IBRUTINIB
Θεραπευτικός παράγοντας σε κλινική χρήση. Δείτε το κλινικό και φαρμακολογικό προφίλ για περισσότερες λεπτομέρειες.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
medication
SPC-IMBRUVICA
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από στόματος
- Χορήγηση: μία φορά την ημέρα
- Δόση έναρξης: 560 mg
- Τιτλοποίηση: Μείωση δόσης σε 280 mg ημερησίως με μέτριους αναστολείς CYP3A4. Μείωση δόσης σε 140 mg ημερησίως ή διακοπή για έως 7 ημέρες με ισχυρούς αναστολείς CYP3A4. Αναστολή θεραπείας για μη αιματολογική τοξικότητα ≥3ου βαθμού, ουδετεροπενία 3ου ή μεγαλύτερου βαθμού με λοίμωξη/πυρετό, ή αιματολογική τοξικότητα 4ου βαθμού. Επανέναρξη στην αρχική δόση, με μείωση 140 mg ανά επανεμφάνιση τοξικότητας, έως δύο μειώσεις. Διακοπή μετά από δύο μειώσεις δόσης αν τοξικότητα επιμένει/επανεμφανίζεται. (βλ. πίνακα προσαρμογών δόσης για ΛΚΜ, ΧΛΛ/WM).
-
ΛΚΜΔόση560 mgμία φορά την ημέρα
-
ΧΛΛΔόση420 mgμία φορά την ημέρα (ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό)
-
WMΔόση420 mgμία φορά την ημέρα
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται ειδική τροποποίηση της δόσης για τους ηλικιωμένους ασθενείς (ηλικίας ≥ 65 ετών).
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για τους ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης μεγαλύτερη από 30 ml/λεπτό). Χορηγήστε σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/λεπτό) μόνο εάν το όφελος υπερσκελίζει τον κίνδυνο και παρακολουθήστε στενά τους ασθενείς για σημεία τοξικότητας. Δεν υπάρχουν δεδομένα σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή σε ασθενείς υπό αιμοκάθαρση.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΓια ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία Α κατά Child-Pugh), η συνιστώμενη δόση είναι τα 280 mg ημερησίως. Για ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία Β κατά Child-Pugh), η συνιστώμενη δόση είναι τα 140 mg ημερησίως. Δεν συνιστάται η χορήγηση σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία C κατά Child-Pugh).
-
Σοβαρή καρδιακή νόσοςΟι ασθενείς με σοβαρή καρδιαγγειακή νόσο αποκλείστηκαν από τις κλινικές μελέτες.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του IMBRUVICA σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 0 έως 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block
SPC-IMBRUVICA
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Χρήση σκευασμάτων που περιέχουν υπερικό/βαλσαμόχορτο (St. John’s Wort)ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με IMBRUVICA
warning
SPC-IMBRUVICA
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Αιμορραγικά συμβάνταΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν IMBRUVICAΑποφύγετε τη συγχορήγηση με βαρφαρίνη ή άλλους ανταγωνιστές της βιταμίνης Κ, καθώς και με συμπληρώματα όπως ιχθυέλαιο και βιταμίνη Ε. Ειδική φροντίδα αν χρησιμοποιούνται άλλα αντιπηκτικά ή αναστολείς λειτουργίας αιμοπεταλίων. Διακοπή του IMBRUVICA 3-7 ημέρες πριν και μετά χειρουργική επέμβαση.
-
ΛευκόστασηΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν IMBRUVICA με υψηλό αριθμό λεμφοκυττάρων (>400.000/mcl)Εξετάστε προσωρινή αναστολή του IMBRUVICA. Παρακολουθήστε στενά. Χορηγήστε υποστηρικτική αγωγή, ενυδάτωση ή/και κυτταρομειωτική αγωγή.
-
ΛοιμώξειςΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν IMBRUVICAΠαρακολουθήστε για πυρετό, ουδετεροπενία και λοιμώξεις. Χορηγήστε κατάλληλη αντιβιοτική θεραπεία. Εξετάστε προφυλακτική αγωγή σε ασθενείς υψηλού κινδύνου για ευκαιριακές λοιμώξεις.
-
Προϊούσα πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια (PML)ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ibrutinib με προηγούμενη ή συγχορηγούμενη ανοσοκατασταλτική θεραπείαΣυμπεριλάβετε την PML στη διαφορική διάγνωση για νέα ή επιδεινούμενα νευρολογικά, νοητικά ή συμπεριφορικά συμπτώματα. Αναστείλετε τη θεραπεία μέχρι αποκλεισμού της PML. Εξετάστε παραπομπή σε νευρολόγο, MRI, έλεγχο ΕΝΥ για ιό JC.
-
ΚυτταροπενίεςΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν IMBRUVICAΠαρακολουθείτε το πλήρες αιμοδιάγραμμα.
-
Διάμεση πνευμονοπάθεια (ILD)ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν IMBRUVICAΠαρακολουθείτε για πνευμονικά συμπτώματα. Αν αναπτυχθούν συμπτώματα, διακόψτε το IMBRUVICA και αντιμετωπίστε κατάλληλα. Αν επιμένουν, επανεξετάστε κινδύνους/οφέλη και ακολουθήστε οδηγίες τροποποίησης δόσης.
-
Καρδιακή αρρυθμία (Κολπική μαρμαρυγή, κολπικός πτερυγισμός, κοιλιακή ταχυαρρυθμία)ΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς που λαμβάνουν IMBRUVICA, ειδικά με καρδιακούς παράγοντες κινδύνου, υπέρταση, οξείες λοιμώξεις ή ιστορικό κολπικής μαρμαρυγήςΠαρακολουθήστε κλινικά. Αξιολογήστε κλινικά και υποβάλετε σε ΗΚΓ αν εμφανιστούν συμπτώματα. Για κοιλιακή ταχυαρρυθμία, προσωρινή διακοπή. Για προϋπάρχουσα κολπική μαρμαρυγή, εξετάστε εναλλακτικές. Για νέα κολπική μαρμαρυγή, εκτιμήστε κίνδυνο θρομβοεμβολικής νόσου. Σε υψηλό κίνδυνο, εξετάστε ελεγχόμενη αντιπηκτική θεραπεία.
-
Σύνδρομο λύσης όγκουΠληθυσμόςΑσθενείς με υψηλό φορτίο όγκου πριν τη θεραπείαΠαρακολουθήστε στενά και λάβετε κατάλληλες προφυλάξεις.
-
Μη μελανωματικός καρκίνος του δέρματοςΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν IMBRUVICAΠαρακολουθήστε τους ασθενείς για την εμφάνιση μη μελανωματικού καρκίνου του δέρματος.
-
Ιική επανενεργοποίηση (Ηπατίτιδα B)ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν IMBRUVICAΠραγματοποιείται έλεγχος για την κατάσταση του HBV πριν την έναρξη της θεραπείας. Για θετικούς σε HBV ασθενείς, ζητείται συμβουλή εξειδικευμένου ιατρού και παρακολούθηση/διαχείριση σύμφωνα με ιατρικά πρότυπα.
-
Αλληλεπιδράσεις φαρμάκου-φαρμάκου (CYP3A4 αναστολείς/επαγωγείς)ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν IMBRUVICAΑποφύγετε τη συγχορήγηση ισχυρών αναστολέων CYP3A4 και ισχυρών/μέτριων επαγωγέων CYP3A4, εκτός αν το όφελος υπερσκελίζει τους κινδύνους. Παρακολουθήστε για τοξικότητα με αναστολείς και για έλλειψη αποτελεσματικότητας με επαγωγείς (βλ. Δοσολογία και Αλληλεπιδράσεις).
