OLANZAPINE
Ολανζαπίνη
Oνομάζονται και μείζονα ηρεμιστικά και περιλαμβάνουν τα κλασικά αντιψυχωσικά ή νευροληπτικά και τα άτυπα αντιψυχωσικά. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν κυρίως τα παράγωγα της φαινοθειαζίνης (αλειφατικά, πιπεριδινικά, πιπεραζινικά), της βουτυροφαινόνης και του θειοξανθενίου. Στη …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-ZYPADHERA
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδομυϊκή
- Χορήγηση: Κάθε 2 εβδομάδες ή κάθε 4 εβδομάδες
- Δόση έναρξης: 210 mg/2 εβδομάδες ή 405 mg/4 εβδομάδες
- Τιτλοποίηση: Μετά την κλινική επαναξιολόγηση, η δόση μπορεί να ρυθμιστεί με εύρος δόσεων από 150 mg έως 300 mg κάθε 2 εβδομάδες ή από 300 mg έως 405 mg κάθε 4 εβδομάδες.
-
ΕνήλικεςΔόση210 mg/2 εβδομάδες, 405 mg/4 εβδομάδες, 300 mg/2 εβδομάδεςΜέγ. δόση300 mg/2 εβδομάδες ή 405 mg/4 εβδομάδεςΑρχικά πρέπει να έχουν λάβει από του στόματος ολανζαπίνη για να επιτευχθεί ανεκτικότητα και ανταπόκριση. Η δόση συντήρησης μετά από 2 μήνες θεραπείας κυμαίνεται από 150 mg/2 εβδομάδες έως 300 mg/2 εβδομάδες ή 405 mg/4 εβδομάδες.
-
ΗλικιωμένοιΔεν έχει μελετηθεί συστηματικά. Δεν συστήνεται εκτός αν έχει καθιερωθεί καλά ανεκτό και αποτελεσματικό δοσολογικό σχήμα με από του στόματος ολανζαπίνη. Μικρότερη δόση έναρξης (150 mg/4 εβδομάδες) μπορεί να ληφθεί υπόψη σε ασθενείς > 65 ετών. Δεν συστήνεται σε ασθενείς > 75 ετών (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Ασθενείς με νεφρική και/ή ηπατική δυσλειτουργίαΔόση150 mg κάθε 4 εβδομάδεςΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται εκτός αν έχει καθιερωθεί καλά ανεκτό και αποτελεσματικό δοσολογικό σχήμα με από του στόματος ολανζαπίνη. Μια μικρότερη δόση έναρξης (150 mg κάθε 4 εβδομάδες) πρέπει να εξεταστεί. Σε μέτρια ηπατική ανεπάρκεια (Child-Pugh Α ή Β), η δόση έναρξης πρέπει να είναι 150 mg κάθε 4 εβδομάδες και να αυξάνεται με προσοχή.
-
ΚαπνιστέςΗ δόση έναρξης και το εύρος της δόσης συνήθως δεν χρειάζεται να μεταβάλλονται σε μη-καπνιστές σε σχέση με καπνιστές. Ο μεταβολισμός της ολανζαπίνης ενδέχεται να επάγεται με το κάπνισμα. Συστήνεται κλινική παρακολούθηση και να εξεταστεί το ενδεχόμενο αύξησης της δόσης ολανζαπίνης, αν κριθεί αναγκαίο (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (<18 ετών)Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
-
Ασθενείς με αργό μεταβολισμό (π.χ. γυναίκες, ηλικιωμένοι, μη-καπνιστές)Πρέπει να εξετάζεται η πιθανότητα μείωσης της δόσης. Όταν ενδείκνυται, η δόση πρέπει να αυξάνεται με προσοχή.
block
SPC-ZYPADHERA
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Κίνδυνος εμφάνισης γλαυκώματος κλειστής γωνίαςΠληθυσμόςΑσθενείς
warning
SPC-ZYPADHERA
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Τεχνική ένεσηςπροσοχήΠρέπει να λαμβάνεται ειδική προσοχή στην εφαρμογή της κατάλληλης τεχνικής ένεσης έτσι ώστε να αποφευχθεί η από αμέλεια ενδοαγγειακή ή υποδόρια ένεση (βλ. παράγραφο 6.6).
-
Χρήση σε οξεία διέγερση ή σοβαρή ψυχωτική κατάστασηαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σχιζοφρένειαΤο ZYPADHERA δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για τη θεραπεία ασθενών με σχιζοφρένεια οι οποίοι βρίσκονται σε οξεία διέγερση ή σοβαρή ψυχωτική κατάσταση τέτοια που να απαιτείται ο άμεσος έλεγχος των συμπτωμάτων.
-
Σύνδρομο μετά από ένεσηπαρακολούθησηΟι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται γι’ αυτόν τον πιθανό κίνδυνο και την ανάγκη να παρακολουθούνται για 3 ώρες σε χώρους παροχής υγειονομικών υπηρεσιών κάθε φορά που τους χορηγείται ZYPADHERA. Αμέσως πριν από την έξοδο του ασθενή, θα πρέπει να επιβεβαιωθεί ότι ο ασθενής είναι σε ετοιμότητα, έχει αίσθηση προσανατολισμού και δεν παρουσιάζει σημεία και συμπτώματα υπερδοσολογίας. Εάν υπάρχει υποψία υπερδοσολογίας, η στενή ιατρική επίβλεψη και η παρακολούθηση πρέπει να συνεχιστούν μέχρι τα σημεία και τα συμπτώματα να παρέλθουν. Για τους ασθενείς που παρουσιάζουν σημεία ή συμπτώματα σχετιζόμενα με την υπερδοσολογία ολανζαπίνης το χρονικό διάστημα παρακολούθησης των 3 ωρών θα πρέπει να παραταθεί όπως κρίνεται κλινικά απαραίτητο. Για το υπόλοιπο της ημέρας μετά την ένεση, οι ασθενείς θα πρέπει να συμβουλεύονται να είναι σε επαγρύπνηση για σημεία και συμπτώματα υπερδοσολογίας, να είναι σε θέση να ζητήσουν βοήθεια εάν χρειαστεί και να μην οδηγούν ή να χειρίζονται μηχανές (βλ. Οδήγηση). Συστήνεται προσεκτική αξιολόγηση της κλινικής κατάστασης για την αποφυγή υπερβολικής καταστολής και καρδιοαναπνευστικής καταστολής εάν παρεντερικώς χορηγούμενες βενζοδιαζαπίνες είναι απαραίτητες για τη διαχείριση των μετά την ένεση ανεπιθύμητων ενεργειών (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με το σημείο της ένεσηςΣτην περίπτωση εμφάνισης ανεπιθύμητης ενέργειας σχετιζόμενης με το σημείο της ένεσης, θα πρέπει να λαμβάνονται κατάλληλα μέτρα για να αντιμετωπιστούν αυτά τα περιστατικά (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Ψύχωση σχετιζόμενη με άνοια και/ή διαταραχές συμπεριφοράςαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με ψύχωση σχετιζόμενη με άνοια και/ή διαταραχές συμπεριφοράςΗ χρήση της ολανζαπίνης δεν συνιστάται λόγω της αυξημένης θνησιμότητας και του κινδύνου εμφάνισης αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου.
-
Νόσος του ParkinsonαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με νόσο Parkinson που λαμβάνουν αγωνιστή ντοπαμίνηςΗ χορήγηση της ολανζαπίνης για τη θεραπεία ψύχωσης που σχετίζεται με αγωνιστή ντοπαμίνης δεν συνιστάται.
-
Νευροληπτικό Κακόηθες Σύνδρομο (NMS)προσοχήΕάν ένας ασθενής εμφανίσει σημεία και συμπτώματα ενδεικτικά του ΝΜS ή ανεξήγητο υψηλό πυρετό χωρίς άλλες επιπρόσθετες κλινικές εκδηλώσεις του ΝΜS, η χορήγηση όλων των αντιψυχωτικών φαρμάκων, περιλαμβανομένης της ολανζαπίνης, θα πρέπει να διακόπτεται.
-
Υπεργλυκαιμία και διαβήτηςπαρακολούθησηΣυνιστάται κατάλληλος κλινικός έλεγχος σύμφωνα με τις ενδεδειγμένες αντιψυχωτικές κατευθυντήριες οδηγίες. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα υπεργλυκαιμίας. Οι ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή εκείνοι με παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη σακχαρώδη διαβήτη θα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά για επιδείνωση του ελέγχου της γλυκόζης. Το σωματικό βάρος θα πρέπει να παρακολουθείται τακτικά.
-
Μεταβολές λιπιδίωνπαρακολούθησηΠληθυσμόςΔυσλιπιδαιμικοί ασθενείς και ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη διαταραχών των λιπιδίωνΟι μεταβολές των λιπιδίων πρέπει να αντιμετωπίζονται καταλλήλως κλινικά. Οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με οποιαδήποτε αντιψυχωτικά φάρμακα, περιλαμβανομένου του ZYPADHERA, θα πρέπει να υποβάλλονται τακτικά σε έλεγχο των λιπιδίων του ορού.
-
Αντιχολινεργική δραστηριότηταπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με υπερτροφία προστάτη, ή παραλυτικό ειλεό και ανάλογες καταστάσειςΣυνιστάται προσοχή όταν συνταγογραφείται.
-
Ηπατική λειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με αυξημένες τιμές ALT και/ή AST, με σημεία και συμπτώματα ηπατικής δυσλειτουργίας, με προϋπάρχουσες καταστάσεις που σχετίζονται με περιορισμό της ηπατικής λειτουργικής επάρκειας, ή που λαμβάνουν αγωγή με δυνητικά ηπατοτοξικά φάρμακαΠροσοχή και συνεχής παρακολούθηση απαιτείται. Σε περιπτώσεις όπου έχει διαγνωσθεί ηπατίτιδα, η θεραπεία με ολανζαπίνη, θα πρέπει να διακόπτεται.
-
ΟυδετεροπενίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με χαμηλό αριθμό λευκοκυττάρων και/ή ουδετερόφιλων από οποιαδήποτε αιτία, ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα που προκαλούν ουδετεροπενία, ασθενείς με ιστορικό φαρμακογενούς καταστολής/τοξικότητας του μυελού των οστών, ασθενείς με καταστολή του μυελού των οστών από συνυπάρχον νόσημα, ακτινοθεραπεία ή χημειοθεραπεία, ασθενείς με υπερηωσινοφιλικές καταστάσεις ή με μυελοϋπερπλαστική νόσοΠροσοχή θα πρέπει να δίδεται.
-
QT διάστημαπροσοχήΠληθυσμόςΗλικιωμένοι, ασθενείς με συγγενές σύνδρομο παρατεταμένου QT διαστήματος, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, καρδιακή υπερτροφία, υποκαλιαιμία ή υπομαγνησιαιμίαΠροσοχή απαιτείται όταν η ολανζαπίνη συγχορηγείται με φάρμακα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το QTc διάστημα.
-
ΘρομβοεμβολήπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με σχιζοφρένειαΌλοι οι πιθανοί παράγοντες κινδύνου εμφάνισης VTE, όπως η ακινητοποίηση των ασθενών, θα πρέπει να προσδιορίζονται και να λαμβάνονται προστατευτικά μέτρα.
-
Γενική δραστηριότητα ΚΝΣπροσοχήΠρέπει να δίδεται προσοχή στη συγχορήγησή της με άλλα φάρμακα που δρουν επίσης στο KNΣ καθώς και με το αλκοόλ.
-
Επιληπτικές κρίσειςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό επιληπτικών κρίσεων ή παράγοντες οι οποίοι μπορεί να προκαλέσουν μείωση της επιληπτικής ουδούΗ ολανζαπίνη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή.
-
Όψιμη δυσκινησίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς υπό αγωγή με ολανζαπίνηΕάν σημεία ή συμπτώματα όψιμης δυσκινησίας εμφανισθούν, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης ή διακοπής της χορήγησης.
-
Ορθοστατική υπότασηπαρακολούθησηΠληθυσμόςΑσθενείς άνω των 65 ετώνΣυνιστάται η αρτηριακή πίεση να μετράται περιοδικά.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςαντένδειξηΠληθυσμόςΠαιδιά και έφηβοιΗ ολανζαπίνη δεν ενδείκνυται για χρήση στην αγωγή παιδιών και εφήβων.
-
Χρήση σε ηλικιωμένους (>75 ετών)αντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς > 75 ετώνΗ μορφή αυτή δεν συνιστάται λόγω των μεταβολών στη βιοχημεία και τη φυσιολογία τους καθώς και της μείωσης της μυϊκής τους μάζας.
swap_horiz
SPC-ZYPADHERA
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που μπορεί να προκαλέσουν υπόταση ή καταστολήπροσοχήΔυνητική πρόκληση υπότασης ή καταστολήςΣύστασηΣυνιστάται προσοχή.
-
ΚάπνισμαπροσοχήΕπαγωγή μεταβολισμού ολανζαπίνης (μέσω CYP1A2), μείωση συγκεντρώσεων ολανζαπίνηςΣύστασηΚλινική παρακολούθηση, αύξηση δόσης ολανζαπίνης εάν κριθεί αναγκαίο.
-
προσοχήΕπαγωγή μεταβολισμού ολανζαπίνης (μέσω CYP1A2), μείωση συγκεντρώσεων ολανζαπίνηςΣύστασηΚλινική παρακολούθηση, αύξηση δόσης ολανζαπίνης εάν κριθεί αναγκαίο.
-
προσοχήΣημαντική αναστολή μεταβολισμού ολανζαπίνης (μέσω CYP1A2), αύξηση Cmax και AUC της ολανζαπίνηςΣύστασηΜικρότερη δόση έναρξης ολανζαπίνης πρέπει να εξετάζεται. Εάν χορηγείται αναστολέας CYP1A2, εξέταση μείωσης της δόσης ολανζαπίνης.
-
Άλλοι αναστολείς CYP1A2 (π.χ. σιπροφλοξασίνη)προσοχήΑναστολή μεταβολισμού ολανζαπίνης (μέσω CYP1A2), αύξηση συγκεντρώσεων ολανζαπίνηςΣύστασηΜικρότερη δόση έναρξης ολανζαπίνης πρέπει να εξετάζεται. Εάν χορηγείται αναστολέας CYP1A2, εξέταση μείωσης της δόσης ολανζαπίνης.
-
αμελητέαΔεν επηρεάζει σημαντικά τις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της ολανζαπίνης.
-
Αντιόξινα (αργιλίου, μαγνησίου)αμελητέαΔεν επηρεάζουν σημαντικά τις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της ολανζαπίνης.
-
αμελητέαΔεν επηρεάζει σημαντικά τις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της ολανζαπίνης.
-
Άμεσοι ή έμμεσοι αγωνιστές ντοπαμίνηςπροσοχήΗ ολανζαπίνη ενδέχεται να ανταγωνιστεί τις επιδράσεις τους.
-
Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικάαμελητέαΔεν αναμένονται σημαντικές αλληλεπιδράσεις (ολανζαπίνη δεν αναστέλλει τον μεταβολισμό τους).
-
αμελητέαΔεν αναμένονται σημαντικές αλληλεπιδράσεις (ολανζαπίνη δεν αναστέλλει τον μεταβολισμό της).
-
αμελητέαΔεν αναμένονται σημαντικές αλληλεπιδράσεις (ολανζαπίνη δεν αναστέλλει τον μεταβολισμό της).
-
αμελητέαΔεν αναμένονται σημαντικές αλληλεπιδράσεις (ολανζαπίνη δεν αναστέλλει τον μεταβολισμό της).
-
αμελητέαΔεν αναφέρθηκαν αλληλεπιδράσεις (εκτός αυξημένα ποσοστά τρόμου, ξηροστομίας, αυξημένης όρεξης και αύξησης σωματικού βάρους σε συγχορήγηση).
-
αμελητέαΔεν αναφέρθηκαν αλληλεπιδράσεις.
-
ΒαλπροϊκόαμελητέαΔεν παρουσιάστηκε ανάγκη προσαρμογής της δόσης του βαλπροϊκού (εκτός αυξημένα ποσοστά τρόμου, ξηροστομίας, αυξημένης όρεξης και αύξησης σωματικού βάρους σε συγχορήγηση).
-
ΑλκοόλπροσοχήΠιθανή καταστολή του ΚΝΣ.ΣύστασηΠρέπει να δίνεται προσοχή.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που προκαλούν καταστολή του κεντρικού νευρικού συστήματοςπροσοχήΠιθανή αυξημένη καταστολή του ΚΝΣ.ΣύστασηΠρέπει να δίνεται προσοχή.
