METFORMIN
Μετφορμίνη
Tα διγουανίδια φαινφορμίνη και μετφορμίνη έχουν διαφορετικό τρόπο δράσης από εκείνον των σουλφονυλουριών. Tα φάρμακα της ομάδας αυτής αν και στερούνται της ινσουλινοτρόπου δράσης των σουλφονυλουριών έχουν, εντούτοις, ανάγκη της παρουσίας λειτουργικών β-κυττάρων των νησίδων του …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-GLUCOSTOP
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Χορήγηση: κατά τη διάρκεια ή στο τέλος του γεύματος
- Δόση έναρξης: 500 mg ή 850 mg υδροχλωρικής μετφορμίνης 2 ή 3 φορές την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Ύστερα από 10 έως 15 ημέρες, η δόση πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με τις μετρήσεις της γλυκόζης του αίματος. Αργή αύξηση της δόσης μπορεί να βελτιώσει τη γαστροεντερική ανεκτικότητα.
-
Ενήλικες με κανονική νεφρική λειτουργία (GFR≥90 ml/min)Δόση500 mg ή 850 mg 2 ή 3 φορές την ημέραΜέγ. δόση3 g την ημέραΜονοθεραπεία και συνδυασμός με άλλους από του στόματος λαμβανόμενους αντιδιαβητικούς παράγοντες. Χορηγείται κατά τη διάρκεια ή στο τέλος του γεύματος. Σε ασθενείς που λαμβάνουν υψηλή δόση (2-3g/ημέρα), δύναται να αντικατασταθούν δύο αναβράζοντα δισκία μετφορμίνης 500 mg με ένα αναβράζον δισκίο μετφορμίνης 1000 mg. Για μετάβαση από άλλο από του στόματος αντιδιαβητικό φάρμακο, διακόπτεται το άλλο φάρμακο και ξεκινά η αγωγή με μετφορμίνη στην αναφερόμενη δόση.
-
Ενήλικες με κανονική νεφρική λειτουργία (GFR≥90 ml/min)Δόση500 ή 850 mg 2 ή 3 φορές την ημέραΣυνδυασμός με ινσουλίνη. Η δόση ινσουλίνης προσαρμόζεται ανάλογα με τις μετρήσεις της γλυκόζης του αίματος.
-
ΗλικιωμένοιΛόγω του ενδεχόμενου μειωμένης νεφρικής λειτουργίας, η δόση πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με τη νεφρική λειτουργία. Απαιτείται τακτική εκτίμηση της νεφρικής λειτουργίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Νεφρική ανεπάρκεια (GFR 60-89 mL/min)Μέγ. δόση3000 mgΘα πρέπει να εξετάζεται η μείωση της δόσης σε σχέση με μία μειωμένη νεφρική λειτουργία.
-
Νεφρική ανεπάρκεια (GFR 45-59 mL/min)ΔόσηΗ αρχική δόση είναι το μέγιστο το μισό της μέγιστης δόσης.Μέγ. δόση2000 mgΟι παράγοντες που μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο της γαλακτικής οξέωσης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) θα πρέπει να εξετάζονται πριν την έναρξη λήψης της μετφορμίνης.
-
Νεφρική ανεπάρκεια (GFR 30-44 mL/min)ΔόσηΗ αρχική δόση είναι το μέγιστο το μισό της μέγιστης δόσης.Μέγ. δόση1000 mgΟι παράγοντες που μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο της γαλακτικής οξέωσης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) θα πρέπει να εξετάζονται πριν την έναρξη λήψης της μετφορμίνης.
-
Νεφρική ανεπάρκεια (GFR <30 mL/min)Η μετφορμίνη αντενδείκνυται.
-
Παιδιά από 10 ετών και έφηβοιΔόση500 mg ή 850 mg μία φορά την ημέραΜέγ. δόση2 g την ημέραΜονοθεραπεία και συνδυασμός με ινσουλίνη. Χορηγείται κατά τη διάρκεια ή στο τέλος του γεύματος.
block
SPC-GLUCOSTOP
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη μετφορμίνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Οποιοσδήποτε τύπος οξείας μεταβολικής οξέωσης (όπως γαλακτική οξέωση, διαβητική κετοξέωση).
-
Διαβητικό προκώμα.
-
Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (GFR < 30 ml/min).
-
Οξείες καταστάσεις που ενδεχομένως συνοδεύονται από επηρεασμένη νεφρική λειτουργία όπως: Αφυδάτωση, βαριά λοίμωξη, καταπληξία.
-
Πάθηση η οποία μπορεί να προκαλέσει υποξία των ιστών (ειδικά οξεία πάθηση, ή επιδείνωση χρόνιας νόσου) όπως: συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, αναπνευστική ανεπάρκεια, πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου, καταπληξία.
-
Ηπατική ανεπάρκεια, οξεία δηλητηρίαση με οινόπνευμα, αλκοολισμός.
warning
SPC-GLUCOSTOP
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Γαλακτική οξέωσηΣοβαρήΟι ασθενείς ή/και οι φροντιστές τους θα πρέπει να είναι ενημερωμένοι για τον κίνδυνο γαλακτικής οξέωσης και τα συμπτώματα. Σε περίπτωση εμφάνισης ύποπτων συμπτωμάτων, ο ασθενής πρέπει να διακόψει τη χρήση μετφορμίνης και να ζητήσει άμεση ιατρική φροντίδα.
-
Αφυδάτωση (κίνδυνος γαλακτικής οξέωσης)ΠληθυσμόςΑσθενείς με αφυδάτωση (σοβαρής διάρροιας ή εμέτου, πυρετού ή μειωμένης πρόσληψης υγρών)Η μετφορμίνη θα πρέπει προσωρινά να διακοπεί και προτείνεται να επικοινωνήσετε με έναν επαγγελματία υγείας.
-
Φάρμακα που βλάπτουν τη νεφρική λειτουργία (κίνδυνος γαλακτικής οξέωσης)ΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς υπό θεραπεία μετφορμίνηςΗ λήψη φαρμακευτικών προϊόντων που μπορούν να βλάψουν τη νεφρική λειτουργία (όπως τα αντιυπερτασικά, τα διουρητικά και τα ΜΣΑΦ) θα πρέπει να ξεκινάει με προσοχή.
-
Νεφρική λειτουργία (GFR)Ο GFR πρέπει να αξιολογηθεί πριν την έναρξη της θεραπείας και τακτικά μετά από αυτήν.
-
Νεφρική λειτουργία (διακοπή μετφορμίνης)ΑντενδείκνυταιΠληθυσμόςΑσθενείς με GFR <30 ml/min και ασθενείς με συνθήκες που μεταβάλλουν τη νεφρική λειτουργίαΗ μετφορμίνη αντενδείκνυται ή θα πρέπει προσωρινά να διακόπτεται.
-
Καρδιακή ανεπάρκειαΜε προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με σταθερή χρόνια καρδιακή ανεπάρκειαΗ μετφορμίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί με μια τακτική παρακολούθηση της καρδιακής και της νεφρικής λειτουργίας.
-
Καρδιακή ανεπάρκειαΑντενδείκνυταιΠληθυσμόςΑσθενείς με οξεία και ασταθή καρδιακή ανεπάρκειαΗ μετφορμίνη αντενδείκνυται.
-
Χορήγηση ιωδιούχων σκιαγραφικών παραγόντωνΗ μετφορμίνη θα πρέπει να διακόπτεται πριν ή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας απεικόνισης και να επανεισάγεται τουλάχιστον 48 ώρες μετά, με την προϋπόθεση ότι η νεφρική λειτουργία έχει επανεκτιμηθεί και έχει βρεθεί σταθερή.
-
Χειρουργική επέμβασηΗ μετφορμίνη θα πρέπει να διακόπτεται τη στιγμή της χειρουργικής επέμβασης με ολική, ραχιαία ή επισκληρίδιο αναισθησία. Η θεραπεία μπορεί να αρχίσει ξανά όχι νωρίτερα από 48 ώρες μετά από τη χειρουργική επέμβαση ή τη συνέχιση της από στόματος διατροφής και με την προϋπόθεση ότι η νεφρική λειτουργία έχει επανεκτιμηθεί και έχει βρεθεί σταθερή.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΠληθυσμόςΠαιδιατρικός πληθυσμόςΗ διάγνωση του σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2 θα πρέπει να έχει επιβεβαιωθεί πριν την έναρξη θεραπείας με μετφορμίνη.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (ανάπτυξη και εφηβεία)ΠροσοχήΠληθυσμόςΠαιδιά που λαμβάνουν θεραπεία με μετφορμίνη, ιδιαίτερα στην προ-εφηβική ηλικίαΣυνιστάται προσεκτική παρακολούθηση της επίδρασης της μετφορμίνης στην ανάπτυξη και την εφηβεία.
-
Παιδιά ηλικίας μεταξύ 10 και 12 ετώνΙδιαίτερη προσοχήΠληθυσμόςΠαιδιά μεταξύ 10 και 12 ετώνΣυνιστάται ιδιαίτερη προσοχή όταν συνταγογραφείται.
-
ΔίαιταΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΠρέπει να συνεχίζουν τη δίαιτά τους με τακτική κατανομή των ποσοτήτων λήψης υδατανθράκων κατά τη διάρκεια της ημέρας. Οι παχύσαρκοι ασθενείς πρέπει να συνεχίζουν την υποθερμιδική δίαιτα.
-
Παρακολούθηση διαβήτηΟι συνηθισμένες εργαστηριακές δοκιμές για την παρακολούθηση του διαβήτη πρέπει να γίνονται τακτικά.
-
ΥπογλυκαιμίαΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που χρησιμοποιούν μετφορμίνη σε συνδυασμό με ινσουλίνη ή άλλα από του στόματος αντιδιαβητικά (π.χ. σουλφονυλουρίες ή μεγλιτινίδια)Συνιστάται προσοχή.
-
Περιεκτικότητα σε νάτριοΠληθυσμόςΑσθενείς που ακολουθούν άναλο δίαιτα (νεφροπαθείς, καρδιοπαθείς)Τα αναβράζοντα δισκία δεν πρέπει να συνιστώνται.
-
Περιεκτικότητα σε ισομαλτιτόληΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας σε γλυκόζηΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
-
Περιεκτικότητα σε σακχαρόζηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας σε γλυκόζη, κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης ή ανεπάρκεια σουκράσης-ισομαλτάσηςΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
SPC-GLUCOSTOP
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΟινόπνευμαπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος γαλακτικής οξέωσης, ιδίως σε περιπτώσεις νηστείας, υποσιτισμού ή ηπατικής ανεπάρκειας.