-
ΑντισύλληψηΠληθυσμόςΓυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικίαΠρέπει να χρησιμοποιούν ιδιαίτερα αποτελεσματική μέθοδο αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της λήψης του IMBRUVICA (βλ. Κύηση και γαλουχία).
swap_horiz
SPC-IMBRUVICA
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 (κετοκοναζόλη, ινδιναβίρη, νελφιναβίρη, ριτοναβίρη, σακουιναβίρη, κλαριθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη, ιτρακοναζόλη, νεφαζοδόνη, κομπισιστάτη, βορικοναζόλη, ποσακοναζόλη)αντένδειξηΑυξημένη έκθεση στο ibrutinib (Cmax και AUC αυξήθηκαν έως 29 και 24 φορές αντίστοιχα με κετοκοναζόλη)ΣύστασηΑποφυγή. Εάν απαραίτητο, μείωση δόσης ibrutinib σε 140 mg ημερησίως ή προσωρινή διακοπή (έως 7 ημέρες). Παρακολούθηση για τοξικότητα.
-
Μέτριοι αναστολείς του CYP3A4 (φλουκοναζόλη, ερυθρομυκίνη, αμπρεναβίρη, απρεπιτάντη, αταζαναβίρη, σιπροφλοξασίνη, κριζοτινίμπη, διλτιαζέμη, φοσαμπρεναβίρη, ιματινίμπη, βεραπαμίλη, αμιωδαρόνη, δρονεδαρόνη)προσοχήΑυξημένη έκθεση στο ibrutinib (Cmax κατά 3,4 φορές και AUC κατά 3,0 φορές με ερυθρομικύνη)ΣύστασηΜείωση δόσης ibrutinib σε 280 mg ημερησίως. Παρακολούθηση για τοξικότητα.
-
Ήπιοι αναστολείς του CYP3A4 (αζιθρομυκίνη, φλουβοξαμίνη)προσοχήΕνδέχεται να αυξήσουν την AUC του ibrutinib κατά < 2 φορέςΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή δόσης. Παρακολούθηση για τοξικότητα.
-
Χυμός γκρέιπφρουταντένδειξηΑυξημένη έκθεση στο ibrutinib (Cmax και AUC κατά περίπου 4 και 2 φορές αντίστοιχα)ΣύστασηΑποφυγή.
-
Πορτοκάλια ΣεβίλληςαντένδειξηΑυξημένη έκθεση στο ibrutinibΣύστασηΑποφυγή.
-
αντένδειξηΜείωση συγκεντρώσεων ibrutinib στο πλάσμα (έκθεση Cmax και AUC μειώθηκαν κατά 92% και 90% με ριφαμπικίνη)ΣύστασηΑποφυγή. Εάν απαραίτητο, παρακολούθηση για έλλειψη αποτελεσματικότητας. Εξετάστε εναλλακτικούς παράγοντες.
-
Υπερικό/βαλσαμόχορτο (St. John’s Wort)αντένδειξηΜειωμένη αποτελεσματικότητα του ibrutinibΣύστασηΑντενδείκνυται.
-
Ήπιοι επαγωγείς του CYP3A4προσοχήΜείωση συγκεντρώσεων ibrutinib στο πλάσμαΣύστασηΜπορούν να χρησιμοποιηθούν. Παρακολούθηση για πιθανή έλλειψη αποτελεσματικότητας.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που αυξάνουν το pH του στομάχου (π.χ., αναστολείς αντλίας πρωτονίων)προσοχήΧαμηλότερη Cmax του ibrutinibΣύστασηΔεν αναμένεται κλινικά σημαντική επίδραση, έχουν χρησιμοποιηθεί χωρίς περιορισμούς σε κλινικές μελέτες.
-
Υποστρώματα της P-gp ή BCRP με στενό θεραπευτικό εύρος (διγοξίνη, μεθοτρεξάτη)προσοχήΤο ibrutinib αναστέλλει την εντερική P-gp και BCRP, αυξάνοντας την έκθεση στα υποστρώματαΣύστασηΝα λαμβάνονται τουλάχιστον 6 ώρες πριν ή μετά το IMBRUVICA.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που υπόκεινται σε BCRP-μεσολάβηση ηπατικής εκροής (ροσουβαστατίνη)προσοχήΤο ibrutinib αναστέλλει την BCRP στο ήπαρ, αυξάνοντας την έκθεση σε αυτά τα φάρμακαΣύστασηΠαρακολούθηση για αυξημένη έκθεση.
-
CYP3A4 υποστρώματα που χορηγήθηκαν από στόματος με στενό θεραπευτικό εύρος (διυδροεργοταμίνη, εργοταμίνη, φαιντανύλη, κυκλοσπορίνη, σιρόλιμους, τακρόλιμους)προσοχήΤο ibrutinib είναι ασθενής αναστρέψιμος αναστολέας του CYP3A4 στο εντερικό σύστημα, μπορεί να αυξήσει την έκθεση στα υποστρώματαΣύστασηΠρέπει να δίνεται προσοχή.
-
Υποστρώματα του CYP2B6 (εφαβιρένζη, βουπροπιόνη), συν-ρυθμιζόμενων ενζύμων (CYP2C9, CYP2C19, UGT1A1, MRP2)προσοχήΤο ibrutinib είναι ασθενής CYP2B6 επαγωγέας. Η έκθεση στα υποστρώματα μπορεί να μειωθεί.ΣύστασηΠαρακολούθηση για πιθανή μειωμένη αποτελεσματικότητα των υποστρωμάτων.
sick
SPC-IMBRUVICA
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Πνευμονία
- Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
- Παραρρινοκολπίτιδα
- Δερματική λοίμωξη
- Σηψαιμία
- Ουρολοίμωξη
- Επανενεργοποίηση ηπατίτιδας B
- Μη μελανωματικός καρκίνος του δέρματος
- Βασικοκυτταρικό καρκίνωμα
- Καρκίνωμα από πλακώδες επιθήλιο
- Ουδετεροπενία
- Θρομβοπενία
- Εμπύρετη ουδετεροπενία
- Λευκοκυττάρωση
- Λεμφοκυττάρωση
- Σύνδρομο λευκόστασης
- Διάμεση πνευμονοπάθεια
- Σύνδρομο λύσης όγκου
- Υπερουριχαιμία
- Κεφαλαλγία
- Περιφερική νευροπάθεια
- Ζάλη
- Θαμπή όραση
- Κολπική μαρμαρυγή
- Κοιλιακή ταχυαρρυθμία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΛοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματοςΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΠνευμονίαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΒασικοκυτταρικό καρκίνωμαΝεοπλάσματα
-
ΣυχνέςΔερματική λοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΕμπύρετη ουδετεροπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΚαρκίνωμα από πλακώδες επιθήλιοΝεοπλάσματα
-
ΣυχνέςΚοιλιακή ταχυαρρυθμίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΚολπική μαρμαρυγήΚαρδιά
-
ΣυχνέςΛεμφοκυττάρωσηΑίμα
-
ΣυχνέςΛευκοκυττάρωσηΑίμα
-
ΣυχνέςΜη μελανωματικός καρκίνος του δέρματοςΝεοπλάσματα
-
ΣυχνέςΠαραρρινοκολπίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπερουριχαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΔιάμεση πνευμονοπάθειαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕπανενεργοποίηση ηπατίτιδας BΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΟυρολοίμωξηΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΣηψαιμίαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο λευκόστασηςΑίμα
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο λύσης όγκουΜεταβολισμός
pregnant_woman
SPC-IMBRUVICA
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΤο IMBRUVICA δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης. Οι γυναίκες θα πρέπει να αποφεύγουν να μένουν έγκυες κατά τη διάρκεια της λήψης του IMBRUVICA και για έως και 3 μήνες μετά από την ολοκλήρωση της θεραπείας.Βάσει ευρημάτων σε ζώα, το IMBRUVICA ενδέχεται να προκαλέσει βλάβη στο έμβρυο. Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με τη χρήση του IMBRUVICA σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα.
-
ΓαλουχίαΟ θηλασμός πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με IMBRUVICA.Δεν είναι γνωστό εάν το ibrutinib ή οι μεταβολίτες του απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Ο κίνδυνος για τα παιδιά που θηλάζουν δεν μπορεί να αποκλειστεί.
