RIVAROXABAN
Ριβαροξαβάνη
Διερευνάται για χρήση/θεραπεία σε θρόμβωση, φλεβική θρομβοεμβολή και εγκεφαλικά επεισόδια.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-RAXIVANOL
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: άπαξ ημερησίως ή δύο φορές ημερησίως, με τροφή
- Δόση έναρξης: 20 mg άπαξ ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Για αρχική θεραπεία της οξείας ΕΒΦΘ ή ΠΕ, 15 mg δύο φορές ημερησίως για τις πρώτες τρεις εβδομάδες, ακολουθούμενη από 20 mg άπαξ ημερησίως.
-
Ενήλικες (Πρόληψη αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου και συστηματικής εμβολής)Δόση20 mg άπαξ ημερησίωςΜέγ. δόση20 mgΗ θεραπεία πρέπει να συνεχιστεί μακροπρόθεσμα εφόσον το όφελος υπερισχύει του κινδύνου αιμορραγίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Ενήλικες (Θεραπεία ΕΒΦΘ, ΠΕ και πρόληψη υποτροπής)Δόση15 mg δύο φορές ημερησίως (πρώτες 3 εβδομάδες), 20 mg άπαξ ημερησίως (συνέχιση), 10 mg άπαξ ημερησίως ή 20 mg άπαξ ημερησίως (παρατεταμένη πρόληψη)Η μικρή διάρκεια θεραπείας (για τουλάχιστον 3 μήνες) θα πρέπει να εξετάζεται σε ασθενείς με ΕΒΦΘ ή ΠΕ που προκαλείται από μείζονες παροδικούς παράγοντες κινδύνου. Η μεγαλύτερη διάρκεια θεραπείας θα πρέπει να εξετάζεται σε ασθενείς με προκλητή ΕΒΦΘ ή ΠΕ που δεν σχετίζεται με μείζονες παροδικούς παράγοντες κινδύνου, απρόκλητη ΕΒΦΘ ή ΠΕ, ή ιστορικό υποτροπής ΕΒΦΘ ή ΠΕ. Σε ασθενείς στους οποίους ο κίνδυνος υποτροπής ΕΒΦΘ ή ΠΕ θεωρείται υψηλός, θα πρέπει να εξετάζεται μια δόση RAXIVANOL 20 mg άπαξ ημερησίως.
-
Παιδιά και έφηβοι (Θεραπεία ΦΘΕ και πρόληψη υποτροπής)Η θεραπεία πρέπει να αρχίζει μετά από τουλάχιστον 5 ημέρες αρχικής παρεντερικής αντιπηκτικής θεραπείας (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Η δόση υπολογίζεται με βάση το σωματικό βάρος. Το βάρος του παιδιού πρέπει να παρακολουθείται και η δόση να επανεξετάζεται τακτικά. Η θεραπεία πρέπει να συνεχιστεί για τουλάχιστον 3 μήνες, μπορεί να επεκταθεί σε έως και 12 μήνες όταν είναι κλινικά απαραίτητο.
-
Παιδιά και έφηβοι (Θεραπεία ΦΘΕ και πρόληψη υποτροπής) - Βάρος σώματος από 30 έως 50 kgΔόση15 mg ριβαροξαμπάνης άπαξ ημερισίωςΜέγ. δόση15 mg
-
Παιδιά και έφηβοι (Θεραπεία ΦΘΕ και πρόληψη υποτροπής) - Βάρος σώματος 50 kg ή περισσότεροΔόση20 mg ριβαροξαμπάνης άπαξ ημερησίωςΜέγ. δόση20 mg
-
Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 15 - 29 ml/min)Να χρησιμοποιείται με προσοχή. Η χρήση δε συνιστάται σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 15 ml/min (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
-
Ασθενείς με μέτρια (κάθαρση κρεατινίνης 30 - 49 ml/min) ή σοβαρή (κάθαρση κρεατινίνης 15 - 29 ml/min) νεφρική δυσλειτουργία (Πρόληψη αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου και συστηματικής εμβολής σε ασθενείς με μη βαλβιδική κολπική μαρμαρυγή)Δόση15 mg άπαξ ημερησίως
-
Ασθενείς με μέτρια (κάθαρση κρεατινίνης 30 - 49 ml/min) ή σοβαρή (κάθαρση κρεατινίνης 15 - 29 ml/min) νεφρική δυσλειτουργία (Θεραπεία ΕΒΦΘ, ΠΕ και πρόληψη υποτροπής)Δόση15 mg δύο φορές ημερησίως (πρώτες 3 εβδομάδες). Μείωση της δόσης από 20 mg άπαξ ημερησίως σε 15 mg άπαξ ημερησίως μπορεί να εξεταστεί εάν ο κίνδυνος αιμορραγίας υπερτερεί του κινδύνου υποτροπής.
-
Ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 50 - 80 ml/min)Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας.
-
Παιδιά και έφηβοι με ήπια νεφρική δυσλειτουργία (ρυθμός σπειραματικής διήθησης 50 - 80 ml/min/1,73 m2)Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Παιδιά και έφηβοι με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (ρυθμός σπειραματικής διήθησης < 50 ml/min/1,73 m2)Το RAXIVANOL δεν συνιστάται.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΤο RAXIVANOL αντενδείκνυται σε ασθενείς με ηπατική νόσο σχετιζόμενη με διαταραχή της πήξης του αίματος και κλινικά σχετιζόμενο κίνδυνο αιμορραγίας συμπεριλαμβανομένων των κιρρωτικών ασθενών με Child Pugh B και C (βλ. Αντενδείξεις και Φαρμακοκινητικές).
-
Παιδιά με ηπατική δυσλειτουργίαΔεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα.
-
Ηλικιωμένος πληθυσμόςΔεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
Σωματικό βάρος (Ενήλικες)Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
Σωματικό βάρος (Παιδιατρικοί ασθενείς)Η δόση καθορίζεται με βάση το σωματικό βάρος.
-
ΦύλοΔεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
Ασθενείς που υποβάλλονται σε καρδιοανάταξηΜπορεί να ξεκινήσει ή να συνεχιστεί. Για καρδιοανάταξη καθοδηγούμενη από διοισοφάγειο υπερηχογράφημα σε ασθενείς που δεν είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία με αντιπηκτικά, η θεραπεία με RAXIVANOL πρέπει να ξεκινήσει τουλάχιστον 4 ώρες πριν την ανάταξη (βλ. Φαρμακοκινητικές και Φαρμακοδυναμικές).
-
Ασθενείς με μη βαλβιδική κολπική μαρμαρυγή που υποβάλλονται σε PCI με τοποθέτηση stentΔόση15 mg άπαξ ημερησίως (ή 10 mg άπαξ ημερησίως σε ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία)Χορηγείται επιπροσθέτως ενός αναστολέα του P2Y12 για μέγιστο διάστημα 12 μηνών (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοδυναμικές).
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (Πρόληψη αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου και συστηματικής εμβολής σε ασθενείς με μη βαλβιδική κολπική μαρμαρυγή)Δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά ηλικίας κάτω των 18 ετών.
block
SPC-RAXIVANOL
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Ενεργός κλινικά σημαντική αιμορραγία
-
Βλάβη ή κατάσταση, εάν θεωρείται ότι αποτελεί σημαντικό κίνδυνο για σοβαρή αιμορραγία. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει παρούσα ή πρόσφατη γαστρεντερική εξέλκωση, παρουσία κακοηθών νεοπλασιών σε υψηλό κίνδυνο αιμορραγίας, πρόσφατη κάκωση του εγκεφάλου ή της σπονδυλικής στήλης, πρόσφατη χειρουργική επέμβαση εγκεφάλου, σπονδυλικής στήλης ή οφθαλμών, πρόσφατη ενδοκρανιακή αιμορραγία, γνωστούς οισοφαγικούς κιρσούς ή υπόνοια ύπαρξής τους, αρτηριοφλεβώδεις δυσπλασίες, αγγειακά ανευρύσματα ή σοβαρές ενδορραχιαίες ή ενδοεγκεφαλικές αγγειακές ανωμαλίες
-
Ταυτόχρονη θεραπεία μαζί με άλλα αντιπηκτικά π.χ. μη κλασματοποιημένη ηπαρίνη (ΜΚΗ), ηπαρίνες μικρού μοριακού βάρους (ενοξαπαρίνη, δαλτεπαρίνη κτλ.), παράγωγα ηπαρίνης (φονταπαρινούξη κτλ.), από στόματος αντιπηκτικά (βαρφαρίνη, ετεξιλική δαβιγατράνη, απιξαμπάνη κτλ.) εκτός ειδικών συνθηκών αλλαγής αντιπηκτικής θεραπείας ή όταν η ΜΚΗ δίνεται σε δόσεις απαραίτητες για τη διατήρηση ενός ανοικτού κεντρικού φλεβικού ή αρτηριακού καθετήρα
-
Ηπατική νόσος σχετιζόμενη με διαταραχή της πήξης του αίματος και κλινικά σχετιζόμενο κίνδυνο αιμορραγίας συμπεριλαμβανομένων των κιρρωτικών ασθενών με Child Pugh B και C
-
Κύηση και θηλασμός
warning
SPC-RAXIVANOL
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Κίνδυνος αιμορραγίαςΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν RAXIVANOLΘα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για σημεία αιμορραγίας. Συνιστάται η προσεκτική χρήση σε καταστάσεις με αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας. Η χορήγηση του RAXIVANOL θα πρέπει να διακόπτεται εάν παρουσιαστεί σοβαρή αιμορραγία.
-
Πτώση αιμοσφαιρίνης/αρτηριακής πίεσηςΟποιαδήποτε ανεξήγητη πτώση της αιμοσφαιρίνης ή της αρτηριακής πίεσης πρέπει να οδηγήσει σε διερεύνηση για αιμορραγική εστία.
-
Μέτρηση επιπέδων ριβαροξαμπάνηςΜπορεί να είναι χρήσιμη σε εξαιρετικές περιπτώσεις (π.χ. υπερδοσολογία, επείγουσα εγχείρηση) για τη λήψη κλινικών αποφάσεων.
-
Κίνδυνος αιμορραγίαςΠληθυσμόςπαιδιά με θρόμβωση των εγκεφαλικών φλεβών και των φλεβωδών κόλπων που έχουν λοίμωξη του ΚΝΣΟ κίνδυνος αιμορραγίας θα πρέπει να εκτιμάται προσεκτικά πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ριβαροξαμπάνη.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςενήλικες ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης 15 - 29 ml/minΤο RAXIVANOL πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Νεφρική δυσλειτουργίααντένδειξηΠληθυσμόςενήλικες ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 15 ml/minΗ χρήση δε συνιστάται.
-
Νεφρική δυσλειτουργία και ταυτόχρονη αγωγήπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία οι οποίοι λαμβάνουν ταυτόχρονα άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που αυξάνουν τις συγκεντρώσεις ριβαροξαμπάνης στο πλάσμαΤο RAXIVANOL θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Νεφρική δυσλειτουργίααντένδειξηΠληθυσμόςπαιδιά και εφήβους με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (ρυθμός σπειραματικής διήθησης < 50 ml/min/1,73 m2)Το RAXIVANOL δεν συνιστάται.
-
Αλληλεπίδραση με αντιμυκητιασικές αζόλες ή αναστολείς πρωτεάσης του HIVαντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς στους οποίους συγχορηγείται συστηματική θεραπεία με αντιμυκητιασικές αζόλες (όπως κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, βορικοναζόλη και ποζακοναζόλη) ή αναστολείς πρωτεάσης του HIV (π.χ. ριτοναβίρη)Η χρήση του RAXIVANOL δεν συνιστάται.
-
Αλληλεπίδραση με φάρμακα που επηρεάζουν την αιμόστασηπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς στους οποίους συγχορηγούνται ΜΣΑΦ, ακετυλοσαλικυλικό οξύ, αναστολείς της συσσώρευσης αιμοπεταλίων, SSRI ή SNRIΑπαιτείται προσοχή. Για ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο ελκωτικής γαστρεντερικής νόσου, μπορεί να εξεταστεί μια κατάλληλη προφυλακτική θεραπεία.
-
Άλλοι παράγοντες αυξημένου αιμορραγικού κινδύνουαντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς με αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας (συγγενείς/επίκτητες αιμορραγικές διαταραχές, μη ελεγχόμενη σοβαρή αρτηριακή υπέρταση, γαστρεντερική νόσος χωρίς ενεργό εξέλκωση, αγγειακή αμφιβληστροειδοπάθεια, βρογχεκτασία ή ιστορικό πνευμονικής αιμορραγίας)Η ριβαροξαμπάνη δε συνιστάται.
-
Προσθετικές βαλβίδεςαντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς που έχουν υποβληθεί πρόσφατα σε διακαθετηριακή αντικατάσταση αορτικής βαλβίδας (TAVR)Η ριβαροξαμπάνη δε θα πρέπει να χρησιμοποιείται για θρομβοπροφύλαξη.
-
Προσθετικές καρδιακές βαλβίδεςαντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς με προσθετικές καρδιακές βαλβίδεςΗ θεραπεία με RAXIVANOL δεν συνιστάται.
-
Αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομοαντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς με ιστορικό θρόμβωσης με διαγνωσμένο αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο, ειδικά όσοι είναι θετικοί και στις τρεις δοκιμασίες ελέγχουΤα άμεσα δρώντα από του στόματος αντιπηκτικά (DOACs), συμπεριλαμβανομένης της ριβαροξαμπάνης δεν συνιστώνται.
-
PCI με τοποθέτηση stent σε μη βαλβιδική κολπική μαρμαρυγήΠληθυσμόςασθενείς με μη βαλβιδική κολπική μαρμαρυγή που υποβάλλονται σε PCI με τοποθέτηση stentΔεδομένα σχετικά με την αποτελεσματικότητα είναι περιορισμένα. Δεν υπάρχουν δεδομένα για αντίστοιχους ασθενείς με ιστορικό αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου / παροδικού ισχαιμικού επεισοδίου (ΤΙΑ).
-
Πνευμονική εμβολή με αιμοδυναμική αστάθεια, θρομβόλυση ή εμβολεκτομήαντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς με πνευμονική εμβολή οι οποίοι είναι αιμοδυναμικώς ασταθείς ή που μπορεί να λάβουν θρομβόλυση ή να υποβληθούν σε πνευμονική εμβολεκτομήTo RAXIVANOL δε συνιστάται ως εναλλακτικό της μη κλασματοποιημένης ηπαρίνης.
-
Ραχιαία/επισκληρίδιος αναισθησία ή παρακέντησησοβαρόΠληθυσμόςασθενείς που θεραπεύονται με αντιθρομβωτικούς παράγοντες και υποβάλλονται σε νευραξονική αναισθησία ή παρακέντησηΚίνδυνος ανάπτυξης επισκληρίδιου ή ενδορραχιαίου αιματώματος. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται συχνά για σημεία και συμπτώματα νευρολογικής δυσλειτουργίας. Εάν παρατηρηθούν νευρολογικές επιπτώσεις, απαιτείται επείγουσα διάγνωση και θεραπεία. Ο ιατρός πρέπει να εξετάσει το όφελος έναντι του κινδύνου.
-
Χρόνος τοποθέτησης/αφαίρεσης επισκληρίδιου καθετήρα ή ραχιαίας παρακέντησηςΗ τοποθέτηση ή η αφαίρεση διενεργείται καλύτερα όταν η αντιπηκτική δράση της ριβαροξαμπάνης εκτιμάται ότι είναι χαμηλή.
-
Αφαίρεση επισκληρίδιου καθετήραΠληθυσμόςνέοι ασθενείςΤουλάχιστον 18 ώρες πρέπει να περάσουν μετά την τελευταία λήψη ριβαροξαμπάνης.
-
Αφαίρεση επισκληρίδιου καθετήραΠληθυσμόςηλικιωμένοι ασθενείςΤουλάχιστον 26 ώρες πρέπει να περάσουν μετά την τελευταία λήψη ριβαροξαμπάνης.
-
Επόμενη δόση μετά την αφαίρεση καθετήραΤουλάχιστον 6 ώρες πρέπει να περάσουν πριν χορηγηθεί η επόμενη δόση της ριβαροξαμπάνης.
-
Τραυματική παρακέντησηΗ χορήγηση της ριβαροξαμπάνης πρέπει να καθυστερήσει για 24 ώρες.
-
Ραχιαία/επισκληρίδιος αναισθησία ή παρακέντηση (Παιδιά)ΠληθυσμόςπαιδιάΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα. Διακόψτε τη ριβαροξαμπάνη και εξετάστε τη χρήση ενός παρεντερικού αντιπηκτικού βραχείας διάρκειας δράσης.
-
Διακοπή πριν από επεμβατικές διαδικασίες/χειρουργική παρέμβασηΤο RAXIVANOL πρέπει να διακοπεί τουλάχιστον 24 ώρες πριν την παρέμβαση, εάν είναι δυνατόν, και με βάση την κλινική κρίση του ιατρού.
-
Επανέναρξη μετά από επεμβατικές διαδικασίες/χειρουργική παρέμβασηΤο RAXIVANOL πρέπει να αρχίσει ξανά το συντομότερο δυνατόν μετά την επέμβαση, εφόσον η κλινική κατάσταση το επιτρέπει και έχει δημιουργηθεί επαρκής αιμόσταση.
-
Κίνδυνος αιμορραγίαςΠληθυσμόςηλικιωμένος πληθυσμόςΗ αυξημένη ηλικία μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο αιμορραγίας.
-
Σοβαρές δερματικές αντιδράσειςσοβαρόΗ ριβαροξαμπάνη θα πρέπει να διακόπτεται στην πρώτη εμφάνιση ενός σοβαρού δερματικού εξανθήματος ή κάποιου άλλου σημείου υπερευαισθησίας σε συνδυασμό με βλάβες στους βλεννογόνους.
-
Δυσανεξία λακτόζηςαντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ολική έλλειψη λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
SPC-RAXIVANOL
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αντιμυκητιασικές αζόλες (κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, βορικοναζόλη, ποζακοναζόλη), Αναστολείς πρωτεάσης του HIVΑντενδείκνυταιΑυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας λόγω αύξησης της AUC και Cmax της ριβαροξαμπάνης.ΣύστασηΗ χρήση του RAXIVANOL δεν συνιστάται.
-
ΠροσοχήΑύξηση της AUC (1,5 φορά) και Cmax (1,4 φορά) της ριβαροξαμπάνης. Μπορεί να είναι κλινικά σημαντική σε ασθενείς υψηλού κινδύνου.
-
ΠροσοχήΑύξηση της AUC (1,3 φορά) και Cmax (1,3 φορά) της ριβαροξαμπάνης. Μπορεί να είναι κλινικά σημαντική σε ασθενείς υψηλού κινδύνου, ιδιαίτερα σε νεφρική δυσλειτουργία (AUC 1,8-2,0 φορές, Cmax 1,6 φορές).
-
ΠροσοχήΑύξηση της AUC (1,4 φορά) και Cmax (1,3 φορά) της ριβαροξαμπάνης. Μπορεί να είναι κλινικά σημαντική σε ασθενείς υψηλού κινδύνου.
-
ΠροσοχήΠεριορισμένα κλινικά στοιχεία.ΣύστασηΟ συνδυασμός με τη ριβαροξαμπάνη θα πρέπει να αποφεύγεται.
-
Άλλα αντιπηκτικάΠροσοχήΑυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας.ΣύστασηΑπαιτείται προσοχή.
-
ΠροσοχήΑθροιστική δράση στη δραστικότητα έναντι του παράγοντα Xa.
-
ΜΣΑΦ (συμπεριλαμβανομένου του ακετυλοσαλικυλικού οξέος) / Αναστολείς συσσώρευσης αιμοπεταλίωνΠροσοχήΑύξηση του κινδύνου αιμορραγίας.ΣύστασηΑπαιτείται προσοχή.
-
SSRI/SNRIΠροσοχήΑυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας.
-
Βαρφαρίνη (κατά τη μετάβαση)ΠροσοχήΨευδώς αυξημένο INR, παράταση PT/INR. Η τιμή INR δεν είναι έγκυρη για τη μέτρηση της αντιπηκτικής δράσης του RAXIVANOL.ΣύστασηΗ μέτρηση INR μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο Ctrough της ριβαροξαμπάνης (24 ώρες μετά την προηγούμενη λήψη της ριβαροξαμπάνης).
-
ΠροσοχήΜείωση των συγκεντρώσεων της ριβαροξαμπάνης στο πλάσμα (περίπου 50% μείωση AUC με ριφαμπικίνη) και μειωμένες φαρμακοδυναμικές δράσεις.ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χορήγηση πρέπει να αποφεύγονται εκτός εάν ο ασθενής παρακολουθείται στενά για σημεία και συμπτώματα θρόμβωσης.