-
Ιωδιούχοι σκιαγραφικοί παράγοντεςπροσοχήΚίνδυνος παροδικής νεφρικής δυσλειτουργίας που οδηγεί σε συσσώρευση μετφορμίνης και κίνδυνο γαλακτικής οξέωσης.ΣύστασηΗ μετφορμίνη πρέπει να διακόπτεται πριν από, ή τη στιγμή της απεικονιστικής διαδικασίας και να αρχίσει ξανά όχι νωρίτερα από 48 ώρες με την προϋπόθεση ότι η νεφρική λειτουργία έχει επανεκτιμηθεί και έχει βρεθεί σταθερή.
-
ΜΣΑΦ (συμπεριλαμβανομένων εκλεκτικών αναστολέων COX II), αναστολείς ΜΕΑ, ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ και διουρητικά (κυρίως διουρητικά της αγκύλης)προσοχήΜπορεί να επηρεάσουν αρνητικά τη νεφρική λειτουργία, αυξάνοντας τον κίνδυνο γαλακτικής οξέωσης.ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας.
-
Γλυκοκορτικοειδή (συστηματική χορήγηση και τοπική εφαρμογή) και συμπαθομιμητικάπαρακολούθησηΦαρμακευτικά προϊόντα με ενδογενή υπεργλυκαιμική δραστηριότητα.ΣύστασηΣυχνότερη παρακολούθηση της γλυκόζης του αίματος, ιδιαίτερα στην αρχή της θεραπείας. Προσαρμογή της δοσολογίας της μετφορμίνης αν χρειαστεί.
-
Αναστολείς της OCT1 (π.χ. βεραπαμίλη)προσοχήΜείωση της αποτελεσματικότητας της μετφορμίνης.ΣύστασηΠροσοχή, ειδικά σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Εξετάστε προσαρμογή της δόσης της μετφορμίνης.
-
Επαγωγείς του OCT1 (π.χ. ριφαμπικίνη)προσοχήΑύξηση της γαστρεντερικής απορρόφησης και της αποτελεσματικότητας της μετφορμίνης.ΣύστασηΠροσοχή, ειδικά σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Εξετάστε προσαρμογή της δόσης της μετφορμίνης.
-
Αναστολείς του OCT2 (π.χ. σιμετιδίνη, ντολυτεγκραβίρη, ρανολαζίνη, τριμεθοπρίμη, βανδετανίμπη, ισαβουκοναζόλη)προσοχήΜείωση της νεφρικής αποβολής της μετφορμίνης και αύξηση της συγκέντρωσής της στο πλάσμα.ΣύστασηΠροσοχή, ειδικά σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Εξετάστε προσαρμογή της δόσης της μετφορμίνης.
-
προσοχήΜεταβολή της αποτελεσματικότητας και της νεφρικής κάθαρσης της μετφορμίνης.ΣύστασηΠροσοχή, ειδικά σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Εξετάστε προσαρμογή της δόσης της μετφορμίνης.
sick
SPC-GLUCOSTOP
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Γαλακτική οξέωση
- Απώλεια όρεξης
- Μείωση απορρόφησης της βιταμίνης Β12 με μείωση των επιπέδων της στον ορό (μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλοβλαστική αναιμία)
- Διαταραχές γεύσης
- Ναυτία
- Εμετός
- Διάρροια
- Κοιλιακό άλγος
- Διαταραχές στις ηπατικές δοκιμασίες
- Ηπατίτιδα
- Ερύθημα
- Κνησμός
- Κνίδωση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΑπώλεια όρεξηςΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΕμετόςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχές γεύσηςΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΓαλακτική οξέωσηΜεταβολισμός
-
Πολύ σπάνιεςΔιαταραχές στις ηπατικές δοκιμασίεςΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΕρύθημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΚνίδωσηΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΚνησμόςΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΜείωση απορρόφησης της βιταμίνης Β12 με μείωση των επιπέδων της στον ορό (μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλοβλαστική αναιμία)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
pregnant_woman
SPC-GLUCOSTOP
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
Κύησησυνίσταται ο διαβήτης να μη θεραπεύεται με μετφορμίνη, αλλά να χρησιμοποιείται ινσουλίνηΟ μη ελεγχόμενος διαβήτης σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο συγγενών ανωμαλιών και περιγεννητικής θνησιμότητας. Περιορισμένος αριθμός δεδομένων δεν δείχνει αυξημένο κίνδυνο συγγενών ανωμαλιών. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν επικίνδυνες επιπτώσεις.
-
Θηλασμόςο θηλασμός δε συνίσταται κατά τη θεραπεία με μετφορμίνηΗ μετφορμίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες σε νεογνά/βρέφη που θηλάζουν, αλλά λόγω περιορισμένων στοιχείων.
-
ΓονιμότηταΗ γονιμότητα των αρρένων ή θήλεων αρουραίων παρέμεινε ανεπηρέαστη από τη μετφορμίνηόταν χορηγήθηκε σε δόσεις τόσο υψηλές όσο 600 mg/kg/ημέρα, το οποίο είναι περίπου τρεις φορές η μέγιστη συνιστώμενη ανθρώπινη ημερήσια δόση με βάση συγκρίσεις επιφάνειας σώματος.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-GLUCOSTOP
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Από του στόματος λαμβανόμενα αντιδιαβητικά. Διγουανίδη, κωδικός ATC: A10BA02. ### Μηχανισμός δράσης Η μετφορμίνη είναι ένα διγουανίδιο με αντι-υπεργλυκαιμικές ενέργειες, το οποίο μειώνει και τη βασική και τη μεταγευματική…
biotech
SPC-GLUCOSTOP
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Ύστερα από χορήγηση από το στόμα δισκίου υδροχλωρικής μετφορμίνης, η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) επιτυγχάνεται σε περίπου 2,5 ώρες (tmax). Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της υδροχλωρικής μετφορμίνης ύστερα από χορήγηση δισκίου…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
- Ρυθμός σπειραματικής διήθησης (GFR) · πριν την έναρξη της θεραπείας και τακτικά μετά από αυτήν
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Νεφρική λειτουργία | water_dropΝεφρική λειτουργία | τακτικά | Σταθερή χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια |
| Γλυκαιμικός έλεγχος | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | τακτικά | — |
| Εφηβεία | endocrinologyΘυρεοειδής & ορμόνες | προσεκτική παρακολούθηση | Παιδιά υπό μετφορμίνη, ιδιαίτερα προ-εφηβικής ηλικίας |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ανάπτυξη | monitor_weightΣωματομετρικά (βάρος/ΔΜΣ) | προσεκτική παρακολούθηση | Παιδιά υπό μετφορμίνη, ιδιαίτερα προ-εφηβικής ηλικίας |
ΗΚΓ / Καρδιολογικός έλεγχος
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Καρδιακή λειτουργία | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | τακτικά | Σταθερή χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-GLUCOSTOP
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Ενήλικες με κανονική νεφρική λειτουργία (GFR≥90 ml/min)
Μονοθεραπεία και συνδυασμός με άλλους από του στόματος λαμβανόμενους αντιδιαβητικούς παράγοντες: Η συνήθης αρχική δοσολογία είναι 500 mg ή 850 mg υδροχλωρικής μετφορμίνης 2 ή 3 φορές την ημέρα χορηγούμενα κατά τη διάρκεια ή στο τέλος του γεύματος. Ύστερα από 10 έως 15 ημέρες, η δόση πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με τις μετρήσεις της γλυκόζης του αίματος. Αργή αύξηση της δόσης μπορεί να βελτιώσει τη γαστροεντερική ανεκτικότητα. Σε ασθενείς που λαμβάνουν υψηλή δόση υδροχλωρικής μετφορμίνης (2 ως 3 γραμμάρια την ημέρα), δύναται να αντικατασταθούν δύο αναβράζοντα δισκία μετφορμίνης 500 mg με ένα αναβράζον δισκίο μετφορμίνης 1000 mg. Η μέγιστη συνιστώμενη δόση υδροχλωρικής μετφορμίνης είναι 3 g την ημέρα, χορηγούμενη σε 3 κατανεμημένες δόσεις. Αν πρόκειται για μετάβαση από άλλο από του στόματος λαμβανόμενο αντιδιαβητικό φάρμακο: διακόπτεται το άλλο φάρμακο και ξεκινά η αγωγή με μετφορμίνη στη δόση που αναφέρεται παραπάνω.
Συνδυασμός με ινσουλίνη Η μετφορμίνη και η ινσουλίνη μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε συνδυασμένη θεραπεία για να επιτύχουν καλύτερο έλεγχο της γλυκόζης του αίματος. Η υδροχλωρική μετφορμίνη δίδεται στη συνήθη αρχική δόση των 500 ή 850 mg 2 ή 3 φορές την ημέρα, ενώ η δόση ινσουλίνης προσαρμόζεται ανάλογα με τις μετρήσεις της γλυκόζης του αίματος.
Ηλικιωμένοι Λόγω του ενδεχόμενου μειωμένης νεφρικής λειτουργίας σε ηλικιωμένους ασθενείς, η δόση υδροχλωρικής μετφορμίνης πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με τη νεφρική λειτουργία. Απαιτείται τακτική εκτίμηση της νεφρικής λειτουργίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Νεφρική ανεπάρκεια Ο GFR πρέπει να αξιολογηθεί πριν την έναρξη της θεραπείας με προϊόντα που περιέχουν μετφορμίνη και τουλάχιστον κάθε χρόνο μετά από αυτήν. Σε ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο περαιτέρω επιδείνωσης της νεφρικής ανεπάρκειας και σε ηλικιωμένους ασθενείς, η νεφρική λειτουργία πρέπει να αξιολογείται πιο συχνά, π.χ. κάθε 3-6 μήνες.
| GFR (mL/min) | Μέγιστη συνολική ημερήσια δόση (να κατανέμεται σε 2-3 ημερήσιες δόσεις) | Επιπρόσθετοι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη |
|---|---|---|
| 60-89 | 3000 mg | Θα πρέπει να εξετάζεται η μείωση της δόσης σε σχέση με μία μειωμένη νεφρική λειτουργία. |
| 45-59 | 2000 mg | Οι παράγοντες που μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο της γαλακτικής οξέωσης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) θα πρέπει να εξετάζονται πριν την έναρξη λήψης της μετφορμίνης. Η αρχική δόση είναι το μέγιστο το μισό της μέγιστης δόσης. |
| 30-44 | 1000 mg | Οι παράγοντες που μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο της γαλακτικής οξέωσης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) θα πρέπει να εξετάζονται πριν την έναρξη λήψης της μετφορμίνης. Η αρχική δόση είναι το μέγιστο το μισό της μέγιστης δόσης. |
| <30 | - | Η μετφορμίνη αντενδείκνυται. |
Παιδιατρικός πληθυσμός
Μονοθεραπεία και συνδυασμός με ινσουλίνη
- Η μετφορμίνη μπορεί να χορηγείται σε παιδιά από 10 ετών και εφήβους.