-
Αντι-Παρκινσονικά φαρμακευτικά προϊόντααντένδειξηΕπιδείνωση συμπτωμάτων Parkinson και ψευδαισθήσεων σε ασθενείς με νόσο Parkinson και άνοια.ΣύστασηΔεν συνιστάται συγχορήγηση σε ασθενείς με νόσο Parkinson και άνοια.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που παρατείνουν το QTc διάστημαπροσοχήΠαράταση του διαστήματος QTc.ΣύστασηΑπαιτείται προσοχή.
sick
SPC-ZYPADHERA
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ηωσινοφιλία
- Λευκοπενία
- Ουδετεροπενία
- Θρομβοκυτοπενία (Όχι συχνές)
- Ουδετεροπενία (με συγχορήγηση βαλπροϊκού) (Όχι συχνές)
- Υπερευαισθησία
- Αύξηση βάρους
- Αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης (Συχνές)
- Αυξημένα επίπεδα γλυκόζης (Συχνές)
- Αυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων (Συχνές)
- Γλυκοζουρία (Συχνές)
- Αύξηση της όρεξης (Συχνές)
- Εμφάνιση ή παρόξυνση διαβήτη (με κετοξέωση ή κώμα) (Όχι συχνές)
- Αύξηση σωματικού βάρους (έφηβοι) (Πολύ συχνές)
- Αυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων (έφηβοι) (Πολύ συχνές)
- Αύξηση της όρεξης (έφηβοι) (Πολύ συχνές)
- Αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης (έφηβοι) (Συχνές)
- Αυξημένη όρεξη (με συγχορήγηση λιθίου ή βαλπροϊκού) (Πολύ συχνές)
- Αύξηση σωματικού βάρους (με συγχορήγηση λιθίου ή βαλπροϊκού) (Πολύ συχνές)
- Υποθερμία
- Εξασθένιση
- Κόπωση
- Οίδημα
- Πυρεξία
- Υπνηλία
- Ζάλη
- Ακαθησία
- Παρκινσονισμός
- Δυσκινησία
- Βραδυκινησία
- Αμνησία
- Δυσαρθρία
- Επιληπτικές κρίσεις (Όχι συχνές)
- Δυστονία (περιλαμβανομένης της περιστροφής των οφθαλμικών βολβών) (Όχι συχνές)
- Σύνδρομο Νευροληπτικό Κακόηθες (Σπάνιες)
- Σύνδρομο ανήσυχων ποδιών (Σπάνιες)
- Τραύλισμα (Μη γνωστές)
- Συμπτώματα απόσυρσης (Μη γνωστές)
- Μη φυσιολογικό βάδισμα (σε ηλικιωμένους με άνοια) (Πολύ συχνές)
- Πτώσεις (σε ηλικιωμένους με άνοια) (Πολύ συχνές)
- Λήθαργος (σε ηλικιωμένους με άνοια) (Συχνές)
- Οπτικές ψευδαισθήσεις (σε ηλικιωμένους με άνοια) (Συχνές)
- Επιδείνωση Παρκινσονικών συμπτωμάτων (σε φαρμακο-επαγώμενη ψύχωση σε νόσο Parkinson) (Πολύ συχνές)
- Επιδείνωση ψευδαισθήσεων (σε φαρμακο-επαγώμενη ψύχωση σε νόσο Parkinson) (Πολύ συχνές)
- Καταστολή (περιλαμβάνει: υπερυπνία, λήθαργο, υπνηλία) (έφηβοι) (Πολύ συχνές)
- Τρόμος (με συγχορήγηση λιθίου ή βαλπροϊκού) (Πολύ συχνές)
- Διαταραχή του λόγου (με συγχορήγηση λιθίου ή βαλπροϊκού) (Συχνές)
- Καταστολή (ZYPADHERA) (Συχνές)
- Βραδυκαρδία
- Παράταση του διαστήματος QTc (Όχι συχνές)
- Κοιλιακή ταχυκαρδία/ μαρμαρυγή (Σπάνιες)
- Αιφνίδιος θάνατος (Σπάνιες)
- Ορθοστατική υπόταση
- Θρομβοεμβολή (περιλαμβανομένων της πνευμονικής εμβολής και της θρόμβωσης των εν τω βάθει φλεβών) (Όχι συχνές)
- Επίσταξη
- Πνευμονία (σε ηλικιωμένους με άνοια) (Συχνές)
- Ήπιες, παροδικές αντιχολινεργικές επιδράσεις (δυσκοιλιότητα, ξηροστομία) (Συχνές)
- Διάταση της κοιλίας (Όχι συχνές)
- Υπερέκκριση σιέλου (Όχι συχνές)
- Ξηροστομία (έφηβοι) (Συχνές)
- Ξηροστομία (με συγχορήγηση λιθίου ή βαλπροϊκού) (Πολύ συχνές)
- Παγκρεατίτιδα
- Παροδικές, ασυμπτωματικές αυξήσεις των ηπατικών αμινοτρανσφερασών (ALT, AST) (Συχνές)
- Ηπατίτιδα (ηπατοκυτταρική, χολοστατική ή μικτή ηπατική βλάβη) (Σπάνιες)
- Αύξηση των ηπατικών αμινοτρανσφερασών (ALT/AST) (έφηβοι) (Πολύ συχνές)
- Εξάνθημα
- Αλωπεκία
- Αντίδραση από φωτοευαισθησία (Όχι συχνές)
- Αντίδραση στο Φάρμακο με Ηωσινοφιλία και Συστηματικά Συμπτώματα (DRESS) (Μη γνωστές)
- Ερύθημα (σε ηλικιωμένους με άνοια) (Συχνές)
- Αρθραλγία
- Ραβδομυόλυση
- Ακράτεια ούρων
- Κατακράτηση ούρων
- Δυσκολία στην ούρηση (Όχι συχνές)
- Ακράτεια ούρων (σε ηλικιωμένους με άνοια) (Συχνές)
- Σύνδρομο από απόσυρση φαρμάκου των νεογνών (Μη γνωστές)
- Στυτική δυσλειτουργία στους άνδρες (Συχνές)
- Μειωμένη γενετήσια ορμή στους άνδρες και στις γυναίκες (Συχνές)
- Διόγκωση μαστού στις γυναίκες (Όχι συχνές)
- Γαλακτόρροια σε άνδρες και γυναίκες (Όχι συχνές)
- Γυναικομαστία/διόγκωση μαστού στους άνδρες (Όχι συχνές)
- Αμηνόρροια
- Πριαπισμός
- Άλγος στη θέση ένεσης (Συχνές)
- Απόστημα στη θέση ένεσης (Σπάνιες)
- Σύνδρομο μετά την ένεση (Μη γνωστές)
- Αντιδράσεις με τη μορφή οζιδίων στη θέση ένεσης (Όχι συχνές)
- Αντιδράσεις με τη μορφή ερυθήματος στη θέση ένεσης (Όχι συχνές)
- Μη ειδικές αντιδράσεις στη θέση ένεσης (Όχι συχνές)
- Ερεθισμός στη θέση ένεσης (Όχι συχνές)
- Αντιδράσεις τύπου οιδήματος στη θέση ένεσης (Όχι συχνές)
- Μώλωπες στη θέση ένεσης (Όχι συχνές)
- Αιμορραγία στη θέση ένεσης (Όχι συχνές)
- Αναισθησία στη θέση ένεσης (Όχι συχνές)
- Αυξημένη θερμοκρασία σώματος (σε ηλικιωμένους με άνοια) (Συχνές)
- Αυξημένα επίπεδα προλακτίνης του πλάσματος (Πολύ συχνές)
- Υψηλή κρεατινική φωσφοκινάση (Συχνές)
- Υψηλή γάμα γλουταμυλτρανσφεράση (Συχνές)
- Υψηλό ουρικό οξύ (Συχνές)
- Αυξημένη ολική χολερυθρίνη (Όχι συχνές)
- Μειωμένη ολική χολερυθρίνη (έφηβοι) (Πολύ συχνές)
- Αυξημένη GGT (έφηβοι) (Πολύ συχνές)
- Αυξημένα επίπεδα προλακτίνης του πλάσματος (έφηβοι) (Πολύ συχνές)
- Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΑυξημένα επίπεδα προλακτίνηςΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΑυξημένα επίπεδα προλακτίνης του πλάσματος (έφηβοι)Παρακλινικές εξετάσεις
-
Πολύ συχνέςΑυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων (έφηβοι)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη GGT (έφηβοι)Παρακλινικές εξετάσεις
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΑύξηση βάρουςΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΑύξηση σωματικού βάρουςΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΑύξηση σωματικού βάρους (έφηβοι)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Πολύ συχνέςΑύξηση της όρεξης (έφηβοι)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Πολύ συχνέςΑύξηση των ηπατικών αμινοτρανσφερασών (ALT/AST) (έφηβοι)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Πολύ συχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΕπιδείνωση Παρκινσονικών συμπτωμάτων (σε φαρμακο-επαγώμενη ψύχωση σε νόσο Parkinson)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΕπιδείνωση ψευδαισθήσεων (σε φαρμακο-επαγώμενη ψύχωση σε νόσο Parkinson)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΚαταστολή (περιλαμβάνει: υπερυπνία, λήθαργο, υπνηλία) (έφηβοι)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΜειωμένη ολική χολερυθρίνη (έφηβοι)Παρακλινικές εξετάσεις
-
Πολύ συχνέςΜη φυσιολογικό βάδισμα (σε ηλικιωμένους με άνοια)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΟίδημαΓενικές
-
Πολύ συχνέςΠτώσεις (σε ηλικιωμένους με άνοια)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
Πολύ συχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΆλγος στη θέση ένεσηςΓενικές
-
ΣυχνέςΑκαθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΑκράτεια ούρων (σε ηλικιωμένους με άνοια)Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣυχνέςΑντιχολινεργική επίδρασηΆλλο
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΑυξημένα επίπεδα γλυκόζηςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίωνΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑυξημένα επίπεδα χοληστερόληςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑυξημένα επίπεδα χοληστερόλης (έφηβοι)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΑυξημένη αλκαλική φωσφατάσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη γάμα γλουταμυλτρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη θερμοκρασία σώματος (σε ηλικιωμένους με άνοια)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΑυξημένη κρεατινική φωσφοκινάσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑύξηση ηπατικών αμινοτρανσφερασώνΉπαρ
-
ΣυχνέςΑύξηση όρεξηςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΓλυκοζουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχή λόγουΝευρικό
-
ΣυχνέςΔυσκινησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΕρύθημα (σε ηλικιωμένους με άνοια)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚαταστολή (ZYPADHERA)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΛήθαργος (σε ηλικιωμένους με άνοια)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΜειωμένη γενετήσια ορμήΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΞηροστομία (έφηβοι)Διαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΟπτικές ψευδαισθήσεις (σε ηλικιωμένους με άνοια)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΠαρκινσονισμόςΝευρικό
-
ΣυχνέςΠνευμονία (σε ηλικιωμένους με άνοια)Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
ΣυχνέςΣτυτική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΥπερουριχαιμίαΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑιμορραγία στη θέση ένεσηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΑκράτεια ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑμηνόρροιαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΑμνησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑναισθησία στη θέση ένεσηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΑντίδραση φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑντιδράσεις με τη μορφή ερυθήματοςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΑντιδράσεις με τη μορφή οζιδίωνΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΑντιδράσεις τύπου οιδήματος στη θέση ένεσηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΑυξημένη ολική χολερυθρίνηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΒραδυκινησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΓαλακτόρροια σε άνδρες και γυναίκεςΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Όχι συχνέςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΔιάταση κοιλίαςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιόγκωση μαστού στις γυναίκεςΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Όχι συχνέςΔιόγκωση μαστού στους άνδρεςΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΔυσαρθρίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔυσκολία στην ούρησηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΔυστονίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΕμφάνιση ή παρόξυνση διαβήτη (με κετοξέωση ή κώμα)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Όχι συχνέςΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕπιληπτικές κρίσειςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΕρεθισμός στη θέση ένεσηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΘρομβοεμβολή (πνευμονική εμβολή, θρόμβωση εν τω βάθει φλεβών)Αγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΘρομβοκυτοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΚατακράτηση ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΜη ειδικές αντιδράσεις στη θέση ένεσηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΜώλωπες στη θέση ένεσηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΠαράταση διαστήματος QTcΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΥπερέκκριση σιέλουΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΑιφνίδιος θάνατοςΓενικές
-
ΣπάνιεςΑπόστημα στη θέση ένεσηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδα (ηπατοκυτταρική, χολοστατική ή μικτή ηπατική βλάβη)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣπάνιεςΚοιλιακή ταχυκαρδία/ μαρμαρυγήΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΠριαπισμόςΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο Νευροληπτικό ΚακόηθεςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο ανήσυχων ποδιώνΝευρικό
-
ΣπάνιεςΥποθερμίαΓενικές
-
Μη γνωστέςΣυμπτώματα απόσυρσηςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο DRESSΔέρμα
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο απόσυρσης φαρμάκου νεογνώνΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο μετά την ένεσηΓενικές
-
Μη γνωστέςΤραύλισμαΝευρικό
pregnant_woman
SPC-ZYPADHERA
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΗ ολανζαπίνη θα πρέπει να χορηγείται στην εγκυμοσύνη μόνο εάν το αναμενόμενο όφελος, δικαιολογεί τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο.Δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες επί εγκύων γυναικών. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνουν το γιατρό τους, σε περίπτωση που μείνουν ή προτίθενται να μείνουν έγκυες, κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ολανζαπίνη. Ωστόσο, επειδή η εμπειρία στον άνθρωπο είναι περιορισμένη, η ολανζαπίνη θα πρέπει να χορηγείται στην εγκυμοσύνη μόνο εάν το αναμενόμενο όφελος, δικαιολογεί τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο. Τα νεογέννητα βρέφη που εκτίθενται σε αντιψυχωτικά (περιλαμβανομένης της ολανζαπίνης) κατά το τρίτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, διατρέχουν κίνδυνο για εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών περιλαμβανομένων των εξωπυραμιδικών και/ή συμπτωμάτων απόσυρσης που μπορούν να ποικίλουν σε σοβαρότητα και διάρκεια μετά τον τοκετό. Υπάρχουν αναφορές για διέγερση, υπερτονία, υποτονία, τρόμο, υπνηλία, αναπνευστική δυσχέρεια ή διαταραχή στη σίτιση. Κατά συνέπεια, τα νεογνά θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
-
ΓαλουχίαΔεν συνιστάται να θηλάζουν, εάν λαμβάνουν ολανζαπίνη.Σε μια μελέτη από του στόματος ολανζαπίνης σε υγιείς θηλάζουσες γυναίκες, παρατηρήθηκε απέκκριση της ολανζαπίνης στο μητρικό γάλα. Η μέση έκθεση του νεογνού (mg/kg) στη σταθερή κατάσταση, υπολογίσθηκε ότι αντιστοιχεί στο 1,8% της αντίστοιχης δόσης της ολανζαπίνης στη μητέρα (mg/kg).
-
ΓονιμότηταΟι επιδράσεις στη γονιμότητα δεν είναι γνωστές (βλ. Προκλινικά δεδομένα για προκλινική πληροφορία).
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-ZYPADHERA
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-ZYPADHERA
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση H ολανζαπίνη μεταβολίζεται στο ήπαρ μέσω οδών σύζευξης και οξείδωσης. O κύριος μεταβολίτης στο αίμα είναι το 10-N-γλυκουρονίδιο. Τα κυτοχρώματα P450-CYP1A2 και P450-CYP2D6 συνεισφέρουν στο σχηματισμό των N-δεσμεθυλ και 2-υδροξυμεθυλ…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
- Γλυκόζη αίματος · Πριν την έναρξη της θεραπείας, 12 εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας με ολανζαπίνη και εν συνεχεία, ετησίως
- Σωματικό βάρος · Πριν την έναρξη της θεραπείας, 4, 8 και 12 εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας με ολανζαπίνη και εν συνεχεία, κάθε τρίμηνο
-
Λιπίδια ορού
· Πριν την έναρξη της θεραπείας, 12 εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας με ολανζαπίνη και εν συνεχεία, κάθε 5 χρόνια
Λήψη αντιψυχωτικών φαρμάκων
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αμινοτρανσφεράσες (ALT/AST) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | Συνεχής παρακολούθηση | Αυξημένες ALT/AST, σημεία/συμπτώματα ηπατικής δυσλειτουργίας, προϋπάρχουσα ηπατική ανεπάρκεια, ή λήψη ηπατοτοξικών φαρμάκων |
| Γλυκαιμικός έλεγχος | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | Τακτικά | Σακχαρώδης διαβήτης ή παράγοντες κινδύνου για σακχαρώδη διαβήτη |
| Σημεία και συμπτώματα υπεργλυκαιμίας | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | Τακτικά | Λήψη αντιψυχωτικών φαρμάκων |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αρτηριακή πίεση | monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία | Περιοδικά | Ασθενείς άνω των 65 ετών |
| Υπερδοσολογία ολανζαπίνης | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | Μετά από κάθε ένεση, για τουλάχιστον 3 ώρες | — |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-ZYPADHERA
expand_more
Δοσολογία
Το ZYPADHERA 210mg, 300mg ή 405mg κόνις και διαλύτης για ενέσιμο εναιώρημα παρατεταμένης αποδέσμευσης δεν πρέπει να συγχέεται με την ολανζαπίνη 10 mg κόνις για ενέσιμο διάλυμα.
Δοσολογία
Οι ασθενείς αρχικά θα πρέπει να έχουν λάβει από του στόματος ολανζαπίνη πριν τη χορήγηση του ZYPADHERA, για να επιτευχθεί ανεκτικότητα και ανταπόκριση.
Για να προσδιοριστεί η πρώτη δόση ZYPADHERA για όλους τους ασθενείς, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το δοσολογικό σχήμα στον Πίνακα 1.
Πίνακας 1 Συνιστώμενο δοσολογικό σχήμα και συσχέτιση της από του στόματος χορηγούμενης ολανζαπίνης και του ZYPADHERA
| Στοχευόμενη δόση από του στόματος ολανζαπίνης | Συνιστώμενη αρχική δόση ZYPADHERA | Δόση συντήρησης μετά από 2 μήνες θεραπείας με ZYPADHERA |
|---|---|---|
| 10 mg/ημερησίως | 210 mg/2 εβδομάδες ή 405 mg/4 εβδομάδες | 150 mg/2 εβδομάδες ή 300 mg/4 εβδομάδες |
| 15 mg/ημερησίως | 300 mg/2 εβδομάδες | 210 mg/2 εβδομάδες ή 405 mg/4 εβδομάδες |
| 20 mg/ημερησίως | 300 mg/2 εβδομάδες | 300 mg/2 εβδομάδες |
Προσαρμογή της δόσης Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για σημεία υποτροπής κατά τη διάρκεια του πρώτου ενός έως δύο μηνών θεραπείας. Κατά τη διάρκεια της αντιψυχωτικής θεραπείας, η βελτίωση της κλινικής κατάστασης του ασθενούς μπορεί να διαρκέσει αρκετές ημέρες έως μερικές εβδομάδες. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας, η δόση μπορεί διαδοχικά να προσαρμόζεται με βάση την κλινική κατάσταση του κάθε ασθενή. Μετά την κλινική επαναξιολόγηση, η δόση μπορεί να ρυθμιστεί με εύρος δόσεων από 150 mg έως 300 mg κάθε 2 εβδομάδες ή από 300 mg έως 405 mg κάθε 4 εβδομάδες (Πίνακας 1).