-
ΑμελητέαΔεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές φαρμακοκινητικές ή φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις.
sick
SPC-RAXIVANOL
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αναιμία
- Θρομβοπενία
- Εκχύμωση
- Θρομβοκυττάρωση (Όχι συχνές)
- Αλλεργική αντίδραση
- Αλλεργική δερματίτιδα
- Εξάνθημα
- Κνίδωση
- Μώλωπες
- Αγγειοοίδημα και αλλεργικό οίδημα (Όχι συχνές)
- Αναφυλακτικές αντιδράσεις συμπεριλαμβανομένου αναφυλακτικού σοκ (Πολύ σπάνιες)
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Συγκοπή
- Εγκεφαλική και ενδοκρανιακή αιμορραγία (Όχι συχνές)
- Οφθαλμική αιμορραγία (συμπεριλαμβανομένης αιμορραγίας του επιπεφυκότα) (Συχνές)
- Ταχυκαρδία
- Υπόταση
- Αιμάτωμα
- Επίσταξη
- Αιμόπτυση (Συχνές)
- Ουλορραγία
- Δυσπεψία
- Ναυτία
- Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Έμετος
- Ξηροστομία
- Αιμορραγία της γαστρεντερικής οδού (συμπεριλαμβανομένης αιμορραγίας από το ορθό) (Συχνές)
- Γαστρεντερικό και κοιλιακό άλγος (Συχνές)
- Αύξηση στις τρανσαμινάσες (Συχνές)
- Ηπατική δυσλειτουργία (Όχι συχνές)
- Αύξηση της χολερυθρίνης (Όχι συχνές)
- Αύξηση της αλκαλικής φωσφατάσης (Όχι συχνές)
- Αύξηση της GGTA (Όχι συχνές)
- Αυξημένη συζευγμένη χολερυθρίνη (με ή χωρίς συνοδό αύξηση της ALT) (Σπάνιες)
- Ηπατίτιδα (συμπ. ηπατοκυτταρικής βλάβης) (Σπάνιες)
- Ίκτερος
- Χολόσταση
- Κνησμός (συμπεριλαμβανομένων όχι συχνών περιπτώσεων γενικευμένου κνησμού) (Συχνές)
- Δερματική και υποδόρια αιμορραγία (Συχνές)
- Σύνδρομο Stevens-Johnson / Τοξική Επιδερμική Νεκρόλυση (Πολύ σπάνιες)
- Σύνδρομο DRESS (Πολύ σπάνιες)
- Άλγος στα άκρα (Συχνές)
- Αιμάρθρωση (Όχι συχνές)
- Μυϊκή αιμορραγία (Σπάνιες)
- Αιμορραγία της ουρογεννητικής οδού (συμπεριλαμβανομένης αιματουρίας και μηνορραγίας) (Συχνές)
- Νεφρική δυσλειτουργία (συμπεριλαμβανομένης της αυξημένης κρεατινίνης αίματος, αυξημένης ουρίας αίματος) (Συχνές)
- Σύνδρομο διαμερίσματος απότοκο αιμορραγίας (Σπάνιες)
- Νεφρική ανεπάρκεια/οξεία νεφρική ανεπάρκεια απότοκος αιμορραγίας ικανής να προκαλέσει μειωμένη αιμάτωση (Μη γνωστές)
- Αίσθημα αδιαθεσίας (συμπεριλαμβανομένης κακουχίας) (Συχνές)
- Μειωμένη γενική δύναμη και ενέργεια (συμπεριλαμβανομένης κόπωσης και εξασθένισης) (Συχνές)
- Εντοπισμένο οίδημα (Όχι συχνές)
- Περιφερικό οίδημα
- Πυρετός
- Αυξημένη LDHA (Όχι συχνές)
- Αυξημένη λιπάση (Όχι συχνές)
- Αυξημένη αμυλάση (Όχι συχνές)
- Αιμορραγία μετά τη διαδικασία (συμπεριλαμβανομένης μετεγχειρητικής αναιμίας και αιμορραγίας από τραύμα) (Συχνές)
- Έκκριση από τραύμα (Συχνές)
- Αγγειακό ψευδοανεύρυσμα (Όχι συχνές)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
ΣυχνέςΆλγος στα άκραΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΈκκριση από τραύμαΚακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑίσθημα αδιαθεσίας (συμπεριλαμβανομένης κακουχίας)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΑιμάτωμαΑγγειακές
-
ΣυχνέςΑιμορραγία μετά τη διαδικασία (συμπεριλαμβανομένης μετεγχειρητικής αναιμίας και αιμορραγίας από τραύμα)Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
-
ΣυχνέςΑιμορραγία της γαστρεντερικής οδού (συμπεριλαμβανομένης αιμορραγίας από το ορθό)Διαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΑιμορραγία της ουρογεννητικής οδού (συμπεριλαμβανομένης αιματουρίας και μηνορραγίας)Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣυχνέςΑιμόπτυσηΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΑύξηση τρανσαμινασώνΉπαρ
-
ΣυχνέςΓαστρεντερικό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔερματική και υποδόρια αιμορραγίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕκχύμωσηΔέρμα
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚνησμός (συμπεριλαμβανομένων όχι συχνών περιπτώσεων γενικευμένου κνησμού)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜειωμένη γενική δύναμη και ενέργεια (συμπεριλαμβανομένης κόπωσης και εξασθένισης)Γενικές διαταταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΜώλωπεςΤραυματισμοί
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΝεφρική δυσλειτουργία (συμπεριλαμβανομένης της αυξημένης κρεατινίνης αίματος, αυξημένης ουρίας αίματος)Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣυχνέςΟυλορραγίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟφθαλμική αιμορραγία (συμπεριλαμβανομένης αιμορραγίας του επιπεφυκότα)Οφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΠυρετόςΓενικές
-
ΣυχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΑγγειακό ψευδοανεύρυσμαΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΑγγειοοίδημα και αλλεργικό οίδημαΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑιμάρθρωσηΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Όχι συχνέςΑλλεργική αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΑλλεργική δερματίτιδαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑυξημένη LDHAΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΑυξημένη αμυλάσηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη λιπάσηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑύξηση αλκαλικής φωσφατάσηςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑύξηση της GGTAΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Όχι συχνέςΑύξηση χολερυθρίνηςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΕγκεφαλική και ενδοκρανιακή αιμορραγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΕντοπισμένο οίδημαΓενικές
-
Όχι συχνέςΗπατική δυσλειτουργίαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΘρομβοκυττάρωσηΑίμα
-
Όχι συχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΣυγκοπήΝευρικό
-
Όχι συχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΊκτεροςΉπαρ
-
ΣπάνιεςΑυξημένη συζευγμένη χολερυθρίνη (με ή χωρίς συνοδό αύξηση της ALT)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδα (συμπ. ηπατοκυτταρικής βλάβης)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣπάνιεςΜυϊκή αιμορραγίαΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο διαμερίσματος απότοκο αιμορραγίαςΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣπάνιεςΧολόστασηΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΑναφυλακτικές αντιδράσεις συμπεριλαμβανομένου αναφυλακτικού σοκΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο DRESSΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens-Johnson / Τοξική Επιδερμική ΝεκρόλυσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΝεφρική ανεπάρκεια/οξεία νεφρική ανεπάρκεια απότοκος αιμορραγίας ικανής να προκαλέσει μειωμένη αιμάτωσηΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
pregnant_woman
SPC-RAXIVANOL
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηαντενδείκνυταιΗ ασφάλεια και αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα. Υπάρχει ενδογενής κίνδυνος αιμορραγίας και η ριβαροξαμπάνη διέρχεται τον πλακούντα. Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να αποφεύγουν να μείνουν έγκυες.
-
ΓαλουχίααντενδείκνυταιΗ ασφάλεια και αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Τα στοιχεία από ζώα δείχνουν ότι η ριβαροξαμπάνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί/ θα αποφευχθεί η θεραπεία.
-
ΓονιμότηταΔεν έχουν διενεργηθεί ειδικές μελέτες στους ανθρώπους. Σε μελέτη σε αρουραίους, δεν παρατηρήθηκαν επιδράσεις.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-RAXIVANOL
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-RAXIVANOL
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Η ριβαροξαμπάνη απορροφάται ταχέως με τις μέγιστες συγκεντρώσεις (Cmax) να εμφανίζονται 2 - 4 ώρες μετά τη λήψη του δισκίου. Η από στόματος απορρόφηση της ριβαροξαμπάνης είναι σχεδόν πλήρης και η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα είναι υψηλή…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αιματοκρίτης (Hct) | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | — | Ανίχνευση λανθάνουσας και ποσοτικοποίηση έκδηλης αιμορραγίας |
| Αιμοσφαιρίνη (Hb) | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | — | Ανίχνευση λανθάνουσας και ποσοτικοποίηση έκδηλης αιμορραγίας |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Νευρολογική εξέταση | neurologyΝευρολογικός / ψυχικός έλεγχος | συχνά | Χρήση νευραξονικής αναισθησίας ή παρακέντησης |
| Κλινική παρακολούθηση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | καθ' όλη τη διάρκεια της θεραπείας | — |
| Σημεία αιμορραγίας | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | προσεκτικά | Λήψη RAXIVANOL |
| Σημεία αιμορραγικών επιπλοκών | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | προσεκτικά | Υποομάδες ασθενών με αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας |
| Σημεία αναιμίας | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | προσεκτικά | Υποομάδες ασθενών με αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-RAXIVANOL
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Πρόληψη του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου και της συστημικής εμβολής σε ενήλικες Η συνιστώμενη δόση είναι 20 mg άπαξ ημερησίως, η οποία είναι επίσης η συνιστώμενη μέγιστη δόση. Η θεραπεία με RAXIVANOL πρέπει να συνεχιστεί μακροπρόθεσμα εφόσον το όφελος της πρόληψης του αγγειακού εγκεφαλικού και της συστημικής εμβολής υπερισχύει του κινδύνου αιμορραγίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Εάν παραλειφθεί μία δόση, ο ασθενής πρέπει να πάρει το RAXIVANOL αμέσως και κατόπιν να συνεχίσει την επόμενη μέρα με πρόσληψη άπαξ ημερησίως όπως συνιστάται. Η δόση δεν πρέπει να διπλασιαστεί εντός της ίδιας ημέρας για να αναπληρωθεί η δόση που παραλείφθηκε.
Θεραπεία της ΕΒΦΘ, θεραπεία της ΠΕ και πρόληψη της υποτροπής της ΕΒΦΘ και της ΠΕ σε ενήλικες Η συνιστώμενη δόση για την αρχική θεραπεία της οξείας ΕΒΦΘ ή ΠΕ είναι 15 mg δύο φορές ημερησίως για τις πρώτες τρεις εβδομάδες, ακολουθούμενη από 20 mg άπαξ ημερησίως για τη συνέχιση της θεραπείας και την πρόληψη της υποτροπής της ΕΒΦΘ και της ΠΕ. Η μικρή διάρκεια θεραπείας (για τουλάχιστον 3 μήνες) θα πρέπει να εξετάζεται σε ασθενείς με ΕΒΦΘ ή ΠΕ που προκαλείται από μείζονες παροδικούς παράγοντες κινδύνου (δηλ. πρόσφατη σοβαρή εγχείρηση ή τραύμα). Η μεγαλύτερη διάρκεια θεραπείας θα πρέπει να εξετάζεται σε ασθενείς με προκλητή ΕΒΦΘ ή ΠΕ που δεν σχετίζεται με μείζονες παροδικούς παράγοντες κινδύνου, απρόκλητη ΕΒΦΘ ή ΠΕ, ή ιστορικό υποτροπής ΕΒΦΘ ή ΠΕ.
Όταν ενδείκνυται παρατεταμένη πρόληψη της υποτροπής ΕΒΦΘ και ΠΕ (μετά την ολοκλήρωση τουλάχιστον 6 μηνών θεραπείας για ΕΒΦΘ ή ΠΕ), η συνιστώμενη δόση είναι 10 mg άπαξ ημερησίως. Σε ασθενείς στους οποίους ο κίνδυνος υποτροπής ΕΒΦΘ ή ΠΕ θεωρείται υψηλός, όπως εκείνοι με επιπεπλεγμένες συννοσηρότητες, ή εκείνοι που έχουν αναπτύξει υποτροπή ΕΒΦΘ ή ΠΕ ενώ λάμβαναν παρατεταμένη πρόληψη με RAXIVANOL 10 mg άπαξ ημερησίως, θα πρέπει να εξετάζεται μια δόση RAXIVANOL 20 mg άπαξ ημερησίως. Η διάρκεια της θεραπείας και η επιλογή της δόσης πρέπει να εξατομικεύονται μετά από προσεκτική αξιολόγηση του οφέλους της θεραπείας έναντι του κινδύνου αιμορραγίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
| Χρονική περίοδος | Δοσολογικό πρόγραμμα | Συνολική ημερήσια δόση |
|---|---|---|
| Ημέρα 1 - 21 | 15 mg δύο φορές ημερησίως | 30 mg |
| Ημέρα 22 και εξής | 20 mg άπαξ ημερησίως | 20 mg |
| Μετά την ολοκλήρωση τουλάχιστον 6 μηνών θεραπείας για ΕΒΦΘ ή ΠΕ | 10 mg άπαξ ημερησίως ή 20 mg άπαξ ημερησίως | 10 mg ή 20 mg |
Για να υποστηριχθεί η μετάβαση της δοσολογίας από 15 mg σε 20 mg μετά την Ημέρα 21, είναι διαθέσιμη συσκευασία έναρξης τεσσάρων εβδομάδων του RAXIVANOL για τη θεραπεία της ΕΒΦΘ / ΠΕ. Εάν παραλειφθεί μια δόση κατά τη διάρκεια της φάσης θεραπείας των 15 mg δύο φορές ημερησίως (ημέρα 1 - 21), ο ασθενής πρέπει να πάρει το RAXIVANOL αμέσως για να διασφαλιστεί η πρόσληψη 30 mg RAXIVANOL ημερησίως. Στην περίπτωση αυτή, μπορούν να ληφθούν δύο δισκία των 15 mg ταυτόχρονα. Ο ασθενής πρέπει να συνεχίσει την επόμενη ημέρα με την κανονική πρόσληψη των 15 mg δύο φορές ημερησίως, όπως συνιστάται. Εάν παραλειφθεί μια δόση κατά τη διάρκεια της φάσης θεραπείας άπαξ ημερησίως, ο ασθενής πρέπει να πάρει το RAXIVANOL αμέσως και να συνεχίσει την επόμενη ημέρα με την πρόσληψη άπαξ ημερησίως, όπως συνιστάται. Η δόση δεν πρέπει να διπλασιαστεί εντός της ίδιας ημέρας για να αναπληρωθεί η δόση που παραλείφθηκε.
Θεραπεία της ΦΘΕ και πρόληψη της υποτροπής της ΦΘΕ σε παιδιά και εφήβους Η θεραπεία με RAXIVANOL σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών πρέπει να αρχίζει μετά από τουλάχιστον 5 ημέρες αρχικής παρεντερικής αντιπηκτικής θεραπείας (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Η δόση για παιδιά και εφήβους υπολογίζεται με βάση το σωματικό βάρος.
- Βάρος σώματος από 30 έως 50 kg: συνιστάται μία δόση 15 mg ριβαροξαμπάνης άπαξ ημερισίως. Αυτή είναι η μέγιστη ημερήσια δόση.
- Βάρος σώματος 50 kg ή περισσότερο: συνιστάται δόση 20 mg ριβαροξαμπάνης άπαξ ημερησίως. Αυτή είναι η μέγιστη ημερήσια δόση. Για ασθενείς με σωματικό βάρος μικρότερο από 30 κιλά, ανατρέψτε στην Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος ριβαροξαμπάνης κοκκία για πόσιμο εναιώρημα. Το βάρος του παιδιού πρέπει να παρακολουθείται και η δόση να επανεξετάζεται τακτικά. Αυτό γίνεται για να διασφαλιστεί ότι διατηρείται μια θεραπευτική δόση. Οι προσαρμογές της δόσης πρέπει να γίνονται μόνο με βάση τις αλλαγές στο σωματικό βάρος. Η θεραπεία πρέπει να συνεχιστεί για τουλάχιστον 3 μήνες σε παιδιά και εφήβους. Η θεραπεία μπορεί να επεκταθεί σε έως και 12 μήνες όταν είναι κλινικά απαραίτητο. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σε παιδιά που να υποστηρίζουν μείωση της δόσης μετά από 6 μήνες θεραπείας. Η σχέση οφέλους-κινδύνου της συνεχιζόμενης θεραπείας μετά τους 3 μήνες θα πρέπει να αξιολογείται σε εξατομικευμένη βάση λαμβάνοντας υπόψη τον κίνδυνο υποτροπιάζουσας θρόμβωσης έναντι του πιθανού κινδύνου αιμορραγίας. Εάν παραλειφθεί μια δόση, η δόση που παραλείφθηκε πρέπει να ληφθεί το συντομότερο δυνατόν αφού αυτό γίνει αντιληπτό, αλλά μόνο την ίδια ημέρα. Εάν αυτό δεν είναι δυνατόν, ο ασθενής πρέπει να παραλείψει τη δόση και να συνεχίσει με την επόμενη δόση όπως του συνταγογραφήθηκε. Ο ασθενής δεν πρέπει να πάρει δύο δόσεις για να αναπληρώσει μια δόση που παραλείφθηκε.
Αλλαγή από ανταγωνιστές της βιταμίνης K (ΑΒΚ) στο RAXIVANOL
- Πρόληψη του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου και της συστημικής εμβολής: η θεραπεία με ΑΒΚ πρέπει να διακοπεί και να ξεκινήσει η θεραπεία με το RAXIVANOL όταν η τιμή Διεθνούς Ομαλοποιημένης Σχέσης (INR) είναι ≤ 3,0.
- Θεραπεία της ΕΒΦΘ, ΠΕ και πρόληψη της υποτροπής σε ενήλικες και θεραπεία της ΦΘΕ και πρόληψη της υποτροπής σε παιδιατρικούς ασθενείς: η θεραπεία με ΑΒΚ πρέπει να διακοπεί και να ξεκινήσει η θεραπεία με το RAXIVANOL όταν η τιμή INR είναι ≤ 2,5.
Όταν οι ασθενείς αλλάζουν από ΑΒΚ στο RAXIVANOL, οι τιμές INR θα είναι ψευδώς αυξημένες μετά την πρόσληψη του RAXIVANOL. Η τιμή INR δεν είναι έγκυρη για τη μέτρηση της αντιπηκτικής δράσης του RAXIVANOL και, συνεπώς, δεν πρέπει να χρησιμοποιείται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Αλλαγή από το RAXIVANOL σε ανταγωνιστές της βιταμίνης K (ΑΒΚ) Υπάρχει πιθανότητα ανεπαρκούς αντιπηκτικότητας κατά τη μετάβαση από το RAXIVANOL σε ΑΒΚ. Η συνεχής επαρκής αντιπηκτικότητα πρέπει να διασφαλίζεται κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε μετάβασης σε ένα εναλλακτικό αντιπηκτικό. Πρέπει να σημειωθεί ότι το RAXIVANOL μπορεί να συνεισφέρει σε αυξημένη τιμή INR. Σε ασθενείς που αλλάζουν από το RAXIVANOL σε ΑΒΚ, οι ΑΒΚ πρέπει να χορηγούνται ταυτόχρονα μέχρι η τιμή INR να είναι ≥ 2,0. Για τις πρώτες δύο ημέρες της μεταβατικής περιόδου, πρέπει να χρησιμοποιηθεί η τυπική αρχική δοσολογία των ΑΒΚ, ακολουθούμενη τις επόμενες ημέρες από τη δοσολογία ΑΒΚ, όπως υποδεικνύεται από τις εξετάσεις INR. Ενόσω οι ασθενείς λαμβάνουν παράλληλα RAXIVANOL και ΑΒΚ, η τιμή INR δεν πρέπει να ελέγχεται νωρίτερα από 24 ώρες μετά από την προηγούμενη δόση αλλά πριν από την επόμενη δόση του RAXIVANOL. Όταν το RAXIVANOL διακοπεί, οι εξετάσεις INR μπορούν να γίνουν αξιόπιστα τουλάχιστον 24 ώρες μετά από την τελευταία δόση (βλ. Αλληλεπιδράσεις και Φαρμακοκινητικές).
