Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ J05AF09 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

EMTRICITABINE

Εμτρισιταβίνη

• Σε συνδυασμό με άλλους αντιρετροϊκούς παράγοντες, ενδείκεται για τη θεραπεία της λοίμωξης HIV-1 σε ενήλικες και για προφύλαξη μετά από έκθεση σε HIV (postexposure prophylaxis) σε υγειονομικούς υπαλλήλους και άλλους εκτεθειμένους επαγγελματικά ή μη επαγγελματικά μέσω …

Chemical structure of EMTRICITABINE

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Επιμελημένο
clinical_notes
DrugBank

Ενδείξεις

expand_more
• Σε συνδυασμό με άλλους αντιρετροϊκούς παράγοντες, ενδείκεται για τη θεραπεία της λοίμωξης HIV-1 σε ενήλικες και για προφύλαξη μετά από έκθεση σε HIV (postexposure prophylaxis) σε υγειονομικούς υπαλλήλους και άλλους εκτεθειμένους επαγγελματικά ή μη…
medication
SPC-EMTRIVA

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Από του στόματος
Χορήγηση:
Μία φορά ημερησίως
Δόση έναρξης:
Ένα καψάκιο, σκληρό των 200 mg
  • Ενήλικες
    Δόσηένα καψάκιο, σκληρό των 200 mg
    Λαμβανόμενο από του στόματος μία φορά ημερησίως, με ή χωρίς τροφή. Εάν παραλειφθεί δόση εντός 12 ωρών, να ληφθεί όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Εάν παραλειφθεί δόση για περισσότερο από 12 ώρες, να μην ληφθεί και να συνεχιστεί το κανονικό πρόγραμμα. Εάν ο ασθενής κάνει εμετό εντός 1 ώρας από τη λήψη, πρέπει να πάρει άλλη δόση. Εάν ο ασθενής κάνει εμετό αφού περάσει περισσότερο από 1 ώρα μετά τη λήψη, δεν χρειάζεται να πάρει άλλη δόση.
  • Ηλικιωμένοι (> 65 ετών)
    Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία. Δεν απαιτείται προσαρμογή δόσης εκτός εάν υπάρχει νεφρική ανεπάρκεια.
  • Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια (Κάθαρση Κρεατινίνης ≥ 30 ml/min)
    ΔόσηΈνα καψάκιο, σκληρό των 200 mg
    Κάθε 24 ώρες.
  • Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια (Κάθαρση Κρεατινίνης 15-29 ml/min)
    ΔόσηΈνα καψάκιο, σκληρό των 200 mg
    Κάθε 72 ώρες. Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα των προσαρμογών αυτών δεν έχουν εκτιμηθεί κλινικά, στενή παρακολούθηση απαιτείται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Μπορεί να χρησιμοποιηθεί πόσιμο διάλυμα Emtriva 10 mg/ml.
  • Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια (Κάθαρση Κρεατινίνης < 15 ml/min, χρήζουσα διαλείπουσας αιμοκάθαρσης)
    ΔόσηΈνα καψάκιο, σκληρό των 200 mg
    Κάθε 96 ώρες. Προϋποθέτει αιμοκάθαρση διάρκειας 3 ωρών, τρεις φορές την εβδομάδα, η οποία αρχίζει τουλάχιστον 12 ώρες μετά την τελευταία δόση. Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα των προσαρμογών αυτών δεν έχουν εκτιμηθεί κλινικά, στενή παρακολούθηση απαιτείται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Μπορεί να χρησιμοποιηθεί πόσιμο διάλυμα Emtriva 10 mg/ml.
  • Ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου (άλλες μορφές κάθαρσης)
    Δεν έχουν μελετηθεί, δεν μπορούν να γίνουν δοσολογικές συστάσεις.
  • Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια
    Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία, αλλά πιθανόν να μην απαιτείται προσαρμογή δόσης λόγω ελάχιστου μεταβολισμού και νεφρικής απομάκρυνσης. Εάν το Emtriva διακοπεί σε ασθενείς με συνυπάρχουσα HIV και HBV λοίμωξη, απαιτείται στενή παρακολούθηση για έξαρση ηπατίτιδας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Παιδιά ηλικίας 4 μηνών και άνω, και έφηβοι έως 18 ετών (βάρους τουλάχιστον 33 kg, ικανοί να καταπιούν καψάκια)
    Δόσηένα καψάκιο, σκληρό των 200 mg
    Λαμβανόμενο από του στόματος μία φορά ημερησίως.
  • Βρέφη ηλικίας κάτω των 4 μηνών
    Δεν συνιστάται λόγω έλλειψης στοιχείων αποτελεσματικότητας και περιορισμένων στοιχείων ασφάλειας (βλ. Φαρμακοκινητικές).
  • Παιδιατρικοί ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια
    Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για δοσολογικές συστάσεις.
block
SPC-EMTRIVA

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
warning
SPC-EMTRIVA

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Γενικά
    Δεν συνιστάται ως μονοθεραπεία για τη θεραπεία της HIV λοίμωξης. Πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλα αντιρετροϊκά. Ανατρέξτε στην Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος των άλλων αντιρετροϊκών φαρμακευτικών προϊόντων που χρησιμοποιούνται στα θεραπευτικά σχήματα συνδυασμού.
  • Συγχορήγηση με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα
    Δεν πρέπει να λαμβάνεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν emtricitabine ή φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν lamivudine.
  • Ευκαιριακές λοιμώξεις
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που ελάμβαναν θεραπεία με emtricitabine ή άλλη αντιρετροϊκή θεραπεία
    Πρέπει να παραμένουν υπό στενή κλινική παρακολούθηση από ιατρούς με εμπειρία στη θεραπεία ασθενών με νόσους συσχετιζόμενες με τον ιό HIV.
  • Μετάδοση του ιού HIV
    Δεν μπορεί να αποκλειστεί υπολειπόμενος κίνδυνος μετάδοσης παρά την ιολογική καταστολή. Να λαμβάνονται προφυλάξεις σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες.
  • Νεφρική λειτουργία
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min)
    Απαιτείται προσαρμογή του δοσολογικού μεσοδιαστήματος ή μείωση της ημερήσιας δόσης. Η κλινική ανταπόκριση στη θεραπεία και η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά. Πρέπει να δίδεται προσοχή όταν συγχορηγείται με φαρμακευτικά προϊόντα που απομακρύνονται μέσω ενεργού σωληναριακής απέκκρισης (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
  • Σωματικό βάρος και μεταβολικές παράμετροι
    ΠληθυσμόςΑσθενείς σε αντιρετροϊική θεραπεία
    Η παρακολούθηση των λιπιδίων και της γλυκόζης στο αίμα πρέπει να βασίζεται στις καθιερωμένες κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας του HIV. Οι διαταραχές των λιπιδίων θα πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως ενδείκνυται κλινικά.
  • Ηπατική λειτουργία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική ανεπάρκεια (συμπεριλαμβανομένης χρόνιας ενεργού ηπατίτιδας) ή με λοίμωξη χρόνιας ηπατίτιδας Β ή C που λαμβάνουν CART
    Πρέπει να παρακολουθούνται σύμφωνα με την καθιερωμένη πρακτική. Αν υπάρχουν αποδείξεις για την επιδείνωση της ηπατικής νόσου, πρέπει να εξετάζεται η κατά διαστήματα διακοπή ή η οριστική παύση της θεραπείας. Σε περίπτωση συγχορήγησης αντιρετροϊκής θεραπείας για ηπατίτιδα Β ή C, ανατρέξτε στην ΠΧΠ αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων.
  • Ασθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας Β (HBV)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με συνυπάρχουσα HIV και HBV λοίμωξη
    Πρέπει να παρακολουθούνται στενά (κλινική και εργαστηριακή) για τουλάχιστον αρκετούς μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας με emtricitabine, προκειμένου να διαπιστωθούν εξάρσεις της ηπατίτιδας. Σε ασθενείς με προχωρημένη ηπατική νόσο ή κίρρωση, δεν συνιστάται η διακοπή της θεραπείας.
  • Μιτοχονδριακή δυσλειτουργία μετά από έκθεση in utero
    ΠληθυσμόςHIV αρνητικά βρέφη που είχαν εκτεθεί in utero και/ή μετά τη γέννηση σε νουκλεοσιδικά ανάλογα
    Τα ευρήματα (αιματολογικές, μεταβολικές, νευρολογικές διαταραχές) θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για οποιοδήποτε παιδί που εκτέθηκε in utero σε νουκλεοσ(τ)ιδικά ανάλογα, το οποίο παρουσιάζει σοβαρά κλινικά ευρήματα αγνώστου αιτιολογίας, ιδίως νευρολογικά ευρήματα.
  • Σύνδρομο Επανενεργοποίησης του Ανοσοποιητικού Συστήματος
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με λοίμωξη HIV με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια, κατά την έναρξη της CART
    Θα πρέπει να εκτιμώνται οποιαδήποτε φλεγμονώδη συμπτώματα και να ορίζεται θεραπεία όταν απαιτείται.
  • Οστεονέκρωση
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με προχωρημένη HIV λοίμωξη και/ή μακράς διάρκειας έκθεση σε CART
    Οι ασθενείς θα πρέπει να ζητούν ιατρική συμβουλή εάν παρουσιάζουν ενοχλήσεις και άλγος στις αρθρώσεις, δυσκαμψία άρθρωσης ή δυσκολία στην κίνηση.
  • Ηλικιωμένοι
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς ηλικίας άνω των 65
    Απαιτείται προσοχή κατά τη θεραπεία, λόγω πιθανής μειωμένης νεφρικής λειτουργίας.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός
    ΠληθυσμόςΠαιδιατρικοί ασθενείς με λοίμωξη HIV
    Αναιμία και αποχρωματισμός του δέρματος εμφανίστηκαν περισσότερο συχνά (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
swap_horiz
SPC-EMTRIVA

