ELVITEGRAVIR
Ελβιτεγκραβίρη
Θεραπευτικός παράγοντας σε κλινική χρήση. Δείτε το κλινικό και φαρμακολογικό προφίλ για περισσότερες λεπτομέρειες.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
medication
SPC-GENVOYA
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: μία φορά ημερησίως μαζί με τροφή
- Δόση έναρξης: Ένα δισκίο μία φορά ημερησίως μαζί με τροφή
-
Ενήλικες και παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας 6 ετών και άνω, βάρους τουλάχιστον 25 kgΔόσηΈνα δισκίολαμβανόμενο μία φορά ημερησίως μαζί με τροφή. Εάν ο ασθενής παραλείψει κάποια δόση εντός 18 ωρών, πρέπει να την πάρει. Εάν παραλείψει για περισσότερο από 18 ώρες, δεν πρέπει να την πάρει. Εάν ο ασθενής κάνει εμετό εντός 1 ώρας, πρέπει να πάρει ένα άλλο δισκίο.
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
Ενήλικες και έφηβοι (≥ 12 ετών, ≥ 35 kg) με νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης για CrCl ≥ 30 ml/min. Δεν πρέπει να γίνεται έναρξη αγωγής για CrCl < 30 ml/min. Η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται αν η CrCl μειωθεί κάτω από 30 ml/min.
-
Παιδιά < 12 ετών με νεφρική δυσλειτουργίαΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για δοσολογικές συστάσεις.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης για ήπια (Child-Pugh A) ή μέτρια (Child-Pugh B) ηπατική δυσλειτουργία. Δε συνιστάται για ασθενείς με σοβαρή (Child-Pugh C) ηπατική δυσλειτουργία.
-
Παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετών ή βάρους < 25 kgΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
-
Έγκυες γυναίκεςΔεν θα πρέπει να γίνεται έναρξη θεραπείας. Οι γυναίκες που μένουν έγκυες ενώ λαμβάνουν θεραπεία θα πρέπει να πραγματοποιούν μετάβαση σε εναλλακτικό σχήμα.
block
SPC-GENVOYA
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Συγχορήγηση με φαρμακευτικά προϊόντα που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το CYP3A για την κάθαρση και για τα οποία οι αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα σχετίζονται με σοβαρές ή απειλητικές για τη ζωή ανεπιθύμητες ενέργειες
-
Συγχορήγηση με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι ισχυροί επαγωγείς του CYP3A
-
Συγχορήγηση με ετεξιλική δαβιγατράνη
warning
SPC-GENVOYA
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Μετάδοση HIVΘα πρέπει να λαμβάνονται προφυλάξεις σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες.
-
Χρόνια ηπατίτιδα Β ή CΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β ή C οι οποίοι λαμβάνουν αντιρετροϊική αγωγήΈχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης σοβαρών και δυνητικά θανατηφόρων ηπατικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Genvoya σε ασθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό HIV-1 και τον ιό της ηπατίτιδας C (HCV) δεν έχουν τεκμηριωθεί.
-
Διακοπή αγωγής σε HBV συν-λοίμωξηΠληθυσμόςΑσθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό HIV και HBVΗ διακοπή της αγωγής με Genvoya μπορεί να συσχετισθεί με σοβαρές, οξείες εξάρσεις ηπατίτιδας. Πρέπει να παρακολουθούνται στενά με κλινικό και εργαστηριακό έλεγχο για τουλάχιστον αρκετούς μήνες μετά τη διακοπή της αγωγής.
-
Ηπατική νόσοςΠληθυσμόςΑσθενείς με σημαντικές υποκείμενες ηπατικές διαταραχέςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Genvoya δεν έχουν τεκμηριωθεί.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία συμπεριλαμβανομένης της χρόνιας ενεργού ηπατίτιδας κατά τη διάρκεια συνδυασμένης αντιρετροϊικής αγωγής (CART)Πρέπει να παρακολουθούνται σύμφωνα με την καθιερωμένη πρακτική. Σε περίπτωση επιδείνωσης της ηπατικής νόσου, πρέπει να εξετάζεται η διακοπή ή η οριστική παύση της αγωγής.
-
Μεταβολικές αλλαγέςΠληθυσμόςΚατά τη διάρκεια της αντιρετροϊικής θεραπείαςΕνδέχεται να παρουσιαστεί αύξηση του σωματικού βάρους καθώς και των επιπέδων των λιπιδίων και της γλυκόζης στο αίμα. Η παρακολούθηση των λιπιδίων και της γλυκόζης στο αίμα πρέπει να βασίζεται στις καθιερωμένες κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας του HIV. Οι διαταραχές των λιπιδίων θα πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως ενδείκνεται κλινικά.
-
Μιτοχονδριακή δυσλειτουργίαΠληθυσμόςHIV αρνητικά βρέφη που εκτέθηκαν in utero ή/και μετά τη γέννηση σε νουκλεοσιδικά ανάλογαΤα ευρήματα αυτά θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για οποιοδήποτε παιδί που εκτέθηκε in utero σε νουκλεοσ(τ)ιδικά ανάλογα, το οποίο παρουσιάζει σοβαρά κλινικά ευρήματα αγνώστου αιτιολογίας, ιδίως νευρολογικά ευρήματα.
-
Σύνδρομο Επανενεργοποίησης του Ανοσοποιητικού ΣυστήματοςΠληθυσμόςHIV οροθετικοί ασθενείς με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια κατά την έναρξη της CARTΘα πρέπει να εκτιμώνται οποιαδήποτε φλεγμονώδη συμπτώματα και να ορίζεται θεραπεία, όταν απαιτείται.
-
Ευκαιριακές λοιμώξειςΠληθυσμόςΑσθενείς οι οποίοι ελάμβαναν Genvoya ή οποιαδήποτε άλλη αντιρετροϊική θεραπείαΠρέπει να παραμένουν υπό στενή ιατρική παρακολούθηση από γιατρούς με εμπειρία στη θεραπεία ασθενών με νόσους σχετιζόμενες με τον ιό HIV.
-
ΟστεονέκρωσηΠληθυσμόςΑσθενείς με προχωρημένη λοίμωξη HIV ή/και μακράς διάρκειας έκθεση σε CARTΟι ασθενείς θα πρέπει να ζητούν ιατρική συμβουλή εάν παρουσιάζουν ενοχλήσεις και άλγος στις αρθρώσεις, δυσκαμψία αρθρώσεων ή δυσκολία στην κίνηση.
-
ΝεφροτοξικότηταΔυνητικός κίνδυνος νεφροτοξικότητας που προκύπτει από χρόνια έκθεση σε χαμηλά επίπεδα tenofovir λόγω της δοσολογίας με tenofovir alafenamide δε μπορεί να αποκλεισθεί (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
Συγχορήγηση φαρμακευτικών προϊόντωνΟρισμένα φαρμακευτικά προϊόντα δεν πρέπει να συγχορηγούνται με Genvoya (βλ. Αντενδείξεις και Αλληλεπιδράσεις).
-
Συγχορήγηση με άλλα αντιρετροϊικά φαρμακευτικά προϊόνταΤο Genvoya δεν πρέπει να συγχορηγείται με άλλα αντιρετροϊικά φαρμακευτικά προϊόντα (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Συγχορήγηση με προϊόντα που περιέχουν tenofovir alafenamide, tenofovir disoproxil, λαμιβουδίνη ή adefovir dipivoxilΤο Genvoya δεν πρέπει να συγχορηγείται με φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν tenofovir alafenamide, tenofovir disoproxil, λαμιβουδίνη ή adefovir dipivoxil, τα οποία χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της λοίμωξης από τον ιό HBV (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
ΑντισύλληψηΠληθυσμόςΓυναίκες ασθενείς σε αναπαραγωγική ηλικίαΠρέπει να χρησιμοποιούν είτε ένα ορμονικό αντισυλληπτικό που να περιέχει τουλάχιστον 30 µg αιθινυλοιστραδιόλης και να περιέχει δροσπιρενόνη ή νοργεστιμάτη ως προγεστογόνο, είτε πρέπει να χρησιμοποιούν μια εναλλακτική, αξιόπιστη μέθοδο αντισύλληψης (βλ. Αλληλεπιδράσεις και Κύηση και γαλουχία). Η χρήση του Genvoya με από του στόματος χορηγούμενα αντισυλληπτικά που περιέχουν άλλα προγεστογόνα πρέπει να αποφεύγεται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
ΚύησηΔεν θα πρέπει να γίνεται έναρξη θεραπείας με Genvoya κατά τη διάρκεια της κύησης και οι γυναίκες που μένουν έγκυες ενώ λαμβάνουν θεραπεία με Genvoya θα πρέπει να πραγματοποιούν μετάβαση σε εναλλακτικό σχήμα (βλ. Δοσολογία και Κύηση και γαλουχία).
-
Έκδοχα (Λακτόζη)ΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψη λακτάσης Lapp ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
swap_horiz
SPC-GENVOYA
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Άλλα αντιρετροϊικά φαρμακευτικά προϊόντααντένδειξηΔεν πρέπει να συγχορηγείται
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν tenofovir alafenamide, tenofovir disoproxil, λαμιβουδίνη ή adefovir dipivoxil (για HBV)αντένδειξηΔεν πρέπει να συγχορηγείται
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που επάγουν το CYP3A (π.χ. St. John’s wort, ριφαμπικίνη, καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη, φαινυτοΐνη)αντένδειξηΜειωμένες συγκεντρώσεις cobicistat και elvitegravir, απώλεια θεραπευτικής δράσης και ανάπτυξη αντοχής
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται κυρίως από το CYP3A, έχουν υψηλό μεταβολισμό πρώτης διόδου (π.χ. διυδροεργοταμίνη, εργοταμίνη, εργομετρίνη, σιμβαστατίνη, λοβαστατίνη, από του στόματος μιδαζολάμη, τριαζολάμη, αμιωδαρόνη, κινιδίνη, σισαπρίδη, πιμοζίδη, λουρασιδόνη, αλφουζοσίνη, σιλδεναφίλη για ΠΑΥ)αντένδειξηΑυξημένες συγκεντρώσεις αυτών των προϊόντων, σοβαρές ή απειλητικές για τη ζωή ανεπιθύμητες ενέργειες
-
προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις elvitegravir, κετοκοναζόλης ή/και cobicistatΣύστασηΜέγιστη ημερήσια δόση κετοκοναζόλης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 200 mg. Κλινική παρακολούθηση.
-
προσοχήΟι συγκεντρώσεις τους ενδέχεται να αυξηθούνΣύστασηΑπαιτείται κλινική παρακολούθηση. Μέγιστη ημερήσια δόση ιτρακοναζόλης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 200 mg.
-
προσοχήΟι συγκεντρώσεις της ενδέχεται να αυξηθούν ή να μειωθούνΣύστασηΣυνιστάται αξιολόγηση του λόγου οφέλους/κινδύνου.
-
προσοχήΣημαντική μείωση συγκεντρώσεων cobicistat και elvitegravir, απώλεια θεραπευτικής δράσης και ανάπτυξη αντοχής. Αυξημένη έκθεση σε δεσακετυλο-ριφαμπουτίνη.ΣύστασηΔε συνιστάται η συγχορήγηση. Εάν απαιτείται, 150 mg 3 φορές την εβδομάδα. Αυξημένη παρακολούθηση για ανεπιθύμητες ενέργειες της ριφαμπουτίνης.
-
Ledipasvir, SofosbuvirαμελητέαΑυξημένη έκθεση Ledipasvir και Sofosbuvir. Ήπιες μεταβολές στα συστατικά του Genvoya.ΣύστασηΔεν είναι απαραίτητη η αναπροσαρμογή της δόσης.
-
Sofosbuvir, VelpatasvirαμελητέαΑυξημένη έκθεση Sofosbuvir και Velpatasvir. Ήπιες μεταβολές στα συστατικά του Genvoya.ΣύστασηΔεν είναι απαραίτητη η αναπροσαρμογή της δόσης.
-
αμελητέαΑυξημένη έκθεση Voxilaprevir. Ήπιες μεταβολές στα συστατικά του Genvoya.ΣύστασηΔεν είναι απαραίτητη η αναπροσαρμογή της δόσης.
-
προσοχήΟι συγκεντρώσεις κλαριθρομυκίνης ή/και cobicistat ενδέχεται να μεταβληθούν.ΣύστασηΔοσολογία κλαριθρομυκίνης να βασίζεται στην CrCl. Για CrCl 30-60 ml/min, μείωση δόσης κατά 50%. Κλινική παρακολούθηση.
-
προσοχήΟι συγκεντρώσεις τελιθρομυκίνης ή/και cobicistat ενδέχεται να μεταβληθούν.ΣύστασηΚλινική παρακολούθηση.
-
αντένδειξηΣημαντική μείωση συγκεντρώσεων cobicistat και elvitegravir, απώλεια θεραπευτικής δράσης και ανάπτυξη αντοχής. Αυξημένες συγκεντρώσεις καρβαμαζεπίνης.ΣύστασηΗ συγχορήγηση αντενδείκνυται.
-
Κορτικοστεροειδή που μεταβολίζονται κυρίως από το CYP3A (π.χ. βηταμεθαζόνη, βουδεσονίδη, φλουτικαζόνη, μομεταζόνη, πρεδνιζόνη, τριαμσινολόνη)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος συστηματικών επιδράσεων από τα κορτικοστεροειδή.ΣύστασηΔεν συνιστάται, εκτός αν το όφελος υπερτερεί του κινδύνου. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται. Να εξετάζεται χρήση εναλλακτικών κορτικοστεροειδών.
