Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ J05AG05 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

RILPIVIRINE

Ριλπιβιρίνη

**Φαρμακοδυναμική** Η ριλπιβιρίνη είναι ένας μη-νουκλεοσιδικός αναστολέας της ανάστροφης μεταγραφάσης που αναστέλλει τον πολλαπλασιασμό του HIV-1. Έχει μεγάλη διάρκεια δράσης, καθώς το από του στόματος δισκίο χορηγείται καθημερινά και η ενέσιμη εναιώρηση χορηγείται μηνιαίως. Οι …

Chemical structure of RILPIVIRINE

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Επιμελημένο
medication
SPC-EDURANT

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
από του στόματος
Χορήγηση:
μία φορά την ημέρα, μαζί με ένα γεύμα
Δόση έναρξης:
25 mg
Τιτλοποίηση:
Για ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα ριφαμπουτίνη, η δόση του EDURANT πρέπει να αυξηθεί σε 50 mg (δύο δισκία των 25 mg το καθένα) μία φορά την ημέρα. Όταν η συγχορήγηση της ριφαμπουτίνης διακοπεί, το EDURANT πρέπει να μειωθεί σε 25 mg μία φορά την ημέρα.
  • Ενήλικες
    Δόση25 mg
    μία φορά την ημέρα. Λαμβάνεται μαζί με ένα γεύμα.
  • Ενήλικες (με συγχορήγηση ριφαμπουτίνης)
    Δόση50 mg
    δύο δισκία των 25 mg το καθένα, μία φορά την ημέρα. Όταν η ριφαμπουτίνη διακοπεί, η δόση μειώνεται σε 25 mg.
  • Ηλικιωμένοι (> 65 ετών)
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης. Χρησιμοποιείται με προσοχή.
  • Ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή νεφροπάθεια τελικού σταδίου
    Χρησιμοποιείται με προσοχή. Σε συνδυασμό με ισχυρό αναστολέα του CYP3A, μόνο αν το όφελος υπερτερεί του κινδύνου.
  • Ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (βαθμολογία Α ή Β κατά Child-Pugh)
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης. Χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία.
  • Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βαθμολογία C κατά Child-Pugh)
    Δεν συνιστάται.
  • Παιδιά < 12 ετών
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
  • Έγκυες γυναίκες
    Το ιικό φορτίο θα πρέπει να παρακολουθείται στενά. Μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο μετάβασης σε άλλο σχήμα ART.
block
SPC-EDURANT

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
  • Συγχορήγηση με καρβαμαζεπίνη, οξκαρβαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη, φαινυτοΐνη.
  • Συγχορήγηση με ριφαμπικίνη, ριφαπεντίνη.
  • Συγχορήγηση με αναστολείς της αντλίας πρωτονίων (π.χ. ομεπραζόλη, εσομεπραζόλη, λανσοπραζόλη, παντοπραζόλη, ραμπεπραζόλη).
  • Συγχορήγηση με συστημική δεξαμεθαζόνη, εκτός αν χορηγείται εφάπαξ δόση.
  • Συγχορήγηση με υπερικό/βαλσαμόχορτο (Hypericum perforatum).
warning
SPC-EDURANT

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Μετάδοση HIV
    Πρέπει να λαμβάνονται προφυλάξεις σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες.
  • Αποτυχία ιολογικής θεραπείας
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με αρχικό ιικό φορτίο > 100.000 αντίγραφα HIV-1 RNA/ml
    Υψηλότερος κίνδυνος ιολογικής αποτυχίας και ανάπτυξης αντοχής.
  • Δοκιμή αντοχής
    Η χρήση της ριλπιβιρίνης πρέπει να κατευθύνεται με γνώμονα τη δοκιμή αντοχής (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
  • Συμμόρφωση στη θεραπεία
    ΠληθυσμόςΈφηβοι (ηλικίας από 12 έως κάτω των 18 ετών)
    Μόνο οι έφηβοι που θεωρείται πιθανό να έχουν καλή συμμόρφωση στην αντιρετροϊική θεραπεία θα πρέπει να υποβάλλονται σε θεραπεία με ριλπιβιρίνη, καθώς η μη βέλτιστη συμμόρφωση μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη αντοχής και την απώλεια μελλοντικών θεραπευτικών επιλογών.
  • Επιμήκυνση διαστήματος QTc
    προσοχή
    Το EDURANT πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή κατά τη συγχορήγηση φαρμακευτικών προϊόντων με γνωστό κίνδυνο κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου (Torsade de Pointes).
  • Σύνδρομο ανοσοδιέγερσης
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με λοίμωξη HIV και σοβαρή ανεπάρκεια του ανοσοποιητικού συστήματος κατά την έναρξη της CART
    Κάθε φλεγμονώδες σύμπτωμα πρέπει να εκτιμάται και να ξεκινά θεραπεία όταν είναι απαραίτητο.
  • Αυτοάνοσες διαταραχές
    Αυτοάνοσες διαταραχές (όπως νόσος Graves και αυτοάνοση ηπατίτιδα) μπορεί να συμβούν πολλούς μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
  • Χρήση κατά την κύηση
    Το Edurant θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης μόνο εάν το δυνητικό όφελος αιτιολογεί τον δυνητικό κίνδυνο. Εναλλακτικά, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο μετάβασης σε άλλο σχήμα ART.
  • Λακτόζη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης
    Δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
swap_horiz
SPC-EDURANT

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Προσοχή
    διδανοσίνη AUC ↑ 12%, διδανοσίνη Cmin NA, διδανοσίνη Cmax ↔, ριλπιβιρίνη AUC ↔, ριλπιβιρίνη Cmin ↔, ριλπιβιρίνη Cmax ↔
    ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης. Η διδανοσίνη πρέπει να χορηγείται τουλάχιστον δύο ώρες πριν ή τουλάχιστον τέσσερις ώρες μετά τη ριλπιβιρίνη.
  • Φουμαρική δισοπροξιλική τενοφοβίρη
    Παρακολούθηση
    τενοφοβίρη AUC ↑ 23%, τενοφοβίρη Cmin ↑ 24%, τενοφοβίρη Cmax ↑ 19%, ριλπιβιρίνη AUC ↔, ριλπιβιρίνη Cmin ↔, ριλπιβιρίνη Cmax ↔
    ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Άλλοι νουκλεοσιδικοί αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης (αβακαβίρη, εμτρισιταμπίνη, λαμιβουδίνη, σταβουδίνη, ζιδοβουδίνη)
    Παρακολούθηση
    Δεν αναμένονται κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις
    ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Μη νουκλεοσιδικοί αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης (δελαβιρδίνη, εφαβιρένζη, ετραβιρίνη, νεβιραπίνη)
    Αντενδείκνυται
    Δεν έχει μελετηθεί.
    ΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση της ριλπιβιρίνης με άλλους μη νουκλεοσιδικούς αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης.
  • Παρακολούθηση
    δαρουναβίρη AUC ↔, δαρουναβίρη Cmin ↓ 11%, δαρουναβίρη Cmax ↔, ριλπιβιρίνη AUC ↑ 130%, ριλπιβιρίνη Cmin ↑ 178%, ριλπιβιρίνη Cmax ↑ 79% (αναστολή ενζύμων CYP3A)
    ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χρήση της ριλπιβιρίνης με ενισχυμένους με ριτοναβίρη PIs προκαλεί αύξηση στις συγκεντρώσεις της ριλπιβιρίνης στο πλάσμα, αλλά δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Λοπιναβίρη, ριτοναβίρη
    Παρακολούθηση
    λοπιναβίρη AUC ↔, λοπιναβίρη Cmin ↓ 11%, λοπιναβίρη Cmax ↔, ριλπιβιρίνη AUC ↑ 52%, ριλπιβιρίνη Cmin ↑ 74%, ριλπιβιρίνη Cmax ↑ 29% (αναστολή ενζύμων CYP3A)
    ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Παρακολούθηση
    Δεν έχει μελετηθεί.
    ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Μη ενισχυμένοι PIs (αταζαναβίρη, φοσαμπρεναβίρη, ινδιναβίρη, νελφιναβίρη)
    Παρακολούθηση
    Αναμένεται αυξημένη έκθεση στην ριλπιβιρίνη. (αναστολή ενζύμων CYP3A)
    ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Παρακολούθηση
    Δεν αναμένεται κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση με άλλα φάρμακα.
    ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Παρακολούθηση
    ραλτεγκραβίρη AUC ↑ 9%, ραλτεγκραβίρη Cmin ↑ 27%, ραλτεγκραβίρη Cmax ↑ 10%, ριλπιβιρίνη AUC ↔, ριλπιβιρίνη Cmin ↔, ριλπιβιρίνη Cmax ↔
    ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Παρακολούθηση
    Δεν αναμένεται κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση με άλλα φάρμακα
    ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Παρακολούθηση
    σιμεπρεβίρη AUC ↔, σιμεπρεβίρη Cmin ↔, σιμεπρεβίρη Cmax ↑ 10%, ριλπιβιρίνη AUC ↔, ριλπιβιρίνη Cmin ↑ 25%, ριλπιβιρίνη Cmax ↔
    ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Αντενδείκνυται
    Αναμένονται σημαντικές μειώσεις των συγκεντρώσεων της ριλπιβιρίνης στο πλάσμα. (επαγωγή ενζύμων CYP3A)
    ΣύστασηΗ ριλπιβιρίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με αυτά τα αντιεπιληπτικά καθώς η συγχορήγηση μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια της θεραπευτικής δράσης της ριλπιβιρίνης (βλ. Αντενδείξεις).
  • Παρακολούθηση
    κετοκοναζόλη AUC ↓ 24%, κετοκοναζόλη Cmin ↓ 66%, κετοκοναζόλη Cmax ↔, ριλπιβιρίνη AUC ↑ 49%, ριλπιβιρίνη Cmin ↑ 76%, ριλπιβιρίνη Cmax ↑ 30%
    ΣύστασηΣτη συνιστώμενη δόση των 25 mg μία φορά την ημέρα δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης όταν η ριλπιβιρίνη συγχορηγείται με κετοκοναζόλη.
  • Η ταυτόχρονη χρήση του EDURANT με αντιμυκητιασικούς παράγοντες μπορεί να προκαλέσει αύξηση στις συγκεντρώσεις της ριλπιβιρίνης στο πλάσμα. (αναστολή ενζύμων CYP3A).
    ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Προσοχή
    ριφαμπουτίνη AUC ↔, ριφαμπουτίνη Cmin ↔, ριφαμπουτίνη Cmax ↔, 25-O-δεσακετυλ-ριφαμπουτίνη AUC ↔, 25-O-δεσακετυλ-ριφαμπουτίνη Cmin ↔, 25-O-δεσακετυλ-ριφαμπουτίνη Cmax ↔, ριλπιβιρίνη AUC ↓ 42%, ριλπιβιρίνη Cmin ↓ 48%, ριλπιβιρίνη Cmax ↓ 31% (με 25 mg ριλπιβιρίνης). ριλπιβιρίνη AUC ↑ 16%, ριλπιβιρίνη Cmin ↔, ριλπιβιρίνη Cmax ↑ 43% (με 50 mg ριλπιβιρίνης).
    ΣύστασηΚαθόλη τη συγχορήγηση της ριλπιβιρίνης με τη ριφαμπουτίνη, η δόση της ριλπιβιρίνης πρέπει να αυξηθεί από 25 mg μία φορά την ημέρα σε 50 mg μία φορά την ημέρα. Όταν διακοπεί η συγχορήγηση της ριφαμπουτίνης, η δόση της ριλπιβιρίνης πρέπει να μειωθεί σε 25 mg μία φορά την ημέρα.
  • Αντενδείκνυται
    ριφαμπικίνη AUC ↔, ριφαμπικίνη Cmin NA, ριφαμπικίνη Cmax ↔, 25-δεσακετυλ-ριφαμπικίνη AUC ↓ 9%, 25-δεσακετυλ-ριφαμπικίνη Cmin NA, 25-δεσακετυλ-ριφαμπικίνη Cmax ↔, ριλπιβιρίνη AUC ↓ 80%, ριλπιβιρίνη Cmin ↓ 89%, ριλπιβιρίνη Cmax ↓ 69% (επαγωγή ενζύμων CYP3A).
    ΣύστασηΗ ριλπιβιρίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με ριφαμπικίνη καθώς η συγχορήγηση είναι πιθανό να οδηγήσει σε απώλεια της θεραπευτικής δράσης της ριλπιβιρίνης (βλ. Αντενδείξεις).
  • Αντενδείκνυται
    Αναμένονται σημαντικές μειώσεις στις συγκεντρώσεις της ριλπιβιρίνης στο πλάσμα. (επαγωγή ενζύμων CYP3A).
    ΣύστασηΗ ριλπιβιρίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με ριφαπεντίνη καθώς η συγχορήγηση είναι πιθανό να οδηγήσει σε απώλεια της θεραπευτικής δράσης της ριλπιβιρίνης (βλ. Αντενδείξεις).
  • Αναμένεται αυξημένη έκθεση στην ριλπιβιρίνη. (αναστολή ενζύμων CYP3A).
    ΣύστασηΌπου είναι δυνατόν, πρέπει να εξετάζονται εναλλακτικές λύσεις, όπως η αζιθρομυκίνη.
  • Δεξαμεθαζόνη (συστημική, εκτός από τη χρήση εφάπαξ δόσεων)
    Αντενδείκνυται
    Αναμένονται δοσοεξαρτώμενες μειώσεις των συγκεντρώσεων της ριλπιβιρίνης στο πλάσμα. (επαγωγή ενζύμων CYP3A).
    ΣύστασηΗ ριλπιβιρίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με συστημική δεξαμεθαζόνη (εκτός αν πρόκειται για εφάπαξ δόση) καθώς η συγχορήγηση μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια της θεραπευτικής επίδρασης της ριλπιβιρίνης (βλ. Αντενδείξεις). Οι εναλλακτικές λύσεις πρέπει να εξετάζονται, ιδίως για μακροχρόνια χρήση.
  • Αντενδείκνυται
    ομεπραζόλη AUC ↓ 14%, ομεπραζόλη Cmin NA, ομεπραζόλη Cmax ↓ 14%, ριλπιβιρίνη AUC ↓ 40%, ριλπιβιρίνη Cmin ↓ 33%, ριλπιβιρίνη Cmax ↓ 40% (μειωμένη απορρόφηση λόγω της αύξησης του pH του στομάχου)
    ΣύστασηΗ ριλπιβιρίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με αναστολείς της αντλίας πρωτονίων καθώς η συγχορήγηση είναι πιθανό να οδηγήσει σε απώλεια της θεραπευτικής επίδρασης της ριλπιβιρίνης (βλ. Αντενδείξεις).
  • Αναμένονται σημαντικές μειώσεις των συγκεντρώσεων ριλπιβιρίνης στο πλάσμα. (μειωμένη απορρόφηση λόγω της αύξησης του pH του στομάχου)
    ΣύστασηΗ ριλπιβιρίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με αναστολείς της αντλίας πρωτονίων καθώς η συγχορήγηση είναι πιθανό να οδηγήσει σε απώλεια της θεραπευτικής επίδρασης της ριλπιβιρίνης (βλ. Αντενδείξεις).
  • Φαμοτιδίνη (χορήγηση 12 ώρες πριν τη ριλπιβιρίνη)
    Προσοχή
    ριλπιβιρίνη AUC ↓ 9%, ριλπιβιρίνη Cmin ΝΑ, ριλπιβιρίνη Cmax ↔
    ΣύστασηΟ συνδυασμός της ριλπιβιρίνης και των ανταγωνιστών υποδοχέων-H2 πρέπει να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή. Πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο ανταγωνιστές υποδοχέων Η2, που μπορούν να χορηγηθούν μία φορά την ημέρα. Πρέπει να χρησιμοποιείται αυστηρό πρόγραμμα δοσολογίας με λήψη των ανταγωνιστών υποδοχέων Η2, τουλάχιστον 12 ώρες πριν ή τουλάχιστον 4 ώρες μετά τη χρήση της ριλπιβιρίνης.
  • Φαμοτιδίνη (χορήγηση 2 ώρες πριν τη ριλπιβιρίνη)
    Προσοχή
    ριλπιβιρίνη AUC ↓ 76%, ριλπιβιρίνη Cmin ΝΑ, ριλπιβιρίνη Cmax ↓ 85% (μειωμένη απορρόφηση λόγω της αύξησης του pH του στομάχου)
    ΣύστασηΟ συνδυασμός της ριλπιβιρίνης και των ανταγωνιστών υποδοχέων-H2 πρέπει να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή. Πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο ανταγωνιστές υποδοχέων Η2, που μπορούν να χορηγηθούν μία φορά την ημέρα. Πρέπει να χρησιμοποιείται αυστηρό πρόγραμμα δοσολογίας με λήψη των ανταγωνιστών υποδοχέων Η2, τουλάχιστον 12 ώρες πριν ή τουλάχιστον 4 ώρες μετά τη χρήση της ριλπιβιρίνης.
  • Φαμοτιδίνη (χορήγηση 4 ώρες μετά τη ριλπιβιρίνη)
    Προσοχή
    ριλπιβιρίνη AUC ↑ 13%, ριλπιβιρίνη Cmin ΝΑ, ριλπιβιρίνη Cmax ↑ 21%
    ΣύστασηΟ συνδυασμός της ριλπιβιρίνης και των ανταγωνιστών υποδοχέων-H2 πρέπει να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή. Πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο ανταγωνιστές υποδοχέων Η2, που μπορούν να χορηγηθούν μία φορά την ημέρα. Πρέπει να χρησιμοποιείται αυστηρό πρόγραμμα δοσολογίας με λήψη των ανταγωνιστών υποδοχέων Η2, τουλάχιστον 12 ώρες πριν ή τουλάχιστον 4 ώρες μετά τη χρήση της ριλπιβιρίνης.
  • Δεν έχει μελετηθεί. (μειωμένη απορρόφηση λόγω της αύξησης του pH του στομάχου)
    ΣύστασηΟ συνδυασμός της ριλπιβιρίνης και των ανταγωνιστών υποδοχέων-H2 πρέπει να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή. Πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο ανταγωνιστές υποδοχέων Η2, που μπορούν να χορηγηθούν μία φορά την ημέρα. Πρέπει να χρησιμοποιείται αυστηρό πρόγραμμα δοσολογίας με λήψη των ανταγωνιστών υποδοχέων Η2, τουλάχιστον 12 ώρες πριν ή τουλάχιστον 4 ώρες μετά τη χρήση της ριλπιβιρίνης.
  • Αντιόξινα (π.χ. υδροξείδιο αλουμινίου ή μαγνησίου, ανθρακικό ασβέστιο)
    Προσοχή
    Αναμένονται σημαντικές μειώσεις των συγκεντρώσεων ριλπιβιρίνης στο πλάσμα. (μειωμένη απορρόφηση λόγω της αύξησης του pH του στομάχου)
    ΣύστασηΟ συνδυασμός της ριλπιβιρίνης και των αντιόξινων πρέπει να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή. Τα αντιόξινα πρέπει να χορηγούνται είτε τουλάχιστον 2 ώρες πριν ή τουλάχιστον 4 ώρες μετά από τη ριλπιβιρίνη.
  • Παρακολούθηση
    R(-) μεθαδόνη AUC ↓ 16%, R(-) μεθαδόνη Cmin ↓ 22%, R(-) μεθαδόνη Cmax ↓ 14%, ριλπιβιρίνη AUC ↔, ριλπιβιρίνη Cmin ↔, ριλπιβιρίνη Cmax ↔
    ΣύστασηΔεν απαιτούνται προσαρμογές δόσης κατά την έναρξη της συγχορήγησης μεθαδόνης με τη ριλπιβιρίνη. Ωστόσο, συνιστάται η κλινική παρακολούθηση καθώς η θεραπεία συντήρησης με μεθαδόνη μπορεί να χρειαστεί να προσαρμοστεί σε ορισμένους ασθενείς.
  • Παρακολούθηση
    διγοξίνη AUC ↔, διγοξίνη Cmin NA, διγοξίνη Cmax ↔
    ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Ετεξιλική δαβιγατράνη
    Προσοχή
    Δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος για αυξήσεις των συγκεντρώσεων της δαβιγατράνης στο πλάσμα. (αναστολή της P-gp του εντέρου)
    ΣύστασηΟ συνδυασμός της ριλπιβιρίνης και της ετεξιλικής δαβιγατράνης πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
  • Παρακολούθηση
    μετφορμίνη AUC ↔, μετφορμίνη Cmin NA, μετφορμίνη Cmax ↔
    ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Βαλσαμόχορτο (Hypericum perforatum)
    Αντενδείκνυται
    Αναμένονται σημαντικές μειώσεις των συγκεντρώσεων ριλπιβιρίνης στο πλάσμα. (επαγωγή ενζύμων CYP3A).
    ΣύστασηΗ ριλπιβιρίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με βαλσαμόχορτο καθώς η συγχορήγηση μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια της θεραπευτικής δράσης της ριλπιβιρίνης (βλ. Αντενδείξεις).
  • Παρακολούθηση
    παρακεταμόλη AUC ↔, παρακεταμόλη Cmin ΝΑ, παρακεταμόλη Cmax ↔, ριλπιβιρίνη AUC ↔, ριλπιβιρίνη Cmin ↑ 26%, ριλπιβιρίνη Cmax ↔
    ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Παρακολούθηση
    αιθινυλοιστραδιόλη AUC ↔, αιθινυλοιστραδιόλη Cmin ↔, αιθινυλοιστραδιόλη Cmax ↑ 17%
    ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Νορεθινδρόνη
    Παρακολούθηση
    νορεθινδρόνη AUC ↔, νορεθινδρόνη Cmin ↔, νορεθινδρόνη Cmax ↔
    ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Παρακολούθηση
    ατορβαστατίνη AUC ↔, ατορβαστατίνη Cmin ↓ 15%, ατορβαστατίνη Cmax ↑ 35%, ριλπιβιρίνη AUC ↔, ριλπιβιρίνη Cmin ↔, ριλπιβιρίνη Cmax ↓ 9%
    ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Σιλντεναφίλη
    Παρακολούθηση
    σιλντεναφίλη AUC ↔, σιλντεναφίλη Cmin ΝΑ, σιλντεναφίλη Cmax ↔, ριλπιβιρίνη AUC ↔, ριλπιβιρίνη Cmin ↔, ριλπιβιρίνη Cmax ↔
    ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Παρακολούθηση
    Δεν έχει μελετηθεί.
    ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Φαρμακευτικά προϊόντα που επιμηκύνουν το διάστημα QT
    Προσοχή
    υπερθεραπευτικές δόσεις ριλπιβιρίνης (75 mg μία φορά την ημέρα και 300 mg μία φορά την ημέρα) παρατείνουν το διάστημα QTc του ΗΚΓ.
    ΣύστασηΤο EDURANT πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή όταν συγχορηγείται με ένα φαρμακευτικό προϊόν με γνωστό κίνδυνο κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου.
sick
SPC-EDURANT