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Αμελητέα
    Καμία κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση.
  • Αμελητέα
    Καμία κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση.
  • Αμελητέα
    Καμία κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση.
  • Αμελητέα
    Καμία κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση.
  • Tenofovir disoproxil fumarate
    Αμελητέα
    Καμία κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση.
  • Φαρμακευτικά προϊόντα που απεκκρίνονται δια της νεφρικής οδού ή επηρεάζουν τη νεφρική λειτουργία
    Προσοχή
    Μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των συγκεντρώσεων στον ορό είτε της emtricitabine είτε του συγχορηγούμενου φαρμακευτικού προϊόντος λόγω ανταγωνισμού στην ενεργό σωληναριακή απέκκριση. Το αποτέλεσμα της συγχορήγησης δεν έχει εκτιμηθεί.
  • Λαμιβουδίνη (και άλλα ανάλογα κυτιδίνης)
    Προσοχή
    Έλλειψη κλινικής εμπειρίας από τη συγχορήγηση.
    ΣύστασηΗ χρήση της emtricitabine σε συνδυασμό με τη λαμιβουδίνη για τη θεραπεία της HIV λοίμωξης, δεν μπορεί επί του παρόντος να συστηθεί.
sick
SPC-EMTRIVA

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Αίμα
  • Ουδετεροπενία
  • Αναιμία
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
  • αναιμία (σε παιδιατρικούς ασθενείς)
Ανοσοποιητικό
  • Αλλεργική αντίδραση
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • Σύνδρομο Επανενεργοποίησης του Ανοσοποιητικού Συστήματος
Μεταβολισμός
  • Υπερτριγλυκεριδαιμία
  • Υπεργλυκαιμία
  • Αύξηση σωματικού βάρους
  • Αύξηση επιπέδων λιπιδίων αίματος
  • Αύξηση επιπέδων γλυκόζης αίματος
Ψυχιατρικές
  • Αϋπνία
  • Μη φυσιολογικά όνειρα
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Ζάλη
Γαστρεντερικό
  • Διάρροια
  • Ναυτία
  • Έμετος
  • Κοιλιακό άλγος
  • Δυσπεψία
Εργαστηριακές
  • Αυξημένα επίπεδα αμυλάσης
  • Αυξημένη λιπάση
  • Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση ορού (AST)
  • Αυξημένα επίπεδα ALT ορού
  • Αυξημένη κινάση κρεατίνης
Διαταραχές του γαστρεντερικού
  • αυξημένα επίπεδα παγκρεατικής αμυλάσης
Ήπαρ
  • Υπερχολερυθριναιμία
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
  • Εξάρσεις ηπατίτιδας (μετά τη διακοπή σε ασθενείς με HIV/HBV λοίμωξη)
Δέρμα
  • Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
  • Φλυκταινώδες εξάνθημα
  • Εξάνθημα
  • Κνησμός
  • Κνίδωση
  • Υπερμελάγχρωση δέρματος
  • Αγγειοοίδημα
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • κυστικό-φυσαλλιδωδες εξάνθημα
  • αποχρωματισμός του δέρματος (υπερμελάγχρωση) (σε παιδιατρικούς ασθενείς)
Μυοσκελετικό
  • Οστεονέκρωση
Γενικές
  • Άλγος
  • Αδυναμία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Αυξημένη κινάση κρεατίνης
    Εργαστηριακές
    Πολύ συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • αποχρωματισμός του δέρματος (υπερμελάγχρωση) (σε παιδιατρικούς ασθενείς)
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Πολύ συχνές
  • Άλγος
    Γενικές
    Συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Αδυναμία
    Γενικές
    Συχνές
  • Αλλεργική αντίδραση
    Ανοσοποιητικό
    Συχνές
  • Αυξημένα επίπεδα ALT ορού
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Αυξημένα επίπεδα αμυλάσης
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση ορού (AST)
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Αυξημένη λιπάση
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Δυσπεψία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Κνίδωση
    Δέρμα
    Συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Μη φυσιολογικά όνειρα
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Ουδετεροπενία
    Αίμα
    Συχνές
  • Υπεργλυκαιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Υπερμελάγχρωση δέρματος
    Δέρμα
    Συχνές
  • Υπερτριγλυκεριδαιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Υπερχολερυθριναιμία
    Ήπαρ
    Συχνές
  • Φλυκταινώδες εξάνθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • αναιμία (σε παιδιατρικούς ασθενείς)
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Συχνές
  • αυξημένα επίπεδα παγκρεατικής αμυλάσης
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Συχνές
  • κυστικό-φυσαλλιδωδες εξάνθημα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Συχνές
  • Αγγειοοίδημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Αναιμία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Αύξηση επιπέδων γλυκόζης αίματος
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Αύξηση επιπέδων λιπιδίων αίματος
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Αύξηση σωματικού βάρους
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Εξάρσεις ηπατίτιδας (μετά τη διακοπή σε ασθενείς με HIV/HBV λοίμωξη)
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Μη γνωστές
  • Οστεονέκρωση
    Μυοσκελετικό
    Μη γνωστές
  • Σύνδρομο Επανενεργοποίησης του Ανοσοποιητικού Συστήματος
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Μη γνωστές
pregnant_woman
SPC-EMTRIVA

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή expand_more
  • Κύηση
    Η χρήση της emtricitabine θα μπορούσε να αποφασιστεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εάν αυτή κρίνεται απαραίτητη.
    Τα δεδομένα από σχετικά περιορισμένο αριθμό εγκύων γυναικών (περιπτώσεις έκβασης εγκυμοσύνης μεταξύ 300-1.000) δεν καταδεικνύουν την ύπαρξη συγγενών διαμαρτιών ή τοξικότητας στο έμβρυο/νεογνό σχετιζόμενης με την emtricitabine. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα.
  • Γαλουχία
    Συνεπώς το Emtriva δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την διάρκεια του θηλασμού. Ως γενικός κανόνας, δεν συνιστάται σε καμία περίπτωση σε γυναίκες που έχουν προσβληθεί από τον ιό HIV να θηλάζουν τα βρέφη τους, προκειμένου να αποφευχθεί η μετάδοση του ιού HIV στο βρέφος.
    Η emtricitabine έχει αποδειχθεί ότι απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Υπάρχουν ανεπαρκείς πληροφορίες σχετικά με την επίδραση της emtricitabine στα νεογέννητα/βρέφη.
  • Γονιμότητα
    Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για ανθρώπους σχετικά με τις επιπτώσεις της emtricitabine. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν επικίνδυνες επιπτώσεις της emtricitabine στη γονιμότητα.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
• Μηχανισμός δράσης: Το emtricitabine δρώντας αναστέλλει την αντίστροφη μεταγραφάση, το ένζυμο που αντιγράφει το HIV RNA σε νέο ιικό DNA. • Το emtricitabine είναι συνθετικό ανάλογο νουκλεοσιδίου της κυτιδίνης. • Φορτώνεται από κυτταρικά ένζυμα προς τη μορφή…
monitor_heart
SPC-EMTRIVA

Φαρμακοδυναμική

expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Νουκλεοσιδικοί και νουκλεοτιδικοί αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης, κωδικός ATC: J05AF09 ### Μηχανισμός δράσης και φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Η emtricitabine είναι ένα συνθετικό νουκλεοσιδικό ανάλογο της κυτιδίνης με…

biotech
SPC-EMTRIVA

Φαρμακοκινητική

expand_more

Απορρόφηση Η emtricitabine απορροφάται ταχέως και ευρέως μετά την από στόματος χορήγηση και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα παρατηρούνται μέσα σε 1 έως 2 ώρες μετά από τη δόση. Σε 20 ασθενείς που είχαν προσβληθεί από τον ιό HIV και έλαβαν 200 mg…

hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Η εμτ cicitabine είναι περίπου 86% μη μεταβολισμένη. Περίπου το 9% μιας δόσης μεταβολίζεται σε 3’-σουλφοξείδια διαστερεομερή, 4% σε 2’-Ο-γλυκουρονίδιο, και μια μικρή ποσότητα μετατρέπεται σε 5-φθοροκυτοσίνη. Ο βιομετασχηματισμός της εμτ cicitabine…
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Νεφρά