-
Αντιόξινα (που περιέχουν μαγνήσιο/αργίλιο)προσοχήΜειωμένες συγκεντρώσεις elvitegravir (αν συγχορηγηθούν ταυτόχρονα).ΣύστασηΣυνιστάται μεσοδιάστημα τουλάχιστον 4 ωρών μεταξύ Genvoya και αντιόξινων.
-
Συμπληρώματα πολυβιταμινώνπροσοχήΠιθανή κατιονική συμπλοκοποίηση του elvitegravir.ΣύστασηΣυνιστάται διαχωρισμός της δοσολογίας του Genvoya και των συμπληρωμάτων πολυβιταμινών κατά τουλάχιστον 4 ώρες.
-
προσοχήΟι συγκεντρώσεις μετφορμίνης ενδέχεται να αυξηθούν.ΣύστασηΠροσεκτική παρακολούθηση και αναπροσαρμογή της δόσης της μετφορμίνης.
-
αμελητέαΚαμία σημαντική αλλαγή στις συγκεντρώσεις μεθαδόνης.ΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης της μεθαδόνης.
-
αμελητέαΑυξημένη έκθεση βουπρενορφίνης, μειωμένη έκθεση ναλοξόνης.ΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης της βουπρενορφίνης/ναλοξόνης.
-
προσοχήΟι συγκεντρώσεις δροσπιρενόνης μπορεί να αυξηθούν.ΣύστασηΚλινική παρακολούθηση λόγω πιθανότητας υπερκαλιαιμίας.
-
Νοργεστιμάτη, ΑιθινυλοιστραδιόληπροσοχήΑυξημένη έκθεση νοργεστιμάτης, μειωμένη έκθεση αιθινυλοιστραδιόλης.ΣύστασηΑπαιτείται προσοχή. Το ορμονικό αντισυλληπτικό πρέπει να περιέχει τουλάχιστον 30 µg αιθινυλοιστραδιόλης και δροσπιρενόνη ή νοργεστιμάτη, ή να χρησιμοποιείται εναλλακτική μέθοδος.
-
προσοχήΑυξημένη Cmax διγοξίνης.ΣύστασηΠαρακολούθηση των επιπέδων της διγοξίνης.
-
προσοχήΟι συγκεντρώσεις τους ενδέχεται να αυξηθούν.ΣύστασηΠροσοχή και κλινική παρακολούθηση.
-
προσοχήΟι συγκεντρώσεις τους ενδέχεται να αυξηθούν.ΣύστασηΚλινική παρακολούθηση και ενδέχεται να απαιτείται μείωση της δόσης.
-
προσοχήΟι συγκεντρώσεις τους ενδέχεται να αυξηθούν.ΣύστασηΚλινική παρακολούθηση των θεραπευτικών επιδράσεων και των ανεπιθύμητων ενεργειών.
-
προσοχήΜειωμένες εκθέσεις elvitegravir ή/και cobicistat, απώλεια θεραπευτικής δράσης.ΣύστασηΜπορούν να εξετάζονται εναλλακτικοί ανταγωνιστές των υποδοχέων ενδοθηλίνης.
-
ΔαβιγατράνηαντένδειξηΕνδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις δαβιγατράνης στο πλάσμα.ΣύστασηΑντενδείκνυται η συγχορήγηση.
-
αντένδειξηΑυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας.ΣύστασηΑντενδείκνυται η συγχορήγηση.
-
προσοχήΟι συγκεντρώσεις βαρφαρίνης ενδέχεται να επηρεαστούν.ΣύστασηΠαρακολούθηση της INR.
-
προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις σαλμετερόλης στο πλάσμα, σοβαρές ή απειλητικές για τη ζωή ανεπιθύμητες ενέργειες.ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χορήγηση δεν συνιστάται.
-
αμελητέαΑυξημένες συγκεντρώσεις ροσοουβαστατίνης.ΣύστασηΤροποποιήσεις της δόσης δεν είναι απαραίτητες.
-
προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις ατορβαστατίνης.ΣύστασηΈναρξη με τη χαμηλότερη δυνατή δόση, προσεκτική παρακολούθηση.
-
ΠιταβαστατίνηπροσοχήΟι συγκεντρώσεις πιταβαστατίνης ενδέχεται να αυξηθούν.ΣύστασηΑπαιτείται προσοχή.
-
αμελητέαΟι συγκεντρώσεις αναμένεται να αυξηθούν παροδικά.ΣύστασηΤροποποιήσεις της δόσης δεν είναι απαραίτητες.
-
αντένδειξηΚίνδυνος μυοπάθειας, συμπεριλαμβανομένης ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΗ συγχορήγηση αντενδείκνυται.
-
Σιλδεναφίλη (για Πνευμονική Αρτηριακή Υπέρταση)αντένδειξηΑυξημένες συγκεντρώσεις σιλδεναφίλης.ΣύστασηΗ συγχορήγηση αντενδείκνυται.
-
Σιλδεναφίλη (για Στυτική Δυσλειτουργία)προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις σιλδεναφίλης.ΣύστασηΕφάπαξ δόση όχι περισσότερο από 25 mg σε 48 ώρες.
-
Ταδαλαφίλη (για Πνευμονική Αρτηριακή Υπέρταση)προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις ταδαλαφίλης.ΣύστασηΑπαιτείται προσοχή, ενδεχομένως μείωση της δόσης.
-
Ταδαλαφίλη (για Στυτική Δυσλειτουργία)προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις ταδαλαφίλης.ΣύστασηΕφάπαξ δόση όχι περισσότερο από 10 mg σε 72 ώρες.
-
Βαρδεναφίλη (για Στυτική Δυσλειτουργία)προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις βαρδεναφίλης.ΣύστασηΕφάπαξ δόση όχι περισσότερο από 2,5 mg σε 72 ώρες.
-
αμελητέαΟι συγκεντρώσεις της σερτραλίνης δεν επηρεάζονται.ΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά (TCAs), Τραζοδόνη, Εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs), ΕσιταλοπράμηπροσοχήΟι συγκεντρώσεις τους ενδέχεται να αυξηθούν.ΣύστασηΠροσεκτική τιτλοποίηση της δόσης του αντικαταθλιπτικού και παρακολούθηση της ανταπόκρισης.
-
προσοχήΟι συγκεντρώσεις τους ενδέχεται να αυξηθούν.ΣύστασηΘεραπευτική παρακολούθηση.
-
Τριαζολάμη (από του στόματος)αντένδειξηΑυξημένες συγκεντρώσεις, σοβαρές ή απειλητικές για τη ζωή ανεπιθύμητες ενέργειες.ΣύστασηΗ συγχορήγηση αντενδείκνυται.
-
προσοχήΟι συγκεντρώσεις τους μπορεί να αυξηθούν.ΣύστασηΕνδέχεται να είναι απαραίτητη η μείωση της δόσης και συνιστάται παρακολούθηση της συγκέντρωσης.
-
αμελητέαΔεν αναμένεται επίδραση στις συγκεντρώσεις στο πλάσμα.
-
Μιδαζολάμη (χορηγούμενη από του στόματος)αντένδειξηΑυξημένες συγκεντρώσεις, σοβαρές ή απειλητικές για τη ζωή ανεπιθύμητες ενέργειες.ΣύστασηΗ συγχορήγηση αντενδείκνυται.
-
προσοχήΕνδέχεται να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις.ΣύστασηΜπορεί να απαιτούνται μειώσεις της δόσης. Δεν πρέπει να συγχορηγείται με κολχικίνη σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία.
sick
SPC-GENVOYA
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αναιμία
- Μη φυσιολογικά όνειρα
- Κατάθλιψη
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Ναυτία
- Διάρροια
- Έμετος
- Κοιλιακό άλγος
- Μετεωρισμός
- Δυσπεψία
- Εξάνθημα
- Αγγειοοίδημα
- Κνησμός
- Κόπωση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜη φυσιολογικά όνειραΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
pregnant_woman
SPC-GENVOYA
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΑντισύλληψηΗ χρήση του Genvoya θα πρέπει να συνοδεύεται από τη χρήση αποτελεσματικής αντισύλληψης.Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία/αντισύλληψη σε άντρες και γυναίκες.
-
ΚύησηΔεν θα πρέπει να γίνεται έναρξη θεραπείας με Genvoya κατά τη διάρκεια της κύησης και οι γυναίκες που μένουν έγκυρες ενώ λαμβάνουν θεραπεία με το Genvoya θα πρέπει να πραγματοποιούν μετάβαση σε εναλλακτικό σχήμα.Δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες του Genvoya ή των συστατικών του σε έγκυες γυναίκες. Δε διατίθενται ή είναι περιορισμένα τα δεδομένα (περιπτώσεις έκβασης κύησης λιγότερες από 300) από τη χρήση Genvoya σε έγκυρες γυναίκες. Ωστόσο, ένας μεγάλος αριθμός δεδομένων σε έγκυρες γυναίκες (περιπτώσεις έκβασης έκθεσης περισσότερες από 1.000) καταδεικνύουν τη μη ύπαρξη συγγενών διαμαρτιών ή τοξικότητας στο έμβρυο/νεογνό σχετιζόμενων με την emtricitabine. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεση ή έμμεση τοξικότητα των elvitegravir, cobicistat ή emtricitabine, όταν αυτά χορηγούνται ξεχωριστά, στις παραμέτρους της γονιμότητας, την κύηση, την εμβρυϊκή ανάπτυξη, τον τοκετό ή τη μεταγεννητική ανάπτυξη. Μελέτες του tenofovir alafenamide σε ζώα δεν έδειξαν στοιχεία τοξικότητας του tenofovir alafenamide στις παραμέτρους της γονιμότητας, την κύηση ή την εμβρυϊκή ανάπτυξη (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Η θεραπεία με cobicistat και elvitegravir κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου της κύησης έχει καταδειχθεί ότι οδηγεί σε χαμηλότερη έκθεση στο elvitegravir (βλ. Φαρμακοκινητικές). Τα επίπεδα του cobicistat μειώνονται, με πιθανό αποτέλεσμα να μην παρέχεται επαρκής ενίσχυση. Η σημαντική μείωση της έκθεσης στο elvitegravir ενδέχεται να οδηγήσει σε ιολογική αποτυχία και σε αυξημένο κίνδυνο μετάδοσης HIV λοίμωξης από τη μητέρα στο παιδί.
-
ΓαλουχίαΤο Genvoya δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την διάρκεια του θηλασμού. Προκειμένου να αποφευχθεί η μετάδοση του ιού HIV στο βρέφος, δε συνιστάται σε καμία περίπτωση οι γυναίκες που έχουν προσβληθεί από τον ιό HIV να θηλάζουν τα βρέφη τους.Δεν είναι γνωστό εάν το elvitegravir, το cobicistat ή το tenofovir alafenamide απεκκρίνεται στο ανθρώπινό γάλα. Η emtricitabine απεκκρίνεται στο ανθρώπινό γάλα. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν ότι τα elvitegravir, cobicistat και tenofovir απεκκρίνονται στο γάλα. Υπάρχουν ανεπαρκείς πληροφορίες σχετικά με την επίδραση των elvitegravir, cobicistat, emtricitabine και tenofovir στα νεογέννητα/βρέφη.
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με τη γονιμότητα από τη χρήση του Genvoya στους ανθρώπους. Σε μελέτες σε ζώα δεν υπήρξαν επιδράσεις του elvitegravir, του cobicistat, της emtricitabine και του tenofovir alafenamide στις παραμέτρους του ζευγαρώματος ή της γονιμότητας (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-GENVOYA
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-GENVOYA
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Μετά την από του στόματος χορήγηση μαζί με τροφή σε ασθενείς με HIV-1 λοίμωξη, ανώτατες συγκεντρώσεις στο πλάσμα παρατηρήθηκαν περίπου 4 ώρες μετά τη δόση για το elvitegravir, 3 ώρες μετά τη δόση για το cobicistat, 3 ώρες μετά τη δόση για την…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ηπατική λειτουργία | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | — | Προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία (χρόνια ενεργός ηπατίτιδα) με CART |
| Γλυκόζη αίματος | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | — | Κατά τη διάρκεια της αντιρετροϊικής θεραπείας |
| Λιπίδια αίματος | monitoringΛιπιδαιμικός έλεγχος | — | Κατά τη διάρκεια της αντιρετροϊικής θεραπείας |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Εργαστηριακός έλεγχος | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | για τουλάχιστον αρκετούς μήνες μετά τη διακοπή της αγωγής | Συνυπάρχουσα λοίμωξη HIV και HBV που διακόπτουν Genvoya |
| Κλινική παρακολούθηση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | — | Συγχορήγηση με δροσπιρενόνη |
| Κλινικός έλεγχος | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | για τουλάχιστον αρκετούς μήνες μετά τη διακοπή της αγωγής | Συνυπάρχουσα λοίμωξη HIV και HBV που διακόπτουν Genvoya |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-GENVOYA
expand_more
Δοσολογία
Την έναρξη της θεραπείας πρέπει να αναλαμβάνει γιατρός με εμπειρία στο χειρισμό λοιμώξεων από τον ιό HIV.
Δοσολογία
Ενήλικες και παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας 6 ετών και άνω, βάρους τουλάχιστον 25 kg. Ένα δισκίο λαμβανόμενο μία φορά ημερησίως μαζί με τροφή.
Εάν ο ασθενής παραλείψει κάποια δόση του Genvoya εντός 18 ωρών από την κανονική ώρα λήψης της δόσης, ο ασθενής πρέπει να πάρει το Genvoya μαζί με τροφή όσο το δυνατό γρηγορότερα και να συνεχίσει το κανονικό δοσολογικό πρόγραμμα. Εάν ένας ασθενής παραλείψει κάποια δόση του Genvoya για περισσότερο από 18 ώρες, ο ασθενής δεν πρέπει να πάρει τη δόση που παρέλειψε, αλλά απλά να συνεχίσει το κανονικό δοσολογικό πρόγραμμα.
