ασθενείς μετατάσσονται από θεραπεία με άλλο από του στόματος υπογλυκαιμικό φαρμακευτικό προϊόν, η συνιστώμενη δόση εκκίνησης είναι 1 mg.
Συντήρηση
Η μέγιστη συνιστώμενη εφάπαξ δόση είναι 4 mg και λαμβάνεται μαζί με τα κύρια γεύματα. Η μέγιστη συνολική ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 16 mg.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι ασθενείς
Δεν έχουν διεξαχθεί κλινικές μελέτες σε ασθενείς ηλικίας άνω των 75 ετών.
Νεφρική ανεπάρκεια
Η ρεπαγλινίδη δεν επηρεάζεται από νεφρικές διαταραχές (βλ. Φαρμακοκινητικές). Το οχτώ τοις εκατό μιας δόσης ρεπαγλινίδης απεκκρίνεται μέσω των νεφρών και η συνολική κάθαρση του προϊόντος στο πλάσμα μειώνεται σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Επειδή η ευαισθησία στην ινσουλίνη είναι αυξημένη σε διαβητικούς ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, συνιστάται προσοχή κατά την τιτλοποίηση αυτών των ασθενών.
Ηπατική ανεπάρκεια
Δεν έχουν διεξαχθεί κλινικές μελέτες σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια.
Εξασθενημένοι ή υποσιτιζόμενοι ασθενείς
Σε εξασθενημένους ή υποσιτιζόμενους ασθενείς, η αρχική δόση και η δόση συντήρησης θα πρέπει να είναι συντηρητικές και η τιτλοποίηση πρέπει να γίνεται προσεκτικά, ώστε να αποφευχθούν υπογλυκαιμικές αντιδράσεις.
Ασθενείς που λαμβάνουν άλλα από του στόματος υπογλυκαιμικά φαρμακευτικά προϊόντα
Οι ασθενείς μπορούν να μεταταχθούν άμεσα από θεραπεία με άλλα από του στόματος υπογλυκαιμικά φαρμακευτικά προϊόντα σε ρεπαγλινίδη. Εντούτοις, δεν υπάρχει ακριβής σχέση δοσολογίας μεταξύ της ρεπαγλινίδης και των άλλων από του στόματος υπογλυκαιμικών φαρμακευτικών προϊόντων. Η μέγιστη συνιστώμενη δόση εκκίνησης για ασθενείς που μετατάσσονται σε ρεπαγλινίδη είναι 1 mg χορηγούμενη πριν από τα κύρια γεύματα. H ρεπαγλινίδη μπορεί να χορηγηθεί σε συνδυασμό με μετφορμίνη, όταν η μετφορμίνη από μόνη της δεν ελέγχει επαρκώς τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα. Στην περίπτωση αυτή, η δοσολογία της μετφορμίνης πρέπει να διατηρείται αμετάβλητη και η ρεπαγλινίδη να χορηγείται συνοδευτικά. Η δόση εκκίνησης της ρεπαγλινίδης είναι 0,5 mg που λαμβάνεται πριν από τα κύρια γεύματα. Η τιτλοποίηση καθορίζεται από την ανταπόκριση της γλυκόζης στο αίμα, όπως στη μονοθεραπεία.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της ρεπαγλινίδης σε παιδιά κάτω των 18 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Τρόπος χορήγησης
Η ρεπαγλινίδη θα πρέπει να λαμβάνεται πριν από τα κύρια γεύματα (δηλ. προγευματικά). Οι δόσεις συνήθως λαμβάνονται εντός 15 λεπτών από το γεύμα αλλά ο χρόνος της λήψης μπορεί να προηγείται από ελάχιστα μέχρι και 30 λεπτά πριν το γεύμα (π.χ. προγευματικά στα 2, 3, ή 4 γεύματα την ημέρα). Οι ασθενείς οι οποίοι παραλείπουν ένα γεύμα (ή προσθέτουν ένα επιπλέον γεύμα) θα πρέπει να εκπαιδεύονται ώστε να παραλείπουν (ή να προσθέτουν) μία δόση για αυτό το γεύμα. Στην περίπτωση ταυτόχρονης χρήσης και άλλων δραστικών ουσιών ανατρέξτε στις (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις) για να υπολογίσετε τη δοσολογία.
block
Αντενδείξεις
SPC-NOVONORM
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη ρεπαγλινίδη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1, αρνητικός σε C-Πεπτίδιο.
- Διαβητική κετοξέωση, με ή χωρίς κώμα.
- Σοβαρές διαταραχές της ηπατικής λειτουργίας.
- Ταυτόχρονη χρήση της γεμφιβροζίλης (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-NOVONORM
expand_more
Προειδοποιήσεις
Γενικά
Η ρεπαγλινίδη πρέπει να συνταγογραφείται μόνο εάν ο ανεπαρκής γλυκαιμικός έλεγχος και τα συμπτώματα του διαβήτη επιμένουν παρά τις επαρκείς προσπάθειες δίαιτας, άσκησης και μείωσης βάρους.
Όταν ένας ασθενής, σταθεροποιημένος σε θεραπεία με οποιοδήποτε από του στόματος υπογλυκαιμικό φαρμακευτικό προϊόν, εκτεθεί σε στρες όπως πυρετός, τραύμα, μόλυνση ή χειρουργική επέμβαση, ενδέχεται ο γλυκαιμικός έλεγχος να απωλεσθεί. Στις περιπτώσεις αυτές, μπορεί να είναι αναγκαία η διακοπή χορήγησης ρεπαγλινίδης και η θεραπεία με ινσουλίνη σε προσωρινή βάση.
