TENOFOVIR DISOPROXIL
Τενοφοβίρη δισοπροξίλη
Αυτό το φάρμακο αποτρέπει την επιμήκυνση της αλυσίδας του ιικού DNA αναστέλλοντας τα ένζυμα που είναι απαραίτητα για τη μόλυνση από τα κύτταρα του ξενιστή, την αναπαραγωγή του ιού στον HIV-1 και τις λοιμώξεις από Ηπατίτιδα Β. **Επιδράσεις in vitro** Η αντιική δράση της …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
medication
SPC-VIREAD
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Χορήγηση: μία φορά την ημέρα, μαζί με την τροφή
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (6 έως < 12 ετών, 17 kg έως < 22 kg) με HIV-1 και χρόνια ηπατίτιδα ΒΔόσηένα δισκίο των 123 mgΛαμβάνεται από του στόματος μαζί με την τροφή.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (6 έως < 12 ετών, 22 kg έως < 28 kg ή 28 kg έως < 35 kg)Για δόσεις, ανατρέξτε στις Περιλήψεις των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος για τα Viread 163 mg και 204 mg.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (2 έως < 12 ετών, < 17 kg) ή μη ικανοί να καταπιούν επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκίαΤο Viread είναι επίσης διαθέσιμο ως 33 mg/g κόκκοι. Για δόσεις, ανατρέξτε στην Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος για το Viread 33 mg/g κόκκοι.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΗ χρήση του tenofovir disoproxil δεν συνιστάται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
-
Παιδιά ηλικίας κάτω των 2 ετών (HIV-1 ή χρόνια ηπατίτιδα Β)Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
-
HBeAg θετικοί ασθενείς χωρίς κίρρωση (χρόνια ηπατίτιδα Β)Θεραπεία για τουλάχιστον 12 μήνες μετά την επιβεβαίωση HBe ορομετατροπής ή μέχρι την HBs ορομετατροπή ή απώλεια αποτελεσματικότητας. Παρακολούθηση ALT και HBV DNA μετά τη διακοπή.
-
HBeAg αρνητικοί ασθενείς χωρίς κίρρωση (χρόνια ηπατίτιδα Β)Θεραπεία τουλάχιστον μέχρι την HBs ορομετατροπή ή απώλεια αποτελεσματικότητας. Διακοπή μπορεί να εξεταστεί μετά από σταθερή ιολογική καταστολή (≥3 έτη) με τακτική παρακολούθηση ALT και HBV DNA. Τακτική επαναξιολόγηση για θεραπεία >2 έτη.
block
SPC-VIREAD
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
SPC-VIREAD
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
ΓενικάΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς με λοίμωξη από τον ιό HBVΠρέπει να παρέχεται δοκιμασία αντισωμάτων HIV πριν από την έναρξη της θεραπείας με tenofovir disoproxil.
-
Μετάδοση HIV-1Θα πρέπει να λαμβάνονται προφυλάξεις σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες για τη μείωση του κινδύνου μετάδοσης του ιού με σεξουαλική επαφή, παρά την αποτελεσματική ιολογική καταστολή.
-
Μετάδοση Ηπατίτιδας BΟι ασθενείς πρέπει να πληροφορούνται ότι το tenofovir disoproxil δεν αποτρέπει τον κίνδυνο μετάδοσης του HBV μέσω σεξουαλικής επαφής ή μόλυνσης μέσω του αίματος. Θα πρέπει να εξακολουθούν να λαμβάνονται κατάλληλες προφυλάξεις.
-
Συγχορήγηση με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν tenofovir disoproxil ή tenofovir alafenamideΤο Viread δεν πρέπει να συγχορηγείται.
-
Συγχορήγηση με adefovir dipivoxilΤο Viread δεν πρέπει να συγχορηγείται.
-
Συγχορήγηση με διδανοσίνηΗ συγχορήγηση δεν συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Θεραπεία τριπλού συνδυασμού με νουκλεοσίδια/νουκλεοτίδιαΠληθυσμόςΑσθενείς με HIVΠροσοχή: αναφορές για υψηλό ποσοστό ιολογικής αποτυχίας και ανάπτυξης αντοχής σε πρώιμο στάδιο όταν το tenofovir disoproxil συνδυάστηκε με λαμιβουδίνη και abacavir, ή με λαμιβουδίνη και διδανοσίνη ως θεραπευτικό σχήμα εφ’ άπαξ ημερησίως.
-
Νεφρικές επιδράσεις (ενήλικοι)ΠληθυσμόςΕνήλικοι ασθενείςΑναφορές νεφρικής έκπτωσης, νεφρικής δυσλειτουργίας, αυξημένης κρεατινίνης, υποφωσφαταιμίας και κεντρικής σωληναριοπάθειας (συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Fanconi).
-
Επιδράσεις στα οστά (ενήλικοι)ΠληθυσμόςΕνήλικοι ασθενείςΠαρατηρήθηκαν μικρές μειώσεις της οστικής πυκνότητας (ΟΠ) στο ισχίο και στη σπονδυλική στήλη. Εξετάστε εναλλακτικά θεραπευτικά σχήματα για ασθενείς με οστεοπόρωση και υψηλό κίνδυνο καταγμάτων. Οστικές διαταραχές μπορεί να σχετίζονται με κεντρική νεφρική σωληναριοπάθεια.
-
Μακροχρόνιες επιδράσεις οστικής και νεφρικής τοξικότητας (παιδιατρικοί)ΠληθυσμόςΠαιδιατρικός πληθυσμόςΣυνιστάται διεπιστημονική προσέγγιση για την εκτίμηση οφελών/κινδύνων, την παρακολούθηση και την απόφαση για απόσυρση της θεραπείας ή ανάγκη συμπλήρωσης.
-
Νεφρικές επιδράσεις (παιδιατρικοί)ΠληθυσμόςΠαιδιατρικοί ασθενείς (2 έως < 12 ετών) με HIV-1Αναφορές νεφρικών ανεπιθύμητων ενεργειών συμβατών με κεντρική νεφρική σωληναριοπάθεια.
-
Διαχείριση νεφρικής λειτουργίας σε παιδιατρικούς ασθενείςΠληθυσμόςΠαιδιατρικοί ασθενείςΑν ο φώσφορος ορού είναι < 3,0 mg/dl (0,96 mmol/l), επανεξετάστε τη νεφρική λειτουργία εντός μιας εβδομάδας, συμπεριλαμβανομένων μετρήσεων γλυκόζης αίματος, καλίου αίματος και γλυκόζης ούρων. Επί υπόνοιας/ανίχνευσης νεφρικών διαταραχών, συμβουλευτείτε νεφρολόγο για πιθανή διακοπή. Επίσης, εξετάστε τη διακοπή σε περίπτωση προοδευτικής μείωσης της νεφρικής λειτουργίας χωρίς άλλη αναγνωρισμένη αιτία.
-
Συγχορήγηση με νεφροτοξικά φαρμακευτικά προϊόνταπροσοχήΗ χρήση του tenofovir disoproxil πρέπει να αποφεύγεται με συγχορήγηση ή πρόσφατη χρήση νεφροτοξικών φαρμάκων (π.χ. αμινογλυκοσίδες, αμφοτερικίνη Β, φοσκαρνέτη, γκανσικλοβίρη, πενταμιδίνη, βανκομυκίνη, cidofovir ή ιντερλευκίνη-2).
-
Συγχορήγηση με ΜΣΑΦπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με παράγοντες κινδύνου για νεφρική δυσλειτουργίαΈχουν αναφερθεί περιπτώσεις οξείας νεφρικής ανεπάρκειας μετά την έναρξη υψηλής δόσης ή πολλαπλών ΜΣΑΦ. Εάν συγχορηγείται, η νεφρική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται επαρκώς.
-
Συγχορήγηση με αναστολέα πρωτεάσης ενισχυμένο με ritonavir ή cobicistatπροσοχήΑναφέρεται υψηλότερος κίνδυνος νεφρικής δυσλειτουργίας. Σε ασθενείς με νεφρικούς παράγοντες κινδύνου, η συγχορήγηση θα πρέπει να αξιολογείται προσεκτικά.
-
Συγχορήγηση με φαρμακευτικά προϊόντα που εκκρίνονται από την ίδια νεφρική οδό (hOAT 1, 3 ή MRP 4)προσοχήΔεν ενδείκνυται η συγχορήγηση εκτός αν είναι απολύτως απαραίτητο, λόγω πιθανής μεταβολής της φαρμακοκινητικής (π.χ. cidofovir).
-
Χρήση σε παιδιατρικούς ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίααντένδειξηΠληθυσμόςΠαιδιατρικοί ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔεν συνιστάται η χρήση του tenofovir disoproxil. Δεν πρέπει να χορηγείται και πρέπει να διακοπεί εάν αναπτυχθεί νεφρική δυσλειτουργία κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
-
Επιδράσεις στα οστά (μείωση ΟΠ)Το Viread μπορεί να προκαλέσει μείωση της ΟΠ. Οι μακροπρόθεσμες επιδράσεις και ο κίνδυνος καταγμάτων είναι άγνωστοι. Επί ανίχνευσης ή υπόνοιας οστικών διαταραχών στους παιδιατρικούς ασθενείς, πρέπει να λαμβάνεται επιστημονική συμβουλή ενδοκρινολόγου ή/και νεφρολόγου.
-
Εξάρσεις ηπατίτιδας κατά τη θεραπείαΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β, ειδικά με κίρρωσηΑυξήσεις στην ALT ορού μπορεί να συμβούν. Ασθενείς με κίρρωση διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο για έλλειψη ηπατικής αντιρρόπησης, πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
-
Εξάρσεις ηπατίτιδας μετά τη διακοπή της θεραπείαςΠληθυσμόςΑσθενείς που διέκοψαν τη θεραπεία για ηπατίτιδα ΒΟξεία έξαρση της ηπατίτιδας αναφέρθηκε. Η ηπατική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται για τουλάχιστον 6 μήνες μετά τη διακοπή. Σε ασθενείς με προχωρημένη ηπατική νόσο ή κίρρωση, δεν συνιστάται η διακοπή της θεραπείας.
-
Συνυπάρχουσα λοίμωξη από HIV-1 και ηπατίτιδα BΠληθυσμόςΑσθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη HIV/HBVΤο tenofovir disoproxil πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο ως μέρος κατάλληλης συνδυασμένης αντιρετροϊικής αγωγής λόγω κινδύνου ανάπτυξης αντοχής του HIV. Ασθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία πρέπει να παρακολουθούνται. Εξετάστε διακοπή/παύση σε περίπτωση επιδείνωσης της ηπατικής νόσου.
-
Χρήση με συγκεκριμένους αντιικούς παράγοντες για τον ιό της ηπατίτιδας CπροσοχήΗ συγχορήγηση tenofovir disoproxil με ledipasvir/sofosbuvir, sofosbuvir/velpatasvir ή sofosbuvir/velpatasvir/voxilaprevir αυξάνει τις συγκεντρώσεις του tenofovir στο πλάσμα, ειδικά με φαρμακοκινητικό ενισχυτή. Θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι κίνδυνοι/οφέλη, ιδιαίτερα σε ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο νεφρικής δυσλειτουργίας. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με το tenofovir disoproxil.
-
Σωματικό βάρος και μεταβολικές παράμετροιΚατά τη διάρκεια της αντιρετροϊικής θεραπείας ενδέχεται να παρουσιαστεί αύξηση του σωματικού βάρους καθώς και των επιπέδων των λιπιδίων και της γλυκόζης στο αίμα. Η παρακολούθηση των λιπιδίων και της γλυκόζης στο αίμα πρέπει να βασίζεται στις καθιερωμένες κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας του HIV. Οι διαταραχές των λιπιδίων θα πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως ενδείκνυται κλινικά.
-
Μιτοχονδριακή δυσλειτουργία μετά από έκθεση in uteroΠληθυσμόςHIV αρνητικά βρέφη που εκτέθηκαν in utero ή/και μετά τη γέννηση σε νουκλεοσιδικά ανάλογαΈχει αναφερθεί μιτοχονδριακή δυσλειτουργία. Λάβετε υπόψη τα ευρήματα για οποιοδήποτε παιδί που εκτέθηκε in utero σε νουκλεοσ(τ)ιδικά ανάλογα και παρουσιάζει σοβαρά κλινικά ευρήματα αγνώστου αιτιολογίας, ιδίως νευρολογικά ευρήματα.
-
Σύνδρομο επανεργοποίησης του ανοσοποιητικού συστήματοςΠληθυσμόςΑσθενείς με λοίμωξη από τον ιό HIV με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκειαΚατά την έναρξη της CART, μπορεί να εμφανιστεί φλεγμονώδης αντίδραση. Θα πρέπει να εκτιμώνται οποιαδήποτε φλεγμονώδη συμπτώματα και να ορίζεται θεραπεία, όταν απαιτείται. Έχουν αναφερθεί και αυτοάνοσες διαταραχές (π.χ. νόσος Graves, αυτοάνοση ηπατίτιδα).
-
ΟστεονέκρωσηΠληθυσμόςΑσθενείς με προχωρημένη λοίμωξη HIV ή/και μακράς διάρκειας έκθεση σε CARTΟι ασθενείς θα πρέπει να ζητούν ιατρική συμβουλή εάν παρουσιάζουν ενοχλήσεις και άλγος στις αρθρώσεις, δυσκαμψία άρθρωσης ή δυσκολία στην κίνηση.
-
Έκδοχα (Μονοϋδρική λακτόζη)αντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά νοσήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ολική ανεπάρκεια λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
SPC-VIREAD
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
άλλο φαρμακευτικό προϊόν που περιέχει tenofovir disoproxil ή tenofovir alafenamideαντένδειξηΑλληλεπίδραση με φάρμακο που περιέχει την ίδια δραστική ουσίαΣύστασηΤο Viread δεν πρέπει να συγχορηγείται.
-
αντένδειξηΑλληλεπίδραση με παρόμοιο φάρμακοΣύστασηΤο Viread δεν πρέπει να συγχορηγείται.
-
προσοχήΑυξημένη συστηματική έκθεση στη διδανοσίνη (40-60%), αυξημένες ανεπιθύμητες ενέργειες (παγκρεατίτιδα, γαλακτική οξέωση, μείωση CD4, ιολογική αποτυχία)ΣύστασηΗ συγχορήγηση δεν συνιστάται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
φαρμακευτικά προϊόντα που ελαττώνουν τη νεφρική λειτουργία ή ανταγωνίζονται για ενεργό σωληναριακή απέκκριση (π.χ. cidofovir, αμινογλυκοσίδες, αμφοτερικίνη Β, φοσκαρνέτη, γκανσικλοβίρη, πενταμιδίνη, βανκομυκίνη, ιντερλευκίνη-2)προσοχήΑύξηση των συγκεντρώσεων του tenofovir ή/και των συγχορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων στον ορόΣύστασηΗ χρήση του tenofovir disoproxil πρέπει να αποφεύγεται με συγχορήγηση ή πρόσφατη χρήση νεφροτοξικού φαρμακευτικού προϊόντος (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
προσοχήΜπορεί να επηρεάσει τη νεφρική λειτουργίαΣύστασηΣυνιστάται στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας.
-
προσοχήΜείωση AUC, Cmax, Cmin του Atazanavir (25-28%), αύξηση AUC, Cmax, Cmin του Tenofovir (29-37%)ΣύστασηΔεν συνιστάται αναπροσαρμογή της δόσης. Η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται στενά (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Lopinavir, RitonavirπροσοχήΚαμία σημαντική επίδραση σε Lopinavir/Ritonavir, αύξηση AUC, Cmin του Tenofovir (32-51%)ΣύστασηΔεν συνιστάται αναπροσαρμογή της δόσης. Η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται στενά (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Καμία σημαντική επίδραση σε Darunavir/Ritonavir, αύξηση AUC, Cmin του Tenofovir (22-37%)ΣύστασηΔεν συνιστάται αναπροσαρμογή της δόσης. Η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται στενά (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Ledipasvir/Sofosbuvir + Atazanavir/Ritonavir + Emtricitabine/Tenofovir disoproxilπροσοχήΑύξηση Ledipasvir (AUC↑96%, Cmax↑68%, Cmin↑118%), αύξηση GS-3310072 Cmin (42%), αύξηση Atazanavir Cmin (63%), αύξηση Ritonavir Cmin (45%), αύξηση Tenofovir (Cmax↑47%, Cmin↑47%). Αυξημένες ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με tenofovir disoproxil, συμπεριλαμβανομένων νεφρικών διαταραχών.ΣύστασηΟ συνδυασμός θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή και με συχνή νεφρική παρακολούθηση, εφόσον δεν υπάρχουν διαθέσιμες άλλες εναλλακτικές επιλογές (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Ledipasvir/Sofosbuvir + Darunavir/Ritonavir + Emtricitabine/Tenofovir disoproxilπροσοχήΜείωση Sofosbuvir (AUC↓27%, Cmax↓37%), αύξηση Ritonavir Cmin (48%), αύξηση Tenofovir (AUC↑50%, Cmax↑64%, Cmin↑59%). Αυξημένες ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με tenofovir disoproxil, συμπεριλαμβανομένων νεφρικών διαταραχών.ΣύστασηΟ συνδυασμός θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή και με συχνή νεφρική παρακολούθηση, εφόσον δεν υπάρχουν διαθέσιμες άλλες εναλλακτικές επιλογές (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
προσοχήΜείωση Ledipasvir (AUC↓34%, Cmax↓34%, Cmin↓34%), αύξηση Tenofovir (AUC↑98%, Cmax↑79%, Cmin↑163%). Αυξημένες ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με tenofovir disoproxil, συμπεριλαμβανομένων νεφρικών διαταραχών.ΣύστασηΔεν συνιστάται αναπροσαρμογή της δόσης. Η νεφρική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται στενά (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
προσοχήΑύξηση Tenofovir (AUC↑40%, Cmin↑91%). Αυξημένες ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με tenofovir disoproxil, συμπεριλαμβανομένων νεφρικών διαταραχών.ΣύστασηΔεν συνιστάται αναπροσαρμογή της δόσης. Η νεφρική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται στενά (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Ledipasvir/Sofosbuvir + Dolutegravir + Emtricitabine/Tenofovir disoproxilπροσοχήΑύξηση Tenofovir (AUC↑65%, Cmax↑61%, Cmin↑115%). Αυξημένες ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με tenofovir disoproxil, συμπεριλαμβανομένων νεφρικών διαταραχών.ΣύστασηΔεν συνιστάται αναπροσαρμογή της δόσης. Η νεφρική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται στενά (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
προσοχήΑύξηση GS-3310072 Cmin (42%), αύξηση Velpatasvir (AUC↑142%, Cmax↑55%, Cmin↑301%), αύξηση Atazanavir Cmin (39%), αύξηση Ritonavir Cmin (29%), αύξηση Tenofovir (Cmax↑55%, Cmin↑39%). Αυξημένες ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με tenofovir disoproxil, συμπεριλαμβανομένων νεφρικών διαταραχών.ΣύστασηΟ συνδυασμός θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή και με συχνή νεφρική παρακολούθηση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
προσοχήΜείωση Sofosbuvir (AUC↓28%, Cmax↓38%), μείωση Velpatasvir Cmax (24%), αύξηση Tenofovir (AUC↑39%, Cmax↑55%, Cmin↑52%). Αυξημένες ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με tenofovir disoproxil, συμπεριλαμβανομένων νεφρικών διαταραχών.ΣύστασηΟ συνδυασμός θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή και με συχνή νεφρική παρακολούθηση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
προσοχήΜείωση Sofosbuvir (AUC↓29%, Cmax↓41%), μείωση Velpatasvir Cmax (30%), αύξηση Velpatasvir Cmin (63%), αύξηση Tenofovir Cmax (42%). Αυξημένες ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με tenofovir disoproxil, συμπεριλαμβανομένων νεφρικών διαταραχών.ΣύστασηΟ συνδυασμός θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή και με συχνή νεφρική παρακολούθηση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
προσοχήΜείωση Raltegravir Cmin (21%), αύξηση Tenofovir (AUC↑40%, Cmax↑46%, Cmin↑70%). Αυξημένες ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με tenofovir disoproxil, συμπεριλαμβανομένων νεφρικών διαταραχών.ΣύστασηΔεν συνιστάται αναπροσαρμογή της δόσης. Η νεφρική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται στενά (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
αντένδειξηΑύξηση Sofosbuvir Cmax (38%), μείωση Velpatasvir (AUC↓53%, Cmax↓47%, Cmin↓57%), αύξηση Tenofovir (AUC↑81%, Cmax↑77%, Cmin↑121%). Μείωση συγκεντρώσεων velpatasvir στο πλάσμα.ΣύστασηΗ συγχορήγηση sofosbuvir/velpatasvir με θεραπευτικά σχήματα που περιέχουν efavirenz δεν συνιστάται.
-
προσοχήΑύξηση Tenofovir (AUC↑40%, Cmax↑44%, Cmin↑84%). Αυξημένες ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με tenofovir disoproxil, συμπεριλαμβανομένων νεφρικών διαταραχών.ΣύστασηΔεν συνιστάται αναπροσαρμογή της δόσης. Η νεφρική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται στενά (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
προσοχήΜείωση Sofosbuvir Cmax (30%), αύξηση Voxilaprevir (AUC↑143%, Cmax↑72%, Cmin↑300%), μείωση Darunavir Cmin (34%), αύξηση Ritonavir (AUC↑45%, Cmax↑60%), αύξηση Tenofovir (AUC↑39%, Cmax↑48%, Cmin↑47%). Αυξημένες ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με tenofovir disoproxil, συμπεριλαμβανομένων νεφρικών διαταραχών.ΣύστασηΟ συνδυασμός θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή και με συχνή νεφρική παρακολούθηση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
παρακολούθησηΜείωση Sofosbuvir Cmax (19%), μείωση GS-3310072 Cmax (23%), αύξηση Tenofovir Cmax (25%)ΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
Emtricitabine, λαμιβουδίνη, ινδιναβίρη, efavirenz, nelfinavir, saquinavir (ενισχυμένου με ritonavir), μεθαδόνη, ribavirin, rifampicin, tacrolimus (μελέτες), norgestimate, ethinyl oestradiolπαρακολούθησηΔεν υπήρξαν κλινικά σημαντικές φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσειςΣύστασηΔεν υπήρξαν κλινικά σημαντικές φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις.
sick
SPC-VIREAD
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Υποφωσφαταιμία
- Υποκαλιαιμία
- Γαλακτική οξέωση
- Ζάλη
- Διάρροια
- Έμετος
- Ναυτία
- Μετεωρισμός
- Παγκρεατίτιδα
- αυξημένες αμινοτρανφεράσες
- Ηπατική στεάτωση
- Ηπατίτιδα
- Εξάνθημα
- Αγγειοοίδημα
- Ραβδομυόλυση
- Μυϊκή αδυναμία
- Μυοπάθεια
- οστεομαλακία (που εκδηλώνεται ως οστικό άλγος και συμβάλλει όχι συχνά σε κατάγματα)
- Αυξημένη κρεατινίνη
- κεντρική νεφρική σωληναριοπάθεια (συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Fanconi)
- νεφρίτις (συμπεριλαμβανομένης οξείας διάμεσης νεφρίτιδας)
- Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Οξεία σωληναριακή νέκρωση
- Νεφρογενής άποιος διαβήτης
- Καταβολή
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΖάληΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚαταβολήΓενικές
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΥποφωσφαταιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
Συχνέςαυξημένες αμινοτρανφεράσεςΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Όχι συχνέςΑυξημένη κρεατινίνηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΜυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςκεντρική νεφρική σωληναριοπάθεια (συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Fanconi)Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣπάνιεςΑγγειοοίδημαΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΓαλακτική οξέωσηΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΗπατική στεάτωσηΉπαρ
-
ΣπάνιεςΜυοπάθειαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΝεφρογενής άποιος διαβήτηςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΟξεία νεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΟξεία σωληναριακή νέκρωσηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Σπάνιεςνεφρίτις (συμπεριλαμβανομένης οξείας διάμεσης νεφρίτιδας)Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Σπάνιεςοστεομαλακία (που εκδηλώνεται ως οστικό άλγος και συμβάλλει όχι συχνά σε κατάγματα)Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
pregnant_woman
SPC-VIREAD
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΗ χρήση του tenofovir disoproxil θα μπορούσε να αποφασιστεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εάν αυτή κρίνεται απαραίτητη.Τα δεδομένα από μεγάλο αριθμό εγκύων γυναικών (περισσότερες από 1.000 περιπτώσεις έκβασης εγκυμοσύνης) δεν καταδεικνύουν την ύπαρξη συγγενών διαμαρτιών ή τοξικότητας στο έμβρυο/νεογνό σχετιζόμενης με το tenofovir disoproxil. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Στη βιβλιογραφία, η έκθεση στο tenofovir disoproxil κατά το τρίτο τρίμηνο της κύησης έχει καταδειχθεί ότι μειώνει τον κίνδυνο μετάδοσης του HBV από τη μητέρα στο βρέφος εάν το tenofovir disoproxil χορηγηθεί στη μητέρα, επιπρόσθετα της χορήγησης ανοσοσφαιρίνης κατά της ηπατίτιδας Β και εμβολίου κατά της ηπατίτιδας Β στα βρέφη. Σε τρεις ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές, συνολικά 327 έγκυες γυναίκες με χρόνια HBV λοίμωξη έλαβαν tenofovir disoproxil (245 mg) μία φορά την ημέρα από την 28η έως την 32η εβδομάδα κύησης έως και 1 με 2 μήνες μετά τον τοκετό. Οι γυναίκες και τα βρέφη παρακολουθούνταν για έως 12 μήνες μετά τον τοκετό. Δεν προέκυψε κανένα σήμα ασφάλειας από αυτά τα δεδομένα.