Εάν ο ασθενής κάνει εμετό εντός 1 ώρας από τη λήψη του Genvoya, πρέπει να πάρει ένα άλλο δισκίο.
Ηλικιωμένοι Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης του Genvoya σε ηλικιωμένους ασθενείς (βλ. Φαρμακοδυναμικές και Φαρμακοκινητικές).
Νεφρική δυσλειτουργία Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης του Genvoya σε ενήλικες και εφήβους (ηλικίας τουλάχιστον 12 ετών και σωματικού βάρους τουλάχιστον 35 kg) με εκτιμώμενη κάθαρση κρεατινίνης (CrCl) ≥ 30 ml/min. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τη διατύπωση δοσολογικών συστάσεων σε παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών με νεφρική δυσλειτουργία. Δεν πρέπει να γίνεται έναρξη αγωγής με Genvoya σε ασθενείς με εκτιμώμενη CrCl < 30 ml/min καθώς υπάρχουν περιορισμένα διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με τη χρήση του Genvoya σε αυτόν τον πληθυσμό (βλ. Φαρμακοδυναμικές και Φαρμακοκινητικές). Το Genvoya θα πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς με εκτιμώμενη CrCl η οποία μειώνεται κάτω από 30 ml/min κατά τη διάρκεια της θεραπείας (βλ. Φαρμακοδυναμικές και Φαρμακοκινητικές).
Ηπατική δυσλειτουργία Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης του Genvoya σε ασθενείς με ήπια (Child-Pugh Κατηγορία A) ή μέτρια (Child-Pugh Κατηγορία B) ηπατική δυσλειτουργία. Το Genvoya δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh Κατηγορία C)· συνεπώς, το Genvoya δε συνιστάται για χρήση σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Genvoya σε παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετών ή βάρους < 25 kg δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Κύηση Η θεραπεία με cobicistat και elvitegravir κατά τη διάρκεια της κύησης οδηγεί σε χαμηλότερη έκθεση στο elvitegravir (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές). Επομένως, δεν θα πρέπει να γίνεται έναρξη θεραπείας με Genvoya κατά τη διάρκεια της κύησης και οι γυναίκες που μένουν έγκυες ενώ λαμβάνουν θεραπεία με Genvoya θα πρέπει να πραγματοποιούν μετάβαση σε εναλλακτικό σχήμα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Κύηση και γαλουχία).
Τρόπος χορήγησης
Το Genvoya πρέπει να λαμβάνεται από του στόματος, μία φορά ημερησίως μαζί με τροφή (βλ. Φαρμακοκινητικές). Το επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο δεν πρέπει να μασάται ή να θρυμματίζεται. Για τους ασθενείς οι οποίοι δεν μπορούν να καταπιούν το δισκίο ολόκληρο, επιτρέπεται ο διαχωρισμός του δισκίου στη μέση και η λήψη των δύο μερών το ένα μετά το άλλο, εξασφαλίζοντας έτσι ότι λαμβάνεται η πλήρης δόση.
block
Αντενδείξεις
SPC-GENVOYA
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Συγχορήγηση με φαρμακευτικά προϊόντα που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το CYP3A για την κάθαρση και για τα οποία οι αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα σχετίζονται με σοβαρές ή απειλητικές για τη ζωή ανεπιθύμητες ενέργειες (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις), όπως:
- ανταγωνιστές άλφα 1-αδρενεργικών υποδοχέων: αλφουζοσίνη
- αντιαρρυθμικά: αμιωδαρόνη, κινιδίνη
- παράγωγα ερυσιβώδους ολύρας: διυδροεργοταμίνη, εργομετρίνη, εργοταμίνη
- παράγοντες κινητικότητας γαστρεντερικού σωλήνα: σισαπρίδη
- αναστολείς της HMG Co-A αναγωγάσης: λοβαστατίνη, σιμβαστατίνη
- νευροληπτικά/αντιψυχωσικά: πιμοζίδη, λουρασιδόνη
- αναστολείς της PDE-5: σιλδεναφίλη για τη θεραπεία της πνευμονικής αρτηριακής υπέρτασης
- ηρεμιστικά/υπνωτικά: χορηγούμενη από του στόματος μιδαζολάμη, τριαζολάμη
- Συγχορήγηση με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι ισχυροί επαγωγείς του CYP3A λόγω της πιθανότητας απώλειας της ιολογικής ανταπόκρισης και πιθανής αντοχής στο Genvoya (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις), όπως:
- αντιεπιληπτικά: καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη, φαινυτοΐνη
- αντιμυκοβακτηριακά: ριφαμπικίνη
- φυτικά προϊόντα: St. John’s wort (Hypericum perforatum/υπερικό το διάτρητο/βαλσαμόχορτο)
- Συγχορήγηση με ετεξιλική δαβιγατράνη, ένα υπόστρωμα P-γλυκοπρωτεΐνης (P-gp) (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-GENVOYA
expand_more
Προειδοποιήσεις
Αν και η αποτελεσματική ιολογική καταστολή με αντιρετροϊική θεραπεία έχει αποδειχθεί ότι μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο μετάδοσης του ιού με τη σεξουαλική επαφή, δε μπορεί να αποκλειστεί υπολειπόμενος κίνδυνος. Θα πρέπει να λαμβάνονται προφυλάξεις σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες.
Ασθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό HIV και τον ιό της ηπατίτιδας Β ή C
Ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β ή C οι οποίοι λαμβάνουν αντιρετροϊική αγωγή έχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης σοβαρών και δυνητικά θανατηφόρων ηπατικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Genvoya σε ασθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό HIV-1 και τον ιό της ηπατίτιδας C (HCV) δεν έχουν τεκμηριωθεί. Το tenofovir alafenamide είναι δραστικό κατά του ιού της ηπατίτιδας B (HBV). Η διακοπή της αγωγής με Genvoya σε ασθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό HIV και HBV μπορεί να συσχετισθεί με σοβαρές, οξείες εξάρσεις ηπατίτιδας. Ασθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό HIV και τον ιό HBV που διακόπτουν το Genvoya, πρέπει να παρακολουθούνται στενά με κλινικό και εργαστηριακό έλεγχο για τουλάχιστον αρκετούς μήνες μετά τη διακοπή της αγωγής.
Ηπατική νόσος
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Genvoya σε ασθενείς με σημαντικές υποκείμενες ηπατικές διαταραχές δεν έχουν τεκμηριωθεί. Κατά τη διάρκεια συνδυασμένης αντιρετροϊικής αγωγής (CART), ασθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία συμπεριλαμβανομένης της χρόνιας ενεργού ηπατίτιδας έχουν αυξημένη συχνότητα εμφάνισης διαταραχών της ηπατικής λειτουργίας και πρέπει να παρακολουθούνται σύμφωνα με την καθιερωμένη πρακτική. Σε περίπτωση επιδείνωσης της ηπατικής νόσου στην κατηγορία αυτή των ασθενών, πρέπει να εξετάζεται η διακοπή ή η οριστική παύση της αγωγής.
Σωματικό βάρος και μεταβολικές παράμετροι
Κατά τη διάρκεια της αντιρετροϊικής θεραπείας ενδέχεται να παρουσιαστεί αύξηση του σωματικού βάρους καθώς και των επιπέδων των λιπιδίων και της γλυκόζης στο αίμα. Οι αλλαγές αυτές μπορεί, εν μέρει, να συνδέονται με τον έλεγχο της νόσου και τον τρόπο ζωής. Αναφορικά με τα λιπίδια, σε ορισμένες περιπτώσεις υπάρχουν ενδείξεις για επίδραση της θεραπείας, ενώ όσον αφορά την αύξηση του σωματικού βάρους δεν υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις που να τη συσχετίζουν με οποιαδήποτε συγκεκριμένη θεραπεία. Η παρακολούθηση των λιπιδίων και της γλυκόζης στο αίμα πρέπει να βασίζεται στις καθιερωμένες κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας του HIV. Οι διαταραχές των λιπιδίων θα πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως ενδείκνυται κλινικά.
Μιτοχονδριακή δυσλειτουργία μετά από έκθεση in utero
Νουκλεοσ(τ)ιδικά ανάλογα ενδέχεται να επηρεάσουν τη μιτοχονδριακή λειτουργία σε ποικίλο βαθμό, το οποίο είναι εντονότερο με τη σταβουδίνη, διδανοσίνη και ζιδοβουδίνη. Έχει αναφερθεί μιτοχονδριακή δυσλειτουργία σε HIV αρνητικά βρέφη τα οποία είχαν εκτεθεί in utero ή/και μετά τη γέννηση σε νουκλεοσιδικά ανάλογα· οι αναφορές αυτές αφορούσαν κυρίως τη θεραπεία με θεραπευτικά σχήματα που περιείχαν ζιδοβουδίνη. Οι κύριες ανεπιθύμητες ενέργειες οι οποίες αναφέρθηκαν, είναι αιματολογικές διαταραχές (αναιμία, ουδετεροπενία) και μεταβολικές διαταραχές (υψηλό επίπεδο γαλακτικού οξέος στο αίμα, υψηλό επίπεδο λιπάσης στο αίμα). Οι ενέργειες αυτές συχνά ήταν παροδικές. Έχουν αναφερθεί σπάνια νευρολογικές διαταραχές όψιμης έναρξης (υπερτονία, σπασμοί, μη φυσιολογική συμπεριφορά). Δεν είναι γνωστό επί του παρόντος, εάν τέτοιες νευρολογικές διαταραχές είναι παροδικές ή μόνιμες. Τα ευρήματα αυτά θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για οποιοδήποτε παιδί που εκτέθηκε in utero σε νουκλεοσ(τ)ιδικά ανάλογα, το οποίο παρουσιάζει σοβαρά κλινικά ευρήματα αγνώστου αιτιολογίας, ιδίως νευρολογικά ευρήματα. Τα ευρήματα αυτά δεν επηρεάζουν τις παρούσες εθνικές συστάσεις για τη χρήση αντιρετροϊικής θεραπείας σε έγκυρες γυναίκες, προκειμένου να προληφθεί η κάθετη μετάδοση του ιού HIV.
Σύνδρομο Επανενεργοποίησης του Ανοσοποιητικού Συστήματος
Σε HIV οροθετικούς ασθενείς με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια ενδέχεται να εμφανιστεί, κατά την έναρξη της CART, μία φλεγμονώδης αντίδραση σε ασυμπτωματικά ή υπολειμματικά ευκαιριακά παθογόνα και να προκληθούν σοβαρές κλινικές καταστάσεις ή επιδείνωση των συμπτωμάτων. Τέτοιες αντιδράσεις έχουν τυπικά παρουσιαστεί εντός των πρώτων εβδομάδων ή μηνών από την έναρξη της CART. Σχετικά παραδείγματα περιλαμβάνουν αμφιβληστροειδίτιδα από κυτταρομεγαλοϊό, γενικευμένες ή/και εστιακές λοιμώξεις από μυκοβακτηρίδια και πνευμονία οφειλόμενη σε Pneumocystis jirovecii. Θα πρέπει να εκτιμώνται οποιαδήποτε φλεγμονώδη συμπτώματα και να ορίζεται θεραπεία, όταν απαιτείται. Αυτοάνοσες διαταραχές (όπως η νόσος του Graves και η αυτοάνοση ηπατίτιδα) έχει επίσης αναφερθεί ότι εμφανίστηκαν στα πλαίσια της επανενεργοποίησης του ανοσοποιητικού συστήματος. Ωστόσο, ο αναφερόμενος χρόνος μέχρι την εμφάνιση είναι περισσότερο κυμαινόμενος και αυτά τα συμβάντα μπορεί να συμβούν πολλούς μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας.
Ευκαιριακές λοιμώξεις
Ασθενείς οι οποίοι ελάμβαναν Genvoya ή οποιαδήποτε άλλη αντιρετροϊική θεραπεία μπορεί να εξακολουθήσουν να αναπτύσσουν ευκαιριακές λοιμώξεις και άλλες επιπλοκές της HIV λοίμωξης και συνεπώς πρέπει να παραμένουν υπό στενή ιατρική παρακολούθηση από γιατρούς με εμπειρία στη θεραπεία ασθενών με νόσους σχετιζόμενες με τον ιό HIV.
Οστεονέκρωση
Αναφέρθηκαν περιπτώσεις οστεονέκρωσης κυρίως σε ασθενείς με προχωρημένη λοίμωξη HIV ή/και μακράς διάρκειας έκθεση σε CART αν και η αιτιολογία θεωρείται πολυπαραγοντική (συμπεριλαμβάνονται η χρήση κορτικοστεροειδών, η κατανάλωση αλκοόλ, η σοβαρή ανοσοκαταστολή, ο υψηλότερος δείκτης μάζας σώματος). Οι ασθενείς θα πρέπει να ζητούν ιατρική συμβουλή εάν παρουσιάζουν ενοχλήσεις και άλγος στις αρθρώσεις, δυσκαμψία αρθρώσεων ή δυσκολία στην κίνηση.