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Αίμα
  • Μειωμένος αριθμός λευκοκυττάρων
  • Μειωμένη αιμοσφαιρίνη
  • Μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων
Ανοσοποιητικό
  • Σύνδρομο ανοσοδιέγερσης
Μεταβολισμός
  • Αυξημένη ολική χοληστερόλη
  • Αυξημένη LDL χοληστερόλη νηστείας
  • Μειωμένη όρεξη
  • Αυξημένα τριγλυκερίδια νηστείας
Ψυχιατρικές
  • Αϋπνία
  • Ανώμαλα όνειρα
  • Κατάθλιψη
  • Διαταραχές ύπνου
  • Καταθλιπτική διάθεση
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Ζάλη
  • Υπνηλία
Γαστρεντερικό
  • Ναυτία
  • Κοιλιακό άλγος
  • Έμετος
  • Κοιλιακή δυσφορία
  • Ξηροστομία
Εργαστηριακές
  • Αυξημένη παγκρεατική αμυλάση
  • Αυξημένη λιπάση
  • Αυξημένη χολερυθρίνη
Ήπαρ
  • Αυξημένες τρανσαμινάσες
Δέρμα
  • Εξάνθημα
Γενικές
  • Κόπωση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Αυξημένες τρανσαμινάσες
    Εργαστηριακές
    Πολύ συχνές
  • Αυξημένη LDL χοληστερόλη (νηστείας)
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Πολύ συχνές
  • Αυξημένη ολική χοληστερόλη (νηστείας)
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Πολύ συχνές
  • Αυξημένη παγκρεατική αμυλάση
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Πολύ συχνές
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές
    Πολύ συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Ανώμαλα όνειρα
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Αυξημένα τριγλυκερίδια (νηστείας)
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Συχνές
  • Αυξημένη λιπάση
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Αυξημένη χολερυθρίνη
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Διαταραχές ύπνου
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Κατάθλιψη
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Καταθλιπτική διάθεση
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Κοιλιακή δυσφορία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Συχνές
  • Μειωμένη αιμοσφαιρίνη
    Αίμα
    Συχνές
  • Μειωμένη όρεξη
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων
    Αίμα
    Συχνές
  • Μειωμένος αριθμός λευκοκυττάρων
    Αίμα
    Συχνές
  • Ξηροστομία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Υπνηλία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Σύνδρομο ανοσοδιέγερσης
    Ανοσοποιητικό
    Όχι συχνές
pregnant_woman
SPC-EDURANT

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Αποφεύγεται
    Περιορισμένα δεδομένα (<300 περιπτώσεις) για χρήση σε έγκυες γυναίκες. Παρατηρήθηκαν χαμηλότερες εκθέσεις στη ριλπιβιρίνη κατά την κύηση, άρα το ιικό φορτίο πρέπει να παρακολουθείται στενά. Μελέτες σε ζώα δεν έδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα.
  • Θηλασμός
    Αποφεύγεται
    Δεν είναι γνωστό εάν η ριλπιβιρίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα (απεκκρίνεται σε αρουραίους). Λόγω κινδύνου μετάδοσης HIV και πιθανών ανεπιθύμητων αντιδράσεων στα βρέφη, οι μητέρες που λαμβάνουν ριλπιβιρίνη δεν πρέπει να θηλάζουν.
  • Γονιμότητα
    Άγνωστο
    Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για την επίδραση της ριλπιβιρίνης στην ανθρώπινη γονιμότητα. Μελέτες σε ζώα δεν έδειξαν σχετικές επιδράσεις.
neurology
PubChem

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Μηχανισμός Δράσης Η ριλπιβιρίνη είναι ένας μη-ανταγωνιστικός NNRTI που δεσμεύεται στην ανάστροφη μεταγραφάση. Η δέσμευσή της οδηγεί στην αναστολή των δραστηριοτήτων της DNA πολυμεράσης RNA- και DNA- εξαρτώμενων, όπως ο πολλαπλασιασμός του HIV-1. Δεν…
monitor_heart
SPC-EDURANT

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντι-ιικό για συστημική χρήση, μη-νουκλεοσιδικοί αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης, κωδικός ATC: J05AG05. ### Μηχανισμός δράσης Η ριλπιβιρίνη είναι διαρυλπυριμιδινικός μη νουκλεοσιδικός αναστολέας της ανάστροφης…
biotech
SPC-EDURANT

Φαρμακοκινητική

expand_more
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της ριλπιβιρίνης έχουν αξιολογηθεί σε ενήλικα υγιή άτομα και σε ασθενείς ηλικίας 12 ετών και άνω με λοίμωξη HIV-1 που δεν είχαν λάβει αντιρετροϊική θεραπεία στο παρελθόν. Η έκθεση στη ριλπιβιρίνη ήταν γενικά χαμηλότερη στους…
hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Η ριλπιβιρίνη μεταβολίζεται κυρίως από CYP3A4 και CYP3A5 σε υδροξυλιωμένους μεταβολίτες M1, M2, M3 και M4. Η UGT1A1 γλυκουρονιδώνει τον μεταβολίτη M2 σχηματίζοντας M6, η UGT1A4 γλυκουρονιδώνει τη ριλπιβιρίνη σχηματίζοντας M5, και μια άγνωστη…
bloodtype
PubChem

Απέκκριση

expand_more
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση Η ριλπιβιρίνη έχει Tmax 3-4 ώρες και μέση AUC 2235 ± 851 ng*h/mL. Μια δόση 25mg φτάνει σε Cmax 247 ng/mL σε υγιείς εθελοντές και 138.6 ng/mL σε ασθενείς με HIV-1. Η ριλπιβιρίνη απεκκρίνεται κατά 85% στα κόπρανα και 6.1%…

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Ιικό φορτίο coronavirusΛοιμώξεις & ιολογικός έλεγχος Στενά Κατά τη διάρκεια της κύησης
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-EDURANT
expand_more

Η θεραπεία πρέπει να ξεκινήσει από γιατρό με εμπειρία στην αντιμετώπιση της λοίμωξης HIV.

Δοσολογία

Η συνιστώμενη δόση του EDURANT είναι ένα δισκίο 25 mg που λαμβάνεται μία φορά την ημέρα. Το EDURANT πρέπει να λαμβάνεται μαζί με ένα γεύμα (βλ. Φαρμακοκινητικές).

Προσαρμογή της δόσης

Για ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα ριφαμπουτίνη, η δόση του EDURANT πρέπει να αυξηθεί σε 50 mg (δύο δισκία των 25 mg το καθένα) μία φορά την ημέρα. Όταν η συγχορήγηση της ριφαμπουτίνης διακοπεί, το EDURANT πρέπει να μειωθεί σε 25 mg μία φορά την ημέρα (βλ. Αλληλεπιδράσεις).

Παράλειψη δόσης

Εάν ο ασθενής παραλείψει μία δόση του EDURANT εντός 12 ωρών από τη συνήθη ώρα λήψης, ο ασθενής πρέπει να πάρει το φάρμακο μαζί με ένα γεύμα το συντομότερο δυνατόν και το EDURANT να επανέλθει στο κανονικό δοσολογικό του σχήμα. Εάν ένας ασθενής παραλείψει μία δόση του EDURANT για περισσότερες από 12 ώρες, ο ασθενής δεν πρέπει να πάρει τη δόση που παρέλειψε, αλλά να συνεχίσει το συνηθισμένο δοσολογικό σχήμα.

Εάν ένας ασθενής κάνει εμετό εντός 4 ωρών από τη λήψη του φαρμάκου, πρέπει να πάρει ένα άλλο δισκίο του EDURANT μαζί με ένα γεύμα. Εάν ο ασθενής κάνει εμετό μετά από περισσότερες από 4 ώρες από τη λήψη του φαρμάκου, ο ασθενής δεν είναι απαραίτητο να πάρει άλλη δόση του EDURANT μέχρι την επόμενη προγραμματισμένη δόση.

Ειδικοί πληθυσμοί

Ηλικιωμένοι

Υπάρχουν περιορισμένες πληροφορίες σχετικά με τη χρήση του EDURANT σε ασθενείς ηλικίας > 65 ετών. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης του EDURANT σε μεγαλύτερους ασθενείς (βλ. Φαρμακοκινητικές). Το EDURANT πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε αυτό τον πληθυσμό.

Νεφρική δυσλειτουργία

Το EDURANT έχει μελετηθεί κυρίως σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης της ριλπιβιρίνης σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία. Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή νεφροπάθεια τελικού σταδίου, η ριλπιβιρίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή. Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή νεφροπάθεια τελικού σταδίου, ο συνδυασμός της ριλπιβιρίνης με ισχυρό αναστολέα του CYP3A (π.χ. ενισχυμένο με ριτοναβίρη αναστολέα της πρωτεάσης HIV) πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο αν το όφελος υπερτερεί του κινδύνου (βλ. Φαρμακοκινητικές).