-
ΓαλουχίαΤο Viread δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την διάρκεια του θηλασμού. Ως γενικός κανόνας, δεν συνιστάται σε γυναίκες που έχουν προσβληθεί από τον ιό HIV να θηλάζουν τα βρέφη τους, προκειμένου να αποφευχθεί μετάδοση του HIV στο βρέφος.Το tenofovir έχει αποδειχθεί ότι απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Υπάρχουν ανεπαρκείς πληροφορίες σχετικά με την επίδραση του tenofovir στα νεογέννητα/βρέφη.
-
ΓονιμότηταΥπάρχουν περιορισμένα κλινικά δεδομένα σχετικά με τις επιπτώσεις του tenofovir disoproxil στη γονιμότητα. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν επικίνδυνες επιπτώσεις του tenofovir disoproxil στη γονιμότητα.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-VIREAD
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-VIREAD
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
-
Κάθαρση κρεατινίνης
· πριν την έναρξη της αγωγής, μετά από 2-4 εβδομάδες αγωγής, μετά από 3 μήνες αγωγής, στη συνέχεια κάθε 3-6 μήνες
Ασθενείς χωρίς νεφρικούς παράγοντες κινδύνου
-
Φώσφορος ορού
· πριν την έναρξη της αγωγής, μετά από 2-4 εβδομάδες αγωγής, μετά από 3 μήνες αγωγής, στη συνέχεια κάθε 3-6 μήνες
Ασθενείς χωρίς νεφρικούς παράγοντες κινδύνου
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Νεφρική λειτουργία | water_dropΝεφρική λειτουργία | συχνότερη παρακολούθηση | Κίνδυνος νεφρικής δυσλειτουργίας |
| εβδομαδιαία | Συγχορήγηση tenofovir disoproxil με νεφροτοξικές ουσίες | ||
| επαρκής παρακολούθηση | Συγχορήγηση tenofovir disoproxil με ΜΣΑΦ | ||
| στενή παρακολούθηση | Υπό tenofovir disoproxil με αναστολέα πρωτεάσης ενισχυμένο με ritonavir ή cobicistat | ||
| εβδομαδιαία | Συγχορήγηση φαρμάκων που εκκρίνονται από την ίδια νεφρική οδό | ||
| Ηπατική λειτουργία | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | σε επαναλαμβανόμενα διαστήματα για τουλάχιστον 6 μήνες | Μετά τη διακοπή θεραπείας για ηπατίτιδα B |
| Κάλιο αίματος (K⁺) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | εντός μιας εβδομάδας | Παιδιατρικός ασθενής με φώσφορο ορού < 3,0 mg/dl |
| Φώσφορος ορού | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | εντός μιας εβδομάδας | Παιδιατρικός ασθενής με φώσφορο ορού < 3,0 mg/dl |
| Γλυκόζη αίματος | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | εντός μιας εβδομάδας | Παιδιατρικός ασθενής με φώσφορο ορού < 3,0 mg/dl |
| βασισμένη στις καθιερωμένες κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας του HIV | Κατά τη διάρκεια της αντιρετροϊικής θεραπείας | ||
| Λιπίδια αίματος | monitoringΛιπιδαιμικός έλεγχος | βασισμένη στις καθιερωμένες κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας του HIV | Κατά τη διάρκεια της αντιρετροϊικής θεραπείας |
| Γλυκόζη ούρων | humidity_midΟυρολογικός / ανάλυση ούρων | εντός μιας εβδομάδας | Παιδιατρικός ασθενής με φώσφορο ορού < 3,0 mg/dl |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκου | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | πρέπει να παρακολουθούνται | Συγχορήγηση ledipasvir/sofosbuvir, sofosbuvir/velpatasvir ή sofosbuvir/velpatasvir/voxilaprevir με tenofovir disoproxil και ενισχυμένο αναστολέα πρωτεάσης του HIV |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-VIREAD
expand_more
Δοσολογία
Η αγωγή πρέπει να χορηγηθεί από γιατρό εξειδικευμένο στη θεραπεία HIV λοιμώξεων και/ή τη θεραπεία της χρόνιας ηπατίτιδας Β.
Δοσολογία
HIV-1 και χρόνια ηπατίτιδα Β Η συνιστώμενη δόση για τη θεραπεία της λοίμωξης από τον ιό HIV-1 και της χρόνιας ηπατίτιδας Β σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6 έως < 12 ετών, που ζυγίζουν 17 kg έως < 22 kg, οι οποίοι είναι ικανοί να καταπιούν επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία, είναι ένα δισκίο των 123 mg μία φορά την ημέρα, λαμβανόμενο από του στόματος μαζί με την τροφή.
Παρακαλούμε ανατρέξτε στις Περιλήψεις των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος για τα Viread 163 mg και 204 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία για τη θεραπεία της λοίμωξης από HIV-1 και της χρόνιας ηπατίτιδας B σε παιδιατρικούς ασθενείς, ηλικίας 6 έως < 12 ετών, που ζυγίζουν 22 kg έως < 28 kg και 28 kg έως < 35 kg, αντίστοιχα.
Το Viread είναι επίσης διαθέσιμο ως 33 mg/g κόκκοι για τη θεραπεία της λοίμωξης από τον ιό HIV-1 και της χρόνιας ηπατίτιδας B σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 2 έως < 12 ετών, που ζυγίζουν < 17 kg ή οι οποίοι δεν είναι ικανοί να καταπιούν επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία. Παρακαλούμε ανατρέψτε στην Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος για το Viread 33 mg/g κόκκοι.
Η απόφαση για τη θεραπεία των παιδιατρικών ασθενών θα πρέπει να βασίζεται στην προσεκτική εξέταση των εξατομικευμένων αναγκών του ασθενούς και με αναφορά στις τρέχουσες παιδιατρικές κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας, συμπεριλαμβανομένης της τιμής των αρχικών ιστολογικών πληροφοριών. Τα οφέλη της μακροχρόνιας ιολογικής καταστολής με τη συνέχιση της θεραπείας πρέπει να σταθμίζονται έναντι του κινδύνου της παρατεταμένης θεραπείας, συμπεριλαμβανομένης της εμφάνισης ανθεκτικού ιού ηπατίτιδας Β και της αβεβαιότητας σχετικά με τον μακροχρόνιο αντίκτυπο της οστικής και νεφρικής τοξικότητας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Η ALT ορού θα πρέπει να είναι σταθερά αυξημένη για τουλάχιστον 6 μήνες πριν από τη θεραπεία των παιδιατρικών ασθενών με αντιρροπούμενη ηπατική νόσο λόγω HBeAg θετικής χρόνιας ηπατίτιδας Β, και για τουλάχιστον 12 μήνες στους ασθενείς με HBeAg αρνητική νόσο.
Διάρκεια της θεραπείας σε παιδιατρικούς ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β
Η βέλτιστη διάρκεια της θεραπείας είναι άγνωστη. Μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας ως εξής:
- Στους HBeAg θετικούς ασθενείς χωρίς κίρρωση, η θεραπεία πρέπει να χορηγείται για τουλάχιστον 12 μήνες αφού επιβεβαιωθεί η HBe ορομετατροπή (HBeAg αρνητικοποίηση και HBV DNA αρνητικοποίηση με αντι-HBe ανίχνευση σε δύο διαδοχικά δείγματα ορού με μεσοδιάστημα τουλάχιστον 3-6 μηνών) ή μέχρι την HBs ορομετατροπή ή μέχρι να υπάρξουν ενδείξεις για απώλεια αποτελεσματικότητας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Τα επίπεδα ALT και HBV DNA ορού θα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά μετά από τη διακοπή της θεραπείας για την ανίχνευση οποιασδήποτε όψιμης ιολογικής υποτροπής.
- Στους HBeAg αρνητικούς ασθενείς χωρίς κίρρωση, η θεραπεία πρέπει να χορηγείται τουλάχιστον μέχρι την HBs ορομετατροπή ή μέχρι να υπάρξουν ενδείξεις για απώλεια αποτελεσματικότητας. Μπορεί να εξεταστεί, επίσης, το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας μετά από την επίτευξη σταθερής ιολογικής καταστολής (δηλ. για τουλάχιστον 3 έτη) αρκεί τα επίπεδα ALT και HBV DNA να παρακολουθούνται τακτικά μετά από τη διακοπή της θεραπείας για την ανίχνευση τυχόν όψιμης ιολογικής υποτροπής. Σε περίπτωση παραταταμένης θεραπείας για περισσότερο από 2 έτη, συνιστάται τακτική επαναξιολόγηση για να επιβεβαιωθεί ότι η συνέχιση της επιλεγμένης θεραπείας παραμένει κατάλληλη για τον ασθενή.
Δόση που παραλείφθηκε
Εάν ένας ασθενής παραλείψει κάποια δόση του Viread εντός 12 ωρών από την κανονική ώρα λήψης της δόσης, ο ασθενής πρέπει να πάρει το Viread μαζί με τροφή όσο το δυνατό γρηγορότερα και να συνεχίσει το κανονικό του δοσολογικό πρόγραμμα. Εάν ένας ασθενής παραλείψει κάποια δόση του Viread για περισσότερο από 12 ώρες και πλησιάζει η ώρα για την επόμενη δόση, ο ασθενής δεν πρέπει να πάρει τη δόση που παρέλειψε, αλλά απλά να συνεχίσει το κανονικό δοσολογικό πρόγραμμα. Εάν ο ασθενής κάνει εμετό εντός 1 ώρας από τη λήψη του Viread, πρέπει να πάρει ένα άλλο δισκίο. Εάν ο ασθενής κάνει εμετό αφού περάσει περισσότερο από 1 ώρα μετά τη λήψη του Viread, δεν χρειάζεται να πάρει άλλη δόση.
Ειδικοί πληθυσμοί
Νεφρική δυσλειτουργία Η χρήση του tenofovir disoproxil δεν συνιστάται σε παιδιατρικούς ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ηπατική δυσλειτουργία Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
Αν τα Viread 123 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία διακοπούν σε ασθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό HIV και τον ιό της ηπατίτιδας Β (HBV), οι ασθενείς αυτοί πρέπει να παρακολουθούνται στενά για ένδειξη έξαρσης της ηπατίτιδας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του tenofovir disoproxil σε παιδιά ηλικίας κάτω των 2 ετών που έχουν προσβληθεί από τον ιό HIV-1 ή σε παιδιά με χρόνια ηπατίτιδα Β δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Τρόπος χορήγησης
Τα Viread 123 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία πρέπει να λαμβάνονται μία φορά την ημέρα, από του στόματος μαζί με την τροφή.
block
Αντενδείξεις
SPC-VIREAD
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-VIREAD
expand_more
Προειδοποιήσεις
Γενικά
Δοκιμασία αντισωμάτων HIV πρέπει να παρέχεται σε όλους τους ασθενείς με λοίμωξη από τον ιό HBV πριν από την έναρξη της θεραπείας με tenofovir disoproxil (βλ. παρακάτω Συνυπάρχουσα λοίμωξη από HIV-1 και ηπατίτιδα B).
HIV-1
Αν και η αποτελεσματική ιολογική καταστολή με αντιρετροϊική θεραπεία έχει αποδειχθεί ότι μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο μετάδοσης του ιού με σεξουαλική επαφή, δεν μπορεί να αποκλειστεί υπολειπόμενος κίνδυνος. Θα πρέπει να λαμβάνονται προφυλάξεις σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες.
Ηπατίτιδα B
Οι ασθενείς πρέπει να πληροφορούνται ότι το tenofovir disoproxil δεν έχει αποδειχθεί ότι αποτρέπει τον κίνδυνο μετάδοσης του HBV σε άλλους μέσω σεξουαλικής επαφής ή μόλυνσης μέσω του αίματος. Θα πρέπει να εξακολουθήσουν να λαμβάνονται κατάλληλες προφυλάξεις.
Συγχορήγηση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων
- Το Viread δεν πρέπει να συγχορηγείται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν tenofovir disoproxil ή tenofovir alafenamide.
- Το Viread δεν πρέπει να συγχορηγείται με adefovir dipivoxil.
- Η συγχορήγηση του tenofovir disoproxil με διδανοσίνη δεν συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Θεραπεία τριπλού συνδυασμού με νουκλεοσίδια/νουκλεοτίδια
Έχουν υπάρξει αναφορές με υψηλό ποσοστό ιολογικής αποτυχίας και ανάπτυξης αντοχής σε πρώιμο στάδιο σε ασθενείς με HIV, όταν το tenofovir disoproxil συνδυάστηκε με λαμιβουδίνη και abacavir, όπως επίσης και με λαμιβουδίνη και διδανοσίνη ως θεραπευτικό σχήμα εφ’ άπαξ ημερησίως.
Επιδράσεις στους νεφρούς και στα οστά στον ενήλικο πληθυσμό
Επιδράσεις στους νεφρούς
Το tenofovir απεκκρίνεται κυρίως μέσω των νεφρών. Νεφρική έκπτωση, νεφρική δυσλειτουργία, αυξημένη κρεατινίνη, υποφωσφαταιμία και κεντρική σωληναριοπάθεια (συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Fanconi), έχουν αναφερθεί στην κλινική πράξη με τη χρήση του tenofovir disoproxil (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Νεφρική δυσλειτουργία
Η νεφρική ασφάλεια για το tenofovir έχει μελετηθεί μόνο σε πολύ μικρό βαθμό σε ενήλικες ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 80 ml/min).
Επιδράσεις στα οστά
Σε ελεγχόμενη κλινική μελέτη διάρκειας 144 εβδομάδων κατά την οποία συγκρίθηκαν το tenofovir disoproxil με τη stavudine χορηγούμενα σε συνδυασμό με λαμιβουδίνη και εφαβιρένζη σε πρωτοθεραπευόμενους με αντιρετροϊκή θεραπεία ενήλικες ασθενείς με λοίμωξη από τον ιό HIV, παρατηρήθηκαν μικρές μειώσεις της οστικής πυκνότητας (ΟΠ) στο ισχίο και στη σπονδυλική στήλη και στις δύο ομάδες θεραπείας. Οι μειώσεις της ΟΠ στη σπονδυλική στήλη και οι μεταβολές των βιοχημικών δεικτών των οστών από την έναρξη της μελέτης, ήταν σημαντικά μεγαλύτερες στην ομάδα θεραπείας με το tenofovir disoproxil την 144η εβδομάδα. Οι μειώσεις της ΟΠ στο ισχίο ήταν σημαντικά μεγαλύτερες στην ομάδα αυτή μέχρι την 96η εβδομάδα. Εν τούτοις, δεν υπήρξε αυξημένος κίνδυνος καταγμάτων ή ένδειξη για κλινικά συσχετιζόμενες οστικές διαταραχές καθ’όλη την περίοδο των 144 εβδομάδων.
Σε άλλες μελέτες (προοπτικές και συγχρονικές), οι πιο έντονες μειώσεις στην ΟΠ παρατηρήθηκαν σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με tenofovir disoproxil ως μέρος ενός θεραπευτικού σχήματος που περιείχε ενισχυμένο αναστολέα πρωτεάσης. Θα πρέπει να εξετάζονται εναλλακτικά θεραπευτικά σχήματα για ασθενείς με οστεοπόρωση που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο για κατάγματα.
Οστικές διαταραχές (που συμβάλλουν όχι συχνά σε κατάγματα) μπορεί να σχετίζονται με κεντρική νεφρική σωληναριοπάθεια (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Επιδράσεις στους νεφρούς και στα οστά στον παιδιατρικό πληθυσμό
Υπάρχουν αβεβαιότητες σε σχέση με τις μακροχρόνιες επιδράσεις της οστικής και της νεφρικής τοξικότητας. Επιπλέον, η αναστρεψιμότητα της νεφρικής τοξικότητας δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί πλήρως. Συνεπώς, συνιστάται μια διεπιστημονική προσέγγιση για την επαρκή εκτίμηση κατά περίπτωση της ισορροπίας οφελών/κινδύνων της θεραπείας, την απόφαση της κατάλληλης παρακολούθησης κατά τη διάρκεια της θεραπείας (συμπεριλαμβανομένης της απόφασης για την απόσυρση της θεραπείας) και την εξέταση της ανάγκης για συμπλήρωση.
Επιδράσεις στους νεφρούς
Έχουν αναφερθεί νεφρικές ανεπιθύμητες ενέργειες συμβατές με κεντρική νεφρική σωληναριοπάθεια σε παιδιατρικούς ασθενείς που έχουν προσβληθεί από τον ιό HIV-1, ηλικίας 2 έως < 12 ετών, στην κλινική μελέτη GS-US-104-0352 (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοδυναμικές).
Νεφρική διαχείριση
Αν ο φώσφορος ορού επιβεβαιωθεί ότι είναι < 3,0 mg/dl (0,96 mmol/l) σε κάθε παιδιατρικό ασθενή που λαμβάνει tenofovir disoproxil, η νεφρική λειτουργία θα πρέπει να επανεξεταστεί εντός μιας εβδομάδας, συμπεριλαμβανομένων και μετρήσεων των συγκεντρώσεων γλυκόζης αίματος, καλίου αίματος και γλυκόζης ούρων (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες, κεντρική σωληναριοπάθεια). Επί υπόνοιας ή ανίχνευσης νεφρικών διαταραχών πρέπει να λαμβάνεται η συμβουλή νεφρολόγου προκειμένου να εξεταστεί η διακοπή της θεραπείας με tenofovir disoproxil. Η διακοπή της θεραπείας με tenofovir disoproxil θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη στην περίπτωση προοδευτικής μείωσης της νεφρικής λειτουργίας όταν δεν έχει αναγνωριστεί κάποια άλλη αιτία.
Συγχορήγηση και κίνδυνος νεφρικής τοξικότητας
Η χρήση του tenofovir disoproxil πρέπει να αποφεύγεται με συγχορήγηση ή πρόσφατη χρήση νεφροτοξικού φαρμακευτικού προϊόντος (π.χ. αμινογλυκοσίδες, αμφοτερικίνη Β, φοσκαρνέτη, γκανσικλοβίρη, πενταμιδίνη, βανκομυκίνη, cidofovir ή ιντερλευκίνη-2). Αν η ταυτόχρονη χορήγηση του tenofovir disoproxil με νεφροτοξικές ουσίες είναι αναπόφευκτη, η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται εβδομαδιαία.
Περιπτώσεις οξείας νεφρικής ανεπάρκειας μετά την έναρξη υψηλής δόσης ή πολλαπλών μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων (ΜΣΑΦ) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς οι οποίοι έλαβαν θεραπεία με tenofovir disoproxil και με παράγοντες κινδύνου για νεφρική δυσλειτουργία. Εάν το tenofovir disoproxil συγχορηγείται με ένα ΜΣΑΦ, η νεφρική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται επαρκώς.
Υψηλότερος κίνδυνος νεφρικής δυσλειτουργίας έχει αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν tenofovir disoproxil σε συνδυασμό με αναστολέα πρωτεάσης ενισχυμένο με ritonavir ή cobicistat. Απαιτείται στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Σε ασθενείς με νεφρικούς παράγοντες κινδύνου, η συγχορήγηση του tenofovir disoproxil με ενισχυμένο αναστολέα πρωτεάσης θα πρέπει να αξιολογείται προσεκτικά.
Το tenofovir disoproxil δεν έχει κλινικά αξιολογηθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία εκκρίνονται από την ίδια νεφρική οδό, συμπεριλαμβανομένων των μεταφερουσών πρωτεϊνών human organic anion transporter (hOAT) 1 και 3 ή MRP 4 (π.χ. cidofovir, ένα γνωστό νεφροτοξικό φαρμακευτικό προϊόν). Αυτές οι νεφρικές μεταφέρουσες πρωτεΐνες ενδέχεται να είναι υπεύθυνες για τη σωληναριακή έκκριση και εν μέρει, τη νεφρική απέκκριση του tenofovir και του cidofovir. Συνεπώς, η φαρμακοκινητική αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων, τα οποία εκκρίνονται από την ίδια νεφρική οδό συμπεριλαμβανομένων των μεταφερουσών πρωτεϊνών hOAT 1 και 3 ή MRP 4, μπορεί να μεταβληθεί αν χορηγηθούν ταυτόχρονα. Εκτός αν είναι απολύτως απαραίτητο, δεν ενδείκνυται η συγχορήγηση αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων τα οποία απεκκρίνονται από την ίδια νεφρική οδό, αλλά αν είναι αναπόφευκτο, η νεφρική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται εβδομαδιαία (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Νεφρική δυσλειτουργία
Η χρήση του tenofovir disoproxil δεν συνιστάται σε παιδιατρικούς ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία). Το tenofovir disoproxil δεν πρέπει να χορηγηθεί σε παιδιατρικούς ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία και πρέπει να διακοπεί σε παιδιατρικούς ασθενείς που αναπτύσσουν νεφρική δυσλειτουργία κατά τη διάρκεια της θεραπείας με tenofovir disoproxil.
Επιδράσεις στα οστά
Το Viread μπορεί να προκαλέσει μείωση της ΟΠ. Οι επιδράσεις των σχετιζόμενων με το tenofovir disoproxil μεταβολών της ΟΠ στη μακροπρόθεσμη υγεία των οστών και ο κίνδυνος μελλοντικών καταγμάτων δεν είναι γνωστά επί του παρόντος (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Επί ανίχνευσης ή υπόνοιας οστικών διαταραχών στους παιδιατρικούς ασθενείς, πρέπει να λαμβάνεται η κατάλληλη επιστημονική συμβουλή ενδοκρινολόγου ή/και νεφρολόγου.
Ηπατική νόσος
Το tenofovir και το tenofovir disoproxil δεν μεταβολίζονται από τα ηπατικά ένζυμα. Μια φαρμακοκινητική μελέτη πραγματοποιήθηκε σε ενήλικες ασθενείς οι οποίοι δεν είχαν προσβληθεί από τον ιό HIV με ποικίλους βαθμούς ηπατικής δυσλειτουργίας. Δεν παρατηρήθηκε σημαντική φαρμακοκινητική μεταβολή σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Εξάρσεις ηπατίτιδας
Εξάρσεις κατά τη θεραπεία
Αυθόρμητες εξάρσεις στη χρόνια ηπατίτιδα B είναι σχετικά συχνές και χαρακτηρίζονται από παροδικές αυξήσεις στην ALT ορού. Μετά την έναρξη της αντιρετροϊικής θεραπείας, η ALT ορού μπορεί να αυξηθεί σε ορισμένους ασθενείς (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Σε ασθενείς με αντιρροπούμενη ηπατική νόσο, αυτές οι αυξήσεις στην ALT ορού γενικά δεν συνοδεύονται από αύξηση στις συγκεντρώσεις χολερυθρίνης ορού ή στην έλλειψη ηπατικής αντιρρόπησης. Οι ασθενείς με κίρρωση μπορεί να διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο για έλλειψη ηπατικής αντιρρόπησης μετά από μια έξαρση της ηπατίτιδας και συνεπώς, πρέπει να παρακολουθούνται στενά κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Εξάρσεις μετά τη διακοπή της θεραπείας
Οξεία έξαρση της ηπατίτιδας αναφέρθηκε επίσης σε ασθενείς που είχαν διακόψει τη θεραπεία για ηπατίτιδα B. Οι εξάρσεις μετά τη θεραπεία συνήθως σχετίζονται με αύξηση του HBV DNA και στην πλειοψηφία τους φαίνεται ότι είναι αυτοπεριοριζόμενες. Εν τούτοις, έχουν αναφερθεί σοβαρές εξάρσεις, συμπεριλαμβανομένων και θανάτων. Η ηπατική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται σε επαναλαμβανόμενα διαστήματα με κλινικό και εργαστηριακό επακόλουθο έλεγχο για τουλάχιστον 6 μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας για ηπατίτιδα B. Εάν χρειάζεται, μπορεί να δικαιολογείται η συνέχιση της θεραπείας για ηπατίτιδα B. Σε ασθενείς με προχωρημένη ηπατική νόσο ή κίρρωση, δεν συνιστάται η διακοπή της θεραπείας, εφόσον η έξαρση της ηπατίτιδας μετά τη θεραπεία μπορεί να οδηγήσει σε έλλειψη ηπατικής αντιρρόπησης.