Συμπληρωματική χορήγηση Συμπληρωματική χορήγηση με από του στόματος ολανζαπίνη δεν εγκρίθηκε σε διπλές-τυφλές κλινικές μελέτες. Εάν η συμπληρωματική χορήγηση με από του στόματος ολανζαπίνη ενδείκνυται κλινικά, τότε η συνδυασμένη συνολική δόση ολανζαπίνης και από τις δύο μορφές δεν πρέπει να υπερβαίνει την αντίστοιχη μέγιστη δόση της από του στόματος ολανζαπίνης των 20 mg/ημερησίως.
Μετάβαση σε άλλα αντιψυχωτικά φαρμακευτικά προϊόντα Δεν έχουν συστηματικά συλλεχθεί στοιχεία που να υποδεικνύουν τον τρόπο μετάβασης από ZYPADHERA σε άλλα αντιψυχωτικά φαρμακευτικά προϊόντα. Λόγω της βραδείας διάλυσης του άλατος της παμοϊκής ολανζαπίνης, η οποία προκαλεί βραδεία συνεχή αποδέσμευση ολανζαπίνης η οποία ολοκληρώνεται σε περίπου έξι έως οκτώ μήνες μετά την τελευταία ένεση, χρειάζεται επίβλεψη από γιατρό όταν γίνεται μετάβαση σε κάποιο άλλο αντιψυχωτικό προϊόν που είναι ιατρικά αποδεκτό, ιδίως τους 2 πρώτους μήνες μετά τη διακοπή χορήγησης του ZYPADHERA.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι Το ZYPADHERA δεν έχει μελετηθεί συστηματικά σε ηλικιωμένους ασθενείς (> 65 ετών). Το ZYPADHERA δεν συστήνεται για τη θεραπεία στον ηλικιωμένο πληθυσμό εκτός αν έχει ήδη καθιερωθεί ένα καλά ανεκτό και αποτελεσματικό δοσολογικό σχήμα με από του στόματος ολονζαπίνη. Μικρότερη δόση έναρξης (150 mg/4 εβδομάδες) συνήθως δεν ενδείκνυται, αλλά θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στους ασθενείς ηλικίας άνω των 65 ετών όταν οι κλινικές παράμετροι το απαιτούν. Η χορήγηση του ZYPADHERA δεν συστήνεται σε ασθενείς >75 ετών (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Nεφρική και/ή ηπατική δυσλειτουργία Το ZYPADHERA δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε αυτούς τους ασθενείς, εκτός αν έχει ήδη καθιερωθεί ένα καλά ανεκτό και αποτελεσματικό δοσολογικό σχήμα με από του στόματος ολανζαπίνη. Μια μικρότερη δόση έναρξης (150 mg κάθε 4 εβδομάδες) θα πρέπει να εξεταστεί για αυτούς τους ασθενείς. Σε περιπτώσεις μέτριας ηπατικής ανεπάρκειας (κίρρωση, κατηγορίας Α ή Β στην ταξινόμηση κατά Child-Pugh), η δόση έναρξης θα πρέπει να είναι 150 mg κάθε 4 εβδομάδες και να αυξάνεται με προσοχή.
Καπνιστές Η δόση έναρξης και το εύρος της δόσης συνήθως δεν χρειάζεται να μεταβάλλονται σε μη-καπνιστές σε σχέση με καπνιστές. Ο μεταβολισμός της ολανζαπίνης ενδέχεται να επάγεται με το κάπνισμα. Συστήνεται κλινική παρακολούθηση και να εξεταστεί το ενδεχόμενο αύξησης της δόσης ολανζαπίνης, αν κριθεί αναγκαίο (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Σε περίπτωση όπου συνυπάρχουν περισσότεροι από ένας παράγοντες, οι οποίοι μπορεί να οδηγήσουν σε πιο αργό μεταβολισμό (γυναίκα, ηλικιωμένος ασθενής, μη-καπνιστής), θα πρέπει να εξετάζεται η πιθανότητα μείωσης της δόσης. Όταν ενδείκνυται, η δόση πρέπει να αυξάνεται με προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς.
Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του ZYPADHERA σε παιδιά και εφήβους κάτω των 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Τα παρόντα διαθέσιμα δεδομένα περιγράφονται στις παραγράφους 4.8 και 5.1, αλλά δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
Τρόπος χορήγησης
ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΕΝΔΟΜΥΪΚΗ ΧΡΗΣΗ. ΝΑ ΜΗΝ ΧΟΡΗΓΕΙΤΑΙ ΕΝΔΟΦΛΕΒΙΑ Ή ΥΠΟΔΟΡΙΑ. (Βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Τo ZYPADHERA πρέπει να χορηγείται μόνο με βαθιά ενδομυϊκή ένεση στο γλουτιαίο μυ, από επαγγελματία υγείας εκπαιδευμένο στην κατάλληλη τεχνική ένεσης και σε χώρους όπου η παρακολούθηση μετά την ένεση και η παροχή κατάλληλης ιατρικής φροντίδας μπορούν να παρασχεθούν σε περίπτωση υπερδοσολογίας.
Μετά από κάθε ένεση, οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται σε χώρους παροχής υγειονομικών υπηρεσιών από κατάλληλα ειδικευμένο προσωπικό για τουλάχιστον 3 ώρες για σημεία και συμπτώματα υπερδοσολογίας από ολανζαπίνη. Αμέσως πριν από την έξοδο από τους χώρους παροχής υγειονομικών υπηρεσιών θα πρέπει να επιβεβαιωθεί ότι ο ασθενής είναι σε ετοιμότητα, πνευματικά προσανατολισμένος και δεν παρουσιάζει σημεία και συμπτώματα υπερδοσολογίας. Εάν υπάρχει υποψία υπερδοσολογίας, θα πρέπει να συνεχιστεί η στενή ιατρική επίβλεψη και παρακολούθηση μέχρι η εξέταση να δείξει ότι τα σημεία και τα συμπτώματα έχουν παρέλθει (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Για τους ασθενείς που παρουσιάζουν σημεία ή συμπτώματα σχετιζόμενα με την υπερδοσολογία ολανζαπίνης το χρονικό διάστημα παρακολούθησης των 3 ωρών θα πρέπει να παραταθεί όπως κρίνεται κλινικά απαραίτητο.
Για οδηγίες χρήσης, βλ. παράγραφο 6.6.
block
Αντενδείξεις
SPC-ZYPADHERA
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
- Ασθενείς με κίνδυνο εμφάνισης γλαυκώματος κλειστής γωνίας
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-ZYPADHERA
expand_more
Προειδοποιήσεις
Τεχνική ένεσης
Πρέπει να λαμβάνεται ειδική προσοχή στην εφαρμογή της κατάλληλης τεχνικής ένεσης έτσι ώστε να αποφευχθεί η από αμέλεια ενδοαγγειακή ή υποδόρια ένεση (βλ. παράγραφο 6.6).
Χρήση σε ασθενείς που βρίσκονται σε οξεία διέγερση ή σοβαρή ψυχωτική κατάσταση
Το ZYPADHERA δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για τη θεραπεία ασθενών με σχιζοφρένεια οι οποίοι βρίσκονται σε οξεία διέγερση ή σοβαρή ψυχωτική κατάσταση τέτοια που να απαιτείται ο άμεσος έλεγχος των συμπτωμάτων.
Σύνδρομο μετά από ένεση
Κατά τη διάρκεια των κλινικών μελετών πριν από την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά, αντιδράσεις με σημεία και συμπτώματα που σχετίζονται με υπερδοσολογία ολανζαπίνης, παρουσιάστηκαν σε ασθενείς μετά από ένεση με ZYPADHERA. Οι αντιδράσεις αυτές παρουσιάστηκαν σε ποσοστό < 0,1% των ενέσεων και σε περίπου 2% των ασθενών. Οι περισσότεροι από αυτούς τους ασθενείς παρουσίασαν συμπτώματα καταστολής (που κυμαίνονταν από μέτρια σε σοβαρότητα έως και κώμα) και/ή παραλήρημα (που περιλαμβάνει σύγχυση, αποπροσανατολισμό, διέγερση, άγχος και άλλη νοητική δυσλειτουργία). Άλλα συμπτώματα που παρατηρήθηκαν περιλάμβαναν εξωπυραμιδικά συμπτώματα, δυσαρθρία, αταξία, επιθετικότητα, ζάλη, αδυναμία, υπέρταση και σπασμούς. Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα αρχικά σημεία και συμπτώματα που σχετίζονται με την αντίδραση αυτή εμφανίστηκαν μέσα σε 1 ώρα μετά από την ένεση και σε όλες τις περιπτώσεις αναφέρθηκε πλήρης ανάρρωση μέσα σε 24 - 72 ώρες μετά από την ένεση. Αυτές οι αντιδράσεις παρατηρήθηκαν σπάνια (< 1 για κάθε 1.000 ενέσεις) εντός των 1-3 πρώτων ωρών και πολύ σπάνια (< 1 για κάθε 10.000 ενέσεις) μετά τις 3 ώρες. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται γι’ αυτόν τον πιθανό κίνδυνο και την ανάγκη να παρακολουθούνται για 3 ώρες σε χώρους παροχής υγειονομικών υπηρεσιών κάθε φορά που τους χορηγείται ZYPADHERA. Οι αναφορές του συνδρόμου κατόπιν της ένεσης μετά την κυκλοφορία του προϊόντος, από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του ZYPADHERA συνάδουν με την εμπειρία που έχει παρατηρηθεί στις κλινικές μελέτες. Μετά από κάθε ένεση, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται σε χώρους παροχής υγειονομικών υπηρεσιών από κατάλληλα ειδικευμένο προσωπικό για τουλάχιστον 3 ώρες για σημεία και συμπτώματα σχετιζόμενα με υπερδοσολογία ολανζαπίνης. Αμέσως πριν από την έξοδο του ασθενή από τους χώρους παροχής υγειονομικών υπηρεσιών θα πρέπει να επιβεβαιωθεί ότι ο ασθενής είναι σε ετοιμότητα, έχει αίσθηση προσανατολισμού και δεν παρουσιάζει σημεία και συμπτώματα υπερδοσολογίας. Εάν υπάρχει υποψία υπερδοσολογίας, η στενή ιατρική επίβλεψη και η παρακολούθηση πρέπει να συνεχιστούν μέχρι η εξέταση να δείξει ότι τα σημεία και τα συμπτώματα έχουν παρέλθει. Για τους ασθενείς που παρουσιάζουν σημεία ή συμπτώματα σχετιζόμενα με την υπερδοσολογία ολανζαπίνης το χρονικό διάστημα παρακολούθησης των 3 ωρών θα πρέπει να παραταθεί όπως κρίνεται κλινικά απαραίτητο. Για το υπόλοιπο της ημέρας μετά από την ένεση, οι ασθενείς θα πρέπει να συμβουλεύονται ανάλογα, για να είναι σε επαγρύπνηση για σημεία και συμπτώματα υπερδοσολογίας δευτερεύοντα των μετά την ένεση σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών, να είναι σε θέση να ζητήσουν βοήθεια εάν χρειαστεί και να μην οδηγούν ή να χειρίζονται μηχανές (βλ. Οδήγηση). Συστήνεται προσεκτική αξιολόγηση της κλινικής κατάστασης για την αποφυγή υπερβολικής καταστολής και καρδιοαναπνευστικής καταστολής εάν παρεντερικώς χορηγούμενες βενζοδιαζαπίνες είναι απαραίτητες για τη διαχείριση των μετά την ένεση ανεπιθύμητων ενεργειών (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με το σημείο της ένεσης
Η συνηθέστερα αναφερόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια στο σημείο της ένεσης ήταν το άλγος. Η πλειοψηφία των αντιδράσεων αναφέρθηκαν από ‘ήπιας’ έως ‘μέτριας’ σοβαρότητας. Στην περίπτωση εμφάνισης ανεπιθύμητης ενέργειας σχετιζόμενης με το σημείου της ένεσης, θα πρέπει να λαμβάνονται κατάλληλα μέτρα για να αντιμετωπιστούν αυτά τα περιστατικά (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Ψύχωση σχετιζόμενη με άνοια και/ή διαταραχές συμπεριφοράς
Η χρήση της ολανζαπίνης δεν συνιστάται σε ασθενείς με ψύχωση σχετιζόμενη με άνοια και/ή διαταραχές συμπεριφοράς λόγω της αυξημένης θνησιμότητας και του κινδύνου εμφάνισης αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου. Σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο (placebo) κλινικές δοκιμές (διάρκειας 6-12 εβδομάδων) σε ηλικιωμένους ασθενείς (μέσης ηλικίας 78 ετών) με ψύχωση σχετιζόμενη με άνοια και/ή διαταραχές συμπεριφοράς, παρατηρήθηκε διπλάσια αύξηση της επίπτωσης θανάτου στους ασθενείς υπό ολανζαπίνη από του στόματος συγκριτικά με εκείνη για τους ασθενείς υπό εικονικό φάρμακο (placebo) (3,5% έναντι 1,5% αντιστοίχως). H υψηλότερη επίπτωση θανάτου δεν σχετιζόταν με τη δοσολογία της ολανζαπίνης (μέση ημερήσια δόση 4,4 mg) ή τη διάρκεια της αγωγής. Οι παράγοντες κινδύνου που ενδέχεται να προδιαθέτουν τον πληθυσμό αυτό των ασθενών σε αυξημένη θνησιμότητα περιλαμβάνουν: ηλικία > 65 ετών, δυσφαγία, καταστολή, πλημμελής θρέψη και αφυδάτωση, πνευμονικές καταστάσεις (π.χ. πνευμονία από ή χωρίς εισρόφηση) ή συγχορήγηση βενζοδιαζεπινών. Ωστόσο, η επίπτωση θανάτου ήταν υψηλότερη στους ασθενείς σε θεραπεία με από του στόματος ολανζαπίνη συγκριτικά με τους ασθενείς υπό εικονικό φάρμακο (placebo), ανεξάρτητα από αυτούς τους παράγοντες κινδύνου. Στις ίδιες κλινικές δοκιμές, αναφέρθηκαν αγγειακές εγκεφαλικές ανεπιθύμητες ενέργειες (CVAE περιστατικά π.χ., αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο), περιλαμβανομένων εκείνων με θανατηφόρα έκβαση. Παρατηρήθηκε μία τριπλάσια αύξηση σε CVAE σε ασθενείς που έλαβαν από του στόματος ολανζαπίνη συγκριτικά με ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο (placebo) (1,3% έναντι 0,4% αντιστοίχως). Όλοι οι ασθενείς σε θεραπεία με από του στόματος ολανζαπίνη και εικονικό φάρμακο (placebo) που εμφάνισαν CVAE, είχαν προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου. Ηλικία > 75 ετών και αγγειακού/μικτού τύπου άνοια διαπιστώθηκαν ως παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη CVAE που σχετίζεται με την αγωγή με ολανζαπίνη. Η αποτελεσματικότητα της ολανζαπίνης δεν έχει διαπιστωθεί στις δοκιμές αυτές.
Νόσος του Parkinson
Η χορήγηση της ολανζαπίνης για τη θεραπεία ψύχωσης που σχετίζεται με αγωνιστή ντοπαμίνης σε ασθενείς με νόσο Parkinson δεν συνιστάται. Σε κλινικές δοκιμές, επιδείνωση των Παρκινσονικών συμπτωμάτων και των ψευδαισθήσεων αναφέρθηκε πολύ συχνά και σε μεγαλύτερη συχνότητα από το εικονικό φάρμακο (placebo) (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες), και η από του στόματος ολανζαπίνη δεν ήταν περισσότερο αποτελεσματική από το εικονικό φάρμακο (placebo) στη θεραπεία των ψυχωτικών συμπτωμάτων. Στις δοκιμές αυτές, οι ασθενείς απαιτείτο αρχικά να είναι σταθεροποιημένοι στη χαμηλότερη αποτελεσματική δόση των αντι-Παρκινσονικών φαρμακευτικών προϊόντων (αγωνιστής ντοπαμίνης) και να παραμένουν στα ίδια αντι-Παρκινσονικά φαρμακευτικά προϊόντα και δοσολογίες, καθ’όλη τη διάρκεια της μελέτης. Η αρχική δόση της από του στόματος ολανζαπίνης ήταν 2,5 mg/ημερησίως και τιτλοποιήθηκε σε μέγιστη δόση 15 mg/ημερησίως, ανάλογα με την κρίση του ερευνητή.
Νευροληπτικό Kακόηθες Σύνδρομο (NMS)
Το ΝΜS είναι μία δυνητικά θανατηφόρα κατάσταση, η οποία σχετίζεται με τα αντιψυχωτικά φαρμακευτικά προϊόντα. Σπάνιες περιπτώσεις χαρακτηρισθείσες σαν ΝΜS έχουν, επίσης, σχετισθεί με την από του στόματος ολανζαπίνη. Oι κλινικές εκδηλώσεις του ΝΜS περιλαμβάνουν: υπερπυρεξία, μυϊκή ακαμψία, μεταβολή στη νοητική κατάσταση και σημεία αστάθειας του αυτόνομου νευρικού συστήματος (ακανόνιστος σφυγμός ή αρτηριακή πίεση, ταχυκαρδία, εφίδρωση και καρδιακή δυσρυθμία). Eπιπρόσθετα σημεία πιθανώς περιλαμβάνουν αύξηση της κρεατινικής φωσφοκινάσης, μυοσφαιρινουρία (ραβδομυόλυση) και οξεία νεφρική ανεπάρκεια. Εάν ένας ασθενής εμφανίσει σημεία και συμπτώματα ενδεικτικά του ΝΜS ή ανεξήγητο υψηλό πυρετό χωρίς άλλες επιπρόσθετες κλινικές εκδηλώσεις του ΝΜS, η χορήγηση όλων των αντιψυχωτικών φαρμάκων, περιλαμβανομένης της ολανζαπίνης, θα πρέπει να διακόπτεται.