Παιδιατρικοί ασθενείς: Παιδιά που αλλάζουν από το RAXIVANOL σε ΑΒΚ χρειάζεται να συνεχίσουν το RAXIVANOL για 48 ώρες μετά την πρώτη δόση του ΑΒΚ. Μετά από 2 ημέρες συγχορήγησης, πρέπει να ληφθεί η τιμή INR πριν από την επόμενη προγραμματισμένη δόση του RAXIVANOL. Η συγχορήγηση RAXIVANOL και ΑΒΚ συνιστάται να συνεχιστεί μέχρι η τιμή INR να είναι ≥ 2,0. Όταν το RAXIVANOL διακοπεί, οι εξετάσεις INR μπορούν να γίνουν αξιόπιστα 24 ώρες μετά από την τελευταία δόση (βλ. παραπάνω και Αλληλεπιδράσεις).
Αλλαγή από παρεντερικά αντιπηκτικά στο RAXIVANOL Για ασθενείς που λαμβάνουν ένα παρεντερικό αντιπηκτικό, διακόψτε το παρεντερικό αντιπηκτικό και ξεκινήστε το RAXIVANOL 0 έως 2 ώρες πριν από το χρόνο που θα εχορηγείτο η επόμενη δόση του παρεντερικού φαρμακευτικού προϊόντος (π.χ. ηπαρίνες μικρού μοριακού βάρους) ή κατά το χρόνο της διακοπής ενός συνεχώς χορηγούμενου παρεντερικού φαρμακευτικού προϊόντος (π.χ. ενδοφλέβια μη κλασματοποιημένη ηπαρίνη).
Αλλαγή από το RAXIVANOL σε παρεντερικά αντιπηκτικά Χορηγήστε την πρώτη δόση του παρεντερικού αντιπηκτικού κατά το χρόνο που θα έπρεπε να ληφθεί η επόμενη δόση του RAXIVANOL.
Ειδικοί πληθυσμοί
Νεφρική δυσλειτουργία Περιορισμένα κλινικά δεδομένα για ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 15 - 29 ml/min) υποδεικνύουν ότι οι συγκεντρώσεις ριβαροξαμπάνης στο πλάσμα αυξάνονται σημαντικά. Συνεπώς, το RAXIVANOL πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή στους συγκεκριμένους ασθενείς. Η χρήση δε συνιστάται σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 15 ml/min (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
Σε ασθενείς με μέτρια (κάθαρση κρεατινίνης 30 - 49 ml/min) ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 15 - 29 ml/min), εφαρμόζονται οι ακόλουθες δοσολογικές συστάσεις:
- Για την πρόληψη του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου και της συστημικής εμβολής σε ασθενείς με μη βαλβιδική κολπική μαρμαρυγή, η συνιστώμενη δόση είναι 15 mg άπαξ ημερησίως (βλ. Φαρμακοκινητικές).
- Για τη θεραπεία της ΕΒΦΘ, τη θεραπεία της ΠΕ και την πρόληψη της υποτροπής της ΕΒΦΘ και της ΠΕ: οι ασθενείς πρέπει να λαμβάνουν θεραπεία με 15 mg δύο φορές ημερησίως για τις πρώτες 3 εβδομάδες. Στη συνέχεια, όταν η συνιστώμενη δόση είναι 20 mg άπαξ ημερησίως, εάν η αξιολόγηση κινδύνου του ασθενούς για αιμορραγία υπερτερεί του κινδύνου υποτροπής της ΠΕ και της ΕΒΦΘ θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μια μείωση της δόσης από 20 mg άπαξ ημερησίως σε 15 mg άπαξ ημερησίως. Η σύσταση για τη χρήση των 15 mg βασίζεται σε PK μοντέλο και δεν έχει μελετηθεί στις συγκεκριμένες κλινικές συνθήκες (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις, Φαρμακοδυναμικές και Φαρμακοκινητικές). Όταν η συνιστώμενη δόση είναι 10 mg άπαξ ημερησίως, δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας από τη συνιστώμενη δόση.
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 50 - 80 ml/min) (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Παιδιατρικός πληθυσμός Παιδιά και έφηβοι με ήπια νεφρική δυσλειτουργία (ρυθμός σπειραματικής διήθησης 50 - 80 ml/min/1,73 m2): δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης, με βάση τα δεδομένα σε ενήλικες και περιορισμένα δεδομένα σε παιδιατρικούς ασθενείς (βλ. Φαρμακοκινητικές). Παιδιά και έφηβοι με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (ρυθμός σπειραματικής διήθησης < 50 ml/min/1,73 m2): Το RAXIVANOL δεν συνιστάται καθώς δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ηπατική δυσλειτουργία Το RAXIVANOL αντενδείκνυται σε ασθενείς με ηπατική νόσο σχετιζόμενη με διαταραχή της πήξης του αίματος και κλινικά σχετιζόμενο κίνδυνο αιμορραγίας συμπεριλαμβανομένων των κιρρωτικών ασθενών με Child Pugh B και C (βλ. Αντενδείξεις και Φαρμακοκινητικές). Δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα σε παιδιά με ηπατική δυσλειτουργία.
Ηλικιωμένος πληθυσμός Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας (βλ. Φαρμακοκινητικές)
Σωματικό βάρος Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας (βλ. Φαρμακοκινητικές). Για παιδιατρικούς ασθενείς, η δόση καθορίζεται με βάση το σωματικό βάρος.
Φύλο Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Ασθενείς που υποβάλλονται σε καρδιοανάταξη Το RAXIVANOL μπορεί να ξεκινήσει ή να συνεχιστεί σε ασθενείς, οι οποίοι μπορεί να απαιτούν καρδιοανάταξη. Για καρδιοανάταξη καθοδηγούμενη από διοισοφάγειο υπερηχογράφημα σε ασθενείς που δεν είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία με αντιπηκτικά, η θεραπεία με RAXIVANOL πρέπει να ξεκινήσει τουλάχιστον 4 ώρες πριν την ανάταξη ώστε να εξασφαλιστεί επαρκής αντιπηκτική αγωγή (βλ. Φαρμακοκινητικές και Φαρμακοδυναμικές). Για όλους τους ασθενείς πριν από την ανάταξη θα πρέπει να αναζητηθεί επιβεβαίωση ότι ο ασθενής έχει λάβει το RAXIVANOL όπως του συνταγογραφήθηκε. Oι αποφάσεις για την έναρξη και διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις καθιερωμένες κατευθυντήριες οδηγίες για την αντιπηκτική αγωγή στους ασθενείς που υποβάλλονται σε καρδιοανάταξη.
Ασθενείς με μη βαλβιδική κολπική μαρμαρυγή που υποβάλλονται σε PCI (διαδερμική στεφανιαία παρέμβαση) με τοποθέτηση stent Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία με τη μειωμένη δόση του RAXIVANOL 15 mg άπαξ ημερησίως (ή RAXIVANOL 10 mg άπαξ ημερησίως σε ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία [κάθαρση κρεατινίνης 30 - 49 ml/min] χορηγούμενου επιπροσθέτως ενός αναστολέα του P2Y12 για μέγιστο διάστημα 12 μηνών σε ασθενείς με μη βαλβιδική κολπική μαρμαρυγή που χρήζουν από του στόματος αντιπηκτική αγωγή και υποβάλλονται σε PCI με τοποθέτηση stent (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοδυναμικές).
Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του RAXIVANOL σε παιδιά ηλικίας 0 έως < 18 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί για την ένδειξη πρόληψη του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου και της συστημικής εμβολής σε ασθενείς με μη βαλβιδική κολπική μαρμαρυγή. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα. Συνεπώς, δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά ηλικίας κάτω των 18 ετών για ενδείξεις άλλες από τη θεραπεία της ΦΘΕ και την πρόληψη της υποτροπής της ΦΘΕ.
Τρόπος χορήγησης
Ενήλικες Το RAXIVANOL είναι για από στόματος χρήση. Τα δισκία πρέπει να λαμβάνονται με τροφή (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Θρυμματισμός δισκίων Για ασθενείς που δεν μπορούν να καταπιώσουν ολόκληρα δισκία, το δισκίο RAXIVANOL μπορεί να θρυμματιστεί και να αναμειχθεί με νερό ή πολτό μήλου αμέσως πριν τη χρήση και να χορηγηθεί από του στόματος. Μετά τη χορήγηση των θρυμματισμένων RAXIVANOL 15 mg ή 20 mg επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίων, η δόση θα πρέπει να ακολουθείται αμέσως από τροφή. Το θρυμματισμένο δισκίο μπορεί επίσης να χορηγηθεί μέσω γαστρικών σωλήνων (βλ. Φαρμακοκινητικές και 6.6).
Παιδιά και έφηβοι βάρους 30 kg έως 50 kg Παιδιά και έφηβοι βάρους άνω των 50 kg Το RAXIVANOL προορίζεται για από στόματος χρήση. Πρέπει να υποδεικνύεται στον ασθενή να καταπίνει το δισκίο με υγρό. Πρέπει επίσης να λαμβάνεται με τροφή (βλ. Φαρμακοκινητικές). Τα δισκία πρέπει να λαμβάνονται με μεσοδιάστημα περίπου 24 ωρών. Σε περίπτωση που ο ασθενής φτύσει αμέσως τη δόση ή κάνει εμετό εντός 30 λεπτών μετά τη λήψη της δόσης, θα πρέπει να δοθεί μια νέα δόση. Ωστόσο, εάν ο ασθενής κάνει εμετό περισσότερο από 30 λεπτά μετά τη δόση, η δόση δεν πρέπει να επαναχορηγηθεί και η επόμενη δόση θα πρέπει να ληφθεί όπως είναι προγραμματισμένο. Το δισκίο δεν πρέπει να διαχωρίζεται σε μια προσπάθεια παροχής κλάσματος μιας δόσης δισκίου.
Θρυμματισμός δισκίων Για ασθενείς που δεν μπορούν να καταπιώσουν ολόκληρα δισκία, πρέπει να χρησιμοποιούνται τα κοκκία για πόσιμο εναιώρημα ριβαροξαμπάνης. Εάν το πόσιμο εναιώρημα δεν είναι άμεσα διαθέσιμο, όταν συνταγογραφούνται δόσεις 15 mg ή 20 mg ριβαροξαμπάνης, αυτές μπορούν να παρέχονται θρυμματίζοντας το δισκίο 15 mg ή 20 mg και αναμειγνύοντάς το με νερό ή πολτό μήλου αμέσως πριν τη χρήση και χορηγώντας από του στόματος. Το θρυμματισμένο δισκίο μπορεί επίσης να χορηγηθεί μέσω ρινογαστρικού ή γαστρικού σωλήνα σίτισης (βλ. Φαρμακοκινητικές και 6.6).
block
Αντενδείξεις
SPC-RAXIVANOL
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Ενεργός κλινικά σημαντική αιμορραγία.
- Βλάβη ή κατάσταση, εάν θεωρείται ότι αποτελεί σημαντικό κίνδυνο για σοβαρή αιμορραγία. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει παρούσα ή πρόσφατη γαστρεντερική εξέλκωση, παρουσία κακοηθών νεοπλασιών σε υψηλό κίνδυνο αιμορραγίας, πρόσφατη κάκωση του εγκεφάλου ή της σπονδυλικής στήλης, πρόσφατη χειρουργική επέμβαση εγκεφάλου, σπονδυλικής στήλης ή οφθαλμών, πρόσφατη ενδοκρανιακή αιμορραγία, γνωστούς οισοφαγικούς κιρσούς ή υπόνοια ύπαρξής τους, αρτηριοφλεβώδεις δυσπλασίες, αγγειακά ανευρύσματα ή σοβαρές ενδορραχιαίες ή ενδοεγκεφαλικές αγγειακές ανωμαλίες.
- Ταυτόχρονη θεραπεία μαζί με άλλα αντιπηκτικά π.χ. μη κλασματοποιημένη ηπαρίνη (ΜΚΗ), ηπαρίνες μικρού μοριακού βάρους (ενοξαπαρίνη, δαλτεπαρίνη κτλ.), παράγωγα ηπαρίνης (φονταπαρινούξη κτλ.), από στόματος αντιπηκτικά (βαρφαρίνη, ετεξιλική δαβιγατράνη, απιξαμπάνη κτλ.) δεν συνιστάται εκτός ειδικών συνθηκών αλλαγής αντιπηκτικής θεραπείας (βλ. Δοσολογία) ή όταν η ΜΚΗ δίνεται σε δόσεις απαραίτητες για τη διατήρηση ενός ανοικτού κεντρικού φλεβικού ή αρτηριακού καθετήρα (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
- Ηπατική νόσος σχετιζόμενη με διαταραχή της πήξης του αίματος και κλινικά σχετιζόμενο κίνδυνο αιμορραγίας συμπεριλαμβανομένων των κιρρωτικών ασθενών με Child Pugh B και C (βλ. Φαρμακοκινητικές).
- Κύηση και θηλασμός (βλ. Κύηση και γαλουχία).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-RAXIVANOL
expand_more
Προειδοποιήσεις
Συνιστάται κλινική παρακολούθηση σύμφωνα με την αντιπηκτική πρακτική καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας.
Κίνδυνος αιμορραγίας
Όπως και με άλλα αντιπηκτικά, οι ασθενείς που λαμβάνουν RAXIVANOL θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για σημεία αιμορραγίας. Συνιστάται η προσεκτική χρήση σε καταστάσεις με αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας. Η χορήγηση του RAXIVANOL θα πρέπει να διακόπτεται εάν παρουσιαστεί σοβαρή αιμορραγία (βλ. Υπερδοσολογία).
Στις κλινικές μελέτες αιμορραγία των βλεννογόνων (δηλαδή επίσταξη, από τα ούλα, το γαστρεντερικό, το ουρογεννητικό συμπεριλαμβανομένης μη φυσιολογικής κολπικής αιμορραγίας ή αυξημένης έμμηνου ρύσης) και αναιμία έχουν φανεί πιο συχνά κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας με ριβαροξαμπάνη σε σύγκριση με θεραπεία Ανταγωνιστών Βιταμίνης Κ (ΑΒΚ).
Συνεπώς, επιπρόσθετα στην επαρκή κλινική παρατήρηση, η εργαστηριακή εξέταση της αιμοσφαιρίνης / αιματοκρίτη θα μπορούσε να έχει αξία για την ανίχνευση λανθάνουσας αιμορραγίας και την ποσοτικοποίηση της κλινικής σημασίας της έκδηλης αιμορραγίας, όπως κρίνεται κατάλληλο.
Ορισμένες υποομάδες ασθενών, όπως αναγράφεται παρακάτω, έχουν αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας. Αυτοί οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για σημεία και συμπτώματα αιμορραγικών επιπλοκών και αναιμίας μετά την έναρξη της θεραπείας (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Οποιαδήποτε ανεξήγητη πτώση της αιμοσφαιρίνης ή της αρτηριακής πίεσης πρέπει να οδηγήσει σε διερεύνηση για αιμορραγική εστία.
Αν και η θεραπεία με ριβαροξαμπάνη δεν απαιτεί παρακολούθηση της έκθεσης ως εξέταση ρουτίνας, η μέτρηση των επιπέδων ριβαροξαμπάνης με μια βαθμονομημένη ποσοτική εξέταση μέτρησης της δραστικότητας έναντι του παράγοντα Xa μπορεί να είναι χρήσιμη σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν η γνώση της έκθεσης στη ριβαροξαμπάνη μπορεί να βοηθήσει στη λήψη κλινικών αποφάσεων, π.χ. υπερδοσολογία και επείγουσα εγχείρηση (βλ. Φαρμακοδυναμικές και Φαρμακοκινητικές).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σε παιδιά με θρόμβωση των εγκεφαλικών φλεβών και των φλεβωδών κόλπων που έχουν λοίμωξη του ΚΝΣ (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Ο κίνδυνος αιμορραγίας θα πρέπει να εκτιμάται προσεκτικά πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ριβαροξαμπάνη.
Νεφρική δυσλειτουργία
Σε ενήλικες ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min), τα επίπεδα της ριβαροξαμπάνης στο πλάσμα μπορεί να αυξηθούν σημαντικά (1,6 φορές κατά μέσο όρο), οδηγώντας σε αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας. Το RAXIVANOL πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης 15 - 29 ml/min. Η χρήση δε συνιστάται σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 15 ml/min (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).
Το RAXIVANOL θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία οι οποίοι λαμβάνουν ταυτόχρονα άλλα φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία αυξάνουν τις συγκεντρώσεις ριβαροξαμπάνης στο πλάσμα (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Το RAXIVANOL δεν συνιστάται σε παιδιά και εφήβους με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (ρυθμός σπειραματικής διήθησης < 50 ml/min/1,73 m2), καθώς δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα.
Αλληλεπίδραση με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα
Η χρήση του RAXIVANOL δεν συνιστάται σε ασθενείς στους οποίους συγχορηγείται συστηματική θεραπεία με αντιμυκητιασικές αζόλες (όπως κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, βορικοναζόλη και ποζακοναζόλη) ή αναστολείς πρωτεάσης του HIV (π.χ. ριτοναβίρη). Αυτές οι δραστικές ουσίες είναι ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 και της P-gp και συνεπώς μπορούν να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις της ριβαροξαμπάνης στο πλάσμα σε κλινικά σχετιζόμενο βαθμό (2,6 φορές κατά μέσο όρο), το οποίο μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Απαιτείται προσοχή εάν στους ασθενείς συγχορηγούνται φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν την αιμόσταση, όπως μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φαρμακευτικά προϊόντα (ΜΣΑΦ), ακετυλοσαλικυλικό οξύ και αναστολείς της συσσώρευσης αιμοπεταλίων ή εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRI) και αναστολείς επαναπρόσληψης νορεπινεφρίνης-σεροτονίνης (SNRI). Για ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο ελκωτικής γαστρεντερικής νόσου, μπορεί να εξεταστεί μια κατάλληλη προφυλακτική θεραπεία (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Άλλοι παράγοντες αιμορραγικού κινδύνου
Όπως και με άλλους αντιθρομβωτικούς παράγοντες, η ριβαροξαμπάνη δε συνιστάται σε ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας, όπως:
- συγγενείς ή επίκτητες αιμορραγικές διαταραχές
- μη ελεγχόμενη σοβαρή αρτηριακή υπέρταση
- άλλη γαστρεντερική νόσος χωρίς ενεργό εξέλκωση που δυνητικά μπορεί να οδηγήσει σε επιπλοκές αιμορραγίας (π.χ. φλεγμονώδης νόσος του εντέρου, οισοφαγίτιδα, γαστρίτιδα και γαστροοισοφαγική παλινδρομική νόσος).
- αγγειακή αμφιβληστροειδοπάθεια
- βρογχεκτασία ή ιστορικό πνευμονικής αιμορραγίας
Ασθενείς με προσθετικές βαλβίδες
Η ριβαροξαμπάνη δε θα πρέπει να χρησιμοποιείται για θρομβοπροφύλαξη σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί πρόσφατα σε διακαθετηριακή αντικατάσταση αορτικής βαλβίδας (TAVR). Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του RAXIVANOL δεν έχουν μελετηθεί σε ασθενείς με προσθετικές καρδιακές βαλβίδες. Ως εκ τούτου, δεν υπάρχουν δεδομένα που να υποστηρίζουν ότι το RAXIVANOL παρέχει επαρκή αντιπηκτική δράση σε αυτόν τον πληθυσμό ασθενών. Η θεραπεία με RAXIVANOL δεν συνιστάται για τους συγκεκριμένους ασθενείς.
Ασθενείς με αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο
Τα άμεσα δρώντα από του στόματος αντιπηκτικά (DOACs), συμπεριλαμβανομένης της ριβαροξαμπάνης δεν συνιστώνται σε ασθενείς με ιστορικό θρόμβωσης με διαγνωσμένο αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο. Πιο συγκεκριμένα σε ασθενείς που είναι θετικοί και στις τρεις δοκιμασίες ελέγχου (αντιπηκτικό του λύκου, αντικαρδιολιπινικά αντισώματα και αντισώματα έναντι της β2 -γλυκοπρωτεΐνης Ι), η θεραπεία με DOACs ενδέχεται να συσχετισθεί με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης υποτροπιαζόντων θρομβωτικών επεισοδίων, σε σύγκριση με θεραπεία των ανταγωνιστών της βιταμίνης Κ.
Ασθενείς με μη βαλβιδική κολπική μαρμαρυγή που υποβάλλονται σε PCI με τοποθέτηση stent
Υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα από μια παρεμβατική μελέτη με πρωταρχικό στόχο την αξιολόγηση της ασφάλειας σε ασθενείς με μη βαλβιδική κολπική μαρμαρυγή που υποβάλλονται σε PCI με τοποθέτηση stent. Τα δεδομένα σχετικά με την αποτελεσματικότητα σε αυτόν τον πληθυσμό είναι περιορισμένα (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοδυναμικές). Δεν υπάρχουν δεδομένα για αντίστοιχους ασθενείς με ιστορικό αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου / παροδικού ισχαιμικού επεισοδίου (ΤΙΑ).
