DIAZEPAM
Διαζεπάμη
Σκοπός της θεραπείας είναι ο έλεγχος των επιληπτικών κρίσεων με τη συνεχή διατήρηση δραστικών επιπέδων του φαρμάκου στο πλάσμα και από εκεί στον εγκεφαλικό ιστό. H δόση και η συχνότητα χορήγησής τους καθορίζονται από το χρόνο υποδιπλασιασμού, γι' αυτό και είναι σκόπιμος ο …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-STEDON
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: 3-4 φορές την ημέρα
- Δόση έναρξης: 1-2 δισκία ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Αύξηση μέχρι την καλά ανεκτή και αποτελεσματική δόση
-
ΕνήλικεςΔόση1-2 δισκίαΣυνηθισμένη δόση συντήρησης
-
Παιδιά άνω των 6 ετώνΔόση1-2 δισκία ημερησίωςανάλογα με την ηλικία και την κατάσταση του ασθενούς. Χορηγείται εφόσον κρίνεται απολύτως απαραίτητο.
-
ΗλικιωμένοιΔόση1-2 δισκία ημερησίωςπου αυξάνονται μέχρι την καλά ανεκτή και αποτελεσματική δόση.
block
SPC-STEDON
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
ΜυασθένειαΠληθυσμόςασθενείς
-
ΓλαύκωμαΠληθυσμόςασθενείς
-
Υπερτροφία του προστάτουΠληθυσμόςασθενείς
-
Γνωστή υπερευαισθησία στη διαζεπάμη και ή το βρωμιούχο κλιδίνιοΠληθυσμόςάτομα
-
Χρήση στο πρώτο τρίμηνο της κύησηςΠληθυσμόςέγκυες γυναίκες
-
Χρήση από θηλάζουσες μητέρεςΠληθυσμόςθηλάζουσες μητέρες
warning
SPC-STEDON
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
ΓενικάπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με υπερτροφία του προστάτηΠρέπει να δίδεται ιδιαίτερη προσοχή
-
ΓενικάπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με βαρεία μυασθένειαΠρέπει να δίδεται ιδιαίτερη προσοχή
-
ΓενικάπροσοχήΠληθυσμόςαλκοολικοίΠρέπει να δίδεται ιδιαίτερη προσοχή
-
ΓενικάπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που παίρνουν ψυχοφάρμακαΠρέπει να δίδεται ιδιαίτερη προσοχή
-
ΕξάρτησηπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που εμφανίζουν τάση για ανάπτυξη εξάρτησηςΠρέπει να δίδεται ιδιαίτερη προσοχή
-
Ηπατική λειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςηπατοπαθείςΠρέπει να δίδεται ιδιαίτερη προσοχή
-
Νεφρική λειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςνεφροπαθείςΠρέπει να δίδεται ιδιαίτερη προσοχή
-
Αναπνευστική ανεπάρκειαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με αναπνευστική ανεπάρκειαΠρέπει να δίδεται ιδιαίτερη προσοχή
-
Γηριατρικοί ασθενείςπροσοχήΠληθυσμόςυπερήλικεςΠρέπει να δίδεται ιδιαίτερη προσοχή
-
Παιδιατρικοί ασθενείςπροσοχήΠληθυσμόςπαιδιάΠρέπει να δίδεται ιδιαίτερη προσοχή
-
Διακοπή θεραπείαςπροσοχήΣυνιστάται η σταδιακή μείωση της δόσης. Απότομη διακοπή μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα στέρησης.
-
Έκδοχα (Lactose)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στην γαλακτόζη, ανεπάρκεια λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης - γαλακτόζηςΔεν πρέπει να παίρνουν αυτό το φάρμακο.
-
Έκδοχα (Sucrose)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στην φρουκτόζη, δυσαπορρόφηση γλυκόζης - γαλακτόζης ή ανεπάρκεια sucrase - isomaltaseΔεν πρέπει να παίρνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
SPC-STEDON
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Άλλες αντιχολινεργικές ουσίες (αμανταδίνη, διάφορα αντιισταμινικά, βουτυροφαινόνες, φαινοθειαζίνες, τρικυκλικά και τετρακυκλικά αντικαταθλιπτικά)προσοχήΕνίσχυση της αντιχολινεργικής δράσης του κλιδινίου
-
Κατασταλτικά του ΚΝΣ (αλκοόλη, αγχολυτικά, βαρβιτουρικά, αντιψυχωσικά, αναστολείς της ΜΑΟ, αντιπαρκισονικά)προσοχήΕπίταση της δράσης
-
Από του στόματος χορηγούμενα αντισυλληπτικάπροσοχήΜεταβάλλουν τον μεταβολισμό της διαζεπάμης επιτείνοντας τη δράση της
-
ΑντιόξιναπροσοχήΕλάττωση του ρυθμού απορροφήσεως
sick
SPC-STEDON
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ζάλη
- Ίλιγγος
- Αταξία
- Συγχυτικές εκδηλώσεις
- Εξωπυραμιδικές εκδηλώσεις
- Υπνηλία
- Θάμβος οράσεως
- Συμπτώματα στέρησης
- Ναυτία
- Δυσκοιλιότητα
- Ξηροστομία
- Εξανθήματα
- Οίδημα
- Διαταραχές της εμμήνου ρύσεως
- Διαταραχές libido
- Λευκοπενία
- Ίκτερος
- Διαταραχές ηπατικής λειτουργίας
- Επίσχεση ούρων
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΊκτεροςΉπαρ
-
ΊλιγγοςΝευρικό
-
ΑταξίαΝευρικό
-
Διαταραχές libidoΑναπαραγωγικό
-
Διαταραχές ηπατικής λειτουργίαςΉπαρ
-
Διαταραχές της εμμήνου ρύσεωςΑναπαραγωγικό
-
ΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Ελαφρά υπνηλία (στους ηλικιωμένους)
-
ΕξανθήματαΔέρμα
-
Εξωπυραμιδικές εκδηλώσειςΝευρικό
-
Επίσχεση ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΖάληΝευρικό
-
Θάμβος οράσεωςΟφθαλμικές
-
ΛευκοπενίαΑίμα
-
ΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
ΟίδημαΓενικές
-
Συγχυτικές εκδηλώσειςΝευρικό
-
Σύνδρομο στέρησηςΨυχιατρικές
pregnant_woman
SPC-STEDON
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΔεν πρέπει να χορηγείταιΚατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης. Η χρήση ήπιων ηρεμιστικών σχετίζεται με αυξήμένο κίνδυνο γενετικών ανωμαλιών κυρίως όταν χορηγούνται κατά το πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης.
-
ΓαλουχίαΔεν πρέπει να χορηγείταιΗ διαζεπάμη και το βρωμιούχο κλιδίνιο διέρχονται στο μητρικό γάλα.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-STEDON
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Μηχανισμός δράσης Η δράση της διαζεπάμης και του βρωμιούχου κλιδινίου αλληλοσυμπληρώνονται στην αντιμετώπιση των λειτουργικών διαταραχών του γαστρεντερικού. Η διαζεπάμη είναι μια καλά ανεκτή βενζοδιαζεπίνη η οποία ανακουφίζει από το άγχος και…
biotech
SPC-STEDON
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Βρωμιούχο κλιδίνιο Το μεγαλύτερο μέρος του βρωμιούχου κλιδίνιου απορροφάται υπό αμεταβόλιστη μορφή από το λεπτό έντερο και γρήγορα υδρολύεται στο ήπαρ προς την αντίστοιχη τεταρτογενή αμιναλκοόλη. Αυτή αποβάλλεται από τα ούρα και ανευρίσκεται…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Νεφρική λειτουργία | water_dropΝεφρική λειτουργία | Κατά τη διάρκεια μακρόχρονης θεραπείας | — |
| Ηπατική λειτουργία (LFTs) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | Κατά τη διάρκεια μακρόχρονης θεραπείας | — |
| Αιματολογικός έλεγχος | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | Κατά τη διάρκεια μακρόχρονης θεραπείας | — |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-STEDON
expand_more
Δοσολογία
Λαμβάνεται από το στόμα
Η δόση εξατομικεύεται ανάλογα με την ανταπόκριση και την κατάσταση του ασθενούς.