-
ΓονιμότηταΟι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν ιδιαίτερα αποτελεσματικά αντισυλληπτικά μέτρα κατά τη διάρκεια της λήψης του IMBRUVICA και για τρεις μήνες μετά από τη διακοπή της θεραπείας.Αυτή τη στιγμή είναι άγνωστο εάν το ibrutinib ενδέχεται να μειώσει την αποτελεσματικότητα των ορμονικών αντισυλληπτικών, και επομένως οι γυναίκες που χρησιμοποιούν ορμονικά αντισυλληπτικά θα πρέπει να προσθέσουν μία μέθοδο φραγμού. Δεν παρατηρήθηκαν επιδράσεις στη γονιμότητα ή την αναπαραγωγική ικανότητα αρσενικών ή θηλυκών αρουραίων έως τη μέγιστη δόση που ελέγχθηκε. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τις επιδράσεις του ibrutinib στη γονιμότητα στον άνθρωπο.
neurology
SPC-IMBRUVICA
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-IMBRUVICA
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-IMBRUVICA
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Το ibrutinib απορροφάται ταχέως μετά από στόματος χορήγηση με διάμεσο Tmax 1 έως 2 ωρών. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα σε κατάσταση νηστείας (n = 8) ήταν 2,9% (90% CI =2,1 - 3,9) και διπλασιάστηκε όταν συνδυάστηκε με γεύμα. Η φαρμακοκινητική…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
- Έλεγχος ηπατίτιδας Β (HBV) · πριν την έναρξη της θεραπείας
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Γενική αίματος | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | μηνιαία | — |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κλινική παρακολούθηση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | — | Θετικός ορολογικός έλεγχος για ηπατίτιδα B |
ΗΚΓ / Καρδιολογικός έλεγχος
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | — | Συμπτώματα αρρυθμίας, δύσπνοιας, ζάλης ή λιποθυμίας |
| Καρδιακή αρρυθμία | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | κατά διαστήματα | — |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-IMBRUVICA
expand_more
Δοσολογία
Η θεραπεία με το συγκεκριμένο φαρμακευτικό προϊόν θα πρέπει να ξεκινά και να παρακολουθείται από ιατρό έμπειρο στη χρήση αντικαρκινικών φαρμακευτικών προϊόντων.
Δοσολογία
-
ΛΚM Η συνιστώμενη δόση για τη θεραπεία του ΛΚΜ είναι 560 mg (τέσσερα καψάκια) μία φορά την ημέρα.
-
ΧΛΛ και WM Η συνιστώμενη δόση για τη θεραπεία της ΧΛΛ είτε ως μονοθεραπεία είτε σε συνδυασμό είναι 420 mg (τρία καψάκια) μία φορά την ημέρα (για τις λεπτομέρειες των σχημάτων συνδυασμού, βλέπε (Φαρμακοδυναμικές)). Η συνιστώμενη δόση για την θεραπεία της WΜ είναι 420 mg (τρία καψάκια) μία φορά την ημέρα.
Η θεραπεία θα πρέπει να συνεχίζεται μέχρι να παρατηρηθεί εξέλιξη της νόσου ή να μην γίνεται πλέον ανεκτή από τον ασθενή.
Προσαρμογές της δόσης
Οι μέτριοι και ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 αυξάνουν την έκθεση σε ibrutinib (βλέπε (Ειδικές προειδοποιήσεις) και (Αλληλεπιδράσεις)).
- Η δόση του ibrutinib θα πρέπει να μειώνεται στα 280 mg μία φορά την ημέρα (δύο καψάκια) όταν χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με μέτριους αναστολείς του CYP3A4.
- Η δόση του ibrutinib θα πρέπει να μειώνεται στα 140 mg μία φορά την ημέρα (ένα καψάκιο) ή να διακόπτεται για έως και 7 ημέρες όταν χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4.
- Η θεραπεία με IMBRUVICA θα πρέπει να αναστέλλεται σε περίπτωση οποιασδήποτε νέας εμφάνισης ή επιδείνωσης μη αιματολογικής τοξικότητας ≥ 3ου βαθμού, ουδετεροπενίας 3ου ή μεγαλύτερου βαθμού με λοίμωξη ή πυρετό, ή αιματολογικών τοξικοτήτων 4ου βαθμού. Μόλις τα συμπτώματα της τοξικότητας έχουν αποδράμει σε 1ου βαθμού ή στις αρχικές τιμές (ανάκαμψη), η θεραπεία με IMBRUVICA μπορεί να ξαναρχίσει στη δόση έναρξης. Εάν η τοξικότητα επανεμφανιστεί, η δόση μία φορά την ημέρα θα πρέπει να μειωθεί κατά ένα καψάκιο (140 mg). Μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο δεύτερης μείωσης της δόσης κατά 140 mg, ανάλογα με τις ανάγκες. Εάν αυτές οι τοξικότητες επιμείνουν ή επανεμφανιστούν μετά από δύο μειώσεις της δόσης, διακόψτε το φαρμακευτικό προϊόν.
Οι συνιστώμενες τροποποιήσεις της δόσης περιγράφονται στη συνέχεια:
| Εμφάνιση τοξικότητας | Τροποποίηση της δόσης στο ΛΚΜ μετά από την ανάκαμψη | Τροποποίηση της δόσης στη ΧΛΛ/WM μετά από την ανάκαμψη |
|---|---|---|
| Πρώτη | ξαναρχίστε στα 560 mg ημερησίως | ξαναρχίστε στα 420 mg ημερησίως |
| Δεύτερη | ξαναρχίστε στα 420 mg ημερησίως | ξαναρχίστε στα 280 mg ημερησίως |
| Τρίτη | ξαναρχίστε στα 280 mg ημερησίως | ξαναρχίστε στα 140 mg ημερησίως |
| Τέταρτη | διακόψτε το IMBRUVICA | διακόψτε το IMBRUVICA |
Παράλειψη δόσης
Εάν η δόση δεν ληφθεί στον προγραμματισμένο χρόνο, μπορεί να ληφθεί το συντομότερο δυνατό κατά την ίδια ημέρα με επιστροφή στο φυσιολογικό σχήμα κατά την επόμενη ημέρα. Ο ασθενής δεν θα πρέπει να πάρει επιπλέον καψάκια για να αναπληρώσει τη δόση που παρέλειψε.
Ειδικοί πληθυσμοί
-
Ηλικιωμένοι Δεν απαιτείται ειδική τροποποίηση της δόσης για τους ηλικιωμένους ασθενείς (ηλικίας ≥ 65 ετών).
-
Νεφρική δυσλειτουργία Δεν έχουν πραγματοποιηθεί ειδικές κλινικές μελέτες σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία έλαβαν θεραπεία στις κλινικές μελέτες του IMBRUVICA. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για τους ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης μεγαλύτερη από 30 ml/λεπτό). Θα πρέπει να διατηρείται η ενυδάτωση και τα επίπεδα της κρεατινίνης ορού θα πρέπει να παρακολουθούνται περιοδικά. Χορηγήστε IMBRUVICA σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/λεπτό) μόνο εάν το όφελος υπερσκελίζει τον κίνδυνο και παρακολουθήστε στενά τους ασθενείς για σημεία τοξικότητας. Δεν υπάρχουν δεδομένα σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή σε ασθενείς υπό αιμοκάθαρση (βλέπε (Φαρμακοκινητικές)).
-
Ηπατική δυσλειτουργία Το ibrutinib μεταβολίζεται στο ήπαρ. Σε μία μελέτη για την ηπατική δυσλειτουργία, τα δεδομένα έδειξαν αύξηση στην έκθεση σε ibrutinib (βλέπε (Φαρμακοκινητικές)).
- Για ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία Α κατά Child-Pugh), η συνιστώμενη δόση είναι τα 280 mg ημερησίως (δύο καψάκια).
- Για ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία Β κατά Child-Pugh), η συνιστώμενη δόση είναι τα 140 mg ημερησίως (ένα καψάκιο).
- Παρακολουθήστε τους ασθενείς για σημεία τοξικότητας στο IMBRUVICA και ακολουθήστε τις οδηγίες τροποποίησης της δόσης ανάλογα με τις ανάγκες.
- Δεν συνιστάται η χορήγηση του IMBRUVICA σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία C κατά Child-Pugh).
-
Σοβαρή καρδιακή νόσος Οι ασθενείς με σοβαρή καρδιαγγειακή νόσο αποκλείστηκαν από τις κλινικές μελέτες του IMBRUVICA.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του IMBRUVICA σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 0 έως 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα. (βλέπε (Φαρμακοδυναμικές)).