Υπεργλυκαιμία και διαβήτης
Υπεργλυκαιμία και/ή εμφάνιση ή επιδείνωση διαβήτη, η οποία περιστασιακά έχει συσχετισθεί με κετοξέωση ή κώμα, έχει αναφερθεί όχι συχνά, περιλαμβανομένων και μερικών θανατηφόρων περιπτώσεων (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Σε ορισμένες περιπτώσεις, μια προϋπάρχουσα αύξηση του σωματικού βάρους έχει αναφερθεί, η οποία ίσως είναι ένας προδιαθετικός παράγοντας. Συνιστάται κατάλληλος κλινικός έλεγχος σύμφωνα με τις ενδεδειγμένες αντιψυχωτικές κατευθυντήριες οδηγίες, π.χ. μέτρηση της γλυκόζης του αίματος πριν την έναρξη της θεραπείας, 12 εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας με ολανζαπίνη και εν συνεχεία, ετησίως. Οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με οποιαδήποτε αντιψυχωτικά φάρμακα, περιλαμβανομένου του ZYPADHERA, θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα υπεργλυκαιμίας (όπως πολυδιψία, πολυουρία, πολυφαγία και αδυναμία) και οι ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή εκείνοι με παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη σακχαρώδη διαβήτη θα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά για επιδείνωση του ελέγχου της γλυκόζης. Το σωματικό βάρος θα πρέπει να παρακολουθείται τακτικά, π.χ. πριν την έναρξη της θεραπείας, 4, 8 και 12 εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας με ολανζαπίνη και εν συνεχεία, κάθε τρίμηνο.
Μεταβολές λιπιδίων
Ανεπιθύμητες μεταβολές στα επίπεδα των λιπιδίων έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς υπό θεραπεία με ολανζαπίνη σε κλινικές δοκιμές ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο (placebo) (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι μεταβολές των λιπιδίων πρέπει να αντιμετωπίζονται καταλλήλως κλινικά, ιδιαίτερα σε δυσλιπιδαιμικούς ασθενείς και σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη διαταραχών των λιπιδίων. Οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με οποιαδήποτε αντιψυχωτικά φάρμακα, περιλαμβανομένου του ZYPADHERA, θα πρέπει να υποβάλλονται τακτικά σε έλεγχο των λιπιδίων του ορού σύμφωνα με τις ενδεδειγμένες αντιψυχωτικές κατευθυντήριες οδηγίες, π.χ. πριν την έναρξη της θεραπείας, 12 εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας με ολανζαπίνη και εν συνεχεία, κάθε 5 χρόνια.
Αντιχολινεργική δραστηριότητα
Ενώ η ολανζαπίνη έδειξε αντιχολινεργική δραστηριότητα in vitro, η εμπειρία κατά τη διάρκεια των κλινικών δοκιμών αποκάλυψε χαμηλή επίπτωση ανάλογων συμβαμάτων. Εντούτοις, επειδή η κλινική εμπειρία με την ολανζαπίνη σε ασθενείς με συνυπάρχοντα νοσήματα είναι περιορισμένη, συνιστάται προσοχή όταν συνταγογραφείται σε ασθενείς με υπερτροφία προστάτη, ή παραλυτικό ειλεό και ανάλογες καταστάσεις.
Ηπατική λειτουργία
Παροδικές, ασυμπτωματικές αυξήσεις των ηπατικών αμινοτρανσφερασών, ALT, AST έχουν συχνά παρατηρηθεί, ιδιαίτερα στα αρχικά στάδια της θεραπείας. Προσοχή και συνεχής παρακολούθηση απαιτείται σε ασθενείς με αυξημένες τιμές ALT και/ή AST, σε ασθενείς με σημεία και συμπτώματα ηπατικής δυσλειτουργίας, σε ασθενείς με προϋπάρχουσες καταστάσεις που σχετίζονται με περιορισμό της ηπατικής λειτουργικής επάρκειας και σε ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν αγωγή με δυνητικά ηπατοτοξικά φάρμακα. Σε περιπτώσεις όπου έχει διαγνωσθεί ηπατίτιδα (περιλαμβανομένης της ηπατοκυτταρικής, της χολοστατικής ή της μικτής ηπατικής βλάβης), η θεραπεία με ολανζαπίνη, θα πρέπει να διακόπτεται.
Ουδετεροπενία
Προσοχή θα πρέπει να δίδεται σε ασθενείς με χαμηλό αριθμό λευκοκυττάρων και/ή ουδετερόφιλων από οποιαδήποτε αιτία, σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα που είναι γνωστό ότι προκαλούν ουδετεροπενία, σε ασθενείς με ιστορικό φαρμακογενούς καταστολής/τοξικότητας του μυελού των οστών, σε ασθενείς με καταστολή του μυελού των οστών από συνυπάρχον νόσημα, ακτινοθεραπεία ή χημειοθεραπεία και σε ασθενείς με υπερηωσινοφιλικές καταστάσεις ή με μυελοϋπερπλαστική νόσο. Ουδετεροπενία έχει συχνά αναφερθεί κατά τη συγχορήγηση της ολανζαπίνης με βαλπροϊκό (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Διακοπή της θεραπείας
Οξέα συμπτώματα όπως εφίδρωση, αϋπνία, τρόμος, άγχος, ναυτία, ή έμετος έχουν αναφερθεί σπάνια (≥ 0,01% και < 0,1%) όταν η από του στόματος ολανζαπίνη διακόπτεται αιφνίδια.
QT διάστημα
Σε κλινικές δοκιμές με από του στόματος ολανζαπίνη, κλινικά σημαντικές παρατάσεις στα διαστήματα του διορθωμένου QT (QTc) (διόρθωση του διαστήματος QT κατά Fridericia [QTcF] ≥ 500 milliseconds [msec] οποτεδήποτε μετά την αρχική εκτίμηση σε ασθενείς με αρχική εκτίμηση QTcF < 500 msec) ήταν ασυνήθεις (0,1% έως 1%) σε ασθενείς που έλαβαν ολανζαπίνη, χωρίς σημαντικές διαφορές στα σχετιζόμενα καρδιακά συμβάματα συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο (placebo). Σε κλινικές δοκιμές με ολανζαπίνη κόνις για ενέσιμο διάλυμα ή με ZYPADHERA, η ολανζαπίνη δεν σχετίστηκε με επίμονη αύξηση του απόλυτου QT ή του QTc διαστήματος. Εντούτοις, όπως και με άλλα αντιψυχωτικά, προσοχή απαιτείται όταν η ολανζαπίνη συγχορηγείται με φάρμακα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το QTc διάστημα, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους, σε ασθενείς με συγγενές σύνδρομο παρατεταμένου QT διαστήματος, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, καρδιακή υπερτροφία, υποκαλιαιμία ή υπομαγνησιαιμία.
Θρομβοεμβολή
Χρονική συσχέτιση της αγωγής με ολανζαπίνη και φλεβικής θρομβοεμβολής (VTE) έχει αναφερθεί όχι συχνά (≥ 0,1% και < 1%). Δεν έχει θεμελιωθεί αιτιολογική συσχέτιση μεταξύ της εμφάνισης φλεβικής θρομβοεμβολής και της αγωγής με ολανζαπίνη. Εντούτοις, αφού οι ασθενείς με σχιζοφρένεια, συχνά εμφανίζουν επίκτητους παράγοντες κινδύνου για φλεβική θρομβοεμβολή, όλοι οι πιθανοί παράγοντες κινδύνου εμφάνισης VTE, όπως η ακινητοποίηση των ασθενών, θα πρέπει να προσδιορίζονται και να λαμβάνονται προστατευτικά μέτρα.
Γενική δραστηριότητα ΚΝΣ
Με δεδομένες τις κύριες επιδράσεις της ολανζαπίνης στο KNΣ, θα πρέπει να δίδεται προσοχή στη συγχορήγησή της με άλλα φάρμακα που δρουν επίσης στο KNΣ καθώς και με το αλκοόλ. Επειδή η ολανζαπίνη εμφανίζει in vitro δράση ανταγωνιστή της ντοπαμίνης, ενδέχεται να ανταγωνισθεί τις επιδράσεις των άμεσων και έμμεσων αγωνιστών της ντοπαμίνης.
Επιληπτικές κρίσεις
Η ολανζαπίνη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό επιληπτικών κρίσεων ή σε ασθενείς με παράγοντες οι οποίοι μπορεί να προκαλέσουν μείωση της επιληπτικής ουδού. Οι επιληπτικές κρίσεις έχουν αναφερθεί όχι συχνά σε ασθενείς υπό αγωγή με ολανζαπίνη. Στις περισσότερες των περιπτώσεων αυτών, ιστορικό επιληπτικών κρίσεων ή παράγοντες κινδύνου για επιληπτικές κρίσεις έχουν αναφερθεί.
Όψιμη δυσκινησία
Σε συγκριτικές μελέτες, ετήσιας ή μικρότερης διάρκειας, η ολανζαπίνη σχετιζόταν με στατιστικά σημαντικά χαμηλότερη επίπτωση φαρμακοεπαγώμενης δυσκινησίας. Εν τούτοις, ο κίνδυνος για όψιμη δυσκινησία αυξάνεται με τη μακροχρόνια έκθεση και επομένως εάν σημεία ή συμπτώματα όψιμης δυσκινησίας εμφανισθούν σε ασθενή υπό αγωγή με ολανζαπίνη, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης ή διακοπής της χορήγησης. Τα συμπτώματα αυτά μπορεί προσωρινά να επιδεινωθούν ή να εμφανισθούν μετά από διακοπή της θεραπείας.
Ορθοστατική υπόταση
Ορθοστατική υπόταση παρατηρήθηκε όχι συχνά σε ηλικιωμένους που ελάμβαναν ολανζαπίνη κατά τη διάρκεια των κλινικών δοκιμών. Όπως και με άλλα αντιψυχωτικά, συνιστάται η αρτηριακή πίεση να μετράται περιοδικά σε ασθενείς άνω των 65 ετών.
Αιφνίδιος καρδιακός θάνατος
Σε αναφορές για την ολανζαπίνη μετά την κυκλοφορία του προϊόντος, περιπτώσεις αιφνίδιου καρδιακού θανάτου έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λάμβαναν ολανζαπίνη. Σε μία αναδρομική μελέτη παρατήρησης της ομάδας των άτυπων αντιψυχωτικών, ο πιθανός κίνδυνος του αιφνίδιου καρδιακού θανάτου, σε ασθενείς υπό αγωγή με ολανζαπίνη, ήταν περίπου διπλάσιος του κινδύνου σε ασθενείς που δεν λάμβαναν αγωγή με αντιψυχωτικά. Στη μελέτη, ο κίνδυνος από την αγωγή με ολανζαπίνη ήταν συγκρίσιμος με τον κίνδυνο από την αγωγή με άτυπα αντιψυχωτικά που περιλαμβάνονταν στη συγκεντρωτική ανάλυση.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ολανζαπίνη δεν ενδείκνυται για χρήση στην αγωγή παιδιών και εφήβων. Μελέτες σε ασθενείς ηλικίας 13-17 ετών παρουσίασαν ποικίλες ανεπιθύμητες ενέργειες, που περιλαμβάνουν αύξηση σωματικού βάρους, μεταβολές στις μεταβολικές παραμέτρους και αυξήσεις των επιπέδων προλακτίνης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοδυναμικές).
Χρήση σε ηλικιωμένους (>75 ετών)
Δεν υπάρχουν πληροφορίες για τη χρήση του ZYPADHERA σε ασθενείς > 75 ετών. Η μορφή αυτή δεν συνιστάται σε αυτή την υποομάδα ασθενών λόγω των μεταβολών στη βιοχημεία και τη φυσιολογία τους καθώς και της μείωσης της μυϊκής τους μάζας.
Νάτριο
Μετά την ανασύσταση το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά φιαλίδιο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-ZYPADHERA
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Μελέτες αλληλεπίδρασης έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.
Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα που μπορεί να προκαλέσουν υπόταση ή καταστολή.
Δυνητικές αλληλεπιδράσεις που επηρεάζουν την ολανζαπίνη
Επειδή η ολανζαπίνη μεταβολίζεται μέσω του CYP1A2, οι ουσίες που προκαλούν επαγωγή ή αναστολή ειδικά του ισοενζύμου αυτού, ενδέχεται να επηρεάσουν τις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της ολανζαπίνης.
Επαγωγή του CYP1A2 Ο μεταβολισμός της ολανζαπίνης μπορεί να ενισχυθεί από το κάπνισμα και από την καρβαμαζεπίνη με αποτέλεσμα να προκληθεί μείωση των συγκεντρώσεων της ολανζαπίνης. Έχει αναφερθεί μόνο μικρή έως μέτρια αύξηση της κάθαρσης της ολανζαπίνης. Οι κλινικές επιπτώσεις αναμένεται να είναι περιορισμένες.
Αναστολή του CYP1A2 Η φλουβοξαμίνη, ένας ειδικός αναστολέας του CYP1A2, έχει αποδειχθεί ότι αναστέλλει σημαντικά το μεταβολισμό της ολανζαπίνης. Η μέση αύξηση της μέγιστης συγκέντρωσης (Cmax) της ολανζαπίνης, μετά τη χορήγηση της φλουβοξαμίνης, ήταν 54% σε γυναίκες μη καπνίστριες και 77% σε άνδρες καπνιστές. Η μέση αύξηση της AUC της ολανζαπίνης ήταν 52% και 108%, αντίστοιχα.
Η φλουοξετίνη (αναστολέας του CYP2D6), οι εφάπαξ δόσεις αντιόξινων (αργιλίου, μαγνησίου) ή η σιμετιδίνη, δεν έχουν αναφερθεί ότι επηρεάζουν σημαντικά τις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της ολανζαπίνης.
Δυνητικές επιδράσεις της ολανζαπίνης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα
Η ολανζαπίνη ενδέχεται να ανταγωνισθεί τις επιδράσεις των άμεσων ή έμμεσων αγωνιστών ντοπαμίνης.
Η ολανζαπίνη δεν προκαλεί αναστολή των κυριότερων ισοενζύμων του κυττοχρώματος CYP450 in vitro (π.χ. 1Α2, 2D6, 2C9, 2C19, 3A4). Ως εκ τούτου, δεν αναμένονται σημαντικές αλληλεπιδράσεις, σύμφωνα με τα διαθέσιμα δεδομένα των in vivo μελετών όπου δεν παρατηρήθηκε αναστολή του μεταβολισμού των ακόλουθων δραστικών ουσιών: των τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών (μεταβολιζόμενων κύρια μέσω CYP2D6), της βαρφαρίνης (CYP2C9), της θεοφυλλίνης (CYP1Α2) ή της διαζεπάμης (CYP3A4 και 2C19).
Δεν αναφέρθηκαν αλληλεπιδράσεις, κατά τη συγχορήγηση της ολανζαπίνης με λίθιο ή βιπεριδένη.
Κατά την παρακολούθηση των επιπέδων πλάσματος του βαλπροϊκού δεν παρουσιάστηκε ανάγκη προσαρμογής της δόσης του βαλπροϊκού, μετά την έναρξη της συγχορήγησης της ολανζαπίνης.
Γενική δραστηριότητα ΚΝΣ
Πρέπει να δίνεται προσοχή σε ασθενείς που καταναλώνουν αλκοόλ ή λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα που μπορεί να προκαλέσουν καταστολή του κεντρικού νευρικού συστήματος.
Δεν συνιστάται η συγχορήγηση ολανζαπίνης με αντι-Παρκινσονικά φαρμακευτικά προϊόντα σε ασθενείς με νόσο Parkinson και άνοια (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
QTc διάστημα
Απαιτείται προσοχή όταν η ολανζαπίνη συγχορηγείται με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το QTc διάστημα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-ZYPADHERA
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη δεδομένων ασφάλειας
Ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν παρατηρηθεί με την παμοϊκή ολανζαπίνη Περιστατικά συνδρόμου μετά την ένεση έχουν παρουσιαστεί με τη χορήγηση του ZYPADHERA και οδηγούν σε συμπτώματα σχετιζόμενα με υπερδοσολογία με ολανζαπίνη (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις). Τα κλινικά σημεία και συμπτώματα περιλάμβαναν συμπτώματα καταστολής (που κυμαίνεται από μέτριας σοβαρότητας έως κώμα) και/ή παραληρήματος (που περιλαμβάνει σύγχυση, αποπροσανατολισμό, διέγερση, άγχος και άλλη νοητική δυσλειτουργία). Άλλα συμπτώματα που παρατηρήθηκαν περιλάμβαναν εξωπυραμιδικά συμπτώματα, δυσαρθρία, αταξία, επιθετικότητα, ζάλη, αδυναμία, υπέρταση και σπασμούς.
Άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν σε ασθενείς που λάμβαναν ZYPADHERA ήταν παρόμοιες με εκείνες που παρατηρήθηκαν στους ασθενείς που λάμβαναν από του στόματος ολανζαπίνη. Σε κλινικές δοκιμές με ZYPADHERA, η μόνη ανεπιθύμητη ενέργεια που παρατηρήθηκε σε στατιστικά σημαντικά υψηλότερο ποσοστό στους ασθενείς υπό ZYPADHERA έναντι των ασθενών υπό εικονικό φάρμακο ήταν η καταστολή (ZYPADHERA 8,2%, εικονικό φάρμακο 2,0%). Μεταξύ όλων των ασθενών που έλαβαν ZYPADHERA, η καταστολή παρουσιάστηκε στο 4,7% αυτών.
Σε κλινικές δοκιμές με ZYPADHERA η πιθανότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων αντιδράσεων που σχετίζονται με τη θέση ένεσης ήταν περίπου 8%. Η πιο συχνά αναφερόμενη ανεπιθύμητη αντίδραση στη θέση ένεσης ήταν το άλγος (5%). Κάποιες άλλες ανεπιθύμητες αντιδράσεις που σχετίζονται με τη θέση ένεσης ήταν (με φθίνουσα συχνότητα): αντιδράσεις με τη μορφή οζιδίων, αντιδράσεις με τη μορφή ερυθήματος, μη ειδικές αντιδράσεις στη θέση ένεσης, ερεθισμός, αντιδράσεις τύπου οιδήματος, μώλωπες, αιμορραγία και αναισθησία. Τα περιστατικά αυτά εμφανίστηκαν σε περίπου 0,1 με 1,1% των ασθενών.