Οι ηπατικές εξάρσεις είναι ιδιαιτέρως σοβαρές και ορισμένες φορές μοιραίες σε ασθενείς με μη αντιρροπούμενη ηπατική νόσο.
Συνυπάρχουσα λοίμωξη από ηπατίτιδα C ή D
Δεν υπάρχουν δεδομένα για την αποτελεσματικότητα του tenofovir σε ασθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας C ή D.
Συνυπάρχουσα λοίμωξη από HIV-1 και ηπατίτιδα B
Λόγω του κινδύνου ανάπτυξης αντοχής του HIV, το tenofovir disoproxil πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο ως μέρος μιας κατάλληλης συνδυασμένης αντιρετροϊικής αγωγής σε ασθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τους ιούς HIV/HBV. Ασθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία, συμπεριλαμβανομένης της χρόνιας ενεργού ηπατίτιδας, έχουν αυξημένη συχνότητα εμφάνισης ανωμαλιών στην ηπατική λειτουργία κατά τη διάρκεια συνδυασμένης αντιρετροϊικής αγωγής (CART) και πρέπει να παρακολουθούνται σύμφωνα με την καθιερωμένη πρακτική. Σε περίπτωση επιδείνωσης της ηπατικής νόσου σε αυτή την κατηγορία των ασθενών, πρέπει να εξετάζεται η διακοπή ή η οριστική παύση της θεραπείας. Εν τούτοις, πρέπει να σημειωθεί ότι αυξήσεις στην ALT μπορεί να αποτελούν μέρος της κάθαρσης HBV κατά τη διάρκεια της θεραπείας με tenofovir, βλ. παραπάνω Εξάρσεις ηπατίτιδας.
Χρήση με συγκεκριμένους αντιικούς παράγοντες για τον ιό της ηπατίτιδας C
Έχει διαπιστωθεί ότι η συγχορήγηση tenofovir disoproxil με ledipasvir/sofosbuvir, sofosbuvir/velpatasvir ή sofosbuvir/velpatasvir/voxilaprevir αυξάνει τις συγκεντρώσεις του tenofovir στο πλάσμα, ειδικότερα στην περίπτωση που χρησιμοποιείται μαζί με κάποια αγωγή για τον HIV που περιέχει tenofovir disoproxil και κάποιον φαρμακοκινητικό ενισχυτή (ritonavir ή cobicistat). Δεν έχει αποδειχθεί η ασφάλεια του tenofovir disoproxil στο πλαίσιο της παρουσίας ledipasvir/sofosbuvir, sofosbuvir/velpatasvir ή sofosbuvir/velpatasvir/voxilaprevir και κάποιου φαρμακοκινητικού ενισχυτή. Θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι πιθανοί κίνδυνοι και τα πιθανά οφέλη που σχετίζονται με τη συγχορήγηση ledipasvir/sofosbuvir, sofosbuvir/velpatasvir ή sofosbuvir/velpatasvir/voxilaprevir με tenofovir disoproxil όταν δίνονται σε συνδυασμό με κάποιον ενισχυμένο αναστολέα πρωτεάσης του HIV (π.χ. atazanavir ή darunavir), ιδιαίτερα σε ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο νεφρικής δυσλειτουργίας. Οι ασθενείς που λαμβάνουν ledipasvir/sofosbuvir, sofosbuvir/velpatasvir ή sofosbuvir/velpatasvir/voxilaprevir ταυτόχρονα με tenofovir disoproxil και κάποιον ενισχυμένο αναστολέα πρωτεάσης του HIV θα πρέπει να παρακολουθούνται για ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με το tenofovir disoproxil.
Σωματικό βάρος και μεταβολικές παράμετροι
Κατά τη διάρκεια της αντιρετροϊικής θεραπείας ενδέχεται να παρουσιαστεί αύξηση του σωματικού βάρους καθώς και των επιπέδων των λιπιδίων και της γλυκόζης στο αίμα. Οι αλλαγές αυτές μπορεί, εν μέρει, να συνδέονται με τον έλεγχο της νόσου και τον τρόπο ζωής. Αναφορικά με τα λιπίδια, σε ορισμένες περιπτώσεις υπάρχουν ενδείξεις για επίδραση της θεραπείας, ενώ όσον αφορά την αύξηση του σωματικού βάρους δεν υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις που να τη συσχετίζουν με οποιαδήποτε συγκεκριμένη θεραπεία. Η παρακολούθηση των λιπιδίων και της γλυκόζης στο αίμα πρέπει να βασίζεται στις καθιερωμένες κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας του HIV. Οι διαταραχές των λιπιδίων θα πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως ενδείκνυται κλινικά.
Μιτοχονδριακή δυσλειτουργία μετά από έκθεση in utero
Νουκλεοσ(τ)ιδικά ανάλογα ενδέχεται να επηρεάσουν τη μιτοχονδριακή λειτουργία σε ποικίλο βαθμό, το οποίο είναι εντονότερο με τη σταβουδίνη, διδανοσίνη και ζιδοβουδίνη. Έχει αναφερθεί μιτοχονδριακή δυσλειτουργία σε HIV αρνητικά βρέφη τα οποία είχαν εκτεθεί in utero ή/και μετά τη γέννηση σε νουκλεοσιδικά ανάλογα· οι αναφορές αυτές αφορούσαν κυρίως τη θεραπεία με θεραπευτικά σχήματα που περιείχαν ζιδοβουδίνη. Οι κύριες ανεπιθύμητες ενέργειες οι οποίες αναφέρθηκαν, είναι αιματολογικές διαταραχές (αναιμία, ουδετεροπενία) και μεταβολικές διαταραχές (υψηλό επίπεδο γαλακτικού οξέος στο αίμα, υψηλό επίπεδο λιπάσης στο αίμα). Οι ενέργειες αυτές συχνά ήταν παροδικές. Έχουν αναφερθεί σπάνια νευρολογικές διαταραχές όψιμης έναρξης (υπερτονία, σπασμοί, μη φυσιολογική συμπεριφορά). Δεν είναι γνωστό επί του παρόντος, εάν τέτοιες νευρολογικές διαταραχές είναι παροδικές ή μόνιμες. Τα ευρήματα αυτά θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για οποιοδήποτε παιδί που εκτέθηκε in utero σε νουκλεοσ(τ)ιδικά ανάλογα, το οποίο παρουσιάζει σοβαρά κλινικά ευρήματα αγνώστου αιτιολογίας, ιδίως νευρολογικά ευρήματα.
Τα ευρήματα αυτά δεν επηρεάζουν τις παρούσες εθνικές συστάσεις για τη χρήση αντιρετροϊικής θεραπείας σε έγκυες γυναίκες, προκειμένου να προληφθεί η κάθετη μετάδοση του ιού HIV.
Σύνδρομο επανεργοποίησης του ανοσοποιητικού συστήματος
Σε ασθενείς με λοίμωξη από τον ιό HIV με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια ενδέχεται να εμφανιστεί, κατά την έναρξη της CART, μία φλεγμονώδης αντίδραση σε ασυμπτωματικά ή υπολειμματικά ευκαιριακά παθογόνα και να προκληθούν σοβαρές κλινικές καταστάσεις ή επιδείνωση των συμπτωμάτων. Τέτοιες αντιδράσεις έχουν τυπικά παρουσιαστεί εντός των πρώτων εβδομάδων ή μηνών από την έναρξη της CART. Σχετικά παραδείγματα είναι η αμφιβληστροειδίτιδα από κυτταρομεγαλοϊό, γενικευμένες ή/και εστιακές λοιμώξεις από μυκοβακτηρίδια και πνευμονία οφειλόμενη σε Pneumocystis jirovecii. Θα πρέπει να εκτιμώνται οποιαδήποτε φλεγμονώδη συμπτώματα και να ορίζεται θεραπεία, όταν απαιτείται.
Αυτοάνοσες διαταραχές (όπως η νόσος του Graves και η αυτοάνοση ηπατίτιδα) έχουν επίσης αναφερθεί ότι συμβαίνουν κατά τη ρύθμιση της επανεργοποίησης του ανοσοποιητικού συστήματος. Ωστόσο, ο αναφερόμενος χρόνος έως την έναρξη είναι περισσότερο μεταβλητός και αυτά τα γεγονότα μπορεί να συμβούν πολλούς μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας.
Οστεονέκρωση
Αναφέρθηκαν περιπτώσεις οστεονέκρωσης, κυρίως σε ασθενείς με προχωρημένη λοίμωξη HIV ή/και μακράς διάρκειας έκθεση σε CART αν και η αιτιολογία θεωρείται πολυπαραγοντική (συμπεριλαμβάνονται η χρήση κορτικοστεροειδών, η κατανάλωση αλκοόλ, η σοβαρή ανοσοκαταστολή, ο υψηλότερος δείκτης μάζας σώματος). Οι ασθενείς θα πρέπει να ζητούν ιατρική συμβουλή εάν παρουσιάζουν ενοχλήσεις και άλγος στις αρθρώσεις, δυσκαμψία άρθρωσης ή δυσκολία στην κίνηση.
Έκδοχα
Τα Viread 123 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία περιέχουν μονοϋδρική λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά νοσήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ολική ανεπάρκεια λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-VIREAD
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.
Με βάση τα αποτέλεσμα in vitro πειραμάτων και τη γνωστή οδό απέκκρισης του tenofovir, η πιθανότητα αλληλεπιδράσεων του tenofovir με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα, με τη μεσολάβηση του CYP450, είναι μικρή.
Η συγχορήγηση δεν συνιστάται
- Το Viread δεν πρέπει να συγχορηγείται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν tenofovir disoproxil ή tenofovir alafenamide.
- Το Viread δεν πρέπει να συγχορηγείται με adefovir dipivoxil.
Διδανοσίνη Η συγχορήγηση του tenofovir disoproxil με διδανοσίνη δεν συνιστάται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Πίνακα 1).
Φαρμακευτικά προϊόντα που απεκκρίνονται από τη νεφρική οδό Εφόσον το tenofovir απεκκρίνεται κυρίως από τους νεφρούς, η συγχορήγηση του tenofovir disoproxil με φαρμακευτικά προϊόντα που ελαττώνουν τη νεφρική λειτουργία ή ανταγωνίζονται για ενεργό σωληναριακή απέκκριση μέσω των μεταφερουσών πρωτεϊνών hOAT 1, hOAT 3 ή MRP 4 (π.χ. cidofovir) μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις του tenofovir ή/και των συγχορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων στον ορό.
Η χρήση του tenofovir disoproxil πρέπει να αποφεύγεται με συγχορήγηση ή πρόσφατη χρήση νεφροτοξικού φαρμακευτικού προϊόντος. Ορισμένα παραδείγματα συμπεριλαμβάνουν, αλλά χωρίς να περιορίζονται σε αυτά, αμινογλυκοσίδες, αμφοτερικίνη Β, φοσκαρνέτη, γκανσικλοβίρη, πενταμιδίνη, βανκομυκίνη, cidofovir ή ιντερλευκίνη-2 (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Δεδομένου ότι το tacrolimus μπορεί να επηρεάσει τη νεφρική λειτουργία, συνιστάται στενή παρακολούθηση, όταν συγχορηγείται με tenofovir disoproxil.
Άλλες αλληλεπιδράσεις
Οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ του tenofovir disoproxil και άλλων φαρμακευτικών προϊόντων παρατίθενται στον Πίνακα 1 παρακάτω (η αύξηση υποδεικνύεται ως «↑», η μείωση ως «↓», καμία μεταβολή ως «↔», δύο φορές ημερησίως ως «b.i.d. » και μία φορά ημερησίως ως «q.d. »).
Πίνακας 1: Αλληλεπιδράσεις μεταξύ του tenofovir disoproxil και άλλων φαρμακευτικών προϊόντων
| Φαρμακευτικό προϊόν ανά θεραπευτική περιοχή (δόση σε mg) | Επιδράσεις στα επίπεδα φαρμάκου Μέση ποσοστιαία μεταβολή στις τιμές AUC, Cmax, Cmin | Σύσταση σχετικά με τη συγχορήγηση με 245 mg tenofovir disoproxil |
|---|---|---|
| ΑΝΤΙ-ΛΟΙΜΩΔΗ | ||
| Αντιρετροϊκά | ||
| Αναστολείς πρωτεασών | ||
| Atazanavir/Ritonavir (300 q.d./100 q.d.) | Atazanavir: AUC: ↓ 25%, Cmax: ↓ 28%, Cmin: ↓ 26%. Tenofovir: AUC: ↑ 37%, Cmax: ↑ 34%, Cmin: ↑ 29% | Δεν συνιστάται αναπροσαρμογή της δόσης. Η αυξημένη έκθεση του tenofovir θα μπορούσε να ενισχύσει τις σχετιζόμενες με το tenofovir ανεπιθύμητες ενέργειες συμπεριλαμβανομένων και των νεφρικών διαταραχών. Η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται στενά (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). |
| Lopinavir/Ritonavir (400 b.i.d./100 b.i.d.) | Lopinavir/ritonavir: Καμία σημαντική επίδραση στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους του lopinavir/ritonavir. Tenofovir: AUC: ↑ 32%, Cmax: ↔, Cmin: ↑ 51% | Δεν συνιστάται αναπροσαρμογή της δόσης. Η αυξημένη έκθεση του tenofovir θα μπορούσε να ενισχύσει τις σχετιζόμενες με το tenofovir ανεπιθύμητες ενέργειες συμπεριλαμβανομένων και των νεφρικών διαταραχών. Η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται στενά (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). |
| Darunavir/Ritonavir (300/100 b.i.d.) | Darunavir: Καμία σημαντική επίδραση στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους του darunavir/ritonavir. Tenofovir: AUC: ↑ 22%, Cmin: ↑ 37% | Δεν συνιστάται αναπροσαρμογή της δόσης. Η αυξημένη έκθεση του tenofovir θα μπορούσε να ενισχύσει τις σχετιζόμενες με το tenofovir ανεπιθύμητες ενέργειες συμπεριλαμβανομένων και των νεφρικών διαταραχών. Η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται στενά (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). |
| NRTIs | ||
| Διδανοσίνη | Η συγχορήγηση tenofovir disoproxil με διδανοσίνη οδηγεί σε κατά 40-60% αυξημένη συστηματική έκθεση στη διδανοσίνη. Η αυξημένη συστηματική έκθεση στη διδανοσίνη μπορεί να αυξήσει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη διδανοσίνη. Σπάνια, έχουν αναφερθεί παγκρεατίτιδα και γαλακτική οξέωση, ενίοτε θανατηφόρες. Η συγχορήγηση του tenofovir disoproxil με διδανοσίνη σε δόση 400 mg ημερησίως συσχετίστηκε με σημαντική μείωση του αριθμού κυττάρων CD4, πιθανώς λόγω ενδοκυττάριας αλληλεπίδρασης εξαιτίας της οποίας αυξήθηκε η φωσφορυλιωμένη (δηλ. η δραστική) διδανοσίνη. Μια μειωμένη δόση 250 mg διδανοσίνης συγχορηγούμενη με θεραπεία tenofovir disoproxil συσχετίστηκε με αναφορές υψηλού ποσοστού ιολογικής αποτυχίας με τους διάφορους συνδυασμούς που δοκιμάστηκαν για τη θεραπεία της λοίμωξης από τον ιό HIV-1. | Η συγχορήγηση του tenofovir disoproxil με διδανοσίνη δεν συνιστάται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). |
| Adefovir dipivoxil | AUC: ↔, Cmax: ↔ | Το tenofovir disoproxil δεν πρέπει να συγχορηγείται με adefovir dipivoxil (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). |
| Αντιικοί παράγοντες για τον ιό της ηπατίτιδας C | ||
| Ledipasvir/Sofosbuvir (90 mg/400 mg q.d.) + Atazanavir/Ritonavir (300 mg q.d./100 mg q.d.) + Emtricitabine/Tenofovir disoproxil (200 mg/245 mg q.d.) | Ledipasvir: AUC: ↑ 96%, Cmax: ↑ 68%, Cmin: ↑ 118%. Sofosbuvir: AUC: ↔, Cmax: ↔. GS-3310072: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↑ 42%. Atazanavir: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↑ 63%. Ritonavir: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↑ 45%. Emtricitabine: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↔. Tenofovir: AUC: ↔, Cmax: ↑ 47%, Cmin: ↑ 47% | Οι αυξημένες συγκεντρώσεις του tenofovir στο πλάσμα που είναι αποτέλεσμα της συγχορήγησης tenofovir disoproxil, ledipasvir/sofosbuvir και atazanavir/ritonavir, δύναται να αυξήσουν τις ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με το tenofovir disoproxil, συμπεριλαμβανομένων των νεφρικών διαταραχών. Δεν έχει αποδειχθεί η ασφάλεια του tenofovir disoproxil όταν χρησιμοποιείται μαζί με ledipasvir/sofosbuvir και κάποιον φαρμακοκινητικό ενισχυτή (π.χ. ritonavir ή cobicistat). Ο συνδυασμός θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή και με συχνή νεφρική παρακολούθηση, εφόσον δεν υπάρχουν διαθέσιμες άλλες εναλλακτικές επιλογές (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). |
| Ledipasvir/Sofosbuvir (90 mg/400 mg q.d.) + Darunavir/Ritonavir (800 mg q.d./100 mg q.d.) + Emtricitabine/Tenofovir disoproxil (200 mg/245 mg q.d.) | Ledipasvir: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↔. Sofosbuvir: AUC: ↓ 27%, Cmax: ↓ 37%. GS-3310072: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↔. Darunavir: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↔. Ritonavir: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↑ 48%. Emtricitabine: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↔. Tenofovir: AUC: ↑ 50%, Cmax: ↑ 64%, Cmin: ↑ 59% | Οι αυξημένες συγκεντρώσεις του tenofovir στο πλάσμα που είναι αποτέλεσμα της συγχορήγησης tenofovir disoproxil, ledipasvir/sofosbuvir και darunavir/ritronavir, δύναται να αυξήσουν τις ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με το tenofovir disoproxil, συμπεριλαμβανομένων των νεφρικών διαταραχών. Δεν έχει αποδειχθεί η ασφάλεια του tenofovir disoproxil όταν χρησιμοποιείται μαζί με ledipasvir/sofosbuvir και κάποιον φαρμακοκινητικό ενισχυτή (π.χ. ritonavir ή cobicistat). Ο συνδυασμός θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή και με συχνή νεφρική παρακολούθηση, εφόσον δεν υπάρχουν διαθέσιμες άλλες εναλλακτικές επιλογές (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). |
| Ledipasvir/Sofosbuvir (90 mg/400 mg q.d.) + Efavirenz/Emtricitabine/Tenofovir disoproxil (600 mg/200 mg/245 mg q.d.) | Ledipasvir: AUC: ↓ 34%, Cmax: ↓ 34%, Cmin: ↓ 34%. Sofosbuvir: AUC: ↔, Cmax: ↔. GS-3310072: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↔. Efavirenz: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↔. Emtricitabine: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↔. Tenofovir: AUC: ↑ 98%, Cmax: ↑ 79%, Cmin: ↑ 163% | Δεν συνιστάται αναπροσαρμογή της δόσης. Η αυξημένη έκθεση στο tenofovir θα μπορούσε να ενισχύσει τις σχετιζόμενες με το tenofovir disoproxil ανεπιθύμητες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένων των νεφρικών διαταραχών. Η νεφρική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται στενά (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). |
| Ledipasvir/Sofosbuvir (90 mg/400 mg q.d.) + Emtricitabine/Rilpivirine/Tenofovir disoproxil (200 mg/25 mg/245 mg q.d.) | Ledipasvir: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↔. Sofosbuvir: AUC: ↔, Cmax: ↔. GS-3310072: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↔. Emtricitabine: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↔. Rilpivirine: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↔. Tenofovir: AUC: ↑ 40%, Cmax: ↔, Cmin: ↑ 91% | Δεν συνιστάται αναπροσαρμογή της δόσης. Η αυξημένη έκθεση στο tenofovir θα μπορούσε να ενισχύσει τις σχετιζόμενες με το tenofovir disoproxil ανεπιθύμητες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένων των νεφρικών διαταραχών. Η νεφρική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται στενά (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). |
| Ledipasvir/Sofosbuvir (90 mg/400 mg q.d.) + Dolutegravir (50 mg q.d.) + Emtricitabine/Tenofovir disoproxil (200 mg/245 mg q.d.) | Sofosbuvir: AUC: ↔, Cmax: ↔. GS-3310072: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↔. Ledipasvir: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↔. Dolutegravir: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↔. Emtricitabine: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↔. Tenofovir: AUC: ↑ 65%, Cmax: ↑ 61%, Cmin: ↑ 115% | Δεν συνιστάται αναπροσαρμογή της δόσης. Η αυξημένη έκθεση στο tenofovir θα μπορούσε να ενισχύσει τις σχετιζόμενες με το tenofovir disoproxil ανεπιθύμητες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένων των νεφρικών διαταραχών. Η νεφρική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται στενά (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). |
| Sofosbuvir/Velpatasvir (400 mg/100 mg q.d.) + Atazanavir/Ritonavir (300 mg q.d./100 mg q.d.) + Emtricitabine/Tenofovir disoproxil (200 mg/245 mg q.d.) | Sofosbuvir: AUC: ↔, Cmax: ↔. GS-3310072: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↑ 42%. Velpatasvir: AUC: ↑ 142%, Cmax: ↑ 55%, Cmin: ↑ 301%. Atazanavir: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↑ 39%. Ritonavir: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↑ 29%. Emtricitabine: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↔. Tenofovir: AUC: ↔, Cmax: ↑ 55%, Cmin: ↑ 39% | Οι αυξημένες συγκεντρώσεις του tenofovir στο πλάσμα που είναι αποτέλεσμα της συγχορήγησης tenofovir disoproxil, sofosbuvir/velpatasvir και atazanavir/ritonavir, δύναται να αυξήσουν τις ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με το tenofovir disoproxil, συμπεριλαμβανομένων των νεφρικών διαταραχών. Δεν έχει αποδειχθεί η ασφάλεια του tenofovir disoproxil όταν χρησιμοποιείται μαζί με sofosbuvir/velpatasvir και κάποιον φαρμακοκινητικό ενισχυτή (π.χ. ritonavir ή cobicistat). Ο συνδυασμός θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή και με συχνή νεφρική παρακολούθηση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). |
| Sofosbuvir/Velpatasvir (400 mg/100 mg q.d.) + Darunavir/Ritonavir (800 mg q.d./100 mg q.d.) + Emtricitabine/Tenofovir disoproxil (200 mg/245 mg q.d.) | Sofosbuvir: AUC: ↓ 28%, Cmax: ↓ 38%. GS-3310072: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↔. Velpatasvir: AUC: ↔, Cmax: ↓ 24%, Cmin: ↔. Darunavir: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↔. Ritonavir: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↔. Emtricitabine: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↔. Tenofovir: AUC: ↑ 39%, Cmax: ↑ 55%, Cmin: ↑ 52% | Οι αυξημένες συγκεντρώσεις του tenofovir στο πλάσμα που είναι αποτέλεσμα της συγχορήγησης tenofovir disoproxil, sofosbuvir/velpatasvir και darunavir/ritonavir, δύναται να αυξήσουν τις ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με το tenofovir disoproxil, συμπεριλαμβανομένων των νεφρικών διαταραχών. Δεν έχει αποδειχθεί η ασφάλεια του tenofovir disoproxil όταν χρησιμοποιείται μαζί με sofosbuvir/velpatasvir και κάποιον φαρμακοκινητικό ενισχυτή (π.χ. ritonavir ή cobicistat). Ο συνδυασμός θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή και με συχνή νεφρική παρακολούθηση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). |
| Sofosbuvir/Velpatasvir (400 mg/100 mg q.d.) + Lopinavir/Ritonavir (800 mg/200 mg q.d.) + Emtricitabine/Tenofovir disoproxil (200 mg/245 mg q.d.) | Sofosbuvir: AUC: ↓ 29%, Cmax: ↓ 41%. GS-3310072: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↔. Velpatasvir: AUC: ↔, Cmax: ↓ 30%, Cmin: ↑ 63%. Lopinavir: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↔. Ritonavir: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↔. Emtricitabine: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↔. Tenofovir: AUC: ↔, Cmax: ↑ 42%, Cmin: ↔ | Οι αυξημένες συγκεντρώσεις του tenofovir στο πλάσμα που είναι αποτέλεσμα της συγχορήγησης tenofovir disoproxil, sofosbuvir/velpatasvir και lopinavir/ritonavir, δύναται να αυξήσουν τις ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με το tenofovir disoproxil, συμπεριλαμβανομένων των νεφρικών διαταραχών. Δεν έχει αποδειχθεί η ασφάλεια του tenofovir disoproxil όταν χρησιμοποιείται μαζί με sofosbuvir/velpatasvir και κάποιον φαρμακοκινητικό ενισχυτή (π.χ. ritonavir ή cobicistat). Ο συνδυασμός θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή και με συχνή νεφρική παρακολούθηση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). |
| Sofosbuvir/Velpatasvir (400 mg/100 mg q.d.) + Raltegravir (400 mg b.i.d) + Emtricitabine/Tenofovir disoproxil (200 mg/245 mg q.d.) | Sofosbuvir: AUC: ↔, Cmax: ↔. GS-3310072: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↔. Velpatasvir: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↔. Raltegravir: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↓ 21%. Emtricitabine: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↔. Tenofovir: AUC: ↑ 40%, Cmax: ↑ 46%, Cmin: ↑ 70% | Δεν συνιστάται αναπροσαρμογή της δόσης. Η αυξημένη έκθεση στο tenofovir θα μπορούσε να ενισχύσει τις σχετιζόμενες με το tenofovir disoproxil ανεπιθύμητες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένων των νεφρικών διαταραχών. Η νεφρική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται στενά (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). |
| Sofosbuvir/Velpatasvir (400 mg/100 mg q.d.) + Efavirenz/Emtricitabine/Tenofovir disoproxil (600 mg/200 mg/245 mg q.d.) | Sofosbuvir: AUC: ↔, Cmax: ↑ 38%. GS-3310072: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↔. Velpatasvir: AUC: ↓ 53%, Cmax: ↓ 47%, Cmin: ↓ 57%. Efavirenz: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↔. Emtricitabine: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↔. Tenofovir: AUC: ↑ 81%, Cmax: ↑ 77%, Cmin: ↑ 121% | Η συγχορήγηση sofosbuvir/velpatasvir και efavirenz αναμένεται να μειώσει τις συγκεντρώσεις του velpatasvir στο πλάσμα. Η συγχορήγηση sofosbuvir/velpatasvir με θεραπευτικά σχήματα που περιέχουν efavirenz δεν συνιστάται. |
| Sofosbuvir/Velpatasvir (400 mg/100 mg q.d.) + Emtricitabine/Rilpivirine/Tenofovir disoproxil (200 mg/25 mg/245 mg q.d.) | Sofosbuvir: AUC: ↔, Cmax: ↔. GS-3310072: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↔. Velpatasvir: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↔. Emtricitabine: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↔. Rilpivirine: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↔. Tenofovir: AUC: ↑ 40%, Cmax: ↑ 44%, Cmin: ↑ 84% | Δεν συνιστάται αναπροσαρμογή της δόσης. Η αυξημένη έκθεση στο tenofovir θα μπορούσε να ενισχύσει τις σχετιζόμενες με το tenofovir disoproxil ανεπιθύμητες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένων των νεφρικών διαταραχών. Η νεφρική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται στενά (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). |
| Sofosbuvir/Velpatasvir/ Voxilaprevir (400 mg/100 mg/ 100 mg+100 mg q.d.) + Darunavir (800 mg q.d.) + Ritonavir (100 mg q.d.) + Emtricitabine/Tenofovir disoproxil (200 mg/245 mg q.d.) | Sofosbuvir: AUC: ↔, Cmax: ↓ 30%, Cmin: N/A. GS-3310072: AUC: ↔, Cmax:↔, Cmin: N/A. Velpatasvir: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↔. Voxilaprevir: AUC: ↑ 143%, Cmax:↑ 72%, Cmin: ↑ 300%. Darunavir: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↓ 34%. Ritonavir: AUC: ↑ 45%, Cmax: ↑ 60%, Cmin: ↔. Emtricitabine: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↔. Tenofovir: AUC: ↑ 39%, Cmax: ↑ 48%, Cmin: ↑ 47% | Οι αυξημένες συγκεντρώσεις του tenofovir στο πλάσμα που είναι αποτέλεσμα της συγχορήγησης tenofovir disoproxil, sofosbuvir/velpatasvir/voxilaprevir και darunavir/ritonavir, δύναται να αυξήσουν τις ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με το tenofovir disoproxil, συμπεριλαμβανομένων των νεφρικών διαταραχών. Δεν έχει αποδειχθεί η ασφάλεια του tenofovir disoproxil όταν χρησιμοποιείται μαζί με sofosbuvir/velpatasvir/voxilaprevir και κάποιον φαρμακοκινητικό ενισχυτή (π.χ. ritonavir ή cobicistat). Ο συνδυασμός θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή και με συχνή νεφρική παρακολούθηση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). |
| Sofosbuvir (400 mg q.d.) + Efavirenz/Emtricitabine/Tenofovir disoproxil (600 mg/200 mg/245 mg q.d.) | Sofosbuvir: AUC: ↔, Cmax: ↓ 19%. GS-3310072: AUC: ↔, Cmax: ↓ 23%. Efavirenz: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↔. Emtricitabine: AUC: ↔, Cmax: ↔, Cmin: ↔. Tenofovir: AUC: ↔, Cmax: ↑ 25%, Cmin: ↔ | Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης. |
1 Δεδομένα που προκύπτουν από τη χορήγηση δόσης ταυτόχρονα με ledipasvir/sofosbuvir. Η κλιμακωτή χορήγηση (με διαφορά 12 ωρών) έδωσε παρόμοια αποτελέσματα. 2 Ο κύριος κυκλοφορών μεταβολίτης του sofosbuvir. 3 Μελέτη που πραγματοποιήθηκε με επιπλέον voxilaprevir 100 mg ώστε να επιτευχθούν οι εκθέσεις του voxilaprevir που αναμένονται σε ασθενείς με λοίμωξη HCV.