- Ενήλικες: Συνηθισμένη δόση συντήρησης 1-2 δισκία 3-4 φορές την ημέρα.
- Παιδιά άνω των 6 ετών: 1-2 δισκία ημερησίως ανάλογα με την ηλικία και την κατάσταση του ασθενούς. Χορηγείται εφόσον κρίνεται απολύτως απαραίτητο.
- Ηλικιωμένοι: 1-2 δισκία ημερησίως που αυξάνονται μέχρι την καλά ανεκτή και αποτελεσματική δόση.
Η θεραπεία να μην υπερβαίνει τις 8-12 εβδομάδες συμπεριλαμβανομένης της περιόδου μείωσης της δοσολογίας πριν από την διακοπή.
block
Αντενδείξεις
SPC-STEDON
expand_more
Αντενδείξεις
- Μυασθένεια
- Γλαύκωμα
- Υπερτροφία του προστάτου
- Γνωστή υπερευαισθησία στη διαζεπάμη και/ή το βρωμιούχο κλιδίνιο
- Πρώτο τρίμηνο της κύησης
- Θηλάζουσες μητέρες
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-STEDON
expand_more
Προειδοποιήσεις
Γενικά
- Πρέπει να δίδεται ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς με υπερτροφία του προστάτη ή βαρεία μυασθένεια.
- Πρέπει να δίδεται ιδιαίτερη προσοχή σε αλκοολικούς και ασθενείς που παίρνουν ψυχοφάρμακα.
- Πρέπει να δίδεται ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς που εμφανίζουν τάση για ανάπτυξη εξάρτησης.
- Πρέπει να δίδεται ιδιαίτερη προσοχή σε ηπατοπαθείς και νεφροπαθείς.
- Πρέπει να δίδεται ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς με αναπνευστική ανεπάρκεια.
- Πρέπει να δίδεται ιδιαίτερη προσοχή σε υπερήλικες και παιδιά.
Μακρόχρονη θεραπεία
- Κατά τη διάρκεια μακρόχρονης θεραπείας συνιστάται να πραγματοποιείται αιματολογικός έλεγχος καθώς επίσης έλεγχος ηπατικής και νεφρικής λειτουργίας.
- Συνιστάται η σταδιακή μείωση της δόσης. Απότομη διακοπή μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα στέρησης.
Έκδοχα
- Το DISTEDON περιέχει lactose. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στην γαλακτόζη, ανεπάρκεια λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης - γαλακτόζης δεν πρέπει να παίρνουν αυτό το φάρμακο.
- Επίσης το DISTEDON περιέχει sucrose. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στην φρουκτόζη, δυσαπορρόφηση γλυκόζης - γαλακτόζης ή ανεπάρκεια sucrase - isomaltase δεν πρέπει να παίρνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-STEDON
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Η σύγχρονη λήψη του φαρμάκου με άλλες αντιχολινεργικές ουσίες (π.χ. αμανταδίνη, διάφορα αντιισταμινικά, βουτυροφαινόνες, φαινοθειαζίνες, τρικυκλικά και τετρακυκλικά αντικαταθλιπτικά), ενισχύει την αντιχολινεργική δράση του κλιδινίου.
Όπως όλα τα κατασταλτικά του ΚΝΣ, επιτείνει τη δράση της αλκοόλης, των αγχολυτικών, βαρβιτουρικών, αντιψυχωσικών, αναστολέων της ΜΑΟ και αντιπαρκισονικών.
Τα από του στόματος χορηγούμενα αντισυλληπτικά μεταβάλλουν τον μεταβολισμό της διαζεπάμης επιτείνοντας τη δράση της.
Τα αντιόξινα μπορεί να ελαττώσουν το ρυθμό απορροφήσεως.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-STEDON
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Ζάλη, ναυτία, ίλιγγος, αταξία, συγχυτικές εκδηλώσεις, εξανθήματα, οίδημα, διαταραχές της εμμήνου ρύσεως, δυσκοιλιότητα, εξωπυραμιδικές εκδηλώσεις, διαταραχές της libido. Έχουν επίσης αναφερθεί λευκοπενία, ίκτερος, διαταραχές ηπατικής λειτουργίας, ξηροστομία, θάμβος οράσεως, επίσχεση ούρων.
Επί διακοπής έχουν εμφανισθεί σύμπτώματα στέρησης. Τα σοβαρότερα συμπτώματα συνήθως περιορίζονται στους ασθενείς που έλαβαν εξαιρετικά υψηλές δόσεις για παρατεταμένο χρονικό διάστημα. Συνιστάται η σταδιακή μείωση της δόσης.
Στους ηλικιωμένους ασθενείς μπορεί να εμφανισθεί ελαφρά υπνηλία- κυρίως στην αρχή της θεραπείας - που συνήθως υποχωρεί από μόνη της ή μετά από την ελάττωση της δόσης.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-STEDON
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Χρήση κατά την κύηση
Το φάρμακο δεν πρέπει να χορηγείται κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης. Η χρήση ήπιων ηρεμιστικών σχετίζεται με αυξήμένο κίνδυνο γενετικών ανωμαλιών κυρίως όταν χορηγούνται κατά το πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης.
Χρήση κατά την γαλουχία
Η διαζεπάμη και το βρωμιούχο κλιδίνιο διέρχονται στο μητρικό γάλα και επομένως το φάρμακο δεν πρέπει να χορηγήται κατά την διάρκεια της γαλουχίας.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-STEDON
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Μηχανισμός δράσης
Η δράση της διαζεπάμης και του βρωμιούχου κλιδινίου αλληλοσυμπληρώνονται στην αντιμετώπιση των λειτουργικών διαταραχών του γαστρεντερικού. Η διαζεπάμη είναι μια καλά ανεκτή βενζοδιαζεπίνη η οποία ανακουφίζει από το άγχος και τη ψυχική ένταση και επίσης έχει μυοχαλαρωτική δράση. Ενδείκνυται όταν το άγχος ή η ψυχική ένταση έχουν ένα αιτιολογικό ή δευτερογενή ρόλο στην κλινική εικόνα.
Το βρωμιούχο κλιδίνιο είναι μία συνθετική αντιχολινεργική ουσία, που παρουσιάζει σπασμολυτική δράση στις λείες μυικές ίνες και αναστέλλει τις εκκρίσεις.
Ο συνδυασμός των δύο αυτών δραστικών ουσιών ασκεί συγχρόνως περιφερική και κεντρική δράση ως προς τα συμπτώματα που παρατηρούνται κατά τις λειτουργικές διαταραχές του γαστρεντερικού. Όταν χορηγείται στις συνιστώμενες ενδείξεις επαναφέρει γρήγορα στη φυσιολογική κατάσταση τις διαταραγμένες αυτόνομες λειτουργίες.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-STEDON
expand_more
Φαρμακοκινητική
Βρωμιούχο κλιδίνιο
Το μεγαλύτερο μέρος του βρωμιούχου κλιδίνιου απορροφάται υπό αμεταβόλιστη μορφή από το λεπτό έντερο και γρήγορα υδρολύεται στο ήπαρ προς την αντίστοιχη τεταρτογενή αμιναλκοόλη. Αυτή αποβάλλεται από τα ούρα και ανευρίσκεται μαζί με την αμεταβόλιστη μορφή του βρωμιούχου κλιδίνιου στα κόπρανα. Ένα μικρό ποσοστό της από του στόματος χορηγούμενης δραστικής ουσίας ανιχνεύεται υπό αμεταβόλιστη μορφή στην εντεροηπατική κυκλοφορία. Η αποβολή δια των ούρων είναι διφασική με μέσες τιμές ημιαποβολής 1 ½ - 20 ώρες.
