ARIPIPRAZOLE
Αριπιπραζόλη
Για τη θεραπεία της σχιζοφρένειας και σχετικών ψυχιατρικών διαταραχών.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-ARPOYA
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Χορήγηση: μια φορά ημερησίως, ανεξαρτήτως γευμάτων
- Δόση έναρξης: 10 ή 15 mg/ημέρα
- Τιτλοποίηση: Η θεραπεία αρχίζει από 2 mg επί 2 ημέρες, με τιτλοποίηση σε 5 mg για 2 επιπλέον ημέρες προκειμένου να επιτευχθεί η συνιστώμενη ημερήσια δόση των 10 mg. Επακόλουθες αυξήσεις της δόσης πρέπει να χορηγούνται σε κλάσματα των 5 mg.
-
Ενήλικες - ΣχιζοφρένειαΔόση15 mg/ημέραΜέγ. δόση30 mgΗ αριπιπραζόλη είναι αποτελεσματική σε ένα εύρος δόσεων από 10 έως 30 mg/ημέρα. Δεν έχει αποδειχθεί αυξημένη αποτελεσματικότητα με δόσεις μεγαλύτερες μιας ημερήσιας δόσης 15 mg αν και μεμονωμένοι ασθενείς μπορεί να ωφεληθούν από μια μεγαλύτερη δόση.
-
Ενήλικες - Μανιακά επεισόδια σε Διπολική Διαταραχή τύπου ΙΜέγ. δόση30 mgως μονοθεραπεία ή θεραπεία συνδυασμού. Ορισμένοι ασθενείς μπορεί να ωφεληθούν από υψηλότερη δόση.
-
Ενήλικες - Πρόληψη υποτροπής μανιακών επεισοδίων σε Διπολική Διαταραχή τύπου ΙΔόσηίδια δόσηΡυθμίσεις της ημερήσιας δοσολογίας, περιλαμβανομένης μείωσης της δόσης, πρέπει να εξετάζονται με βάση την κλινική κατάσταση.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός - Σχιζοφρένεια σε εφήβους ηλικίας 15 ετών και άνωΔόση10 mg/ημέραΜέγ. δόση30 mgΗ θεραπεία πρέπει να αρχίζει από 2 mg (χρησιμοποιώντας ένα κατάλληλο φαρμακευτικό προϊόν που περιέχει αριπιπραζόλη) επί 2 ημέρες, με τιτλοποίηση σε 5 mg για 2 επιπλέον ημέρες προκειμένου να επιτευχθεί η συνιστώμενη ημερήσια δόση των 10 mg. Όταν κρίνεται κατάλληλο, επακόλουθες αυξήσεις της δόσης πρέπει να χορηγούνται σε κλάσματα των 5 mg. Η αριπιπραζόλη δε συνιστάται προς χρήση σε ασθενείς με σχιζοφρένεια ηλικίας κάτω των 15 ετών.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός - Μανιακά επεισόδια Διπολικής Διαταραχής τύπου Ι σε εφήβους ηλικίας 13 ετών και άνωΔόση10 mg/ημέραΜέγ. δόση30 mgΗ θεραπεία πρέπει να αρχίζει από 2 mg (χρησιμοποιώντας ένα κατάλληλο φαρμακευτικό προϊόν που περιέχει αριπιπραζόλη) επί 2 ημέρες, με τιτλοποίηση σε 5 mg για 2 επιπλέον ημέρες προκειμένου να επιτευχθεί η συνιστώμενη ημερήσια δόση των 10 mg. Η διάρκεια της θεραπείας πρέπει να είναι η ελάχιστη απαραίτητη για τον έλεγχο των συμπτωμάτων και δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 12 εβδομάδες. Δόσεις υψηλότερες από 10 mg/ημέρα θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και με στενή κλινική παρακολούθηση. Η αριπιπραζόλη δεν συνιστάται για χρήση σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 13 ετών.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός - Ευερεθιστότητα σχετιζόμενη με αυτιστική διαταραχήη ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της αριπιπραζόλης σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δε μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός - Τικ που σχετίζονται με το σύνδρομο Touretteη ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της αριπιπραζόλης σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 6 - 18 ετών δεν έχουν ακόμη τεκμηριωθεί. Δε μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΜέγ. δόση30 mgΔεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, η ρύθμιση της δοσολογίας θα πρέπει να γίνεται με προσοχή. Η μέγιστη ημερήσια δόση των 30 mg θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΘα πρέπει να εξετάζεται η χορήγηση μικρότερης δόσης έναρξης όταν κλινικοί παράγοντες το δικαιολογούν.
-
ΦύλοΔεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας για τις γυναίκες ασθενείς, σε σύγκριση με τους άνδρες ασθενείς.
-
ΚαπνιστέςΔεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας.
-
Προσαρμογές λόγω αλληλεπιδράσεων με CYP αναστολείςΔόσηπερίπου το μισό της συνταγογραφούμενηςΌταν υπάρχει ταυτόχρονη χορήγηση ισχυρών αναστολέων των CYP3A4 ή CYP2D6 με αριπιπραζόλη, η δόση της αριπιπραζόλης θα πρέπει να ελαττώνεται. Όταν ο αναστολέας αποσύρεται, η δόση της αριπιπραζόλης θα πρέπει μετά να αυξάνεται.
-
Προσαρμογές λόγω αλληλεπιδράσεων με CYP επαγωγείςΔόσηδιπλασιασμός της δόσηςΌταν υπάρχει ταυτόχρονη χορήγηση ισχυρών επαγωγέων του CYP3A4 με αριπιπραζόλη, η δόση της αριπιπραζόλης θα πρέπει να αυξάνεται. Όταν ο επαγωγέας αποσύρεται, η δόση της αριπιπραζόλης θα πρέπει μετά να μειώνεται στη συνιστώμενη δόση.
block
SPC-ARPOYA
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
warning
SPC-ARPOYA
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Κλινική κατάσταση ασθενούςΠληθυσμόςΑσθενείςΣτενή παρακολούθηση κατά την αντιψυχωσική θεραπεία, καθώς η βελτίωση μπορεί να χρειαστεί ημέρες ή εβδομάδες.
-
Αυτοκτονικές συμπεριφορέςΠληθυσμόςΑσθενείς με ψυχωσικές νόσους και διαταραχές διάθεσης, ασθενείς υψηλού κινδύνουΣτενή παρακολούθηση. (Παιδιατρικά δεδομένα ανεπαρκή)
-
Καρδιαγγειακές διαταραχέςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με διαγνωσμένη καρδιαγγειακή νόσο (ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου ή ισχαιμική καρδιοπάθεια, καρδιακή ανεπάρκεια, ή διαταραχές αγωγιμότητας), αγγειοεγκεφαλική νόσο, καταστάσεις που προδιαθέτουν σε υπόταση (αφυδάτωση, υποογκαιμία, και αγωγή με αντιϋπερτασικά φαρμακευτικά προϊόντα) ή υπέρτασηΧρήση με προσοχή.
-
Φλεβική θρομβοεμβολή (VTE)ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αντιψυχωσικάΠροσδιορισμός όλων των πιθανών παραγόντων κινδύνου για VTE πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με αριπιπραζόλη και λήψη προληπτικών μέτρων.
-
Παράταση του διαστήματος QTπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με οικογενειακό ιστορικό παράτασης QTΧρήση με προσοχή.
-
Όψιμη δυσκινησίαΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αριπιπραζόληΕξέταση μείωσης της δόσης ή διακοπής της λήψης αν ο ασθενής παρουσιάσει σημεία και συμπτώματα.
-
Εξωπυραμιδικά συμπτώματα (EPS), όπως ακαθησία και παρκινσονισμόςΠληθυσμόςΠαιδιατρικός πληθυσμός, ασθενείς που λαμβάνουν ARPOYAΕξέταση μείωσης της δόσης και στενή κλινική παρακολούθηση αν εμφανιστούν σημεία και συμπτώματα.
-
Κακόηθες Νευροληπτικό Σύνδρομο (NMS)ΠληθυσμόςΑσθενείςΔιακοπή όλων των αντιψυχωσικών φαρμακευτικών προϊόντων, συμπεριλαμβανομένης της αριπιπραζόλης, αν παρουσιαστούν σημεία και συμπτώματα ενδεικτικά NMS ή ανεξήγητος υψηλός πυρετός.
-
Επιληπτικές κρίσειςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό διαταραχής επιληπτικών κρίσεων ή προϋποθέσεις που σχετίζονται με επιληπτικές κρίσειςΧρήση με προσοχή.
-
Αυξημένη θνησιμότητα σε ψύχωση που σχετίζεται με άνοιαυψηλός κίνδυνοςΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείς με ψύχωση που σχετίζεται με νόσο του AlzheimerΗ αριπιπραζόλη δεν ενδείκνυται για τη θεραπεία ψύχωσης που σχετίζεται με την άνοια.
-
Αγγειακές εγκεφαλικές ανεπιθύμητες ενέργειες σε ψύχωση που σχετίζεται με άνοιαΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείς με ψύχωση που σχετίζεται με άνοιαΗ αριπιπραζόλη δεν ενδείκνυται για τη θεραπεία ψύχωσης που σχετίζεται με την άνοια.
-
Υπεργλυκαιμία και σακχαρώδης διαβήτηςΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αντιψυχωσικούς παράγοντες, ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή με παράγοντες κινδύνου για σακχαρώδη διαβήτηΠαρακολούθηση για σημεία και συμπτώματα υπεργλυκαιμίας (όπως πολυδιψία, πολυουρία, πολυφαγία και εξασθένηση).
-
ΥπερευαισθησίαΠιθανή εκδήλωση αντιδράσεων υπερευαισθησίας.
-
Αύξηση βάρουςΠληθυσμόςΕφήβους ασθενείς με διπολική μανίαΗ αύξηση του σωματικού βάρους θα πρέπει να παρακολουθείται. Εάν η αύξηση βάρους είναι κλινικά σημαντική, θα πρέπει να εξετασθεί η μείωση της δόσης.
-
Δυσφαγία (κίνδυνος πνευμονίας από εισρόφηση)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με κίνδυνο πνευμονίας από εισρόφησηΧρήση με προσοχή.
-
Παθολογική χαρτοπαιξίαΠληθυσμόςΑσθενείς που τους συνταγογραφήθηκε αριπιπραζόλη, ιδίως ασθενείς με προηγούμενο ιστορικό χαρτοπαιξίαςΠροσεκτική παρακολούθηση.
-
Συγχορήγηση με διεγερτικά σε ασθενείς με Διπολική Διαταραχή τύπου Ι και ADHDπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με συν-νοσηρότητα ADHD και Διπολική Διαταραχή τύπου ΙΜεγάλη προσοχή όταν αυτά τα φάρμακα είναι συγχορηγούμενα.
-
Ασπαρτάμη (πηγή φαινυλαλανίνης)ΠληθυσμόςΆτομα με φαινυλκετονουρίαΕπισήμανση ότι μπορεί να είναι επιβλαβής.
-
ΜαλτόζηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να παίρνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
swap_horiz
SPC-ARPOYA
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αντιυπερτασικοί παράγοντεςπροσοχήδυνατότητα να ενισχύει την ενέργεια
-
Οινόπνευμα (αλκοόλ) / άλλα φαρμακευτικά προϊόντα του ΚΝΣ με κατασταλτικές ενέργειεςπροσοχήαλληλοεπικαλυπτόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες όπως η καταστολήΣύστασηΘα πρέπει να εφιστάται η προσοχή.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που προκαλούν παράταση του QT ή ηλεκτρολυτικές διαταραχέςπροσοχήπαράταση του QT ή ηλεκτρολυτικές διαταραχέςΣύστασηΘα πρέπει να εφιστάται η προσοχή.
-
μειώνει την ταχύτητα απορρόφησης της αριπιπραζόλης (δεν θεωρείται κλινικά σημαντική)
-
προσοχήαύξηση AUC της αριπιπραζόληςΣύστασηΗ δόση της αριπιπραζόλης θα πρέπει να μειωθεί περίπου στο μισό της συνταγογραφούμενης. Όταν ο αναστολέας αποσυρθεί, η δόση θα πρέπει να αυξηθεί.
-
προσοχήαύξηση AUC και Cmax της αριπιπραζόληςΣύστασηΗ δόση της αριπιπραζόλης θα πρέπει να ελαττώνεται περίπου στο μισό της συνταγογραφούμενης. Όταν ο αναστολέας αποσυρθεί, η δόση θα πρέπει να αυξηθεί.
-
παρακολούθησηπιθανώς μικρές αυξήσεις των συγκεντρώσεων της αριπιπραζόλης
-
Καρβαμαζεπίνη, Άλλοι ισχυροί επαγωγείς CYP3A4 (ριφαμπικίνη, ριφαμπουτίνη, φαινυτοΐνη, φαινοβαρβιτάλη, πριμιδόνη, εφαβιρένζη, νεβιραπίνη, υπερικό (St. John's Wort))προσοχήμείωση Cmax και AUC της αριπιπραζόληςΣύστασηΗ δόση της αριπιπραζόλης θα πρέπει να διπλασιάζεται. Μόλις διακοπεί ο επαγωγέας, η δοσολογία θα πρέπει να μειώνεται στη συνιστώμενη δόση.