Μελέτες που διενεργήθηκαν με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα
Δεν υπήρξαν κλινικά σημαντικές φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις όταν το tenofovir disoproxil συγχορηγήθηκε με emtricitabine, λαμιβουδίνη, ινδιναβίρη, efavirenz, nelfinavir, saquinavir (ενισχυμένου με ritonavir), μεθαδόνη, ribavirin, rifampicin, tacrolimus ή το ορμονικό αντισυλληπτικό norgestimate/ethinyl oestradiol.
Το tenofovir disoproxil πρέπει να λαμβάνεται με την τροφή, καθώς η τροφή αυξάνει τη βιοδιαθεσιμότητα του tenofovir (βλ. Φαρμακοκινητικές).
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-VIREAD
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
HIV-1 και ηπατίτιδα B: Σε ασθενείς που λαμβάνουν tenofovir disoproxil, έχουν αναφερθεί σπάνια συμβάντα νεφρικής δυσλειτουργίας, νεφρική έκπτωση και όχι συχνά συμβάντα κεντρικής σωληναριοπάθειας (συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Fanconi) που μερικές φορές οδηγούν σε οστικές διαταραχές (που συμβάλλουν όχι συχνά σε κατάγματα). Συνιστάται στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας για ασθενείς που λαμβάνουν Viread (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
HIV-1: Περίπου το ένα τρίτο των ασθενών αναμένεται να εμφανίσει ανεπιθύμητες ενέργειες ως αποτέλεσμα της θεραπείας με το tenofovir disoproxil, σε συνδυασμό με άλλες αντιρετροϊκές ουσίες. Αυτές οι αντιδράσεις κυμαίνονται συνήθως από ήπια έως μέτρια γαστρεντερικά συμβάντα. Περίπου το 1% των ενηλίκων ασθενών που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με το tenofovir disoproxil διέκοψαν τη θεραπεία λόγω των γαστρεντερικών συμβάντων.
Ηπατίτιδα B: Περίπου το ένα τέταρτο των ασθενών αναμένεται να εμφανίσει ανεπιθύμητες ενέργειες ως αποτέλεσμα της θεραπείας με το tenofovir disoproxil, οι περισσότερες από τις οποίες είναι ήπιες. Σε κλινικές μελέτες ασθενών με λοίμωξη από τον ιό HBV, η πιο συχνά εμφανιζόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια στο tenofovir disoproxil ήταν η ναυτία (5,4%).
Οξεία έξαρση της ηπατίτιδας αναφέρθηκε σε ασθενείς που λάμβαναν τη θεραπεία καθώς και σε ασθενείς που είχαν διακόψει τη θεραπεία για ηπατίτιδα B (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Συνοπτική περίληψη ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αξιολόγηση των ανεπιθύμητων ενεργειών στο tenofovir disoproxil βασίζεται σε δεδομένα από κλινικές μελέτες και στην εμπειρία μετά την κυκλοφορία. Όλες οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται στον Πίνακα 2.
Κλινικές μελέτες HIV-1: Η αξιολόγηση των ανεπιθύμητων ενεργειών από τα δεδομένα κλινικών μελετών HIV-1 βασίζεται στην εμπειρία από δύο μελέτες σε 653 ενήλικες ασθενείς που είχαν δεχθεί αγωγή στο παρελθόν, έλαβαν tenofovir disoproxil (n = 443) ή εικονικό φάρμακο (n = 210) σε συνδυασμό με άλλα αντιρετροϊκα φαρμακευτικά προϊόντα για 24 εβδομάδες και επίσης σε μία διπλή τυφλή συγκριτική ελεγχόμενη μελέτη στην οποία 600 πρωτοθεραπευόμενοι ενήλικες ασθενείς έλαβαν αγωγή με tenofovir disoproxil 245 mg (n = 299) ή σταβουδίνη (n = 301) σε συνδυασμό με λαμιβουδίνη ή εφαβιρένζη για 144 εβδομάδες.
Κλινικές μελέτες ηπατίτιδας B: Η αξιολόγηση των ανεπιθύμητων ενεργειών από τα δεδομένα κλινικών μελετών HBV βασίζεται κυρίως στην εμπειρία από δύο διπλά τυφλές συγκριτικές ελεγχόμενες μελέτες, στις οποίες 641 ενήλικες ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β και αντιρροπούμενη ηπατική νόσο έλαβαν θεραπεία με tenofovir disoproxil 245 mg καθημερινά (n = 426) ή adefovir dipivoxil 10 mg καθημερινά (n = 215) για 48 εβδομάδες. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν με τη συνεχιζόμενη θεραπεία για 384 εβδομάδες ήταν συμβατές με το προφίλ ασφαλείας του tenofovir disoproxil. Μετά από μια αρχική μείωση περίπου -4,9 ml/min (με χρήση της εξίσωσης Cockcroft Gault) ή -3,9 ml/min/1,73 m2 (με χρήση της εξίσωσης τροποποίησης της δίαιτας στη νεφρική νόσο [MDRD]) μετά τις πρώτες 4 εβδομάδες θεραπείας, ο ρυθμός της ετήσιας μείωσης μετά την έναρξη της θεραπείας της νεφρικής λειτουργίας που αναφέρθηκε στους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με tenofovir disoproxil ήταν -1,41 ml/min ανά έτος (με χρήση της εξίσωσης Cockcroft Gault) και 0,74 ml/min/1,73 m2 ανά έτος (με χρήση της εξίσωσης MDRD).
Ασθενείς με μη αντιρροπούμενη ηπατική νόσο: Το προφίλ ασφαλείας του tenofovir disoproxil σε ασθενείς με μη αντιρροπούμενη ηπατική νόσο αξιολογήθηκε σε μία διπλά τυφλή, ενεργά ελεγχόμενη μελέτη (GS-US-174-0108) στην οποία οι ενήλικες ασθενείς έλαβαν θεραπεία με tenofovir disoproxil (n = 45) ή emtricitabine συν tenofovir disoproxil (n = 45) ή entecavir (n = 22) για 48 εβδομάδες. Στο σκέλος της θεραπείας με tenofovir disoproxil, 7% των ασθενών διέκοψαν τη θεραπεία εξαιτίας κάποιας ανεπιθύμητης ενέργειας, 9% των ασθενών παρουσίασαν επιβεβαιωμένη αύξηση στη κρεατινίνη ορού ≥0,5 mg/dl ή επιβεβαιωμένο φώσφορο ορού <2 mg/dl μέχρι την 48η εβδομάδα. Δεν υπήρξαν στατιστικά σημαντικές διαφορές μεταξύ του συνδυασμού του σκέλους που περιείχε tenofovir και του σκέλους που περιείχε entecavir. Μετά από 168 εβδομάδες, 16% (7/45) της ομάδας του tenofovir disoproxil, 4% (2/45) της ομάδας της emtricitabine συν tenofovir disoproxil και 14% (3/22) της ομάδας του entecavir παρουσίασαν αποτυχία ανεκτικότητας. Δέκα τρία τοις εκατό (6/45) της ομάδας του tenofovir disoproxil, 13% (6/45) της ομάδας της emtricitabine συν tenofovir disoproxil και 9% (2/22) της ομάδας του entecavir είχαν επιβεβαιωμένη αύξηση στην κρεατινίνη ορού ≥ 0,5 mg/dl ή επιβεβαιωμένο φώσφορο ορού <2 mg/dl.
Κατά την 168η εβδομάδα, σε αυτόν τον πληθυσμό ασθενών με μη αντιρροπούμενη ηπατική νόσο, το ποσοστό θανάτου ήταν 13% (6/45) στην ομάδα του tenofovir disoproxil, 11% (5/45) στην ομάδα της emtricitabine συν tenofovir disoproxil και 14% (3/22) στην ομάδα του entecavir. Το ποσοστό ηπατοκυτταρικού καρκινώματος ήταν 18% (8/45) στην ομάδα του tenofovir disoproxil, 7% (3/45) στην ομάδα της emtricitabine συν tenofovir disoproxil και 9% (2/22) στην ομάδα του entecavir.
Οι ασθενείς με υψηλό βαθμό CPT κατά την έναρξη της θεραπείας είχαν πιο αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β με αντοχή στη λαμιβουδίνη: Δεν αναγνωρίστηκαν νέες ανεπιθύμητες ενέργειες στο tenofovir disoproxil από μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή μελέτη (GS-US-174 0121) στην οποία 280 ασθενείς με αντοχή στη λαμιβουδίνη έλαβαν θεραπεία με tenofovir disoproxil (n = 141) ή emtricitabine/tenofovir disoproxil (n = 139) για 240 εβδομάδες.
Παρακάτω παρουσιάζονται ανά σύστημα, κατηγορία οργάνου και συχνότητα οι ανεπιθύμητες ενέργειες που ενδέχεται (τουλάχιστον πιθανολογείται) να συσχετίζονται με τη θεραπεία. Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας. Οι συχνότητες ορίζονται ως πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100) ή σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000).
Πίνακας 2: Συνοπτική περίληψη των ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με το tenofovir disoproxil βάσει των κλινικών μελετών και της εμπειρίας μετά την κυκλοφορία
| Συχνότητα | Tenofovir disoproxil |
|---|---|
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης: | |
| Πολύ συχνές: | υποφωσφαταιμία |
| Όχι συχνές: | υποκαλιαιμία |
| Σπάνιες: | γαλακτική οξέωση |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος: | |
| Πολύ συχνές: | ζάλη |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού: | |
| Πολύ συχνές: | διάρροια, εμετός, ναυτία |
| Συχνές: | μετεωρισμός |
| Όχι συχνές: | παγκρεατίτιδα |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων: | |
| Συχνές: | αυξημένες αμινοτρανφεράσες |
| Σπάνιες: | ηπατική στεάτωση, ηπατίτιδα |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού: | |
| Πολύ συχνές: | εξάνθημα |
| Σπάνιες: | αγγειοίδημα |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού: | |
| Όχι συχνές: | ραβδομυόλυση, μυϊκή αδυναμία |
| Σπάνιες: | οστεομαλακία (που εκδηλώνεται ως οστικό άλγος και συμβάλλει όχι συχνά σε κατάγματα), μυοπάθεια |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών: | |
| Όχι συχνές: | αυξημένη κρεατινίνη, κεντρική νεφρική σωληναριοπάθεια (συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Fanconi) |
| Σπάνιες: | οξεία νεφρική ανεπάρκεια, νεφρική ανεπάρκεια, οξεία σωληναριακή νέκρωση, νεφρίτις (συμπεριλαμβανομένης οξείας διάμεσης νεφρίτιδας), νεφρογενής άποιος διαβήτης |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης: | |
| Πολύ συχνές: | καταβολή |
1 Αυτή η ανεπιθύμητη ενέργεια μπορεί να εμφανιστεί ως συνέπεια της κεντρικής νεφρικής σωληναριοπάθειας. Δεν θεωρείται αιτιωδώς συσχετιζόμενη με το tenofovir disoproxil στην περίπτωση απουσίας αυτής της συνθήκης. 2 Αυτή η ανεπιθύμητη ενέργεια αναγνωρίστηκε μέσω της παρακολούθησης μετά την κυκλοφορία, αλλά δεν παρατηρήθηκε σε τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες κλινικές μελέτες ή στο διευρυμένο πρόγραμμα πρόσβασης στο tenofovir disoproxil. Η κατηγορία συχνότητας εκτιμήθηκε από έναν στατιστικό υπολογισμό με βάση το συνολικό αριθμό των ασθενών που είχαν εκτεθεί στο tenofovir disoproxil σε τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές και το διευρυμένο πρόγραμμα πρόσβασης (n = 7,319).
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
HIV-1 και ηπατίτιδα B:
Nεφρική δυσλειτουργία Καθώς το Viread μπορεί να προκαλέσει νεφρική βλάβη συνιστάται η στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες και Ειδικές προειδοποιήσεις). Η κεντρική νεφρική σωληναριοπάθεια γενικά επιλύθηκε ή βελτιώθηκε μετά από τη διακοπή του tenofovir disoproxil. Ωστόσο, σε ορισμένους ασθενείς, οι μειώσεις στην κάθαρση κρεατινίνης δεν επιλύθηκαν εντελώς παρά τη διακοπή του tenofovir disoproxil. Ασθενείς με κίνδυνο νεφρικής δυσλειτουργίας (όπως ασθενείς με νεφρικούς παράγοντες κινδύνου κατά την έναρξη, προχωρημένη λοίμωξη HIV, ή ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα νεφροτοξικά φαρμακευτικά προϊόντα) έχουν αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν ελλιπή ανάκτηση της νεφρικής λειτουργίας παρά τη διακοπή του tenofovir disoproxil (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Γαλακτική οξέωση Έχουν αναφερθεί περιστατικά γαλακτικής οξέωσης με το tenofovir disoproxil ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με άλλα αντιρετροϊκά. Οι ασθενείς με παράγοντες προδιάθεσης, όπως ασθενείς με μη αντιρροπούμενη ηπατική νόσο ή ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα φάρμακα που είναι γνωστό ότι προκαλούν γαλακτική οξέωση έχουν αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν σοβαρή γαλακτική οξέωση κατά τη διάρκεια της θεραπείας με tenofovir disoproxil, συμπεριλαμβανομένων των θανατηφόρων εκβάσεων.
HIV-1:
Μεταβολικές παράμετροι Το σωματικό βάρος και τα επίπεδα των λιπιδίων και της γλυκόζης στο αίμα ενδέχεται να αυξηθούν κατά τη διάρκεια της αντιρετροϊκής θεραπείας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
Σύνδρομο επανεργοποίησης του ανοσοποιητικού συστήματος Σε ασθενείς με λοίμωξη από τον ιό HIV με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια ενδέχεται να εμφανιστεί, κατά την έναρξη της CART, μία φλεγμονώδης αντίδραση σε λοιμώξεις από ασυμπτωματικά ή υπολειμματικά ευκαιριακά παθογόνα. Αυτοάνοσες διαταραχές (όπως η νόσος του Graves και η αυτοάνοση ηπατίτιδα) έχουν επίσης αναφερθεί. Ωστόσο, ο αναφερόμενος χρόνος έως την έναρξη είναι περισσότερο μεταβλητός και αυτά τα γεγονότα μπορεί να συμβούν πολλούς μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Οστεονέκρωση Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις οστεονέκρωσης κυρίως σε ασθενείς με γνωστούς γενικά παράγοντες κινδύνου, προχωρημένη λοίμωξη HIV ή μακράς διάρκειας έκθεση σε CART. Η συχνότητα αυτών είναι άγνωστη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ηπατίτιδα Β:
Εξάρσεις ηπατίτιδας κατά τη διάρκεια της θεραπείας Σε μελέτες με πρωτοθεραπευόμενους με νουκλεοσίδια ασθενείς, αυξήσεις στην ALT κατά τη διάρκεια της θεραπείας >10 φορές το ΑΦΟ (Ανώτατο Φυσιολογικό Όριο) και >2 φορές την τιμή κατά την έναρξη εμφανίστηκαν στο 2,6% των ασθενών που λάμβαναν θεραπεία με tenofovir disoproxil. Οι αυξήσεις στην ALT είχαν διάμεσο χρόνο μέχρι την έναρξη 8 εβδομάδες, επιλύθηκαν με τη συνέχιση της θεραπείας και στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, συσχετίστηκαν με ≥ 2 log10 αντίγραφα/ml μείωση στο ιικό φορτίο που προηγήθηκε ή συνέπεσε με την αύξηση της ALT. Συνιστάται η περιοδική παρακολούθηση της ηπατικής λειτουργίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Εξάρσεις ηπατίτιδας μετά τη διακοπή της θεραπείας Σε ασθενείς με λοίμωξη από τον ιό HBV, παρουσιάστηκαν κλινικές και εργαστηριακές ενδείξεις εξάρσεων ηπατίτιδας, μετά τη διακοπή της θεραπείας για τον ιό HBV (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Παιδιατρικός πληθυσμός
HIV-1 Η αξιολόγηση των ανεπιθύμητων ενεργειών βασίζεται σε δύο τυχαιοποιημένες μελέτες (μελέτες GS-US-104-0321 και GS-US-104-0352) σε 184 παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας 2 έως < 18 ετών) που είχαν προσβληθεί από τον ιό HIV-1, οι οποίοι έλαβαν θεραπεία με tenofovir disoproxil (n = 93) ή εικονικό φάρμακο/ενεργό συγκριτικό παράγοντα (n = 91) σε συνδυασμό με άλλες αντιρετροϊκές ουσίες για 48 εβδομάδες (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν στους παιδιατρικούς ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με tenofovir disoproxil ήταν συμβατές με εκείνες που παρατηρήθηκαν στις κλινικές μελέτες του tenofovir disoproxil στους ενήλικες (βλ. Συνοπτική περίληψη ανεπιθύμητων ενεργειών και Φαρμακοδυναμικές).
Μειώσεις της ΟΠ έχουν αναφερθεί σε παιδιατρικούς ασθενείς. Σε εφήβους που έχουν προσβληθεί από τον ιό HIV-1, οι βαθμολογίες BMD Z που παρατηρήθηκαν στα άτομα που έλαβαν tenofovir disoproxil ήταν χαμηλότερες από εκείνες που παρατηρήθηκαν σε άτομα που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Σε παιδιά που έχουν προσβληθεί από τον ιό HIV-1, οι βαθμολογίες BMD Z που παρατηρήθηκαν στα άτομα που άλλαξαν σε tenofovir disoproxil ήταν χαμηλότερες από εκείνες που παρατηρήθηκαν σε άτομα που παρέμειναν στην αγωγή τους που περιείχε σταβουδίνη ή ζιδοβουδίνη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοδυναμικές).
Στη μελέτη GS-US-104-0352, 8 από τους 89 παιδιατρικούς ασθενείς (9,0%) που εκτέθηκαν στο tenofovir disoproxil (διάμεση έκθεση στο tenofovir disoproxil 331 εβδομάδες) διέκοψαν το φάρμακο της μελέτης λόγω νεφρικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Πέντε ασθενείς (5,6%) είχαν εργαστηριακά ευρήματα που ήταν κλινικά συμβατά με κεντρική νεφρική σωληναριοπάθεια, 4 εκ των οποίων διέκοψαν τη θεραπεία με το tenofovir disoproxil. Επτά ασθενείς είχαν τιμές υπολογιζόμενου ρυθμού σπειραματικής διήθησης (GFR) μεταξύ 70 και 90 ml/min/1,73 m2. Μεταξύ αυτών, 3 ασθενείς εμφάνισαν κλινικά σημαντική μείωση στον υπολογιζόμενο GFR η οποία βελτιώθηκε μετά τη διακοπή του tenofovir disoproxil.