- Η συνήθης αρχική δοσολογία είναι 500 mg ή 850 mg υδροχλωρικής μετφορμίνης μία φορά την ημέρα χορηγούμενη κατά τη διάρκεια ή στο τέλος του γεύματος. Ύστερα από 10 έως 15 ημέρες, η δόση πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με τις μετρήσεις της γλυκόζης του αίματος. Αργή αύξηση της δόσης μπορεί να βελτιώσει τη γαστρεντερική ανεκτικότητα. Η μέγιστη συνιστώμενη δόση υδροχλωρικής μετφορμίνης είναι 2 g την ημέρα, χορηγούμενη σε 2 ή 3 κατανεμημένες δόσεις.
block
Αντενδείξεις
SPC-GLUCOSTOP
expand_more
Αντενδείξεις
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη μετφορμίνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Οποιοσδήποτε τύπος οξείας μεταβολικής οξέωσης (όπως γαλακτική οξέωση, διαβητική κετοξέωση).
- Διαβητικό προκώμα.
- Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (GFR < 30 ml/min).
- Οξείες καταστάσεις που ενδεχομένως συνοδεύονται από επηρεασμένη νεφρική λειτουργία όπως: Αφυδάτωση, βαριά λοίμωξη, καταπληξία.
- Πάθηση η οποία μπορεί να προκαλέσει υποξία των ιστών (ειδικά οξεία πάθηση, ή επιδείνωση χρόνιας νόσου) όπως: συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, αναπνευστική ανεπάρκεια, πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου, καταπληξία.
- Ηπατική ανεπάρκεια, οξεία δηλητηρίαση με οινόπνευμα, αλκοολισμός.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-GLUCOSTOP
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ειδικές προειδοποιήσεις
Γαλακτική οξέωση Η γαλακτική οξέωση, μία πολύ σπάνια αλλά σοβαρή μεταβολική επιπλοκή συχνότερα επέρχεται σε οξεία επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας ή καρδιοαναπνευστική νόσο ή σήψη. Συσσώρευση μετφορμίνης επέρχεται σε οξεία επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας και αυξάνει τον κίνδυνο γαλακτικής οξέωσης. Σε περίπτωση αφυδάτωσης (σοβαρής διάρροιας ή εμέτου, πυρετού ή μειωμένης πρόσληψης υγρών), η μετφορμίνη θα πρέπει προσωρινά να διακοπεί και προτείνεται να επικοινωνήσετε με έναν επαγγελματία υγείας. Η λήψη φαρμακευτικών προϊόντων που μπορούν να βλάψουν τη νεφρική λειτουργία (όπως τα αντιυπερτασικά, τα διουρητικά και τα ΜΣΑΦ) θα πρέπει να ξεκινάει με προσοχή σε ασθενείς υπό θεραπεία μετφορμίνης. Άλλοι παράγοντες κινδύνου για γαλακτική οξέωση είναι η υπερβολική κατανάλωση οινοπνεύματος, ηπατική ανεπάρκεια, ανεπαρκώς ελεγχόμενος διαβήτης, κέτωση, παρατεταμένη νηστεία και οποιεσδήποτε καταστάσεις σχετιζόμενες με υποξία, καθώς και η ταυτόχρονη χρήση φαρμακευτικών προϊόντων που μπορούν να προκαλέσουν γαλακτική οξέωση (βλ. Αντενδείξεις και Αλληλεπιδράσεις). Οι ασθενείς ή/και οι φροντιστές τους θα πρέπει να είναι ενημερωμένοι για τον κίνδυνο γαλακτικής οξέωσης. Η γαλακτική οξέωση χαρακτηρίζεται από οξειδωτική δύσπνοια, κοιλιακό άλγος, μυϊκές κράμπες, ατονία και υποθερμία ακολουθούμενη από κώμα. Σε περίπτωση εμφάνισης ύποπτων συμπτωμάτων, ο ασθενής πρέπει να διακόψει τη χρήση μετφορμίνης και να ζητήσει άμεση ιατρική φροντίδα. Τα διαγνωστικά εργαστηριακά ευρήματα είναι μείωση του pH του αίματος (<7,35), αυξημένα επίπεδα γαλακτικού οξέος στο πλάσμα (>5mmol/l) και αυξημένο χάσμα ανιόντων και αναλογίας γαλακτικού/πυροσταφυλικού οξέος.
Νεφρική λειτουργία Ο GFR πρέπει να αξιολογηθεί πριν την έναρξη της θεραπείας και τακτικά μετά από αυτήν (βλ. Δοσολογία). Η μετφορμίνη αντενδείκνυται σε ασθενείς με GFR <30 ml/min και θα πρέπει προσωρινά να διακόπτεται αν παρουσιάζονται συνθήκες που μεταβάλλουν τη νεφρική λειτουργία (βλ. Αντενδείξεις).
Καρδιακή λειτουργία Οι ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο υποξίας και νεφρικής ανεπάρκειας. Σε ασθενείς με σταθερή χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια, η μετφορμίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί με μια τακτική παρακολούθηση της καρδιακής και της νεφρικής λειτουργίας. Για τους ασθενείς με οξεία και ασταθή καρδιακή ανεπάρκεια, η μετφορμίνη αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
Χορήγηση ιωδιούχων σκιαγραφικών παραγόντων Η ενδοαγγειακή χορήγηση ιωδιούχων σκιαγραφικών παραγόντων μπορεί να οδηγήσει σε νεφροπάθεια οφειλόμενη σε σκιαγραφικά, έχοντας ως αποτέλεσμα τη συσσώρευση μετφορμίνης και την αύξηση του κινδύνου γαλακτικής οξέωσης. Η μετφορμίνη θα πρέπει να διακόπτεται πριν ή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας απεικόνισης και να επανεισάγεται τουλάχιστον 48 ώρες μετά, με την προϋπόθεση ότι η νεφρική λειτουργία έχει επανεκτιμηθεί και έχει βρεθεί σταθερή (βλ. Δοσολογία και Αλληλεπιδράσεις).
Χειρουργική επέμβαση Η μετφορμίνη θα πρέπει να διακόπτεται τη στιγμή της χειρουργικής επέμβασης με ολική, ραχιαία ή επισκληρίδιο αναισθησία. Η θεραπεία μπορεί να αρχίσει ξανά όχι νωρίτερα από 48 ώρες μετά από τη χειρουργική επέμβαση ή τη συνέχιση της από στόματος διατροφής και με την προϋπόθεση ότι η νεφρική λειτουργία έχει επανεκτιμηθεί και έχει βρεθεί σταθερή.
Παιδιατρικός πληθυσμός Η διάγνωση του σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2 θα πρέπει να έχει επιβεβαιωθεί πριν την έναρξη θεραπείας με μετφορμίνη. Καμία επίδραση της μετφορμίνης στην ανάπτυξη και στην εφηβεία δεν έχει ανιχνευθεί κατά τη διάρκεια ελεγχόμενων κλινικών μελετών διάρκειας ενός έτους αλλά δεν υπάρχουν διαθέσιμα μακροχρόνια στοιχεία σε αυτά τα ειδικά σημεία. Επομένως, συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση της επίδρασης της μετφορμίνης σε αυτές τις παραμέτρους, σε παιδιά που λαμβάνουν θεραπεία με μετφορμίνη, ιδιαίτερα όταν αυτά βρίσκονται στην προ-εφηβική ηλικία.
Παιδιά ηλικίας μεταξύ 10 και 12 ετών Μόνο 15 άτομα ηλικίας μεταξύ 10 και 12 ετών συμπεριλήφθηκαν στις ελεγχόμενες κλινικές μελέτες που διεξήχθησαν σε παιδιά και εφήβους. Αν και η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της μετφορμίνης σε αυτά τα παιδιά δεν διέφερε από την αποτελεσματικότητα και ασφάλεια σε μεγαλύτερα παιδιά και εφήβους, συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή όταν συνταγογραφείται σε παιδιά μεταξύ 10 και 12 ετών.
Άλλες προφυλάξεις
- Όλοι οι ασθενείς πρέπει να συνεχίζουν τη δίαιτά τους με τακτική κατανομή των ποσοτήτων λήψης υδατανθράκων κατά τη διάρκεια της ημέρας.
- Οι παχύσαρκοι ασθενείς πρέπει να συνεχίζουν την υποθερμιδική δίαιτα.
- Οι συνηθισμένες εργαστηριακές δοκιμές για την παρακολούθηση του διαβήτη πρέπει να γίνονται τακτικά.
- Η μετφορμίνη από μόνη της δεν προκαλεί υπογλυκαιμία, ωστόσο συνιστάται προσοχή όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με ινσουλίνη ή άλλα από του στόματος αντιδιαβητικά (π.χ. σουλφονυλουρίες ή μεγλιτινίδια).
Προσοχή: Το GLUCOSTOP περιέχει νάτριο Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 105,20 mg νατρίου ανά αναβράζον δισκίο, που ισοδυναμεί με 5,3% της συνιστώμενης από τον WHO μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα. Επειδή τα αναβράζοντα δισκία περιέχουν αυξημένη ποσότητα νατρίου, δεν πρέπει να συνιστώνται σε ασθενείς που ακολουθούν άναλο δίαιτα (νεφροπαθείς, καρδιοπαθείς).
Προσοχή: Το GLUCOSTOP περιέχει ισομαλτιτόλη Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας σε γλυκόζη δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
Προσοχή: Το GLUCOSTOP περιέχει σακχαρόζη Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας σε γλυκόζη, κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης ή ανεπάρκεια σουκράσης-ισομαλτάσης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-GLUCOSTOP
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Μη συνιστώμενοι συνδυασμοί
Οινόπνευμα Δηλητηρίαση με οινόπνευμα σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο γαλακτικής οξέωσης, ιδίως σε περιπτώσεις νηστείας, υποσιτισμού ή ηπατικής ανεπάρκειας.
Ιωδιούχοι σκιαγραφικοί παράγοντες Η μετφορμίνη πρέπει να διακόπτεται πριν από, ή τη στιγμή της απεικονιστικής διαδικασίας και να αρχίσει ξανά όχι νωρίτερα από 48 ώρες με την προϋπόθεση ότι η νεφρική λειτουργία έχει επανεκτιμηθεί και έχει βρεθεί σταθερή, (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Συνδυασμοί που απαιτούν προφυλάξεις χρήσης
Ορισμένα φαρμακευτικά προϊόντα Ορισμένα φαρμακευτικά προϊόντα μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά τη νεφρική λειτουργία, γεγονός που μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο γαλακτικής οξέωσης, π.χ. ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων της κυκλο-οξυγενάσης (COX) II, αναστολέων ΜΕΑ, ανταγωνιστών των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ και διουρητικών, κυρίως διουρητικών της αγκύλης. Όταν εισάγονται ή χρησιμοποιούνται τέτοια προϊόντα σε συνδυασμό με μετφορμίνη, είναι απαραίτητη η στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας.