Υπογλυκαιμία
Η ρεπαγλινίδη μπορεί, όπως και τα άλλα εκκριταγωγά της ινσουλίνης φάρμακα, να προκαλέσει υπογλυκαιμία.
Συνδυασμός με εκκριταγωγά φάρμακα της ινσουλίνης
Το αποτέλεσμα των από του στόματος υπογλυκαιμικών φαρμακευτικών προϊόντων στη μείωση των επιπέδων της γλυκόζης του αίματος μειώνεται σε πολλούς ασθενείς με την πάροδο του χρόνου. Αυτό ίσως οφείλεται στην εξέλιξη της σοβαρότητας του διαβήτη ή σε μειωμένη ικανότητα ανταπόκρισης στο φαρμακευτικό προϊόν. Το φαινόμενο αυτό είναι γνωστό ως δευτεροπαθής αστοχία, ώστε να διακρίνεται από την πρωτοπαθή αστοχία, όπου το φαρμακευτικό προϊόν είναι αναποτελεσματικό σε ένα συγκεκριμένο ασθενή όταν δίδεται για πρώτη φορά. Πριν θεωρηθεί ότι ένας ασθενής κάνει δευτεροπαθή αστοχία, θα πρέπει να εκτιμηθεί η ρύθμιση της δόσης και η τήρηση της δίαιτας και της άσκησης.
Η ρεπαγλινίδη δρα μέσω διαφορετικού σημείου σύνδεσης με βραχεία δράση στα β-κύτταρα. Η χρήση της ρεπαγλινίδης σε περίπτωση δευτεροπαθούς αστοχίας σε εκκριταγωγά της ινσουλίνης φάρμακα δεν έχει διερευνηθεί σε κλινικές μελέτες.
Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες για τη διερεύνηση του συνδυασμού με άλλα εκκριταγωγά της ινσουλίνης φάρμακα.
Συνδυασμός με την Neutral Protamine Hagedorn (NPH) ινσουλίνη ή με θειαζολιδινεδιόνες
Έχουν διεξαχθεί μελέτες συνδυασμού θεραπείας με NPH ινσουλίνη ή θειαζολιδινεδιόνες. Παρόλα αυτά, το προφίλ κινδύνου - οφέλους πρέπει ακόμα να αποδειχτεί σε σύγκριση με άλλους θεραπευτικούς συνδυασμούς.
Συνδυασμός με μετφορμίνη
Η θεραπεία σε συνδυασμό με μετφορμίνη συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο υπογλυκαιμίας.
Οξύ στεφανιαίο σύνδρομο
Η χρήση ρεπαγλινίδης μπορεί να συσχετίζεται με μια αυξημένη συχνότητα εμφάνισης οξέος στεφανιαίου συνδρόμου (π.χ. έμφραγμα του μυοκαρδίου), (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοδυναμικές).
Ταυτόχρονη χρήση
Η ρεπαγλινίδη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή ή να αποφεύγεται σε ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα με επίδραση στο μεταβολισμό της ρεπαγλινίδης (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Εάν η ταυτόχρονη χρήση είναι απαραίτητη, θα πρέπει να πραγματοποιείται προσεκτική παρακολούθηση της γλυκόζης του αίματος και στενή κλινική παρακολούθηση.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-NOVONORM
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Ένας αριθμός φαρμακευτικών προϊόντων είναι γνωστό ότι επηρεάζει το μεταβολισμό της ρεπαγλινίδης. Πιθανές, επομένως, αλληλεπιδράσεις πρέπει να ληφθούν υπόψη από τον ιατρό: Δεδομένα in vitro δείχνουν ότι η ρεπαγλινίδη μεταβολίζεται κυρίως από το CYP2C8 αλλά επίσης και από το CYP3A4. Κλινικά δεδομένα σε υγιείς εθελοντές υποστηρίζουν ότι το CYP2C8 είναι το σημαντικότερο ένζυμο που συμμετέχει στο μεταβολισμό της ρεπαγλινίδης ενώ το CYP3A4 παίζει μικρό ρόλο, η σχετική όμως συνεισφορά του μπορεί να αυξηθεί αν το CYP2C8 ανασταλεί. Επομένως ο μεταβολισμός, και μέσω αυτού η κάθαρση της ρεπαγλινίδης, μπορεί να μεταβληθεί από ουσίες που επηρεάζουν αυτά τα ένζυμα του κυτοχρώματος P-450 μέσω αναστολής ή επαγωγής. Θα χρειαστεί ειδική μεταχείριση όταν και οι δύο αναστολείς των CYP2C8 και 3A4 συγχορηγούνται ταυτόχρονα με τη ρεπαγλινίδη. Βάσει δεδομένων in vitro, η ρεπαγλινίδη φαίνεται ότι υπόκειται σε ενεργητική πρόσληψη από το ήπαρ (πρωτεΐνη μεταφοράς οργανικών ανιόντων OATP1B1). Οι ουσίες που αναστέλλουν την OATP1B1 ίσως έχουν τη δυνατότητα να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις ρεπαγλινίδης στο πλάσμα, όπως αποδείχθηκε με την κυκλοσπορίνη (βλέπε παρακάτω). Οι ακόλουθες ουσίες ενδέχεται να ενισχύσουν και/ή να παρατείνουν την υπογλυκαιμική δράση της ρεπαγλινίδης: γεμφιβροζίλη, κλαριθρομυκίνη, ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, τριμεθοπρίμη, κυκλοσπορίνη, δεφερασιρόξη, κλοπιδογρέλη, άλλες αντιδιαβητικές ουσίες, αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (MAOI), ουσίες μη εκλεκτικών