TAMOXIFEN
Ταμοξιφαίνη
Πολλές ουσίες ανταγωνίζονται τη δράση διαφόρων ορμονών καταλαμβάνοντας τους υποδοχείς των τελευταίων, ανταγωνιζόμενες έτσι τη δράση τους. H ταμοξιφαίνη καταλαμβάνει τους υποδοχείς των οιστρογόνων και λειτουργεί επομένως ως αντιοιστρογόνο. Eίναι το φάρμακο εκλογής στον μεταστατικό …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-NOLVADEX
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Ημερησίως (σε μία ή δύο δόσεις)
- Δόση έναρξης: 20 mg
-
Ενήλικες (συμπεριλαμβανομένων των ηλικιωμένων)Δόση20-40 mg ημερησίωςΔοσολογίες άνω των 20 mg ημερησίως πρέπει να δίδονται σε δύο δόσεις (πρωί και βράδυ). Δόση συντήρησης: 20 mg ημερησίως. Στην πρώιμη νόσο, συνιστάται διάρκεια θεραπείας όχι μικρότερη από 5 χρόνια.
-
ΠαιδιάΔεν συνιστάται
block
SPC-NOLVADEX
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στο προϊόν ή σε κάποιο από τα συστατικά του
-
Οξεία πορφυρία
-
Κύηση
warning
SPC-NOLVADEX
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Καταστολή έμμηνου ρύσηςΠληθυσμόςπροεμμηνοπαυσιακές γυναίκες
-
Σαρκώματα μήτρας και αλλοιώσεις ενδομητρίου (υπερπλασία, πολύποδες, καρκίνος)προσοχήΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν ή έχουν λάβει Nolvadexενδελεχής έλεγχος σε περίπτωση συμπτωμάτων από τα γεννητικά όργανα, ειδικά κολπική αιμορραγία
-
Κυστικά ωοθηκικά αδενώματαΠληθυσμόςπροεμμηνοπαυσιακές γυναίκες
-
Δεύτεροι πρωτοπαθείς όγκοι (εκτός ενδομητρίου και άλλου μαστού)Πληθυσμόςασθενείς με καρκίνο του μαστού
-
Οφθαλμολογικές διαταραχές (μείωση οπτικής οξύτητας, θόλωση κερατοειδούς, καταρράκτης, αμφιβληστροειδοπάθεια)
-
Θρομβοεμβολικά επεισόδια και πνευμονική εμβολήπροσοχήαυξημένη προσοχή, ειδικά με σύγχρονη χορήγηση κυτταροτοξικών φαρμάκων
-
Παροδική θρομβοπενία και λευκοπενία
-
Επιμήκυνση του διαστήματος QT
-
ΥπερασβεστιαιμίαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με καρκίνο του μαστού με οστικές μεταστάσειςλήψη κατάλληλων μέτρων, διακοπή φαρμάκου εάν είναι σοβαρή
-
Ηπατικές διαταραχές (αύξηση ηπατικών ενζύμων, λιπώδης διήθηση, χολόσταση, ηπατίτιδα, ηπατική νέκρωση)
-
Λακτόζη (έκδοχο)αντενδείκνυται (σε συγκεκριμένη υποομάδα)Πληθυσμόςασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα ανεκτικότητας στη λακτόζη, με ανεπάρκεια Lapp λακτάσης ή με σύνδρομο δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζηςνα μην λαμβάνουν το φάρμακο
swap_horiz
SPC-NOLVADEX
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Κουμαρινικού τύπου αντιπηκτικάπαρακολούθησηΣημαντική αύξηση της αντιπηκτικής δράσηςΣύστασηΣυνιστάται προσεκτική παρακολούθηση του ασθενή.
-
Κυτταροτοξικοί παράγοντεςπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος εμφάνισης θρομβοεμβολικών επεισοδίων
-
προσοχήΜείωση στα επίπεδα πλάσματος της ταμοξιφαίνηςΣύστασηΗ κλινική σημασία δεν είναι γνωστή.
-
προσοχήΠεριπτώσεις ουραιμικού-αιμολυτικού συνδρόμου
-
Αντινεοπλασματικά φάρμακα (όπως κυκλοφωσφαμίδη) ή άλλα φάρμακα που απαιτούν λειτουργία οξειδασώνπροσοχήΆγνωστη επίδραση στον μεταβολισμό και στην αποβολή
-
προσοχήΑύξηση των ντοπαμινεργικών δράσεων της βρωμοκρυπτίνης, πιθανή αύξηση των επιπέδων ταμοξιφαίνης στο πλάσμα
sick
SPC-NOLVADEX
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Εξάψεις
- Θρομβοεμβολικά επεισόδια
- Θρόμβωση εν τω βάθει φλεβών
- Κολπική αιμορραγία
- Κολπικές εκκρίσεις
- Κνησμός αιδοίου
- Ινομυώματα μήτρας
- Ενδομητρίωση
- Υπερπλασία ενδομητρίου
- Πολύποδες ενδομητρίου
- Αναζωπύρωση όγκου
- Καρκίνος του ενδομητρίου
- Σάρκωμα μήτρας
- Κυστικά ωοθηκικά αδενώματα
- Δυσανεξία από το γαστρεντερικό
- Παγκρεατίτιδα
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Κατακράτηση υγρών
- Υπερασβεστιαιμία
- Αύξηση τριγλυκεριδίων ορού
- Αλωπεκία
- Δερματικά εξανθήματα
- Πολύμορφο ερύθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Φυσσαλιδώδης πέμφιγος
- Αγγειοοίδημα
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
- Μείωση του αριθμού των θρομβοκυττάρων (Θρομβοπενία)
- Θρομβοπενία (συνδυασμός με λευκοπενία)
- Λευκοπενία
- Αναιμία
- Ουδετεροπενία
- Οπτικές διαταραχές
- Θόλωση κερατοειδούς
- Μείωση οπτικής οξύτητας
- Αμφιβληστροειδοπάθεια
- Καταρράκτης
- Πνευμονική εμβολή
- Διάμεση πνευμονίτιδα
- Αύξηση ηπατικών ενζύμων
- Λιπώδης διήθηση ήπατος
- Χολόσταση
- Ηπατίτιδα
- Ηπατική νέκρωση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Όχι συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚατακράτηση υγρώνΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑμφιβληστροειδοπάθειαΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΑντιδράσεις υπερευαισθησίαςΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΑύξηση τριγλυκεριδίων ορούΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΗπατική νέκρωσηΉπαρ
-
ΣπάνιεςΘόλωση κερατοειδούςΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΛιπώδης διήθηση ήπατοςΉπαρ
-
ΣπάνιεςΜείωση οπτικής οξύτηταςΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΧολόστασηΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΔιάμεση πνευμονίτιδαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΑναζωπύρωση όγκουΝεοπλάσματα
-
Μη γνωστέςΑναιμίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΑύξηση ηπατικών ενζύμωνΉπαρ
-
Μη γνωστέςΔερματικά εξανθήματαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΔυσανεξία από το γαστρεντερικόΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΕνδομητρίωσηΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΕξάψειςΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΖάληΝευρικό
-
Μη γνωστέςΘρομβοεμβολικά επεισόδιαΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΘρομβοπενία (συνδυασμός με λευκοπενία)Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΘρόμβωση εν τω βάθει φλεβώνΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΙνομυώματα μήτραςΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΚαρκίνος του ενδομητρίουΝεοπλάσματα
-
Μη γνωστέςΚαταρράκτηςΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΚνησμός αιδοίουΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΚολπικές εκκρίσειςΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΚολπική αιμορραγίαΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΚυστικά ωοθηκικά αδενώματαΝεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και αδιευκρίνιστα (συμπ. κύστεων και πολυπόδων)
-
Μη γνωστέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΜείωση του αριθμού των θρομβοκυττάρων (Θρομβοπενία)Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΟπτικές διαταραχέςΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΠνευμονική εμβολήΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΠολύποδες ενδομητρίουΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΣάρκωμα μήτραςΝεοπλάσματα
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Μη γνωστέςΥπερασβεστιαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥπερπλασία ενδομητρίουΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΦυσσαλιδώδης πέμφιγοςΔέρμα
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-NOLVADEX
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-NOLVADEX
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ηπατική λειτουργία (LFTs) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | παροδικά | — |
| Γενική αίματος | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | παροδικά | — |
| Λιπιδαιμικό προφίλ | monitoringΛιπιδαιμικός έλεγχος | παροδικά | — |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-NOLVADEX
expand_more
Δοσολογία
Ενήλικες (συμπεριλαμβανομένων των ηλικιωμένων): Η ημερήσια δόση είναι 20-40 mg. Δοσολογίες άνω των 20 mg ημερησίως πρέπει να δίδονται σε δύο δόσεις (πρωί και βράδυ). Ως δόση συντήρησης χορηγούνται 20 mg ημερησίως. Στην πρώιμη νόσο, σύμφωνα με τα ισχύοντα συνιστάται διάρκεια θεραπείας, όχι μικρότερη από 5 χρόνια. Δεν έχει ακόμη καθοριστεί η βέλτιστη διάρκεια θεραπείας με Nolvadex.