Αιμοδυναμικώς ασταθείς ασθενείς με πνευμονική εμβολή ή ασθενείς στους οποίους απαιτείται θρομβόλυση ή πνευμονική εμβολεκτομή
To RAXIVANOL δε συνιστάται ως εναλλακτικό της μη κλασματοποιημένης ηπαρίνης σε ασθενείς με πνευμονική εμβολή οι οποίοι είναι αιμοδυναμικώς ασταθείς ή που μπορεί να λάβουν θρομβόλυση ή να υποβληθούν σε πνευμονική εμβολεκτομή αφού η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του RAXIVANOL δεν έχει τεκμηριωθεί σε αυτές τις κλινικές καταστάσεις.
Ραχιαία/επισκληρίδιος αναισθησία ή παρακέντηση
Όταν χρησιμοποιείται νευραξονική αναισθησία (ραχιαία/επισκληρίδιος αναισθησία) ή ραχιαία/επισκληρίδιος παρακέντηση, οι ασθενείς που θεραπεύονται με αντιθρομβωτικούς παράγοντες για την πρόληψη θρομβοεμβολικών επιπλοκών διατρέχουν τον κίνδυνο ανάπτυξης επισκληρίδιου ή ενδορραχιαίου αιματώματος, το οποίο μπορεί να οδηγήσει σε μακροχρόνια ή μόνιμη παράλυση. Ο κίνδυνος αυτών των συμβαμάτων μπορεί να αυξηθεί από την μετεγχειρητική χρήση επισκληρίδιων καθετήρων ή από την ταυτόχρονη χρήση φαρμακευτικών προϊόντων που επηρεάζουν την αιμόσταση. Ο κίνδυνος μπορεί επίσης να αυξηθεί από τραυματική ή επαναλαμβανόμενη επισκληρίδιο ή ραχιαία παρακέντηση. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται συχνά για σημεία και συμπτώματα νευρολογικής δυσλειτουργίας (π.χ. αιμωδία ή αδυναμία των ποδιών, δυσλειτουργία των εντέρων ή της ουροδόχου κύστεως). Εάν παρατηρηθούν νευρολογικές επιπτώσεις, απαιτείται επείγουσα διάγνωση και θεραπεία. Πριν από την νευραξονική επεμβατική διαδικασία, ο ιατρός πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο όφελος έναντι του κινδύνου σε ασθενείς υπό αντιπηκτική αγωγή ή σε ασθενείς που πρόκειται να υποβληθούν σε αντιπηκτική αγωγή για θρομβοπροφύλαξη. Δεν υπάρχει κλινική εμπειρία σε τέτοιες καταστάσεις με τη χρήση της ριβαροξαμπάνης 15 mg/20 mg.
Για τη μείωση πιθανού κινδύνου αιμορραγίας σχετιζόμενης με την ταυτόχρονη χρήση της ριβαροξαμπάνης και νευραξονικής αναισθησίας (ραχιαία/επισκληρίδιος αναισθησία) ή ραχιαίας παρακέντησης, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το φαρμακοκινητικό προφίλ της ριβαροξαμπάνης. Η τοποθέτηση ή η αφαίρεση ενός επισκληρίδιου καθετήρα ή η ραχιαία παρακέντηση διενεργείται καλύτερα όταν η αντιπηκτική δράση της ριβαροξαμπάνης εκτιμάται ότι είναι χαμηλή (βλ. Φαρμακοκινητικές). Ωστόσο, δεν είναι γνωστός ο ακριθής χρόνος για την επίτευξη μιας επαρκώς χαμηλής αντιπηκτικής δράσης σε κάθε ασθενή.
Για την αφαίρεση ενός επισκληριδίου καθετήρα και βάσει των γενικών φαρμακοκινητικών χαρακτηριστικών, τουλάχιστον 2 ημιζωές, δηλαδή τουλάχιστον 18 ώρες σε νέους ασθενείς και 26 ώρες σε ηλικιωμένους ασθενείς πρέπει να περάσουν μετά την τελευταία λήψη ριβαροξαμπάνης (βλ. Φαρμακοκινητικές). Μετά από την αφαίρεση του καθετήρα, πρέπει να περάσουν τουλάχιστον 6 ώρες πριν χορηγηθεί η επόμενη δόση της ριβαροξαμπάνης.
Σε περίπτωση τραυματικής παρακέντησης, η χορήγηση της ριβαροξαμπάνης πρέπει να καθυστερήσει για 24 ώρες.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με τον χρόνο τοποθέτησης ή αφαίρεσης νευραξονικού καθετήρα σε παιδιά ενόσω λαμβάνουν θεραπεία με το RAXIVANOL. Σε τέτοιες περιπτώσεις, διακόψτε τη ριβαροξαμπάνη και εξετάστε τη χρήση ενός παρεντερικού αντιπηκτικού βραχείας διάρκειας δράσης.
Δοσολογικές συστάσεις πριν και μετά από επεμβατικές διαδικασίες και χειρουργική παρέμβαση
Εάν απαιτείται επεμβατική διαδικασία ή χειρουργική παρέμβαση, το RAXIVANOL 15mg / RAXIVANOL 20mg πρέπει να διακοπεί τουλάχιστον 24 ώρες πριν την παρέμβαση, εάν είναι δυνατόν, και με βάση την κλινική κρίση του ιατρού. Εάν η διαδικασία δεν μπορεί να καθυστερήσει, ο αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας πρέπει να αξιολογηθεί έναντι του επείγοντος της παρέμβασης.
Το RAXIVANOL πρέπει να αρχίσει ξανά το συντομότερο δυνατόν μετά την επεμβατική διαδικασία ή τη χειρουργική παρέμβαση, εφόσον η κλινική κατάσταση το επιτρέπει και έχει δημιουργηθεί επαρκής αιμόσταση όπως καθορίζεται από τον θεράποντα ιατρό (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Ηλικιωμένος πληθυσμός
Η αυξημένη ηλικία μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο αιμορραγίας (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Δερματολογικές αντιδράσεις
Κατά τη διάρκεια παρακολούθησης μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου, έχουν αναφερθεί σοβαρές δερματικές αντιδράσεις σε συσχέτιση με τη χρήση ριβαροξαμπάνης, συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Stevens-Johnson/τοξική επιδερμική νεκρόλυση και φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS) (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι ασθενείς φαίνεται να είναι στον υψηλότερο κίνδυνο για αυτές τις αντιδράσεις πρώιμα μετά την έναρξη της θεραπείας: η εμφάνιση των αντιδράσεων παρουσιάζεται μέσα στις πρώτες εβδομάδες θεραπείας στην πλειοψηφία των περιπτώσεων.
Η ριβαροξαμπάνη θα πρέπει να διακόπτεται στην πρώτη εμφάνιση ενός σοβαρού δερματικού εξανθήματος (π.χ. επεκτείνεται, είναι έντονο και/ή έχει φυσαλιδώδη αντίδραση) ή κάποιου άλλου σημείου υπερευαισθησίας σε συνδυασμό με βλάβες στους βλεννογόνους.
Πληροφορίες σχετικά με τα έκδοχα
Το RAXIVANOL περιέχει λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ολική έλλειψη λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δοσολογική μονάδα, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-RAXIVANOL
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Ο βαθμός των αλληλεπιδράσεων στον παιδιατρικό πληθυσμό δεν είναι γνωστός. Τα δεδομένα αλληλεπιδράσεων που αναφέρονται παρακάτω λήφθησαν από ενήλικες και οι προειδοποιήσεις στην (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον παιδιατρικό πληθυσμό.
Αναστολείς του CYP3A4 και της P-gp
Η συγχορήγηση της ριβαροξαμπάνης με κετοκοναζόλη (400 mg εφάπαξ ημερησίως) ή ριτοναβίρη (600 mg δύο φορές την ημέρα) οδήγησε σε αύξηση κατά 2,6 φορές / 2,5 φορές της μέσης AUC της ριβαροξαμπάνης και σε αύξηση κατά 1,7 φορές / 1,6 φορές της μέσης Cmax της ριβαροξαμπάνης, με σημαντικές αυξήσεις στις φαρμακοδυναμικές δράσεις, το οποίο μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας. Συνεπώς, η χρήση του RAXIVANOL δεν συνιστάται σε ασθενείς στους οποίους συγχορηγείται συστηματική αγωγή με αντιμυκητιασικές αζόλες όπως κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, βορικοναζόλη και ποζακοναζόλη ή αναστολείς πρωτεάσης του HIV. Αυτές οι δραστικές ουσίες είναι ισχυροί αναστολείς τόσο του CYP3A4 όσο και της P-gp (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Δραστικές ουσίες που αναστέλλουν ισχυρά μόνο μία από τις οδούς απομάκρυνσης της ριβαροξαμπάνης, είτε του CYP3A4 είτε της P-gp, αναμένεται να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις της ριβαροξαμπάνης στο πλάσμα σε μικρότερο βαθμό. Η κλαριθρομυκίνη (500 mg δύο φορές την ημέρα), για παράδειγμα, η οποία θεωρείται ένας ισχυρός αναστολέας του CYP3A4 και μέτριος αναστολέας της P-gp, οδήγησε σε αύξηση κατά 1,5 φορά της μέσης AUC της ριβαροξαμπάνης και κατά 1,4 φορά της Cmax. Η αλληλεπίδραση με την κλαριθρομυκίνη δε θεωρείται κλινικά σχετιζόμενη στους περισσότερους ασθενείς αλλά μπορεί να είναι δυνητικά σημαντική σε ασθενείς υψηλού κινδύνου. (Για ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία: βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Η ερυθρομυκίνη (500 mg τρεις φορές την ημέρα), η οποία αναστέλλει μετρίως το CYP 3A4 και την Pgp, οδήγησε σε μια αύξηση κατά 1,3 φορές της μέσης AUC και Cmax της ριβαροξαμπάνης. Η αλληλεπίδραση με την ερυθρομυκίνη δε θεωρείται κλινικά σχετιζόμενη στους περισσότερους ασθενείς αλλά μπορεί να είναι δυνητικά σημαντική σε ασθενείς υψηλού κινδύνου. Σε άτομα με ήπια νεφρική δυσλειτουργία η ερυθρομυκίνη (500 mg τρεις φορές την ημέρα) οδήγησε σε μια αύξηση κατά 1,8 φορές της μέσης AUC της ριβαροξαμπάνης και κατά 1,6 φορές της Cmax σε σύγκριση με άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Σε άτομα με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία, η ερυθρομυκίνη οδήγησε σε μια αύξηση κατά 2,0 φορές της μέσης AUC της ριβαροξαμπάνης και κατά 1,6 φορές της Cmax σε σύγκριση με άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Η επίδραση της ερυθρομυκίνης είναι αθροιστική σε εκείνη της νεφρικής δυσλειτουργίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Η φλουκοναζόλη (400 mg εφάπαξ ημερησίως), η οποία θεωρείται ένας μέτριος αναστολέας του CYP3A4, οδήγησε σε μια αύξηση κατά 1,4 φορές της μέσης AUC της ριβαροξαμπάνης και σε μια αύξηση κατά 1,3 φορές της μέσης Cmax. Η αλληλεπίδραση με την φλουκοναζόλη δε θεωρείται κλινικά σχετιζόμενη στους περισσότερους ασθενείς αλλά μπορεί να είναι δυνητικά σημαντική σε ασθενείς υψηλού κινδύνου. (Για ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία: βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Δεδομένων των περιορισμένων διαθέσιμων κλινικών στοιχείων με τη δρονεδαρόνη, ο συνδυασμός με τη ριβαροξαμπάνη θα πρέπει να αποφεύγεται.
Αντιπηκτικά
Μετά από τη συνδυασμένη χορήγηση της ενοξαπαρίνης (40 mg άπαξ δόση) με τη ριβαροξαμπάνη (10 mg άπαξ δόση) παρατηρήθηκε μια αθροιστική δράση στη δραστικότητα έναντι του παράγοντα Xa χωρίς επιπρόσθετες επιδράσεις στις δοκιμασίες πήξης (PT, aPTT). Η ενοξαπαρίνη δεν επηρέασε τις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της ριβαροξαμπάνης. Λόγω του αυξημένου κινδύνου αιμορραγίας, απαιτείται προσοχή εάν στους ασθενείς συγχορηγούνται οποιαδήποτε άλλα αντιπηκτικά (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).
ΜΣΑΦ/αναστολείς συσσώρευσης αιμοπεταλίων
Δεν παρατηρήθηκε κλινικά σχετιζόμενη παράταση του χρόνου ροής μετά από τη συγχορήγηση ριβαροξαμπάνης (15 mg) και 500 mg ναπροξένης. Εντούτοις, ενδέχεται να υπάρχουν άτομα με περισσότερο εκσεσημασμένη φαρμακοδυναμική ανταπόκριση. Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές φαρμακοκινητικές ή φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις όταν η ριβαροξαμπάνη συγχορηγήθηκε με 500 mg ακετυλοσαλικυλικού οξέος. Η κλοπιδογρέλη (300 mg δόση εφόδου συνοδευόμενη από 75 mg δόση συντήρησης) δεν έδειξε φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση με τη ριβαροξαμπάνη (15 mg), αλλά παρατηρήθηκε μια σχετική αύξηση στο χρόνο ροής σε μία υποομάδα ασθενών, η οποία δεν συσχετιζόταν με το βαθμό συσσώρευσης αιμοπεταλίων, τα επίπεδα P-σελεκτίνης ή τα επίπεδα των υποδοχέων της GPIIb/IIIa. Απαιτείται προσοχή εάν στους ασθενείς συγχορηγούνται ΜΣΑΦ (συμπεριλαμβανομένου του ακετυλοσαλικυλικού οξέος) και αναστολείς συσσώρευσης αιμοπεταλίων, διότι αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα τυπικά αυξάνουν τον κίνδυνο αιμορραγίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
SSRI/SNRI
Όπως και με άλλα αντιπηκτικά, μπορεί να υπάρχει η πιθανότητα οι ασθενείς να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας σε περίπτωση συγχορήγησης με SSRI ή SNRI λόγω της αναφερθείσας επίδρασής τους στα αιμοπετάλια. Όταν χρησιμοποιήθηκαν ταυτόχρονα στο κλινικό πρόγραμμα της ριβαροξαμπάνης, αριθμητικά υψηλότερα ποσοστά σοβαρής ή μη σοβαρής κλινικά αξιολογήσιμης αιμορραγίας παρατηρήθηκαν σε όλες τις ομάδες θεραπείας.
Βαρφαρίνη
Η μετάβαση των ασθενών από τον ανταγωνιστή της βιταμίνης K βαρφαρίνη (INR 2,0 έως 3,0) σε ριβαροξαμπάνη (20 mg) ή από τη ριβαροξαμπάνη (20 mg) σε βαρφαρίνη (INR 2,0 έως 3,0) αύξησε το χρόνο προθρομβίνης/INR (Νεοπλαστίνη) περισσότερο από αθροιστικά (μπορεί να παρατηρηθούν μεμονωμένες τιμές INR έως και 12), ενώ οι επιδράσεις στο aPTT, στην αναστολή της δραστηριότητας του παράγοντα Xa και στο ενδογενές δυναμικό θρομβίνης ήταν αθροιστικές. Εάν είναι επιθυμητός ο έλεγχος των φαρμακοδυναμικών επιδράσεων της ριβαροξαμπάνης κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, μπορούν να χρησιμοποιηθούν οι δοκιμασίες δραστηριότητας αντι-παράγοντα Xa, PiCT και Heptest, καθώς αυτές οι δοκιμασίες δεν επηρεάστηκαν από τη βαρφαρίνη. Κατά την τέταρτη ημέρα μετά την τελευταία δόση της βαρφαρίνης, όλες οι δοκιμασίες (συμπεριλαμβανομένου του PT, aPTT, αναστολής της δραστηριότητας του παράγοντα Xa και ETP) αντιπροσώπευαν μόνο την επίδραση της ριβαροξαμπάνης. Εάν είναι επιθυμητός ο έλεγχος των φαρμακοδυναμικών επιδράσεων της βαρφαρίνης κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, η μέτρηση INR μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο Ctrough της ριβαροξαμπάνης (24 ώρες μετά την προηγούμενη λήψη της ριβαροξαμπάνης) καθώς αυτή η δοκιμασία επηρεάζεται ελάχιστα από τη ριβαροξαμπάνη σε αυτό το χρονικό σημείο. Δεν παρατηρήθηκε φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση μεταξύ της βαρφαρίνης και της ριβαροξαμπάνης.
Επαγωγείς του CYP3A4
Η συγχορήγηση της ριβαροξαμπάνης με τον ισχυρό επαγωγέα του CYP3A4 ριφαμπικίνη οδήγησε σε κατά προσέγγιση 50% μείωση στη μέση AUC της ριβαροξαμπάνης, με παράλληλες μειώσεις στις φαρμακοδυναμικές του δράσεις. Η ταυτόχρονη χρήση της ριβαροξαμπάνης με άλλους ισχυρούς επαγωγείς του CYP3A4 (π.χ. φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη ή υπερικό (Hypericum perforatum, βαλσαμόχορτο) μπορεί επίσης να οδηγήσει σε μειωμένες συγκεντρώσεις της ριβαροξαμπάνης στο πλάσμα. Συνεπώς, η ταυτόχρονη χορήγηση με ισχυρούς επαγωγείς του CYP3A4 πρέπει να αποφεύγονται εκτός εάν ο ασθενής παρακολουθείται στενά για σημεία και συμπτώματα θρόμβωσης.
Άλλες συγχορηγούμενες θεραπείες
Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές φαρμακοκινητικές ή φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις όταν η ριβαροξαμπάνη συγχορηγήθηκε με μιδαζολάμη (υπόστρωμα του CYP3A4), διγοξίνη (υπόστρωμα της P-gp), ατορβαστατίνη (υπόστρωμα του CYP3A4 και της P-gp) ή ομεπραζόλη (αναστολέας της αντλίας πρωτονίων). Η ριβαροξαμπάνη ούτε αναστέλλει ούτε επάγει οποιεσδήποτε κύριες ισομορφές του CYP όπως το CYP3A4.
Εργαστηριακές παράμετροι
Οι παράμετροι πήξης (π.χ. PT, aPTT, HepTest) επηρεάζονται όπως είναι αναμενόμενο από τον τρόπο δράσης της ριβαροξαμπάνης (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-RAXIVANOL
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη για την ασφάλεια
Η ασφάλεια της ριβαροξαμπάνης αξιολογήθηκε σε δεκατρείς μελέτες φάσης III σε ενήλικες που συμπεριέλαβαν 53.103 ασθενείς που εκτέθηκαν στη ριβαροξαμπάνη, και σε δύο παιδιατρικές μελέτες φάσης II και μία φάσης III που συμπεριέλαβαν 412 ασθενείς. Βλ. τις μελέτες φάσης III όπως παρατίθενται στον πίνακα 1.
Πίνακας 1: Αριθμός ασθενών που μελετήθηκαν, συνολική ημερήσια δόση και μέγιστη διάρκεια θεραπείας στις μελέτες φάσης III σε ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς
| Ένδειξη | Αριθμός ασθενών* | Συνολική ημερήσια δόση | Μέγιστη διάρκεια θεραπείας |
|---|---|---|---|
| Πρόληψη της φλεβικής θρομβοεμβολής (ΦΘΕ) σε ενήλικες ασθενείς που υποβάλλονται σε εκλεκτική επέμβαση αντικατάστασης ισχίου ή γόνατος | 6.097 | 10 mg | 39 ημέρες |
| Πρόληψη της ΦΘΕ σε παθολογικούς ασθενείς | 3.997 | 10 mg | 39 ημέρες |
| Θεραπεία της ΕΒΦΘ, ΠΕ και πρόληψη της υποτροπής | 6.790 | Ημέρα 1 - 21: 30 mg, Ημέρα 22 και εξής: 20 mg, Μετά από τουλάχιστον 6 μήνες: 10 mg ή 20 mg | 21 μήνες |
| Θεραπεία της ΦΘΕ και πρόληψη της υποτροπής της ΦΘΕ σε τελειόμηνα νεογνά και παιδιά ηλικίας κάτω των 18 ετών μετά την έναρξη τυπικής αντιπηκτικής θεραπείας | 329 | Δόση προσαρμοσμένη ως προς το σωματικό βάρος για την επίτευξη παρόμοιας έκθεσης με εκείνη που παρατηρείται στους ενήλικες που λαμβάνουν θεραπεία για ΕΒΦΘ με 20 mg ριβαροξαμπάνης άπαξ ημερησίως | 12 μήνες |
| Πρόληψη του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου και της συστημικής εμβολής σε ασθενείς με μη-βαλβιδική κολπική μαρμαρυγή | 7.750 | 20 mg | 41 μήνες |
| Πρόληψη των αθηροθρομβωτικών επεισοδίων σε ασθενείς μετά από οξύ στεφανιαίο σύνδρομο (ΟΣΣ) | 10.225 | 5 mg ή 10 mg αντιστοίχως, συγχορηγούμενα είτε με ΑΣΟ είτε με ΑΣΟ συν κλοπιδογρέλη ή τικλοπιδίνη | 31 μήνες |
| Πρόληψη των αθηροθρομβωτικών επεισοδίων σε ασθενείς με ΣΝ /ΠΑΝ | 18.244 | 5 mg συγχορηγούμενα με ΑΣΟ ή 10 mg μόνο | 47 μήνες |
*Ασθενείς που εκτέθηκαν τουλάχιστον σε μία δόση ριβαροξαμπάνης
Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες σε ασθενείς που έλαβαν ριβαροξαμπάνη ήταν αιμορραγίες (Πίνακας 2) (βλ. επίσης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) και «Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών» παρακάτω). Οι πιο συχνά αναφερόμενες αιμορραγίες ήταν επίσταξη (4,5%) και αιμορραγία από το γαστρεντερικό σύστημα (3,8%).
