LAMOTRIGINE
Λαμοτριγίνη
Σκοπός της θεραπείας είναι ο έλεγχος των επιληπτικών κρίσεων με τη συνεχή διατήρηση δραστικών επιπέδων του φαρμάκου στο πλάσμα και από εκεί στον εγκεφαλικό ιστό. H δόση και η συχνότητα χορήγησής τους καθορίζονται από το χρόνο υποδιπλασιασμού, γι' αυτό και είναι σκόπιμος ο …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-LAMICTAL
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Ημερησίως (μία φορά ή σε δύο ίσες δόσεις)
- Δόση έναρξης: 25 mg/ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Ενήλικες (μονοθεραπεία επιληψίας): αύξηση 50-100 mg κάθε 1-2 εβδομάδες. Ενήλικες (με βαλπροϊκό): αύξηση 25-50 mg κάθε 1-2 εβδομάδες. Ενήλικες (με επαγωγείς): αύξηση 100 mg κάθε 1-2 εβδομάδες. Παιδιά (μονοθεραπεία τυπικών αφαιρέσεων): αύξηση 0,6 mg/kg/ημερησίως κάθε 1-2 εβδομάδες. Παιδιά (με βαλπροϊκό): αύξηση 0,3 mg/kg κάθε 1-2 εβδομάδες. Παιδιά (με επαγωγείς): αύξηση 1,2 mg/kg κάθε 1-2 εβδομάδες. Παιδιά (χωρίς επαγωγείς/βαλπροϊκό): αύξηση 0,6 mg/kg κάθε 1-2 εβδομάδες. Ενήλικες (διπολική): προοδευτική αύξηση σε 6 εβδομάδες έως δόση σταθεροποίησης.
-
Ενήλικες και έφηβοι ηλικίας 13 ετών και άνω (Επιληψία - Μονοθεραπεία)Δόση100 − 200 mg/ημερησίωςΜέγ. δόση500 mg/ημερησίωςΑύξηση δόσης κατά 50-100 mg κάθε μία έως δύο εβδομάδες. Χορηγείται μία φορά ημερησίως ή σε δύο ίσες δόσεις.
-
Ενήλικες και έφηβοι ηλικίας 13 ετών και άνω (Επιληψία - Συμπληρωματική θεραπεία ΜΕ βαλπροϊκό)Δόση100 − 200 mg/ημερησίωςΑύξηση δόσης κατά 25-50 mg κάθε μία έως δύο εβδομάδες. Χορηγείται μία φορά ημερησίως ή σε δύο ίσες δόσεις.
-
Ενήλικες και έφηβοι ηλικίας 13 ετών και άνω (Επιληψία - Συμπληρωματική θεραπεία ΧΩΡΙΣ βαλπροϊκό και ΜΕ επαγωγείς της γλυκουρονίδωσης)Δόση200 − 400 mg/ημερησίωςΜέγ. δόση700 mg/ημερησίωςΑύξηση δόσης κατά 100 mg κάθε μία έως δύο εβδομάδες. Χορηγείται σε δύο ίσες δόσεις. Επαγωγείς: φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτόνη, πριμιδόνη, ριφαμπικίνη, λοπιναβίρη/ριτοναβίρη.
-
Ενήλικες και έφηβοι ηλικίας 13 ετών και άνω (Επιληψία - Συμπληρωματική θεραπεία ΧΩΡΙΣ βαλπροϊκό και ΧΩΡΙΣ επαγωγείς της γλυκουρονίδωσης)Δόση100 − 200 mg/ημερησίωςΑύξηση δόσης κατά 50-100 mg κάθε μία έως δύο εβδομάδες. Χορηγείται μία φορά ημερησίως ή σε δύο ίσες δόσεις.
-
Παιδιά και έφηβοι ηλικίας 2 έως 12 ετών (Επιληψία - Μονοθεραπεία τυπικών αφαιρέσεων)Δόση1 - 10 mg/κιλό/ημερησίωςΜέγ. δόση15 mg/kg/ημερησίωςΑύξηση δόσης κατά 0,6 mg/κιλό/ημερησίως κάθε μία έως δύο εβδομάδες. Χορηγείται μία φορά ημερησίως ή σε δύο ίσες δόσεις.
-
Παιδιά και έφηβοι ηλικίας 2 έως 12 ετών (Επιληψία - Συμπληρωματική θεραπεία με βαλπροϊκό)Δόση1 − 5 mg/κιλό/ημερησίωςΜέγ. δόση200 mg/ημερησίωςΑύξηση δόσης κατά 0,3 mg/kg κάθε μία έως δύο εβδομάδες. Χορηγείται μία φορά ημερησίως ή σε δύο ίσες δόσεις.
-
Παιδιά και έφηβοι ηλικίας 2 έως 12 ετών (Επιληψία - Συμπληρωματική θεραπεία ΧΩΡΙΣ βαλπροϊκό και ΜΕ επαγωγείς της γλυκουρονίδωσης)Δόση5 − 15 mg/κιλό/ημερησίωςΜέγ. δόση400 mg/ημερησίωςΑύξηση δόσης κατά 1,2 mg/kg κάθε μία έως δύο εβδομάδες. Χορηγείται μία φορά ημερησίως ή σε δύο ίσες δόσεις. Επαγωγείς: φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτόνη, πριμιδόνη, ριφαμπικίνη, λοπιναβίρη/ριτοναβίρη.
-
Παιδιά και έφηβοι ηλικίας 2 έως 12 ετών (Επιληψία - Συμπληρωματική θεραπεία ΧΩΡΙΣ βαλπροϊκό και ΧΩΡΙΣ επαγωγείς της γλυκουρονίδωσης)Δόση1 − 10 mg/κιλό/ημερησίωςΜέγ. δόση200 mg/ημερησίωςΑύξηση δόσης κατά 0,6 mg/kg κάθε μία έως δύο εβδομάδες. Χορηγείται μία φορά ημερησίως ή σε δύο ίσες δόσεις.
-
Παιδιά κάτω των 2 ετώνΔεν συνιστάται λόγω περιορισμένων στοιχείων για την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια.
-
Ενήλικες άνω των 18 ετών (Διπολική διαταραχή - Μονοθεραπεία Ή συμπληρωματική θεραπεία ΧΩΡΙΣ βαλπροϊκό και ΧΩΡΙΣ επαγωγείς της γλυκουρονίδωσης)Δόση200 mg/ημερησίωςΜέγ. δόση400 mg/ημερησίωςΣυνήθης στόχος. Δόσεις από 100 - 400 mg/ημερησίως εφαρμόστηκαν σε κλινικές μελέτες. Χορηγείται μία φορά ημερησίως ή σε δύο ίσες δόσεις.
-
Ενήλικες άνω των 18 ετών (Διπολική διαταραχή - Συμπληρωματική θεραπεία με βαλπροϊκό)Δόση100 mg/ημερησίωςΜέγ. δόση200 mg/ημερησίωςΣυνήθης στόχος. Μέγιστη δόση 200 mg/ημερησίως ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση. Χορηγείται μία φορά ημερησίως ή σε δύο ίσες δόσεις.
-
Ενήλικες άνω των 18 ετών (Διπολική διαταραχή - Συμπληρωματική θεραπεία ΧΩΡΙΣ βαλπροϊκό και ΜΕ επαγωγείς της γλυκουρονίδωσης)Δόση300 mg/ημερησίωςΜέγ. δόση400 mg/ημερησίωςΤην 6η εβδομάδα 300 mg/ημερησίως, μπορεί να αυξηθεί στα 400 mg/ημερησίως την 7η εβδομάδα. Χορηγείται σε δύο ίσες δόσεις. Επαγωγείς: φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτόνη, πριμιδόνη, ριφαμπικίνη, λοπιναβίρη/ριτοναβίρη.
-
Παιδιά και έφηβοι κάτω των 18 ετών (Διπολική διαταραχή)Δεν συνιστάται λόγω έλλειψης στοιχείων για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα.
-
Γυναίκες που λαμβάνουν ορμονικά αντισυλληπτικά (έναρξη)Μέγ. δόσηΔιπλάσια δόση συντήρησηςΑύξηση της δόσης της λαμοτριγίνης κατά 50 έως 100 mg την εβδομάδα. Παρακολούθηση επιπέδων λαμοτριγίνης. Προτιμώνται αντισυλληπτικά χωρίς εβδομάδα χωρίς χάπι.
-
Γυναίκες που λαμβάνουν ορμονικά αντισυλληπτικά (διακοπή)ΔόσηΜειωμένη έως 50% της δόσης συντήρησηςΣταδιακή μείωση της δόσης κατά 50-100 mg την εβδομάδα σε 3 εβδομάδες (όχι πάνω από 25% της ολικής ημερήσιας δόσης ανά εβδομάδα). Παρακολούθηση επιπέδων λαμοτριγίνης.
-
Ασθενείς που λαμβάνουν αταζαναβίρη/ριτοναβίρη (προσθήκη στην υπάρχουσα λαμοτριγίνη)Ενδέχεται να χρειαστεί αύξηση της δόσης λαμοτριγίνης. Παρακολούθηση επιπέδων λαμοτριγίνης πριν και 2 εβδομάδες μετά.
-
Ασθενείς που λαμβάνουν αταζαναβίρη/ριτοναβίρη (διακοπή στην υπάρχουσα λαμοτριγίνη)Ενδέχεται να χρειαστεί μείωση της δόσης λαμοτριγίνης. Παρακολούθηση επιπέδων λαμοτριγίνης πριν και 2 εβδομάδες μετά.
-
Ασθενείς που λαμβάνουν λοπιναβίρη/ριτοναβίρη (προσθήκη στην υπάρχουσα λαμοτριγίνη)Ενδέχεται να χρειαστεί αύξηση της δόσης λαμοτριγίνης. Παρακολούθηση επιπέδων λαμοτριγίνης πριν και 2 εβδομάδες μετά.
-
Ασθενείς που λαμβάνουν λοπιναβίρη/ριτοναβίρη (διακοπή στην υπάρχουσα λαμοτριγίνη)Ενδέχεται να χρειαστεί μείωση της δόσης λαμοτριγίνης. Παρακολούθηση επιπέδων λαμοτριγίνης πριν και 2 εβδομάδες μετά.
-
Ηλικιωμένοι (άνω των 65 ετών)ΔόσηΒάσει συνιστώμενου προγράμματοςΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκειαΙδιαίτερη προσοχή. Αρχικές δόσεις ανάλογα με συγχορηγούμενα φάρμακα. Μειωμένες δόσεις μπορεί να είναι αποτελεσματικές σε σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια.
-
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια (μέτρια, Child-Pugh B)ΔόσηΜειωμένη κατά 50%Αρχική δόση, δόση συντήρησης και αύξηση δοσολογίας μειωμένες κατά 50%. Προσαρμογή ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση.
-
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια (σοβαρή, Child-Pugh C)ΔόσηΜειωμένη κατά 75%Αρχική δόση, δόση συντήρησης και αύξηση δοσολογίας μειωμένες κατά 75%. Προσαρμογή ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση.
block
SPC-LAMICTAL
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα
warning
SPC-LAMICTAL
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Δερματικό εξάνθημαΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς (παιδιά και ενήλικες)Άμεση διακοπή του Lamictal εκτός εάν είναι βέβαιο ότι το εξάνθημα δεν σχετίζεται με τη θεραπεία. Δεν συνιστάται επανέναρξη της θεραπείας εάν διακόπηκε λόγω εξανθήματος, παρά μόνο εάν τα πιθανά οφέλη υπερτερούν των κινδύνων. Ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό αλλεργίας ή εξανθημάτων σε άλλα ΑΕΦ. Για παιδιά, οι γιατροί πρέπει να λάβουν υπόψη την πιθανότητα αντίδρασης στη θεραπεία με λαμοτριγίνη κατά την εκδήλωση εξανθήματος και πυρετού τις πρώτες οκτώ εβδομάδες.
-
Σύνδρομο υπερευαισθησίαςσοβαρήΕάν εμφανιστούν ενδείξεις υπερευαισθησίας (πυρετός, λεμφαδενοπάθεια), άμεση εκτίμηση της κατάστασης του ασθενούς και διακοπή της θεραπείας με Lamictal, εάν δεν υπάρχει εναλλακτική αιτιολογία.
-
Κλινική επιδείνωση και κίνδυνος αυτοκτονίαςσοβαρήΠληθυσμόςΑσθενείς υπό αγωγή με αντιεπιληπτικούς παράγοντες. Ασθενείς με διπολική διαταραχή, νεαροί ενήλικες, ασθενείς με ιστορικό αυτοκτονικής συμπεριφοράς ή σκέψεων, ασθενείς με σημαντικού βαθμού ιδεασμό αυτοκτονίας πριν την έναρξη της θεραπείας.Παρακολούθηση για συμπτώματα αυτοκτονικού ιδεασμού και συμπεριφορών. Εφαρμογή κατάλληλης θεραπείας. Αναζήτηση ιατρικής συμβουλής σε περίπτωση εμφάνισης συμπτωμάτων. Στενή παρακολούθηση για κλινική επιδείνωση και αυτοκτονικότητα, ιδιαίτερα στην αρχή της θεραπείας ή κατά τη διάρκεια μεταβολών της δόσης. Εξέταση αλλαγής του θεραπευτικού σχήματος, συμπεριλαμβανομένης της διακοπής της θεραπείας, σε περίπτωση σοβαρής, απότομης ή νέας κλινικής επιδείνωσης ή αυτοκτονικού ιδεασμού/συμπεριφοράς.
-
Επιδράσεις ορμονικών αντισυλληπτικών στην αποτελεσματικότητα της λαμοτριγίνηςΠληθυσμόςΓυναίκες που λαμβάνουν ορμονικά αντισυλληπτικά, ειδικά συνδυασμό αιθυνυλοιστραδιόλης/λεβονοργεστρέληςΜετά τιτλοποίηση, μπορεί να χρειαστεί αύξηση των δόσεων συντήρησης της λαμοτριγίνης (μέχρι δύο φορές). Μετά τη διακοπή των αντισυλληπτικών, παρακολούθηση για αυξημένες συγκεντρώσεις λαμοτριγίνης. Εάν χρησιμοποιείται αντισυλληπτικό με εβδομάδα ανενεργούς θεραπείας, να εξεταστεί η χρήση αντισυλληπτικών χωρίς «εβδομάδα χωρίς χάπι» ή μη ορμονικών μεθόδων.
-
Επιδράσεις λαμοτριγίνης στην αποτελεσματικότητα των ορμονικών αντισυλληπτικώνΠληθυσμόςΓυναίκες που λαμβάνουν ορμονικά σκευάσματα μαζί με λαμοτριγίνηΟι ασθενείς θα πρέπει να αναφέρουν άμεσα οποιεσδήποτε αλλαγές στον τύπο της εμμήνου ρύσεως, π.χ. αιμορραγία μεταξύ των κύκλων.
-
Μεταβολισμός φολικού (διυδροφολική ρεδουκτάση)ΠληθυσμόςΑσθενείς σε παρατεταμένη θεραπεία με λαμοτριγίνη
-
Νεφρική ανεπάρκειαΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική ανεπάρκειαΙδιαίτερη προσοχή στη θεραπεία.
-
Συγχορήγηση με άλλα προϊόντα λαμοτριγίνηςΠληθυσμόςΑσθενείςΤο Lamictal δεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν λαμοτριγίνη, χωρίς τη συμβουλή του θεράποντος ιατρού.
-
Περιεκτικότητα σε λακτόζηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη λακτόζη, ανεπάρκεια λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
-
Ανάπτυξη στα παιδιάΠληθυσμόςΠαιδιάΔεν υπάρχουν δεδομένα για την επίδραση της λαμοτριγίνης στην ανάπτυξη, την σεξουαλική ωρίμανση και την νοητική και συναισθηματική ανάπτυξη και την ανάπτυξη της συμπεριφοράς στα παιδιά.
-
Απότομη διακοπή του LamictalΠληθυσμόςΕπιληπτικοί ασθενείςΗ δόση του Lamictal πρέπει να ελαττώνεται σταδιακά μέσα σε χρονικό διάστημα δύο εβδομάδων, εκτός αν απαιτείται απότομη διακοπή για λόγους ασφαλείας (π.χ. εμφάνιση εξανθήματος).
-
Σοβαρές σπασμωδικές κρίσειςσοβαρήΠληθυσμόςΕπιληπτικοί ασθενείςΓνώση της πιθανότητας σοβαρών σπασμωδικών κρίσεων (status epilepticus), ραβδομυόλυσης, πολυοργανικής δυσλειτουργίας και διάχυτης ενδαγγειακής πήξης, με θανατηφόρα πολλές φορές έκβαση.
-
Κλινικά σημαντική επιδείνωση της συχνότητας των κρίσεωνΠληθυσμόςΑσθενείς με περισσότερα του ενός είδη επιληπτικών κρίσεωνΤο παρατηρούμενο όφελος του ελέγχου για ένα είδος κρίσης πρέπει να ζυγίζεται έναντι οποιασδήποτε παρατηρούμενης επιδείνωσης σε κάποιο άλλο είδος κρίσης.
-
Μυοκλονικοί σπασμοίΠληθυσμόςΑσθενείς με μυοκλονικούς σπασμούςΟι μυοκλονικοί σπασμοί μπορεί να επιδεινωθούν με τη λαμοτριγίνη.
-
Αποτελεσματικότητα σε τυπικές αφαιρέσειςΠληθυσμόςΠαιδιά που λαμβάνουν λαμοτριγίνη για την αντιμετώπιση των τυπικών αφαιρέσεωνΗ αποτελεσματικότητα μπορεί να μην διατηρείται σε όλους τους ασθενείς.
swap_horiz
SPC-LAMICTAL
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΒαλπροϊκόπροσοχήΜείωση μεταβολισμού λαμοτριγίνης, διπλασιασμός χρόνου ημίσειας ζωής. Αναστολέας γλυκουρονίδωσης.ΣύστασηΕφαρμογή κατάλληλου δοσολογικού σχήματος (βλ. Δοσολογία).
-
προσοχήΕνίσχυση μεταβολισμού λαμοτριγίνης. Επαγωγέας γλυκουρονίδωσης.ΣύστασηΕφαρμογή κατάλληλου δοσολογικού σχήματος (βλ. Δοσολογία).
-
προσοχήΕνίσχυση μεταβολισμού λαμοτριγίνης. Επαγωγέας γλυκουρονίδωσης. CNS ανεπιθύμητες ενέργειες (ζάλη, αταξία, διπλωπία, θολή όραση, ναυτία).ΣύστασηΕφαρμογή κατάλληλου δοσολογικού σχήματος (βλ. Δοσολογία). Μείωση δόσης καρβαμαζεπίνης.
-
ΦαινοβαρβιτόνηπροσοχήΕνίσχυση μεταβολισμού λαμοτριγίνης. Επαγωγέας γλυκουρονίδωσης.ΣύστασηΕφαρμογή κατάλληλου δοσολογικού σχήματος (βλ. Δοσολογία).
-
προσοχήΕνίσχυση μεταβολισμού λαμοτριγίνης. Επαγωγέας γλυκουρονίδωσης.ΣύστασηΕφαρμογή κατάλληλου δοσολογικού σχήματος (βλ. Δοσολογία).
-
προσοχήΜειωμένα επίπεδα λαμοτριγίνης έχουν αναφερθεί. Σε μελέτη, δεν επηρέασε το μεταβολισμό λαμοτριγίνης.ΣύστασηΧρήση θεραπευτικού σχήματος για συμπληρωματική θεραπεία λαμοτριγίνης χωρίς βαλπροϊκό και χωρίς επαγωγείς (βλ. Δοσολογία).
-
αμελητέαΌχι κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της λαμοτριγίνης.
-
ΓαβαπεντίνηπροσοχήΔεν μεταβάλλει την κάθαρση της λαμοτριγίνης. Μπορεί να αυξηθούν τα επίπεδα της γαβαπεντίνης ως υπόστρωμα OCT2.ΣύστασηΠροσοχή σε συγχορήγηση (υπόστρωμα OCT2).
-
αμελητέαΔεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της λαμοτριγίνης.
-
ΠρεγαβαλίνηαμελητέαΔεν υπάρχουν φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις.
-
ΤοπιραμοϊκόπροσοχήΛαμοτριγίνη αυξάνει τη συγκέντρωση τοπιραμοϊκού κατά 15%. Τοπιραμοϊκό δεν μεταβάλλει τη συγκέντρωση λαμοτριγίνης.
-
αμελητέαΔεν επηρέασε σημαντικά τη φαρμακοκινητική της λαμοτριγίνης.
-
αμελητέαΔεν επηρεάστηκε η φαρμακοκινητική του λιθίου.
-
αμελητέαΌχι στατιστικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της λαμοτριγίνης. Μικρή αύξηση του AUC του γλυκουρονιδίου λαμοτριγίνης.
-
αμελητέαΜείωση AUC και Cmax της λαμοτριγίνης (24% και 20% αντίστοιχα). Δεν αναμένεται κλινική σχετικότητα. Λαμοτριγίνη δεν επηρεάζει ολανζαπίνη.