Φαρμακευτικά προϊόντα με ενδογενή υπεργλυκαιμική δραστηριότητα (π.χ. τα γλυκοκορτικοειδή (συστηματική χορήγηση και τοπική εφαρμογή) και τα συμπαθομιμητικά) Μπορεί να χρειάζεται συχνότερη παρακολούθηση της γλυκόζης του αίματος, ιδιαίτερα στην αρχή της θεραπείας. Αν χρειαστεί, προσαρμόστε τη δοσολογία της μετφορμίνης κατά τη θεραπεία με το αντίστοιχο φάρμακο και κατά τη διακοπή του.
Μεταφορείς Οργανικών κατιόνων (OCT) Η μετφορμίνη είναι υπόστρωμα και των δύο μεταφορέων OCT1 και OCT2. Η συγχορήγηση της μετφορμίνης με:
- Αναστολείς της OCT1 (όπως η βεραπαμίλη) μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα της μετφορμίνης.
- Επαγωγείς του OCT1 (όπως η ριφαμπικίνη) μπορεί να αυξήσει την γαστρεντερική απορρόφηση και την αποτελεσματικότητα της μετφορμίνης.
- Αναστολείς του OCT2 (όπως η σιμετιδίνη, η ντολυτεγκραβίρη, η ρανολαζίνη, η τριμεθοπρίμη, η βανδετανίμπη, η ισαβουκοναζόλη) μπορεί να μειώσει την νεφρική αποβολή της μετφορμίνης και κατά συνέπεια να οδηγήσει σε αύξηση της συγκέντρωσης της μετφορμίνης στο πλάσμα.
- Αναστολείς του OCT1 και OCT2 (όπως κριζοτινίμπη, ολαπαρίμπη) μπορεί να μεταβάλλει την αποτελεσματικότητα και τη νεφρική κάθαρση της μετφορμίνης. Συνιστάται επομένως προσοχή, ειδικά σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, όταν αυτά τα φάρμακα συγχορηγούνται με μετφορμίνη, καθώς η συγκέντρωση της μετφορμίνης στο πλάσμα μπορεί να αυξηθεί. Εάν χρειάζεται, μπορεί να εξετασθεί προσαρμογή της δόσης της μετφορμίνης καθώς οι αναστολείς / επαγωγείς OCT μπορεί να μεταβάλλουν την αποτελεσματικότητα της μετφορμίνης.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-GLUCOSTOP
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Κατά την έναρξη της θεραπείας, οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν ναυτία, εμετό, διάρροια, κοιλιακό άλγος και απώλεια της όρεξης, οι οποίες στις περισσότερες περιπτώσεις εξαφανίζονται αυτόματα. Για την αποτροπή τους, συνιστάται η λήψη της μετφορμίνης σε 2 ή 3 δόσεις την ημέρα και η αργή αύξηση της δόσης της. Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να εμφανιστούν κατά τη διάρκεια θεραπείας με μετφορμίνη. Η συχνότητα εμφάνισης αυτών καθορίζεται ως ακολούθως:
- Πολύ συχνές: ≥1/10
- Συχνές: ≥1/100, <1/10
- Όχι συχνές: ≥1/1.000, <1/100
- Σπάνιες: ≥1/10.000, <1/1.000
- Πολύ σπάνιες: <1/10.000
Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
- Πολύ σπάνιες
- Γαλακτική οξέωση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
- Μείωση απορρόφησης της βιταμίνης Β12 με μείωση των επιπέδων της στον ορό σε ασθενείς υπό μακροχρόνια χρήση μετφορμίνης. Συνιστάται να λαμβάνεται υπόψη αυτή η αιτιολογία όταν ο ασθενής εμφανίζει μεγαλοβλαστική αναιμία.
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
- Συχνές
- Διαταραχές γεύσεως
Διαταραχές του γαστρεντερικού
- Πολύ συχνές
- Γαστρεντερικές διαταραχές όπως ναυτία, εμετός, διάρροια, κοιλιακό άλγος και απώλεια της όρεξης. Αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες συμβαίνουν τις περισσότερες φορές κατά την έναρξη της θεραπείας και εξαφανίζονται αυτόματα στις περισσότερες περιπτώσεις. Για να αποτραπούν αυτά τα γαστρεντερικά συμπτώματα, συνιστάται να λαμβάνεται η μετφορμίνη σε 2 ή 3 δόσεις την ημέρα κατά τη διάρκεια του γεύματος ή μετά το γεύμα. Αργή αύξηση της δόσης μπορεί να βελτιώσει επίσης τη γαστρεντερική ανεκτικότητα.
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
- Πολύ σπάνιες
- Μεμονωμένα περιστατικά για διαταραχές στις ηπατικές δοκιμασίες ή ηπατίτιδα που εξαφανίζονται με τη διακοπή της μετφορμίνης.
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
- Πολύ σπάνιες
- Δερματικές αντιδράσεις όπως ερύθημα, κνησμός, κνίδωση.
Παιδιατρικός πληθυσμός Σε δημοσιευμένα και μετά την κυκλοφορία δεδομένα καθώς και σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες σε περιορισμένο παιδιατρικό πληθυσμό ηλικίας 10-16 ετών που λάμβαναν θεραπεία για 1 χρόνο, η αναφορά των ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν παρόμοια σε φύση και σε σοβαρότητα με αυτή που έχει παρατηρηθεί σε ενήλικες.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-GLUCOSTOP
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Ο μη ελεγχόμενος διαβήτης κατά την κύηση (διαβήτης κύησης ή μόνιμος) σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο συγγενών ανωμαλιών και περιγεννητικής θνησιμότητας. Περιορισμένος αριθμός δεδομένων από τη χρήση της μετφορμίνης σε έγκυες γυναίκες δεν δείχνει αυξημένο κίνδυνο συγγενών ανωμαλιών. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν επικίνδυνες επιπτώσεις στην εγκυμοσύνη, στην ανάπτυξη του εμβρύου, στον τοκετό ή στη μεταγεννητική ανάπτυξη (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Όταν η ασθενής σχεδιάζει να μείνει έγκυος και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, συνίσταται ο διαβήτης να μη θεραπεύεται με μετφορμίνη, αλλά να χρησιμοποιείται ινσουλίνη για τη διατήρηση των επιπέδων γλυκόζης του αίματος σε όσο το δυνατόν πιο φυσιολογικότερα επίπεδα, προκειμένου να μειώνεται ο κίνδυνος εμβρυϊκών δυσπλασιών.
Θηλασμός
Η μετφορμίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες σε νεογνά/βρέφη που θηλάζουν. Εντούτοις, λόγω περιορισμένων διαθέσιμων στοιχείων, ο θηλασμός δε συνίσταται κατά τη θεραπεία με μετφορμίνη. Η απόφαση για το αν θα διακοπεί ο θηλασμός θα πρέπει να πραγματοποιείται λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού και το ενδεχόμενο κίνδυνο παρενεργειών για το παιδί.
Γονιμότητα
Η γονιμότητα των αρρένων ή θήλεων αρουραίων παρέμεινε ανεπηρέαστη από τη μετφορμίνη όταν χορηγήθηκε σε δόσεις τόσο υψηλές όσο 600 mg/kg/ημέρα, το οποίο είναι περίπου τρεις φορές η μέγιστη συνιστώμενη ανθρώπινη ημερήσια δόση με βάση συγκρίσεις επιφάνειας σώματος.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-GLUCOSTOP
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Από του στόματος λαμβανόμενα αντιδιαβητικά. Διγουανίδη, κωδικός ATC: A10BA02.
Μηχανισμός δράσης
Η μετφορμίνη είναι ένα διγουανίδιο με αντι-υπεργλυκαιμικές ενέργειες, το οποίο μειώνει και τη βασική και τη μεταγευματική γλυκόζη του πλάσματος. Δε διεγείρει την έκκριση ινσουλίνης και κατά συνέπεια δε δημιουργεί υπογλυκαιμία. Η μετφορμίνη είναι δυνατόν να ενεργεί μέσω 3 μηχανισμών:
- Στο ήπαρ, μειώνοντας την παραγωγή ηπατικής γλυκόζης μέσω αναστολής της γλυκονεογένεσης και της γλυκογονόλυσης.
- Στους μυες, αυξάνοντας την ευαισθησία στην ινσουλίνη, βελτιώνοντας την περιφερική λήψη και χρήση γλυκόζης.
- Και καθυστερώντας την απορρόφηση της γλυκόζης από το έντερο. Η μετφορμίνη διεγείρει την ενδοκυτταρική σύνθεση του γλυκογόνου ενεργώντας επί της συνθετάσης γλυκογόνου. Η μετφορμίνη αυξάνει την ικανότητα μεταφοράς όλων των μέχρι σήμερα γνωστών τύπων μεμβρανικών μεταφορέων γλυκόζης (GLUTs).