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Νεφρική λειτουργία water_dropΝεφρική λειτουργία Προσεκτικά Λήψη emtricitabine με παρατεταμένα δοσολογικά μεσοδιαστήματα
Αμινοτρανσφεράση αλανίνης ορού (ALT) gastroenterologyΗπατική λειτουργία Στενά, για τουλάχιστον αρκετούς μήνες μετά τη διακοπή της emtricitabine Συνυπάρχουσα HIV και HBV λοίμωξη
Ηπατική λειτουργία gastroenterologyΗπατική λειτουργία Σύμφωνα με την καθιερωμένη πρακτική Προϋπάρχουσα ηπατική ανεπάρκεια ή χρόνια ηπατίτιδα Β/C με CART
Γλυκόζη αίματος glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης Σύμφωνα με τις καθιερωμένες κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας του HIV Κατά τη διάρκεια αντιρετροϊικής θεραπείας
Λιπίδια αίματος monitoringΛιπιδαιμικός έλεγχος Σύμφωνα με τις καθιερωμένες κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας του HIV Κατά τη διάρκεια αντιρετροϊικής θεραπείας
HBV DNA coronavirusΛοιμώξεις & ιολογικός έλεγχος Στενά, για τουλάχιστον αρκετούς μήνες μετά τη διακοπή της emtricitabine Συνυπάρχουσα HIV και HBV λοίμωξη
stethoscope

Κλινική εξέταση & ζωτικά

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Κλινική ανταπόκριση stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) Προσεκτικά Λήψη emtricitabine με παρατεταμένα δοσολογικά μεσοδιαστήματα
Κλινική παρακολούθηση stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) Στενή Λήψη emtricitabine ή άλλης αντιρετροϊκής θεραπείας
Στενά, για τουλάχιστον αρκετούς μήνες μετά τη διακοπή της emtricitabine Συνυπάρχουσα HIV και HBV λοίμωξη
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-EMTRIVA
expand_more

Την έναρξη της θεραπείας πρέπει να αναλαμβάνει γιατρός με εμπειρία στο χειρισμό της λοίμωξης από τον ιό HIV. Τα Emtriva 200 mg καψάκια, σκληρά μπορεί να ληφθούν με ή χωρίς τροφή.

Ενήλικες

Η συνιστώμενη δόση του Emtriva είναι ένα καψάκιο, σκληρό των 200 mg λαμβανόμενο από του στόματος μία φορά ημερησίως.

Εάν ένας ασθενής παραλείψει κάποια δόση του Emtriva εντός 12 ωρών από την κανονική ώρα λήψης της δόσης, ο ασθενής πρέπει να πάρει το Emtriva με ή χωρίς τροφή όσο το δυνατό γρηγορότερα και να συνεχίσει το κανονικό του δοσολογικό πρόγραμμα. Εάν ένας ασθενής παραλείψει κάποια δόση του Emtriva για περισσότερο από 12 ώρες και πλησιάζει η ώρα για την επόμενη δόση, ο ασθενής δεν πρέπει να πάρει τη δόση που παρέλειψε, αλλά απλά να συνεχίσει το κανονικό δοσολογικό πρόγραμμα. Εάν ο ασθενής κάνει εμετό εντός 1 ώρας από τη λήψη του Emtriva, πρέπει να πάρει μια άλλη δόση. Εάν ο ασθενής κάνει εμετό αφού περάσει περισσότερο από 1 ώρα μετά τη λήψη του Emtriva, δεν χρειάζεται να πάρει άλλη δόση.

Ειδικοί πληθυσμοί

Ηλικιωμένοι

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία σχετικά με την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα της emtricitabine σε ασθενείς ηλικίας άνω των 65 ετών. Εν τούτοις, δεν πρέπει να απαιτείται προσαρμογή στη συνιστώμενη ημερήσια δόση για ενήλικες, εκτός εάν υπάρχουν αποδείξεις για νεφρική ανεπάρκεια.

Νεφρική ανεπάρκεια

Η emtricitabine απομακρύνεται με νεφρική απέκκριση και η έκθεση στην emtricitabine αυξήθηκε σημαντικά σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια (βλ. Φαρμακοκινητικές). Απαιτείται η προσαρμογή της δόσης ή των δοσολογικών μεσοδιαστημάτων για όλους τους ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Ο Πίνακας 1 πιο κάτω παρέχει οδηγίες για την προσαρμογή των δοσολογικών μεσοδιαστημάτων για τα καψάκια, σκληρά των 200 mg σύμφωνα με το βαθμό της νεφρικής ανεπάρκειας. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα των προσαρμογών των δοσολογικών μεσοδιαστημάτων κάθε 72 ή 96 ώρες σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min δεν έχουν εκτιμηθεί κλινικά. Επομένως, στους ασθενείς αυτούς, η κλινική ανταπόκριση στη θεραπεία και η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθούνται στενά (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια μπορούν επίσης να ελεγχθούν με τη χορήγηση πόσιμου διαλύματος Emtriva 10 mg/ml, το οποίο παρέχει μειωμένη ημερήσια δόση emtricitabine. Παρακαλώ, ανατρέξτε στην Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος Emtriva 10 mg/ml πόσιμο διάλυμα.

Πίνακας 1: Οδηγίες για τα δοσολογικά μεσοδιαστήματα για τα καψάκια, σκληρά των 200 mg προσαρμοσμένα σύμφωνα με την κάθαρση κρεατινίνης

Κάθαρση Κρεατινίνης (ml/min) Συνιστώμενο δοσολογικό μεσοδιάστημα για τα καψάκια, σκληρά των 200 mg
≥ 30 Ένα καψάκιο, σκληρό των 200 mg κάθε 24 ώρες
15-29 Ένα καψάκιο, σκληρό των 200 mg κάθε 72 ώρες
< 15 (λειτουργική ανεπάρκεια των νεφρών χρήζουσα διαλείπουσας αιμοκάθαρσης)* Ένα καψάκιο, σκληρό των 200 mg κάθε 96 ώρες

*Προϋποθέτει μία συνεδρία αιμοκάθαρσης διάρκειας 3 ωρών, τρεις φορές την εβδομάδα η οποία αρχίζει τουλάχιστον 12 ώρες μετά από τη χορήγηση της τελευταίας δόσης της emtricitabine.

Ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου οι οποίοι ελέγχονται με άλλες μορφές κάθαρσης, όπως η περιπατητική περιτοναϊκή κάθαρση, δεν έχουν μελετηθεί και δεν μπορούν να γίνουν δοσολογικές συστάσεις. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για δοσολογικές συστάσεις σε παιδιατρικούς ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια.

Ηπατική ανεπάρκεια

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για δοσολογικές συστάσεις σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια. Εν τούτοις, με βάση τον ελάχιστο μεταβολισμό της emtricitabine και τη νεφρική οδό απομάκρυνσης, δεν είναι πιθανή η ανάγκη προσαρμογής της δόσης σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια (βλ. Φαρμακοκινητικές). Εάν το Emtriva διακοπεί σε ασθενείς με συνυπάρχουσα HIV και HBV λοίμωξη, αυτοί οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για ενδείξεις έξαρσης της ηπατίτιδας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η συνιστώμενη δόση του Emtriva για παιδιά ηλικίας 4 μηνών και άνω και εφήβους ηλικίας μέχρι 18 ετών βάρους τουλάχιστον 33 kg, οι οποίοι είναι σε θέση να καταπιούν καψάκια, σκληρά, είναι ένα καψάκιο, σκληρό των 200 mg λαμβανόμενο από του στόματος μία φορά ημερησίως. Δεν υπάρχουν στοιχεία σχετικά με την αποτελεσματικότητα και μόνον πολύ περιορισμένα στοιχεία σχετικά με την ασφάλεια της emtricitabine σε βρέφη ηλικίας κάτω των 4 μηνών. Επομένως το Emtriva δεν συνιστάται για χρήση σε όσους έχουν ηλικία μικρότερη των 4 μηνών (σχετικά με φαρμακοκινητικά στοιχεία σε αυτή την ηλικιακή ομάδα, βλ. Φαρμακοκινητικές).

Τρόπος χορήγησης

Τα Emtriva 200 mg καψάκια, σκληρά πρέπει να λαμβάνονται από του στόματος μία φορά ημερησίως, με ή χωρίς τροφή. Το Emtriva διατίθεται επίσης ως πόσιμο διάλυμα 10 mg/ml για χρήση σε βρέφη ηλικίας 4 μηνών και άνω, σε παιδιά και σε ασθενείς, οι οποίοι δεν είναι σε θέση να καταπιούν καψάκια, σκληρά και ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Παρακαλώ, ανατρέξτε στην Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος Emtriva 10 mg/ml πόσιμο διάλυμα. Λόγω της διαφοράς μεταξύ των καψακίων και του πόσιμου διαλύματος ως προς τη βιοδιαθεσιμότητα της emtricitabine, τα 240 mg emtricitabine χορηγούμενης ως πόσιμο διάλυμα πρέπει να παρέχουν παρεμφερή επίπεδα στο πλάσμα με εκείνα που παρατηρούνται μετά τη χορήγηση ενός καψακίου, σκληρού emtricitabine 200 mg (βλ. Φαρμακοκινητικές).

block

Αντενδείξεις

SPC-EMTRIVA
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-EMTRIVA
expand_more

Γενικά

Η emtricitabine δεν συνιστάται ως μονοθεραπεία για τη θεραπεία της HIV λοίμωξης. Πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλα αντιρετροϊκά. Παρακαλώ, ανατρέξτε επίσης στην Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος των άλλων αντιρετροϊκών φαρμακευτικών προϊόντων, που χρησιμοποιούνται στα θεραπευτικά σχήματα συνδυασμού.