Νεφροτοξικότητα
Δυνητικός κίνδυνος νεφροτοξικότητας που προκύπτει από χρόνια έκθεση σε χαμηλά επίπεδα tenofovir λόγω της δοσολογίας με tenofovir alafenamide δε μπορεί να αποκλεισθεί (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
Συγχορήγηση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων
Ορισμένα φαρμακευτικά προϊόντα δεν πρέπει να συγχορηγούνται με Genvoya (βλ. Αντενδείξεις και Αλληλεπιδράσεις). Το Genvoya δεν πρέπει να συγχορηγείται με άλλα αντιρετροϊικά φαρμακευτικά προϊόντα (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Το Genvoya δεν πρέπει να συγχορηγείται με φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν tenofovir alafenamide, tenofovir disoproxil, λαμιβουδίνη ή adefovir dipivoxil, τα οποία χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της λοίμωξης από τον ιό HBV (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Απαιτήσεις αντισύλληψης
Οι γυναίκες ασθενείς σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν είτε ένα ορμονικό αντισυλληπτικό που να περιέχει τουλάχιστον 30 µg αιθινυλοιστραδιόλης και να περιέχει δροσπιρενόνη ή νοργεστιμάτη ως προγεστογόνο, είτε πρέπει να χρησιμοποιούν μια εναλλακτική, αξιόπιστη μέθοδο αντισύλληψης (βλ. Αλληλεπιδράσεις και Κύηση και γαλουχία). Η χρήση του Genvoya με από του στόματος χορηγούμενα αντισυλληπτικά που περιέχουν άλλα προγεστογόνα πρέπει να αποφεύγεται (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Οι συγκεντρώσεις της δροσπιρενόνης στο πλάσμα αναμένεται ότι θα αυξηθούν μετά από τη συγχορήγηση με το Genvoya και συνιστάται κλινική παρακολούθηση λόγω της δυνατότητας πρόκλησης υπερκαλιαιμίας (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Σε μια κλινική μελέτη (GS-US-292-0106) στην οποία χορηγήθηκε Genvoya σε 23 παιδιατρικούς ασθενείς με HIV-1 λοίμωξη των οποίων η μέση ηλικία ήταν τα 10 έτη (εύρος 8 έως 11 ετών), οι μέσες τιμές έκθεσης των elvitegravir, cobicistat, emtricitabine, tenofovir και tenofovir alafenamide ήταν υψηλότερες (20 έως 80%) από τις μέσες τιμές έκθεσης που επιτεύχθησαν σε ενήλικες (βλ. Θεραπευτικές ενδείξεις και Φαρμακοκινητικές).
Κύηση
Η θεραπεία με cobicistat και elvitegravir κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου της κύησης έχει καταδειχθεί ότι οδηγεί σε χαμηλότερες εκθέσεις στο elvitegravir (βλ. Φαρμακοκινητικές). Τα επίπεδα του cobicistat μειώνονται, με πιθανό αποτέλεσμα να μην παρέχεται επαρκής ενίσχυση. Η σημαντική μείωση της έκθεσης στο elvitegravir ενδέχεται να οδηγήσει σε ιολογική αποτυχία και σε αυξημένο κίνδυνο μετάδοσης HIV λοίμωξης από τη μητέρα στο παιδί. Επομένως, δεν θα πρέπει να γίνεται έναρξη θεραπείας με Genvoya κατά τη διάρκεια της κύησης και οι γυναίκες που μένουν έγκυες ενώ λαμβάνουν θεραπεία με Genvoya θα πρέπει να πραγματοποιούν μετάβαση σε εναλλακτικό σχήμα (βλ. Δοσολογία και Κύηση και γαλουχία).
Έκδοχα
Το Genvoya περιέχει μονοϋδρική λακτόζη. Συνεπώς, οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψη λακτάσης Lapp ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης, δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-GENVOYA
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Το Genvoya δεν πρέπει να συγχορηγείται μαζί με άλλα αντιρετροϊικά φαρμακευτικά προϊόντα. Συνεπώς, πληροφορίες σχετικά με τις αλληλεπιδράσεις με άλλα αντιρετροϊικά προϊόντα (συμπεριλαμβανομένων των PIs και μη-νουκλεοσιδικών αναστολέων της ανάστροφης μεταγραφάσης [NNRTIs]) δεν παρέχονται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.
Το Genvoya δεν πρέπει να συγχορηγείται με φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν tenofovir alafenamide, tenofovir disoproxil, λαμιβουδίνη ή adefovir dipivoxil, τα οποία χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της λοίμωξης από τον ιό HBV.
Elvitegravir
Το elvitegravir μεταβολίζεται κυρίως από το CYP3A και τα φαρμακευτικά προϊόντα που επάγουν ή αναστέλλουν το CYP3A μπορεί να επηρεάσουν την έκθεση στο elvitegravir. Η συγχορήγηση του Genvoya με φαρμακευτικά προϊόντα που επάγουν το CYP3A μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα μειωμένες συγκεντρώσεις του elvitegravir στο πλάσμα και τη μειωμένη θεραπευτική δράση του Genvoya (βλ. Αντενδείξεις). Το elvitegravir μπορεί να έχει τη δυνατότητα να επάγει το CYP2C9 ή/και τα επαγώγιμα ένζυμα διφωσφορική ουριδίνη γλυκουρονοσυλ τρανσφεράση (UGT). Ως τέτοιο, ενδέχεται να μειώσει τη συγκέντρωση των υποστρωμάτων αυτών των ενζύμων στο πλάσμα.
Cobicistat
Το cobicistat είναι ένας ισχυρός μηχανισμός αναστολής του CYP3A και είναι επίσης υπόστρωμα του CYP3A. Το cobicistat είναι επίσης ασθενής αναστολέας του CYP2D6 και μεταβολίζεται, σε μικρότερο βαθμό, από το CYP2D6. Τα φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν το CYP3A ενδέχεται να μειώσουν την κάθαρση του cobicistat, οδηγώντας σε αυξημένες συγκεντρώσεις του cobicistat στο πλάσμα. Τα φαρμακευτικά προϊόντα που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το μεταβολισμό του CYP3A και έχουν υψηλό μεταβολισμό πρώτης διόδου είναι τα πιο επιρρεπή σε μεγάλες αυξήσεις στην έκθεση όταν συγχορηγούνται με το cobicistat (βλ. Αντενδείξεις). Το cobicistat είναι αναστολέας των ακόλουθων μεταφορέων: P-gp, πρωτεΐνη αντίστασης του καρκίνου του μαστού (BCRP), πολυπεπτίδιο μεταφοράς οργανικών ανιόντων (OATP) 1B1 και OATP1B3. Η συγχορήγηση με φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία είναι υποστρώματα των P-gp, BCRP, OATP1B1 και OATP1B3 ενδέχεται να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις αυτών των προϊόντων στο πλάσμα.
Emtricitabine
In vitro και κλινικές φαρμακοκινητικές μελέτες αλληλεπιδράσεων μεταξύ φαρμάκων έχουν καταδείξει ότι το δυναμικό για μεσολαβούμενες από το CYP αλληλεπιδράσεις που περιλαμβάνουν την emtricitabine με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα είναι χαμηλό. Η συγχορήγηση της emtricitabine με φαρμακευτικά προϊόντα που αποβάλλονται μέσω ενεργής σωληναριακής απέκκρισης μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της emtricitabine, ή/και του συγχορηγούμενου φαρμακευτικού προϊόντος. Τα φαρμακευτικά προϊόντα που μειώνουν τη νεφρική λειτουργία μπορεί να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις της emtricitabine.
Tenofovir alafenamide
Το tenofovir alafenamide μεταφέρεται από την P-gp και την BCRP. Τα φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τη δραστηριότητα της P-gp και της BCRP μπορεί να οδηγήσουν σε μεταβολές στην απορρόφηση του tenofovir alafenamide. Ωστόσο, κατά τη συγχορήγηση με το cobicistat στο Genvoya, επιτυγχάνεται σχεδόν μέγιστη αναστολή της P-gp από το cobicistat οδηγώντας σε αυξημένη διαθεσιμότητα του tenofovir alafenamide με επακόλουθες εκθέσεις συγκρίσιμες με το tenofovir alafenamide 25 mg χορηγούμενο από μόνο του. Ως εκ τούτου, οι εκθέσεις στο tenofovir alafenamide μετά τη χορήγηση του Genvoya δεν αναμένεται να αυξηθούν περαιτέρω όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με έναν άλλο αναστολέα της P-gp και/ή του BCRP (π.χ. κετοκοναζόλη). Σύμφωνα με δεδομένα από μελέτη in vitro, η συγχορήγηση του tenofovir alafenamide και αναστολέων της οξειδάσης της ξανθίνης (π.χ. febuxostat) δεν αναμένεται να αυξήσει τη συστηματική έκθεση στο tenofovir in vivo. In vitro και κλινικές φαρμακοκινητικές μελέτες αλληλεπιδράσεων μεταξύ φαρμάκων έχουν καταδείξει ότι το δυναμικό για μεσολαβούμενες από το CYP αλληλεπιδράσεις που περιλαμβάνουν το tenofovir alafenamide με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα είναι χαμηλό. Το tenofovir alafenamide δεν είναι αναστολέας των CYP1A2, CYP2B6, CYP2C8, CYP2C9, CYP2C19 ή CYP2D6. Το tenofovir alafenamide δεν είναι αναστολέας ή επαγωγέας του CYP3A in vivo. Το tenofovir alafenamide είναι ένα υπόστρωμα του OATP in vitro. Οι αναστολείς των OATP και BCRP περιλαμβάνουν την κυκλοσπορίνη.
Η συγχορήγηση αντενδείκνυται
Η συγχορήγηση του Genvoya και ορισμένων φαρμακευτικών προϊόντων που μεταβολίζονται κυρίως από το CYP3A ενδέχεται να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις πλάσματος αυτών των προϊόντων, τα οποία σχετίζονται με το ενδεχόμενο για σοβαρές ή απειλητικές για τη ζωή ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως περιφερικός αγγειόσπασμος ή ισχαιμία (π.χ. διυδροεργοταμίνη, εργοταμίνη, εργομετρίνη) ή μυοπάθεια, συμπεριλαμβανομένης ραβδομυόλυσης (π.χ. σιμβαστατίνη, λοβαστατίνη) ή παρατεταμένη ή αυξημένη καταστολή ή αναπνευστική καταστολή (π.χ. χορηγούμενη από του στόματος μιδαζολάμη ή τριαζολάμη). Η συγχορήγηση του Genvoya και άλλων φαρμακευτικών προϊόντων που κυρίως μεταβολίζονται από το CYP3A, όπως αμιωδαρόνη, κινιδίνη, σισαπρίδη, πιμοζίδη, λουρασιδόνη, αλφουζοσίνη και σιλδεναφίλη για πνευμονική αρτηριακή υπέρταση αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
Η συγχορήγηση του Genvoya και ορισμένων φαρμακευτικών προϊόντων που επάγουν το CYP3A όπως St. John’s wort (Hypericum perforatum), ριφαμπικίνη, καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη και φαινυτοΐνη ενδέχεται να οδηγήσει σε σημαντικά μειωμένες συγκεντρώσεις του cobicistat και του elvitegravir στο πλάσμα, το οποίο μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια της θεραπευτικής δράσης και ανάπτυξη αντοχής (βλ. Αντενδείξεις).
Άλλες αλληλεπιδράσεις
Το cobicistat και το tenofovir alafenamide δεν είναι αναστολείς της ανθρώπινης UGT1A1 in vitro. Δεν είναι γνωστό εάν το cobicistat, η emtricitabine ή το tenofovir alafenamide είναι αναστολείς άλλων ενζύμων UGT. Οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ των συστατικών του Genvoya και πιθανών συγχορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων παρατίθενται στον Πίνακα 1 παρακάτω (η αύξηση υποδεικνύεται ως «↑», η μείωση ως «↓», καμία μεταβολή ως «↔»). Οι περιγραφόμενες αλληλεπιδράσεις βασίζονται σε μελέτες που διενεργήθηκαν με το Genvoya ή τα συστατικά του Genvoya (elvitegravir, cobicistat, emtricitabine και tenofovir alafenamide), ως μεμονωμένοι παράγοντες ή/και σε συνδυασμό ή αποτελούν ενδεχόμενες αλληλεπιδράσεις μεταξύ φαρμάκων που μπορεί να εμφανιστούν με το Genvoya.