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Σε κλινικές μελέτες, η χρήση της μετφορμίνης συσχετίστηκε με είτε με τη σταθερότητα του βάρους ή με τη μέτρια απώλεια βάρους. Στον άνθρωπο, ανεξάρτητα από τη δράση της επί της γλυκαιμίας, η μετφορμίνη έχει ευεργετική επίδραση επί του λιπιδικού μεταβολισμού. Αυτό έχει αποδειχθεί σε θεραπευτικές δόσεις σε ελεγχόμενες μεσοπρόθεσμες ή μακροπρόθεσμες κλινικές μελέτες: η μετφορμίνη μειώνει τη συνολική χοληστερίνη, τη χοληστερίνη LDL και τα επίπεδα τριγλυκεριδίων.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Η προοπτική τυχαιοποιημένη μελέτη (UKPDS) έχει αποδείξει το μακροπρόθεσμο όφελος του εντατικού ελέγχου της γλυκόζης του αίματος σε ενήλικες ασθενείς στο διαβήτη τύπου 2. Η ανάλυση των αποτελεσμάτων σε παχύσαρκους ασθενείς που θεραπεύτηκαν με μετφορμίνη ύστερα από αποτυχία με δίαιτα μόνο, έχει δείξει:
- Σημαντική μείωση του απόλυτου κινδύνου οποιασδήποτε επιπλοκής που έχει σχέση με το διαβήτη στην ομάδα μετφορμίνης (29.8 συμβάντα/ 1000 ασθενείς-χρόνο) έναντι δίαιτας μόνο (43.3 συμβάντα/ 1000 ασθενείς-χρόνο), p=0.0023, και έναντι της ομάδας συνδυασμένης σουλφονυλουρίας και της ομάδας μονοθεραπείας με ινσουλίνη (40.1 συμβάντα/ 1000 ασθενείς-χρόνο), p=0.0034,
- σημαντική μείωση του απόλυτου κινδύνου θνησιμότητας που έχει σχέση με το διαβήτη: μετφορμίνη 7.5 περιστατικά/ 1000 ασθενείς-χρόνο, δίαιτα μόνο 12.7 περιστατικά/ 1000 ασθενείς-χρόνο, p=0.0017,
- σημαντική μείωση του απόλυτου κινδύνου γενικής θνησιμότητας: μετφορμίνη 13.5 περιστατικά/ 1000 ασθενείς-χρόνο έναντι δίαιτας μόνο 20.6 συμβάντα/ 1000 ασθενείς-χρόνο, (p=0.011) και έναντι των ομάδων συνδυασμένης σουλφονυλουρίας και μονοθεραπείας με ινσουλίνη 18.9 περιστατικά/ 1000 ασθενείς-χρόνο (p=0.021),
- σημαντική μείωση του απόλυτου κινδύνου εμφράγματος του μυοκαρδίου: μετφορμίνη 11 περιστατικά/ 1000 ασθενείς-χρόνο, δίαιτα μόνο 18 περιστατικά/ 1000 ασθενείς-χρόνο (p=0.01). Το όφελος σχετικά με το κλινικό αποτέλεσμα δεν έχει επαληθευθεί όταν η μετφορμίνη χρησιμοποιείται σαν δευτερεύουσα θεραπεία σε συνδυασμό με σουλφονυλουρία. Στο διαβήτη τύπου 1, ο συνδυασμός μετφορμίνης και ινσουλίνης έχει χρησιμοποιηθεί σε επιλεγμένους ασθενείς, αλλά το κλινικό όφελος αυτού του συνδυασμού δεν έχει επίσημα επαληθευθεί.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ελεγχόμενες κλινικές μελέτες σε περιορισμένο πληθυσμό παιδιών ηλικίας 10-16 ετών που λάμβαναν θεραπεία για 1 χρόνο έδειξαν μία παρόμοια απόκριση στη γλυκαιμική ρύθμιση με αυτή που έχει παρατηρηθεί σε ενήλικες.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-GLUCOSTOP
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Ύστερα από χορήγηση από το στόμα δισκίου υδροχλωρικής μετφορμίνης, η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) επιτυγχάνεται σε περίπου 2,5 ώρες (tmax). Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της υδροχλωρικής μετφορμίνης ύστερα από χορήγηση δισκίου υδροχλωρικής μετφορμίνης των 500 mg ή 850 mg είναι περίπου 50-60% στα υγιή άτομα. Ύστερα από χορήγηση δόσης από το στόμα, το μη απορροφημένο κλάσμα που ανακτάται στα κόπρανα είναι 20-30%. Ύστερα από χορήγηση από το στόμα, η απορρόφηση μετφορμίνης φθάνει σε κορεσμό και είναι ατελής. Θεωρείται ότι η φαρμακοκινητική της απορρόφησης μετφορμίνης είναι μη γραμμική. Στις συνιστώμενες δόσεις μετφορμίνης και τα συνήθη σχήματα δοσολογίας, οι συγκεντρώσεις σταθεροποιημένης κατάστασης στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός 24 έως 48 ωρών και γενικά είναι μικρότερες από 1 μικρογραμμάριο/mL. Σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες, τα μέγιστα επίπεδα μετφορμίνης στο πλάσμα (Cmax) δεν υπερέβησαν τα 5 μικρογραμμάρια/mL, ακόμα και σε μέγιστες δόσεις. Η τροφή μειώνει το βαθμό και καθυστερεί ελαφρώς την απορρόφηση της μετφορμίνης. Ύστερα από χορήγηση από το στόμα δόσης 850 mg, παρατηρήθηκε μείωση κατά 40% της μέγιστης τιμής συγκέντρωσης στο πλάσμα, μείωση κατά 25% στην AUC (περιοχή κάτω από την καμπύλη) και παράταση χρόνου 35 λεπτών για τη μέγιστη τιμή συγκέντρωσης στο πλάσμα. Η κλινική σχέση αυτών των αποτελεσμάτων είναι άγνωστη.
Κατανομή
Η δέσμευση με τις πρωτεΐνες στο πλάσμα είναι αμελητέα. Η μετφορμίνη καταμερίζεται στα ερυθρά αιμοσφαίρια. Η μέγιστη τιμή στο αίμα είναι μικρότερη από τη μέγιστη τιμή στο πλάσμα και εμφανίζεται περίπου την ίδια στιγμή. Τα ερυθρά αιμοσφαίρια πιθανότατα αποτελούν δευτερεύοντα χώρο κατανομής. Ο μέσος όρος κατανομής (Vd) κυμαίνεται μεταξύ 63-276 L.
Βιομετασχηματισμός
Η μετφορμίνη απεκκρίνεται αναλλοίωτη στα ούρα. Κανένας μεταβολίτης δεν έχει ταυτοποιηθεί στον άνθρωπο.
Αποβολή
Η κάθαρση της μετφορμίνης από τους νεφρούς είναι > 400 ml/min, δείχνοντας ότι η μετφορμίνη αποβάλλεται με σπειραματική διήθηση και σωληνοειδή απέκκριση. Ύστερα από χορήγηση δόσης από το στόμα, ο φαινόμενος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής είναι περίπου 6.5 ώρες. Σε περίπτωση διαταραχής της νεφρικής λειτουργίας, η νεφρική κάθαρση μειώνεται αναλογικά με την κάθαρση της κρεατινίνης και έτσι ο χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής παρατείνεται, οδηγώντας σε αυξημένα επίπεδα μετφορμίνης στο πλάσμα.
Χαρακτηριστικά σε ειδικές ομάδες ασθενών
Νεφρική ανεπάρκεια Διαθέσιμα δεδομένα σε ασθενείς με μέτρια νεφρική ανεπάρκεια είναι σπάνια συνεπώς δεν μπορεί να γίνει καμία αξιόπιστη εκτίμηση της συστηματικής έκθεσης στη μετφορμίνη σε αυτή την υποομάδα σε σύγκριση με άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Ως εκ τούτου, η προσαρμογή της δόσης πρέπει να γίνεται κατά τις εκτιμήσεις της κλινικής αποτελεσματικότητας/ανοχής (βλ. Δοσολογία).
Παιδιατρικός πληθυσμός Μελέτη εφάπαξ δόσης: Μετά από εφάπαξ δόση υδροχλωρικής μετφορμίνης 500 mg, το φαρμακοκινητικό προφίλ σε παιδιατρικούς ασθενείς ήταν παρόμοιο με αυτό που παρατηρείται σε υγιείς ενήλικες. Μελέτη πολλαπλών δόσεων: Τα στοιχεία περιορίζονται σε μόνο μία μελέτη. Μετά από επαναλαμβανόμενες δόσεις μετφορμίνης 500 mg δύο φορές ημερησίως για 7 ημέρες σε παιδιατρικούς ασθενείς, η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) και η συστηματική έκθεση (AUC 0-t) μειώθηκαν περίπου κατά 33% και 40% αντίστοιχα, σε σύγκριση με διαβητικούς ενήλικες που λάμβαναν επαναλαμβανόμενες δόσεις 500 mg δύο φορές ημερησίως για 14 ημέρες. Καθώς η δόση για κάθε ασθενή ρυθμίζεται με βάση τη γλυκαιμική ρύθμιση, το γεγονός αυτό είναι περιορισμένης κλινικής σημασίας.
ΕΟΦ · 6.1.2.2
Διγουανίδια
expand_more
Διγουανίδια
Tα διγουανίδια φαινφορμίνη και μετφορμίνη έχουν διαφορετικό τρόπο δράσης από εκείνον των σουλφονυλουριών. Tα φάρμακα της ομάδας αυτής αν και στερούνται της ινσουλινοτρόπου δράσης των σουλφονυλουριών έχουν, εντούτοις, ανάγκη της παρουσίας λειτουργικών β-κυττάρων των νησίδων του παγκρέατος για να ασκήσουν τη δράση τους. Aπό πλευράς υπογλυκαιμικής ικανότητας, τα διγουανίδια πρέπει να θεωρούνται μάλλον “ευγλυκαιμικοί” παράγοντες, παρά υπογλυκαιμικά φάρμακα.
Ως τρόποι ενέργειας των διγουανιδίων θεωρούνται:
α) H προαγωγή της αναερόβιας γλυκόλυσης στους περιφερικούς ιστούς, με αποτέλεσμα την αυξημένη πρόσληψη γλυκόζης από το αίμα.
β) H αναστολή της ηπατικής νεογλυκογένεσης.
γ) H ελάττωση της εντερικής απορρόφησης της γλυκόζης.
δ) H προαγωγή της δέσμευσης της ινσουλίνης από τους υποδοχείς της στους περιφερικούς ιστούς-στόχους.
H χρήση της φαινφορμίνης έχει απαγορευθεί σε πολλές χώρες εξαιτίας του κινδύνου της γαλακτικής οξέωσης, ιδιαίτερα σε ασθενείς με νεφρική, ηπατική ή καρδιακή ανεπάρκεια και γενικά σε καταστάσεις που συνοδεύονται από ιστική υποξία. H εμφάνιση γαλακτικής οξέωσης ευνοείται σε άτομα άνω των 65 ετών, σε αλκοολικούς και σε δόση άνω των 100 mg/24ωρο. Eντούτοις, γαλακτική οξέωση μπορεί να εμφανισθεί και χωρίς την παρουσία προδιαθεσικών παραγόντων. O δείκτης θνησιμότητας στις περιπτώσεις αυτές πλησιάζει το 50%. Aν και η μετφορμίνη θεωρείται ότι προκαλεί σε μικρότερο ποσοστό γαλακτική οξέωση, εντούτοις θα πρέπει να τονισθεί και η μέχρι σήμερα σχετικά περιορισμένη χρήση της σε σχέση με εκείνη της φαινφορμίνης.