Παιδιά: Δεν συνιστάται
block
Αντενδείξεις
SPC-NOLVADEX
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στο προϊόν ή σε κάποιο από τα συστατικά του.
- Οξεία πορφυρία.
- Κύηση: Το Nolvadex δεν πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια της κύησης. Σε έγκυες γυναίκες που είχαν πάρει Nolvadex αναφέρθηκε μικρός αριθμός αποβολών, ανωμαλιών κατά τη γέννηση και εμβρυϊκών θανάτων, αν και δεν έχει τεκμηριωθεί αιτιολογική σχέση (βλ. Κύηση και γαλουχία).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-NOLVADEX
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Η έμμηνος ρύση καταστέλλεται σε ένα ποσοστό προεμμηνοπαυσιακών γυναικών που λαμβάνουν Nolvadex για τη θεραπεία καρκίνου του μαστού.
-
Αυξημένη συχνότητα εμφάνισης σαρκωμάτων της μήτρας (κυρίως κακοήθεις μικτοί όγκοι Muller) και αλλοιώσεων του ενδομητρίου, περιλαμβανομένων υπερπλασίας, πολυπόδων και καρκίνου έχει αναφερθεί σε σχέση με τη θεραπεία και τη διάρκεια θεραπείας με Nolvadex. Ο μηχανισμός είναι άγνωστος, αλλά μπορεί να συνδέεται με τις οιστρογονικές ιδιότητες του Nolvadex. Ασθενείς που λαμβάνουν ή έχουν λάβει παλαιότερα Nolvadex και παρουσιάζουν συμπτώματα από τα γεννητικά όργανα, ειδικά κολπική αιμορραγία, πρέπει να ελέγχονται ενδελεχώς.
-
Σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες στις οποίες χορηγήθηκε ταμοξιφαίνη παρατηρήθηκαν σε μερικές περιπτώσεις κυστικά ωοθηκικά αδενώματα.
-
Αναφέρθηκε ένας αριθμός δεύτερων πρωτοπαθών όγκων σε θέσεις εκτός του ενδομητρίου και του άλλου μαστού σε ασθενείς με καρκίνο του μαστού. Δεν έχει ωστόσο τεκμηριωθεί αιτιολογική συσχέτιση, και η κλινική σημασία αυτών των παρατηρήσεων παραμένει ασαφής. Ο μηχανισμός ανάπτυξής τους μπορεί να σχετίζεται με τις οιστρογονικές ιδιότητες του φαρμάκου.
-
Έχει αναφερθεί ότι μπορεί να μειώσει την οπτική οξύτητα και να προκαλέσει θόλωση του κερατοειδούς, καταρράκτη και αμφιβληστροειδοπάθεια.
-
Έχει διαπιστωθεί αυξημένη επιρρέπεια για θρομβοεμβολικά επεισόδια και πνευμονική εμβολή, η οποία πιθανόν να επιτείνεται με την σύγχρονη χορήγηση κυτταροτοξικών φαρμάκων.
-
Έχουν περιγραφεί σπάνιες περιπτώσεις παροδικής θρομβοπενίας (αριθμός αιμοπεταλίων < 100.000 κ.κ.χ.) και λευκοπενίας (αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων < 3.000 κ.κ.χ.).
-
Η χορήγηση του Nolvadex σε θεραπευτικές δόσεις και πιο συχνά σε δόσεις πολλαπλάσιες της εγκεκριμένης μπορεί να συσχετισθεί με επιμήκυνση του διαστήματος QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημα.
-
Έχει αναφερθεί υπερασβεστιαιμία σε μερικούς ασθενείς με καρκίνο του μαστού με οστικές μεταστάσεις εντός μερικών εβδομάδων από την έναρξη της θεραπείας με ταμοξιφαίνη. Εάν συμβεί υπερασβεστιαιμία θα πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα και εάν είναι σοβαρή το φάρμακο πρέπει να διακοπεί.
-
Η θεραπεία με ταμοξιφαίνη έχει συσχετισθεί με αυξήσεις των επιπέδων των ηπατικών ενζύμων και σε σπάνιες περιπτώσεις σοβαρότερες διαταραχές του ήπατος περιλαμβανομένων λιπώδους διήθησης του ήπατος, χολόσταση, ηπατίτιδας και ηπατικής νέκρωσης. Λίγες από αυτές τις περιπτώσεις απέβησαν μοιραίες. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η συσχέτιση με τη θεραπεία με ταμοξιφαίνη είναι αβέβαιη.
-
Τα δισκία NOLVADEX περιέχουν λακτόζη. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα ανεκτικότητας στη λακτόζη, με ανεπάρκεια Lapp λακτάσης ή με σύνδρομο δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να παίρνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-NOLVADEX
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Όταν το Nolvadex χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με κουμαρινικού τύπου αντιπηκτικά, μπορεί να προκαλέσει σημαντική αύξηση της αντιπηκτικής τους δράσης. Στις περιπτώσεις που απαιτείται η ταυτόχρονη χορήγηση, συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση του ασθενή.
Όταν το Nolvadex χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με κυτταροτοξικούς παράγοντες, υπάρχει αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης θρομβοεμβολικών επεισοδίων (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Η γνωστή κύρια μεταβολική οδός για την ταμοξιφαίνη στον άνθρωπο είναι η απομεθυλίωση, που καταλύεται από τα ένζυμα CYP3A4. Έχει περιγραφεί στη βιβλιογραφία η φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση με την ριφαμπικίνη, επαγωγέα του CYP3A4, που επιφέρει μείωση στα επίπεδα πλάσματος της ταμοξιφαίνης. Η σημασία του γεγονότος αυτού στην κλινική πρακτική δεν είναι γνωστή.
Έχουν περιγραφεί κάποιες περιπτώσεις ουραιμικού-αιμολυτικού συνδρόμου σε ασθενείς που ελάμβαναν Mitomycin και ταμοξιφαίνη.
Η ταμοξιφαίνη είναι ισχυρός αναστολέας του κυτοχρώματος P-450. H επίδρασή της στον μεταβολισμό και στην αποβολή άλλων αντινεοπλασματικών φαρμάκων, όπως η κυκλοφωσφαμίδη ή άλλων φαρμάκων που απαιτούν την λειτουργία των οξειδασών για να μεταβολισθούν είναι άγνωστη.