Πίνακας 2: Ποσοστά αιμορραγικών επεισοδίων και αναιμίας σε ασθενείς που εκτέθηκαν στη ριβαροξαμπάνη σε όλες τις ολοκληρωμένες μελέτες φάσης III σε ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς*
| Ένδειξη | Οποιαδήποτε αιμορραγία | Αναιμία |
|---|---|---|
| Πρόληψη της ΦΘΕ σε ενηλίκους ασθενείς που υποβάλλονται σε εκλεκτική χειρουργική επέμβαση αντικατάστασης ισχίου ή γόνατος | 6,8% των ασθενών | 12,6% των ασθενών |
| Πρόληψη της ΦΘΕ σε παθολογικούς ασθενείς | 5,9% των ασθενών | 2,1% των ασθενών |
| Θεραπεία της ΕΒΦΘ, ΠΕ και πρόληψη της υποτροπής | 23% των ασθενών | 1,6% των ασθενών |
| Θεραπεία της ΦΘΕ και πρόληψη της υποτροπής της ΦΘΕ σε τελειόμηνα νεογνά και παιδιά ηλικίας κάτω των 18 ετών μετά την έναρξη τυπικής αντιπηκτικής θεραπείας | 39,5% των ασθενών | 4,6% των ασθενών |
| Πρόληψη του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου και της συστημικής εμβολής σε ασθενείς με μη βαλβιδική κολπική μαρμαρυγή | 28 ανά 100 έτη ασθενών | 2,5 ανά 100 έτη ασθενών |
| Πρόληψη των αθηροθρομβωτικών επεισοδίων σε ασθενείς μετά από ΟΣΣ | 22 ανά 100 έτη ασθενών | 1,4 ανά 100 έτη ασθενών |
| Πρόληψη των αθηροθρομβωτικών επεισοδίων σε ασθενείς με ΣΝ /ΠΑΝ | 6,7 ανά 100 έτη ασθενών | 0,15 ανά 100 έτη ασθενών** |
*Για όλες τις μελέτες με τη ριβαροξαμπάνη, όλα τα αιμορραγικά επεισόδια συλλέγονται, αναφέρονται και κατακυρώνονται. **Στη μελέτη COMPASS, υπάρχει χαμηλή επίπτωση αναιμίας καθώς εφαρμόστηκε μια επιλεκτική προσέγγιση στη συλλογή ανεπιθύμητων συμβάντων
Πίνακας των ανεπιθύμητων ενεργειών Οι συχνότητες των ανεπιθύμητων ενεργειών που αναφέρθηκαν με το RAXIVANOL σε ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς συνοψίζονται στον Πίνακα 3 παρακάτω ανά κατηγορία οργανικού συστήματος (σύμφωνα με τη βάση δεδομένων MedDRA) και ανά συχνότητα. Οι συχνότητες ορίζονται ως: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000), μη γνωστές: (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Πίνακας 3: Όλες οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρονται σε ενήλικες ασθενείς σε κλινικές μελέτες φάσης ΙΙΙ ή μέσω χρήσης μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου και σε δύο μελέτες φάσης II και μία φάσης III σε παιδιατρικούς ασθενείς*
| Συχνές | Όχι συχνές | Σπάνιες | Πολύ Σπάνιες | Μη γνωστές | |
|---|---|---|---|---|---|
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Αναιμία | Θρομβοκυττάρωση (συμπεριλαμβανομένου αυξημένου αριθμού αιμοπεταλίων), θρομβοπενία | |||
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Αλλεργική αντίδραση, αλλεργική δερματίτιδα, αγγειοοίδημα και αλλεργικό οίδημα | Αναφυλακτικές αντιδράσεις συμπεριλαμβανομένου αναφυλακτικού σοκ | |||
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Ζάλη, κεφαλαλγία | Εγκεφαλική και ενδοκρανιακή αιμορραγία, συγκοπή | |||
| Οφθαλμικές διαταραχές | Οφθαλμική αιμορραγία (συμπεριλαμβανομένης αιμορραγίας του επιπεφυκότα) | ||||
| Καρδιακές διαταραχές | Ταχυκαρδία | ||||
| Αγγειακές διαταραχές | Υπόταση, αιμάτωμα | ||||
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Επίσταξη, αιμόπτυση | ||||
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Ουλορραγία, αιμορραγία της γαστρεντερικής οδού (συμπεριλαμβανομένης αιμορραγίας από το ορθό), γαστρεντερικό και κοιλιακό άλγος, δυσπεψία, ναυτία, δυσκοιλιότηταΑ, διάρροια, έμετοςΑ | Ξηροστομία | |||
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Αύξηση στις τρανσαμινάσες | Ηπατική δυσλειτουργία, αύξηση της χολερυθρίνης, αύξηση της αλκαλικής φωσφατάσης, αύξηση της GGTA | Ίκτερος, Αυξημένη συζευγμένη χολερυθρίνη (με ή χωρίς συνοδό αύξηση της ALT), χολόσταση, ηπατίτιδαΑ (συμπερ. ηπατοκυτταρικής βλάβης) | ||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Κνησμός (συμπεριλαμβανομένων όχι συχνών περιπτώσεων γενικευμένου κνησμού), εξάνθημα, εκχύμωση, δερματική και υποδόρια αιμορραγία | Κνίδωση | Σύνδρομο Stevens-Johnson / Τοξική Επιδερμική Νεκρόλυση, σύνδρομο DRESS | ||
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Άλγος στα άκραΑ | Αιμάρθρωση | Μυϊκή αιμορραγία | ||
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Αιμορραγία της ουρογεννητικής οδού (συμπεριλαμβανομένης αιματουρίας και μηνορραγίαςΒ), νεφρική δυσλειτουργία (συμπεριλαμβανομένης της αυξημένης κρεατινίνης αίματος, αυξημένης ουρίας αίματος) | Σύνδρομο διαμερίσματος απότοκο αιμορραγίας | Νεφρική ανεπάρκεια/ οξεία νεφρική ανεπάρκεια απότοκος αιμορραγίας ικανής να προκαλέσει μειωμένη αιμάτωση | ||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Αίσθημα αδιαθεσίας (συμπεριλαμβανομένης κακουχίας), περιφερικό οίδημα, μειωμένη γενική δύναμη και ενέργεια (συμπεριλαμβανομένης κόπωσης και εξασθένισης), πυρετόςΑ | Εντοπισμένο οίδημαΑ | |||
| Παρακλινικές εξετάσεις | Αυξημένη LDHA, αυξημένη λιπάσηA, αυξημένη αμυλάσηA | ||||
| Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών | Αιμορραγία μετά τη διαδικασία (συμπεριλαμβανομένης μετεγχειρητικής αναιμίας και αιμορραγίας από τραύμα), μώλωπες, έκκριση από τραύμαΑ | Αγγειακό ψευδοανεύρυσμαΓ |
A: παρατηρήθηκε στην πρόληψη της ΦΘΕ σε ενήλικες ασθενείς που υποβάλλονται σε εκλεκτική χειρουργική επέμβαση αντικατάστασης γόνατος ή ισχίου B: παρατηρήθηκε στη θεραπεία για την ΕΒΦΘ και ΠΕ και στην πρόληψη της υποτροπής ως πολύ συχνή σε γυναίκες ηλικίας < 55 ετών Γ: παρατηρήθηκε ως όχι συχνή στην πρόληψη των αθηροθρομβωτικών επεισοδίων σε ασθενείς μετά από Οξύ Στεφανιαίο Σύνδρομο (μετά από διαδερμική στεφανιαία επέμβαση) *Εφαρμόστηκε μια προκαθορισμένη επιλεκτική προσέγγιση στη συλλογή ανεπιθύμητων συμβάντων. Καθώς η επίπτωση των ανεπιθύμητων ενεργειών δεν αυξήθηκε και δεν αναγνωρίστηκε καμία νέα ανεπιθύμητη ενέργεια, τα δεδομένα της μελέτης COMPASS δεν συμπεριλήφθηκαν για τον υπολογισμό της συχνότητας σε αυτόν τον πίνακα.
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών Λόγω του φαρμακολογικού τρόπου δράσης, η χρήση του RAXIVANOL μπορεί να συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο λανθάνουσας ή έκδηλης αιμορραγίας από οποιονδήποτε ιστό ή όργανο, η οποία μπορεί να προκαλέσει μεθαιμορραγική αναιμία. Τα σημεία, συμπτώματα και η σοβαρότητα (που συμπεριλαμβάνει θανατηφόρα έκβαση) ποικίλλουν ανάλογα με την εστία, το βαθμό ή την έκταση της αιμορραγίας ή/και αναιμίας (βλ. Υπερδοσολογία «Αντιμετώπιση της αιμορραγίας»). Σε κλινικές μελέτες αιμορραγία των βλεννογόνων (δηλαδή επίσταξη, από τα ούλα, το γαστρεντερικό, το ουρογεννητικό συμπεριλαμβανομένης μη φυσιολογικής κολπικής αιμορραγίας ή αυξημένης έμμηνου ρύσης) και αναιμία έχουν φανεί πιο συχνά κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας με ριβαροξαμπάνη σε σύγκριση με θεραπεία Ανταγωνιστών Βιταμίνης Κ (ΑΒΚ). Συνεπώς, επιπρόσθετα στην επαρκή κλινική παρατήρηση, η εργαστηριακή εξέταση της αιμοσφαιρίνης / αιματοκρίτη θα μπορούσε να έχει αξία για την ανίχνευση λανθάνουσας αιμορραγίας και την ποσοτικοποίηση της κλινικής σημασίας της έκδηλης αιμορραγίας, όπως κρίνεται κατάλληλο. Ο κίνδυνος αιμορραγιών μπορεί να είναι αυξημένος σε ορισμένες ομάδες ασθενών, π.χ. σε εκείνους τους ασθενείς με μη ελεγχόμενη σοβαρή αρτηριακή υπέρταση ή/και συγχορηγούμενη φαρμακευτική αγωγή η οποία επηρεάζει την αιμόσταση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις «Κίνδυνος αιμορραγίας»). Η έμμηνος ρύση μπορεί να αυξηθεί ή/και να παραταθεί. Οι αιμορραγικές επιπλοκές μπορεί να εμφανιστούν ως αδυναμία, ωχρότητα, ζάλη, κεφαλαλγία ή ανεξήγητο οίδημα, δύσπνοια και ανεξήγητο σοκ. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ως συνέπεια της αναιμίας, έχουν παρατηρηθεί συμπτώματα καρδιακής ισχαιμίας, όπως θωρακικός πόνος ή στηθάγχη. Γνωστές επιπλοκές δευτεροπαθείς σε σοβαρή αιμορραγία, όπως σύνδρομο διαμερίσματος και νεφρική ανεπάρκεια λόγω μειωμένης αιμάτωσης, έχουν αναφερθεί για το RAXIVANOL. Συνεπώς, κατά την αξιολόγηση της κατάστασης οποιουδήποτε ασθενούς υπό αντιπηκτική θεραπεία, πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο αιμορραγίας.
Παιδιατρικός πληθυσμός Η αξιολόγηση της ασφάλειας σε παιδιά και εφήβους βασίζεται σε δεδομένα ασφάλειας από δύο δοκιμές φάσης II και μία φάσης III ανοικτής επισήμανσης ελεγχόμενες με ενεργό φάρμακο σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας από τη γέννηση έως κάτω των 18 ετών. Τα ευρήματα ασφάλειας ήταν γενικά παρόμοια μεταξύ της ριβαροξαμπάνης και του συγκριτικού φαρμάκου στις διάφορες παιδιατρικές ηλικιακές ομάδες. Συνολικά, το προφίλ ασφάλειας στα 412 παιδιά και εφήβους που έλαβαν θεραπεία με ριβαροξαμπάνη ήταν παρόμοιο με εκείνο που παρατηρείται στον ενήλικο πληθυσμό και συνεπές σε όλες τις ηλικιακές υποομάδες, αν και η αξιολόγηση περιορίζεται από τον μικρό αριθμό ασθενών. Στους παιδιατρικούς ασθενείς, κεφαλαλγία (πολύ συχνές, 16,7%), πυρετός (πολύ συχνές, 11,7%), επίσταξη (πολύ συχνές, 11,2%), έμετος (πολύ συχνές, 10,7%), ταχυκαρδία (συχνές, 1,5%), αύξηση στη χολερυθρίνη (συχνές, 1,5%) και αυξημένη συζευγμένη χολερυθρίνη (όχι συχνές, 0,7%) αναφέρθηκαν πιο συχνά σε σύγκριση με τους ενήλικες. Σε συμφωνία με τον ενήλικο πληθυσμό, μηνορραγία παρατηρήθηκε στο 6,6% (συχνές) των εφήβων κοριτσιών μετά την εμμηναρχή. Η θρομβοπενία όπως παρατηρήθηκε στην εμπειρία μετά την κυκλοφορία στον ενήλικο πληθυσμό ήταν συχνή (4,6%) στις παιδιατρικές κλινικές δοκιμές. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου στους παιδιατρικούς ασθενείς ήταν κυρίως ήπιας έως μέτριας σοβαρότητας.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς: Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-RAXIVANOL
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του RAXIVANOL δεν έχουν τεκμηριωθεί στις έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Λόγω της ενδεχόμενης τοξικότητας στην αναπαραγωγική ικανότητα, του ενδογενούς κινδύνου αιμορραγίας και της απόδειξης ότι η ριβαροξαμπάνη διέρχεται τον πλακούντα, το RAXIVANOL αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης (βλ. Αντενδείξεις). Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να αποφεύγουν να μείνουν έγκυες κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ριβαροξαμπάνη.
Θηλασμός
Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του RAXIVANOL δεν έχουν τεκμηριωθεί σε γυναίκες που θηλάζουν. Τα στοιχεία από ζώα δείχνουν ότι η ριβαροξαμπάνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Συνεπώς το RAXIVANOL αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του θηλασμού (βλ. Αντενδείξεις). Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί/ θα αποφευχθεί η θεραπεία.
Γονιμότητα
Δεν έχουν διενεργηθεί ειδικές μελέτες με τη ριβαροξαμπάνη στους ανθρώπους για την αξιολόγηση των επιδράσεων στη γονιμότητα. Σε μια μελέτη για τη γονιμότητα αρρένων και θηλέων σε αρουραίους, δεν παρατηρήθηκαν επιδράσεις (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-RAXIVANOL
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιθρομβωτικοί παράγοντες, άμεσοι αναστολείς του παράγοντα Xa, κωδικός ATC: B01AF01
Μηχανισμός δράσης
Η ριβαροξαμπάνη είναι ένας εξαιρετικά επιλεκτικός άμεσος αναστολέας του παράγοντα Xa με από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα. Η αναστολή του παράγοντα Xa διακόπτει την ενδογενή και εξωγενή οδό του καταρράκτη της πήξης του αίματος, αναστέλλοντας τη δημιουργία θρομβίνης και την ανάπτυξη θρόμβων. Η ριβαροξαμπάνη δεν αναστέλλει τη θρομβίνη (ενεργοποιημένος παράγοντας II) και δεν έχει καταδειχθεί καμία επίδραση στα αιμοπετάλια.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Παρατηρήθηκε δοσοεξαρτώμενη αναστολή της δραστικότητας του παράγοντα Xa στον άνθρωπο. Ο χρόνος προθρομβίνης (PT) επηρεάζεται από τη ριβαροξαμπάνη με δοσοεξαρτώμενο τρόπο με στενή συσχέτιση ως προς τις συγκεντρώσεις πλάσματος (τιμή r ισούται με 0,98) εάν χρησιμοποιείται Νεοπλαστίνη για τη δοκιμασία. Άλλα αντιδραστήρια θα μπορούσαν να δώσουν διαφορετικά αποτελέσματα. Η ερμηνεία του PT πρέπει να γίνεται σε δευτερόλεπτα, διότι το INR έχει βαθμονομηθεί και επικυρωθεί μόνο για τα κουμαρινικά αντιπηκτικά και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για οποιοδήποτε άλλο αντιπηκτικό.
Σε ασθενείς που παίρνουν ριβαροξαμπάνη για τη θεραπεία της ΕΒΦΘ και της ΠΕ και την πρόληψη της υποτροπής, τα 5/95 εκατοστημόρια για PT (Νεοπλαστίνη) 2 - 4 ώρες μετά τη λήψη του δισκίου (δηλ. κατά το χρόνο της μέγιστης δράσης) για 15 mg ριβαροξαμπάνης δύο φορές ημερησίως κυμάνθηκαν από 17 έως 32 δευτερόλεπτα και για 20 mg ριβαροξαμπάνης άπαξ ημερησίως από 15 έως 30 δευτερόλεπτα. Στο κατώτερο σημείο συγκέντρωσης (8 - 16 ώρες μετά τη λήψη του δισκίου) τα 5/95 εκατοστημόρια από 15 mg δυο φορές ημερησίως κυμαίνονταν από 14 έως 24 δευτερόλεπτα και για τα 20 mg άπαξ ημερησίως (18 - 30 ώρες μετά τη λήψη του δισκίου) από 13 έως 20 δευτερόλεπτα. Σε ασθενείς με μη βαλβιδική κολπική μαρμαρυγή που παίρνουν ριβαροξαμπάνη για την πρόληψη του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου και της συστημικής εμβολής, τα 5/95 εκατοστημόρια για PT (Νεοπλαστίνη) 1 - 4 ώρες μετά τη λήψη του δισκίου (δηλ. κατά το χρόνο της μέγιστης δράσης) σε ασθενείς που θεραπεύτηκαν με 20 mg άπαξ ημερησίως κυμάνθηκαν από 14 έως 40 δευτερόλεπτα και σε ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία που έλαβαν θεραπεία με 15 mg άπαξ ημερησίως από 10 έως 50 δευτερόλεπτα Στο κατώτερο σημείο συγκέντρωσης (16 - 36 ώρες μετά τη λήψη του δισκίου) τα 5/95 εκατοστημόρια σε ασθενείς που θεραπεύονταν με 20 mg άπαξ ημερησίως κυμαίνονταν από 12 έως 26 δευτερόλεπτα και σε ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία που έλαβαν θεραπεία με 15 mg άπαξ ημερησίως από 12 έως 26 δευτερόλεπτα. Σε μία κλινική φαρμακολογική μελέτη για την αντιστροφή της φαρμακοδυναμικής δράσης της ριβαροξαμπάνης σε υγιή ενήλικα άτομα (n = 22), αξιολογήθηκαν οι επιπτώσεις των εφάπαξ δόσεων (50 IU / kg) από δύο διαφορετικούς τύπους PCCs, ενός PCC 3 παραγόντων (παράγοντες II, IX και Χ) και ενός PCC 4 παραγόντων (παράγοντες II, VII, IX και Χ). Το PCC 3 παραγόντων μείωσε τις μέσες τιμές Νεοπλαστίνης ΡΤ κατά περίπου 1,0 δευτερόλεπτο μέσα σε 30 λεπτά, σε σύγκριση με τη μείωση των περίπου 3,5 δευτερολέπτων που παρατηρήθηκε με το PCC 4 παραγόντων. Σε αντίθεση, το PCC 3 παραγόντων είχε μια μεγαλύτερη και ταχύτερη συνολική επίδραση στην αντιστροφή της δράσης στην ενδογενή παραγωγή θρομβίνης από το PCC 4 παραγόντων (βλέπε Υπερδοσολογία).