Yποψήφιοι για χορήγηση διγουανιδίων θα πρέπει να θεωρούνται διαβητικοί, στους οποίους έχει αποτύχει η σωστή θεραπευτική αγωγή (δίαιτα ή δίαιτα και σουλφονυλουρίες), που αρνούνται τη χορήγηση ινσουλίνης ή, τέλος, που για οποιονδήποτε λόγο η τελευταία δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί (πνευματική ή σωματική μειονεκτικότητα, επαγγελματικοί λόγοι κλπ.). Στις περιπτώσεις αυτές θα πρέπει πάντα να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη και να σταθμίζονται προσεκτικά και οι λοιποί αποτρεπτικοί της χορήγησης του φαρμάκου παράγοντες που περιγράφονται στη συνέχεια.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Γενικές επιδράσεις Η ινσουλίνη είναι μια σημαντική ορμόνη που ρυθμίζει τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα. Ο διαβήτης τύπου ΙΙ χαρακτηρίζεται από μειωμένη ευαισθησία στην ινσουλίνη, οδηγώντας σε αυξημένα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα όταν το πάγκρεας δεν μπορεί πλέον να αντισταθμίσει. Σε ασθενείς με διάγνωση διαβήτη τύπου 2, η ινσουλίνη αδυνατεί να ασκήσει επαρκή δράση στους ιστούς και τα κύτταρα (δηλ. αντίσταση στην ινσουλίνη) και μπορεί επίσης να υπάρχει έλλειψη ινσουλίνης. Η μετφορμίνη μειώνει την ηπατική παραγωγή γλυκόζης, μειώνει την εντερική απορρόφηση γλυκόζης και ενισχύει την ευαισθησία στην ινσουλίνη αυξάνοντας την περιφερική πρόσληψη και χρησιμοποίηση γλυκόζης. Σε αντίθεση με τα φάρμακα της κατηγορίας των σουλφονυλουριών, τα οποία οδηγούν σε υπερινσουλιναιμία, η έκκριση ινσουλίνης παραμένει αμετάβλητη με τη χρήση μετφορμίνης.
Επίδραση στα επίπεδα γλυκόζης πλάσματος νηστείας (FPG) και στην γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c) Η HbA1c είναι ένα σημαντικό περιοδικό μέτρο γλυκαιμικού ελέγχου που χρησιμοποιείται για την παρακολούθηση διαβητικών ασθενών. Η γλυκόζη πλάσματος νηστείας είναι επίσης ένα χρήσιμο και σημαντικό μέτρο γλυκαιμικού ελέγχου. Σε κλινική δοκιμή 29 εβδομάδων σε ασθενείς με διάγνωση διαβήτη τύπου II, η μετφορμίνη μείωσε τα επίπεδα γλυκόζης πλάσματος νηστείας κατά μέσο όρο 59 mg/dL από την αρχική τιμή, σε σύγκριση με μέση αύξηση 6.3 mg/dL από την αρχική τιμή σε ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c) μειώθηκε κατά περίπου 1.4% σε ασθενείς που έλαβαν μετφορμίνη και αυξήθηκε κατά 0.4% σε ασθενείς που έλαβαν μόνο εικονικό φάρμακο.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Οι μηχανισμοί δράσης της μετφορμίνης είναι μοναδικοί σε σύγκριση με άλλες κατηγορίες από του στόματος αντιυπεργλυκαιμικών φαρμάκων. Η μετφορμίνη μειώνει τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα μειώνοντας την ηπατική παραγωγή γλυκόζης (ονομάζεται επίσης γλυκονεογένεση), μειώνοντας την εντερική απορρόφηση γλυκόζης και αυξάνοντας την ευαισθησία στην ινσουλίνη μέσω της αύξησης της περιφερικής πρόσληψης και χρησιμοποίησης γλυκόζης. Είναι ευρέως αποδεκτό ότι η μετφορμίνη αναστέλλει τη δραστηριότητα του μιτοχονδριακού συμπλέγματος Ι, και από τότε έχει γενικά διατυπωθεί η υπόθεση ότι οι ισχυρές αντιδιαβητικές της επιδράσεις οφείλονται σε αυτόν τον μηχανισμό. Οι παραπάνω διαδικασίες οδηγούν σε μείωση της γλυκόζης στο αίμα, διαχειριζόμενες τον διαβήτη τύπου ΙΙ και ασκώντας θετικές επιδράσεις στον γλυκαιμικό έλεγχο.
Μετά την κατάποση, ο οργανικός μεταφορέας κατιόντων-1 (OCT1) είναι υπεύθυνος για την πρόσληψη της μετφορμίνης από τα ηπατοκύτταρα (ηπατικά κύτταρα). Καθώς αυτό το φάρμακο είναι θετικά φορτισμένο, συσσωρεύεται στα κύτταρα και στα μιτοχόνδρια λόγω των δυναμικών της μεμβράνης κατά μήκος της κυτταρικής μεμβράνης, καθώς και της εσωτερικής μιτοχονδριακής μεμβράνης. Η μετφορμίνη αναστέλλει το μιτοχονδριακό σύμπλεγμα Ι, εμποδίζοντας την παραγωγή μιτοχονδριακής ATP, οδηγώντας σε αυξημένες αναλογίες ADP:ATP και AMP:ATP στον κυτταρόπλασμα. Αυτές οι αλλαγές ενεργοποιούν την AMP-ενεργοποιούμενη πρωτεϊνική κινάση (AMPK), ένα ένζυμο που παίζει σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση του μεταβολισμού της γλυκόζης. Εκτός από αυτόν τον μηχανισμό, η AMPK μπορεί να ενεργοποιηθεί από έναν λυσοσωμικό μηχανισμό που περιλαμβάνει άλλους ενεργοποιητές.
Ακολουθώντας αυτή τη διαδικασία, οι αυξήσεις στην αναλογία AMP:ATP αναστέλλουν επίσης το ένζυμο φρουκτόζη-1,6-διφωσφατάση, οδηγώντας στην αναστολή της γλυκονεογένεσης, ενώ ταυτόχρονα αναστέλλουν την αδενυλική κυκλάση και μειώνουν την παραγωγή κυκλικής αδενοσινο μονοφωσφορικής (cAMP), ενός παραγώγου της ATP που χρησιμοποιείται για σηματοδότηση κυττάρων. Η ενεργοποιημένη AMPK φωσφορυλιώνει δύο ισομορφές του ενζύμου ακετυλο-CoA καρβοξυλάσης, αναστέλλοντας έτσι τη σύνθεση λίπους και οδηγώντας σε οξείδωση λίπους, μειώνοντας τα ηπατικά λιπώδη αποθέματα και αυξάνοντας την ευαισθησία του ήπατος στην ινσουλίνη.
Στο έντερο, η μετφορμίνη αυξάνει τον αναερόβιο μεταβολισμό της γλυκόζης στα εντεροκύτταρα (εντερικά κύτταρα), οδηγώντας σε μειωμένη καθαρή πρόσληψη γλυκόζης και αυξημένη παροχή γαλακτικού στο ήπαρ. Πρόσφατες μελέτες έχουν επίσης εμπλέξει το έντερο ως πρωταρχική θέση δράσης της μετφορμίνης και προτείνουν ότι το ήπαρ μπορεί να μην είναι τόσο σημαντικό για τη δράση της μετφορμίνης σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2. Ορισμένοι από τους τρόπους με τους οποίους η μετφορμίνη μπορεί να παίξει ρόλο στο έντερο είναι η προώθηση του μεταβολισμού της γλυκόζης αυξάνοντας την ινκρετίνη (GLP-1) καθώς και η αύξηση της εντερικής χρησιμοποίησης της γλυκόζης.
Εκτός από την παραπάνω οδό, ο μηχανισμός δράσης της μετφορμίνης μπορεί να εξηγηθεί με άλλους τρόπους, και ο ακριβής μηχανισμός δράσης της μελετάται εκτενώς τα τελευταία χρόνια.
Η μετφορμίνη χρησιμοποιείται ευρέως για τη θεραπεία της υπεργλυκαιμίας. Ωστόσο, η θεραπεία με μετφορμίνη μπορεί να προκαλέσει ενδοηπατική χολόσταση και ηπατική βλάβη σε λίγους ασθενείς με διαβήτη τύπου II μέσω ενός άγνωστου μηχανισμού. Εδώ δείχνουμε ότι η μετφορμίνη μειώνει τα επίπεδα της πρωτεΐνης SIRT1 σε πρωτογενή ηπατοκύτταρα και στο ήπαρ. Τόσο οι ποντικοί C57 άγριου τύπου που έλαβαν μετφορμίνη όσο και οι ποντικοί με ηπατική μετάλλαξη SIRT1 είχαν αυξημένα ηπατικά και ορού επιπέδα χολικών οξέων. Ωστόσο, η μετφορμίνη απέτυχε να αλλάξει τα συστηματικά επίπεδα χολικών οξέων σε ποντικούς με ηπατική μετάλλαξη SIRT1. Μοριακή μελέτη μηχανισμού υποδεικνύει ότι το SIRT1 αλληλεπιδρά άμεσα και αφωσφορυλιώνει το Foxa2 για να αναστείλει τη μεταγραφική του δραστηριότητα στην έκφραση γονιδίων που εμπλέκονται στη σύνθεση και μεταφορά χολικών οξέων. Η ηπατική μετάλλαξη SIRT1 αυξάνει τα επίπεδα ακετυλίωσης του Foxa2, η οποία προάγει τη σύνδεση του Foxa2 με γονίδια που εμπλέκονται στο μεταβολισμό των χολικών οξέων και την ενεργοποίησή τους, βλάπτοντας την ηπατική και συστηματική ομοιόσταση των χολικών οξέων. Τα δεδομένα μας υποδηλώνουν σαφώς ότι το ηπατικό SIRT1 μεσολαβεί τις επιδράσεις της μετφορμίνης στο συστηματικό μεταβολισμό των χολικών οξέων και η διαμόρφωση της δραστηριότητας του SIRT1 στο ήπαρ μπορεί να είναι μια ελκυστική προσέγγιση για τη θεραπεία ασθενειών που σχετίζονται με τα χολικά οξέα, όπως η χολόσταση.