-
Βαλπροϊκόδεν υπήρξε κλινικώς σημαντική αλλαγή στις συγκεντρώσεις της αριπιπραζόλης
-
δεν υπήρξε κλινικώς σημαντική αλλαγή στις συγκεντρώσεις της αριπιπραζόλης
-
Άλλα σεροτονινεργικά φάρμακα (SSRI/SNRI)προσοχήΣύνδρομο σεροτονίνης
-
Υποστρώματα CYP2D6 (δεξτρομεθορφάνη), CYP2C9 (βαρφαρίνη), CYP2C19 (ομεπραζόλη), CYP3A4 (δεξτρομεθορφάνη)δεν είχαν σημαντική επίδραση στο μεταβολισμό των υποστρωμάτων
-
δεν υπήρξε κλινικά σημαντική μεταβολή στις συγκεντρώσεις
sick
SPC-ARPOYA
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ανησυχία
- Αϋπνία
- Άγχος
- Κατάθλιψη
- Υπερσεξουαλικότητα
- Διέγερση
- Νευρικότητα
- Παθολογική χαρτοπαιξία
- Απόπειρα αυτοκτονίας
- Αυτοκτονικός ιδεασμός
- Επιτυχής αυτοκτονία
- Εξωπυραμιδική διαταραχή
- Ακαθησία
- Τρόμος
- Ζάλη
- Υπνηλία
- Καταστολή
- Κεφαλαλγία
- Διαταραχή λόγου
- Κακοήθες Νευροληπτικό Σύνδρομο
- Σπασμός γενικευμένης επιληψίας
- Σύνδρομο σεροτονίνης
- Συγκοπή
- Δυσκινησία (παιδιά/έφηβοι)
- Θαμπή όραση
- Διπλωπία
- Ταχυκαρδία
- Παράταση QT
- Κοιλιακή αρρυθμία
- Αιφνίδιος θάνατος άγνωστης αιτιολογίας
- Καρδιακή ανακοπή
- Κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου
- Βραδυκαρδία
- Αυξημένη καρδιακή συχνότητα (παιδιά/έφηβοι)
- Ορθοστατική υπόταση
- Υπέρταση
- Φλεβική θρομβοεμβολή
- Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση
- Πνευμονική εμβολή
- Σπασμός στοματοφάρυγγα
- Λαρυγγόσπασμος
- Πνευμονία από εισρόφηση
- Δυσπεψία
- Έμετος
- Ναυτία
- Δυσκοιλιότητα
- Υπερέκκριση σιέλου
- Παγκρεατίτιδα
- Δυσφαγία
- Κοιλιακή δυσφορία
- Δυσφορία στομάχου
- Διάρροια
- Ξηροστομία (παιδιά/έφηβοι)
- Άλγος άνω κοιλιακής χώρας (παιδιά/έφηβοι)
- Κόπωση
- Διαταραχή ρύθμισης θερμοκρασίας
- Θωρακικό άλγος
- Περιφερικό οίδημα
- Λευκοπενία
- Ουδετεροπενία
- Θρομβοπενία
- Αλλεργική αντίδραση (αναφυλακτική αντίδραση, αγγειοοίδημα, διογκωμένη γλώσσα, οίδημα γλώσσας, οίδημα προσώπου, κνησμός, κνίδωση)
- Υπεργλυκαιμία
- Σακχαρώδης διαβήτης
- Διαβητική κετοξέωση
- Αύξηση βάρους
- Απώλεια βάρους
- Ανορεξία
- Υπονατριαιμία
- Αυξημένη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη
- Διαβητικό υπερωσμωτικό κώμα
- Αυξημένη όρεξη (παιδιά/έφηβοι)
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Ίκτερος
- Ηπατίτιδα
- Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης (ALT)
- Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST)
- Αυξημένη γάμμα-γλουταμυλτρανσφεράση (GGT)
- Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση
- Αυξημένη κρεατινοφωσφοκινάση
- Αυξημένη γλυκόζη αίματος
- Διακύμανση γλυκόζης αίματος
- Εξάνθημα
- Αντίδραση φωτοευαισθησίας
- Αλωπεκία
- Υπερίδρωση
- Μυϊκές δεσμιδώσεις (παιδιά/έφηβοι)
- Ραβδομυόλυση
- Μυαλγία
- Δυσκαμψία
- Ακράτεια ούρων
- Κατακράτηση ούρων
- Σύνδρομο απόσυρσης φαρμάκου νεογνών
- Πριαπισμός
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΆλγος άνω κοιλιακής χώρας (παιδιά/έφηβοι)Διαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑκαθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΑνησυχίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΑυξημένη καρδιακή συχνότητα (παιδιά/έφηβοι)Καρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑυξημένη όρεξη (παιδιά/έφηβοι)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΑυξημένο σωματικό βάρος (παιδιά/έφηβοι)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΔυσκινησία (παιδιά/έφηβοι)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξωπυραμιδική διαταραχήΝευρικό
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΚαταστολήΝευρικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΜυϊκές δεσμιδώσεις (παιδιά/έφηβοι)Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΞηροστομία (παιδιά/έφηβοι)Διαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπερέκκριση σιέλουΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔιπλωπίαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΥπερσεξουαλικότηταΨυχιατρικές
-
Μη γνωστές"Επιτυχής" αυτοκτονίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΊκτεροςΉπαρ
-
Μη γνωστέςΑιφνίδιος θάνατος άγνωστης αιτιολογίαςΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΑκράτεια ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΑλλεργική αντίδραση (αναφυλακτική αντίδραση, αγγειοοίδημα, διογκωμένη γλώσσα, οίδημα γλώσσας, οίδημα προσώπου, κνησμός, κνίδωση)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΑντίδραση φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑπόπειρα αυτοκτονίαςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΑπώλεια βάρουςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΑυξημένη αλκαλική φωσφατάσηΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΑυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης (ALT)Εργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΑυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST)Εργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΑυξημένη γάμμα-γλουταμυλτρανσφεράση (GGT)Εργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΑυξημένη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνηΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΑυξημένη γλυκόζη αίματοςΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΑυξημένη κρεατινοφωσφοκινάσηΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΑυτοκτονικός ιδεασμόςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΑύξηση βάρουςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΔιέγερσηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΔιαβητική κετοξέωσηΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΔιαβητικό υπερωσμωτικό κώμαΕνδοκρινικό
-
Μη γνωστέςΔιακύμανση γλυκόζης αίματοςΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΔιαταραχή λόγουΝευρικό
-
Μη γνωστέςΔιαταραχή ρύθμισης θερμοκρασίαςΓενικές
-
Μη γνωστέςΔυσκαμψίαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΔυσφαγίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΔυσφορία στομάχουΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΕν τω βάθει φλεβική θρόμβωσηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΗπατική ανεπάρκειαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
Μη γνωστέςΚακοήθες Νευροληπτικό ΣύνδρομοΝευρικό
-
Μη γνωστέςΚαρδιακή ανακοπήΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΚατακράτηση ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΚοιλιακή αρρυθμίαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΚοιλιακή δυσφορίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΚοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίουΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΛαρυγγόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΝευρικότηταΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΠαθολογική χαρτοπαιξίαΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΠαράταση QTΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
Μη γνωστέςΠνευμονία από εισρόφησηΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΠνευμονική εμβολήΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΠριαπισμόςΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΣακχαρώδης διαβήτηςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΣπασμός γενικευμένης επιληψίαςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΣπασμός στοματοφάρυγγαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΣυγκοπήΝευρικό
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο απόσυρσης φαρμάκου νεογνώνΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο σεροτονίνηςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΥπερίδρωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΦλεβική θρομβοεμβολήΑγγειακές
pregnant_woman
SPC-ARPOYA
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε περίπτωση κύησης εκτός εάν το αναμενόμενο όφελος δικαιολογεί σαφώς τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο.Δεν έχουν πραγματοποιηθεί επαρκείς και καλά ελεγχόμενες δοκιμές με αριπιπραζόλη σε εγκύους γυναίκες. Έχουν αναφερθεί συγγενείς ανωμαλίες˙ ωστόσο, δεν αποδείχθηκε αιτιολογικός συσχετισμός με την αριπιπραζόλη. Δοκιμές σε πειραματόζωα δεν αποκλείουν πιθανή αναπτυξιακή τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Τα νεογνά που εκτίθενται σε αντιψυχωσικά (περιλαμβανομένης της αριπιπραζόλης) κατά το τρίτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, διατρέχουν κίνδυνο για εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών περιλαμβανομένων των εξωπυραμιδικών και/ή συμπτωμάτων απόσυρσης που μπορούν να ποικίλουν σε σοβαρότητα και διάρκεια μετά τον τοκετό. Υπάρχουν αναφορές για διέγερση, υπερτονία, υποτονία, τρόμο, υπνηλία, αναπνευστική δυσχέρεια ή διαταραχή στη σίτιση. Κατά συνέπεια, τα νεογνά θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
-
ΓαλουχίαΔεν πρέπει να θηλάζουν εάν λαμβάνουν αριπιπραζόλη.Η αριπιπραζόλη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-ARPOYA
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: άλλα αντιψυχωσικά, κωδικός ATC: N05AX12 ### Μηχανισμός δράσης Έχει προταθεί ότι η αποτελεσματικότητα της αριπιπραζόλης στη σχιζοφρένεια και τη Διπολική Διαταραχή τύπου Ι επιτυγχάνεται με τη μεσολάβηση ενός συνδυασμού από…
biotech
SPC-ARPOYA
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Γλυκαιμικός έλεγχος | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | τακτικά | Σακχαρώδης διαβήτης ή παράγοντες κινδύνου για σακχαρώδη διαβήτη |
| Συμπτώματα υπεργλυκαιμίας | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | — | Συγχορήγηση αντιψυχωσικού παράγοντα |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Σωματικό βάρος | monitor_weightΣωματομετρικά (βάρος/ΔΜΣ) | — | Εφήβους ασθενείς με διπολική μανία |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-ARPOYA
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Ενήλικες
Σχιζοφρένεια: η συνιστώμενη δόση έναρξης της αριπιπραζόλης είναι 10 ή 15 mg/ημέρα, με δόση συντήρησης 15 mg/ημέρα, χορηγούμενα μια φορά ημερησίως, ανεξαρτήτως των γευμάτων.
Η αριπιπραζόλη είναι αποτελεσματική σε ένα εύρος δόσεων από 10 έως 30 mg/ημέρα. Δεν έχει αποδειχθεί αυξημένη αποτελεσματικότητα με δόσεις μεγαλύτερες μιας ημερήσιας δόσης 15 mg αν και μεμονωμένοι ασθενείς μπορεί να ωφεληθούν από μια μεγαλύτερη δόση. Η μέγιστη ημερήσια δόση δεν πρέπει να ξεπερνά τα 30 mg.
Μανιακά επεισόδια σε Διπολική Διαταραχή τύπου Ι: η συνιστώμενη δόση έναρξης της αριπιπραζόλης είναι 15 mg χορηγούμενα με πρόγραμμα λήψης μιας φοράς την ημέρα ανεξαρτήτως γευμάτων ως μονοθεραπεία ή θεραπεία συνδυασμού (βλέπε Φαρμακοδυναμικές). Ορισμένοι ασθενείς μπορεί να ωφεληθούν από υψηλότερη δόση. Η μέγιστη ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 30 mg.
Πρόληψη υποτροπής μανιακών επεισοδίων σε Διπολική Διαταραχή τύπου Ι: για την πρόληψη της υποτροπής μανιακών επεισοδίων σε ασθενείς που λαμβάνουν αριπιπραζόλη ως μονοθεραπεία ή θεραπεία συνδυασμού, συνεχίστε τη θεραπεία στην ίδια δόση. Ρυθμίσεις της ημερήσιας δοσολογίας, περιλαμβανομένης μείωσης της δόσης, πρέπει να εξετάζονται με βάση την κλινική κατάσταση.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Σχιζοφρένεια σε εφήβους ηλικίας 15 ετών και άνω: η συνιστώμενη δόση για την αριπιπραζόλη είναι 10 mg/ημέρα χορηγούμενα σε σχήμα μιας φοράς ημερησίως ανεξαρτήτως γευμάτων. Η θεραπεία πρέπει να αρχίζει από 2 mg (χρησιμοποιώντας ένα κατάλληλο φαρμακευτικό προϊόν που περιέχει αριπιπραζόλη) επί 2 ημέρες, με τιτλοποίηση σε 5 mg για 2 επιπλέον ημέρες προκειμένου να επιτευχθεί η συνιστώμενη ημερήσια δόση των 10 mg. Όταν κρίνεται κατάλληλο, επακόλουθες αυξήσεις της δόσης πρέπει να χορηγούνται σε κλάσματα των 5 mg χωρίς να υπερβαίνεται η μέγιστη ημερήσια δόση των 30 mg (βλέπε Φαρμακοδυναμικές).
Η αριπιπραζόλη είναι αποτελεσματικό σε εύρος δόσεων από 10 έως 30 mg/ημέρα. Δεν έχει καταδειχθεί αυξημένη αποτελεσματικότητα με δόσεις υψηλότερες της ημερήσιας δόσης των 10 mg παρότι μεμονωμένοι ασθενείς είναι πιθανό να ωφεληθούν από υψηλότερη δόση.
Η αριπιπραζόλη δε συνιστάται προς χρήση σε ασθενείς με σχιζοφρένεια ηλικίας κάτω των 15 ετών λόγω ανεπαρκών στοιχείων ασφάλειας και αποτελεσματικότητας (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοδυναμικές).
Μανιακά επεισόδια Διπολικής Διαταραχής τύπου Ι σε εφήβους ηλικίας 13 ετών και άνω: η συνιστώμενη δοσολογία για την αριπιπραζόλη είναι 10 mg/ημέρα χορηγούμενα σε σχήμα μιας φοράς ημερησίως ανεξαρτήτως γευμάτων. Η θεραπεία πρέπει να αρχίζει από 2 mg (χρησιμοποιώντας ένα κατάλληλο φαρμακευτικό προϊόν που περιέχει αριπιπραζόλη) επί 2 ημέρες, με τιτλοποίηση σε 5 mg για 2 επιπλέον ημέρες προκειμένου να επιτευχθεί η συνιστώμενη ημερήσια δόση των 10 mg.
Η διάρκεια της θεραπείας πρέπει να είναι η ελάχιστη απαραίτητη για τον έλεγχο των συμπτωμάτων και δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 12 εβδομάδες. Δεν έχει καταδειχθεί αυξημένη αποτελεσματικότητα με δόσεις υψηλότερες της ημερήσιας δόσης των 10 mg, και μία ημερήσια δόση των 30 mg σχετίζεται με μία ουσιαστικά υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης σημαντικών ανεπιθύμητων ενεργειών περιλαμβανομένων συμβαμάτων σχετικών με EPS (εξωπυραμιδικά συμπτώματα), υπνηλία, κόπωση και αύξηση σωματικού βάρους (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες). Για αυτό δόσεις υψηλότερες από 10 mg/ημέρα θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και με στενή κλινική παρακολούθηση (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις, Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοδυναμικές).
Οι νεότεροι ασθενείς έχουν αυξημένο κίνδυνο να εμφανίσουν ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με την αριπιπραζόλη. Συνεπώς, η αριπιπραζόλη δεν συνιστάται για χρήση σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 13 ετών (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοδυναμικές).
Ευερεθιστότητα σχετιζόμενη με αυτιστική διαταραχή: η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της αριπιπραζόλης σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Τα παρόντα διαθέσιμα δεδομένα περιγράφονται στην Φαρμακοδυναμικές αλλά δε μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
Τικ που σχετίζονται με το σύνδρομο Tourette: η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της αριπιπραζόλης σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 6 - 18 ετών δεν έχουν ακόμη τεκμηριωθεί. Τα παρόντα διαθέσιμα δεδομένα περιγράφονται στην Φαρμακοδυναμικές αλλά δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, τα δεδομένα που υπάρχουν είναι ανεπαρκή για να καθορίσουν συγκεκριμένες συστάσεις. Στους ασθενείς αυτούς η ρύθμιση της δοσολογίας θα πρέπει να γίνεται με προσοχή. Ωστόσο, η μέγιστη ημερήσια δόση των 30 mg θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλέπε Φαρμακοκινητικές).
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
Ηλικιωμένοι ασθενείς
Η αποτελεσματικότητα της αριπιπραζόλης για τη θεραπεία της σχιζοφρένειας και της Διπολικής Διαταραχής τύπου Ι σε ασθενείς ηλικίας 65 ετών και μεγαλύτερους δεν έχει αποδειχθεί. Λόγω αυξημένης ευαισθησίας της πληθυσμιακής αυτής ομάδας, θα πρέπει να εξετάζεται η χορήγηση μικρότερης δόσης έναρξης όταν κλινικοί παράγοντες το δικαιολογούν (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις).
Φύλο
Δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας για τις γυναίκες ασθενείς, σε σύγκριση με τους άνδρες ασθενείς (βλέπε Φαρμακοκινητικές).
Καπνιστές
Σύμφωνα με τη μεταβολική οδό της αριπιπραζόλης δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας για τους καπνιστές (βλέπε Αλληλεπιδράσεις).
Προσαρμογές της δόσης λόγω αλληλεπιδράσεων
Όταν υπάρχει ταυτόχρονη χορήγηση ισχυρών αναστολέων των CYP3A4 ή CYP2D6 με αριπιπραζόλη, η δόση της αριπιπραζόλης θα πρέπει να ελαττώνεται. Όταν ο αναστολέας του CYP3A4 ή CYP2D6 αποσύρεται από τη θεραπεία συνδυασμού, η δόση της αριπιπραζόλης θα πρέπει μετά να αυξάνεται (βλέπε Αλληλεπιδράσεις).
Όταν υπάρχει ταυτόχρονη χορήγηση ισχυρών επαγωγέων του CYP3A4 με αριπιπραζόλη, η δόση της αριπιπραζόλης θα πρέπει να αυξάνεται. Όταν ο επαγωγέας του CYP3A4 αποσύρεται από τη θεραπεία συνδυασμού, η δόση της αριπιπραζόλης θα πρέπει μετά να μειώνεται στη συνιστώμενη δόση (βλέπε Αλληλεπιδράσεις).