-
προσοχήΛαμοτριγίνη δεν επηρέασε σημαντικά τη φαρμακοκινητική ρισπεριδόνης. Υπνηλία με ταυτόχρονη χορήγηση.
-
αμελητέαΜείωση Cmax και AUC λαμοτριγίνης κατά 10%. Δεν αναμένεται κλινική σχετικότητα.
-
προσοχήΜερική αναστολή σχηματισμού του 2-Ν-γλυκουρονιδίου της λαμοτριγίνης (in vitro).
-
προσοχήΜερική αναστολή σχηματισμού του 2-Ν-γλυκουρονιδίου της λαμοτριγίνης (in vitro).
-
προσοχήΜερική αναστολή σχηματισμού του 2-Ν-γλυκουρονιδίου της λαμοτριγίνης (in vitro).
-
προσοχήΜερική αναστολή σχηματισμού του 2-Ν-γλυκουρονιδίου της λαμοτριγίνης (in vitro).
-
αμελητέαΜεταβολισμός λαμοτριγίνης δεν αναστέλλεται (in vitro).
-
αμελητέαΜεταβολισμός λαμοτριγίνης δεν αναστέλλεται (in vitro).
-
ΦαινελζίνηαμελητέαΜεταβολισμός λαμοτριγίνης δεν αναστέλλεται (in vitro).
-
αμελητέαΜεταβολισμός λαμοτριγίνης δεν αναστέλλεται (in vitro).
-
αμελητέαΜεταβολισμός λαμοτριγίνης δεν αναστέλλεται (in vitro).
-
Συνδυασμός αιθυνυλοιστραδιόλης/λεβονοργεστρέλης (ορμονικά αντισυλληπτικά)προσοχήΔιπλασιασμός κάθαρσης λαμοτριγίνης, μείωση AUC και Cmax. Αύξηση συγκέντρωσης λαμοτριγίνης στην εβδομάδα χωρίς χάπι. Μέτρια αύξηση κάθαρσης λεβονοργεστρέλης, μείωση AUC και Cmax.ΣύστασηΑύξηση/μείωση δόσης λαμοτριγίνης κατά την έναρξη/διακοπή αντισυλληπτικών. Προτιμώνται αντισυλληπτικά χωρίς εβδομάδα χωρίς χάπι. (βλ. Δοσολογία).
-
προσοχήΑυξάνει την κάθαρση λαμοτριγίνης, μειωμένος χρόνος ημίσειας ζωής λόγω ενεργοποίησης γλυκουρονίδωσης.ΣύστασηΕφαρμογή κατάλληλου δοσολογικού σχήματος (βλ. Δοσολογία).
-
Λοπιναβίρη, ριτοναβίρηπροσοχήΥποδιπλασιασμός συγκεντρώσεων λαμοτριγίνης στο πλάσμα, λόγω ενεργοποίησης γλυκουρονίδωσης.ΣύστασηΕφαρμογή κατάλληλου δοσολογικού σχήματος (βλ. Δοσολογία).
-
προσοχήΜείωση AUC και Cmax λαμοτριγίνης (32% και 6% αντίστοιχα).ΣύστασηΕφαρμογή κατάλληλου δοσολογικού σχήματος (βλ. Δοσολογία).
-
προσοχήΑύξηση επιπέδων πλάσματος των υποστρωμάτων OCT2 (λαμοτριγίνη είναι αναστολέας OCT2).ΣύστασηΧρειάζεται προσοχή σε ασθενείς στους οποίους συγχορηγούνται αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα.
sick
SPC-LAMICTAL
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ουδετεροπενία
- Λευκοπενία
- Αναιμία
- Θρομβοπενία
- Πανκυτταροπενία
- Απλαστική αναιμία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Λεμφαδενοπάθεια
- Σύνδρομο υπερευαισθησίας
- Επιθετικότητα
- Ευερεθιστότητα
- Σύγχυση
- Ψευδαισθήσεις
- Αϋπνία
- Διέγερση
- Τικ
- Κεφαλαλγία
- Υπνηλία
- Ζάλη
- Τρόμος
- Αταξία
- Νυσταγμός
- Αστάθεια
- Κινητικές διαταραχές
- Επιδείνωση νόσου Parkinson
- Εξωπυραμιδικές διαταραχές
- Χορειοαθέτωση
- Αύξηση συχνότητας επιληπτικών κρίσεων
- Άσηπτη μηνιγγίτιδα
- Διπλωπία
- Θαμπή όραση
- Επιπεφυκίτιδα
- Ναυτία
- Εμετός
- Διάρροια
- Ξηροστομία
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Ηπατική δυσλειτουργία
- Αυξημένες τιμές σε δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας
- Δερματικό εξάνθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Αντίδραση προσομοιάζουσα με λύκο
- Αρθραλγία
- Οσφυαλγία
- Κόπωση
- Άλγος
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΑταξίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΔερματικό εξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΔιπλωπίαΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΕμετόςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΖάληΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΣύγχυσηΨυχιατρικές
-
Πολύ συχνέςΤικΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΨευδαισθήσειςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΆλγοςΓενικές
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕπιθετικότηταΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΕυερεθιστότηταΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΝυσταγμόςΝευρικό
-
ΣυχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑναιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑντίδραση προσομοιάζουσα με λύκοΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΑπλαστική αναιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑστάθειαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΑυξημένες τιμές σε δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίαςΕργαστηριακές
-
Πολύ σπάνιεςΑύξηση συχνότητας επιληπτικών κρίσεωνΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΔιέγερσηΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΕξωπυραμιδικές διαταραχέςΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΕπιδείνωση νόσου ParkinsonΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΗπατική ανεπάρκειαΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΗπατική δυσλειτουργίαΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΚινητικές διαταραχέςΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΛευκοπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΠανκυτταροπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο υπερευαισθησίαςΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΧορειοαθέτωσηΝευρικό
-
Άγνωστη συχνότηταΆσηπτη μηνιγγίτιδαΝευρικό
-
Άγνωστη συχνότηταΛεμφαδενοπάθειαΑίμα
pregnant_woman
SPC-LAMICTAL
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΗ απότομη διακοπή της θεραπείας με ΑΕΦ πρέπει να αποφεύγεται. Ο κίνδυνος συγγενών δυσπλασιών αυξάνεται (λαγόχειλο, καρδιαγγειακές δυσπλασίες, ανωμαλίες νευρικού σωλήνα). Η μονοθεραπεία προτιμάται. Δεν υπάρχει σημαντική αύξηση του κινδύνου για μείζονες συγγενείς διαμαρτίες με λαμοτριγίνη, αν και δεν αποκλείεται μέτρια αύξηση ανωμαλιών της στοματικής κοιλότητας. Συνιστάται η χρήση της χαμηλότερης δυνατής θεραπευτικής δόσης. Η λήψη φολικού οξέος πρέπει να εξετάζεται. Τα επίπεδα λαμοτριγίνης στο πλάσμα πρέπει να παρακολουθούνται πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την εγκυμοσύνη και μετά τον τοκετό, με προσαρμογή της δόσης εάν κριθεί απαραίτητο, λόγω πιθανής μείωσης των επιπέδων κατά την εγκυμοσύνη και ραγδαίας αύξησης μετά τον τοκετό.
-
ΓαλουχίαΜε προσοχήΗ λαμοτριγίνη διέρχεται στο μητρικό γάλα, με επίπεδα στα νεογνά έως περίπου 50% της μητέρας, οδηγώντας ενδεχομένως σε φαρμακολογικές δράσεις. Πρέπει να σταθμίζονται τα οφέλη του θηλασμού έναντι των πιθανών βλαβερών επιδράσεων στο βρέφος. Το βρέφος πρέπει να παρακολουθείται για ανεπιθύμητες ενέργειες.
-
ΓονιμότηταΑσφαλέςΠειράματα σε ζώα δεν απεκάλυψαν έκπτωση γονιμότητας προκαλούμενη από τη λαμοτριγίνη.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-LAMICTAL
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-LAMICTAL
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Η λαμοτριγίνη απορροφάται ταχέως και πλήρως από το έντερο χωρίς την εμφάνιση του φαινομένου του μεταβολισμού της πρώτης διόδου. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα παρατηρούνται περίπου 2,5 ώρες μετά την από του στόματος χορήγηση της…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
-
Ιδεασμός αυτοκτονίας
· Στενά, ιδιαίτερα στην αρχή της θεραπείας ή κατά τη διάρκεια μεταβολών της δόσης
Διπολική διαταραχή, ιστορικό αυτοκτονικής συμπεριφοράς/σκέψεων, νεαροί ενήλικες, ιδεασμός αυτοκτονίας πριν την έναρξη
-
Κλινική επιδείνωση
· Στενά, ιδιαίτερα στην αρχή της θεραπείας ή κατά τη διάρκεια μεταβολών της δόσης
Διπολική διαταραχή, ιστορικό αυτοκτονικής συμπεριφοράς/σκέψεων, νεαροί ενήλικες, ιδεασμός αυτοκτονίας πριν την έναρξη
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Συμπτώματα υπερευαισθησίας | vaccinesΑνοσολογικός έλεγχος | Άμεσα κατά την εμφάνιση | — |
| Επίπεδα λαμοτριγίνης | medicationΕπίπεδα φαρμάκου (TDM) | — | Μετά τη διακοπή λήψης ορμονικών αντισυλληπτικών |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Εξάνθημα | dermatologyΔερματολογικός έλεγχος | Εντός των πρώτων 8 εβδομάδων | Όλοι οι ασθενείς, ειδικά παιδιά |
| Κλινική παρακολούθηση (έμμηνος ρύση) | more_horizΆλλο / λοιπά | Άμεσα | Συγχορήγηση ορμονικών σκευασμάτων με λαμοτριγίνη |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-LAMICTAL
expand_more
Δοσολογία
Τα δισκία Lamictal πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα και να μην μασώνται ή θρυμματίζονται. Τα διασπειρόμενα/μασώμενα Lamictal μπορούν να μασηθούν, να διαλυθούν σε μικρό όγκο νερού (η στάθμη του νερού να καλύπτει τουλάχιστον το δισκίο) ή να καταπίνονται ολόκληρα με λίγο νερό. Αν η υπολογισμένη δόση λαμοτριγίνης (όπως για τη θεραπεία παιδιών με επιληψία ή ασθενών με ηπατική ανεπάρκεια) δεν ισοδυναμεί με ολόκληρα δισκία, η χορηγούμενη δόση θα πρέπει να ισοδυναμεί με τον ελάχιστο αριθμό ολόκληρων δισκίων.
Επανέναρξη θεραπείας
Οι συνταγογράφοι γιατροί, κατά την επανέναρξη της θεραπείας με Lamictal σε ασθενείς που για οποιαδήποτε λόγο την είχαν διακόψει, θα πρέπει να εκτιμήσουν την ανάγκη για προοδευτική αύξηση της δόσης σε αυτή της θεραπείας συντήρησης, εφόσον ο κίνδυνος εμφάνισης σοβαρού εξανθήματος σχετίζεται με αυξημένες αρχικές δόσεις και δόσεις που υπερβαίνουν τη συνιστώμενη προοδευτική αύξηση της δόσης της λαμοτριγίνης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Όσο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα έχει παρέλθει από τη λήψη της τελευταίας δόσης, τόσο πιο μεγάλη προσοχή απαιτείται κατά την προοδευτική αύξηση της δόσης στα επίπεδα της θεραπείας συντήρησης. Όταν το διάστημα από τη διακοπή της λαμοτριγίνης υπερβαίνει τις πέντε ημιπεριόδους ζωής (βλ. Φαρμακοκινητικές), η προοδευτική αύξηση της δόσης του Lamictal έως τη δόση συντήρησης θα πρέπει να πραγματοποιείται βάσει κατάλληλου προγράμματος. Δεν συνιστάται επανέναρξη της θεραπείας με Lamictal σε ασθενείς που διέκοψαν τη θεραπεία τους εξαιτίας της εμφάνισης εξανθήματος που σχετίζεται με προηγούμενη θεραπεία με λαμοτριγίνη, εκτός εάν τα αναμενόμενα οφέλη υπερτερούν των κινδύνων.
Επιληψία
Η συνιστώμενη προοδευτική αύξηση της δόσης και οι δόσεις συντήρησης για ενήλικες και εφήβους ηλικίας 13 ετών και άνω (πίνακας 1) αλλά και για παιδιά και εφήβους ηλικίας 2 έως 12 ετών (πίνακας 2) παρατίθενται παρακάτω. Λόγω του κινδύνου εμφάνισης εξανθήματος δεν πρέπει να γίνεται υπέρβαση της αρχικής δόσης και της επακόλουθης αύξησης της δοσολογίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Όταν διακόπτεται η συγχορήγηση άλλων ΑΕΦ ή όταν άλλα AEΦ/ φαρμακευτικά προϊόντα προστίθενται στο θεραπευτικό σχήμα που περιέχει λαμοτριγίνη, θα πρέπει να δίνεται μεγάλη προσοχή στην επίδραση που η θεραπεία αυτή μπορεί να έχει στη φαρμακοκινητική της λαμοτριγίνης (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Πίνακας 1: Ενήλικες και έφηβοι ηλικίας 13 ετών και άνω-συνιστώμενο θεραπευτικό σχήμα για την επιληψία
| Θεραπευτικό Σχήμα | Εβδομάδες 1+2 | Εβδομάδες 3 + 4 | Συνήθης Δόση Συντήρησης |
|---|---|---|---|
| Μονοθεραπεία: | 25 mg/ημερησίως (μία φορά ημερησίως) | 50 mg/ημερησίως (μία φορά ημερησίως) | 100 − 200 mg/ημερησίως (μία φορά ημερησίως ή σε δύο ίσες δόσεις). Για να επιτευχθεί η δόση συντήρησης, οι δόσεις μπορούν να αυξηθούν το πολύ κατά 50-100 mg κάθε μία έως δύο εβδομάδες, μέχρι να επιτευχθεί το καλύτερο αποτέλεσμα. Σε ορισμένους ασθενείς χρειάστηκε να χορηγηθούν 500 mg/ημερησίως για να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα. |
| Συμπληρωματική θεραπεία ΜΕ βαλπροϊκό (αναστολέας της γλυκουρονίδωσης της λαμοτριγίνης - βλ. Αλληλεπιδράσεις) | 12,5 mg/ημερησίως (χορηγούμενα ως 25 mg κάθε δεύτερη ημέρα) | 25 mg/ημερησίως (μία φορά ημερησίως) | 100 − 200 mg/ημερησίως (μία φορά ημερησίως ή σε δύο ίσες δόσεις). Για να επιτευχθεί η δόση συντήρησης, οι δόσεις μπορούν να αυξηθούν το πολύ κατά 25-50 mg κάθε μία έως δύο εβδομάδες, μέχρι να επιτευχθεί το καλύτερο αποτέλεσμα. |
| Συμπληρωματική θεραπεία ΧΩΡΙΣ βαλπροϊκό και ΜΕ επαγωγείς της γλυκουρονίδωσης της λαμοτριγίνης (βλ. Αλληλεπιδράσεις): φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτόνη, πριμιδόνη, ριφαμπικίνη, λοπιναβίρη/ριτοναβίρη | 50 mg/ημερησίως (μία φορά ημερησίως) | 100 mg/ημερησίως (σε δύο ίσες δόσεις) | 200 − 400 mg/ημερησίως (σε δύο ίσες δόσεις). Για να επιτευχθεί η δόση συντήρησης, οι δόσεις μπορούν να αυξηθούν το πολύ κατά 100mg κάθε μία έως δύο εβδομάδες, μέχρι να επιτευχθεί το καλύτερο αποτέλεσμα. Σε ορισμένους ασθενείς χρειάστηκε να χορηγηθούν 700 mg/ημερησίως προκειμένου να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα. |
| Συμπληρωματική θεραπεία ΧΩΡΙΣ βαλπροϊκό και ΧΩΡΙΣ επαγωγείς της γλυκουρονίδωσης της λαμοτριγίνης | 25 mg/ημερησίως (μία φορά ημερησίως) | 50 mg/ημερησίως (μία φορά ημερησίως) | 100 − 200 mg/ημερησίως (μία φορά ημερησίως ή σε δύο ίσες δόσεις). Για να επιτευχθεί η δόση συντήρησης, οι δόσεις μπορούν να αυξηθούν το πολύ κατά 50-100 mg κάθε μία έως δύο εβδομάδες μέχρι να επιτευχθεί το καλύτερο αποτέλεσμα. |
Σε ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα των οποίων οι φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις με τη λαμοτριγίνη δεν είναι γνωστές (βλ. Αλληλεπιδράσεις), θα πρέπει να εφαρμόζεται το δοσολογικό σχήμα που συνιστάται στην ταυτόχρονη θεραπεία με λαμοτριγίνη και βαλπροϊκό.
Πίνακας 2: Παιδιά και έφηβοι ηλικίας 2 έως 12 ετών-συνιστώμενο δοσολογικό σχήμα για την επιληψία (συνολική ημερήσια δόση σε mg ανά κιλό βάρους σώματος ημερησίως)
| Θεραπευτικό Σχήμα | Εβδομάδες 1+2 | Εβδομάδες 3 + 4 | Συνήθης Δόση Συντήρησης |
|---|---|---|---|
| Μονοθεραπεία των τυπικών αφαιρέσεων: | 0,3 mg/κιλό/ημερησίως (μία φορά ημερησίως ή σε δύο ίσες δόσεις) | 0,6 mg/κιλό/ημερησίως (μία φορά ημερησίως ή σε δύο ίσες δόσεις) | 1 - 10 mg/κιλό/ημερησίως, αν και ορισμένοι ασθενείς απαιτούν μεγαλύτερες δόσεις (έως 15 mg/kg/ημερησίως) προκειμένου να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα (μία φορά ημερησίως ή σε δύο ίσες δόσεις). Για να επιτευχθεί η δόση συντήρησης, οι δόσεις μπορούν να αυξηθούν το πολύ κατά 0,6 mg/kg/ημερησίως κάθε μία έως δύο εβδομάδες, μέχρι το μέχρι να επιτευχθεί το καλύτερο αποτέλεσμα. |
| Συμπληρωματική θεραπεία με βαλπροϊκό (αναστολέας της γλυκουρονίδωσης της λαμοτριγίνης - βλ. Αλληλεπιδράσεις) | 0,15 mg/κιλό/ημερησίως (μία φορά ημερησίως)* | 0,3 mg/κιλό/ημερησίως (μία φορά ημερησίως) | 1 − 5 mg/κιλό/ημερησίως (μία φορά ημερησίως ή σε δύο ίσες δόσεις). Για να επιτευχθεί η δόση συντήρησης, οι δόσεις μπορούν να αυξηθούν το πολύ κατά 0,3 mg/kg κάθε μία έως δύο εβδομάδες μέχρι να επιτευχθεί το καλύτερο αποτέλεσμα, με μέγιστη δόση συντήρησης 200 mg/ημερησίως. |
| Συμπληρωματική θεραπεία ΧΩΡΙΣ βαλπροϊκό και ΜΕ επαγωγείς της γλυκουρονίδωσης της λαμοτριγίνης (βλ. Αλληλεπιδράσεις): φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτόνη, πριμιδόνη, ριφαμπικίνη, λοπιναβίρη/ριτοναβίρη | 0,6 mg/κιλό/ημερησίως (σε δύο ίσες δόσεις) | 1,2 mg/κιλό/ημερησίως (σε δύο ίσες δόσεις) | 5 − 15 mg/κιλό/ημερησίως (μία φορά ημερησίως ή σε δύο ίσες δόσεις). Για να επιτευχθεί η δόση συντήρησης, οι δόσεις μπορούν να αυξηθούν το πολύ κατά 1,2 mg/kg κάθε μία έως δύο εβδομάδες μέχρι να επιτευχθεί το καλύτερο αποτέλεσμα, με μέγιστη δόση συντήρησης 400 mg/ημερησίως. |
| Συμπληρωματική θεραπεία ΧΩΡΙΣ βαλπροϊκό και ΧΩΡΙΣ επαγωγείς της γλυκουρονίδωσης της λαμοτριγίνης | 0,3 mg/κιλό/ημερησίως (μία φορά ημερησίως ή σε δύο ίσες δόσεις) | 0,6 mg/κιλό/ημερησίως (μία φορά ημερησίως ή σε δύο ίσες δόσεις) | 1 − 10 mg/κιλό/ημερησίως (μία φορά ημερησίως ή σε δύο ίσες δόσεις). Για να επιτευχθεί η δόση συντήρησης, οι δόσεις μπορούν να αυξηθούν το πολύ κατά 0,6 mg/kg κάθε μία έως δύο εβδομάδες, μέχρι το βέλτιστο αποτέλεσμα, με μέγιστη δόση συντήρησης 200 mg/ημερησίως. |
Σε ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα των οποίων οι φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις με τη λαμοτριγίνη δεν είναι γνωστές (βλ. Αλληλεπιδράσεις), θα πρέπει να εφαρμόζεται το δοσολογικό σχήμα που συνίσταται στην ταυτόχρονη θεραπεία με λαμοτριγίνη και βαλπροϊκό.