Τρόπος χορήγησης
Το IMBRUVICA θα πρέπει να χορηγείται από στόματος μία φορά την ημέρα με ένα ποτήρι νερό την ίδια περίπου ώρα κάθε ημέρα. Τα καψάκια θα πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα με νερό και δεν θα πρέπει να ανοίγονται, να θρυμματίζονται ή να μασώνται. Το IMBRUVICA δεν πρέπει να λαμβάνεται μαζί με χυμό γκρέιπφρουτ ή πορτοκάλια Σεβίλλης (βλέπε (Αλληλεπιδράσεις)).
block
Αντενδείξεις
SPC-IMBRUVICA
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. 6.1).
- Η χρήση σκευασμάτων που περιέχουν υπερικό/βαλσαμόχορτο (St. John’s Wort).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-IMBRUVICA
expand_more
Προειδοποιήσεις
Σχετιζόμενα με αιμορραγία συμβάντα
Έχουν αναφερθεί αιμορραγικά συμβάντα σε ασθενείς που έχουν ακολουθήσει θεραπεία με IMBRUVICA, τόσο με όσο και χωρίς θρομβοπενία, συμπεριλαμβανομένων ήσσονων (μώλωπας, επίσταξη, πετέχειες) και μείζονων (γαστρεντερική, ενδοκρανιακή αιμορραγία, αιματουρία), μερικά θανατηφόρα.
- Αποφυγή: Η βαρφαρίνη ή οι άλλοι ανταγωνιστές της βιταμίνης Κ δεν θα πρέπει να χορηγούνται ταυτόχρονα με το IMBRUVICA. Τα συμπληρώματα, όπως τα σκευάσματα ιχθυελαίου και βιταμίνης Ε, θα πρέπει να αποφεύγονται.
- Προσοχή: Η χρήση του IMBRUVICA σε ασθενείς που χρήζουν άλλων αντιπηκτικών ή φαρμακευτικών προϊόντων, τα οποία αναστέλλουν τη λειτουργία των αιμοπεταλίων, ενδέχεται να αυξήσει τον κίνδυνο αιμορραγίας.
- Διακοπή: Το IMBRUVICA θα πρέπει να διακοπεί τουλάχιστον 3 έως 7 ημέρες πριν και μετά από χειρουργική επέμβαση ανάλογα με το είδος της και τον κίνδυνο αιμορραγίας.
Λευκόσταση
Έχουν αναφερθεί περιστατικά λευκόστασης. Ο υψηλός αριθμός λεμφοκυττάρων στην κυκλοφορία (> 400.000/mcl) ενδέχεται να συνεπάγεται αυξημένο κίνδυνο.
- Ενέργεια: Εξετάστε το ενδεχόμενο προσωρινής αναστολής του IMBRUVICA. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά. Χορηγήστε υποστηρικτική αγωγή, συμπεριλαμβανομένης της ενυδάτωσης και/ή της κυτταρομειωτικής αγωγής, ως ενδείκνυται.
Λοιμώξεις
Παρατηρήθηκαν λοιμώξεις (συμπεριλαμβανομένης σηψαιμίας, ουδετεροπενικής σηψαιμίας, βακτηριακών, ιογενών ή μυκητιασικών λοιμώξεων), ορισμένες με νοσηλεία και θάνατο. Οι περισσότεροι ασθενείς με θανατηφόρες λοιμώξεις είχαν, επίσης, ουδετεροπενία.
- Παρακολούθηση: Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για πυρετό, ουδετεροπενία και λοιμώξεις.
- Ενέργεια: Χορηγήστε κατάλληλη αντιβιοτική θεραπεία, ως ενδείκνυται. Εξετάστε το ενδεχόμενο προφυλακτικής αγωγής σε ασθενείς που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο ευκαιριακών λοιμώξεων.
Προϊούσα πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια (PML)
Έχουν αναφερθεί περιστατικά PML, συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων, μετά τη χρήση του ibrutinib στο πλαίσιο προηγούμενης ή συγχορηγούμενης ανοσοκατασταλτικής θεραπείας.
- Διάγνωση: Οι ιατροί πρέπει να συμπεριλαμβάνουν στη διαφορική διάγνωση την PML σε ασθενείς με νέα εμφάνιση ή επιδείνωση νευρολογικών, νοητικών ή συμπεριφορικών σημείων και συμπτωμάτων.
- Ενέργεια: Εάν πιθανολογείται η παρουσία PML, διενεργείται κατάλληλη διαγνωστική αξιολόγηση και η θεραπεία αναστέλλεται μέχρι τον αποκλεισμό της PML. Εάν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία, εξετάζεται η παραπομπή σε νευρολόγο, διενέργεια κατάλληλων διαγνωστικών εξετάσεων για PML (MRI, έλεγχος ΕΝΥ για DNA του ιού JC) και επαναληπτικές νευρολογικές αξιολογήσεις.
Κυτταροπενίες
Οφειλόμενες στη θεραπεία κυτταροπενίες 3ου ή 4ου βαθμού (ουδετεροπενία, θρομβοπενία και αναιμία) αναφέρθηκαν σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με IMBRUVICA.
- Παρακολούθηση: Παρακολουθείτε το πλήρες αιμοδιάγραμμα σε μηνιαία βάση.
Διάμεση πνευμονοπάθεια (ILD)
Έχουν αναφερθεί περιστατικά ILD σε ασθενείς υπό θεραπεία με IMBRUVICA.
- Παρακολούθηση: Παρακολουθείτε τους ασθενείς για πιθανή ανάπτυξη πνευμονικών συμπτωμάτων ενδεικτικών για ILD.
- Ενέργεια: Αν αναπτυχθούν συμπτώματα, διακόψτε το IMBRUVICA και αντιμετωπίστε κατάλληλα τη διάμεση πνευμονοπάθεια. Αν τα συμπτώματα επιμένουν, εξετάσετε τους κινδύνους και τα οφέλη της θεραπείας με IMBRUVICA και ακολουθείστε τις οδηγίες τροποποίησης της δόσης.
Καρδιακή αρρυθμία
Κολπική μαρμαρυγή, κολπικός πτερυγισμός και περιπτώσεις κοιλιακής ταχυαρρυθμίας έχουν αναφερθεί. Ειδικά σε ασθενείς με καρδιακούς παράγοντες κινδύνου, υπέρταση, οξείες λοιμώξεις και προηγούμενο ιστορικό κολπικής μαρμαρυγής.
- Παρακολούθηση: Παρακολουθείτε κλινικά κατά διαστήματα όλους τους ασθενείς για καρδιακή αρρυθμία. Οι ασθενείς που εμφανίζουν συμπτώματα αρρυθμίας ή νέα εμφάνιση δύσπνοιας, ζάλη ή λιποθυμία θα πρέπει να αξιολογούνται κλινικά και, εάν ενδείκνυται, να υποβάλλονται σε ΗΚΓ.
- Ενέργεια: Σε ασθενείς που αναπτύσσουν σημεία και / ή συμπτώματα κοιλιακής ταχυαρρυθμίας, το IMBRUVICA θα πρέπει προσωρινά να διακόπτεται. Σε ασθενείς με προϋπάρχουσα κολπική μαρμαρυγή που χρήζει αντιπηκτικής θεραπείας, εξεταστούν οι εναλλακτικές θεραπευτικές επιλογές. Στους ασθενείς που αναπτύσσουν κολπική μαρμαρυγή υπό θεραπεία με IMBRUVICA, πραγματοποιείται εκτενής εκτίμηση του κινδύνου θρομβοεμβολικής νόσου. Στους ασθενείς που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο και όπου οι εναλλακτικές στο IMBRUVICA δεν είναι κατάλληλες, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο αυστηρά ελεγχόμενης θεραπείας με αντιπηκτικά.
Σύνδρομο λύσης όγκου
Έχει αναφερθεί σύνδρομο λύσης όγκου.
- Πληθυσμός κινδύνου: Ασθενείς με υψηλό φορτίο όγκου πριν τη θεραπεία.
- Ενέργεια: Παρακολουθήστε στενά τους ασθενείς και λάβετε τις κατάλληλες προφυλάξεις.