Ο χρόνος ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης (aPTT) και HepTest παρατείνονται επίσης με δοσοεξαρτώμενο τρόπο. Ωστόσο, δεν συνιστώνται για την εκτίμηση της φαρμακοδυναμικής δράσης της ριβαροξαμπάνης. Δεν υπάρχει ανάγκη παρακολούθησης των παραμέτρων πήξης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με τη ριβαροξαμπάνη στην καθημερινή κλινική πρακτική, Ωστόσο, εάν ενδείκνυται κλινικά, τα επίπεδα της ριβαροξαμπάνης μπορούν να μετρηθούν με βαθμονομημένες ποσοτικές μετρήσεις της αντι-Xa δραστικότητας (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Παιδιατρικός πληθυσμός Οι χρόνοι PT (αντιδραστήριο νεοπλαστίνης), aPTT και ο προσδιορισμός του αντι-Xa (με βαθμονομημένη ποσοτική δοκιμασία) εμφανίζουν στενή συσχέτιση με τις συγκεντρώσεις πλάσματος σε παιδιά. Η συσχέτιση μεταξύ του αντι-Xa και των συγκεντρώσεων πλάσματος είναι γραμμική με κλίση κοντά στο 1. Μπορεί να προκύψουν ατομικές ασυμφωνίες με υψηλότερες ή χαμηλότερες τιμές αντι-Xa σε σύγκριση με τις αντίστοιχες συγκεντρώσεις πλάσματος. Δεν υπάρχει ανάγκη για τακτική παρακολούθηση των παραμέτρων πήξης κατά τη διάρκεια της κλινικής θεραπείας με τη ριβαροξαμπάνη. Ωστόσο, εάν ενδείκνυται κλινικά, οι συγκεντρώσεις της ριβαροξαμπάνης μπορούν να μετρούνται μέσω βαθμονομημένων ποσοτικών δοκιμασιών αντι-παράγοντα Xa σε mcg/l (βλ. πίνακα 13 στην (βλ. Φαρμακοκινητικές) για τα εύρη των παρατηρούμενων συγκεντρώσεων πλάσματος της ριβαροξαμπάνης σε παιδιά). Το χαμηλότερο όριο ποσοτικοποιήσεων πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν η δοκιμασία αντι-Xa χρησιμοποιείται για την ποσοτικοποίηση των συγκεντρώσεων πλάσματος της ριβαροξαμπάνης σε παιδιά. Ουδός για τα συμβάντα αποτελεσματικότητας ή ασφάλειας δεν έχει τεκμηριωθεί.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Πρόληψη του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου και της συστημικής εμβολής σε ασθενείς με μη βαλβιδική κολπική μαρμαρυγή Το κλινικό πρόγραμμα της ριβαροξαμπάνης σχεδιάστηκε για να καταδείξει την αποτελεσματικότητα της ριβαροξαμπάνης για την πρόληψη του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου και της συστημικής εμβολής σε ασθενείς με μη βαλβιδική κολπική μαρμαρυγή. Στη βασική διπλά-τυφλή μελέτη ROCKET AF, 14.264 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν είτε στην ριβαροξαμπάνη 20 mg άπαξ ημερησίως (15 mg άπαξ ημερησίως σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης 30 - 49 ml/min) είτε σε βαρφαρίνη τιτλοποιημένη σε INR-στόχο 2,5 (θεραπευτικό εύρος 2,0 έως 3,0). Ο διάμεσος χρόνος λήψης της θεραπείας ήταν 19 μήνες και η συνολική διάρκεια της θεραπείας ήταν έως 41 μήνες. 34,9% των ασθενών έλαβαν θεραπεία με ακετυλοσαλικυλικό οξύ και 11,4% έλαβαν θεραπεία με αντιαρρυθμικά κατηγορίας III συμπεριλαμβανομένης της αμιοδαρόνης. Η ριβαροξαμπάνη ήταν μη κατώτερη της βαρφαρίνης στο πρωτεύον σύνθετο τελικό σημείο του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου και της συστημικής εμβολής εκτός του ΚΝΣ. Στον πληθυσμό θεραπείας κατά το πρωτόκολλο, προέκυψε αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή συστημική εμβολή σε 188 ασθενείς με ριβαροξαμπάνη (1,71% ετησίως) και 241 με βαρφαρίνη (2,16% ετησίως) (ΗR 0,79, 95% CI 0,66 - 0,96, P < 0,001 για μη κατωτερότητα). Ανάμεσα σε όλους τους τυχαιοποιημένους ασθενείς που αναλύθηκαν σύμφωνα με την θεραπευτική πρόθεση, προέκυψαν πρωτεύοντα συμβάντα σε 269 με ριβαροξαμπάνη (2,12% ετησίως) και 306 με βαρφαρίνη (2,42% ετησίως) (HR 0,88, 95% CI 0,74 - 1,03, P < 0,001 για μη κατωτερότητα, Ρ = 0,117 για ανωτερότητα). Τα αποτελέσματα για τα δευτερεύοντα τελικά σημεία όπως ελέγχθηκαν σε ιεραρχική σειρά ανάλυσης σύμφωνα με την θεραπευτική πρόθεση εμφανίζονται στον Πίνακα 4. Στους ασθενείς στην ομάδα της βαρφαρίνης, οι τιμές INR ήταν εντός του θεραπευτικού εύρους (2,0 έως 3,0) κατά μέσο όρο 55% του χρόνου (διάμεσος 58%, ενδοτεταρτημοριακό εύρος 43 έως 71). Η δράση της ριβαροξαμπάνης δεν διέφερε στα διάφορα TTR [Time in Target INR (χρόνος εντός θεραπευτικού εύρους) εύρος 2,0 - 3,0] στα ίσου μεγέθους τεταρτημόρια (Ρ = 0,74 για αλληλεπίδραση). Στo υψηλότερο τεταρτημόριο σύμφωνα με το κέντρο, η αναλογία κινδύνου με τη ριβαροξαμπάνη έναντι της βαρφαρίνης ήταν 0,74 (95% CI 0,49 έως 1,12). Τα ποσοστά επίπτωσης για την κύρια έκβαση ασφάλειας (σοβαρά και μη σοβαρά κλινικά αξιολογήσιμα αιμορραγικά επεισόδια) ήταν παρόμοια και για τις δύο ομάδες θεραπείας (βλ. Πίνακα 5).
Πίνακας 4: Αποτελέσματα αποτελεσματικότητας από τη μελέτη φάσης III ROCKET AF
| Πληθυσμός μελέτης | Δοσολογία θεραπείας | Συχνότητα εμφάνισης επεισοδίων (100 έτη ασθενών) | Αναλογία κινδύνου (95% CI) | τιμή p, έλεγχος για υπεροχή |
|---|---|---|---|---|
| Αναλύσεις αποτελεσματικότητας σύμφωνα με τη θεραπευτική- πρόθεσησε ασθενείς με μη βαλβιδική κολπική μαρμαρυγή | ||||
| Ριβαροξαμπάνη 20 mg άπαξ ημερησίως (15 mg άπαξ ημερησίως σε ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία) | ||||
| Βαρφαρίνη τιτλοποιημένη σε INR-στόχο 2,5 (θεραπευτικό εύρος 2,0 έως 3,0) | ||||
| Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο και συστημική εμβολή εκτός ΚΝΣ | 269 (2,12) | 306 (2,42) | 0,88 (0,74 - 1,03) | 0,117 |
| Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, συστημική εμβολή εκτός του ΚΝΣ και θάνατος από αγγειακά αίτια | 572 (4,51) | 609 (4,81) | 0,94 (0,84 - 1,05) | 0,265 |
| Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, συστημική εμβολή εκτός του ΚΝΣ, θάνατος από αγγειακά αίτια και έμφραγμα του μυοκαρδίου | 659 (5,24) | 709 (5,65) | 0,93 (0,83 - 1,03) | 0,158 |
| Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο | 253 (1,99) | 281 (2,22) | 0,90 (0,76 - 1,07) | 0,221 |
| Συστημική εμβολή εκτός του ΚΝΣ | 20 (0,16) | 27 (0,21) | 0,74 (0,42 - 1,32) | 0,308 |
| Έμφραγμα του μυοκαρδίου | 130 (1,02) | 142 (1,11) | 0,91 (0,72 - 1,16) | 0,464 |
Πίνακας 5: Αποτελέσματα ασφάλειας από τη μελέτη φάσης III ROCKET AF
| Πληθυσμός μελέτης | Δοσολογία θεραπείας | Συχνότητα εμφάνισης επεισοδίων (100 έτη ασθενών) | Αναλογία κινδύνου (95% CI) | τιμή p |
|---|---|---|---|---|
| Ασθενείς με μη βαλβιδική κολπική μαρμαρυγήα) | Ριβαροξαμπάνη 20 mg άπαξ ημερησίως (15 mg άπαξ ημερησίως σε ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία) | Βαρφαρίνη τιτλοποιημένη σε INR-στόχο 2,5 (θεραπευτικό εύρος 2,0 έως 3,0) | ||
| Σοβαρά και κλινικά αξιολογήσιμα, όχι σοβαρά αιμορραγικά επεισόδια | 1.475 (14,91) | 1.449 (14,52) | 1,03 (0,96 - 1,11) | 0,442 |
| Σοβαρά αιμορραγικά επεισόδια | 395 (3,60) | 386 (3,45) | 1,04 (0,90 - 1,20) | 0,576 |
| Θάνατος λόγω αιμορραγίας* | 27 (0,24) | 55 (0,48) | 0,50 (0,31 - 0,79) | 0,003 |
| Αιμορραγία ζωτικού οργάνου* | 91 (0,82) | 133 (1,18) | 0,69 (0,53 - 0,91) | 0,007 |
| Ενδοκρανιακή αιμορραγία* | 55 (0,49) | 84 (0,74) | 0,67 (0,47 - 0,93) | 0,019 |
| Πτώση αιμοσφαιρίνης* | 305 (2,77) | 254 (2,26) | 1,22 (1,03 - 1,44) | 0,019 |
| Μετάγγιση 2 ή περισσότερων μονάδων συμπυκνωμένων ερυθρών αιμοσφαιρίων ή ολικού αίματος* | 183 (1,65) | 149 (1,32) | 1,25 (1,01 - 1,55) | 0,044 |
| Κλινικά αξιολογήσιμα όχι σοβαρά αιμορραγικά επεισόδια | 1.185 (11,80) | 1.151 (11,37) | 1,04 (0,96 - 1,13) | 0,345 |
| Θνησιμότητα από όλα τα αίτια | 208 (1,87) | 250 (2,21) | 0,85 (0,70 - 1,02) | 0,073 |
α) Πληθυσμός ασφάλειας, υπό θεραπεία *Ονομαστικά σημαντικό
Επιπροσθέτως της μελέτης φάσης III ROCKET AF, έχει διεξαχθεί μια προοπτική, ενός σκέλους, μετεγκριτική, μη παρεμβατική, ανοιχτή μελέτη κοορτής (XANTUS) με κεντρική κατακύρωση εκβάσεων, συμπεριλαμβανομένων των θρομβοεμβολικών επεισοδίων και της σοβαρής αιμορραγίας. Εντάχθηκαν 6.785 ασθενείς με μη βαλβιδική κολπική μαρμαρυγή για την πρόληψη του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου και της συστημικής εμβολής εκτός ΚΝΣ στην καθημερινή κλινική πρακτική. Η μέση τιμή των κλιμάκων CHADS2 και HAS-BLED ήταν 2,0 και για τις δύο στην XANTUS, σε σύγκριση με μια μέση τιμή CHADS2 και HAS-BLED 3,5 και 2,8 αντίστοιχα στη μελέτη ROCKET AF. Σοβαρή αιμορραγία εμφανίστηκε σε 2,1 ανά 100 έτη ασθενών. Θανατηφόρα αιμορραγία αναφέρθηκε σε 0,2 ανά 100 έτη ασθενών και ενδοκρανιακή αιμορραγία σε 0,4 ανά 100 έτη ασθενών. Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή συστημική εμβολή εκτός ΚΝΣ καταγράφηκε σε 0,8 ανά 100 έτη ασθενών. Αυτές οι παρατηρήσεις στην καθημερινή κλινική πρακτική είναι σύμφωνες με το τεκμηριωμένο προφίλ ασφάλειας για τη συγκεκριμένη ένδειξη.
Ασθενείς που υποβάλλονται σε καρδιοανάταξη Μια προοπτική, τυχαιοποιημένη, ανοιχτή, πολυκεντρική, διερευνητική μελέτη με τυφλή αξιολόγηση τελικού σημείου (Χ-VERT) διεξήχθη σε 1504 ασθενείς (χωρίς προηγούμενη θεραπεία με από στόματος αντιπηκτικά καθώς και με προηγηθείσα θεραπεία με από στόματος αντιπηκτικά) με μη βαλβιδική κολπική μαρμαρυγή προγραμματισμένους για καρδιοανάταξη, ώστε να συγκριθεί η ριβαροξαμπάνη με ΑΒΚ προσαρμοσμένης δόσης (τυχαιοποιήθηκαν 2:1), για την πρόληψη καρδιαγγειακών συμβάντων. Οι στρατηγικές που χρησιμοποιήθηκαν ήταν καρδιοανάταξη καθοδηγούμενη από διοισοφάγειο υπερηχογράφημα (προηγηθείσα αντιπηκτική θεραπεία 1 - 5 ημέρες) ή συμβατική καρδιοανάταξη (προηγηθείσα αντιπηκτική θεραπεία τουλάχιστον τρείς εβδομάδες). Η κύρια έκβαση αποτελεσματικότητας (όλα τα εγκεφαλικά επεισόδια, παροδικό ισχαιμικό εγκεφαλικό, συστημική εμβολή εκτός ΚΝΣ, έμφραγμα του μυοκαρδίου και καρδιαγγειακός θάνατος) συνέβησαν σε 5 ασθενείς (0,5%) στην ομάδα της ριβαροξαμπάνη (n = 978) και σε 5 ασθενείς (1,0%) στην ομάδα ΑΒΚ (n = 492, RR 0,50, 95% CI 0,15 - 1,73, πληθυσμός τροποποιημένου ΙΤΤ). Η κύρια έκβαση ασφάλειας (μείζων αιμορραγία) συνέβη σε 6 (0,6%) και 4 (0,8%) ασθενείς στη ριβαροξαμπάνη (n = 988) και στην ομάδα ΑΒΚ (n = 499), αντίστοιχα (RR 0,76, 95% CI 0,21 - 2,67, πληθυσμός ασφαλείας). Αυτή η διερευνητική μελέτη έδειξε συγκρίσιμη αποτελεσματικότητα και ασφάλεια μεταξύ των ομάδων θεραπείας ριβαροξαμπάνης και ΑΒΚ στα πλαίσια της καρδιοανάταξης.
Ασθενείς με μη βαλβιδική κολπική μαρμαρυγή που υποβάλλονται σε PCI με τοποθέτηση stent Μια τυχαιοποιημένη, ανοιχτή, πολυκεντρική μελέτη (PIONEER AF-PCI) διεξήχθη σε 2124 ασθενείς με μη βαλβιδική κολπική μαρμαρυγή οι οποίοι υποβλήθηκαν σε PCI με τοποθέτηση stent για πρωτογενή αθηροσκληρωτική νόσο για να συγκριθεί η ασφάλεια δύο θεραπευτικών σχημάτων με ριβαροξαμπάνη και ενός σχήματος ΑΒΚ. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν 1: 1: 1 για συνολική θεραπεία 12 μηνών. Οι ασθενείς με ιστορικό αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ή παροδικού ισχαιμικού επεισοδίου (ΤΙΑ) εξαιρέθηκαν. Η ομάδα 1 έλαβε ριβαροξαμπάνη 15 mg άπαξ ημερησίως (10 mg μία φορά την ημέρα σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης 30 - 49 ml / min) επιπροσθέτως ενός αναστολέα του P2Y12. Η ομάδα 2 έλαβε ριβαροξαμπάνη 2,5 mg δύο φορές την ημέρα μαζί με DAPT (διπλή αντιαιμοπεταλιακή θεραπεία, δηλαδή κλοπιδογρέλη 75 mg [ή εναλλακτικό αναστολέα P2Y12] συν χαμηλή δόση ακετυλοσαλικυλικού οξέος [ASA]) για 1, 6 ή 12 μήνες ακολουθούμενη από ριβαροξαμπάνη 15 mg (ή 10 mg για τα άτομα με κάθαρση κρεατινίνης 30 -49 ml / min) άπαξ ημερησίως συν χαμηλή δόση ASA. Η ομάδα 3 έλαβε προσαρμοσμένη δόση ΑΒΚ συν DAPT για 1, 6 ή 12 μήνες ακολουθούμενη από προσαρμοσμένη δόση ΑΒΚ μαζί με χαμηλή δόση ASA. Το πρωτεύον τελικό σημείο ασφάλειαςτα κλινικά σημαντικά περιστατικά αιμορραγίας, εμφανίστηκε σε 109 (15,7%), 117 (16,6%) και 167 (24,0%) άτομα στην ομάδα 1, ομάδα 2 και ομάδα 3 αντίστοιχα (HR 0,59, 95% CI 0,47 - 0,76, p<0,001 και HR 0,63, 95% CI 0,50 - 0,80, p<0,001, αντίστοιχα). Το δευτερεύον τελικό σημείο (σύνθετο σημείο των καρδιαγγειακών συμβάντων του καρδιαγγειακού θανάτου, του εμφράγματος μυοκαρδίου ή του εγκεφαλικού επεισοδίου) εμφανίστηκε σε 41 (5,9%), 36 (5,1%) και 36 (5,2%) άτομα στην ομάδα 1, ομάδα 2 και ομάδα 3, αντίστοιχα. Κάθε ένα από τα θεραπευτικά σχήματα με ριβαροξαμπάνη έδειξε σημαντική μείωση των κλινικά σημαντικών αιμορραγικών επεισοδίων σε σύγκριση με το θεραπευτικό σχήμα ΑΒΚ σε ασθενείς με μη βαλβιδική κολπική μαρμαρυγή που υποβλήθηκαν σε PCI με τοποθέτηση stent. Ο πρωταρχικός στόχος της PIONEER AF-PCI ήταν να αξιολογήσει την ασφάλεια. Τα δεδομένα σχετικά με την αποτελεσματικότητα (συμπεριλαμβανομένων των θρομβοεμβολικών επεισοδίων) σε αυτόν τον πληθυσμό είναι περιορισμένα.