Χρόνια ηπατίτιδα B Η αξιολόγηση των ανεπιθύμητων ενεργειών βασίζεται σε μία τυχαιοποιημένη μελέτη (μελέτη GS-US174-0115) σε 106 εφήβους ασθενείς (ηλικίας 12 έως <18 ετών) με χρόνια ηπατίτιδα B, οι οποίοι έλαβαν θεραπεία με tenofovir disoproxil 245 mg (n = 52) ή εικονικό φάρμακο (n = 54) για 72 εβδομάδες και στην τυχαιοποιημένη μελέτη (μελέτη GS-US-174-0144) σε 89 ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β (ηλικίας 2 έως <12 ετών) που έλαβαν θεραπεία με tenofovir disoproxil (n=60) ή εικονικό φάρμακο (n = 29) για 48 εβδομάδες. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν στους παιδιατρικούς ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με tenofovir disoproxil ήταν συμβατές με εκείνες που παρατηρήθηκαν στις κλινικές μελέτες του tenofovir disoproxil στους ενήλικες (βλ. Συνοπτική περίληψη ανεπιθύμητων ενεργειών και Φαρμακοδυναμικές).
Μειώσεις της ΟΠ έχουν παρατηρηθεί σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 2 έως <18 ετών που έχουν προσβληθεί από τον ιό HBV. Οι βαθμολογίες BMD Z που παρατηρήθηκαν στα άτομα που έλαβαν tenofovir disoproxil ήταν χαμηλότερες από εκείνες που παρατηρήθηκαν σε άτομα που έλαβαν εικονικό φάρμακο (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοδυναμικές).
Άλλοι ειδικοί πληθυσμοί
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία Η χρήση του tenofovir disoproxil δεν συνιστάται σε παιδιατρικούς ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Εξάρσεις ηπατίτιδας μετά τη διακοπή της θεραπείας Σε ασθενείς με λοίμωξη από τον ιό HIV με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό HBV, έχει παρουσιαστεί κλινική και εργαστηριακή απόδειξη της ηπατίτιδας μετά τη διακοπή του tenofovir disoproxil (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-VIREAD
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Τα δεδομένα από μεγάλο αριθμό εγκύων γυναικών (περισσότερες από 1.000 περιπτώσεις έκβασης εγκυμοσύνης) δεν καταδεικνύουν την ύπαρξη συγγενών διαμαρτιών ή τοξικότητας στο έμβρυο/νεογνό σχετιζόμενης με το tenofovir disoproxil. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Η χρήση του tenofovir disoproxil θα μπορούσε να αποφασιστεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εάν αυτή κρίνεται απαραίτητη. Στη βιβλιογραφία, η έκθεση στο tenofovir disoproxil κατά το τρίτο τρίμηνο της κύησης έχει καταδειχθεί ότι μειώνει τον κίνδυνο μετάδοσης του HBV από τη μητέρα στο βρέφος εάν το tenofovir disoproxil χορηγηθεί στη μητέρα, επιπρόσθετα της χορήγησης ανοσοσφαιρίνης κατά της ηπατίτιδας Β και εμβολίου κατά της ηπατίτιδας Β στα βρέφη. Σε τρεις ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές, συνολικά 327 έγκυες γυναίκες με χρόνια HBV λοίμωξη έλαβαν tenofovir disoproxil (245 mg) μία φορά την ημέρα από την 28η έως την 32η εβδομάδα κύησης έως και 1 με 2 μήνες μετά τον τοκετό. Οι γυναίκες και τα βρέφη παρακολουθούνταν για έως 12 μήνες μετά τον τοκετό. Δεν προέκυψε κανένα σήμα ασφάλειας από αυτά τα δεδομένα.
Θηλασμός
Το tenofovir έχει αποδειχθεί ότι απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Υπάρχουν ανεπαρκείς πληροφορίες σχετικά με την επίδραση του tenofovir στα νεογέννητα/βρέφη. Συνεπώς το Viread δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την διάρκεια του θηλασμού. Ως γενικός κανόνας, δεν συνιστάται σε γυναίκες που έχουν προσβληθεί από τον ιό HIV να θηλάζουν τα βρέφη τους, προκειμένου να αποφευχθεί μετάδοση του HIV στο βρέφος.
Γονιμότητα
Υπάρχουν περιορισμένα κλινικά δεδομένα σχετικά με τις επιπτώσεις του tenofovir disoproxil στη γονιμότητα. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν επικίνδυνες επιπτώσεις του tenofovir disoproxil στη γονιμότητα.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-VIREAD
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιικό για συστηματική χρήση, νουκλεοσιδικοί και νουκλεοτιδικοί αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης, κωδικός ATC: J05ΑF07
Μηχανισμός δράσης και φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Το tenofovir disoproxil fumarate είναι το φουμαρικό άλας του προφαρμάκου tenofovir disoproxil. Το tenofovir disoproxil απορροφάται και μετατρέπεται στην ενεργή ουσία tenofovir, η οποία είναι ένα ανάλογο μονοφωσφορικού νουκλεοσιδίου (νουκλεοτίδιο). Στη συνέχεια, το tenofovir μετατρέπεται στον ενεργό μεταβολίτη tenofovir diphosphate, ένα υποχρεωτικό τερματιστή αλυσίδας, από κυτταρικά ένζυμα συνεχούς έκφρασης. Το tenofovir diphosphate εμφανίζει ενδοκυτταρικό χρόνο ημιζωής 10 ωρών σε ενεργοποιημένα μονοπύρηνα κύτταρα του περιφερικού αίματος (PBMCs) και 50 ωρών σε εν ηρεμία μονοπύρηνα κύτταρα. Το tenofovir diphosphate αναστέλλει την ανάστροφη μεταγραφάση HIV-1 και την πολυμεράση HBV με άμεσο ανταγωνισμό δέσμευσης στο φυσικό δεσοξυριβονουκλεοτίδιο-υπόστρωμα, καθώς και με τερματισμό της αλυσίδας του DNA μετά την ενσωμάτωση στο DNA. Το tenofovir diphosphate είναι ασθενής αναστολέας των κυτταρικών πολυμερασών α, β και γ. Σε συγκεντρώσεις μέχρι 300 μmol/l, επίσης δεν έχει διαπιστωθεί επίδραση του tenofovir στη σύνθεση του μιτοχονδριακού DNA ή στην παραγωγή γαλακτικού οξέος, σε δοκιμασίες in vitro.
Δεδομένα σχετικά με τον HIV
HIV αντι-ιική δράση in vitro: Η συγκέντρωση του tenofovir που απαιτείται για 50% αναστολή (EC50) του αρχέγονου εργαστηριακού στελέχους HIV-1IIIB είναι 1-6 μmol/l σε λεμφοειδείς κυτταρικές γραμμές και 1,1 μmol/l ενάντια σε πρωτογενείς απομονωμένους ιούς HIV-1 του υποτύπου Β σε PBMCs. Επίσης, το tenofovir είναι ενεργό ενάντια στους υποτύπους Α, C, D, E, F, G και Ο και ενάντια στον HIVBaL σε πρωτογενή μονοκύτταρα/μακροφάγα. Το tenofovir εμφανίζεται δραστικό in vitro ενάντια στον HIV-2, με EC50 ίση με 4,9 μmol/l σε κύτταρα ΜΤ-4.
Αντοχή: Έχουν επιλεγεί in vitro και σε ορισμένους ασθενείς στελέχη HIV-1 με μειωμένη ευαισθησία στο tenofovir και μια K65R μετάλλαξη στην ανάστροφη μεταγραφάση (βλ. Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια). Το tenofovir disoproxil πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς υπό προηγούμενη αντιρετροϊκή αγωγή με στελέχη που περιλαμβάνουν την K65R μετάλλαξη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Επιπλέον, μια K70E υποκατάσταση στην ανάστροφη μεταγραφάση του HIV-1 έχει επιλεγεί από το tenofovir και προκαλεί μειωμένη ευαισθησία χαμηλού επιπέδου στο tenofovir.
Κλινικές μελέτες σε ασθενείς που είχαν ήδη δεχθεί θεραπεία αξιολόγησαν την αντι-HIV δράση του tenofovir disoproxil 245 mg έναντι στελεχών του HIV-1 με αντοχή στους νουκλεοσιδικούς αναστολείς. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι ασθενείς με HIV που εκφράζει 3 ή περισσότερες μεταλλάξεις που συσχετίζονται με ανάλογα θυμιδίνης (TAMs) και περιλαμβάνουν, είτε την M41L είτε την L210W μετάλλαξη της ανάστροφης μεταγραφάσης, επέδειξαν μειωμένη ανταπόκριση στην αγωγή με tenofovir disoproxil 245 mg.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια Η αποτελεσματικότητα του tenofovir disoproxil σε ενήλικες ασθενείς που έχουν ήδη δεχθεί αγωγή και πρωτοθεραπευόμενους με HIV-1 λοίμωξη έχει αποδειχθεί σε μελέτες διάρκειας 48 εβδομάδων και 144 εβδομάδων, αντίστοιχα.
Στη μελέτη GS-99-907 χορηγήθηκε εικονικό φάρμακο ή το tenofovir disoproxil 245 mg σε 550 ενήλικες ασθενείς που είχαν ήδη δεχθεί αγωγή για 24 εβδομάδες. Κατά την έναρξη της δοκιμής ο μέσος αριθμός κυττάρων CD4 ήταν 427 κύτταρα/mm3, η μέση τιμή HIV-1 RNA στο πλάσμα ήταν 3,4 log10 αντίγραφα/ml (το 78% των ασθενών είχε ιικό φορτίο < 5.000 αντίγραφα/ml) και η μέση διάρκεια της προηγούμενης θεραπείας HIV ήταν 5,4 χρόνια. Η γονοτυπική ανάλυση των απομονωμένων ιών HIV κατά την έναρξη από 253 ασθενείς έδειξε ότι το 94% των ασθενών παρουσίασε ανθεκτικές μεταλλάξεις HIV-1 που σχετίζονταν με νουκλεοσιδικούς αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης, το 58% παρουσίασε μεταλλάξεις που σχετίζονταν με πρωτεασικούς αναστολείς και το 48% παρουσίασε μεταλλάξεις που σχετίζονταν με μη νουκλεοσιδικούς αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης.
Κατά την 24η εβδομάδα, η μέση, χρονικά σταθμισμένη μεταβολή από την τιμή κατά την έναρξη όσον αφορά τα HIV-1 RNA επίπεδα στο πλάσμα (DAVG24) ήταν -0,03 log10 αντίγραφα/ml και -0,61 log10 αντίγραφα/ml για τις ομάδες του εικονικού φαρμάκου και του tenofovir disoproxil 245 mg (p < 0,0001). Κατά την 24η εβδομάδα, παρατηρήθηκε μια σημαντική στατιστική διαφορά, υπέρ της αγωγής με το tenofovir disoproxil 245 mg, στη μέση, χρονικά σταθμισμένη μεταβολή (DAVG24) του αριθμού κυττάρων CD4 από την έναρξη (+13 κύτταρα/mm3 για την ομάδα του tenofovir disoproxil 245 mg έναντι -11 κυττάρων/mm3 για την ομάδα εικονικού φαρμάκου, τιμή p = 0,0008). Η αντι-ιϊκή ανταπόκριση του tenofovir disoproxil ήταν παραμένουσα και για τις 48 εβδομάδες (DAVG48 ήταν -0,57 log10 αντίγραφα/ml, το ποσοστό των ασθενών με HIV-1 RNA κάτω από 400 ή 50 αντίγραφα ήταν 41% και 18% αντίστοιχα) Οκτώ (2%) ασθενείς υπό tenofovir disoproxil 245 mg ανέπτυξαν την K65R μετάλλαξη εντός των πρώτων 48 εβδομάδων.
Η διάρκειας 144-εβδομάδων διπλή τυφλή, ενεργά ελεγχόμενη φάση της μελέτης GS-99-903, αξιολόγησε την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του tenofovir disoproxil 245 mg έναντι της σταβουδίνης όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με λαμιβουδίνη και εφαβιρένζη σε πρωτοθεραπευόμενους με αντιρετροϊκή θεραπεία ενήλικες ασθενείς με HIV-1 λοίμωξη. Κατά την έναρξη η μέση τιμή των CD4 κυττάρων ήταν 279 κύτταρα/mm3, το μέσο ιϊκό φορτίο ήταν 4,91 log10 αντίγραφα/ml, το 19% των ασθενών είχαν συμπτωματική HIV-1 λοίμωξη και το 18% είχαν AIDS. Οι ασθενείς κατηγοριοποιήθηκαν βάσει των HIV-1 RNA και του αριθμού των CD4 κυττάρων κατά την έναρξη. Κατά την έναρξη, το 43% των ασθενών είχαν ιϊκό φορτίο > 100.000 αντίγραφα/ml και το 39% είχαν αριθμό CD4 κυττάρων < 200 κύτταρα/ml.
Με ανάλυση πρόθεσης θεραπείας, (ελλιπή δεδομένα και μετάταξη σε αντιρετροϊκή θεραπεία (ART) θεωρήθηκαν ως αποτυχία), το ποσοστό ασθενών με HIV-1 RNA κάτω από 400 αντίγραφα/ml και 50 αντίγραφα/ml μετά 48 εβδομάδες θεραπείας ήταν 80% και 76% αντίστοιχα στο σκέλος του tenofovir disoproxil 245 mg σε σύγκριση με 84% και 80% του σκέλους της σταβουδίνης. Κατά την 144η εβδομάδα το ποσοστό των ασθενών με HIV-1 RNA κάτω από 400 αντίγραφα/ml και 50 αντίγραφα/ml ήταν 71% και 68% αντίστοιχα στο σκέλος του tenofovir disoproxil 245 mg, σε σύγκριση με 64% και 63% στο σκέλος της σταβουδίνης.
Η κατά μέσο όρο αλλαγή από την έναρξη για το HIV-1 RNA και τον αριθμό των CD4 κυττάρων κατά την 48η εβδομάδα θεραπείας ήταν παρόμοιος και στις δύο ομάδες υπό θεραπεία (-3,09 και -3,09 log10 αντίγραφα/ml, +169 και 167 κύτταρα/mm3 στις ομάδες του tenofovir disoproxil 245 mg και σταβουδίνης αντίστοιχα). Κατά την 144η εβδομάδα η μέση αλλαγή κατά την έναρξη παρέμεινε παρόμοια και στα δύο σκέλη της θεραπείας (-3,07 και -3,03 log10 αντίγραφα/ml +263 και +283 κύτταρα/mm3 στις ομάδες του tenofovir disoproxil 245 mg και της σταβουδίνης αντίστοιχα). Μία σταθερή ανταπόκριση στην θεραπεία με tenofovir disoproxil 245 mg διαπιστώθηκε ασχέτως του αριθμού CD4 κυττάρων κατά την έναρξη.
Η K65R μετάλλαξη εμφανίσθηκε σε ελαφρά υψηλότερο ποσοστό ασθενών στην ομάδα του tenofovir disoproxil σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου (2,3% έναντι 0,7%). Η αντοχή στην εφαβιρενζη ή στην λαμιβουδίνη είτε προηγείτο είτε συνέπιπτε με την ανάπτυξη της K65R σε όλες τις περιπτώσεις. Οκτώ ασθενείς είχαν HIV με έκφραση της K65R στο σκέλος του tenofovir disoproxil 245 mg, σε 7 εκ των οποίων εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια των πρώτων 48 εβδομάδων της θεραπείας και στον τελευταίο την 96η εβδομάδα. Δεν παρατηρήθηκε περαιτέρω ανάπτυξη της K65R μέχρι την 144η εβδομάδα. Ένας ασθενής στο σκέλος του tenofovir disoproxil ανέπτυξε την K70E υποκατάσταση στον ιό. Από γονοτυπικές και φαινοτυπικές αναλύσεις δεν υπήρξε ένδειξη άλλων οδών για ανάπτυξη αντοχής στο tenofovir.
Δεδομένα σχετικά με τον HBV
Αντι-ιική δράση HBV in vitro: Η αντι-ιική δράση in vitro του tenofovir κατά του HBV αξιολογήθηκε στην κυτταρική γραμμή HepG2 2.2.15. Οι τιμές EC50 για το tenofovir ήταν στο εύρος από 0,14 έως 1,5 μmol/l, με τιμές CC50 (50% συγκέντρωση κυτταροτοξικότητας) >100 μmol/l.
Αντοχή: Δεν αναγνωρίστηκαν HBV μεταλλάξεις σχετιζόμενες με αντοχή στο tenofovir disoproxil (βλ. Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια). Σε αναλύσεις με κυτταρική βάση, τα στελέχη HBV που εκφράζουν τις μεταλλάξεις rtV173L, rtL180M και rtM204I/V που σχετίζονται με αντοχή στη λαμιβουδίνη και στην τελμπιβουδίνη έδειξαν ευαισθησία στο tenofovir στο εύρος από 0,7 έως 3,4 φορές εκείνη του αρχέγονου ιού. Τα στελέχη HBV που εκφράζουν τις μεταλλάξεις rtL180M, rtT184G, rtS202G/I, rtM204V και rtM250V που σχετίζονται με αντοχή στο entecavir έδειξαν ευαισθησία στο tenofovir στο εύρος από 0,6 έως 6,9 φορές εκείνη του αρχέγονου ιού. Τα στελέχη HBV που εκφράζουν τις μεταλλάξεις rtA181V και rtN236T που σχετίζονται με αντοχή στο adefovir έδειξαν ευαισθησία στο tenofovir στο εύρος από 2,9 έως 10 φορές εκείνη του αρχέγονου ιού. Οι ιοί που περιέχουν τη μετάλλαξη rtA181T παρέμειναν ευαίσθητοι στο tenofovir με τιμές EC50 1,5 φορά εκείνη του αρχέγονου ιού.
Κλινική αποτελεσματικότητα Η επίδειξη του οφέλους του tenofovir disoproxil σε αντιρροπούμενη και μη αντιρροπούμενη νόσο βασίζεται σε ιολογικές, βιοχημικές και ορολογικές ανταποκρίσεις σε ενήλικες με HBeAg θετική ή HBeAg αρνητική χρόνια ηπατίτιδα B. Οι υπό θεραπεία ασθενείς περιελάμβαναν αυτούς που ήταν πρωτοθεραπευόμενοι, που είχαν λάβει αγωγή με λαμιβουδίνη, αγωγή με adefovir dipivoxil και ασθενείς με μεταλλάξεις που σχετίζονται με αντοχή στη λαμιβουδίνη ή/και αντοχή στο adefovir dipivoxil κατά την έναρξη της θεραπείας. Έχει καταδειχθεί όφελος με βάση τις ιστολογικές ανταποκρίσεις σε ασθενείς με αντιρροπούμενη ηπατική νόσο.
Εμπειρία με ασθενείς με αντιρροπούμενη ηπατική νόσο κατά την 48η εβδομάδα (μελέτες GS-US-174 0102 και GS-US-174 0103) Τα αποτελέσματα 48 εβδομάδων από δύο τυχαιοποιημένες, διπλά τυφλές μελέτες φάσης 3 που σύγκριναν το tenofovir disoproxil με το adefovir dipivoxil σε ενήλικες ασθενείς με αντιρροπούμενη ηπατική νόσο παρουσιάζονται στον Πίνακα 3 παρακάτω. Η μελέτη GS-US-174 0103 διενεργήθηκε σε 266 (τυχαιοποιημένους και υπό θεραπεία) HBeAg θετικούς ασθενείς, ενώ η μελέτη GS-US-174 0102 διενεργήθηκε σε 375 (τυχαιοποιημένους και υπό θεραπεία) ασθενείς αρνητικούς για HBeAg και θετικούς για HBeAb.
Και στις δύο αυτές μελέτες, το tenofovir disoproxil ήταν σημαντικά ανώτερο σε σχέση με το adefovir dipivoxil για το πρωτογενές καταληκτικό σημείο πλήρους ανταπόκρισης (οριζόμενο ως επίπεδα HBV DNA <400 αντίγραφα/ml και βελτίωση στην κλίμακα Knodell φλεγμονής-νέκρωσης τουλάχιστον 2 σημείων χωρίς επιδείνωση στην κλίμακα ίνωσης Knodell). Η θεραπεία με tenofovir disoproxil 245 mg συσχετίστηκε επίσης με σημαντικά υψηλότερες αναλογίες ασθενών με HBV DNA <400 αντίγραφα/ml σε σύγκριση με τη θεραπεία με adefovir dipivoxil 10 mg. Και οι δύο θεραπείες παρείχαν παρόμοια αποτελέσματα όσον αφορά την ιστολογική ανταπόκριση (οριζόμενη ως βελτίωση στην κλίμακα Knodell φλεγμονής-νέκρωσης τουλάχιστον 2 σημείων χωρίς επιδείνωση στην κλίμακα ίνωσης Knodell) κατά την 48η εβδομάδα (βλ. Πίνακα 3 παρακάτω).
Στη μελέτη GS-US-174 0103 σε μια σημαντικά υψηλότερη αναλογία ασθενών στην ομάδα tenofovir disoproxil από εκείνη στην ομάδα adefovir dipivoxil εμφανίστηκε ομαλοποιημένη η ALT και επετεύχθη αρνητικοποίηση του HBsAg κατά την 48η εβδομάδα (βλ. Πίνακα 3 παρακάτω).
Πίνακας 3: Παράμετροι αποτελεσματικότητας σε HBeAg αρνητικούς και HBeAg θετικούς ασθενείς με αντιρροπούμενη νόσο κατά την 48η εβδομάδα
| Παράμετρος | Μελέτη 174 0102 (HBeAg αρνητικό) | Μελέτη 174 0103 (HBeAg θετικό) |
|---|---|---|
| Tenofovir disoproxil 245 mg n = 250 | Adefovir dipivoxil 10 mg n = 125 | |
| Πλήρης ανταπόκριση (%)a | 71* | 49 |
| Ιστολογία | ||
| Ιστολογική ανταπόκριση (%)b | 72 | 69 |
| Διάμεση μείωση HBV DNA από την έναρξηc (log10 αντίγραφα/ml) | -4,7* | -4,0 |
| HBV DNA (%) | ||
| <400 αντίγραφα/ml (<69 IU/ml) | 93* | 63 |
| ALT (%) | ||
| Ομαλοποιημένη ALTd | 76 | 77 |
| Ορολογία (%) | ||
| HBeAg αρνητικοποίηση/ορομετατροπή | δεν εφαρμόζεται | δεν εφαρμόζεται |
| HBsAg αρνητικοποίηση/ορομετατροπή | 0/0 | 0/0 |
- Τιμή p έναντι adefovir dipivoxil <0,05. a Πλήρης ανταπόκριση οριζόμενη ως επίπεδα HBV DNA < 400 αντίγραφα/ml και βελτίωση στην κλίμακα Knodell φλεγμονής-νέκρωσης τουλάχιστον 2 σημείων χωρίς επιδείνωση στην κλίμακα ίνωσης Knodell. b Βελτίωση στην κλίμακα Knodell φλεγμονής-νέκρωσης τουλάχιστον 2 σημείων χωρίς επιδείνωση στην κλίμακα ίνωσης Knodell. c Η διάμεση μεταβολή HBV DNA από την έναρξη αντικατοπτρίζει μόνο τη διαφορά μεταξύ του HBV DNA κατά την έναρξη και του ορίου ανίχνευσης (LOD) της ανάλυσης. d Ο πληθυσμός που χρησιμοποιήθηκε για την ανάλυση της ομαλοποίησης της ALT συμπεριέλαβε μόνο ασθενείς με ALT πάνω από το ΑΦΟ κατά την έναρξη.
Το tenofovir disoproxil συσχετίστηκε με σημαντικά υψηλότερες αναλογίες ασθενών με μη ανιχνεύσιμο HBV DNA (<169 αντίγραφα/ml [<29 IU/ml], όριο της ποσοτικοποίησης της ανάλυσης HBV Roche Cobas Taqman), σε σύγκριση με το adefovir dipivoxil (μελέτη GS-US-174 0102, 91%, 56% και μελέτη GS-US-174 0103, 69%, 9%, αντίστοιχα).
Η ανταπόκριση στη θεραπεία με tenofovir disoproxil ήταν συγκρίσιμη στους ασθενείς σε προηγούμενη θεραπεία με νουκλεοσίδια (n = 51) και στους πρωτοθεραπευόμενους με νουκλεοσίδια ασθενείς (n = 375), καθώς και στους ασθενείς με φυσιολογική ALT (n = 21) και μη φυσιολογική ALT (n = 405) κατά την έναρξη, όταν συνδυάστηκαν οι μελέτες GS-US-174 0102 και GS-US-174 0103. Σαράντα εννέα από τους 51 ασθενείς σε προηγούμενη θεραπεία με νουκλεοσίδια είχαν προηγουμένως λάβει θεραπεία με λαμιβουδίνη. Στο εβδομήντα τρία τοις εκατό των ασθενών σε προηγούμενη θεραπεία με νουκλεοσίδια και στο 69% των πρωτοθεραπευόμενων με νουκλεοσίδια ασθενών επετεύχθη πλήρης ανταπόκριση στη θεραπεία, ενώ στο 90% των ασθενών σε προηγούμενη θεραπεία με νουκλεοσίδια και στο 88% των πρωτοθεραπευόμενων με νουκλεοσίδια ασθενών επετεύχθη καταστολή του HBV DNA <400 αντίγραφα/ml. Όλοι οι ασθενείς με φυσιολογική ALT κατά την έναρξη και το 88% των ασθενών με μη φυσιολογική ALT κατά την έναρξη πέτυχαν καταστολή του HBV DNA <400 αντίγραφα/ml.