β-αποκλειστών, αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ACE), σαλικυλικά, Μη Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα (ΜΣΑΦ), οκτρεοτίδη, αλκοόλ και αναβολικά στεροειδή. Η συγχορήγηση της γεμφιβροζίλης (600 mg δις ημερησίως), ενός αναστολέα του CYP2C8 και της ρεπαγλινίδης (εφάπαξ δόση των 0,25 mg), αύξησε την AUC της ρεπαγλινίδης κατά 8,1 φορές και την Cmax 2,4 φορές σε υγιείς εθελοντές. Ο χρόνος ημίσειας ζωής παρατάθηκε από 1,3 ώρες σε 3,7 ώρες, καταλήγοντας πιθανώς σε ενισχυμένη και παρατεταμένη επίδραση της ρεπαγλινίδης στη μείωση της γλυκόζης στο αίμα και η συγκέντρωση της ρεπαγλινίδης στο πλάσμα στις 7 ώρες αυξήθηκε 28,6 φορές από τη γεμφιβροζίλη. Η ταυτόχρονη χρήση της γεμφιβροζίλης και της ρεπαγλινίδης αντενδείκνυται.(βλ. Αντενδείξεις). Η συγχορήγηση της τριμεθοπρίμης (160 mg δις ημερησίως), ενός ασθενούς αναστολέα του CYP2C8 και της ρεπαγλινίδης (εφάπαξ δόση των 0,25 mg) οδήγησε σε μικρές αυξήσεις στην AUC της ρεπαγλινίδης, τη Cmax και t½ (1,6 φορές, 1,4 φορές και 1,2 φορές αντιστοίχως) χωρίς στατιστικά σημαντικές επιδράσεις στα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα. Η έλλειψη της φαρμακοδυναμικής αυτής επίδρασης παρατηρήθηκε με μια υποθεραπευτική δόση της ρεπαγλινίδης. Λόγω του ότι δεν έχει διαπιστωθεί το προφίλ ασφαλείας του συνδυασμού αυτού με δόσεις υψηλότερες από 0,25 mg για τη ρεπαγλινίδη και 320 mg για τη τριμεθοπρίμη θα πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση της τριμεθοπρίμης με τη ρεπαγλινίδη. Σε περίπτωση που η ταυτόχρονη χρήση είναι απαραίτητη, θα πρέπει να πραγματοποιείται προσεκτική παρακολούθηση της γλυκόζης του αίματος και στενή κλινική παρακολούθηση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Η ριφαμπικίνη, ένας ισχυρός επαγωγέας του CYP3A4 αλλά και του CYP2C8, δρα και ως επαγωγέας και ως αναστολέας του μεταβολισμού της ρεπαγλινίδης. Επτά μέρες προθεραπεία με ριφαμπικίνη (600 mg), ακολουθούμενη από συγχορήγηση ρεπαγλινίδης (εφάπαξ δόση 4 mg) κατά την ημέρα επτά, οδήγησε σε κατά 50% μικρότερη AUC (επίδραση συνδυασμένης επαγωγής και αναστολής). Όταν η ρεπαγλινίδη χορηγούνταν 24 ώρες μετά από την τελευταία δόση ριφαμπικίνης, παρατηρήθηκε μείωση της AUC της ρεπαγλινίδης κατά 80% (επίδραση μόνο της επαγωγής). Η ταυτόχρονη χρήση ριφαμπικίνης και ρεπαγλινίδης μπορεί επομένως να καταστήσει αναγκαία μια προσαρμογή της δόσης της ρεπαγλινίδης, η οποία θα πρέπει να βασίζεται στην προσεκτική παρακολούθηση των συγκεντρώσεων της γλυκόζης στο αίματος τόσο στην έναρξη της θεραπείας με ριφαμπικίνη (οξεία αναστολή), μετά τη χορήγηση (συνδυασμένη επαγωγή και αναστολή), διακοπή (μόνο επαγωγή) και έως περίπου δυο εβδομάδες μετά τη διακοπή της ριφαμπικίνης όπου η επαγωγική επίδραση της ριφαμπικίνης δεν υφίσταται πλέον. Δεν μπορεί να αποκλειστεί το γεγονός το ότι άλλοι επαγωγείς, π.χ. φαινυτοϊνη, καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη, St John’s wort μπορεί να έχουν παρόμοια επίδραση. Η επίδραση της κετοκοναζόλης, ενός πρωτοτύπου εκ των ισχυρών και ανταγωνιστικών αναστολέων του CYP3A4, στη φαρμακοκινητική της ρεπαγλινίδης μελετήθηκε σε υγιή άτομα. Η συγχορήγηση 200 mg κετοκοναζόλης αύξησε τη βιοδιαθεσιμότητα της ρεπαγλινίδης (AUC και Cmax) κατά 1,2 φορές με αλλοίωση του προφίλ συγκεντρώσεων της γλυκόζης στο αίμα κατά λιγότερο από 8% όταν χορηγείται ταυτόχρονα (εφάπαξ δόση 4 mg ρεπαγλινίδης). Η συγχορήγηση 100 mg ιτρακοναζόλης, ενός αναστολέα του CYP3A4 είχε επίσης μελετηθεί σε υγιείς εθελοντές, και αύξησε την AUC κατά 1,4 φορές. Δεν παρατηρήθηκε καμία σημαντική επίδραση στο επίπεδο της γλυκόζης σε υγιείς εθελοντές. Σε μια μελέτη αλληλεπίδρασης σε υγιείς εθελοντές, η συγχορήγηση 250 mg κλαριθρομυκίνης, με ισχυρό μηχανισμό δράσης αναστολέως του CYP3A4, αύξησε ελαφρώς τη βιοδιαθεσιμότητα της ρεπαγλινίδης (AUC) κατά 1,4 φορές και τη Cmax κατά 1,7 φορές και αύξησε τη μέση προσαυξημένη AUC της ινσουλίνης του ορού κατά 1,5 φορές και τη μέγιστη συγκέντρωση κατά 1,6 φορές. Ο ακριβής μηχανισμός της αλληλεπίδρασης αυτής δεν είναι σαφής. Σε μια μελέτη σε υγιείς εθελοντές, η