*Δισκία διασπειρώμενα/μασώμενα 2 mg - στην περίπτωση που αυτή είναι η μικρότερη περιεκτικότητα του σκευάσματος που κυκλοφορεί στην αγορά: Αν η υπολογισμένη ημερήσια δόση σε ασθενείς που λαμβάνουν βαλπροϊκό είναι 1 mg ή περισσότερο αλλά λιγότερο από 2 mg τότε τα διασπειρώμενα/μασώμενα δισκία Lamictal 2 mg μπορούν να λαμβάνονται για τις δύο πρώτες εβδομάδες ανά δεύτερη ημέρα. Αν η υπολογισμένη ημερήσια δόση σε ασθενείς που λαμβάνουν βαλπροϊκό είναι μικρότερη από 1 mg, τότε δεν πρέπει να χορηγείται Lamictal.
*Δισκία διασπειρώμενα/μασώμενα 5 mg- στην περίπτωση που τα διασπειρώμενα /μασώμενα δισκία Lamictal 2 mg δεν κυκλοφορούν στην αγορά και τα διασπειρώμενα/μασώμενα δισκία Lamictal 5 mg είναι η μικρότερη περιεκτικότητα του σκευάσματος που κυκλοφορεί στην αγορά: Αν η υπολογισμένη ημερήσια δόση σε ασθενείς που λαμβάνουν βαλπροϊκό είναι 2,5 mg ή περισσότερο αλλά λιγότερο από 5 mg τότε τα διασπειρώμενα /μασώμενα δισκία Lamictal 5 mg μπορούν να λαμβάνονται για τις δύο πρώτες εβδομάδες ανά δεύτερη ημέρα. Αν η υπολογισμένη ημερήσια δόση σε ασθενείς που λαμβάνουν βαλπροϊκό είναι μικρότερη από 2,5mg, τότε δεν πρέπει να χορηγείται Lamictal.
Προκειμένου να διασφαλίζεται η θεραπευτική δόση θα πρέπει να παρακολουθείται το σωματικό βάρος του παιδιού και η δόση να αναπροσαρμόζεται όταν αυτό αλλάζει. Σε ασθενείς ηλικίας 2 έως 6 ετών πιθανότατα πρέπει να χορηγηθούν δόσεις συντήρησης που βρίσκονται στο υψηλότερο όριο του συνιστώμενου δοσολογικού εύρους. Αν ο έλεγχος της επιληψίας επιτευχθεί με συμπληρωματική θεραπεία, η ταυτόχρονη θεραπεία με ΑΕΦ μπορεί να διακοπεί και να ακολουθηθεί μονοθεραπεία με Lamictal.
Τα διασπειρώμενα/μασώμενα δισκία 5 mg - στην περίπτωση που τα διασπειρώμενα/μασώμενα δισκία Lamictal 2 mg δεν κυκλοφορούν στην αγορά και τα διασπειρώμενα/μασώμενα δισκία Lamictal 5 mg είναι η μικρότερη περιεκτικότητα του σκευάσματος που κυκλοφορεί στην αγορά: Πρέπει να επισημανθεί ότι, με τα επί του παρόντος διαθέσιμα διασπειρώμενα/μασώμενα δισκία Lamictal 5 mg, δεν είναι δυνατόν να ξεκινήσει επακριβώς η θεραπεία με λαμοτριγίνη χρησιμοποιώντας τις οδηγίες για τη συνιστώμενη δοσολογία σε παιδιατρικούς ασθενείς που ζυγίζουν λιγότερο από 17 kg.
Παιδιά κάτω των 2 ετών Υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία για την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια της λαμοτριγίνης ως συμπληρωματική θεραπεία για την αντιμετώπιση των εστιακών επιληπτικών κρίσεων σε παιδιά ηλικίας 1 μηνός έως 2 ετών (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Δεν υπάρχουν δεδομένα για παιδιά ηλικίας μικρότερης του 1 μηνός. Επομένως το Lamictal δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά ηλικίας μικρότερης των 2 ετών. Εάν παρόλα αυτά ληφθεί απόφαση για θεραπεία με βάση την κλινική ανάγκη, βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις, Φαρμακοδυναμικές και Φαρμακοκινητικές.
Διπολική διαταραχή
Η συνιστώμενη δοσολογική προοδευτική αύξηση και η δόση της θεραπείας συντήρησης σε ενήλικες άνω των 18 ετών παρατίθενται στους πίνακες παρακάτω. Το μεταβατικό δοσολογικό σχήμα περιλαμβάνει αύξηση της δοσολογίας της λαμοτριγίνης έως τη δόση σταθεροποίησης της θεραπείας συντήρησης μέσα σε χρονικό διάστημα 6 εβδομάδων (Πίνακας 3), μετά την πάροδο των οποίων η θεραπεία με άλλα ψυχοτρόπα φάρμακα και/ή ΑΕΦ είναι δυνατόν να διακοπεί (Πίνακας 4), εφόσον αυτό ενδείκνυται κλινικά. Παρατίθενται επίσης και οι προσαρμογές που πρέπει να γίνουν στο δοσολογικό σχήμα μετά την προσθήκη και άλλων ψυχοτρόπων φαρμάκων (Πίνακας 5). Λόγω του κινδύνου εμφάνισης εξανθήματος δεν πρέπει να γίνεται υπέρβαση της αρχικής δόσης και της επακόλουθης προοδευτικής αύξησης της δοσολογίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Πίνακας 3: Ενήλικες ηλικίας 18 ετών και άνω-συνιστώμενη προοδευτική αύξηση της δοσολογίας έως τη συνολική ημερήσια δόση σταθεροποίησης για τη θεραπεία της διπολικής διαταραχής
| Θεραπευτικό Σχήμα | Εβδομάδες 1 + 2 | Εβδομάδες 3 + 4 | Εβδομάδα 5 | Στοχευόμενη Δόση Σταθεροποίησης (Εβδομάδα 6)* |
|---|---|---|---|---|
| Μονοθεραπεία με λαμοτριγίνη Ή συμπληρωματική θεραπεία ΧΩΡΙΣ βαλπροϊκό και ΧΩΡΙΣ επαγωγείς της γλυκουρονίδωσης της λαμοτριγίνης (βλ. Αλληλεπιδράσεις) | 25 mg/ημερησίως (μία φορά ημερησίως) | 50 mg/ημερησίως (μία φορά ημερησίως ή σε δύο ίσες δόσεις) | 100 mg/ημερησίως (μία φορά ημερησίως ή σε δύο ίσες δόσεις) | 200 mg/ημερησίως - συνήθης στόχος για βέλτιστο αποτέλεσμα (μία φορά ημερησίως ή σε δύο ίσες δόσεις). Δόσεις από 100 - 400 mg/ημερησίως εφαρμοσμένες σε κλινικές μελέτες. |
| Συμπληρωματική θεραπεία με βαλπροϊκό (αναστολέας της γλυκουρονίδωσης της λαμοτριγίνης - βλ. Αλληλεπιδράσεις) | 12,5 mg/ημερησίως (χορηγούμενα ως 25 mg κάθε δεύτερη ημέρα) | 25 mg/ημερησίως (μία φορά ημερησίως) | 50 mg/ημερησίως (μία φορά ημερησίως) | 100 mg/ημερησίως συνήθης στόχος για βέλτιστο αποτέλεσμα (μία φορά ημερησίως ή σε δύο ίσες δόσεις). Η μέγιστη δόση 200 mg/ημερησίως μπορεί να χρησιμοποιηθεί ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση. |
| Συμπληρωματική θεραπεία ΧΩΡΙΣ βαλπροϊκό και ΜΕ επαγωγείς της γλυκουρονίδωσης της λαμοτριγίνης (βλ. Αλληλεπιδράσεις): φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτόνη, πριμιδόνη, ριφαμπικίνη, λοπιναβίρη/ριτοναβίρη | 50 mg/ημερησίως (μία φορά ημερησίως) | 100 mg/ημερησίως (σε δύο ίσες δόσεις) | 200 mg/ημερησίως (σε δύο ίσες δόσεις) | 300 mg/ημερησίως την 6η εβδομάδα, αν είναι απαραίτητο η δόση μπορεί να αυξηθεί στα 400 mg/ημερησίως την 7η εβδομάδα, προκειμένου να επιτευχθεί το βέλτιστο αποτέλεσμα (σε δύο ίσες δόσεις). |
Σε ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα των οποίων οι φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις με τη λαμοτριγίνη δεν είναι γνωστές (βλ. Αλληλεπιδράσεις), θα πρέπει να εφαρμόζεται το δοσολογικό σχήμα που συνίσταται στην ταυτόχρονη θεραπεία με λαμοτριγίνη και βαλπροϊκό.
- Η Στοχευόμενη Δόση Σταθεροποίησης αλλάζει ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση του ασθενούς
Πίνακας 4: Ενήλικες ηλικίας άνω των 18 ετών- συνολική ημερήσια δόση σταθεροποίησης (δόση συντήρησης) μετά τη διακοπή λήψης συγχορηγούμενων σκευασμάτων για τη θεραπεία της διπολικής διαταραχής Μετά την επίτευξη της στοχευόμενης ημερήσιας δόσης σταθεροποίησης, η λήψη άλλων φαρμακευτικών προϊόντων μπορεί να διακοπεί όπως φαίνεται στον παρακάτω πίνακα.
| Θεραπευτικό Σχήμα | Ισχύουσα δόση σταθεροποίησης λαμοτριγίνης (πριν από τη διακοπή) | Εβδομάδα 1 (έναρξη της διακοπής) | Εβδομάδα 2 | Εβδομάδα 3 κι έπειτα* |
|---|---|---|---|---|
| Διακοπή του βαλπροϊκού (αναστολέας της γλυκουρονίδωσης της λαμοτριγίνης-βλ. Αλληλεπιδράσεις) | 100 mg/ημερησίως | 200 mg/ημερησίως | Διατηρήστε αυτή τη δόση (200 mg/ημερησίως) | - |
| 200 mg/ημερησίως | 300 mg/ημερησίως | 400 mg/ημερησίως | Διατηρήστε αυτή τη δόση (400 mg/ημερησίως) | |
| Διακοπή των επαγωγέων της γλυκουρονίδωσης της λαμοτριγίνης (βλ. Αλληλεπιδράσεις): φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτόνη, πριμιδόνη, ριφαμπικίνη, λοπιναβίρη/ριτοναβίρη | 400 mg/ημερησίως | 400 mg/ημερησίως | 300 mg/ημερησίως | 200 mg/ημερησίως |
| 300 mg/ημερησίως | 300 mg/ημερησίως | 225 mg/ημερησίως | 150 mg/ημερησίως | |
| 200 mg/ημερησίως | 200 mg/ημερησίως | 150 mg/ημερησίως | 100 mg/ημερησίως | |
| Διακοπή φαρμακευτικών προϊόντων που ΔΕΝ αναστέλλουν ή επάγουν σημαντικά τη γλυκουρονίδωση της λαμοτριγίνης (βλ. Αλληλεπιδράσεις) | - | - | - | Διατηρήστε τη δόση που έχει επιτευχθεί μετά από προοδευτική αύξηση της δόσης (200 mg/ημερησίως, σε δύο ίσες δόσεις) (δοσολογικό εύρος 100-400 mg/ημερησίως) |
Σε ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα των οποίων οι φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις με τη λαμοτριγίνη δεν είναι γνωστές (βλ. Αλληλεπιδράσεις), το συνιστώμενο θεραπευτικό σχήμα για τη λαμοτριγίνη είναι αρχικά η διατήρηση της υπάρχουσας δόσης και η ρύθμιση της θεραπείας με λαμοτριγίνη ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση.
- Η δόση μπορεί να αυξηθεί στα 400mg/ημερησίως εάν χρειάζεται
Πίνακας 5: Ενήλικες ηλικίας άνω των 18 ετών- προσαρμογή της δόσης της λαμοτριγίνης μετά την προσθήκη στο δοσολογικό σχήμα και άλλων φαρμακευτικών προϊόντων για τη θεραπεία της διπολικής διαταραχής Δεν υπάρχει προηγούμενη κλινική εμπειρία στην προσαρμογή της ημερήσιας δόσης της λαμοτριγίνης μετά την προσθήκη άλλων φαρμακευτικών προϊόντων. Ωστόσο, με βάση μελέτες αλληλεπίδρασης με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα, συνιστώνται τα εξής:
| Θεραπευτικό Σχήμα | Ισχύουσα δόση σταθεροποίησης λαμοτριγίνης (πριν την προσθήκη) | Εβδομάδα 1 (έναρξη της προσθήκης) | Εβδομάδα 2 | Εβδομάδα 3 κι έπειτα |
|---|---|---|---|---|
| Προσθήκη βαλπροϊκού (αναστολέας της γλυκουρονίδωσης της λαμοτριγίνης-βλ. Αλληλεπιδράσεις) | 200 mg/ημερησίως | 100 mg/ημερησίως | Διατηρήστε αυτή τη δόση (100 mg/ημερησίως) | - |
| 300 mg/ημερησίως | 150 mg/ημερησίως | Διατηρήστε αυτή τη δόση (150 mg/ημερησίως) | - | |
| 400 mg/ημερησίως | 200 mg/ημερησίως | Διατηρήστε αυτή τη δόση (200 mg/ημερησίως) | - | |
| Προσθήκη επαγωγέων της γλυκουρονίδωσης της λαμοτριγίνης σε ασθενείς που ΔΕΝ λαμβάνουν βαλπροϊκό (βλ. Αλληλεπιδράσεις): φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτόνη, πριμιδόνη, ριφαμπικίνη, λοπιναβίρη/ριτοναβίρη | 200 mg/ημερησίως | 200 mg/ημερησίως | 300 mg/ημερησίως | 400 mg/ημερησίως |
| 150 mg/ημερησίως | 150 mg/ημερησίως | 225 mg/ημερησίως | 300 mg/ημερησίως | |
| 100 mg/ημερησίως | 100 mg/ημερησίως | 150 mg/ημερησίως | 200 mg/ημερησίως | |
| Προσθήκη φαρμακευτικών προϊόντων που ΔΕΝ αναστέλλουν ή επάγουν σημαντικά τη γλυκουρονίδωση της λαμοτριγίνης (βλ. Αλληλεπιδράσεις) | - | - | - | Διατηρήστε τη δόση που έχει επιτευχθεί μετά από αύξηση της δοσολογίας (200 mg/ημερησίως, δοσολογικό εύρος 100-400 mg/ημερησίως) |
Σε ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα των οποίων οι φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις με τη λαμοτριγίνη δεν είναι γνωστές (βλ. Αλληλεπιδράσεις), θα πρέπει να εφαρμόζεται το δοσολογικό σχήμα που συνιστάται στην ταυτόχρονη θεραπεία με λαμοτριγίνη και βαλπροϊκό.
Διακοπή της θεραπείας με Lamictal σε ασθενείς με διπολική διαταραχή Δεν παρατηρήθηκε αύξηση της συχνότητας εμφάνισης, της σοβαρότητας ή της μορφής των ανεπιθύμητων ενεργειών μετά την απότομη διακοπή της λαμοτριγίνης σε κλινικές μελέτες, σε σύγκριση με εικονικό φάρμακο. Για το λόγο αυτό οι ασθενείς μπορούν να διακόψουν τη θεραπεία με Lamictal χωρίς να προηγηθεί προοδευτική μείωση της δόσης.
Παιδιά και έφηβοι κάτω των 18 ετών Το Lamictal δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά και εφήβους κάτω των 18 ετών λόγω έλλειψης στοιχείων για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Γενικές δοσολογικές συστάσεις για τη χρήση του Lamictal σε ειδικούς πληθυσμούς ασθενών
Γυναίκες που λαμβάνουν ορμονικά αντισυλληπτικά Η χρήση συνδυασμού αιθυνυλοιστραδιόλης/λεβονοργεστρέλης (30 μg/150 μg) αυξάνει την κάθαρση της λαμοτριγίνης κατά δύο φορές περίπου, οδηγώντας σε μειωμένα επίπεδα λαμοτριγίνης. Μετά από τιτλοποίηση και προκειμένου να διατηρηθεί το βέλτιστο θεραπευτικό αποτέλεσμα είναι πιθανό να πρέπει να αυξηθούν οι δόσεις συντήρησης της λαμοτριγίνης (μέχρι δύο φορές). Κατά τη διάρκεια της εβδομάδας κατά την οποία η ασθενής δεν λαμβάνει αντισυλληπτικό χάπι, έχει παρατηρηθεί διπλασιασμός των επιπέδων της λαμοτριγίνης. Δεν μπορεί να αποκλειστεί η εμφάνιση ανεπιθύμητων συμβάντων που σχετίζονται με τη χορηγούμενη δόση. Για το λόγο αυτό, σαν θεραπεία πρώτης γραμμής, θα πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψιν το ενδεχόμενο χρήσης αντισυλληπτικών χαπιών που δεν περιλαμβάνουν «εβδομάδα χωρίς χάπι» (για παράδειγμα, συνεχή ορμονικά αντισυλληπτικά ή μη ορμονικές μέθοδοι, βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις).
Έναρξη ορμονικών αντισυλληπτικών σε ασθενείς που ήδη λαμβάνουν δόσεις συντήρησης λαμοτριγίνης αλλά ΟΧΙ επαγωγείς της γλυκουρονίδωσης της λαμοτριγίνης Η δόση συντήρησης της λαμοτριγίνης θα πρέπει στις περισσότερες περιπτώσεις να διπλασιαστεί (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις). Ταυτόχρονα με την έναρξη της λήψης ορμονικών αντισυλληπτικών συνιστάται αύξηση της δόσης της λαμοτριγίνης κατά 50 έως 100 mg την εβδομάδα, ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση του κάθε ασθενούς. Η αύξηση της δοσολογίας δεν θα πρέπει να υπερβεί το ρυθμό αυτό, εκτός εάν από την κλινική ανταπόκριση του ασθενούς κρίνεται απαραίτητη η ακόμα μεγαλύτερη αύξηση της. Προκειμένου να επιβεβαιωθεί ότι η βασική συγκέντρωση της λαμοτριγίνης στον όρο του αίματος δεν μεταβάλλεται, συνιστάται, τόσο πριν όσο και μετά την έναρξη της λήψης ορμονικών αντισυλληπτικών, η μέτρηση των επιπέδων της λαμοτριγίνης. Αν είναι απαραίτητο η δόση θα πρέπει να προσαρμοστεί. Σε γυναίκες που λαμβάνουν ορμονικά αντισυλληπτικά που περιλαμβάνουν μια εβδομάδα ανενεργούς θεραπείας («εβδομάδα χωρίς χάπι») η μέτρηση των επιπέδων της λαμοτριγίνης πρέπει να πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια της 3ης εβδομάδας της ενεργούς θεραπείας, δηλαδή από την 15η έως την 21η μέρα λήψης του χαπιού. Επομένως θα πρέπει να εξετασθεί το ενδεχόμενο χρήσης αντισύλληψης χωρίς εβδομάδα ελεύθερης χαπιού, ως πρώτης γραμμής θεραπείας (για παράδειγμα, συνεχή ορμονική αντισύλληψη ή εφαρμογή μη ορμονικών μεθόδων, βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις).
Διακοπή της λήψης ορμονικών αντισυλληπτικών σε ασθενείς που λαμβάνουν ήδη δόσεις συντήρησης της λαμοτριγίνης αλλά ΟΧΙ επαγωγείς της γλυκουρονίδωσης της λαμοτριγίνης. Η δόση συντήρησης της λαμοτριγίνης θα πρέπει στις περισσότερες περιπτώσεις να μειωθεί μέχρι 50% (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις). Συνιστάται η σταδιακή μείωση της ημερήσιας δόσης της λαμοτριγίνης κατά 50-100 mg την εβδομάδα σε χρονικό διάστημα 3 εβδομάδων (με ρυθμό που δεν ξεπερνά το 25% την ολικής ημερήσιας δόσης ανά εβδομάδα), εκτός αν από την κλινική ανταπόκριση της ασθενούς απαιτείται διαφορετική προσέγγιση. Προκειμένου να επιβεβαιωθεί ότι η βασική συγκέντρωση της λαμοτριγίνης στον όρο του αίματος δεν μεταβάλλεται, συνιστάται η μέτρηση των επιπέδων της λαμοτριγίνης τόσο πριν όσο και μετά την έναρξη της λήψης ορμονικών αντισυλληπτικών. Σε γυναίκες που επιθυμούν να διακόψουν τη λήψη ενός ορμονικού αντισυλληπτικού που περιλαμβάνει μια εβδομάδα ανενεργούς θεραπείας («εβδομάδα χωρίς χάπι») η μέτρηση των επιπέδων της λαμοτριγίνης πρέπει να πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια της 3ης εβδομάδας της ενεργούς θεραπείας, δηλαδή από την 15η έως την 21η μέρα λήψης του χαπιού. Δείγματα για τη μέτρηση των επιπέδων της λαμοτριγίνης μετά την οριστική διακοπή του αντισυλληπτικού χαπιού δεν πρέπει να συλλέγονται κατά τη διάρκεια της πρώτης εβδομάδας μετά τη διακοπή του χαπιού.