Η θεραπεία με ριλπιβιρίνη είχε ως αποτέλεσμα μία πρώιμη μικρή αύξηση των μέσων επιπέδων της κρεατινίνης στον ορό που παρέμεινε σταθερή με το χρόνο και δεν θεωρείται κλινικά σημαντική (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).

Ηπατική δυσλειτουργία

Υπάρχουν περιορισμένες πληροφορίες σχετικά με τη χρήση του EDURANT σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (βαθμολογία Α ή Β κατά Child-Pugh). Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης του EDURANT σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Το EDURANT πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Το EDURANT δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βαθμολογία C κατά Child-Pugh). Κατά συνέπεια, το EDURANT δεν συνιστάται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Φαρμακοκινητικές).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του EDURANT σε παιδιά ηλικίας < 12 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.

Κύηση

Κατά τη διάρκεια της κύησης παρατηρήθηκαν χαμηλότερες εκθέσεις στη ριλπιβιρίνη, ως εκ τούτου το ιικό φορτίο θα πρέπει να παρακολουθείται στενά. Εναλλακτικά, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο μετάβασης σε άλλο σχήμα ART (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις, Κύηση και γαλουχία, Φαρμακοδυναμικές και Φαρμακοκινητικές).

Τρόπος χορήγησης

Το EDURANT πρέπει να λαμβάνεται από του στόματος, μια φορά την ημέρα, μαζί με ένα γεύμα (βλ. Φαρμακοκινητικές). Συνιστάται το επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο να καταπίνεται ολόκληρο με νερό και να μη μασάται ή να μη θρυμματίζεται.

block

Αντενδείξεις

SPC-EDURANT
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
  • Το EDURANT δεν πρέπει να συγχορηγείται με τα ακόλουθα φαρμακευτικά προϊόντα, καθώς ενδέχεται να επέλθουν σημαντικές μειώσεις στις συγκεντρώσεις της ριλπιβιρίνης στο πλάσμα (λόγω της ενζυμικής επαγωγής του CYP3A ή της αύξησης του pH του στομάχου), οι οποίες μπορεί να οδηγήσουν σε απώλεια της θεραπευτικής δράσης του EDURANT (βλ. Αλληλεπιδράσεις):
    • τα αντισπασμωδικά καρβαμαζεπίνη, οξκαρβαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη, φαινυτοΐνη
    • τα αντιμυκοβακτηριδιακά ριφαμπικίνη, ριφαπεντίνη
    • αναστολείς της αντλίας πρωτονίων, όπως ομεπραζόλη, εσομεπραζόλη, λανσοπραζόλη, παντοπραζόλη, ραμπεπραζόλη
    • το συστημικό γλυκοκορτικοειδές δεξαμεθαζόνη, εκτός αν χορηγείται θεραπεία με εφάπαξ δόση
    • υπερικό/βαλσαμόχορτο (Hypericum perforatum).
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-EDURANT
expand_more

Μετάδοση HIV

Αν και η αποτελεσματική ιολογική καταστολή με αντιρετροϊική θεραπεία έχει αποδειχθεί ότι μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο μετάδοσης του ιού με σεξουαλική επαφή, δεν μπορεί να αποκλειστεί υπολειπόμενος κίνδυνος. Θα πρέπει να λαμβάνονται προφυλάξεις σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες.

Αποτυχία ιολογικής θεραπείας και ανάπτυξη αντοχής

Το EDURANT δεν έχει αξιολογηθεί σε ασθενείς με ιστορικό ιολογικής αποτυχίας οποιασδήποτε άλλης αντιρετροϊικής θεραπείας. Ο κατάλογος των συσχετιζόμενων με τη ριλπιβιρίνη μεταλλάξεων που παρουσιάζεται στην (βλ. Φαρμακοδυναμικές) πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο ως καθοδήγηση για τη χρήση του EDURANT στον πληθυσμό των ασθενών που δεν είχαν λάβει αντιρετροϊική θεραπεία στο παρελθόν.

Στη συγκεντρωτική ανάλυση αποτελεσματικότητας κλινικών μελετών Φάσης ΙΙΙ σε ενήλικες μέχρι την εβδομάδα 96, οι ασθενείς, οι οποίοι υποβλήθηκαν σε θεραπεία με ριλπιβιρίνη με αρχικό ιικό φορτίο > 100.000 αντίγραφα HIV-1 RNA/ml διέτρεχαν υψηλότερο κίνδυνο ιολογικής αποτυχίας (18,2% με ριλπιβιρίνη έναντι 7,9% με εφαβιρένζη) σε σύγκριση με τους ασθενείς με αρχικό ιικό φορτίο ≤ 100.000 αντίγραφα HIV-1 RNA/ml (5,7% με ριλπιβιρίνη έναντι 3,6% με εφαβιρένζη). Ο μεγαλύτερος κίνδυνος ιολογικής αποτυχίας για τους ασθενείς στο σκέλος της ριλπιβιρίνης παρατηρήθηκε κατά τις πρώτες 48 εβδομάδες αυτών των δοκιμών (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Οι ασθενείς με αρχικό ιικό φορτίο > 100.000 αντίγραφα HIV-1 RNA/ml, οι οποίοι παρουσίασαν ιολογική αποτυχία, εμφάνισαν υψηλότερο ποσοστό οφειλόμενης στη θεραπεία αντοχής στην κατηγορία των μη νουκλεοσιδικών αναστολέων της ανάστροφης μεταγραφάσης (NNRTI). Αντοχή συσχετιζόμενη με τη λαμιβουδίνη/εμτρισιταβίνη παρουσίασαν περισσότεροι από τους ασθενείς με ιολογική αποτυχία της θεραπείας με ριλπιβιρίνη από τους ασθενείς με ιολογική αποτυχία της θεραπείας με εφαβιρένζη (βλ. Φαρμακοδυναμικές).

Τα ευρήματα σε εφήβους (ηλικίας από 12 έως κάτω των 18 ετών) στη δοκιμή C213 ήταν γενικά σύμφωνα με αυτά τα δεδομένα (για λεπτομέρειες βλέπε (βλ. Φαρμακοδυναμικές)).

Μόνο οι έφηβοι που θεωρείται πιθανό να έχουν καλή συμμόρφωση στην αντιρετροϊική θεραπεία θα πρέπει να υποβάλλονται σε θεραπεία με ριλπιβιρίνη, καθώς η μη βέλτιστη συμμόρφωση μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη αντοχής και την απώλεια μελλοντικών θεραπευτικών επιλογών.

Όπως και με άλλα αντιρετροϊικά φαρμακευτικά προϊόντα, η χρήση της ριλπιβιρίνης πρέπει να κατευθύνεται με γνώμονα τη δοκιμή αντοχής, (βλ. Φαρμακοδυναμικές).

Καρδιαγγειακό σύστημα

Σε υψηλότερες από τις θεραπευτικές δόσεις (75 και 300 mg μία φορά την ημέρα), η ριλπιβιρίνη συσχετίσθηκε με επιμήκυνση του διαστήματος QTc στο ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) (βλ. Αλληλεπιδράσεις, Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοκινητικές). Το EDURANT στη συνιστώμενη δόση των 25 mg μια φορά την ημέρα δεν συσχετίζεται με κλινικά σημαντική επίδραση στο QTc. Το EDURANT πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή κατά τη συγχορήγηση φαρμακευτικών προϊόντων με γνωστό κίνδυνο κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου (Torsade de Pointes).

Σύνδρομο ανοσοδιέγερσης

Σε ασθενείς με λοίμωξη HIV, με σοβαρή ανεπάρκεια του ανοσοποιητικού συστήματος κατά το χρόνο έναρξης της CART, μπορεί να προκύψει φλεγμονώδης αντίδραση σε ασυμπτωματικά ή υπολειπόμενα ευκαιριακά παθογόνα και να προκαλέσει σοβαρές κλινικές καταστάσεις ή επιδείνωση των συμπτωμάτων. Συνήθως, οι αντιδράσεις αυτές παρατηρήθηκαν εντός των πρώτων εβδομάδων ή μηνών από την έναρξη της CART. Σχετικά παραδείγματα είναι η αμφιβληστροειδίτιδα από κυτταρομεγαλοϊό, οι γενικευμένες και/ή εστιακές μυκοβακτηριακές λοιμώξεις και η πνευμονία από Pneumocystis jiroveci. Κάθε φλεγμονώδες σύμπτωμα πρέπει να εκτιμάται και να ξεκινά θεραπεία όταν είναι απαραίτητο.

Αυτοάνοσες διαταραχές

Αυτοάνοσες διαταραχές (όπως νόσος Graves και αυτοάνοση ηπατίτιδα) έχουν επίσης αναφερθεί ότι συμβαίνουν κατά τη ρύθμιση της επανεργοποίησης του ανοσοποιητικού συστήματος. Ωστόσο, ο αναφερόμενος χρόνος έως την έναρξη είναι περισσότερο μεταβλητός και αυτά τα γεγονότα μπορεί να συμβούν πολλούς μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).

Κύηση

Το Edurant θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης μόνο εάν το δυνητικό όφελος αιτιολογεί τον δυνητικό κίνδυνο. Χαμηλότερες εκθέσεις στη ριλπιβιρίνη παρατηρήθηκαν κατά την χορήγηση 25 mg ριλπιβιρίνης μία φορά την ημέρα κατά τη διάρκεια της κύησης. Στις μελέτες φάσης 3, η χαμηλότερη έκθεση στη ριλπιβιρίνη, παρόμοια με την έκθεση που έχει παρατηρηθεί κατά τη διάρκεια της κύησης, έχει συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο ιολογικής αποτυχίας, ως εκ τούτου το ιικό φορτίο θα πρέπει να παρακολουθείται στενά (βλ. Κύηση και γαλουχία, Φαρμακοδυναμικές και Φαρμακοκινητικές). Εναλλακτικά, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο μετάβασης σε άλλο σχήμα ART.

Σημαντικές πληροφορίες για ορισμένα από τα συστατικά του EDURANT

Το EDURANT περιέχει λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-EDURANT
expand_more

Φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν την έκθεση στη ριλπιβιρίνη

Η ριλπιβιρίνη μεταβολίζεται κυρίως μέσω του κυτοχρώματος P450 (CYP)3A. Τα φαρμακευτικά προϊόντα που επάγουν ή αναστέλλουν το CYP3A μπορεί να επηρεάσουν την απομάκρυνση της ριλπιβιρίνης (βλ. Φαρμακοκινητικές). Η συγχορήγηση της ριλπιβιρίνης με φαρμακευτικά προϊόντα που επάγουν το CYP3A έχει παρατηρηθεί ότι μειώνει τις συγκεντρώσεις της ριλπιβιρίνης στο πλάσμα, γεγονός που θα μπορούσε να μειώσει τη θεραπευτική δράση της ριλπιβιρίνης.

Η συγχορήγηση της ριλπιβιρίνης με φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν το CYP3A έχει παρατηρηθεί ότι αυξάνει τις συγκεντρώσεις της ριλπιβιρίνης στο πλάσμα.

Η συγχορήγηση της ριλπιβιρίνης με φαρμακευτικά προϊόντα που αυξάνουν το pH του στομάχου μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένες συγκεντρώσεις της ριλπιβιρίνης στο πλάσμα οι οποίες θα μπορούσαν δυνητικά να μειώσουν τη θεραπευτική δράση του EDURANT.

Φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζονται από τη χρήση ριλπιβιρίνης

Η ριλπιβιρίνη σε δόση των 25 mg μία φορά την ημέρα δεν είναι πιθανό να έχει κλινικά σημαντική επίδραση στην έκθεση των φαρμακευτικών προϊόντων που μεταβολίζονται από τα ένζυμα του κυτοχρώματος CYP.

Η ριλπιβιρίνη αναστέλλει την P-γλυκοπρωτεΐνη in vitro (το IC50 είναι 9,2 μM). Σε μία κλινική μελέτη, η ριλπιβιρίνη δεν επηρέασε σημαντικά τη φαρμακοκινητική της διγοξίνης. Ωστόσο, δεν μπορεί να αποκλειστεί εντελώς το ότι η ριλπιβιρίνη μπορεί να αυξήσει την έκθεση σε άλλα φάρμακα που μεταφέρονται από την P-γλυκοπρωτεΐνη τα οποία είναι πιο ευαίσθητα στην εντερική αναστολή της P-gp, π.χ. ετεξιλική δαβιγατράνη.

Η ριλπιβιρίνη είναι ένας in vitro αναστολέας του μεταφορέα MATE-2K με IC50 < 2,7 nM. Οι κλινικές επιπτώσεις του ευρήματος αυτού είναι προς το παρόν άγνωστες.

Αποδεδειγμένες και θεωρητικές αλληλεπιδράσεις με επιλεγμένα αντιρετροϊικά και μη αντιρετροϊικά φάρμακα αναφέρονται στον πίνακα 1.

Πίνακας αλληλεπιδράσεων

Μελέτες αλληλεπίδρασης έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.

Αλληλεπιδράσεις μεταξύ ριλπιβιρίνης και συγχορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων αναφέρονται στον πίνακα 1 (η αύξηση υποδεικνύεται ως “↑”, η μείωση ως “↓”, η μη μεταβολή ως “↔”, δεν εφαρμόζεται ως “ΝΑ”, το διάστημα εμπιστοσύνης ως “CI”).

Πίνακας 1: ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΟΣΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ ΜΕ ΑΛΛΑ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