συγχορήγηση ρεπαγλινίδης (εφάπαξ δόση των 0,25 mg) και κυκλοσπορίνης (επανειλημμένη δόση των 100 mg), αύξησε την AUC και την Cmax της ρεπαγλινίδης κατά 2,5 και 1,8 φορές αντίστοιχα. Δεδομένου ότι η αλληλεπίδραση δεν έχει αποδειχτεί ακόμα με δοσολογίες υψηλότερες από 0,25 mg για τη ρεπαγλινίδη, η ταυτόχρονη χρήση κυκλοσπορίνης με τη ρεπαγλινίδη θα πρέπει να αποφεύγεται. Εάν ο συνδυασμός κριθεί απαραίτητος, θα πρέπει να πραγματοποιείται προσεκτική κλινική παρακολούθηση και παρακολούθηση της γλυκόζης του αίματος (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Σε μελέτη αλληλεπίδρασης που διεξήχθη με υγιείς εθελοντές, η συγχορήγηση δεφερασιρόξης (30 mg/kg/ημέρα για 4 ημέρες), έναν μέτριο αναστολέα της CYP2C8 και CYP3Α4, και ρεπαγλινίδης (εφάπαξ δόση 0,5 mg) είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση στη συστηματική έκθεση (AUC) της ρεπαγλινίδης κατά 2,3 φορές (90% CI [2.03-2.63]) του ελέγχου, της Cmax κατά 1.6 φορές (90% CI [1.42-1.84]) καθώς και μια μικρή αλλά σημαντική μείωση της τιμής της γλυκόζης στο αίμα. Δεδομένου ότι η αλληλεπίδραση δεν έχει αποδειχθεί σε δόσεις της ρεπαγλινίδης υψηλότερες των 0,5 mg, η ταυτόχρονη χρήση της δεφερασιρόξης και της ρεπαγλινίδης θα πρέπει να αποφεύγεται. Εάν ο συνδυασμός κριθεί απαραίτητος, θα πρέπει να πραγματοποιείται προσεκτική κλινική παρακολούθηση και παρακολούθηση της γλυκόζης του αίματος (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Σε μελέτη αλληλεπίδρασης που διεξήχθη με υγιείς εθελοντές, η συγχορήγηση κλοπιδογρέλης (δόση εφόδου 300 mg), ένας αναστολέας του CYP2C8, αύξησε την έκθεση στη ρεπαγλινίδη (AUC0-∞) 5,1 φορές και η συνεχής χορήγηση (75 mg ημερησίως) αύξησε την έκθεση στη ρεπαγλινίδη (AUC0-∞) 3,9 φορές. Παρατηρήθηκε μια μικρή, σημαντική μείωση των τιμών γλυκόζης του αίματος. Καθώς το προφίλ ασφαλείας της ταυτόχρονης θεραπείας δεν έχει τεκμηριωθεί σε αυτούς τους ασθενείς, η ταυτόχρονη χρήση κλοπιδογρέλης και ρεπαγλινίδης θα πρέπει να αποφεύγεται. Εάν η ταυτόχρονη χρήση είναι απαραίτητη, θα πρέπει να πραγματοποιείται προσεκτική παρακολούθηση της γλυκόζης του αίματος και στενή κλινική παρακολούθηση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Τα φαρμακευτικά προϊόντα β-αποκλειστών ενδέχεται να αποκρύψουν τα συμπτώματα της υπογλυκαιμίας. Η συγχορήγηση σιμετιδίνης, νιφεδιπίνης, οιστρογόνων, ή συμβαστίνης με τη ρεπαγλινίδη, που αποτελούν όλες υποστρώματα του CYP3A4, δεν αλλοίωσε σημαντικά τις φαρμακοκινητικές παραμέτρους της ρεπαγλινίδης. Η ρεπαγλινίδη δεν είχε καμία κλινικώς σημαντική επίδραση στις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της διγοξίνης, θεοφυλλίνης ή βαρφαρίνης σε σταθερή κατάσταση, όταν χορηγήθηκε σε υγιείς εθελοντές. Η προσαρμογή της δοσολογίας των ενώσεων αυτών όταν συγχορηγούνται με ρεπαγλινίδη δεν είναι επομένως απαραίτητη. Οι ακόλουθες ουσίες ενδέχεται να μειώσουν την υπογλυκαιμική επίδραση της ρεπαγλινίδης: Από του στόματος αντισυλληπτικά, ριφαμπικίνη, βαρβιτουρικά, καρβαμαζεπίνη, θειαζίδια, κορτικοστεροειδή, δαναζόλη, θυρεοειδικές ορμόνες και συμπαθομιμητικά. Όταν τα φάρμακα αυτά χορηγούνται ή διακόπτονται από έναν ασθενή που λαμβάνει ρεπαγλινίδη, ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά για τυχόν αλλαγές στο γλυκαιμικό έλεγχο. Όταν η ρεπαγλινίδη χρησιμοποιείται μαζί με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που απεκκρίονται κυρίως από τη χολή όπως η ρεπαγλινίδη, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη οποιαδήποτε πιθανή αλληλεπίδραση.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπιδράσεων σε παιδιά και εφήβους.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-NOVONORM
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Σύνοψη του προφίλ ασφαλείας
Οι πιο συχνά αναφερθείσες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι οι αλλαγές στα επίπεδα της γλυκόζης του αίματος, π.χ. υπογλυκαιμία. Η εμφάνιση τέτοιων ενεργειών εξαρτάται από εξατομικευμένους παράγοντες, όπως διατροφικές συνήθειες, δοσολογία, άσκηση και άγχος.