Η ταμοξιφαίνη αυξάνει τις ντοπαμινεργικές δράσεις της βρωμοκρυπτίνης, ενώ πιθανόν να αυξάνονται τα επίπεδα της ίδιας στο πλάσμα.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-NOLVADEX
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να ταξινομηθούν ως οφειλόμενες στην φαρμακολογική δράση του φαρμάκου π.χ. εξάψεις, αιμορραγία και εκκρίσεις από τον κόλπο, κνησμός του αιδοίου και αναζωπύρωση του όγκου, ή ως περισσότερο γενικές ανεπιθύμητες ενέργειες π.χ. δυσανεξία από το γαστρεντερικό, πονοκέφαλος, ζάλη και σποραδικά κατακράτηση υγρών και αλωπεκία.
Όταν τέτοιες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι σοβαρές, είναι συχνά δυνατόν να τεθούν υπό έλεγχο με μια απλή μείωση της δοσολογίας (εντός του συνιστώμενου εύρους δοσολογίας) χωρίς να επηρεασθεί ο έλεγχος της ασθένειας.
Έχουν αναφερθεί δερματικά εξανθήματα (περιλαμβανομένων μεμονωμένων περιπτώσεων πολυμόρφου ερυθήματος, συνδρόμου Stevens-Johnson και φυσσαλιδώδους πέμφιγος) και σπάνια αντιδράσεις υπερευαισθησίας περιλαμβανομένου αγγειοοιδήματος.
Ένας μικρός αριθμός ασθενών με οστικές μεταστάσεις εμφάνισε υπερασβεστιαιμία κατά την έναρξη της θεραπείας.
Σε ασθενείς που λαμβάνουν Nolvadex για καρκίνο του μαστού έχει αναφερθεί μείωση του αριθμού των θρομβοκυττάρων (θρομβοπενία), συνήθως μόνο 80.000-90.000 θρομβοκύτταρα ανά κυβ. χιλ. αλλά μερικές φορές και λιγότερα.
Σε ασθενείς στους οποίους χορηγείται Nolvadex έχει περιγραφεί ένας αριθμός περιπτώσεων, οπτικών διαταραχών που περιλαμβάνουν σπάνιες αναφορές για θόλωση του κερατοειδούς, μείωση της οπτικής οξύτητας και αμφιβληστροειδοπάθεια. Έχει αναφερθεί αυξημένη συχνότητα εμφάνισης καταρράκτη σε συνδυασμό με τη χορήγηση ταμοξιφαίνης.
Έχουν αναφερθεί ινομυώματα μήτρας, ενδομητρίωση και άλλες αλλοιώσεις του ενδομητρίου συμπεριλαμβανομένης υπερπλασίας και πολυπόδων.
Μετά τη χορήγηση Nolvadex έχει παρατηρηθεί λευκοπενία, μερικές φορές σε συνδυασμό με αναιμία και/ή θρομβοπενία. Σε σπάνιες περιπτώσεις έχει αναφερθεί ουδετεροπενία, η οποία μερικές φορές μπορεί να είναι σοβαρή.
Υπάρχουν στοιχεία για αυξημένη συχνότητα εμφάνισης θρομβοεμβολικών επεισοδίων συμπεριλαμβανομένης θρόμβωσης των εν τω βάθει φλεβών και πνευμονικής εμβολής κατά τη διάρκεια θεραπείας με ταμοξιφαίνη. Όταν το Nolvadex χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με κυτταροτοξικούς παράγοντες υπάρχει αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης θρομβοεμβολικών επεισοδίων.
Πολύ σπάνια, έχουν αναφερθεί περιστατικά διάμεσης πνευμονίτιδας.
Το Nolvadex έχει συσχετισθεί με αυξήσεις των επιπέδων των ηπατικών ενζύμων και σε σπάνιες περιπτώσεις με έναν αριθμό σοβαρότερων ηπατικών ανωμαλιών που περιλαμβάνουν λιπώδη διήθηση του ήπατος, χολόσταση, ηπατίτιδα και ηπατική νέκρωση.
Σπάνια μπορεί να συσχετισθεί με τη χρήση ταμοξιφαίνης, αύξηση των επιπέδων των τριγλυκεριδίων του ορού, σε ορισμένες περιπτώσεις σε συνδυασμό με παγκρεατίτιδα.
Σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες στις οποίες χορηγήθηκε Nolvadex παρατηρήθηκαν μερικές φορές κυστικά ωοθηκικά αδενώματα.
Αυξημένη συχνότητα εμφάνισης καρκίνου του ενδομητρίου και σαρκωμάτων της μήτρας (κυρίως κακοήθεις μικτοί όγκοι Muller) έχει αναφερθεί σε σχέση με τη θεραπεία και τη διάρκεια θεραπείας με Nolvadex.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-NOLVADEX
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Η ταμοξιφαίνη είναι μη στεροειδές φάρμακο τριφαινυλινικής δομής, που εμφανίζει σύνθετο φάσμα αντι-οιστρογονικών και οιστρογονικών φαρμακολογικών επιδράσεων στους διάφορους ιστούς.
Μηχανισμός δράσης
Σε ασθενείς με καρκίνο του μαστού, στο επίπεδο του όγκου, η ταμοξιφαίνη δρα πρωταρχικά σαν αντι-οιστρογόνο, εμποδίζοντας τη σύνδεση των οιστρογόνων με τους οιστρογονικούς υποδοχείς. Κλινικές μελέτες έδειξαν επίσης κάποιο όφελος σε περιπτώσεις όγκων με αρνητικούς οιστρογονικούς υποδοχείς, υποδεικνύοντας άλλους μηχανισμούς δράσης.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Σε γυναίκες με όγκους με θετικούς ή άγνωστης φύσης οιστρογονοϋποδοχείς, η επικουρική χορήγηση ταμοξιφαίνης αποδείχθηκε ότι ελαττώνει σημαντικά την επανεμφάνιση της νόσου και βελτιώνει την 10ετή επιβίωση, επιτυγχάνοντας σημαντικά καλύτερα αποτελέσματα με 5ετή θεραπεία σε σχέση με θεραπεία ενός ή δύο ετών. Αυτά τα ευεργετικά αποτελέσματα είναι σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητα από την ηλικία, την εμμηνοπαυσιακή κατάσταση, τη δοσολογία της ταμοξιφαίνης και τη συμπληρωματική χημειοθεραπεία.
Στην κλινική πράξη, αναγνωρίζεται ότι η ταμοξιφαίνη οδηγεί σε μείωση των επιπέδων της ολικής χοληστερόλης και των λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας στο αίμα σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες σε ποσοστό 10-20%. Επιπλέον, η ταμοξιφαίνη έχει αναφερθεί ότι οδηγεί σε διατήρηση της οστικής πυκνότητας στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-NOLVADEX
expand_more
Φαρμακοκινητική
Μετά τη λήψη από το στόμα το Nolvadex απορροφάται ταχέως και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό επιτυγχάνονται σε 4-7 ώρες.
Η ταμοξιφαίνη μεταβολίζεται ευρέως. Ο κυριότερος μεταβολίτης είναι η N-desmethyl-tamoxifen, του οποίου η βιολογική δράση προσομοιάζει με αυτή της ταμοξιφαίνης. Δευτερεύοντες μεταβολίτες είναι η 4-hydroxytamoxifen και ένα αλκοολούχο παράγωγο.