Διαζεπάμη
Η διαζεπάμη απορροφάται ταχέως από το γαστροεντερικό. Μετά την χορήγηση 10 mg διαζεπάμης υψίστη συγκέντρωση στο πλάσμα παρατηρείται εντός 1- 1 ½ ώρα. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση διαζεπάμης ο μέσος χρόνος ζωής - απέκκρισης του φαρμάκου κυμαίνεται από 21-37 ώρες. Ο υπολογιζόμενος όγκος διανομής του φαρμάκου είναι 160-205% του σωματικού βάρους.
Η διαζεπάμη συνδέεται με τις πρωτείνες του πλάσματος σχεδόν 99%. Ο κύριος μεταβολίτης της διαζεπάμης Desmethyl diazepam έχει ήμιση χρόνο ζωής απέκκρισης 50-99 ώρες. Γενικώς ο ρυθμός απέκκρισης του φαρμάκου μετά από χορήγηση από το στόμα είναι περίπου όμοιος μετά από τον παρατηρούμενο με ενδοφλέβια χορήγηση.
70% από του στόματος χορηγούμενης διαζεπάμης εκκρίνεται από τα ούρα και 10% δια των κοπράνων.
ΕΟΦ · 4.1.1.1
Αγχολυτικά
expand_more
Αγχολυτικά
ΕΟΦ · 4.5
Aντιεπιληπτικά
expand_more
Aντιεπιληπτικά
Σκοπός της θεραπείας είναι ο έλεγχος των επιληπτικών κρίσεων με τη συνεχή διατήρηση δραστικών επιπέδων του φαρμάκου στο πλάσμα και από εκεί στον εγκεφαλικό ιστό. H δόση και η συχνότητα χορήγησής τους καθορίζονται από το χρόνο υποδιπλασιασμού, γι’ αυτό και είναι σκόπιμος ο προσδιορισμός των φαρμάκων αυτών στο πλάσμα. Aρχικά χορηγούνται μικρές δόσεις που στη συνέχεια αυξάνονται βαθμιαία μέχρι να ελεγχθούν οι κρίσεις ή να εμφανιστούν τοξικά φαινόμενα.
H ημερήσια ποσότητα του φαρμάκου πρέπει να χορηγείται σε όσο το δυνατόν λιγότερες δόσεις, ώστε να είναι πιο εύκολο για τον άρρωστο να εφαρμόζει το θεραπευτικό σχήμα. Tα περισσότερα αντιεπιληπτικά, όταν χορηγούνται σε μέση δόση μπορεί να δίνονται δύο φορές την ημέρα. H φαινοβαρβιτάλη, που έχει μεγάλο χρόνο ημίσειας ζωής, μπορεί να δίνεται μόνο μια φορά την ημέρα πριν από τον ύπνο. Όταν όμως τα αντιεπιληπτικά χορηγούνται σε μεγάλες δόσεις μπορεί να χρειασθεί η κατανομή τους σε 3 ή 4 δόσεις την ημέρα για να ελαχιστοποιηθούν οι ανεπιθύμητες ενέργειες, ιδίως η υπνηλία, που σχετίζονται με υψηλές συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο αίμα.
Tα μικρά παιδιά μεταβολίζουν τα αντιεπιληπτικά ταχύτερα από τους ενηλίκους και γιαυτό πρέπει να χορηγούνται σε περισσότερες και μεγαλύτερες δόσεις ανά χιλιόγραμμο βάρους σώματος.
H έναρξη της θεραπείας πρέπει να γίνεται κατά κανόνα με ένα φάρμακο, που στις περισσότερες περιπτώσεις αρκεί για τον έλεγχο των κρίσεων. Προσθήκη δεύτερου φαρμάκου δικαιολογείται μόνο όταν οι κρίσεις συνεχίζονται παρά τις υψηλές συγκεντρώσεις στο αίμα του πρώτου ή όταν εμφανιστούν τοξικά φαινόμενα. Xρησιμοποίηση περισσότερων των δύο αντιεπιληπτικών σπανίως είναι απαραίτητη.
H χορήγηση των αντιεπιληπτικών φαρμάκων πρέπει να συνεχίζεται για τρία τουλάχιστον χρόνια από την εμφάνιση της τελευταίας κρίσης. Tυχόν παράταση της χορήγησης θα εξαρτηθεί από το είδος των κρίσεων, την ευκολία ή μη του ελέγχου τους και την ηλεκτροεγκεφαλογραφική εικόνα. Aνεξαρτήτως πάντως από τα παραπάνω, διακοπή της θεραπείας επιβάλλεται 5 χρόνια μετά την τελευταία κρίση. Πιθανότητα υποτροπής υπάρχει στο 15% περίπου των περιπτώσεων. Aπότομη διακοπή των αντιεπιληπτικών ενέχει τον κίνδυνο επανεμφάνισης των κρίσεων, που μπορεί να φθάσει μέχρι status epilepticus. Για τον λόγο αυτό πρέπει να γίνεται βαθμιαίως σε διάστημα μηνών. Tο ίδιο ισχύει και στην περίπτωση αλλαγής από ένα φάρμακο σε άλλο που πρέπει επίσης να γίνεται βαθμιαίως σε διάστημα εβδομάδων. Tα φάρμακα αυτά προκαλούν ενζυμική επαγωγή με αποτέλεσμα να ελαττώνουν τη δραστικότητα άλλων συγχρόνως χορηγουμένων φαρμάκων.
Για ορισμένα αντιεπιληπτικά έχει αποδειχθεί τερατογόνος δράση στα πειραματόζωα. Στον άνθρωπο εντούτοις ο κίνδυνος πρόκλησης συγγενών ανωμαλιών του εμβρύου είναι πρακτικά μικρός. Eπίσης τυχόν διακοπή της θεραπείας στη διάρκεια της κύησης θα προκαλέσει υποτροπή των κρίσεων, που η επίδρασή τους στο έμβρυο δεν είναι γνωστή και δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι είναι λιγότερο επιβλαβής από τη φαρμακευτική αγωγή. Γι’ αυτό η αντιεπιληπτική αγωγή θα πρέπει να συνεχίζεται στη διάρκεια της κύησης.
Η καρβαμαζεπίνη και το βαλπροϊκό νάτριο έχουν σημαντική χρήση στη θεραπεία της διπολικής διαταραχής.
ΕΟΦ · 10.3
Mυοχαλαρωτικά σκελετικών μυών
expand_more
Mυοχαλαρωτικά σκελετικών μυών
Tα μυοχαλαρωτικά φάρμακα μειώνουν το μυικό τόνο και διακρίνονται σε εκείνα της αναισθησίας, που δρουν στη νευρομυική σύναψη (βλ. 15.2.6) και στα μυοχαλαρωτικά των σκελετικών μυών, που δρουν στο KNΣ. Eξαίρεση αποτελεί η δαντρολένη που έχει άμεση δράση στους γραμμωτούς μυς. Eντούτοις, η χρήση της ως κοινού μυοχαλαρωτικού δεν συνιστάται εξαιτίας των σοβαρών ηπατικών βλαβών που μπορεί να προκαλέσει, ενίοτε μάλιστα θανατηφόρων. Mοναδική της ένδειξη παραμένει η κακοήθης υπερπυρεξία της αναισθησίας (βλ. 15.2.9).
O ακριβής μηχανισμός δράσης των μυοχαλαρωτικών δεν είναι γνωστός. Aπό πολλούς θεωρείται ότι είναι αποτέλεσμα της ηρεμιστικής τους ιδιότητας, κοινής άλλωστε για όλα τα φάρμακα της κατηγορίας αυτής. Mολονότι για μερικούς τα κλινικά αποτελέσματα φαίνεται να είναι ανώτερα του εικονικού φαρμάκου (placebo) στην ανακούφιση συμπτωμάτων από τοπικό μυικό σπασμό, εντούτοις δεν φαίνεται να είναι περισσότερο αποτελεσματικά των αντιφλεγμονωδών ή κοινών αναλγητικών, ούτε φαίνεται να υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές μεταξύ τους. Γενικώς η κλινική τους αποτελεσματικότητα δεν θεωρείται απόλυτα τεκμηριωμένη.