Συγχορήγηση με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα

Το Emtriva δεν πρέπει να λαμβάνεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν emtricitabine ή φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν lamivudine.

Ευκαιριακές λοιμώξεις

Ασθενείς οι οποίοι ελάμβαναν θεραπεία με emtricitabine ή κάποια άλλη αντιρετροϊκή θεραπεία μπορεί να εξακολουθήσουν να αναπτύσσουν ευκαιριακές λοιμώξεις και άλλες επιπλοκές της HIV λοίμωξης και συνεπώς πρέπει να παραμένουν υπό στενή κλινική παρακολούθηση από ιατρούς με εμπειρία στη θεραπεία ασθενών με νόσους συσχετιζόμενες με τον ιό HIV.

Μετάδοση του ιού HIV

Αν και η αποτελεσματική ιολογική καταστολή με αντιρετροϊική θεραπεία έχει αποδειχθεί ότι μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο μετάδοσης του ιού με σεξουαλική επαφή, δεν μπορεί να αποκλειστεί υπολειπόμενος κίνδυνος. Θα πρέπει να λαμβάνονται προφυλάξεις σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες.

Νεφρική λειτουργία

Η emtricitabine απεκκρίνεται κυρίως από τους νεφρούς, μέσω σπειραματικής διήθησης και ενεργού σωληναριακής απέκκρισης. Η έκθεση στην emtricitabine μπορεί να αυξηθεί σημαντικά σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min), οι οποίοι λαμβάνουν ημερήσιες 4 δόσεις emtricitabine 200 mg καψάκια, σκληρά ή 240 mg ως πόσιμο διάλυμα. Συνεπώς, απαιτείται, είτε προσαρμογή του δοσολογικού μεσοδιαστήματος (με τη χρήση Emtriva σκληρών καψακίων 200 mg) είτε μείωση της ημερήσιας δόσης της emtricitabine (με τη χρήση πόσιμου διαλύματος Emtriva 10 mg/ml) για όλους τους ασθενείς με τιμές κάθαρσης κρεατινίνης < 30 ml/min. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα των κατευθυντήριων οδηγιών για την προσαρμογή του δοσολογικού μεσοδιαστήματος που παρέχονται στην (βλ. Δοσολογία) βασίζονται σε φαρμακοκινητικά δεδομένα και μοντέλο μονήρους δόσης και δεν έχουν κλινικά αξιολογηθεί. Επομένως, η κλινική ανταπόκριση στη θεραπεία και η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά σε ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν θεραπεία με emtricitabine με παρατεταμένα δοσολογικά μεσοδιαστήματα (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές). Πρέπει να δίδεται προσοχή, όταν η emtricitabine συγχορηγείται με φαρμακευτικά προϊόντα που απομακρύνονται μέσω ενεργού σωληναριακής απέκκρισης, καθώς τέτοια συγχορήγηση μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των συγκεντρώσεων είτε της emtricitabine είτε του συγχορηγούμενου φαρμακευτικού προϊόντος στον ορό λόγω του ανταγωνισμού ως προς αυτήν την οδό αποβολής (βλ. Αλληλεπιδράσεις).

Σωματικό βάρος και μεταβολικές παράμετροι

Κατά τη διάρκεια της αντιρετροϊικής θεραπείας ενδέχεται να παρουσιαστεί αύξηση του σωματικού βάρους καθώς και των επιπέδων των λιπιδίων και της γλυκόζης στο αίμα. Οι αλλαγές αυτές μπορεί, εν μέρει, να συνδέονται με τον έλεγχο της νόσου και τον τρόπο ζωής. Αναφορικά με τα λιπίδια, σε ορισμένες περιπτώσεις υπάρχουν ενδείξεις για επίδραση της θεραπείας, ενώ όσον αφορά την αύξηση του σωματικού βάρους δεν υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις που να τη συσχετίζουν με οποιαδήποτε συγκεκριμένη θεραπεία. Η παρακολούθηση των λιπιδίων και της γλυκόζης στο αίμα πρέπει να βασίζεται στις καθιερωμένες κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας του HIV. Οι διαταραχές των λιπιδίων θα πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως ενδείκνυται κλινικά.

Ηπατική λειτουργία

Κατά τη διάρκεια της CART, ασθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική ανεπάρκεια συμπεριλαμβανομένης της χρόνιας ενεργού ηπατίτιδας έχουν αυξημένη συχνότητα εμφάνισης διαταραχών της ηπατικής λειτουργίας και πρέπει να παρακολουθούνται σύμφωνα με την καθιερωμένη πρακτική. Ασθενείς με λοίμωξη χρόνιας ηπατίτιδας Β ή C, οι οποίοι λαμβάνουν CART, έχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης σοβερών, δυνητικά μοιραίων, ανεπιθύμητων ενεργειών στο ήπαρ. Σε περίπτωση συγχορήγησης αντιρετροϊκής θεραπείας για ηπατίτιδα Β ή C, παρακαλώ, ανατρέξτε επίσης στη σχετική Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων. Αν υπάρχουν αποδείξεις για την επιδείνωση της ηπατικής νόσου σε τέτοιους ασθενείς, πρέπει να εξετάζεται η κατά διαστήματα διακοπή ή η οριστική παύση της θεραπείας.

Ασθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας Β (HBV)

Η emtricitabine είναι δραστική in vitro έναντι του ιού HBV. Εν τούτοις, περιορισμένα μόνον είναι τα στοιχεία που διατίθενται σχετικά με την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια της emtricitabine (ως καψάκιο, σκληρό των 200 mg μια φορά ημερησίως) σε ασθενείς με συνυπάρχουσα HIV και HBV λοίμωξη. Η χρήση της emtricitabine σε ασθενείς με χρόνια HBV λοίμωξη προκαλεί το ίδιο πρότυπο μεταλλάξεων στο μοτίβο YMDD που παρατηρείται στην αγωγή με λαμιβουδίνη. Η YMDD μετάλλαξη προκαλεί αντοχή και στην emtricitabine και στη λαμιβουδίνη. Ασθενείς με συνυπάρχουσα HIV και HBV λοίμωξη πρέπει να παρακολουθούνται στενά και η κλινική και η εργαστηριακή παρακολούθηση θα πρέπει να γίνονται για τουλάχιστον αρκετούς μήνες μετά από την διακοπή της θεραπείας με emtricitabine, προκειμένου να διαπιστωθούν εξάρσεις της ηπατίτιδας. Τέτοιες εξάρσεις έχουν παρατηρηθεί μετά από τη διακοπή της θεραπείας με emtricitabine σε μολυνθέντες με τον ιό HΒV ασθενείς χωρίς συνυπάρχουσα HIV λοίμωξη και ανιχνεύθηκαν πρωταρχικά από την άνοδο των επιπέδων αμινοτρανσφεράσης της αλανίνης στον ορό επιπροσθέτως της επανεμφάνισης του HBV DNA. Σε μερικούς από αυτούς τους ασθενείς, η επανεργοποίηση του HBV συνοδευόταν από πιο σοβαρή ηπατοπάθεια, συμπεριλαμβανομένης της ανεπάρκειας αντιστάθμισης και ηπατικής βλάβης. Υπάρχουν ανεπαρκείς αποδείξεις για να προσδιοριστεί εάν η επανέναρξη της emtricitabine μεταβάλλει την πορεία τους μετά την θεραπεία εξάρσεων της ηπατίτιδας. Σε ασθενείς με προχωρημένη ηπατική νόσο ή κίρρωση, δεν συνιστάται η διακοπή της θεραπείας, εφόσον οι εξάρσεις της ηπατίτιδας μετά τη θεραπεία μπορεί να οδηγήσουν σε έλλειψη ηπατικής αντιρρόπησης.

Μιτοχονδριακή δυσλειτουργία μετά από έκθεση in utero

Νουκλεοσ(τ)ιδικά ανάλογα ενδέχεται να επηρεάσουν τη μιτοχονδριακή λειτουργία σε ποικίλο βαθμό, το οποίο είναι εντονότερο με τη σταβουδίνη, διδανοσίνη και ζιδοβουδίνη. Έχει αναφερθεί μιτοχονδριακή δυσλειτουργία σε HIV αρνητικά βρέφη τα οποία είχαν εκτεθεί in utero και/ή μετά τη γέννηση σε νουκλεοσιδικά ανάλογα· οι αναφορές αυτές αφορούσαν κυρίως τη θεραπεία με θεραπευτικά σχήματα που περιείχαν ζιδοβουδίνη. Οι κύριες ανεπιθύμητες ενέργειες οι οποίες αναφέρθηκαν, είναι αιματολογικές διαταραχές (αναιμία, ουδετεροπενία) και μεταβολικές διαταραχές (υψηλό επίπεδο γαλακτικού οξέος στο αίμα, υψηλό επίπεδο λιπάσης στο αίμα). Οι ενέργειες αυτές συχνά ήταν παροδικές. Έχουν αναφερθεί σπάνια νευρολογικές διαταραχές όψιμης έναρξης (υπερτονία, σπασμοί, μη φυσιολογική συμπεριφορά). Δεν είναι γνωστό επί του παρόντος, αν τέτοιες νευρολογικές διαταραχές είναι παροδικές ή μόνιμες. Τα ευρήματα αυτά θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για οποιοδήποτε παιδί που εκτέθηκε in utero σε νουκλεοσ(τ)ιδικά ανάλογα, το οποίο παρουσιάζει σοβαρά κλινικά ευρήματα αγνώστου αιτιολογίας, ιδίως νευρολογικά ευρήματα. Τα ευρήματα αυτά δεν επηρεάζουν τις παρούσες εθνικές συστάσεις για τη χρήση αντιρετροϊκής θεραπείας σε έγκυες γυναίκες, προκειμένου να προληφθεί η κάθετη μετάδοση του ιού HIV.