Μη μελανωματικός καρκίνος του δέρματος
Αναφέρθηκαν πιο συχνά σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με IMBRUVICA.
- Παρακολούθηση: Παρακολουθήστε τους ασθενείς για την εμφάνιση μη μελανωματικού καρκίνου του δέρματος.
Ιική επανενεργοποίηση
Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις επανενεργοποίησης της ηπατίτιδας B.
- Έλεγχος: Πρέπει να πραγματοποιείται έλεγχος για την κατάσταση του ιού της ηπατίτιδας Β (HBV) πριν την έναρξης της θεραπείας με IMBRUVICA.
- Ενέργεια: Για τους ασθενείς που είναι θετικοί για λοίμωξη από HBV, συνιστάται να ζητείται η συμβουλή ιατρού με εξειδίκευση στη θεραπεία της ηπατίτιδας B. Η παρακολούθηση και διαχείριση του ασθενή θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τα τοπικά ιατρικά πρότυπα για την πρόληψη της επανενεργοποίησης της ηπατίτιδας B.
Αλληλεπιδράσεις φαρμάκου-φαρμάκου
Η συγχορήγηση ισχυρών ή μέτριων αναστολέων του CYP3A4 ενδέχεται να οδηγήσει σε αυξημένη έκθεση σε ibrutinib και μεγαλύτερο κίνδυνο τοξικότητας. Η συγχορήγηση επαγωγέων του CYP3A4 ενδέχεται να οδηγήσει σε μειωμένη έκθεση στο IMBRUVICA και σε κίνδυνο έλλειψης αποτελεσματικότητας.
- Αποφυγή: Η ταυτόχρονη χρήση του IMBRUVICA με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 και ισχυρούς ή μέτριους επαγωγείς του CYP3A4 θα πρέπει να αποφεύγεται, όταν είναι δυνατό.
- Προσοχή/Παρακολούθηση: Η συγχορήγηση θα πρέπει να εξετάζεται μόνο όταν το πιθανό όφελος υπερσκελίζει σαφώς τους δυνητικούς κινδύνους (βλ. Δοσολογία και Αλληλεπιδράσεις). Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σημεία τοξικότητας από το IMBRUVICA, εάν πρέπει να χρησιμοποιηθεί αναστολέας του CYP3A4. Εάν πρέπει να χρησιμοποιηθεί επαγωγέας του CYP3A4, παρακολουθήστε στενά τους ασθενείς για σημεία έλλειψης αποτελεσματικότητας στο IMBRUVICA.
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
- Ενέργεια: Πρέπει να χρησιμοποιούν ιδιαίτερα αποτελεσματική μέθοδο αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της λήψης του IMBRUVICA (βλ. Κύηση και γαλουχία).
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-IMBRUVICA
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Το ibrutinib μεταβολίζεται κυρίως από το ένζυμο 3Α4 του κυτοχρώματος P450 (CYP3A4).
Παράγοντες, οι οποίοι ενδέχεται να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις του ibrutinib στο πλάσμα
Η ταυτόχρονη χρήση του IMBRUVICA και φαρμακευτικών προϊόντων που αναστέλλουν ισχυρά ή μετρίως το CYP3A4 μπορεί να αυξήσει την έκθεση στο ibrutinib και οι ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 θα πρέπει να αποφεύγονται.
-
Ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 Η συγχορήγηση κετοκοναζόλης, ενός πολύ ισχυρού αναστολέα του CYP3A4, σε 18 υγιή άτομα σε κατάσταση νηστείας, αύξησε την έκθεση (Cmax και AUC) του ibrutinib κατά 29 και 24 φορές, αντίστοιχα. Οι προσομοιώσεις, στις οποίες χρησιμοποιήθηκαν συνθήκες νηστείας, έδειξαν ότι ο ισχυρός αναστολέας του CYP3A4 κλαριθρομυκίνη ενδέχεται να αυξήσει την AUC του ibrutinib κατά 14 φορές. Σε ασθενείς με κακοήθειες εκ των Β-λεμφοκυττάρων που λάμβαναν IMBRUVICA με φαγητό, η συγχορήγηση του ισχυρού CYP3A4 αναστολέα βορικοναζόλη αύξησε την Cmax κατά 6,7 φορές και την AUC κατά 5,7 φορές. Οι ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 (κετοκοναζόλη, ινδιναβίρη, νελφιναβίρη, ριτοναβίρη, σακουιναβίρη, κλαριθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη, ιτρακοναζόλη, νεφαζοδόνη, κομπισιστάτη, βορικοναζόλη και ποσακοναζόλη) θα πρέπει να αποφεύγονται. Εάν το όφελος υπερσκελίζει τον κίνδυνο και πρέπει να χρησιμοποιηθεί ισχυρός αναστολέας του CYP3A4, μειώστε τη δόση του IMBRUVICA στα 140 mg (ένα καψάκιο) για το διάστημα χρήσης του αναστολέα ή διακόψτε προσωρινά το IMBRUVICA (για 7 ημέρες ή λιγότερο). Παρακολουθήστε τον ασθενή στενά για τοξικότητα και ακολουθήστε τις οδηγίες τροποποίησης της δόσης όπως απαιτείται (βλέπε (Δοσολογία) και (Ειδικές προειδοποιήσεις)).
-
Μέτριοι αναστολείς του CYP3A4 Σε ασθενείς με κακοήθειες εκ των Β-λεμφοκυττάρων που λάμβαναν IMBRUVICA με φαγητό, η συγχορήγηση του CYP3A4 αναστολέα ερυθρομικύνη αύξησε την Cmax κατά 3,4 φορές και την AUC κατά 3,0 φορές. Εάν ενδείκνυται η χορήγηση ενός μέτριου αναστολέα του CYP3A4 (φλουκοναζόλη, ερυθρομυκίνη, αμπρεναβίρη, απρεπιτάντη, αταζαναβίρη, σιπροφλοξασίνη, κριζοτινίμπη, διλτιαζέμη, φοσαμπρεναβίρη, ιματινίμπη, βεραπαμίλη, αμιωδαρόνη και δρονεδαρόνη), μειώστε τη δόση του IMBRUVICA στα 280 mg (δύο καψάκια) για το διάστημα χρήσης του αναστολέα. Παρακολουθήστε στενά τον ασθενή για τοξικότητα και ακολουθήστε τις οδηγίες τροποποίησης της δόσης όπως απαιτείται (βλέπε (Δοσολογία) και (Ειδικές προειδοποιήσεις)).
-
Ήπιοι αναστολείς του CYP3A4 Οι προσομοιώσεις στις οποίες χρησιμοποιήθηκαν συνθήκες νηστείας υπέδειξαν ότι οι ήπιοι αναστολείς του CYP3A4 αζιθρομυκίνη και φλουβοξαμίνη ενδέχεται να αυξήσουν την AUC του ibrutinib κατά < 2 φορές. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε συνδυασμό με ήπιους αναστολείς. Παρακολουθήστε στενά τον ασθενή για τοξικότητα και ακολουθήστε τις οδηγίες τροποποίησης της δόσης ανάλογα με τις ανάγκες.
-
Η συγχορήγηση χυμού γκρέιπφρουτ, ο οποίος περιέχει αναστολείς του CYP3A4, σε οκτώ υγιή άτομα, αύξησε την έκθεση (Cmax και AUC) του ibrutinib κατά περίπου 4 και 2 φορές, αντίστοιχα. Τα γκρέιπφρουτ και τα πορτοκάλια Σεβίλλης θα πρέπει να αποφεύγονται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με IMBRUVICA, καθώς περιέχουν μέτριους αναστολείς του CYP3A4 (βλέπε (Δοσολογία)).
Παράγοντες, οι οποίοι ενδέχεται να μειώσουν τις συγκεντρώσεις του ibrutinib στο πλάσμα
Η χορήγηση του IMBRUVICA με επαγωγείς του CYP3A4 μπορεί να μειώσει τις συγκεντρώσεις του ibrutinib στο πλάσμα.