Βάσει ανασκόπησης δεδομένων ασφάλειας από κλινικές μελέτες και μεμονωμένες αναφορές μετά την κυκλοφορία του προϊόντος, το απόστημα της θέσης ένεσης είχε αναφερθεί σπάνια (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000).
Ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν παρατηρηθεί με την ολανζαπίνη Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρονται παρακάτω παρατηρήθηκαν μετά τη χορήγηση ολανζαπίνης.
Ενήλικες Οι πιο συχνά αναφερόμενες (παρατηρήθηκαν σε ≥ 1% των ασθενών) ανεπιθύμητες ενέργειες, οι οποίες σχετίζονταν με τη χορήγηση ολανζαπίνης κατά τη διάρκεια των κλινικών δοκιμών, ήταν υπνηλία, αύξηση σωματικού βάρους, ηωσινοφιλία, αυξημένα επίπεδα προλακτίνης, χοληστερόλης, γλυκόζης και τριγλυκεριδίων (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), γλυκοζουρία, αυξημένη όρεξη, ζάλη, ακαθησία, Παρκινσονισμός, λευκοπενία, ουδετεροπενία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), δυσκινησία, ορθοστατική υπόταση, αντιχολινεργικές επιδράσεις, παροδικές ασυμπτωματικές αυξήσεις των ηπατικών αμινοτρανσφερασών (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), εξάνθημα, εξασθένιση, κόπωση, πυρεξία, αρθραλγία, αυξημένη αλκαλική φωσφατάση, υψηλή γάμα γλουταμυλτρανσφεράση, υψηλό ουρικό οξύ, υψηλή κρεατινική φωσφοκινάση και οίδημα.
Περίληψη των ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Ο ακόλουθος πίνακας περιλαμβάνει τις ανεπιθύμητες ενέργειες και τα εργαστηριακά ευρήματα που παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια κλινικών δοκιμών και αυθόρμητων αναφορών. Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας. Οι όροι συχνότητας που αναφέρονται παρακάτω προσδιορίζονται ως εξής: Πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
| Κατηγορία συστήματος οργάνων | Πολύ Συχνές | Συχνές | Όχι Συχνές | Σπάνιες | Μη Γνωστές |
|---|---|---|---|---|---|
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Ηωσινοφιλία | Λευκοπενία¹⁰, Ουδετεροπενία¹⁰ | Θρομβοκυτοπενία¹¹ | ||
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Υπερευαισθησία¹¹ | ||||
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Αύξηση βάρους¹ | Αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης²,³, Αυξημένα επίπεδα γλυκόζης⁴, Αυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων²,⁵, Γλυκοζουρία, Αύξηση της όρεξης | Εμφάνιση ή παρόξυνση διαβήτη που περιστασιακά έχει συσχετισθεί με κετοξέωση ή κώμα περιλαμβανομένων και μερικών θανατηφόρων περιστατικών (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις)¹¹ | Υποθερμία¹² | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Υπνηλία | Ζάλη, Ακαθησία⁶, Παρκινσονισμός⁶, Δυσκινησία⁶ | Επιληπτικές κρίσεις όπου στις περισσότερες περιπτώσεις είχαν αναφερθεί ιστορικό επιληπτικών κρίσεων ή παράγοντες κινδύνου για επιληπτικές κρίσεις¹¹, Δυστονία (περιλαμβανομένης της περιστροφής των οφθαλμικών βολβών)¹¹, Βραδυκινησία¹¹, Αμνησία⁹, Δυσαρθρία | Σύνδρομο Νευροληπτικό Κακόηθες (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις)¹², Σύνδρομο ανήσυχων ποδιών¹¹ | Τραύλισμα¹¹, Συμπτώματα απόσυρσης⁷,¹² |
| Καρδιακές διαταραχές | Βραδυκαρδία, Παράταση του διαστήματος QTc (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις) | Κοιλιακή ταχυκαρδία/ μαρμαρυγή, αιφνίδιος θάνατος (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις)¹¹ | |||
| Αγγειακές διαταραχές | Ορθοστατική υπόταση¹⁰ | Θρομβοεμβολή (περιλαμβανομένων της πνευμονικής εμβολής και της θρόμβωσης των εν τω βάθει φλεβών) (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις) | |||
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Επίσταξη⁹ | ||||
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Ήπιες, παροδικές αντιχολινεργικές επιδράσεις, μεταξύ των οποίων δυσκοιλιότητα και ξηροστομία. | Διάταση της κοιλίας⁹, Υπερέκκριση σιέλου¹¹ | Παγκρεατίτιδα¹¹ | ||
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Παροδικές, ασυμπτωματικές αυξήσεις των ηπατικών αμινοτρανσφερασών (ALT, AST), ιδιαίτερα στην έναρξη της θεραπείας (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις) | Ηπατίτιδα (περιλαμβανομένης της ηπατοκυτταρικής, της χολοστατικής ή της μικτής ηπατικής βλάβης)¹¹ | |||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Εξάνθημα | Αντίδραση από φωτοευαισθησία, Αλωπεκία | Αντίδραση στο Φάρμακο με Ηωσινοφιλία και Συστηματικά Συμπτώματα (DRESS) | ||
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Αρθραλγία⁹ | Ραβδομυόλυση¹¹ | |||
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Ακράτεια ούρων, Κατακράτηση ούρων, Δυσκολία στην ούρηση¹¹ | ||||
| Καταστάσεις της κύησης, της λοχίας και της περιγεννητικής περιόδου | Σύνδρομο από απόσυρση φαρμάκου των νεογνών (βλέπε Κύηση και γαλουχία) | ||||
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Στυτική δυσλειτουργία στους άνδρες, Μειωμένη γενετήσια ορμή στους άνδρες και στις γυναίκες | Αμηνόρροια, Διόγκωση μαστού στις γυναίκες, Γαλακτόρροια σε άνδρες και γυναίκες, Γυναικομαστία/διόγκωση μαστού στους άνδρες | Πριαπισμός¹² | ||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Εξασθένιση, Κόπωση, Οίδημα, Πυρεξία¹⁰ | Άλγος στη θέση ένεσης | Απόστημα στη θέση ένεσης | ||
| Παρακλινικές εξετάσεις | Αυξημένα επίπεδα προλακτίνης του πλάσματος⁸ | Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση¹⁰, Υψηλή κρεατινική φωσφοκινάση¹¹, Υψηλή γάμα γλουταμυλτρανσφεράση¹⁰, Υψηλό ουρικό οξύ¹⁰ | Αυξημένη ολική χολερυθρίνη |
Κλινικά σημαντική αύξηση σωματικού βάρους παρατηρήθηκε σε όλες τις κατηγορίες με αρχική εκτίμηση Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ). Μετά τη βραχυπρόθεσμη θεραπεία (μέση διάρκεια 47 ημέρες), η αύξηση βάρους ≥ 7% από το αρχικό βάρος σώματος ήταν πολύ συχνή (22,2%), ≥ 15% ήταν συχνή (4,2%) και ≥ 25% ήταν όχι συχνή (0,8%). Πολύ συχνή ήταν η αύξηση βάρους ≥ 7%, ≥ 15% και ≥ 25% από το αρχικό βάρος σώματος των ασθενών που υποβλήθηκαν σε μακράς διάρκειας έκθεση (τουλάχιστον 48 εβδομάδες) (64,4%, 31,7% και 12,3% αντίστοιχα).
¹ Οι μέσες αυξήσεις στις τιμές νηστείας των λιπιδίων (ολική χοληστερόλη, LDL χοληστερόλη και τριγλυκερίδια) ήταν υψηλότερες σε ασθενείς χωρίς ενδείξεις λιπιδαιμικής απορρύθμισης στην αρχική εκτίμηση. ² Παρατηρήθηκαν σε φυσιολογικά επίπεδα νηστείας στην αρχική εκτίμηση (< 5,17 mmol/l) τα οποία αυξήθηκαν σε υψηλά (≥ 6,2 mmol/l). Πολύ συχνές ήταν οι μεταβολές στα ολικά επίπεδα χοληστερόλης νηστείας από οριακά κατά την αρχική εκτίμηση (≥ 5,17 - < 6,2 mmol/l) σε υψηλά (≥ 6,2 mmol/l). ³ Παρατηρήθηκαν σε φυσιολογικά επίπεδα νηστείας στην αρχική εκτίμηση (< 5,56 mmol/l) τα οποία αυξήθηκαν σε υψηλά (≥ 7 mmol/l). Πολύ συχνές ήταν οι μεταβολές στη γλυκόζη νηστείας από οριακά επίπεδα νηστείας στην αρχική εκτίμηση (≥ 5,56 - < 7 mmol/l) σε υψηλά (≥ 7 mmol/l). ⁴ Παρατηρήθηκαν σε φυσιολογικά επίπεδα νηστείας στην αρχική εκτίμηση (<1,69 mmol/l) τα οποία αυξήθηκαν σε υψηλά (≥ 2,26 mmol/l). Πολύ συχνές ήταν οι μεταβολές στα τριγλυκερίδια νηστείας από οριακά στην αρχική εκτίμηση (≥ 1,69 mmol/l - < 2,26 mmol/l) σε υψηλά (≥ 2,26 mmol/l). ⁵ Σε κλινικές δοκιμές, η επίπτωση Παρκινσονισμού και δυστονίας σε ασθενείς υπό ολανζαπίνη ήταν αριθμητικά μεγαλύτερη, αλλά όχι στατιστικά σημαντικά διαφορετική από την αντίστοιχη του εικονικού φαρμάκου (placebo). Oι λαμβάνοντες ολανζαπίνη ασθενείς είχαν μία χαμηλότερη επίπτωση Παρκινσονισμού, ακαθησίας και δυστονίας συγκριτικά με αυτούς που ελάμβαναν τιτλοποιούμενες δόσεις αλοπεριδόλης. Λόγω έλλειψης λεπτομερούς πληροφόρησης για το προϋπάρχον εξατομικευμένο ιστορικό οξέων και όψιμων εξωπυραμιδικών κινητικών διαταραχών, δεν είναι δυνατόν επί του παρόντος να αποδειχθεί ότι η ολανζαπίνη προκαλεί λιγότερο όψιμη δυσκινησία και/ή άλλα όψιμα εξωπυραμιδικά σύνδρομα. ⁶ Οξέα συμπτώματα όπως εφίδρωση, αϋπνία, τρόμος, άγχος, ναυτία και έμετος έχουν αναφερθεί, όταν η ολανζαπίνη διακόπτεται αιφνίδια. ⁷ Σε κλινικές μελέτες διάρκειας έως και 12 εβδομάδων, οι συγκεντρώσεις των επιπέδων προλακτίνης του πλάσματος είχαν υπερβεί το ανώτερο όριο του φυσιολογικού εύρους περίπου στο 30% των ασθενών υπό αγωγή με ολανζαπίνη, με φυσιολογικά επίπεδα προλακτίνης στην αρχική εκτίμηση. Στην πλειοψηφία αυτών των ασθενών, οι αυξήσεις ήταν γενικά ήπιες και παρέμειναν χαμηλότερες από το διπλάσιο του ανώτερου ορίου του φυσιολογικού εύρους. ⁸ Ανεπιθύμητη ενέργεια που αναγνωρίστηκε σε κλινικές μελέτες, στην Ολοκληρωμένη Βάση Δεδομένων της Ολανζαπίνης. ⁹ Όπως αξιολογήθηκε από μετρήσιμες τιμές σε κλινικές μελέτες, στην Ολοκληρωμένη Βάση Δεδομένων της Ολανζαπίνης. ¹⁰ Ανεπιθύμητη ενέργεια που αναγνωρίστηκε βάσει αυθόρμητων αναφορών, μετά την κυκλοφορία του προϊόντος, με συχνότητα που προσδιορίστηκε χρησιμοποιώντας την Ολοκληρωμένη Βάση Δεδομένων της Ολανζαπίνης. ¹¹ Ανεπιθύμητη ενέργεια που αναγνωρίστηκε βάσει αυθόρμητων αναφορών, μετά την κυκλοφορία του προϊόντος, με συχνότητα που προσδιορίστηκε στο ανώτερο όριο του διαστήματος εμπιστοσύνης 95%, χρησιμοποιώντας την Ολοκληρωμένη Βάση Δεδομένων της Ολανζαπίνης. ¹² Μακράς-διάρκειας έκθεση (τουλάχιστον 48 εβδομάδων)
Το ποσοστό των ασθενών που είχαν ανεπιθύμητες, κλινικά σημαντικές μεταβολές στην αύξηση σωματικού βάρους, στη γλυκόζη, στην ολική/LDL/HDL χοληστερόλη ή στα τριγλυκερίδια, αυξήθηκε με την πάροδο του χρόνου. Σε ενήλικες ασθενείς που ολοκλήρωσαν 9-12 μήνες θεραπείας, ο ρυθμός αύξησης του μέσου όρου της γλυκόζης του αίματος επιβραδύνθηκε μετά από περίπου 6 μήνες.
Επιπρόσθετες πληροφορίες για ειδικούς πληθυσμούς
Σε κλινικές δοκιμές με ηλικιωμένους ασθενείς με άνοια, η θεραπεία με ολανζαπίνη συσχετίσθηκε με μεγαλύτερη επίπτωση θανάτου και αγγειακές εγκεφαλικές ανεπιθύμητες ενέργειες, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (placebo) (βλέπε επίσης Ειδικές προειδοποιήσεις). Πολύ συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονταν με τη χορήγηση ολανζαπίνης σε αυτή την κατηγορία ασθενών, ήταν το μη φυσιολογικό βάδισμα και οι πτώσεις. Πνευμονία, αυξημένη θερμοκρασία σώματος, λήθαργος, ερύθημα, οπτικές ψευδαισθήσεις και ακράτεια ούρων παρατηρήθηκαν συχνά.
Σε κλινικές δοκιμές σε ασθενείς με φαρμακο-επαγώμενη (αγωνιστή ντοπαμίνης) ψύχωση στο πλαίσιο νόσου Parkinson, επιδείνωση των Παρκινσονικών συμπτωμάτων και των ψευδαισθήσεων αναφέρθηκε πολύ συχνά και σε μεγαλύτερη συχνότητα από το εικονικό φάρμακο (placebo).
Σε μια κλινική δοκιμή σε ασθενείς με διπολική μανία, η συγχορήγηση βαλπροϊκού με ολανζαπίνη, είχε σαν αποτέλεσμα την εμφάνιση ουδετεροπενίας σε ποσοστό 4,1%. Τα υψηλά επίπεδα πλάσματος του βαλπροϊκού ενδέχεται να είναι ένας πιθανός συνεισφέρων παράγοντας. Η συγχορήγηση της ολανζαπίνης με λίθιο ή βαλπροϊκό είχε σαν αποτέλεσμα αυξημένα ποσοστά (≥ 10%) τρόμου, ξηροστομίας, αυξημένης όρεξης και αύξησης σωματικού βάρους. Διαταραχή του λόγου, επίσης, αναφέρθηκε συχνά. Κατά τη διάρκεια της συγχορήγησης της ολανζαπίνης με λίθιο ή βαλπροϊκό νάτριο/βαλπροϊκό οξύ, μία αύξηση ≥ 7% του βάρους σώματος από την αρχική εκτίμηση, παρατηρήθηκε στο 17,4% των ασθενών, κατά τη διάρκεια της αγωγής οξείας φάσεως (έως 6 εβδομάδες). Η μακροχρόνια θεραπεία με ολανζαπίνη (έως και 12 μήνες) για την πρόληψη υποτροπών σε ασθενείς με διπολική διαταραχή έχει συσχετισθεί με αύξηση ≥ 7% από το αρχικό βάρος σωματικού, στο 39,9% των ασθενών.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ολανζαπίνη δεν ενδείκνυται για τη χρήση στην αγωγή παιδιών και εφήβων, κάτω των 18 ετών. Παρόλο που δεν υπάρχουν κλινικές μελέτες σχεδιασμένες για να συγκρίνουν τους εφήβους με τους ενήλικες, τα δεδομένα από δοκιμές σε εφήβους συγκρίθηκαν με τα δεδομένα από τις δοκιμές σε ενήλικες.
Ο ακόλουθος πίνακας συνοψίζει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν με μεγαλύτερη συχνότητα σε έφηβους ασθενείς (ηλικίας 13-17 ετών) συγκριτικά με ενήλικες ασθενείς ή μόνο τις ανεπιθύμητες ενέργειες που προέκυψαν κατά τη διάρκεια κλινικών δοκιμών μικρής διάρκειας με έφηβους ασθενείς. Κλινικά σημαντική αύξηση σωματικού βάρους (≥ 7%) παρατηρήθηκε πιο συχνά στην ομάδα των εφήβων ασθενών έναντι των ενήλικων ασθενών με συγκρίσιμες εκθέσεις. Το μέγεθος της αύξησης σωματικού βάρους και το ποσοστό των εφήβων ασθενών που εμφάνισαν κλινικά σημαντική αύξηση σωματικού βάρους ήταν μεγαλύτερο στους ασθενείς με μακράς διάρκειας έκθεση (τουλάχιστον 24 εβδομάδες) από ότι στους ασθενείς με βραχείας διάρκειας έκθεση.
Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας. Οι όροι συχνότητας που αναφέρονται παρακάτω προσδιορίζονται ως εξής: Πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10).
| Κατηγορία συστήματος οργάνων | Πολύ Συχνές | Συχνές |
|---|---|---|
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Αύξηση σωματικού βάρους¹³, αυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων¹⁴, αύξηση της όρεξης | Αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης¹⁵ |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Καταστολή (περιλαμβάνει: υπερυπνία, λήθαργο, υπνηλία) | |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Ξηροστομία | |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Αύξηση των ηπατικών αμινοτρανσφερασών (ALT/AST, βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις) | |
| Παρακλινικές εξετάσεις | Μειωμένη ολική χολερυθρίνη, αυξημένη GGT, αυξημένα επίπεδα προλακτίνης του πλάσματος¹⁶ |
Μετά τη βραχυπρόθεσμη θεραπεία (μέση διάρκεια 22 ημέρες), πολύ συχνή ήταν η αύξηση σωματικού βάρους ≥ 7% από το αρχικό βάρος σώματος (κιλά) (40,6%), συχνή ήταν η αύξηση βάρους ≥ 15% από το αρχικό βάρος σώματος (7,1%) και ≥ 25% ήταν συχνή (2,5%). Με μακράς διάρκειας έκθεση (τουλάχιστον 24 εβδομάδες), 89,4% παρουσίασαν αύξηση βάρους ≥ 7%, 55,3% παρουσίασαν αύξηση βάρους ≥ 15% και 29,1% παρουσίασαν αύξηση βάρους ≥ 25% από το αρχικό βάρος σώματος.