Ως μυοχαλαρωτικά χρησιμοποιούνται και ορισμένες από τις βενζοδιαζεπίνες. Aπό αυτές η διαζεπάμη αποτελεί το μυοχαλαρωτικό πρώτης εκλογής γιατί έχει τις λιγότερο σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, είναι το περισσότερο μελετημένο και περισσότερο αποτελεσματικό. Έχουν επίσης χρησιμοποιηθεί, αν και λιγότερο μελετημένα, το χλωροδιαζεποξείδιο, η κλοραζεπάτη, μιδαζολάμη και κεταζολάμη.
H χρήση των μυοχαλαρωτικών προορίζεται για καταστάσεις που συνοδεύονται από μυικό σπασμό ποικίλης αιτιολογίας. Tα καλύτερα αποτελέσματα με τα φάρμακα αυτά επιτυγχάνονται σε τραυματικές βλάβες του νωτιαίου μυελού. Σε κατά πλάκας σκλήρυνση τα αποτελέσματα είναι λιγότερο καλά, ενώ σε σπαστικές καταστάσεις από εγκεφαλικά επεισόδια είναι αμφίβολα. Eπίσης χρησιμοποιούνται στη συμπτωματική ανακούφιση επώδυνων μυικών συσπάσεων τοπικής αιτιολογίας (τραυματισμοί, ριζίτιδες από εκφυλιστική αρθροπάθεια, κήλη μεσοσπονδυλίου δίσκου, σπονδυλολίσθηση κλπ.). Eντούτοις, οι καταστάσεις αυτές στην πλειονότητα των περιπτώσεων ανταποκρίνονται καλά με απλά συντηρητικά μέσα (ανάπαυση, ακινησία, εφαρμογή θερμών επιθεμάτων, φυσικοθεραπεία, χορήγηση αναλγητικών ή αντιφλεγμονωδών). Σε σπαστικές καταστάσεις κεντρικής αιτιολογίας (βλάβη στον ανώτερο κινητικό νευρώνα) προτιμώνται η διαζεπάμη και βακλοφαίνη. H τελευταία θεωρείται αποτελεσματικότερη σε περιπτώσεις κατά πλάκας σκλήρυνσης, ενώ προτιμάται της διαζεπάμης σε ασθενείς με καταστολή του KNΣ και μειωμένη εγκεφαλική λειτουργία. Παρεντερική χορήγηση (ιδιαίτερα ενδοφλέβια) μυοχαλαρωτικών εφαρμόζεται για πρόκληση ταχείας μυοχάλασης σε ορθοπεδικούς ή φυσικοθεραπευτικούς χειρισμούς και στον τέτανο.
Γενικώς τα μυοχαλαρωτικά δεν έχουν θέση στην παρκινσονική δυσκαμψία, ρευματοειδή αρθρίτιδα και αρθρικές και περιαρθρικές παθήσεις που δεν συνοδεύονται από έκδηλη μυική σύσπαση. Mακροχρόνια χορήγησή τους πρέπει να αποφεύγεται. Σε μερικούς ασθενείς με σπαστικές καταστάσεις η χορήγηση μυοχαλαρωτικών μπορεί να προκαλέσει μείωση της λειτουργικότητας των άκρων κυρίως από εξουδετέρωση της αντιρροπιστικής λειτουργικής υπερτονίας. H κινίνη (βλ. 5.4.1) σε δόση 200-300 mg χορηγούμενη το βράδυ πριν από την κατάκλιση φαίνεται να είναι αποτελεσματική στην ανακούφιση από νυκτερινές κράμπες των άκρων. Eπίσης το γλυκονικό ασβέστιο (βλ. 9.3.1) χορηγούμενο εφάπαξ ενδοφλεβίως ανά 1-2 εβδομάδες μπορεί να ανακουφίσει από τις κράμπες της εγκυμοσύνης.
Στην κατηγορία αυτή ανήκουν η βακλοφαίνη, η καρισοπροδόλη, η διαζεπάμη, η φαινυραμιδόλη, η ορφεναδρίνη, η θειοκολχικοσίδη, η μεθοκαρβαμόλη και η τιζανιδίνη.
ΕΟΦ · 15.2.3.1
Bενζοδιαζεπίνες
expand_more
Bενζοδιαζεπίνες
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή (Description):
- Diazepam, μια βενζοδιαζεπίνη με αντισπασμωτική, αγχολυτική, υπνοτικά/ηρεμιστική, μυοχαλαρωτική και αμνησιογόνα ιδιότητα, καθώς και μακρά διάρκεια δράσης. Οι δράσεις του οφείλονται στην ενίσχυση της δραστηριότητας του γ-αμινoβουτυρικού οξέος (GABA).
- Χρησιμοποιείται στη θεραπεία σοβαρών αγχωτικών διαταραχών, ως υπνωτικό στη βραχυπρόθεσμη διαχείριση της αϋπνίας, ως ηρεμιστικό και premedicant, ως αντισπασμωτικό, και στη διαχείριση συνδρόμου απόσυρσης αλκοόλ. (Από Martindale, The Extra Pharmacopoeia, 30th ed, p589)
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η διatzekoταμίνη είναι μια βενζοδιαζεπίνη που ασκεί αγχολυτικές, ηρεμιστικές, μυοχαλαρωτικές, αντισπασμωδικές και αμνησιακές επιδράσεις. Πιστεύεται ότι οι περισσότερες από αυτές τις επιδράσεις προκύπτουν από την ενίσχυση της δράσης του γάμμα-αμινοβουτυρικού οξέος (GABA), ενός ανασταλτικού νευροδιαβιβαστή στο κεντρικό νευρικό σύστημα.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η διatzekoταμίνη είναι ηρεμιστικό βενζοδιαζεπινών με αντισπασμωδικές, ηρεμιστικές, μυοχαλαρωτικές και αμνησιακές ιδιότητες. Οι βενζοδιαζεπίνες, όπως η διatzekoταμίνη, συνδέονται με υποδοχείς σε διάφορες περιοχές του εγκεφάλου και του νωτιαίου μυελού. Αυτή η σύνδεση αυξάνει τις ανασταλτικές επιδράσεις του γάμμα-αμινοβουτυρικού οξέος (GABA). Οι λειτουργίες του GABA περιλαμβάνουν τη συμμετοχή του ΚΝΣ στην πρόκληση ύπνου. Επίσης, εμπλέκεται στον έλεγχο της ύπνωσης, της μνήμης, του άγχους, της επιληψίας και της νευρωνικής διέγερσης.
Η διatzekoταμίνη είναι μια βενζοδιαζεπίνη που ασκεί αγχολυτικές, ηρεμιστικές, μυοχαλαρωτικές, αντισπασμωδικές και αμνησιακές επιδράσεις. Πιστεύεται ότι οι περισσότερες από αυτές τις επιδράσεις προκύπτουν από την ενίσχυση της δράσης του γάμμα-αμινοβουτυρικού οξέος (GABA), ενός ανασταλτικού νευροδιαβιβαστή στο κεντρικό νευρικό σύστημα.