-
Η συγχορήγηση ριφαμπικίνης, ενός ισχυρού επαγωγέα του CYP3A4, σε 18 υγιή άτομα σε κατάσταση νηστείας, μείωσε την έκθεση (Cmax και AUC) του ibrutinib κατά 92 και 90%, αντίστοιχα. Αποφύγετε την ταυτόχρονη χρήση ισχυρών ή μέτριων επαγωγέων του CYP3A4 (π.χ. καρβαμαζεπίνη, ριφαμπικίνη, φαινυτοΐνη). Τα σκευάσματα που περιέχουν υπερικό/βαλσαμόχορτο (St. John’s Wort) αντενδείκνυνται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με IMBRUVICA, καθώς η αποτελεσματικότητα ενδέχεται να είναι μειωμένη. Εξετάστε το ενδεχόμενο εναλλακτικών παραγόντων με μικρότερη δράση επαγωγής του CYP3A4. Εάν το όφελος υπερσκελίζει τον κίνδυνο και πρέπει να χρησιμοποιηθεί ισχυρός ή μέτριος επαγωγέας του CYP3A4, παρακολουθήστε στενά τον ασθενή για έλλειψη αποτελεσματικότητας (βλέπε (Αντενδείξεις) και (Ειδικές προειδοποιήσεις)). Οι ήπιοι επαγωγείς δύνανται να χρησιμοποιηθούν ταυτόχρονα με το IMBRUVICA, ωστόσο, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για πιθανή έλλειψη αποτελεσματικότητας.
-
Το ibrutinib έχει διαλυτότητα εξαρτώμενη από το pH, με μικρότερη διαλυτότητα σε υψηλότερο pH. Μία χαμηλότερη Cmax παρατηρήθηκε σε υγιή άτομα σε κατάσταση νηστείας, στα οποία χορηγήθηκε μία εφάπαξ δόση 560 mg ibrutinib μετά τη λήψη ομεπραζόλης 40 mg μία φορά την ημέρα για 5 ημέρες (βλέπε (Φαρμακοκινητικές)). Δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι η χαμηλότερη Cmax θα έχει κλινική σημασία, και φαρμακευτικά προϊόντα που αυξάνουν το pH του στομάχου (π.χ., αναστολείς αντλίας πρωτονίων) έχουν χρησιμοποιηθεί χωρίς περιορισμούς στις πιλοτικές κλινικές μελέτες.
Παράγοντες των οποίων οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα ενδέχεται να μεταβάλλονται από το ibrutinib
-
Το ibrutinib είναι ένας αναστολέας της P-gp και της πρωτεΐνης αντίστασης καρκίνου του μαστού (BCRP) in vitro. Καθώς δεν διατίθενται κλινικά δεδομένα για αυτή την αλληλεπίδραση, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι το ibrutinib θα μπορούσε να αναστείλει την εντερική P-gp και την BCRP μετά από μία θεραπευτική δόση. Για να ελαχιστοποιηθεί το ενδεχόμενο για μια αλληλεπίδραση στη γαστρεντερική οδό, τα από στόματος με στενό θεραπευτικό εύρος, υποστρώματα της Pg-P ή της BCRP, όπως είναι η διγοξίνη ή η μεθοτρεξάτη, θα πρέπει να λαμβάνονται τουλάχιστον 6 ώρες πριν ή μετά από το IMBRUVICA. Το ibrutinib μπορεί επίσης να αναστείλει την BCRP στο ήπαρ και να αυξήσει την έκθεση των φαρμακευτικών προϊόντων που υπόκεινται σε BCRP-μεσολάβηση ηπατικής εκροής, όπως η ροσουβαστατίνη.
-
Βάσει δεδομένων in vitro, το ibrutinib είναι ένας ασθενής αναστρέψιμος αναστολέας έναντι του CYP3A4 στο εντερικό σύστημα και μπορεί επομένως να αυξήσει την έκθεση στα CYP3A4 υποστρώματα ευαίσθητα στο CYP3A μεταβολισμό του εντέρου. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα σχετικά με την αλληλεπίδραση αυτή. Πρέπει να δίνεται προσοχή αν συγχορηγηθεί ibrutinib με CYP3A4 υποστρώματα που χορηγήθηκαν από στόματος με στερό θεραπευτικό εύρος (όπως διυδροεργοταμίνη, εργοταμίνη, φαιντανύλη, κυκλοσπορίνη, σιρόλιμους και τακρόλιμους).
-
Βάσει δεδομένων in vitro, το ibrutinib είναι ένας ασθενής CYP2B6 επαγωγέας και μπορεί να έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει την έκφραση των άλλων ενζύμων και μεταφορέων που ρυθμίζονται μέσω του ιδιοσυστασιακού υποδοχέα ανδροστάνης (CAR), π.χ. CYP2C9, CYP2C19, UGT1A1 και MRP2. Η κλινική συσχέτιση δεν είναι γνωστή, αλλά η έκθεση στα υποστρώματα του CYP2B6 (όπως εφαβιρένζη και βουπροπιόνη) και των συν-ρυθμιζόμενων ενζύμων μπορεί να μειωθεί μετά από συγχορήγηση με ibrutinib.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-IMBRUVICA
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Το προφίλ ασφάλειας βασίζεται σε συγκεντρωτικά δεδομένα από 981 ασθενείς, οι οποίοι έλαβαν θεραπεία με IMBRUVICA σε τρεις κλινικές μελέτες φάσης 2 και σε τέσσερις τυχαιοποιημένες μελέτες φάσης 3 και από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του προϊόντος. Οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία για ΛΚΜ στις κλινικές μελέτες έλαβαν IMBRUVICA στα 560 mg μία φορά την ημέρα και οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία για ΧΛΛ ή WM στις κλινικές μελέτες έλαβαν IMBRUVICA στα 420 mg μία φορά την ημέρα. Όλοι οι ασθενείς στις κλινικές μελέτες έλαβαν IMBRUVICA μέχρι να εμφανιστεί εξέλιξη της νόσου ή να μην γίνεται πλέον καλά ανεκτό.
Οι συχνότερα εμφανιζόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες (≥ 20%) ήταν η διάρροια, η ουδετεροπενία, η αιμορραγία (π.χ. μώλωπες) το μυοσκελετικό άλγος, η ναυτία, το εξάνθημα και η πυρεξία. Οι συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες 3ου/4ου βαθμού (≥ 5%) ήταν ουδετεροπενία, η πνευμονία, η θρομβοπενία και η εμπύρετη ουδετεροπενία.
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες σε ασθενείς υπό θεραπεία με ibrutinib για κακοήθειες Β-κυττάρων και οι ανεπιθύμητες ενέργειες μετά την κυκλοφορία του προϊόντος αναφέρονται στη συνέχεια ανά κατηγορία/οργανικό σύστημα και ομάδες συχνότητας. Οι συχνότητες ορίζονται ως εξής: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Στην κάθε ομάδα συχνότητας, οι ανεπιθύμητες επιδράσεις παρουσιάζονται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
| Kατηγορία/οργανικό σύστημα | Συχνότητα (Όλοι οι βαθμοί) | Ανεπιθύμητες ενέργειες | Βαθμού ≥3 (%) |
|---|---|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Πολύ συχνές | Πνευμονία*# | 10 |
| Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος | |||
| Συχνές | Παραρρινοκολπίτιδα* | 1 | |
| Δερματική λοίμωξη* | |||
| Όχι συχνές | Σηψαιμία*# | 11 | |
| Ουρολοίμωξη | |||
| Επανενεργοποίηση της ηπατίτιδας B@ | |||
| Νεοπλάσματα καλοήθη και κακοήθη (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες) | Συχνές | Μη μελανωματικός καρκίνος του δέρματος* | <1 |
| Βασικοκυτταρικό καρκίνωμα | |||
| Καρκίνωμα από πλακώδες επιθήλιο | |||
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Πολύ συχνές | Ουδετεροπενία | 3 |
| Θρομβοπενία | 4 | ||
| Συχνές | Εμπύρετη ουδετεροπενία | 9 | |
| Λευκοκυττάρωση | |||
| Λεμφοκυττάρωση | |||
| Όχι συχνές | Σύνδρομο λευκόστασης | ||
| Διάμεση πνευμονοπάθεια*,#,α | |||
| Σύνδρομο λύσης όγκουα | |||
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Όχι συχνές | ||
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Συχνές | Υπερουριχαιμία | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Πολύ συχνές | Κεφαλαλγία | |
| Συχνές | Περιφερική νευροπάθεια*,α | ||
| Ζάλη | |||
| Οφθαλμικές διαταραχές | Συχνές | Θαμπή όραση | |
| Καρδιακές διαταραχές | Συχνές | Κολπική μαρμαρυγή | 1 |
| Κοιλιακή ταχυαρρυθμία*β | 3 |
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-IMBRUVICA
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Γυναίκες με αναπαραγωγική ικανότητα/Αντισύλληψη σε γυναίκες
Βάσει ευρημάτων σε ζώα, το IMBRUVICA ενδέχεται να προκαλέσει βλάβη στο έμβρυο όταν χορηγείται σε έγκυες γυναίκες. Οι γυναίκες θα πρέπει να αποφεύγουν να μένουν έγκυες κατά τη διάρκεια της λήψης του IMBRUVICA και για έως και 3 μήνες μετά από την ολοκλήρωση της θεραπείας. Επομένως, οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν ιδιαίτερα αποτελεσματικά αντισυλληπτικά μέτρα κατά τη διάρκεια της λήψης του IMBRUVICA και για τρεις μήνες μετά από τη διακοπή της θεραπείας. Αυτή τη στιγμή είναι άγνωστο εάν το ibrutinib ενδέχεται να μειώσει την αποτελεσματικότητα των ορμονικών αντισυλληπτικών, και επομένως οι γυναίκες που χρησιμοποιούν ορμονικά αντισυλληπτικά θα πρέπει να προσθέσουν μία μέθοδο φραγμού.