Χρόνια χορήγηση ταμοξιφαίνης 10 mg, χορηγούμενα 2 φορές ημερησίως για 3 μήνες σε ασθενείς, έχει ως αποτέλεσμα την επίτευξη μέσων συγκεντρώσεων σε σταθεροποιημένη κατάσταση στο πλάσμα 120ng/ml για την ταμοξιφαίνη και 336 ng/ml για το N-desmethyl-tamoxifen. Μετά από εφάπαξ δόση 20 mg tamoxifen η μέση μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα ήταν 40ng/ml 5 ώρες μετά τη χορήγηση. Η μέση συγκέντρωση στη σταθεροποιημένη κατάσταση (περίπου 300ng/ml) επιτυγχάνεται ύστερα από θεραπεία τεσσάρων εβδομάδων με 40 mg ημερησίως.
Μετά την έναρξη της θεραπείας οι σταθερές συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται σε 4 εβδομάδες για την ταμοξιφαίνη και σε 8 εβδομάδες για την N-desmethyl-tamoxifen που υποδηλώνει ημιπερίοδο ζωής 14 ημερών για αυτόν τον μεταβολίτη.
Το φάρμακο συνδέεται σε υψηλό ποσοστό με τις πρωτεΐνες του ορού (>99%).
Η ταμοξιφαίνη μεταβολίζεται ευρέως. Ο μεταβολισμός γίνεται με υδροξυλίωση, απομεθυλίωση και σύζευξη, δίνοντας αρκετούς μεταβολίτες που έχουν παρόμοια φαρμακολογική δράση με την αρχική ένωση και συμβάλλουν έτσι στο θεραπευτικό αποτέλεσμα.
Το φάρμακο αποβάλλεται κυρίως μεταβολισμένο. Λιγότερο από το 30% αποβάλλεται αμετάβλητο. Μετά την από του στόματος χορήγηση 65% της χορηγηθείσης δόσης αποβάλλεται από το σώμα σε μία περίοδο 2 εβδομάδων κυρίως από τα κόπρανα.
Η μείωση των συγκεντρώσεων στο πλάσμα της ταμοξιφαίνης είναι διφασική με ημιπερίοδο ζωής 5-7 ημέρες. Υπολογίσθηκε ότι το ίδιο φάρμακο έχει χρόνο υποδιπλασιασμού 7 ημέρες περίπου, ενώ η N-desmethyl-tamoxifen, ο κύριος μεταβολίτης στην κυκλοφορία, έχει χρόνο υποδιπλασιασμού 14 ημέρες.
ΕΟΦ · 8.7.4
Aνταγωνιστικά ορμονών και ανάλογα των εκλυτικών ορμονών του υποθαλάμου
expand_more
Aνταγωνιστικά ορμονών και ανάλογα των εκλυτικών ορμονών του υποθαλάμου
Πολλές ουσίες ανταγωνίζονται τη δράση διαφόρων ορμονών καταλαμβάνοντας τους υποδοχείς των τελευταίων, ανταγωνιζόμενες έτσι τη δράση τους. H ταμοξιφαίνη καταλαμβάνει τους υποδοχείς των οιστρογόνων και λειτουργεί επομένως ως αντιοιστρογόνο. Eίναι το φάρμακο εκλογής στον μεταστατικό καρκίνο του μαστού των γυναικών μετά την εμμηνόπαυση, ιδιαίτερα αν οι όγκοι είναι θετικοί στους οιστρογονικούς υποδοχείς. Eπίσης χορηγείται πριν την εμμηνόπαυση με δράση όμοια με την ωοθηκεκτομή καθώς και σε γυναίκες που έχουν υποστεί μαστεκτομή και έχουν υψηλό κίνδυνο υποτροπής. H φορμεστάνη είναι ανταγωνιστής ορμονών, παράγωγο ανδροστενδιόνης. Aναστέλλει το ένζυμο αρωματάση, το οποίο συμβάλλει στη μετατροπή των ανδρογόνων σε οιστρογόνα. Πρόκειται επομένως για αναστολέα του σχηματισμού οιστρογόνων. Όμοια δράση έχει και το νεώτερο εξεμεστάνη.
Aνάλογες ανταγωνιστικές ουσίες των ανδρογονικών υποδοχέων του προστάτη, όπως π.χ. η φλουταμίδη, χρησιμοποιούνται στον καρκίνο του προστάτη.
Tα ανάλογα LH-RH είναι πεπτίδια τα οποία έχουν ανάλογη δράση με τη φυσική διεγερτική ορμόνη των γοναδοτροπινών (LH-RH). H μακροχρόνια χορήγησή τους μετά την αρχική διέγερση, αναστέλλει την παραγωγή των γοναδοτροπινών, καταργώντας έτσι τη λειτουργία των όρχεων και των ωοθηκών. Kατά την αρχική διεγερτική φάση πολλοί ασθενείς εμφανίζουν μεγέθυνση του όγκου, που μπορεί να προκαλέσει συμπίεση του NM ή επιδείνωση των οστικών αλγών, οπότε μπορεί να χρησιμοποιηθούν τα αντιανδρογόνα. Tα ανάλογα LH-RH (γοναδορελίνη, βουσερελίνη, κλπ.) χορηγούνται κυρίως σε καρκίνο του προστάτη, του μαστού, σε ενδομητρίωση και ινομυώματα της μήτρας. Περιγράφονται στο κεφάλαιο 6.7.1.1.
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Ένας από τους εκλεκτικούς τροποποιητές των υποδοχέων οιστρογόνων με δραστηριότητες ειδικές για τον ιστό. Η ταμοξιφαίνη δρα ως αντι-οιστρογόνο (ανασταλτικός παράγοντας) στον ιστό του μαστού, αλλά ως οιστρογόνο (διεγερτικός παράγοντας) στον μεταβολισμό της χοληστερόλης, την οστική πυκνότητα και τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων στο ενδομήτριο. [PubChem]
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ένδειξη
Για τη θεραπεία του καρκίνου του μαστού.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Η ταμοξιφαίνη ανήκει σε μια κατηγορία φαρμάκων που ονομάζονται εκλεκτικοί τροποποιητές των υποδοχέων οιστρογόνων (SERMs), οι οποίοι έχουν τόσο οιστρογονικές όσο και αντι-οιστρογονικές επιδράσεις. Η ταμοξιφαίνη έχει τον ίδιο πυρήνα με τη διαιθυλοστιλβοιστερόλη, αλλά διαθέτει μια πρόσθετη πλευρική αλυσίδα (trans ισομερές) που ευθύνεται για την αντι-οιστρογονική της δράση.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός Δράσης
Η ταμοξιφαίνη συνδέεται με τους υποδοχείς οιστρογόνων (ER), προκαλώντας μια διαμορφωτική αλλαγή στον υποδοχέα. Αυτό οδηγεί σε μπλοκάρισμα ή αλλαγή της έκφρασης γονιδίων εξαρτώμενων από τα οιστρογόνα. Η παρατεταμένη σύνδεση της ταμοξιφαίνης με την πυρηνική χρωματίνη των κυττάρων οδηγεί σε μειωμένη δραστηριότητα DNA πολυμεράσης, διαταραγμένη χρήση θυμιδίνης, μπλοκάρισμα της πρόσληψης οιστραδιόλης και μειωμένη απόκριση στα οιστρογόνα. Είναι πιθανό η ταμοξιφαίνη να αλληλεπιδρά με άλλους συν-ενεργοποιητές ή συν-κατασταλτές στον ιστό και να συνδέεται με διαφορετικούς υποδοχείς οιστρογόνων, ER-άλφα ή ER-βήτα, παράγοντας τόσο οιστρογονικές όσο και αντι-οιστρογονικές επιδράσεις.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Κατανομή t1/2=7 έως 14 ώρες· Απέκκριση t1/2=5 έως 7 ημέρες· Απέκκριση t1/2 της N-δεσμεθυλ-ταμοξιφαίνης=9-14 ημέρες.