Έναρξη της λαμοτριγίνης σε ασθενείς που ήδη λαμβάνουν ορμονικά αντισυλληπτικά Η αύξηση της δοσολογίας θα πρέπει να ακολουθεί τις γενικές συστάσεις που περιγράφονται στους πίνακες.
Έναρξη και διακοπή της λήψης ορμονικών αντισυλληπτικών σε ασθενείς που ήδη λαμβάνουν δόσεις συντήρησης της λαμοτριγίνης ΜΑΖΙ ΜΕ επαγωγείς της γλυκουρονίδωσης της λαμοτριγίνης Είναι πιθανό να μην είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δόσης της λαμοτριγίνης στη συνιστώμενη δόση συντήρησης.
Χρήση με αταζαναβίρη/ριτοναβίρη Δεν είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δόσης στη συνιστώμενη αύξηση της δοσολογίας της λαμοτριγίνης όταν η λαμοτριγίνη προστίθεται σε υπάρχουσα θεραπεία αταζαναβίρης/ριτοναβίρης. Σε ασθενείς που λαμβάνουν ήδη δόσεις συντήρησης λαμοτριγίνης και δεν λαμβάνουν επαγωγείς γλουκουρονίδωσης, η δόση της λαμοτριγίνης μπορεί να χρειαστεί αύξηση εάν προστεθεί αταζαναβίρη/ριτοναβίρη, ή μείωση εάν διακοπεί η αταζαναβίρη/ριτοναβίρη. Τα επίπεδα λαμοτριγίνης στο πλάσμα πρέπει να παρακολουθούνται πριν και κατά τη διάρκεια 2 εβδομάδων μετά την έναρξη ή τη διακοπή της αταζαναβίρης/ριτοναβίρης, για να διαπιστωθεί εάν χρειάζεται ρύθμιση της δόσης (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Χρήση με λοπιναβίρη/ριτοναβίρη Δεν είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δόσης στη συνιστώμενη αύξηση της δοσολογίας της λαμοτριγίνης όταν η λαμοτριγίνη προστίθεται σε υπάρχουσα θεραπεία λοπιναβίρης/ριτοναβίρης. Σε ασθενείς που λαμβάνουν ήδη δόσεις συντήρησης λαμοτριγίνης και δεν λαμβάνουν επαγωγείς γλουκουρονίδωσης, η δόση της λαμοτριγίνης μπορεί να χρειαστεί αύξηση εάν προστεθεί λοπιναβίρη/ριτοναβίρη, ή μείωση εάν διακοπεί η λοπιναβίρη/ριτοναβίρη. Τα επίπεδα λαμοτριγίνης στο πλάσμα πρέπει να παρακολουθούνται πριν και κατά τη διάρκεια 2 εβδομάδων μετά την έναρξη ή τη διακοπή της λοπιναβίρης/ριτοναβίρης, για να διαπιστωθεί εάν χρειάζεται ρύθμιση της δόσης (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Ηλικιωμένοι (άνω των 65 ετών) Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης που να παρεκκλίνει του συνιστώμενου προγράμματος. Η φαρμακοκινητική της λαμοτριγίνης δεν διαφέρει σημαντικά ανάμεσα σε ασθενείς αυτής της ηλικιακής ομάδας και σε νεώτερους ηλικιακά πληθυσμούς (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Νεφρική ανεπάρκεια Η χορήγηση του Lamictal σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια πρέπει να πραγματοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή. Οι αρχικές δόσεις της λαμοτριγίνης σε ασθενείς που βρίσκονται στο τελικό στάδιο νεφρικής ανεπάρκειας θα πρέπει να χορηγούνται ανάλογα με τα συγχορηγούμενα φάρμακα που λαμβάνουν οι ασθενείς. Μειωμένες δόσεις λαμοτριγίνης μπορεί να είναι αποτελεσματικές σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
Ηπατική ανεπάρκεια Σε ασθενείς με μέτρια (βαθμός Β κατά Child-Pugh) και σοβαρή (βαθμός C κατά Child-Pugh) ηπατική ανεπάρκεια, η αρχική δόση, η δόση συντήρησης και αύξηση της δοσολογίας της λαμοτριγίνης θα πρέπει να μειωθούν κατά 50% και 75% περίπου, αντίστοιχα. Η αύξηση της δοσολογίας και οι δόσεις συντήρησης θα πρέπει να προσαρμόζονται ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση των ασθενών (βλ. Φαρμακοκινητικές).
block
Αντενδείξεις
SPC-LAMICTAL
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-LAMICTAL
expand_more
Προειδοποιήσεις
Δερματικό εξάνθημα
- Υπάρχουν αναφορές ανεπιθύμητων δερματικών αντιδράσεων, οι οποίες έχουν παρατηρηθεί κατά τη διάρκεια των οκτώ πρώτων εβδομάδων μετά την έναρξη της θεραπείας με λαμοτριγίνη.
- Τα περιστατικά σοβαρών εξανθημάτων περιελάμβαναν απειλητικά για τη ζωή, όπως το σύνδρομο Stevens-Johnson και η τοξική επιδερμική νεκρόλυση (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
- Ο κίνδυνος εμφάνισης σοβαρών δερματικών εξανθημάτων είναι μεγαλύτερος στα παιδιά από ό,τι στους ενήλικες.
- Στα παιδιά η αρχική εμφάνιση εξανθήματος μπορεί να εκληφθεί ως λοίμωξη, γι’ αυτό οι γιατροί θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψιν τους την πιθανότητα αντίδρασης στη θεραπεία με λαμοτριγίνη κατά την εκδήλωση εξανθήματος και πυρετού τις οκτώ πρώτες εβδομάδες.
- Ο κίνδυνος εμφάνισης εξανθήματος φαίνεται να συνδέεται στενά με:
- αυξημένες αρχικές δόσεις λαμοτριγίνης και υπέρβαση του δοσολογικού σχήματος αύξησης της λαμοτριγίνης (βλ. Δοσολογία)
- συγχορήγηση βαλπροϊκού (βλ. Δοσολογία)
- Ιδιαίτερη προσοχή εφιστάται επίσης και κατά τη θεραπεία ασθενών με ιστορικό αλλεργίας ή εξανθημάτων σε άλλα ΑΕΦ.
- Όλοι οι ασθενείς (παιδιά και ενήλικες) που παρουσιάζουν εξάνθημα πρέπει να παρακολουθηθούν έγκαιρα και η θεραπεία με Lamictal να διακοπεί άμεσα, εκτός εάν είναι βέβαιο ότι το εξάνθημα δεν σχετίζεται με τη θεραπεία με λαμοτριγίνη. Δεν συνιστάται η επανέναρξη της θεραπείας με Lamictal σε ασθενείς που διέκοψαν την αγωγή εξαιτίας της εμφάνισης εξανθήματος, παρά μόνο εάν τα πιθανά οφέλη υπερτερούν των κινδύνων.
- Έχει επίσης αναφερθεί η εμφάνιση εξανθήματος στο πλαίσιο συνδρόμου υπερευαισθησίας, το οποίο εκδηλώνεται με ποικίλα συστηματικά συμπτώματα που περιλαμβάνουν πυρετό, λεμφαδενοπάθεια, οίδημα του προσώπου και αιματολογικές και ηπατικές διαταραχές (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Το σύνδρομο υπερευαισθησίας μπορεί σπάνια να οδηγήσει σε διάχυτη ενδαγγειακή πήξη και πολυοργανική ανεπάρκεια.
- Στην περίπτωση που ενδείξεις υπερευαισθησίας (πυρετός, λεμφαδενοπάθεια) κάνουν την εμφάνισή τους, πρέπει να εκτιμηθεί άμεσα η κατάσταση του ασθενούς και να διακοπεί η θεραπεία με Lamictal στην περίπτωση που δεν υπάρχει εναλλακτική αιτιολογία.
Κλινική επιδείνωση και κίνδυνος αυτοκτονίας
- Αυτοκτονικός ιδεασμός και συμπεριφορά έχουν αναφερθεί σε ασθενείς υπό αγωγή με αντιεπιληπτικούς παράγοντες για διάφορες ενδείξεις.
- Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για συμπτώματα αυτοκτονικού ιδεασμού και συμπεριφορών και να εφαρμόζεται η κατάλληλη θεραπεία.
- Συνιστάται στους ασθενείς (και στους περιθάλποντες τους ασθενείς) να αναζητούν ιατρική συμβουλή σε περίπτωση εμφάνισης συμπτωμάτων αυτοκτονικού ιδεασμού ή συμπεριφοράς.
- Σε ασθενείς με διπολική διαταραχή, η επιδείνωση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων και/ή η εμφάνιση αυτοκτονικότητας μπορεί να εμφανισθεί ανεξάρτητα αν λαμβάνουν ή όχι φάρμακα για την διπολική διαταραχή, περιλαμβανομένου του Lamictal. Επομένως οι ασθενείς που λαμβάνουν Lamictal για διπολική διαταραχή, θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για κλινική επιδείνωση (περιλαμβανομένης της ανάπτυξης νέων συμπτωμάτων) και αυτοκτονικότητα, ιδιαίτερα στην αρχή της θεραπείας ή κατά τη διάρκεια μεταβολών της δόσης.
- Ορισμένοι ασθενείς (ιστορικό αυτοκτονικής συμπεριφοράς/σκέψεων, νεαροί ενήλικες, σημαντικού βαθμού ιδεασμός αυτοκτονίας πριν την έναρξη της θεραπείας) μπορεί να βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο αυτοκτονικών σκέψεων ή αποπειρών αυτοκτονίας και πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
- Πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο αλλαγής του θεραπευτικού σχήματος περιλαμβανομένης της πιθανότητας διακοπής της θεραπείας, σε ασθενείς που παρουσιάζουν κλινική επιδείνωση (περιλαμβανομένης της ανάπτυξης νέων συμπτωμάτων) και/ή εμφάνιση αυτοκτονικού ιδεασμού/συμπεριφοράς, ιδιαίτερα εάν αυτά τα συμπτώματα είναι σοβαρά, απότομα ως προς την έναρξη, ή δεν ήταν μέρος των συμπτωμάτων με τα οποία εμφανίσθηκε ο ασθενής.
Ορμονικά αντισυλληπτικά
Επιδράσεις των ορμονικών αντισυλληπτικών στην αποτελεσματικότητα της λαμοτριγίνης
- Η χρήση συνδυασμού αιθυνυλοιστραδιόλης/λεβονοργεστρέλης αυξάνει την κάθαρση της λαμοτριγίνης κατά δύο φορές περίπου, οδηγώντας σε μειωμένα επίπεδα λαμοτριγίνης (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Η μείωση των επιπέδων της λαμοτριγίνης έχει συσχετιστεί με απώλεια του ελέγχου των επιληπτικών κρίσεων.
- Μετά από τιτλοποίηση είναι πιθανό να πρέπει να αυξηθούν οι δόσεις συντήρησης της λαμοτριγίνης (μέχρι δύο φορές).
- Μετά τη διακοπή της λήψης ορμονικών αντισυλληπτικών η κάθαρση της λαμοτριγίνης μπορεί να υποδιπλασιαστεί. Αυξημένες συγκεντρώσεις λαμοτριγίνης μπορεί να σχετίζονται με δοσοεξαρτώμενες ανεπιθύμητες ενέργειες. Λαμβάνοντας υπόψη αυτό το γεγονός οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται.
- Σε γυναίκες που δεν λαμβάνουν επαγωγέα της γλυκουρονίδωσης της λαμοτριγίνης, αλλά λαμβάνουν ορμονικό αντισυλληπτικό που περιλαμβάνει μια εβδομάδα ανενεργούς θεραπείας, μπορεί να εμφανιστούν κατά την εβδομάδα της ανενεργούς θεραπείας σταδιακές παροδικές αυξήσεις των επιπέδων της λαμοτριγίνης (βλ. Δοσολογία). Μεταβολές των επιπέδων της λαμοτριγίνης αυτού του μεγέθους μπορεί να σχετίζονται με ανεπιθύμητες αντιδράσεις. Επομένως, ως θεραπεία πρώτης γραμμής, θα πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη το ενδεχόμενο χρήσης αντισυλληπτικών χαπιών που δεν περιλαμβάνουν «εβδομάδα χωρίς χάπι», ή μη ορμονικές μέθοδοι.
Επιδράσεις της λαμοτριγίνης στην αποτελεσματικότητα των ορμονικών αντισυλληπτικών
- Η συνδυαστική χρήση λαμοτριγίνης και ορμονικού αντισυλληπτικού (συνδυασμός αιθυνυλοιστραδιόλης/λεβονοργεστρέλης) έχει σαν αποτέλεσμα ήπια αύξηση της κάθαρσης της λεβονοργεστρέλης και αλλαγές στην FSH και LH του ορού (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
- Δεν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα οι παραπάνω αλλαγές σε ασθενείς που λαμβάνουν ορμονικά σκευάσματα μαζί με λαμοτριγίνη, να έχουν σαν αποτέλεσμα τη μειωμένη αποτελεσματικότητα των αντισυλληπτικών. Για το λόγο αυτό οι ασθενείς θα πρέπει να αναφέρουν άμεσα οποιεσδήποτε αλλαγές στον τύπο της εμμήνου ρύσεως, π.χ. αιμορραγία μεταξύ των κύκλων.
Διυδροφολική ρεδουκτάση
- Η λαμοτριγίνη αναστέλλει σε μικρό βαθμό τη δράση της διυδροφολικής ρεδουκτάσης και για το λόγο αυτό παρατεταμένη θεραπεία με λαμοτριγίνη μπορεί να επηρεάσει το μεταβολισμό του φολικού (βλ. Κύηση και γαλουχία).
Νεφρική ανεπάρκεια
- Συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή στη θεραπεία ασθενών με νεφρική ανεπάρκεια, καθώς αναμένεται συσσώρευση του μεταβολίτη της γλυκουρονίδωσης.
Ασθενείς που λαμβάνουν και άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν λαμοτριγίνη
- Το Lamictal δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα και άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν λαμοτριγίνη, χωρίς τη συμβουλή του θεράποντος ιατρού.
Έκδοχα των δισκίων Lamictal
- Τα δισκία Lamictal περιέχουν μονοϋδρική λακτόζη. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη λακτόζη, ανεπάρκεια λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
Ανάπτυξη στα παιδιά
- Δεν υπάρχουν δεδομένα για την επίδραση της λαμοτριγίνης στην ανάπτυξη, την σεξουαλική ωρίμανση και την νοητική και συναισθηματική ανάπτυξη και την ανάπτυξη της συμπεριφοράς στα παιδιά.
Προφυλάξεις που σχετίζονται με επιληπτικούς ασθενείς
- Όπως και με άλλα ΑΕΦ, η απότομη διακοπή του Lamictal μπορεί να οδηγήσει σε επανεμφάνιση επιληπτικών κρίσεων. Εκτός από την περίπτωση που για λόγους ασφαλείας (π.χ. εμφάνιση εξανθήματος) απαιτείται απότομη διακοπή του Lamictal, η δόση του Lamictal πρέπει να ελαττώνεται σταδιακά μέσα σε χρονικό διάστημα δύο εβδομάδων.
- Υπάρχουν βιβλιογραφικές αναφορές σοβαρών σπασμωδικών κρίσεων, συμπεριλαμβανομένου του status epilepticus που μπορεί να οδηγήσουν σε ραβδομυόλυση, πολυοργανική δυσλειτουργία και διάχυτη ενδαγγειακή πήξη, με θανατηφόρα πολλές φορές έκβαση. Παρόμοια περιστατικά έχουν συσχετιστεί με τη χρήση της λαμοτριγίνης.
- Μπορεί να παρατηρηθεί κλινικά σημαντική επιδείνωση της συχνότητας των κρίσεων αντί της βελτίωσης. Σε ασθενείς με περισσότερες του ενός είδους επιληπτικών κρίσεων, το παρατηρούμενο όφελος του ελέγχου για ένα είδος κρίσης πρέπει να ζυγίζεται έναντι οποιασδήποτε παρατηρούμενης επιδείνωσης σε κάποιο άλλο είδος κρίσης.
- Οι μυοκλονικοί σπασμοί μπορεί να επιδεινωθούν με τη λαμοτριγίνη.
- Τα στοιχεία υποδεικνύουν ότι οι ανταποκρίσεις στο συνδυασμό με ενζυμικούς επαγωγείς είναι μικρότερες από τον συνδυασμό με μη ενζυμικούς αντιεπιληπτικούς παράγοντες. Ο λόγος δεν είναι σαφής.
- Στα παιδιά που λαμβάνουν λαμοτριγίνη για την αντιμετώπιση των τυπικών αφαιρέσεων, η αποτελεσματικότητα μπορεί να μην διατηρείται σε όλους τους ασθενείς.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-LAMICTAL
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Μελέτες αλληλεπίδρασης έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες. Οι UDP-γλυκουρωνιλ-τρανσφεράσες έχουν ταυτοποιηθεί σαν τα ένζυμα που είναι υπεύθυνα για το μεταβολισμό της λαμοτριγίνης. Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η λαμοτριγίνη προκαλεί κλινικά σημαντική αύξηση ή αναστολή των ηπατικών οξειδωτικών ενζύμων που μεταβολίζουν φάρμακα και οι αλληλεπιδράσεις της λαμοτριγίνης και των φαρμάκων που μεταβολίζονται από τα ένζυμα του κυτοχρώματος Ρ450 δεν είναι πιθανές. Η λαμοτριγίνη μπορεί να επάγει τον ίδιο το μεταβολισμό της, αλλά η επίδραση αυτή είναι ήπια και απίθανο να επιφέρει σημαντικές κλινικές συνέπειες.
Πίνακας 6: Επιδράσεις άλλων φαρμάκων στη γλυκουρονίδωση της λαμοτριγίνης
| Φάρμακα που αναστέλλουν σημαντικά τη γλυκουρονίδωση της λαμοτριγίνης | Φάρμακα που επάγουν σημαντικά τη γλυκουρονίδωση της λαμοτριγίνης | Φάρμακα που δεν αναστέλλουν ή επάγουν σημαντικά τη γλυκουρονίδωση της λαμοτριγίνης |
|---|---|---|
| Βαλπροϊκό | Φαινυτοΐνη | Οξυκαρβαζεπίνη |
| Καρβαμαζεπίνη | Φελβαμίδιο | |
| Φαινοβαρβιτόνη | Γαβαπεντίνη | |
| Πριμιδόνη | Λεβετιρακετάμη | |
| Ριφαμπικίνη | Πρεγαβαλίνη | |
| Λοπιναβίρη/ριτοναβίρη | Τοπιραμίδη | |
| Συνδυασμός αιθυνυλοιστραδιόλης/λεβονοργεστρέλης** | Ζονισαμίδη | |
| Αταζαναβίρη/ριτοναβίρη* | Λίθιο | |
| Βουπροπιόνη | ||
| Ολανζαπίνη | ||
| Αριπιπραζόλη |
- Για καθοδήγηση σχετικά με την δοσολογία (βλ. Δοσολογία) ** Δεν έχουν μελετηθεί άλλα χορηγούμενα από του στόματος αντισυλληπτικά και HRT θεραπείες, αν και μπορεί να επηρεάζουν τις φαρμακοκινητικές παραμέτρους της λαμοτριγίνης με παρόμοιο τρόπο (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις)
Αλληλεπιδράσεις με αντιεπιληπτικά φάρμακα
Το βαλπροϊκό, το οποίο αναστέλλει τη γλυκουρονίδωση της λαμοτριγίνης, μειώνει το μεταβολισμό της και σχεδόν διπλασιάζει το μέσο χρόνο ημίσειας ζωής της. Σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα θεραπεία με βαλπροϊκό, πρέπει να εφαρμόζεται το κατάλληλο δοσολογικό σχήμα (βλ. Δοσολογία).
Συγκεκριμένα ΑΕΦ (όπως η φαινυτοΐνη, η καρβαμαζεπίνη, η φαινοβαρβιτόνη και η πριμιδόνη), τα οποία ενεργοποιούν ηπατικά ένζυμα του μεταβολισμού των φαρμάκων επάγουν τη γλυκουρονίδωση της λαμοτριγίνης και ενισχύουν το μεταβολισμό της. Σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα θεραπεία με φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτόνη ή πριμιδόνη, πρέπει να εφαρμόζεται το κατάλληλο δοσολογικό σχήμα (βλ. Δοσολογία).