Εμπειρία πέραν των 48 εβδομάδων στις μελέτες GS-US-174 0102 και GS-US-174 0103 Στις μελέτες GS-US-174 0102 και GS-US-174 0103, μετά τη λήψη διπλά τυφλής θεραπείας για 48 εβδομάδες (είτε tenofovir disoproxil 245 mg είτε adefovir dipivoxil 10 mg), οι ασθενείς άλλαξαν χωρίς διακοπή σε θεραπεία ανοικτής επισήμανσης με tenofovir disoproxil. Στις μελέτες GS-US-174 0102 και GS-US-174 0103, 77% και 61% των ασθενών συνέχισαν στη μελέτη μέχρι την 384η εβδομάδα, αντίστοιχα. Κατά την 96η, την 144η, την 192η, την 240η, την 288η και την 384η εβδομάδα, η ιολογική καταστολή, οι βιοχημικές και οι ορολογικές ανταποκρίσεις διατηρήθηκαν με συνεχιζόμενη θεραπεία με tenofovir disoproxil (βλ. Πίνακες 4 και 5 παρακάτω).
Πίνακας 4: Παράμετροι αποτελεσματικότητας σε HBeAg αρνητικούς ασθενείς με αντιρροπούμενη νόσο κατά την 96η, την 144η, την 192η, την 240η, την 288η και την 384η εβδομάδα με θεραπεία ανοικτής επισήμανσης
| Παράμετροςa | Εβδομάδα | Tenofovir disoproxil 245 mg n = 250 | Adefovir dipivoxil 10 mg αλλαγή σε tenofovir disoproxil 245 mg n = 125 |
|---|---|---|---|
| 96b | 144e | ||
| HBV DNA (%) | <400 αντίγραφα/ml (<69 IU/ml) | 90 | 87 |
| ALT (%) | Ομαλοποιημένη ALTd | 72 | 73 |
| Ορολογία (%) | HBeAg αρνητικοποίηση/ορομετατροπή | δεν εφαρμόζεται | δεν εφαρμόζεται |
| HBsAg αρνητικοποίηση/ορομετατροπή | 0/0 | 0/0 |
a Βασισμένη στον Αλγόριθμο Μακροχρόνιας Αξιολόγησης (Long Term Evaluation algorithm, LTE Analysis) - Οι ασθενείς, οι οποίοι διέκοψαν από τη μελέτη οποιαδήποτε χρονική στιγμή πριν από την 384η εβδομάδα λόγω καταληκτικού σημείου οριζόμενου από το πρωτόκολλο, καθώς επίσης και όσοι ολοκλήρωσαν την 384η εβδομάδα, περιλαμβάνονται στον παρονομαστή. b 48 εβδομάδες διπλά τυφλής θεραπείας με tenofovir disoproxil ακολουθούμενης από 48 εβδομάδες θεραπείας ανοικτής επισήμανσης. c 48 εβδομάδες διπλά τυφλής θεραπείας με adefovir dipivoxil ακολουθούμενης από 48 εβδομάδες θεραπείας ανοικτής επισήμανσης με tenofovir disoproxil. d Ο πληθυσμός που χρησιμοποιήθηκε για την ανάλυση της ομαλοποίησης της ALT συμπεριέλαβε μόνο ασθενείς με ALT πάνω από το ΑΦΟ κατά την έναρξη. e 48 εβδομάδες διπλά τυφλής θεραπείας με tenofovir disoproxil ακολουθούμενης από 96 εβδομάδες θεραπείας ανοικτής επισήμανσης. f 48 εβδομάδες διπλά τυφλής θεραπείας με adefovir dipivoxil ακολουθούμενης από 96 εβδομάδες θεραπείας ανοικτής επισήμανσης με tenofovir disoproxil. g 48 εβδομάδες διπλά τυφλής θεραπείας με tenofovir disoproxil ακολουθούμενης από 144 εβδομάδες θεραπείας ανοικτής επισήμανσης. h 48 εβδομάδες διπλά τυφλής θεραπείας με adefovir dipivoxil ακολουθούμενης από 144 εβδομάδες θεραπείας ανοικτής επισήμανσης με tenofovir disoproxil. i 48 εβδομάδες διπλά τυφλής θεραπείας με tenofovir disoproxil ακολουθούμενης από 192 εβδομάδες θεραπείας ανοικτής επισήμανσης. j 48 εβδομάδες διπλά τυφλής θεραπείας με adefovir dipivoxil ακολουθούμενης από 192 εβδομάδες θεραπείας ανοικτής επισήμανσης με tenofovir disoproxil. k Ένας ασθενής στην ομάδα αυτή έγινε HBsAg αρνητικός για πρώτη φορά στην επίσκεψη κατά την 240η εβδομάδα και συνέχιζε στη μελέτη κατά το χρόνο διακοπής των δεδομένων. Ωστόσο, η αρνητικοποίηση HBsAg του ατόμου επιβεβαιώθηκε τελικά στην επόμενη επίσκεψη. l 48 εβδομάδες διπλά τυφλής θεραπείας με tenofovir disoproxil ακολουθούμενης από 240 εβδομάδες θεραπείας ανοικτής επισήμανσης. m 48 εβδομάδες διπλά τυφλής θεραπείας με adefovir dipivoxil ακολουθούμενης από 240 εβδομάδες θεραπείας ανοικτής επισήμανσης με tenofovir disoproxil. n Τα αριθμητικά στοιχεία που παρουσιάζονται είναι συγκεντρωτικά ποσοστά βασισμένα σε ανάλυση Kaplan Meier εξαιρουμένων των δεδομένων που συλλέχθηκαν μετά την προσθήκη της emtricitabine στη θεραπεία ανοικτής επισήμανσης με tenofovir disoproxil (KM-TDF). o 48 εβδομάδες διπλά τυφλής θεραπείας με tenofovir disoproxil ακολουθούμενης από 336 εβδομάδες θεραπείας ανοικτής επισήμανσης. p 48 εβδομάδες διπλά τυφλής θεραπείας με adefovir dipivoxil ακολουθούμενης από 336 εβδομάδες θεραπείας ανοικτής επισήμανσης με tenofovir disoproxil.
Πίνακας 5: Παράμετροι αποτελεσματικότητας σε HBeAg αρνητικούς ασθενείς με αντιρροπούμενη νόσο κατά την 96η, την 144η, την 192η, την 240η, την 288η και την 384η εβδομάδα με θεραπεία ανοικτής επισήμανσης
| Παράμετροςa | Εβδομάδα | Μελέτη 174 0103 (HBeAg θετικό) |
|---|---|---|
| Tenofovir disoproxil 245 mg n = 176 | ||
| 96b | ||
| HBV DNA (%) | <400 αντίγραφα/ml (<69 IU/ml) | 76 |
| ALT (%) | Ομαλοποιημένη ALTd | 60 |
| Ορολογία (%) | HBeAg αρνητικοποίηση/ορομετατροπή | 26/23 |
| HBsAg αρνητικοποίηση/ορομετατροπή | 5/4 |
a Βασισμένη στον Αλγόριθμο Μακροχρόνιας Αξιολόγησης (Long Term Evaluation algorithm, LTE Analysis) - Οι ασθενείς, οι οποίοι διέκοψαν από τη μελέτη οποιαδήποτε χρονική στιγμή πριν από την 384η εβδομάδα λόγω καταληκτικού σημείου οριζόμενου από το πρωτόκολλο, καθώς επίσης και όσοι ολοκλήρωσαν την 384η εβδομάδα, περιλαμβάνονται στον παρονομαστή. b 48 εβδομάδες διπλά τυφλής θεραπείας με tenofovir disoproxil ακολουθούμενης από 48 εβδομάδες θεραπείας ανοικτής επισήμανσης. c 48 εβδομάδες διπλά τυφλής θεραπείας με adefovir dipivoxil ακολουθούμενης από 48 εβδομάδες θεραπείας ανοικτής επισήμανσης με tenofovir disoproxil. d Ο πληθυσμός που χρησιμοποιήθηκε για την ανάλυση της ομαλοποίησης της ALT συμπεριέλαβε μόνο ασθενείς με ALT πάνω από το ΑΦΟ κατά την έναρξη. e 48 εβδομάδες διπλά τυφλής θεραπείας με tenofovir disoproxil ακολουθούμενης από 96 εβδομάδες θεραπείας ανοικτής επισήμανσης. f 48 εβδομάδες διπλά τυφλής θεραπείας με adefovir dipivoxil ακολουθούμενης από 96 εβδομάδες θεραπείας ανοικτής επισήμανσης με tenofovir disoproxil. g Τα αριθμητικά στοιχεία που παρουσιάζονται είναι συγκεντρωτικά ποσοστά βασισμένα σε ανάλυση Kaplan-Meier συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων που συλλέχθηκαν μετά την προσθήκη της emtricitabine στη θεραπεία ανοικτής επισήμανσης με tenofovir disoproxil (KM-ITT). h 48 εβδομάδες διπλά τυφλής θεραπείας με tenofovir disoproxil ακολουθούμενης από 144 εβδομάδες θεραπείας ανοικτής επισήμανσης. i 48 εβδομάδες διπλά τυφλής θεραπείας με adefovir dipivoxil ακολουθούμενης από 144 εβδομάδες θεραπείας ανοικτής επισήμανσης με tenofovir disoproxil. j 48 εβδομάδες διπλά τυφλής θεραπείας με tenofovir disoproxil ακολουθούμενης από 192 εβδομάδες θεραπείας ανοικτής επισήμανσης. k 48 εβδομάδες διπλά τυφλής θεραπείας με adefovir dipivoxil ακολουθούμενης από 192 εβδομάδες θεραπείας ανοικτής επισήμανσης με tenofovir disoproxil. l Τα αριθμητικά στοιχεία που παρουσιάζονται είναι συγκεντρωτικά ποσοστά βασισμένα σε ανάλυση Kaplan Meier εξαιρουμένων των δεδομένων που συλλέχθηκαν μετά την προσθήκη της emtricitabine στη θεραπεία ανοικτής επισήμανσης με tenofovir disoproxil (KM-TDF). m 48 εβδομάδες διπλά τυφλής θεραπείας με tenofovir disoproxil ακολουθούμενης από 240 εβδομάδες θεραπείας ανοικτής επισήμανσης. n 48 εβδομάδες διπλά τυφλής θεραπείας με adefovir dipivoxil ακολουθούμενης από 240 εβδομάδες θεραπείας ανοικτής επισήμανσης με tenofovir disoproxil. o 48 εβδομάδες διπλά τυφλής θεραπείας με tenofovir disoproxil ακολουθούμενης από 336 εβδομάδες θεραπείας ανοικτής επισήμανσης. p 48 εβδομάδες διπλά τυφλής θεραπείας με adefovir dipivoxil ακολουθούμενης από 336 εβδομάδες θεραπείας ανοικτής επισήμανσης με tenofovir disoproxil.
Αντιστοιχισμένα δεδομένα βιοψίας ήπατος κατά την έναρξη και κατά την 240η εβδομάδα ήταν διαθέσιμα για 331/489 ασθενείς που παρέμειναν στις μελέτες GS-US-174 0102 και GS-US-174 0103 κατά την 240η εβδομάδα (βλ. Πίνακα 6 παρακάτω). Ενενήντα πέντε τοις εκατό (225/237) των ασθενών χωρίς κίρρωση κατά την έναρξη και 99% (93/94) των ασθενών με κίρρωση κατά την έναρξη παρουσίασαν είτε καμία μεταβολή είτε βελτίωση στην ίνωση (κλίμακα ίνωσης Ishak). Από τους 94 ασθενείς με κίρρωση κατά την έναρξη (κλίμακα ίνωσης Ishak: 5-6), 26% (24) δεν παρουσίασαν καμία μεταβολή στην κλίμακα ίνωσης Ishak και 72% (68) παρουσίασαν υποχώρηση της κίρρωσης κατά την 240η εβδομάδα με μείωση στην κλίμακα ίνωσης Ishak τουλάχιστον 2 σημείων.
Πίνακας 6: Ιστολογική ανταπόκριση (%) σε HBeAg αρνητικά και HBeAg θετικά άτομα με αντιρροπούμενη νόσο κατά την 240η εβδομάδα σε σύγκριση με την έναρξη
| Ιστολογική ανταπόκρισηa,b (%) | Μελέτη 174 0102 (HBeAg αρνητικό) | Μελέτη 174 0103 (HBeAg positive) |
|---|---|---|
| Tenofovir disoproxil 245 mg n = 250c | Adefovir dipivoxil 10 mg αλλαγή σε tenofovir disoproxil 245 mg n = 125d | |
| 88 [130/148] | 85 [63/74] |
a Ο πληθυσμός που χρησιμοποιήθηκε για την ανάλυση της ιστολογίας συμπεριέλαβε μόνο ασθενείς με διαθέσιμα δεδομένα βιοψίας ήπατος (Απουσία = Αποκλεισμός) κατά την 240η εβδομάδα. Η ανταπόκριση μετά την προσθήκη της emtricitabine αποκλείσθηκε (σύνολο 17 ατόμων και στις δύο μελέτες). b Βελτίωση στην κλίμακα Knodell φλεγμονής-νέκρωσης τουλάχιστον 2 σημείων χωρίς επιδείνωση στην κλίμακα ίνωσης Knodell. c 48 εβδομάδες διπλά τυφλής θεραπείας με tenofovir disoproxil ακολουθούμενης από έως 192 εβδομάδες θεραπείας ανοικτής επισήμανσης. d 48 εβδομάδες διπλά τυφλής θεραπείας με adefovir dipivoxil ακολουθούμενης από έως 192 εβδομάδες θεραπείας ανοικτής επισήμανσης με tenofovir disoproxil.
Εμπειρία σε ασθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό HIV και προηγούμενη θεραπεία με λαμιβουδίνη Σε τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη μελέτη 48 εβδομάδων με tenofovir disoproxil 245 mg σε ενήλικες ασθενείς με συνυπάρχουσα HIV-1 λοίμωξη και χρόνια ηπατίτιδα B σε προηγούμενη θεραπεία με λαμιβουδίνη (μελέτη ACTG-5127), τα μέσα επίπεδα HBV DNA ορού κατά την έναρξη σε ασθενείς τυχαιοποιημένους στο σκέλος tenofovir ήταν 9,45 log10 αντίγραφα/ml (n = 27). Η θεραπεία με tenofovir disoproxil 245 mg συσχετίστηκε με μια μέση μεταβολή στο HBV DNA ορού από την έναρξη, στους ασθενείς για τους οποίους υπήρχαν δεδομένα 48 εβδομάδων, της τάξης του -5,74 log10 αντίγραφα/ml (n = 18). Επιπλέον, 61% των ασθενών είχαν φυσιολογική ALT κατά την 48η εβδομάδα.
Εμπειρία σε ασθενείς με επιμένουσα ιική αντιγραφή (μελέτη GS-US-174 0106) Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του tenofovir disoproxil 245 mg ή του tenofovir disoproxil 245 mg συν 200 mg emtricitabine αξιολογήθηκε σε τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή μελέτη (μελέτη GS-US-174 0106), σε HBeAg θετικούς και HBeAg αρνητικούς ενήλικες ασθενείς που είχαν επιμένουσα ιαιμία (HBV DNA ≥1.000 αντίγραφα/ml) ενώ λάμβαναν adefovir dipivoxil 10 mg για περισσότερο από 24 εβδομάδες. Κατά την έναρξη, στην ομάδα θεραπείας το 57% των ασθενών τυχαιοποιημένων στο σκέλος tenofovir disoproxil έναντι του 60% των ασθενών τυχαιοποιημένων στο σκέλος emtricitabine συν tenofovir disoproxil, είχε προηγουμένως λάβει θεραπεία με λαμιβουδίνη. Συνολικά κατά την 24η εβδομάδα, η θεραπεία με αγωγή που περιείχε tenofovir disoproxil είχε ως αποτέλεσμα το 66% (35/53) των ασθενών με HBV DNA <400 αντίγραφα/ml (<69 IU/ml) έναντι του 69% (36/52) των ασθενών οι οποίοι έλαβαν emtricitabine συν tenofovir disoproxil (p = 0,672). Επιπρόσθετα, το 55% (29/53) των ασθενών οι οποίοι έλαβαν emtricitabine συν tenofovir disoproxil είχαν μη ανιχνεύσιμο HBV DNA(<169 αντίγραφα/ml [<29 IU/ml], όριο της ποσοτικοποίησης της ανάλυσης HBV Roche Cobas TaqMan) έναντι του 60% (31/52) των ασθενών, οι οποίοι έλαβαν emtricitabine συν tenofovir disoproxil (p=0,504). Οι συγκρίσεις μεταξύ των ομάδων θεραπείας πέραν της 24ης εβδομάδας ήταν δύσκολο να ερμηνευτούν, εφόσον οι ερευνητές είχαν την επιλογή να εντατικοποιήσουν τη θεραπεία σε θεραπεία ανοικτής επισήμανσης με emtricitabine συν tenofovir disoproxil. Μακροχρόνιες μελέτες για να αξιολογηθεί ο λόγος οφέλους/κίνδυνο της διπλής θεραπείας με emtricitabine συν tenofovir disoproxil, σε ασθενείς με HBV μονο-λοίμωξη, βρίσκονται σε εξέλιξη.
Εμπειρία σε ασθενείς με μη αντιρροπούμενη ηπατική νόσο τη 48η εβδομάδα (μελέτη GS-US-174 0108) Η μελέτη GS-US-174 0108 είναι μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή ενεργοποιημένη μελέτη που αξιολογεί την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα του tenofovir disoproxil (n = 45), της emtricitabine συν το tenofovir disoproxil (n = 45), και του entecavir (n = 22), σε ασθενείς με μη αντιρροπούμενη ηπατική νόσο. Στο σκέλος θεραπείας με tenofovir disoproxil, οι ασθενείς είχαν μέση βαθμολογία CPT των 7,2, η μέση HBV DNA των 5,8 log10 αντίγραφα/ml και η μέση ALT στον ορό των 61 U/l κατά την έναρξη. Σαράντα δύο τοις εκατό (19/45) των ασθενών είχαν τουλάχιστον 6 μήνες προηγούμενη εμπειρία θεραπείας στη λαμιβουδίνη, το 20% (9/45) των ασθενών είχαν προηγούμενη εμπειρία θεραπείας στο adefovir dipivoxil και 9 στους 45 ασθενείς (20%) είχαν μεταλλάξεις αντοχής στη λαμιβουδίνη ή/και στο adefovir dipivoxil κατά την έναρξη. Τα συμπρωτογενή καταληκτικά σημεία ασφάλειας ήταν η διακοπή λόγω μιας ανεπιθύμητης ενέργειας και η επιβεβαιωμένη αύξηση στην κρεατινίνη ορού ≥0,5 mg/dl ή ο επιβεβαιωμένος φώσφορος ορού <2 mg/dl.
Σε ασθενείς με βαθμούς CPT ≤ 9, 74% (29/39) στην ομάδα θεραπείας με tenofovir disoproxil και 94% (33/35) στην ομάδα θεραπείας με emtricitabine συν tenofovir disoproxil επετεύχθησαν επίπεδα HBV DNA < 400 αντίγραφα/ml μετά από 48 εβδομάδες θεραπείας.
Συνολικά, τα δεδομένα που εξήχθησαν από τη μελέτη αυτή είναι υπερβολικά περιορισμένα ώστε να εξαχθούν οποιαδήποτε οριστικά συμπεράσματα σχετικά με τη σύγκριση της emtricitabine συν tenofovir disoproxil έναντι του tenofovir disoproxil, (βλ. Πίνακα 7 παρακάτω).
Πίνακας 7: Παράμετροι ασφάλειας και αποτελεσματικότητας σε ασθενείς με μη αντιρροπούμενη ηπατική νόσο κατά την 48η εβδομάδα
| Παράμετρος | Tenofovir disoproxil 245 mg (n = 45) | Emtricitabine 200 mg/tenofovir disoproxil 245 mg (n = 45) | Entecavir (0,5 mg ή 1 mg) n = 22 |
|---|---|---|---|
| Αποτυχία ανεκτικότητας (μόνιμη διακοπή του φαρμάκου της μελέτης λόγω μιας ανεπιθύμητης ενέργειας κατά τη διάρκεια της θεραπείας) n (%)a | 3 (7%) | 2 (4%) | 2 (9%) |
| Επιβεβαιωμένη αύξηση της κρεατινίνης ορού ≥0,5 mg/dl από την έναρξη ή επιβεβαιωμένος φώσφορος ορού <2 mg/dl n (%)b | 4 (9%) | 3 (7%) | 1 (5%) |
| HBV DNA n (%) <400 αντίγραφα/ml n (%) | 31/44 (70%) | 36/41 (88%) | 16/22 (73%) |
| ALT n (%) Ομαλοποιημένη ALT | 25/44 (57%) | 31/41 (76%) | 12/22 (55%) |
| Μείωση ≥2 βαθμών στη CPT από την έναρξη n (%) | 7/27 (26%) | 12/25 (48%) | 5/12 (42%) |
| Μέση αλλαγή στο βαθμό CPT από την έναρξη | -0,8 | -0,9 | -1,3 |
| Μέση αλλαγή στο βαθμό ΜΗΝΤΣ (Μοντέλο Ηπατικής Νόσου Τελικού Σταδίου) από την έναρξη | -1,8 | -2,3 | -2,6 |
a Τιμή p η οποία συγκρίνει το σκέλος που περιέχει το συνδυασμό με tenofovir έναντι του σκέλους με entecavir = 0,622, b Τιμή p η οποία συγκρίνει το σκέλος που περιέχει το συνδυασμό με tenofovir έναντι του σκέλους με entecavir = 1,000.
Εμπειρία πέραν των 48 εβδομάδων στη μελέτη GS-US-174 0108 Χρησιμοποιώντας μια ανάλυση του τύπου μη ολοκληρώσαντες/αλλαγή = αποτυχία, 50% (21/42) των ατόμων που έλαβαν tenofovir disoproxil, 76% (28/37) των ατόμων που έλαβαν emtricitabine συν tenofovir disoproxil και 52% (11/21) των ατόμων που έλαβαν entecavir πέτυχαν HBV DNA <400 αντίγραφα/ml την 168η εβδομάδα.
Εμπειρία σε ασθενείς με HVB με αντοχή στη λαμιβουδίνη την 240η εβδομάδα (μελέτη GS-US-174 0121) Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του tenofovir disoproxil 245 mg αξιολογήθηκε σε μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή μελέτη (GS-US-174 0121) σε HBeAg θετικούς και HBeAg αρνητικούς ασθενείς (n = 280) με αντιρροπούμενη ηπατική νόσο, ιαιμία (HBV DNA ≥1.000 IU/ml) και γονοτυπικές ενδείξεις αντίστασης στη λαμιβουδίνη (rtM204I/V +/- rtL180M). Μόνο πέντε ασθενείς είχαν μεταλλάξεις που σχετίζονται με αντοχή στο adefovir κατά την έναρξη. Εκατόν σαράντα ένα και 139 ενήλικα άτομα τυχαιοποιήθηκαν σε ένα σκέλος θεραπείας tenofovir disoproxil και emtricitabine συν tenofovir disoproxil, αντίστοιχα. Τα δημογραφικά δεδομένα κατά την έναρξη ήταν παρόμοια μεταξύ των δύο σκελών θεραπείας: Κατά την έναρξη, 52,5% των ατόμων ήταν HBeAg αρνητικά, 47,5% ήταν HBeAg θετικά, το μέσο επίπεδο HBV DNA ήταν 6,5 log10 αντίγραφα/ml, και η μέση ALT ήταν 79 U/l, αντίστοιχα.