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
Οδός Απέκκρισης
Το φάρμακο απεκκρίνεται κυρίως ως πολικοί συζεύξεις, με αμετάβλητο φάρμακο και μη συζευγμένους μεταβολίτες να αντιστοιχούν σε λιγότερο από 30% της συνολικής ραδιενέργειας στα κόπρανα.
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα
Σημεία που παρατηρήθηκαν στις υψηλότερες δόσεις μετά από μελέτες για τον προσδιορισμό της LD50 σε ζώα ήταν αναπνευστικές δυσκολίες και σπασμοί.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η ταμοξιφαίνη είναι ένας εκλεκτικός τροποποιητής των οιστρογονικών υποδοχέων που αναστέλλει την ανάπτυξη και προάγει την απόπτωση σε όγκους θετικούς για τους οιστρογονικούς υποδοχείς. Έχει μεγάλη διάρκεια δράσης, καθώς ο ενεργός μεταβολίτης N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη έχει χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 2 εβδομάδες. Έχει στενό θεραπευτικό δείκτη, καθώς υψηλότερες δόσεις μπορεί να οδηγήσουν σε δυσκολία αναπνοής ή σπασμούς. Η χορήγηση ταμοξιφαίνης σχετίζεται επίσης με αυξημένη επίπτωση κακοηθειών της μήτρας.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η ταμοξιφαίνη ανταγωνιστικά αναστέλλει τη δέσμευση των οιστρογόνων στον υποδοχέα τους, η οποία είναι κρίσιμη για τη δράση της στα καρκινικά κύτταρα του μαστού. Η ταμοξιφαίνη οδηγεί σε μείωση του αυξητικού παράγοντα όγκου α και του ινσουλινοειδούς αυξητικού παράγοντα 1, και σε αύξηση της σφαιρίνης που δεσμεύει τις σεξουαλικές ορμόνες. Η αύξηση της σφαιρίνης που δεσμεύει τις σεξουαλικές ορμόνες περιορίζει την ποσότητα ελεύθερα διαθέσιμης εστραδιόλης. Αυτές οι αλλαγές μειώνουν τα επίπεδα παραγόντων που διεγείρουν την ανάπτυξη του όγκου. Η ταμοξιφαίνη έχει επίσης αποδειχθεί ότι επάγει απόπτωση στα θετικά κύτταρα των οιστρογονικών υποδοχέων. Αυτή η δράση πιστεύεται ότι είναι αποτέλεσμα της αναστολής της πρωτεϊνικής κινάσης C, η οποία εμποδίζει τη σύνθεση DNA. Εναλλακτικές θεωρίες για την απόπτωση που προκαλείται από την ταμοξιφαίνη προέρχονται από την περίπου 3 φορές αύξηση των ενδοκυτταρικών και μιτοχονδριακών επιπέδων ιόντων ασβεστίου μετά τη χορήγηση ή την επαγωγή του αυξητικού παράγοντα όγκου β.
Η ταμοξιφαίνη είναι ένας μη στεροειδής παράγοντας με ισχυρές αντι-οιστρογονικές ιδιότητες. Οι αντι-οιστρογονικές επιδράσεις μπορεί να σχετίζονται με την ικανότητα της ταμοξιφαίνης να ανταγωνίζεται τα οιστρογόνα για τις θέσεις δέσμευσης σε ιστούς-στόχους όπως ο μαστός. Η ταμοξιφαίνη ανταγωνίζεται την εστραδιόλη για την πρωτεΐνη του οιστρογονικού υποδοχέα σε κυτταρολύματα που προέρχονται από ανθρώπινα αδενοκαρκινώματα μαστού. Η ταμοξιφαίνη έχει αποδειχθεί ότι αναστέλλει την επαγωγή καρκινώματος μαστού αρουραίου που προκαλείται από διμεθυλοβενζανθρακένιο (DMBA) και προκαλεί την ύφεση ήδη εγκατεστημένων όγκων που προκαλούνται από DMBA. Η ταμοξιφαίνη φαίνεται να ασκεί τις αντικαρκινικές της επιδράσεις δεσμεύοντας τους οιστρογονικούς υποδοχείς σε αυτό το μοντέλο αρουραίου.
Η ταμοξιφαίνη μπορεί να επάγει ωορρηξία σε γυναίκες με ανωοθυλακιορρηξία, διεγείροντας την απελευθέρωση της ορμόνης απελευθέρωσης γοναδοτροπινών από τον υποθάλαμο, η οποία με τη σειρά της διεγείρει την απελευθέρωση των γοναδοτροπινών της υπόφυσης. Σε αζωοσπερμικούς άνδρες, η ταμοξιφαίνη αυξάνει τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα της ωχρινοτρόπου ορμόνης (LH), της ωοθυλακιοτρόπου ορμόνης (FSH), της τεστοστερόνης και των οιστρογόνων.
Η ταμοξιφαίνη είναι ένα αντι-οιστρογόνο που χρησιμοποιείται συχνά στη θεραπεία του καρκίνου του μαστού και αξιολογείται επί του παρόντος ως προφυλακτικό για όσους διατρέχουν υψηλό κίνδυνο ανάπτυξης όγκων. Βρήκαμε ότι η ταμοξιφαίνη και τα παράγωγά της είναι αποκλειστές υψηλής συγγένειας για ειδικά κανάλια χλωρίου. Αυτή η απόφραξη φαίνεται να είναι ανεξάρτητη από την αλληλεπίδραση της ταμοξιφαίνης με τον οιστρογονικό υποδοχέα και επομένως αντικατοπτρίζει έναν εναλλακτικό κυτταρικό στόχο. Μία από τις κλινικές παρενέργειες της ταμοξιφαίνης είναι η διαταραχή της όρασης και ο καταρράκτης. Τα κανάλια χλωρίου στον φακό του ματιού αποδείχθηκαν απαραίτητα για τη διατήρηση της φυσιολογικής ενυδάτωσης και διαπερατότητας του φακού. Αυτά τα κανάλια αποκλείστηκαν από την ταμοξιφαίνη και, σε καλλιέργεια οργάνων, η ταμοξιφαίνη οδήγησε σε θολερότητα του φακού που σχετίζεται με καταρράκτη σε κλινικά σχετικές συγκεντρώσεις. Αυτά τα δεδομένα υποδηλώνουν έναν μοριακό μηχανισμό μέσω του οποίου η ταμοξιφαίνη μπορεί να προκαλέσει σχηματισμό καταρράκτη και έχουν επιπτώσεις στην κλινική χρήση της ταμοξιφαίνης και των σχετικών αντι-οιστρογόνων.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Μια από του στόματος δόση 20mg φτάνει σε Cmax 40ng/mL με Tmax 5 ώρες. Ο μεταβολίτης N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη φτάνει σε Cmax 15ng/mL. 10mg ταμοξιφαίνης από του στόματος δύο φορές την ημέρα για 3 μήνες οδηγεί σε Css 120ng/mL και Css 336ng/mL.
Η ταμοξιφαίνη απεκκρίνεται κυρίως στα κόπρανα. Μελέτες σε ζώα έδειξαν ανάκτηση 75% της ραδιοσημασμένης ταμοξιφαίνης στα κόπρανα, με αμελητέα συλλογή από τα ούρα. Ωστόσο, μία μελέτη σε ανθρώπους έδειξε 26,7% ανάκτηση στα ούρα και 24,7% στα κόπρανα.
Ο όγκος κατανομής της ταμοξιφαίνης είναι περίπου 50-60L/kg.
Η κάθαρση της ταμοξιφαίνης ήταν 189mL/min σε μια μελέτη έξι μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών.