Πίνακας 1: Αλληλεπιδράσεις μεταξύ των μεμονωμένων συστατικών του Genvoya και άλλων φαρμακευτικών προϊόντων
| Φαρμακευτικό προϊόν ανά θεραπευτική περιοχή | Επιδράσεις στα επίπεδα του φαρμακευτικού προϊόντος. Μέση ποσοστιαία μεταβολή στις τιμές AUC, Cmax, Cmin | Σύσταση σχετικά με τη συγχορήγηση με Genvoya |
|---|---|---|
| ΑΝΤΙΛΟΙΜΩΔΗ | ||
| Αντιμυκητιασικά | ||
| Κετοκοναζόλη | Elvitegravir: AUC: ↑ 48%, Cmin: ↑ 67%, Cmax: ↔. Οι συγκεντρώσεις της κετοκοναζόλης ή/και του cobicistat ενδέχεται να αυξηθούν. | Όταν χορηγείται μαζί με Genvoya, η μέγιστη ημερήσια δόση της κετοκοναζόλης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 200 mg την ημέρα. Επιβάλλεται προσοχή και συνιστάται κλινική παρακολούθηση. |
| Ιτρακοναζόλη, Φλουκοναζόλη, Ποσακοναζόλη | Οι συγκεντρώσεις ενδέχεται να αυξηθούν όταν συγχορηγούνται με cobicistat. | Απαιτείται κλινική παρακολούθηση. Όταν χορηγείται μαζί με Genvoya, η μέγιστη ημερήσια δόση της ιτρακοναζόλης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 200 mg την ημέρα. |
| Βορικοναζόλη | Οι συγκεντρώσεις ενδέχεται να αυξηθούν ή να μειωθούν. | Συνιστάται αξιολόγηση του λόγου οφέλους/κινδύνου για να δικαιολογηθεί η χρήση της βορικοναζόλης με το Genvoya. |
| Αντιμυκοβακτηριακά | ||
| Ριφαμπουτίνη | Cobicistat/elvitegravir: ↓ σημαντικά. Ριφαμπουτίνη: AUC: ↔, Cmin: ↔, Cmax: ↔. 25-O-δεσακετυλο-ριφαμπουτίνη: AUC: ↑ 525%, Cmin: ↑ 394%, Cmax: ↑ 384%. Elvitegravir: AUC: ↓ 21%, Cmin: ↓ 67%, Cmax: ↔. Cobicistat: AUC: ↔, Cmin: ↓ 66%, Cmax: ↔. | Η συγχορήγηση δε συνιστάται. Εάν απαιτείται, 150 mg 3 φορές την εβδομάδα σε καθορισμένες ημέρες. Επιβάλλεται αυξημένη παρακολούθηση για ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με τη ριφαμπουτίνη. |
| Φαρμακευτικά προϊόντα κατά του ιού της ηπατίτιδας C | ||
| Ledipasvir/Sofosbuvir | Ledipasvir: AUC: ↑ 79%, Cmin: ↑ 93%, Cmax: ↑ 65%. Sofosbuvir: AUC: ↑ 47%, Cmax: ↑ 28%. Μεταβολίτης του sofosbuvir GS-331007: AUC: ↑ 48%, Cmin: ↑ 66%. Elvitegravir, Cobicistat, Emtricitabine, Tenofovir alafenamide: ↔ ή ήπια ↑. | Δεν είναι απαραίτητη η αναπροσαρμογή της δόσης. |
| Sofosbuvir/Velpatasvir | Sofosbuvir: AUC: ↑ 37%. Velpatasvir: AUC: ↑ 50%, Cmin: ↑ 60%, Cmax: ↑ 30%. Μεταβολίτης του sofosbuvir GS-331007: AUC: ↑ 48%, Cmin: ↑ 58%. Elvitegravir, Cobicistat, Emtricitabine, Tenofovir alafenamide: ↔ ή ήπια ↑. | Δεν είναι απαραίτητη η αναπροσαρμογή της δόσης. |
| Sofosbuvir/Velpatasvir/Voxilaprevir | Voxilaprevir: AUC: ↑ 171%, Cmin: ↑ 350%, Cmax: ↑ 92%. Sofosbuvir, Velpatasvir, Elvitegravir, Cobicistat, Emtricitabine, Tenofovir alafenamide: ↔ ή ήπια ↑. | Δεν είναι απαραίτητη η αναπροσαρμογή της δόσης. |
| Μακρολιδικά αντιβιοτικά | ||
| Κλαριθρομυκίνη | Οι συγκεντρώσεις της κλαριθρομυκίνης ή/και του cobicistat ενδέχεται να μεταβληθούν. | Η δοσολογία της κλαριθρομυκίνης πρέπει να βασίζεται στην CrCl του ασθενούς. Για CrCl ≥ 60 ml/min: Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή. Για CrCl 30-60 ml/min: η δόση της κλαριθρομυκίνης πρέπει να μειωθεί κατά 50%. |
| Τελιθρομυκίνη | Οι συγκεντρώσεις της τελιθρομυκίνης ή/και του cobicistat ενδέχεται να μεταβληθούν. | Συνιστάται κλινική παρακολούθηση. |
| ΑΝΤΙΕΠΙΛΗΠΤΙΚΑ | ||
| Καρβαμαζεπίνη | Elvitegravir: AUC: ↓ 69%, Cmin: ↓ 97%, Cmax: ↓ 45%. Cobicistat: AUC: ↓ 84%, Cmin: ↓ 90%, Cmax: ↓ 72%. Καρβαμαζεπίνη: AUC: ↑ 43%. | Η συγχορήγηση αντενδείκνυται. |
| ΓΛΥΚΟΚΟΡΤΙΚΟΕΙΔΗ | ||
| Κορτικοστεροειδή που μεταβολίζονται κυρίως από το CYP3A (π.χ. βηταμεθαζόνη, βουδεσονίδη, φλουτικαζόνη, μομεταζόνη, πρεδνιζόνη, τριαμσινολόνη) | Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα ενδέχεται να αυξηθούν, με αποτέλεσμα μειωμένες συγκεντρώσεις κορτιζόλης στον ορό. | Δεν συνιστάται, εκτός εάν το όφελος υπερτερεί του κινδύνου και οι ασθενείς παρακολουθούνται. Να εξετάζονται εναλλακτικά κορτικοστεροειδή. |
| ΑΝΤΙΟΞΙΝΑ | ||
| Αντιόξινο εναιώρημα που περιέχει μαγνήσιο/αργίλιο | Elvitegravir (ταυτόχρονη χορήγηση): AUC: ↓ 45%, Cmin: ↓ 41%, Cmax: ↓ 47%. Elvitegravir (αντιόξινο 2 ώρες μετά): ↔. | Συνιστάται μεσοδιάστημα τουλάχιστον 4 ωρών μεταξύ της χορήγησης Genvoya και αντιόξινων. |
| ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΑ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ | ||
| Συμπληρώματα πολυβιταμινών | Η επίδραση της κατιονικής συμπλοκοποίησης του elvitegravir δεν μπορεί να αποκλεισθεί. | Συνιστάται ο διαχωρισμός της δοσολογίας του Genvoya και των συμπληρωμάτων πολυβιταμινών κατά τουλάχιστον 4 ώρες. |
| ΑΠΟ ΤΟΥ ΣΤΟΜΑΤΟΣ ΧΟΡΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΝΤΙΔΙΑΒΗΤΙΚΑ | ||
| Μετφορμίνη | Το cobicistat αναστέλλει αναστρέψιμα το MATE1 και οι συγκεντρώσεις της μετφορμίνης ενδέχεται να αυξηθούν. | Συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση του ασθενούς και αναπροσαρμογή της δόσης της μετφορμίνης. |
| ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ ΑΝΑΛΓΗΤΙΚΑ | ||
| Μεθαδόνη | Μεθαδόνη: ↔. Cobicistat: ↔. Elvitegravir: ↔. | Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης της μεθαδόνης. |
| Βουπρενορφίνη/Ναλοξόνη | Βουπρενορφίνη: AUC: ↑ 35%, Cmin: ↑ 66%, Cmax: ↑ 12%. Ναλοξόνη: AUC: ↓ 28%, Cmax: ↓ 28%. Cobicistat: ↔. Elvitegravir: ↔. | Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης της βουπρενορφίνης/ναλοξόνης. |
| ΑΠΟ ΤΟΥ ΣΤΟΜΑΤΟΣ ΧΟΡΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΝΤΙΣΥΛΛΗΠΤΙΚΑ | ||
| Δροσπιρενόνη/Αιθινυλοιστραδιόλη | Δροσπιρενόνη: AUC: ↑. | Οι συγκεντρώσεις της δροσπιρενόνης στο πλάσμα μπορεί να αυξηθούν. Συνιστάται κλινική παρακολούθηση λόγω της πιθανότητας πρόκλησης υπερκαλιαιμίας. |
| Νοργεστιμάτη/Αιθινυλοιστραδιόλη | Νοργεστιμάτη: AUC: ↑ 126%, Cmin: ↑ 167%, Cmax: ↑ 108%. Αιθινυλοιστραδιόλη: AUC: ↓ 25%, Cmin: ↓ 44%. | Απαιτείται προσοχή. Το ορμονικό αντισυλληπτικό πρέπει να περιέχει τουλάχιστον 30 µg αιθινυλοιστραδιόλης και δροσπιρενόνη ή νοργεστιμάτη ως προγεστογόνο, ή να χρησιμοποιείται εναλλακτική μέθοδος. |
| ΑΝΤΙΑΡΡΥΘΜΙΚΑ | ||
| Διγοξίνη | Διγοξίνη: Cmax: ↑ 41%. | Συνιστάται η παρακολούθηση των επιπέδων της διγοξίνης. |
| Δισοπυραμίδη, Φλεκαϊνίδη, Συστηματική λιδοκαΐνη, Μεξιλετίνη, Προπαφενόνη | Οι συγκεντρώσεις αυτών των αντιαρρυθμικών φαρμάκων ενδέχεται να αυξηθούν. | Επιβάλλεται προσοχή και συνιστάται κλινική παρακολούθηση. |
| ΑΝΤΙΥΠΕΡΤΑΣΙΚΑ | ||
| Μετοπρολόλη, Τιμολόλη | Οι συγκεντρώσεις αυτών των βήτα-αποκλειστών ενδέχεται να αυξηθούν. | Συνιστάται κλινική παρακολούθηση και ενδέχεται να απαιτείται μείωση της δόσης. |
| Αμλοδιπίνη, Διλτιαζέμη, Φελοδιπίνη, Νικαρδιπίνη, Νιφεδιπίνη, Βεραπαμίλη | Οι συγκεντρώσεις αυτών των αποκλειστών διαύλων ασβεστίου ενδέχεται να αυξηθούν. | Συνιστάται κλινική παρακολούθηση των θεραπευτικών επιδράσεων και των ανεπιθύμητων ενεργειών. |
| ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ ΕΝΔΟΘΗΛΙΝΗΣ | ||
| Βοσεντάνη | Μειωμένες εκθέσεις στο elvitegravir ή/και στο cobicistat και απώλεια της θεραπευτικής δράσης. | Μπορούν να εξετάζονται εναλλακτικοί ανταγωνιστές των υποδοχέων ενδοθηλίνης. |
| ΑΝΤΙΠΗΚΤΙΚΑ | ||
| Δαβιγατράνη | Ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις δαβιγατράνης στο πλάσμα. | Αντενδείκνυται η συγχορήγηση. |
| Απιξαβάνη, Ριβαροξαβάνη, Εδοξαβάνη | Ενδέχεται να έχει ως αποτέλεσμα αυξημένες συγκεντρώσεις του άμεσου από του στόματος αντιπηκτικού (DOAC) στο πλάσμα, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας. | Αντενδείκνυται η συγχορήγηση. |
| Βαρφαρίνη | Οι συγκεντρώσεις της βαρφαρίνης ενδέχεται να επηρεαστούν. | Συνιστάται η παρακολούθηση της διεθνούς ομαλοποιημένης σχέσης (INR). |
| ΕΙΣΠΝΕΟΜΕΝΟΣ ΒΗΤΑ ΑΓΩΝΙΣΤΑΣ | ||
| Σαλμετερόλη | Ενδέχεται να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις της σαλμετερόλης στο πλάσμα, η οποία σχετίζεται με το ενδεχόμενο για σοβαρές ή απειλητικές για τη ζωή ανεπιθύμητες ενέργειες. | Η ταυτόχρονη χορήγηση δεν συνιστάται. |
| ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΗΣ HMG CO-A ΑΝΑΓΩΓΑΣΗΣ | ||
| Ροσουβαστατίνη | Ροσουβαστατίνη: AUC: ↑ 38%, Cmax: ↑ 89%. Elvitegravir: ↔. | Τροποποιήσεις της δόσης δεν είναι απαραίτητες. |
| Ατορβαστατίνη | Ατορβαστατίνη: AUC: ↑ 160%, Cmax: ↑ 132%. Elvitegravir: ↔. | Να γίνεται έναρξη με την χαμηλότερη δυνατή δόση της ατορβαστατίνης με προσεκτική παρακολούθηση. |
| Πιταβαστατίνη | Οι συγκεντρώσεις της πιταβαστατίνης ενδέχεται να αυξηθούν. | Απαιτείται προσοχή. |
| Πραβαστατίνη, Φλουβαστατίνη | Οι συγκεντρώσεις αναμένεται να αυξηθούν παροδικά. | Τροποποιήσεις της δόσης δεν είναι απαραίτητες. |
| Λοβαστατίνη, Σιμβαστατίνη | Η συγχορήγηση αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις). | |
| ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΗΣ ΦΩΣΦΟΔΙΕΣΤΕΡΑΣΗΣ ΤΥΠΟΥ 5 (PDE-5) | ||
| Σιλδεναφίλη (για πνευμονική αρτηριακή υπέρταση) | Η συγχορήγηση αντενδείκνυται. | |
| Σιλδεναφίλη (για στυτική δυσλειτουργία) | Για τη θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας, συνιστάται η συγχορήγηση εφάπαξ δόσης σιλδεναφίλης όχι περισσότερο από 25 mg σε 48 ώρες. | |
| Ταδαλαφίλη (για πνευμονική αρτηριακή υπέρταση) | Απαιτείται προσοχή, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης να εξεταστεί μείωση της δόσης. | |
| Ταδαλαφίλη (για στυτική δυσλειτουργία) | Για τη θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας, συνιστάται η συγχορήγηση εφάπαξ δόσης ταδαλαφίλης όχι περισσότερο από 10 mg σε 72 ώρες. | |
| Βαρδεναφίλη (για στυτική δυσλειτουργία) | Για τη θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας, συνιστάται η συγχορήγηση εφάπαξ δόσης βαρδεναφίλης όχι περισσότερο από 2,5 mg σε 72 ώρες. | |
| ΑΝΤΙΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΑ | ||
| Σερτραλίνη | Elvitegravir, Tenofovir alafenamide, Σερτραλίνη: ↔. | Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης. |
| Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά (TCAs), Τραζοδόνη, Εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs), Εσιταλοπράμη | Οι συγκεντρώσεις των αντικαταθλιπτικών παραγόντων ενδέχεται να αυξηθούν. | Συνιστάται προσεκτική τιτλοποίηση της δόσης του αντικαταθλιπτικού και παρακολούθηση της ανταπόκρισης. |
| ΑΝΟΣΟΚΑΤΑΣΤΑΛΤΙΚΑ | ||
| Κυκλοσπορίνη, Sirolimus, Tacrolimus | Οι συγκεντρώσεις αυτών των ανοσοκατασταλτικών παραγόντων ενδέχεται να αυξηθούν. | Συνιστάται θεραπευτική παρακολούθηση. |
| ΗΡΕΜΙΣΤΙΚΑ/ΥΠΝΩΤΙΚΑ | ||
| Βουσπιρόνη, Χλωραζεπάτη, Διαζεπάμη, Εσταζολάμη, Φλουραζεπάμη, Ζολπιδέμη | Οι συγκεντρώσεις αυτών των βενζοδιαζεπινών μπορεί να αυξηθούν. | Ενδέχεται να είναι απαραίτητη η μείωση της δόσης και συνιστάται παρακολούθηση της συγκέντρωσης. |
| Λοραζεπάμη | Δεν αναμένεται επίδραση στις συγκεντρώσεις στο πλάσμα. | |
| Τριαζολάμη | Ενδέχεται να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις, σχετιζόμενες με σοβαρές ή απειλητικές για τη ζωή ανεπιθύμητες ενέργειες. | Η συγχορήγηση αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις). |
| Μιδαζολάμη (χορηγούμενη από του στόματος) | Ενδέχεται να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις, σχετιζόμενες με σοβαρές ή απειλητικές για τη ζωή ανεπιθύμητες ενέργειες. | Η συγχορήγηση αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις). |
| ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΟΥΡΙΚΗΣ ΑΡΘΡΙΤΙΔΑΣ | ||
| Κολχικίνη | Ενδέχεται να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις. | Μπορεί να απαιτούνται μειώσεις της δόσης. Το Genvoya δεν πρέπει να συγχορηγείται με κολχικίνη σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία. |
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-GENVOYA
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Η αξιολόγηση των ανεπιθύμητων ενεργειών βασίζεται στα δεδομένα ασφάλειας από όλες τις μελέτες Φάσης 2 και 3 στις οποίες 2.396 ασθενείς έλαβαν Genvoya. Οι πλέον συχνά αναφερθείσες ανεπιθύμητες ενέργειες σε κλινικές μελέτες διάρκειας 144 εβδομάδων ήταν ναυτία (11%), διάρροια (7%) και κεφαλαλγία (6%) (συγκεντρωτικά δεδομένα από τις κλινικές μελέτες Φάσης 3 GS-US-292-0104 και GS-US-292-0111 σε 866 πρωτοθεραπευόμενους ενήλικες ασθενείς που ελάμβαναν Genvoya).