Τρόπος χορήγησης
Τα διασπειρόμενα στο στόμα δισκία ARPOYA προορίζονται για από του στόματος χρήση.
Το διασπειρόμενο στο στόμα δισκίο πρέπει να τοποθετείται μέσα στο στόμα επάνω στη γλώσσα, όπου και θα διασπαρεί γρήγορα στο σίελο. Μπορεί να ληφθεί με ή χωρίς υγρά. Η απομάκρυνση του άθικτου διασπειρόμενου στο στόμα δισκίου από το στόμα είναι δύσκολη. Επειδή το διασπειρόμενο στο στόμα δισκίο είναι εύθραυστο, πρέπει να λαμβάνεται αμέσως μετά το άνοιγμα της κυψέλης. Εναλλακτικά, διασπείρετε το δισκίο σε νερό και πιείτε το εναιώρημα που προκύπτει.
Τα διασπειρόμενα στο στόμα δισκία μπορούν να χρησιμοποιηθούν εναλλακτικά με τα δισκία ARPOYA για τους ασθενείς που έχουν δυσκολία στην κατάποση δισκίων ARPOYA (βλέπε επίσης Φαρμακοκινητικές).
block
Αντενδείξεις
SPC-ARPOYA
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-ARPOYA
expand_more
Προειδοποιήσεις
Kατά την αντιψυχωσική θεραπεία, η βελτίωση της κλινικής κατάστασης του ασθενούς, μπορεί να χρειαστεί αρκετές ημέρες ή και εβδομάδες. Σε όλη την περίοδο αυτή οι ασθενείς πρέπει να βρίσκονται υπό στενή παρακολούθηση.
Τάσεις αυτοκτονίας
Η εμφάνιση αυτοκτονικών συμπεριφορών είναι εγγενής σε ψυχωσικές νόσους και διαταραχές διάθεσης και σε ορισμένες περιπτώσεις έχει αναφερθεί λίγο μετά την έναρξη ή την αλλαγή της θεραπείας, περιλαμβανομένης θεραπείας με αριπιπραζόλη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Στενή παρακολούθηση των ασθενών υψηλού κινδύνου πρέπει να συνοδεύει την αντιψυχωσική θεραπεία. Αποτελέσματα μιας επιδημιολογικής δοκιμής υπέδειξαν ότι μεταξύ ενηλίκων ασθενών με σχιζοφρένεια ή διπολική διαταραχή δεν υπήρχε αυξημένος κίνδυνος απόπειρας αυτοκτονίας με την αριπιπραζόλη σε σύγκριση με άλλα αντιψυχωσικά. Υπάρχουν ανεπαρκή παιδιατρικά δεδομένα για να αξιολογηθεί αυτός ο κίνδυνος σε νεότερους ασθενείς (ηλικίας κάτω των 18 ετών), αλλά υπάρχει ένδειξη ότι ο κίνδυνος αυτοκτονίας παραμένει πέρα από τις 4 πρώτες εβδομάδες της θεραπείας για άτυπα αντιψυχωσικά, περιλαμβανομένης της αριπιπραζόλης.
Καρδιαγγειακές διαταραχές
Η αριπιπραζόλη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με διαγνωσμένη καρδιαγγειακή νόσο (ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου ή ισχαιμική καρδιοπάθεια, καρδιακή ανεπάρκεια, ή διαταραχές αγωγιμότητας), αγγειοεγκεφαλική νόσο, καταστάσεις που θα προδιέθεταν τους ασθενείς για εκδήλωση υπότασης (αφυδάτωση, υποογκαιμία, και αγωγή με αντιϋπερτασικά φαρμακευτικά προϊόντα) ή υπέρτασης, συμπεριλαμβανομένων της ταχέως εξελισσόμενης ή της κακοήθους. Έχουν αναφερθεί με αντιψυχωσικά φάρμακα περιστατικά φλεβικής θρομβοεμβολής (VTE). Δεδομένου ότι οι ασθενείς που λαμβάνουν αντιψυχωσικά παρουσιάζουν συχνά επίκτητους παράγοντες κινδύνου για VTE, πρέπει να προσδιορίζονται όλοι οι πιθανοί παράγοντες κινδύνου για VTE πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με αριπιπραζόλη και να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα.
Διαταραχές αγωγιμότητας
Σε κλινικές δοκιμές της αριπιπραζόλης, η επίπτωση της παράτασης του διαστήματος QT ήταν συγκρίσιμη με εκείνη του εικονικού φαρμάκου. Όπως με άλλα αντιψυχωσικά, η αριπιπραζόλη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με οικογενειακό ιστορικό παράτασης QT.
Όψιμη δυσκινησία (Tardive dyskinesia)
Σε κλινικές δοκιμές διάρκειας ενός έτους ή λιγότερο, υπήρχαν όχι συχνές αναφορές δυσκινησίας που απαιτούσαν επείγουσα θεραπεία κατά τη διάρκεια της θεραπείας με αριπιπραζόλη. Αν κάποιος ασθενής παρουσιάσει σημεία και συμπτώματα όψιμης δυσκινησίας ενώ λαμβάνει θεραπεία με αριπιπραζόλη, πρέπει να εξετασθεί η μείωση της δόσης ή και η διακοπή της λήψης. Tα συμπτώματα αυτά μπορεί προσωρινά να υποχωρήσουν ή ακόμα μπορεί και να ενταθούν, μετά τη διακοπή της θεραπείας.
Άλλα εξωπυραμιδικά συμπτώματα
Σε κλινικές δοκιμές της αριπιπραζόλης σε παιδιατρικό πληθυσμό, παρατηρήθηκαν ακαθησία και παρκινσονισμός. Εάν εμφανισθούν σημεία και συμπτώματα άλλων EPS (εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων) σε ασθενή που λαμβάνει το ARPOYA, θα πρέπει να εξετασθεί η μείωση της δόσης και στενή κλινική παρακολούθηση.
Κακόηθες Νευροληπτικό Σύνδρομο (Neuroleptic Malignant Syndrome, NMS)
Το NMS είναι ένα δυνητικά θανατηφόρο σύνθετο σύμπτωμα, σχετιζόμενο με αντιψυχωσικά φαρμακευτικά προϊόντα. Σε κλινικές δοκιμές, αναφέρθηκαν σπάνιες περιπτώσεις NMS κατά τη διάρκεια της θεραπείας με αριπιπραζόλη. Oι κλινικές εκδηλώσεις του NMS είναι υπερπυρεξία, μυϊκή ακαμψία, αλλαγή της πνευματικής κατάστασης και σημεία αυτόνομης αστάθειας (ακανόνιστος σφυγμός ή αρτηριακή πίεση, ταχυκαρδία, διαφόρηση και καρδιακή δυσρυθμία). Πρόσθετα σημεία μπορεί να περιλαμβάνουν αυξημένη κρεατινοφωσφοκινάση, μυοσφαιρινουρία (ραβδομυόλυση) και οξεία νεφρική ανεπάρκεια. Ωστόσο, έχουν επίσης αναφερθεί αυξημένη κρεατινοφωσφοκινάση και ραβδομυόλυση, όχι απαραίτητα σχετιζόμενες με NMS. Εάν ο ασθενής παρουσιάσει σημεία και συμπτώματα ενδεικτικά του NMS, ή εμφανίσει ανεξήγητο υψηλό πυρετό χωρίς πρόσθετες κλινικές εκδηλώσεις για NMS, όλα τα αντιψυχωσικά φαρμακευτικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένης και της αριπιπραζόλης, πρέπει να διακόπτονται.
Επιληπτικές κρίσεις
Σε κλινικές δοκιμές, αναφέρθηκαν όχι συχνές περιπτώσεις επιληπτικών κρίσεων κατά τη διάρκεια της θεραπείας με αριπιπραζόλη. Κατά συνέπεια, η αριπιπραζόλη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό διαταραχής επιληπτικών κρίσεων ή σε ασθενείς που έχουν προϋποθέσεις που σχετίζονται με επιληπτικές κρίσεις.
Ηλικιωμένοι ασθενείς με ψύχωση που σχετίζεται με άνοια
Αυξημένη θνησιμότητα
Σε τρεις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο δοκιμές (n = 938, μέση ηλικία: 82,4 έτη, εύρος: 56-99 έτη) της αριπιπραζόλης σε ηλικιωμένους ασθενείς με ψύχωση που σχετίζεται με νόσο του Alzheimer, οι ασθενείς που έλαβαν αριπιπραζόλη είχαν αυξημένο κίνδυνο θανάτου σε σχέση με το εικονικό φάρμακο. Το ποσοστό του θανάτου στους ασθενείς που έλαβαν αριπιπραζόλη ήταν 3,5% σε σύγκριση με το 1,7% της ομάδας του εικονικού φαρμάκου. Αν και οι αιτίες θανάτου διέφεραν, οι περισσότεροι θάνατοι φάνηκε ότι ήταν είτε καρδιαγγειακής (π.χ. καρδιακή ανεπάρκεια, αιφνίδιος θάνατος) είτε λοιμώδους φύσεως (π.χ. πνευμονία).
Αγγειακές εγκεφαλικές ανεπιθύμητες ενέργειες
Στις ίδιες δοκιμές, αγγειακές εγκεφαλικές ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. εγκεφαλικό επεισόδιο, παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο), περιλαμβανομένων και θανάτων, αναφέρθηκαν στους ασθενείς (μέση ηλικία: 84 έτη, εύρος: 78-88 έτη). Συνολικά, το 1,3% των ασθενών που ελάμβαναν αριπιπραζόλη ανέφεραν αγγειακές εγκεφαλικές ανεπιθύμητες ενέργειες συγκρινόμενοι με το 0,6% των ασθενών που ελάμβαναν το εικονικό φάρμακο στις δοκιμές αυτές. Η διαφορά αυτή δεν ήταν στατιστικά σημαντική. Ωστόσο, σε μια από τις δοκιμές αυτές, μια δοκιμή καθορισμένης δόσης, υπήρξε σημαντική σχέση δοσοεξάρτησης για τις αγγειακές εγκεφαλικές ανεπιθύμητες ενέργειες σε ασθενείς που ελάμβαναν αριπιπραζόλη. Η αριπιπραζόλη δεν ενδείκνυται για τη θεραπεία ψύχωσης που σχετίζεται με την άνοια.
Υπεργλυκαιμία και σακχαρώδης διαβήτης
Έχει αναφερθεί υπεργλυκαιμία, μερικές φορές ακραία και σχετιζόμενη με κετοξέωση ή υπερωσμωτικό κώμα ή θάνατο, σε ασθενείς που έλαβαν άτυπες αντιψυχωσικές ουσίες, συμπεριλαμβανομένης της αριπιπραζόλης. Παράγοντες κινδύνου που πιθανόν να προδιαθέσουν τους ασθενείς έναντι σοβαρών επιπλοκών, συμπεριλαμβάνουν παχυσαρκία και οικογενειακό ιστορικό διαβήτη. Σε κλινικές δοκιμές με αριπιπραζόλη, δεν υπήρχαν σημαντικές διαφορές στα ποσοστά εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με υπεργλυκαιμία (περιλαμβανομένου του σακχαρώδους διαβήτη) ή με μη-φυσιολογικές εργαστηριακές τιμές γλυκαιμίας σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Ακριβείς εκτιμήσεις κινδύνου ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με υπεργλυκαιμία σε ασθενείς που έλαβαν αριπιπραζόλη και με άλλους αντιψυχωσικούς παράγοντες, δεν είναι διαθέσιμες για να επιτρέψουν άμεσες συγκρίσεις. Οι ασθενείς που λαμβάνουν οποιονδήποτε αντιψυχωσικό παράγοντα περιλαμβανομένης και της αριπιπραζόλης, πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα υπεργλυκαιμίας (όπως πολυδιψία, πολυουρία, πολυφαγία και εξασθένηση) και οι ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή με παράγοντες κινδύνου για σακχαρώδη διαβήτη πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά για επιδείνωση του ελέγχου της γλυκόζης.
Υπερευαισθησία
Όπως με άλλα φάρμακα, με την αριπιπραζόλη είναι δυνατό να εκδηλωθούν αντιδράσεις υπερευαισθησίας, που χαρακτηρίζονται από αλλεργικά συμπτώματα (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Αύξηση βάρους
Αύξηση βάρους παρατηρείται συχνά στους πάσχοντες από σχιζοφρένεια και διπολική μανία λόγω συν-νοσηρότητας, χρήσης αντιψυχωσικών που είναι γνωστό ότι προκαλούν αύξηση βάρους, κακής διαχείρισης του τρόπου ζωής, και ενδέχεται να οδηγήσει σε σοβαρές επιπλοκές. Αύξηση βάρους έχει αναφερθεί μεταξύ ασθενών που έλαβαν αριπιπραζόλη, μετά την κυκλοφορία. Όταν παρατηρείται, συμβαίνει συνήθως σε εκείνους με σημαντικούς παράγοντες κινδύνου όπως ιστορικό διαβήτη, διαταραχή του θυρεοειδούς ή αδένωμα της υπόφυσης. Σε κλινικές δοκιμές η αριπιπραζόλη δεν φάνηκε να προκαλεί κλινικά σημαντική αύξηση βάρους σε ενήλικες (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Σε κλινικές δοκιμές σε εφήβους ασθενείς με διπολική μανία, η αριπιπραζόλη έχει αποδειχθεί ότι συνδέεται με αύξηση του σωματικού βάρους μετά από 4 εβδομάδες θεραπείας. Η αύξηση του σωματικού βάρους θα πρέπει να παρακολουθείται σε εφήβους ασθενείς με διπολική μανία. Εάν η αύξηση βάρους είναι κλινικά σημαντική, θα πρέπει να εξετασθεί η μείωση της δόσης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Δυσφαγία
Η υποκινητικότητα του οισοφάγου και η εισρόφηση έχουν συσχετισθεί με τη χρήση αντιψυχωσικής θεραπείας, συμπεριλαμβανομένης της αριπιπραζόλης. Η αριπιπραζόλη και οι άλλες αντιψυχωσικές δραστικές ουσίες θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με κίνδυνο πνευμονίας από εισρόφηση.
Παθολογική χαρτοπαιξία
Αναφορές παθολογικής χαρτοπαιξίας μετά την κυκλοφορία έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που τους συνταγογραφήθηκε η αριπιπραζόλη, ανεξάρτητα από το εάν αυτοί οι ασθενείς είχαν προηγούμενο ιστορικό χαρτοπαιξίας. Ασθενείς με προηγούμενο ιστορικό χαρτοπαιξίας μπορεί να βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο και θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Ασθενείς με συν-νοσηρότητα ADHD (διαταραχή ελλειμματικής προσοχής με υπερδραστηριότητα)
Παρά την υψηλή συχνότητα συν-νοσηρότητας της Διπολικής Διαταραχής τύπου Ι με ADHD, είναι διαθέσιμα πολύ περιορισμένα στοιχεία ασφάλειας στην ταυτόχρονη χρήση της αριπιπραζόλης με διεγερτικά: ως εκ τούτου θα πρέπει να λαμβάνεται μεγάλη προσοχή όταν αυτά τα φάρμακα είναι συγχορηγούμενα.
Ασθενείς με φαινυλκετονουρία
Τα διασπειρόμενα στο στόμα δισκία ARPOYA περιέχουν ασπαρτάμη, μια πηγή φαινυλαλανίνης που μπορεί να είναι επιβλαβής σε άτομα με φαινυλκετονουρία.