Φαρμακευτικά προϊόντα ανά θεραπευτικό τομέα Γεωμετρική μέση μεταβολή της αλληλεπίδρασης (%) Συστάσεις που αφορούν στη συγχορήγηση
ΑΝΤΙ-ΛΟΙΜΩΔΗ
Αντιρετροϊικά
Νουκλεοσιδικοί αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης(NRTI)/Νουκλεοτιδικοί αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης (N(t)RTI) του HIV
Διδανοσίνη*# 400 mg μία φορά την ημέρα διδανοσίνη AUC ↑ 12%διδανοσίνη Cmin NAδιδανοσίνη Cmax ↔ριλπιβιρίνη AUC ↔ριλπιβιρίνη Cmin ↔ριλπιβιρίνη Cmax ↔ Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης. Η διδανοσίνη πρέπει να χορηγείται τουλάχιστον δύο ώρες πριν ή τουλάχιστον τέσσερις ώρες μετά τη ριλπιβιρίνη.
φουμαρική δισοπροξιλική τενοφοβίρη*# 300 mg μία φορά την ημέρα τενοφοβίρη AUC ↑ 23%τενοφοβίρη Cmin ↑ 24%τενοφοβίρη Cmax ↑ 19%ριλπιβιρίνη AUC ↔ριλπιβιρίνη Cmin ↔ριλπιβιρίνη Cmax ↔ Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
Άλλοι νουκλεοσιδικοί αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης (αβακαβίρη, εμτρισιταμπίνη, λαμιβουδίνη, σταβουδίνη και ζιδοβουδίνη) Δεν έχει μελετηθεί. Δεν αναμένονται κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
Μη νουκλεοσιδικοί αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης (NNRTI) του HIV
Μη νουκλεοσιδικοί αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης (δελαβιρδίνη, εφαβιρένζη, ετραβιρίνη, νεβιραπίνη) Δεν έχει μελετηθεί. Δεν συνιστάται η συγχορήγηση της ριλπιβιρίνης με άλλους μη νουκλεοσιδικούς αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης.
Αναστολείς πρωτεάσης (PIs) για τον HIV - με συγχορήγηση χαμηλής δόσης ριτοναβίρης
Δαρουναβίρη/ριτοναβίρη*# 800/100 mg μία φορά την ημέρα δαρουναβίρη AUC ↔δαρουναβίρη Cmin ↓ 11%δαρουναβίρη Cmax ↔ριλπιβιρίνη AUC ↑ 130%ριλπιβιρίνη Cmin ↑ 178%ριλπιβιρίνη Cmax ↑ 79% (αναστολή ενζύμων CYP3A) Η ταυτόχρονη χρήση της ριλπιβιρίνης με ενισχυμένους με ριτοναβίρη PIs προκαλεί αύξηση στις συγκεντρώσεις της ριλπιβιρίνης στο πλάσμα, αλλά δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
Λοπιναβίρη/ριτοναβίρη (καψάκιο μαλακής γέλης)*# 400/100 mg δύο φορές την ημέρα λοπιναβίρη AUC ↔λοπιναβίρη Cmin ↓ 11%λοπιναβίρη Cmax ↔ριλπιβιρίνη AUC ↑ 52%ριλπιβιρίνη Cmin ↑ 74%ριλπιβιρίνη Cmax ↑ 29% (αναστολή ενζύμων CYP3A) Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
Άλλοι ενισχυμένοι PIs (αταζαναβίρη/ριτοναβίρη, φοσαμπρεναβίρη/ριτοναβίρη, σακουϊναβίρη/ριτοναβίρη, τιπραναβίρη/ριτοναβίρη) Δεν έχει μελετηθεί. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
Αναστολείς πρωτεάσης (PIs) για τον HIV - χωρίς συγχορήγηση χαμηλής δόσης ριτοναβίρης
Μη ενισχυμένοι PIs (αταζαναβίρη, φοσαμπρεναβίρη, ινδιναβίρη, νελφιναβίρη) Δεν έχει μελετηθεί. Αναμένεται αυξημένη έκθεση στην ριλπιβιρίνη. (αναστολή ενζύμων CYP3A) Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
Ανταγωνιστές υποδοχέων χυμοκίνης CCR5
Μαραβιρόκη Δεν έχει μελετηθεί. Δεν αναμένεται κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση με άλλα φάρμακα. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
Αναστολείς Μεταφοράς Αλυσίδας Ιντεγκράσης του HIV
Ραλτεγκραβίρη* ραλτεγκραβίρη AUC ↑ 9%ραλτεγκραβίρη Cmin ↑ 27%ραλτεγκραβίρη Cmax ↑ 10%ριλπιβιρίνη AUC ↔ριλπιβιρίνη Cmin ↔ριλπιβιρίνη Cmax ↔ Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
Άλλοι αντι-ιικοί παράγοντες
Ριμπαβιρίνη Δεν έχει μελετηθεί. Δεν αναμένεται κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση με άλλα φάρμακα Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
Σιμεπρεβίρη* σιμεπρεβίρη AUC ↔σιμεπρεβίρη Cmin ↔σιμεπρεβίρη Cmax ↑ 10%ριλπιβιρίνη AUC ↔ριλπιβιρίνη Cmin ↑ 25%ριλπιβιρίνη Cmax ↔ Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
ΑΛΛΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ
ΑΝΤΙΕΠΙΛΗΠΤΙΚΑ
ΚαρβαμαζεπίνηΟξκαρβαζεπίνηΦαινοβαρβιτάληΦαινυτοΐνη Δεν έχει μελετηθεί. Αναμένονται σημαντικές μειώσεις των συγκεντρώσεων της ριλπιβιρίνης στο πλάσμα. (επαγωγή ενζύμων CYP3A) Η ριλπιβιρίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με αυτά τα αντιεπιληπτικά καθώς η συγχορήγηση μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια της θεραπευτικής δράσης της ριλπιβιρίνης (βλ. Αντενδείξεις).
ΑΝΤΙΜΥΚΗΤΙΑΣΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΑΖΟΛΩΝ
Κετοκοναζόλη*# 400 mg μία φορά την ημέρα κετοκοναζόλη AUC ↓ 24%κετοκοναζόλη Cmin ↓ 66%κετοκοναζόλη Cmax ↔ριλπιβιρίνη AUC ↑ 49%ριλπιβιρίνη Cmin ↑ 76%ριλπιβιρίνη Cmax ↑ 30% Στη συνιστώμενη δόση των 25 mg μία φορά την ημέρα δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης όταν η ριλπιβιρίνη συγχορηγείται με κετοκοναζόλη.
ΦλουκοναζόληΙτρακοναζόληΠοσακοναζόληΒορικοναζόλη Δεν έχει μελετηθεί. Η ταυτόχρονη χρήση του EDURANT με αντιμυκητιασικούς παράγοντες μπορεί να προκαλέσει αύξηση στις συγκεντρώσεις της ριλπιβιρίνης στο πλάσμα. (αναστολή ενζύμων CYP3A). Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
ΑΝΤΙΜΥΚΟΒΑΚΤΗΡΙΔΙΑΚΑ
Ριφαμπουτίνη* 300 mg μία φορά την ημέρα. ριφαμπουτίνη AUC ↔ριφαμπουτίνη Cmin ↔ριφαμπουτίνη Cmax ↔25-O-δεσακετυλ-ριφαμπουτίνη AUC ↔25-O-δεσακετυλ-ριφαμπουτίνη Cmin ↔25-O-δεσακετυλ-ριφαμπουτίνη Cmax ↔ριλπιβιρίνη AUC ↓ 42%ριλπιβιρίνη Cmin ↓ 48%ριλπιβιρίνη Cmax ↓ 31%(+ 25 mg ριλπιβιρίνης μία φορά την ημέρα)ριλπιβιρίνη AUC ↑ 16%ριλπιβιρίνη Cmin ↔ριλπιβιρίνη Cmax ↑ 43%*(+ 50 mg ριλπιβιρίνης μία φορά την ημέρα) Καθόλη τη συγχορήγηση της ριλπιβιρίνης με τη ριφαμπουτίνη, η δόση της ριλπιβιρίνης πρέπει να αυξηθεί από 25 mg μία φορά την ημέρα σε 50 mg μία φορά την ημέρα. Όταν διακοπεί η συγχορήγηση της ριφαμπουτίνης, η δόση της ριλπιβιρίνης πρέπει να μειωθεί σε 25 mg μία φορά την ημέρα.
Ριφαμπικίνη*# 600 mg μία φορά την ημέρα. ριφαμπικίνη AUC ↔ριφαμπικίνη Cmin ΝΑριφαμπικίνη Cmax ↔25-δεσακετυλ-ριφαμπικίνη AUC ↓ 9%25-δεσακετυλ-ριφαμπικίνη Cmin ΝΑ25-δεσακετυλ-ριφαμπικίνη Cmax ↔ριλπιβιρίνη AUC ↓ 80%ριλπιβιρίνη Cmin ↓ 89%ριλπιβιρίνη Cmax ↓ 69% (επαγωγή ενζύμων CYP3A). Η ριλπιβιρίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με ριφαμπικίνη καθώς η συγχορήγηση είναι πιθανό να οδηγήσει σε απώλεια της θεραπευτικής δράσης της ριλπιβιρίνης (βλ. Αντενδείξεις).
Ριφαπεντίνη Δεν έχει μελετηθεί. Αναμένονται σημαντικές μειώσεις στις συγκεντρώσεις της ριλπιβιρίνης στο πλάσμα. (επαγωγή ενζύμων CYP3A). Η ριλπιβιρίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με ριφαπεντίνη καθώς η συγχορήγηση είναι πιθανό να οδηγήσει σε απώλεια της θεραπευτικής δράσης της ριλπιβιρίνης (βλ. Αντενδείξεις).
ΜΑΚΡΟΛΙΔΙΚΑ ΑΝΤΙΒΙΟΤΙΚΑ
ΚλαριθρομυκίνηΕρυθρομυκίνη Δεν έχει μελετηθεί. Αναμένεται αυξημένη έκθεση στην ριλπιβιρίνη. (αναστολή ενζύμων CYP3A). Όπου είναι δυνατόν, πρέπει να εξετάζονται εναλλακτικές λύσεις, όπως η αζιθρομυκίνη.
ΓΛΥΚΟΚΟΡΤΙΚΟΕΙΔΗ
Δεξαμεθαζόνη (συστημική, εκτός από τη χρήση εφάπαξ δόσεων) Δεν έχει μελετηθεί. Αναμένονται δοσοεξαρτώμενες μειώσεις των συγκεντρώσεων της ριλπιβιρίνης στο πλάσμα. (επαγωγή ενζύμων CYP3A). Η ριλπιβιρίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με συστημική δεξαμεθαζόνη (εκτός αν πρόκειται για εφάπαξ δόση) καθώς η συγχορήγηση μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια της θεραπευτικής επίδρασης της ριλπιβιρίνης (βλ. Αντενδείξεις). Οι εναλλακτικές λύσεις πρέπει να εξετάζονται, ιδίως για μακροχρόνια χρήση.
ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΑΝΤΛΙΑΣ ΠΡΩΤΟΝΙΩΝ
Ομεπραζόλη*# 20 mg μία φορά την ημέρα ομεπραζόλη AUC ↓ 14%ομεπραζόλη Cmin ΝΑομεπραζόλη Cmax ↓ 14%ριλπιβιρίνη AUC ↓ 40%ριλπιβιρίνη Cmin ↓ 33%ριλπιβιρίνη Cmax ↓ 40% (μειωμένη απορρόφηση λόγω της αύξησης του pH του στομάχου) Η ριλπιβιρίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με αναστολείς της αντλίας πρωτονίων καθώς η συγχορήγηση είναι πιθανό να οδηγήσει σε απώλεια της θεραπευτικής επίδρασης της ριλπιβιρίνης (βλ. Αντενδείξεις).
ΛανσοπραζόληΡαμπεπραζόληΠαντοπραζόληΕσομεπραζόλη Δεν έχει μελετηθεί. Αναμένονται σημαντικές μειώσεις των συγκεντρώσεων ριλπιβιρίνης στο πλάσμα. (μειωμένη απορρόφηση λόγω της αύξησης του pH του στομάχου) Η ριλπιβιρίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με αναστολείς της αντλίας πρωτονίων καθώς η συγχορήγηση είναι πιθανό να οδηγήσει σε απώλεια της θεραπευτικής επίδρασης της ριλπιβιρίνης (βλ. Αντενδείξεις).
ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ-H2
Φαμοτιδίνη*# 40 mg εφάπαξ δόση λαμβανόμενης 12 ώρες πριν τη ριλπιβιρίνη ριλπιβιρίνη AUC ↓ 9%ριλπιβιρίνη Cmin ΝΑριλπιβιρίνη Cmax ↔ Ο συνδυασμός της ριλπιβιρίνης και των ανταγωνιστών υποδοχέων-H2 πρέπει να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή. Πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο ανταγωνιστές υποδοχέων Η2, που μπορούν να χορηγηθούν μία φορά την ημέρα. Πρέπει να χρησιμοποιείται αυστηρό πρόγραμμα δοσολογίας με λήψη των ανταγωνιστών υποδοχέων Η2, τουλάχιστον 12 ώρες πριν ή τουλάχιστον 4 ώρες μετά τη χρήση της ριλπιβιρίνης.
Φαμοτιδίνη*# 40 mg εφάπαξ δόση λαμβανόμενης 2 ώρες πριν τη ριλπιβιρίνη ριλπιβιρίνη AUC ↓ 76%ριλπιβιρίνη Cmin ΝΑριλπιβιρίνη Cmax ↓ 85% (μειωμένη απορρόφηση λόγω της αύξησης του pH του στομάχου) Ο συνδυασμός της ριλπιβιρίνης και των ανταγωνιστών υποδοχέων-H2 πρέπει να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή. Πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο ανταγωνιστές υποδοχέων Η2, που μπορούν να χορηγηθούν μία φορά την ημέρα. Πρέπει να χρησιμοποιείται αυστηρό πρόγραμμα δοσολογίας με λήψη των ανταγωνιστών υποδοχέων Η2, τουλάχιστον 12 ώρες πριν ή τουλάχιστον 4 ώρες μετά τη χρήση της ριλπιβιρίνης.
Φαμοτιδίνη*# 40 mg εφάπαξ δόση λαμβανόμενη 4 ώρες μετά τη ριλπιβιρίνη ριλπιβιρίνη AUC ↑ 13%ριλπιβιρίνη Cmin ΝΑριλπιβιρίνη Cmax ↑ 21% Ο συνδυασμός της ριλπιβιρίνης και των ανταγωνιστών υποδοχέων-H2 πρέπει να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή. Πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο ανταγωνιστές υποδοχέων Η2, που μπορούν να χορηγηθούν μία φορά την ημέρα. Πρέπει να χρησιμοποιείται αυστηρό πρόγραμμα δοσολογίας με λήψη των ανταγωνιστών υποδοχέων Η2, τουλάχιστον 12 ώρες πριν ή τουλάχιστον 4 ώρες μετά τη χρήση της ριλπιβιρίνης.
ΣιμετιδίνηΝιζατιδίνηΡανιτιδίνη Δεν έχει μελετηθεί. (μειωμένη απορρόφηση λόγω της αύξησης του pH του στομάχου) Ο συνδυασμός της ριλπιβιρίνης και των ανταγωνιστών υποδοχέων-H2 πρέπει να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή. Πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο ανταγωνιστές υποδοχέων Η2, που μπορούν να χορηγηθούν μία φορά την ημέρα. Πρέπει να χρησιμοποιείται αυστηρό πρόγραμμα δοσολογίας με λήψη των ανταγωνιστών υποδοχέων Η2, τουλάχιστον 12 ώρες πριν ή τουλάχιστον 4 ώρες μετά τη χρήση της ριλπιβιρίνης.
ΑΝΤΙΟΞΙΝΑ
Αντιόξινα (π.χ. υδροξείδιο αλουμινίου ή μαγνησίου, ανθρακικό ασβέστιο) Δεν έχει μελετηθεί. Αναμένονται σημαντικές μειώσεις των συγκεντρώσεων ριλπιβιρίνης στο πλάσμα. (μειωμένη απορρόφηση λόγω της αύξησης του pH του στομάχου) Ο συνδυασμός της ριλπιβιρίνης και των αντιόξινων πρέπει να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή. Τα αντιόξινα πρέπει να χορηγούνται είτε τουλάχιστον 2 ώρες πριν ή τουλάχιστον 4 ώρες μετά από τη ριλπιβιρίνη.
ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ ΑΝΑΛΓΗΤΙΚΑ
Μεθαδόνη* 60-100 mg μία φορά την ημέρα, εξατομικευμένη δόση R(-) μεθαδόνη AUC ↓ 16%R(-) μεθαδόνη Cmin ↓ 22%R(-) μεθαδόνη Cmax ↓ 14%ριλπιβιρίνη AUC ↔ ριλπιβιρίνη Cmin ↔ριλπιβιρίνη Cmax ↔* Δεν απαιτούνται προσαρμογές δόσης κατά την έναρξη της συγχορήγησης μεθαδόνης με τη ριλπιβιρίνη. Ωστόσο, συνιστάται η κλινική παρακολούθηση καθώς η θεραπεία συντήρησης με μεθαδόνη μπορεί να χρειαστεί να προσαρμοστεί σε ορισμένους ασθενείς.
ΑΝΤΙΑΡΡΥΘΜΙΚΑ
Διγοξίνη* διγοξίνη AUC ↔διγοξίνη Cmin NAδιγοξίνη Cmax ↔ Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
ΑΝΤΙΠΗΚΤΙΚΑ
Ετεξιλική δαβιγατράνη Δεν έχει μελετηθεί. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος για αυξήσεις των συγκεντρώσεων της δαβιγατράνης στο πλάσμα. (αναστολή της P-gp του εντέρου) Ο συνδυασμός της ριλπιβιρίνης και της ετεξιλικής δαβιγατράνης πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
ΑΝΤΙΔΙΑΒΗΤΙΚΑ
Μετφορμίνη* 850 mg εφάπαξ δόση μετφορμίνη AUC ↔μετφορμίνη Cmin NAμετφορμίνη Cmax ↔ Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
ΦΥΤΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ
Βαλσαμόχορτο (Hypericum perforatum) Δεν έχει μελετηθεί. Αναμένονται σημαντικές μειώσεις των συγκεντρώσεων ριλπιβιρίνης στο πλάσμα. (επαγωγή ενζύμων CYP3A). Η ριλπιβιρίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με βαλσαμόχορτο καθώς η συγχορήγηση μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια της θεραπευτικής δράσης της ριλπιβιρίνης (βλ. Αντενδείξεις).
ΑΝΑΛΓΗΤΙΚΑ
Παρακεταμόλη*# 500 mg εφάπαξ δόση παρακεταμόλη AUC ↔παρακεταμόλη Cmin ΝΑπαρακεταμόλη Cmax ↔ριλπιβιρίνη AUC ↔ριλπιβιρίνη Cmin ↑ 26%ριλπιβιρίνη Cmax ↔ Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
ΑΝΤΙΣΥΛΛΗΠΤΙΚΑ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΑ ΟΙΣΤΡΟΓΟΝΑ
Αιθινυλοιστραδιόλη* 0,035 mg μία φορά την ημέρα αιθινυλοιστραδιόλη AUC ↔αιθινυλοιστραδιόλη Cmin ↔αιθινυλοιστραδιόλη Cmax ↑ 17% Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
Νορεθινδρόνη* 1 mg μία φορά την ημέρα νορεθινδρόνη AUC ↔νορεθινδρόνη Cmin ↔νορεθινδρόνη Cmax ↔ Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΗΣ ΑΝΑΓΩΓΑΣΗΣ HMG CO-Α
Ατορβαστατίνη*# 40 mg μία φορά την ημέρα ατορβαστατίνη AUC ↔ατορβαστατίνη Cmin ↓ 15%ατορβαστατίνη Cmax ↑ 35%ριλπιβιρίνη AUC ↔ριλπιβιρίνη Cmin ↔ριλπιβιρίνη Cmax ↓ 9% Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΗΣ ΦΩΣΦΟΔΙΕΣΤΕΡΑΣΗΣ ΤΥΠΟΥ 5 (PDE-5)
Σιλντεναφίλη*# 50 mg εφάπαξ δόση σιλντεναφίλη AUC ↔σιλντεναφίλη Cmin ΝΑσιλντεναφίλη Cmax ↔ριλπιβιρίνη AUC ↔ριλπιβιρίνη Cmin ↔ριλπιβιρίνη Cmax ↔ Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
ΒαρδεναφίληΤαδαλαφίλη Δεν έχει μελετηθεί. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Η αλληλεπίδραση μεταξύ της ριλπιβιρίνης και του φαρμακευτικού προϊόντος αξιολογήθηκε σε μία κλινική μελέτη.