Η μετφορμίνη είναι αντιυπεργλυκαιμική, όχι υπογλυκαιμική. Δεν προκαλεί απελευθέρωση ινσουλίνης από το πάγκρεας και δεν προκαλεί υπογλυκαιμία, ακόμη και σε μεγάλες δόσεις. Η μετφορμίνη δεν έχει σημαντικές επιδράσεις στην έκκριση γλυκαγόνης, κορτιζόλης, αυξητικής ορμόνης ή σωματοστατίνης. Η μετφορμίνη μειώνει τα επίπεδα γλυκόζης κυρίως μειώνοντας την ηπατική παραγωγή γλυκόζης και αυξάνοντας τη δράση της ινσουλίνης στον μυ και στον λιπώδη ιστό. … Μπορεί να μειώσει τη γλυκόζη πλάσματος μειώνοντας την απορρόφηση της γλυκόζης από το έντερο. /Άλας δεν προσδιορίστηκε/
Η μετφορμίνη ενισχύει την επίδραση της ινσουλίνης μέσω μη πλήρως κατανοητών μηχανισμών. Η μετφορμίνη δεν διεγείρει τα παγκρεατικά β-κύτταρα να αυξήσουν την έκκριση ινσουλίνης· η έκκριση ινσουλίνης πρέπει να υπάρχει για να λειτουργήσει σωστά η μετφορμίνη. Υποτίθεται ότι η μετφορμίνη μειώνει την ηπατική παραγωγή γλυκόζης και βελτιώνει την ευαισθησία στην ινσουλίνη αυξάνοντας την περιφερική πρόσληψη και χρησιμοποίηση γλυκόζης. /Άλας δεν προσδιορίστηκε/
Τα άτομα με διαβήτη τύπου 2 (T2DM) έχουν μειωμένη οστική πυκνότητα και αυξημένο κίνδυνο καταγμάτων λόγω αλλοιωμένης διαφοροποίησης των μεσεγχυματικών βλαστοκυττάρων (MSC) στον μυελό των οστών. Αυτό οδηγεί σε μετατόπιση της ισορροπίας της διαφοροποίησης μακριά από το σχηματισμό οστού (οστεογένεση) προς την ανάπτυξη λιποκυττάρων (αδιπογένεση). Το ευρέως χρησιμοποιούμενο αντιδιαβητικό φάρμακο, η μετφορμίνη, ενεργοποιεί τον οστεογονικό μεταγραφικό παράγοντα Runt-related transcription factor 2 (Runx2), ο οποίος μπορεί να καταστείλει την αδιπογένεση, οδηγώντας σε βελτίωση της υγείας των οστών. Εδώ διερευνούμε την εμπλοκή του μεταβολικού ενζύμου, AMP-activated protein kinase (AMPK), σε αυτές τις προστατευτικές δράσεις της μετφορμίνης. Οι αντι-αδιπογονικές δράσεις της μετφορμίνης παρατηρήθηκαν σε πολυπληθείς MSC C3H10T1/2, στις οποίες η μετφορμίνη άσκησε αμοιβαίο έλεγχο πάνω στις δραστηριότητες του Runx2 και του αδιπογονικού μεταγραφικού παράγοντα, PPARγ, οδηγώντας στην καταστολή της αδιπογένεσης. Αυτές οι επιδράσεις φάνηκαν να είναι ανεξάρτητες από την ενεργοποίηση της AMPK, αλλά μάλλον μέσω της καταστολής της οδού σηματοδότησης mTOR/p70S6K. Η βασική δραστηριότητα AMPK και mTOR/p70S6K φάνηκε να είναι απαραίτητη για την αδιπογένεση, όπως αποδείχθηκε από τη χρήση του αναστολέα AMPK, ένωση C. Αυτή η παρατήρηση υποστηρίχθηκε περαιτέρω χρησιμοποιώντας κύτταρα εμβρύων ποντικού με έλλειψη AMPK (MEFs), όπου η αδιπογένεση, όπως αξιολογήθηκε από τη μειωμένη συσσώρευση λίπους και την έκφραση του αδιπογονικού μεταγραφικού παράγοντα, C/EBPβ, φάνηκε να απαιτεί απόλυτα την AMPK. Η περαιτέρω ενεργοποίηση της AMPK σε MEFs άγριου τύπου, είτε με μετφορμίνη είτε με τον ειδικό ενεργοποιητή AMPK, A769662, συνδέθηκε επίσης με την καταστολή της αδιπογένεσης. Φαίνεται, επομένως, ότι η βασική δραστηριότητα της AMPK απαιτείται για την αδιπογένεση και ότι η μετφορμίνη μπορεί να αναστείλει την αδιπογένεση μέσω AMPK-εξαρτώμενων ή ανεξάρτητων μηχανισμών, ανάλογα με το κυτταρικό πλαίσιο.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση
Απορρόφηση απλού δισκίου Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα ενός δισκίου μετφορμίνης 500 mg που χορηγήθηκε σε κατάσταση νηστείας είναι περίπου 50%-60%. Μελέτες με εφάπαξ δόση που χρησιμοποίησαν από του στόματος δόσεις μετφορμίνης 500 έως 1500 mg και 850 έως 2550 mg δείχνουν έλλειψη αναλογικότητας της δόσης με αύξηση της δόσης μετφορμίνης, η οποία αποδίδεται στη μειωμένη απορρόφηση παρά σε αλλαγές στην απέκκριση.
Συνήθεις κλινικές δόσεις και σχήματα δοσολογίας μετφορμίνης, οι σταθερές συγκεντρώσεις μετφορμίνης στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός 24-48 ωρών και συνήθως μετρώνται <1 μg/mL.
Απορρόφηση δισκίου παρατεταμένης αποδέσμευσης Μετά από μία εφάπαξ από του στόματος δόση μετφορμίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης, η Cmax επιτυγχάνεται με διάμεση τιμή 7 ωρών και εύρος μεταξύ 4 και 8 ωρών. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα είναι περίπου 20% χαμηλότερες σε σύγκριση με την ίδια δόση απλής μετφορμίνης, ωστόσο, η έκταση της απορρόφησης και των δύο μορφών (όπως μετράται από την περιοχή κάτω από την καμπύλη - AUC), είναι παρόμοιες.
Επίδραση τροφής Η τροφή μειώνει την απορρόφηση της μετφορμίνης, όπως αποδεικνύεται από περίπου 40% χαμηλότερη μέση μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax), 25% χαμηλότερη περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης έναντι χρόνου στο πλάσμα (AUC), και 35 λεπτά αύξηση στον χρόνο για τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Tmax) μετά την κατάποση δισκίου μετφορμίνης 850 mg με τροφή, σε σύγκριση με την ίδια δόση που χορηγήθηκε κατά τη νηστεία.
Παρόλο που η έκταση της απορρόφησης της μετφορμίνης (μετρούμενη από την περιοχή κάτω από την καμπύλη - AUC) από το δισκίο μετφορμίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης αυξάνεται κατά περίπου 50% όταν χορηγείται με τροφή, δεν παρατηρείται καμία επίδραση τροφής στην Cmax και Tmax της μετφορμίνης. Τα γεύματα υψηλής και χαμηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά ασκούν παρόμοιες επιδράσεις στη φαρμακοκινητική της μετφορμίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης.
Κατανομή & Απέκκριση
Αυτό το φάρμακο απεκκρίνεται ουσιαστικά από τους νεφρούς. Η νεφρική κάθαρση της μετφορμίνης είναι περίπου 3,5 φορές υψηλότερη από την κάθαρση της κρεατινίνης, γεγονός που δείχνει ότι η νεφρική σωληναριακή έκκριση είναι η κύρια οδός απέκκρισης της μετφορμίνης. Μετά από από του στόματος χορήγηση, περίπου το 90% της απορροφούμενης μετφορμίνης απεκκρίνεται από τους νεφρούς εντός των πρώτων 24 ωρών μετά την κατάποση.
Ο φαινομενικός όγκος κατανομής (V/F) της μετφορμίνης μετά από μία από του στόματος δόση μετφορμίνης 850 mg ήταν κατά μέσο όρο 654 ± 358 L.
Η νεφρική κάθαρση είναι περίπου 3,5 φορές μεγαλύτερη από την κάθαρση της κρεατινίνης, υποδεικνύοντας ότι η σωληναριακή έκκριση είναι η κύρια οδός απέκκρισης της μετφορμίνης. Μετά από από του στόματος χορήγηση, περίπου το 90% του απορροφούμενου φαρμάκου απεκκρίνεται μέσω της νεφρικής οδού εντός των πρώτων 24 ωρών.
Η μετφορμίνη απορροφάται αργά και ατελώς από το γαστρεντερικό σωλήνα, κυρίως από το λεπτό έντερο· η απορρόφηση ολοκληρώνεται εντός 6 ωρών. Η απόλυτη από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα του φαρμάκου σε κατάσταση νηστείας αναφέρεται περίπου στο 50-60% με δόσεις υδροχλωρικής μετφορμίνης 0,5-1,5 g· η δέσμευση του φαρμάκου στο τοίχωμα του εντέρου μπορεί να εξηγήσει τη διαφορά μεταξύ της ποσότητας του φαρμάκου που απορροφήθηκε (όπως προσδιορίζεται από την απέκκριση του αμετάβλητου φαρμάκου στα ούρα και τα κόπρανα) και της ποσότητας που είναι βιοδιαθέσιμη σε ορισμένες μελέτες. Σε μελέτες εφάπαξ δόσης με συμβατικά δισκία υδροχλωρικής μετφορμίνης δόσεων 0,5-1,5 g ή 0,85-2,55 g, οι συγκεντρώσεις μετφορμίνης στο πλάσμα δεν αυξήθηκαν ανάλογα με την αύξηση των δόσεων, υποδεικνύοντας μια ενεργή διαδικασία κορεσμένης απορρόφησης. Ομοίως, σε μελέτες εφάπαξ δόσης με σκεύασμα δισκίου παρατεταμένης αποδέσμευσης (Glumetza) σε δόσεις 0,5-2,5 g, οι συγκεντρώσεις μετφορμίνης στο πλάσμα δεν αυξήθηκαν ανάλογα με την αύξηση των δόσεων. Σε σταθερή κατάσταση μετά τη χορήγηση σκευάσματος δισκίου υδροχλωρικής μετφορμίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης (Glucophage XR), η AUC και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα δεν ήταν ανάλογες της δόσης εντός του εύρους 0,5-2 g. Ωστόσο, περιορισμένα δεδομένα από μελέτες σε ζώα και σε καλλιέργειες ανθρώπινων εντερικών κυττάρων υποδηλώνουν ότι η διαμεμβρανική μεταφορά της μετφορμίνης στο έντερο μπορεί να συμβαίνει μέσω ενός παθητικού, μη κορεσμένου μηχανισμού, πιθανώς μέσω παρακυτταρικής οδού. Σε αρκετές μελέτες με άλλο σκεύασμα δισκίου υδροχλωρικής μετφορμίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης (Fortamet) χρησιμοποιώντας δόσεις 1-2,5 g, η έκθεση στη μετφορμίνη ήταν ανάλογη της δόσης.