Μαλτόζη
Τα διασπειρόμενα στο στόμα δισκία ARPOYA περιέχουν μαλτόζη. Ασθενείς με σπάνια δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να παίρνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-ARPOYA
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Λόγω του ανταγωνισμού του με τους α-ανδρενεργικούς υποδοχείς, η αριπιπραζόλη έχει τη δυνατότητα να ενισχύει την ενέργεια ορισμένων αντιυπερτασικών παραγόντων.
Επειδή η αριπιπραζόλη δρα κυρίως στο ΚΝΣ, θα πρέπει να εφιστάται η προσοχή όταν η αριπιπραζόλη λαμβάνεται μαζί με οινόπνευμα (αλκοόλ) ή άλλα φαρμακευτικά προϊόντα του ΚΝΣ με αλληλοεπικαλυπτόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες όπως η καταστολή (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Θα πρέπει να εφιστάται η προσοχή εάν η αριπιπραζόλη χορηγηθεί ταυτόχρονα με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι προκαλούν παράταση του QT ή ηλεκτρολυτικές διαταραχές.
Δυνατότητα άλλων φαρμακευτικών προϊόντων να επηρεάσουν την αριπιπραζόλη
Ένας αποκλειστής του γαστρικού οξέος, ο ανταγωνιστής Η2 φαμοτιδίνη, μειώνει την ταχύτητα απορρόφησης της αριπιπραζόλης, αλλά η δράση αυτή δεν θεωρείται ως κλινικά σημαντική.
Η αριπιπραζόλη μεταβολίζεται με πολλαπλές οδούς, στις οποίες συμμετέχουν τα ένζυμα CYP2D6 και CYP3A4 αλλά όχι τα ένζυμα CYP1A. Επομένως, δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για τους καπνιστές.
Κινιδίνη και άλλοι αναστολείς του CYP2D6
Σε μια κλινική δοκιμή με υγιείς εθελοντές, ένας ισχυρός αναστολέας του CYP2D6 (κινιδίνη) αύξησε την AUC της αριπιπραζόλης κατά 107%, ενώ η Cmax παρέμεινε αναλλοίωτη. Η AUC και η Cmax της δεϋδρο-αριπιπραζόλης, που είναι ο ενεργός μεταβολίτης, μειώθηκαν κατά 32% και 47%. Η δόση της αριπιπραζόλης θα πρέπει να μειωθεί περίπου στο μισό της συνταγογραφούμενης, όταν υπάρχει συγχορήγηση της αριπιπραζόλης με κινιδίνη. Άλλοι ισχυροί αναστολείς του CYP2D6, όπως φλουοξετίνη και παροξετίνη, μπορεί να αναμένεται να έχουν παρόμοιες ενέργειες και γι’ αυτό θα πρέπει να γίνονται παρόμοιες μειώσεις στη δόση.
Κετοκοναζόλη και άλλοι αναστολείς του CYP3A4
Σε μια κλινική δοκιμή σε υγιείς εθελοντές, ένας ισχυρός αναστολέας του CYP3A4 (κετοκοναζόλη) αύξησε την AUC και τη Cmax της αριπιπραζόλης κατά 63% και 37%, αντιστοίχως. Η AUC και η Cmax της δεϋδρο-αριπιπραζόλης, αυξήθηκαν κατά 77% και 43%, αντιστοίχως. Η ταυτόχρονη χρήση ουσιών που προκαλούν ασθενή μεταβολισμό στο CYP2D6, συγχρόνως με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερες συγκεντρώσεις αριπιπραζόλης στο πλάσμα σε σύγκριση με εκείνες τις ουσίες που προκαλούν εκτεταμένο μεταβολισμό στο CYP2D6. Όταν εξετάζεται ταυτόχρονη χορήγηση κετοκοναζόλης ή άλλου ισχυρού αναστολέα CYP3A4 με την αριπιπραζόλη, τα ενδεχόμενα οφέλη θα πρέπει να υπερκαλύπτουν τους ενδεχόμενους κινδύνους για τον ασθενή. Όταν υπάρχει ταυτόχρονη χορήγηση κετοκοναζόλης με αριπιπραζόλη, η δόση της αριπιπραζόλης θα πρέπει να ελαττώνεται περίπου στο μισό της συνταγογραφούμενης. Άλλοι ισχυροί αναστολείς του CYP3A4, όπως η ιτρακοναζόλη και οι αναστολείς πρωτεάσης του HIV, μπορεί να αναμένεται ότι θα έχουν παρόμοιες ενέργειες και γι’ αυτό θα πρέπει να γίνονται παρόμοιες μειώσεις της δόσης.
Μόλις διακοπεί η χορήγηση αναστολέα του CYP2D6 ή CYP3A4, η δόση της αριπιπραζόλης θα πρέπει να αυξάνεται στο επίπεδο που ήταν πριν από την έναρξη της θεραπείας με το συνδυασμό.
Όταν χρησιμοποιούνται ασθενείς αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. διλτιαζέμη ή εσιταλοπράμη) ή του CYP2D6 ταυτόχρονα με την αριπιπραζόλη, είναι πιθανώς αναμενόμενες μικρές αυξήσεις των συγκεντρώσεων της αριπιπραζόλης.
Καρβαμαζεπίνη και άλλοι επαγωγείς του CYP3A4
Μετά την ταυτόχρονη χορήγηση καρβαμαζεπίνης, ενός ισχυρού επαγωγέα CYP3A4, οι γεωμετρικές μέσες τιμές της Cmax και της AUC της αριπιπραζόλης ήταν 68% και 73% χαμηλότερες, αντίστοιχα, σε σύγκριση με αυτές όταν η αριπιπραζόλη (30 mg) εχορηγήτο σε μονοθεραπεία. Παρομοίως, οι γεωμετρικές μέσες τιμές της Cmax και της AUC της δεϋδρο-αριπιπραζόλης μετά από συγχορήγηση με καρβαμαζεπίνη ήταν 69% και 71% χαμηλότερες, αντίστοιχα, σε σύγκριση με αυτές μετά από μονοθεραπεία με αριπιπραζόλη.
Η δόση της αριπιπραζόλης θα πρέπει να διπλασιάζεται όταν υπάρχει ταυτόχρονη χορήγηση της αριπιπραζόλης με καρβαμαζεπίνη. Άλλοι ισχυροί επαγωγείς του CYP3A4 (όπως ριφαμπικίνη, ριφαμπουτίνη, φαινυτοΐνη, φαινοβαρβιτάλη, πριμιδόνη, εφαβιρένζη, νεβιραπίνη και υπερικό (St. John’s Wort)) μπορεί να αναμένεται να έχουν παρόμοιες ενέργειες και γι’ αυτό θα πρέπει να γίνονται παρόμοιες αυξήσεις στη δόση. Μόλις διακοπεί η χορήγηση των ισχυρών επαγωγέων του CYP3A4, η δοσολογία της αριπιπραζόλης θα πρέπει να μειώνεται στη συνιστώμενη δόση.
Βαλπροϊκό και λίθιο
Όταν συγχορηγήθηκαν είτε βαλπροϊκό είτε λίθιο μαζί με αριπιπραζόλη, δεν υπήρξε κλινικώς σημαντική αλλαγή στις συγκεντρώσεις της αριπιπραζόλης.
Σύνδρομο σεροτονίνης
Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις συνδρόμου σεροτονίνης σε ασθενείς που λαμβάνουν αριπιπραζόλη και μπορούν να εμφανίσουν πιθανά σημεία και συμπτώματα για αυτή την κατάσταση ιδιαίτερα σε περιπτώσεις ταυτόχρονης χρήσης με άλλα σεροτονινεργικά φάρμακα, όπως τα SSRI/SNRI, ή με φάρμακα που είναι γνωστά ότι αυξάνουν τις συγκεντρώσεις της αριπιπραζόλης (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Δυνατότητα της αριπιπραζόλης να επηρεάζει άλλα φαρμακευτικά προϊόντα
Σε κλινικές δοκιμές, δόσεις αριπιπραζόλης 10-30 mg ημερησίως, δεν είχαν σημαντική επίδραση στο μεταβολισμό των υποστρωμάτων CYP2D6 (δεξτρομεθορφάνη/3-methoxymorphinan), CYP2C9 (βαρφαρίνη), CYP2C19 (ομεπραζόλη) και CYP3A4 (δεξτρομεθορφάνη). Επιπλέον, η αριπιπραζόλη και η δεϋδρο-αριπιπραζόλη δεν έδειξαν ότι μπορούν να μεταβάλουν το μεταβολισμό που γίνεται με τη μεσολάβηση του CYP1A2, in vitro. Ως εκ τούτου, η αριπιπραζόλη είναι απίθανο να προκαλέσει με φαρμακευτικά προϊόντα κλινικώς σημαντικές αλληλεπιδράσεις που πραγματοποιούνται με τη μεσολάβηση αυτών των ενζύμων.
Όταν η αριπιπραζόλη χορηγήθηκε ταυτόχρονα με βαλπροϊκό, λίθιο ή λαμοτριγίνη, δεν υπήρξε κλινικά σημαντική μεταβολή στις συγκεντρώσεις του βαλπροϊκού, του λιθίου ή της λαμοτριγίνης.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-ARPOYA
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας
Οι συνηθέστερα αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες σε δοκιμές ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο είναι ακαθησία και ναυτία, κάθε μια εμφανιζόμενη σε περισσότερο από 3% των ασθενών που έλαβαν από του στόματος αριπιπραζόλη.
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε πίνακα
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες εμφανίσθηκαν περισσότερο συχνά (≥ 1/100) από ό, τι με το εικονικό φάρμακο ή θεωρήθηκαν ως ενδεχομένως ιατρικώς σημαντικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις (*). Η συχνότητα που αναφέρεται παρακάτω ορίζεται χρησιμοποιώντας την ακόλουθη σύμβαση: συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), και όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100).
- Ψυχιατρικές διαταραχές
- Συχνές: ανησυχία, αϋπνία, άγχος
- Όχι συχνές: κατάθλιψη*, υπερσεξουαλικότητα
- Διαταραχές του νευρικού συστήματος
- Συχνές: εξωπυραμιδική διαταραχή, ακαθησία, τρόμος, ζάλη, υπνηλία, καταστολή, κεφαλαλγία
- Οφθαλμικές διαταραχές
- Συχνές: θαμπή όραση
- Όχι συχνές: διπλωπία
- Καρδιακές διαταραχές
- Όχι συχνές: ταχυκαρδία*
- Αγγειακές διαταραχές
- Όχι συχνές: ορθοστατική υπόταση*
- Διαταραχές του γαστρεντερικού
- Συχνές: δυσπεψία, έμετος, ναυτία, δυσκοιλιότητα, υπερέκκριση σιέλου
- Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
- Συχνές: κόπωση
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Εξωπυραμιδικά συμπτώματα (ΕΠΣ)
Σχιζοφρένεια - σε μια μακράς διάρκειας 52 εβδομάδων ελεγχόμενη δοκιμή, οι ασθενείς που έλαβαν αριπιπραζόλη εμφάνισαν συνολικά μικρότερη συχνότητα (25,8%) ΕΠΣ, περιλαμβανομένων παρκινσονισμού, ακαθησίας, δυστονίας και δυσκινησίας σε σύγκριση με εκείνους που έλαβαν θεραπεία με αλοπεριδόλη (57,3%). Σε μια δοκιμή μακράς διάρκειας 26 εβδομάδων ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, η συχνότητα εμφάνισης ΕΠΣ ήταν 19% για τους ασθενείς που ελάμβαναν αριπιπραζόλη και 13,1% για τους ασθενείς που ελάμβαναν το εικονικό φάρμακο. Σε μια άλλη ελεγχόμενη δοκιμή μακράς διάρκειας 26 εβδομάδων, η συχνότητα εμφάνισης ΕΠΣ ήταν 14,8% για τους ασθενείς που ελάμβαναν αριπιπραζόλη και 15,1% για τους ασθενείς που ελάμβαναν ολανζαπίνη. Μανιακά επεισόδια στη Διπολική Διαταραχή τύπου Ι - σε μια ελεγχόμενη δοκιμή 12 εβδομάδων, η επίπτωση ΕΠΣ ήταν 23,5% για τους ασθενείς που έλαβαν αριπιπραζόλη και 53,3% για τους ασθενείς που έλαβαν αλοπεριδόλη. Σε μια άλλη δοκιμή 12 εβδομάδων, η επίπτωση ΕΠΣ ήταν 26,6% για τους ασθενείς που έλαβαν αριπιπραζόλη και 17,6% για αυτούς που έλαβαν λίθιο. Στη μακροχρόνια φάση συντήρησης 26 εβδομάδων μιας δοκιμής ελεγχόμενης με εικονικό φάρμακο, η επίπτωση ΕΠΣ ήταν 18,2% για τους ασθενείς που έλαβαν αριπιπραζόλη και 15,7% για τους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο.
Ακαθησία
Σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο δοκιμές, η επίπτωση της ακαθησίας σε διπολικούς ασθενείς ήταν 12,1% με την αριπιπραζόλη και 3,2% με το εικονικό φάρμακο. Σε ασθενείς με σχιζοφρένεια η επίπτωση ακαθησίας ήταν 6,2% με την αριπιπραζόλη και 3,0% με το εικονικό φάρμακο.
Δυστονία
Επίδραση της Κατηγορίας - Συμπτώματα δυστονίας, παρατεταμένων μη φυσιολογικών σπασμών μυϊκών ομάδων, μπορεί να εμφανισθούν σε ευαίσθητα άτομα κατά τις πρώτες ημέρες της θεραπείας. Συμπτώματα δυστονίας περιλαμβάνουν: σπασμούς των μυών του λαιμού, πολλές φορές εξελισσόμενοι σε σύσφιξη του λαιμού, δυσκολία κατάποσης, δυσκολία αναπνοής και προεκβολή της γλώσσας. Ενώ τα συμπτώματα αυτά μπορεί να εμφανισθούν σε χαμηλές δόσεις, εμφανίζονται συχνότερα και με μεγαλύτερη βαρύτητα με υψηλής δραστικότητας και σε υψηλότερες δόσεις αντιψυχωσικών φαρμάκων πρώτης γενιάς. Παρατηρείται αυξημένος κίνδυνος οξείας δυστονίας σε άρρενες και νεαρές ηλικιακές ομάδες.
Από τη σύγκριση μεταξύ αριπιπραζόλης και εικονικού φαρμάκου, όσον αφορά το ποσοστό των ασθενών που εμφάνισαν δυνητικά κλινικώς σημαντικές αλλαγές στις συνήθεις εργαστηριακές και λιπιδαιμικές παραμέτρους (βλέπε Φαρμακοδυναμικές), δεν προέκυψαν ιατρικώς σημαντικές διαφορές. Παρατηρήθηκαν γενικά παροδικές και ασυμπτωματικές αυξήσεις της CPK (Κρεατινοφωσφοκινάση) στο 3,5% των ασθενών που ελάμβαναν αριπιπραζόλη σε σύγκριση με το 2,0% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο.
Άλλα ευρήματα
Ανεπιθύμητες ενέργειες που είναι γνωστές ότι συσχετίζονται με την αντιψυχωσική θεραπεία και έχουν επίσης αναφερθεί κατά τη διάρκεια θεραπείας με αριπιπραζόλη, περιλαμβάνουν κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο, όψιμη δυσκινησία, σπασμούς, αγγειακές εγκεφαλικές ανεπιθύμητες ενέργειες και αυξημένη θνησιμότητα σε ηλικιωμένους ασθενείς με άνοια, υπεργλυκαιμία και σακχαρώδη διαβήτη (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Σχιζοφρένεια σε εφήβους ηλικίας 15 ετών και άνω
Σε βραχυχρόνια ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική δοκιμή που περιελάμβανε 302 εφήβους (13-17 ετών) με σχιζοφρένεια, η συχνότητα και το είδος των ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν παρόμοιες με εκείνες των ενηλίκων, εκτός από τις ακόλουθες ανεπιθύμητες αντιδράσεις που αναφέρθηκαν συχνότερα σε εφήβους που έλαβαν αριπιπραζόλη απ’ ό,τι σε ενηλίκους που έλαβαν αριπιπραζόλη (και συχνότερα σε σχέση με το εικονικό φάρμακο):
- Υπνηλία/καταστολή και εξωπυραμιδική διαταραχή αναφέρθηκαν πολύ συχνά (≥ 1/10)
- Ξηροστομία, αυξημένη όρεξη και ορθοστατική υπόταση αναφέρθηκαν συχνά (≥ 1/100, < 1/10).