Όλες οι άλλες αλληλεπιδράσεις φαρμάκου-φαρμάκου που εμφανίζονται έχουν προβλεφθεί.

† Αυτή η μελέτη αλληλεπίδρασης έχει διεξαχθεί με μια δόση μεγαλύτερη από τη συνιστώμενη για τη ριλπιβιρίνη εκτιμώντας τη μέγιστη επίδραση στο συγχορηγούμενο φαρμακευτικό προϊόν. Η σύσταση δοσολογίας ισχύει για τη συνιστώμενη δόση της ριλπιβιρίνης των 25 mg μία φορά την ημέρα.

  • Αυτή η μελέτη αλληλεπίδρασης έχει πραγματοποιηθεί με μία δόση υψηλότερη από τη συνιστώμενη δόση για τη ριλπιβιρίνη.

Φαρμακευτικά προϊόντα που επιμηκύνουν το διάστημα QT

Υπάρχουν περιορισμένες πληροφορίες διαθέσιμες σχετικά με τη δυνητική φαρμακοδυναμική αλληλεπίδραση μεταξύ της ριλπιβιρίνης και των φαρμακευτικών προϊόντων που επιμηκύνουν το διάστημα QTc (διορθωμένο QT) του ΗΚΓ. Σε μία μελέτη με υγιή άτομα, αποδείχθηκε ότι υπερθεραπευτικές δόσεις ριλπιβιρίνης (75 mg μία φορά την ημέρα και 300 mg μία φορά την ημέρα) παρατείνουν το διάστημα QTc του ΗΚΓ (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Το EDURANT πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή όταν συγχορηγείται με ένα φαρμακευτικό προϊόν με γνωστό κίνδυνο κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου.

sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-EDURANT
expand_more

Περίληψη του προφίλ ασφαλείας

Κατά τη διάρκεια του προγράμματος κλινικής ανάπτυξης (1.368 ασθενείς στις Φάσης ΙΙΙ ελεγχόμενες δοκιμές TMC278-C209 (ECHO) και TMC278-C215 (THRIVE)), το 55,7% των συμμετεχόντων εμφάνισαν τουλάχιστον μία ανεπιθύμητη ενέργεια (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες (ΑΕ) (≥ 2%) που ήταν τουλάχιστον μέτριας βαρύτητας ήταν κατάθλιψη (4,1%), κεφαλαλγία (3,5%), αϋπνία (3,5%), εξάνθημα (2,3%) και κοιλιακό άλγος (2,0%). Οι πιο συχνές σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη θεραπεία αναφέρθηκαν σε 7 (1,0%) ασθενείς που λάμβαναν ριλπιβιρίνη. Η μέση διάρκεια της έκθεσης των ασθενών στο σκέλος της ριλπιβιρίνης και το σκέλος της εφαβιρένζης ήταν 104,3 και 104,1 εβδομάδες, αντίστοιχα. Οι περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες (ΑΕ) εμφανίστηκαν εντός των πρώτων 48 εβδομάδων της θεραπείας.

Οι επιλεγμένες κλινικοεργαστηριακές ανωμαλίες (βαθμού 3 ή βαθμού 4) που εμφανίστηκαν κατά τη θεραπεία, οι οποίες θεωρήθηκαν ΑΕ, και αναφέρθηκαν σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με EDURANT ήταν αυξημένη παγκρεατική αμυλάση (3,8%), αυξημένη AST (2,3%), αυξημένη ALT (1,6%), αυξημένη LDL χοληστερόλη (σε κατάσταση νηστείας, 1,5%), μειωμένος αριθμός λευκοκυττάρων (1,2%), αυξημένη λιπάση (0,9%), αυξημένη χολερυθρίνη (0,7%), αυξημένα τριγλυκερίδια (σε κατάσταση νηστείας, 0,6%), μειωμένη αιμοσφαιρίνη (0,1%), μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων (0,1%) και αυξημένη ολική χοληστερόλη (σε κατάσταση νηστείας, 0,1%).

Περίληψη των ανεπιθύμητων ενεργειών σε πίνακα

Οι ΑΕ που αναφέρθηκαν σε ενήλικες ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ριλπιβιρίνη συνοψίζονται στον Πίνακα 2. Οι ΑΕ παρατίθενται ανά κατηγορία οργανικού συστήματος (SOC) και συχνότητας. Οι συχνότητες ορίζονται ως πολύ συχνή (≥ 1/10), συχνή (≥ 1/100 έως < 1/10) και όχι συχνή (≥ 1/1.000 έως < 1/100). Εντός κάθε ομάδας συχνότητας, οι ΑΕ παρουσιάζονται με σειρά φθίνουσας συχνότητας.

Πίνακας 2: ΑΕ που αναφέρθηκαν σε ενήλικες ασθενείς που δεν είχαν λάβει αντιρετροϊική θεραπεία στο παρελθόν με λοίμωξη HIV-1 οι οποίοι έλαβαν θεραπεία με Ριλπιβιρίνη (συγκεντρωτικά δεδομένα από την ανάλυση της εβδομάδας 96 των δοκιμών Φάσης ΙΙΙ ECHO και THRIVE) N = 686

Κατηγορία οργανικού συστήματος (SOC) Κατηγορία συχνότητας Ανεπιθύμητες ενέργειες (Ριλπιβιρίνη + BR)
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος συχνές μειωμένος αριθμός λευκοκυττάρωνμειωμένη αιμοσφαιρίνημειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος όχι συχνές σύνδρομο ανοσοδιέγερσης
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης πολύ συχνές αυξημένη ολική χοληστερόλη (νηστείας)αυξημένη LDL χοληστερόλη (νηστείας)
συχνές μειωμένη όρεξηαυξημένα τριγλυκερίδια (νηστείας)
Ψυχιατρικές διαταραχές πολύ συχνές αϋπνία
συχνές ανώμαλα όνειρακατάθλιψηδιαταραχές ύπνουκαταθλιπτική διάθεση
Διαταραχές του νευρικού συστήματος πολύ συχνές κεφαλαλγίαζάλη
συχνές υπνηλία
Διαταραχές του γαστρεντερικού πολύ συχνές ναυτίααυξημένη παγκρεατική αμυλάση
συχνές κοιλιακό άλγοςέμετοςαυξημένη λιπάσηκοιλιακή δυσφορίαξηροστομία
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων πολύ συχνές αυξημένες τρανσαμινάσες
συχνές αυξημένη χολερυθρίνη
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού συχνές εξάνθημα
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης συχνές κόπωση

BR = αγωγή υποβάθρου N = αριθμός ατόμων

Εργαστηριακές ανωμαλίες

Στο σκέλος της ριλπιβιρίνης στην ανάλυση της εβδομάδας 96 των δοκιμών Φάσης ΙΙI ECHO και THRIVE, η μέση μεταβολή της ολικής χοληστερόλης από την αρχική τιμή (νηστεία) ήταν 5 mg/dl, της χοληστερόλης HDL (νηστεία) 4 mg/dl, της χοληστερόλης LDL (νηστεία) 1 mg/dl και των τριγλυκεριδίων (νηστεία) -7 mg/dl.

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

Σύνδρομο ανοσοδιέγερσης

Σε προσβεβλημένους με HIV ασθενείς με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια κατά την έναρξη της συνδυαστικής αντιρετροϊικής θεραπείας (CART), μπορεί να παρουσιαστεί μία φλεγμονώδης αντίδραση σε ασυμπτωματικά ή υπολειμματικά ευκαιριακά παθογόνα. Αυτοάνοσες διαταραχές (όπως η νόσος του Graves και η αυτοάνοση ηπατίτιδα) έχουν επίσης αναφερθεί. Ωστόσο, ο αναφερόμενος χρόνος έως την έναρξη είναι περισσότερο μεταβλητός και αυτά τα γεγονότα μπορεί να συμβούν πολλούς μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Παιδιατρικός πληθυσμός (ηλικίας από 12 έως κάτω των 18 ετών)

Η αξιολόγηση ασφαλείας βασίζεται στην ανάλυση της εβδομάδας 48 μιας μονού σκέλους, ανοικτού σχεδιασμού, μελέτης Φάσης 2, της TMC278-C213, στην οποία 36 έφηβοι ασθενείς με λοίμωξη HIV-1 που δεν είχαν λάβει αντιρετροϊική θεραπεία στο παρελθόν και ζύγιζαν τουλάχιστον 32 kg έλαβαν ριλπιβιρίνη (25 mg μία φορά την ημέρα) σε συνδυασμό με άλλους αντιρετροϊικούς παράγοντες (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Η μέση διάρκεια έκθεσης των ασθενών ήταν 63,5 εβδομάδες. Δεν υπήρξαν ασθενείς που διέκοψαν τη θεραπεία εξαιτίας ΑΕ. Δεν εντοπίστηκαν νέες ΑΕ σε σύγκριση με εκείνες που παρατηρήθηκαν σε ενήλικες.

Οι περισσότερες ΑΕ ήταν Βαθμού 1 ή 2. Οι πιο συχνές ΑΕ (όλων των βαθμών, μεγαλύτερες από ή ίσες με 10%) ήταν η κεφαλαλγία (19,4%), η κατάθλιψη (19,4%), η υπνηλία (13,9%) και η ναυτία (11,1%). Δεν αναφέρθηκαν διαταραχές των εργαστηριακών τιμών βαθμού 3-4 για το AST/ALT ή βαθμού 3-4 ΑΕ λόγω αύξησης των τρανσαμινασών.

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της ριλπιβιρίνης σε παιδιά ηλικίας < 12 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία.

Άλλοι ειδικοί πληθυσμοί

Ασθενείς με ταυτόχρονη λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας Β και/ή της ηπατίτιδας C Σε ασθενείς με ταυτόχρονη μόλυνση από τον ιό της ηπατίτιδας Β ή C που παίρνουν ριλπιβιρίνη, η συχνότητα εμφάνισης αύξησης των ηπατικών ενζύμων ήταν υψηλότερη απ’ ό,τι σε ασθενείς που παίρνουν ριλπιβιρίνη και δεν ήταν συν-προσβεβλημένοι. Αυτή η παρατήρηση ήταν ίδια στο σκέλος της εφαβιρένζης. Η φαρμακοκινητική έκθεση της ριλπιβιρίνης σε ασθενείς με ταυτόχρονη μόλυνση ήταν συγκρίσιμη με εκείνη σε ασθενείς χωρίς ταυτόχρονη μόλυνση.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-EDURANT
expand_more

Κύηση

Διατίθενται περιορισμένα δεδομένα (περιπτώσεις έκβασης εγκυμοσύνης λιγότερες από 300) από τη χρήση ριλπιβιρίνης στις έγκυες γυναίκες (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις, Φαρμακοδυναμικές και Φαρμακοκινητικές). Κατά τη διάρκεια της κύησης παρατηρήθηκαν χαμηλότερες εκθέσεις στη ριλπιβιρίνη, ως εκ τούτου το ιικό φορτίο θα πρέπει να παρακολουθείται στενά. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεση ή έμμεση τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Σαν προληπτικό μέτρο, είναι προτιμότερο να αποφεύγεται η χρήση του EDURANT κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Θηλασμός

Δεν είναι γνωστό εάν η ριλπιβιρίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Η ριλπιβιρίνη εκκρίνεται στο γάλα των αρουραίων. Εξαιτίας τόσο του ενδεχομένου μετάδοσης του ιού HIV όσο και της πιθανότητας ανεπιθύμητων αντιδράσεων σε βρέφη που θηλάζουν, οι μητέρες πρέπει να καθοδηγούνται να μη θηλάζουν αν παίρνουν ριλπιβιρίνη.

Γονιμότητα

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για την επίδραση της ριλπιβιρίνης στην ανθρώπινη γονιμότητα. Δεν παρατηρήθηκαν σχετικές επιδράσεις στη γονιμότητα σε μελέτες σε ζώα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-EDURANT
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντι-ιικό για συστημική χρήση, μη-νουκλεοσιδικοί αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης, κωδικός ATC: J05AG05.

Μηχανισμός δράσης

Η ριλπιβιρίνη είναι διαρυλπυριμιδινικός μη νουκλεοσιδικός αναστολέας της ανάστροφης μεταγραφάσης του HIV-1. Η δράση της ριλπιβιρίνης διαμεσολαβείται από μη ανταγωνιστική αναστολή της ανάστροφης μεταγραφάσης του HIV-1. Η ριλπιβιρίνη δεν αναστέλλει τις ανθρώπινες κυτταρικές DNA πολυμεράσες α, β και γ.

Αντι-ιική δράση in vitro

Η ριλπιβιρίνη παρουσίασε δράση έναντι εργαστηριακών στελεχών της αγρίου τύπου HIV-1 σε οξεία T-κυτταρικής σειράς με διάμεση τιμή EC50 HIV-1/IIIB 0,73 nM (0,27 ng/ml). Παρότι η ριλπιβιρίνη παρουσίασε περιορισμένη in vitro δραστικότητα κατά του HIV-2, με τιμές EC50 που κυμαίνονται από 2.510 έως 10.830 nM (920 έως 3.970 ng/ml), η θεραπεία της λοίμωξης HIV-2 με ριλπιβιρίνη δεν συνιστάται απουσία κλινικών δεδομένων.