¹³ Παρατηρήθηκαν σε φυσιολογικά επίπεδα νηστείας στην αρχική εκτίμηση (< 1,016 mmol/l) τα οποία αυξήθηκαν σε υψηλά (≥ 1,467 mmol/l) και μεταβολές στα τριγλυκερίδια νηστείας από οριακά στην αρχική εκτίμηση (≥ 1,016 mmol/l - < 1,467 mmol/l) σε υψηλά (≥ 1,467 mmol/l). ¹⁴ Παρατηρήθηκαν συχνά μεταβολές στα επίπεδα της ολικής χολερυθρόλης νηστείας από φυσιολογικά επίπεδα στην αρχική εκτίμηση (< 4,39 mmol/l) σε υψηλά (≥ 5,17 mmol/l). Πολύ συχνές ήταν οι μεταβολές στα επίπεδα της ολικής χολερυθρόλης νηστείας από οριακά επίπεδα στην αρχική εκτίμηση (≥ 4,39 mmol/l - < 5,17 mmol/l) σε υψηλά (≥ 5,17 mmol/l). ¹⁵ Αυξημένα επίπεδα προλακτίνης του πλάσματος παρατηρήθηκαν σε 47,4% των εφήβων ασθενών. ¹⁶ Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-ZYPADHERA
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες επί εγκύων γυναικών. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνουν το γιατρό τους, σε περίπτωση που μείνουν ή προτίθενται να μείνουν έγκυες, κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ολανζαπίνη. Ωστόσο, επειδή η εμπειρία στον άνθρωπο είναι περιορισμένη, η ολανζαπίνη θα πρέπει να χορηγείται στην εγκυμοσύνη μόνο εάν το αναμενόμενο όφελος, δικαιολογεί τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο. Τα νεογέννητα βρέφη που εκτίθενται σε αντιψυχωτικά (περιλαμβανομένης της ολανζαπίνης) κατά το τρίτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, διατρέχουν κίνδυνο για εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών περιλαμβανομένων των εξωπυραμιδικών και/ή συμπτωμάτων απόσυρσης που μπορούν να ποικίλουν σε σοβαρότητα και διάρκεια μετά τον τοκετό. Υπάρχουν αναφορές για διέγερση, υπερτονία, υποτονία, τρόμο, υπνηλία, αναπνευστική δυσχέρεια ή διαταραχή στη σίτιση. Κατά συνέπεια, τα νεογνά θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
Θηλασμός
Σε μια μελέτη από του στόματος ολανζαπίνης σε υγιείς θηλάζουσες γυναίκες, παρατηρήθηκε απέκκριση της ολανζαπίνης στο μητρικό γάλα. Η μέση έκθεση του νεογνού (mg/kg) στη σταθερή κατάσταση, υπολογίσθηκε ότι αντιστοιχεί στο 1,8% της αντίστοιχης δόσης της ολανζαπίνης στη μητέρα (mg/kg). Oι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται ότι δεν συνιστάται να θηλάζουν, εάν λαμβάνουν ολανζαπίνη.
Γονιμότητα
Οι επιδράσεις στη γονιμότητα δεν είναι γνωστές (βλ. Προκλινικά δεδομένα για προκλινική πληροφορία).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-ZYPADHERA
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: ψυχοληπτικά, διαζεπίνες, οξαζεπίνες, θειαζεπίνες και οξεπίνες, κωδικός ATC: N05A Η03.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
H ολανζαπίνη είναι ένας αντιψυχωτικός, αντιμανιακός και σταθεροποιητικός της διάθεσης παράγοντας, ο οποίος εκδηλώνει ένα ευρύ φαρμακολογικό προφίλ επιδράσεων σε ένα αριθμό συστημάτων υποδοχέων.
Στις προκλινικές μελέτες, η ολανζαπίνη έδειξε χημική συγγένεια (Κi < 100 nΜ) για ευρύ φάσμα υποδοχέων όπως οι υποδοχείς της σεροτονίνης 5-HT2A/2C, 5- HT3, 5- HT6, οι υποδοχείς της ντοπαμίνης D1, D2, D3, D4, D5, οι χολινεργικοί μουσκαρινικοί υποδοχείς Μ1-Μ5, οι αδρενεργικοί υποδοχείς α1 και οι υποδοχείς της ισταμίνης H1. Οι μελέτες συμπεριφοράς σε ζώα με την ολανζαπίνη έδειξαν 5-ΗΤ, ντοπαμινικό και χολινεργικό ανταγωνισμό, συμβατό με το προφίλ σύνδεσης υποδοχέων του φαρμάκου. Η ολανζαπίνη εμφάνισε μεγαλύτερη in vitro συγγένεια για τους υποδοχείς της σεροτονίνης 5-HT2 παρά για τους υποδοχείς της ντοπαμίνης D2 και μεγαλύτερη 5-HT2 παρά D2 δραστηριότητα σε in vivo μοντέλα (πρότυπα). Ηλεκτροφυσιολογικές μελέτες έδειξαν ότι η ολανζαπίνη εκλεκτικά μείωσε το ρυθμό πυροδότησης των μεσομεταιχμιακών (Α10) ντοπαμινεργικών νευρώνων, ενώ έχει μικρή επίδραση στη ραβδωτή οδό (Α9) η οποία εμπλέκεται στην κινητική λειτουργία. Η ολανζαπίνη μείωσε μια εξαρτημένη αντίδραση αποφυγής, δοκιμασία ενδεικτική αντιψυχωτικής δραστηριότητας, σε δόσεις μικρότερες από αυτές που προκαλούν καταληψία, μια δράση ενδεικτική κινητικών παρενεργειών. Aντίθετα προς άλλους αντιψυχωτικούς παράγοντες, η ολανζαπίνη αυξάνει την ανταπόκριση σε μια “αγχολυτική” δοκιμασία.
Σε μελέτη Τομογραφίας Εκπομπής Ποζιτρονίων (PET) στους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ZYPADHERA (300 mg/4 εβδομάδες), στο τέλος της 6μηνης περιόδου, η μέση δέσμευση των D2 υποδοχέων ήταν 60% ή υψηλότερη, επίπεδο το οποίο είναι σε αντιστοιχία με αυτό που βρέθηκε κατά τη διάρκεια της θεραπείας με από του στόματος ολανζαπίνη.
Κλινική αποτελεσματικότητα
Η αποτελεσματικότητα του ZYPADHERA στη θεραπεία και στη συντήρηση της θεραπείας της σχιζοφρένειας συνάδει με την καθιερωμένη αποτελεσματικότητα της από του στόματος μορφής της ολανζαπίνης.
Συνολικά 1469 ασθενείς με σχιζοφρένεια περιελήφθησαν σε 2 κεντρικές δοκιμές:
Η πρώτη δοκιμή, διάρκειας 8 εβδομάδων, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, πραγματοποιήθηκε σε ενήλικες ασθενείς (n=404) που αντιμετώπιζαν οξεία ψυχωτικά συμπτώματα. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν ενέσεις με ZYPADHERA 405 mg κάθε 4 εβδομάδες, 300 mg κάθε 2 εβδομάδες, 210 mg κάθε 2 εβδομάδες, ή εικονικό φάρμακο κάθε 2 εβδομάδες. Δεν επιτράπηκε η συγχορήγηση άλλων από του στόματος αντιψυχωτικών. Η συνολική βαθμολογία της κλίμακας PANSS (συνολικά θετικά και αρνητικά συμπτώματα) παρουσίασε σημαντική βελτίωση από την αρχική εκτίμηση (μέση αρχική εκτίμηση της συνολικής βαθμολογίας της κλίμακας PANSS 101) ως το καταληκτικό της σημείο (μέσες αλλαγές -22,57, -26,32, -22,49 αντίστοιχα) με κάθε δόση ZYPADHERA (405 mg κάθε 4 εβδομάδες, 300 mg κάθε 2 εβδομάδες, και 210 mg κάθε 2 εβδομάδες) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (μέση αλλαγή -8,51). Από τα δεδομένα των επισκέψεων η μέση αλλαγή από την αρχική εκτίμηση ως το καταληκτικό σημείο στη συνολική βαθμολογία PANSS έδειξε ότι έως την Ημέρα 3, οι ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με 300 mg/2 εβδομάδες και 405 mg/4 εβδομάδες είχαν τις στατιστικά σημαντικά μεγαλύτερες μειώσεις στη συνολική βαθμολογία PANSS έναντι των ασθενών που λάμβαναν εικονικό φάρμακο (- 8,6, -8,2, και -5,2, αντίστοιχα). Και οι 3 ομάδες ασθενών που λάμβαναν θεραπεία με ZYPADHERA παρουσίασαν στατιστικά σημαντικά μεγαλύτερη βελτίωση σε σύγκριση με τους ασθενείς που λάμβαναν εικονικό φάρμακο έως το τέλος της εβδομάδας 1. Τα αποτελέσματα αυτά υποστηρίζουν την αποτελεσματικότητα του ZYPADHERA για περισσότερο από 8 εβδομάδες θεραπείας και τη φαρμακολογική επίδραση που παρατηρήθηκε κιόλας από την εβδομάδα 1 μετά από την έναρξη της θεραπείας με ZYPADHERA.
Η δεύτερη, μια μακράς διάρκειας μελέτη σε κλινικά σταθερούς ασθενείς (n=1065) (μέση αρχική εκτίμηση Συνολικής βαθμολογίας PANSS 54,33 έως 57,75) που έλαβαν αρχικά θεραπεία με από του στόματος ολανζαπίνη από 4 έως 8 εβδομάδες και στη συνέχεια άλλαξαν σε συνέχιση της από του στόματος ολανζαπίνης ή σε ZYPADHERA για 24 εβδομάδες. Δεν επιτράπηκε συμπληρωματική χορήγηση άλλων από του στόματος αντιψυχωτικών. Οι ομάδες θεραπείας ασθενών που έλαβαν ZYPADHERA των 150 mg και 300 mg κάθε 2 εβδομάδες (δόσεις που συγκεντρώνονται για την ανάλυση) και 405 mg κάθε 4 εβδομάδες ήταν μη κατώτερες από τις συνδυασμένες δόσεις των 10, 15 και 20 mg από του στόματος ολανζαπίνης (δόσεις που συγκεντρώνονται για την ανάλυση) όπως μετρήθηκαν από τα ποσοστά επιδείνωσης των συμπτωμάτων της σχιζοφρένειας (αντίστοιχα ποσοστά επιδείνωσης, 10%, 10% 7%). Η επιδείνωση μετρήθηκε με την επιδείνωση των παραμέτρων στην παραγόμενη από το PANSS BPRS Θετική κλίμακα και την εισαγωγή σε νοσοκομείο λόγω της επιδείνωσης των θετικών ψυχωτικών συμπτωμάτων. Η ομάδα θεραπείας που έλαβε τη συνδυασμένη δόση 150 mg και 300 mg/2 εβδομάδες ήταν μη κατώτερη από την ομάδα θεραπείας που έλαβε τη δόση των 405 mg/4 εβδομάδες (ποσοστά επιδείνωσης 10% για κάθε ομάδα) στις 24 εβδομάδες μετά από την τυχαιοποίηση.
Παιδιατρικός πληθυσμός Τo ZYPADHERA δεν έχει μελετηθεί στον παιδιατρικό πληθυσμό. Δεδομένα ελεγχόμενης αποτελεσματικότητας σε έφηβους (ηλικίας 13 έως 17 ετών) προέρχονται από μικρής διάρκειας μελέτες με από του στόματος ολανζαπίνη για τη σχιζοφρένεια (6 εβδομάδες) και για τη μανία που σχετίζεται με διπολική διαταραχή τύπου Ι (3 εβδομάδες), με τη συμμετοχή λιγότερων των 200 εφήβων. Η από του στόματος ολανζαπίνη χορηγήθηκε με ευέλικτο δοσολογικό σχήμα με δόση έναρξης 2,5 που κυμάνθηκε έως και 20 mg/ημερησίως. Κατά τη διάρκεια θεραπείας με από του στόματος ολανζαπίνη, οι έφηβοι παρουσίασαν σημαντικά μεγαλύτερη αύξηση βάρους σε σύγκριση με τους ενήλικες. Το μέγεθος των αλλαγών στις τιμές νηστείας της ολικής χοληστερόλης, της LDL χοληστερόλης, των τριγλυκεριδίων και της προλακτίνης (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες) ήταν μεγαλύτερη στους έφηβους συγκριτικά με τους ενήλικες. Δεν υπάρχουν ελεγχόμενα δεδομένα για τη διατήρηση της αποτελεσματικότητας ή δεδομένα μακροχρόνιας ασφάλειας (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες). Πληροφορίες σχετικά με μακροχρόνια ασφάλεια προέρχονται κυρίως από ανοιχτού σχεδιασμού μη ελεγχόμενα δεδομένα.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-ZYPADHERA
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
H ολανζαπίνη μεταβολίζεται στο ήπαρ μέσω οδών σύζευξης και οξείδωσης. O κύριος μεταβολίτης στο αίμα είναι το 10-N-γλυκουρονίδιο. Τα κυτοχρώματα P450-CYP1A2 και P450-CYP2D6 συνεισφέρουν στο σχηματισμό των N-δεσμεθυλ και 2-υδροξυμεθυλ μεταβολιτών, οι οποίοι εμφάνισαν σημαντικά μικρότερη in vivo φαρμακολογική δραστικότητα από την ολανζαπίνη σε μελέτες ζώων. H κύρια φαρμακολογική δράση οφείλεται στη μητρική ουσία, την ολανζαπίνη.
Μετά από εφάπαξ ενδομυϊκή ένεση με ZYPADHERA, η αργή διάλυση του παμοϊκού άλατος της ολανζαπίνης στο μυϊκό ιστό αρχίζει αμέσως και παρέχει μία αργή συνεχόμενη αποδέσμευση της ολανζαπίνης για περισσότερο από τέσσερις εβδομάδες. Η αποδέσμευση ελαχιστοποιείται όλο και περισσότερο μέσα σε οκτώ έως δώδεκα εβδομάδες. Στην έναρξη της θεραπείας με ZYPADHERA δεν απαιτείται συμπληρωματική αντιψυχωτική αγωγή (βλέπε Δοσολογία).
Ο συνδυασμός του προφίλ της αποδέσμευσης και του δοσολογικού σχήματος (ενδομυϊκή ένεση κάθε δύο ή τέσσερις εβδομάδες) οδηγεί σε παρατεταμένες συγκεντρώσεις ολανζαπίνης του πλάσματος. Οι συγκεντρώσεις ολανζαπίνης του πλάσματος παραμένουν μετρήσιμες για αρκετούς μήνες μετά από κάθε ένεση με ZYPADHERA. Ο χρόνος ημιζωής της ολανζαπίνης μετά από χορήγηση ZYPADHERA είναι 30 ημέρες έναντι των 30 ωρών μετά από την από του στόματος χορήγηση. Η απορρόφηση και η αποβολή ολοκληρώνονται περίπου έξι έως οκτώ μήνες μετά από την τελευταία ένεση.
Κατανομή
Η από του στόματος ολανζαπίνη κατανέμεται ταχέως. Το ποσοστό σύνδεσης της ολανζαπίνης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι περίπου 93% στο εύρος συγκέντρωσης 7 έως 1.000 ng/ml. Στο πλάσμα, η ολανζαπίνη συνδέεται κυρίως με τη λευκωματίνη και την α1- όξινη- γλυκοπρωτεΐνη.
Μετά από επαναλαμβανόμενες ενδομυϊκές ενέσεις ZYPADHERA με εύρος 150 έως 300 mg κάθε δύο εβδομάδες, το 10ο μέχρι το 90ο εκατοστιαίο ποσοστό συγκεντρώσεων της ολανζαπίνης στο πλάσμα στη σταθερή κατάσταση ήταν μεταξύ 4,2 και 73,2 ng/ml. Οι συγκεντρώσεις πλάσματος της ολανζαπίνης που παρατηρήθηκαν εντός του δοσολογικού εύρους από 150 mg κάθε 4 εβδομάδες έως 300 mg κάθε 2 εβδομάδες δείχνουν αυξημένη συστηματική έκθεση στην ολανζαπίνη με αυξημένες δόσεις ZYPADHERA. Κατά τη διάρκεια των τριών πρώτων μηνών της θεραπείας με ZYPADHERA, παρατηρήθηκε συσσώρευση ολανζαπίνης αλλά δεν υπήρξε καμία πρόσθετη συσσώρευση κατά τη μακράς διάρκειας χρήση (12 μήνες) σε ασθενείς που έλαβαν ένεση μέχρι 300 mg κάθε δύο εβδομάδες.
Αποβολή
Η κάθαρση πλάσματος ολανζαπίνης μετά την από του στόματος χορήγηση είναι χαμηλότερη στις γυναίκες (18,9 l/hr) σε σύγκριση με τους άντρες (27,3 l/hr) και στους μη καπνιστές (18,6 l/hr) σε σύγκριση με τους καπνιστές (27,7 l/hr). Σε κλινικές δοκιμές με ZYPADHERA, παρατηρήθηκαν παρόμοιες φαρμακοκινητικές διαφορές μεταξύ των αντρών και των γυναικών και των καπνιστών και των μη καπνιστών. Εντούτοις, το μέγεθος της επίδρασης του φύλου ή του καπνίσματος στην κάθαρση της ολανζαπίνης είναι μικρό σε σύγκριση με τη συνολική ετερογένεια μεταξύ των διαφόρων ασθενών.