Η ταμοξιφαίνη φαίνεται να απορροφάται αργά μετά από από του στόματος χορήγηση, με τις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα να συμβαίνουν γενικά περίπου 3-6 ώρες μετά από μία εφάπαξ δόση. Η έκταση απορρόφησης στους ανθρώπους δεν έχει προσδιοριστεί επαρκώς, αλλά περιορισμένα δεδομένα από μελέτες σε ζώα υποδηλώνουν ότι το φάρμακο απορροφάται καλά. Δεδομένα από μελέτες σε ζώα υποδηλώνουν επίσης ότι η ταμοξιφαίνη ή/και οι μεταβολίτες της υφίστανται εκτεταμένη εντεροηπατική κυκλοφορία.
Μετά από από του στόματος χορήγηση, οι μέγιστες συγκεντρώσεις ταμοξιφαίνης στο πλάμα κυμαίνονται κατά μέσο όρο περίπου 17 ng/mL μετά από μία εφάπαξ δόση 10 mg, περίπου 40 ng/mL μετά από μία εφάπαξ δόση 20 mg, και 65-70 ng/mL μετά από μία εφάπαξ δόση 40 mg· ωστόσο, υπάρχει σημαντική διατομεακή μεταβλητότητα στις συγκεντρώσεις ταμοξιφαίνης στο πλάμα που επιτυγχάνονται μετά από εφάπαξ δόσεις και σε σταθερή κατάσταση με συνεχή χορήγηση.
Μετά από εφάπαξ από του στόματος δόση ταμοξιφαίνης, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάμα του N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη, του κύριου μεταβολίτη του φαρμάκου, κυμαίνονται γενικά από περίπου 15-50% εκείνων της αμετάβλητης ταμοξιφαίνης· ωστόσο, με συνεχή χορήγηση, οι συγκεντρώσεις στο πλάμα σε σταθερή κατάσταση του N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη κυμαίνονται γενικά από περίπου 1-2 φορές εκείνων της αμετάβλητης ταμοξιφαίνης. Μετά από συνεχή χορήγηση σε ασθενείς που λαμβάνουν από του στόματος ταμοξιφαίνη 10 mg δύο φορές την ημέρα για 3 μήνες, οι συγκεντρώσεις ταμοξιφαίνης και N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνης σε σταθερή κατάσταση κυμαίνονται κατά μέσο όρο περίπου 120 ng/mL (εύρος: 67-183 ng/mL) και 336 ng/mL (εύρος: 148-654 ng/mL), αντίστοιχα.
Οι συγκεντρώσεις ταμοξιφαίνης σε σταθερή κατάσταση στο πλάμα επιτυγχάνονται γενικά μετά από 3-4 εβδομάδες συνεχούς χορήγησης, ενώ αυτές του N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνης επιτυγχάνονται γενικά μετά από 3-8 εβδομάδες συνεχούς χορήγησης. Οι συγκεντρώσεις σε σταθερή κατάσταση μπορούν να επιτευχθούν ταχύτερα με ένα σχήμα φορτίου δόσης, αλλά δεν υπάρχει θεραπευτικό πλεονέκτημα με ένα τέτοιο σχήμα.
Για περισσότερες πληροφορίες Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την TAMOXIFEN (9 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση Πρωτεϊνών
Η δέσμευση της ταμοξιφαίνης στο πλάσμα είναι άνω του 98% και κυρίως με την αλβουμίνη του ορού.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η ταμοξιφαίνη μπορεί να υδροξυλιωθεί σε α-υδροξυταμοξιφαίνη, η οποία στη συνέχεια γλυκουρονιδώνεται ή υφίσταται σύζευξη θειικού άλατος από τη σουλφοτρανσφεράση 2Α1. Η ταμοξιφαίνη μπορεί επίσης να υποστεί Ν-οξείδωση από τις φλαβινομονοοξυγενάσες 1 και 3 σε ταμοξιφαίνη Ν-οξείδιο. Η ταμοξιφαίνη N-απελκυλιώνεται σε N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη από CYP2D6, CYP1A1, CYP1A2, CYP3A4, CYP1B1, CYP2C9, CYP2C19, και CYP3A5. Η N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη μπορεί να συζευχθεί με θειικό άλας για να σχηματίσει N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη θειικό, να 4-υδροξυλιωθεί από CYP2D6 για να σχηματίσει ενδοξιφαίνη, ή να N-απελκυλιωθεί εκ νέου από CYP3A4 και CYP3A5 σε N,N-διδεσμεθυλοταμοξιφαίνη. Η N,N-διδεσμεθυλοταμοξιφαίνη υφίσταται αντίδραση υποκατάστασης για να σχηματίσει τον μεταβολίτη Y της ταμοξιφαίνης, ακολουθούμενη από διάσπαση αιθέρα σε μεταβολίτη Ε, ο οποίος στη συνέχεια μπορεί να συζευχθεί με θειικό άλας από τη σουλφοτρανσφεράση 1Α1 και 1Ε1 ή να O-γλυκουρονιδωθεί. Η ταμοξιφαίνη μπορεί επίσης να 4-υδροξυλιωθεί από CYP2D6, CYP2B6, CYP3A4, CYP2C9, και CYP2C19 για να σχηματίσει 4-υδροξυταμοξιφαίνη. Η 4-υδροξυταμοξιφαίνη μπορεί να υποστεί γλυκουρονιδίωση από UGT1A8, UGT1A10, UGT2B7, και UGT2B17 σε γλυκουρονίδια ταμοξιφαίνης, σύζευξη θειικού άλατος από τη σουλφοτρανσφεράση 1Α1 και 1Ε1 σε 4-υδροξυταμοξιφαίνη θειικό, ή N-απελκυλίωση από CYP3A4 και CYP3A5 σε ενδοξιφαίνη. Η ενδοξιφαίνη υφίσταται απομεθυλίωση σε νορεδοξιφαίνη, μια αναστρέψιμη αντίδραση σύζευξης θειικού άλατος μέσω της σουλφοτρανσφεράσης 1Α1 και 1Ε1 σε 4-ενδοξιφαίνη θειικό, σύζευξη θειικού άλατος μέσω της σουλφοτρανσφεράσης 2Α1 σε 4-ενδοξιφαίνη θειικό, ή γλυκουρονιδίωση μέσω UGT1A8, UGT1A10, UGT2B7, ή UGT2B15 σε γλυκουρονίδια ταμοξιφαίνης.
Η ταμοξιφαίνη μεταβολίζεται εκτενώς μετά από από του στόματος χορήγηση. Η N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη είναι ο κύριος μεταβολίτης που ανιχνεύεται στο πλάσμα. Η δραστικότητα της N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνης είναι παρόμοια με αυτή της ταμοξιφαίνης. Η 4-υδροξυταμοξιφαίνη και ένα παράγωγο πρωτοταγούς αλκοόλης της αλυσίδας της ταμοξιφαίνης έχουν αναγνωριστεί ως δευτερεύοντες μεταβολίτες στο πλάσμα. Η ταμοξιφαίνη είναι υπόστρωμα των κυτοχρωμάτων P450 CYP3A, CYP2C9 και CYP2D6, και αναστολέας της P-γλυκοπρωτεΐνης.