Μετά από 240 εβδομάδες θεραπείας, 117 από 141 άτομα (83%) που τυχαιοποιήθηκαν σε tenofovir disoproxil είχαν HBV DNA <400 αντίγραφα/ml, και 51 από 79 άτομα (65%) είχαν ομαλοποίηση της ALT. Μετά από 240 εβδομάδες θεραπείας με emtricitabine συν tenofovir disoproxil, 115 από 139 άτομα (83%) είχαν HBV DNA <400 αντίγραφα/ml, και 59 από 83 άτομα (71%) είχαν ομαλοποίηση της ALT. Μεταξύ των HBeAg θετικών ατόμων που τυχαιοποιήθηκαν σε tenofovir disoproxil, 16 από 65 άτομα (25%) εμφάνισαν HBeAg αρνητικοποίηση, και 8 από 65 άτομα (12%) εμφάνισαν αντι HBe ορομετατροπή μέχρι την 240η εβδομάδα. Στα HBeAg θετικά άτομα που τυχαιοποιήθηκαν σε emtricitabine συν tenofovir disoproxil, 13 από 68 άτομα (19%) εμφάνισαν HBeAg αρνητικοποίηση, και 7 από 68 άτομα (10%) εμφάνισαν αντι-HBe ορομετατροπή μέχρι την 240η εβδομάδα. Δύο άτομα που τυχαιοποιήθηκαν σε tenofovir disoproxil εμφάνισαν HBsAg αρνητικοποίηση μέχρι την 240η εβδομάδα, αλλά όχι ορομετατροπή σε αντι-HBs. Πέντε άτομα που τυχαιοποιήθηκαν σε emtricitabine συν tenofovir disoproxil εμφάνισαν HBsAg αρνητικοποίηση, με 2 από αυτά τα 5 άτομα να εμφανίζουν ορομετατροπή σε αντι-HBs.
Κλινική αντοχή Τετρακόσιοι είκοσι έξι HBeAg αρνητικοί (GS-US-174-0102, n = 250) και HBeAg θετικοί (GS-US174 0103, n = 176) ασθενείς αρχικά τυχαιοποιημένοι σε διπλά τυφλή θεραπεία με tenofovir disoproxil και οι οποίοι μετά άλλαξαν σε θεραπεία ανοικτής επισήμανσης με tenofovir disoproxil αξιολογήθηκαν για γονοτυπικές μεταβολές στην HBV πολυμεράση κατά την έναρξη. Γονοτυπικές αξιολογήσεις που διενεργήθηκαν σε όλους τους ασθενείς με HBV DNA >400 αντίγραφα/ml κατά την 48η (n = 39), την 96η (n = 24), την 144η (n = 6), την 192η (n = 5), την 240η (n = 4), την 288η (n = 6) και την 384η εβδομάδα (n = 2) μονοθεραπείας με tenofovir disoproxil έδειξαν ότι δεν αναπτύχθηκαν μεταλλάξεις σχετιζόμενες με αντοχή στο tenofovir disoproxil.
Διακόσιοι δέκα πέντε HBeAg αρνητικοί (GS-US-174-0102, n = 125) και HBeAg θετικοί (GS-US174 0103, n = 90) ασθενείς αρχικά τυχαιοποιημένοι σε διπλά τυφλή θεραπεία με adefovir dipivoxil και οι οποίοι μετά άλλαξαν σε θεραπεία ανοικτής επισήμανσης με tenofovir disoproxil αξιολογήθηκαν για γονοτυπικές μεταβολές στην HBV πολυμεράση κατά την έναρξη. Γονοτυπικές αξιολογήσεις που διενεργήθηκαν σε όλους τους ασθενείς με HBV DNA >400 αντίγραφα/ml κατά την 48η (n = 16), την 96η (n = 5), την 144η (n = 1), την 192η (n = 2), την 240η (n = 1), την 288η (n = 1) και την 384η εβδομάδα (n = 2) μονοθεραπείας με tenofovir disoproxil έδειξαν ότι δεν αναπτύχθηκαν μεταλλάξεις σχετιζόμενες με αντοχή στο tenofovir disoproxil.
Στη μελέτη GS-US-174-0108, 45 ασθενείς (συμπεριλαμβανομένων 9 ασθενών με μεταλλάξεις αντοχής στη λαμιβουδίνη ή/και στο adefovir dipivoxil κατά την έναρξη) έλαβαν tenofovir disoproxil για έως 168 εβδομάδες. Ανά ζεύγη γονοτυπικά δεδομένα από απομονωμένα στελέχη του ιού HBV κατά την έναρξη και υπό θεραπεία ήταν διαθέσιμα για 6 από 8 ασθενείς με HBV DNA >400 αντίγραφα/ml την 48η εβδομάδα. Δεν εντοπίστηκαν στα απομονωμένα αυτά στελέχη υποκαταστάσεις αμινοξέων συνδεόμενες με αντοχή στο tenofovir disoproxil. Γονοτυπική ανάλυση πραγματοποιήθηκε για 5 άτομα στο σκέλος του tenofovir disoproxil μετά την 48η εβδομάδα. Δεν εντοπίστηκαν σε κανένα άτομο υποκαταστάσεις αμινοξέων συνδεόμενες με αντοχή στο tenofovir disoproxil.
Στη μελέτη GS-US-174-0121, 141 ασθενείς με υποκαταστάσεις αντοχής στη λαμιβουδίνη κατά την έναρξη έλαβαν tenofovir disoproxil για έως 240 εβδομάδες. Συσσωρευτικά, υπήρξαν 4 ασθενείς οι οποίοι εμφάνισαν ιαιμικό επεισόδιο (HBV DNA >400 αντίγραφα/ml) στο τελευταίο χρονικό σημείο της αγωγής τους με tenofovir disoproxil. Μεταξύ αυτών, δεδομένα ακολουθίας από απομονωμένα στελέχη του ιού HBV κατά την έναρξη και υπό θεραπεία ήταν διαθέσιμα για 2 από τους 4 ασθενείς. Δεν εντοπίστηκαν στα απομονωμένα αυτά στελέχη υποκαταστάσεις αμινοξέων συνδεόμενες με αντοχή στο tenofovir disoproxil.
Σε μια παιδιατρική μελέτη (GS-US-174-0115), 52 ασθενείς (συμπεριλαμβανομένων 6 ασθενών με μεταλλάξεις αντοχής στη λαμιβουδίνη κατά την έναρξη) αρχικά έλαβαν τυφλή θεραπεία με tenofovir disoproxil για έως 72 εβδομάδες και στη συνέχεια 51/52 ασθενείς άλλαξαν σε θεραπεία ανοικτής επισήμανσης με tenofovir disoproxil (ομάδα TDF-TDF). Γονοτυπικές αξιολογήσεις διενεργήθηκαν σε όλους τους ασθενείς εντός της ομάδας αυτής με HBV DNA >400 αντίγραφα/ml κατά την 48η (n = 6), την 72η (n = 5), την 96η (n = 4), την 144η (n = 2) και την 192η εβδομάδα (n = 3). Πενήντα τέσσερις ασθενείς (μεταξύ των οποίων 2 ασθενείς με μεταλλάξεις αντοχής στη λαμιβουδίνη κατά την έναρξη) αρχικά έλαβαν τυφλή θεραπεία με εικονικό φάρμακο για 72 εβδομάδες και 52/54 ασθενείς ακολούθησαν με tenofovir disoproxil (ομάδα PLB-TDF). Γονοτυπικές αξιολογήσεις διενεργήθηκαν σε όλους τους ασθενείς εντός της ομάδας αυτής με HBV DNA >400 αντίγραφα/ml κατά την 96η (n = 17), την 144η (n = 7) και κατά την 192η εβδομάδα (n = 8). Δεν εντοπίστηκαν στα απομονωμένα αυτά στελέχη υποκαταστάσεις αμινοξέων συνδεόμενες με αντοχή στο tenofovir disoproxil.
Σε μία παιδιατρική μελέτη (GS-US-174-0144), τα ανά ζεύγη γονοτυπικά δεδομένα από απομονωμένα στελέχη του ιού HBV κατά την έναρξη και υπό θεραπεία ήταν διαθέσιμα για 9 από 10 ασθενείς με HBV DNA >400 αντίγραφα/ml. Δεν εντοπίστηκαν στα απομονωμένα αυτά στελέχη υποκαταστάσεις αμινοξέων συνδεόμενες με αντοχή στο tenofovir έως την 48η εβδομάδα.
Παιδιατρικός πληθυσμός
HIV-1: Στη μελέτη GS-US-104-0321, 87 ασθενείς ηλικίας 12 έως < 18 ετών που είχαν προσβληθεί από τον ιό HIV-1 και είχαν δεχθεί αγωγή στο παρελθόν έλαβαν θεραπεία με tenofovir disoproxil (n = 45) ή εικονικό φάρμακο (n = 42) σε συνδυασμό με μια βελτιστοποιημένη βασική θεραπεία (OBR) για 48 εβδομάδες. Λόγω των περιορισμών της μελέτης, δεν καταδείχθηκε όφελος του tenofovir disoproxil έναντι του εικονικού φαρμάκου με βάση τα επίπεδα HIV-1 RNA στο πλάσμα κατά την 24η εβδομάδα. Ωστόσο, αναμένεται όφελος για τον έφηβο πληθυσμό με βάση την παρέκταση δεδομένων των ενηλίκων και συγκριτικών φαρμακοκινητικών δεδομένων (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με tenofovir disoproxil ή εικονικό φάρμακο, η μέση βαθμολογία BMD Z οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης ήταν -1,004 και -0,809, ενώ η μέση ολοσωματική βαθμολογία BMD Z ήταν -0,866 και -0,584, αντίστοιχα, κατά την έναρξη της μελέτης. Οι μέσες μεταβολές κατά την 48η εβδομάδα (τέλος της διπλής τυφλής φάσης) ήταν -0,215 και -0,165 στη βαθμολογία BMD Z οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης και -0,254 και -0,179 στην ολοσωματική βαθμολογία BMD Z για τις ομάδες tenofovir disoproxil και εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα. Το μέσο ποσοστό ενίσχυσης της ΟΠ ήταν μικρότερο στην ομάδα του tenofovir disoproxil σε σύγκριση με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Κατά την 48η εβδομάδα, έξι έφηβοι στην ομάδα του tenofovir disoproxil και ένας έφηβος στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου είχαν σημαντική απώλεια ΟΠ της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης (καθοριζόμενη ως απώλεια > 4%). Μεταξύ 28 ασθενών που έλαβαν 96 εβδομάδες θεραπείας με tenofovir disoproxil, οι βαθμολογίες BMD Z μειώθηκαν κατά -0,341 για την οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης και -0,458 για ολόκληρο το σώμα.
Στη μελέτη GS-US-104-0352, 97 ασθενείς που είχαν ήδη δεχθεί αγωγή στο παρελθόν, ηλικίας 2 έως < 12 ετών, με σταθερή ιολογική καταστολή με αγωγές που περιείχαν σταβουδίνη ή ζιδοβουδίνη τυχαιοποιήθηκαν είτε για αντικατάσταση της σταβουδίνης ή ζιδοβουδίνης με tenofovir disoproxil (n = 48) είτε για συνέχιση της αρχικής τους αγωγής (n = 49) για 48 εβδομάδες. Κατά την 48η εβδομάδα, 83% των ασθενών στην θεραπεία με tenofovir disoproxil και 92% των ασθενών στην ομάδα θεραπείας με σταβουδίνη ή ζιδοβουδίνη είχαν συγκεντρώσεις HIV-1 RNA < 400 αντίγραφα/ml. Η διαφορά στην αναλογία των ασθενών που διατήρησαν < 400 αντίγραφα/ml κατά την 48η εβδομάδα επηρεάστηκε κυρίως από τον υψηλότερο αριθμό των διακοπών στην ομάδα με tenofovir disoproxil. Όταν αποκλείσθηκαν τα ελλιπή δεδομένα, 91% των ασθενών στην ομάδα θεραπείας με tenofovir disoproxil και 94% των ασθενών στην ομάδα θεραπείας με σταβουδίνη ή ζιδοβουδίνη είχαν συγκεντρώσεις HIV-1 RNA < 400 αντίγραφα/ml κατά την 48η εβδομάδα.
Μειώσεις της ΟΠ έχουν αναφερθεί σε παιδιατρικούς ασθενείς. Στους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με tenofovir disoproxil ή με σταβουδίνη ή ζιδοβουδίνη, η μέση βαθμολογία BMD Z οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης ήταν -1,034 και -0,498, ενώ η μέση ολοσωματική βαθμολογία BMD Z ήταν -0,471 και -0,386, αντίστοιχα, κατά την έναρξη της μελέτης. Οι μέσες μεταβολές κατά την 48η εβδομάδα (τέλος της τυχαιοποιημένης φάσης) ήταν 0,032 και 0,087 στη βαθμολογία BMD Z οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης και -0,184 και -0,027 στην ολοσωματική βαθμολογία BMD Z για τις ομάδες tenofovir disoproxil και σταβουδίνης ή ζιδοβουδίνης, αντίστοιχα. Το μέσο ποσοστό ενίσχυσης της οστικής πυκνότητας της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης κατά την 48η εβδομάδα ήταν παρόμοιο μεταξύ της ομάδας θεραπείας με tenofovir disoproxil και της ομάδας θεραπείας με σταβουδίνη ή ζιδοβουδίνη. Η ολοσωματική ενίσχυση της οστικής πυκνότητας ήταν μικρότερη στην ομάδα θεραπείας με tenofovir disoproxil σε σύγκριση με την ομάδα θεραπείας με σταβουδίνη ή ζιδοβουδίνη. Ένα άτομο που έλαβε αγωγή με tenofovir disoproxil παρουσίασε σημαντική (> 4%) απώλεια της ΟΠ της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης και κανένα άτομο που έλαβε αγωγή με σταβουδίνη ή ζιδοβουδίνη δεν παρουσίασε σημαντική απώλεια κατά την 48η εβδομάδα. Οι βαθμολογίες BMD Z μειώθηκαν κατά -0,012 για την οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης και κατά -0,338 για ολόκληρο το σώμα στα 64 άτομα που έλαβαν θεραπεία με tenofovir disoproxil για 96 εβδομάδες. Οι βαθμολογίες BMD Z δεν προσαρμόστηκαν για ύψος και βάρος.
Στη μελέτη GS-US-104-0352, 8 από τους 89 παιδιατρικούς ασθενείς (9,0%) που εκτέθηκαν στο tenofovir disoproxil διέκοψαν το φάρμακο της μελέτης λόγω νεφρικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Πέντε ασθενείς (5,6%) είχαν εργαστηριακά ευρήματα που ήταν κλινικά συμβατά με κεντρική νεφρική σωληναριοπάθεια, 4 εκ των οποίων διέκοψαν τη θεραπεία με το tenofovir disoproxil (διάμεση έκθεση στο tenofovir disoproxil 331 εβδομάδες).
Χρόνια ηπατίτιδα B: Στη μελέτη GS-US-174-0115, 106 HBeAg αρνητικοί και HBeAg θετικοί ασθενείς ηλικίας 12 έως <18 ετών με χρόνια λοίμωξη από τον ιό HBV [HBV DNA ≥105 αντίγραφα/ml, υψηλά επίπεδα ALT στον ορό (≥2 x ΑΦΟ) ή ιστορικό υψηλών επιπέδων ALT στον ορό κατά τους τελευταίους 24 μήνες] έλαβαν θεραπεία με tenofovir disoproxil 245 mg (n = 52) ή εικονικό φάρμακο (n = 54) για 72 εβδομάδες. Οι ασθενείς έπρεπε να ήταν πρωτοθεραπευόμενοι με tenofovir disoproxil, αλλά μπορούσαν να έχουν λάβει θεραπείες με βάση την ιντερφερόνη (>6 μήνες πριν από τη διαλογή) ή οποιαδήποτε άλλη από του στόματος θεραπεία κατά του HBV με νουκλεοσίδια/νουκλεοτίδια που δεν περιείχε tenofovir disoproxil (>16 εβδομάδες πριν από τη διαλογή). Κατά την 72η εβδομάδα, συνολικά 88% (46/52) των ασθενών στην ομάδα θεραπείας με tenofovir disoproxil και 0% (0/54) των ασθενών στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου είχαν HBV DNA <400 αντίγραφα/ml. Εβδομήντα τέσσερα τοις εκατό (26/35) των ασθενών στην ομάδα του tenofovir disoproxil είχαν ομαλοποιημένη ALT κατά την 72η εβδομάδα σε σύγκριση με 31% (13/42) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Η ανταπόκριση στη θεραπεία με το tenofovir disoproxil ήταν συγκρίσιμη στους πρωτοθεραπευόμενους με νουκλεοσ(τ)ίδια ασθενείς (n = 20) και στους ασθενείς σε προηγούμενη θεραπεία με νουκλεοσ(τ)ίδια (n = 32), συμπεριλαμβανομένων των ασθενών με αντοχή στη λαμιβουδίνη (n = 6). Ενενήντα πέντε τοις εκατό των πρωτοθεραπευόμενων με νουκλεοσ(τ)ίδια ασθενών, 84% των ασθενών σε προηγούμενη θεραπεία με νουκλεοσ(τ)ίδια και 83% των ασθενών με αντοχή στη λαμιβουδίνη πέτυχαν HBV DNA <400 αντίγραφα/ml κατά την 72η εβδομάδα. Τριάντα ένας από τους 32 ασθενείς σε προηγούμενη θεραπεία με νουκλεοσ(τ)ίδια είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία με λαμιβουδίνη. Κατά την 72η εβδομάδα, 96% (27/28) των ανοσολογικά ενεργών ασθενών (HBV DNA ≥ 105 αντίγραφα/ml, ALT στον ορό >1,5 x ΑΦΟ) στην ομάδα θεραπείας με tenofovir disoproxil και 0% (0/32) των ασθενών στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου είχαν HBV DNA <400 αντίγραφα/ml. Εβδομήντα πέντε τοις εκατό (21/28) των ανοσολογικά ενεργών ασθενών στην ομάδα του tenofovir disoproxil είχαν φυσιολογική ALT κατά την 72η εβδομάδα σε σύγκριση με 34% (11/32) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.
Μετά από 72 εβδομάδες τυφλής τυχαιοποιημένης θεραπείας, κάθε ασθενής μπορούσε να αλλάξει σε θεραπεία ανοικτής επισήμανσης με tenofovir disoproxil έως την 192η εβδομάδα. Μετά την 72η εβδομάδα, διατηρήθηκε η ιολογική καταστολή για όσους ασθενείς ελάμβαναν διπλά τυφλή θεραπεία με tenofovir disoproxil ακολουθούμενη από θεραπεία ανοικτής επισήμανσης με tenofovir disoproxil (ομάδα TDF-TDF): 86,5% (45/52) των ασθενών στην ομάδα tenofovir disoproxil tenofovir disoproxil είχαν HBV DNA <400 αντίγραφα/ml κατά την 192η εβδομάδα. Μεταξύ των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο κατά την περίοδο της διπλά τυφλής θεραπείας, η αναλογία ασθενών με HBV DNA <400 αντίγραφα/ml αυξήθηκε δραματικά μετά την έναρξη θεραπείας ανοικτής επισήμανσης με tenofovir disoproxil (ομάδα PLB-TDF): 74,1% (40/54) των ασθενών στην ομάδα PLB-TDF είχαν HBV DNA < 400 αντίγραφα/ml κατά την 192η εβδομάδα. Η αναλογία ασθενών με ομαλοποιημένη ALT κατά την 192η εβδομάδα στην ομάδα TDF-TDF ήταν 75,8% (25/33) μεταξύ όσων ήταν HBeAg θετικοί κατά την έναρξη και 100,0% (2 από 2 ασθενείς) μεταξύ όσων ήταν HBeAg αρνητικοί κατά την έναρξη. Παρόμοια ποσοστά ασθενών στις ομάδες TDF-TDF και PLB-TDF (37,5% και 41,7% αντίστοιχα) παρουσίασαν ορομετατροπή σε αντι-HBe έως την 192η εβδομάδα.
Τα δεδομένα οστικής πυκνότητας (ΟΠ) από τη μελέτη GS-US-174-0115 συνοψίζονται στον Πίνακα 8:
Πίνακας 8: Αξιολόγηση οστικής πυκνότητας κατά την έναρξη, την 72η και την 192η εβδομάδα
| Έναρξη | Εβδομάδα 72 | Εβδομάδα 192 | |
|---|---|---|---|
| TDF-TDF | PLB-TDF | TDF-TDF | |
| Μέση βαθμολογία BMD Z οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης (SD)α | -0,42 (0,762) | -0,26 (0,806) | -0,49 (0,852) |
| Αλλαγή μέσης βαθμολογίας BMD Z οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης (SD) από την έναρξηα | ΔΕ | ΔΕ | -0,06 (0,320) |
| Μέση ολοσωματική βαθμολογία BMD Z (SD)α | -0,19 (1,110) | -0,23 (0,859) | -0,36 (1,077) |
| Αλλαγή μέσης ολοσωματικής βαθμολογίας BMD Z (SD) από την έναρξηα | ΔΕ | ΔΕ | -0,16 (0,355) |
| Τουλάχιστον 6% μείωση BMD της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήληςβ | ΔΕ | ΔΕ | 1,9% (1 ασθενής) |
| Τουλάχιστον 6% μείωση ολοσωματικής BMDβ | ΔΕ | ΔΕ | 0% |
| Μέση% αύξηση BMD οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης | 5,14% | 8,08% | 10,05% |
| Μέση% αύξηση ολοσωματικής BMD | 3,07% | 5,39% | 6,09% |
ΔΕ = Δεν εφαρμόζεται α Βαθμολογίες BMD Z μη προσαρμοσμένες για ύψος και βάρος β Πρωτογενές καταληκτικό σημείο ασφάλειας έως την εβδομάδα 72
Στη μελέτη GS-US-174-0144, 89 HBeAg-αρνητικοί και -θετικοί ασθενείς ηλικίας 2 έως <12 ετών με χρόνια ηπατίτιδα B έλαβαν θεραπεία με tenofovir disoproxil 6,5 mg/kg έως τη μέγιστη δόση των 245 mg (n = 60) ή εικονικό φάρμακο (n = 29) μια φορά την ημέρα για 48 εβδομάδες. Οι ασθενείς έπρεπε να ήταν πρωτοθεραπευόμενοι με tenofovir disoproxil, με HBV DNA > 105 αντίγραφα/mL (~ 4,2 log10 IU/mL) και ALT >1,5 × το ανώτατο φυσιολογικό όριο (ΑΦΟ) κατά τη διαλογή. Κατά την 48η εβδομάδα, συνολικά 77% (46/60) των ασθενών στην ομάδα θεραπείας με tenofovir disoproxil και 7% (2/29) των ασθενών στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου είχαν HBV-DNA <400 αντίγραφα/mL (69 IU/mL). Εξήντα έξι τοις εκατό (38 από 58) των ασθενών στην ομάδα του tenofovir disoproxil είχαν ομαλοποιημένη ALT κατά την 48η εβδομάδα σε σύγκριση με 15% (4 από 27) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Είκοσι πέντε τοις εκατό (14 από 56) των ασθενών στην ομάδα του tenofovir disoproxil και 24% (7 από 29) των ασθενών στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου πέτυχαν HBeAg ορομετατροπή στην 48η εβδομάδα. Η ανταπόκριση στη θεραπεία με tenofovir disoproxil ήταν συγκρίσιμη στους πρωτοθεραπευόμενους και προθεραπευμένους ασθενείς με 76% (38/50) των πρωτοθεραπευόμενων και 80% (8/10) των προθεραπευμένων ασθενών να επιτυγχάνουν HBV DNA <400 αντίγραφα/mL (69 IU/ml) στην Εβδομάδα 48.
Η ανταπόκριση στη θεραπεία με tenofovir disoproxil ήταν, επίσης, παρόμοια στους ασθενείς που ήταν HBeAg-αρνητικοί συγκριτικά με τους ασθενείς που ήταν HBeAg-θετικοί κατά την έναρξη με 77% (43/56) των HBeAg-θετικών και 75,0% (3/4) των HBeAg-αρνητικών ασθενών να επιτυγχάνει HBV DNA <400 αντίγραφα/mL (69 IU/mL) στην Εβδομάδα 48. Η κατανομή των HBV γονοτύπων κατά την έναρξη ήταν παρόμοια ανάμεσα τις ομάδες TDF και εικονικού φαρμάκου. Η πλειοψηφία των ασθενών ήταν γονοτύπου είτε C (43,8%) είτε D (41,6%) με μικρότερη και παρόμοια συχνότητα γονοτύπων Α και Β (6,7% έκαστο). Μόνο 1 ασθενής που τυχαιοποιήθηκε στην ομάδα TDF ήταν γονοτύπου Ε στην έναρξη. Γενικά, οι ανταποκρίσεις στη θεραπεία στο tenofovir disoproxil ήταν παρόμοιες για τους γονοτύπους A, B, C και E [75-100% των ασθενών πέτυχε HBV DNA <400 αντίγραφα/mL (69 IU/mL) στην Εβδομάδα 48] με μικρότερο ποσοστό ανταπόκρισης στους ασθενείς με λοίμωξη γονοτύπου D (55%).