Ηλικιωμένοι Δεν έχουν διεξαχθεί ειδικές έρευνες με ZYPADHERA σε ηλικιωμένους ασθενείς. Το ZYPADHERA δεν συστήνεται για τη θεραπεία ηλικιωμένων ασθενών (65 ετών και άνω), εκτός εάν έχει καθιερωθεί ένα καλά ανεκτό και αποτελεσματικό δοσολογικό σχήμα με από του στόματος ολανζαπίνη. Σε υγιή ηλικιωμένα άτομα (65 ετών και άνω) σε σύγκριση με μη ηλικιωμένα άτομα, η μέση ημιπερίοδος αποβολής παρατάθηκε (51,8 έναντι 33,8 ωρών) και η κάθαρση ήταν μειωμένη (17,5 έναντι 18,2 l/hr). Η φαρμακοκινητική μεταβλητότητα που παρατηρήθηκε στους ηλικιωμένους είναι εντός του εύρους που παρατηρήθηκε και στους μη ηλικιωμένους. Σε 44 ασθενείς με σχιζοφρένεια ηλικίας > 65 ετών, η δοσολογία από 5 έως 20 mg/ημερησίως, δεν συσχετίστηκε με κάποιο ιδιαίτερο προφίλ ανεπιθύμητων ενεργειών.
Νεφρική δυσλειτουργία Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 10 ml/min) σε σύγκριση με υγιή άτομα, δεν παρατηρήθηκε καμία σημαντική διαφορά στη μέση ημιπερίοδο αποβολής (37,7 έναντι 32,4 ωρών) ή στην κάθαρση (21,2 έναντι 25,0 l/hr). Μια μελέτη των οδών απέκκρισης έδειξε ότι περίπου 57% της ραδιοσημασμένης ολανζαπίνης ανιχνεύθηκε στα ούρα, κυρίως με τη μορφή των μεταβολιτών. Παρόλο που ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία δεν μελετήθηκαν με ZYPADHERA, συστήνεται η καθιέρωση ενός καλά ανεκτού και αποτελεσματικού δοσολογικού σχήματος με από του στόματος ολανζαπίνη, πριν από την έναρξη της θεραπείας με ZYPADHERA στους ασθενείς αυτούς (βλέπε Δοσολογία).
Ηπατική δυσλειτουργία Μία μικρή μελέτη για την επίδραση της διαταραγμένης ηπατικής λειτουργίας σε 6 άτομα με κλινικά σημαντική κίρρωση (Κατηγορία A (n = 5) και B (n = 1) κατά Childs Pugh) αποκάλυψε μικρή επίδραση στη φαρμακοκινητική της από του στόματος χορηγούμενης ολανζαπίνης (2,5 - 7,5 mg εφάπαξ δόση). Άτομα με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία είχαν ελαφρώς αυξημένη συστηματική κάθαρση και ταχύτερο χρόνο ημιζωής αποβολής σε σύγκριση με τα άτομα χωρίς ηπατική δυσλειτουργία (n = 3). Υπήρχαν περισσότεροι καπνιστές μεταξύ των ατόμων με κίρρωση (4/6, 67%) από ό,τι μεταξύ των ατόμων χωρίς ηπατική δυσλειτουργία (0/3, 0%).
Παρόλο που οι ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία δεν μελετήθηκαν με ZYPADHERA, συστήνεται η καθιέρωση ενός καλά ανεκτού και αποτελεσματικού δοσολογικού σχήματος με από του στόματος ολανζαπίνη πριν από την έναρξη της θεραπείας με ZYPADHERA στους ασθενείς αυτούς (βλέπε Δοσολογία).
Από τα δεδομένα μίας μελέτης με χορήγηση από του στόματος ολανζαπίνης σε Καυκάσιους, Ιάπωνες και Κινέζους, δεν προέκυψαν διαφορές στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους ανάμεσα στους τρεις αυτούς πληθυσμούς.
ΕΟΦ · 4.2
Aντιψυχωσικά φάρμακα
expand_more
Aντιψυχωσικά φάρμακα
Oνομάζονται και μείζονα ηρεμιστικά και περιλαμβάνουν τα κλασικά αντιψυχωσικά ή νευροληπτικά και τα άτυπα αντιψυχωσικά.
Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν κυρίως τα παράγωγα της φαινοθειαζίνης (αλειφατικά, πιπεριδινικά, πιπεραζινικά), της βουτυροφαινόνης και του θειοξανθενίου. Στη δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνεται το πρότυπο άτυπο κλοζαπίνη και τα νεώτερα αντιψυχωσικά ολανζαπίνη και κουετιαπίνη. Η ρισπεριδόνη έχει χαρακτηριστικά και των δύο κατηγοριών.
H κυριότερη ένδειξη είναι η σχιζοφρενική ψύχωση. Άλλες ενδείξεις χορήγησης είναι μανία, οξύ ψυχωσικό επεισόδιο, παραληρητικές μορφές κατάθλιψης (με ταυτόχρονη χορήγηση αντικαταθλιπτικού), οργανικές ψυχώσεις (οφειλόμενες σε οργανική πάθηση). Λιγότερο αποτελεσματικά είναι στις χρόνιες παραληρητικές διαταραχές. H συστηματική χορήγηση αντιψυχωσικών σε αγχώδεις διαταραχές ή ψυχοσωματικά νοσήματα πρέπει να αποφεύγεται, γιατί έχουν πολύ περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες από τα αγχολυτικά.
Tα αντιψυχωσικά βελτιώνουν τις διαταραχές της σκέψης, της αντίληψης, του συναισθήματος, την υπερκινητική συμπεριφορά και επηρεάζουν θετικά την επανασύνδεση του σχιζοφρενούς με το περιβάλλον του. H χορήγηση των αντιψυχωσικών επιτρέπει τον αποτελεσματικό έλεγχο των οξέων σχιζοφρενικών επεισοδίων και των υποτροπών της νόσου. H μακροχρόνια συνέχιση της χορήγησης των αντιψυχωσικών μετά την υποχώρηση των συμπτωμάτων, συχνά σε μειωμένες δόσεις συντήρησης, αποβλέπει στην πρόληψη των υποτροπών που εμφανίζονται εβδομάδες ή και μήνες μετά τη διακοπή των φαρμάκων. Για τη περίπτωση αυτή υπάρχουν μορφές παρατεταμένης δράσεως.
Πιο πιθανός τρόπος δράσεως θεωρείται ο αποκλεισμός των υποδοχέων D2 της ντοπαμίνης. H ιδιότητα αυτή φαίνεται να συσχετίζεται θετικά με τη θεραπευτική τους αποτελεσματικότητα. Ωστόσο το άτυπο αντιψυχωσικό κλοζαπίνη δεσμεύει σε μικρότερο βαθμό τους D2 υποδοχείς, αλλά δεσμεύει ταυτόχρονα σε σημαντικό βαθμό τους υποδοχείς τύπου 2 της σεροτονίνης (5HT2), σε αντίθεση με τα κλασικά αντιψυχωσικά. Aκόμη, η εμφάνιση εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων και η αύξηση της προλακτίνης οφείλεται στην αντιντοπαμινεργική τους δράση. Eπίσης τα αντιψυχωσικά αποκλείουν, σε άλλοτε άλλο βαθμό, τους αδρενεργικούς, χολινεργικούς, ισταμινεργικούς και άλλους σεροτονινεργικούς υποδοχείς, ιδιότητες που συνδέονται με ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως ορθοστατική υπόταση, ταχυκαρδία, ξηροστομία, δυσκοιλιότητα κ.ά. (βλ. και Πίνακα 4.2).
t4.2.jpg:
Tα αντιψυχωσικά έχουν την ίδια αντιψυχωσική ισχύ και το καθένα μπορεί να αντικατασταθεί με ισοδύναμες δόσεις άλλου φαρμάκου. Eξαίρεση αποτελούν η κλοζαπίνη, η οποία είναι δυνατόν να έχει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα σε ανθεκτικές μορφές σχιζοφρένειας καθώς και η προμαζίνη και η λεβοπρομαζίνη, οι οποίες έχουν ασθενέστερη δράση και χορηγούνται σαν συμπληρωματικά της κύριας αντιψυχωσικής αγωγής φάρμακα.
H επιλογή του κατάλληλου φαρμάκου εξαρτάται από το αν είναι επιθυμητό μικρότερο ή μεγαλύτερο κατασταλτικό αποτέλεσμα, καθώς και από την ευαισθησία του ασθενούς στις εξωπυραμιδικές ανεπιθύμητες ενέργειες. Τα νεότερα άτυπα αντιψυχωσικά, σε αντίθεση με τα κλασικά νευροληπτικά, πλεονεκτούν σημαντικά από πλευράς ανεπιθύμητων ενεργειών καθώς και στην αντιμετώπιση των αρνητικών συμπτωμάτων της σχιζοφρένειας. H απάντηση στη θεραπεία και η ανοχή στις ανεπιθύμητες ενέργειες διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των ασθενών. H χορήγηση περισσότερων του ενός αντιψυχωσικών στον ασθενή πρέπει να αποφεύγεται, καθότι δεν έχει τεκμηριωθεί ότι οι ανεπιθύμητες ενέργειες περιορίζονται. Aσθενής με καλή ανταπόκριση σε ένα αντιψυχωσικό στο παρελθόν είναι αρκετά πιθανό να απαντήσει πάλι εξίσου καλά. Aντίθετα, αντιψυχωσικά που στο παρελθόν έχουν προκαλέσει έντονα εξωπυραμιδικά συμπτώματα πρέπει να αποφεύγονται ως πρώτη επιλογή. Για ειδικές κατηγορίες ασθενών, π.χ. ασθενείς με ιστορικό αποπειρών αυτοκαταστροφής, πρέπει να χορηγούνται αντιψυχωσικά που είναι περισσότερο ασφαλή. Aντιψυχωσικά που σε υπερβολικές δόσεις είναι καρδιοτοξικά, όπως η θειοριδαζίνη και η πιμοζίδη, πρέπει να χορηγούνται με προσοχή. Σε ασθενείς με γλαύκωμα, υπερτροφία του προστάτη ή άλλες αντενδείξεις σε αντιχολινεργικά φάρμακα, πρέπει να αποφεύγονται φαινοθειαζίνες ή θειοξανθένια με αυξημένες αντίστοιχες ιδιότητες, όπως η θειοριδαζίνη. H ηρεμιστική κατασταλτική δράση των αντιψυχωσικών εμφανίζεται 1 εβδομάδα πριν από την απάντηση των ψυχωσικών συμπτωμάτων, όπως οι παραληρητικές ιδέες και οι ψευδαισθήσεις. Συνεπώς η αύξηση της δόσης πριν από την παρέλευση χρονικού διαστήματος πρέπει να αποφεύγεται γιατί οδηγεί σε υπερδοσολογία, η οποία δεν προσφέρει καλύτερα αποτελέσματα και δημιουργεί κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών. Eφόσον ο ασθενής είναι διεγερτικός χορηγούνται προσωρινά μεγαλύτερες δόσεις κατά προτίμηση σε ενδομυϊκές μορφές.
H ασφαλής και αποτελεσματική χορήγηση σκευασμάτων παρατεταμένης δράσεως προϋποθέτει τα ακόλουθα:
o Έναρξη με χαμηλή δόση, π.χ. 1 ml αλοπεριδόλης δοκιμαστικά για τον έλεγχο ανεπιθύμητων ενεργειών.
o Mε τις αρχικές χαμηλές δόσεις μπορεί να είναι αναγκαία η συγχορήγηση αντιψυχωσικού από του στόματος.
o Oι ασθενείς πρέπει να ελεγχθούν για ακινητικά συμπτώματα και συμπτώματα που προσομοιάζουν με κατάθλιψη. Στην περίπτωση αυτή, επειδή οφείλονται στο φάρμακο, οι δόσεις πρέπει να μειωθούν.
o Tυπικά παρκινσονικά συμπτώματα και ακαθισία εμφανίζονται συχνά και αντιμετωπίζονται με αντιχολινεργικά αντιπαρκινσονικά.
o H ανάγκη για συνέχιση της αντιπαρκινσονικής θεραπείας πρέπει να επανεκτιμάται ανά διαστήματα. H οξεία δυστονία (έντονη, ασύμμετρη σύσπαση μυικών ομάδων με συνέπεια παραμορφωτικές στάσεις κεφαλής, κάτω γνάθου, γλώσσας, οφθαλμικών βολβών, άκρων ή και κορμού) παρουσιάζεται στην αρχή της θεραπείας. Για την άμεση αντιμετώπισή της χρησιμοποιούνται ενέσιμα αντιπαρκινσονικά.
H χορήγηση κλοζαπίνης είναι δυνατόν να προκαλέσει ουδετεροπενία έως και ακοκκιοκυτταραιμία. Γι αυτό είναι απαραίτητος ο έλεγχος του αίματος πριν από την έναρξη της θεραπείας, κάθε εβδομάδα τις πρώτες 18 εβδομάδες θεραπείας, και μετά κάθε μήνα όσο διαρκεί η θεραπεία. Aν διαπιστωθεί διαταραχή η χορήγηση διακόπτεται.
Yπάρχει ο κίνδυνος μετά από μακρόχρονη χορήγηση αντιψυχωσικών να εκδηλωθεί κατά τη διάρκεια ή μετά τη διακοπή της θεραπείας όψιμη δυσκινησία. Πρόκειται για ένα σύνδρομο ανώμαλων κινήσεων που συνήθως αφορά τους περιστοματικούς μυς, τους μυς της παρειάς και της γλώσσας. Kινήσεις των άκρων και του κορμού είναι πιο σπάνιες. Για την εμφάνιση όψιμης δυσκινησίας απαιτούνται κατά κανόνα μήνες και χρόνια. Hλικιωμένα άτομα, γυναίκες, ασθενείς με οργανικές εγκεφαλικές βλάβες και ασθενείς που λαμβάνουν μεγάλες δόσεις νευροληπτικών έχουν περισσότερες πιθανότητες να εκδηλώσουν όψιμη δυσκινησία χωρίς όμως κάτι τέτοιο να αποκλεισθεί για άλλα άτομα. H κατά το δυνατό μειωμένη δόση συντήρησης φαίνεται ότι περιορίζει τις πιθανότητες εμφάνισης της όψιμης δυσκινησίας.
Tα αντιψυχωσικά δεν προκαλούν εξάρτηση.
Tο κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο είναι μια εξαιρετικά σοβαρή ιδιοσυγκρασιακή αντίδραση στα αντιψυχωσικά φάρμακα. Tα κυριότερα συμπτώματα είναι δυσκαμψία, πυρετός, αστάθεια του αυτόνομου νευρικού συστήματος (υπόταση ή υπέρταση, ταχυκαρδία, ωχρότητα) και εγκεφαλοπάθεια. Aναπτύσσονται σε 24-32 ώρες και η δυσκαμψία προηγείται των άλλων. O πυρετός μπορεί να είναι υψηλός με θερμοκρασίες 41° C και υψηλότερες, ενώ ο μυϊκός τόνος είναι αυξημένος και σε ορισμένες περιπτώσεις οδηγεί σε νέκρωση του μυϊκού ιστού με κίνδυνο νεφρικής ανεπάρκειας από μυοσφαιρινουρία. Παρατηρούνται ακόμη καρδιακή αρρυθμία, ακινησία, τρόμος και ακούσιες κινήσεις. O ασθενής είναι συνήθως συγχυτικός και αμίλητος. Tο επίπεδο συνειδήσεως παρουσιάζει μεταβολές και ο ασθενής εκδηλώνει διέγερση ή βρίσκεται μέχρι και σε εμβροντησία. Aυξημένη είναι η δραστικότητα της κρεατινοφωσφοκινάσης και των ηπατικών ενζύμων (τρανσαμινάσες και γαλακτική αφυδρογονάση). Aν και όλα τα νευροληπτικά έχουν συνδυασθεί με το κακοήθες σύνδρομο, σε υψηλές δόσεις αυτών που έχουν μεγαλύτερη ισχύ ο κίνδυνος αυξάνεται. Tο κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο αποβαίνει θανατηφόρο σε ποσοστό 20%. Aντιμετώπιση: Άμεση διακοπή χορήγησης αντιψυχωσικών, ενυδάτωση του ασθενούς, παρακολούθηση της καρδιακής, αναπνευστικής και νεφρικής λειτουργίας, χρήση ψυχρών επιθεμάτων και χορήγηση συνδυασμού μυοχαλαρωτικών (νατριούχος δανδρολένη 1-3 mg/kg ημερησίως από του στόματος ή ενδοφλεβίως), βενζοδιαζεπινών και βρωμοκρυπτίνης 5-10 mg ημερησίως.
Αλλες χρήσεις: Mερικά αντιψυχωτικά φάρμακα, κυρίως η χλωροπρομαζίνη και η αλοπεριδόλη, χρησιμοποιούνται σε μικρές δόσεις για την καταπολέμηση του επίμονου λόξυγγα, της ναυτίας και του εμέτου. Eπίσης η αλοπεριδόλη σε διάφορες υπερκινησίες, όπως η χορεία του Huntington, τα τικς, το σύνδρομο Gilles de la Tourette, κ.ά.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
Όγκος Κατανομής
- 1000 L
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
Κάθαρση
- 12 έως 47 L/h
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η επίδραση της ολανζαπίνης στον υποδοχέα D2 αναφέρεται ότι παράγει τις θετικές επιδράσεις αυτού του φαρμάκου, όπως μείωση των παραισθήσεων, των παραληρημάτων, της αποδιοργανωμένης ομιλίας, της αποδιοργανωμένης σκέψης και της αποδιοργανωμένης συμπεριφοράς. Από την άλλη πλευρά, η επίδρασή της στον υποδοχέα σεροτονίνης 5HT2A αποτρέπει την έναρξη της ανηδονίας, της πλαstrcpyς έκφρασης, της αλογίας, της αβουλίας και της κακής προσοχής. Βάσει του συγκεκριμένου μηχανισμού δράσης, η ολανζαπίνη παρουσιάζει υψηλότερη συγγένεια για τον υποδοχέα ντοπαμίνης D2 σε σύγκριση με τους υπόλοιπους ισοτύπους υποδοχέων ντοπαμίνης. Αυτό το χαρακτηριστικό μειώνει σημαντικά την παρουσία παρενεργειών.