Οι βενζοδιαζεπίνες χρησιμοποιούνται ευρέως στην κλινική αναισθησία ως προεμετική αγωγή, αλλά και για την πρόκληση γενικής αναισθησίας. Πρόσφατες in vitro μελέτες υποδηλώνουν ότι οι υποδοχείς τύπου Α γάμμα-αμινοβουτυρικού οξέος, που φέρουν μια κλασική θέση σύνδεσης υψηλής συγγένειας για τις βενζοδιαζεπίνες, διαθέτουν μια άλλη «μη κλασική» θέση σύνδεσης για τις βενζοδιαζεπίνες. Προς το παρόν, δεν είναι σαφές εάν, και σε ποιο βαθμό, αυτή η νέα μη κλασική θέση σύνδεσης έχει σημασία για τις δράσεις των βενζοδιαζεπινών στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Επειδή ο νεοφλοιός εμπλέκεται στη διαμεσολάβηση των ηρεμιστικών και υπνωτικών ιδιοτήτων των γενικών αναισθητικών, … οι δράσεις της διatzekoταμίνης /ποσοτικοποιήθηκαν/ σε ένα ευρύ φάσμα συγκεντρώσεων (από 10 nM έως 100 μM) σε οργανοτυπικές καλλιέργειες φετών χρησιμοποιώντας εξωκυτταρικές πολυμονάδικες καταγραφές αυθόρμητης δραστηριότητας δυναμικού δράσης. Έως μια συγκέντρωση 6,25 μM, η διatzekoταμίνη μείωσε τη δραστηριότητα των νεοφλοιικών νευρώνων, πλησιάζοντας ένα μέγιστο περίπου 20%. Αυτή η δράση ακυρώθηκε από τον ανταγωνιστή βενζοδιαζεπινών φλουμαζενίλη. Σε συγκεντρώσεις >12,5 μM, η διatzekoταμίνη προκάλεσε μια δεύτερη εξαρτώμενη από τη συγκέντρωση μείωση της δραστηριότητας του δικτύου. Σε αντίθεση με την επίδραση χαμηλής συγκέντρωσης, αυτό το συστατικό υψηλής συγκέντρωσης ήταν ανθεκτικό στη φλουμαζενίλη. Η διatzekoταμίνη προκάλεσε διφασική μείωση της αυθόρμητης πυροδότησης δυναμικού δράσης νεοφλοιικών νευρώνων. Οι χαμηλές έως μέτριες συγκεντρώσεις προκάλεσαν μονότονη, ήπια καταστολή που διαμεσολαβείται μέσω της κλασικής θέσης σύνδεσης, καθώς ανταγωνίζεται από τη φλουμαζενίλη. Ωστόσο, οι επιδράσεις της διatzekoταμίνης που παρατηρήθηκαν σε υψηλές συγκεντρώσεις δεν επηρεάστηκαν από τη φλουμαζενίλη. Ως εκ τούτου, αυτά τα ευρήματα υποστηρίζουν την έννοια τουλάχιστον 2 διαφορετικών θέσεων σύνδεσης για τις βενζοδιαζεπίνες στους υποδοχείς γάμμα-αμινοβουτυρικού οξέος τύπου Α. Επιπλέον, /αυτά/ τα αποτελέσματα είναι σύμφωνα με την υπόθεση ότι η κλασική θέση σύνδεσης υψηλής συγγένειας διαμεσολαβεί τις δράσεις της διatzekoταμίνης σε χαμηλές δόσεις, όπως η αμνησία, η αγχόλυση και η ηρεμία, ενώ μια δεύτερη, μη κλασική και ανεξάρτητη θέση συμβάλλει στις αναισθητικές επιδράσεις της διatzekoταμίνης, όπως η ύπνωση και η ακινησία.
Οι αγωνιστές ή οι αντίστροφοι αγωνιστές της θέσης βενζοδιαζεπινών ενισχύουν ή μειώνουν αντίστοιχα την αναστολή των νευρώνων που διαμεσολαβείται από τους υποδοχείς γάμμα-αμινοβουτυρικού οξέος (Α) (GABA(A)). Πρόσφατα, αποδείχθηκε ότι η σημειακή μετάλλαξη γ2F77I προκαλεί δραστική αλλαγή στην συγγένεια μιας ποικιλίας αγωνιστών ή αντίστροφων αγωνιστών βενζοδιαζεπινών σε μελέτες δέσμευσης υποδοχέων. Εδώ διερευνήσαμε τη δραστικότητα και την αποτελεσματικότητα 10 φαρμάκων της θέσης βενζοδιαζεπινών από 6 δομικές κατηγορίες σε άγριου τύπου και σημειακά μεταλλαγμένους recombinant GABA(A) υποδοχείς γ2F77I που αποτελούνται από υπομονάδες α1β3γ2, α2β3γ2, α3β3γ2, α4β3γ2, α5β3γ2 και α6β3γ2. Τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι οι επιδράσεις των φαρμάκων της θέσης βενζοδιαζεπινών ζολπιδέμη, ζοπικλόνη, Cl218872, L-655,708 και DMCM εξαλείφθηκαν σχεδόν πλήρως σε όλους τους μεταλλαγμένους υποδοχείς έως συγκέντρωση 1 μM. Οι επιδράσεις της βρεταζέμης, Ro15-1788 ή αμπεκαρνίλης εξαλείφθηκαν σε ορισμένους, αλλά όχι σε όλους τους μεταλλαγμένους υποδοχείς, υποδηλώνοντας ότι η μετάλλαξη γ2F77I επηρεάζει διαφορικά τις δράσεις αυτών των φαρμάκων σε διαφορετικούς υποτύπους υποδοχέων. Επιπλέον, αυτή η σημειακή μετάλλαξη επηρεάζει επίσης την αποτελεσματικότητα της διatzekoταμίνης στην ενίσχυση της ροής χλωρίου που προκαλείται από το GABA, υποδηλώνοντας ότι το υπόλοιπο αμινοξύ γ2F77 μπορεί επίσης να εμπλέκεται στη μετάδοση της επίδρασης των βενζοδιαζεπινών από τη δέσμευση στην πύλη.
Αν και ο ακριβής μηχανισμός με τον οποίο η διatzekoταμίνη ασκεί τις αντιεπιληπτικές της επιδράσεις είναι άγνωστος, μελέτες σε ζώα και in vitro υποδηλώνουν ότι η διatzekoταμίνη δρα για την καταστολή των επιληπτικών κρίσεων μέσω αλληλεπίδρασης με τους υποδοχείς γάμμα-αμινοβουτυρικού οξέος τύπου Α (GABAA). Το GABA, το κύριο ανασταλτικό νευροδιαβιβαστικό στο κεντρικό νευρικό σύστημα, δρα σε αυτόν τον υποδοχέα για να ανοίξει το κανάλι της μεμβράνης, επιτρέποντας τη ροή ιόντων χλωρίου μέσα στους νευρώνες. Η είσοδος ιόντων χλωρίου προκαλεί ανασταλτικό δυναμικό που μειώνει την ικανότητα των νευρώνων να αποπολωθούν στο κατώφλι που απαιτείται για την παραγωγή δυναμικών δράσης. Η υπερβολική αποπόλωση των νευρώνων εμπλέκεται στη γένεση και τη διάδοση των επιληπτικών κρίσεων. Πιστεύεται ότι η διatzekoταμίνη ενισχύει τις δράσεις του GABA προκαλώντας στο GABA να δεσμεύεται ισχυρότερα στον υποδοχέα GABAA.
Για περισσότερα δεδομένα Μηχανισμού Δράσης (Πλήρη) για τη ΔΙΑΖΕΠΑΜ (8 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Μετά από από του στόματος χορήγηση, θεωρείται ότι η διatzekoταμίνη απορροφάται ταχέως και πλήρως από το γαστρεντερικό σωλήνα, καθώς απορροφάται >90% της διatzekoταμίνης και ο μέσος χρόνος για την επίτευξη μέγιστων συγκεντρώσεων στο πλάσμα είναι 1 – 1,5 ώρες με εύρος 0,25 έως 2,5 ώρες. Η απορρόφηση καθυστερεί και μειώνεται όταν χορηγείται με ένα γεύμα μέτριας περιεκτικότητας σε λιπαρά. Παρουσία τροφής, οι μέσοι χρόνοι καθυστέρησης είναι περίπου 45 λεπτά σε σύγκριση με 15 λεπτά κατά τη νηστεία. Υπάρχει επίσης αύξηση στον μέσο χρόνο για την επίτευξη μέγιστων συγκεντρώσεων σε περίπου 2,5 ώρες παρουσία τροφής σε σύγκριση με 1,25 ώρες κατά τη νηστεία. Αυτό οδηγεί σε μέση μείωση της Cmax κατά 20% επιπλέον της μείωσης 27% στην AUC (εύρος 15% έως 50%) όταν χορηγείται με τροφή.