Η ταμοξιφαίνη μεταβολίζεται γρήγορα και εκτενώς, κυρίως με απομεθυλίωση και σε μικρό βαθμό με επακόλουθη δεαμίνωση, καθώς και με υδροξυλίωση. Αρχικές μελέτες υπέδειξαν ότι η 4-υδροξυταμοξιφαίνη (μεταβολίτης Β) ήταν ο κύριος μεταβολίτης του φαρμάκου, αλλά μεταγενέστερες μελέτες που χρησιμοποίησαν βελτιωμένες μεθοδολογίες ανάλυσης έδειξαν ότι η 4-υδροξυταμοξιφαίνη είναι δευτερεύων μεταβολίτης και ότι ο κύριος μεταβολίτης είναι η N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη (μεταβολίτης Χ). Η βιολογική δραστικότητα της N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνης φαίνεται να είναι παρόμοια με αυτή της ταμοξιφαίνης. Η N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη υφίσταται απομεθυλίωση για να σχηματίσει N,N-διδεσμεθυλοταμοξιφαίνη (μεταβολίτης Ζ) η οποία υφίσταται επακόλουθη δεαμίνωση για να σχηματίσει τον πρωτοταγή αλκοολικό μεταβολίτη (μεταβολίτης Υ). Τόσο η 4-υδροξυταμοξιφαίνη όσο και ένα παράγωγο πρωτοταγούς αλκοόλης της αλυσίδας της ταμοξιφαίνης έχουν αναγνωριστεί ως δευτερεύοντες μεταβολίτες στο πλάσμα. Η 3,4-διυδροξυταμοξιφαίνη και ένας μη ταυτοποιημένος μεταβολίτης (μεταβολίτης Ε) έχουν επίσης ανιχνευθεί στο πλάσμα σε μικρές ποσότητες. Με συνεχή χορήγηση ταμοξιφαίνης, οι συγκεντρώσεις στο πλάμα της N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνης είναι γενικά περίπου 1-2 φορές εκείνων της αμετάβλητης ταμοξιφαίνης, ενώ αυτές της N,N-διδεσμεθυλοταμοξιφαίνης είναι περίπου 20-40% εκείνων της αμετάβλητης ταμοξιφαίνης και αυτές του πρωτοταγούς αλκοολικού μεταβολίτη είναι περίπου 5-25% εκείνων της αμετάβλητης ταμοξιφαίνης· οι συγκεντρώσεις των υδροξυλιωμένων μεταβολιτών και του μεταβολίτη Ε φαίνεται να είναι λιγότερο από 5% εκείνων της αμετάβλητης ταμοξιφαίνης.
Αρκετοί μεταβολίτες της ταμοξιφαίνης, συμπεριλαμβανομένων των 4’-υδροξυ-N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνης, 4-υδροξυταμοξιφαίνης, N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνης, του πρωτοταγούς αλκοόλης, και N-διδεσμεθυλοταμοξιφαίνης, ταυτοποιήθηκαν και οι συγκεντρώσεις τους προσδιορίστηκαν σε υγρά και κόπρανα από ασθενείς που λάμβαναν χρόνια θεραπεία με ταμοξιφαίνη. Τα βιολογικά δείγματα που ερευνήθηκαν ήταν ορός, υπεζωκοτική, περικαρδιακή και περιτοναϊκή συλλογή, εγκεφαλονωτιαίο υγρό, σάλιο, χολή, κόπρανα και ούρα. Στον ορό, η ταμοξιφαίνη η ίδια, και οι μεταβολίτες N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη και N,N-διδεσμεθυλοταμοξιφαίνη ήταν τα επικρατέστερα είδη, αλλά ανιχνεύθηκαν επίσης σημαντικές ποσότητες των μεταβολιτών πρωτοταγούς αλκοόλης, 4-υδροξυταμοξιφαίνης, 4-υδροξυ-N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνης. Περίπου 3 ώρες μετά τη λήψη του φαρμάκου, η ταμοξιφαίνη καθώς και η N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη, η N,N-διδεσμεθυλοταμοξιφαίνη παρουσίασαν μέγιστη τιμή στον ορό. Αυτό μπορεί να εξηγηθεί από την αποτελεσματική μεταβολισμό του πρόδρομου μεταβολίτη πριν κατανεμηθεί σε περιφερικά διαμερίσματα. Μετά την διακοπή του φαρμάκου, όλοι οι μεταβολίτες παρουσίασαν καμπύλες εξάλειψης πρώτης τάξης που παραλληλίζονταν με αυτή της ταμοξιφαίνης, υποδηλώνοντας ότι ο ρυθμός εξάλειψής τους υπερέβαινε εκείνον της ταμοξιφαίνης και ότι τα επίπεδα στον ορό οφείλονταν στον ρυθμό παραγωγής. Η δέσμευση πρωτεϊνών της ταμοξιφαίνης και των κύριων μεταβολιτών της στο πλάσμα (πρωτοταγής αλκοόλη, N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη, N,N-διδεσμεθυλοταμοξιφαίνη) προσδιορίστηκε και βρέθηκε να είναι υψηλότερη από 98%. Η αλβουμίνη ήταν ο κυρίαρχος φορέας για την ταμοξιφαίνη στο ανθρώπινο πλάσμα. Οι συγκεντρώσεις ταμοξιφαίνης και των μεταβολιτών της σε υπεζωκοτική, περικαρδιακή και περιτοναϊκή συλλογή ήταν ίσες με αυτές που ανιχνεύθηκαν στον ορό, αντιστοιχώντας σε αναλογία συλλογής/ορού μεταξύ 0,2 και 1. Μόνο ίχνη ταμοξιφαίνης και του μεταβολίτη N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνης ανιχνεύθηκαν στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό (αναλογία CSF/ορού μικρότερη από 0,02). Στο σάλιο, οι συγκεντρώσεις ταμοξιφαίνης και N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνης υπερέβαιναν τις ποσότητες ελεύθερου φαρμάκου στον ορό, υποδηλώνοντας ενεργή μεταφορά ή παγίδευση αυτών των ενώσεων στον σιελογόνο αδένα. Η χολή και τα ούρα ήταν πλούσια σε υδροξυλιωμένους, συζευγμένους μεταβολίτες (πρωτοταγής αλκοόλη, 4-υδροξυταμοξιφαίνη, 4-υδροξυ-N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη), ενώ στα κόπρανα οι επικρατέστερες μορφές ήταν ο μη συζευγμένος μεταβολίτης Β και η ταμοξιφαίνη.
Η ποσότητα ταμοξιφαίνης, N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνης (μεταβολίτης Χ), N,N-διδεσμεθυλοταμοξιφαίνης (μεταβολίτης Ζ) και υδροξυλιωμένων μεταβολιτών (trans-1(4-β-υδροξυαιθοξυφαινυλ)-1,2-διφαινυλβουτ-1-ένιο, 4-υδροξυταμοξιφαίνη και 4-υδροξυ-N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη) προσδιορίστηκε σε εγκεφαλικές μεταστάσεις από ασθενείς με καρκίνο του μαστού και στους περιβάλλοντες ιστούς του εγκεφάλου. Δείγματα συλλέχθηκαν από ασθενείς με καρκίνο του μαστού που έλαβαν ταμοξιφαίνη για 7-180 ημέρες και με την τελευταία δόση που λήφθηκε εντός 28 ωρών πριν από τη χειρουργική αφαίρεση του όγκου. Οι συγκεντρώσεις της ταμοξιφαίνης και των μεταβολιτών της ήταν έως και 46 φορές υψηλότερες στον εγκεφαλικό μεταστατικό όγκο και τον ιστό του εγκεφάλου σε σύγκριση με τον ορό. Ο μεταβολίτης N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη ήταν το πιο άφθονο είδος, ακολουθούμενο από την ταμοξιφαίνη και τον μεταβολίτη N,N-διδεσμεθυλοταμοξιφαίνη. Μικρές αλλά σημαντικές ποσότητες των υδροξυλιωμένων μεταβολιτών, trans-1(4-β-υδροξυαιθοξυφαινυλ)-1,2-διφαινυλβουτ-1-ένιο, 4-υδροξυταμοξιφαίνη και 4-υδροξυ-N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνη ανιχνεύθηκαν στα περισσότερα δείγματα. Οι αναλογίες μεταξύ των συγκεντρώσεων της ταμοξιφαίνης και διαφόρων μεταβολιτών ήταν παρόμοιες στον όγκο, τον εγκέφαλο και τον ορό. Αυτή είναι η πρώτη αναφορά για την κατανομή της ταμοξιφαίνης και των μεταβολιτών της στον ανθρώπινο εγκέφαλο και τους όγκους του εγκεφάλου, και τα δεδομένα αποτελούν βάση για περαιτέρω έρευνα σχετικά με τις θεραπευτικές επιδράσεις της ταμοξιφαίνης στις εγκεφαλικές μεταστάσεις από καρκίνο του μαστού.