Η εικόνα ασφαλείας σε ανοιχτή δοκιμή επέκτασης 26 εβδομάδων ήταν παρόμοια με εκείνη που παρατηρήθηκε στη βραχυχρόνια ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο δοκιμή.
Στον ομαδοποιημένο πληθυσμό σχιζοφρενών εφήβων (13-17 ετών) με έκθεση πάνω από 2 χρόνια, η επίπτωση των χαμηλών επιπέδων προλακτίνης στον ορό σε γυναίκες (< 3 ng/ml) και σε άνδρες (< 2 ng/ml) ήταν 29,5% και 48,3% αντίστοιχα. Στον πληθυσμό σχιζοφρενών εφήβων (13-17 ετών) με έκθεση σε 5 έως 30 mg αριπιπραζόλης έως και για 72 μήνες, η συχνότητα εμφάνισης χαμηλών επιπέδων προλακτίνης ορού στα κορίτσια (< 3 ng/ml) και στα αγόρια (< 2 ng/ml) ήταν 25,6% και 45% αντιστοίχως.
Μανιακά επεισόδια Διπολικής Διαταραχής τύπου Ι σε εφήβους ηλικίας 13 ετών και άνω
Η συχνότητα και το είδος των ανεπιθύμητων ενεργειών σε εφήβους με Διπολική Διαταραχή τύπου Ι ήταν παρόμοιες με αυτές στους ενήλικες εκτός από τις ακόλουθες:
- πολύ συχνά (≥ 1/10): υπνηλία (23,0%), εξωπυραμιδική διαταραχή (18,4%), ακαθησία (16,0%) και κόπωση (11,8%)
- συχνά (≥ 1/100, < 1/10): άλγος άνω κοιλιακής χώρας, αυξημένη καρδιακή συχνότητα, αυξημένο σωματικό βάρος, αυξημένη όρεξη, μυϊκές δεσμιδώσεις και δυσκινησία.
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες είχαν μία πιθανή συσχέτιση μεταξύ δόσης και απόκρισης:
- εξωπυραμιδική διαταραχή (τα περιστατικά ήταν 10 mg 9,1%, 30 mg 28,8%, εικονικό φάρμακο 1,7%)
- ακαθησία (τα περιστατικά ήταν 10 mg 12,1%, 30 mg 20,3%, εικονικό φάρμακο 1,7%).
Οι μέσες μεταβολές στο σωματικό βάρος σε εφήβους με Διπολική Διαταραχή τύπου Ι στις 12 και 30 εβδομάδες για την αριπιπραζόλη ήταν 2,4 kg και 5,8 kg και για το εικονικό φάρμακο ήταν 0,2 kg και 2,3 kg αντίστοιχα.
Στον παιδιατρικό πληθυσμό η υπνηλία και η κόπωση παρατηρήθηκαν περισσότερο συχνά σε ασθενείς με διπολική διαταραχή σε σύγκριση με τους ασθενείς με σχιζοφρένεια.
Στον παιδιατρικό διπολικό πληθυσμό (10-17 ετών) με έκθεση μέχρι 30 εβδομάδες, τα περιστατικά χαμηλών επιπέδων προλακτίνης στον ορό σε κορίτσια (< 3 ng/ml) και σε αγόρια (< 2 ng/ml) ήταν 28,0% και 53,3% αντίστοιχα.
Μετά την κυκλοφορία
Οι παρακάτω ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια της μετά την κυκλοφορία παρακολούθησης. Η συχνότητα αυτών των ενεργειών θεωρείται ως μη γνωστή (δεν μπορεί να υπολογισθεί από τα διαθέσιμα στοιχεία).
- Διαταραχές του αιμοποιητικού και λεμφικού συστήματος: λευκοπενία, ουδετεροπενία, θρομβοπενία
- Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος: αλλεργική αντίδραση (π.χ. αναφυλακτική αντίδραση, αγγειοοίδημα περιλαμβανομένης διογκωμένης γλώσσας, οίδημα γλώσσας, οίδημα προσώπου, κνησμός, ή κνίδωση)
- Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος: υπεργλυκαιμία, σακχαρώδης διαβήτης, διαβητική κετοξέωση, διαβητικό υπερωσμωτικό κώμα
- Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης: αύξηση βάρους, απώλεια βάρους, ανορεξία, υπονατριαιμία
- Ψυχιατρικές διαταραχές: διέγερση, νευρικότητα, παθολογική χαρτοπαιξία, απόπειρα αυτοκτονίας, αυτοκτονικός ιδεασμός και “επιτυχής” αυτοκτονία (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις)
- Διαταραχές του νευρικού συστήματος: διαταραχή λόγου, Κακόηθες Νευροληπτικό Σύνδρομο (NMS), σπασμός γενικευμένης επιληψίας, σύνδρομο σεροτονίνης
- Καρδιακές διαταραχές: παράταση QT, κοιλιακές αρρυθμίες, αιφνίδιος θάνατος άγνωστης αιτιολογίας, καρδιακή ανακοπή, κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου, βραδυκαρδία
- Αγγειακές διαταραχές: συγκοπή, υπέρταση, φλεβική θρομβοεμβολή (περιλαμβανομένων πνευμονικής εμβολής και εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης)
- Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου: σπασμός στοματοφάρυγγα, λαρυγγόσπασμος, πνευμονία από εισρόφηση
- Διαταραχές του γαστρεντερικού: παγκρεατίτιδα, δυσφαγία, κοιλιακή δυσφορία, δυσφορία του στομάχου, διάρροια
- Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων: ηπατική ανεπάρκεια, ίκτερος, ηπατίτιδα, αυξημένη Αμινοτρανφεράση της Αλανίνης (ALT), αυξημένη Ασπαρτική Αμινοτρανφεράση (AST), αυξημένη Γάμμα Γλουταμυλτρανσφεράση (GGT), αυξημένη αλκαλική φωσφατάση
- Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού: εξάνθημα, αντίδραση από φωτοευαισθησία, αλωπεκία, υπερίδρωση
- Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού: ραβδομυόλυση, μυαλγία, δυσκαμψία
- Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών: ακράτεια ούρων, κατακράτηση ούρων
- Καταστάσεις της κύησης, της λοχίας και της περιγεννητικής περιόδου: σύνδρομο από απόσυρση φαρμάκου των νεογνών (βλέπε Κύηση και γαλουχία)
- Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού: πριαπισμός
- Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης: διαταραχή ρύθμισης της θερμοκρασίας (π.χ. υποθερμία, πυρεξία), θωρακικό άλγος, περιφερικό οίδημα
- Παρακλινικές εξετάσεις: αυξημένη Κρεατινοφωσφοκινάση, αυξημένη γλυκόζη αίματος, διακύμανση γλυκόζης αίματος, αυξημένη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων Μεσογείων 284 15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-ARPOYA
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί επαρκείς και καλά ελεγχόμενες δοκιμές με αριπιπραζόλη σε εγκύους γυναίκες. Έχουν αναφερθεί συγγενείς ανωμαλίες˙ ωστόσο, δεν αποδείχθηκε αιτιολογικός συσχετισμός με την αριπιπραζόλη. Δοκιμές σε πειραματόζωα δεν αποκλείουν πιθανή αναπτυξιακή τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται ότι πρέπει να αναφέρουν στο γιατρό τους εάν μείνουν έγκυες ή προτίθενται να μείνουν έγκυες κατά τη διάρκεια της θεραπείας με αριπιπραζόλη. Λόγω ανεπαρκούς πληροφόρησης για την ασφάλεια στον άνθρωπο και των ερωτηματικών που δημιουργήθηκαν από τις δοκιμές αναπαραγωγής σε πειραματόζωα, το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε περίπτωση κύησης εκτός εάν το αναμενόμενο όφελος δικαιολογεί σαφώς τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο.
Τα νεογνά που εκτίθενται σε αντιψυχωσικά (περιλαμβανομένης της αριπιπραζόλης) κατά το τρίτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, διατρέχουν κίνδυνο για εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών περιλαμβανομένων των εξωπυραμιδικών και/ή συμπτωμάτων απόσυρσης που μπορούν να ποικίλουν σε σοβαρότητα και διάρκεια μετά τον τοκετό. Υπάρχουν αναφορές για διέγερση, υπερτονία, υποτονία, τρόμο, υπνηλία, αναπνευστική δυσχέρεια ή διαταραχή στη σίτιση. Κατά συνέπεια, τα νεογνά θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
Θηλασμός
Η αριπιπραζόλη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται ότι δεν πρέπει να θηλάζουν εάν λαμβάνουν αριπιπραζόλη.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-ARPOYA
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: άλλα αντιψυχωσικά, κωδικός ATC: N05AX12
Μηχανισμός δράσης
Έχει προταθεί ότι η αποτελεσματικότητα της αριπιπραζόλης στη σχιζοφρένεια και τη Διπολική Διαταραχή τύπου Ι επιτυγχάνεται με τη μεσολάβηση ενός συνδυασμού από μερικό αγωνισμό στους υποδοχείς της ντοπαμίνης D2 και της σεροτονίνης 5ΗΤ1a και ανταγωνισμού των υποδοχέων της σεροτονίνης 5ΗΤ2a. Η αριπιπραζόλη εμφάνισε ανταγωνιστικές ιδιότητες σε μοντέλα πειραματοζώων ντοπαμινεργικής υπερδραστηριότητας και αγωνιστικές ιδιότητες σε μοντέλα πειραματοζώων ντοπαμινεργικής υποδραστηριότητας. In vitro, η αριπιπραζόλη έδειξε υψηλή συγγένεια σύνδεσης με τους υποδοχείς της ντοπαμίνης D2 και D3, της σεροτινίνης 5ΗΤ1a και 5ΗΤ2a και μέτρια συγγένεια με τους υποδοχείς της ντοπαμίνης D4, της σεροτονίνης 5ΗΤ2c και 5ΗΤ7, καθώς και με τους άλφα 1 αδρενεργικούς και Η1 ισταμινικούς υποδοχείς. Η αριπιπραζόλη επίσης έδειξε μέτρια συγγένεια σύνδεσης με τα σημεία επαναπρόσληψης της σεροτονίνης και όχι αξιοσημείωτη συγγένεια με τους μουσκαρινικούς υποδοχείς. Αλληλεπιδράσεις με υποδοχείς άλλους από τους υποτύπους της ντοπαμίνης και της σεροτονίνης μπορούν να εξηγήσουν μερικές από τις άλλες κλινικές επιδράσεις της αριπιπραζόλης. Δόσεις αριπιπραζόλης που κυμαίνονταν από 0,5 μέχρι 30 mg, που χορηγήθηκαν μια φορά ημερησίως σε υγιή άτομα για 2 εβδομάδες, προκάλεσαν μια δοσοεξαρτώμενη μείωση της δέσμευσης της C-raclopride, υποκαταστάτη του υποδοχέα D2/D3, στον κερκοφόρο πυρήνα του εγκεφάλου και στο κέλυφος του φακοειδούς πυρήνα, όπως διαπιστώθηκε με τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίων.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Σχιζοφρένεια
Σε τρεις βραχείας διάρκειας (4 έως 6 εβδομάδων) ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο δοκιμές, που περιελάμβαναν 1.228 ενήλικες πάσχοντες από σχιζοφρένεια, με θετικά ή αρνητικά συμπτώματα, η αριπιπραζόλη συσχετίσθηκε με στατιστικά σημαντικά μεγαλύτερες βελτιώσεις στα ψυχωσικά συμπτώματα σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.
Η αριπιπραζόλη είναι αποτελεσματική στη διατήρηση της κλινικής βελτίωσης κατά τη διάρκεια παρατεινόμενης θεραπείας σε ενήλικες ασθενείς που έχουν δείξει μια αρχική ανταπόκριση στη θεραπεία. Σε μια ελεγχόμενη με αλοπεριδόλη δοκιμή το ποσοστό των ανταποκριθέντων ασθενών που διατήρησαν την ανταπόκριση στο φαρμακευτικό προϊόν, στις 52 εβδομάδες ήταν παρόμοιο και για τις δύο ομάδες (αριπιπραζόλη 77% και αλοπεριδόλη 73%). Το συνολικό ποσοστό ολοκλήρωσης της δοκιμής ήταν σημαντικά υψηλότερο για τους ασθενείς σε αριπιπραζόλη (43%) σε σχέση με αυτούς σε αλοπεριδόλη (30%). Οι πραγματικές επιδόσεις στις κλίμακες βαθμολόγησης που χρησιμοποιήθηκαν ως δευτερογενή καταληκτικά σημεία περιλαμβανομένων των PANSS και Montgomery-Asberg Depression Rating Scale, έδειξαν σημαντική βελτίωση σε σχέση με την αλοπεριδόλη.
Σε μια ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο δοκιμή, διάρκειας 26 εβδομάδων, σε ενήλικες σταθεροποιημένους ασθενείς πάσχοντες από χρόνια σχιζοφρένεια, η ομάδα της αριπιπραζόλης παρουσίασε σημαντικά μεγαλύτερη μείωση του ποσοστού υποτροπής, 34% στην ομάδα της αριπιπραζόλης και 57% στο εικονικό φάρμακο.
Αύξηση βάρους - σε κλινικές δοκιμές η αριπιπραζόλη δεν φάνηκε να προκαλεί κλινικά σημαντική αύξηση βάρους. Σε μια ελεγχόμενη με ολανζαπίνη, διπλά-τυφλή, πολυεθνική δοκιμή για σχιζοφρένεια, διάρκειας 26 εβδομάδων, με 314 ενήλικες ασθενείς, της οποίας το πρωταρχικό καταληκτικό σημείο ήταν η αύξηση βάρους, σημαντικά λιγότεροι ασθενείς που έλαβαν αριπιπραζόλη (n = 18, ή 13% των αξιολογήσιμων ασθενών) εμφάνισαν αύξηση βάρους σε ποσοστό τουλάχιστον 7% πάνω από την αρχική τιμή (δηλ. αύξηση τουλάχιστον 5,6 kg για μέση τιμή αρχικού βάρους ~80,5 kg) σε σύγκριση με τους ασθενείς που έλαβαν ολανζαπίνη (n = 45, ή 33% των αξιολογήσιμων ασθενών).
Λιπιδαιμικές παράμετροι - σε ομαδοποιημένη ανάλυση λιπιδαιμικών παραμέτρων από ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές δοκιμές ενηλίκων, η αριπιπραζόλη δεν έδειξε να επάγει κλινικά σημαντικές μεταβολές στα επίπεδα της ολικής χοληστερόλης, των τριγλυκεριδίων, της HDL και της LDL.
- Ολική χοληστερόλη: η συχνότητα μεταβολών των επιπέδων από φυσιολογικά (< 5.18 mmol/l) σε υψηλά (≥ 6,22 mmol/l) ήταν 2,5% για την αριπιπραζόλη και 2,8% για το εικονικό φάρμακο και η μέση μεταβολή από την αρχική τιμή ήταν -0,15 mmol/l (95% CI: -0,182, -0,115) για την αριπιπραζόλη και -0,11 mmol/l (95% CI: -0,148, -0,066) για το εικονικό φάρμακο.