Σύνδρομο Επανενεργοποίησης του Ανοσοποιητικού Συστήματος

Σε ασθενείς με λοίμωξη HIV με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια ενδέχεται να εμφανιστεί, κατά την έναρξη της CART, μία φλεγμονώδης αντίδραση σε ασυμπτωματικά ή υπολειμματικά ευκαιριακά παθογόνα και να προκληθούν σοβαροί κλινικές καταστάσεις ή επιδείνωση των συμπτωμάτων. Τέτοιες αντιδράσεις έχουν τυπικά παρουσιαστεί εντός των πρώτων εβδομάδων ή μηνών από την έναρξη της CART. Σχετικά παραδείγματα περιλαμβάνουν αμφιβληστροειδίτιδα από κυτταρομεγαλοϊό, γενικευμένες και/ή εστιακές λοιμώξεις από μυκοβακτηρίδια και πνευμονία οφειλόμενη σε Pneumocystis jirovecii. Θα πρέπει να εκτιμώνται οποιαδήποτε φλεγμονώδη συμπτώματα και να ορίζεται θεραπεία όταν απαιτείται. Aυτοάνοσες διαταραχές (όπως η νόσος του Graves και η αυτοάνοση ηπατίτιδα) έχουν επίσης αναφερθεί ότι συμβαίνουν κατά τη ρύθμιση της επανενεργοποίησης του ανοσοποιητικού συστήματος. Ωστόσο, ο αναφερόμενος χρόνος έως την έναρξη είναι περισσότερο μεταβλητός και αυτά τα γεγονότα μπορεί να συμβούν πολλούς μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας.

Οστεονέκρωση

Αναφέρθηκαν περιπτώσεις οστεονέκρωσης κυρίως σε ασθενείς με προχωρημένη HIV λοίμωξη και/ή μακράς διάρκειας έκθεση σε CART αν και η αιτιολογία θεωρείται πολυπαραγοντική (συμπεριλαμβάνονται η χρήση κορτικοστεροειδών, η κατανάλωση αλκοόλ, η σοβαρή ανοσοκαταστολή, ο υψηλότερος δείκτης μάζας σώματος). Οι ασθενείς θα πρέπει να ζητούν ιατρική συμβουλή εάν παρουσιάζουν ενοχλήσεις και άλγος στις αρθρώσεις, δυσκαμψία άρθρωσης ή δυσκολία στην κίνηση.

Ηλικιωμένοι

Το Emtriva δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς ηλικίας πάνω από 65. Οι ηλικιωμένοι ασθενείς είναι πιο πιθανό να έχουν μειωμένη νεφρική λειτουργία, ως εκ τούτου απαιτείται προσοχή κατά τη θεραπεία ηλικιωμένων ασθενών με το Emtriva.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Επιπροσθέτως των ανεπιθύμητων ενεργειών οι οποίες παρουσιάστηκαν σε ενήλικες, αναιμία και αποχρωματισμός του δέρματος εμφανίστηκαν περισσότερο συχνά στις κλινικές μελέτες με παιδιατρικούς ασθενείς με λοίμωξη HIV (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-EMTRIVA
expand_more

Μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.

In vitro η emtricitabine δεν αναστέλλει το μεταβολισμό φαρμάκων, που διενεργείται μέσω κάποιας από τις ακόλουθες ισομορφές του ανθρώπινου CYP450: 1Α2, 2Α6, 2Β6, 2C9, 2C19, 2D6 και 3Α4. Η emtricitabine δεν αναστέλλει το ένζυμο που ευθύνεται για την γλυκουρονιδίωση. Με βάση τα αποτελέσματα αυτών των in vitro πειραμάτων και τις γνωστές οδούς απομάκρυνσης της emtricitabine, το ενδεχόμενο των αλληλεπιδράσεων μέσω του CYP450, που εμπλέκουν την emtricitabine με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα, είναι χαμηλό.

Δεν υπάρχουν κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις κατά τη συγχορήγηση της emtricitabine με indinavir, zidovudine, stavudine, famciclovir ή με tenofovir disoproxil fumarate.

Η emtricitabine απεκκρίνεται πρωταρχικά μέσω σπειραματικής διήθησης και ενεργού σωληναριακής απέκκρισης. Με την εξαίρεση των famciclovir και tenofovir disoproxil fumarate, το αποτέλεσμα της συγχορήγησης της emtricitabine με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία απεκκρίνονται δια της νεφρικής οδού ή άλλα φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία είναι γνωστό ότι επηρεάζουν τη νεφρική λειτουργία, δεν έχει εκτιμηθεί. Η συγχορήγηση της emtricitabine με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που απομακρύνονται με ενεργή σωληναριακή απέκκριση μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των συγκεντρώσεων στον ορό είτε της emtricitabine είτε ενός συγχορηγούμενου φαρμακευτικού προϊόντος λόγω ανταγωνισμού ως προς αυτήν την οδό απομάκρυνσης.

Δεν υπάρχει έως τώρα κλινική εμπειρία από τη συγχορήγηση αναλόγων κυτιδίνης. Επομένως, η χρήση της emtricitabine σε συνδυασμό με τη λαμιβουδίνη για τη θεραπεία της HIV λοίμωξης, δεν μπορεί επί του παρόντος να συστηθεί.

sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-EMTRIVA
expand_more

Σε κλινικές μελέτες σε ενήλικες με λοίμωξη από τον ιό HIV, οι ανεπιθύμητες ενέργειες που εμφανίστηκαν με τη μεγαλύτερη συχνότητα με το emtricitabine ήταν διάρροια (14,0%), κεφαλαλγία (10,2%), αυξημένα επίπεδα κινάσης της κρεατίνης (10,2%) και ναυτία (10,0%). Επιπροσθέτως των ανεπιθύμητων ενεργειών οι οποίες αναφέρθηκαν σε ενήλικες, αναιμία (9,5%) και αποχρωματισμός του δέρματος (31,8%) εμφανίστηκαν περισσότερο συχνά στις κλινικές μελέτες με παιδιατρικούς ασθενείς με λοίμωξη HIV. Η διακοπή της αγωγής με Emtriva σε ασθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό HIV και τον ιό της ηπατίτιδας Β μπορεί να συσχετισθεί με σοβαρές, οξείες εξάρσεις ηπατίτιδας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Συνοπτική περίληψη ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αξιολόγηση των ανεπιθύμητων ενεργειών από δεδομένα κλινικών μελετών βασίζεται στην εμπειρία από τρεις μελέτες σε ενήλικες (n = 1.479) και από τρεις μελέτες σε παιδιατρικούς ασθενείς (n = 169). Στις μελέτες σε ενήλικες, 1.039 πρωτοθεραπευόμενοι ασθενείς και 440 ασθενείς ήδη σε θεραπεία, έλαβαν emtricitabine (n = 814) ή συγκρινόμενο φαρμακευτικό προϊόν (n = 665) για 48 εβδομάδες σε συνδυασμό με άλλα αντιρετροϊκά φαρμακευτικά προϊόντα. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες για τις οποίες υπήρξε υπόνοια (τουλάχιστον πιθανή) συσχετισμού με τη θεραπεία σε ενήλικες από κλινικές μελέτες και την εμπειρία μετά την κυκλοφορία, καταγράφονται στον Πίνακα 2 πιο κάτω ανά κατηγορία οργανικού συστήματος του σώματος και συχνότητα εμφάνισης. Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας. Οι συχνότητες προσδιορίζονται ως πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10) ή όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100).