Σε ασθενείς που λαμβάνουν καρβαμαζεπίνη και μετά την έναρξη της θεραπείας με λαμοτριγίνη υπάρχουν αναφορές ανεπιθύμητων ενεργειών του κεντρικού νευρικού συστήματος, όπως ζάλη, αταξία, διπλωπία, θολή όραση και ναυτία. Οι αντιδράσεις αυτές συνήθως εξαφανίζονται μετά τη μείωση της δόσης της καρβαμαζεπίνης. Παρόμοιες αντιδράσεις έχουν παρατηρηθεί και κατά τη διάρκεια μιας μελέτης για τη λαμοτριγίνη και την οξυκαρβαζεπίνη σε υγιείς ενήλικες εθελοντές, αλλά τα αποτελέσματα μείωσης της δοσολογίας δεν μελετήθηκαν. Υπάρχουν βιβλιογραφικές αναφορές μειωμένων επιπέδων λαμοτριγίνης, όταν η λαμοτριγίνη χορηγήθηκε σε συνδυασμό με οξυκαρβαζεπίνη. Ωστόσο, σε μια προοπτική μελέτη με υγιείς ενήλικες εθελοντές που λάμβαναν δόσεις 200 mg λαμοτριγίνης και 1200 mg οξυκαρβαζεπίνης, η οξυκαρβαζεπίνη δεν επηρέασε το μεταβολισμό της λαμοτριγίνης και η λαμοτριγίνη δεν επηρέασε τον μεταβολισμό της οξυκαρβαζεπίνης. Επομένως σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία οξυκαρβαζεπίνης, θα πρέπει να χρησιμοποιείται το θεραπευτικό σχήμα για συμπληρωματική θεραπεία λαμοτριγίνης χωρίς βαλπροϊκό και χωρίς επαγωγείς της γλυκουρονίδωσης της λαμοτριγίνης (βλ. Δοσολογία).
Σε μια μελέτη με υγιείς εθελοντές, η ταυτόχρονη χορήγηση felbamate (1200 mg δύο φορές ημερησίως) και λαμοτριγίνης (100 mg δύο φορές ημερησίως για 10 ημέρες) δεν φάνηκε να έχει κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της λαμοτριγίνης. Με βάση μια αναδρομική ανάλυση των επιπέδων της λαμοτριγίνης στο πλάσμα ασθενών που λάμβαναν λαμοτριγίνη με και χωρίς γαβαπεντίνη, η γαβαπεντίνη δεν φαίνεται να μεταβάλει την κάθαρση της λαμοτριγίνης. Οι πιθανές αλληλεπιδράσεις της λεβετιρακετάμης και της λαμοτριγίνης εκτιμήθηκαν μελετώντας τα επίπεδα και των δύο αυτών παραγόντων στον ορό, κατά τη διάρκεια ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο κλινικών μελετών. Τα δεδομένα αυτά υποδηλώνουν ότι η λαμοτριγίνη δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της λεβετιρακετάμης και ότι η λεβετιρακετάμη δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της λαμοτριγίνης. Οι ελάχιστες συγκεντρώσεις σταθεροποιημένης κατάστασης της λαμοτριγίνης δεν επηρεάζονται από ταυτόχρονη χορήγηση προγαβαλίνης (200 mg 3 φορές ημερησίως). Δεν υπάρχουν φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στη λαμοτριγίνη και στην προγαβαλίνη. Το τοπιραμοϊκό δεν επιφέρει μεταβολή στη συγκέντρωση της λαμοτριγίνης στο πλάσμα. Η χορήγηση της λαμοτριγίνης έχει σαν αποτέλεσμα την αύξηση της συγκέντρωσης του τοπιραμοϊκού κατά 15%. Σε μια μελέτη με ασθενείς με επιληψία, η ταυτόχρονη χορήγηση ζονισαμίδης (200 έως 400 mg/ημερησίως) και λαμοτριγίνης (150 έως 500 mg/ημερησίως) για 35 ημέρες δεν επηρέασε σημαντικά τη φαρμακοκινητική της λαμοτριγίνης. Αν και έχουν αναφερθεί αλλαγές στις συγκεντρώσεις άλλων ΑΕΦ στο πλάσμα, ελεγχόμενες μελέτες δεν έχουν δείξει οποιαδήποτε στοιχεία ότι η λαμοτριγίνη επηρεάζει τις συγκεντρώσεις συγχορηγούμενων ΑΕΦ στο πλάσμα. Δεδομένα από μελέτες in vitro δείχνουν ότι η λαμοτριγίνη δεν εκτοπίζει άλλα ΑΕΦ από τις θέσεις πρόσδεσης σε πρωτεΐνες.
Αλληλεπιδράσεις με άλλους ψυχοδραστικούς παράγοντες
Η φαρμακοκινητική του λιθίου σε 20 υγιείς εθελοντές που λάμβαναν 2 g άνυδρου γλυκονικού λιθίου δύο φορές ημερησίως επί 6 ημέρες, δεν επηρεάστηκε από ταυτόχρονη λήψη 100 mg λαμοτριγίνης ημερησίως. Πολλαπλές χορηγούμενες εκ του στόματος δόσεις βουπροπριόνης δεν είχαν στατιστικώς σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική εφάπαξ δόσης λαμοτριγίνης σε 12 άτομα και οδήγησαν σε μικρή αύξηση του AUC του γλυκουρονιδίου της λαμοτριγίνης. Σε μια μελέτη με υγιείς ενήλικες εθελοντές, 15 mg ολανζαπίνης οδήγησαν σε μείωση του AUC και Cmax της λαμοτριγίνης κατά 24% και 20% κατά μέσο όρο, αντίστοιχα. Μια επίδραση αυτού του μεγέθους δεν είναι αναμενόμενο να έχει κλινική σχετικότητα. Η χορήγηση 200 mg λαμοτριγίνης δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της ολανζαπίνης. Πολλαπλές χορηγούμενες από του στόματος δόσεις λαμοτριγίνης 400 mg ημερησίως σε 14 υγιείς ενήλικες εθελοντές δεν φάνηκε να επηρεάζουν σημαντικά τη φαρμακοκινητική εφάπαξ δόσης 2 mg ρισπεριδόνης. Μετά την ταυτόχρονη χορήγηση 2mg ρισπεριδόνης και λαμοτριγίνης, 12 από τους 14 εθελοντές παρουσίασαν υπνηλία, ενώ 1 από τους 20 ασθενείς που έλαβαν μόνο ρισπεριδόνη και κανένας από αυτούς που έλαβαν μόνο λαμοτριγίνη δεν εμφάνισε υπνηλία. Σε μία μελέτη με 18 ενήλικες ασθενείς με διπολική διαταραχή Ι, που ελάμβαναν καθιερωμένο σχήμα λαμοτριγίνης (100-400 mg/ημέρα), οι δόσεις της αριπιπραζόλης αυξήθηκαν από 10 mg/ημέρα προς ένα στόχο 30 mg/ημέρα σε περίοδο 7 ημερών και συνέχισαν άπαξ ημερησίως για επιπλέον 7 ημέρες. Παρατηρήθηκε μία μέση μείωση περίπου 10% στην Cmax και AUC της λαμοτριγίνης. Μία δράση αυτού του μεγέθους δεν αναμένεται να έχει κλινικές επιπτώσεις. In vitro μελέτες δείχνουν ότι ο σχηματισμός του κύριου μεταβολίτη της λαμοτριγίνης, του 2-Ν-γλυκουρονιδίου, αναστέλλεται μερικώς μετά από ταυτόχρονη επώαση με αμιτριπτυλίνη, βουπροπιόνη, κλοναζεπάμη, αλοπεριδόλη ή λοραζεπάμη. Τα πειράματα αυτά απέδειξαν επίσης ότι ο μεταβολισμός της λαμοτριγίνης δεν είναι πιθανόν να αναστέλλεται από την κλοζαπίνη, τη φλουοξετίνη, τη φαινελζίνη, τη ρισπεριδόνη, τη σερτραλίνη ή την τραζοδόνη. Επιπρόσθετα, μια μελέτη του μεταβολισμού της βουφουραλόλης στην οποία χρησιμοποιήθηκαν παρασκευάσματα μικροσωμάτων ανθρώπινου ήπατος έδειξαν ότι η λαμοτριγίνη δεν οδηγεί σε μείωση της κάθαρσης των φαρμάκων που μεταβολίζονται κατά κύριο λόγο από το CYP2D6.
Αλληλεπιδράσεις με ορμονικά αντισυλληπτικά
Επίδραση ορμονικών αντισυλληπτικών στη φαρμακοκινητική της λαμοτριγίνης Σε μια μελέτη με 16 γυναίκες εθελοντές, η χορήγηση συνδυαστικής δόσης 30 μg αιθυνυλοιστραδιόλης/150 μg λεβονοργεστρέλης σε ένα χορηγούμενο από του στόματος αντισυλληπτικό χάπι είχε σαν αποτέλεσμα το διπλασιασμό της κάθαρσης της λαμοτριγίνης, με συνέπεια τη μείωση των AUC και Cmax της κατά 52% και 39%, αντίστοιχα. Η συγκέντρωση της λαμοτριγίνης στον ορό του αίματος αυξήθηκε κατά τη διάρκεια της εβδομάδας της ανενεργούς θεραπείας (συμπεριλαμβανομένης της «εβδομάδας χωρίς χάπι»), κατά την οποία παρατηρήθηκε διπλάσια συγκέντρωση της λαμοτριγίνης πριν από τη λήψη της δόσης στο τέλος της εβδομάδας της ανενεργούς θεραπείας από ότι κατά τη διάρκεια της συγχορήγησης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Δεν απαιτείται προσαρμογή των οδηγιών κλιμάκωσης της συνιστώμενης δόσης της λαμοτριγίνης αποκλειστικά με βάση τη χρήση ορμονικών αντισυλληπτικών, ωστόσο, η δόση συντήρησης της λαμοτριγίνης θα πρέπει στις περισσότερες περιπτώσεις να αυξηθεί ή να μειωθεί κατά την έναρξη ή τη διακοπή της λήψης ορμονικών αντισυλληπτικών (βλ. Δοσολογία).
Επίδραση της λαμοτριγίνης στη φαρμακοκινητική των ορμονικών αντισυλληπτικών Σε μια μελέτη με 16 γυναίκες εθελοντές, η χορήγηση δόσης 300 mg λαμοτριγίνης σε σταθεροποιημένη κατάσταση δεν επηρέασε τη φαρμακοκινητική της αιθυνυλοιστραδιόλης, η οποία αποτελεί συστατικό των συνδυασμένων από του στόματος χορηγούμενων αντισυλληπτικών χαπιών. Παρατηρήθηκε μέτρια αύξηση στην από του στόματος κάθαρση της λεβονοργεστρέλης με αποτέλεσμα τη μείωση των AUC και Cmax της λεβονοργεστρέλης κατά 19% και 12%, αντίστοιχα. Η μέτρηση της FSH, της LH και της οιστραδιόλης του ορού κατά τη διάρκεια της μελέτης υπέδειξε μερική απώλεια της καταστολής της ορμονικής δραστηριότητας των ωοθηκών μερικών γυναικών, αν και η μέτρηση της προγεστερόνης του ορού υποδεικνύει ότι δεν υπάρχει καμία ορμονική ένδειξη ωορρηξίας σε καμία από τις 16 αυτές γυναίκες. Η επίδραση της μέτριας αυτής αύξησης της κάθαρσης της λεβονοργεστρέλης και των αλλαγών στα επίπεδα της FSH και LH του ορού στην ωορρηκτική δραστηριότητα των ωοθηκών είναι άγνωστη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Η επίδραση άλλων δόσεων της λαμοτριγίνης εκτός από 300 mg ημερησίως δεν έχει μελετηθεί και δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες με άλλα ορμονικά σκευάσματα για γυναίκες.
Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα
Σε μια μελέτη με 10 άνδρες εθελοντές, παρατηρήθηκε ότι η ριφαμπικίνη αυξάνει την κάθαρση της λαμοτριγίνης και ο μειωμένος χρόνος ημίσειας ζωής της λαμοτριγίνης οφείλεται στην ενεργοποίηση των ηπατικών ενζύμων που είναι υπεύθυνα για τη γλυκουρονίδωσή της. Σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα θεραπεία με ριφαμπικίνη, πρέπει να εφαρμοστεί το κατάλληλο δοσολογικό σχήμα (βλ. Δοσολογία). Σε μια μελέτη με υγιείς εθελοντές, η λοπιναβίρη/ριτοναβίρη είχαν σαν αποτέλεσμα τον υποδιπλασιασμό των συγκεντρώσεων της λαμοτριγίνης στο πλάσμα, πιθανότατα λόγω ενεργοποίησης της γλυκουρονίδωσης. Σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα θεραπεία με λοπιναβίρη/ριτοναβίρη, πρέπει να εφαρμοστεί το κατάλληλο δοσολογικό σχήμα (βλ. Δοσολογία). Σε μία μελέτη υγιών ενηλίκων εθελοντών, η αταζαναβίρη/ριτοναβίρη (300 mg/100 mg) χορηγούμενη για 9 ημέρες μείωσε την AUC και την Cmax της λαμοτριγίνης στο πλάσμα (μονή δόση 100 mg) κατά μέσο όρο 32% και 6% αντίστοιχα. Σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με αταζαναβίρη/ριτοναβίρη, πρέπει να χρησιμοποιείται το κατάλληλο θεραπευτικό σχήμα (βλ. Δοσολογία). Δεδομένα από in vitro αξιολόγηση υποδεικνύουν ότι η λαμοτριγίνη, αλλά όχι ο N(2)-γλουκουρονιδικός μεταβολίτης, είναι αναστολέας του Οργανικού Μεταφορέα 2 (OCT 2) σε δυνητικά κλινικά σημαντικές συγκεντρώσεις. Τα δεδομένα αυτά υποδεικνύουν ότι η λαμοτριγίνη είναι ισχυρότερος in vitro αναστολέας του OCT 2 από τη σιμετιδίνη, με τιμές IC50 53,8 µM και 186 µM, αντίστοιχα. Η συγχορήγηση λαμοτριγίνης με φαρμακευτικά προϊόντα που απεκκρίνονται από τα νεφρά και τα οποία είναι υποστρώματα του OCT 2 (π.χ. μετφορμίνη, γκαμπαπεντίνη και βαρενικλίνη) μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένα επίπεδα πλάσματος αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων. Η κλινική σημασία αυτού δεν έχει καθορισθεί σαφώς, ωστόσο χρειάζεται προσοχή σε ασθενείς στους οποίους συγχορηγούνται αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-LAMICTAL
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα οι ανεπιθύμητες ενέργειες διακρίνονται σε δύο ειδικές κατηγορίες: για την επιληψία και τη διπολική διαταραχή. Ωστόσο, προκειμένου να εκτιμηθεί το συνολικό προφίλ ασφάλειας της λαμοτριγίνης θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και οι δύο κατηγορίες. Η παρακάτω συνθήκη χρησιμοποιείται για την κατηγοριοποίηση των ανεπιθύμητων ενεργειών: πολύ συχνές (>1/10), συχνές (>1/100, <1/10), όχι συχνές (>1/1000, <1/100), σπάνιες (>1/10.000, <1/1000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), άγνωστες (δεν μπορούν να υπολογιστούν από τα διαθέσιμα δεδομένα). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Επιληψία
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
- Πολύ σπάνιες: αιματολογικές ανωμαλίες συμπεριλαμβανομένων της ουδετεροπενίας, λευκοπενίας, αναιμίας, θρομβοπενίας, πανκυτταροπενίας, απλαστικής αναιμίας, ακοκκιοκυταραιμίας
- Άγνωστη συχνότητα: λεμφαδενοπάθεια
Οι αιματολογικές ανωμαλίες και η λεμφαδενοπάθεια μπορεί να σχετίζονται ή όχι με το σύνδρομο υπερευαισθησίας (βλ. Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος).
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
- Πολύ σπάνιες: σύνδρομο υπερευαισθησίας (περιλαμβάνει συμπτώματα όπως πυρετός, λεμφαδενοπάθεια, οίδημα του προσώπου, ανωμαλίες του αίματος και του ήπατος, διάχυτη ενδαγγειακή πήξη, πολυοργανική ανεπάρκεια)
Η εμφάνιση εξανθήματος έχει επίσης αναφερθεί ως μέρος συνδρόμου υπερευαισθησίας, το οποίο εκδηλώνεται με ποικίλα συστηματικά συμπτώματα που περιλαμβάνουν πυρετό, λεμφαδενοπάθεια, οίδημα του προσώπου και αιματολογικές και ηπατικές διαταραχές. Το σύνδρομο παρουσιάζει ένα ευρύ φάσμα κλινικής σοβαρότητας και μπορεί σπάνια να οδηγήσει σε διάχυτη ενδαγγειακή πήξη και πολυοργανική ανεπάρκεια. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι οι αρχικές ενδείξεις υπερευαισθησίας (για παράδειγμα πυρετός, λεμφαδενοπάθεια) μπορεί να εκδηλωθούν χωρίς να έχει εμφανιστεί εξάνθημα. Στην περίπτωση που εμφανιστούν τέτοια σημεία και συμπτώματα η κατάσταση του ασθενούς πρέπει να εκτιμηθεί άμεσα και αν δεν υπάρχει εναλλακτική αιτιολογία να διακοπεί η θεραπεία με Lamictal.
Ψυχιατρικές διαταραχές
- Συχνές: επιθετικότητα, ευερεθιστότητα
- Πολύ συχνές: σύγχυση, ψευδαισθήσεις, τικ
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών με μονοθεραπεία
- Πολύ συχνές: κεφαλαλγία
- Συχνές: υπνηλία, ζάλη, τρόμος, αϋπνία
- Όχι συχνές: αταξία
- Σπάνιες: νυσταγμός Από άλλη κλινική εμπειρία:
- Πολύ συχνές: υπνηλία, αταξία, ζάλη, κεφαλαλγία
- Συχνές: νυσταγμός, τρόμος, αϋπνία
- Πολύ σπάνιες: διέγερση, αστάθεια, κινητικές διαταραχές, επιδείνωση της νόσου του Parkinson, εξωπυραμιδικές διαταραχές, χορειοαθέτωση, αύξηση της συχνότητας των επιληπτικών κρίσεων
- Άγνωστη συχνότητα: άσηπτη μηνιγγίτιδα
Σε ασθενείς με προϋπάρχουσα νόσο του Parkinson υπάρχουν αναφορές ότι η λαμοτριγίνη μπορεί να οδηγήσει σε επιδείνωση των συμπτωμάτων της ασθένειας, καθώς και μεμονωμένες αναφορές εξωπυραμιδικών διαταραχών και χορειοαθέτωσης σε ασθενείς χωρίς την υποκείμενη αυτή κατάσταση.
Οφθαλμικές διαταραχές Κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών με μονοθεραπεία
- Όχι συχνές: διπλωπία, θαμπή όραση Από άλλη κλινική εμπειρία:
- Πολύ συχνές: διπλωπία, θαμπή όραση
- Σπάνιες: επιπεφυκίτιδα
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος: Κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών με μονοθεραπεία
- Συχνές: ναυτία, εμετός, διάρροια Από άλλη κλινική εμπειρία:
- Πολύ συχνές: ναυτία, εμετός
- Συχνές: διάρροια
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
- Πολύ σπάνιες: ηπατική ανεπάρκεια, ηπατική δυσλειτουργία, αυξημένες τιμές σε δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας
Ηπατική δυσλειτουργία συνήθως σχετίζεται με αντιδράσεις υπερευαισθησίας, αλλά έχουν αναφερθεί και μεμονωμένες περιπτώσεις χωρίς εμφανή συμπτώματα υπερευαισθησίας.
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
- Πολύ συχνές: δερματικό εξάνθημα
- Σπάνιες: σύνδρομο Stevens-Johnson
- Πολύ σπάνιες: τοξική επιδερμική νεκρόλυση
Σε διπλές τυφλές συμπληρωματικές κλινικές μελέτες σε ενήλικες, δερματικά εξανθήματα παρατηρήθηκαν στο 10% των ασθενών που λάμβαναν λαμοτριγίνη και στο 5% των ασθενών που λάμβαναν το εικονικό φάρμακο. Τα δερματικά εξανθήματα οδήγησαν στη διακοπή της θεραπείας με λαμοτριγίνη σε ποσοστό 2% των ασθενών. Το εξάνθημα, συνήθως κηλιδοβλατιδώδες, εμφανίζεται κατά κύριο λόγο στη διάρκεια των 8 πρώτων εβδομάδων της θεραπεία με λαμοτριγίνη και αποδράμει μετά τη διακοπή της λήψης του Lamictal (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Έχουν αναφερθεί σοβαρά δυνητικά απειλητικά για τη ζωή δερματικά εξανθήματα, συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Stevens-Johnson και της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης (σύνδρομο Lyell). Αν και η πλειονότητα των ασθενών επανακάμπτουν μετά την διακοπή της θεραπείας με λαμοτριγίνη, μερικοί ασθενείς παρουσίασαν μη αναστρέψιμες ουλές και υπάρχουν σπάνιες αναφορές σχετιζόμενων θανάτων (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Γενικότερα, ο συνολικός κίνδυνος εμφάνισης εξανθήματος φαίνεται να συνδέεται ισχυρά με:
- αυξημένες αρχικές δόσης λαμοτριγίνης και υπέρβαση του συνιστώμενου σχήματος προοδευτικής αύξησης της δόσης της λαμοτριγίνης (βλ. Δοσολογία)
- συγχορήγηση βαλπροϊκού (βλ. Δοσολογία)
Η εμφάνιση εξανθήματος έχει επίσης αναφερθεί στο πλαίσιο συνδρόμου υπερευαισθησίας, το οποίο εκδηλώνεται με ποικίλα συστηματικά συμπτώματα (βλ. Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος).