- Τριγλυκερίδια νηστείας: η συχνότητα μεταβολών των επιπέδων από φυσιολογικά (< 1,69 mmol/l) σε υψηλά (≥ 2,26 mmol/l) ήταν 7,4% για την αριπιπραζόλη και 7,0% για το εικονικό φάρμακο και η μέση μεταβολή από την αρχική τιμή ήταν -0,11 mmol/l (95% CI: -0,182, -0,046) για την αριπιπραζόλη και -0,07 mmol/l (95% CI: -0,148, 0,007) για το εικονικό φάρμακο.
- HDL: η συχνότητα μεταβολών των επιπέδων από φυσιολογικά (≥ 1,04 mmol/l) σε χαμηλά (< 1,04 mmol/l) ήταν 11,4% για την αριπιπραζόλη και 12,5% για το εικονικό φάρμακο και η μέση μεταβολή από την αρχική τιμή ήταν -0,03 mmol/l (95% CI: -0,046, -0,017) για την αριπιπραζόλη και -0,04 mmol/l (95% CI: -0,056, -0,022) για το εικονικό φάρμακο.
- LDL νηστείας: η συχνότητα μεταβολών των επιπέδων από φυσιολογικά (< 2,59 mmol/l) σε υψηλά (≥ 4,14 mmol/l) ήταν 0,6% για την αριπιπραζόλη και 0,7% για το εικονικό φάρμακο και η μέση μεταβολή από την αρχική τιμή ήταν -0,09 mmol/l (95% CI: -0,139, -0,047) για την αριπιπραζόλη και -0,06 mmol/l (95% CI: -0,116, -0,012) για το εικονικό φάρμακο.
Μανιακά Επεισόδια στη Διπολική Διαταραχή τύπου Ι
Σε δύο ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο δοκιμές μονοθεραπείας μεταβλητής δόσης διάρκειας 3 εβδομάδων, που περιελάμβαναν ασθενείς με ένα μανιακό ή μεικτό επεισόδιο Διπολικής Διαταραχής τύπου Ι, η αριπιπραζόλη είχε ανώτερη αποτελεσματικότητα σε σχέση με το εικονικό φάρμακο στη μείωση των μανιακών επεισοδίων για χρονικό διάστημα 3 εβδομάδων. Οι δοκιμές αυτές περιελάμβαναν ασθενείς με ή χωρίς ψυχωσικά συμπτώματα και με ή χωρίς ταχεία εναλλαγή φάσεων.
Σε δοκιμή μονοθεραπείας σταθερής δόσης ελεγχόμενης με εικονικό φάρμακο, διάρκειας 3 εβδομάδων, που περιελάμβανε ασθενείς με μανιακό ή μεικτό επεισόδιο Διπολικής Διαταραχής τύπου Ι, η αριπιπραζόλη απέτυχε να παρουσιάσει ανώτερη αποτελεσματικότητα από το εικονικό φάρμακο.
Σε δύο ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο και δραστικό φάρμακο δοκιμές μονοθεραπείας 12 εβδομάδων, σε ασθενείς με ένα μανιακό ή μεικτό επεισόδιο Διπολικής Διαταραχής τύπου Ι, με ή χωρίς ψυχωσικά συμπτώματα, η αριπιπραζόλη παρουσίασε ανώτερη αποτελεσματικότητα από το εικονικό φάρμακο στις 3 εβδομάδες και διατήρηση του αποτελέσματος συγκρίσιμη με το λίθιο ή την αλοπεριδόλη τη 12η εβδομάδα. Η αριπιπραζόλη έδειξε επίσης συγκρίσιμο ποσοστό ασθενών με συμπτωματική ύφεση από τη μανία όπως και το λίθιο ή η αλοπεριδόλη τη 12η εβδομάδα.
Σε μια ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο δοκιμή 6 εβδομάδων, που αφορούσε σε ασθενείς με ένα μανιακό ή μεικτό επεισόδιο Διπολικής Διαταραχής τύπου Ι, με ή χωρίς ψυχωσικά συμπτώματα, που δεν ανταποκρίνονταν μερικώς στη μονοθεραπεία με λίθιο ή βαλπροϊκό σε θεραπευτικά επίπεδα ορού για 2 εβδομάδες, η προσθήκη αριπιπραζόλης ως επικουρική θεραπεία είχε ως αποτέλεσμα ανώτερη αποτελεσματικότητα στη μείωση των μανιακών συμπτωμάτων σε σχέση με τη μονοθεραπεία λιθίου ή βαλπροϊκού.
Σε μια ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο δοκιμή 26 εβδομάδων, που παρατάθηκε για 74 εβδομάδες, σε μανιακούς ασθενείς που επιτεύχθηκε ύφεση με αριπιπραζόλη κατά τη διάρκεια φάσης σταθεροποίησης πριν από τη τυχαιοποίηση, η αριπιπραζόλη παρουσίασε υπεροχή σε σχέση με το εικονικό φάρμακο στην πρόληψη επανεμφάνισης της διπολικής, κυρίως προλαμβάνοντας την υποτροπή στη μανία, αλλά απέτυχε να παρουσιάσει ανωτερότητα έναντι του εικονικού φαρμάκου στην πρόληψη επανεμφάνισης της κατάθλιψης.
Σε μια ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο δοκιμή 52 εβδομάδων, σε ασθενείς με ένα τρέχον μανιακό ή μεικτό επεισόδιο Διπολικής Διαταραχής τύπου Ι όπου επιτεύχθηκε συνεχής ύφεση (συνολική βαθμολογία Y-MRS και MADRS ≤ 12) με αριπιπραζόλη (10 mg/ημέρα έως 30 mg/ημέρα) συμπληρωματική με λίθιο ή βαλπροϊκό για 12 συνεχόμενες εβδομάδες, η συμπληρωματική αριπιπραζόλη έδειξε υπεροχή έναντι του εικονικού φαρμάκου, με 46% μειωμένο κίνδυνο (κλάσμα κινδύνου 0,54) στην πρόληψη επανεμφάνισης της διπολικής και κατά 65% μειωμένο κίνδυνο (κλάσμα κινδύνου 0,35) στην πρόληψη επανεμφάνισης της μανίας έναντι συμπληρωματικού εικονικού φαρμάκου αλλά απέτυχε να αποδείξει υπεροχή έναντι εικονικού φαρμάκου στην πρόληψη επανεμφάνισης της κατάθλιψης. Συμπληρωματική αριπιπραζόλη απέδειξε υπεροχή έναντι εικονικού φαρμάκου στη δευτερεύουσα μέτρηση έκβασης, βαθμός Σοβαρότητας Ασθένειας CGI-BP (μανία).
Σε αυτή τη δοκιμή, ασθενείς είχαν υποδειχθεί από ερευνητές είτε σε λίθιο ανοιχτής δοκιμής είτε σε μονοθεραπεία βαλπροϊκού ώστε να προσδιοριστεί μερικώς η μη ανταπόκριση. Οι ασθενείς είχαν σταθεροποιηθεί για τουλάχιστον 12 συνεχόμενες εβδομάδες με το συνδυασμό αριπιπραζόλης και τον ίδιο σταθεροποιητή διάθεσης. Στη συνέχεια σταθεροποιημένοι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν ώστε να συνεχίσουν με τον ίδιο σταθεροποιητή διάθεσης με διπλά-τυφλή αριπιπραζόλη ή εικονικό φάρμακο. Τέσσερις υποομάδες σταθεροποιητών διάθεσης αξιολογήθηκαν σε τυχαιοποιημένη φάση: αριπιπραζόλη + λίθιο, αριπιπραζόλη + βαλπροϊκό, εικονικό φάρμακο + λίθιο, εικονικό φάρμακο + βαλπροϊκό.
Τα ποσοστά επαναληψιμότητας Kaplan-Meier σε οποιοδήποτε επεισόδιο διάθεσης για το συμπληρωματικό θεραπευτικό άκρο ήταν 16% σε αριπιπραζόλη + λίθιο και 18% σε αριπιπραζόλη + βαλπροϊκό σε σύγκριση με 45% σε εικονικό φάρμακο + λίθιο και 19% σε εικονικό φάρμακο + βαλπροϊκό.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Σχιζοφρένεια σε εφήβους
Σε ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο δοκιμή διάρκειας 6 εβδομάδων που περιελάμβανε 302 σχιζοφρενικούς εφήβους ασθενείς (13-17 ετών), που παρουσίαζαν θετικά ή αρνητικά συμπτώματα, η αριπιπραζόλη συσχετίσθηκε με στατιστικώς σημαντικά υψηλότερες βελτιώσεις των ψυχωσικών συμπτωμάτων σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.
Σε υπο-ανάλυση εφήβων ασθενών μεταξύ των ηλικιών 15 έως 17 ετών, που εκπροσωπούσε το 74% του συνολικού πληθυσμού της δοκιμής, παρατηρήθηκε διατήρηση του αποτελέσματος κατά την ανοιχτής φάσης επέκτασης της δοκιμής διάρκειας 26 εβδομάδων.
Μανιακά επεισόδια Διπολικής Διαταραχής τύπου Ι σε παιδιά και εφήβους
Η αριπιπραζόλη μελετήθηκε σε μία ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο δοκιμή διάρκειας 30 εβδομάδων που περιελάμβανε 296 παιδιά και εφήβους (10-17 ετών), που πληρούσαν τα κριτήρια DSM-IV για Διπολική Διαταραχή τύπου Ι με μανιακά ή μικτά επεισόδια με ή χωρίς ψυχωσικά χαρακτηριστικά και είχαν μία βαθμολογία Y-MRS ≥20 κατά την έναρξη. Μεταξύ των ασθενών που συμπεριλήφθηκαν στην αρχική ανάλυση αποτελεσματικότητας, 139 ασθενείς είχαν ως συνυπάρχουσα διάγνωση ADHD.
Η αριπιπραζόλη ήταν ανώτερη του εικονικού φαρμάκου στη μεταβολή από την αρχική τιμή την εβδομάδα 4 και την εβδομάδα 12 στη συνολική βαθμολογία Y-MRS. Σε μία post-hoc ανάλυση, η βελτίωση σε σχέση με το εικονικό φάρμακο ήταν πιο έντονη στους ασθενείς με συνυπάρχουσα ADHD σε σύγκριση με την ομάδα χωρίς ADHD, όπου δεν υπήρχε καμία διαφορά από το εικονικό φάρμακο.
Δεν θεσπίστηκε πρόληψη της υποτροπής.
Πίνακας 1: Μέση βελτίωση από την αρχική τιμή βαθμολογίας YMRS με συνυπάρχουσα ψυχιατρική νόσο
| συνυπάρχουσα ψυχιατρική | Εβδομάδα | Εβδομάδα | Με ADHD | Εβδομάδα | Εβδομάδα |
|---|---|---|---|---|---|
| Αριπιπραζόλη 10 mg (n = 48) | 14,9 | 15,1 | Αριπιπραζόλη 10 mg (n = 44) | 15,2 | 15,6 |
| Αριπιπραζόλη 30 mg (n = 51) | 16,7 | 16,9 | Αριπιπραζόλη 30 mg (n = 48) | 15,9 | 16,7 |
| Εικονικό φάρμακο (n = 52)α | 7,0 | 8,2 | Εικονικό φάρμακο (n = 47)β | 6,3 | 7,0 |
| Χωρίς συνυπάρχουσα ψυχιατρική | Εβδομάδα | Εβδομάδα | Χωρίς ADHD | Εβδομάδα | Εβδομάδα |
| — | — | — | — | — | — |
| Αριπιπραζόλη 10 mg (n = 27) | 12,8 | 15,9 | Αριπιπραζόλη 10 mg (n = 37) | 12,7 | 15,7 |
| Αριπιπραζόλη 30 mg (n = 25) | 15,3 | 14,7 | Αριπιπραζόλη 30 mg (n = 30) | 14,6 | 13,4 |
| Εικονικό φάρμακο | 9,4 | 9,7 | Εικονικό φάρμακο | 9,9 | 10,0 |
α n = 51 στην Εβδομάδα 4 β n = 46 στην Εβδομάδα 4
Οι πιο κοινές εμφανιζόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στους ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με 30 mg ήταν εξωπυραμιδική διαταραχή (28,3%), υπνηλία (27,3%), κεφαλαλγία (23,2%), και ναυτία (14,1%). Η μέση αύξηση του σωματικού βάρους σε διάστημα θεραπείας 30 εβδομάδων ήταν 2,9 kg σε σύγκριση με 0,98 kg στους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με εικονικό φάρμακο.
Ευερεθιστότητα σχετιζόμενη με αυτιστική διαταραχή σε παιδιατρικούς ασθενείς (βλ. Δοσολογία)
Η αριπιπραζόλη μελετήθηκε σε ασθενείς ηλικίας 6 έως 17 ετών σε δύο ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο δοκιμές διάρκειας 8 εβδομάδων [με μια μεταβλητή δόση (2-15 mg/ημέρα) και με μια σταθερή δόση (5, 10 ή 15 mg/ημέρα)] και σε μια ανοιχτή δοκιμή 52 εβδομάδων. Η χορήγηση δόσης σε αυτές τις δοκιμές ξεκίνησε με 2 mg/ημέρα, αυξήθηκε στα 5 mg/ημέρα μετά από μια εβδομάδα και αυξήθηκε ανά 5 mg/ημέρα σε εβδομαδιαία προσαύξηση μέχρι τη στοχευμένη δόση. Πάνω από 75% των ασθενών ήταν μικρότεροι των 13 ετών. Η αριπιπραζόλη παρουσίασε στατιστικά ανώτερη αποτελεσματικότητα σε σχέση με εικονικό φάρμακο σε κλίμακα Ευερεθιστότητας Ελέγχου Παρεκκλίνουσας Συμπεριφοράς. Ωστόσο, η κλινική σχέση αυτού του ευρήματος δεν έχει τεκμηριωθεί. Το προφίλ ασφάλειας συμπεριελάμβανε αύξηση βάρους και αλλαγές στα επίπεδα προλακτίνης. Η διάρκεια της μακρόχρονης δοκιμής ασφάλειας περιορίστηκε στις 52 εβδομάδες. Στις ομαδοποιημένες δοκιμές σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με αριπιπραζόλη, η επίπτωση των χαμηλών επιπέδων προλακτίνης στον ορό σε κορίτσια (< 3 ng/ml) και σε αγόρια (< 2 ng/ml), ήταν 27/46 (58,7%) και 258/298 (86,6%) αντίστοιχα. Σε ελεγχόμενες δοκιμές με εικονικό φάρμακο, η μέση αύξηση βάρους ήταν 0,4 kg για εικονικό φάρμακο και 1,6 kg για αριπιπραζόλη.