Πίνακας 2: Συνοπτική περίληψη των ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με το emtricitabine βάσει των κλινικών μελετών και της εμπειρίας μετά την κυκλοφορία

Κατηγορία Οργανικού Συστήματος Συχνότητα Emtricitabine
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Συχνές ουδετεροπενία
Όχι συχνές αναιμία2
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Συχνές αλλεργική αντίδραση
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Συχνές υπερτριγλυκεριδαιμία, υπεργλυκαιμία
Ψυχιατρικές διαταραχές Συχνές αϋπνία, μη φυσιολογικά όνειρα
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Πολύ συχνές κεφαλαλγία
Συχνές ζάλη
Διαταραχές του γαστρεντερικού Πολύ συχνές διάρροια, ναυτία
Συχνές αυξημένα επίπεδα αμυλάσης που περιλαμβάνουν αυξημένα επίπεδα παγκρεατικής αμυλάσης, αυξημένα επίπεδα λιπάσης, έμετος, κοιλιακό άλγος, δυσπεψία
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Συχνές αυξημένα επίπεδα ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης ορού (AST) και/ή αυξημένα επίπεδα αμινοτρανσφεράσης της αλανίνης ορού (ALT), υπερχολερυθριναιμία
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Συχνές κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα, κυστικό-φυσαλλιδωδες εξάνθημα, φλυκταινώδες εξάνθημα, εξάνθημα, κνησμός, κνίδωση, αποχρωματισμός του δέρματος (υπερμελάγχρωση)1,2
Όχι συχνές αγγειοοίδημα3
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Πολύ συχνές αυξημένα επίπεδα κινάσης της κρεατίνης
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Συχνές άλγος, αδυναμία

1 Βλέπε παράγραφο Ανεπιθύμητες ενέργειες, Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών για περισσότερες πληροφορίες. 2 Συχνή ήταν η αναιμία και πολύ συχνός ο αποχρωματισμός του δέρματος (υπερμελάγχρωση) όταν η emtricitabine χορηγήθηκε σε παιδιατρικούς ασθενείς (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες, Παιδιατρικός πληθυσμός). 3 Αυτή η ανεπιθύμητη ενέργεια, η οποία αναγνωρίστηκε μέσω της παρακολούθησης μετά την κυκλοφορία, δεν παρατηρήθηκε σε τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες κλινικές μελέτες σε ενήλικες ή σε κλινικές μελέτες της emtricitabine σε παιδιατρικούς ασθενείς με HIV. Η κατηγορία συχνότητας των όχι συχνών εκτιμήθηκε από έναν στατιστικό υπολογισμό με βάση το συνολικό αριθμό των ασθενών που είχαν εκτεθεί στην emtricitabine σε αυτές τις κλινικές μελέτες (n = 1.563).

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

Αποχρωματισμός του δέρματος (υπερμελάγχρωση)

Αποχρωματισμός του δέρματος, που εκδηλώνεται ως υπερμελάγχρωση κυρίως στις παλάμες ή/και στα πέλματα, ήταν γενικά ήπιος, ασυμπτωματικός και με μικρή κλινική σημασία. Ο μηχανισμός είναι άγνωστος.

Μεταβολικές παράμετροι

Το σωματικό βάρος και τα επίπεδα των λιπιδίων και της γλυκόζης στο αίμα ενδέχεται να αυξηθούν κατά τη διάρκεια της αντιρετροϊικής θεραπείας (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις)

Σύνδρομο Επανενεργοποίησης του Ανοσοποιητικού Συστήματος

Σε HIV οροθετικούς ασθενείς με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια ενδέχεται να εμφανιστεί, κατά την έναρξη της CART, μία φλεγμονώδης αντίδραση σε ασυμπτωματικά ή υπολειμματικά ευκαιριακά παθογόνα. Αυτοάνοσες διαταραχές (όπως η νόσος του Graves και η αυτοάνοση ηπατίτιδα) έχουν επίσης αναφερθεί. Ωστόσο, ο αναφερόμενος χρόνος έως την έναρξη είναι περισσότερο μεταβλητός και αυτά τα γεγονότα μπορεί να συμβούν πολλούς μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Οστεονέκρωση

Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις οστεονέκρωσης κυρίως σε ασθενείς με γνωστούς γενικά παράγοντες κινδύνου, προχωρημένη HIV λοίμωξη ή μακράς διάρκειας έκθεση σε CART. Η συχνότητα αυτών είναι άγνωστη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η αξιολόγηση των ανεπιθύμητων ενεργειών σε παιδιατρικούς ασθενείς από δεδομένα κλινικών μελετών βασίζεται στην εμπειρία από τρεις μελέτες με παιδιατρικούς ασθενείς (n = 169), όπου οι πρωτοθεραπευόμενοι ασθενείς (n = 123) και οι ασθενείς με λοίμωξη HIV ήδη σε θεραπεία (n = 46) ηλικίας από 4 μηνών έως 18 ετών, έλαβαν θεραπεία συνδυασμού emtricitabine με άλλους αντιρετροϊκούς παράγοντες. Επιπροσθέτως των ανεπιθύμητων ενεργειών οι οποίες αναφέρθηκαν σε ενήλικες (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες, Συνοπτική περίληψη ανεπιθύμητων ενεργειών), οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες παρατηρήθηκαν περισσότερο συχνά σε παιδιατρικούς ασθενείς: συχνή (9,5%) ήταν η αναιμία και πολύ συχνός (31,8%) ο αποχρωματισμός του δέρματος (υπερμελάγχρωση) σε παιδιατρικούς ασθενείς.

Άλλοι ειδικοί πληθυσμοί

Ηλικιωμένοι

Το Emtriva δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς ηλικίας πάνω από 65. Οι ηλικιωμένοι ασθενείς είναι πιο πιθανό να έχουν μειωμένη νεφρική λειτουργία, ως εκ τούτου απαιτείται προσοχή κατά τη θεραπεία ηλικιωμένων ασθενών με το Emtriva (βλ. Δοσολογία).

Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια

Η emtricitabine απομακρύνεται με νεφρική απέκκριση και η έκθεση στην emtricitabine αυξήθηκε σημαντικά σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Απαιτείται η προσαρμογή της δόσης ή των δοσολογικών μεσοδιαστημάτων για όλους τους ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min (βλ. Δοσολογία, Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).

Ασθενείς με συνυπάρχουσα HIV/HBV λοίμωξη

Το προφίλ των ανεπιθύμητων ενεργειών σε ασθενείς με συνυπάρχουσα HBV λοίμωξη είναι παρόμοιο με αυτό που παρατηρήθηκε σε ασθενείς που είχαν μολυνθεί από τον ιό HIV χωρίς συνυπάρχουσα HBV λοίμωξη. Εν τούτοις, όπως θα αναμενόταν για αυτόν τον πληθυσμό των ασθενών, οι αυξήσεις των AST και ALT παρατηρούνταν συχνότερα από ότι στο γενικό πληθυσμό με HIV λοίμωξη.

Εξάρσεις ηπατίτιδας μετά τη διάρκεια της θεραπείας

Σε ασθενείς με λοίμωξη από τον ιό HIV με συνυπάρχουσα λοίμωξη HBV, εξάρσεις ηπατίτιδας μπορεί να εμφανιστούν μετά τη διακοπή της θεραπείας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-EMTRIVA
expand_more

Εγκυμοσύνη

Τα δεδομένα από σχετικά περιορισμένο αριθμό εγκύων γυναικών (περιπτώσεις έκβασης εγκυμοσύνης μεταξύ 300-1.000) δεν καταδεικνύουν την ύπαρξη συγγενών διαμαρτιών ή τοξικότητας στο έμβρυο/νεογνό σχετιζόμενης με την emtricitabine. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα. Η χρήση της emtricitabine θα μπορούσε να αποφασιστεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εάν αυτή κρίνεται απαραίτητη.

Θηλασμός

Η emtricitabine έχει αποδειχθεί ότι απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Υπάρχουν ανεπαρκείς πληροφορίες σχετικά με την επίδραση της emtricitabine στα νεογέννητα/βρέφη. Συνεπώς το Emtriva δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την διάρκεια του θηλασμού. Ως γενικός κανόνας, δεν συνιστάται σε καμία περίπτωση σε γυναίκες που έχουν προσβληθεί από τον ιό HIV να θηλάζουν τα βρέφη τους, προκειμένου να αποφευχθεί η μετάδοση του ιού HIV στο βρέφος.

Γονιμότητα

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για ανθρώπους σχετικά με τις επιπτώσεις της emtricitabine. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν επικίνδυνες επιπτώσεις της emtricitabine στη γονιμότητα.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-EMTRIVA
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία

Νουκλεοσιδικοί και νουκλεοτιδικοί αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης, κωδικός ATC: J05AF09

Μηχανισμός δράσης και φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Η emtricitabine είναι ένα συνθετικό νουκλεοσιδικό ανάλογο της κυτιδίνης με δραστηριότητα η οποία είναι ειδική έναντι του Ιού της Ανθρώπινης Ανοσοανεπάρκειας (HIV-1 και HIV-2) και του ιού της ηπατίτιδας Β (HBV). Η emtricitabine φωσφορυλιώνεται από κυτταρικά ένζυμα και μετατρέπεται σε emtricitabine 5’-triphosphate η οποία αναστέλλει ανταγωνιστικά την ανάστροφη μεταγραφάση του HIV-1 καταλήγοντας στην λήξη της DNA αλύσου. Η emtricitabine είναι ένας ασθενής αναστολέας των DNA πολυμερασών α, β και ε των θηλαστικών και της μιτοχονδριακής DNA πολυμεράσης γ. Η emtricitabine δεν επιδεικνύει κυτταροτοξική δράση στα μονοπύρηνα κύτταρα του περιφερικού αίματος (peripheral blood mononuclear cells - PBMCs), στις εγκατεστημένες κυτταρικές σειρές των λεμφοκυττάρων και των μονοκυττάρων-μακροφάγων ή στα πρόγονα κύτταρα του μυελού των οστών in vitro. Δεν υπήρξε ένδειξη για τοξικότητα στα μιτοχόνδρια in vitro ή in vivo.