Κύηση
Το IMBRUVICA δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης. Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με τη χρήση του IMBRUVICA σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλέπε Προκλινικά δεδομένα).
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν το ibrutinib ή οι μεταβολίτες του απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Ο κίνδυνος για τα παιδιά που θηλάζουν δεν μπορεί να αποκλειστεί. Ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με IMBRUVICA.
Γονιμότητα
Δεν παρατηρήθηκαν επιδράσεις στη γονιμότητα ή την αναπαραγωγική ικανότητα αρσενικών ή θηλυκών αρουραίων έως τη μέγιστη δόση που ελέγχθηκε, η οποία ήταν 100 mg/kg/ημέρα (Ανθρώπινη Ισοδύναμη Δόση [HED] 16 mg/kg/ημέρα) (βλέπε Προκλινικά δεδομένα). Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τις επιδράσεις του ibrutinib στη γονιμότητα στον άνθρωπο.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-IMBRUVICA
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντινεοπλασματικοί παράγοντες, αναστολείς πρωτεϊνικής κινάσης, κωδικός ATC: L01XE27.
Μηχανισμός δράσης
Το ibrutinib είναι ένας ισχυρός, μικρομοριακός αναστολέας της τυροσινικής κινάσης του Bruton (ΒΤΚ). Το ibrutinib σχηματίζει ομοιοπολικό δεσμό με το υπόλειμμα της κυστεΐνης (Cys-481) στο ενεργό σημείο BTK, οδηγώντας στην παρατεταμένη αναστολή της ενζυμικής δραστηριότητας της ΒΤK. Η ΒΤK, μέλος της οικογένειας κινασών Tec, είναι ένα σημαντικό μόριο σηματοδότησης του αντιγονικού υποδοχέα των Β-κυττάρων (BCR) και των μονοπατιών των υποδοχέων κυτταροκινών. Το μονοπάτι BCR εμπλέκεται στην παθογένεση αρκετών κακοηθειών των Β-κυττάρων, συμπεριλαμβανομένης της ΛΚΜ, του διάχυτου από μεγάλα Β-κύτταρα λεμφώματος (DLBCL), του οζώδους λεμφώματος και της ΧΛΛ. Ο καίριος ρόλος της ΒΤΚ στη σηματοδότηση μέσω των επιφανειακών υποδοχέων των Β-κυττάρων οδηγεί στην ενεργοποίηση των απαραίτητων μονοπατιών για την κυκλοφορία, χημειοταξία και προσκόλληση των Β-κυττάρων. Προκλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι το ibrutinib αναστέλλει αποτελεσματικά τον κακοήγη πολλαπλασιασμό και επιβίωση των Β-κυττάρων in vivo καθώς και τη μετανάστευση των κυττάρων και την προσκόλληση στο υπόστρωμα in vitro.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
-
Λεμφοκυττάρωση Κατά την έναρξη της θεραπείας, έχει παρατηρηθεί στα τρία τέταρτα σχεδόν των ασθενών με ΧΛΛ υπό θεραπεία με IMBRUVICA, αναστρέψιμη αύξηση στον αριθμό των λεμφοκυττάρων (δηλ., ≥ 50% αύξηση από την αρχική τιμή και απόλυτος αριθμός λεμφοκυττάρων ≥ 5.000/mcl), η οποία συχνά σχετίζεται με μείωση της λεμφαδενοπάθειας. Η επίδραση αυτή έχει παρατηρηθεί, επίσης, στο ένα τρίτο περίπου των ασθενών με υποτροπιάζον ή ανθεκτικό ΛΚΜ υπό θεραπεία με IMBRUVICA. Η παρατηρηθείσα αυτή λεμφοκυττάρωση συνιστά φαρμακοδυναμική επίδραση και δεν θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως εξέλιξη της νόσου επί απουσίας άλλων κλινικών ευρημάτων. Σε αμφότερους τους τύπους της νόσου, η λεμφοκυττάρωση συνήθως εμφανίζεται κατά τη διάρκεια του πρώτου μήνα της θεραπείας με IMBRUVICA και συνήθως αποδράμει σε διάμεσο διάστημα 8,0 εβδομάδων στους ασθενείς με ΛΚΜ και 14 εβδομάδων σε ασθενείς με ΧΛΛ. Σε ορισμένους ασθενείς έχει παρατηρηθεί μεγάλη αύξηση στον αριθμό των κυκλοφορούντων λεμφοκυττάρων (π.χ. > 400.000/mcl). Η λεμφοκυττάρωση δεν παρατηρήθηκε σε ασθενείς με WM υπό θεραπεία με IMBRUVICA.
-
Συσσώρευση αιμοπεταλίων in vitro Σε μία in vitro μελέτη, το ibrutinib κατέδειξε αναστολή της προκαλούμενης από το κολλαγόνο συσσώρευσης των αιμοπεταλίων. Το ibrutinib δεν έδειξε ουσιαστική αναστολή της συσσώρευσης αιμοπεταλίων με χρήση άλλων αγωνιστών της συσσώρευσης αιμοπεταλίων.
-
Επίδραση στο διάστημα QT/QTc και την καρδιακή ηλεκτροφυσιολογία Η επίδραση του ibrutinib στο διάστημα QTc αξιολογήθηκε σε 20 υγιείς άνδρες και γυναίκες σε μία τυχαιοποιημένη, διπλή-τυφλή εκτεταμένη μελέτη του QT με εικονικό φάρμακο και θετικά δείγματα ελέγχου. Στην υπερθεραπευτική δόση των 1.680 mg, το ibrutinib δεν παρέτεινε το διάστημα QTc σε κανένα κλινικά σχετικό βαθμό. Το μεγαλύτερο ανώτερο όριο του 2 πλευρών 90% CI για τις προσαρμοσμένες ως προς τις αρχικές τιμές διαφορές μεταξύ του ibrutinib και του εικονικού φαρμάκου ήταν λιγότερο από 10 ms. Στην ίδια μελέτη, παρατηρήθηκε μία εξαρτώμενη από τη συγκέντρωση μείωση του διαστήματος QTc (-5.3 ms [90% CI: -9.4, -1.1] σε μία Cmax των 719 ng/ml μετά την υπερθεραπευτική δόση των 1.680 mg).