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Με βάση την εμπειρία με τη ρεπαγλινίδη και με άλλα υπογλυκαιμικά φαρμακευτικά προϊόντα, έχουν παρατηρηθεί οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες: Οι συχνότητες ορίζονται ως: συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000) και μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
- Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
- Αλλεργικές αντιδράσεις*: Πολύ σπάνιες
- Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
- Υπογλυκαιμία: Συχνές
- Υπογλυκαιμικό κώμα και υπογλυκαιμική απώλεια αισθήσεων: Μη γνωστές
- Οφθαλμικές διαταραχές
- Διαθλαστικές διαταραχές *: Πολύ σπάνιες
- Καρδιακές διαταραχές
- Καρδιαγγειακή νόσος: Σπάνιες
- Διαταραχές του γαστρεντερικού
- Κοιλιακός πόνος, διάρροια: Συχνές
- Έμετος, δυσκοιλιότητα: Πολύ σπάνιες
- Ναυτία: Μη γνωστές
- Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
- Διαταραχή ηπατικής λειτουργίας, αυξημένες τιμές ηπατικών ενζύμων *: Πολύ σπάνιες
- Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
- Υπερευαισθησία *: Μη γνωστές
*βλέπε την παράγραφο Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών παρακάτω
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Αλλεργικές αντιδράσεις
Γενικευμένες αντιδράσεις υπερευαισθησίας (π.χ. αναφυλακτική αντίδραση), ή ανοσολογικές αντιδράσεις όπως η αγγειίτιδα.
Διαθλαστικές διαταραχές
Οι μεταβολές στα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα είναι γνωστό ότι καταλήγουν σε παροδικές διαταραχές της όρασης, ιδίως κατά την έναρξη της θεραπείας. Τέτοιου είδους διαταραχές έχουν αναφερθεί μόνο σε ελάχιστες περιπτώσεις μετά την έναρξη αγωγής με ρεπαγλινίδη. Οι περιπτώσεις αυτές δεν οδήγησαν στη διακοπή της αγωγής με ρεπαγλινίδη σε κλινικές μελέτες.
Διαταραχή ηπατικής λειτουργίας, αυξημένες τιμές ηπατικών ενζύμων
Έχουν αναφερθεί μεμονωμένες περιπτώσεις αύξησης των ηπατικών ενζύμων κατά την αγωγή με ρεπαγλινίδη. Οι περισσότερες από αυτές ήταν ήπιες και παροδικές και ελάχιστοι ασθενείς διέκοψαν την αγωγή λόγω της αύξησης των ηπατικών ενζύμων. Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, έχει αναφερθεί σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
Υπερευαισθησία
Ενδέχεται να παρουσιαστούν αντιδράσεις υπερευαισθησίας στο δέρμα, όπως ερύθημα, κνησμός, εξανθήματα και κνίδωση. Δεν υπάρχει λόγος υποψίας για διασταυρούμενη αλλεργία με σουλφονυλουρίες λόγω διαφοράς στη χημική δομή.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-NOVONORM
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Εγκυμοσύνη
Δεν έχουν γίνει μελέτες με ρεπαγλινίδη σε έγκυες γυναίκες. Η ρεπαγλινίδη πρέπει να αποφεύγεται κατά την διάρκεια της κυήσεως.
Θηλασμός
Δεν έχουν γίνει μελέτες σε θηλάζουσες γυναίκες. Η ρεπαγλινίδη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε θηλάζουσες γυναίκες.