Θεραπεία της ΕΒΦΘ, ΠΕ και πρόληψη της υποτροπής της ΕΒΦΘ και της ΠΕ Το κλινικό πρόγραμμα της ριβαροξαμπάνης σχεδιάστηκε για να καταδείξει την αποτελεσματικότητα της ριβαροξαμπάνης στην αρχική και συνεχιζόμενη θεραπεία της οξείας ΕΒΦΘ και ΠΕ και στην πρόληψη της υποτροπής. Μελετήθηκαν πάνω από 12.800 ασθενείς σε τέσσερις τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες κλινικές μελέτες φάσης III (Einstein DVT, Einstein PE, Einstein Extension και Einstein Choice) και επιπρόσθετα έχει διεξαχθεί μια προκαθορισμένη συγκεντρωτική ανάλυση των μελετών Einstein DVT και Einstein PE. Η συνολική συνδυασμένη διάρκεια της θεραπείας σε όλες τις μελέτες ήταν έως και 21 μήνες. Στη μελέτη Einstein DVT, μελετήθηκαν 3.449 ασθενείς με οξεία ΕΒΦΘ για τη θεραπεία της ΕΒΦΘ και την πρόληψη της υποτροπής της ΕΒΦΘ και της ΠΕ (ασθενείς που παρουσίαζαν συμπτωματική ΠΕ αποκλείστηκαν από αυτήν τη μελέτη). Η διάρκεια της θεραπείας ήταν για 3, 6 ή 12 μήνες ανάλογα με την κλινική κρίση του ερευνητή. Για την αρχική θεραπεία της οξείας ΕΒΦΘ διάρκειας 3 εβδομάδων, χορηγήθηκαν 15 mg ριβαροξαμπάνης δύο φορές ημερησίως. Αυτό ακολουθήθηκε από 20 mg ριβαροξαμπάνης άπαξ ημερησίως. Στην μελέτη Einstein PE, μελετήθηκαν 4.832 ασθενείς με οξεία πνευμονική εμβολή, για τη θεραπεία της πνευμονικής εμβολής και την πρόληψη της υποτροπής της ΕΒΦΘ και της πνευμονικής εμβολής. Η διάρκεια της θεραπείας ήταν 3, 6 ή 12 μήνες εξαρτώμενη από την κλινική κρίση του ερευνητή. Για την αρχική θεραπεία της οξείας πνευμονικής εμβολής χορηγήθηκαν 15 mg ριβαροξαμπάνης δυο φορές ημερησίως για τρεις εβδομάδες. Ακολούθησε χορήγηση των 20 mg ριβαροξαμπάνης άπαξ ημερησίως. Και στις δυο μελέτες, την Einstein DVT και την Einstein PE η συγκριτική θεραπευτική αγωγή περιλάμβανε ενοξαπαρίνη χορηγούμενη για τουλάχιστον 5 ημέρες σε συνδυασμό με ανταγωνιστή της βιταμίνης K μέχρι το PT/INR να είναι εντός του θεραπευτικού εύρους (≥ 2,0). Η θεραπεία συνεχίστηκε με έναν ανταγωνιστή της βιταμίνης K προσαρμοσμένης δόσης για τη διατήρηση των τιμών PT/INR εντός του θεραπευτικού εύρους 2,0 έως 3,0. Στη μελέτη Einstein Extension, μελετήθηκαν 1.197 ασθενείς με ΕΒΦΘ ή ΠΕ για την πρόληψη της υποτροπής της ΕΒΦΘ και της ΠΕ. Η διάρκεια της θεραπείας ήταν για επιπλέον 6 ή 12 μήνες σε ασθενείς που είχαν ολοκληρώσει 6 έως 12 μήνες θεραπείας για φλεβική θρομβοεμβολή ανάλογα με την κλινική κρίση του ερευνητή. Η ριβαροξαμπάνη 20 mg άπαξ ημερησίως συγκρίθηκε με εικονικό φάρμακο. Οι μελέτες Einstein DVT, PE και Extension χρησιμοποίησαν τις ίδιες προκαθορισμένες κύριες και δευτερεύουσες εκβάσεις αποτελεσματικότητας. Η κύρια έκβαση αποτελεσματικότητας ήταν συμπτωματική υποτροπή ΦΘΕ καθοριζόμενη ως το σύνθετο σημείο της υποτροπής ΕΒΦΘ ή θανατηφόρου ή μη θανατηφόρου ΠΕ. Η δευτερεύουσα έκβαση αποτελεσματικότητας καθορίστηκε ως το σύνθετο σημείο της υποτροπής ΕΒΦΘ, μη θανατηφόρου ΠΕ και θνησιμότητας από όλα τα αίτια. Στη μελέτη Einstein Choice, 3.396 ασθενείς με επιβεβαιωμένη συμπτωματική ΕΒΦΘ ή και ΠΕ οι οποίοι ολοκλήρωσαν 6 - 12 μήνες αντιπηκτικής θεραπείας μελετήθηκαν για την πρόληψη της θανατηφόρου ΠΕ ή της μη θανατηφόρου συμπτωματικής υποτροπής ΕΒΦΘ ή ΠΕ. Οι ασθενείς με ένδειξη για συνεχιζόμενη αντιπηκτική αγωγή θεραπευτικής δόσης αποκλείστηκαν από τη μελέτη. Η διάρκεια της θεραπείας ήταν έως και 12 μήνες ανάλογα με την ημερομηνία τυχαιοποίησης του ατόμου (διάμεση: 351 ημέρες). Η ριβαροξαμπάνη 20 mg άπαξ ημερησίως και η ριβαροξαμπάνη 10 mg άπαξ ημερησίως συγκρίθηκαν με 100 mg ακετυλοσαλικυλικό οξύ άπαξ ημερησίως. Η κύρια έκβαση αποτελεσματικότητας ήταν συμπτωματική υποτροπή ΦΘΕ καθοριζόμενη ως το σύνθετο σημείο της υποτροπής ΕΒΦΘ ή θανατηφόρου ή μη θανατηφόρου ΠΕ. Στη μελέτη Einstein DVT (βλ. Πίνακα 6), η ριβαροξαμπάνη καταδείχθηκε ότι είναι μη κατώτερη ως προς την ενοξαπαρίνη/ΑΒΚ για την κύρια έκβαση αποτελεσματικότητας (p < 0,0001 (δοκιμή για μη κατωτερότητα), αναλογία κινδύνου: 0,680 (0,443 - 1,042), p = 0,076 (δοκιμή για υπεροχή)). Το προκαθορισμένο καθαρό κλινικό όφελος (κύρια έκβαση αποτελεσματικότητας συν σοβαρά αιμορραγικά επεισόδια) αναφέρθηκε με αναλογία κινδύνου 0,67 ((95% CI: 0,47 - 0,95), ονομαστική τιμή p = 0,027) υπέρ της ριβαροξαμπάνης. Οι τιμές ΙNR ήταν μέσα στο θεραπευτικό εύρος κατά μέσο όρο στο 60,3% του χρόνου για τη μέση διάρκεια της θεραπείας των 189 ημερών και 55,4%, 60,1% και 62,8% του χρόνου στις ομάδες όπου είχε αποφασιστεί θεραπεία διάρκειας 3, 6- και 12 μηνών αντίστοιχα. Στην ομάδα της ενοξαπαρίνης / ΑΒΚ δεν υπήρξε εμφανής συσχέτιση ανάμεσα στα επίπεδα του μέσου ΤΤR (Time in Target INR Range 2,0 - 3,0) ανά κέντρο όπως κατανεμήθηκαν σε ισομεγέθη τριτημόρια και στην εμφάνιση υποτροπής της θρομβοεμβολής(Ρ = 0,932 για αλληλεπίδραση). Στο τριτημόριο των υψηλότερων TTR ανά κέντρο, η αναλογία κινδύνου με τη ριβαροξαμπάνη έναντι της βαρφαρίνης ήταν 0,69 (95% CI: 0,35 - 1,35). Τα ποσοστά επίπτωσης για την κύρια έκβαση ασφάλειας (σοβαρά ή κλινικά αξιολογήσιμα μη σοβαρά αιμορραγικά επεισόδια) καθώς και τη δευτερεύουσα έκβαση ασφάλειας (σοβαρά αιμορραγικά επεισόδια) ήταν παρόμοια και για τις δύο ομάδες θεραπείας.
Πίνακας 6: Αποτελέσματα αποτελεσματικότητας και ασφάλειας από τη μελέτη φάσης III Einstein DVT
| Πληθυσμός μελέτης | Δοσολογία και διάρκεια της θεραπείας | Συμπτωματική υποτροπή ΦΘΕ* | Συμπτωματική επανεμφανιζόμενη ΠΕ | Συμπτωματική επανεμφανιζόμενη ΕΒΦΘ | Θανατηφόρος ΠΕ / θάνατος όπου η ΠΕ δεν μπορεί να αποκλειστεί | Σοβαρή ή κλινικά αξιολογήσιμη, όχι σοβαρή αιμορραγία | Σοβαρά αιμορραγικά επεισόδια |
|---|---|---|---|---|---|---|---|
| 3.449 ασθενείς με συμπτωματική οξεία εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση | Ριβαροξαμπάνη α) 3, 6 ή 12 μήνες, Ενοξαπαρίνη/ΑΒΚ β) 3, 6 ή 12 μήνες | N = 1.731, N = 1.718 | 36 (2,1%), 51 (3,0%) | 20 (1,2%), 18 (1,0%) | 14 (0,8%), 28 (1,6%) | 0, 1 (0,1%) |
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-RAXIVANOL
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Η ριβαροξαμπάνη απορροφάται ταχέως με τις μέγιστες συγκεντρώσεις (Cmax) να εμφανίζονται 2 - 4 ώρες μετά τη λήψη του δισκίου. Η από στόματος απορρόφηση της ριβαροξαμπάνης είναι σχεδόν πλήρης και η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα είναι υψηλή (80 - 100%) για τη δόση δισκίου των 2,5 mg και 10 mg, ανεξάρτητα από την κατάσταση νηστείας ή μετά το γεύμα. Η πρόσληψη μαζί με τροφή δεν επηρεάζει την AUC ή την Cmax της ριβαροξαμπάνης στη δόση των 2,5 mg και 10 mg. Λόγω μειωμένου βαθμού απορρόφησης, η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα για το δισκίο των 20 mg υπό συνθήκες νηστείας προσδιορίστηκε σε 66%. Όταν τα δισκία ριβαροξαμπάνης 20 mg λαμβάνονται μαζί με τροφή, παρατηρήθηκαν αυξήσεις στη μέση AUC κατά 39% σε σύγκριση με την πρόσληψη του δισκίου υπό συνθήκες νηστείας, το οποίο υποδηλώνει σχεδόν πλήρη απορρόφηση και υψηλή από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα. Τα δισκία ριβαροξαμπάνης 15 mg και 20 mg προορίζονται να λαμβάνονται με τροφή (βλ. Δοσολογία). Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της ριβαροξαμπάνης είναι περίπου γραμμικές μέχρι περίπου 15 mg άπαξ ημερησίως στην κατάσταση νηστείας. Σε συνθήκες σίτισης, τα δισκία ριβαροξαμπάνης 10 mg, 15 mg και 20 mg κατέδειξαν αναλογικότητα σύμφωνα με τη δόση. Σε υψηλότερες δόσεις, η ριβαροξαμπάνη εμφανίζει απορρόφηση που περιορίζεται από τη διαλυτότητά του, με μειωμένη βιοδιαθεσιμότητα και μειωμένο ρυθμό απορρόφησης με αυξανόμενη δόση. Η διακύμανση στη φαρμακοκινητική της ριβαροξαμπάνης είναι μέτρια, με διακύμανση μεταξύ των ατόμων (CV%) από 30% έως 40%. Η απορρόφηση της ριβαροξαμπάνης εξαρτάται από τη θέση απελευθέρωσής του στο γαστρεντερικό σύστημα. Μια μείωση κατά 29% και 56% στην AUC και στην Cmax σε σύγκριση με το δισκίο αναφέρθηκε όταν η ριβαροξαμπάνη υπό μορφή κοκκίων απελευθερώνεται στο εγγύς λεπτό έντερο. Η έκθεση είναι περαιτέρω μειωμένη όταν η ριβαροξαμπάνη απελευθερώνεται στο περιφερικό λεπτό έντερο ή στο ανιόν κόλον. Συνεπώς, η χορήγηση της ριβαροξαμπάνης περιφερικά του στομάχου πρέπει να αποφεύγεται διότι αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη απορρόφηση και σχετική έκθεση της ριβαροξαμπάνης. Η βιοδιαθεσιμότητα (AUC και Cmax) ήταν συγκρίσιμη για 20 mg ριβαροξαμπάνη χορηγούμενης από του στόματος ως θρυμματισμένο δισκίο αναμεμειγμένο με πολτό μήλου, ή εναιωρημένο σε νερό και χορηγούμενο μέσω γαστρικού σωλήνα ακολουθούμενο από ένα υγρό γεύμα, σε σύγκριση με ένα ολόκληρο δισκίο. Δεδομένου του προβλέψιμου, δοσοεξαρτώμενου φαρμακοκινητικού προφίλ της ριβαροξαμπάνης, τα αποτελέσματα βιοδιαθεσιμότητας από τη μελέτη αυτή είναι πιθανό να εφαρμόζονται σε χαμηλότερες δόσεις της ριβαροξαμπάνης.
Παιδιατρικός πληθυσμός Τα παιδιά έλαβαν δισκίο ριβαροξαμπάνης ή πόσιμο εναιώρημα κατά τη διάρκεια ή σε μικρό χρονικό διάστημα μετά τη σίτιση ή την πρόσληψη τροφής και με τυπική μερίδα υγρού για να διασφαλιστεί η αξιόπιστη δοσολόγηση στα παιδιά. Όπως και στους ενήλικες, η ριβαροξαμπάνη απορροφάται εύκολα μετά την από του στόματος χορήγηση ως μορφοποίηση δισκίου ή κοκκίων για πόσιμο εναιώρημα στα παιδιά. Δεν παρατηρήθηκε καμία διαφορά στον ρυθμό απορρόφησης ούτε στον βαθμό απορρόφησης μεταξύ της μορφοποίησης δισκίου και κοκκίων για πόσιμο εναιώρημα. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα ΦΚ δεδομένα μετά από ενδοφλέβια χορήγηση σε παιδιά, οπότε η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της ριβαροξαμπάνης στα παιδιά είναι άγνωστη. Διαπιστώθηκε μείωση στη σχετική βιοδιαθεσιμότητα για αυξανόμενες δόσεις (σε mg/kg σωματικού βάρους), υποδεικνύοντας περιορισμούς στην απορρόφηση για υψηλότερες δόσεις, ακόμα και όταν λαμβάνονται μαζί με τροφή. Τα δισκία ριβαροξαμπάνης15 mg πρέπει να λαμβάνονται με τη σίτιση ή με τροφή (βλ. Δοσολογία).
Κατανομή
Η δέσμευση σε πρωτεΐνες του πλάσματος στον άνθρωπο είναι υψηλή, σε ποσοστό περίπου 92% έως 95%, με τη λευκωματίνη ορού να αποτελεί το κύριο δεσμευτικό συστατικό. Ο όγκος κατανομής είναι μέτριος, με Vss περίπου 50 λίτρα.
Παιδιατρικός πληθυσμός Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με τη δέσμευση της ριβαροξαμπάνης σε πρωτεΐνες του πλάσματος ειδικά για τα παιδιά. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα ΦΚ δεδομένα μετά από ενδοφλέβια χορήγηση της ριβαροξαμπάνης σε παιδιά. Ο Vss που εκτιμήθηκε μέσω ΦΚ μοντελοποίησης πληθυσμού στα παιδιά (ηλικιακό εύρος 0 έως < 18 ετών) μετά την από του στόματος χορήγηση της ριβαροξαμπάνης εξαρτάται από το σωματικό βάρος και μπορεί να περιγραφεί με αλλομετρική εξίσωση, με μέσο όρο 113 λίτρα για ένα άτομο με σωματικό βάρος 82,8 kg.
Βιομετασχηματισμός και απέκκριση
Από τη χορηγούμενη δόση της ριβαροξαμπάνης, περίπου τα 2/3 υπόκεινται σε μεταβολική αποδόμηση, με το μισό από αυτό να απεκκρίνεται κατόπιν μέσω της νεφρικής οδού και το άλλο μισό μέσω των κοπράνων. Το τελικό 1/3 της χορηγούμενης δόσης υπόκειται σε άμεση νεφρική απέκκριση ως αμετάβλητη δραστική ουσία στα ούρα, κυρίως μέσω ενεργού νεφρικής απέκκρισης. Η ριβαροξαμπάνη μεταβολίζεται μέσω του CYP3A4, του CYP2J2 και μηχανισμών ανεξάρτητων των CYP. Η οξειδωτική αποδόμηση του μορίου μορφολινόνης και η υδρόλυση των αμιδικών δεσμών, αποτελούν τα κύρια σημεία βιομετατροπής. Με βάση τις in vitro έρευνες, η ριβαροξαμπάνη είναι ένα υπόστρωμα των πρωτεϊνών μεταφορέων P-gp (P-γλυκοπρωτεΐνη) και Bcrp (πρωτεΐνη αντίστασης καρκίνου του μαστού). Η αμετάβλητη ριβαροξαμπάνη είναι η σημαντικότερη ένωση στο ανθρώπινο πλάσμα, χωρίς την παρουσία μειζόνων ή ενεργών κυκλοφορούντων μεταβολιτών. Με συστηματική κάθαρση περίπου 10 l/h, η ριβαροξαμπάνη μπορεί να ταξινομηθεί ως ουσία χαμηλής κάθαρσης. Μετά την ενδοφλέβια χορήγηση μιας δόσης 1 mg, η ημίσεια ζωή απέκκρισης είναι περίπου 4,5 ώρες. Μετά την από του στόματος χορήγηση, η απέκκριση περιορίζεται από το ρυθμό απορρόφησης. Η απέκκριση της ριβαροξαμπάνης από το πλάσμα λαμβάνει χώρα με τελικές ημιζωές από 5 έως 9 ώρες σε νεαρά άτομα, και με τελικές ημιζωές από 11 έως 13 ώρες στους ηλικιωμένους.
Παιδιατρικός πληθυσμός Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα μεταβολισμού ειδικά για τα παιδιά. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα ΦΚ δεδομένα μετά από ενδοφλέβια χορήγηση της ριβαροξαμπάνης σε παιδιά. Η CL που εκτιμήθηκε μέσω ΦΚ μοντελοποίησης πληθυσμού στα παιδιά (ηλικιακό εύρος 0 έως < 18 ετών) μετά την από του στόματος χορήγηση της ριβαροξαμπάνης εξαρτάται από το σωματικό βάρος και μπορεί να περιγραφεί με αλλομετρική εξίσωση, με μέσο όρο 8 l/h για ένα άτομο με σωματικό βάρος 82,8 kg. Οι τιμές γεωμετρικού μέσου για τις ημιζωές διάθεσης (t1/2) που εκτιμήθηκαν μέσω ΦΚ μοντελοποίησης πληθυσμού μειώνονται με τη μείωση της ηλικίας και κυμάνθηκαν από 4,2 h στους εφήβους έως περίπου 3 h στα παιδιά ηλικίας 2 - 12 ετών, και σε 1,9 και 1,6 h στα παιδιά ηλικίας 0,5-< 2 ετών και κάτω των 0,5 ετών, αντίστοιχα.
Ειδικοί πληθυσμοί
Φύλο Σε ενήλικες, δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σχετιζόμενες διαφορές στις φαρμακοκινητικές και φαρμακοδυναμικές ιδιότητες μεταξύ ανδρών και γυναικών ασθενών. Μια διερευνητική ανάλυση δεν αποκάλυψε σχετικές διαφορές στην έκθεση στη ριβαροξαμπάνη μεταξύ αρρένων και θηλέων παιδιών.
Ηλικιωμένος πληθυσμός Οι ηλικιωμένοι ασθενείς παρουσίασαν υψηλότερες συγκεντρώσεις πλάσματος από ό,τι οι νεότεροι ασθενείς, με μέσες τιμές AUC περίπου 1,5 φορές υψηλότερες, κυρίως λόγω της μειωμένης (φαινόμενης) ολικής και νεφρικής κάθαρσης. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας.
Διαφορετικές κατηγορίες βάρους Σε ενήλικες, δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σχετιζόμενες διαφυλετικές διαφορές μεταξύ Καυκάσιων, μαύρων Αμερικανών, Ισπανόφωνων, Ιαπώνων ή Κινέζων ασθενών όσον αφορά στις φαρμακοκινητικές και φαρμακοδυναμικές ιδιότητες της ριβαροξαμπάνης. Μια διερευνητική ανάλυση δεν αποκάλυψε σχετικές διεθνικές διαφορές στην έκθεση στη ριβαροξαμπάνη μεταξύ Ιαπώνων, Κινέζων ή Ασιατών παιδιών εκτός της Ιαπωνίας και της Κίνας σε σύγκριση με τον αντίστοιχο συνολικό παιδιατρικό πληθυσμό.
Διαφυλετικές διαφορές Σε ενήλικες, δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σχετιζόμενες διαφυλετικές διαφορές μεταξύ Καυκάσιων, μαύρων Αμερικανών, Ισπανόφωνων, Ιαπώνων ή Κινέζων ασθενών όσον αφορά στις φαρμακοκινητικές και φαρμακοδυναμικές ιδιότητες της ριβαροξαμπάνης. Μια διερευνητική ανάλυση δεν αποκάλυψε σχετικές διεθνικές διαφορές στην έκθεση στη ριβαροξαμπάνη μεταξύ Ιαπώνων, Κινέζων ή Ασιατών παιδιών εκτός της Ιαπωνίας και της Κίνας σε σύγκριση με τον αντίστοιχο συνολικό παιδιατρικό πληθυσμό.
Ηπατική δυσλειτουργία Κιρρωτικοί ενήλικες ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (σταδίου Α κατά Child Pugh) εμφάνισαν μόνο μικρές μεταβολές στις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της ριβαροξαμπάνης (αύξηση κατά 1,2 φορές στην AUC της ριβαροξαμπάνης κατά μέσο όρο), σχεδόν συγκρίσιμες με τις αντίστοιχες για την ομάδα ελέγχου υγιών ατόμων. Σε κιρρωτικούς ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (σταδίου Β κατά Child Pugh), η μέση AUC της ριβαροξαμπάνης αυξήθηκε σημαντικά κατά 2,3 φορές σε σύγκριση με υγιείς εθελοντές. Η AUC του μη δεσμευμένου φαρμάκου αυξήθηκε κατά 2,6 φορές. Οι συγκεκριμένοι ασθενείς είχαν επίσης μειωμένη νεφρική απέκκριση της ριβαροξαμπάνη, όμοια με εκείνη των ασθενών με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία. Δεν υπάρχουν δεδομένα σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Η αναστολή της δραστικότητας του παράγοντα Xa αυξήθηκε κατά ένα συντελεστή 2,6 σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία σε σύγκριση με τους υγιείς εθελοντές. Η παράταση του PT αυξήθηκε ομοίως κατά ένα συντελεστή 2,1. Ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία ήταν περισσότερο ευαίσθητοι στη ριβαροξαμπάνη με αποτέλεσμα μια μεγαλύτερη κλίση στη σχέση PK/PD μεταξύ συγκέντρωσης και PT. Η ριβαροξαμπάνη αντενδείκνυται σε ασθενείς με ηπατική νόσο σχετιζόμενη με διαταραχή της πήξης του αίματος και κλινικά σχετιζόμενο κίνδυνο αιμορραγίας, συμπεριλαμβανομένων κιρρωτικών ασθενών με Child Pugh B και C (βλ. Αντενδείξεις). Δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα σε παιδιά με ηπατική δυσλειτουργία.