Συνοπτική περίληψη ανεπιθύμητων ενεργειών
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες στον Πίνακα 2 παρατίθενται ανά κατηγορία οργανικού συστήματος και συχνότητα εμφάνισης. Οι συχνότητες προσδιορίζονται ως εξής: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10) και όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100).
Πίνακας 2: Κατάλογος σε μορφή πίνακα των ανεπιθύμητων ενεργειών
| Κατηγορία οργανικού συστήματος | Συχνότητα | Ανεπιθύμητη ενέργεια |
|---|---|---|
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Όχι συχνές | αναιμία |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Συχνές | μη φυσιολογικά όνειρα |
| Όχι συχνές | κατάθλιψη | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Συχνές | κεφαλαλγία, ζάλη |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Πολύ συχνές | ναυτία |
| Συχνές | διάρροια, έμετος, κοιλιακό άλγος, μετεωρισμός | |
| Όχι συχνές | δυσπεψία | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Συχνές | εξάνθημα |
| Όχι συχνές | αγγειοοίδημα, κνησμός | |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Συχνές | κόπωση |
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Μεταβολικές παράμετροι Το σωματικό βάρος και τα επίπεδα των λιπιδίων και της γλυκόζης στο αίμα ενδέχεται να αυξηθούν κατά τη διάρκεια της αντιρετροϊικής θεραπείας (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις)
Σύνδρομο Επανενεργοποίησης του Ανοσοποιητικού Συστήματος Σε HIV οροθετικούς ασθενείς με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια ενδέχεται να εμφανιστεί, κατά την έναρξη της CART, μία φλεγμονώδης αντίδραση σε ασυμπτωματικά ή υπολειμματικά ευκαιριακά παθογόνα. Αυτοάνοσες διαταραχές (όπως η νόσος του Graves και η αυτοάνοση ηπατίτιδα) έχουν επίσης αναφερθεί. Ωστόσο, ο αναφερόμενος χρόνος μέχρι την εμφάνιση είναι περισσότερο κυμαινόμενος και αυτά τα συμβάντα μπορεί να συμβούν πολλούς μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Οστεονέκρωση Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις οστεονέκρωσης κυρίως σε ασθενείς με γνωστούς γενικά παράγοντες κινδύνου, προχωρημένη λοίμωξη HIV ή μακράς διάρκειας έκθεση σε CART. Η συχνότητα αυτών είναι άγνωστη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Μεταβολές στην κρεατινίνη ορού Το cobicistat αυξάνει την κρεατινίνη ορού λόγω της αναστολής της σωληναριακής απέκκρισης της κρεατινίνης χωρίς να επηρεάζεται η νεφρική σπειραματική λειτουργία. Στις κλινικές μελέτες του Genvoya, αυξήσεις στην κρεατινίνη ορού εμφανίστηκαν κατά την Εβδομάδα 2 της θεραπείας και παρέμειναν σταθερές μέχρι 144 εβδομάδες. Σε πρωτοθεραπευόμενους ασθενείς, παρατηρήθηκε μετά από 144 εβδομάδες μια μέση μεταβολή 0,04 ± 0,12 mg/dl (3,5 ± 10,6 μmol/l) σε σχέση με την έναρξη της θεραπείας. Οι μέσες αυξήσεις σε σχέση με την έναρξη της θεραπείας στην ομάδα Genvoya ήταν μικρότερες από την ομάδα elvitegravir 150 mg/cobicistat 150 mg/emtricitabine 200 mg/tenofovir disoproxil (ως fumarate) 245 mg (E/C/F/TDF) κατά την Εβδομάδα 144 (διαφορά -0,04, p < 0,001).
Μεταβολές στις εργαστηριακές εξετάσεις λιπιδίων Σε μελέτες σε πρωτοθεραπευόμενους ασθενείς, αυξήσεις κατά την Εβδομάδα 144 παρατηρήθηκαν και στις δύο ομάδες θεραπείας για τις παραμέτρους των λιπιδίων σε κατάσταση νηστείας ολική χοληστερόλη, άμεση λιποπρωτεΐνη χαμηλής πυκνότητας (LDL-χοληστερόλη) και λιποπρωτεΐνη υψηλής πυκνότητας (HDL-χοληστερόλη) και τριγλυκερίδια σε σχέση με την έναρξη θεραπείας. Η διάμεση αύξηση σε σχέση με την έναρξη για αυτές τις παραμέτρους ήταν μεγαλύτερη στην ομάδα Genvoya σε σύγκριση με την ομάδα E/C/F/TDF κατά την Εβδομάδα 144 (p < 0,001 για τη διαφορά μεταξύ των ομάδων θεραπείας για ολική χοληστερόλη, άμεση LDL- και HDL-χοληστερόλη και τριγλυκερίδια σε κατάσταση νηστείας). Η διάμεση (Q1, Q3) μεταβολή στον λόγο ολικής χοληστερόλης προς HDL-χοληστερόλη κατά την Εβδομάδα 144 σε σχέση με την έναρξη ήταν 0,2 (-0,3, 0,7) στην ομάδα Genvoya και 0,1 (-0,4, 0,6) στην ομάδα E/C/F/TDF (p = 0,006 για τη διαφορά μεταξύ των ομάδων θεραπείας).
Παιδιατρικός πληθυσμός Το προφίλ ασφάλειας στους παιδιατρικούς ασθενείς οι οποίοι έλαβαν θεραπεία με Genvoya ήταν παρόμοιο με εκείνο στους ενήλικες.
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία Το προφίλ ασφάλειας του Genvoya σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική ανεπάρκεια ήταν παρόμοιο με εκείνο σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία.
Ασθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό HIV και τον ιό HBV Το προφίλ ασφάλειας του Genvoya σε ασθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη HIV/HBV ήταν παρόμοιο με εκείνο σε ασθενείς με λοίμωξη μόνο από τον ιό HIV-1.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-GENVOYA
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία/αντισύλληψη σε άντρες και γυναίκες
Η χρήση του Genvoya θα πρέπει να συνοδεύεται από τη χρήση αποτελεσματικής αντισύλληψης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις).
Κύηση
Δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες του Genvoya ή των συστατικών του σε έγκυες γυναίκες. Δε διατίθενται ή είναι περιορισμένα τα δεδομένα (περιπτώσεις έκβασης κύησης λιγότερες από 300) από τη χρήση Genvoya σε έγκυες γυναίκες. Ωστόσο, ένας μεγάλος αριθμός δεδομένων σε έγκυες γυναίκες (περιπτώσεις έκβασης έκθεσης περισσότερες από 1.000) καταδεικνύουν τη μη ύπαρξη συγγενών διαμαρτιών ή τοξικότητας στο έμβρυο/νεογνό σχετιζόμενων με την emtricitabine. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεση ή έμμεση τοξικότητα των elvitegravir, cobicistat ή emtricitabine, όταν αυτά χορηγούνται ξεχωριστά, στις παραμέτρους της γονιμότητας, την κύηση, την εμβρυϊκή ανάπτυξη, τον τοκετό ή τη μεταγεννητική ανάπτυξη. Μελέτες του tenofovir alafenamide σε ζώα δεν έδειξαν στοιχεία τοξικότητας του tenofovir alafenamide στις παραμέτρους της γονιμότητας, την κύηση ή την εμβρυϊκή ανάπτυξη (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
Η θεραπεία με cobicistat και elvitegravir κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου της κύησης έχει καταδειχθεί ότι οδηγεί σε χαμηλότερη έκθεση στο elvitegravir (βλ. Φαρμακοκινητικές). Τα επίπεδα του cobicistat μειώνονται, με πιθανό αποτέλεσμα να μην παρέχεται επαρκής ενίσχυση. Η σημαντική μείωση της έκθεσης στο elvitegravir ενδέχεται να οδηγήσει σε ιολογική αποτυχία και σε αυξημένο κίνδυνο μετάδοσης HIV λοίμωξης από τη μητέρα στο παιδί. Επομένως, δεν θα πρέπει να γίνεται έναρξη θεραπείας με Genvoya κατά τη διάρκεια της κύησης και οι γυναίκες που μένουν έγκυες ενώ λαμβάνουν θεραπεία με το Genvoya θα πρέπει να πραγματοποιούν μετάβαση σε εναλλακτικό σχήμα (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν το elvitegravir, το cobicistat ή το tenofovir alafenamide απεκκρίνεται στο ανθρώπινό γάλα. Η emtricitabine απεκκρίνεται στο ανθρώπινό γάλα. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν ότι τα elvitegravir, cobicistat και tenofovir απεκκρίνονται στο γάλα. Υπάρχουν ανεπαρκείς πληροφορίες σχετικά με την επίδραση των elvitegravir, cobicistat, emtricitabine και tenofovir στα νεογέννητα/βρέφη. Συνεπώς, το Genvoya δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την διάρκεια του θηλασμού. Προκειμένου να αποφευχθεί η μετάδοση του ιού HIV στο βρέφος, δε συνιστάται σε καμία περίπτωση οι γυναίκες που έχουν προσβληθεί από τον ιό HIV να θηλάζουν τα βρέφη τους.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με τη γονιμότητα από τη χρήση του Genvoya στους ανθρώπους. Σε μελέτες σε ζώα δεν υπήρξαν επιδράσεις του elvitegravir, του cobicistat, της emtricitabine και του tenofovir alafenamide στις παραμέτρους του ζευγαρώματος ή της γονιμότητας (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-GENVOYA
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιικά για συστηματική χρήση, αντιικά για τη θεραπεία των HIV λοιμώξεων, συνδυασμοί. Κωδικός ATC: J05AR18.
Μηχανισμός δράσης
Το elvitegravir είναι ένας αναστολέας της μεταφοράς κλώνων ιντεγκράσης HIV-1 (INSTI). Η ιντεγκράση είναι ένα ένζυμο που κωδικοποιείται από τον HIV-1, το οποίο απαιτείται για την ιική αντιγραφή. Η αναστολή της ιντεγκράσης εμποδίζει την ενσωμάτωση του δεοξυριβονουκλεϊκού οξέος (DNA) του HIV-1 στο γονιδιωματικό DNA του ξενιστή, αποκλείοντας το σχηματισμό του ιού HIV-1 και την αναπαραγωγή της ιογενούς λοίμωξης.
Το cobicistat είναι ένας επιλεκτικός, με βάση τον μηχανισμό αναστολέας των ενζύμων του κυτοχρώματος P450 (CYP) της υποοικογένειας CYP3A. Η αναστολή του μεσολαβούμενου από το CYP3A μεταβολισμού ενισχύει τη συστηματική έκθεση των υποστρωμάτων του CYP3A, όπως το elvitegravir, όπου η βιοδιαθεσιμότητα περιορίζεται και η ημίσεια ζωή βραχύνεται από τον εξαρτώμενο από το CYP3A μεταβολισμό.
H emtricitabine είναι ένας νουκλεοσιδικός αναστολέας της ανάστροφης μεταγραφάσης (NRTI) και νουκλεοσιδικό ανάλογο της 2’-δεοξυκυτιδίνης. Η emtricitabine φωσφορυλιώνεται από τα κυτταρικά ένζυμα και σχηματίζει την τριφωσφορική emtricitabine. Η τριφωσφορική emtricitabine αναστέλλει την αντιγραφή του HIV μέσω της ενσωμάτωσης στο ιικό DNA από την ανάστροφη μεταγραφάση (RT) του HIV, οδηγώντας στον τερματισμό της αλύσου του DNA. Η emtricitabine εμφανίζει δραστικότητα κατά των ιών HIV-1, HIV-2 και HBV.