Γονιμότητα
Τα δεδομένα από τις μελέτες σε ζώα για τη διερεύνηση των επιδράσεων στην εμβρυϊκή ανάπτυξη και στους απογόνους καθώς και την απέκκριση στο γάλα περιγράφονται στην (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-NOVONORM
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στο διαβήτη, άλλα φάρμακα μείωσης γλυκόζης του αίματος εκτός από ινσουλίνες, κωδικός ATC: A10BΧ02
Μηχανισμός δράσης
Η ρεπαγλινίδη είναι ένα εκκριταγωγό φάρμακο βραχείας δράσης που λαμβάνεται από το στόμα. Η ρεπαγλινίδη μειώνει τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα εντόνως διεγείροντας την απελευθέρωση ινσουλίνης από το πάγκρεας, δράση που εξαρτάται από τα ενεργά β-κύτταρα των παγκρεατικών νησιδίων. Η ρεπαγλινίδη κλείνει τους εξαρτώμενους από ATP διαύλους καλίου στη μεμβράνη των β-κυττάρων, μέσω μιας πρωτεΐνης - στόχου που διαφέρει από άλλα εκκριταγωγά φάρμακα. Αυτό εξουδετερώνει την πόλωση των β-κυττάρων και οδηγεί σε άνοιγμα των διαύλων ασβεστίου. Η αυξημένη εισροή ασβεστίου που προκαλείται, επιφέρει την έκκριση ινσουλίνης από το β-κύτταρο.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Σε διαβητικούς ασθενείς τύπου 2, η ινσουλινοτρόπος ανταπόκριση σε γεύμα εμφανίστηκε εντός 30 λεπτών μετά τη χορήγηση από το στόμα μιας δόσης ρεπαγλινίδης. Αυτό οδήγησε σε μείωση της γλυκόζης στο αίμα κατά τη διάρκεια του γεύματος. Τα αυξημένα επίπεδα ινσουλίνης δεν διατηρήθηκαν πέραν του χρόνου του γεύματος. Τα επίπεδα ρεπαγλινίδης στο πλάσμα μειώθηκαν γρήγορα και εμφανίστηκαν χαμηλές συγκεντρώσεις στο πλάσμα ασθενών με διαβήτη τύπου 2, 4 ώρες μετά τη χορήγηση.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Η χορήγηση δόσεων από 0,5 mg έως 4 mg ρεπαγλινίδης σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, επέδειξε δοσοεξαρτώμενη μείωση της γλυκόζης στο αίμα. Τα αποτελέσματα κλινικής μελέτης έδειξαν ότι η χορήγηση της ρεπαγλινίδης είναι καλύτερη σε σχέση με τα κύρια γεύματα (προγευματική χορήγηση). Οι δόσεις λαμβάνονται συνήθως 15 λεπτά προ του γεύματος, αλλά ο χρόνος μπορεί να ποικίλλει μεταξύ αυτού ακριβώς πριν από το γεύμα, έως και 30 λεπτά πριν από το γεύμα. Μία επιδημιολογική μελέτη αναφέρει αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης οξέος στεφανιαίου συνδρόμου σε ασθενείς στους οποίους χορηγείται ρεπαγλινίδη σε σύγκριση με αυτούς στους οποίους χορηγούνται σουλφονυλουρίες (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-NOVONORM
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Η ρεπαγλινίδη απορροφάται ταχέως από το γαστρεντερικό σωλήνα, γεγονός που οδηγεί σε ταχεία αύξηση της συγκέντρωσης της δραστικής ουσίας στο πλάσμα. Τα μέγιστα επίπεδα συγκέντρωσης στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός μιας ώρας μετά τη χορήγηση. Μετά την επίτευξη ενός μέγιστου, τα επίπεδα στο πλάσμα μειώνονται ταχέως. Η φαρμακοκινητική της ρεπαγλινίδης χαρακτηρίζεται από μία μέση απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της τάξης του 63% (CV 11%). Δεν έχουν παρατηρηθεί κλινικά σημαντικές διαφορές στις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της ρεπαγλινίδης κατά τη χορήγησή της 0, 15 ή 30 λεπτά πριν το γεύμα ή κατά περιόδους νηστείας. Μια δια-ατομική υψηλή διακύμανση (60%) των συγκεντρώσεων της ρεπαγλινίδης στο πλάσμα έχει ανιχνευτεί στις κλινικές μελέτες. Η ενδο-ατομική διακύμανση είναι χαμηλή έως μέτρια (35%) και εφόσον η ρεπαγλινίδη πρέπει να τιτλοποιείται σύμφωνα με την κλινική ανταπόκριση, η αποτελεσματικότητά της δεν επηρεάζεται από τις δια-ατομικές διακυμάνσεις.
Κατανομή
Η φαρμακοκινητική της ρεπαγλινίδης χαρακτηρίζεται από μικρό όγκο κατανομής, 30 λίτρα (κατά την κατανομή μέσα στο ενδοκυττάριο υγρό) και έχει υψηλό ποσοστό δέσμευσης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος στους ανθρώπους (μεγαλύτερο από 98%).
Αποβολή
Η ρεπαγλινίδη αποβάλλεται ταχέως από το αίμα μέσα σε 4-6 ώρες. Η ημίσεια ζωή της στο πλάσμα είναι περίπου μία ώρα. Η ρεπαγλινίδη μεταβολίζεται σχεδόν πλήρως και κανένας από τους μεταβολίτες δεν έδειξε κλινικά σημαντικό υπογλυκαιμικό αποτέλεσμα. Η ρεπαγλινίδη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται κυρίως μέσω της χολής. Ένα μικρό κλάσμα (μικρότερο από 8%) της χορηγηθείσας δόσης εμφανίζεται στα ούρα, αρχικά με τη μορφή μεταβολιτών. Ποσοστό μικρότερο από 1% της ρεπαγλινίδης ανιχνεύεται στα κόπρανα.