Η αριπιπραζόλη μελετήθηκε επίσης σε μία δοκιμή μακροχρόνιας συντήρησης ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο. Μετά από μια σταθεροποίηση 13-26 εβδομάδων στην αριπιπραζόλη (2-15 mg/ημέρα), οι ασθενείς με μια σταθερή αναταπόκριση είτε διατηρήθηκαν σε αριπιπραζόλη ή υποκαταστάθηκαν στο εικονικό φάρμακο για επιπλέον 16 εβδομάδες. Τα ποσοστά υποτροπής Kaplan-Meier κατά την εβδομάδα 16 ήταν για την αριπιπραζόλη 35% και για το εικονικό φάρμακο 52%. Ο σχετικός κίνδυνος για υποτροπή εντός 16 εβδομάδων (αριπιπραζόλη/εικονικό φάρμακο) ήταν 0,57 (μη στατιστικά σημαντική διαφορά). Η μέση αύξηση του σωματικού βάρους κατά τη διάρκεια της φάσης σταθεροποίησης (μέχρι 26 εβδομάδες) με αριπιπραζόλη ήταν 3,2 kg, και μια περαιτέρω μέση αύξηση της τάξης των 2,2 kg για αριπιπραζόλη σε σύγκριση με 0,6 kg για το εικονικό φάρμακο παρατηρήθηκε στη δεύτερη φάση (16 εβδομάδες) της δοκιμής. Εξωπυραμιδικά συμπτώματα αναφέρθηκαν κυρίως κατά την φάση της σταθεροποίησης σε 17% των ασθενών, με το 6,5% να παρουσιάζει συμπτώματα τρόμου.
Τικ που σχετίζονται με το σύνδρομο Tourette σε παιδιατρικούς ασθενείς (βλέπε Δοσολογία)
Η αποτελεσματικότητα της αριπιπραζόλης μελετήθηκε σε παιδιατρικούς ασθενείς με σύνδρομο Tourette (αριπιπραζόλη: n = 99, εικονικό φάρμακο: n = 44) σε μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη 8 εβδομάδων, χρησιμοποιώντας για τις ομάδες ένα σχήμα θεραπευτικής αγωγής σταθερής δόσης με βάση το βάρος, έναντι του εύρους δόσεων από 5 mg/ημέρα έως 20 mg/ημέρα, και με δόση έναρξης 2 mg. Οι ασθενείς ήταν από 7 έως 17 ετών και παρουσίασαν μέσο όρο βαθμολογίας 30 στο Total Tic Score της κλίμακας Yale Global Tic Severity Scale (TTS- YGTSS) στην αρχική τιμή. Η αριπιπραζόλη επέδειξε βελτίωση στη μεταβολή του TTS-YGTSS από την αρχική τιμή έως την 8η εβδομάδα κατά 13,35, για την ομάδα χαμηλής δόσης (5 mg ή 10 mg), και κατά 16,94 για την ομάδα υψηλής δόσης (10 mg ή 20 mg), σε σύγκριση με μια βελτίωση κατά 7,09 που σημειώθηκε στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.
Η αποτελεσματικότητα της αριπιπραζόλης σε παιδιατρικούς ασθενείς με σύνδρομο Tourette (αριπιπραζόλη: n = 32, εικονικό φάρμακο: n = 29) αξιολογήθηκε, επίσης, με ένα ευέλικτο εύρος δόσεων από 2 mg/ημέρα έως 20 mg/ημέρα και δόση έναρξης 2 mg, σε μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη 10 εβδομάδων, η οποία διεξήχθη στη Νότια Κορέα. Οι ασθενείς ήταν από 6 έως 18 ετών και παρουσίασαν μέσο όρο βαθμολογίας 29 στο TTS-YGTSS στην αρχική τιμή. Η ομάδα της αριπιπραζόλης επέδειξε βελτίωση κατά 14,97 στη μεταβολή του TTS-YGTSS από την αρχική τιμή έως τη 10η εβδομάδα, σε σύγκριση με μια βελτίωση κατά 9,62 στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.
Η κλινική συνάφεια για την αποτελεσματικότητα των ευρημάτων δεν έχει τεκμηριωθεί για καμία από αυτές τις δύο βραχυπρόθεσμες δοκιμές, λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος της επίδρασης της θεραπευτικής αγωγής σε σύγκριση με τη μεγάλη επίδραση του εικονικού φαρμάκου και τις ασαφείς επιδράσεις σχετικά με την ψυχοκοινωνική λειτουργικότητα. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα μακροπρόθεσμα στοιχεία, όσον αφορά την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια της αριπιπραζόλης για αυτή τη χαρακτηριζόμενη από διακυμάνσεις διαταραχή.
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των δοκιμών με την αριπιπραζόλη σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στη θεραπεία της σχιζοφρένειας και στη θεραπεία της διπολικής συναισθηματικής διαταραχής (βλέπε Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-ARPOYA
expand_more
Φαρμακοκινητική
Τα διασπειρόμενα στο στόμα δισκία αριπιπραζόλης είναι βιοϊσοδύναμα με τα δισκία αριπιπραζόλης, με παρόμοια ταχύτητα και ποσοστό απορρόφησης. Τα διασπειρόμενα στο στόμα δισκία αριπιπραζόλης μπορούν να χρησιμοποιηθούν εναλλακτικά των δισκίων αριπιπραζόλης.
Απορρόφηση
Η αριπιπραζόλη απορροφάται καλά, με τις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα να εμφανίζονται μέσα σε 3-5 ώρες από τη χορήγηση. Η αριπιπραζόλη υφίσταται ελάχιστο προ-συστηματικό μεταβολισμό. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα μετά από τη λήψη δισκίων από το στόμα είναι 87%. Γεύμα πλούσιο σε λίπη δεν έχει καμία επίδραση στη φαρμακοκινητική της αριπιπραζόλης.
Κατανομή
Η αριπιπραζόλη κατανέμεται ευρέως σε όλο το σώμα με φαινομενικό όγκο κατανομής 4,9 l/kg, που δείχνει εκτεταμένη εξωαγγειακή κατανομή. Σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις, η αριπιπραζόλη και η δεϋδρο-αριπιπραζόλη είναι συνδεδεμένα με τις πρωτεΐνες του ορού σε ποσοστό μεγαλύτερο από 99%, συνδεδεμένο κυρίως με την αλβουμίνη.
Βιομετασχηματισμός
Η αριπιπραζόλη μεταβολίζεται εκτεταμένα από το ήπαρ κυρίως με τρεις οδούς βιομετατροπής: αφυδρογόνωση, υδροξυλίωση και Ν-αποαλκυλίωση. Με βάση δοκιμές in vitro, τα ένζυμα CYP3A4 και CYP2D6 είναι υπεύθυνα για την αφυδρογόνωση και υδροξυλίωση της αριπιπραζόλης και η Ν- αποαλκυλίωση καταλύεται από το CYP3A4. Η αριπιπραζόλη είναι το επικρατέστερο μόριο φαρμακευτικού προϊόντος στη συστηματική κυκλοφορία. Στη σταθεροποιημένη κατάσταση, η δεϋδρο-αριπιπραζόλη, ο ενεργός μεταβολίτης, αντιπροσωπεύει περίπου το 40% του AUC της αριπιπραζόλης στο πλάσμα.
Αποβολή
Οι μέσες τιμές ημιζωής αποβολής της αριπιπραζόλης είναι περίπου 75 ώρες σε ουσίες που προκαλούν εκτεταμένο μεταβολισμό του CYP2D6 και περίπου 146 ώρες σε ουσίες που προκαλούν ασθενή μεταβολισμό CYP2D6.
Η ολική κάθαρση του οργανισμού για την αριπιπραζόλη είναι 0,7 ml/min/kg, που είναι κυρίως ηπατική.
Μετά από μια εφάπαξ από του στόματος δόση αριπιπραζόλης επισημασμένης με [14C], περίπου το 27% της χορηγηθείσας ραδιενέργειας ανακτήθηκε στα ούρα και περίπου το 60% στα κόπρανα. Λιγότερο από το 1% της αναλλοίωτης αριπιπραζόλης αποβλήθηκε στα ούρα και περίπου το 18% ανακτήθηκε αναλλοίωτη στα κόπρανα.
Φαρμακοκινητική σε ειδικές ομάδες ασθενών
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η φαρμακοκινητική της αριπιπραζόλης και της δεϋδρο-αριπιπραζόλης σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 10 έως 17 ετών ήταν παρόμοια με εκείνη των ενηλίκων μετά από διόρθωση για τις διαφορές των σωματικών βαρών.
Ηλικιωμένοι ασθενείς
Δεν υπάρχουν διαφορές στη φαρμακοκινητική της αριπιπραζόλης μεταξύ υγιών ηλικιωμένων και νεώτερων ενηλίκων, ούτε υπάρχει κάποια ανιχνεύσιμη επίδραση της ηλικίας, σε μια φαρμακοκινητική ανάλυση του πληθυσμού των πασχόντων από σχιζοφρένεια.
Φύλο
Δεν υπάρχουν διαφορές στη φαρμακοκινητική της αριπιπραζόλης μεταξύ υγιών ανδρών και γυναικών ούτε παρατηρείται ανιχνεύσιμη επίδραση του φύλου σε μια φαρμακοκινητική ανάλυση του πληθυσμού των πασχόντων από σχιζοφρένεια.
Κάπνισμα και Φυλή
Η αξιολόγηση της φαρμακοκινητικής στον πληθυσμό, δεν αποκάλυψε κλινικώς σημαντικές διαφορές που να συνδέονται με τη φυλή ή με ενέργειες από το κάπνισμα στη φαρμακοκινητική της αριπιπραζόλης.
Νεφρική δυσλειτουργία
Τα φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά της αριπιπραζόλης και της δεϋδρο-αριπιπραζόλης βρέθηκαν να είναι παρόμοια σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική νόσο συγκρινόμενα με αυτά νεαρών υγιών εθελοντών.
Ηπατική δυσλειτουργία
Δοκιμή με εφάπαξ δόση σε άτομα με διάφορους βαθμούς κίρρωσης του ήπατος (Child-Pugh Classes A, B και C) δεν αποκάλυψαν σημαντική επίδραση της ηπατικής δυσλειτουργίας στη φαρμακοκινητική της αριπιπραζόλης και της δεϋδρο-αριπιπραζόλης, αλλά η δοκιμή περιλαμβάνει μόνο 3 ασθενείς με κίρρωση του ήπατος Class C, που είναι ανεπαρκείς για την εξαγωγή συμπερασμάτων για τη μεταβολική τους ικανότητα.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
99%
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η αριπιπραζόλη παρουσιάζει υψηλή συγγένεια για τους υποδοχείς ντοπαμίνης D2 και D3, σεροτονίνης 5-HT1a και 5-HT2a (τιμές Ki 0.34 nM, 0.8 nM, 1.7 nM και 3.4 nM, αντίστοιχα), μέτρια συγγένεια για τους υποδοχείς ντοπαμίνης D4, σεροτονίνης 5-HT2c και 5-HT7, α1-αδρενεργικούς και ισταμίνης H1 (τιμές Ki 44 nM, 15 nM, 39 nM, 57 nM και 61 nM, αντίστοιχα), και μέτρια συγγένεια για τη θέση επαναπρόσληψης σεροτονίνης (Ki=98 nM). Η αριπιπραζόλη δεν έχει αξιόλογη συγγένεια για τους χολινεργικούς μουσκαρινικούς υποδοχείς (IC50>1000 nM).
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η αντιψυχωσική δράση της αριπιπραζόλης πιθανότατα οφείλεται στη μερική αγωνιστική της δράση στους υποδοχείς D2 και 5-HT1A, καθώς και στην ανταγωνιστική της δράση στους υποδοχείς 5-HT2A, αν και ο ακριβής μηχανισμός δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί. Ένας από τους προτεινόμενους μηχανισμούς είναι ότι η αριπιπραζόλη διεγείρει και αναστέλλει την ντοπαμίνη καθώς αλληλεπιδρά με τον υποδοχέα D2. Μειώνει την πυροδότηση των ντοπαμινεργικών νευρώνων σε υψηλές συγκεντρώσεις ντοπαμίνης και αυξάνει την πυροδότηση της ντοπαμίνης σε χαμηλές συγκεντρώσεις. Η μερική αγωνιστική της δράση παρέχει στην αριπιπραζόλη ένα ενδιάμεσο επίπεδο ντοπαμινεργικού τόνου μεταξύ πλήρους αγωνιστή και ανταγωνιστή του υποδοχέα D2. Επιπλέον, ορισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να οφείλονται στη δράση σε άλλους υποδοχείς. Για παράδειγμα, η ορθοστατική υπόταση μπορεί να εξηγηθεί από τον ανταγωνισμό στους α1-αδρενεργικούς υποδοχείς.
Ο ακριβής μηχανισμός αντιψυχωσικής δράσης της αριπιπραζόλης δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί, αλλά, όπως και άλλων άτυπων αντιψυχωσικών φαρμάκων (π.χ. ολανζαπίνη, ρισπεριδόνη, ζιπρασιδόνη), μπορεί να περιλαμβάνει τη δράση του φαρμάκου στους υποδοχείς ντοπαμίνης D2 και σεροτονίνης τύπου 1A (5-HT1A) και τύπου 2 (5-HT2A). Ωστόσο, η αριπιπραζόλη φαίνεται να διαφέρει από άλλα άτυπα αντιψυχωσικά φάρμακα, καθώς το φάρμακο παρουσιάζει μερική αγωνιστική δράση στους υποδοχείς D2 και 5-HT1A και ανταγωνιστική δράση στους υποδοχείς 5-HT2A. Ο ανταγωνισμός σε άλλους υποδοχείς (π.χ. α1-αδρενεργικούς υποδοχείς, ισταμίνης H1) μπορεί να συμβάλλει σε άλλες θεραπευτικές και ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. ορθοστατική υπόταση, υπνηλία) που παρατηρούνται με την αριπιπραζόλη.
…Η αριπιπραζόλη παρουσιάζει τυπικό ανταγωνισμό στους υποδοχείς ντοπαμίνης (D2) στην μεσο-limbic οδό, καθώς και μοναδική μερική αγωνιστική δράση στους υποδοχείς D2 στην μεσο-limbic οδό. Όπως και άλλα άτυπα αντιψυχωσικά, εμφανίζει ισχυρό ανταγωνισμό στον υποδοχέα 5-HT(2a) και είναι παρόμοια με τη ζιπρασιδόνη στο ότι έχει επίσης αγωνιστική δράση στον υποδοχέα 5-HT(1a). Μεταξύ των άτυπων αντιψυχωσικών, η αριπιπραζόλη παρουσιάζει τη χαμηλότερη συγγένεια για τους α1-αδρενεργικούς (α1), ισταμίνης (H1) και μουσκαρινικούς (M1) υποδοχείς. Αυτός ο συνδυασμός δράσεων μπορεί να είναι υπεύθυνος για την αποτελεσματικότητά της στα θετικά και αρνητικά συμπτώματα της σχιζοφρένειας και στη διπολική διαταραχή. … Άλλα πρώιμα δεδομένα υποδηλώνουν ότι η αριπιπραζόλη μπορεί να προκαλέσει μειώσεις στην προλακτίνη του πλάσματος, καθώς και στα προφίλ γλυκόζης και λιπιδίων του πλάσματος…
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
- Δισκίο: Η αριπιπραζόλη απορροφάται καλά μετά τη χορήγηση δισκίου, με μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα να παρατηρούνται εντός 3 έως 5 ωρών. Η απόλυτη από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της μορφής δισκίου είναι 87%. Το ABILIFY μπορεί να χορηγηθεί με ή χωρίς τροφή. Η χορήγηση ενός δισκίου ABILIFY 15 mg με ένα τυπικό γεύμα πλούσιο σε λιπαρά δεν επηρέασε σημαντικά την Cmax ή την AUC της αριπιπραζόλης ή του ενεργού μεταβολίτη της, δεϋδρο-αριπιπραζόλης, αλλά καθυστέρησε το Tmax κατά 3 ώρες για την αριπιπραζόλη και 12 ώρες για τη δεϋδρο-αριπιπραζόλη.