Το tenofovir alafenamide είναι ένας νουκλεοτιδικός αναστολέας της ανάστροφης μεταγραφάσης (NtRTI) και φωσφοροαμιδικό προφάρμακο του tenofovir (ανάλογο της μονοφωσφορικής 2’-δεοξυαδενοσίνης). Το tenofovir alafenamide διαπερνά τα κύτταρα και λόγω της αυξημένης σταθερότητας στο πλάσμα και της ενδοκυτταρικής ενεργοποίησης μέσω υδρόλυσης από την καθεψίνη A, το tenofovir alafenamide είναι πιο αποτελεσματικό από το tenofovir disoproxil όσον αφορά στη συγκέντρωση του tenofovir στα μονοπύρηνα κύτταρα του περιφερικού αίματος (PBMCs) (συμπεριλαμβανομένων των λεμφοκυττάρων και άλλων κυττάρων-στόχων του HIV) και στα μακροφάγα. Το ενδοκυτταρικό tenofovir στη συνέχεια φωσφορυλιώνεται στον φαρμακολογικά ενεργό μεταβολίτη διφωσφορικό tenofovir. Το διφωσφορικό tenofovir αναστέλλει την αντιγραφή του HIV μέσω ενσωμάτωσης στο ιικό DNA από την RT του HIV, οδηγώντας στον τερματισμό της αλύσου του DNA. Το tenofovir εμφανίζει δραστικότητα κατά του ιού HIV-1, HIV-2 και του ιού HBV.
Αντιιική δράση in vitro
Τα elvitegravir, emtricitabine και tenofovir alafenamide επέδειξαν συνεργιστική αντιιική δράση στην κυτταρική καλλιέργεια. Η αντιιική συνέργεια διατηρήθηκε για τα elvitegravir, emtricitabine και tenofovir alafenamide όταν δοκιμάστηκε στην παρουσία του cobicistat. Η αντιιική δράση του elvitegravir έναντι εργαστηριακών και κλινικά απομονωθέντων στελεχών του HIV-1 αξιολογήθηκε σε λεμφοβλαστοειδή κύτταρα, μονοκύτταρα/μακροφάγα κύτταρα και λεμφοκύτταρα του περιφερικού αίματος και οι τιμές της 50% αποτελεσματικής συγκέντρωσης (EC50) κυμαίνονταν από 0,02 έως 1,7 nM. Το elvitegravir επέδειξε αντιιική δραστικότητα στην κυτταρική καλλιέργεια κατά των HIV-1 κλάδων A, B, C, D, E, F, G και O (οι τιμές EC50 κυμαίνονταν από 0,1 έως 1,3 nM) και δραστικότητα κατά του HIV-2 (EC50 0,53 nM). Το cobicistat δεν έχει ανιχνεύσιμη αντιιική δράση κατά του HIV-1 και δεν ανταγωνίζεται τις αντιιικές δράσεις του elvitegravir, emtricitabine ή tenofovir. Η αντιιική δράση της emtricitabine έναντι εργαστηριακών και κλινικά απομονωθέντων στελεχών του HIV-1 αξιολογήθηκε σε λεμφοβλαστοειδείς κυτταρικές σειρές, στην MAGI CCR5 κυτταρική σειρά και σε PBMCs. Οι τιμές EC50 για την emtricitabine κυμαίνονταν από 0,0013 έως 0,64 µM. H emtricitabine επέδειξε αντιιική δράση σε κυτταρική καλλιέργεια κατά των HIV-1 κλάδων A, B, C, D, E, F και G (οι τιμές EC50 κυμαίνονταν από 0,007 έως 0,075 µM) και κατέδειξε ειδική για το στέλεχος δραστικότητα έναντι του HIV-2 (οι τιμές EC50 κυμαίνοναν από 0,007 έως 1,5 µM). Η αντιιική δράση του tenofovir alafenamide έναντι εργαστηριακών και κλινικά απομονωθέντων στελεχών υπότυπου B αξιολογήθηκε σε λεμφοβλαστοειδείς κυτταρικές σειρές, PBMCs, πρωτογενή μονοκύτταρα/μακροφάγα κύτταρα και CD4+-T λεμφοκύτταρα. Οι τιμές EC50 για το tenofovir alafenamide κυμαίνονταν από 2,0 έως 14,7 nM. Το tenofovir alafenamide επέδειξε αντιιική δράση στην κυτταρική καλλιέργεια έναντι όλων των HIV-1 ομάδων (M, N και O), συμπεριλαμβανομένων των υποτύπων A, B, C, D, E, F και G (οι τιμές EC50 κυμαίνονταν από 0,10 έως 12,0 nM) και εμφάνισε ειδική για το στέλεχος δραστικότητα έναντι του HIV-2 (οι τιμές EC50 κυμαίνονταν από 0,91 έως 2,63 nM).
Αντοχή
In vitro Η μειωμένη ευαισθησία στο elvitegravir σχετίζεται στις περισσότερες περιπτώσεις με τις πρωτογενείς μεταλλάξεις της ιντεγκράσης T66I, E92Q και Q148R. Πρόσθετες μεταλλάξεις της ιντεγκράσης που παρατηρήθηκαν στην επιλογή κυτταρικής καλλιέργειας συμπεριλάμβαναν τις H51Y, F121Y, S147G, S153Y, E157Q και R263K. HIV-1 με τις επιλεγμένες για raltegravir υποκαταστάσεις T66A/K, Q148H/K και N155H έδειξε διασταυρούμενη αντοχή στο elvitegravir. Δε μπορεί να επιδειχθεί in vitro αντοχή με το cobicistat λόγω έλλειψης αντιιικής δράσης. Η μειωμένη ευαισθησία στην emtricitabine σχετίζεται με τις μεταλλάξεις M184V/I στην RT του HIV-1. Τα απομονωθέντα στελέχη HIV-1 με μειωμένη ευαισθησία στο tenofovir alafenamide εκφράζουν μια K65R μετάλλαξη στην RT του HIV-1· επιπρόσθετα, μια K70E μετάλλαξη στην RT του HIV-1 παρατηρήθηκε παροδικά. Τα απομονώθέντα στελέχη του HIV-1 με την K65R μετάλλαξη έχουν χαμηλού επιπέδου μειωμένη ευαισθησία στα abacavir, emtricitabine, tenofovir και λαμιβουδίνη.
Σε πρωτοθεραπευόμενους ασθενείς Σε μια συγκεντρωτική ανάλυση, διεξήχθη γονοτυπικός έλεγχος σε απομονωθέντα από το πλάσμα στελέχη HIV-1 πρωτοθεραπευόμενων με αντιρετροϊική αγωγή ασθενών που έλαβαν Genvoya στις μελέτες Φάσης 3 GS-US-292-0104 και GS-US-292-0111 και με HIV-1 RNA ≥ 400 αντίγραφα/ml κατά την επιβεβαιωμένη ιολογική αποτυχία, την Εβδομάδα 144 ή κατά τη στιγμή της πρόωρης διακοπής του φαρμάκου της μελέτης. Έως την Εβδομάδα 144, η ανάπτυξη μίας ή περισσότερων πρωτογενών μεταλλάξεων σχετιζόμενων με την αντοχή στο elvitegravir, emtricitabine ή tenofovir alafenamide παρατηρήθηκε σε απομονωθέντα στελέχη HIV-1, των 12 εκ των 22 ασθενών με αξιολογήσιμα γονοτυπικά δεδομένα από ζευγαρωμένα κατά την έναρξη και κατά την αποτυχία της θεραπείας με το Genvoya απομονωθέντα στελέχη (12 από 866 ασθενείς [1,4%]) σε σύγκριση με 12 από 20 απομονωθέντα στελέχη κατά την αποτυχία της θεραπείας από ασθενείς με αξιολογήσιμα γενοτυπικά δεδομένα στην ομάδα θεραπείας με E/C/F/TDF (12 από 867 ασθενείς [1,4%]). Από τα απομονωθέντα στελέχη HIV-1 των 12 ασθενών με ανάπτυξη αντοχής στην ομάδα Genvoya, οι μεταλλάξεις που εμφανίστηκαν ήταν οι M184V/I (n = 11) και K65R/Ν (n = 2) στην RT και οι T66T/A/I/V (n = 2), E92Q (n = 4), Q148Q/R (n = 1) και N155H (n = 2) στην ιντεγκράση. Από τα απομονωθέντα στελέχη HIV-1 των 12 ασθενών με ανάπτυξη αντοχής στην ομάδα E/C/F/TDF, οι μεταλλάξεις που εμφανίστηκαν ήταν οι M184V/I (n = 9), K65R/Ν (n = 4) και L210W (n = 1) στην RT και οι E92Q/V (n = 4) και Q148R (n = 2) και N155H/S (n = 3) στην ιντεγκράση. Τα περισσότερα απομονωθέντα στελέχη HIV-1 των ασθενών και των δύο ομάδων θεραπείας οι οποίοι ανέπτυξαν μεταλλάξεις αντοχής στο elvitegravir ανέπτυξαν μεταλλάξεις αντοχής τόσο στην emtricitabine όσο και στο elvitegravir. Στις φαινοτυπικές αναλύσεις ασθενών στον τελικό πληθυσμό που χρησιμοποιήθηκε για την ανάλυση της αντοχής, 7 από τους 22 ασθενείς (32%) στην ομάδα Genvoya είχαν απομονωμένα στελέχη HIV-1 με μειωμένη ευαισθησία στο elvitegravir σε σύγκριση με τα απομονωμένα στελέχη HIV-1 σε 7 από τους 20 ασθενείς (35%) στην ομάδα E/C/F/TDF, απομονωμένα στελέχη HIV-1, 8 ασθενών (36%) είχαν μειωμένη ευαισθησία στην emtricitabine στην ομάδα Genvoya σε σύγκριση με απομονωμένα στελέχη HIV-1, 7 ασθενών (35%) στην ομάδα E/C/F/TDF. Ένας ασθενής στην ομάδα Genvoya (1 από 22 [4,5%]) και 2 ασθενείς στην ομάδα E/C/F/TDF (2 από 20 [10%]) είχε μειωμένη ευαισθησία στο tenofovir.
Σε ιολογικά κατεσταλμένους ασθενείς Εντοπίστηκαν τρεις ασθενείς που εμφάνισαν αντοχή του HIV-1 στο Genvoya (M184M/I; M184I+E92G; M184V+E92Q) έως την Εβδομάδα 96 σε μια κλινική μελέτη ιολογικά κατεσταλμένων ασθενών οι οποίοι άλλαξαν από μια αγωγή που περιείχε emtricitabine/tenofovir disoproxil και έναν τρίτο παράγοντα (GS-US-292-0109, n = 959).
Σε ασθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από HIV και HBV Σε μία κλινική μελέτη ασθενών με ιολογικά κατεσταλμένο HIV και συνυπάρχουσα λοίμωξη με χρόνια ηπατίτιδα Β, οι οποίοι έλαβαν Genvoya για 48 εβδομάδες (GS-US-292-1249, n = 72), 2 ασθενείς πληρούσαν τις προϋποθέσεις για την ανάλυση αντοχής. Σε αυτούς τους 2 ασθενείς, δεν εντοπίστηκαν αντικαταστάσεις αμινοξέων που να σχετίζονται με αντοχή σε οποιοδήποτε από τα συστατικά του Genvoya στον HIV-1 ή HBV.
Διασταυρούμενη αντοχή σε ασθενείς με HIV-1 λοίμωξη, πρωτοθεραπευόμενους ή ιολογικά κατεσταλμένους Οι ανθεκτικοί στο elvitegravir ιοί επιδεικνύουν ποικίλους βαθμούς διασταυρούμενης αντοχής στον INSTI raltegravir ανάλογα με τον τύπο και τον αριθμό των μεταλλάξεων. Ιοί που εμφανίζουν τις μεταλλάξεις T66I/A διατηρούν την ευαισθησία στο raltegravir, ενώ τα περισσότερα άλλα σχήματα επέδειξαν μειωμένη ευαισθησία στο raltegravir. Ιοί που εμφανίζουν μεταλλάξεις αντοχής στο elvitegravir ή στο raltegravir διατηρούν την ευαισθησία τους στο dolutegravir. Ιοί ανθεκτικοί στην emtricitabine που έφεραν την υποκατάσταση M184V/I, εμφάνισαν διασταυρούμενη αντοχή στη λαμιβουδίνη, αλλά διατήρησαν την ευαισθησία τους στη διδανοσίνη, τη σταβουδίνη, το tenofovir και τη ζιδοβουδίνη. Οι μεταλλάξεις K65R και K70E έχουν ως αποτέλεσμα τη μειωμένη ευαισθησία στο abacavir, τη διδανοσίνη, τη λαμιβουδίνη, την emtricitabine και το tenofovir, αλλά διατηρούν την ευαισθησία στη ζιδοβουδίνη.
Κλινικά δεδομένα
Πρωτοθεραπευόμενοι ασθενείς με HIV-1 λοίμωξη Το Genvoya επέδειξε στατιστική ανωτερότητα στην επίτευξη HIV-1 RNA < 50 αντιγράφων/ml όταν συγκρίθηκε με το E/C/F/TDF την Εβδομάδα 144.
Ιολογικά κατεσταλμένοι ασθενείς με HIV-1 λοίμωξη Η αλλαγή από μια αγωγή με βάση το tenofovir disoproxil σε Genvoya ήταν ανώτερη όσον αφορά στη διατήρηση HIV-1 RNA < 50 αντιγράφων/ml σε σύγκριση με την παραμονή στην αγωγή που λαμβανόταν κατά την έναρξη.