Η διatzekoταμίνη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται κυρίως στα ούρα, κυρίως ως γλυκουρονιδικά συζεύγματα.
Σε νέους υγιείς άνδρες, ο όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση είναι 0,8 έως 1,0 L/kg.
Η κάθαρση της διatzekoταμίνης είναι 20 έως 30 mL/min σε νεαρούς ενήλικες.
Το κλύσμα διatzekoταμίνης απορροφάται καλά μετά από ορθική χορήγηση, φτάνοντας σε μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα σε 1,5 ώρες. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα του κλύσματος διatzekoταμίνης σε σύγκριση με το ενέσιμο Valium είναι 90%. Ο όγκος κατανομής του κλύσματος διatzekoταμίνης υπολογίζεται περίπου σε 1 L/kg. … Τόσο η διatzekoταμίνη όσο και ο κύριος ενεργός μεταβολίτης της δεσμεθυλδιatzekoταμίνη συνδέονται εκτενώς με πρωτεΐνες του πλάσματος (95-98%).
Η συγκέντρωση της διatzekoταμίνης στο πλάσμα και το σάλιο και η δέσμευσή της στην πρωτεΐνη του πλάσματος καθορίστηκαν σε φυσιολογικά άτομα που έλαβαν 10 mg εφάπαξ από του στόματος δόση για περίοδο 8 ωρών. Βρέθηκε γραμμική σχέση μεταξύ της συγκέντρωσης της διatzekoταμίνης στο πλάσμα και αυτής στο μικτό και παρωτιδικό σάλιο, σε συγκεντρώσεις πλάσματος που κυμαίνονται από 196-74,8 ug/mL. Τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι δεν υπάρχει σημαντική διαφορά μεταξύ των συγκεντρώσεων στο παρωτιδικό σάλιο και στο μικτό σάλιο κατά τη διάρκεια 8 ωρών μετά από μία εφάπαξ από του στόματος δόση διatzekoταμίνης και ότι η εμφάνιση διatzekoταμίνης στο σάλιο μπορεί να παρέχει μια εναλλακτική, μη επεμβατική μέθοδο προσδιορισμού των επιπέδων διatzekoταμίνης στο πλάσμα.
Ο ρυθμός διαπλακουντιακής διέλευσης της διatzekoταμίνης μελετήθηκε σε 33 περιπτώσεις κεφαλικής παρουσίας όπου η εγχειρητική χρήση εμβρυουλκούλων υποδεικνύονταν από ενδομήτρια υποξία ή από παρατεταμένη δεύτερη περίοδο τοκετού. Χορηγήθηκαν 30 mg διatzekoταμίνης ενδοφλεβίως αμέσως πριν τον τοκετό είτε κατά τη διάρκεια των συσπάσεων της μήτρας είτε κατά την περίοδο χαλάρωσης. Συμπεράστηκε ότι η μεταφορά της διatzekoταμίνης από τη μητέρα στο έμβρυο φαίνεται να καθυστερεί όταν η ενδοφλέβια χορήγηση γίνεται κατά τη διάρκεια των συσπάσεων της μήτρας.
Η διatzekoταμίνη και οι μεταβολίτες της συνδέονται εκτενώς με πρωτεΐνες του πλάσματος (διatzekoταμίνη 98%). Η διatzekoταμίνη και οι μεταβολίτες της διέρχονται τους φραγμούς αίματος-εγκεφάλου και πλακούντα και βρίσκονται επίσης στο μητρικό γάλα σε συγκεντρώσεις περίπου το ένα δέκατο αυτών στο μητρικό πλάσμα (ημέρες 3 έως 9 μετά τον τοκετό).
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη ΔΙΑΖΕΠΑΜ (11 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση Πρωτεϊνών
Παρά την υψηλή δέσμευση σε πρωτεΐνες του πλάσματος (98-99%) - κυρίως αλβουμίνη και σε μικρότερο βαθμό α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη - η διatzekoταμίνη κατανέμεται ευρέως στους ιστούς και διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και είναι ιδιαίτερα λιπόφιλη, γεγονός που προκαλεί τη γρήγορη μείωση των αρχικών επιδράσεων καθώς ανακατανέμεται σε λιποαποθήκες και ιστούς.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η διatzekoταμίνη υφίσταται N-απoμεθυλίωση από CYP3A4 και 2C19 στον ενεργό μεταβολίτη N-δεσμεθυλδιatzekoταμίνη, και υδροξυλίωση από CYP3A4 στον ενεργό μεταβολίτη τεμαζεπάμη. Τόσο η N-δεσμεθυλδιatzekoταμίνη όσο και η τεμαζεπάμη μεταβολίζονται περαιτέρω σε οξαζεπάμη. Η τεμαζεπάμη και η οξαζεπάμη στη συνέχεια αποβάλλονται σε μεγάλο βαθμό μέσω συζεύξεως με γλυκουρονικό οξύ μέσω γλυκουρονιδίωσης. Επιπλέον, η οξείδωση της διatzekoταμίνης διαμεσολαβείται από ισοένζυμα κυτοχρώματος P450· ο σχηματισμός δεσμεθυλ-διatzekoταμίνης κυρίως από CYP2C19 και CYP3A και 3-υδροξυ-διatzekoταμίνη (τεμαζεπάμη) και οξαζεπάμη από CYP3A. Επειδή το CYP2C19 είναι πολυμορφικό, μπορούν να διακριθούν εκτελείς μεταβολιστές (EMs) και μη εκτελείς μεταβολιστές (PMs) της διatzekoταμίνης. Οι PMs της διatzekoταμίνης έδειξαν σημαντικά χαμηλότερη κάθαρση (12 έναντι 26 mL/min) και μεγαλύτερο χρόνο ημιζωής αποβολής (88 έναντι 41 ώρες) της διatzekoταμίνης από τους EMs μετά από μία εφάπαξ από του στόματος δόση. Επίσης, οι PMs είχαν χαμηλότερη κάθαρση, υψηλότερη AUC και μεγαλύτερο χρόνο ημιζωής αποβολής της δεσμεθυλδιatzekoταμίνης.
Η διatzekoταμίνη υφίσταται N-απoμεθυλίωση από CYP3A4 και 2C19 στον ενεργό μεταβολίτη N-δεσμεθυλδιatzekoταμίνη, και υδροξυλίωση από CYP3A4 στον ενεργό μεταβολίτη τεμαζεπάμη. Η N-δεσμεθυλδιatzekoταμίνη και η τεμαζεπάμη μεταβολίζονται περαιτέρω σε οξαζεπάμη. Η τεμαζεπάμη και η οξαζεπάμη αποβάλλονται σε μεγάλο βαθμό μέσω γλυκουρονιδίωσης.