Μετά τη χορήγηση από του στόματος υδροχλωρικής μετφορμίνης (0,5-1,5 g) ως συμβατικά δισκία σε υγιή άτομα ή σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα μειώνονται τριφασικά. Μετά τη χορήγηση πολλαπλών δόσεων υδροχλωρικής μετφορμίνης (500 mg δύο φορές ημερησίως για 7-14 ημέρες) ως συμβατικά δισκία σε περιορισμένο αριθμό ασθενών με διαβήτη τύπου 2, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα παρέμειναν αμετάβλητες, αλλά οι ελάχιστες συγκεντρώσεις του φαρμάκου ήταν υψηλότερες από ό,τι στη χορήγηση εφάπαξ δόσης, υποδεικνύοντας κάποια συσσώρευση του φαρμάκου σε ένα περιφερικό διαμέρισμα. Δεν φαίνεται να παρατηρείται συσσώρευση μετφορμίνης μετά από επαναλαμβανόμενες από του στόματος δόσεις του φαρμάκου ως δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης. Ο κύριος χρόνος ημίσειας ζωής απέκκρισης στο πλάσμα της μετφορμίνης ανέρχεται κατά μέσο όρο σε περίπου 6,2 ώρες· το 90% του φαρμάκου απομακρύνεται εντός 24 ωρών σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Η μείωση των συγκεντρώσεων μετφορμίνης στο πλάσμα είναι βραδύτερη μετά από από του στόματος από ό,τι μετά από ενδοφλέβια χορήγηση του φαρμάκου, υποδεικνύοντας ότι η ταχύτητα απέκκρισης περιορίζεται από την απορρόφηση.
Τα δεδομένα απέκκρισης στα ούρα και δεδομένα από ολόκληρο το αίμα υποδεικνύουν βραδύτερο τελικό χρόνο ημίσειας ζωής απέκκρισης 8-20 ωρών (π.χ., 17,6 ώρες)1 υποδεικνύοντας ότι η ερυθροκυτταρική μάζα μπορεί να είναι ένα διαμέρισμα κατανομής.
Η μετφορμίνη κατανέμεται γρήγορα σε ζώα και ανθρώπους σε περιφερικούς ιστούς και υγρά του σώματος, ιδιαίτερα στο γαστρεντερικό σωλήνα· το φάρμακο φαίνεται επίσης να κατανέμεται αργά στα ερυθροκύτταρα και σε ένα βαθύ διαμέρισμα ιστών (πιθανώς γαστρεντερικούς ιστούς). Οι υψηλότερες συγκεντρώσεις φαρμάκου στους ιστούς (τουλάχιστον 10 φορές η συγκέντρωση στο πλάσμα) παρατηρούνται στο γαστρεντερικό σωλήνα (π.χ., οισοφάγος, στομάχι, δωδεκαδάκτυλο, νήστιδα, ειλεός), με χαμηλότερες συγκεντρώσεις (δύο φορές η συγκέντρωση στο πλάσμα) να παρατηρούνται στον νεφρό, στο ήπαρ και στον ιστό των σιελογόνων αδένων. Το φάρμακο κατανέμεται στους σιελογόνους αδένες με χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 9 ωρών. Οι συγκεντρώσεις μετφορμίνης στο σάλιο είναι δέκα φορές χαμηλότερες από αυτές στο πλάσμα και μπορεί να είναι υπεύθυνες για τη μεταλλική γεύση που αναφέρεται σε ορισμένους ασθενείς που λαμβάνουν το φάρμακο. Οποιαδήποτε τοπική επίδραση της μετφορμίνης στην απορρόφηση της γλυκόζης στο γαστρεντερικό σωλήνα μπορεί να σχετίζεται με τις σχετικά υψηλές συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο γαστρεντερικό σωλήνα σε σύγκριση με αυτές σε άλλους ιστούς. Δεν είναι γνωστό εάν η μετφορμίνη διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό ή τον πλακούντα στους ανθρώπους ή εάν το φάρμακο κατανέμεται στο ανθρώπινο γάλα· ωστόσο, σε θηλάζουσες αρουραίους, η μετφορμίνη κατανέμεται στο μητρικό γάλα σε επίπεδα συγκρίσιμα με αυτά στο πλάσμα.
Η νεφρική κάθαρση είναι περίπου 3,5 φορές μεγαλύτερη από την κάθαρση της κρεατινίνης, υποδεικνύοντας ότι η σωληναριακή έκκριση είναι η κύρια οδός απέκκρισης της μετφορμίνης. Μετά από μία εφάπαξ δόση 850 mg υδροχλωρικής μετφορμίνης από του στόματος, η νεφρική κάθαρση ήταν κατά μέσο όρο 552, 491 ή 412 mL/λεπτό σε μη διαβητικούς ενήλικες, διαβητικούς ενήλικες ή υγιείς ηλικιωμένους, αντίστοιχα. Η νεφρική δυσλειτουργία οδηγεί σε αυξημένες μέγιστες συγκεντρώσεις μετφορμίνης στο πλάσμα, παρατεταμένο χρόνο για τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα και μειωμένο όγκο κατανομής. Η νεφρική κάθαρση μειώνεται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (όπως μετράται από μειώσεις στην κάθαρση της κρεατινίνης) και, προφανώς λόγω μειωμένης νεφρικής λειτουργίας με την ηλικία, σε ηλικιωμένους. Σε ηλικιωμένους, η μειωμένη νεφρική και πλασματική κάθαρση της μετφορμίνης οδηγεί επίσης σε αυξημένες συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο πλάσμα· ο όγκος κατανομής παραμένει ανεπηρέαστος.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη ΜΕΤΦΟΡΜΙΝΗ (12 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μελέτες ενδοφλέβιας χορήγησης με εφάπαξ δόση μετφορμίνης σε φυσιολογικά άτομα δείχνουν ότι η μετφορμίνη απεκκρίνεται ως αμετάβλητο φάρμακο στα ούρα και δεν υφίσταται ηπατικό μεταβολισμό (δεν έχουν ταυτοποιηθεί μεταβολίτες σε ανθρώπους) ούτε χολική απέκκριση.
Η μετφορμίνη δεν μεταβολίζεται στο ήπαρ ή στο γαστρεντερικό σωλήνα και δεν απεκκρίνεται μέσω της χολής· δεν έχουν ταυτοποιηθεί μεταβολίτες του φαρμάκου σε ανθρώπους.
Η μετφορμίνη δεν μεταβολίζεται. Οδός Απέκκρισης: Μελέτες εφάπαξ ενδοφλέβιας χορήγησης σε φυσιολογικά άτομα αποδεικνύουν ότι η μετφορμίνη απεκκρίνεται αμετάβλητη στα ούρα και δεν υφίσταται ηπατικό μεταβολισμό (δεν έχουν ταυτοποιηθεί μεταβολίτες σε ανθρώπους) ούτε χολική απέκκριση. Περίπου το 90% του φαρμάκου απεκκρίνεται εντός 24 ωρών σε άτομα με υγιή νεφρική λειτουργία. Η νεφρική κάθαρση της μετφορμίνης είναι περίπου 3,5 φορές μεγαλύτερη από την κάθαρση της κρεατινίνης, υποδεικνύοντας ότι η σωληναριακή έκκριση είναι η κύρια οδός απέκκρισης της μετφορμίνης.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Χρόνος ημίσειας ζωής: 6,2 ώρες. Διάρκεια δράσης 8-12 ώρες.
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής Ο χρόνος ημίσειας ζωής απέκκρισης της μετφορμίνης στο πλάσμα είναι 6,2 ώρες στο πλάσμα. Ο χρόνος ημίσειας ζωής απέκκρισης στο αίμα είναι περίπου 17,6 ώρες, υποδεικνύοντας ότι η ερυθροκυτταρική μάζα μπορεί να είναι ένα διαμέρισμα κατανομής.
Ο κύριος χρόνος ημίσειας ζωής απέκκρισης της μετφορμίνης στο πλάσμα ανέρχεται κατά μέσο όρο σε περίπου 6,2 ώρες…
Το φάρμακο κατανέμεται στους σιελογόνους αδένες με χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 9 ωρών.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
9100L32L2N
ΜΕΤΦΟΡΜΙΝΗ
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Biguanide
Χημική Δομή [CS] - Biguanides
Η μετφορμίνη είναι ένα Biguanide.
ΜΕΤΦΟΡΜΙΝΗ
Biguanides [CS]· Biguanide [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Α A10BA02ΣΔ τύπου 2 — Χωρίς εγκατεστημένη ΚΑ νόσο / καρδιακή ανεπάρκεια / ΧΝΝ
- Στόχος: ρύθμιση γλυκόζης, έλεγχος συμπτωμάτων & σωματικού βάρους
Δοσολογία: Τιτλοποίηση — eGFR 60-89 έως 3000 mg, 45-60 έως 2000 mg, 30-45 έως 1000 mg, < 30 αντένδειξη · Συνεχής -
ΒΗΜΑ Β A10BA02ΣΔ τύπου 2 — Με αθηροσκληρωτική ΚΑ νόσο / ΚΑ ανεπάρκεια / ΧΝΝ
- Στόχος: μείωση καρδιονεφρικού κινδύνου — ανεξάρτητα από την HbA1c
Δοσολογία: Επίτευξη γλυκαιμικού στόχου ή χορήγηση μετφορμίνης · Συνεχής -
ΒΗΜΑ ΙΝΣ A10BA02Ινσουλινοθεραπεία στον ΣΔ τύπου 2
- Αδυναμία επίτευξης HbA1c ≤ 7% με μη ενέσιμη αγωγή
- HbA1c > 9% + καταβολικά συμπτώματα υπό μονοθεραπεία μετφορμίνης → βασική ινσουλίνη
Δοσολογία: Βασική: ανάλογο μακράς δράσης × 1 ή NPH × 1-2 · Συνεχής -
ΒΗΜΑ ΙΝΣ A10BA02Ινσουλινοθεραπεία στον ΣΔ τύπου 2
- Αδυναμία επίτευξης HbA1c ≤ 7% με μη ενέσιμη αγωγή
- HbA1c > 9% + καταβολικά συμπτώματα υπό μονοθεραπεία μετφορμίνης → βασική ινσουλίνη
Δοσολογία: Επί αποτυχίας → 2η/3η γευματική δόση · Συνεχής -
ΒΗΜΑ ΣΔ1 A10BA02ΣΔ τύπου 1
- Απόλυτη έλλειψη ενδογενούς ινσουλίνης — αναπλήρωση
Δοσολογία: — · Συνεχής -
ΒΗΜΑ ΠΑΙΔ A10BA02ΣΔ σε παιδιά & εφήβους
- ΣΔτ1 (> 90% του παιδικού/εφηβικού ΣΔ) ή ΣΔτ2
Δοσολογία: 500-1000 mg × 1, τιτλοποίηση, μέγιστη 1000 mg × 2 · Συνεχής -
ΒΗΜΑ ΚΥΗ A10BA02ΣΔ κατά την κύηση
- ΣΔ κύησης ή προϋπάρχων ΣΔ σε εγκυμοσύνη
Δοσολογία: — · Κύηση