- Ενέσιμο διάλυμα: Η αριπιπραζόλη απορροφάται καλά όταν χορηγείται από του στόματος ως διάλυμα. Σε ισοδύναμες δόσεις, οι συγκεντρώσεις αριπιπραζόλης στο πλάσμα από το διάλυμα ήταν υψηλότερες από αυτές της μορφής δισκίου. Σε μελέτη σχετικής βιοδιαθεσιμότητας που συνέκρινε τη φαρμακοκινητική 30 mg αριπιπραζόλης ως ενέσιμο διάλυμα με δισκία αριπιπραζόλης 30 mg σε υγιείς εθελοντές, οι λόγοι διαλύματος προς δισκίο για τις γεωμετρικές μέσες τιμές Cmax και AUC ήταν 122% και 114%, αντίστοιχα. Η φαρμακοκινητική μίας δόσης αριπιπραζόλης ήταν γραμμική και αναλογική της δόσης μεταξύ των δόσεων 5 mg έως 30 mg.
- Ενέσιμη εναιώρηση παρατεταμένης αποδέσμευσης, διμηνιαία ένεση: Η απορρόφηση της αριπιπραζόλης στην συστηματική κυκλοφορία παρατείνεται μετά από ενδομυϊκή ένεση στους γλουτούς λόγω της χαμηλής διαλυτότητας των σωματιδίων αριπιπραζόλης. Το προφίλ αποδέσμευσης της αριπιπραζόλης από το ABILIFY ASIMTUFII οδηγεί σε διατηρούμενες συγκεντρώσεις στο πλάσμα για 2 μήνες μετά την ένεση στους γλουτούς. Μετά από πολλαπλές δόσεις, ο διάμεσος λόγος μέγιστης:ελάχιστης συγκέντρωσης για την αριπιπραζόλη μετά από δόση ABILIFY ASIMTUFII είναι 1.3, οδηγώντας σε ένα επίπεδο προφίλ συγκέντρωσης στο πλάσμα με Tmax που κυμαίνεται μεταξύ 1 έως 49 ημερών μετά από πολλαπλές ενδομυϊκές χορηγήσεις στους γλουτούς των 960 mg.
Μετά από μία από του στόματος δόση [14C]-αριπιπραζόλης, περίπου το 25% και 55% της χορηγηθείσας ραδιενέργειας ανακτήθηκε στα ούρα και στα κόπρανα, αντίστοιχα. Λιγότερο από 1% της αριπιπραζόλης σε μη μετασχηματισμένη μορφή απεκκρίθηκε στα ούρα και περίπου το 18% της από του στόματος δόσης ανακτήθηκε σε μη μετασχηματισμένη μορφή στα κόπρανα.
Ο όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση της αριπιπραζόλης μετά από ενδοφλέβια χορήγηση είναι υψηλός (404 L ή 4.9 L/kg), υποδεικνύοντας εκτεταμένη εξωαγγειακή κατανομή.
Η κάθαρση της αριπιπραζόλης εκτιμήθηκε σε 0.8 mL/min/kg. Άλλες μελέτες έχουν επίσης αναφέρει ρυθμό κάθαρσης 3297±1042 mL/hr.
Από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα 87%. Η αριπιπραζόλη απορροφάται καλά και μπορεί να χορηγηθεί με ή χωρίς τροφή. Η χορήγηση με γεύμα πλούσιο σε λιπαρά δεν επηρέασε την Cmax ή την AUC, αλλά καθυστέρησε το Tmax κατά 3 ώρες για την αριπιπραζόλη και 12 ώρες για τη δεϋδρο-αριπιπραζόλη.
Χρόνος μέγιστης συγκέντρωσης: Μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα: εντός 3 έως 5 ωρών.
Ο όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση της αριπιπραζόλης μετά από ενδοφλέβια χορήγηση είναι υψηλός (404 L ή 4.9 L/kg), υποδεικνύοντας εκτεταμένη εξωαγγειακή κατανομή. Σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις, η αριπιπραζόλη και ο κύριος μεταβολίτης της συνδέονται κατά 99% με πρωτεΐνες του ορού, κυρίως με την αλβουμίνη.
Υπήρχε εξαρτώμενη από τη δόση κατάληψη των υποδοχέων D2, υποδεικνύοντας διείσδυση της αριπιπραζόλης στον εγκέφαλο σε υγιείς εθελοντές που έλαβαν 0,5 έως 30 mg ημερησίως.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την ΑΡΙPIPRAZOLE (8 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Πρωτεϊνική Σύνδεση
Σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις, η αριπιπραζόλη και ο κύριος μεταβολίτης της συνδέονται κατά >99% με τις πρωτεΐνες του ορού, κυρίως με την αλβουμίνη.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η αριπιπραζόλη μεταβολίζεται κυρίως μέσω τριών οδών βιομετασχηματισμού: αφυδρογόνωσης, υδροξυλίωσης και N-αποαλκυλίωσης. Βάσει in vitro μελετών, τα ένζυμα CYP3A4 και CYP2D6 είναι υπεύθυνα για την αφυδρογόνωση και υδροξυλίωση της αριπιπραζόλης, και η N-αποαλκυλίωση καταλύεται από το CYP3A4. Η αριπιπραζόλη είναι το κυρίαρχο φαρμακευτικό μόριο στη συστηματική κυκλοφορία. Σε σταθερή κατάσταση, η δεϋδρο-αριπιπραζόλη, ο ενεργός μεταβολίτης, αντιπροσωπεύει περίπου το 40% της AUC της αριπιπραζόλης στο πλάσμα.
Η αριπιπραζόλη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ, κυρίως μέσω αφυδρογόνωσης, υδροξυλίωσης και N-αποαλκυλίωσης από τα ισοένζυμα κυτοχρώματος P-450 (CYP) 2D6 και 3A4. Ο κύριος ενεργός μεταβολίτης της αριπιπραζόλης, η δεϋδρο-αριπιπραζόλη, παρουσιάζει συγγένεια για τους υποδοχείς D2 παρόμοια με αυτή της μητρικής ένωσης και αντιπροσωπεύει περίπου το 40% της περιοχής κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου (AUC) της αριπιπραζόλης στο πλάσμα. Οι συγκεντρώσεις σε σταθερή κατάσταση τόσο της αριπιπραζόλης όσο και της δεϋδρο-αριπιπραζόλης επιτυγχάνονται εντός 14 ημερών.
Η δραστηριότητα του ABILIFY οφείλεται πιθανότατα κυρίως στο μητρικό φάρμακο, την αριπιπραζόλη, και σε μικρότερο βαθμό στον κύριο μεταβολίτη της, τη δεϋδρο-αριπιπραζόλη, η οποία έχει αποδειχθεί ότι έχει συγγένεια για τους υποδοχείς D2 παρόμοια με το μητρικό φάρμακο και αντιπροσωπεύει το 40% της έκθεσης στο μητρικό φάρμακο στο πλάσμα.
Η αριπιπραζόλη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν 4-[(2-οξο-3,4-διϋδρο-1H-κινολιν-7-υλ)οξυ]βουταναλ, 2,3-διχλωροφαινυλπιπεραζίνη, 4-Υδροξυαριπιπραζόλη και δεϋδρο-αριπιπραζόλη.
Η αριπιπραζόλη μεταβολίζεται κυρίως μέσω τριών οδών βιομετασχηματισμού: αφυδρογόνωσης, υδροξυλίωσης και N-αποαλκυλίωσης. Βάσει in vitro μελετών, τα ένζυμα CYP3A4 και CYP2D6 είναι υπεύθυνα για την αφυδρογόνωση και υδροξυλίωση της αριπιπραζόλης, και η N-αποαλκυλίωση καταλύεται από το CYP3A4. Η αριπιπραζόλη είναι η κυρίαρχη φαρμακευτική ουσία στην κυκλοφορία. Σε σταθερή κατάσταση, η δεϋδρο-αριπιπραζόλη, ο ενεργός μεταβολίτης, αντιπροσωπεύει περίπου το 40% της AUC της αριπιπραζόλης στο πλάσμα (RxList, A308). Οδός Απέκκρισης: Λιγότερο από 1% της αριπιπραζόλης σε μη μετασχηματισμένη μορφή απεκκρίθηκε στα ούρα και περίπου το 18% της από του στόματος δόσης ανακτήθηκε σε μη μετασχηματισμένη μορφή στα κόπρανα. Χρόνος ημίσειας ζωής: 75-146 ώρες
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Οι μέσοι χρόνοι ημίσειας ζωής αποβολής είναι περίπου 75 ώρες και 94 ώρες για την αριπιπραζόλη και τη δεϋδρο-αριπιπραζόλη, αντίστοιχα. Για πληθυσμούς που είναι φτωχοί μεταβολιστές του CYP2D6, ο χρόνος ημίσειας ζωής της αριπιπραζόλης είναι 146 ώρες και αυτοί οι ασθενείς πρέπει να λαμβάνουν τη μισή από τη συνήθη δόση. Άλλες μελέτες έχουν αναφέρει χρόνο ημίσειας ζωής 61.03±19.59 ωρών για την αριπιπραζόλη και 279±299 ώρες για τον ενεργό μεταβολίτη.
Οι μέσοι χρόνοι ημίσειας ζωής αποβολής είναι περίπου 75 ώρες και 94 ώρες για την αριπιπραζόλη και τη δεϋδρο-αριπιπραζόλη, αντίστοιχα.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Φάρμακα που ενισχύουν τη διάθεση, χρησιμοποιούμενα κυρίως στη θεραπεία διαταραχών της διάθεσης και σχετικών καταστάσεων. Ορισμένοι ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΜΟΝΟΑΜΙΝΗΣ ΟΞΕΙΔΑΣΗΣ είναι χρήσιμοι ως αντικαταθλιπτικά, προφανώς ως μακροπρόθεσμη συνέπεια της διαμόρφωσης των επιπέδων κατεχολαμινών. Οι τρικυκλικές ενώσεις που είναι χρήσιμες ως αντικαταθλιπτικοί παράγοντες (ΑΝΤΙΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ, ΤΡΙΚΥΚΛΙΚΟΙ) φαίνεται επίσης να δρουν μέσω των συστημάτων κατεχολαμινών του εγκεφάλου. Μια τρίτη ομάδα (ΑΝΤΙΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ, ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΓΕΝΙΑΣ) είναι μια ποικιλόμορφη ομάδα φαρμάκων, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων που δρουν ειδικά στα σεροτονινεργικά συστήματα.
Παράγοντες που ελέγχουν την αγχωμένη ψυχωσική συμπεριφορά, ανακουφίζουν από οξείες ψυχωσικές καταστάσεις, μειώνουν τα ψυχωσικά συμπτώματα και ασκούν ηρεμιστική επίδραση. Χρησιμοποιούνται στη ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ, γεροντική άνοια, παροδική ψύχωση μετά από χειρουργική επέμβαση ή ΚΑΡΔΙΑΚΟ ΕΜΦΡΑΚΤΟ, κ.λπ. Αυτά τα φάρμακα αναφέρονται συχνά ως νευροληπτικά, υπονοώντας την τάση να προκαλούν νευρολογικές παρενέργειες, αλλά δεν προκαλούν όλες οι αντιψυχωσικές ουσίες τέτοιες επιδράσεις. Πολλά από αυτά τα φάρμακα μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματικά κατά της ναυτίας, του εμέτου και του κνησμού.
Ενδογενείς ενώσεις και φάρμακα που διεγείρουν ειδικά τους υποδοχείς ΣΕΡΟΤΟΝΙΝΗΣ 5-HT1. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται αγωνιστές για έναν ή περισσότερους από τους ειδικούς υποτύπους υποδοχέων 5-HT1.
Φάρμακα που συνδέονται και ενεργοποιούν τους υποδοχείς ντοπαμίνης.
Φάρμακα που συνδέονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους υποδοχείς ΣΕΡΟΤΟΝΙΝΗΣ 5-HT2, μπλοκάροντας έτσι τις δράσεις της ΣΕΡΟΤΟΝΙΝΗΣ ή των ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ των υποδοχέων ΣΕΡΟΤΟΝΙΝΗΣ 5-HT2. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται ανταγωνιστές για έναν ή περισσότερους ειδικούς υποτύπους υποδοχέων 5-HT2.
Ενώσεις και φάρμακα που συνδέονται και αναστέλλουν ή μπλοκάρουν την ενεργοποίηση των ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ ΝΤΟΠΑΜΙΝΗΣ D2.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
82VFR53I78
ARIPIPRAZOLE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Άτυπο Αντιψυχωσικό
Aripiprazole is an Atypical Antipsychotic.
ARIPIPRAZOLE
Άτυπο Αντιψυχωσικό [EPC]
ARIPIPRAZOLE ORALLY DISINTEGRATING
Άτυπο Αντιψυχωσικό [EPC]
ARIPIPRAZOLE ORAL
Άτυπο Αντιψυχωσικό [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Φάρμακα που ενισχύουν τη διάθεση, χρησιμοποιούμενα κυρίως στη θεραπεία διαταραχών της διάθεσης και σχετικών καταστάσεων. Ορισμένοι ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΜΟΝΟΑΜΙΝΗΣ ΟΞΕΙΔΑΣΗΣ είναι χρήσιμοι ως αντικαταθλιπτικά, προφανώς ως μακροπρόθεσμη συνέπεια της διαμόρφωσης των επιπέδων κατεχολαμινών. Οι τρικυκλικές ενώσεις που είναι χρήσιμες ως αντικαταθλιπτικοί παράγοντες (ΑΝΤΙΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ, ΤΡΙΚΥΚΛΙΚΟΙ) φαίνεται επίσης να δρουν μέσω των συστημάτων κατεχολαμινών του εγκεφάλου. Μια τρίτη ομάδα (ΑΝΤΙΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ, ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΓΕΝΙΑΣ) είναι μια ποικιλόμορφη ομάδα φαρμάκων, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων που δρουν ειδικά στα σεροτονινεργικά συστήματα.
Παράγοντες που ελέγχουν την αγχωμένη ψυχωσική συμπεριφορά, ανακουφίζουν από οξείες ψυχωσικές καταστάσεις, μειώνουν τα ψυχωσικά συμπτώματα και ασκούν ηρεμιστική επίδραση. Χρησιμοποιούνται στη ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ, γεροντική άνοια, παροδική ψύχωση μετά από χειρουργική επέμβαση ή ΚΑΡΔΙΑΚΟ ΕΜΦΡΑΚΤΟ, κ.λπ. Αυτά τα φάρμακα αναφέρονται συχνά ως νευροληπτικά, υπονοώντας την τάση να προκαλούν νευρολογικές παρενέργειες, αλλά δεν προκαλούν όλες οι αντιψυχωσικές ουσίες τέτοιες επιδράσεις. Πολλά από αυτά τα φάρμακα μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματικά κατά της ναυτίας, του εμέτου και του κνησμού.
Ενδογενείς ενώσεις και φάρμακα που διεγείρουν ειδικά τους υποδοχείς ΣΕΡΟΤΟΝΙΝΗΣ 5-HT1. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται αγωνιστές για έναν ή περισσότερους από τους ειδικούς υποτύπους υποδοχέων 5-HT1.
Φάρμακα που συνδέονται και ενεργοποιούν τους υποδοχείς ντοπαμίνης.
Φάρμακα που συνδέονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους υποδοχείς ΣΕΡΟΤΟΝΙΝΗΣ 5-HT2, μπλοκάροντας έτσι τις δράσεις της ΣΕΡΟΤΟΝΙΝΗΣ ή των ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ των υποδοχέων ΣΕΡΟΤΟΝΙΝΗΣ 5-HT2. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται ανταγωνιστές για έναν ή περισσότερους ειδικούς υποτύπους υποδοχέων 5-HT2.
Ενώσεις και φάρμακα που συνδέονται και αναστέλλουν ή μπλοκάρουν την ενεργοποίηση των ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ ΝΤΟΠΑΜΙΝΗΣ D2.