Ασθενείς με HIV-1 λοίμωξη με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία Κατά την Εβδομάδα 144, 83,1% (197/237 ασθενείς) διατήρησαν HIV-1 RNA < 50 αντιγράφων/ml μετά την αλλαγή σε Genvoya.
Ασθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό HIV και τον ιό HBV Στην Εβδομάδα 48, το 92% των ασθενών (66/72) διατήρησε τα επίπεδα του HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/mL μετά την αλλαγή σε Genvoya. Ενενήντα δύο τοις εκατό (66/72 ασθενείς) είχαν HBV DNA < 29 IU/mL στην Εβδομάδα 48.
Μεταβολές στις μετρήσεις οστικής πυκνότητας Το Genvoya συσχετίστηκε με μικρότερες μειώσεις στην οστική πυκνότητα (ΟΠ) σε σύγκριση με το E/C/F/TDF.
Μεταβολές στις μετρήσεις της νεφρικής λειτουργίας Το Genvoya συσχετίστηκε με μικρότερη επίπτωση στις παραμέτρους νεφρικής ασφάλειας σε σύγκριση με το E/C/F/TDF. Κανένας ασθενής δεν διέκοψε το Genvoya λόγω νεφρικής ανεπιθύμητης ενέργειας.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-GENVOYA
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Μετά την από του στόματος χορήγηση μαζί με τροφή σε ασθενείς με HIV-1 λοίμωξη, ανώτατες συγκεντρώσεις στο πλάσμα παρατηρήθηκαν περίπου 4 ώρες μετά τη δόση για το elvitegravir, 3 ώρες μετά τη δόση για το cobicistat, 3 ώρες μετά τη δόση για την emtricitabine και 1 ώρα μετά τη δόση για το tenofovir alafenamide. Η σταθεροποιημένης κατάστασης μέση Cmax, AUCtau και Ctrough (μέση ± SD) σε ασθενείς με HIV-1 λοίμωξη, αντίστοιχα, ήταν 1,7 ± 0,39 µg/ml, 23 ± 7,5 µg-h/ml και 0,45 ± 0,26 µg/ml για το elvitegravir, το οποίο παρέχει ανασταλτικό πηλίκο ~10 (λόγος Ctrough: προσαρμοσμένη για δέσμευση πρωτεΐνης IC95 για μη μεταλλαγμένου τύπου ιό HIV-1). Η αντίστοιχη σταθεροποιημένης κατάστασης μέση Cmax, AUCtau και Ctrough (μέση ± SD) ήταν 1,1 ± 0,40 µg/ml, 8,3 ± 3,8 µg-h/ml και 0,05 ± 0,13 µg/ml για το cobicistat, 1,9 ± 0,5 µg/ml, 13 ± 4,5 µg-h/ml και 0,14 ± 0,25 µg/ml για την emtricitabine. Η σταθεροποιημένης κατάστασης μέση Cmax και AUCtau για το tenofovir alafenamide ήταν 0,16 ± 0,08 µg/ml και 0,21 ± 0,15 µg-h/ml, αντίστοιχα. Οι τιμές Cmax και AUC για το elvitegravir αυξήθηκαν κατά 22% και 36% με ένα ελαφρύ γεύμα και 56% και 91% με ένα γεύμα με υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά, σε σχέση με τις συνθήκες νηστείας. Οι εκθέσεις στο cobicistat δεν επηρεάστηκαν από ένα ελαφρύ γεύμα και, αν και παρατηρήθηκε μέτρια μείωση κατά 24% και 18% στις Cmax και AUC αντίστοιχα με ένα γεύμα με υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά, δεν παρατηρήθηκε καμία διαφοροποίηση στη φαρμακοενισχυτική του επίδραση στο elvitegravir. Οι εκθέσεις στην emtricitabine δεν επηρεάστηκαν από ένα ελαφρύ γεύμα ή ένα γεύμα με υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά. Σε σχέση με τις συνθήκες νηστείας, η χορήγηση του Genvoya με ένα ελαφρύ γεύμα (~400 kcal, 20% λιπαρά) ή ένα γεύμα με υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά (~800 kcal, 50% λιπαρά) δεν επηρέασε σε κλινικά σημαντικό βαθμό τις συνολικές εκθέσεις στο tenofovir alafenamide (περίπου 15% και 18% υψηλότερη AUC με ένα ελαφρύ γεύμα ή ένα γεύμα με υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά, αντίστοιχα, έναντι των συνθήκες νηστείας).
Κατανομή
Το elvitegravir συνδέεται κατά 98-99% στις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος και η σύνδεση είναι ανεξάρτητη από τη συγκέντρωση του φαρμάκου στο εύρος από 1 ng/ml έως 1,6 µg/ml. Ο λόγος της μέσης συγκέντρωσης πλάσματος προς τη συγκέντρωση φαρμάκου στο αίμα ήταν 1,37. Το cobicistat συνδέεται κατά 97-98% στις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος και ο λόγος της μέσης συγκέντρωσης πλάσματος προς τη συγκέντρωση φαρμάκου στο αίμα ήταν 2. Η in vitro σύνδεση της emtricitabine με τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος ήταν < 4% και η ανεξάρτητη από τη συγκέντρωση στο εύρος 0,02-200 µg/ml. Στην ανώτατη συγκέντρωση στο πλάσμα, ο λόγος της μέσης συγκέντρωσης στο πλάσμα προς τη συγκέντρωση φαρμάκου στο αίμα ήταν ~1,0 και ο λόγος της μέσης συγκέντρωσης στο σπέρμα προς τη συγκέντρωση φαρμάκου στο πλάσμα ήταν ~4,0. Η in vitro σύνδεση του tenofovir με τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος είναι < 0,7% και είναι ανεξάρτητη από τη συγκέντρωση στο εύρος 0,01-25 μg/ml. Η ex vivo σύνδεση του tenofovir alafenamide με τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος σε δείγματα που συλλέχθηκαν κατά τη διάρκεια των κλινικών μελετών ήταν περίπου 80%.
Βιομετασχηματισμός
Το elvitegravir υπόκειται κυρίως σε οξειδωτικό μεταβολισμό μέσω του CYP3A και δευτερευόντως γλυκουρονιδιώνεται μέσω των ενζύμων UGT1A1/3. Το cobicistat μεταβολίζεται μέσω μεσολαβούμενης από το CYP3A (κύριας) και CYP2D6 (δευτερεύουσας) οξείδωσης και δεν υποβάλλεται σε γλυκουρονιδίωση. In vitro μελέτες υποδεικνύουν ότι η emtricitabine δεν είναι αναστολέας των ανθρώπινων ενζύμων CYP. Ο βιομετασχηματισμός της emtricitabine περιλαμβάνει την οξείδωση του δακτυλίου των θειολών και τον σχηματισμό των 3’-sulfoxide διαστερεομερών και τη σύζευξη με γλυκουρονικό οξύ για να σχηματίσει το 2’-O-γλυκουρονίδιο. Ο μεταβολισμός είναι μια κύρια οδός αποβολής για το tenofovir alafenamide στους ανθρώπους, αντιπροσωπεύοντας > 80% της από του στόματος χορηγούμενης δόσης. Το tenofovir alafenamide μεταβολίζεται σε tenofovir (κύριος μεταβολίτης) από την καθεψίνη A στα PBMCs και από την καρβοξυλοεστεράση-1 στα ηπατοκύτταρα. Το ενδοκυτταρικό tenofovir φωσφορυλιώνεται στον ενεργό μεταβολίτη διφωσφορικό tenofovir.
Αποβολή
Μετά την από του στόματος χορήγηση [14C]-elvitegravir/ritonavir, 94,8% της δόσης ανακτήθηκε στα κόπρανα (ηπατοχολική απέκκριση), ενώ 6,7% της χορηγούμενης δόσης ανακτήθηκε στα ούρα. Η διάμεση τελική ημίσεια ζωή του elvitegravir στο πλάσμα είναι περίπου 12,9 ώρες. Μετά την από του στόματος χορήγηση [14C]-cobicistat, 86% και 8,2% της δόσης ανακτήθηκε στα κόπρανα και στα ούρα, αντίστοιχα. Η διάμεση τελική ημίσεια ζωή του cobicistat στο πλάσμα είναι περίπου 3,5 ώρες. Η emtricitabine απεκκρίνεται πρωταρχικά μέσω των νεφρών με πλήρη ανάκτηση της δόσης από τα ούρα (περίπου το 86%) και στα κόπρανα (περίπου το 14%). Ο μέσος όρος της συστηματικής κάθαρσης της emtricitabine ήταν 307 ml/min. Ο χρόνος ημίσειας ζωής για την αποβολή της emtricitabine ήταν περίπου 10 ώρες. Η νεφρική απέκκριση του αναλλοίωτου tenofovir alafenamide αποτελεί δευτερεύουσα οδό με < 1% της δόσης να αποβάλλεται στα ούρα. Το tenofovir alafenamide αποβάλλεται κυρίως μετά από μεταβολισμό σε tenofovir. Το tenofovir alafenamide και το tenofovir έχουν διάμεση ημίσεια ζωή στο πλάσμα 0,51 και 32,37 ώρες, αντίστοιχα. Το tenofovir αποβάλλεται από το σώμα από τους νεφρούς μέσω σπειραματικής διήθησης και ενεργής σωληναριακής απέκκρισης.
Φαρμακοκινητική σε ειδικούς πληθυσμούς
Ηλικία, φύλο και εθνικότητα Δεν έχει εντοπισθεί κλινικά σημαντική διαφοροποίηση στη φαρμακοκινητική όσον αφορά το φύλο ή την εθνικότητα για το ενισχυμένο με cobicistat elvitegravir, το cobicistat, την emtricitabine ή το tenofovir alafenamide. Οι εκθέσεις στα elvitegravir, cobicistat, emtricitabine, tenofovir και tenofovir alafenamide που επετεύχθησαν σε εφήβους και παιδιά ήταν παρόμοιες ή υψηλότερες από τις εκθέσεις σε ενήλικες.
Νεφρική δυσλειτουργία Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική του elvitegravir, του cobicistat, του tenofovir alafenamide ή του tenofovir μεταξύ υγιών ατόμων και ασθενών με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (CrCl > 15 αλλά < 30 ml/min). Η μέση συστηματική έκθεση στην emtricitabine ήταν υψηλότερη σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία.
Ηπατική δυσλειτουργία Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική του elvitegravir ή του cobicistat μεταξύ ασθενών με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία και ατόμων με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Η επίδραση της σοβαρής ηπατικής δυσλειτουργίας δεν έχει μελετηθεί. Η φαρμακοκινητική της emtricitabine δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία, αλλά οι επιπτώσεις της αναμένεται να είναι περιορισμένες. Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές μεταβολές στη φαρμακοκινητική του tenofovir alafenamide ή του tenofovir σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, οι συνολικές συγκεντρώσεις του tenofovir alafenamide και του tenofovir στο πλάσμα είναι χαμηλότερες.
Συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας B ή/και ηπατίτιδας C Περιορισμένα δεδομένα υπέδειξαν ότι η συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας B ή/και C δεν είχε κλινικά σημαντική επίδραση στην έκθεση στο ενισχυμένο elvitegravir.
Κύηση και περίοδος μετά τον τοκετό Η θεραπεία με σχήματα που περιέχουν cobicistat και elvitegravir κατά τη διάρκεια της κύησης οδηγεί σε χαμηλότερες εκθέσεις στο elvitegravir και στο cobicistat.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Μετά από από του στόματος χορήγηση ελβιτεγκραβίρης και ριτοναβίρης με τροφή, σε ασθενείς με HIV-1, οι μέγιστες συγκεντρώσεις ελβιτεγκραβίρης στο πλάσμα παρατηρήθηκαν περίπου 4 ώρες μετά τη δόση.
Μετά από από του στόματος χορήγηση [14C]ελβιτεγκραβίρης/ριτοναβίρης, το 94,8% της δόσης ανακτήθηκε στα κόπρανα, ενώ το 6,7% ανακτήθηκε στα ούρα ως μεταβολίτες.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
- Φαρμακευτικές Ουσίες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του AIDS και/ή για τη διακοπή της εξάπλωσης της λοίμωξης από HIV. Αυτές δεν περιλαμβάνουν φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία συμπτωμάτων ή ευκαιριακών λοιμώξεων που σχετίζονται με το AIDS.
- Ενώσεις που αναστέλλουν ή ανταγωνίζονται τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις της ιντεγκράσης.
- Φαρμακευτικές Ουσίες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία λοιμώξεων από RETROVIRIDAE.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
- 4GDQ854U53
- ELVITEGRAVIR
- Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Ιντεγκράσης HIV
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Μεταφοράς Αλυσίδας Ιντεγκράσης του Ιο ανθρωπίνου ανοσοποιητικού
- Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Επαγωγείς Κυτοχρώματος P450 2C9
Η ελβιτεγκραβίρη είναι ένας Αναστολέας Μεταφοράς Αλυσίδας Ιντεγκράσης του Ιο ανθρωπίνου ανοσοποιητικού. Ο μηχανισμός δράσης της ελβιτεγκραβίρης είναι ως Αναστολέας Ιντεγκράσης HIV και Επαγωγέας του Κυτοχρώματος P450 2C9.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
- Φαρμακευτικές Ουσίες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του AIDS και/ή για τη διακοπή της εξάπλωσης της λοίμωξης από HIV. Αυτές δεν περιλαμβάνουν φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία συμπτωμάτων ή ευκαιριακών λοιμώξεων που σχετίζονται με το AIDS.
- Ενώσεις που αναστέλλουν ή ανταγωνίζονται τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις της ιντεγκράσης.
- Φαρμακευτικές Ουσίες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία λοιμώξεων από RETROVIRIDAE.