Η ταμοξιφαίνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν 4’-Υδροξυταμοξιφαίνη, N-Δεσμεθυλοταμοξιφαίνη, α-Υδροξυταμοξιφαίνη, 4-Υδροξυταμοξιφαίνη, 3-Υδροξυταμοξιφαίνη, και Ταμοξιφαίνη Ν-γλυκουρονίδιο.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής εξάλειψης της ταμοξιφαίνης είναι 5 έως 7 ημέρες, ενώ ο χρόνος ημίσειας ζωής της N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνης, του κύριου μεταβολίτη στον κυκλοφορούντα οργανισμό, είναι περίπου 14 ημέρες.
Περιορισμένα δεδομένα υποδηλώνουν ότι η ταμοξιφαίνη έχει χρόνο ημίσειας ζωής κατανομής 7-14 ωρών και χρόνο ημίσειας ζωής εξάλειψης περίπου 5-7 ημερών (εύρος: 3-21 ημέρες). Ο χρόνος ημίσειας ζωής εξάλειψης της N-δεσμεθυλοταμοξιφαίνης, του κύριου μεταβολίτη, εκτιμάται σε 9-14 ημέρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Ενώσεις που αναστέλλουν ή ανταγωνίζονται τη δράση ή τη βιοσύνθεση οιστρογονικών ενώσεων.
Αντικαρκινικοί παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ορμονοευαίσθητων όγκων. Οι ορμονοευαίσθητοι όγκοι μπορεί να είναι ορμονοεξαρτώμενοι, ορμονοανταποκρινόμενοι ή και τα δύο. Ένας ορμονοεξαρτώμενος όγκος υποχωρεί με την αφαίρεση της ορμονικής διέγερσης, με χειρουργική επέμβαση ή φαρμακολογικό αποκλεισμό. Οι ορμονοανταποκρινόμενοι όγκοι μπορεί να υποχωρήσουν όταν χορηγούνται φαρμακολογικές ποσότητες ορμονών, ανεξάρτητα από το εάν παρατηρήθηκαν προηγουμένως σημάδια ορμονοευαισθησίας. Τα κύρια ορμονοανταποκρινόμενα καρκινώματα περιλαμβάνουν καρκινώματα του μαστού, του προστάτη και της μήτρας· λεμφώματα· και ορισμένες λευχαιμίες. (Από AMA Drug Evaluations Annual 1994, σελ.2079)
Μια δομικά ποικιλόμορφη ομάδα ενώσεων που διακρίνεται από τα ΟΙΣΤΡΟΓΟΝΑ λόγω της ικανότητάς τους να δεσμεύουν και να ενεργοποιούν τους ΟΙΣΤΡΟΓΟΝΙΚΟΥΣ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ, αλλά λειτουργούν είτε ως αγωνιστές είτε ως ανταγωνιστές ανάλογα με τον τύπο του ιστού και το ορμονικό περιβάλλον. Ταξινομούνται ως πρώτης γενιάς επειδή παρουσιάζουν οιστρογονικές αγωνιστικές ιδιότητες στο ΕΝΔΟΜΗΤΡΙΟ ή δεύτερης γενιάς βάσει των προτύπων ιστικής ειδικότητας. (Horm Res 1997·48:155-63)
Παράγοντες που αναστέλλουν την ΟΣΤΕΟΠΟΡΩΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ και/ή ευνοούν την ΟΣΤΕΙΝΗ ΟΡΩΝΙΩΣΗ και την ΟΣΤΕΙΝΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ. Χρησιμοποιούνται για την επούλωση ΚΑΤΑΓΜΑΤΩΝ ΟΣΤΩΝ και για τη θεραπεία ΟΣΤΕΙΝΩΝ ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΩΝ ΝΟΣΩΝ όπως η ΟΣΤΕΟΠΟΡΩΣΗ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
094ZI81Y45
TAMOXIFEN
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Οιστρογονικός Αγωνιστής/Ανταγωνιστής
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Εκλεκτικοί Τροποποιητές Οιστρογονικών Υποδοχέων
Η ταμοξιφαίνη είναι Οιστρογονικός Αγωνιστής/Ανταγωνιστής. Ο μηχανισμός δράσης της ταμοξιφαίνης είναι ως Εκλεκτικός Τροποποιητής Οιστρογονικών Υποδοχέων.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Ενώσεις που αναστέλλουν ή ανταγωνίζονται τη δράση ή τη βιοσύνθεση οιστρογονικών ενώσεων.
Αντικαρκινικοί παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ορμονοευαίσθητων όγκων. Οι ορμονοευαίσθητοι όγκοι μπορεί να είναι ορμονοεξαρτώμενοι, ορμονοανταποκρινόμενοι ή και τα δύο. Ένας ορμονοεξαρτώμενος όγκος υποχωρεί με την αφαίρεση της ορμονικής διέγερσης, με χειρουργική επέμβαση ή φαρμακολογικό αποκλεισμό. Οι ορμονοανταποκρινόμενοι όγκοι μπορεί να υποχωρήσουν όταν χορηγούνται φαρμακολογικές ποσότητες ορμονών, ανεξάρτητα από το εάν παρατηρήθηκαν προηγουμένως σημάδια ορμονοευαισθησίας. Τα κύρια ορμονοανταποκρινόμενα καρκινώματα περιλαμβάνουν καρκινώματα του μαστού, του προστάτη και της μήτρας· λεμφώματα· και ορισμένες λευχαιμίες. (Από AMA Drug Evaluations Annual 1994, σελ.2079)
Μια δομικά ποικιλόμορφη ομάδα ενώσεων που διακρίνεται από τα ΟΙΣΤΡΟΓΟΝΑ λόγω της ικανότητάς τους να δεσμεύουν και να ενεργοποιούν τους ΟΙΣΤΡΟΓΟΝΙΚΟΥΣ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ, αλλά λειτουργούν είτε ως αγωνιστές είτε ως ανταγωνιστές ανάλογα με τον τύπο του ιστού και το ορμονικό περιβάλλον. Ταξινομούνται ως πρώτης γενιάς επειδή παρουσιάζουν οιστρογονικές αγωνιστικές ιδιότητες στο ΕΝΔΟΜΗΤΡΙΟ ή δεύτερης γενιάς βάσει των προτύπων ιστικής ειδικότητας. (Horm Res 1997·48:155-63)
Παράγοντες που αναστέλλουν την ΟΣΤΕΟΠΟΡΩΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ και/ή ευνοούν την ΟΣΤΕΙΝΗ ΟΡΩΝΙΩΣΗ και την ΟΣΤΕΙΝΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ. Χρησιμοποιούνται για την επούλωση ΚΑΤΑΓΜΑΤΩΝ ΟΣΤΩΝ και για τη θεραπεία ΟΣΤΕΙΝΩΝ ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΩΝ ΝΟΣΩΝ όπως η ΟΣΤΕΟΠΟΡΩΣΗ.