Αντιϊκή δραστηριότητα in vitro

Οι τιμές των συγκεντρώσεων της emtricitabine που απαιτούνται για το 50% της αναστολής (IC50) εργαστηριακά και κλινικά απομονω-μένων στελεχών HIV-1 είχαν εύρος από 0,0013 έως 0,5 µmol/l. Σε μελέτες συνδυασμού emtricitabine και αναστολέων πρωτεάσης, νουκλεοσιδικών, νουκλεοτιδικών και μη νουκλεοσιδικών αναστολέων της HIV ανάστροφης μεταγραφάσης παρατηρήθηκαν επιπροσθέτως συνεργικά αποτελέσματα. Οι περισσότεροι από αυτούς τους συνδυασμούς φαρμάκων δεν έχουν μελετηθεί σε ανθρώπους. Κατά τη δοκιμή της ως προς τη δραστηριότητα έναντι εργαστηριακών στελεχών HBV, οι τιμές των συγκεντρώσεων της emtricitabine για το 50% της αναστολής (IC50) είχαν εύρος από 0,01 έως 0,04 µmol/l.

Αντοχή

Η αντοχή του ιού HIV-1 στην emtricitabine αναπτύσσεται ως αποτέλεσμα μεταβολών στον κώδωνα 184 προκαλώντας τη μετατροπή της μεθειονίνης σε βαλίνη (ένα διάμεσο ισολευκίνης παρατηρήθηκε επίσης) της ανάστροφης μεταγραφάσης του ιού HIV. Αυτή η μετάλλαξη του ιού HIV-1 παρατηρήθηκε in vitro και σε ασθενείς με λοίμωξη από τον ιό HIV-1. Οι ανθεκτικοί στην emtricitabine ιοί ήταν διασταυρούμενης αντοχής στη λαμιβουδίνη, αλλά διατήρησαν την ευαισθησία έναντι άλλων νουκλεοσιδικών αναστολέων της ανάστροφης μεταγραφάσης (NRTIs) (zidovudine, stavudine, tenofovir, abacavir και didanosine), όλων των μη νουκλεοσιδικών αναστολέων της ανάστροφης μεταγραφάσης (NNRTIs) και όλων των αναστολέων της πρωτεάσης (PIs). Ιοί ανθεκτικοί στα zidovudine, didanosine και NNRTIs διατήρησαν την ευαισθησία τους στην emtricitabine (IC50=0,002 µmol/l έως 0,08 µmol/l).

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Η emtricitabine σε συνδυασμό με άλλους αντιρετροϊκούς παράγοντες συμπεριλαμβανομένων των νουκλεοσιδικών αναλόγων, των μη νουκλεοσιδικών αναλόγων και των αναστολέων πρωτεάσης, απεδείχθη αποτελεσματική στη θεραπεία της HIV λοίμωξης στην αγωγή των πρωτοθεραπευόμενων και των ασθενών με εμπειρία θεραπείας με σταθερό ιολογικό έλεγχο. Δεν υπάρχει εμπειρία από τη χρήση της emtricitabine σε ασθενείς στους οποίους αποτυγχάνει το τρέχον θεραπευτικό σχήμα ή στους οποίους απέτυχαν πολλαπλά θεραπευτικά σχήματα. Σε πρωτοθεραπευόμενους υπό αντιρετροϊκή αγωγή ενήλικες, η emtricitabine ήταν σημαντικά ανώτερη της stavudine, όταν και τα δύο φαρμακευτικά προϊόντα λαμβάνονταν σε συνδυασμό με didanosine και efavirenz για 48 εβδομάδες θεραπείας. Η ανάλυση του φαινοτύπου δεν έδειξε σημαντικές μεταβολές στην ευαισθησία στην emtricitabine πλην της ανάπτυξης της M184V/I μετάλλαξης. Σε ενήλικες ασθενείς με εμπειρία θεραπείας σταθεροποιημένους ιολογικά, η emtricitabine, σε συνδυασμό με ένα NRTI (είτε stavudine είτε zidovudine) και έναν αναστολέα πρωτεάσης (PI) ή ένα NNRTI δεν εδείχθη κατώτερη της λαμιβουδίνης ως προς την αναλογία των ανταποκριθέντων (< 400 copies/ml) σε περίοδο 48 εβδομάδων (77% στην emtricitabine 82% στη λαμιβουδίνη). Επιπροσθέτως, σε δεύτερη μελέτη, ενήλικες με εμπειρία θεραπείας σε σταθερό έντονα ενεργό αντιρετροϊκό θεραπευτικό σχήμα βασισμένο σε σταθερό αναστολέα πρωτεάσης, τυχαιοποιήθηκαν σε ημερήσιο εφάπαξ δοσολογικό σχήμα το οποίο περιελάμβανε την emtricitabine ή συνέχισαν με το PI-HAART δοσολογικό σχήμα. Μετά από 48 εβδομάδες θεραπείας το δοσολογικό σχήμα με την emtricitabine επέδειξε ισοδύναμη αναλογία ασθενών με HIV RNA < 400 copies/ml (94% στην emtricitabine έναντι 92%) και υψηλότερη αναλογία ασθενών με HIV RNA < 50 copies/ml (95% στην emtricitabine έναντι 87%) σε σύγκριση με αυτούς οι οποίοι συνέχισαν με το PI-HAART δοσολογικό σχήμα τους.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Σε βρέφη και παιδιά ηλικίας άνω των 4 μηνών, η πλειονότητα των ασθενών επέτυχε ή διατήρησε πλήρη καταστολή του ιού HIV-1 RNA στο πλάσμα μέσα σε 48 εβδομάδες (το 89% εξ αυτών επέτυχε ≤ 400 copies/ml και το 77% επέτυχε ≤ 50 copies/ml). Δεν υπάρχει κλινική εμπειρία από τη χρήση της emtricitabine σε βρέφη ηλικίας κάτω των 4 μηνών.

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-EMTRIVA
expand_more

Απορρόφηση

Η emtricitabine απορροφάται ταχέως και ευρέως μετά την από στόματος χορήγηση και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα παρατηρούνται μέσα σε 1 έως 2 ώρες μετά από τη δόση. Σε 20 ασθενείς που είχαν προσβληθεί από τον ιό HIV και έλαβαν 200 mg emtricitabine ως καψάκια, σκληρά ημερησίως, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax) κατά τη σταθεροποιημένη κατάσταση, οι ελάχιστες συγκεντρώσεις (Cmin) και η περιοχή υπό την καμπύλη συγκεντρώσεων στο πλάσμα- χρόνου (AUC) μετά από δοσολογικό μεσοδιάστημα 24 ωρών ήταν 1,8±0,7 µg/ml, 0,09±0,07 µg/ml και 10,03±3,1 µg·h/ml, αντίστοιχα. Οι ελάχιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα κατά τη σταθεροποιημένη κατάσταση έφθασαν σε επίπεδα περίπου τέσσερις φορές υψηλότερα από τις in vitro IC90 τιμές της αντι-HIV δραστηριότητας. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητά της emtricitabine από το Emtriva 200 mg καψάκια, σκληρά εκτιμάται στο 93% και η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα από το Emtriva 10 mg/ml πόσιμο διάλυμα, εκτιμάται στο 75%. Σε μια πιλοτική μελέτη σε παιδιά και σε μια καθοριστική μελέτη βιοϊσοδυναμίας σε ενήλικες, το πόσιμο διάλυμα Emtriva 10 mg/ml, έδειξε βιοδιαθεσιμότητα περίπου το 80% της βιοδιαθεσιμότητας Emtriva 200 mg καψάκια, σκληρά. Ο λόγος για τη διαφορά αυτή είναι άγνωστος. Λόγω της διαφοράς αυτής στη βιοδιαθεσιμότητα, τα 240 mg emtricitabine χορηγούμενα ως πόσιμο διάλυμα πρέπει να παρέχουν παρεμφερή επίπεδα στο πλάσμα με εκείνα που παρατηρούνται μετά τη χορήγηση ενός καψακίου, σκληρού emtricitabine 200 mg. Επομένως, παιδιά βάρους τουλάχιστον 33 kg μπορούν να λάβουν είτε ένα καψάκιο, σκληρό των 200 mg ημερησίως, είτε το πόσιμο διάλυμα μέχρι μια μέγιστη δόση 240 mg (24 ml) μια φορά ημερησίως. Η χορήγηση Emtriva 200 mg καψάκια, σκληρά, μαζί με ένα γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά ή η χορήγηση Emtriva 10 mg/ml πόσιμου διαλύματος μαζί με ένα γεύμα χαμηλής ή υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά δεν επηρέασε τη συστηματική έκθεση (AUC0-∞) της emtricitabine. Επομένως, το Emtriva 200 mg καψάκια, σκληρά και το Emtriva 10 mg/ml πόσιμο διάλυμα μπορούν να χορηγηθούν με ή χωρίς τροφή.

Κατανομή

Η in vitro σύνδεση της emtricitabine με τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος ήταν < 4% και ανεξάρτητη της συγκέντρωσης άνω των 0,02-200 µg/ml. Ο λόγος της μέσης τιμής της συγκέντρωσης στο πλάσμα προς τη συγκέντρωση στο αίμα ήταν περίπου 1,0 και ο λόγος της μέσης τιμής συγκέντρωσης στο σπέρμα προς τη συγκέντρωση στο πλάσμα ήταν περίπου 4,0. Ο φαινομενικός όγκος κατανομής μετά από ενδοφλέβια χορήγηση emtricitabine ήταν 1,4±0,3 l/kg, υποδεικνύοντας ότι η emtricitabine κατανέμεται ευρέως στο σώμα τόσο στα υγρά ενδοκυττάρια μεσοδιαστήματα όσο και στα εξωκυττάρια.