/Ερευνητές/ παρατήρησαν διακυμάνσεις στο μεταβολισμό της διatzekoταμίνης σε αρουραίους Wistar. /Οι συγγραφείς/ μελέτησαν προσεκτικά αυτές τις διακυμάνσεις και βρήκαν ότι οι διακυμάνσεις είναι διμορφικές και περίπου το 17% των αρρένων αρουραίων Wistar που εξετάστηκαν έδειξαν δύο φορές υψηλότερες μεταβολικές δραστηριότητες διatzekoταμίνης στα μικροσωμάτια του ήπατός τους από τα υπόλοιπα ζώα σε συγκεντρώσεις υποστρώματος μικρότερες από 5 μM. /Ταξινομήθηκαν/ ως εκτελείς μεταβολιστές και μη εκτελείς μεταβολιστές της διatzekoταμίνης. Δεν παρατηρήθηκε διαφορά φύλου στη συχνότητα εμφάνισης εκτελεστών μεταβολιστών. Εξετάστηκαν οι δραστηριότητες των κύριων μεταβολικών οδών της διatzekoταμίνης για να διευκρινιστεί η αιτία αυτού του πολυμορφισμού σε αρσενικούς αρουραίους Wistar. Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές στις δραστηριότητες της 3-υδροξυλίωσης της διatzekoταμίνης ή της N-απομεθυλίωσης μεταξύ των εκτελεστών και των μη εκτελεστών μεταβολιστών αρουραίων, ενώ η δραστηριότητα της p-υδροξυλίωσης της διatzekoταμίνης ήταν σημαντικά (περισσότερο από 200 φορές) υψηλότερη στους εκτελεστές μεταβολιστές αρουραίους, υποδεικνύοντας ότι αυτή η αντίδραση είναι υπεύθυνη για τον πολυμορφισμό του μεταβολισμού της διatzekoταμίνης σε αρουραίους Wistar. Εξετάσαμε τα επίπεδα έκφρασης του CYP2D1, το οποίο αναφέρθηκε ότι καταλύει την p-υδροξυλίωση της διatzekoταμίνης σε αρουραίους Wistar, για να βρούμε μη διαφορές στα επίπεδα έκφρασης του CYP2D1 μεταξύ των εκτελεστών και των PM αρουραίων. Η κινητική μελέτη του μεταβολισμού της διatzekoταμίνης σε αρσενικούς αρουραίους Wistar αποκάλυψε ότι οι εκτελεστές μεταβολιστές αρουραίοι είχαν σημαντικά υψηλότερη V(max) και μικρότερη K(m) στην p-υδροξυλίωση της διatzekoταμίνης από εκείνους των μη εκτελεστών μεταβολιστών αρουραίων, υποδεικνύοντας την παρουσία ενζύμου p-υδροξυλάσης υψηλής συγγένειας και υψηλής χωρητικότητας στους εκτελεστές μεταβολιστές αρουραίους. Ως αποτέλεσμα, σε χαμηλές συγκεντρώσεις διatzekoταμίνης, οι κύριες οδοί μεταβολισμού της διatzekoταμίνης ήταν η p-υδροξυλίωση και η 3-υδροξυλίωση σε αρσενικούς εκτελεστές μεταβολιστές αρουραίους, ενώ σε αρσενικούς μη εκτελεστές μεταβολιστές αρουραίους, η 3-υδροξυλίωση ακολουθούμενη από N-απομεθυλίωση. Λόγω αυτής της κινητικής φύσης της δραστηριότητας p-υδροξυλάσης, οι εκτελεστές μεταβολιστές αρουραίοι είχαν σημαντικά υψηλότερη συνολική CL(int) της διatzekoταμίνης από εκείνη των μη εκτελεστών μεταβολιστών αρουραίων. Ο πολυμορφισμός στο μεταβολισμό της διatzekoταμίνης στους ανθρώπους είναι καλά τεκμηριωμένος, αλλά αυτή είναι η πρώτη αναφορά που αποκαλύπτει την παρουσία του πολυμορφισμού στο μεταβολισμό της διatzekoταμίνης σε αρουραίους. Τα τρέχοντα αποτελέσματα υποδηλώνουν πολυμορφική έκφραση νέου ενζύμου p-υδροξυλίωσης διatzekoταμίνης με χαμηλότερη K(m) από το CYP2D1 σε εκτελεστές μεταβολιστές αρουραίους Wistar.
Η διatzekoταμίνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν την τεμαζεπάμη και τη νορδιαζεπάμη.
Ηπατική μέσω του συστήματος ενζύμων Κυτοχρώματος P450. Ο κύριος ενεργός μεταβολίτης είναι η δεσμεθυλδιatzekoταμίνη, εκτός από δευτερεύοντες ενεργούς μεταβολίτες, συμπεριλαμβανομένων της τεμαζεπάμης και της οξαζεπάμης. Οδός Απέκκρισης: Η διatzekoταμίνη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται κυρίως στα ούρα, κυρίως ως γλυκουρονιδικά συζεύγματα. Χρόνος Ημιζωής: Διφασικός 1-2 ημέρες και 2-5 ημέρες, ενεργοί μεταβολίτες με μεγάλους χρόνους ημιζωής.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
Η διatzekoταμίνη έχει διφασικό χρόνο ημιζωής με αρχική ταχεία φάση κατανομής που ακολουθείται από παρατεταμένη τελική φάση αποβολής 1 ή 2 ημερών· η δράση της παρατείνεται περαιτέρω από τον ακόμη μεγαλύτερο χρόνο ημιζωής 2-5 ημερών του κύριου ενεργού μεταβολίτη της, της δεσμεθυλδιatzekoταμίνης (νορδιαζεπάμη), της σχετικής αναλογίας της οποίας αυξάνεται στον οργανισμό με μακροχρόνια χορήγηση. Ο χρόνος ημιζωής της διatzekoταμίνης στο πλάσμα παρατείνεται σε νεογνά, σε ηλικιωμένους και σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική νόσο.
… Ο χρόνος ημιζωής κατανομής (άλφα) της διatzekoταμίνης είναι περίπου 1 ώρα, ενώ ο χρόνος ημιζωής αποβολής (βήτα) είναι αρχικά περίπου 1,5 ημέρα και ακόμη μεγαλύτερος μετά από παρατεταμένη θεραπεία.
Σε τελειόμηνα βρέφη, αναφέρονται χρόνοι ημιζωής αποβολής περίπου 30 ωρών, με μεγαλύτερο μέσο χρόνο ημιζωής 54 ωρών που αναφέρεται σε πρόωρα βρέφη 28 - 34 εβδομάδων κύησης και 8 - 81 ημερών μετά τον τοκετό. Τόσο σε πρόωρα όσο και σε τελειόμηνα βρέφη, ο ενεργός μεταβολίτης δεσμεθυλδιatzekoταμίνη δείχνει στοιχεία συνεχούς συσσώρευσης σε σύγκριση με παιδιά. Οι μεγαλύτεροι χρόνοι ημιζωής σε βρέφη μπορεί να οφείλονται σε ατελή ωρίμανση των μεταβολικών οδών.
Ο χρόνος ημιζωής αποβολής αυξάνεται κατά περίπου 1 ώρα για κάθε έτος ηλικίας, ξεκινώντας από χρόνο ημιζωής 20 ωρών στα 20 έτη ηλικίας.
Σε ήπια και μέτρια κίρρωση, ο μέσος χρόνος ημιζωής αυξάνεται. Η μέση αύξηση έχει αναφερθεί ποικιλοτρόπως από 2-πλάσια έως 5-πλάσια, με ατομικούς χρόνους ημιζωής άνω των 500 ωρών. … Ο μέσος χρόνος ημιζωής παρατείνεται επίσης με ηπατική ίνωση σε 90 ώρες (εύρος 66 - 104 ώρες), με χρόνια ενεργό ηπατίτιδα σε 60 ώρες (εύρος 26 - 76 ώρες) και με οξεία ιογενή ηπατίτιδα σε 74 ώρες (εύρος 49 - 129).
Για περισσότερα δεδομένα Βιολογικού Χρόνου Ημιζωής (Πλήρη) για τη ΔΙΑΖΕΠΑΜ (7 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογική
- Παράγοντες που χορηγούνται σε συνδυασμό με αναισθητικά για την αύξηση της αποτελεσματικότητας, τη βελτίωση της χορήγησης ή τη μείωση της απαιτούμενης δόσης.
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη επιληπτικών κρίσεων ή τη μείωση της σοβαρότητάς τους.
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ναυτίας ή εμέτου.
- Φάρμακα που προκαλούν υπνηλία ή ύπνο ή μειώνουν την ψυχολογική διέγερση ή το άγχος.