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
- Πολύ σπάνιες: αντιδράσεις προσομοιάζουσες με λύκο
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
- Συχνές: κόπωση
Διπολική διαταραχή
Προκειμένου να εκτιμηθεί το συνολικό προφίλ ασφάλειας της λαμοτριγίνης, οι παρακάτω ανεπιθύμητες ενέργειες θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη παράλληλα με αυτές της επιληψίας.
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών για τη διπολική διαταραχή
- Πολύ συχνές: κεφαλαλγία
- Συχνές: διέγερση, υπνηλία, ζάλη
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος: Κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών για τη διπολική διαταραχή
- Συχνές: ξηροστομία
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών για τη διπολική διαταραχή
- Πολύ συχνές: δερματικό εξάνθημα
- Σπάνιες: σύνδρομο Stevens-Johnson
Λαμβάνοντας υπόψη όλες τις κλινικές μελέτες (ελεγχόμενες και μη ελεγχόμενες) που έχουν διεξαχθεί με λαμοτριγίνη για τη διπολική διαταραχή, δερματικά εξανθήματα εμφανίστηκαν σε ποσοστό 12% των ασθενών που λάμβαναν λαμοτριγίνη. Από την άλλη πλευρά, σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες με ασθενείς με διπολική διαταραχή, δερματικά εξανθήματα εμφανίστηκαν σε ποσοστό 8% των ασθενών που λάμβαναν λαμοτριγίνη και σε ποσοστό 6% των ασθενών που λάμβαναν το εικονικό φάρμακο.
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών για τη διπολική διαταραχή
- Συχνές: αρθραλγία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών για τη διπολική διαταραχή
- Συχνές: άλγος, οσφυαλγία
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-LAMICTAL
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κίνδυνοι που σχετίζονται γενικότερα με αντιεπιληπτικά φάρμακα
Γυναίκες που υπάρχει πιθανότητα να μείνουν έγκυες πρέπει να λάβουν συμβουλή από ειδικούς. Η ανάγκη για θεραπεία με ΑΕΦ πρέπει να επανεξετάζεται στην περίπτωση που μια γυναίκα σκοπεύει να μείνει έγκυος. Σε γυναίκες που λαμβάνουν θεραπεία για την επιληψία με ΑΕΦ, θα πρέπει να αποφεύγεται η απότομη διακοπή της θεραπείας με ΑΕΦ καθώς αυτό μπορεί να οδηγήσει σε επιληπτικές κρίσεις με σοβαρές συνέπειες τόσο για τη γυναίκα όσο και για το κυοφορούμενο έμβρυο. Ο κίνδυνος εμφάνισης συγγενών δυσπλασιών αυξάνεται κατά ένα συντελεστή από 2 έως 3 σε απογόνους, οι μητέρες των οποίων ελάμβαναν ΑΕΦ σε σύγκριση με την αναμενόμενη επίπτωση τέτοιων ανωμαλιών, η οποία στο γενικό πληθυσμό είναι περίπου 3%. Οι πιο συχνές ανωμαλίες αφορούν την εμφάνιση λαγόχειλου, καρδιαγγειακών δυσπλασιών και ανωμαλιών του νευρικού σωλήνα. Η θεραπεία με πολλά ΑΕΦ συγκριτικά με τη μονοθεραπεία σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης συγγενών δυσπλασιών και για το λόγο αυτό η χορήγηση μονοθεραπείας θα πρέπει να εφαρμόζεται όπου αυτό είναι δυνατόν.
Κίνδυνοι σχετιζόμενοι με τη λαμοτριγίνη
Εγκυμοσύνη
Στοιχεία μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου από αρκετές προοπτικές καταγραφές εγκυμοσύνης έχουν τεκμηριωμένες εκβάσεις σε περισσότερες από 2000 γυναίκες που εκτέθηκαν σε μονοθεραπεία με λαμοτριγίνη κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της εγκυμοσύνης. Συνολικά αυτά τα στοιχεία δεν υποδεικνύουν σημαντική αύξηση του κινδύνου για μείζονες συγγενείς διαμαρτίες, αν και τα στοιχεία είναι ακόμα περιορισμένα ώστε να αποκλείσουν μία μέτρια αύξηση του κινδύνου συγγενών ανωμαλιών της στοματικής κοιλότητας. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν τοξικότητα στην ανάπτυξη (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Αν η θεραπεία με Lamictal κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης είναι απαραίτητη, συνιστάται η χρήση της χαμηλότερης δυνατής θεραπευτικής δόσης. Η λαμοτριγίνη αναστέλλει ήπια τη δραστικότητα της ρεδουκτάσης του διυδροφολικού οξέος και θα μπορούσε για το λόγο αυτό θεωρητικά να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο εμβρυϊκής βλάβης λόγω μείωσης των επιπέδων του διυδροφολικού οξέος (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Η λήψη φολικού οξέος κατά το σχεδιασμό της εγκυμοσύνης αλλά και στην αρχή της πρέπει να εξετάζεται. Φυσιολογικές αλλαγές κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μπορεί να επηρεάσουν τα επίπεδα της λαμοτριγίνης και /ή το θεραπευτικό αποτέλεσμα. Υπάρχουν αναφορές μειωμένων επιπέδων της λαμοτριγίνης στο πλάσμα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης με πιθανό κίνδυνο απώλειας του ελέγχου των επιληπτικών κρίσεων. Μετά τον τοκετό τα επίπεδα της λαμοτριγίνης μπορεί να αυξηθούν ραγδαία με αποτέλεσμα την εμφάνιση δοσοεξαρτώμενων ανεπιθύμητων ενεργειών. Για το λόγο αυτό τα επίπεδα της λαμοτριγίνης θα πρέπει να παρακολουθούνται πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την εγκυμοσύνη αλλά και λίγο μετά τον τοκετό. Αν κριθεί απαραίτητο, η δόση θα πρέπει να προσαρμοστεί ώστε να διατηρηθεί η συγκέντρωση της λαμοτριγίνης στον ορό στα επίπεδα στα οποία βρισκόταν πριν την εγκυμοσύνη ή ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση. Επιπρόσθετα, δοσοεξαρτώμενες ανεπιθύμητες ενέργειες θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά μετά τον τοκετό.
Γαλουχία
Η λαμοτριγίνη αναφέρθηκε ότι διέρχεται στο μητρικό γάλα σε εξαιρετικά ευμετάβλητες συγκεντρώσεις, με αποτέλεσμα συνολικά επίπεδα λαμοτριγίνης σε νεογνά έως περίπου 50% της μητέρας. Επομένως σε ορισμένα νεογνά που θηλάζουν, οι συγκεντρώσεις λαμοτριγίνης στον ορό μπορεί να προσεγγίσουν επίπεδα στα οποία εμφανίζονται φαρμακολογικές δράσεις. Σε μία περιορισμένη ομάδα εκτεθειμένων νεογνών, δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες δράσεις. Τα πιθανά οφέλη του θηλασμού θα πρέπει να σταθμίζονται έναντι των πιθανών βλαβερών επιδράσεων στο βρέφος. Αν μια γυναίκα που υποβάλλεται σε θεραπεία με λαμοτριγίνη αποφασίσει να θηλάσει, το βρέφος θα πρέπει να παρακολουθείται για την εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών.
Γονιμότητα
Πειράματα σε ζώα δεν απεκάλυψαν έκπτωση γονιμότητας προκαλούμενη από τη λαμοτριγίνη (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-LAMICTAL
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: άλλα αντιεπιληπτικά φάρμακα, κωδικός ATC: N03AX09.
Μηχανισμός δράσης
Τα αποτελέσματα φαρμακολογικών μελετών υποδηλώνουν ότι η λαμοτριγίνη αποτελεί έναν αναστολέα των ηλεκτροδυναμικών διαύλων νατρίου. Αναστέλλει την επαναλαμβανόμενη μεταγωγή σήματος μέσω των νευρώνων και την απελευθέρωση του γλουταμινικού (ενός νευροδιαβιβαστή που διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην εμφάνιση επιληπτικών κρίσεων).Οι δράσεις αυτές είναι πιθανό να συμβάλουν στην αντισπασμωδική δράση της λαμοτριγίνης. Αντίθετα, οι μηχανισμοί με τους οποίους η λαμοτριγίνη εκδηλώνει τη θεραπευτική της δράση στη διπολική διαταραχή δεν έχουν επιβεβαιωθεί, αν και η αλληλεπίδραση της με τους ηλεκτροδυναμικούς διαύλους νατρίου είναι πιθανώς σημαντική.
Φαρμακοδυναμική δράση
Σε μελέτες σχεδιασμένες να εκτιμήσουν την επίδραση των φαρμάκων στο κεντρικό νευρικό σύστημα, τα αποτελέσματα που προέκυψαν από τη χορήγηση δόσεων 240 mg λαμοτριγίνης σε υγιείς εθελοντές δεν διέφεραν από αυτά που προέκυψαν με το εικονικό φάρμακο, ενώ τόσο η χορήγηση 1000 mg φαινυτοΐνης όσο και 10 mg διαζεπάμης είχε σαν αποτέλεσμα την παρεμπόδιση του συντονισμού των λεπτών κινήσεων των οφθαλμών και της κίνησης των οφθαλμών, την αύξηση της κίνησης του σώματος και την υποκειμενική καταστολή. Σε μια άλλη μελέτη η χορήγηση εφάπαξ δόσεων 600mg καρβαμαζεπίνης είχε σαν αποτέλεσμα τη σημαντική παρεμπόδιση του συντονισμού των λεπτών κινήσεων των οφθαλμών και της κίνησης των οφθαλμών, ενώ παράλληλα οδήγησε σε αύξηση της κίνησης του σώματος και των καρδιακών παλμών, ωστόσο, τα αποτελέσματα της χορήγησης 150 mg και 300 mg λαμοτριγίνης δεν διέφεραν από το εικονικό φάρμακο.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια σε παιδιά ηλικίας 1 έως 24 μηνών
Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της συμπληρωματικής θεραπείας σε εστιακές επιληπτικές κρίσεις σε ασθενείς ηλικίας 1 έως 24 μηνών, έχει αξιολογηθεί σε μία μικρή διπλή τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη διακοπής της θεραπείας. Η θεραπεία άρχισε σε 177 άτομα με τιτλοποίηση του δοσολογικού σχήματος παρόμοια με αυτή παιδιών ηλικίας 2 έως 12 ετών. Τα δισκία λαμοτριγίνης 2 mg έχουν τη μικρότερη διαθέσιμη περιεκτικότητα, επομένως κατά τη διάρκεια της περιόδου τιτλοποίησης σε ορισμένες περιπτώσεις προσαρμόσθηκε το κανονικό δοσολογικό σχήμα, (για παράδειγμα, χορηγώντας ένα δισκίο 2 mg κάθε δεύτερη ημέρα, όταν η υπολογισθείσα δόση ήταν μικρότερη των 2 mg). Τα επίπεδα στον ορό μετρήθηκαν στο τέλος της 2ης εβδομάδας τιτλοποίησης και η επακόλουθη δόση είτε μειώθηκε είτε δεν αυξήθηκε εάν η συγκέντρωση υπερέβει κατά 0,41 µg/mL την αναμενόμενη συγκέντρωση σε ενήλικες σε αυτό το χρονικό σημείο. Σε ορισμένους ασθενείς χρειάσθηκε μείωση της δόσης έως 90% στο τέλος της 2ης εβδομάδας. Τριάντα οκτώ άτομα που απάντησαν στη θεραπεία (> 40% μείωση της συχνότητας των επιληπτικών κρίσεων) τυχαιοποιήθηκαν σε εικονικό φάρμακο ή συνέχιση της λαμοτριγίνης. Η αναλογία ατόμων με αποτυχία της θεραπείας ήταν 84% (16/19 άτομα) στο σκέλος του εικονικού φαρμάκου και 58% (11/19 άτομα) στο σκέλος της λαμοτριγίνης. Η διαφορά δεν ήταν στατιστικά σημαντική: 26,3%, CI95% -2.6% <> 50.2%, p=0.07. Συνολικά 256 άτομα ηλικίας μεταξύ 1 και 24 μηνών εκτέθηκαν στη λαμοτριγίνη σε εύρος δόσης 1 έως 15 mg/kg/ημέρα μέχρι και 72 εβδομάδες. Το προφίλ ασφάλειας της λαμοτριγίνης στα παιδιά ηλικίας 1 μηνός έως 2 ετών, ήταν παρόμοιο με αυτό μεγαλύτερων παιδιών εκτός από ότι κλινικά σημαντική επιδείνωση των επιληπτικών κρίσεων (>=50%) αναφέρθηκε περισσότερο συχνά σε παιδιά ηλικίας μικρότερης των 2 ετών (26%) συγκριτικά με μεγαλύτερα παιδιά (14%).
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια στο σύνδρομο Lennox-Gastaut
Δεν υπάρχουν δεδομένα για μονοθεραπεία σε επιληπτικές κρίσεις σχετιζόμενες με σύνδρομο Lennox-Gastaut.
Κλινική αποτελεσματικότητα στην πρόληψη επεισοδίων διαταραχής της διάθεσης σε ασθενείς με διπολική διαταραχή
Η αποτελεσματικότητα της λαμοτριγίνης στην πρόληψη των επεισοδίων διαταραχής της διάθεσης σε ασθενείς με διπολική διαταραχή τύπου Ι αξιολογήθηκε σε δύο μελέτες. Η κλινική μελέτη SCAB2003 ήταν μια πολυκεντρική, διπλή τυφλή μελέτη με χρήση διπλού εικονικού φαρμάκου και λίθιο τυχαιοποιημένη μελέτη σταθερής δόσης που διερεύνησε τη μακροχρόνια πρόληψη της υποτροπής και επανεμφάνισης της κατάθλιψης και/ή της μανίας σε ασθενείς με διπολική διαταραχή τύπου Ι, οι οποίοι είχαν παρουσιάσει πρόσφατα ή παρουσίαζαν εκείνη τη χρονική περίοδο μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο. Μετά τη σταθεροποίηση των ασθενών με τη χορήγηση μονοθεραπείας με λαμοτριγίνη ή συμπληρωματικής θεραπείας, οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε πέντε ομάδες: λαμοτριγίνη (50, 200, 400 mg ημερησίως), λίθιο (επίπεδο στον ορό 0,8 έως 1,1 mMol/L) ή εικονικό φάρμακο για 76 εβδομάδες (18 μήνες) το μέγιστο. Το κύριο καταληκτικό σημείο ήταν “ο χρόνος μέχρι την παρέμβαση για επεισόδιο διαταραχής της διάθεσης [Τime to Intervention for a Mood Episode (TIME)]”, όπου οι παρεμβάσεις ήταν επιπρόσθετη φαρμακοθεραπεία ή ηλεκτροσόκ (ECT). Η μελέτη SCAB2006 είχε ένα παρόμοιο σχεδιασμό με τη μελέτη SCAB2003, αλλά διέφερε από τη μελέτη SCAB2003 στην αξιολόγηση μιας ευέλικτης δόσης λαμοτριγίνης (100 έως 400 mg/ημέρα) και περιελάμβανε ασθενείς με διπολίκή διαταραχή τύπου Ι, οι οποίοι είχαν παρουσιάσει πρόσφατα ή παρουσίαζαν εκείνη τη χρονική περίοδο μανιακό επεισόδιο. Τα αποτελέσματα φαίνονται στον Πίνακα 7.
Πίνακας 7: Περίληψη αποτελεσμάτων από μελέτες που ερευνούν την αποτελεσματικότητα της λαμοτριγίνης στην πρόληψη των επεισοδίων διαταραχής της διάθεσης σε ασθενείς με διπολική διαταραχή τύπου I
| Κριτήριο εισαγωγής | ‘Ποσοστό’ ασθενών χωρίς σύμβαμα την εβδομάδα 76 |
|---|---|
| Μελέτη SCAB2003: Διπολική τύπου I, Μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο | Λαμοτριγίνη: 0,22 (p=0,004 vs Εικονικό Φάρμακο), Λίθιο: 0,24 (p=0,006 vs Εικονικό Φάρμακο), Εικονικό Φάρμακο: 0,12 |
| Μελέτη SCAB2006: Διπολική τύπου I, Μείζον επεισόδιο μανίας | Λαμοτριγίνη: 0,17 (p=0,023 vs Εικονικό Φάρμακο), Λίθιο: 0,51 (p=0,047 vs Εικονικό Φάρμακο), Εικονικό Φάρμακο: 0,04 |
| Χωρίς κατάθλιψη (μελέτη SCAB2003) | Λαμοτριγίνη: 0,46 (p=0,209 vs Εικονικό Φάρμακο), Λίθιο: 0,82 (p=0,015 vs Εικονικό Φάρμακο), Εικονικό Φάρμακο: 0,40 |
| Χωρίς μανία (μελέτη SCAB2003) | Λαμοτριγίνη: 0,71 (p=0,167 vs Εικονικό Φάρμακο), Λίθιο: 0,70 (p=0,339 vs Εικονικό Φάρμακο), Εικονικό Φάρμακο: 0,67 |
| Χωρίς παρέμβαση (μελέτη SCAB2003) | Λαμοτριγίνη: 0,53 (p=0,280 vs Εικονικό Φάρμακο), Λίθιο: 0,64 (p=0,006 vs Εικονικό Φάρμακο), Εικονικό Φάρμακο: 0,37 |
Σε συμπληρωματικές αναλύσεις σχετικά με το χρόνο μέχρι το πρώτο καταθλιπτικό επεισόδιο και το χρόνο μέχρι το πρώτο μανιακό/υπομανιακό ή μεικτό επεισόδιο, οι ασθενείς που λάμβαναν λαμοτριγίνη εμφάνισαν σημαντικά αργότερα το πρώτο καταθλιπτικό επεισόδιο σε σχέση με αυτούς που λάμβαναν εικονικό φάρμακο ενώ η διαφορά σε ότι αφορά στο χρόνο έως το μανιακό/υπομανιακό ή μεικτό επεισόδιο δεν ήταν στατιστικά σημαντική. Η αποτελεσματικότητα της λαμοτριγίνης σε συνδυασμό με σταθεροποιητές διάθεσης δεν έχει μελετηθεί επαρκώς.
Μελέτη της επίδρασης της λαμοτριγίνης στην καρδιακή αγωγιμότητα
Σε μια μελέτη με υγιείς ενήλικες εθελοντές εκτιμήθηκε η επίδραση επαναλαμβανόμενων δόσεων λαμοτριγίνης (έως 400 mg ημερησίως) στην καρδιακή αγωγιμότητα με βάση ECG 12 απαγωγών. Δεν προέκυψε κλινικά σημαντική επίδραση της λαμοτριγίνης στο διάστημα QT συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-LAMICTAL
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Η λαμοτριγίνη απορροφάται ταχέως και πλήρως από το έντερο χωρίς την εμφάνιση του φαινομένου του μεταβολισμού της πρώτης διόδου. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα παρατηρούνται περίπου 2,5 ώρες μετά την από του στόματος χορήγηση της λαμοτριγίνης. Ο χρόνος επίτευξης της μέγιστης συγκέντρωσης καθυστερεί ελαφρά όταν το φάρμακο λαμβάνεται μετά τη χορήγηση τροφής, αλλά ο βαθμός της απορρόφησης δεν επηρεάζεται. Παρατηρούνται σημαντικές διαφοροποιήσεις των μέγιστων συγκεντρώσεων στη σταθεροποιημένη κατάσταση μεταξύ των ασθενών, αλλά οι συγκεντρώσεις αυτές διαφέρουν σπάνια στον ίδιο ασθενή.
Κατανομή
Η πρόσδεση στις πρωτεΐνες του πλάσματος ανέρχεται περίπου στο 55%. Δεν είναι πιθανό η εκτόπιση του φαρμάκου από τις πρωτεΐνες του πλάσματος να οδηγήσει σε τοξικότητα. Ο όγκος κατανομής ανέρχεται στα 0,92 έως 1,22 L/kg.
Μεταβολισμός
Οι UDP-γλυκουρoνυλ-τρανσφεράσες έχουν ταυτοποιηθεί σαν τα ένζυμα που είναι υπεύθυνα για το μεταβολισμό της λαμοτριγίνης. Η λαμοτριγίνη επάγει το μεταβολισμό της σε μέτριο βαθμό ανάλογα με τη δόση. Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η λαμοτριγίνη επηρεάζει τη φαρμακοκινητική άλλων ΑΕΦ και τα δεδομένα υποστηρίζουν ότι οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ της λαμοτριγίνης και των φαρμάκων που μεταβολίζονται από τα ένζυμα του κυτοχρώματος Ρ450 είναι απίθανο να συμβούν.