Βιομετασχηματισμός

Ο μεταβολισμός της emtricitabine είναι περιορισμένος. Η βιομετατροπή της emtricitabine περιλαμβάνει την οξείδωση του δακτυλίου των θειολών και τον σχηματισμό των 3’-sulfoxide διαστερεομερών (περίπου το 9% της δόσης) και την σύζευξη με γλυκουρονικό οξύ για να σχηματίσει το 2’-O-γλυκουρονίδιο (περίπου το 4% της δόσης). Η emtricitabine δεν αναστέλλει in vitro το μεταβολισμό των φαρμάκων που επιτελείται μέσω των ακολούθων ισοενζύμων του ανθρώπινου CYP450: 1A2, 2A6, 2B6, 2C9, 2C19, 2D6 και 3A4. Επίσης η emtricitabine δεν αναστέλλει την ουριδινο-5’-διφωσφογλυκουρονυλική τρανσφεράση, το ένζυμο που είναι υπεύθυνο για τη γλυκουρονιδίωση.

Αποβολή

Η emtricitabine απεκκρίνεται πρωταρχικά μέσω των νεφρών με πλήρη ανάκτηση της δόσης από τα ούρα (περίπου το 86%) και στα κόπρανα (περίπου το 14%). Το 13% της δόσης της emtricitabine ανακτήθηκε στα ούρα με τη μορφή τριών μεταβολιτών. Ο μέσος όρος της συστηματικής κάθαρσης της emtricitabine ήταν 307 ml/min (4,03 ml/min/kg). Μετά την από στόματος χορήγηση ο χρόνος ημίσειας ζωής για την απομάκρυνση ήταν περίπου 10 ώρες.

Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα

Η φαρμακοκινητική της emtricitabine είναι αναλογική ως προς τη δόση άνω του δοσολογικού εύρους των 25-200 mg μετά από εφάπαξ ή επαναλαμβανόμενη χορήγηση.

Ενδοκυττάρια φαρμακοκινητική

Σε μία κλινική μελέτη ο ενδοκυττάριος χρόνος ημίσειας ζωής του τριφωσφορικού emtricitabine στα μονοπύρηνα κύτταρα του περιφερικού αίματος ήταν 39 ώρες. Τα ενδοκυττάρια επίπεδα του τριφωσφορικού αυξάνονταν με τη δόση, αλλά έφθασαν σε υψίπεδο (plateau) επίπεδο με δόσεις των 200 mg ή υψηλότερες.

Ενήλικες με νεφρική ανεπάρκεια

Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι προσδιορίστηκαν μετά από χορήγηση εφάπαξ δόσης emtricitabine 200 mg ως καψάκια, σκληρά σε 30 ασθενείς χωρίς HIV λοίμωξη με διάφορο βαθμό νεφρικής ανεπάρκειας. Οι ασθενείς ομαδοποιήθηκαν σύμφωνα με την κάθαρση κρεατινίνης κατά την ένταξη στην μελέτη (> 80 ml/min ως φυσιολογική λειτουργία; 50-80 ml/min ως ήπια δυσλειτουργία; 30-49 ml/min ως μέτρια δυσλειτουργία; < 30 ml/min ως σοβαρή δυσλειτουργία; < 15 ml/min ως λειτουργική ανεπάρκεια των νεφρών χρήζουσα αιμοκάθαρση). Η συστηματική έκθεση στην emtricitabine (μέση ± πρότυπη απόκλιση) αυξήθηκε από 11,8±2,9 µg·h/ml σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, σε 19,9±1,1, 25,0±5,7 και 34,0±2,1 µg·h/ml σε ασθενείς με ήπια, μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία αντίστοιχα. Σε ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου χρήζουσα αιμοκάθαρση, το 30% περίπου της δόσης της emtricitabine ανακτήθηκε στο διάλυμα της αιμοκάθαρσης κατά τη διάρκεια 3 ωρών κάθαρσης, η οποία άρχισε μέσα σε 1,5 ώρες από τη χορήγηση της emtricitabine (ρυθμός ροής αίματος 400 ml/min και ρυθμός ροής διαλύματος αιμοκάθαρσης περίπου 600 ml/min).

Ηπατική ανεπάρκεια

Η φαρμακοκινητική της emtricitabine δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς χωρίς HBV λοίμωξη και ποικίλλοντες βαθμούς ηπατικής ανεπάρκειας. Γενικά η φαρμακοκινητική της emtricitabine σε ασθενείς με HBV λοίμωξη ήταν παρόμοια με αυτή των υγιών και των ασθενών με HIV λοίμωξη.

Ηλικία

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τη φαρμακοκινητική σε ηλικιωμένους (ηλικίας άνω των 65 ετών).

Φύλο

Αν και οι μέσες Cmax και Cmin ήταν περίπου 20% υψηλότερες και η μέση AUC κατά 16% υψηλότερη στα θήλεα σε σχέση με τους άρρενες, η διαφορά αυτή δεν θεωρήθηκε κλινικά σημαντική.

Εθνικότητα

Δεν έχει εντοπισθεί κλινικά σημαντική διαφοροποίηση στη φαρμακοκινητική όσον αφορά την εθνικότητα.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Γενικά η φαρμακοκινητική της emtricitabine σε βρέφη, παιδιά και εφήβους (ηλικίας από 4 μηνών έως 18 ετών) είναι παρόμοια με αυτή των ενηλίκων. Η μέση AUC σε 77 βρέφη, παιδιά και εφήβους οι οποίοι έλαβαν 6 mg/kg emtricitabine μια φορά ημερησίως ως πόσιμο διάλυμα ή emtricitabine 200 mg καψάκια, σκληρά μια φορά ημερησίως, ήταν παρόμοια με τη μέση AUC των 10,0 µg·h/ml σε 20 ενήλικες οι οποίοι έλαβαν καψάκια, σκληρά των 200 mg μια φορά ημερησίως. Σε ανοικτή, μη συγκριτική μελέτη, ελήφθησαν φαρμακοκινητικά δεδομένα από 20 νεογνά μητέρων με HIV λοίμωξη τα οποία έλαβαν δύο σειρές αγωγής με emtricitabine πόσιμο διάλυμα διάρκειας 4 ημερών η κάθε μια μεταξύ της πρώτης εβδομάδας ζωής και της ηλικίας των 3 μηνών σε επίπεδα δόσης 3 mg/kg μια φορά ημερησίως. Η δόση αυτή είναι η μισή αυτής που έχει εγκριθεί για βρέφη ηλικίας 4 μηνών και άνω(6 mg/kg). Η φαινομενική ολική κάθαρση σώματος κατά τη σταθεροποιημένη κατάσταση (CL/F) αυξήθηκε με την ηλικία εντός χρονικής περιόδου 3 μηνών με αντίστοιχη μείωση της AUC. Η έκθεση της emtricitabine στο πλάσμα (AUC) σε βρέφη ηλικίας μέχρι 3 μηνών τα οποία έλαβαν emtricitabine 3 mg/kg μια φορά ημερησίως, ήταν παρόμοια με αυτήν που παρατηρήθηκε με τη χρήση ημερησίων δόσεων 6mg/kg σε ενήλικες με HIV λοίμωξη και παιδιά ηλικίας 4 μηνών και άνω.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

10 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

κάτω από 4%
DrugBank

Βιοδιαθεσιμότητα

93% (κάψουλες), 75% (διάλυμα)
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά
DrugBank
science

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
60877
Μοριακός τύπος
C8H10FN3O3S
Μοριακό βάρος
247.25
IUPAC
4-amino-5-fluoro-1-[(2R,5S)-2-(hydroxymethyl)-1,3-oxathiolan-5-yl]pyrimidin-2-one
InChIKey
XQSPYNMVSIKCOC-NTSWFWBYSA-N
Κατάταξη MeSH

Παράγοντες που χρησιμοποιούνται στην πρόληψη ή θεραπεία των ΙΟΓΕΝΩΝ ΝΟΣΩΝ. Ορισμένοι από τους τρόπους δράσης τους μπορεί να περιλαμβάνουν την πρόληψη της ιικής αναπαραγωγής με αναστολή της ιικής DNA πολυμεράσης· σύνδεση με ειδικούς υποδοχείς κυτταρικής επιφάνειας και αναστολή της ιικής διείσδυσης ή απομάκρυνσης του περιβλήματος· αναστολή της ιικής πρωτεϊνοσύνθεσης· ή αποκλεισμό των τελικών σταδίων της ιικής συναρμολόγησης.

Αναστολείς της αντίστροφης μεταγραφάσης (RNA-ΚΑΤΕΥΘΥΝΟΜΕΝΗ DNA ΠΟΛΥΜΕΡΑΣΗ), ένα ένζυμο που συνθέτει DNA σε ένα πρότυπο RNA.

Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του AIDS ή/και τη διακοπή της εξάπλωσης της λοίμωξης από τον HIV. Αυτοί δεν περιλαμβάνουν φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία συμπτωμάτων ή ευκαιριακών λοιμώξεων που σχετίζονται με το AIDS.