Νεφρική δυσλειτουργία Σε ενήλικες, παρατηρήθηκε μια αύξηση της έκθεσης της ριβαροξαμπάνης σε συσχέτιση με μείωση της νεφρικής λειτουργίας, όπως αξιολογήθηκε μέσω μετρήσεων κάθαρσης κρεατινίνης. Σε ασθενείς με ήπια (κάθαρση κρεατινίνης 50 - 80 ml/min), μέτρια (κάθαρση κρεατινίνης 30 - 49 ml/min) και σοβαρή (κάθαρση κρεατινίνης 15 - 29 ml/min) νεφρική δυσλειτουργία, οι συγκεντρώσεις πλάσματος της ριβαροξαμπάνης (AUC) αυξήθηκαν κατά 1,4, 1,5 και 1,6 φορές αντίστοιχα. Οι αντίστοιχες αυξήσεις στις φαρμακοδυναμικές δράσεις ήταν εντονότερες. Σε ασθενείς με ήπια, μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, η γενική αναστολή της δραστικότητας του παράγοντα Xa αυξήθηκε κατά ένα συντελεστή 1,5, 1,9 και 2,0 αντίστοιχα, σε σύγκριση με υγιείς εθελοντές. Η παράταση του PT αυξήθηκε ομοίως κατά ένα συντελεστή 1,3, 2,2 και 2,4 αντίστοιχα. Δεν υπάρχουν δεδομένα σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 15 ml/min. Λόγω της υψηλής δέσμευσης σε πρωτεΐνες του πλάσματος, η ριβαροξαμπάνη δεν αναμένεται ότι μπορεί να είναι αιμοδιυλίσιμο. Η χρήση δε συνιστάται σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 15 ml/min. Η ριβαροξαμπάνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης 15 - 29 ml/min (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα σε παιδιά ηλικίας 1 έτους και άνω με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (ρυθμός σπειραματικής διήθησης < 50 ml/min/1,73 m2).
Φαρμακοκινητικά δεδομένα σε ασθενείς
Σε ασθενείς που έλαβαν ριβαροξαμπάνη για θεραπεία της οξείας εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης (ΕΒΦΘ) 20 mg άπαξ ημερησίως, ο γεωμετρικός μέσος συγκέντρωσης (90% προβλέψιμο διάστημα) 2 - 4 ώρες και περίπου 24 ώρες μετά τη δόση (αντιπροσωπεύει περίπου τις μέγιστες και ελάχιστες συγκεντρώσεις κατά τη διάρκεια του διαστήματος της δόσης) ήταν 215 (22 - 535) και 32 (6 - 239)mcg/l αντίστοιχα. Σε παιδιατρικούς ασθενείς με οξεία ΦΘΕ που έλαβαν προσαρμοσμένη ως προς το σωματικό βάρος ριβαροξαμπάνη που οδήγησε σε έκθεση παρόμοια με εκείνη σε ενήλικες ασθενείς με ΕΒΦΘ που λάμβαναν ημερήσια δόση 20 mg άπαξ ημερησίως, οι γεωμετρικές μέσες συγκεντρώσεις (90% διάστημα) σε χρονικά διαστήματα δειγματοληψίας που αντιπροσώπευαν χονδρικά τις μέγιστες και ελάχιστες συγκεντρώσεις κατά τη διάρκεια του δοσολογικού διαστήματος, συνοψίζονται στον Πίνακα 13.
Πίνακας 13: Συνοπτικά στατιστικά στοιχεία (γεωμετρικός μέσος (90% διάστημα)) των συγκεντρώσεων πλάσματος σταθεροποιημένης κατάστασης ριβαροξαμπάνης (mcg/l) κατά δοσολογικό σχήμα και ηλικία
| Χρονικά διαστήματα | o.d. | N | 12-<18 ετών | N | 6-<12 ετών | N | 6-<12 ετών | N | 2-<6 ετών | N | 0,5-<2 ετών | N | 2-<6 ετών | N | Γέννηση -<2 ετών | N | 0,5-<2 ετών | N | Γέννηση -<0,5 ετών | |—|—|—|—|—|—|—|—|—|—|—|—|—|—|—|—|—| | 2,5 - 4 h μετά | 17 | 241,5 (105 - 484) | 2 | 229,7 (91,5 - 777) | | | | | | | | | | | | | 20 - 24 h μετά | 15 | 20,6 (5,69 - 66,5) | 2 | 15,9 (3,42 - 45,5) | | | | | | | | | | | | | 2,5 - 4 h μετά | | | | | 3 | 171,8 (70,7 - 438) | 2 δ.υ. | 36 | 145,4 (46,0 - 343) | 8 | | | | | | | 10 - 16 h μετά | | | | | 33 | 26,0 (7,99 - 94,9) | 3 | 22,2 (δ.υ.-δ.υ.) | 7 | 10,7 (0,25 - 127) | | | | | | | 0,5 - 3 h μετά | | | | | | | | | | | 5 | 164,7 (108 - 283) | 2 | 111,2 (22,9 - 320) | 1 | 114,3 (22,9 - 346) | | 7-8h μετά | | | | | | | | | | | 3 | 33,2 (18,7 - 99,7) | 2 | 18,7 (10,5 - 65,6) | 1 | 21,4 (1,03 - 33,6) |
o.d. = άπαξ ημερησίως, b.i.d. = δύο φορές ημερησίως, t.i.d. = τρεις φορές ημερησίως, δ.υ. = δεν υπολογίστηκε Οι τιμές κάτω από το κατώτερο όριο ποσοτικοποίησης (LLOQ) υποκαταστάθηκαν από 1/2 LLOQ για τον υπολογισμό των στατιστικών στοιχείων (LLOQ = 0,5 mcg/l).
Σχέση φαρμακοκινητικών/φαρμακοδυναμικών ιδιοτήτων
Η σχέση φαρμακοκινητικών/φαρμακοδυναμικών ιδιοτήτων (PK/PD) μεταξύ της συγκέντρωσης της ριβαροξαμπάνη στο πλάσμα και διαφόρων τελικών σημείων PD (αναστολή παράγοντα Xa, PT, aPTT, Heptest) αξιολογήθηκε μετά από τη χορήγηση ενός μεγάλου εύρους δόσεων (5 - 30 mg δύο φορές ημερησίως). Η σχέση μεταξύ της συγκέντρωσης της ριβαροξαμπάνης και της δραστηριότητας του παράγοντα Xa περιγράφηκε καλύτερα από ένα μοντέλο Emax. Για το PT, το μοντέλο γραμμικής παρεμβολής γενικά περιέγραψε καλύτερα τα δεδομένα. Ανάλογα με τα διαφορετικά αντιδραστήρια PT που χρησιμοποιήθηκαν, η κλίση διέφερε σημαντικά. Όταν χρησιμοποιήθηκε Νεοπλαστίνη PT, η αρχική τιμή PT ήταν περίπου 13 δευτερόλεπτα (s) και η κλίση ήταν περίπου 3 έως 4 s/(100 mcg/l). Τα αποτελέσματα των αναλύσεων PK/PD στη φάση II και III ήταν συνακόλουθα με τα δεδομένα που τεκμηριώθηκαν σε υγιή άτομα.
Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί για την ένδειξη της πρόληψης του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου και της συστημικής εμβολής σε ασθενείς με μη βαλβιδική κολπική μαρμαρυγή για παιδιά και εφήβους ηλικίας έως 18 ετών.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η rivaroxaban είναι ένα αντιπηκτικό που δεσμεύεται άμεσα στον παράγοντα Xa. Στη συνέχεια, εμποδίζει αποτελεσματικά την ενίσχυση της πήξης του αίματος, αποτρέποντας τον σχηματισμό θρόμβου.
Η rivaroxaban είναι ένα μοναδικό αντιπηκτικό για δύο λόγους:
- Πρώτον, δεν εμπλέκει την αντιθρομβίνη ΙΙΙ (ATIII) για να ασκήσει τις αντιπηκτικές της δράσεις.
- Δεύτερον, είναι από του στόματος χορήγησης, ενώ η ευρέως χρησιμοποιούμενη ηπαρίνη μη κλασματοποιημένη και οι ηπαρίνες χαμηλού μοριακού βάρους χορηγούνται μόνο παρεντερικά.
Παρόλο που ο χρόνος ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης (aPTT) και το HepTest (εξετάσεις για τις ηπαρίνες χαμηλού μοριακού βάρους) παρατείνονται δοσοεξαρτώμενα, καμία από αυτές τις εξετάσεις δεν συνιστάται για την αξιολόγηση των φαρμακοδυναμικών επιδράσεων της rivaroxaban. Η δραστηριότητα Anti-Xa και η παρακολούθηση της αναστολής της δραστηριότητας anti-Xa δεν συνιστώνται επίσης, παρόλο που επηρεάζονται από τη rivaroxaban.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η rivaroxaban ανταγωνιστικά αναστέλλει τον ελεύθερο και τον θρομβωμένο παράγοντα Xa. Ο παράγοντας Xa είναι απαραίτητος για την ενεργοποίηση της προθρομβίνης (παράγοντας II) σε θρομβίνη (παράγοντας IIa). Η θρομβίνη είναι μια σερίνη πρωτεάση που απαιτείται για την ενεργοποίηση της ινωδογόνου σε ινώδες, το οποίο είναι το χαλαρό πλέγμα που ολοκληρώνει τη διαδικασία πήξης.
Δεδομένου ότι ένα μόριο παράγοντα Xa μπορεί να παράγει πάνω από 1000 μόρια θρομβίνης, οι εκλεκτικοί αναστολείς του παράγοντα Xa είναι εξαιρετικά χρήσιμοι για τον τερματισμό της ενίσχυσης της παραγωγής θρομβίνης. Η δράση της rivaroxaban είναι μη αναστρέψιμη.
Η rivaroxaban, ένας από του στόματος, άμεσος αναστολέας του ενεργοποιημένου παράγοντα X (Xa), είναι ένα αντιπηκτικό. Ο παράγοντας Xa παίζει κεντρικό ρόλο στην πήξη του αίματος, λειτουργώντας ως σημείο σύγκλισης των εγγενών και εξωγενών οδών. Η αναστολή του παράγοντα πήξης Xa από τη rivaroxaban αποτρέπει τη μετατροπή της προθρομβίνης σε θρομβίνη και τον επακόλουθο σχηματισμό θρόμβου. Η rivaroxaban αναστέλλει τόσο τον ελεύθερο παράγοντα Xa όσο και αυτόν που είναι δεσμευμένος στην προθρομβινάση. Σε αντίθεση με τη fondaparinux, την ηπαρίνη και τις ηπαρίνες χαμηλού μοριακού βάρους, η rivaroxaban δεσμεύεται απευθείας στην ενεργό θέση του παράγοντα Xa χωρίς την ανάγκη συμπαράγοντα (π.χ., αντιθρομβίνη ΙΙΙ). Η rivaroxaban αναστέλλει τον παράγοντα Xa με πάνω από 100.000 φορές μεγαλύτερη εκλεκτικότητα από άλλες βιολογικά σημαντικές σερίνες πρωτεάσες (π.χ., θρομβίνη, θρυψίνη, πλασμίνη, παράγοντας VIIa, παράγοντας IXa, ουροκινάση, ενεργοποιημένη πρωτεΐνη C).
Το Xarelto είναι ένας από του στόματος βιοδιαθέσιμος αναστολέας του παράγοντα Xa που αναστέλλει εκλεκτικά την ενεργό θέση του παράγοντα Xa και δεν απαιτεί συμπαράγοντα (όπως η αντιθρομβίνη ΙΙΙ) για τη δράση του. Η ενεργοποίηση του παράγοντα X σε παράγοντα Xa (FXa) μέσω των εγγενών και εξωγενών οδών παίζει κεντρικό ρόλο στην πήξη του αίματος.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Μετά από από του στόματος χορήγηση, η rivaroxaban απορροφάται ταχέως και φθάνει στη μέγιστη πλασματική συγκέντρωση σε 2-4 ώρες. Η βιοδιαθεσιμότητα της δόσης των 10 mg είναι >80%. Ωστόσο, οι δόσεις των 15-20 mg έχουν χαμηλότερη βιοδιαθεσιμότητα εάν ληφθούν σε νηστεία και, ως εκ τούτου, πρέπει να λαμβάνονται με τροφή.
Περίπου τα δύο τρίτα της rivaroxaban απεκκρίνονται στα ούρα (μέσω ενεργής σωληνικής έκκρισης, όπου περίπου το 36% ως αμετάβλητο φάρμακο και 30% ως ανενεργό μεταβολίτη). Το υπόλοιπο ένα τρίτο της χορηγούμενης δόσης απεκκρίνεται με τα κόπρανα, εκ των οποίων το 7% είναι σε μορφή αμετάβλητου φάρμακου και 21% ως ανενεργοί μεταβολίτες.
Η σταθερή κατάσταση Vd είναι 50 L.
Η συστηματική κάθαρση είναι περίπου 10 L/h, οπότε η rivaroxaban θεωρείται φάρμακο με χαμηλή κάθαρση. Η νεφρική κάθαρση είναι ~3-4 L/h.
Μετά από από του στόματος χορήγηση, περίπου το ένα τρίτο της απορροφούμενης δόσης απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα, με τα υπόλοιπα δύο τρίτα να απεκκρίνονται ως ανενεργοί μεταβολίτες τόσο στα ούρα όσο και στα κόπρανα. Σε μια μελέτη Φάσης 1, μετά τη χορήγηση δόσης (14C)-rivaroxaban, το 66% της ραδιενεργού δόσης ανακτήθηκε στα ούρα (36% ως αμετάβλητο φάρμακο) και το 28% ανακτήθηκε στα κόπρανα (7% ως αμετάβλητο φάρμακο). Το αμετάβλητο φάρμακο απεκκρίνεται στα ούρα, κυρίως μέσω ενεργής σωληνικής έκκρισης και σε μικρότερο βαθμό μέσω σπειραματικής διήθησης (αναλογία περίπου 5:1). Η rivaroxaban είναι υπόστρωμα των πρωτεϊνών-εξωαγωγέων P-gp και ABCG2 (επίσης αναφέρεται ως Bcrp). Η συγγένεια της rivaroxaban για τις πρωτεΐνες-εισαγωγείς είναι άγνωστη.
Η δέσμευση στις πρωτεΐνες του πλάσματος της rivaroxaban στο ανθρώπινο πλάσμα είναι περίπου 92% έως 95%, με την αλβουμίνη να είναι το κύριο συστατικό δέσμευσης. Ο σταθερός όγκος κατανομής σε υγιείς εθελοντές είναι περίπου 50 L.
Η απορρόφηση της rivaroxaban εξαρτάται από τη θέση απελευθέρωσης του φαρμάκου στο γαστρεντερικό σωλήνα. Μειώσεις 29% και 56% στο AUC και Cmax σε σύγκριση με το δισκίο αναφέρθηκαν όταν ο κόκκος rivaroxaban απελευθερώθηκε στο εγγύς λεπτό έντερο. Η έκθεση μειώνεται περαιτέρω όταν το φάρμακο απελευθερώνεται στο εγγύς λεπτό έντερο ή στο ανιόν κόλον. Αποφύγετε τη χορήγηση rivaroxaban μετά το στομάχι, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη απορρόφηση και σχετική έκθεση στο φάρμακο.
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της rivaroxaban είναι δοσοεξαρτώμενη. Για τη δόση των 10 mg, εκτιμάται σε 80% έως 100% και δεν επηρεάζεται από την τροφή. Τα δισκία Xarelto 10 mg μπορούν να ληφθούν με ή χωρίς τροφή. Για τη δόση των 20 mg σε νηστεία, η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 66%. Η συγχορήγηση του Xarelto με τροφή αυξάνει τη βιοδιαθεσιμότητα της δόσης των 20 mg (μέση AUC και Cmax αυξάνονται κατά 39% και 76% αντίστοιχα με τροφή). Τα δισκία Xarelto 15 mg και 20 mg πρέπει να λαμβάνονται με τροφή.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρες) για τη Rivaroxaban (8 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση Πρωτεϊνών
Η δέσμευση στις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι περίπου 92% έως 95%.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Περίπου τα δύο τρίτα της δόσης μεταβολίζονται. Μεταβολίζεται από τα CYP3A4, CYP3A5, CYP2J2 και μηχανισμούς ανεξάρτητους από CYP.
Η rivaroxaban υφίσταται οξειδωτική αποδόμηση από τα ισοένζυμα του κυτοχρώματος P-450 (CYP) 3A4/5 και 2J2 και υδρόλυση. Οι μεταβολίτες στη συνέχεια αποβάλλονται μέσω νεφρικών και κοπρανικών/χοληφόρων οδών. Δεν έχουν αναγνωριστεί σημαντικοί κυκλοφορούντες μεταβολίτες στο πλάσμα.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής είναι 5-9 ώρες σε ενήλικες και 11-13 ώρες σε ηλικιωμένους.
Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής είναι 11 έως 13 ώρες σε ηλικιωμένους.
Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της rivaroxaban είναι 5 έως 9 ώρες σε υγιείς εθελοντές ηλικίας 20 έως 45 ετών.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Κατάταξη MeSH Φαρμακολογίας
Ενδογενείς παράγοντες και φάρμακα που αναστέλλουν ή αποκλείουν τη δραστηριότητα του ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ XA.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Κατάταξη FDA Φαρμακολογίας
9NDF7JZ4M3
RIVAROXABAN
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Παράγοντα Xa
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Παράγοντα Xa
H rivaroxaban είναι Αναστολέας Παράγοντα Xa. Ο μηχανισμός δράσης της rivaroxaban είναι ως Αναστολέας Παράγοντα Xa.
RIVAROXABAN
Αναστολείς Παράγοντα Xa [MoA]; Αναστολέας Παράγοντα Xa [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 1-NOAC B01AF01Νεότερα από του στόματος αντιπηκτικά (NOACs) — 1ης γραμμήςΑσθενείς με CHA₂DS₂-VASc ≥ 2 (άνδρες) ή ≥ 3 (γυναίκες) ΧΩΡΙΣ μηχανική βαλβίδα και ΧΩΡΙΣ μέτρια-σοβαρή στένωση μιτροειδούςΔοσολογία: 20 mg × 1 (πλήρης) ή 15 mg × 1 (μειωμένη) · Δια βίου
-
ΒΗΜΑ 1-borderline B01AF01Οριακή απόφαση — εξατομίκευσηΆνδρες CHA₂DS₂-VASc = 1 ή Γυναίκες CHA₂DS₂-VASc = 2Δοσολογία: 20 mg × 1 · Δια βίου, μετά συζήτηση
-
ΒΗΜΑ cardioversion B01AF01Προ/μετά επιλεκτικής ανάταξηςΝεοδιαγνωσθέντες χωρίς μόνιμη ένδειξη OAC, προετοιμαζόμενοι για ανάταξηΔοσολογία: 20 mg × 1 · 3 εβδομάδες πριν + 4 εβδομάδες μετά
-
ΒΗΜΑ ablation B01AF01Μετά από επέμβαση κατάλυσης (ablation)Ασθενείς που υποβλήθηκαν σε ablation της ΚΜ — χωρίς μόνιμη ένδειξη OACΔοσολογία: 20 mg × 1 · 2 μήνες μετά
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Triple B01AF01Τριπλή θεραπεία — Κολπική Μαρμαρυγή + PCIΑσθενείς με ένδειξη OAC + PCI / stent (κολπική μαρμαρυγή, μηχανική βαλβίδα)Δοσολογία: Aspirin 75 mg + Clopidogrel 75 mg + Rivaroxaban 15 mg × 1 · 1 μήνας. Στην τριπλή προτιμάται 15 mg έναντι 20 mg
-
ΒΗΜΑ Dual-CCS B01AF01Διπλή αντιθρομβωτική σε Χρόνιο Στεφανιαίο Σύνδρομο (CCS)CCS σε φλεβοκομβικό ρυθμό + υψηλός ισχαιμικός κίνδυνος + ΧΩΡΙΣ υψηλό αιμορραγικό κίνδυνοΔοσολογία: Aspirin 75–100 mg × 1 + Rivaroxaban 2.5 mg × 2 · Δια βίου σε διατήρηση κινδύνου
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Κατάταξη MeSH Φαρμακολογίας
Ενδογενείς παράγοντες και φάρμακα που αναστέλλουν ή αποκλείουν τη δραστηριότητα του ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ XA.