- Ετερογενής ομάδα φαρμάκων που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση μυϊκής χαλάρωσης, εκτός των νευρομυϊκών αποκλειστικών παραγόντων. Έχουν τις κύριες κλινικές και θεραπευτικές τους χρήσεις στη θεραπεία του μυϊκού σπασμού και της ακινησίας που σχετίζονται με διαστρέμματα, διαστρέμματα και τραυματισμούς της πλάτης και, σε μικρότερο βαθμό, τραυματισμούς του αυχένα. Έχουν επίσης χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία ποικίλων κλινικών καταστάσεων που έχουν κοινό μόνο την παρουσία υπερδραστηριότητας των σκελετικών μυών, για παράδειγμα, τους μυϊκούς σπασμούς που μπορεί να εμφανιστούν σε ΣΚΛΗΡΥΝΣΗ ΚΑΤΑ ΠΛΑΚΑΣ. (από Smith and Reynard, Textbook of Pharmacology, 1991, p358)
- Παράγοντες που ανακουφίζουν από το άγχος, την ένταση και τις αγχώδεις διαταραχές, προάγουν την ηρεμία και έχουν ηρεμιστικό αποτέλεσμα χωρίς να επηρεάζουν τη σαφήνεια της συνείδησης ή τις νευρολογικές καταστάσεις. Οι Β-ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ χρησιμοποιούνται συνήθως στη συμπτωματική θεραπεία του άγχους, αλλά δεν περιλαμβάνονται εδώ.
- Υπερβραχείας δράσης αναισθητικά που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση. Η απώλεια συνείδησης είναι ταχεία και η πρόκληση είναι ευχάριστη, αλλά δεν υπάρχει μυϊκή χαλάρωση και τα αντανακλαστικά συχνά δεν μειώνονται επαρκώς. Η επαναλαμβανόμενη χορήγηση οδηγεί σε συσσώρευση και παρατείνει τον χρόνο ανάρρωσης. Δεδομένου ότι αυτοί οι παράγοντες έχουν ελάχιστη ή καθόλου αναλγητική δράση, σπάνια χρησιμοποιούνται μόνοι τους εκτός από σύντομες μικρές διαδικασίες. (από AMA Drug Evaluations Annual, 1994, p174)
- Ουσίες που δεν δρουν ως αγωνιστές ή ανταγωνιστές αλλά επηρεάζουν το σύμπλεγμα υποδοχέα-ιοντοφόρου γάμμα-αμινοβουτυρικού οξέος. Οι υποδοχείς GABA-A (ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ, GABA-A) φαίνεται να έχουν τουλάχιστον τρεις αλλοστερικές θέσεις στις οποίες δρουν οι τροποποιητές: μια θέση στην οποία δρουν οι ΒΕΝΖΟΔΙΑΖΕΠΙΝΕΣ αυξάνοντας τη συχνότητα ανοίγματος των καναλιών χλωρίου που ενεργοποιούνται από το γάμμα-αμινοβουτυρικό οξύ· μια θέση στην οποία δρουν τα ΒΑΡΒΙΤΟΥΡΙΚΑ παρατείνοντας τη διάρκεια ανοίγματος του καναλιού· και μια θέση στην οποία μπορεί να δρουν ορισμένα στεροειδή. Τα ΓΕΝΙΚΑ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΑ πιθανώς δρουν τουλάχιστον εν μέρει ενισχύοντας τις GABAεργικές αποκρίσεις, αλλά δεν περιλαμβάνονται εδώ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
Q3JTX2Q7TU
DIAZEPAM
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Βενζοδιαζεπίνη
Χημική Δομή [CS] - Βενζοδιαζεπίνες
Η διatzekoταμίνη είναι Βενζοδιαζεπίνη.
DIAZEPAM
Βενζοδιαζεπίνες [CS]; Βενζοδιαζεπίνη [EPC]
DIAZEPAM INTENSOL
Βενζοδιαζεπίνες [CS]; Βενζοδιαζεπίνη [EPC]
DIAZEPAM ORAL
Βενζοδιαζεπίνη [EPC]; Βενζοδιαζεπίνες [CS]
DIAZEPAM ORAL SOLUTION (CONCENTRATE)
Βενζοδιαζεπίνες [CS]; Βενζοδιαζεπίνη [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ ΣΤ N05BA01Παρατεταμένοι / επαναλαμβανόμενοι σπασμοί στην κοινότητα (Status epilepticus)
- Παρατεταμένη ή σε σειρά επιληπτική κρίση εκτός νοσοκομείου
Δοσολογία: Κατά περίπτωση · Εφάπαξ
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογική
- Παράγοντες που χορηγούνται σε συνδυασμό με αναισθητικά για την αύξηση της αποτελεσματικότητας, τη βελτίωση της χορήγησης ή τη μείωση της απαιτούμενης δόσης.
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη επιληπτικών κρίσεων ή τη μείωση της σοβαρότητάς τους.
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ναυτίας ή εμέτου.
- Φάρμακα που προκαλούν υπνηλία ή ύπνο ή μειώνουν την ψυχολογική διέγερση ή το άγχος.
- Ετερογενής ομάδα φαρμάκων που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση μυϊκής χαλάρωσης, εκτός των νευρομυϊκών αποκλειστικών παραγόντων. Έχουν τις κύριες κλινικές και θεραπευτικές τους χρήσεις στη θεραπεία του μυϊκού σπασμού και της ακινησίας που σχετίζονται με διαστρέμματα, διαστρέμματα και τραυματισμούς της πλάτης και, σε μικρότερο βαθμό, τραυματισμούς του αυχένα. Έχουν επίσης χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία ποικίλων κλινικών καταστάσεων που έχουν κοινό μόνο την παρουσία υπερδραστηριότητας των σκελετικών μυών, για παράδειγμα, τους μυϊκούς σπασμούς που μπορεί να εμφανιστούν σε ΣΚΛΗΡΥΝΣΗ ΚΑΤΑ ΠΛΑΚΑΣ. (από Smith and Reynard, Textbook of Pharmacology, 1991, p358)
- Παράγοντες που ανακουφίζουν από το άγχος, την ένταση και τις αγχώδεις διαταραχές, προάγουν την ηρεμία και έχουν ηρεμιστικό αποτέλεσμα χωρίς να επηρεάζουν τη σαφήνεια της συνείδησης ή τις νευρολογικές καταστάσεις. Οι Β-ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ χρησιμοποιούνται συνήθως στη συμπτωματική θεραπεία του άγχους, αλλά δεν περιλαμβάνονται εδώ.
- Υπερβραχείας δράσης αναισθητικά που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση. Η απώλεια συνείδησης είναι ταχεία και η πρόκληση είναι ευχάριστη, αλλά δεν υπάρχει μυϊκή χαλάρωση και τα αντανακλαστικά συχνά δεν μειώνονται επαρκώς. Η επαναλαμβανόμενη χορήγηση οδηγεί σε συσσώρευση και παρατείνει τον χρόνο ανάρρωσης. Δεδομένου ότι αυτοί οι παράγοντες έχουν ελάχιστη ή καθόλου αναλγητική δράση, σπάνια χρησιμοποιούνται μόνοι τους εκτός από σύντομες μικρές διαδικασίες. (από AMA Drug Evaluations Annual, 1994, p174)
- Ουσίες που δεν δρουν ως αγωνιστές ή ανταγωνιστές αλλά επηρεάζουν το σύμπλεγμα υποδοχέα-ιοντοφόρου γάμμα-αμινοβουτυρικού οξέος. Οι υποδοχείς GABA-A (ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ, GABA-A) φαίνεται να έχουν τουλάχιστον τρεις αλλοστερικές θέσεις στις οποίες δρουν οι τροποποιητές: μια θέση στην οποία δρουν οι ΒΕΝΖΟΔΙΑΖΕΠΙΝΕΣ αυξάνοντας τη συχνότητα ανοίγματος των καναλιών χλωρίου που ενεργοποιούνται από το γάμμα-αμινοβουτυρικό οξύ· μια θέση στην οποία δρουν τα ΒΑΡΒΙΤΟΥΡΙΚΑ παρατείνοντας τη διάρκεια ανοίγματος του καναλιού· και μια θέση στην οποία μπορεί να δρουν ορισμένα στεροειδή. Τα ΓΕΝΙΚΑ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΑ πιθανώς δρουν τουλάχιστον εν μέρει ενισχύοντας τις GABAεργικές αποκρίσεις, αλλά δεν περιλαμβάνονται εδώ.