Απομάκρυνση
Η φαινόμενη κάθαρση του πλάσματος σε υγιείς εθελοντές είναι περίπου 30 mL/min. Η κάθαρση της λαμοτριγίνης πραγματοποιείται κατά κύριο λόγο με επακόλουθη απομάκρυνση της με τον συζευγμένο με γλυκουρονίδιο μεταβολίτη της από τα ούρα. Λιγότερο από το 10% απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα. Μόνο 2% των συστατικών που σχετίζονται με τη λαμοτριγίνη απεκκρίνονται με τα κόπρανα. Η κάθαρση και ο χρόνος ημίσειας ζωής δεν εξαρτώνται από τη δόση. Ο φαινομενικός χρόνος ημίσειας ζωής σε υγιείς εθελοντές εκτιμάται περίπου στις 33 ώρες (κυμαίνεται από 14 έως 103 ώρες). Σε μια μελέτη με ασθενείς που έπασχαν από σύνδρομο Gilbert η μέση φαινομενική κάθαρση εμφανίστηκε μειωμένη κατά 32% σε σχέση με τις φυσιολογικές τιμές, αλλά κυμαινόταν στο εύρος των φυσιολογικών τιμών του γενικού πληθυσμού. Ο χρόνος ημίσειας ζωής της λαμοτριγίνης επηρεάζεται σημαντικά από συγχορηγούμενα φάρμακα. Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής της μειώνεταισε 14 ώρες περίπου όταν χορηγείται με φάρμακα που επάγουν τη γλυκουρονίδωση όπως η καρβαμαζεπίνη και η φαινυτοΐνη, ενώ αυξάνεται στις 70 ώρες κατά μέσο όρο όταν χορηγείται μόνο μαζί με βαλπροϊκό (βλ. Δοσολογία).
Γραμμικότητα
Η φαρμακοκινητική της λαμοτριγίνης είναι γραμμική μέχρι τα 450 mg, που είναι και η μεγαλύτερη δόση που έχει δοκιμαστεί.
Ειδικοί πληθυσμοί ασθενών
Παιδιά Η κάθαρση της λαμοτριγίνης διορθωμένη ως προς το σωματικό βάρος είναι μεγαλύτερη στα παιδιά σε σχέση με τους ενήλικες με τις ανώτατες τιμές να παρουσιάζονται στα παιδιά κάτω των 5 ετών. Ο χρόνος ημίσειας ζωής της λαμοτριγίνης είναι γενικότερα μικρότερος στα παιδιά συγκριτικά με τους ενήλικες με μέση τιμή περίπου 7 ωρών, όταν συγχορηγείται με φάρμακα που επάγουν ένζυμα, όπως η καρβαμαζεπίνη και η φαινυτοΐνη, ενώ αυξάνεται στις 45 έως 50 ώρες όταν συγχορηγείται μόνο με βαλπροϊκό (βλ. Δοσολογία)
Νεογνά ηλικίας 2 έως 26 μηνών Σε 143 παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 2 έως 26 μηνών, βάρους 3 έως 16 kg, η κάθαρση μειώθηκε συγκριτικά με μεγαλύτερα παιδιά του ίδιου βάρους σώματος, που έλαβαν παρόμοιες δόσεις από το στόμα ανά kg βάρους σώματος με παιδιά μεγαλύτερα των 2 ετών. Η μέση ημιπερίοδος ζωής υπολογίσθηκε στις 23 ώρες για νεογνά νεώτερα των 26 μηνών σε αγωγή με ενζυμικούς επαγωγείς, σε 136 ώρες όταν συγχορηγήθηκε με βαλπροϊκό και σε 38 ώρες σε άτομα που αντιμετωπίσθηκαν χωρίς ενζυμικούς επαγωγείς/αναστολείς. Η ενδο ατομική μεταβλητότητα της κάθαρσης από του στόματος χορήγησης ήταν υψηλή στην ομάδα των παιδιατρικών ασθενών 2 έως 26 μηνών (47%). Τα προβλεπόμενα επίπεδα συγκέντρωσης στον ορό σε παιδιά 2 έως 26 μηνών ήταν γενικά στο ίδιο εύρος με αυτά μεγαλύτερων παιδιών, αν και υψηλότερα επίπεδα Cmax είναι πιθανόν να παρατηρηθούν σε ορισμένα παιδιά με βάρος σώματος μικρότερο των 10 kg.
Ηλικιωμένοι Τα αποτελέσματα πληθυσμιακών αναλύσεων φαρμακοκινητικής που περιλάμβαναν ηλικιωμένους και νέους ασθενείς με επιληψία οι οποίοι συμμετείχαν στις ίδιες μελέτες, δεν καταδεικνύουν αλλαγή της κάθαρσης της λαμοτριγίνης σε κλινικά σχετικό βαθμό. Μετά τη χορήγηση εφάπαξ δόσεων, η φαινόμενη κάθαρση παρουσιάζεται μειωμένη κατά 12% από 35 mL/min στην ηλικία των 20 ετών στα 31 mL/min στην ηλικία των 70 ετών. Η μείωση μετά από 48 εβδομάδες θεραπείας ήταν της τάξεως του 10% και μειώθηκε από 41 σε νέους ασθενείς στα 37 mL/min σε ηλικιωμένους ασθενείς. Η φαρμακοκινητική της λαμοτριγίνης μελετήθηκε επίσης σε 12 υγιείς ηλικιωμένους εθελοντές μετά τη χορήγηση εφάπαξ δόσης 150 mg. Η τιμή της μέσης κάθαρσης στους ηλικιωμένους (0,39 mL/min/kg) κυμαίνεται στο εύρος των μέσων τιμών κάθαρσης (0,31 έως 0,65 mL/min/kg) που προέκυψαν από 9 μελέτες με μη ηλικιωμένους ενήλικες ασθενείς μετά τη χορήγηση εφάπαξ δόσης από 30 έως 450 mg.
Νεφρική ανεπάρκεια Σε είκοσι εθελοντές με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και σε άλλα 6 άτομα που υποβάλλονταν σε αιμοκάθαρση χορηγήθηκε εφάπαξ δόση 100 mg λαμοτριγίνης. Οι μέσες τιμές της κάθαρσης ανήλθαν σε 0,42 mL/min/kg (για τους ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια), 0,33 mL/min/kg (για τους ασθενείς σε αιμοκάθαρση) και 1,57 mL/min/kg (κατά τη διάρκεια αιμοκάθαρσης), συγκριτικά με την τιμή των 0,58 mL/min/kg των υγιών εθελοντών. Οι μέσοι χρόνοι ημίσειας ζωής ήταν στις 42,9 ώρες (στους ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια), 57,4 ώρες (στους ασθενείς σε αιμοκάθαρση) και 13,0 ώρες (κατά τη διάρκεια αιμοκάθαρσης) συγκριτικά με 26,2 ώρες στους υγιείς εθελοντές. Κατά μέσο όρο, το 20% περίπου (εύρος 5,6 έως 35,1) της ποσότητας της λαμοτριγίνης που περιέχεται στο σώμα απομακρύνεται μετά από 4ωρη αιμοκάθαρση. Για αυτό τον πληθυσμό ασθενών οι αρχικές δόσεις της λαμοτριγίνης πρέπει να βασίζονται στα συγχορηγούμενα φάρμακα που λαμβάνει ο ασθενής. Μειωμένες δόσεις συντήρησης μπορεί να είναι αποτελεσματικές για ασθενείς με σημαντική νεφρική ανεπάρκεια (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις)
Ηπατική ανεπάρκεια Μια φαρμακοκινητική μελέτη εφάπαξ δόσης πραγματοποιήθηκε σε 24 άτομα με ποικίλους βαθμούς ηπατικής ανεπάρκειας και σε 12 υγιείς εθελοντές οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν σαν μάρτυρες. Η μέση φαινομενική κάθαρση της λαμοτριγίνης ανήλθε σε 0,31, 0,24 ή 0,10 mL/min/kg στους ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια βαθμού A, B ή C (ταξινόμηση Child-Pugh) συγκριτικά με τους υγιείς εθελοντές των οποίων η κάθαρση ήταν 0,34 mL/min/kg. Η αρχική δόση, η προοδευτική αύξηση της δόσης και η δόση συντήρησης θα πρέπει να είναι γενικότερα μειωμένη σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια (βλ. Δοσολογία).
ΕΟΦ · 4.5
Aντιεπιληπτικά
expand_more
Aντιεπιληπτικά
Σκοπός της θεραπείας είναι ο έλεγχος των επιληπτικών κρίσεων με τη συνεχή διατήρηση δραστικών επιπέδων του φαρμάκου στο πλάσμα και από εκεί στον εγκεφαλικό ιστό. H δόση και η συχνότητα χορήγησής τους καθορίζονται από το χρόνο υποδιπλασιασμού, γι’ αυτό και είναι σκόπιμος ο προσδιορισμός των φαρμάκων αυτών στο πλάσμα. Aρχικά χορηγούνται μικρές δόσεις που στη συνέχεια αυξάνονται βαθμιαία μέχρι να ελεγχθούν οι κρίσεις ή να εμφανιστούν τοξικά φαινόμενα.
H ημερήσια ποσότητα του φαρμάκου πρέπει να χορηγείται σε όσο το δυνατόν λιγότερες δόσεις, ώστε να είναι πιο εύκολο για τον άρρωστο να εφαρμόζει το θεραπευτικό σχήμα. Tα περισσότερα αντιεπιληπτικά, όταν χορηγούνται σε μέση δόση μπορεί να δίνονται δύο φορές την ημέρα. H φαινοβαρβιτάλη, που έχει μεγάλο χρόνο ημίσειας ζωής, μπορεί να δίνεται μόνο μια φορά την ημέρα πριν από τον ύπνο. Όταν όμως τα αντιεπιληπτικά χορηγούνται σε μεγάλες δόσεις μπορεί να χρειασθεί η κατανομή τους σε 3 ή 4 δόσεις την ημέρα για να ελαχιστοποιηθούν οι ανεπιθύμητες ενέργειες, ιδίως η υπνηλία, που σχετίζονται με υψηλές συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο αίμα.
Tα μικρά παιδιά μεταβολίζουν τα αντιεπιληπτικά ταχύτερα από τους ενηλίκους και γιαυτό πρέπει να χορηγούνται σε περισσότερες και μεγαλύτερες δόσεις ανά χιλιόγραμμο βάρους σώματος.
H έναρξη της θεραπείας πρέπει να γίνεται κατά κανόνα με ένα φάρμακο, που στις περισσότερες περιπτώσεις αρκεί για τον έλεγχο των κρίσεων. Προσθήκη δεύτερου φαρμάκου δικαιολογείται μόνο όταν οι κρίσεις συνεχίζονται παρά τις υψηλές συγκεντρώσεις στο αίμα του πρώτου ή όταν εμφανιστούν τοξικά φαινόμενα. Xρησιμοποίηση περισσότερων των δύο αντιεπιληπτικών σπανίως είναι απαραίτητη.
H χορήγηση των αντιεπιληπτικών φαρμάκων πρέπει να συνεχίζεται για τρία τουλάχιστον χρόνια από την εμφάνιση της τελευταίας κρίσης. Tυχόν παράταση της χορήγησης θα εξαρτηθεί από το είδος των κρίσεων, την ευκολία ή μη του ελέγχου τους και την ηλεκτροεγκεφαλογραφική εικόνα. Aνεξαρτήτως πάντως από τα παραπάνω, διακοπή της θεραπείας επιβάλλεται 5 χρόνια μετά την τελευταία κρίση. Πιθανότητα υποτροπής υπάρχει στο 15% περίπου των περιπτώσεων. Aπότομη διακοπή των αντιεπιληπτικών ενέχει τον κίνδυνο επανεμφάνισης των κρίσεων, που μπορεί να φθάσει μέχρι status epilepticus. Για τον λόγο αυτό πρέπει να γίνεται βαθμιαίως σε διάστημα μηνών. Tο ίδιο ισχύει και στην περίπτωση αλλαγής από ένα φάρμακο σε άλλο που πρέπει επίσης να γίνεται βαθμιαίως σε διάστημα εβδομάδων. Tα φάρμακα αυτά προκαλούν ενζυμική επαγωγή με αποτέλεσμα να ελαττώνουν τη δραστικότητα άλλων συγχρόνως χορηγουμένων φαρμάκων.
Για ορισμένα αντιεπιληπτικά έχει αποδειχθεί τερατογόνος δράση στα πειραματόζωα. Στον άνθρωπο εντούτοις ο κίνδυνος πρόκλησης συγγενών ανωμαλιών του εμβρύου είναι πρακτικά μικρός. Eπίσης τυχόν διακοπή της θεραπείας στη διάρκεια της κύησης θα προκαλέσει υποτροπή των κρίσεων, που η επίδρασή τους στο έμβρυο δεν είναι γνωστή και δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι είναι λιγότερο επιβλαβής από τη φαρμακευτική αγωγή. Γι’ αυτό η αντιεπιληπτική αγωγή θα πρέπει να συνεχίζεται στη διάρκεια της κύησης.
Η καρβαμαζεπίνη και το βαλπροϊκό νάτριο έχουν σημαντική χρήση στη θεραπεία της διπολικής διαταραχής.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η λαμοτριγίνη πιθανώς προλαμβάνει τις κρίσεις και τα συμπτώματα της διάθεσης σταθεροποιώντας τις προοδευτικές νευρωνικές μεμβράνες και αποτρέποντας την απελευθέρωση διεγερτικών νευροδιαβιβαστών όπως η γλουταμίνη, οι οποίοι συμβάλλουν στη δραστηριότητα των κρίσεων.
Σημείωση για καρδιαγγειακές επιδράσεις
Ο μεταβολίτης της λαμοτριγίνης, ο 2-Ν-μεθυλ μεταβολίτης (που σχηματίζεται με γλυκουρονιδίωση), αναφέρεται ότι προκαλεί εξαρτώμενες από τη δόση παρατάσεις του διαστήματος PR, διεύρυνση του συμπλέγματος QRS και σε υψηλότερες δόσεις, πλήρες κολποκοιλιακό αποκλεισμό. Παρόλο που αυτός ο επιβλαβής μεταβολίτης βρίσκεται μόνο σε ιχνοποσότητες στους ανθρώπους, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα μπορεί να αυξηθούν σε καταστάσεις που προκαλούν μειωμένη γλυκουρονιδίωση του φαρμάκου, όπως η ηπατική νόσος.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Ο ακριβής μηχανισμός δράσης της λαμοτριγίνης δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί, καθώς μπορεί να ασκεί κυτταρικές δραστηριότητες που συμβάλλουν στην αποτελεσματικότητά της σε μια σειρά καταστάσεων. Παρόλο που δεν σχετίζεται χημικά, οι δράσεις της λαμοτριγίνης μοιάζουν με αυτές της φαινυτοΐνης και της καρβαμαζεπίνης, αναστέλλοντας τους τασεοεξαρτώμενους διαύλους νατρίου, σταθεροποιώντας τις νευρωνικές μεμβράνες, ρυθμίζοντας έτσι την απελευθέρωση διεγερτικών νευροδιαβιβαστών.
Η λαμοτριγίνη πιθανώς δρα αναστέλλοντας τα ρεύματα νατρίου με επιλεκτική σύνδεση στον ανενεργό δίαυλο νατρίου, καταστέλλοντας την απελευθέρωση του διεγερτικού αμινοξέος, γλουταμίνης. Ο μηχανισμός δράσης της λαμοτριγίνης στη μείωση της αντιεπιληπτικής δραστηριότητας είναι πιθανώς ο ίδιος με τη διαχείριση της διπολικής διαταραχής. Μελέτες στη λαμοτριγίνη έχουν εντοπίσει τη σύνδεσή της με διαύλους νατρίου με τρόπο παρόμοιο με τα τοπικά αναισθητικά, γεγονός που θα μπορούσε να εξηγήσει το αποδεδειγμένο κλινικό όφελος της λαμοτριγίνης σε ορισμένες καταστάσεις νευροπαθητικού πόνου.
Η λαμοτριγίνη εμφανίζει ιδιότητες σύνδεσης με πολλούς διαφορετικούς υποδοχείς. Σε δοκιμασίες σύνδεσης στο εργαστήριο, εμφανίζει ασθενή ανασταλτική δράση στον υποδοχέα σεροτονίνης 5-HT3. Η λαμοτριγίνη συνδέεται επίσης ασθενώς με υποδοχείς Αδενοσίνης Α1/Α2, αδρενεργικούς υποδοχείς α1/α2/β, υποδοχείς ντοπαμίνης D1/D2, υποδοχείς GABA A/B, υποδοχείς ισταμίνης H1, υποδοχέα κ-οπιοειδών (KOR), υποδοχείς mACh και υποδοχείς σεροτονίνης 5-HT2 με IC50>100 µM. Παρατηρήθηκαν ασθενείς ανασταλτικές δράσεις στους υποδοχείς σίγμα οπιοειδών. Μια μελέτη in vivo αποκάλυψε στοιχεία ότι η λαμοτριγίνη αναστέλλει τα ρεύματα ασβεστίου Cav2.3 (R-type), τα οποία μπορεί επίσης να συμβάλλουν στις αντιεπιληπτικές της δράσεις.
Η φασματοφωτομετρία με τη χρωστική ευαίσθητη στο Ca(++) fura-2 χρησιμοποιήθηκε για τη μελέτη της επίδρασης της λαμοτριγίνης (LAG) στη ροή ασβεστίου που προκαλείται από αποπόλωση στα απομονωμένα νευρώνες της βασοπλευρικής αμυγδαλής. Η αποπόλωση των νευρώνων με υψηλή Κ+ οδήγησε σε αύξηση της ενδοκυτταρικής συγκέντρωσης Ca++ [Ca++]i με εξαρτώμενο τρόπο από τη συγκέντρωση. Η ροή Ca++ που προκαλείται από Κ+ εμποδίστηκε πλήρως σε διάλυμα χωρίς Ca(++) ή με Cd++, υποδεικνύοντας ότι οι αυξήσεις της [Ca++]i που προκαλούνται από αποπόλωση πυροδοτήθηκαν σε μεγάλο βαθμό, αν όχι πλήρως, από την είσοδο Ca++ από τον εξωκυττάριο χώρο και η είσοδος Ca++ συνέβη μέσω εξαρτώμενων από την τάση διαύλων Ca++.
Η εφαρμογή LAG μείωσε τη ροή ασβεστίου που προκαλείται από αποπόλωση με εξαρτώμενο τρόπο από τη συγκέντρωση. Η επίδραση της LAG μειώθηκε σημαντικά στην παρουσία αναστολέα διαύλων Ca++ τύπου Ν, ωμέγα-κονιοτοξίνης-GVIA (omega-CgTX). Αυτά τα αποτελέσματα υποδηλώνουν ότι η δράση της LAG μεσολαβείται, τουλάχιστον εν μέρει, μέσω της ρύθμισης των διαύλων Ca++ τύπου N.
Η λαμοτριγίνη (LAG) είναι ένα αντιεπιληπτικό φάρμακο που πιστεύεται ότι καταστέλλει τις κρίσεις αναστέλλοντας την απελευθέρωση διεγερτικών νευροδιαβιβαστών. Η παρούσα μελέτη είχε ως στόχο τη διερεύνηση της επίδρασης της LAG στην απελευθέρωση γλουταμίνης που προκαλείται από 4-αμινοπυριδίνη (4AP) σε νευρικές απολήξεις εγκεφαλικού φλοιού (συναπτοσώματα). Η LAG ανέστειλε την απελευθέρωση γλουταμίνης που προκαλείται από 4AP με εξαρτώμενο τρόπο από τη συγκέντρωση. Αυτή η ανασταλτική επίδραση συσχετίστηκε με μείωση της αύξησης της κυτταροπλασματικής ελεύθερης συγκέντρωσης Ca2+ ([Ca2+]C) που προκαλείται από αποπόλωση. Επιπλέον, η LAG δεν άλλαξε το δυναμικό ηρεμίας της συναπτοσωμικής μεμβράνης ή την αποπόλωση που προκαλείται από 4AP. Επιπλέον, η απελευθέρωση γλουταμίνης που προκαλείται από ιονωμυκίνη δεν επηρεάστηκε από την LAG. Με βάση αυτά τα αποτελέσματα, προτείνουμε ότι ο αποκλεισμός της προσρόφησης ασβεστίου από τους προσυναπτικούς νευρώνες και η αναστολή της απελευθέρωσης γλουταμίνης μπορεί να αποτελούν τη βάση του μηχανισμού δράσης της LAG. Αυτές οι δράσεις μπορεί επίσης να συμβάλλουν στις νευροπροστατευτικές τους ιδιότητες σε εκτοτοξική βλάβη.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η λαμοτριγίνη απορροφάται γρήγορα και πλήρως με ελάχιστες επιδράσεις πρώτης διόδου, με βιοδιαθεσιμότητα που εκτιμάται στο 98%. Η Cmax επιτυγχάνεται στο διάστημα 1,4 έως 4,8 ώρες μετά τη δόση, αλλά αυτό εξαρτάται από τη χορηγούμενη δόση, τις συγχορηγούμενες φαρμακευτικές αγωγές και την επιληπτική κατάσταση. Ο ρυθμός και η έκταση απορρόφησης της λαμοτριγίνης θεωρούνται ισοδύναμοι μεταξύ της μορφής επικαλυμμένου δισκίου που λαμβάνεται με νερό και των μασητικών διασπειρόμενων δισκίων, που λαμβάνονται με ή χωρίς νερό.