Τα δεδομένα οστικής πυκνότητας (ΟΠ) από τη μελέτη GS-US-174-0144 συνοψίζονται στον Πίνακα 9:
Πίνακας 9: Αξιολόγηση οστικής πυκνότητας κατά την έναρξη και στην Εβδομάδα 48
| Έναρξη | Εβδομάδα 48 | |
|---|---|---|
| TDF | PLB | |
| Μέση βαθμολογία BMD Z οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης (SD)α | 0,02 (0,977) | -0,29 (1,229) |
| Αλλαγή μέσης βαθμολογίας BMD Z οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης (SD) από την έναρξηα | ΔΕ | ΔΕ |
| Μέση ολοσωματική βαθμολογία BMD Z (SD)α | 0,11 (0,743) | -0,05 (1,497) |
| Αλλαγή μέσης ολοσωματικής βαθμολογίας BMD Z (SD) από την έναρξηα | ΔΕ | ΔΕ |
| Τουλάχιστον 4% μείωση στη BMD της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήληςβ | ΔΕ | ΔΕ |
| Τουλάχιστον 4% μείωση ολοσωματικής BMD | ΔΕ | ΔΕ |
| Μέση% αύξηση BMD οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήληςβ | 3,8% | 7,6% |
| Μέση% αύξηση ολοσωματικής BMD | 4,5% | 8,9% |
ΔΕ = Δεν εφαρμόζεται α Οι βαθμολογίες BMD Z είναι διαθέσιμες μόνο για περιορισμένο σύνολο ασθενών με αντιστοιχισμένα δεδομένα αναφοράς β Δευτερεύον καταληκτικό σημείο έως την εβδομάδα 48
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Viread σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στη λοίμωξη από τον ιό HIV και στη χρόνια ηπατίτιδα B (βλ. Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-VIREAD
expand_more
Φαρμακοκινητική
Το tenofovir disoproxil είναι ένα υδατοδιαλυτό εστερικό προφάρμακο το οποίο μετατρέπεται ταχέως in vivo σε tenofovir και φορμαλδεΰδη. Το tenofovir μετατρέπεται ενδοκυτταρικά σε tenofovir monophosphate και στη δραστική ουσία το tenofovir diphosphate.
Απορρόφηση
Μετά τη χορήγηση του tenofovir disoproxil από του στόματος σε ασθενείς με HIV, το tenofovir disoproxil απορροφάται γρήγορα και μετατρέπεται σε tenofovir. Η χορήγηση πολλαπλών δόσεων tenofovir disoproxil μαζί με γεύμα σε ασθενείς με HIV είχε ως αποτέλεσμα μέσες τιμές (% CV) tenofovir Cmax, AUC και Cmin 326 (36,6%) ng/ml, 3.324 (41,2%) ng∙h/ml και 64,4 (39,4%) ng/ml αντίστοιχα. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις του tenofovir παρατηρούνται στον ορό μέσα σε μια ώρα από τη λήψη του φαρμάκου από ασθενείς σε νηστεία και μέσα σε δυο ώρες όταν λαμβάνεται με την τροφή. Η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα του tenofovir από το tenofovir disoproxil σε ασθενείς σε νηστεία ήταν περίπου 25%. Η χορήγηση του tenofovir disoproxil μαζί με γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά επαύξησε την από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα, αυξάνοντας την AUC του tenofovir κατά 40% περίπου και τη Cmax κατά 14% περίπου. Μετά την πρώτη δόση tenofovir disoproxil σε ασθενείς μετά από γεύμα, η μέση Cmax στον ορό κυμαινόταν από 213 έως 375 ng/ml. Εν τούτοις, η χορήγηση του tenofovir disoproxil με ελαφρύ γεύμα δεν επέδρασε σημαντικά στη φαρμακοκινητική του tenofovir.
Κατανομή
Κατόπιν ενδοφλέβιας χορήγησης ο όγκος κατανομής του tenofovir σε σταθερή κατάσταση υπολογίσθηκε περίπου στα 800 ml/kg. Μετά τη χορήγηση tenofovir disoproxil από του στόματος το tenofovir κατανέμεται στους περισσότερους ιστούς, με υψηλότερες συγκεντρώσεις στους νεφρούς, το ήπαρ και το περιεχόμενο των εντέρων (προκλινικές μελέτες). Η in vitro πρωτεϊνική δέσμευση του tenofovir σε πρωτεΐνες του πλάσματος ή του ορού ήταν μικρότερη από 0,7 και 7,2% αντίστοιχα, στο εύρος συγκεντρώσεων του tenofovir από 0,01 έως 25 μg/ml.
Βιομετασχηματισμός
Σε μελέτες in vitro διαπιστώθηκε ότι ούτε το tenofovir disoproxil ούτε το tenofovir αποτελούν υπόστρωμα των ενζύμων CYP450. Ακόμα, σε σημαντικά μεγαλύτερες συγκεντρώσεις (περίπου 300 φορές) από αυτές που έχουν παρατηρηθεί in vivo, το tenofovir δεν ανέστειλε in vitro το μεταβολισμό φαρμάκων που επιτελεί οποιαδήποτε από τις κυριότερες ισομορφές του ανθρώπινου CYP450 οι οποίες συμμετέχουν στο βιομετασχηματισμό των φαρμάκων (CYP3A4, CYP2D6, CYP2C9, CYP2E1 ή CYP1A1/2). Το tenofovir disoproxil, σε συγκέντρωση 100 μmol/l δεν είχε καμία επίδραση σε οποιαδήποτε από τις ισομορφές του CYP450, εκτός από το CYP1A1/2, όπου παρατηρήθηκε μια μικρή (6%) αλλά στατιστικά σημαντική μείωση στο μεταβολισμό του υποστρώματος του CYP1A1/2. Βάσει αυτών των δεδομένων, η πιθανότητα εκδήλωσης κλινικά σημαντικών αλληλεπιδράσεων που να περιλαμβάνουν το tenofovir disoproxil και άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται από το CYP450 είναι μικρή.
Αποβολή
Το tenofovir απεκκρίνεται κυρίως μέσω των νεφρών μέσω διήθησης και ενός ενεργού συστήματος σωληναριακής μεταφοράς με περίπου 70-80% της δόσης να απεκκρίνεται αμετάβλητη στα ούρα κατόπιν ενδοφλέβιας χορήγησης. Η συνολική κάθαρση υπολογίζεται να είναι περίπου 230 ml/h/kg (περίπου 300 ml/min). Η νεφρική κάθαρση έχει υπολογισθεί περίπου στα 160 ml/h/kg (περίπου 210 ml/min), που είναι πέραν του ρυθμού σπειραματικής διήθησης. Αυτό υποδεικνύει ότι η ενεργός σωληναριακή απέκκριση αποτελεί σημαντικό μέρος της απέκκρισης του tenofovir. Κατόπιν χορήγησης από το στόμα η τελική ημίσεια ζωή του tenofovir είναι κάπου 12 έως 18 ώρες.
Οι μελέτες κατέδειξαν ότι η οδός της ενεργού σωληναριακής απέκκρισης του tenofovir εισρρέει στο εγγύς σωληναριακό κύτταρο μέσω των μεταφορέων human organic anion transporters (hOAT) 1 και 3 και εκκρέει στα ούρα μέσω της πολυανθεκτικής σε φάρμακα πρωτεΐνης MRP 4.
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
Η φαρμακοκινητική του tenofovir ήταν ανεξάρτητη της δόσης του tenofovir disoproxil, στο δοσολογικό εύρος από 75 έως 600 mg και δεν επηρεάστηκε από την επανάληψη των δόσεων σε οποιοδήποτε δοσολογικό επίπεδο.
Φύλο
Περιορισμένα στοιχεία σχετικά με τις φαρμακοκινητικές ιδιότητες του tenofovir στις γυναίκες δεν υποδεικνύουν σημαντικές επιδράσεις ως προς το φύλο.
Εθνικότητα
Δεν έχουν μελετηθεί οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες συγκεκριμένα σε διαφορετικές εθνοτικές ομάδες.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες σταθερής κατάστασης του tenofovir αξιολογήθηκαν σε 8 εφήβους ασθενείς (ηλικίας 12 έως < 18 ετών) που είχαν προσβληθεί από τον ιό HIV-1 με σωματικό βάρος ≥ 35 kg και σε 23 παιδιά ηλικίας 2 έως < 12 ετών που είχαν προσβληθεί από τον ιό HIV-1 (βλ. Πίνακα 10 παρακάτω). Η έκθεση στο tenofovir που επετεύχθη σε αυτούς τους παιδιατρικούς ασθενείς που λάμβαναν από του στόματος ημερήσιες δόσεις tenofovir disoproxil 245 mg ή 6,5 mg/kg σωματικού βάρους tenofovir disoproxil μέχρι μια μέγιστη δόση των 245 mg ήταν παρόμοια με την έκθεση που επετεύχθη στους ενήλικες που λάμβαναν εφάπαξ ημερήσιες δόσεις tenofovir disoproxil 245 mg.
Πίνακας 10: Μέσες (± SD) φαρμακοκινητικές παράμετροι του tenofovir κατά ηλικιακές ομάδες για παιδιατρικούς ασθενείς
| Δόση και φαρμακοτεχνικη μορφη | Cmax (μg/ml) | AUCtau (μg·h/ml) |
|---|---|---|
| 245 mg επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο 12 έως < 18 ετών (n = 8) | 0,38 ± 0,13 | 3,39 ± 1,22 |
| 6,5 mg/kg κόκκοι 2 έως < 12 ετών (n = 23) | 0,24 ± 0,13 | 2,59 ± 1,06 |
Χρόνια ηπατίτιδα B: Η έκθεση σε tenofovir σταθερής κατάστασης σε εφήβους ασθενείς που έχουν προσβληθεί από HBV (ηλικίας 12 έως <18 ετών) και έχουν λάβει από του στόματος ημερήσια δόση tenofovir disoproxil 245 mg ήταν παρόμοια με τις εκθέσεις που επιτεύχθηκαν σε ενήλικες που έλαβαν δόσεις tenofovir disoproxil 245 mg μία φορά την ημέρα.
Η έκθεση στο tenofovir σε παιδιατρικούς ασθενείς που έχουν προσβληθεί από HBV ηλικίας 2 έως <12 ετών και λαμβάνουν από του στόματος ημερήσια δόση tenofovir disoproxil 6,5 mg/kg σωματικού βάρους (δισκίο ή κοκκία) μέχρι τη μέγιστη δόση των 245 mg ήταν παρόμοια με τις εκθέσεις που επιτεύχθηκαν σε παιδιατρικούς ασθενείς που έχουν προσβληθεί από τον ιό HIV-1 ηλικίας 2 έως <12 ετών και έχουν λάβει δόση tenofovir disoproxil 6,5 mg/kg μία φορά την ημέρα έως τη μέγιστη δόση του tenofovir disoproxil 245 mg.
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί φαρμακοκινητικές μελέτες σε παιδιά ηλικίας κάτω των 2 ετών.
Νεφρική δυσλειτουργία
Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι του tenofovir καθορίσθηκαν μετά την χορήγηση μίας δόσης tenofovir disoproxil 245 mg σε 40 ενήλικες ασθενείς που δεν είχαν μολυνθεί με HIV και HBV, και εμφανίζουν ποικίλου βαθμού νεφρική δυσλειτουργία που καθορίσθηκε σύμφωνα με την κάθαρση κρεατινίνης κατά την έναρξη (CrCl) (φυσιολογική νεφρική λειτουργία όταν CrCl > 80 ml/min, ήπια με CrCl=50-79 ml/min, μέτρια με CrCl=30-49 ml/min και σοβαρή με CrCl=10-29 ml/min). Σε σύγκριση με ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία ή μέση έκθεση σε tenofovir ± σταθερά απόκληση, αυξήθηκε από 2.185 (12%) ng∙h/ml σε άτομα με CrCl > 80 ml/min σε αντίστοιχα 3.064 (30%) ng∙h/ml, 6.009 (42%) ng h/ml και 15.985 (45%) ng∙h/ml σε ασθενείς με ήπια, μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία.
Η φαρμακοκινητική του tenofovir σε ενήλικες ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 10 ml/min και σε ασθενείς με ΝΝΤΣ που αντιμετωπίζεται με περιτοναϊκή ή άλλες μορφές διάλυσης δεν έχει μελετηθεί. Η φαρμακοκινητική του tenofovir σε παιδιατρικούς ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία δεν έχει μελετηθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για να γίνουν δοσολογικές συστάσεις (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ηπατική δυσλειτουργία
Σε ενήλικες ασθενείς με ποικίλου βαθμού ηπατική δυσλειτουργία, οι οποίοι δεν είχαν προσβληθεί από τον ιό HIV και HBV χορηγήθηκε μονήρης δόση 245 mg tenofovir disoproxil σύμφωνα με την κατάταξη Child-Pugh-Turcotte (CPT). Η φαρμακοκινητική του tenofovir δεν μεταβλήθηκε σημαντικά σε άτομα με ηπατική δυσλειτουργία, υποδεικνύοντας ότι,στα άτομα αυτά δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης. Οι μέσες τιμές (%CV) Cmax και AUC0-∞ του tenofovir ήταν 223 (34,8%) ng∙h/ml και 2.050 (50,8%) ng∙h/ml αντίστοιχα, σε φυσιολογικά άτομα σε σύγκριση με τις τιμές 289 (46,0%) ng∙h/ml και 2.310 (43,5%) ng∙h/ml σε άτομα με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία και 305 (24,8%) ng∙h/ml και 2.740 (44,0%) ng∙h/ml σε άτομα με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
Ενδο-κυτταρικές φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Σε μη πολλαπλασιαζόμενα μονοπύρηνα κύτταρα του περιφερικού αίματος (PBMCs) η ημίσεια ζωή του tenofovir diphosphate ανευρέθηκε περίπου στις 50 ώρες, ενώ η ημίσεια ζωή σε PBMCs τα οποία είχαν υποστεί διέγερση με φυτοαιμοσυγκολλητίνη ανευρέθηκε περίπου στις 10 ώρες.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Αυτό το φάρμακο αποτρέπει την επιμήκυνση της αλυσίδας του ιικού DNA αναστέλλοντας τα ένζυμα που είναι απαραίτητα για τη μόλυνση από τα κύτταρα του ξενιστή, την αναπαραγωγή του ιού στον HIV-1 και τις λοιμώξεις από Ηπατίτιδα Β.
Επιδράσεις in vitro Η αντιική δράση της τενοφοβίρης έναντι εργαστηριακών και κλινικών απομονωμάτων του HIV-1 μελετήθηκε σε κυτταρικές σειρές λεμφοβλαστοειδών, πρωτογενή κύτταρα μονοκυττάρων/μακροφάγων, καθώς και λεμφοκύτταρα του περιφερικού αίματος. Οι τιμές EC50 (50% αποτελεσματική συγκέντρωση) της τενοφοβίρης έναντι του ιού HIV-1 κυμαίνονταν μεταξύ 0,04 μM και 8,5 μM.
Συνδυασμός τενοφοβίρης διισοπροξίλης με άλλα φάρμακα Σε μελέτες συνδυασμού της τενοφοβίρης με αναστολείς της αντίστροφης μεταγραφάσης νουκλεοσιδίων (αβακαβίρη, διδονοσίνη, λαμιβουδίνη, σταβουδίνη, ζαλσιταβίνη, ζιδοβουδίνη), αναστολείς της αντίστροφης μεταγραφάσης μη νουκλεοσιδίων (ντελαβιρδίνη, εφαβιρένζη, νεβιραπίνη) και αναστολείς πρωτεάσης (αμπρεναβίρη, ινδιναβίρη, νελφιναβίρη, ριτοναβίρη, σακιναβίρη), παρατηρήθηκαν αθροιστικά και συνεργιστικά αποτελέσματα. Η τενοφοβίρη επέδειξε αντιικές δράσεις σε κυτταρικές καλλιέργειες έναντι του HIV-1.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Η τενοφοβίρη ανήκει σε μια κατηγορία αντιρετροϊκών φαρμάκων γνωστών ως αναστολείς της αντίστροφης μεταγραφάσης νουκλεοτιδίων (NtRTIs), οι οποίοι αναστέλλουν την αντίστροφη μεταγραφάση, ένα ένζυμο απαραίτητο για την παραγωγή του ιού σε άτομα που έχουν μολυνθεί από τον HIV. Αυτό επιτρέπει τη διαχείριση του ιικού φορτίου του HIV μέσω μειωμένης αναπαραγωγής του ιού.
Η τενοφοβίρη διισοπροξίλη φουμαρική είναι το άλας φουμαρικού του προφαρμάκου τενοφοβίρη διισοπροξίλη. Η τενοφοβίρη διισοπροξίλη απορροφάται και μετατρέπεται στην ενεργό της μορφή, την τενοφοβίρη, έναν αναλόγο μονοφωσφορικού νουκλεοτιδίου (νουκλεοτιδίου). Στη συνέχεια, η τενοφοβίρη μετατρέπεται στον ενεργό μεταβολίτη, τενοφοβίρη διφωσφορική, έναν τερματιστή αλυσίδας, από συστατικά εκφραζόμενα ένζυμα στο κύτταρο. Η τενοφοβίρη διφωσφορική αναστέλλει την αντίστροφη μεταγραφάση του HIV-1 και την πολυμεράση της Ηπατίτιδας Β μέσω άμεσου ανταγωνισμού δέσμευσης με το φυσικό υπόστρωμα δεοξυριβονουκλεοτιδίου (δεοξυαδενοσίνη 5’-τριφωσφορική) και, μετά την ενσωμάτωση στο DNA, προκαλεί τον τερματισμό της αλυσίδας του ιικού DNA.
Σημείωση σχετικά με την αντοχή Απομονώματα HIV-1 με μειωμένη ευαισθησία στην τενοφοβίρη έχουν αναγνωριστεί σε μελέτες κυτταρικών καλλιεργειών. Αυτοί οι ιοί εξέφραζαν μια μετάλλαξη K65R στην αντίστροφη μεταγραφάση και έδειξαν 2-4 φορές μείωση στην ευαισθησία στη θεραπεία με τενοφοβίρη.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Μετά από από του στόματος χορήγηση τενοφοβίρης διισοπροξίλης σε ασθενείς με λοίμωξη HIV, η τενοφοβίρη διισοπροξίλη απορροφάται γρήγορα και μεταβολίζεται σε τενοφοβίρη.
Η χορήγηση δισκίων τενοφοβίρης διισοπροξίλης 300 mg μετά από γεύμα πλούσιο σε λιπαρά αυξάνει τη βιοδιαθεσιμότητα του φαρμάκου από το στόμα, όπως αποδεικνύεται από αύξηση της AUC0-∞ της τενοφοβίρης κατά περίπου 40% καθώς και αύξηση της Cmax κατά περίπου 14%.
Αντιθέτως, η χορήγηση τενοφοβίρης διισοπροξίλης με ελαφρύ γεύμα δεν είχε σχετική επίδραση στη φαρμακοκινητική της τενοφοβίρης σε σύγκριση με τη χορήγηση υπό νηστεία.
Η παρουσία τροφής επιβραδύνει τον χρόνο επίτευξης της Cmax της τενοφοβίρης κατά περίπου 1 ώρα. Οι τιμές Cmax και AUC της τενοφοβίρης είναι 0,33 ± 0,12 μg/mL και 3,32 ± 1,37 μg•h/mL μετά από πολλαπλές δόσεις τενοφοβίρης διισοπροξίλης 300 mg μία φορά την ημέρα σε κατάσταση μετά γεύμα, όταν το περιεχόμενο του γεύματος δεν ελέγχεται.
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση τενοφοβίρης, περίπου 70-80% της δόσης ανακτάται στα ούρα ως αμετάβλητη τενοφοβίρη εντός 72 ωρών από τη χορήγηση.
Η τενοφοβίρη απεκκρίνεται με συνδυασμό σπειραματικής διήθησης και ενεργής σωληνίσκου απέκκρισης. Μπορεί να υπάρχει ανταγωνισμός για την απέκκριση με άλλες ενώσεις που απεκκρίνονται επίσης από τους νεφρούς.
Ο όγκος κατανομής σε κατάσταση ισορροπίας είναι 1,3 ± 0,6 L/kg και 1,2 ± 0,4 L/kg, μετά από ενδοφλέβια χορήγηση τενοφοβίρης 1,0 mg/kg και 3,0 mg/kg.
Μετά από από του στόματος χορήγηση τενοφοβίρης διισοπροξίλης, η τενοφοβίρη κατανέμεται στους περισσότερους ιστούς με υψηλότερες συγκεντρώσεις που μετρώνται στο νεφρό, στο ήπαρ και στα περιεχόμενα του εντέρου (με βάση δεδομένα από προκλινικές μελέτες).
Η κάθαρση της τενοφοβίρης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη νεφρική λειτουργία και μπορεί να ποικίλλει σημαντικά. Η συνολική κάθαρση έχει εκτιμηθεί σε περίπου 230 ml/h/kg (περίπου 300 ml/min). Κατά μέσο όρο, η νεφρική κάθαρση έχει εκτιμηθεί σε περίπου 160 ml/h/kg (περίπου 210 ml/min), η οποία υπερβαίνει τον ρυθμό σπειραματικής διήθησης. Αυτό δείχνει ότι η ενεργός σωληνίσκος απέκκριση αποτελεί ουσιαστικό μέρος της απέκκρισης της τενοφοβίρης.
Η ετικέτα του FDA παρέχει συγκεκριμένες οδηγίες για τη δοσολογία ανάλογα με τη νεφρική λειτουργία. Είναι σημαντικό να συμβουλεύεστε την επισήμανση του προϊόντος πριν χορηγήσετε τενοφοβίρη σε άτομα με νεφρική δυσλειτουργία, καθώς η κάθαρση αυτού του φαρμάκου μπορεί να ποικίλλει σημαντικά μεταξύ αυτών των ασθενών.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Η τενοφοβίρη διισοπροξίλη φουμαρική είναι το άλας φουμαρικού του προφαρμάκου τενοφοβίρη διισοπροξίλη. Η τενοφοβίρη διισοπροξίλη απορροφάται και μετατρέπεται στην ενεργό της μορφή, την τενοφοβίρη, έναν αναλόγο μονοφωσφορικού νουκλεοτιδίου (νουκλεοτιδίου). Η τενοφοβίρη στη συνέχεια μετατρέπεται στον ενεργό μεταβολίτη, τενοφοβίρη διφωσφορική, έναν τερματιστή αλυσίδας, από συστατικά εκφραζόμενα ένζυμα στο κύτταρο. Απαιτούνται δύο βήματα φωσφορυλίωσης για τη μετατροπή της τενοφοβίρης διισοπροξίλης στην ενεργό μορφή του φαρμάκου.
Το σύστημα ενζύμων του κυτοχρώματος P450 δεν εμπλέκεται στο μεταβολισμό της τενοφοβίρης διισοπροξίλης ή της τενοφοβίρης.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Παράγοντες που χρησιμοποιούνται στην προφύλαξη ή θεραπεία VIRAL ΝΟΣΩΝ. Ορισμένοι από τους τρόπους με τους οποίους μπορούν να δράσουν περιλαμβάνουν την αναστολή της αναπαραγωγής του ιού μέσω αναστολής της ιικής DNA πολυμεράσης· δέσμευση σε ειδικούς υποδοχείς κυτταρικής επιφάνειας και αναστολή της διείσδυσης ή αποστένωσης του ιού· αναστολή της σύνθεσης ιικών πρωτεϊνών· ή αναστολή των τελικών σταδίων της συναρμολόγησης του ιού.
Αναστολείς της αντίστροφης μεταγραφάσης (RNA-DIRECTED DNA POLYMERASE), ενός ενζύμου που συνθέτει DNA σε ένα πρότυπο RNA.
Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του AIDS ή/και τη διακοπή της εξάπλωσης της λοίμωξης από τον HIV. Αυτοί δεν περιλαμβάνουν φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία συμπτωμάτων ή ευκαιριακών λοιμώξεων που σχετίζονται με το AIDS.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Παράγοντες που χρησιμοποιούνται στην προφύλαξη ή θεραπεία VIRAL ΝΟΣΩΝ. Ορισμένοι από τους τρόπους με τους οποίους μπορούν να δράσουν περιλαμβάνουν την αναστολή της αναπαραγωγής του ιού μέσω αναστολής της ιικής DNA πολυμεράσης· δέσμευση σε ειδικούς υποδοχείς κυτταρικής επιφάνειας και αναστολή της διείσδυσης ή αποστένωσης του ιού· αναστολή της σύνθεσης ιικών πρωτεϊνών· ή αναστολή των τελικών σταδίων της συναρμολόγησης του ιού.
Αναστολείς της αντίστροφης μεταγραφάσης (RNA-DIRECTED DNA POLYMERASE), ενός ενζύμου που συνθέτει DNA σε ένα πρότυπο RNA.
Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του AIDS ή/και τη διακοπή της εξάπλωσης της λοίμωξης από τον HIV. Αυτοί δεν περιλαμβάνουν φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία συμπτωμάτων ή ευκαιριακών λοιμώξεων που σχετίζονται με το AIDS.