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-IMBRUVICA
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Το ibrutinib απορροφάται ταχέως μετά από στόματος χορήγηση με διάμεσο Tmax 1 έως 2 ωρών. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα σε κατάσταση νηστείας (n = 8) ήταν 2,9% (90% CI =2,1 - 3,9) και διπλασιάστηκε όταν συνδυάστηκε με γεύμα. Η φαρμακοκινητική του ibrutinib δεν διαφέρει σημαντικά στους ασθενείς με διαφορετικές κακοήθειες B-κυττάρων. Η έκθεση σε ibrutinib αυξάνει με δόσεις έως 840 mg. Η σταθερή κατάσταση της AUC, η οποία παρατηρήθηκε στους ασθενείς στα 560 mg είναι (μέσος όρος ± τυπική απόκλιση) 953 ± 705 ng h/ml. Η χορήγηση του ibrutinib σε κατάσταση νηστείας οδήγησε σε περίπου 60% έκθεση (AUClast) συγκριτικά με είτε 30 λεπτά πριν από, 30 λεπτά μετά από (κατάσταση μη νηστείας) ή 2 ώρες μετά από πλούσιο σε λιπαρά πρωινό.
Το ibrutinib έχει διαλυτότητα εξαρτώμενη από το pH, με μικρότερη διαλυτότητα σε υψηλότερο pH. Σε υγιή άτομα σε κατάσταση νηστείας στα οποία χορηγήθηκε μία εφάπαξ δόση 560 mg ibrutinib μετά τη λήψη ομεπραζόλης 40 mg μία φορά την ημέρα για 5 ημέρες, συγκριτικά με χορήγηση μόνο ibrutinib, οι μέσοι γεωμετρικοί τίτλοι (90% CI) ήταν 83% (68-102%), 92% (78-110%), και 38% (26-53%) για τις AUC0-24, AUClast, και Cmax, αντίστοιχα.
Κατανομή
Η αναστρέψιμη δέσμευση του ibrutinib στην πρωτεΐνη του ανθρώπινου πλάσματος in vitro ήταν 97,3% χωρίς να εξαρτάται από τη συγκέντρωση στο εύρος των 50 έως 1.000 ng/ml. Ο φαινόμενος όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση (Vd, ss/F) ήταν περίπου 10.000 l.
Βιομετασχηματισμός
Το ibrutinib μεταβολίζεται κυρίως από το CYP3A4 για να παράξει διϋδροδιολικό μεταβολίτη με ανασταλτική δραστηριότητα έναντι του BTK περίπου 15 φορές κάτω από αυτή του ibrutinib. Η εμπλοκή του CYP2D6 στον μεταβολισμό του ibrutinib φαίνεται να είναι ελάχιστη. Επομένως, δεν απαιτούνται προφυλάξεις στους ασθενείς με διαφορετικούς γονότυπους CYP2D6.
Αποβολή
Η φαινόμενη κάθαρση (CL/F) είναι περίπου 1.000 l/ώρα. Η ημίσεια ζωή του ibrutinib είναι 4 έως 13 ώρες. Μετά από εφάπαξ από στόματος χορήγηση ραδιοσημασμένου [14C]-ibrutinib σε υγιή άτομα, περίπου το 90% της ραδιενέργειας απεκκρίθηκε εντός 168 ωρών, με την πλειονότητα (80%) να απεκκρίνεται στα κόπρανα και < 10% να απεκκρίνεται στα ούρα. Το αμετάβλητο ibrutinib αντιστοιχούσε στο 1% περίπου του ραδιοσημασμένου απεκκριθέντος προϊόντος στα κόπρανα και καθόλου στα ούρα.
Ειδικοί πληθυσμοί
-
Ηλικιωμένοι Η φαρμακοκινητική πληθυσμού υπέδειξε ότι η ηλικία δεν επηρεάζει σημαντικά την κάθαρση του ibrutinib από την κυκλοφορία.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός Δεν πραγματοποιήθηκαν μελέτες φαρμακοκινητικής με το IMBRUVICA σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 18 ετών.
-
Φύλο Τα δεδομένα φαρμακοκινητικής πληθυσμού υπέδειξαν ότι το φύλο δεν επηρεάζει σημαντικά την κάθαρση του ibrutinib από την κυκλοφορία.
-
Φυλή Υπάρχουν ανεπαρκή δεδομένα για την αξιολόγηση της δυνητικής επίδρασης της φυλής στη φαρμακοκινητική του ibrutinib.
-
Σωματικό βάρος Τα δεδομένα φαρμακοκινητικής πληθυσμού υπέδειξαν ότι το σωματικό βάρος (εύρος: 41-146 kg, μέσος όρος [SD]: 83 [19 kg]) είχε αμελητέα επίδραση στην κάθαρση του ibrutinib.
-
Νεφρική δυσλειτουργία Το ibrutinib είχε ελάχιστη νεφρική κάθαρση. Η απέκκριση των μεταβολιτών στα ούρα είναι < 10% της δόσης. Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα ειδικές μελέτες σε άτομα με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία. Δεν υπάρχουν δεδομένα σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή σε ασθενείς υπό αιμοκάθαρση (βλέπε (Δοσολογία)).
-
Ηπατική δυσλειτουργία Το ibrutinib μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ. Μια μελέτη για την ηπατική δυσλειτουργία πραγματοποιήθηκε σε άτομα χωρίς καρκίνο όπου χορηγήθηκε εφάπαξ δόση 140 mg φαρμακευτικού προϊόντος σε συνθήκες νηστείας. Η επίδραση της διαταραγμένης ηπατικής λειτουργίας ποικίλλει σημαντικά μεταξύ των ατόμων, αλλά κατά μέσο όρο μια αύξηση 2,7, 8,2 και 9,8 φορές στην έκθεση με ibrutinib (AUClast) παρατηρήθηκε στα άτομα με ήπια (n = 6: Child-Pugh class A), μέτρια (n = 10: Child-Pugh class Β) και σοβαρή (n = 8: Child-Pugh class C) ηπατική δυσλειτουργία, αντίστοιχα. Το ελεύθερο κλάσμα του ibrutinib αυξήθηκε, επίσης, με τον βαθμό της δυσλειτουργίας, με 3,0, 3,8 και 4,8% στα άτομα με ήπια, μέτρια και σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, αντίστοιχα, συγκριτικά με το 3,3% στο πλάσμα από τα αντίστοιχα υγιή άτομα της ομάδας ελέγχου αυτής της μελέτης. Η αντίστοιχη αύξηση στην έκθεση του μη δεσμευμένου ibrutinib (AUCunbound, last) εκτιμάται ότι θα είναι 4,1-, 9,8- και 13-φορές στα άτομα με μέτρια, ήπια και σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, αντίστοιχα (βλέπε (Δοσολογία)).
-
Συγχορήγηση με υποστρώματα του CYP In vitro μελέτες έδειξαν ότι το ibrutinib είναι ασθενής αναστρέψιμος αναστολέας του CYP2B6, CYP2C8, CYP2C9, CYP2C19, CYP2D6, και του εντερικού (αλλά όχι ηπατικού) CYP3A4 και δεν εμφανίζει κλινικά σχετιζόμενη χρονο-εξαρτώμενη αναστολή των CYP1A2, CYP2B6, CYP2C8, CYP2C9, CYP2C19 και CYP2D6. Ο διυδροδιολικός μεταβολίτης του ibrutinib είναι ασθενής αναστολέας των CYP2B6, CYP2C8, CYP2C9 και CYP2D6. Ο διυδροδιολικός μεταβολίτης είναι κατά μέγιστο ένας ασθενής επαγωγέας των ισοενζύμων CYP450 in vitro. Παρόλο που το ibrutinib είναι ένα ευαίσθητο υπόστρωμα του CYP3A4, δεν έχει κλινικά σχετιζόμενη επίδραση στην δική του έκθεση.
-
Συγχορήγηση με υποστρώματα/αναστολείς μεταφοράς In vitro μελέτες υπέδειξαν ότι το ibrutinib δεν είναι υπόστρωμα των P-gp, ούτε άλλων μεγάλων μεταφορέων, εκτός του OCT2. Ο μεταβολίτης της διυδροδιόλης και άλλοι μεταβολίτες είναι υποστρώματα της P-gp. Το ibrutinib είναι ένας in vitro αναστολέας της P-gp και της BCRP (βλέπε (Αλληλεπιδράσεις)).