Η λαμοτριγίνη απεκκρίνεται τόσο στα ούρα όσο και στα κόπρανα. Μετά από από του στόματος χορήγηση 240 mg λαμοτριγίνης με ραδιοσημάνση, περίπου το 94% του συνολικού φαρμάκου και των μεταβολιτών του που χορηγήθηκε ανακτήθηκε στα ούρα και το 2% στα κόπρανα. Μια φαρμακοκινητική μελέτη ανέκτησε 43% έως 87% μιας δόσης λαμοτριγίνης στα ούρα κυρίως ως γλυκουρονιδωμένοι μεταβολίτες. Το 2-Ν-γλυκουρονίδιο απεκκρίνεται κυρίως στα ούρα.
Ο μέσος φαινόμενος όγκος κατανομής (Vd/F) της λαμοτριγίνης μετά από από του στόματος χορήγηση κυμαίνεται από 0,9 έως 1,3 L/kg και είναι ανεξάρτητος από τη χορηγούμενη δόση. Η λαμοτριγίνη συσσωρεύεται στους νεφρούς του αρσενικού αρουραίου, και πιθανώς συμπεριφέρεται παρόμοια στους ανθρώπους. Η λαμοτριγίνη συνδέεται επίσης με ιστούς που περιέχουν μελανίνη, όπως τα μάτια και το μελαγχρωματικό δέρμα.
Η μέση φαινόμενη κάθαρση πλάσματος (Cl/F) κυμαίνεται από 0,18 έως 1,21 mL/min/kg. Οι τιμές ποικίλλουν ανάλογα με το σχήμα δοσολογίας, τις συγχορηγούμενες αντιεπιληπτικές φαρμακευτικές αγωγές και την κατάσταση της νόσου του ατόμου. Σε μια μελέτη, υγιείς εθελοντές με μονοθεραπεία λαμοτριγίνης έδειξαν κάθαρση περίπου 0,44 mL/min/kg μετά από μία εφάπαξ δόση.
/ΓΑΛΑ/ Η λαμοτριγίνη κατανέμεται στο γάλα. Λόγω της πιθανότητας σοβαρών ανεπιθύμητων αντιδράσεων στη λαμοτριγίνη στα βρέφη που θηλάζουν, θα πρέπει να ληφθεί απόφαση είτε για διακοπή του θηλασμού είτε του φαρμάκου, λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία του φαρμάκου για τη γυναίκα.
/ΓΑΛΑ/ Διερεύνηση της φαρμακοκινητικής της λαμοτριγίνης (LTG) κατά τον τοκετό, την περιγεννητική περίοδο και τον θηλασμό. Χρησιμοποιήθηκε χρωματογραφία υγρών υψηλής απόδοσης για τον προσδιορισμό των επιπέδων LTG στο πλάσμα και το γάλα σε εννέα έγκυες γυναίκες με επιληψία που έλαβαν αγωγή με LTG, και των επιπέδων στο πλάσμα στα 10 βρέφη τους. Δείγματα ελήφθησαν κατά τον τοκετό, τις πρώτες 3 ημέρες μετά τον τοκετό και κατά τον θηλασμό 2-3 εβδομάδες μετά τον τοκετό.
Κατά τον τοκετό, οι μητρικές συγκεντρώσεις LTG στο πλάσμα ήταν παρόμοιες με αυτές του ομφαλίου λώρου, υποδεικνύοντας εκτεταμένη πλακουντιακή μεταφορά της LTG. Υπήρχε αργή μείωση της συγκέντρωσης LTG στο πλάσμα του νεογνού. Στις 72 ώρες μετά τον τοκετό, τα διάμεσα επίπεδα LTG στο πλάσμα των βρεφών ήταν 75% των επιπέδων του πλάσματος του ομφαλίου λώρου (εύρος, 50-100%). Ο διάμεσος λόγος συγκέντρωσης γάλακτος/μητρικού πλάσματος ήταν 0,61 (εύρος, 0,47-0,77) 2-3 εβδομάδες μετά τον τοκετό, και τα βρέφη που θήλαζαν διατήρησαν συγκεντρώσεις LTG στο πλάσμα περίπου 30% (διάμεσος, εύρος 23-50%) των μητρικών επιπέδων πλάσματος. Οι μητρικές συγκεντρώσεις LTG στο πλάσμα αυξήθηκαν σημαντικά κατά τις πρώτες 2 εβδομάδες μετά τον τοκετό, με τον διάμεσο λόγο συγκέντρωσης πλάσματος/δόσης να είναι 170%.
Η λαμοτριγίνη συνδέεται με μελανο-περιέχοντα οφθαλμικό ιστό σε χρωματιστούς αρουραίους και πιθήκους cynomolgus, αλλά στοιχεία αυτής της εκδήλωσης δεν έχουν αναφερθεί σε ανθρώπους… η παρατεταμένη χορήγηση του φαρμάκου θα μπορούσε δυνητικά να οδηγήσει στη συσσώρευσή του και σε πιθανές τοξικές επιδράσεις σε μελανο-πλούσιους ιστούς, συμπεριλαμβανομένων εκείνων των ματιών, και ότι οι κλινικοί γιατροί θα πρέπει να γνωρίζουν πιθανές οφθαλμολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες που συμβαίνουν ως αποτέλεσμα της σύνδεσης του φαρμάκου με τη μελανίνη.
Προσδιορισμός της σχετικής βιοδιαθεσιμότητας των μασητικών διασπειρόμενων δισκίων λαμοτριγίνης (LTG) μετά από ορθική χορήγηση. Διπλής φάσης, σταυρωτή μελέτη με περίοδο αποχής 2 εβδομάδων μεταξύ των περιόδων δοσολογίας. Δώδεκα υγιείς ενήλικοι εθελοντές. Χορηγήθηκαν 100 mg ενός μασητικού διασπειρόμενου δισκίου LTG από του στόματος και ορθικά. Συλλέχθηκαν δείγματα πλάσματος πριν και έως 120 ώρες μετά τη χορήγηση του φαρμάκου. Τα δείγματα αναλύθηκαν για LTG με χρωματογραφία υγρών υψηλής απόδοσης, και προσδιορίστηκε η σχετική βιοδιαθεσιμότητα. Οι συγκεντρώσεις του φαρμάκου ήταν χαμηλότερες μετά από ορθική από ό,τι μετά από από του στόματος χορήγηση. Η σχετική βιοδιαθεσιμότητα (F = AUC(ορθική)/AUC(από του στόματος)) ήταν 0,52 +/- 0,23 (SD). Το φάρμακο που παρασκευάστηκε από μασητικά διασπειρόμενα δισκία LTG απορροφάται ορθικά, αν και όχι στον ίδιο βαθμό όπως όταν χορηγείται από του στόματος. Η ορθική χορήγηση εναιωρήματος αυτών των δισκίων μπορεί να αποτελέσει αποδεκτή οδό χορήγησης.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη ΛΑΜΟΤΡΙΓΙΝΗ (9 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η σύνδεση της λαμοτριγίνης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος εκτιμάται στο 55%. Αυτό το φάρμακο δεν αναμένεται να υποστεί κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα μέσω ανταγωνισμού για τις θέσεις σύνδεσης πρωτεϊνών, λόγω της χαμηλότερης σύνδεσής του με πρωτεΐνες.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η λαμοτριγίνη κυρίως γλυκουρονιδιώνεται, σχηματίζοντας το συζυγές 2-Ν-γλυκουρονίδιο, έναν φαρμακολογικά ανενεργό μεταβολίτη. Η συνολική ραδιενέργεια που ανιχνεύθηκε μετά από ραδιοσημασμένη δόση 240mg λαμοτριγίνης κατά τη διάρκεια κλινικών δοκιμών ήταν η εξής: λαμοτριγίνη ως αμετάβλητο φάρμακο (10%), ένα 2-Ν-γλυκουρονίδιο (76%), ένα 5-Ν-γλυκουρονίδιο (10%), ένας 2-Ν-μεθυλ μεταβολίτης (0,14%), καθώς και διάφοροι άλλοι ελάσσονες μεταβολίτες (4%).
Οι μεταβολίτες της [(14)C]λαμοτριγίνης (78 µmol/kg, iv) σε ενήλικους αρσενικούς αρουραίους Wistar χαρακτηρίστηκαν με ιδιαίτερη αναφορά σε θειοαιθερικές παραγώγους ενός ενδιάμεσου εποξειδίου. Η χολική ανάκτηση ραδιενέργειας από αναισθητοποιημένα και καθετηριασμένα ζώα ήταν 7,3 +/- 3,0% (μέσος όρος +/- SD, n = 4) της δόσης σε 4 ώρες. 5,5 +/- 0,5% ανακτήθηκε στα ούρα της κύστης μετά από 4 ώρες. Η χολή περιείχε [(14)C]λαμοτριγίνη (1,4 +/- 0,3%), ένα συζυγές γλουταθειόνης της [(14)C]διυδροξυλαμοτριγίνης (1,8 +/- 0,3%), δηλαδή ένα συζυγές οξειδίου αρένιο, και συζυγές γλουταθειόνης (1,5 +/- 0,7%), κυστεϊνυλογλυκίνης (1,9 +/- 0,5%) και Ν-ακετυλκυστεΐνης (0,4 +/- 0,2%) της [(14)C]λαμοτριγίνης. Ο σχηματισμός των θειοαιθερικών μεταβολιτών εμποδίστηκε μερικώς από τον αναστολέα του κυτοχρώματος P450, κετοκοναζόλη. Τα ούρα περιείχαν [(14)C]λαμοτριγίνη (4,5 +/- 0,5%) και [(14)C]λαμοτριγίνη Ν-οξείδιο (0,9 +/- 0,2%). Το ραδιοσημασμένο υλικό στο δέρμα (15,6 +/- 1,4%) ήταν σχεδόν εξ ολοκλήρου [(14)C]λαμοτριγίνη.
Η λαμοτριγίνη μεταβολίζεται κυρίως με σύζευξη γλυκουρονικού οξέος. Ο κύριος μεταβολίτης είναι ένα ανενεργό συζυγές 2-Ν-γλυκουρονίδιο. Η απέκκριση γίνεται στα ούρα και τα κόπρανα με αμετάβλητη λαμοτριγίνη (10%), το 2-Ν-γλυκουρονίδιο (76%), ένα 5-Ν-γλυκουρονίδιο (10%), έναν 2-Ν-μεθυλ μεταβολίτη (0,14%), και άλλους μη αναγνωρισμένους ελάσσονες μεταβολίτες (4%). (A308)
Χρόνος Ημιζωής: 25 +/- 10 ώρες (υγιή άτομα). 42,9 ώρες (χρόνια νεφρική ανεπάρκεια).
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
Ο μέσος χρόνος ημιζωής αποβολής της λαμοτριγίνης κυμαίνεται από περίπου 14-59 ώρες. Η τιμή εξαρτάται από τη χορηγούμενη δόση, τη συγχορηγούμενη φαρμακευτική αγωγή, καθώς και την κατάσταση της νόσου. Μια φαρμακοκινητική μελέτη αποκάλυψε χρόνο ημιζωής 22,8 έως 37,4 ώρες σε υγιείς εθελοντές. Ανέφερε επίσης ότι οι επιδράσεις που προκαλούν ένζυμα αντιεπιληπτικά φάρμακα όπως η φαινοβαρβιτάλη, η φαινυτοΐνη ή η καρβαμαζεπίνη μειώνουν τον χρόνο ημιζωής της λαμοτριγίνης. Από την άλλη πλευρά, το βαλπροϊκό οξύ αυξάνει τον χρόνο ημιζωής της λαμοτριγίνης (στο εύρος των 48-59 ωρών).
/Ερευνητές/ περιγράφουν τα ευρήματα σε έναν ασθενή μετά από εσκεμμένη κατάποση μεγάλης ποσότητας λαμοτριγίνης (αναφερόμενη 4,5 g, εκτιμώμενη απορρόφηση 2,9 g) … Η μέγιστη μετρούμενη συγκέντρωση λαμοτριγίνης ήταν 35,8 mg/L και ο χρόνος ημιζωής 19,5 ώρες, υποδηλώνοντας γραμμική κινητική σε υπερδοσολογία.
Ο χρόνος ημιζωής στο πλάσμα μιας εφάπαξ δόσης είναι 24 έως 35 ώρες. Η χορήγηση φαινυτοΐνης, καρβαμαζεπίνης, φαινοβαρβιτάλης ή πριμιδόνης μειώνει τον χρόνο ημιζωής της λαμοτριγίνης σε περίπου 15 ώρες και μειώνει τις συγκεντρώσεις λαμοτριγίνης στο πλάσμα.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Φαρμακολογική Ταξινόμηση MeSH
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ΣΠΑΣΜΩΝ ή τη μείωση της σοβαρότητάς τους.
- Κατηγορία φαρμάκων που δρουν με επιλεκτική αναστολή της εισόδου ασβεστίου μέσω κυτταρικών μεμβρανών.
- Παράγοντες που ελέγχουν την ταραγμένη ψυχωσική συμπεριφορά, ανακουφίζουν από οξείες ψυχωσικές καταστάσεις, μειώνουν τα ψυχωσικά συμπτώματα και ασκούν ηρεμιστική επίδραση. Χρησιμοποιούνται σε ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ, γεροντική άνοια, παροδική ψύχωση μετά από χειρουργική επέμβαση, ή ΚΑΡΔΙΑΚΟ ΕΜΦΡΑΓΜΑ, κ.λπ. Αυτά τα φάρμακα αναφέρονται συχνά ως νευροληπτικά, υπαινισσόμενα την τάση να προκαλούν νευρολογικές παρενέργειες, αλλά δεν προκαλούν όλες οι αντιψυχωσικές ουσίες τέτοιες επιδράσεις. Πολλά από αυτά τα φάρμακα μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματικά κατά της ναυτίας, του εμέτου και του κνησμού.
- Κατηγορία φαρμάκων που δρουν με αναστολή της εισόδου νατρίου μέσω κυτταρικών μεμβρανών. Ο αποκλεισμός των διαύλων νατρίου επιβραδύνει τον ρυθμό και το πλάτος της αρχικής ταχείας εκπόλωσης, μειώνει την κυτταρική διεγερσιμότητα και μειώνει την ταχύτητα αγωγιμότητας.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Φαρμακολογική Ταξινόμηση FDA
U3H27498KS
LAMOTRIGINE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αντι-επιληπτικό Φάρμακο
Φυσιολογικές Επιδράσεις [PE] - Μειωμένη Αποδιοργανωμένη Ηλεκτρική Δραστηριότητα Κεντρικού Νευρικού Συστήματος
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Σταθεροποιητής Διάθεσης
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Μεταφορέα Οργανικών Κατιόντων 2
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Διυδροφωλικής Αναγωγάσης
Η λαμοτριγίνη είναι Αντι-επιληπτικό Φάρμακο και Σταθεροποιητής Διάθεσης. Ο μηχανισμός δράσης της λαμοτριγίνης είναι ως Αναστολέας Μεταφορέα Οργανικών Κατιόντων 2 και Αναστολέας Διυδροφωλικής Αναγωγάσης. Η φυσιολογική επίδραση της λαμοτριγίνης είναι μέσω Μειωμένης Αποδιοργανωμένης Ηλεκτρικής Δραστηριότητας Κεντρικού Νευρικού Συστήματος.
LAMOTRIGINE
Αναστολείς Μεταφορέα Οργανικών Κατιόντων 2 [MoA]. Μειωμένη Αποδιοργανωμένη Ηλεκτρική Δραστηριότητα Κεντρικού Νευρικού Συστήματος [PE]. Αντι-επιληπτικό Φάρμακο [EPC]. Σταθεροποιητής Διάθεσης [EPC]. Αναστολείς Διυδροφωλικής Αναγωγάσης [MoA]
LAMOTRIGINE
Αναστολείς Μεταφορέα Οργανικών Κατιόντων 2 [MoA]. Μειωμένη Αποδιοργανωμένη Ηλεκτρική Δραστηριότητα Κεντρικού Νευρικού Συστήματος [PE]. Αντι-επιληπτικό Φάρμακο [EPC]. Σταθεροποιητής Διάθεσης [EPC]. Αναστολείς Διυδροφωλικής Αναγωγάσης [MoA]
LAMOTRIGINE CHEWABLE DISPERSIBLE
Αναστολείς Διυδροφωλικής Αναγωγάσης [MoA]. Σταθεροποιητής Διάθεσης [EPC]. Αντι-επιληπτικό Φάρμακο [EPC]. Μειωμένη Αποδιοργανωμένη Ηλεκτρική Δραστηριότητα Κεντρικού Νευρικού Συστήματος [PE]. Αναστολείς Μεταφορέα Οργανικών Κατιόντων 2 [MoA]
LAMOTRIGINE ER
Μειωμένη Αποδιοργανωμένη Ηλεκτρική Δραστηριότητα Κεντρικού Νευρικού Συστήματος [PE]. Αναστολείς Μεταφορέα Οργανικών Κατιόντων 2 [MoA]. Αναστολείς Διυδροφωλικής Αναγωγάσης [MoA]. Σταθεροποιητής Διάθεσης [EPC]. Αντι-επιληπτικό Φάρμακο [EPC]
LAMOTRIGINE EXTENDED RELEASE
Μειωμένη Αποδιοργανωμένη Ηλεκτρική Δραστηριότητα Κεντρικού Νευρικού Συστήματος [PE]. Αναστολείς Μεταφορέα Οργανικών Κατιόντων 2 [MoA]. Αναστολείς Διυδροφωλικής Αναγωγάσης [MoA]. Σταθεροποιητής Διάθεσης [EPC]. Αντι-επιληπτικό Φάρμακο [EPC]
LAMOTRIGINE EXTENDED-RELEASE
Αναστολείς Μεταφορέα Οργανικών Κατιόντων 2 [MoA]. Μειωμένη Αποδιοργανωμένη Ηλεκτρική Δραστηριότητα Κεντρικού Νευρικού Συστήματος [PE]. Αντι-επιληπτικό Φάρμακο [EPC]. Αναστολείς Διυδροφωλικής Αναγωγάσης [MoA]. Σταθεροποιητής Διάθεσης [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Α1 N03AX09Ενήλικες — Εστιακές κρίσεις: Μονοθεραπεία (1η/2η επιλογή)
- Εστιακής έναρξης κρίσεις με ή χωρίς αμφοτερόπλευρη επέκταση
- Ενήλικες > 16 ετών — αρχική αγωγή
Δοσολογία: Βραδεία τιτλοποίηση · Συνεχής -
ΒΗΜΑ Β N03AX09Ενήλικες — Γενικευμένες τονικο-κλονικές κρίσεις
- Πρωτοπαθώς γενικευμένες ή αμφοτερόπλευρης έναρξης τονικο-κλονικές κρίσεις
Δοσολογία: Μονοθεραπεία · Συνεχής -
ΒΗΜΑ Γ N03AX09Ενήλικες — Αφαιρέσεις / Αφαιρετικά σύνδρομα
- Γενικευμένη επιληψία τύπου αφαιρέσεων
Δοσολογία: Μονοθεραπεία · Συνεχής -
ΒΗΜΑ Δ N03AX09Ενήλικες — Μυοκλονικές κρίσεις / Μυοκλονικά σύνδρομα
- Γενικευμένη επιληψία τύπου μυοκλονιών
Δοσολογία: Μονοθεραπεία · Συνεχής⚠ Ενδέχεται να επιδεινώσει μυοκλονίες ή αφαιρέσεις.
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Φαρμακολογική Ταξινόμηση MeSH
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ΣΠΑΣΜΩΝ ή τη μείωση της σοβαρότητάς τους.
- Κατηγορία φαρμάκων που δρουν με επιλεκτική αναστολή της εισόδου ασβεστίου μέσω κυτταρικών μεμβρανών.
- Παράγοντες που ελέγχουν την ταραγμένη ψυχωσική συμπεριφορά, ανακουφίζουν από οξείες ψυχωσικές καταστάσεις, μειώνουν τα ψυχωσικά συμπτώματα και ασκούν ηρεμιστική επίδραση. Χρησιμοποιούνται σε ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ, γεροντική άνοια, παροδική ψύχωση μετά από χειρουργική επέμβαση, ή ΚΑΡΔΙΑΚΟ ΕΜΦΡΑΓΜΑ, κ.λπ. Αυτά τα φάρμακα αναφέρονται συχνά ως νευροληπτικά, υπαινισσόμενα την τάση να προκαλούν νευρολογικές παρενέργειες, αλλά δεν προκαλούν όλες οι αντιψυχωσικές ουσίες τέτοιες επιδράσεις. Πολλά από αυτά τα φάρμακα μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματικά κατά της ναυτίας, του εμέτου και του κνησμού.
- Κατηγορία φαρμάκων που δρουν με αναστολή της εισόδου νατρίου μέσω κυτταρικών μεμβρανών. Ο αποκλεισμός των διαύλων νατρίου επιβραδύνει τον ρυθμό και το πλάτος της αρχικής ταχείας εκπόλωσης, μειώνει την κυτταρική διεγερσιμότητα και μειώνει την ταχύτητα αγωγιμότητας.