Η ριλπιβιρίνη παρουσίασε επίσης αντι-ιική δράση έναντι ενός ευρέος πάνελ της ομάδας Μ HIV-1 (υπότυπος Α, Β, C, D, F, G, H) πρωτογενώς απομονωμένων στελεχών με τιμές EC50 που κυμαίνονται από 0,07 έως 1,01 nM (0,03 έως 0,37 ng/ml) και της ομάδας O πρωτογενώς απομονωμένων στελεχών με τιμές EC50 που κυμαίνονται από 2,88 έως 8,45 nM (1,06 έως 3,10 ng/ml).

Αντοχή

Σε κυτταροκαλλιέργεια

Τα ανθεκτικά στη ριλπιβιρίνη στελέχη επελέγησαν σε κυτταροκαλλιέργεια αρχίζοντας από αγρίου τύπου HIV-1 διαφορετικών προελεύσεων και υποτύπων καθώς και HIV-1 ανθεκτικό στους μη νουκλεοσιδικούς αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης. Οι συχνότερα παρατηρούμενες συσχετιζόμενες με αντοχή μεταλλάξεις, που προέκυψαν περιελάμβαναν τις L100I, K101E, V108I, E138K, V179F, Y181C, H221Y, F227C και M230I.

Η αντοχή στη ριλπιβιρίνη προσδιορίστηκε σαν μία σχετική μεταβολή της τιμής EC50 (FC) επί του βιολογικού σημείου περικοπής (BCO) της μελέτης.

Σε ενήλικα άτομα που δεν είχαν λάβει θεραπεία στο παρελθόν

Για την ανάλυση της αντοχής, χρησιμοποιήθηκε ένας ευρύτερος ορισμός της ιολογικής αποτυχίας σε σχέση με την πρωτογενή ανάλυση αποτελεσματικότητας. Στη συγκεντρωτική ανάλυση αντοχής της εβδομάδας 48 από τις δοκιμές Φάσης ΙΙΙ, 62 (επί συνόλου 72) ιολογικές αποτυχίες στο σκέλος της ριλπιβιρίνης παρουσίασαν δεδομένα αντοχής στην έναρξη και κατά την αποτυχία. Στην ανάλυση αυτή, οι συσχετιζόμενες με αντοχή μεταλλάξεις (RAM), που σχετίζονται με την αντοχή σε μη νουκλεοσιδικούς αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης που αναπτύχθηκαν σε τουλάχιστον 2 ιολογικές αποτυχίες της ριλπιβιρίνης ήταν οι εξής: V90I, K101E, E138K, E138Q, V179I, Y181C, V189I, H221Y και F227C. Στις δοκιμές, η παρουσία των μεταλλάξεων V90I και V189I κατά την έναρξη, δεν επηρέασε την απόκριση. Η υποκατάσταση E138K ανέκυψε συχνότερα κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ριλπιβιρίνη, συχνά σε συνδυασμό με την υποκατάσταση M184I. Στην ανάλυση της εβδομάδας 48, 31 από τις 62 ιολογικές αποτυχίες της ριλπιβιρίνης είχαν ταυτόχρονα RAM σε μη νουκλεοσιδικούς αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης και σε νουκλεοσιδικούς αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης. Οι 17 από αυτές τις 31 είχαν το συνδυασμό των E138K και M184I. Οι πιο συχνές μεταλλάξεις ήταν οι ίδιες στις αναλύσεις της εβδομάδας 48 και της εβδομάδας 96.

Στη συγκεντρωτική ανάλυση της εβδομάδας 96 για την αντοχή, χαμηλότερα ποσοστά ιολογικής αποτυχίας παρατηρήθηκαν στο δεύτερο διάστημα των 48 εβδομάδων σε σχέση με τις πρώτες 48 εβδομάδες θεραπείας. Από την ανάλυση της εβδομάδας 48 έως την εβδομάδα 96, 24 (3,5%) και 14 (2,1%) επιπρόσθετες ιολογικές αποτυχίες συνέβησαν στο σκέλος της ριλπιβιρίνης και της εφαβιρένζης, αντίστοιχα. Από αυτές τις ιολογικές αποτυχίες, οι 9 από τις 24 και οι 4 από τις 14 ήταν σε ασθενείς με αρχικό ιικό φορτίο < 100.000 αντίγραφα/ml, αντίστοιχα.

Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα διαθέσιμα in vitro και in vivo δεδομένα σε ασθενείς που δεν είχαν λάβει θεραπεία στο παρελθόν, οι ακόλουθες συσχετιζόμενες με αντοχή μεταλλάξεις, όταν συμβαίνουν κατά την έναρξη, είναι πιθανόν να επηρεάζουν τη δραστηριότητα της ριλπιβιρίνης: K101E, K101P, E138A, E138G, E138K, E138R, E138Q, V179L,Y181C, Y181I, Y181V, Y188L, H221Y, F227C, M230I, και M230L. Αυτές οι συσχετιζόμενες με την αντοχή στη ριλπιβιρίνη μεταλλάξεις, πρέπει να κατευθύνουν τη χρήση του EDURANT μόνο σε ασθενείς που δεν είχαν λάβει θεραπεία στο παρελθόν. Αυτές οι συσχετιζόμενες με την αντοχή μεταλλάξεις προκύπτουν από in vivo δεδομένα, που αφορούν μόνο ασθενείς που δεν είχαν λάβει θεραπεία στο παρελθόν και, επομένως, δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν προκειμένου να προβλεφθεί η δράση της ριλπιβιρίνης σε ασθενείς με ιολογική αποτυχία σε σχήμα που περιείχε αντιρετροϊικό παράγοντα.

Όπως και με άλλα αντιρετροϊικά φαρμακευτικά προϊόντα, η δοκιμή αντοχής πρέπει να καθοδηγεί τη χρήση του EDURANT.

Διασταυρούμενη αντοχή

Ιός κατευθυνόμενα μεταλλαγμένος ως προς τους μη νουκλεοσιδικούς αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης

Σε μια ομάδα 67 ανασυνδυασμένων κλινικά απομονωμένων στελεχών HIV-1 με μία συσχετιζόμενη με αντοχή μετάλλαξη σε θέσεις ανάστροφης μεταγραφάσης που σχετίζονται με την αντοχή σε μη νουκλεοσιδικούς αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης, συμπεριλαμβανομένων και των πιο συχνά απαντώμενων Κ103Ν και Y181C, η ριλπιβιρίνη παρουσίασε αντι-ιική δράση έναντι των 64 (96%) από αυτά τα στελέχη. Οι συσχετιζόμενες με την αντοχή μεταλλάξεις ενός αμινοξέος που συνδέονται με την απώλεια ευαισθησίας στη ριλπιβιρίνη ήταν: K101P, Y181I και Y181V. Η υποκατάσταση K103N δεν οδήγησε σε μειωμένη ανταπόκριση στη ριλπιβιρίνη από μόνη της, αλλά ο συνδυασμός K103N και L100I οδήγησε σε 7πλάσια μείωση στην ανταπόκριση στη ριλπιβιρίνη.

Ανασυνδυασμένα κλινικά απομονωμένα στελέχη

Η ριλπιβιρίνη διατήρησε την ευαισθησία της (FC ≤ BCO) έναντι του 62% των 4.786 HIV-1 ανασυνδυασμένων κλινικά απομονωμένων στελεχών που είναι ανθεκτικά στην εφαβιρένζη και/ή τη νεβιραπίνη.

Ενήλικες ασθενείς που δεν είχαν λάβει θεραπεία στο παρελθόν με λοίμωξη HIV-1

Στη συγκεντρωτική ανάλυση της εβδομάδας 96 για την αντοχή στις δοκιμές Φάσης ΙΙΙ (ECHO και THRIVE), 42 από τα 86 άτομα με ιολογική αποτυχία με τη ριλπιβιρίνη παρουσίασαν σχετιζόμενη με τη θεραπεία αντοχή στη ριλπιβιρίνη (γονοτυπική ανάλυση). Σε αυτούς τους ασθενείς, η φαινοτυπική διασταυρούμενη αντοχή σε άλλους μη νουκλεοσιδικούς αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης σημειώθηκε ως εξής: ετραβιρίνη 32/42, εφαβιρένζη 30/42 και νεβιραπίνη 16/42. Σε ασθενείς με αρχικό ιικό φορτίο ≤ 100.000 αντίγραφα/ml, 9 από τους 27 ασθενείς με ιολογική αποτυχία με τη ριλπιβιρίνη παρουσίασαν σχετιζόμενη με τη θεραπεία αντοχή στη ριλπιβιρίνη (γονοτυπική ανάλυση), με την ακόλουθη συχνότητα φαινοτυπικής διασταυρούμενης αντοχής: ετραβιρίνη 4/9, εφαβιρένζη 3/9, και νεβιραπίνη 1/9.

Επιδράσεις στο ηλεκτροκαρδιογράφημα

Η επίδραση της ριλπιβιρίνης με τη συνιστώμενη δόση των 25 mg μία φορά την ημέρα στο διάστημα QTcF αξιολογήθηκε σε μία τυχαιοποιημένη, με εικονικό φάρμακο και ενεργά (μοξιφλοξασίνη 400 mg μία φορά την ημέρα) ελεγχόμενη διασταυρούμενη μελέτη σε 60 υγιείς ενήλικες, με 13 μετρήσεις κατά τη διάρκεια 24 ωρών σε σταθερή κατάσταση. Το EDURANT στη συνιστώμενη δόση των 25 mg μία φορά την ημέρα δεν συνδέεται με κλινικά σχετική επίδραση στο QTc.

Όταν μελετήθηκαν υπερθεραπευτικές δόσεις 75 mg μία φορά την ημέρα και 300 mg μία φορά την ημέρα της ριλπιβιρίνης σε υγιείς ενήλικες, οι μέγιστες μέσες χρονο-συνδεόμενες διαφορές (95% ανώτερου ορίου εμπιστοσύνης) στο διάστημα QTcF από το εικονικό φάρμακο κατόπιν διόρθωσης αρχικών τιμών ήταν 10,7 (15,3) και 23,3 (28,4) ms, αντίστοιχα. Η χορήγηση της ριλπιβιρίνης 75 mg μία φορά την ημέρα και 300 mg μία φορά την ημέρα σε σταθερή κατάσταση είχε ως αποτέλεσμα ένα μέσο Cmax περίπου 2,6 φορές και 6,7 φορές, αντίστοιχα, υψηλότερο από το μέσο Cmax σταθερής κατάστασης που παρατηρήθηκε με τη συνιστώμενη δόση της ριλπιβιρίνης, 25 mg μία φορά την ημέρα.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Ενήλικες ασθενείς που δεν είχαν λάβει θεραπεία στο παρελθόν με λοίμωξη HIV-1

Τα στοιχεία αποτελεσματικότητας της ριλπιβιρίνης βασίζονται σε αναλύσεις δεδομένων 96 εβδομάδων από 2 τυχαιοποιημένες, διπλά τυφλές, ενεργά ελεγχόμενες, δοκιμές Φάσης ΙΙΙ TMC278-C209 (ECHO) και TMC278-C215 (THRIVE). Οι δοκιμές ήταν πανομοιότυπου σχεδιασμού, με εξαίρεση την αγωγή υποβάθρου (BR). Στην ανάλυση της αποτελεσματικότητας την εβδομάδα 96, το ποσοστό απόκρισης [επιβεβαιωμένο μη ανιχνευμένο ιικό φορτίο (< 50 HIV-1 RNA αντίγραφα/ml)] αξιολογήθηκε σε ασθενείς που λάμβαναν ριλπιβιρίνη 25 mg μία φορά την ημέρα πέραν της BR έναντι ασθενών που λάμβαναν εφαβιρένζη 600 mg μία φορά την ημέρα πέραν της BR. Παρόμοια αποτελεσματικότητα της ριλπιβιρίνης παρατηρήθηκε σε κάθε δοκιμή αναδεικνύοντας μη-κατωτερότητα ως προς την εφαβιρένζη.

Συμμετείχαν ασθενείς που δεν είχαν λάβει αντιρετροϊική θεραπεία στο παρελθόν με λοίμωξη HIV-1 οι οποίοι είχαν ≥ 5.000 αντίγραφα HIV-1 RNA/ml στο πλάσμα και εξετάστηκαν για ευαισθησία σε νουκλεοτιδικούς αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης και για την απουσία συγκεκριμένων συσχετιζόμενων με αντοχή μεταλλάξεων μη νουκλεοσιδικών αναστολέων της ανάστροφης μεταγραφάσης. Στην ECHO, η BR ορίστηκε στους νουκλεοτιδικούς αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης, φουμαρική δισοπροξιλική τενοφοβίρη συν εμτρισιταμπίνη. Στη THRIVE, η BR αποτελείτο από 2 επιλεγμένους από τον ερευνητή νουκλεοτιδικούς αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης: φουμαρική δισοπροξιλική τενοφοβίρη συν εμτρισιταμπίνη ή ζιδοβουδίνη συν λαμιβουδίνη ή αβακαβίρη συν λαμιβουδίνη. Στην ECHO, η τυχαιοποίηση στρωματοποιήθηκε εξετάζοντας το ιικό φορτίο. Στη THRIVE, η τυχαιοποίηση στρωματοποιήθηκε εξετάζοντας το ιικό φορτίο και μέσω BR νουκλεοτιδικών αναστολέων της ανάστροφης μεταγραφάσης.

Αυτή η ανάλυση περιελάμβανε 690 ασθενείς στην ECHO και 678 ασθενείς στη THRIVE οι οποίοι είχαν συμπληρώσει 96 εβδομάδες θεραπείας ή διέκοψαν νωρίτερα.

Στη συγκεντρωτική ανάλυση για την ECHO και τη THRIVE, τα δημογραφικά και τα αρχικά χαρακτηριστικά ισοκατανεμήθηκαν μεταξύ του σκέλους της ριλπιβιρίνης και του σκέλους της εφαβιρένζης. Ο Πίνακας 3 παρουσιάζει επιλεγμένα αρχικά χαρακτηριστικά της νόσου των ασθενών στα σκέλη της ριλπιβιρίνης και της εφαβιρένζης.

Πίνακας 3: Αρχικά χαρακτηριστικά της νόσου των ενήλικων ατόμων που δεν είχαν λάβει αντιρετροϊική θεραπεία στο παρελθόν με λοίμωξη HIV-1 στις δοκιμές ECHO και THRIVE (συγκεντρωτική ανάλυση)

Συγκεντρωτικά δεδομένα από τις δοκιμές ECHO και THRIVE Ριλπιβιρίνη + BR N = 686 Εφαβιρένζη + BR N = 682
Χαρακτηριστικά ασθένειας κατά την έναρξη
Διάμεση αρχική τιμή HIV-1 RNA στο πλάσμα (εύρος), log10 αντίγραφα/ml 5,0 (2-7) 5,0 (3-7)
Η διάμεση αρχική τιμή CD4+ αριθμός κυττάρων (εύρος), x 106 κύτταρα/l 249 (1-888) 260 (1-1.137)
Ποσοστό ατόμων με: ταυτόχρονη λοίμωξη με ιό ηπατίτιδας B/C 7,3% 9,5%
Ποσοστό ασθενών με τα ακόλουθα γενικά σχήματα: φουμαρική δισοπροξιλική τενοφοβίρη συν εμτρισιταμπίνη 80,2% 80,1%
ζιδοβουδίνη συν λαμιβουδίνη 14,7% 15,1%
αβακαβίρη συν λαμιβουδίνη 5,1% 4,8%

BR = αγωγή υποβάθρου

Ο πίνακας 4 παρακάτω παρουσιάζει τα αποτελέσματα της εβδομάδας 48 και την ανάλυση για την αποτελεσματικότητα την εβδομάδα 96 για ασθενείς που έλαβαν ριλπιβιρίνη και ασθενείς οι οποίοι έλαβαν εφαβιρένζη από συγκεντρωτικά στοιχεία των δοκιμών ECHO και THRIVE. Ο βαθμός ανταπόκρισης (επιβεβαιωμένο μη ανιχνεύσιμο ιικό φορτίο < 50 HIV-1 RNA αντίγραφα/ml) την εβδομάδα 96 ήταν συγκρίσιμος στο σκέλος της ριλπιβιρίνης και στο σκέλος της εφαβιρένζης. Η επίπτωση της ιολογικής αποτυχίας ήταν υψηλότερη στο σκέλος της ριλπιβιρίνης σε σύγκριση με το σκέλος της εφαβιρένζης την εβδομάδα 96, ωστόσο οι περισσότερες ιολογικές αποτυχίες συνέβησαν κατά τη διάρκεια των πρώτων 48 εβδομάδων της θεραπείας. Οι διακοπές της θεραπείας λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν περισσότερες στο σκέλος της εφαβιρένζης την εβδομάδα 96 σε σύγκριση με το σκέλος της ριλπιβιρίνης. Οι περισσότερες από αυτές τις διακοπές συνέβησαν κατά τη διάρκεια των πρώτων 48 εβδομάδων της θεραπείας.

Πίνακας 4: Ιολογική έκβαση σε ενήλικα άτομα στις δοκιμές ECHO και THRIVE (συγκεντρωτικά δεδομένα στην ανάλυση της εβδομάδας 48 (κύρια) και της εβδομάδας 96, Χρόνος Πρόθεσης για Θεραπεία-Χρόνος έως την Απώλεια Ιολογικής Απόκρισης)*

Έκβαση στην ανάλυση της εβδομάδας 48 Ριλπιβιρίνη + BR N = 686 Εφαβιρένζη + BR N = 682 Παρατηρούμενη διαφορά (95% CI) ± Έκβαση στην ανάλυση της εβδομάδας 96 Ριλπιβιρίνη + BR N = 686 Εφαβιρένζη + BR N = 682 Παρατηρούμενη διαφορά (95% CI) ±
Ανταπόκριση (επιβεβαιωμένη < 50 HIV-1 RNA αντίγραφα/ml)§# 84,3% (578/686) 82,3% (561/682) 2,0 (-2,0, 6,0) Ανταπόκριση 77,6% (532/686) 77,6% (529/682) 0 (-4,4, 4,4)
Μη ανταπόκριση Μη ανταπόκριση
Ιολογική αποτυχία† Συνολικά 9,0% (62/686) 4,8% (33/682) ND Ιολογική αποτυχία† Συνολικά 11,5% (79/686) 5,9% (40/682) ND
≤ 100.000 3,8% (14/368) 3,3% (11/330) ND ≤ 100.000 5,7% (21/368) 3,6% (12/329) ND
> 100.000 15,1% (48/318) 6,3% (22/352) ND > 100.000 18,2% (58/318) 7,9% (28/353) ND
Θάνατος 0,1% (1/686) 0,4% (3/682) ND Θάνατος 0,1% (1/686) 0,9% (6/682) ND
Διακοπή θεραπείας λόγω ανεπιθύμητου συμβάντος (AΣ) 2,0% (14/686) 6,7% (46/682) ND Διακοπή θεραπείας λόγω ανεπιθύμητου συμβάντος (AΣ) 3,8% (26/682) 7,6% (52/682) ND
Διακοπή θεραπείας λόγω αιτίας μη-AΣ¶ 4,5% (31/686) 5,7% (39/682) ND Διακοπή θεραπείας λόγω αιτίας μη-AΣ¶ 7,0% (48/682) 8,1% (55/682) ND
Ανταπόκριση ανά υποκατηγορία Ανταπόκριση ανά υποκατηγορία
Με βάση την αγωγή υποβάθρου με NRTI Με βάση την αγωγή υποβάθρου με NRTI
Τενοφοβίρη/εμτρισιταμπίνη 83,5% (459/550) 82,4% (450/546) 1,0 (-3,4, 5,5) Τενοφοβίρη/εμτρισιταμπίνη 76,9% (423/550) 77,3% (422/546) -0,4% (-5,4, 4,6)
Ζιδοβουδίνη/λαμιβουδίνη 87,1% (88/101) 80,6% (83/103) 6,5 (-3,6, 16,7) Ζιδοβουδίνη/λαμιβουδίνη 81,2% (82/101) 76,7% (79/103) 4,5% (-6,8, 15,7)
Αβακαβίρη/λαμιβουδίνη 88,6% (31/35) 84,8% (28/33) 3,7 (-12,7, 20,1) Αβακαβίρη/λαμιβουδίνη 77,1% (27/35) 84,8% (28/33) -7,7% (-26,7, 11,3)
Με βάση το αρχικό ιικό φορτίο (αντίγραφα/ml) Με βάση το αρχικό ιικό φορτίο (αντίγραφα/ml)
≤ 100.000 90,2% (332/368) 83,6% (276/330) 6,6 (1,6, 11,5) ≤ 100.000 84,0% (309/368) 79,9% (263/329) 4,0 (-1,7; 9,7)
> 100.000 77,4% (246/318) 81,0% (285/352) -3,6 (-9,8, 2,5) > 100.000 70,1% (223/318) 75,4% (266/353) -5,2 (-12,0,1,5)
Με βάση τον αρχικό αριθμό CD4 (x 106 κύτταρα/l) Με βάση τον αρχικό αριθμό CD4 (x 106 κύτταρα/l)
< 50 58,8% (20/34) 80,6% (29/36) -21,7 (-43,0, -0,5) < 50 55,9% (19/34) 69,4% (25/36) -13,6 (-36,4, 9,3)
≥ 50-< 200 80,4% (156/194) 81,7% (143/175) -1,3 (-9,3, 6,7) ≥ 50-< 200 71,1% (138/194) 74,9% (131/175) -3,7 (-12,8, 5,4)
≥ 200-< 350 86,9% (272/313) 82,4% (253/307) 4,5 (-1,2, 10,2) ≥ 200-< 350 80,5% (252/313) 79,5% (244/307) 1,0 (-5,3, 7,3)
≥ 350 90,3% (130/144) 82,9% (136/164) 7,4 (-0,3, 15,0) ≥ 350 85,4% (123/144) 78,7% (129/164) 6,8 (-1,9, 15,4)

N = αριθμός ατόμων ανά ομάδα θεραπείας, ND = δεν καθορίστηκε.

  • Χρόνος πρόθεσης για θεραπεία (intent-to-treat) έως την απώλεια ιολογικής απόκρισης. ± Με βάση κανονική προσέγγιση. § Τα άτομα παρουσίασαν ιολογική απόκριση (δύο συνεχόμενα ιικά φορτία < 50 αντίγραφα/ml) και τη διατήρησαν έως και την εβδομάδα 48/96.

Προβλεπόμενη διαφορά των ποσοστών ανταπόκρισης (95% CI) για την ανάλυση της εβδομάδας 48: 1,6% (-2,2%, 5,3%) και για την ανάλυση της εβδομάδας 96: -0,4% (-4,6%, 3,8%), και οι δύο τιμές-p < 0,0001 (μη-κατωτερότητα σε περιθώριο 12%) από το μοντέλο λογιστικής παλινδρόμησης, συμπεριλαμβανομένων των παραγόντων στρωματoποίησης και της μελέτης.

† Ιολογική αποτυχία στη συγκεντρωτική ανάλυση αποτελεσματικότητας: περιλαμβάνονται ασθενείς με υποτροπή (επιβεβαιωμένο ιικό φορτίο ≥ 50 αντίγραφα/ml μετά την ανταπόκρισή τους στη θεραπεία) ή στους οποίους ποτέ δεν επετεύχθη καταστολή του ιού (δεν υπήρξε επιβεβαίωση για ιικό φορτίο < 50 αντίγραφα/ml, είτε με συνεχή θεραπεία ή η θεραπεία διεκόπη λόγω έλλειψης ή απώλειας αποτελεσματικότητας). ¶ π.χ. αδυναμία συνέχειας, μη-συμμόρφωση, απόσυρση συγκατάθεσης.

Την εβδομάδα 96, η μέση μεταβολή από την αρχική τιμή του αριθμού των κυττάρων CD4+ ήταν +228 x 106 κύτταρα/l στο σκέλος της ριλπιβιρίνης και +219 x 106 κύτταρα/l στο σκέλος της εφαβιρένζης στη συγκεντρωτική ανάλυση των δοκιμών ECHO και THRIVE [εκτιμώμενη διαφορά στη θεραπεία (95% CI): 11,3 (-6,8, 29,4)].

Από τη συγκεντρωτική ανάλυση της εβδομάδας 96 για την αντοχή, το αποτέλεσμα της αντοχής για τους ασθενείς με καθορισμένη από το πρωτόκολλο ιολογική αποτυχία και με συνδυασμένους γονότυπους (στην έναρξη και κατά την αποτυχία) παρουσιάζεται στον πίνακα 5.

Πίνακας 5: Αποτέλεσμα αντοχής ανά σχήμα υποβάθρου NRTI που χρησιμοποιήθηκε (συγκεντρωτικά δεδομένα από τις δοκιμές ECHO και THRIVE) στην ανάλυση της εβδομάδας 96 για την αντοχή

τενοφοβίρη/εμτρισιταμπίνη ζιδοβουδίνη/λαμιβουδίνη αβακαβίρη/λαμιβουδίνη Όλα*
Θεραπεία με Ριλπιβιρίνη
Αντοχή# στην εμτρισιταμπίνη/λαμιβουδίνη % (n/N) 6,9 (38/550) 3,0 (3/101) 8,6 (3/35) 6,4 (44/686)
Αντοχή στη ριλπιβιρίνη % (n/N) 6,5 (36/550) 3,0 (3/101) 8,6 (3/35) 6,1 (42/686)
Θεραπεία με εφαβιρένζη
Αντοχή στην εμτρισιταμπίνη/λαμιβουδίνη % (n/N) 1,1 (6/546) 1,9 (2/103) 3,0 (1/33) 1,3 (9/682)
Αντοχή στην εφαβιρένζη % (n/N) 2,4 (13/546) 2,9 (3/103) 3,0 (1/33) 2,5 (17/682)
  • Ο αριθμός των ασθενών με ιολογική αποτυχία και συνδυασμένους γονότυπους (στην έναρξη και κατά την αποτυχία) ήταν 71, 11 και 4 για τη ριλπιβιρίνη και 30, 10 και 2 για την εφαβιρένζη, για τις θεραπείες με τενοφοβίρη/εμτρισιταμπίνη, ζιδοβουδίνη/λαμιβουδίνη, και αβακαβίρη/λαμιβουδίνη, αντίστοιχα.

Η αντοχή ορίστηκε ως η εμφάνιση οποιασδήποτε μετάλλαξης που σχετίζεται με αντοχή κατά την αποτυχία.

Για τους ασθενείς που απέτυχαν στη θεραπεία με ριλπιβιρίνη και που ανέπτυξαν αντοχή στη ριλπιβιρίνη, παρατηρήθηκε γενικά διασταυρούμενη αντοχή σε άλλους εγκεκριμένους NNRTI (ετραβιρίνη, εφαβιρένζη, νεβιραπίνη).

Η μελέτη TMC278-C204 ήταν μια τυχαιοποιημένη, ενεργά ελεγχόμενη μελέτη Φάσης ΙΙβ σε ενήλικες ασθενείς που δεν είχαν λάβει αντιρετροϊική θεραπεία στο παρελθόν με λοίμωξη HIV-1 που αποτελείται από 2 μέρη: ένα αρχικό μέρος μερικώς τυφλής εύρεσης-δόσης [τυφλές δόσεις (ριλπιβιρίνης)] έως τις 96 εβδομάδες, ακολουθούμενο από ένα μακροπρόθεσμο, μέρος ανοικτού σχεδιασμού. Στο μέρος της μελέτης ανοικτού σχεδιασμού, οι ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν αρχικά σε μία από τις τρεις δόσεις ριλπιβιρίνης υποβλήθηκαν όλοι σε θεραπεία με ριλπιβιρίνη 25 mg μία φορά την ημέρα πέραν της BR, αφού είχε επιλεγεί η δόση για τις μελέτες Φάσης ΙΙΙ. Οι ασθενείς στο σκέλος ελέγχου έλαβαν εφαβιρένζη 600 mg μία φορά την ημέρα πέραν της BR και στα δύο μέρη της μελέτης. Η BR αποτελείται από 2 επιλεγμένους από τον ερευνητή νουκλεοτιδικούς αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης: ζιδοβουδίνη συν λαμιβουδίνη ή φουμαρική δισοπροξιλική τενοφοβίρη συν εμτρισιταμπίνη.

Στη μελέτη TMC278-C204 συμμετείχαν 368 ενήλικες ασθενείς που δεν είχαν λάβει θεραπεία στο παρελθόν με λοίμωξη HIV-1 οι οποίοι είχαν ≥ 5.000 αντίγραφα HIV-1 RNA/ml στο πλάσμα, οι οποίοι είχαν προγουμένως λάβει για ≤ 2 εβδομάδες θεραπεία με νουκλεοτιδικό αναστολέα της ανάστροφης μεταγραφάσης ή αναστολέα, δεν είχαν προηγουμένως κάνει καμία χρήση μη νουκλεοσιδικών αναστολέων της ανάστροφης μεταγραφάσης και εξετάστηκαν για ευαισθησία σε νουκλεοτιδικούς αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης και για την απουσία συγκεκριμένων συσχετιζόμενων με αντοχή μεταλλάξεων σε μη νουκλεοσιδικούς αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης.

Σε 96 εβδομάδες, το ποσοστό των ασθενών με < 50 αντίγραφα HIV-1 RNA/ml που λάμβαναν ριλπιβιρίνη 25 mg (N = 93) σε σύγκριση με ασθενείς που λάμβαναν εφαβιρένζη (Ν = 89) ήταν 76% και 71%, αντίστοιχα. Η μέση αύξηση από την αρχική τιμή του πλήθους των CD4 + ήταν 146 x 106 κύτταρα/l σε ασθενείς που λάμβαναν ριλπιβιρίνη 25 mg και 160 x 106 κύτταρα/l σε ασθενείς που λάμβαναν εφαβιρένζη.

Από τους ασθενείς που ανταποκρίθηκαν στην εβδομάδα 96, το 74% των ασθενών που λάμβαναν ριλπιβιρίνη παρέμεινε με μη ανιχνεύσιμο ιικό φορτίο (< 50 αντίγραφα HIV-1 RNA/ml) κατά την εβδομάδα 240 σε σύγκριση με το 81% των ασθενών που λάμβαναν εφαβιρένζη. Δεν είχαν εντοπιστεί προβλήματα ασφαλείας στις αναλύσεις της εβδομάδας 240.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η φαρμακοκινητική, η ασφάλεια, η ανεκτικότητα και η αποτελεσματικότητα της ριλπιβιρίνης 25 mg μία φορά την ημέρα, σε συνδυασμό με μια επιλεγμένη από τον ερευνητή BR που περιέχει δύο νουκλεοσιδικούς αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης, αξιολογήθηκε στη δοκιμή TMC278-C213, μια μονού σκέλους, ανοικτού σχεδιασμού, μελέτη Φάσης 2 σε έφηβα άτομα με λοίμωξη HIV-1 που δεν είχαν λάβει αντιρετροϊική θεραπεία στο παρελθόν και ζύγιζαν τουλάχιστον 32 kg. Αυτή η ανάλυση περιελάμβανε 36 ασθενείς που είχαν συμπληρώσει τουλάχιστον 48 εβδομάδες θεραπείας ή διέκοψαν νωρίτερα.

Τα 36 άτομα είχαν μέση ηλικία 14,5 έτη (εύρος: 12 έως 17 έτη), και ήταν 55,6% θήλεα, 88,9% Μαύροι και 11,1% Ασιάτες. Η διάμεση τιμή αναφοράς HIV-1 RNA στο πλάσμα ήταν 4,8 log10 αντίγραφα ανά mL, και η διάμεση τιμή αναφοράς του αριθμού των κυττάρων CD4+ ήταν 414 x 106 κύτταρα/l (εύρος: 25 έως 983 x 106 κύτταρα/l).

Το ποσοστό των ατόμων με HIV-1 RNA< 50 αντίγραφα/ml την εβδομάδα 48 (Χρόνος έως την Απώλεια Ιολογικής Απόκρισης - TLOVR) ήταν 72,2% (26/36). Το ποσοστό αυτών που ανταποκρίθηκαν ήταν υψηλότερο σε άτομα με ιικό φορτίο αναφοράς ≤ 100.000 αντίγραφα/mL (78,6%, 22/28) σε σύγκριση με αυτά με ιικό φορτίο αναφοράς > 100.000 αντίγραφα/mL (50,00%, 4/8). Το ποσοστό των ιολογικών αποτυχιών ήταν 22,2% (8/36). Το ποσοστό των ιολογικών αποτυχιών ήταν χαμηλότερο σε άτομα με ιικό φορτίο αναφοράς ≤ 100.000 αντίγραφα/mL (17,9%, 5/28) σε σύγκριση με αυτά με ιικό φορτίο αναφοράς > 100.000 αντίγραφα/mL (37,5%, 3/8). Μεταλλάξεις αντοχής στη ριλπιβιρίνη παρατηρήθηκαν σε ποσοστό 62,5% (5/8) των ατόμων με ιολογική αποτυχία. Σε 4 από αυτά τα 5 άτομα παρατηρήθηκε επίσης αντοχή στους νουκλεοσιδικούς αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης. Ένα άτομο διέκοψε εξαιτίας μιας ανεπιθύμητης ενέργειας και 1 άτομο διέκοψε για λόγους ανεξάρτητους από ανεπιθύμητη ενέργεια ή από ιολογική αποτυχία. Την εβδομάδα 48, η μέση αύξηση στον αριθμό των CD4+ κυττάρων από την τιμή αναφοράς ήταν 201,2 x 106 κύτταρα/l.

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με τη ριλπιβιρίνη σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στη θεραπεία της λοίμωξης από τον ιό ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (Human Immunodeficiency Virus, HIV-1) (βλ. Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).

Κύηση

Η ριλπιβιρίνη σε συνδυασμό με βασικό θεραπευτικό σχήμα αξιολογήθηκε σε μία κλινική μελέτη 19 εγκύων γυναικών κατά τη διάρκεια του δευτέρου και τρίτου τριμήνου, καθώς και κατά τη μεταγεννητική περίοδο. Τα δεδομένα φαρμακοκινητικής δείχνουν ότι η συνολική έκθεση (AUC) στη ριλπιβιρίνη ως μέρος ενός αντιρετροϊικού θεραπευτικού σχήματος ήταν περίπου 30% χαμηλότερη κατά τη διάρκεια της κύησης σε σύγκριση με τη μεταγεννητική περίοδο (6-12 εβδομάδες). Σε γενικές γραμμές, η ιολογική ανταπόκριση διατηρήθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της μελέτης: από τις 12 συμμετέχουσες που ολοκλήρωσαν τη μελέτη, 10 συμμετέχουσες εμφάνισαν ιολογική καταστολή στο τέλος της μελέτης, ενώ στις άλλες 2 συμμετέχουσες παρατηρήθηκε αύξηση του ιικού φορτίου μόνο κατά τη μεταγεννητική περίοδο, και τουλάχιστον στη 1 συμμετέχουσα λόγω πιθανολογούμενης μη βέλτιστης συμμόρφωσης. Δεν παρατηρήθηκε μετάδοση από τη μητέρα στο παιδί σε κανένα από τα 10 βρέφη που γεννήθηκαν από τις μητέρες που ολοκλήρωσαν τη μελέτη και για τις οποίες ήταν διαθέσιμη η κατάσταση ως προς τον HIV. Η ριλπιβιρίνη ήταν καλά ανεκτή κατά τη διάρκεια της κύησης και κατά τη μεταγεννητική περίοδο. Δεν υπήρξαν νέα ευρήματα για την ασφάλεια σε σύγκριση με το γνωστό προφίλ ασφάλειας της ριλπιβιρίνης σε ενήλικες με λοίμωξη από τον HIV-1 (βλ. Δοσολογία, Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-EDURANT
expand_more

Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της ριλπιβιρίνης έχουν αξιολογηθεί σε ενήλικα υγιή άτομα και σε ασθενείς ηλικίας 12 ετών και άνω με λοίμωξη HIV-1 που δεν είχαν λάβει αντιρετροϊική θεραπεία στο παρελθόν. Η έκθεση στη ριλπιβιρίνη ήταν γενικά χαμηλότερη στους ασθενείς με λοίμωξη HIV-1 απ’ ό,τι σε υγιή άτομα.

Απορρόφηση

Μετά από του στόματος χορήγηση, η μέγιστη συγκέντρωση ριλπιβιρίνης στο πλάσμα επιτυγχάνεται γενικά εντός 4-5 ωρών. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα του EDURANT είναι άγνωστη.

Επίδραση της τροφής στην απορρόφηση

Η έκθεση στη ριλπιβιρίνη ήταν περίπου 40% χαμηλότερη όταν η λήψη του EDURANT γινόταν σε κατάσταση νηστείας σε σύγκριση με ένα γεύμα κανονικών θερμίδων (533 kcal) ή ένα γεύμα πλούσιο σε λιπαρά με πολλές θερμίδες (928 kcal). Όταν η λήψη του EDURANT γινόταν μόνο μαζί με ένα πλούσιο σε πρωτεΐνες θρεπτικό ρόφημα, οι εκθέσεις ήταν 50% χαμηλότερες απ’ ό,τι όταν λαμβανόταν μαζί με ένα γεύμα. Το EDURANT πρέπει να λαμβάνεται μαζί με ένα γεύμα ώστε να επιτευχθεί βέλτιστη απορρόφηση. Η λήψη του EDURANT σε κατάσταση νηστείας ή μόνο μαζί με ένα θρεπτικό ρόφημα μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένες συγκεντρώσεις της ριλπιβιρίνης στο πλάσμα, γεγονός που θα μπορούσε δυνητικά να μειώσει τη θεραπευτική δράση του EDURANT (βλ. Δοσολογία).

Κατανομή

Η ριλπιβιρίνη δεσμεύεται κατά περίπου 99,7% στις πρωτεΐνες του πλάσματος in vitro, κυρίως στην αλβουμίνη. Η κατανομή της ριλπιβιρίνης σε άλλα σημεία εκτός του πλάσματος (π.χ. εγκεφαλονωτιαίο υγρό, εκκρίσεις της γεννητικής οδού) δεν έχει αξιολογηθεί σε ανθρώπους.

Βιομετασχηματισμός

In vitro πειράματα υποδεικνύουν ότι η ριλπιβιρίνη υπόκειται κυρίως σε οξειδωτικό μεταβολισμό με τη μεσολάβηση του συστήματος 3Α του κυτοχρώματος P450 (CYP).

Αποβολή

Ο χρόνος ημισείας ζωής τελικής αποβολής της ριλπιβιρίνης είναι περίπου 45 ώρες. Μετά από εφάπαξ από στόματος χορήγηση δόσης 14C-ριλπιβιρίνης, κατά μέσο όρο 85% και 6,1% της ραδιενέργειας μπορεί να ανακτηθεί στα κόπρανα και στα ούρα, αντίστοιχα. Στα κόπρανα, η αμετάβλητη ριλπιβιρίνη αντιπροσώπευε κατά μέσο όρο το 25% της χορηγηθείσας δόσης. Μόνο ίχνη αμετάβλητης ριλπιβιρίνης (< 1% της δόσης) ανιχνεύθηκαν στα ούρα.

Πρόσθετες πληροφορίες για ειδικούς πληθυσμούς

Παιδιατρικός πληθυσμός (ηλικίας κάτω των 18 ετών)

Η φαρμακοκινητική της ριλπιβιρίνης σε έφηβα άτομα με λοίμωξη HIV-1 που δεν είχαν λάβει αντιρετροϊική θεραπεία στο παρελθόν και έλαβαν EDURANT 25 mg μία φορά την ημέρα ήταν συγκρίσιμη με αυτή ενήλικων ατόμων με λοίμωξη HIV-1 που δεν είχαν λάβει αντιρετροϊική θεραπεία στο παρελθόν και έλαβαν EDURANT 25 mg μία φορά την ημέρα. Δεν υπήρξε καμία επίπτωση του σωματικού βάρους στη φαρμακοκινητική της ριλπιβιρίνης σε παιδιατρικούς ασθενείς στη μελέτη C213 (33 έως 93 kg), αποτέλεσμα παρεμφερές με αυτό που παρατηρήθηκε σε ενήλικες.

Η φαρμακοκινητική της ριλπιβιρίνης σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας κάτω των 12 ετών είναι υπό διερεύνηση. Δεν μπορούν να γίνουν συστάσεις δοσολογίας σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας κάτω των 12 ετών λόγω ανεπαρκών στοιχείων (βλ. Δοσολογία).

Άτομα μεγαλύτερης ηλικίας

Η πληθυσμιακή φαρμακοκινητική ανάλυση σε ασθενείς με λοίμωξη από τον ιό HIV έδειξε ότι η φαρμακοκινητική της ριλπιβιρίνης δεν διαφέρει στο αξιολογημένο εύρος ηλικίας (18 έως 78 ετών), με μόνο 3 άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης του EDURANT σε μεγαλύτερους ασθενείς. Το EDURANT πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε αυτό τον πληθυσμό (βλ. Δοσολογία).

Φύλο

Δεν έχουν παρατηρηθεί κλινικά σχετιζόμενες διαφορές στη φαρμακοκινητική της ριλπιβιρίνης μεταξύ ανδρών και γυναικών.

Φυλή

Η πληθυσμιακή φαρμακοκινητική ανάλυση της ριλπιβιρίνης σε ασθενείς με λοίμωξη από τον ιό HIV υπέδειξε ότι η φυλή δεν είχε καμία κλινικά σημαντική επίδραση στην έκθεση στη ριλπιβιρίνη.

Ηπατική δυσλειτουργία

Η ριλπιβιρίνη μεταβολίζεται και απεκκρίνεται κυρίως από το ήπαρ. Σε μια μελέτη που συνέκρινε 8 ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (βαθμολογία Α κατά Child-Pugh) με 8 όμοιους μάρτυρες και 8 ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (βαθμολογία Β κατά Child-Pugh) με 8 όμοιους μάρτυρες, η έκθεση σε ριλπιβιρίνη μετά από πολλαπλές δόσεις ήταν 47% υψηλότερη σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία και κατά 5% υψηλότερη σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Ωστόσο, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ότι η έκθεση της φαρμακολογικά δραστικής, αδέσμευτης ριλπιβιρίνης αυξάνεται σημαντικά σε μέτρια ηπατική δυσλειτουργία.

Δεν προτείνεται προσαρμογή της δόσης αλλά συνιστάται προσοχή σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Το EDURANT δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βαθμολογία C κατά Child-Pugh). Κατά συνέπεια, το EDURANT δεν συνιστάται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία).

Ταυτόχρονη λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας Β και/ή της ηπατίτιδας C

Η πληθυσμιακή φαρμακοκινητική ανάλυση έδειξε ότι η ταυτόχρονη λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας Β και/ή C δεν είχε κλινικά σχετική επίδραση στην έκθεση στη ριλπιβιρίνη.

Νεφρική δυσλειτουργία

Η φαρμακοκινητική της ριλπιβιρίνης δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Η νεφρική απέκκριση της ριλπιβιρίνης είναι αμελητέα. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία. Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή νεφροπάθεια τελικού σταδίου, το EDURANT πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή, καθώς οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα μπορεί να αυξηθούν λόγω της δευτερογενούς μεταβολής στην απορρόφηση, την κατανομή και/ή το μεταβολισμό του φαρμάκου λόγω της νεφρικής δυσλειτουργίας.

Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή νεφροπάθεια τελικού σταδίου, ο συνδυασμός του EDURANT με ισχυρό αναστολέα του CYP3A πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο αν το όφελος υπερτερεί του κινδύνου. Καθώς η ριλπιβιρίνη συνδέεται ισχυρά με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, είναι απίθανο να απομακρυνθεί σημαντικά μέσω αιμοδιύλισης ή περιτοναϊκής διύλισης (βλ. Δοσολογία).

Κύηση και μεταγεννητική περίοδος

Η έκθεση στη συνολική ριλπιβιρίνη μετά τη λήψη 25 mg ριλπιβιρίνης μία φορά την ημέρα στο πλαίσιο ενός αντιρετροϊικού θεραπευτικού σχήματος, ήταν χαμηλότερη κατά τη διάρκεια της κύησης (παρόμοια για το 2ο και το 3ο τρίμηνο) σε σύγκριση με τη μεταγεννητική περίοδο (βλ. πίνακα 6). Η μείωση των παραμέτρων φαρμακοκινητικής της μη δεσμευμένης (δηλ., της δραστικής) ριλπιβιρίνης κατά τη διάρκεια της κύησης σε σύγκριση με τη μεταγεννητική περίοδο ήταν λιγότερο έντονη από ό,τι για τη συνολική ριλπιβιρίνη.

Στις γυναίκες που έλαβαν ριλπιβιρίνη στη δόση των 25 mg μία φορά την ημέρα κατά τη διάρκεια του 2ου τριμήνου της κύησης, οι μέσες τιμές της Cmax, της AUC24h και της Cmin της συνολικής ριλπιβιρίνης για το ίδιο άτομο ήταν χαμηλότερες σε σύγκριση με αυτές της μεταγεννητικής περιόδου κατά 21%, 29% και 35%, αντίστοιχα. Κατά τη διάρκεια του 3ου τριμήνου της κύησης, οι τιμές της Cmax, της AUC24h και της Cmin ήταν χαμηλότερες σε σύγκριση με αυτές της μεταγεννητικής περιόδου κατά 20%, 31% και 42%, αντίστοιχα.

Πίνακας 6: Αποτελέσματα φαρμακοκινητικής της ολικής ριλπιβιρίνης μετά τη χορήγηση 25 mg ριλπιβιρίνης μία φορά την ημέρα στο πλαίσιο ενός αντιρετροϊικού σχήματος κατά τη διάρκεια του 2ου τριμήνου της κύησης, του 3ου τριμήνου της κύησης και της μεταγεννητικής περιόδου

Φαρμακοκινητική της ολικής ριλπιβιρίνης (μέση τιμή ± SD, tmax: διάμεση τιμή [εύρος]) Μεταγεννητική περίοδος (6-12 Εβδομάδες) (n=11) 2ο τρίμηνο της κύησης (n=15) 3ο τρίμηνο της κύησης (n=13)
Cmin, ng/ml 84,0 ± 58,8 54,3 ± 25,8 52,9 ± 24,4
Cmax, ng/ml 167 ± 101 121 ± 45,9 123 ± 47,5
tmax, h 4,00 (2,03-25,08) 4,00 (1,00-9,00) 4,00 (2,00-24,93)
AUC24h, ng.h/ml 2.714 ± 1.535 1.792 ± 711 1.762 ± 662
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

34-55 ώρες
PubChem

Δέσμευση πρωτεϊνών

>99%
PubChem

Απέκκριση

Κόπρανα
PubChem
science

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
6451164
Μοριακός τύπος
C22H18N6
Μοριακό βάρος
366.4
IUPAC
4-[[4-[4-[(E)-2-cyanoethenyl]-2,6-dimethylanilino]pyrimidin-2-yl]amino]benzonitrile
InChIKey
YIBOMRUWOWDFLG-ONEGZZNKSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH

Αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης (DNA ΠΟΛΥΜΕΡΑΣΗ εξαρτώμενη από RNA), ένα ένζυμο που συνθέτει DNA σε ένα πρότυπο RNA.

Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του AIDS ή/και για την αναστολή της εξάπλωσης της λοίμωξης HIV. Αυτά δεν περιλαμβάνουν φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία συμπτωμάτων ή ευκαιριακών λοιμώξεων που σχετίζονται με το AIDS.