Ειδικοί πληθυσμοί ασθενών
Η έκθεση στη ρεπαγλινίδη αυξάνεται σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια και σε ηλικιωμένους ασθενείς με διαβήτη τύπου 2. Η AUC (SD) μετά από έκθεση σε εφάπαξ δόση 2 mg (4 mg σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια) ήταν 31,4 ng/ml Χ ώρες (28,3) σε υγιείς εθελοντές, 304,9 ng/ml Χ ώρες (228,0) σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια και 117,9 ng/ml Χ ώρες (83,8) σε ηλικιωμένους ασθενείς με διαβήτη τύπου 2. Μετά από θεραπεία 5 ημερών με ρεπαγλινίδη (2 mg Χ 3/ημέρα) ασθενών με σοβαρή διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας (κάθαρση κρεατινίνης: 20-39 ml/λεπτό), τα αποτελέσματα έδειξαν σημαντική 2πλάσια αύξηση της έκθεσης (AUC) και του χρόνου ημίσειας ζωής (t1/2), σε σύγκριση με ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
ΕΟΦ · 6.1.2.3
Αλλα αντιδιαβητικά
expand_more
Αλλα αντιδιαβητικά
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Η ρεπαγλινίδη είναι ένα φάρμακο που μειώνει το σάκχαρο του αίματος. Μειώνει το σάκχαρο του αίματος διεγείροντας την απελευθέρωση ινσουλίνης από το πάγκρεας. Αυτό επιτυγχάνεται κλείνοντας τα κανάλια καλίου που εξαρτώνται από την ΑΤΡ στην μεμβράνη των β-κυττάρων. Αυτό αποπολώνει τα β-κύτταρα, ανοίγοντας τα κανάλια ασβεστίου των κυττάρων, και η επακόλουθη εισροή ασβεστίου προκαλεί έκκριση ινσουλίνης.
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ένδειξη
Για τη θεραπεία του Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου ΙΙ.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Η ρεπαγλινίδη είναι ένα από του στόματος φάρμακο που μειώνει το σάκχαρο του αίματος, της κατηγορίας των μεγλιτινιδών, που χρησιμοποιείται στη διαχείριση του διαβήτη τύπου 2 (γνωστός και ως διαβήτης μη εξαρτώμενος από ινσουλίνη ή NIDDM). Η ρεπαγλινίδη μειώνει τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα διεγείροντας την απελευθέρωση ινσουλίνης από το πάγκρεας. Αυτή η δράση εξαρτάται από τα λειτουργικά β-κύτταρα στα νησίδια του παγκρέατος. Η απελευθέρωση ινσουλίνης εξαρτάται από τη γλυκόζη και μειώνεται σε χαμηλές συγκεντρώσεις γλυκόζης.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός Δράσης
Η ρεπαγλινίδη κλείνει τα κανάλια καλίου που εξαρτώνται από την ΑΤΡ στην μεμβράνη των β-κυττάρων, συνδεόμενη σε χαρακτηρίσιμες θέσεις. Αυτή η απόφραξη των καναλιών καλίου αποπολώνει το β-κύτταρο, οδηγώντας στο άνοιγμα των καναλιών ασβεστίου. Η επακόλουθη αυξημένη εισροή ασβεστίου προκαλεί έκκριση ινσουλίνης. Ο μηχανισμός των ιοντικών καναλιών είναι ιδιαίτερα ιστός-επιλεκτικός με χαμηλή συγγένεια για την καρδιά και τους σκελετικούς μύες.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση
Ταχεία (βιοδιαθεσιμότητα 56%)
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Χρόνος Ημίσειας Ζωής
1 ώρα
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
98%
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα
LD50 >1 g/kg (αρουραίος) (W. Grell)
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η έκκριση ινσουλίνης από τα β-κύτταρα του παγκρέατος ελέγχεται εν μέρει από το δυναμικό της μεμβράνης. Το δυναμικό της μεμβράνης ρυθμίζεται μέσω μιας αντίστροφης σχέσης μεταξύ της δραστηριότητας των καναλιών καλίου που ευαισθητοποιούνται από ATP (ABCC8) και των εξωκυτταρικών συγκεντρώσεων γλυκόζης. Η γλυκόζη εισέρχεται στο κύτταρο μέσω των μεταφορέων GLUT2 (SLC2A2). Μόλις εισέλθει στο κύτταρο, η γλυκόζη μεταβολίζεται για την παραγωγή ATP. Οι υψηλές συγκεντρώσεις ATP αναστέλλουν τα κανάλια καλίου που ευαισθητοποιούνται από ATP, προκαλώντας αποπόλωση της μεμβράνης. Όταν οι εξωκυτταρικές συγκεντρώσεις γλυκόζης είναι χαμηλές, τα κανάλια καλίου που ευαισθητοποιούνται από ATP ανοίγουν, προκαλώντας επαναπόλωση της μεμβράνης. Οι υψηλές συγκεντρώσεις γλυκόζης προκαλούν το κλείσιμο των καναλιών καλίου που ευαισθητοποιούνται από ATP, οδηγώντας σε αποπόλωση της μεμβράνης και άνοιγμα των διαύλων ασβεστίου τύπου L. Η εισροή ιόντων ασβεστίου διεγείρει την εξωκυττάρωση των κοκκίων ινσουλίνης που εξαρτάται από το ασβέστιο. Η ρεπαγλινίδη αυξάνει την έκκριση ινσουλίνης αναστέλλοντας τα κανάλια καλίου που ευαισθητοποιούνται από ATP με τρόπο που εξαρτάται από τη γλυκόζη.