Κλινικές δοκιμές για την αρχική χρήση της ολανζαπίνης κατέδειξαν σημαντική αποτελεσματικότητα στη θεραπεία της σχιζοφρένειας και της διπολικής διαταραχής σε ενήλικες και σε οξέα μανιακά ή μικτά επεισόδια που σχετίζονται με διπολική διαταραχή σε εφήβους.
Η επίδραση της ολανζαπίνης στους υποδοχείς ντοπαμίνης και σεροτονίνης έχει προταθεί ότι μειώνει τη ναυτία και τον έμετο που προκαλούνται από χημειοθεραπεία, καθώς αυτοί οι υποδοχείς πιστεύεται ότι εμπλέκονται σε αυτή τη διαδικασία. Για αυτή την επίδραση, έχουν διεξαχθεί αρκετές κλινικές δοκιμές και έχει αποδειχθεί ότι η ολανζαπίνη μπορεί να προκαλέσει σημαντική αύξηση στον συνολικό έλεγχο της ναυτίας και του εμέτου. Σε μια μελέτη υψηλού επιπέδου για την επίδραση της ολανζαπίνης σε αυτή την κατάσταση, παρατηρήθηκε πλήρης ανταπόκριση στη φάση καθυστέρησης στο 84% των ατόμων και έλεγχος του εμέτου άνω του 80% παρά τη φάση.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η δραστηριότητα της ολανζαπίνης επιτυγχάνεται με τον ανταγωνισμό πολλαπλών νευρωνικών υποδοχέων, συμπεριλαμβανομένων των υποδοχέων ντοπαμίνης D1, D2, D3 και D4 στον εγκέφαλο, των υποδοχέων σεροτονίνης 5HT2A, 5HT2C, 5HT3 και 5HT6, του α-1 αδρενεργικού υποδοχέα, του υποδοχέα ισταμίνης H1 και πολλαπλών μουσκαρινικών υποδοχέων.
Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η ολανζαπίνη παρουσιάζει ένα ευρύ προφίλ στόχων. Ωστόσο, η ανταγωνιστική της δράση προς τον υποδοχέα ντοπαμίνης D2 στην μεσοlimbic οδό είναι καθοριστική, καθώς εμποδίζει την ντοπαμίνη από το να έχει πιθανή δράση στον μετα-συναπτικό υποδοχέα. Η σύνδεση της ολανζαπίνης στους υποδοχείς ντοπαμίνης D2 είναι εύκολα διαχωρίσιμη και, ως εκ τούτου, επιτρέπει έναν ορισμένο βαθμό νευροδιαβίβασης ντοπαμίνης.
Από την άλλη πλευρά, η ολανζαπίνη δρα στους υποδοχείς σεροτονίνης 5HT2A στον μετωπιαίο φλοιό με παρόμοιο τρόπο με αυτόν που αναφέρεται για τους υποδοχείς ντοπαμίνης D2. Αυτή η καθορισμένη επίδραση επιτρέπει τη μείωση των ανεπιθύμητων ενεργειών.
Ο μηχανισμός δράσης της ολανζαπίνης, όπως και άλλων φαρμάκων που είναι αποτελεσματικά στη σχιζοφρένεια, είναι άγνωστος. Ωστόσο, έχει προταθεί ότι η αποτελεσματικότητα αυτού του φαρμάκου στη σχιζοφρένεια μεσολαβείται μέσω ενός συνδυασμού ανταγωνισμού ντοπαμίνης και σεροτονίνης τύπου 2 (5HT2).
Ο μηχανισμός δράσης της ολανζαπίνης στη θεραπεία οξέων μανιακών ή μικτών επεισοδίων που σχετίζονται με διπολική διαταραχή Ι είναι άγνωστος.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η ολανζαπίνη παρουσιάζει γραμμικό φαρμακοκινητικό προφίλ και, μετά από καθημερινή χορήγηση, φτάνει σε σταθερή κατάσταση περίπου σε μία εβδομάδα. Υπό τη χορήγηση μιας φυσιολογικής δόσης ολανζαπίνης, η σταθερή συγκέντρωση στο πλάσμα δεν φαίνεται να υπερβαίνει τα 150 ng/ml με AUC 333 ng/h/ml.
Η απορρόφηση της ολανζαπίνης δεν επηρεάζεται από τη σύγχρονη χορήγηση τροφής. Το φαρμακοκινητικό προφίλ της ολανζαπίνης χαρακτηρίζεται από την επίτευξη μέγιστης συγκέντρωσης στο πλάσμα 156,9 ng/ml περίπου 6 ώρες μετά από από του στόματος χορήγηση.
Η ολανζαπίνη αποβάλλεται κυρίως μέσω μεταβολισμού και, ως εκ τούτου, μόνο το 7% του αποβαλλομένου φαρμάκου ανευρίσκεται στην αμετάβλητη μορφή του. Απεκκρίνεται κυρίως στα ούρα, τα οποία αντιπροσωπεύουν περίπου το 53% της αποβαλλομένης δόσης, ακολουθούμενα από τα κόπρανα, τα οποία αντιπροσωπεύουν περίπου το 30%.
Ο όγκος κατανομής της ολανζαπίνης αναφέρεται σε 1000 λίτρα, υποδεικνύοντας μεγάλη κατανομή σε όλο το σώμα.
Ο μέσος ρυθμός κάθαρσης της ολανζαπίνης είναι 29,4 L/ώρα, αν και ορισμένες μελέτες έχουν αναφέρει φαινομενική κάθαρση 25 L/h.
Η απέκκριση της ολανζαπίνης στο μητρικό γάλα πέντε γαλουχουσών γυναικών με λοχειακή ψύχωση εξετάστηκε σε αυτή τη μελέτη. Συλλέχθηκαν εννέα ζεύγη δειγμάτων πλάσματος και μητρικού γάλακτος και η συγκέντρωση της ολανζαπίνης προσδιορίστηκε με υγρή χρωματογραφία υψηλής απόδοσης. Υπολογίστηκαν λόγοι γάλακτος προς πλάσμα μονής σημείου, οι οποίοι κυμαίνονταν από 0,2 έως 0,84 με μέσο όρο 0,46. Η διάμεση σχετική δόση του βρέφους ήταν 1,6% (εύρος 0-2,5%) της δόσης της μητέρας προσαρμοσμένης στο βάρος. Κατά τη διάρκεια της μελέτης, δεν παρατηρήθηκαν εμφανείς δυσμενείς επιπτώσεις στο βρέφος ως συνέπεια της έκθεσης σε αυτές τις δόσεις ολανζαπίνης. Όπως και με άλλα αντιψυχωσικά φάρμακα, αυτή η μελέτη δείχνει ότι η ολανζαπίνη περνά στο μητρικό γάλα.
Η ολανζαπίνη κατανέμεται στο γάλα. Ο κατασκευαστής αναφέρει ότι σε μελέτη σε γαλουχούσες, υγιείς γυναίκες, η μέση δόση ολανζαπίνης για το βρέφος σε σταθερή κατάσταση εκτιμήθηκε σε περίπου 1,8% της δόσης ολανζαπίνης της μητέρας. Σε ξεχωριστή μελέτη που αξιολόγησε την έκταση της έκθεσης των βρεφών στην ολανζαπίνη σε 7 θηλάζουσες γυναίκες που λάμβαναν 5-20 mg ολανζαπίνης ημερησίως για περιόδους 19-395 ημερών, παρατηρήθηκαν διάμεσες και μέγιστες σχετικές δόσεις βρεφών 1% και 1,2% αντίστοιχα. Η ολανζαπίνη δεν ανιχνεύθηκε στο πλάσμα των θηλαζομένων βρεφών, και ανεπιθύμητες ενέργειες που πιθανώς σχετίζονται με την έκθεση στην ολανζαπίνη δεν αναφέρθηκαν στα βρέφη αυτής της μελέτης. Επιπλέον, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο γάλα επιτεύχθηκαν κατά μέσο όρο 5,2 ώρες αργότερα από τις αντίστοιχες μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα της μητέρας. Σε μια αναφορά περίπτωσης, εκτιμήθηκε μια σχετική δόση βρέφους περίπου 4% σε μία γυναίκα μετά από 4 και 10 ημέρες (εκτιμώμενη σε σταθερή κατάσταση) θεραπείας με ολανζαπίνη σε δόση 20 mg ημερησίως, βάσει μετρήσεων της συγκέντρωσης του φαρμάκου στον ορό και στο εκφρασμένο μητρικό γάλα.
Η ενδομυϊκή ολανζαπίνη για ένεση οδηγεί σε ταχεία απορρόφηση με μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα που εμφανίζονται εντός 15 έως 45 λεπτών. Με βάση μια φαρμακοκινητική μελέτη σε υγιείς εθελοντές, μια δόση 5 mg ενδομυϊκής ολανζαπίνης για ένεση παράγει, κατά μέσο όρο, μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα περίπου 5 φορές υψηλότερη από τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα που παράγεται από μια δόση 5 mg από του στόματος ολανζαπίνης. Η περιοχή κάτω από την καμπύλη που επιτυγχάνεται μετά από ενδομυϊκή δόση είναι παρόμοια με αυτή που επιτυγχάνεται μετά από από του στόματος χορήγηση της ίδιας δόσης. Ο χρόνος ημίσειας ζωής που παρατηρείται μετά από ενδομυϊκή χορήγηση είναι παρόμοιος με αυτόν που παρατηρείται μετά από από του στόματος χορήγηση. Οι φαρμακοκινητικές είναι γραμμικές εντός του κλινικού εύρους δόσης.
Η ολανζαπίνη κατανέμεται εκτενώς σε όλο το σώμα, με όγκο κατανομής περίπου 1000 L. Συνδέεται κατά 93% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος στο εύρος συγκέντρωσης 7 έως 1100 ng/mL, συνδεόμενη κυρίως με αλβουμίνη και α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη.
Η ολανζαπίνη απορροφάται καλά και φτάνει σε μέγιστες συγκεντρώσεις σε περίπου 6 ώρες μετά από από του στόματος δόση. Αποβάλλεται εκτενώς μέσω μεταβολισμού πρώτης διόδου, με περίπου το 40% της δόσης να μεταβολίζεται πριν φτάσει στη συστηματική κυκλοφορία. Η τροφή δεν επηρεάζει τον ρυθμό ή την έκταση της απορρόφησης της ολανζαπίνης. Οι φαρμακοκινητικές μελέτες έδειξαν ότι τα δισκία ολανζαπίνης και οι δισκία ολανζαπίνης που διαλύονται από το στόμα είναι βιοϊσοδύναμα.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η ολανζαπίνη συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, και ως εκ τούτου, περίπου το 93% της χορηγηθείσας δόσης είναι δεσμευμένο. Οι κύριες πρωτεΐνες για τη σύνδεση είναι η αλβουμίνη και η α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η ολανζαπίνη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ, το οποίο αντιπροσωπεύει περίπου το 40% της χορηγηθείσας δόσης, κυρίως μέσω της δραστηριότητας των ενζύμων γλυκουρονιδίωσης και του συστήματος κυτοχρώματος P450. Από το σύστημα CYP, τα κύρια μεταβολικά ένζυμα είναι το CYP1A2 και το CYP2D6. Ως μέρος του μεταβολισμού φάσης Ι, οι κύριοι κυκλοφορούντες μεταβολίτες της ολανζαπίνης, που αντιπροσωπεύουν περίπου το 50-60% αυτής της φάσης, είναι η 10-N-γλυκουρονιδίωση και η 4’-N-δεσμεθυλολανζαπίνη, οι οποίες είναι κλινικά ανενεργές και σχηματίζονται από τη δραστηριότητα του CYP1A2. Από την άλλη πλευρά, το CYP2D6 καταλύει το σχηματισμό της 2-ΟΗ ολανζαπίνης και η μονοοξειδάση που περιέχει φλαβίνη (FMO3) είναι υπεύθυνη για την N-οξείδιο ολανζαπίνη.
Στον μεταβολισμό φάσης ΙΙ της ολανζαπίνης, η UGT1A4 είναι ο βασικός παράγοντας, δημιουργώντας άμεσες συζευγμένες μορφές της ολανζαπίνης.
Τα μεταβολικά προφίλ μετά από ενδομυϊκή χορήγηση είναι ποιοτικά παρόμοια με τα μεταβολικά προφίλ μετά από από του στόματος χορήγηση.
Η άμεση γλυκουρονιδίωση και η οξείδωση μέσω κυτοχρώματος P450 (CYP) είναι οι κύριες μεταβολικές οδοί για την ολανζαπίνη. Μελέτες in vitro υποδεικνύουν ότι τα CYP 1A2 και 2D6, και το σύστημα μονοοξειδάσης που περιέχει φλαβίνη, εμπλέκονται στην οξείδωση της ολανζαπίνης. Η οξείδωση μέσω CYP2D6 φαίνεται να είναι μια δευτερεύουσα μεταβολική οδός in vivo, επειδή η κάθαρση της ολανζαπίνης δεν μειώνεται σε άτομα που έχουν έλλειψη αυτού του ενζύμου.
Μετά από μία μόνο από του στόματος δόση (14)C-σημειωμένης ολανζαπίνης, το 7% της δόσης ολανζαπίνης ανακτήθηκε στα ούρα ως αμετάβλητο φάρμακο, υποδεικνύοντας ότι η ολανζαπίνη μεταβολίζεται εκτενώς. Περίπου το 57% και το 30% της δόσης ανακτήθηκε στα ούρα και στα κόπρανα, αντίστοιχα. Στο πλάσμα, η ολανζαπίνη αντιπροσώπευε μόνο το 12% της AUC για τη συνολική ραδιενέργεια, υποδεικνύοντας σημαντική έκθεση σε μεταβολίτες. Μετά από πολλαπλές δόσεις, οι κύριοι κυκλοφορούντες μεταβολίτες ήταν η 10-N-γλυκουρονιδίωση, παρούσα σε σταθερή κατάσταση στο 44% της συγκέντρωσης της ολανζαπίνης, και η 4’-N-δεσμεθυλολανζαπίνη, παρούσα σε σταθερή κατάσταση στο 31% της συγκέντρωσης της ολανζαπίνης. Και οι δύο μεταβολίτες στερούνται φαρμακολογικής δραστηριότητας στις συγκεντρώσεις που παρατηρήθηκαν.
Η ολανζαπίνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν 2-Υδροξυμεθυλολανζαπίνη, Ολανζαπίνη N-Οξείδιο, N-Δεσμεθυλολανζαπίνη και 7-Υδροξυολανζαπίνη.
Ήπαρ
Οδός Απέκκρισης: Απεκκρίνεται εκτενώς μέσω μεταβολισμού πρώτης διόδου, με περίπου το 40% της δόσης να μεταβολίζεται πριν φτάσει στη συστηματική κυκλοφορία. Μετά από μία μόνο από του στόματος δόση 14C-σημειωμένης ολανζαπίνης, το 7% της δόσης ολανζαπίνης ανακτήθηκε στα ούρα ως αμετάβλητο φάρμακο, υποδεικνύοντας ότι η ολανζαπίνη μεταβολίζεται εκτενώς.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Η ολανζαπίνη παρουσιάζει χρόνο ημίσειας ζωής που κυμαίνεται μεταξύ 21 έως 54 ωρών με μέσο χρόνο ημίσειας ζωής 30 ωρών.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής κυμαίνεται από 21 έως 54 ώρες (5ο έως 95ο εκατοστημόριο· μέσος όρος 30 ώρες).
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη της ΝΑΥΤΙΑΣ ή του ΕΜΕΤΟΥ.
- Παράγοντες που ελέγχουν την ανήσυχη ψυχωσική συμπεριφορά, ανακουφίζουν από οξείες ψυχωσικές καταστάσεις, μειώνουν τα ψυχωσικά συμπτώματα και ασκούν ηρεμιστική επίδραση. Χρησιμοποιούνται στη ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ· γεροντική άνοια· παροδική ψύχωση μετά από χειρουργική επέμβαση· ή ΕΜΦΡΑΚΜΑ ΤΟΥ ΜΥΟΚΑΡΔΙΟΥ, κ.λπ. Αυτά τα φάρμακα συχνά αναφέρονται ως νευροληπτικά, παραπέμποντας στην τάση να παράγουν νευρολογικές παρενέργειες, αλλά δεν προκαλούν όλα τα αντιψυχωσικά τέτοιες επιδράσεις. Πολλά από αυτά τα φάρμακα μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματικά κατά της ναυτίας, του εμέτου και του κνησμού.
- Ενώσεις που αναστέλλουν ειδικά την επαναπρόσληψη σεροτονίνης στον εγκέφαλο.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- N7U69T4SZR
- OLANZAPINE
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κλάση [EPC] - Άτυπο Αντιψυχωσικό
- Η Ολανζαπίνη είναι Άτυπο Αντιψυχωσικό.
- OLANZAPINE
- Άτυπο Αντιψυχωσικό [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη της ΝΑΥΤΙΑΣ ή του ΕΜΕΤΟΥ.
- Παράγοντες που ελέγχουν την ανήσυχη ψυχωσική συμπεριφορά, ανακουφίζουν από οξείες ψυχωσικές καταστάσεις, μειώνουν τα ψυχωσικά συμπτώματα και ασκούν ηρεμιστική επίδραση. Χρησιμοποιούνται στη ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ· γεροντική άνοια· παροδική ψύχωση μετά από χειρουργική επέμβαση· ή ΕΜΦΡΑΚΜΑ ΤΟΥ ΜΥΟΚΑΡΔΙΟΥ, κ.λπ. Αυτά τα φάρμακα συχνά αναφέρονται ως νευροληπτικά, παραπέμποντας στην τάση να παράγουν νευρολογικές παρενέργειες, αλλά δεν προκαλούν όλα τα αντιψυχωσικά τέτοιες επιδράσεις. Πολλά από αυτά τα φάρμακα μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματικά κατά της ναυτίας, του εμέτου και του κνησμού.
- Ενώσεις που αναστέλλουν ειδικά την επαναπρόσληψη σεροτονίνης στον εγκέφαλο.