PANTOPRAZOLE
Παντοπραζόλη
Oι ανταγωνιστές της αντλίας πρωτονίων αποτελούν, μετά τους H2-ανταγωνιστές, σημαντικό σταθμό στην εξέλιξη της θεραπείας του έλκους και της γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης. Tα σημαντικά τους πλεονεκτήματα, σε σχέση με τους H2-ανταγωνιστές, συνίστανται: - στην ισχυρότερη …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-ELCOZEK
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Το πρωί, κατά προτίμηση χωρίς φαγητό
- Δόση έναρξης: 20 mg μία φορά ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Δόσεις μπορούν να αυξηθούν έως 40 mg ή 120 mg ανάλογα με την ένδειξη και την απόκριση. Σε σύνδρομο Zollinger-Ellison η δόση προσαρμόζεται ατομικά, με συντήρηση 20-120 mg ημερησίως, και δόσεις άνω των 80 mg χορηγούνται σε δύο διαιρεμένες δόσεις. Για παιδιά, δόσεις μπορούν να αυξηθούν εάν χρειαστεί.
-
Ενήλικες - Θεραπεία ενεργού δωδεκαδακτυλικού έλκουςΔόση20 mg μία φορά ημερησίωςΜέγ. δόση40 mg μία φορά ημερησίωςΣτους περισσότερους ασθενείς η επούλωση επέρχεται εντός δύο εβδομάδων. Για εκείνους τους ασθενείς που μπορεί να μην επιτεύχθηκε πλήρης επούλωση μετά από την αρχική θεραπεία, η επούλωση συνήθως επέρχεται κατά τη διάρκεια μίας επιπλέον περιόδου θεραπείας δύο εβδομάδων. Σε ασθενείς με χαμηλή απόκριση του δωδεκαδακτυλικού έλκους συνιστώνται 40 mg μία φορά ημερησίως και η επούλωση επιτυγχάνεται συνήθως μέσα σε τέσσερις εβδομάδες.
-
Ενήλικες - Πρόληψη υποτροπής δωδεκαδακτυλικών ελκών (Ελικοβακτηρίδιο του Πυλωρού αρνητικοί ή μη εκριζώσιμο)Δόση20 mg μία φορά ημερησίωςΜέγ. δόση40 mgΣε ορισμένους ασθενείς η ημερήσια δόση των 10 mg μπορεί να είναι ικανοποιητική. Σε περίπτωση αποτυχίας της θεραπείας, η δόση μπορεί να αυξηθεί στα 40 mg.
-
Ενήλικες - Θεραπεία γαστρικών ελκώνΔόση20 mg μία φορά ημερησίωςΜέγ. δόση40 mg μία φορά ημερησίωςΣτους περισσότερους ασθενείς η επούλωση επέρχεται εντός τεσσάρων εβδομάδων. Για εκείνους τους ασθενείς που μπορεί να μην επιτεύχθηκε πλήρης επούλωση μετά από την αρχική θεραπεία, η επούλωση συνήθως επέρχεται κατά τη διάρκεια μίας επιπλέον περιόδου θεραπείας τεσσάρων εβδομάδων. Σε ασθενείς με φτωχή απόκριση του γαστρικού έλκους συνιστώνται 40 mg μία φορά ημερησίως και η επούλωση επιτυγχάνεται συνήθως μέσα σε οκτώ εβδομάδες.
-
Ενήλικες - Πρόληψη υποτροπής γαστρικών ελκώνΔόση20 mg μία φορά ημερησίωςΜέγ. δόση40 mg μία φορά ημερησίωςΕάν χρειάζεται η δόση μπορεί να αυξηθεί σε 40 mg μία φορά ημερησίως.
-
Ενήλικες - Εκρίζωση του Ελικοβακτηριδίου του Πυλωρού σε πεπτικά έλκη (τριπλή θεραπεία)ΔόσηΟμεπραζόλη 20 mg + κλαριθρομυκίνη 500 mg + αμοξυκιλλίνη 1000 mgΤο καθένα δύο φορές ημερησίως για μία εβδομάδα. Η επιλογή των αντιβιοτικών πρέπει να βασίζεται στην ανοχή στα φάρμακα του κάθε ασθενούς, και να λαμβάνονται σε συμφωνία με τα εθνικά, τοπικά δεδομένα ανθεκτικότητας και τις οδηγίες θεραπείας. Αν ο ασθενής εξακολουθεί να είναι θετικός Ελικοβακτηρίδιο του Πυλωρού, η θεραπεία μπορεί να επαναληφθεί.
-
Ενήλικες - Εκρίζωση του Ελικοβακτηριδίου του Πυλωρού σε πεπτικά έλκη (τριπλή θεραπεία - εναλλακτικό)ΔόσηΟμεπραζόλη 20 mg + κλαριθρομυκίνη 250 mg (εναλλακτικά 500 mg) + μετρονιδαζόλη 400 mg (ή 500 mg ή τινιδαζόλη 500 mg)Το καθένα δύο φορές ημερησίως για μία εβδομάδα. Η επιλογή των αντιβιοτικών πρέπει να βασίζεται στην ανοχή στα φάρμακα του κάθε ασθενούς, και να λαμβάνονται σε συμφωνία με τα εθνικά, τοπικά δεδομένα ανθεκτικότητας και τις οδηγίες θεραπείας. Αν ο ασθενής εξακολουθεί να είναι θετικός Ελικοβακτηρίδιο του Πυλωρού, η θεραπεία μπορεί να επαναληφθεί.
-
Ενήλικες - Εκρίζωση του Ελικοβακτηριδίου του Πυλωρού σε πεπτικά έλκη (τριπλή θεραπεία - εναλλακτικό)ΔόσηΟμεπραζόλη 40 mg μία φορά ημερησίως με αμοξυκιλλίνη 500 mg και μετρονιδαζόλη 400 mg (ή 500 mg ή τινιδαζόλη 500 mg)Και τα δύο τρεις φορές την ημέρα για μία εβδομάδα. Η επιλογή των αντιβιοτικών πρέπει να βασίζεται στην ανοχή στα φάρμακα του κάθε ασθενούς, και να λαμβάνονται σε συμφωνία με τα εθνικά, τοπικά δεδομένα ανθεκτικότητας και τις οδηγίες θεραπείας. Αν ο ασθενής εξακολουθεί να είναι θετικός Ελικοβακτηρίδιο του Πυλωρού, η θεραπεία μπορεί να επαναληφθεί.
-
Ενήλικες - Θεραπεία γαστρικών και δωδεκαδακτυλικών ελκών που σχετίζονται με ΜΣΑΦΔόση20 mg μία φορά ημερησίωςΣτους περισσότερους ασθενείς η επούλωση επέρχεται μέσα σε τέσσερις εβδομάδες. Για εκείνους τους ασθενείς που μπορεί να μην επιτευχθεί πλήρης επούλωση μετά την αρχική θεραπεία, η επούλωση συνήθως επέρχεται κατά τη διάρκεια μίας επιπλέον περιόδου θεραπείας τεσσάρων εβδομάδων.
-
Ενήλικες - Πρόληψη γαστρικών και δωδεκαδακτυλικών ελκών που σχετίζονται με ΜΣΑΦ σε ασθενείς υψηλού κινδύνουΔόση20 mg μία φορά ημερησίωςΥψηλού κινδύνου: ηλικία>60, προηγούμενο ιστορικό γαστρικών και δωδεκαδακτυλικών ελκών, προηγούμενο ιστορικό αιμορραγίας του ανωτέρου πεπτικού.
-
Ενήλικες - Θεραπεία οισοφαγίτιδας από παλινδρόμησηΔόση20 mg μία φορά ημερησίωςΜέγ. δόση40 mg μία φορά ημερησίωςΣτους περισσότερους ασθενείς η επούλωση επέρχεται μέσα σε τέσσερις εβδομάδες. Για εκείνους τους ασθενείς που μπορεί να μην επιτεύχθηκε πλήρης επούλωση μετά την αρχική θεραπεία, η επούλωση συνήθως επέρχεται κατά τη διάρκεια μίας επιπλέον περιόδου θεραπείας τεσσάρων εβδομάδων. Σε ασθενείς με σοβαρή οισοφαγίτιδα συνιστώνται 40 mg μία φορά ημερησίως και η επούλωση επιτυγχάνεται συνήθως μέσα σε οκτώ εβδομάδες.
-
Ενήλικες - Μακροχρόνια θεραπευτική αγωγή ασθενών με επουλωμένη οισοφαγίτιδα από παλινδρόμησηΔόση10 mg μία φορά ημερησίωςΜέγ. δόση40 mg μία φορά ημερησίωςΕάν χρειάζεται, η δόση μπορεί να αυξηθεί σε 20-40 mg μία φορά ημερησίως.
-
Ενήλικες - Θεραπεία συμπτωματικής γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησηςΔόση20 mg ημερησίωςΟι ασθενείς μπορεί να ανταποκριθούν ικανοποιητικά σε 10 mg ημερησίως, και ως εκ τούτου πρέπει να εξεταστεί η ατομική προσαρμογή των δόσεων. Εάν δεν έχει επιτευχθεί έλεγχος των συμπτωμάτων μετά από τέσσερις εβδομάδες θεραπείας με 20 mg ημερησίως, συνιστάται περαιτέρω εξέταση.
-
Ενήλικες - Θεραπεία συνδρόμου Zollinger-EllisonΔόση60 mg ημερησίως (αρχική δόση)Μέγ. δόση120 mg ημερησίωςΗ δόση πρέπει να προσαρμόζεται ατομικά και η θεραπεία να συνεχίζεται σύμφωνα με τις κλινικές ενδείξεις. Περισσότερο από 90% των ασθενών συντηρούνται με δόσεις των 20-120 mg ημερησίως. Όταν η δόση υπερβαίνει τα 80 mg ημερησίως, η δόση πρέπει να μοιράζεται και να λαμβάνεται δύο φορές ημερησίως.
-
Παιδιά 10-20 kg (≥1 έτος) - Θεραπεία οισοφαγίτιδας από παλινδρόμηση / Συμπτωματική θεραπεία καύσου στομάχου και αναγωγής οξέοςΔόση10 mg μία φορά ημερησίωςΜέγ. δόση20 mg μία φορά ημερησίωςΗ δόση μπορεί να αυξηθεί στα 20 mg μία φορά ημερησίως εάν χρειαστεί. Διάρκεια θεραπείας για οισοφαγίτιδα από παλινδρόμηση: 4-8 εβδομάδες. Διάρκεια θεραπείας για συμπτωματική γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση: 2-4 εβδομάδες.
-
Παιδιά >20 kg (≥ 2 έτη) - Θεραπεία οισοφαγίτιδας από παλινδρόμηση / Συμπτωματική θεραπεία καύσου στομάχου και αναγωγής οξέοςΔόση20 mg μία φορά ημερησίωςΜέγ. δόση40 mg μία φορά ημερησίωςΗ δόση μπορεί να αυξηθεί στα 40 mg μία φορά ημερησίως εάν χρειαστεί. Διάρκεια θεραπείας για οισοφαγίτιδα από παλινδρόμηση: 4-8 εβδοδομάδες. Διάρκεια θεραπείας για συμπτωματική γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση: 2-4 εβδομάδες.
-
Παιδιά 15-≤30 kg (άνω των 4 ετών) - Θεραπεία δωδεκαδακτυλικού έλκους από Ελικοβακτηρίδιο του ΠυλωρούΔόσηΟμεπραζόλη 10 mg, αμοξυκιλλίνη 25 mg/kg βάρους σώματος και κλαριθρομυκίνη 7,5 mg/kg βάρους σώματοςΧορηγούνται ταυτόχρονα δύο φορές ημερησίως για μία εβδομάδα. Η θεραπεία πρέπει να επιβλέπεται από ειδικευμένο γιατρό.
-
Παιδιά 31-≤40 kg (άνω των 4 ετών) - Θεραπεία δωδεκαδακτυλικού έλκους από Ελικοβακτηρίδιο του ΠυλωρούΔόσηΟμεπραζόλη 20 mg, αμοξυκιλλίνη 750 mg και κλαριθρομυκίνη 7,5 mg/kg βάρους σώματοςΧορηγούνται ταυτόχρονα δύο φορές ημερησίως για μία εβδομάδα. Η θεραπεία πρέπει να επιβλέπεται από ειδικευμένο γιατρό.
-
Παιδιά >40 kg (άνω των 4 ετών) - Θεραπεία δωδεκαδακτυλικού έλκους από Ελικοβακτηρίδιο του ΠυλωρούΔόσηΟμεπραζόλη 20 mg, αμοξυκιλλίνη 1 g και κλαριθρομυκίνη 500 mgΧορηγούνται ταυτόχρονα δύο φορές ημερησίως για μία εβδομάδα. Η θεραπεία πρέπει να επιβλέπεται από ειδικευμένο γιατρό.
-
Ενήλικες - Διαταραγμένη νεφρική λειτουργίαΔεν χρειάζεται προσαρμογή της δόσης (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
Ενήλικες - Διαταραγμένη ηπατική λειτουργίαΔόση10-20 mg ημερησίωςΜία ημερήσια δόση των 10-20 mg μπορεί να είναι ικανοποιητική (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
Ηλικιωμένοι (>65 ετών)Δεν χρειάζεται προσαρμογή της δόσης (βλ. Φαρμακοκινητικές).
block
SPC-ELCOZEK
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην ομεπραζόλη, στα υποκατεστημένα βενζιμιδαζόλια ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
-
Ταυτόχρονη χρήση με νελφιναβίρη
warning
SPC-ELCOZEK
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Συμπτώματα κακοήθειας σε γαστρικό έλκοςΠρέπει να αποκλείεται η κακοήθεια σε παρουσία προειδοποιητικών συμπτωμάτων (σημαντική ακούσια απώλεια βάρους, υποτροπιάζων εμετός, δυσφαγία, αιματέμεση ή μέλαινα) και υποψίας/παρουσίας γαστρικού έλκους, καθώς η θεραπεία μπορεί να ανακουφίσει τα συμπτώματα και να καθυστερήσει τη διάγνωση.
-
Ταυτόχρονη χορήγηση αταζαναβίρης με αναστολείς της αντλίας πρωτονίωνπροσοχήΔεν συνιστάται. Εάν δεν μπορεί να αποφευχθεί, συνιστάται στενή κλινική παρακολούθηση και αύξηση της δόσης αταζαναβίρης (400 mg με 100 mg ριτοναβίρη). Η δόση ομεπραζόλης δεν πρέπει να ξεπερνά τα 20 mg.
-
Μειωμένη απορρόφηση βιταμίνης Β12ΠληθυσμόςΑσθενείς με μειωμένες αποθήκες ή αυξημένο κίνδυνο για μειωμένη απορρόφηση βιταμίνης Β12Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε περίπτωση μακροχρόνιας θεραπείας.
-
Αλληλεπίδραση με φάρμακα που μεταβολίζονται μέσω του CYP2C19 (π.χ. κλοπιδογρέλη)προσοχήΠρέπει να εξετάζεται η ενδεχόμενη αλληλεπίδραση κατά την έναρξη ή διακοπή της θεραπείας. Η ταυτόχρονη χρήση ομεπραζόλης και κλοπιδογρέλης πρέπει να αποθαρρύνεται προληπτικά.
-
Επίδραση στις εργαστηριακές εξετάσεις (χρωμογρανίνη Α)Η θεραπεία με ομεπραζόλη πρέπει να σταματά προσωρινά τουλάχιστον πέντε ημέρες πριν από τις CgA μετρήσεις για την αποφυγή αυξημένων επιπέδων.
-
Μακροχρόνια θεραπεία σε παιδιάΠληθυσμόςΠαιδιά με χρόνιες παθήσειςΜπορεί να χρειαστούν μακροχρόνια θεραπεία παρόλο που δεν ενδείκνυται.
-
Παρουσία λακτόζηςαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψη λακτάσης Lapp ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
-
Κίνδυνος γαστρεντερικών λοιμώξεωνΗ θεραπεία με αναστολείς της αντλίας πρωτονίων μπορεί να οδηγήσει σε ελαφρώς αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης γαστρεντερικών λοιμώξεων (π.χ. Salmonella και Campylobacter).
-
Μακροχρόνιες θεραπείες (> 1 έτος)Οι ασθενείς πρέπει να βρίσκονται υπό τακτική επίβλεψη.
swap_horiz
SPC-ELCOZEK
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
αντένδειξηΜείωση των επιπέδων νελφιναβίρης και του μεταβολίτη M8 στο πλάσμα (περίπου 40% και 75-90% αντίστοιχα).ΣύστασηΤαυτόχρονη χορήγηση αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις). Η αλληλεπίδραση μπορεί να εμπλέκει την αναστολή του CYP2C19.
-
προσοχήΜείωση των επιπέδων αταζαναβίρης στο πλάσμα (έως 75% με 40mg ομεπραζόλης, 30% με 20mg ομεπραζόλης).ΣύστασηΤαυτόχρονη χορήγηση δε συνιστάται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Αύξηση της δόσης της αταζαναβίρης δεν αντιστάθμισε την επίδραση της ομεπραζόλης.
-
παρακολούθησηΑύξηση της βιοδιαθεσιμότητας της διγοξίνης κατά 10%.ΣύστασηΠρέπει να δίνεται προσοχή όταν η ομεπραζόλη χορηγείται σε υψηλές δόσεις σε ηλικιωμένα άτομα. Πρέπει να ενισχύεται η θεραπευτική παρακολούθηση (TDM) της διγοξίνης.
-
προσοχήΜείωση της έκθεσης στον δραστικό μεταβολίτη της κλοπιδογρέλης (46-42%) και μείωση της αναστολής συσσώρευσης αιμοπεταλίων (47-30%).ΣύστασηΗ αλληλεπίδραση ενδέχεται να οφείλεται στην ανασταλτική επίδραση της ομεπραζόλης στον CYP2C19. Η χορήγηση σε διαφορετικούς χρόνους δεν αποτρέπει την αλληλεπίδραση.
-
αποφεύγεταιΜειωμένη απορρόφηση και κλινική αποτελεσματικότητα.ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χρήση πρέπει να αποφεύγεται.
-
αποφεύγεταιΜειωμένη απορρόφηση και κλινική αποτελεσματικότητα.ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χρήση πρέπει να αποφεύγεται.
-
προσοχήΜειωμένη απορρόφηση και κλινική αποτελεσματικότητα.
-
προσοχήΜειωμένη απορρόφηση και κλινική αποτελεσματικότητα.
-
R-βαρφαρίνη και άλλοι ανταγωνιστές βιταμίνης ΚπροσοχήΜειωμένος μεταβολισμός και αυξημένη συστηματική έκθεση λόγω αναστολής του CYP2C19.
-
προσοχήΑύξηση του Cmax (18%) και AUC (26%) της σιλοσταζόλης και των μεταβολιτών της (Cmax 29%, AUC 69%).
-
προσοχήΜειωμένος μεταβολισμός και αυξημένη συστηματική έκθεση λόγω αναστολής του CYP2C19.
-
παρακολούθησηΜειωμένος μεταβολισμός και αυξημένη συστηματική έκθεση λόγω αναστολής του CYP2C19.ΣύστασηΠαρακολούθηση της συγκέντρωσης φαινυτοΐνης στο πλάσμα τις πρώτες δύο εβδομάδες. Προσαρμογή δόσης φαινυτοΐνης εάν χρειάζεται, και περαιτέρω προσαρμογή μετά το πέρας της θεραπείας με ομεπραζόλη.
-
προσοχήΑύξηση στα επίπεδα σακουιναβίρης στο πλάσμα μέχρι και 70% περίπου.ΣύστασηΣυνδυασμός με καλή ανοχή σε ασθενείς με HIV μόλυνση.
-
παρακολούθησηΑύξηση των επιπέδων της τακρόλιμους στον ορό.ΣύστασηΕνισχυμένη παρακολούθηση της συγκέντρωσης τακρόλιμους και της νεφρικής λειτουργίας (κάθαρση κρεατινίνης). Προσαρμογή της δόσης της τακρόλιμους αν χρειάζεται.
-
προσοχήΑυξημένα επίπεδα ομεπραζόλης στον ορό (π.χ. διπλάσια έκθεση με βορικοναζόλη).ΣύστασηΓενικώς δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης ομεπραζόλης. Πρέπει να εξεταστεί η προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία και μακροχρόνια θεραπεία.
-
Επαγωγείς CYP2C19 ή/και CYP3A4 (π.χ. ριφαμπικίνη, St John’s wort)προσοχήΜειωμένα επίπεδα ομεπραζόλης στον ορό.
sick
SPC-ELCOZEK
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λευκοπενία
- Θρομβοπενία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Πανκυτταροπενία
- Αντίδραση υπερευαισθησίας
- Αγγειοοίδημα
- Αναφυλακτική αντίδραση
- Πυρετός
- Αίσθημα κακουχίας
- Περιφερικό οίδημα
- Καταπληξία
- Υπονατριαιμία
- Υπομαγνησιαιμία
- Αϋπνία
- Διέγερση
- Σύγχυση
- Κατάθλιψη
- Επιθετικότητα
- Παραισθήσεις
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Παραισθησία
- Υπνηλία
- Διαταραχή γεύσης
- Ίλιγγος
- Εγκεφαλοπάθεια
- Θαμπή όραση
- Βρογχόσπασμος
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Μετεωρισμός
- Ναυτία
- Έμετος
- Ξηροστομία
- Στοματίτιδα
- Γαστρεντερική καντιντίαση
- Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
- Ηπατίτιδα
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Δερματίτιδα
- Κνησμός
- Εξάνθημα
- Κνίδωση
- Αλωπεκία
- Φωτοευαισθησία
- Πολύμορφο ερύθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Αυξημένη εφίδρωση
- Αρθραλγία
- Μυαλγία
- Μυϊκή αδυναμία
- Διάμεση νεφρίτιδα
- Γυναικομαστία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
Όχι συχνέςΑυξημένα ηπατικά ένζυμαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΔερματίτιδαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
Όχι συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΑγγειοοίδημαΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΑλωπεκίαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑναφυλακτική αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΑντίδραση υπερευαισθησίαςΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΑυξημένη εφίδρωσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΓαστρεντερική καντιντίασηΛοιμώξεις
-
ΣπάνιεςΔιάμεση νεφρίτιδαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΔιέγερσηΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΔιαταραχή γεύσηςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΘρομβοπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΚαταπληξίαΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΛευκοπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΠυρετόςΓενικές
-
ΣπάνιεςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΣύγχυσηΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΦωτοευαισθησίαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
Πολύ σπάνιεςΕγκεφαλοπάθειαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΕπιθετικότηταΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΗπατική ανεπάρκειαΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΜυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ σπάνιεςΠανκυτταροπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΠαραισθήσειςΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΥπομαγνησιαιμίαΜεταβολισμός
pregnant_woman
SPC-ELCOZEK
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Ασφαλές
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑσφαλέςΑποτελέσματα από τρεις διερευνητικές επιδημιολογικές μελέτες (περισσότερα από 1000 αποτελέσματα έκθεσης) δεν υποδεικνύουν ανεπιθύμητες ενέργειες της ομεπραζόλης στην κύηση ή στην υγεία του εμβρύου/νεογέννητου παιδιού. Η ομεπραζόλη μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
-
ΓαλουχίαΑσφαλέςΗ ομεπραζόλη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα αλλά δε φαίνεται να επηρεάζει το παιδί όταν λαμβάνεται σε θεραπευτικές δόσεις.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-ELCOZEK
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αναστολείς της αντλίας πρωτονίων, κωδικός ATC: Α02BC01 ### Μηχανισμός δράσης Η ομεπραζόλη, ένα ρακεμικό μίγμα δύο εναντιομερών, μειώνει τη γαστρική έκκριση οξέος μέσω ενός μηχανισμού δράσης υψηλής εκλεκτικότητας. Είναι ένας…
biotech
SPC-ELCOZEK
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Η ομεπραζόλη και το μετά μαγνησίου άλας της ομεπραζόλης είναι οξινοευαίσθητες ουσίες και ως εκ τούτου χορηγούνται από του στόματος ως εντεροδιαλυτά κοκκία σε καψάκια ή δισκία. Η απορρόφηση της ομεπραζόλης είναι ταχεία, με τα μέγιστα επίπεδα…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ιικό φορτίο | coronavirusΛοιμώξεις & ιολογικός έλεγχος | — | Συγχορήγηση αταζαναβίρης με αναστολείς αντλίας πρωτονίων |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Τακτική επίβλεψη | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | — | Μακροχρόνιες θεραπείες (>1 έτος) |
| Χρωμογρανίνη Α (CgA) | more_horizΆλλο / λοιπά | Τουλάχιστον πέντε ημέρες πριν από τις CgA μετρήσεις | — |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-ELCOZEK
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία σε ενήλικες
Θεραπεία δωδεκαδακτυλικού έλκους
Η συνιστώμενη δόση σε ασθενείς με ενεργό δωδεκαδακτυλικό έλκος είναι 20 mg μία φορά ημερησίως. Στους περισσότερους ασθενείς η επούλωση επέρχεται εντός δύο εβδομάδων. Για εκείνους τους ασθενείς που μπορεί να μην επιτεύχθηκε πλήρης επούλωση μετά από την αρχική θεραπεία, η επούλωση συνήθως επέρχεται κατά τη διάρκεια μίας επιπλέον περιόδου θεραπείας δύο εβδομάδων. Σε ασθενείς με χαμηλή απόκριση του δωδεκαδακτυλικού έλκους συνιστώνται 40 mg μία φορά ημερησίως και η επούλωση επιτυγχάνεται συνήθως μέσα σε τέσσερις εβδομάδες.
Πρόληψη υποτροπής δωδεκαδακτυλικών ελκών
Για την πρόληψη υποτροπής του δωδεκαδακτυλικού έλκους σε αρνητικούς στο Ελικοβακτηρίδιο του Πυλωρού ασθενείς ή όταν το Ελικοβακτηρίδιο του Πυλωρού δεν είναι δυνατόν να εκριζωθεί η συνιστώμενη δόση είναι 20 mg μία φορά ημερησίως. Σε ορισμένους ασθενείς η ημερήσια δόση των 10 mg μπορεί να είναι ικανοποιητική. Σε περίπτωση αποτυχίας της θεραπείας, η δόση μπορεί να αυξηθεί στα 40 mg.
Θεραπεία γαστρικών ελκών
Η συνιστώμενη δόση είναι 20 mg μία φορά ημερησίως. Στους περισσότερους ασθενείς η επούλωση επέρχεται εντός τεσσάρων εβδομάδων. Για εκείνους τους ασθενείς που μπορεί να μην επιτεύχθηκε πλήρης επούλωση μετά από την αρχική θεραπεία, η επούλωση συνήθως επέρχεται κατά τη διάρκεια μίας επιπλέον περιόδου θεραπείας τεσσάρων εβδομάδων. Σε ασθενείς με φτωχή απόκριση του γαστρικού έλκους συνιστώνται 40 mg μία φορά ημερησίως και η επούλωση επιτυγχάνεται συνήθως μέσα σε οκτώ εβδομάδες.
Πρόληψη υποτροπής γαστρικών ελκών
Για την πρόληψη υποτροπής σε ασθενείς με χαμηλή απόκριση γαστρικού έλκους η συνιστώμενη δόση είναι 20 mg μία φορά ημερησίως. Εάν χρειάζεται η δόση μπορεί να αυξηθεί σε 40 mg μία φορά ημερησίως.
Εκρίζωση του Ελικοβακτηριδίου του Πυλωρού σε πεπτικά έλκη
Για την εκρίζωση του Ελικοβακτηριδίου του Πυλωρού η επιλογή των αντιβιοτικών πρέπει να βασίζεται στην ανοχή στα φάρμακα του κάθε ασθενούς, και να λαμβάνονται σε συμφωνία με τα εθνικά, τοπικά δεδομένα ανθεκτικότητας και τις οδηγίες θεραπείας.
- Ομεπραζόλη 20 mg + κλαριθρομυκίνη 500 mg + αμοξυκιλλίνη 1000 mg, το καθένα δύο φορές ημερησίως για μία εβδομάδα, ή
- Ομεπραζόλη 20 mg + κλαριθρομυκίνη 250 mg (εναλλακτικά 500 mg) + μετρονιδαζόλη 400 mg (ή 500 mg ή τινιδαζόλη 500 mg), το καθένα δύο φορές ημερησίως για μία εβδομάδα, ή
- Ομεπραζόλη 40 mg μία φορά ημερησίως με αμοξυκιλλίνη 500 mg και μετρονιδαζόλη 400 mg (ή 500 mg ή τινιδαζόλη 500 mg), και τα δύο τρεις φορές την ημέρα για μία εβδομάδα. Σε κάθε δοσολογικό σχήμα, αν ο ασθενής εξακολουθεί να είναι θετικός Ελικοβακτηρίδιο του Πυλωρού, η θεραπεία μπορεί να επαναληφθεί.
Θεραπεία γαστρικών και δωδεκαδακτυλικών ελκών που σχετίζονται με ΜΣΑΦ
Για τη θεραπεία των γαστρικών και δωδεκαδακτυλικών ελκών που σχετίζονται με ΜΣΑΦ, η συνιστώμενη δόση είναι 20 mg μία φορά ημερησίως. Στους περισσότερους ασθενείς η επούλωση επέρχεται μέσα σε τέσσερις εβδομάδες. Για εκείνους τους ασθενείς που μπορεί να μην επιτευχθεί πλήρης επούλωση μετά την αρχική θεραπεία, η επούλωση συνήθως επέρχεται κατά τη διάρκεια μίας επιπλέον περιόδου θεραπείας τεσσάρων εβδομάδων.
Πρόληψη γαστρικών και δωδεκαδακτυλικών ελκών που σχετίζονται με ΜΣΑΦ σε ασθενείς υψηλού κινδύνου
Για την πρόληψη των γαστρικών ελκών ή των δωδεκαδακτυλικών ελκών που σχετίζονται με ΜΣΑΦ, σε ασθενείς υψηλού κινδύνου (ηλικία>60, προηγούμενο ιστορικό γαστρικών και δωδεκαδακτυλικών ελκών, προηγούμενο ιστορικό αιμορραγίας του ανωτέρου πεπτικού) η συνιστώμενη δόση είναι 20 mg μία φορά ημερησίως.
Θεραπεία οισοφαγίτιδας από παλινδρόμηση
Η συνιστώμενη δόση είναι 20 mg μία φορά ημερησίως. Στους περισσότερους ασθενείς η επούλωση επέρχεται μέσα σε τέσσερις εβδομάδες. Για εκείνους τους ασθενείς που μπορεί να μην επιτεύχθηκε πλήρης επούλωση μετά την αρχική θεραπεία, η επούλωση συνήθως επέρχεται κατά τη διάρκεια μίας επιπλέον περιόδου θεραπείας τεσσάρων εβδομάδων. Σε ασθενείς με σοβαρή οισοφαγίτιδα συνιστώνται 40 mg μία φορά ημερησίως και η επούλωση επιτυγχάνεται συνήθως μέσα σε οκτώ εβδομάδες.
Μακροχρόνια θεραπευτική αγωγή ασθενών με επουλωμένη οισοφαγίτιδα από παλινδρόμηση
Για μακροχρόνια θεραπευτική αγωγή ασθενών με επουλωμένη οισοφαγίτιδα από παλινδρόμηση η συνιστώμενη δόση είναι 10 mg μία φορά ημερησίως. Εάν χρειάζεται, η δόση μπορεί να αυξηθεί σε 20-40 mg μία φορά ημερησίως.
Θεραπεία συμπτωματικής γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης
Η συνιστώμενη δόση είναι 20 mg ημερησίως. Οι ασθενείς μπορεί να ανταποκριθούν ικανοποιητικά σε 10 mg ημερησίως, και ως εκ τούτου πρέπει να εξεταστεί η ατομική προσαρμογή των δόσεων. Εάν δεν έχει επιτευχθεί έλεγχος των συμπτωμάτων μετά από τέσσερις εβδομάδες θεραπείας με 20 mg ημερησίως, συνιστάται περαιτέρω εξέταση.
Θεραπεία συνδρόμου Zollinger-Ellison
Σε ασθενείς με σύνδρομο Zollinger-Ellison η δόση πρέπει να προσαρμόζεται ατομικά και η θεραπεία να συνεχίζεται σύμφωνα με τις κλινικές ενδείξεις. Η συνιστώμενη αρχική δόση είναι 60 mg ημερησίως. Όλοι οι ασθενείς με σοβαρή νόσο και μη ικανοποιητική απόκριση σε άλλες θεραπείες έχουν ελεγχθεί αποτελεσματικά και περισσότερο από 90% των ασθενών συντηρούνται με δόσεις των 20-120 mg ημερησίως. Όταν η δόση υπερβαίνει τα 80 mg ημερησίως, η δόση πρέπει να μοιράζεται και να λαμβάνεται δύο φορές ημερησίως.
Δοσολογία σε παιδιά
Παιδιά άνω του 1 έτους και ≥ 10 kg
Θεραπεία οισοφαγίτιδας από παλινδρόμηση
Συμπτωματική θεραπεία του καύσου στομάχου και της αναγωγής οξέος στην γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
Οι συνιστώμενες δοσολογίες είναι ως ακολούθως:
| Ηλικία | Βάρος | Δοσολογία |
|---|---|---|
| ≥1 έτος | 10-20 kg | 10 mg μία φορά ημερησίως. Η δόση μπορεί να αυξηθεί στα 20 mg μία φορά ημερησίως εάν χρειαστεί |
| ≥ 2 έτη | >20 kg | 20 mg μία φορά ημερησίως. Η δόση μπορεί να αυξηθεί στα 40 mg μία φορά ημερησίως εάν χρειαστεί |
Οισοφαγίτιδα από παλινδρόμηση: Η διάρκεια της θεραπείας είναι 4-8 εβδομάδες. Συμπτωματική θεραπεία του καύσου στομάχου και της αναγωγής οξέος στην γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση: Η διάρκεια της θεραπείας είναι 2-4 εβδομάδες. Εάν ο έλεγχος των συμπτωμάτων δεν έχει επιτευχθεί μετά από 2-4 εβδομάδες ο ασθενής πρέπει να υποβληθεί σε περαιτέρω εξετάσεις.
Παιδιά και έφηβοι άνω των 4 ετών
Θεραπεία του δωδεκαδακτυλικού έλκους που προκαλείται από το Ελικοβακτηρίδιο του Πυλωρού
Όταν επιλέγεται κατάλληλος συνδυασμός θεραπείας, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η επίσημη εθνική, τοπική οδηγία που αφορά την βακτηριακή ανθεκτικότητα, τη διάρκεια της θεραπείας (συνήθως 7 ημέρες αλλά μερικές φορές μέχρι και 14 ημέρες), και τη κατάλληλη χρήση αντιβακτηριδιακών παραγόντων. Η θεραπεία πρέπει να επιβλέπεται από ειδικευμένο γιατρό.
Οι συνιστώμενες δοσολογίες είναι ως ακολούθως:
| Βάρος | Δοσολογία |
|---|---|
| 15-≤30 kg | Συνδυασμός με δύο αντιβιοτικά: Ομεπραζόλη 10 mg, αμοξυκιλλίνη 25 mg/kg βάρους σώματος και κλαριθρομυκίνη 7,5 mg/kg βάρους σώματος χορηγούνται ταυτόχρονα δύο φορές ημερησίως για μία εβδομάδα |
| 31-≤40 kg | Συνδυασμός με δύο αντιβιοτικά: Ομεπραζόλη 20 mg, αμοξυκιλλίνη 750 mg και κλαριθρομυκίνη 7,5 mg/kg βάρους σώματος χορηγούνται ταυτόχρονα δύο φορές ημερησίως για μία εβδομάδα |
| >40 kg | Συνδυασμός με δύο αντιβιοτικά: Ομεπραζόλη 20 mg, αμοξυκιλλίνη 1 g και κλαριθρομυκίνη 500 mg χορηγούνται ταυτόχρονα δύο φορές ημερησίως για μία εβδομάδα. |
Ειδικοί πληθυσμοί
Διαταραγμένη νεφρική λειτουργία
Δεν χρειάζεται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Διαταραγμένη ηπατική λειτουργία
Σε ασθενείς με διαταραγμένη ηπατική λειτουργία μία ημερήσια δόση των 10-20 mg μπορεί να είναι ικανοποιητική (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Ηλικιωμένοι (>65 ετών)
Δεν χρειάζεται προσαρμογή της δόσης σε ηλικιωμένους (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Μέθοδος χορήγησης
Τα καψάκια ομεπραζόλης συνιστάται να λαμβάνονται το πρωί, κατά προτίμηση χωρίς φαγητό και να καταπίνονται ολόκληρα με μισό ποτήρι νερό. Τα καψάκια δεν πρέπει να μασώνται ή να θρυμματίζονται.
Για ασθενείς με δυσκολίες κατάποσης και για παιδιά που μπορούν να πιούν ή να καταπιούν ημίρρευστες τροφές. Οι ασθενείς μπορούν να ανοίξουν τα καψάκια και να καταπιούν το περιεχόμενο με μισό ποτήρι νερό ή μετά από ανάμιξη του περιεχομένου με ένα ελαφρώς όξινο υγρό π.χ. χυμό φρούτου ή κομπόστα μήλου, ή με μη-ανθρακούχο νερό. Πρέπει να γίνει σύσταση στους ασθενείς ότι το μίγμα πρέπει να λαμβάνεται αμέσως (ή μέσα σε 30 λεπτά) και πάντα να αναδεύεται ακριβώς πριν την πόση και να ξεπλένεται με μισό ποτήρι νερό. Εναλλακτικά οι ασθενείς μπορούν να διαλύσουν το καψάκιο στο στόμα και να καταπιούν τα κοκκία με μισό ποτήρι νερό. Τα εντεροδιαλυτά κοκκία δεν πρέπει να μασηθούν.
block
Αντενδείξεις
SPC-ELCOZEK
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στην ομεπραζόλη, στα υποκατεστημένα βενζιμιδαζόλια ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
- Η ομεπραζόλη όπως και άλλοι αναστολείς της αντλίας πρωτονίων (PPIs) δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα με νελφιναβίρη (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-ELCOZEK
expand_more
Προειδοποιήσεις
Παρουσία κάποιων προειδοποιητικών συμπτωμάτων (π.χ. σημαντική ακούσια απώλεια βάρους, υποτροπιάζων εμετός, δυσφαγία, αιματέμεση ή μέλαινα) και όταν υπάρχει υποψία ή παρουσία γαστρικού έλκους, πρέπει να αποκλείεται η κακοήθεια, καθώς η θεραπεία μπορεί να ανακουφίσει τα συμπτώματα και να καθυστερήσει τη διάγνωση.
Δε συνιστάται η ταυτόχρονη χορήγηση αταζαναβίρης με αναστολείς της αντλίας πρωτονίων (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Εάν ο συνδυασμός δεν μπορεί να αποφευχθεί, συνιστάται στενή κλινική παρακολούθηση (π.χ. ιικό φορτίο) σε συνδυασμό με αύξηση της δόσης της αταζαναβίρης σε 400 mg με 100 mg ριτοναβίρη. Η ομεπραζόλη δεν πρέπει να ξεπερνά τα 20 mg.
Η ομεπραζόλη, όπως όλα τα φάρμακα αναστολείς της αντλίας πρωτονίων, μπορεί να μειώσει την απορρόφηση της βιταμίνης Β12 (κυανοκοβαλαμίνη) λόγω της υπο- ή αχλωρυδρίας. Αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε ασθενείς με μειωμένες αποθήκες ή αυξημένο κίνδυνο για μειωμένη απορρόφηση βιταμίνης Β12 σε περίπτωση μακροχρόνιας θεραπείας.
Η ομεπραζόλη είναι αναστολέας του CYP2C19. Κατά την έναρξη ή τη διακοπή της θεραπείας με ομεπραζόλη, πρέπει να εξετάζεται η ενδεχόμενη αλληλεπίδραση με φάρμακα που μεταβολίζονται μέσω του CYP2C19. Αλληλεπίδραση παρατηρείται μεταξύ κλοπιδογρέλης και ομεπραζόλης (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Η κλινική σημασία αυτής της αλληλεπίδρασης είναι αμφίβολη. Προληπτικά, η ταυτόχρονη χρήση ομεπραζόλης και κλοπιδογρέλης πρέπει να αποθαρρύνεται.
Επίδραση στις εργαστηριακές εξετάσεις
Αυξημένα επίπεδα χρωμογρανίνης Α (CgA) μπορεί να επηρεάσουν τις εξετάσεις για νευροενδοκρινικούς όγκους. Για να αποφευχθεί αυτή η επιρροή, θα πρέπει, η θεραπεία με ομεπραζόλη, να σταματά προσωρινά τουλάχιστον πέντε ημέρες πριν από τις CgA μετρήσεις.
Μερικά παιδιά με χρόνιες παθήσεις μπορεί να χρειαστούν μακροχρόνια θεραπεία παρόλο που δεν ενδείκνυται.
Το καψάκιο περιέχει λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψη λακτάσης Lapp ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
Η θεραπεία με αναστολείς της αντλίας πρωτονίων μπορεί να οδηγήσει σε ελαφρώς αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης γαστρεντερικών λοιμώξεων όπως από Salmonella και Campylobacter (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
Όπως σε όλες τις μακροχρόνιες θεραπείες, ειδικά όταν ξεπερνούν σε διάρκεια τον 1 χρόνο θεραπείας, οι ασθενείς πρέπει να βρίσκονται υπό τακτική επίβλεψη.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-ELCOZEK
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Επιδράσεις της ομεπραζόλης στη φαρμακοκινητική άλλων δραστικών ουσιών.
Δραστικές ουσίες με απορρόφηση που εξαρτάται από το pH.
Η μειωμένη ενδογαστρική οξύτητα κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ομεπραζόλη μπορεί να αυξήσει ή να μειώσει την απορρόφηση των δραστικών ουσιών με απορρόφηση που εξαρτάται από το γαστρικό pH.
Νελφιναβίρη αταζαναβίρη Τα επίπεδα νελφιναβίρης και αταζαναβίρης στο πλάσμα μειώνονται σε περίπτωση συγχορήγησης με ομεπραζόλη. Ταυτόχρονη χορήγηση ομεπραζόλης με νελφιναβίρη αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις). Συγχορήγηση ομεπραζόλης (40 mg μία φορά ημερησίως) μείωσε τη μέση έκθεση νελφιναβίρης κατά 40% περίπου και η μέση έκθεση του φαρμακολογικά δραστικού μεταβολίτη M8 μειώθηκε κατά 75-90% περίπου. Η αλληλεπίδραση μπορεί επίσης να εμπλέκει την αναστολή του CYP2C19. Ταυτόχρονη χορήγηση ομεπραζόλης με αταζαναβίρη δε συνιστάται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Συγχορήγηση ομεπραζόλης (40 mg μία φορά ημερησίως) και αταζαναβίρης 300 mg/ριτοναβίρης 100 mg σε υγιείς εθελοντές είχε ως αποτέλεσμα 75% μείωση της έκθεσης αταζναβίρης. Αύξηση της δόση της αταζαναβίρης στα 400 mg δεν αντιστάθμισε την επίδραση της ομεπραζόλης στην έκθεση αταζαναβίρης. Η συγχορήγηση ομεπραζόλης (20 mg μία φορά ημερησίως) με αταζαναβίρη 400 mg/ριτοναβίρη 100 mg σε υγιείς εθελοντές είχε ως αποτέλεσμα μείωση κατά 30% περίπου στην έκθεση αταζαναβίρης σε σύγκριση με αταζαναβίρη 300 mg/ριτοναβίρη 100 mg μία φορά ημερησίως.
Διγοξίνη Ταυτόχρονη θεραπεία με ομεπραζόλη (20 mg ημερησίως) και διγοξίνη σε υγιή άτομα αυξάνει τη βιοδιαθεσιμότητα της διγοξίνης κατά 10%. Τοξικότητα διγοξίνης σπάνια έχει αναφερθεί. Ωστόσο, πρέπει να δίνεται προσοχή όταν η ομεπραζόλη χορηγείται σε υψηλες δόσεις σε ηλικιωμένα άτομα. Στην περίπτωση αυτή, πρέπει να ενισχύεται η θεραπευτική παρακολούθηση (TDM) της διγοξίνης.
Κλοπιδογρέλη Σε μία διασταυρούμενη κλινική μελέτη, χορηγήθηκε για 5 ημέρες κλοπιδογρέλη (300 mg δόση εφόδου ακολουθούμενη από 75 mg/ημέρα) μόνη ή με ομεπραζόλη (80 mg την ίδια χρονική στιγμή με την κλοπιδογρέλη). Η έκθεση στον δραστικό μεταβολίτη της κλοπιδογρέλης μειώθηκε κατά 46% (Ημέρα 1) και 42% (Ημέρα 5) όταν η κλοπιδογρέλη και η ομεπραζόλη χορηγήθηκαν ταυτόχρονα. Η μέση αναστολή συσσώρευσης αιμοπεταλίων (IPA) μειώθηκε κατά 47% (24 ώρες) και 30% (Ημέρα 5) όταν η κλοπιδογρέλη και η ομεπραζόλη χορηγήθηκαν ταυτόχρονα. Σε μία άλλη μελέτη αποδείχθηκε ότι χορηγώντας κλοπιδογρέλη και ομεπραζόλη σε διαφορετικούς χρόνους δεν αποτράπηκε η αλληλεπίδρασή τους η οποία ενδέχεται να οφείλεται στην ανασταλτική επίδραση της ομεπραζόλης στον CYP2C19. Έχει αναφερθεί ασυμφωνία δεδομένων επί των κλινικών επιπλοκών αυτής της PK/PD αλληλεπίδρασης σε όρους μειζόνων καρδιαγγειακών συμβαμάτων από μελέτες παρατήρησης και κλινικές μελέτες.
Άλλες δραστικές ουσίες Η απορρόφηση ποσακοναζόλης, ερλοτινίμπης, κετοκοναζόλης και ιτρακοναζόλης μειώνεται σημαντικά και έτσι η κλινική αποτελεσματικότητα μπορεί να είναι επηρεασμένη. Για την ποσακοναζόλη και την ερλοτινίμπη η ταυτόχρονη χρήση πρέπει να αποφεύγεται.
Δραστικές ουσίες που μεταβολίζονται από το CYP2C19
Η ομεπραζόλη είναι ήπιος αναστολέας του CYP2C19, το κύριο ένζυμο μεταβολισμού της ομεπραζόλης. Έτσι, ο μεταβολισμός συνεπακόλουθων δραστικών ουσιών που επίσης μεταβολίζονται από το CYP2C19, μπορεί να είναι μειωμένος και η συστηματική έκθεση σε αυτές τις ουσίες αυξημένη. Παράδειγμα τέτοιων ουσιών είναι η R-βαρφαρίνη και άλλοι ανταγωνιστές της βιταμίνης Κ, η σιλοσταζόλη, η διαζεπάμη και η φαινυτοΐνη.
Σιλοσταζόλη Η ομεπραζόλη χορηγούμενη σε δόσεις των 40 mg σε υγιή άτομα σε μία διασταυρούμενη μελέτη, αύξησε το Cmax και AUC για την σιλοσταζόλη κατά 18% και 26% αντίστοιχα, και για έναν από τους δραστικούς μεταβολίτες της κατά 29% και 69% αντίστοιχα.
Φαινυτοΐνη Συνιστάται η παρακολούθηση της συγκέντρωσης φαινυτοΐνης στο πλάσμα κατά τη διάρκεια των πρώτων δύο εβδομάδων μετά την έναρξη της θεραπείας με ομεπραζόλη και, αν έχει γίνει προσαρμογή της δόσης της φαινυτοΐνης, πρέπει να λάβει χώρα παρακολούθηση και περαιτέρω προσαρμογή της δόσης μετά το πέρας της θεραπείας με ομεπραζόλη.
Άγνωστοι μηχανισμοί
Σακουιναβίρη Ταυτόχρονη χορήγηση ομεπραζόλης με σακουιναβίρη/ριτοναβίρη είχε ως αποτέλεσμα αύξηση στα επίπεδα του πλάσματος μέχρι και 70% περίπου για την σακουιναβίρη σε συνδυασμό με καλή ανοχή σε ασθενείς με HIV μόλυνση.
Τακρόλιμους Ταυτόχρονη χορήγηση ομεπραζόλης έχει αναφερθεί ότι αυξάνει τα επίπεδα της τακρόλιμους στον ορό. Θα πρέπει να εφαρμόζεται ενισχυμένη παρακολούθηση της συγκέντρωσης τακρόλιμους καθώς και της νεφρικής λειτουργίας (κάθαρση κρεατινίνης), και να προσαρμόζεται η δόση της τακρόλιμους αν χρειάζεται.
Επιδράσεις άλλων δραστικών ουσιών στη φαρμακοκινητική της ομεπραζόλης
Αναστολείς του CYP2C19 και/ή του CYP3A4 Καθώς η ομεπραζόλη μεταβολίζεται μέσω των CYP2C19 και CYP3A4, δραστικές ουσίες που είναι γνωστό ότι αναστέλλουν το CYP2C19 ή το CYP3A4 (όπως η κλαριθρομυκίνη και η βορικοναζόλη) μπορεί να οδηγήσουν σε αυξημένα επίπεδα ομεπραζόλης στον ορό διότι μειώνεται ο ρυθμός μεταβολισμού της ομεπραζόλης. Ταυτόχρονη θεραπεία με βορικοναζόλη είχε ως αποτέλεσμα περισσότερο από διπλάσια έκθεση στην ομεπραζόλη. Καθώς υψηλές δόσεις ομεπραζόλης ήταν καλά ανεκτές, γενικώς δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης της ομεπραζόλης. Ωστόσο, πρέπει να εξεταστεί η προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία και αν ενδείκνυται μακροχρόνια θεραπεία.
Επαγωγείς του CYP2C19 και/ή του CYP3A4 Δραστικές ουσίες που είναι γνωστό ότι διεγείρουν το CYP2C19 ή το CYP3A4 ή και τα δύο (όπως η ριφαμπικίνη και το St John’s wort) μπορεί να οδηγήσουν σε μειωμένα επίπεδα ομεπραζόλης στον ορό αυξάνοντας το ρυθμό μεταβολισμού της ομεπραζόλης.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-ELCOZEK
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες (1-10% των ασθενών) είναι κεφαλαλγία, κοιλιακό άλγος, δυσκοιλιότητα, διάρροια, μετεωρισμός και ναυτία/εμετός.
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου έχουν εξακριβωθεί ή υποψιαστεί από κλινικές μελέτες για την ομεπραζόλη και μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου. Καμία από τις ανεπιθύμητες ενέργειες δε φάνηκε να είναι δοσοεξαρτώμενη. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που καταρτίζονται στην παρακάτω λίστα κατηγοριοποιούνται σύμφωνα με τη συχνότητα και την Κατηγορία Οργάνου Συστήματος (ΚΟΣ). Οι κατηγορίες συχνότητας ορίζονται σύμφωνα με την παρακάτω συνθήκη: Πολύ συχνές (≥1/10), Συχνές (≥1/100, <1/10), Όχι συχνές (≥1/1.000, <1/100), Σπάνιες (≥1/10.000, <1/1.000), Πολύ σπάνιες (<1/10.000), Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
| ΚΟΣ/συχνότητα | Ανεπιθύμητη ενέργεια |
|---|---|
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | |
| Σπάνιες: | Λευκοπενία, θρομβοπενία |
| Πολύ σπάνιες: | Ακοκκιοκυτταραιμία, πανκυτταροπενία |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | |
| Σπάνιες: | Αντιδράσεις υπερευαισθησίας π.χ. πυρετός, αγγειοοίδημα και αναφυλακτική αντίδραση/καταπληξία |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | |
| Σπάνιες: | Υπονατριαιμία |
| Πολύ σπάνιες: | Υπομαγνησιαιμία |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | |
| Όχι συχνές: | Αϋπνία |
| Σπάνιες: | Διέγερση, σύγχυση, κατάθλιψη |
| Πολύ σπάνιες: | Επιθετικότητα, παραισθήσεις |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | |
| Συχνές: | Κεφαλαλγία |
| Όχι συχνές: | Ζάλη, παραισθησία, υπνηλία |
| Σπάνιες: | Διαταραχή της γεύσης |
| Οφθαλμικές διαταραχές | |
| Σπάνιες: | Θαμπή όραση |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | |
| Όχι συχνές: | Ίλιγγος |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου | |
| Σπάνιες: | Βρογχόσπασμος |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | |
| Συχνές: | Κοιλιακό άλγος, δυσκοιλιότητα, διάρροια, μετεωρισμός, ναυτία/εμετός |
| Σπάνιες: | Ξηροστομία, στοματίτιδα, γαστρεντερική καντιντίαση |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | |
| Όχι συχνές: | Αυξημένα ηπατικά ένζυμα |
| Σπάνιες: | Ηπατίτιδα με ή χωρίς ίκτερο |
| Πολύ σπάνιες: | Ηπατική ανεπάρκεια, εγκεφαλοπάθεια σε ασθενείς με προϋπάρχουσα νόσο του ήπατος |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | |
| Όχι συχνές: | Δερματίτιδα, κνησμός, εξάνθημα, κνίδωση |
| Σπάνιες: | Αλωπεκία, φωτοευαισθησία |
| Πολύ σπάνιες: | Πολύμορφο ερύθημα, σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | |
| Σπάνιες: | Αρθραλγία, μυαλγία |
| Πολύ σπάνιες: | Μυϊκή αδυναμία |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | |
| Σπάνιες: | Διάμεση νεφρίτιδα |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | |
| Πολύ σπάνιες: | Γυναικομαστία |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | |
| Όχι συχνές: | Αίσθημα κακουχίας, περιφερικό οίδημα |
| Σπάνιες: | Αυξημένη εφίδρωση |
Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια της ομεπραζόλης έχει αξιολογηθεί σε σύνολο 310 παιδιών ηλικίας 0 έως 16 ετών με νόσο σχετιζόμενη με υπεροξύτητα. Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα ασφάλειας με παρατεταμένη θεραπεία από 46 παιδιά τα οποία έλαβαν θεραπεία συντήρησης με ομεπραζόλη κατά τη διάρκεια κλινικής μελέτης για σοβαρή διαβρωτική οισοφαγίτιδα έως και 749 ημέρες. Το προφίλ των ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν γενικώς το ίδιο με των ενηλίκων τόσο σε βραχυπρόθεσμη όσο και σε μακροπρόθεσμη θεραπεία. Δεν υπάρχουν μακροπρόθεσμα δεδομένα αναφορικά με τις επιδράσεις της θεραπείας με ομεπραζόλη στην ήβη και την ανάπτυξη.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-ELCOZEK
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Αποτελέσματα από τρεις διερευνητικές επιδημιολογικές μελέτες (περισσότερα από 1000 αποτελέσματα έκθεσης) δεν υποδεικνύουν ανεπιθύμητες ενέργειες της ομεπραζόλης στην κύηση ή στην υγεία του εμβρύου/νεογέννητου παιδιού. Η ομεπραζόλη μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
Η ομεπραζόλη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα αλλά δε φαίνεται να επηρεάζει το παιδί όταν λαμβάνεται σε θεραπευτικές δόσεις.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-ELCOZEK
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Αναστολείς της αντλίας πρωτονίων, κωδικός ATC: Α02BC01
Μηχανισμός δράσης
Η ομεπραζόλη, ένα ρακεμικό μίγμα δύο εναντιομερών, μειώνει τη γαστρική έκκριση οξέος μέσω ενός μηχανισμού δράσης υψηλής εκλεκτικότητας. Είναι ένας ειδικός αναστολέας της αντλίας πρωτονίων του τοιχωματικού κυττάρου. Δρα ταχέως και προσφέρει έλεγχο μέσω αντιστρεπτής αναστολής της γαστρικής έκκρισης οξέος, με μία μόνο δόση την ημέρα. Η ομεπραζόλη είναι μία ασθενής βάση που συγκεντρώνεται και μετατρέπεται στη δραστική μορφή μέσα στο ισχυρά όξινο περιβάλλον των ενδοκυτταρικών σωληνίσκων του τοιχωματικού κυττάρου, όπου αναστέλλει το ένζυμο H+ K+-ATPάση, την αντλία δηλαδή πρωτονίων. Αυτή η επίδραση στο τελικό στάδιο της διαδικασίας σχηματισμού του γαστρικού οξέος είναι δοσοεξαρτώμενη και παρέχει αναστολή υψηλής απόδοσης τόσο στην βασική έκκριση οξέος όσο και σε αυτήν μετά από διέγερση, ανεξάρτητα από τον παράγοντα διέγερσης.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Όλες οι φαρμακοδυναμικές επιδράσεις που παρατηρούνται μπορούν να εξηγηθούν από τη δράση της ομεπραζόλης στην έκκριση οξέος.
Επίδραση στη γαστρική έκκριση οξέος
Η από του στόματος χορήγηση ομεπραζόλης μία φορά ημερησίως παρέχει ταχεία και αποτελεσματική αναστολή της γαστρική έκκρισης οξέος τόσο κατά τη διάρκεια της ημέρας όσο και της νύχτας με το μέγιστο της δράσης της να επιτυγχάνεται μέσα σε 4 μέρες θεραπείας. Σε ασθενείς με δωδεκαδακτυλικό έλκος, με ομεπραζόλη 20 mg η μέση ελάττωση της 24ωρης ενδογαστρικής οξύτητας διατηρείται ακολούθως στο 80% τουλάχιστον, με μέση ελάττωση της μέγιστης έκκρισης οξέος μετά από διέγερση με πενταγαστρίνη περίπου στο 70%, 24 ώρες μετά τη λήψη της δόσης. Η από του στόματος χορήγηση ομεπραζόλης 20 mg διατηρεί ένα ενδογαστρικό pH≥3 για ένα μέσο χρόνο 17 ωρών κατά τη διάρκεια του 24ώρου σε ασθενείς με δωδεκαδακτυλικό έλκος. Ως αποτέλεσμα της μειωμένης έκκρισης οξέος και ενδογαστρικής οξύτητας, η ομεπραζόλη μειώνει/ομαλοποιεί με δοσοεξαρτώμενο τρόπο την έκθεση του οισοφάγου στο γαστρικό οξύ σε ασθενείς με γαστροοισοφαγική παλινδρομική νόσο. Η αναστολή της έκκριση του οξέος σχετίζεται με το εμβαδό κάτω από την καμπύλη της συγκέντρωσης στο πλάσμα ως προς το χρόνο (AUC) της ομεπραζόλης και όχι με την πραγματική συγκέντρωση στο πλάσμα σε δεδομένο χρόνο. Δεν έχει παρατηρηθεί ταχυφυλαξία κατά τη διάρκεια θεραπείας με ομεπραζόλη.
Επίδραση στο Ελικοβακτηρίδιο του Πυλωρού
Το Ελικοβακτηρίδιο του Πυλωρού σχετίζεται με τα πεπτικά έλκη, συμπεριλαμβανομένων του δωδεκαδακτυλικού και γαστρικού έλκους. Το Ελικοβακτηρίδιο του Πυλωρού είναι ο κύριος παράγοντας ανάπτυξης γαστρίτιδας. Το Ελικοβακτηρίδιο του Πυλωρού μαζί με το γαστρικό οξύ είναι οι κύριοι παράγοντες ανάπτυξης πεπτικού έλκους. Το Ελικοβακτηρίδιο του Πυλωρού είναι ο κύριος παράγοντας ανάπτυξης ατροφικής γαστρίτιδας η οποία σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης γαστρικού καρκινώματος. Η εκρίζωση του Ελικοβακτηριδίου του Πυλωρού με ομεπραζόλη και αντιβιοτικά σχετίζεται με υψηλά ποσοστά επούλωσης και μακροχρόνια ύφεση της νόσου των πεπτικών ελκών. Διπλές θεραπείες έχουν μελετηθεί και βρεθεί ότι είναι λιγότερο αποτελεσματικές από τις τριπλές θεραπείες. Θα μπορούσαν, ωστόσο, να ληφθούν υπόψη σε περιπτώσεις όπου γνωστές υπερευαισθησίες αποκλείουν τη χρήση οποιουδήποτε τριπλού συνδυασμού.
Άλλες επιδράσεις που σχετίζονται με την αναστολή έκκρισης του γαστρικού οξέος
Κατά τη διάρκεια της μακροπρόθεσμης θεραπείας έχει αναφερθεί η εμφάνιση γαστρικών αδενικών κυστών με κάποια αυξημένη συχνότητα. Οι αλλαγές αυτές είναι ένα φυσιολογικό επακόλουθο της έντονης αναστολής της έκκρισης οξέος, είναι καλοήθεις και φαίνεται ότι είναι αναστρέψιμες. Η με οποιοδήποτε τρόπο μείωση της γαστρικής οξύτητας, συμπεριλαμβανομένης της χορήγησης αναστολέων της αντλίας πρωτονίων, αυξάνει τον αριθμό των γαστρικών βακτηριδίων που φυσιολογικά υπάρχουν στο γαστρεντερικό σωλήνα. Η θεραπεία με φάρμακα που μειώνουν την έκκριση οξέος μπορεί να οδηγήσει σε ελαφρώς αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης γαστρεντερικών λοιμώξεων π.χ. από Salmonella και Campylobacter. Η χρωμογρανίνη Α (CgA) αυξάνεται επίσης λόγω της μειωμένης γαστρικής οξύτητας. Η τροποποιημένη αυτή επίδραση της CgA δεν μπορεί να αποδειχθεί πέντε ημέρες μετά την διακοπή θεραπείας με αναστολείς της αντλίας πρωτονίων.
Παιδιατρική χρήση
Σε μία μη-ελεγχόμενη μελέτη σε παιδιά (ηλικίας 1 έως 16 ετών) με σοβαρή οισοφαγίτιδα από παλινδρόμηση, η ομπεραζόλη σε δόσεις από 0,7 έως 1,4 mg/kg βελτίωσε το βαθμό της οισοφαγίτιδας στο 90% των περιπτώσεων και μείωσε σημαντικά τα συμπτώματα της παλινδρόμησης. Σε μία μονάτυφλή μελέτη, σε παιδιά ηλικίας 0-24 μηνών με κλινικά διαγνωσμένη γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση χορηγήθηκαν 0,5, 0,1 ή 1,5 mg ομεπραζόλης/kg. Η συχνότητα των επεισοδίων εμετού/παλινδρόμησης μειώθηκαν κατά 50% μετά από 8 εβδομάδες θεραπείας, ανεξάρτητα από τη δόση.
Εκρίζωση του Ελικοβακτηριδίου του Πυλωρού από παιδιά
Μία τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή κλινική μελέτη (μελέτη Héliot) απέδειξε ότι η ομεπραζόλη σε συνδυασμό με δύο αντιβιοτικά (αμοξικυλλίνη και κλαριθρομυκίνη), ήταν ασφαλής και αποτελεσματική στη θεραπεία λοιμώξεων από το Ελικοβακτηρίδιο του Πυλωρού σε παιδιά ηλικίας από 4 ετών και άνω με γαστρίτιδα: ποσοστό εκρίζωσης του Ελικοβακτηριδίου του Πυλωρού: 74,2% (23/31 ασθενείς) με ομεπραζόλη + αμοξικυλλίνη + κλαριθρομυκίνη έναντι 9,4% (3/32) με αμοξικυλλίνη + κλαριθρομυκίνη. Ωστόσο, δεν παρουσιάστηκαν στοιχεία κλινικού οφέλους αναφορικά με τα συμπτώματα δυσπεψίας. Αυτή η μελέτη δεν υποστηρίζει καμία πληροφορία για παιδιά ηλικίας μικρότερης από 4 ετών.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-ELCOZEK
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Η ομεπραζόλη και το μετά μαγνησίου άλας της ομεπραζόλης είναι οξινοευαίσθητες ουσίες και ως εκ τούτου χορηγούνται από του στόματος ως εντεροδιαλυτά κοκκία σε καψάκια ή δισκία. Η απορρόφηση της ομεπραζόλης είναι ταχεία, με τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα να παρατηρούνται κατά προσέγγιση σε 1-2 ώρες μετά τη λήψη της δόσης. Η απορρόφηση της ομεπραζόλης λαμβάνει χώρα στο λεπτό έντερο και συνήθως ολοκληρώνεται εντός 3-6 ωρών. Η ταυτόχρονη λήψη τροφής δεν έχει επίδραση στη βιοδιαθεσιμότητα. Η συστηματική διαθεσιμότητα (βιοδιαθεσιμότητα) από εφάπαξ δόση ομεπραζόλης από του στόματος είναι περίπου 40%. Μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση μια φορά ημερησίως, η βιοδιαθεσιμότητα αυξάνεται σε περίπου 60%.
Κατανομή
Ο φαινόμενος όγκος κατανομής σε υγιή άτομα είναι περίπου 0,31/kg βάρους σώματος. Η ομεπραζόλη είναι κατά 97% συνδεδεμένη σε πρωτεΐνες του πλάσματος.
Μεταβολισμός
Η ομεπραζόλη μεταβολίζεται πλήρως από το ενζυμικό σύστημα του κυτοχρώματος P450 (CYP). Το κυριότερο τμήμα του μεταβολισμού της εξαρτάται από την πολυμορφικά εκφραζόμενη ειδική ισομορφή CYP2C19, που είναι υπεύθυνη για το σχηματισμό της υδροξυομεπραζόλης, τον κύριο μεταβολίτη στο πλάσμα. Το εναπομείναν τμήμα εξαρτάται από μία άλλη ειδική ισομορφή, CYP3A4, υπεύθυνη για το σχηματισμό της σουλφονικής ομεπραζόλης. Ως αποτέλεσμα της υψηλής συγγένειας της ομεπραζόλης με το CYP2C19, υπάρχει η πιθανότητα συναγωνιστικής αναστολής και μεταβολικής αλληλεπίδρασης με άλλα υποστρώματα του CYP2C19. Ωστόσο, λόγω της μικρής συγγένειας με το CYP3A4, η ομεπραζόλη δεν έχει τη δυνατότητα να αναστείλει το μεταβολισμό άλλων υποστρωμάτων του CYP3A4. Επιπλέον, η ομεπραζόλη δεν διαθέτει ανασταλτική δράση επί των κύριων CYP ενζύμων. Περίπου το 3% του Καυκάσιου πληθυσμού και το 15-20% του Ασιατικού πληθυσμού έχουν έλλειψη του λειτουργικού ενζύμου CYP2C19 και καλούνται άτομα με περιορισμένο μεταβολισμό. Σε τέτοια άτομα ο μεταβολισμός της ομεπραζόλης πιθανόν να καταλύεται κυρίως από το CYP3A4. Μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση 20 mg ομεπραζόλης μία φορά ημερησίως, το μέσο AUC ήταν 5 με 10 φορές υψηλότερο σε άτομα με περιορισμένο μεταβολισμό σε σχέση με τα άτομα που έχουν λειτουργικό CYP2C19 ένζυμο (άτομα με εκτεταμένο μεταβολισμό). Η μέση μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα ήταν επίσης υψηλότερη, κατά 3 με 5 φορές. Τα ευρήματα αυτά δεν έχουν επιπτώσεις στην δοσολογία της ομεπραζόλης.
Απέκκριση
Ο χρόνος ημιζωής της απομάκρυνσης της ομεπραζόλης από το πλάσμα είναι συνήθως μικρότερος από μία ώρα τόσο μετά από εφάπαξ όσο και μετά από επαναλαμβανόμενη μία φορά ημερησίως από του στόματος χορήγηση. Η ομεπραζόλη απομακρύνεται πλήρως από το πλάσμα μεταξύ των δόσεων χωρίς τάση για συσσώρευση κατά τη διάρκειας χορήγησης μια φορά ημερησίως. Σχεδόν το 80% της από του στόματος δόσης της ομεπραζόλης αποβάλλεται υπό τη μορφή μεταβολιτών με τα ούρα και το υπόλοιπο ανευρίσκεται στο κόπρανα, απεκκρινόμενο πρωτίστως με τη χολή. Το AUC της ομεπραζόλης αυξάνεται με την επαναλαμβανόμενη χορήγηση. Αυτή η αύξηση είναι δοσοεξαρτώμενη και έχει ως αποτέλεσμα μία μη-γραμμική σχέση δόσης-AUC μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση. Η χρονο- και δοσο-εξάρτηση οφείλεται στη μείωση του μεταβολισμού πρώτης διόδου και της συστηματικής κάθαρσης που πιθανόν προκαλείται από την αναστολή του ενζύμου CYP2C19 από την ομεπραζόλη και/ή τους μεταβολίτες της (π.χ. τη σουλφονική). Δεν έχει βρεθεί μεταβολίτης που να έχει επίδραση στην έκκριση του γαστρικού οξέος.
Ειδικοί πληθυσμοί
Διαταραγμένη ηπατική λειτουργία
Ο μεταβολισμός της ομεπραζόλης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία είναι εξασθενημένος, έχοντας ως αποτέλεσμα αυξημένο AUC. Δεν έχει αποδειχθεί να έχει η ομεπραζόλη οποιαδήποτε τάση για συσσώρευση όταν χορηγείται μία φορά ημερησίως.
Διαταραγμένη νεφρική λειτουργία
Οι φαρμακοκινητικές της ομεπραζόλης, συμπεριλαμβανομένης της συστηματικής βιοδιαθεσιμότητας και του ποσοστού απομάκρυνσης, είναι αμετάβλητες σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία.
Ηλικιωμένοι
Το ποσοστό μεταβολισμού της ομεπραζόλης είναι κάπως μειωμένο σε ηλικιωμένα άτομα (ηλικίας 75-79 ετών).
Παιδιατρικοί ασθενείς
Κατά τη διάρκεια θεραπείας με τις συνιστώμενες δόσεις σε παιδιά ηλικίας από 1 έτους, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα που λαμβάνονται είναι παρόμοιες με αυτές των ενηλίκων. Σε παιδιά μικρότερα από 6 μηνών, η κάθαρση της ομεπραζόλης είναι χαμηλή λόγω της μικρής ικανότητας μεταβολισμού της ομεπραζόλης.
ΕΟΦ · 1.1.2.4
Aναστολείς της αντλίας πρωτονίων
expand_more
Aναστολείς της αντλίας πρωτονίων
Oι ανταγωνιστές της αντλίας πρωτονίων αποτελούν, μετά τους H2-ανταγωνιστές, σημαντικό σταθμό στην εξέλιξη της θεραπείας του έλκους και της γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης. Tα σημαντικά τους πλεονεκτήματα, σε σχέση με τους H2-ανταγωνιστές, συνίστανται:
-
στην ισχυρότερη ανασταλτική τους δράση στην έκκριση του υδροχλωρικού οξέος,
-
στη σημαντική μείωση του χρόνου επούλωσης του έλκους και
-
στο γεγονός ότι, συνδυαζόμενα με αντιμικροβιακά φάρμακα, επιτυγχάνουν εκρίζωση του H.p. σε πάσχοντες από πεπτικό έλκος (βλ. 1.1.4).
Στη κατηγορία αυτή ανήκουν οι υποκατασταθείσες βενζιμιδαζόλες ομεπραζόλη, λανσοπραζόλη, παντοπραζόλη και ραμπεπραζόλη.
Oι ουσίες αυτές αποτελούν ισχυρούς αντιεκκριτικούς παράγοντες, αναστέλλοντας τη δράση του ενζύμου H+K+/ATPάση, που ευρίσκεται στη μεμβράνη των τοιχωματικών κυττάρων του στομάχου. Tο ένζυμο αυτό θεωρείται ως “αντλία οξέος” ή “αντλία πρωτονίων”, απ’ όπου και η ονομασία της κατηγορίας. H αντλία πρωτονίων αποτελεί το τελικό στάδιο στην έκκριση του υδροχλωρικού οξέος.
O μεταβολισμός τους γίνεται στο ήπαρ και επηρεάζεται από το κυτόχρωμα P-450. Σχετική, ίσως, εξαίρεση αποτελεί η παντοπραζόλη, που εμφανίζει μικρότερη συγγένεια με το τελευταίο. H σχέση τους με το κυτόχρωμα P-450 έχει σημασία για τις ενδεχόμενες αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα. Σε ηπατική ανεπάρκεια πάντως, όπως και σε ηλικιωμένους, δεν απαιτείται συνήθως μείωση της δόσης.
Eκτός της χρήσης τους στο πεπτικό έλκος οι ανταγωνιστές της αντλίας πρωτονίων χρησιμοποιούνται ως φάρμακα εκλογής σε βαριές οισοφαγίτιδες, που συνήθως, δεν ανταποκρίνονται στους H2-ανταγωνιστές.
Για χρήση τους στην εκρίζωση του H.p. βλ. 1.1.4.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
- 11.0 έως 23.6 L
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
- 7.6-14.0 L/h
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Αυτό το φάρμακο δρα μειώνοντας την έκκριση γαστρικού οξέος, γεγονός που μειώνει την οξύτητα του στομάχου. Η χορήγηση παντοπραζόλης οδηγεί σε μακροχρόνια αναστολή της έκκρισης γαστρικού οξέος.
Γενικές Επιπτώσεις
Η παντοπραζόλη έχει αποδειχθεί ότι μειώνει τα συμπτώματα που σχετίζονται με την παλινδρόμηση οξέος, επουλώνει τη φλεγμονή του οισοφάγου και βελτιώνει την ποιότητα ζωής των ασθενών πιο αποτελεσματικά από τους ανταγωνιστές των υποδοχέων ισταμίνης-2 (H2 blockers). Αυτό το φάρμακο έχει εξαιρετικό προφίλ ασφάλειας και χαμηλή συχνότητα αλληλεπιδράσεων με άλλα φάρμακα. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί με ασφάλεια σε διάφορους πληθυσμούς ασθενών υψηλού κινδύνου, συμπεριλαμβανομένων των ηλικιωμένων και ατόμων με νεφρική ανεπάρκεια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία.
Λόγω του καλού προφίλ ασφάλειάς τους και καθώς διάφορα PPIs διατίθενται χωρίς ιατρική συνταγή, η τρέχουσα χρήση τους στη Βόρεια Αμερική είναι ευρεία. Η μακροχρόνια χρήση PPIs όπως η παντοπραζόλη έχει συσχετιστεί με πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες, ωστόσο, συμπεριλαμβανομένης της αυξημένης ευαισθησίας σε βακτηριακές λοιμώξεις (συμπεριλαμβανομένου του γαστρεντερικού C. difficile), μειωμένης απορρόφησης μικροθρεπτικών συστατικών, συμπεριλαμβανομένου του σιδήρου και της βιταμίνης Β12, και αυξημένου κινδύνου εμφάνισης υπομαγνησιαιμίας και υποκαλιαιμίας, οι οποίες μπορεί να συμβάλουν στην οστεοπόρωση και τα κατάγματα οστών αργότερα στη ζωή.
Τα PPIs όπως η παντοπραζόλη έχουν επίσης αποδειχθεί ότι αναστέλλουν τη δραστηριότητα της διμεθυλαργινίνης διμεθυλαμινοϋδρόλασης (DDAH), ενός ενζύμου απαραίτητου για την καρδιαγγειακή υγεία. Η αναστολή της DDAH προκαλεί επακόλουθη συσσώρευση του ασύμμετρου διμεθυλαργινίνης (ADMA), ενός αναστολέα της συνθάσης του νιτρικού οξειδίου, ο οποίος θεωρείται ότι προκαλεί τη συσχέτιση των PPIs με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών συμβαμάτων σε ασθενείς με ασταθή στεφανιαία σύνδρομα.
Σημείωση σχετικά με εργαστηριακές ανωμαλίες
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με αντιεκκριτικά φάρμακα όπως η παντοπραζόλη, η γκαστρίνη ορού (μια πεπτιδική ορμόνη που διεγείρει την έκκριση γαστρικού οξέος) αυξάνεται ως απόκριση στη μειωμένη έκκριση οξέος που προκαλείται από την αναστολή της αντλίας πρωτονίων. Το αυξημένο επίπεδο γκαστρίνης μπορεί να επηρεάσει τις εξετάσεις για νευροενδοκρινικούς όγκους. Δημοσιευμένα στοιχεία υποδεικνύουν ότι οι αναστολείς της αντλίας πρωτονίων πρέπει να διακόπτονται 14 ημέρες πριν από τις μετρήσεις της χρωμογρανίνης Α (CgA). Αυτό επιτρέπει στα επίπεδα της χρωμογρανίνης Α, τα οποία μπορεί να είναι ψευδώς αυξημένα μετά από θεραπεία με αναστολέα της αντλίας πρωτονίων, να επανέλθουν στο φυσιολογικό εύρος αναφοράς.
Αναφέρθηκαν ψευδώς θετικά αποτελέσματα σε δοκιμασίες ελέγχου ούρων για την τετραϋδροκανναβινόλη (THC) σε ασθενείς που λαμβάνουν την πλειοψηφία των αναστολέων της αντλίας πρωτονίων, συμπεριλαμβανομένης της παντοπραζόλης. Πρέπει να χρησιμοποιείται επιβεβαιωτική μέθοδος.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η έκκριση υδροχλωρικού οξέος (HCl) στον αυλό του στομάχου είναι μια διαδικασία που ρυθμίζεται κυρίως από την H(+)/K(+)-ATPase της αντλίας πρωτονίων, η οποία εκφράζεται σε μεγάλες ποσότητες από τα βρεγματικά κύτταρα του στομάχου. Η ATPase είναι ένα ένζυμο στην κυτταρική μεμβράνη των βρεγματικών κυττάρων που διευκολύνει την ανταλλαγή υδρογόνου και καλίου μέσω του κυττάρου, η οποία κανονικά οδηγεί στην απέκκριση καλίου και στον σχηματισμό HCl (γαστρικό οξύ).
Οι αναστολείς της αντλίας πρωτονίων όπως η παντοπραζόλη είναι υποκατεστημένα παράγωγα της βενζιμιδαζόλης, ασθενείς βάσεις, οι οποίες συσσωρεύονται στον όξινο χώρο του βρεγματικού κυττάρου πριν μετατραπούν στα κανάλια (μικρό κανάλι) του γαστρικού βρεγματικού κυττάρου, σε όξινο περιβάλλον, σε ενεργά παράγωγα σουλφεναμιδίου. Αυτή η ενεργός μορφή στη συνέχεια σχηματίζει δεσμούς δισουλφιδίου με κυστεΐνες-κλειδιά στην αντλία γαστρικού οξέος, αναστέλλοντας τη λειτουργία της. Συγκεκριμένα, η παντοπραζόλη δεσμεύεται στην υδρυλομάδα της H+, K+-ATPase, η οποία είναι ένα ένζυμο που εμπλέκεται στην επιτάχυνση του τελικού βήματος της οδού έκκρισης οξέος. Το ένζυμο απενεργοποιείται, αναστέλλοντας την έκκριση γαστρικού οξέος. Η αναστολή της έκκρισης γαστρικού οξέος είναι ισχυρότερη με αναστολείς της αντλίας πρωτονίων όπως η παντοπραζόλη και διαρκεί περισσότερο από ό,τι με τους ανταγωνιστές Η2.
Η παντοπραζόλη είναι ένας αναστολέας της αντλίας πρωτονίων. Συσσωρεύεται στο όξινο διαμέρισμα των βρεγματικών κυττάρων και μετατρέπεται στην ενεργό μορφή, μια σουλφανιλαμίδη, η οποία δεσμεύεται στην υδρογόνο-κάλιο-ATP-άση στην εκκριτική επιφάνεια των γαστρικών βρεγματικών κυττάρων. Η αναστολή της υδρογόνου-κάλιο-αΤPάσης μπλοκάρει το τελικό βήμα της παραγωγής γαστρικού οξέος, οδηγώντας στην αναστολή τόσο της βασικής όσο και της διεγερμένης έκκρισης οξέος. Η διάρκεια της αναστολής της έκκρισης οξέος δεν συσχετίζεται με τον πολύ μικρότερο χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής της παντοπραζόλης. /Νάτριο παντοπραζόλης/
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η παντοπραζόλη απορροφάται μετά από από του στόματος χορήγηση σε δισκίο εντερικής επικάλυψης με μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα που επιτυγχάνονται εντός 2 – 3 ωρών και βιοδιαθεσιμότητα 77% που δεν αλλάζει με πολλαπλές δόσεις. Μετά από μια δόση 40mg από το στόμα, η Cmax είναι περίπου 2,5 μg/mL με tmax 2 έως 3 ώρες. Η AUC είναι περίπου 5 μg.h/mL. Δεν υπάρχει επίδραση τροφής στην AUC (βιοδιαθεσιμότητα) και στην Cmax. Τα δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης παρασκευάζονται ως δισκία εντερικής επικάλυψης, ώστε η απορρόφηση της παντοπραζόλης να αρχίζει μόνο αφού το δισκίο φύγει από το στομάχι.
Μετά από μία εφάπαξ από του στόματος ή ενδοφλέβια (IV) δόση 14C-σημασμένης παντοπραζόλης σε υγιείς, φυσιολογικά μεταβολίζοντες εθελοντές, περίπου το 71% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα, με 18% να απεκκρίνεται στα κόπρανα μέσω χολικής απέκκρισης. Δεν υπήρχε νεφρική απέκκριση αμετάβλητης παντοπραζόλης.
Ο φαινόμενος όγκος κατανομής της παντοπραζόλης είναι περίπου 11,0-23,6 L, κατανέμεται κυρίως στο εξωκυττάριο υγρό.
Ενήλικες: Με ενδοφλέβια χορήγηση παντοπραζόλης σε εκτενείς μεταβολιστές, η συνολική κάθαρση είναι 7,6-14,0 L/h. Σε ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού, η συνολική κάθαρση αυξήθηκε με την αύξηση του σωματικού βάρους με μη γραμμικό τρόπο. Παιδιά: οι τιμές κάθαρσης σε παιδιά 1 έως 5 ετών με ενδοσκοπικά επιβεβαιωμένη ΓΟΠ είχαν διάμεση τιμή 2,4 L/h.
Χρόνος επίτευξης μέγιστης συγκέντρωσης: Μετά από δόση 40 mg από το στόμα σε εκτενείς μεταβολιστές με φυσιολογική ηπατική λειτουργία: 2,4 ώρες. Όταν η παντοπραζόλη λαμβάνεται με τροφή, ο χρόνος επίτευξης μέγιστης συγκέντρωσης είναι μεταβλητός και μπορεί να αυξηθεί σημαντικά. /Νάτριο παντοπραζόλης/
Μέγιστη συγκέντρωση ορού: Μετά από δόση 40 mg από το στόμα σε εκτενείς μεταβολιστές με φυσιολογική ηπατική λειτουργία: 2,4 μg/mL. Μετά από ενδοφλέβια δόση 40 mg που χορηγήθηκε για 15 λεπτά σε εκτενείς μεταβολιστές με φυσιολογική ηπατική λειτουργία: 5,51 μg/mL. /Νάτριο παντοπραζόλης/
Απέκκριση: Νεφρική: 71%. Κοπρανώδης: 18% (χολική απέκκριση). Η αιμοκάθαρση απομακρύνει ασήμαντες ποσότητες παντοπραζόλης. /Νάτριο παντοπραζόλης/
Ταχέως απορροφάται. Ωστόσο, η απορρόφηση μπορεί να καθυστερήσει έως και 2 ώρες ή περισσότερο εάν η παντοπραζόλη λαμβάνεται με τροφή. Βιοδιαθεσιμότητα (από του στόματος): 77%. /Νάτριο παντοπραζόλης/
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την PANTOPRAZOLE (σύνολο 6), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σ δέσμευση Πρωτεϊνών
Περίπου 98%
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η παντοπραζόλη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ από το σύστημα κυτοχρώματος P450 (CYP). Ο μεταβολισμός της παντοπραζόλης είναι ανεξάρτητος από την οδό χορήγησης (ενδοφλέβια ή από του στόματος). Η κύρια μεταβολική οδός είναι η απαμείωση μεθυλίου, από το ηπατικό κυτταρικό ένζυμο CYP2C19, ακολουθούμενη από σουλφάτωση. Άλλες μεταβολικές οδοί περιλαμβάνουν την οξείδωση από το CYP3A4. Δεν υπάρχουν στοιχεία ότι κάποιο από τα μεταβολικά προϊόντα της παντοπραζόλης είναι φαρμακολογικά ενεργό. Μετά από ηπατικό μεταβολισμό, σχεδόν το 80% μιας δόσης από του στόματος ή ενδοφλέβιας χορήγησης απεκκρίνεται ως μεταβολίτες στα ούρα· το υπόλοιπο βρίσκεται στα κόπρανα και προέρχεται από τη χολική απέκκριση.
Η παντοπραζόλη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ μέσω του συστήματος κυτοχρωμάτων P450 (CYP). Ο μεταβολισμός της παντοπραζόλης είναι ανεξάρτητος από την οδό χορήγησης (ενδοφλέβια ή από του στόματος). Η κύρια μεταβολική οδός είναι η απαμείωση μεθυλίου, από το CYP2C19, με επακόλουθη σουλφάτωση· άλλες μεταβολικές οδοί περιλαμβάνουν την οξείδωση από το CYP3A4. … Το CYP2C19 εμφανίζει γνωστό γενετικό πολυμορφισμό λόγω της ανεπάρκειάς του σε ορισμένους υποπληθυσμούς (π.χ. 3% των Καυκάσιων και Αφροαμερικανών και 17 έως 23% των Ασιατών). /Νάτριο παντοπραζόλης/
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Περίπου 1 ώρα
Απέκκριση: Μετά από από του στόματος ή ενδοφλέβια χορήγηση: 1 ώρα. Ο χρόνος ημίσειας ζωής της παντοπραζόλης παρατείνεται (7 έως 9 ώρες) σε ασθενείς με κίρρωση του ήπατος και σε γενετικά προσδιορισμένους βραδείς μεταβολιστές (3,5 έως 10 ώρες). /Νάτριο παντοπραζόλης/
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση Φαρμακολογικής Ταξινόμησης MeSH
Διάφοροι παράγοντες με διαφορετικούς μηχανισμούς δράσης που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ή την ανακούφιση του ΠΕΠΤΙΚΟΥ ΕΛΚΟΥΣ ή του ερεθισμού του γαστρεντερικού σωλήνα. Αυτό περιλαμβάνει ΑΝΤΙΒΙΟΤΙΚΑ για τη θεραπεία λοιμώξεων ΕΛΙΚΟΒΑΚΤΗΡΙΔΙΟΥ· ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΙΣΤΑΜΙΝΗΣ Η2 για τη μείωση της έκκρισης ΓΑΣΤΡΙΚΟΥ ΟΞΕΟΣ· και ΑΝΤΙΟΞΥΠΑ για συμπτωματική ανακούφιση.
Ενώσεις που αναστέλλουν την H(+)-K(+)-EXCHANGING ATPASE. Χρησιμοποιούνται ως ΑΝΤΙΕΛΚΩΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ και μερικές φορές αντί για τους ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΙΣΤΑΜΙΝΗΣ Η2 για τη ΓΑΣΤΡΟΟΙΣΟΦΑΓΙΚΗ ΠΑΛΙΝΔΡΟΜΗΣΗ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
D8TST4O562
PANTOPRAZOLE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Αντλίας Πρωτονίων
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Αντλίας Πρωτονίων
Η παντοπραζόλη είναι ένας Αναστολέας Αντλίας Πρωτονίων. Ο μηχανισμός δράσης της παντοπραζόλης είναι ως Αναστολέας Αντλίας Πρωτονίων.
PANTOPRAZOLE
Αναστολέας Αντλίας Πρωτονίων [EPC]· Αναστολείς Αντλίας Πρωτονίων [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Gastroprotection A02BC02ΓαστροπροστασίαICD-10 T88.7 — Πρόληψη επιπλοκών ανωτέρου πεπτικού από ΜΣΑΦ/αντιαιμοπεταλιακά/κορτικοστεροειδήΔοσολογία: 20–40 mg × 1 · Όσο διαρκεί η αγωγή με ΜΣΑΦ/αντιαιμοπεταλιακά
-
ΒΗΜΑ GERD A02BC02Γαστροοισοφαγική Παλινδρόμηση (ΓΟΠΝ) — Εμπειρική ΘεραπείαICD-10 K20/K21 — τυπικά συμπτώματα ΓΟΠΝ χωρίς προηγούμενη γαστροσκόπησηΔοσολογία: 40 mg × 1 · 8 εβδομάδες
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση Φαρμακολογικής Ταξινόμησης MeSH
Διάφοροι παράγοντες με διαφορετικούς μηχανισμούς δράσης που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ή την ανακούφιση του ΠΕΠΤΙΚΟΥ ΕΛΚΟΥΣ ή του ερεθισμού του γαστρεντερικού σωλήνα. Αυτό περιλαμβάνει ΑΝΤΙΒΙΟΤΙΚΑ για τη θεραπεία λοιμώξεων ΕΛΙΚΟΒΑΚΤΗΡΙΔΙΟΥ· ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΙΣΤΑΜΙΝΗΣ Η2 για τη μείωση της έκκρισης ΓΑΣΤΡΙΚΟΥ ΟΞΕΟΣ· και ΑΝΤΙΟΞΥΠΑ για συμπτωματική ανακούφιση.
Ενώσεις που αναστέλλουν την H(+)-K(+)-EXCHANGING ATPASE. Χρησιμοποιούνται ως ΑΝΤΙΕΛΚΩΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ και μερικές φορές αντί για τους ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΙΣΤΑΜΙΝΗΣ Η2 για τη ΓΑΣΤΡΟΟΙΣΟΦΑΓΙΚΗ ΠΑΛΙΝΔΡΟΜΗΣΗ.