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η δράση της ρεπαγλινίδης εξαρτάται από την παρουσία λειτουργικών β-κυττάρων και γλυκόζης. Σε αντίθεση με τους εκκριταγωγούς ινσουλίνης σουλφονυλουρίας, η ρεπαγλινίδη δεν έχει επίδραση στην έκκριση ινσουλίνης απουσία γλυκόζης. Αντιθέτως, ενισχύει την επίδραση της εξωκυττάριας γλυκόζης στα κανάλια καλίου που ευαισθητοποιούνται από ATP και έχει μικρή επίδραση στα επίπεδα ινσουλίνης μεταξύ των γευμάτων και κατά τη διάρκεια της νύχτας. Ως εκ τούτου, η ρεπαγλινίδη είναι πιο αποτελεσματική στη μείωση των μεταγευματικών επιπέδων γλυκόζης στο αίμα από ό,τι στα επίπεδα γλυκόζης νηστείας και απαιτεί μεγαλύτερη διάρκεια θεραπείας (περίπου ένα μήνα) πριν παρατηρηθούν μειώσεις στα επίπεδα γλυκόζης νηστείας. Οι ινσουλινοτρόπες επιδράσεις της ρεπαγλινίδης είναι υψηλότερες σε ενδιάμεσα επίπεδα γλυκόζης (3 έως 10 mmol/L) και δεν αυξάνει την έκκριση ινσουλίνης που έχει ήδη διεγερθεί από υψηλές συγκεντρώσεις γλυκόζης (μεγαλύτερες από 15 mmol/L). Η ρεπαγλινίδη φαίνεται να είναι επιλεκτική για τα β-κύτταρα του παγκρέατος και δεν φαίνεται να επηρεάζει τον σκελετικό ή καρδιακό μυ ή τον θυρεοειδικό ιστό.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
- Απορρόφηση: Ταχεία και πλήρης απορρόφηση μετά από από του στόματος χορήγηση. Οι μέγιστες πλασματικές συγκεντρώσεις παρατηρούνται εντός 1 ώρας (εύρος 0.5-1.4 ώρες).
- Βιοδιαθεσιμότητα: Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 56%.
- Δράση: Η μέγιστη βιολογική δράση παρατηρείται εντός 3-3.5 ωρών και τα επίπεδα ινσουλίνης στο πλάσμα παραμένουν αυξημένα για 4-6 ώρες.
- AUC: Όταν χορηγείται μία εφάπαξ δόση 2 mg ρεπαγλινίδης σε υγιείς εθελοντές, η περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC) είναι 18.0 - 18.7 (ng/mL/h)^3.
- Απέκκριση: 90% αποβάλλεται στα κόπρανα (<2% ως αμετάβλητο φάρμακο), 8% στα ούρα (0.1% ως αμετάβλητο φάρμακο).
- Κατανομή (Φαινομενικός όγκος κατανομής): 31 L μετά από ενδοφλέβια χορήγηση σε υγιή άτομα.
- Κάθαρση: 33-38 L/ώρα μετά από ενδοφλέβια χορήγηση.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
98% (π.χ. με αλβουμίνη και α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη)
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η ρεπαγλινίδη μεταβολίζεται ταχέως μέσω οξείδωσης και αποαλκυλίωσης από το κυτόχρωμα P450 3A4 και 2C9 σχηματίζοντας το κύριο μεταβολίτη δι-καρβοξυλικού οξέος (M2). Περαιτέρω οξείδωση παράγει τον αρωματικό αμινο-μεταβολίτη (M1). Η γλυκουρονιδίωση της καρβοξυλικής ομάδας της ρεπαγλινίδης αποδίδει ένα acyl glucuronide (M7). Έχουν ανιχνευθεί αρκετοί άλλοι μη ταυτοποιημένοι μεταβολίτες. Οι μεταβολίτες της ρεπαγλινίδης δεν έχουν σημαντική υπογλυκαιμική δράση.
Η ρεπαγλινίδη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν: αρωματική αμίνη ρεπαγλινίδης, 2-ethoxy-4-[2-[[1-[2-(4-hydroxybutylamino)phenyl]-3-methylbutyl]amino]-2-oxoethyl]benzoic acid, 2-Hydroxy-4-[2-[[3-methyl-1-(2-piperidin-1-ylphenyl)butyl]amino]-2-oxoethyl]benzoic acid, 3’-Hydroxy Repaglinide (Μείγμα Διαστερεοϊσομερών) και 2-ethoxy-4-[2-[[3-hydroxy-3-methyl-1-(2-piperidin-1-ylphenyl)butyl]amino]-2-oxoethyl]benzoic acid.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Χρόνος Ημίσειας Ζωής
1 ώρα
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Κατάταξη MeSH
Ουσίες που μειώνουν τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Κατάταξη FDA
668Z8C33LU
REPAGLINIDE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Ομάδα [EPC] - Glinide
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Ανταγωνιστές Καναλιών Καλίου
Η ρεπαγλινίδη είναι Glinide. Ο μηχανισμός δράσης της ρεπαγλινίδης είναι ως Ανταγωνιστής Καναλιών Καλίου.
REPAGLINIDE
Ανταγωνιστές Καναλιών Καλίου [MoA]; Glinide [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (Μεγλιτινίδες — γευματικοί ινσουλινοεκκριταγωγοί) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Κατάταξη MeSH
Ουσίες που μειώνουν τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα.