IMATINIB
Ιματινίμπη
Χρόνια μυελογενής λευχαιμία (βλ.και ανωτέρω). Κακοήθης γαστρεντερικός στρωματικός όγκος (GIST) kit θετικός ανεγχείρητος και/ή µεταστατικός.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-IMATINIB TEVA
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Χορήγηση: με το γεύμα
- Δόση έναρξης: 400 mg/ημέρα
- Τιτλοποίηση: Αυξήσεις δόσης σε ενήλικες ασθενείς με χρόνια φάση ΧΜΛ από 400 mg σε 600 mg ή 800 mg. Σε επιταχυνόμενη φάση ή βλαστική κρίση από 600 mg σε 800 mg. Σε παιδιατρικούς ασθενείς με ΧΜΛ από 340 mg/m2 σε 570 mg/m2. Σε ενήλικες με HES/CEL από 100 mg σε 400 mg. Οι αυξήσεις γίνονται υπό προϋποθέσεις απουσίας σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών ή ανεπαρκούς ανταπόκρισης.
-
Ενήλικες ασθενείς με ΧΜΛ (χρόνια φάση)Δόση400 mg/ημέραΗ δόση μπορεί να αυξηθεί σε 600 mg ή 800 mg/ημέρα σε περίπτωση εξέλιξης της νόσου, αποτυχίας επίτευξης αιματολογικής/κυτταρογενετικής ανταπόκρισης μετά από 3/12 μήνες ή απώλειας προηγούμενης ανταπόκρισης, απουσία σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών.
-
Ενήλικες ασθενείς με ΧΜΛ (επιταχυνόμενη φάση)Δόση600 mg/ημέραΗ δόση μπορεί να αυξηθεί σε 800 mg/ημέρα (400 mg δύο φορές ημερησίως) σε περίπτωση εξέλιξης της νόμου, αποτυχίας επίτευξης αιματολογικής/κυτταρογενετικής ανταπόκρισης μετά από 3/12 μήνες ή απώλειας προηγούμενης ανταπόκρισης, απουσία σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών.
-
Ενήλικες ασθενείς με ΧΜΛ (βλαστική κρίση)Δόση600 mg/ημέραΗ δόση μπορεί να αυξηθεί σε 800 mg/ημέρα (400 mg δύο φορές ημερησίως) σε περίπτωση εξέλιξης της νόμου, αποτυχίας επίτευξης αιματολογικής/κυτταρογενετικής ανταπόκρισης μετά από 3/12 μήνες ή απώλειας προηγούμενης ανταπόκρισης, απουσία σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών.
-
Παιδιά με ΧΜΛ (χρόνια φάση και επιταχυνόμενη φάση)Δόση340 mg/m2/ημέραΜέγ. δόση800 mg/ημέραΗ δόση μπορεί να αυξηθεί σε 570 mg/m2/ημέρα (χωρίς υπέρβαση 800 mg) σε περίπτωση εξέλιξης της νόσου, αποτυχίας επίτευξης αιματολογικής/κυτταρογενετικής ανταπόκρισης μετά από 3/12 μήνες ή απώλειας προηγούμενης ανταπόκρισης, απουσία σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών. Δεν υπάρχει εμπειρία σε παιδιά κάτω των 2 ετών.
-
Ενήλικες ασθενείς με Ph+ ΟΛΛΔόση600 mg/ημέραΣε συνδυασμό με χημειοθεραπεία. Για υποτροπιάζουσα ή ανθεκτική Ph+ ΟΛΛ, 600 mg/ημέρα ως μονοθεραπεία μέχρι βελτίωση της νόσου.
-
Παιδιά με Ph+ ΟΛΛΔόση340 mg/m2/ημέραΜέγ. δόση600 mg/ημέραΔεν υπάρχει εμπειρία σε παιδιά κάτω του 1 έτους.
-
Ενήλικες ασθενείς με MDS/MPDΔόση400 mg/ημέραΗ θεραπεία συνεχίζεται έως την εξέλιξη της νόσου.
-
Ενήλικες ασθενείς με HES/CELΔόση100 mg/ημέραΗ δόση μπορεί να αυξηθεί σε 400 mg εάν υπάρχει ανεπαρκής ανταπόκριση και απουσία ανεπιθύμητων ενεργειών. Η θεραπεία πρέπει να συνεχίζεται όσο ο ασθενής έχει όφελος.
-
Ενήλικες ασθενείς με DFSPΔόση800 mg/ημέρα
-
Ενήλικες με ηπατική ανεπάρκεια (ήπια, μέτρια, σοβαρή)Δόση400 mg/ημέραΗ ελάχιστη συνιστώμενη δόση. Η δόση μπορεί να μειωθεί εάν δεν είναι ανεκτή.
-
Ενήλικες με νεφρική ανεπάρκεια ή σε αιμοκάθαρσηΔόση400 mg/ημέραΩς εναρκτήρια δόση. Η δόση μπορεί να ελαττωθεί εάν δεν είναι ανεκτή, ή να αυξηθεί εάν είναι ανεκτή αλλά ανεπαρκής.
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται ιδιαίτερη δοσολογική σύσταση.
-
Ενήλικες με μη αιματολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες (αύξηση χολερυθρίνης > 3x ULN ή τρανσαμινασών > 5x ULN)ΔόσηΜειωμένη δόσηΔιακοπή αγωγής μέχρι υποχώρησης. Επανάληψη με μειωμένη δόση: από 400 mg σε 300 mg, από 600 mg σε 400 mg, από 800 mg σε 600 mg.
-
Παιδιά με μη αιματολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες (αύξηση χολερυθρίνης > 3x ULN ή τρανσαμινασών > 5x ULN)ΔόσηΜειωμένη δόσηΔιακοπή αγωγής μέχρι υποχώρησης. Επανάληψη με μειωμένη δόση: από 340 mg/m2/ημέρα σε 260 mg/m2/ημέρα.
-
HES/CEL (με ουδετεροπενία ή θρομβοπενία, δόση έναρξης 100 mg)ΔόσηΠροσαρμοσμένη δόσηΔιακοπή imatinib εάν ANC < 1,0 x 10^9/l και/ή αιμοπετάλια < 50 x 10^9/l, έως ANC > 1,5 x 10^9/l και αιμοπετάλια > 75 x 10^9/l. Επανάληψη στην προηγούμενη δόση.
-
Χρόνια φάση ΧΜΛ, MDS/MDP, HES/CEL (με ουδετεροπενία ή θρομβοπενία, δόση έναρξης 400 mg)ΔόσηΠροσαρμοσμένη δόσηΔιακοπή imatinib εάν ANC < 1,0 x 10^9/l και/ή αιμοπετάλια < 50 x 10^9/l, έως ANC > 1,5 x 10^9/l και αιμοπετάλια > 75 x 10^9/l. Επανάληψη στην προηγούμενη δόση. Εάν επανεμφανιστούν, επανέναρξη στα 300 mg.
-
Παιδιά με χρόνια φάση ΧΜΛ (με ουδετεροπενία ή θρομβοπενία, δόση έναρξης 340 mg/m2)ΔόσηΠροσαρμοσμένη δόσηΔιακοπή imatinib εάν ANC < 1,0 x 10^9/l και/ή αιμοπετάλια < 50 x 10^9/l, έως ANC > 1,5 x 10^9/l και αιμοπετάλια > 75 x 10^9/l. Επανάληψη στην προηγούμενη δόση. Εάν επανεμφανιστούν, επανέναρξη στα 260 mg/m2.
-
Επιταχυνόμενη φάση ΧΜΛ, βλαστική κρίση, Ph+ ΟΛΛ (με ουδετεροπενία ή θρομβοπενία, δόση έναρξης 600 mg)ΔόσηΠροσαρμοσμένη δόσηΕάν ANC < 0,5 x 10^9/l και/ή αιμοπετάλια < 10 x 10^9/l και η κυτταροπενία δεν σχετίζεται με λευχαιμία: μείωση σε 400 mg. Εάν επιμένει για 2 εβδομάδες: μείωση σε 300 mg. Εάν επιμένει για 4 εβδομάδες και δεν σχετίζεται με λευχαιμία: διακοπή μέχρι ANC > 1 x 10^9/l και αιμοπετάλια > 20 x 10^9/l, επανέναρξη στα 300 mg.
-
Παιδιά με επιταχυνόμενη φάση ΧΜΛ, βλαστική κρίση (με ουδετεροπενία ή θρομβοπενία, δόση έναρξης 340 mg/m2)ΔόσηΠροσαρμοσμένη δόσηΕάν ANC < 0,5 x 10^9/l και/ή αιμοπετάλια < 10 x 10^9/l και η κυτταροπενία δεν σχετίζεται με λευχαιμία: μείωση σε 260 mg/m2. Εάν επιμένει για 2 εβδομάδες: μείωση σε 200 mg/m2. Εάν επιμένει για 4 εβδομάδες και δεν σχετίζεται με λευχαιμία: διακοπή μέχρι ANC > 1 x 10^9/l και αιμοπετάλια > 20 x 10^9/l, επανέναρξη στα 200 mg/m2.
-
DFSP (με ουδετεροπενία ή θρομβοπενία, δόση έναρξης 800 mg)ΔόσηΠροσαρμοσμένη δόσηΔιακοπή imatinib εάν ANC < 1,0 x 10^9/l και/ή αιμοπετάλια < 50 x 10^9/l, έως ANC > 1,5 x 10^9/l και αιμοπετάλια > 75 x 10^9/l. Επανάληψη στα 600 mg. Εάν επανεμφανιστούν, επανέναρξη στα 400 mg.
block
SPC-IMATINIB TEVA
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα (παράγραφος 6.1)
warning
SPC-IMATINIB TEVA
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Φαρμακευτικές αλληλεπιδράσειςπροσοχήΑπαιτείται προσοχή όταν το imatinib λαμβάνεται με αναστολείς προτεάσης, αζολικά αντιμυκητιασικά, συγκεκριμένες μακρολίδες, CYP3A4 υποστρώματα με περιορισμένο θεραπευτικό παράθυρο (π.χ. κυκλοσπορίνη, πιμοζίδη, τακρόλιμους, σιρόλμους, εργοταμίνη, διεργοταμίνη, φεντανύλη, αλφεντανίλη, τερφεναδίνη, βορτεζομίμπη, δοκεταξέλη, κινιδίνη) ή βαρφαρίνη και άλλα παράγωγα κουμαρίνης (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Αλληλεπίδραση με επαγωγείς CYP3A4αποφεύγεταιΗ ταυτόχρονη χρήση ισχυρών επαγωγέων του CYP3A4 και imatinib θα πρέπει ν' αποφεύγεται (π.χ. δεξαμεθαζόνη, φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, ριφαμπικίνη, φαινοβαρβιτάλη ή Hypericum perforatum) (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
ΥποθυρεοειδισμόςΠληθυσμόςΑσθενείς με θυρεοειδοκτομή σε θεραπεία υποκατάστασης με λεβοθυροξίνηΤα επίπεδα της θυρεοτρόπου ορμόνης (TSH) θα πρέπει να ελέγχονται τακτικά σε αυτούς τους ασθενείς.
-
ΗπατοτοξικότηταπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (ήπια, μέτρια ή σοβαρή)Πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά οι μετρήσεις του περιφερικού αίματος και των ηπατικών ενζύμων (βλ. Δοσολογία, Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοκινητικές).
-
Ηπατική λειτουργία με χημειοθεραπείαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που συνδυάζουν imatinib με χημειοθεραπευτικά σχήματα που είναι γνωστό ότι σχετίζονται με ηπατική δυσλειτουργίαΗ ηπατική λειτουργία θα πρέπει να ελέγχεται προσεκτικά (βλ. Αλληλεπιδράσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Κατακράτηση υγρώνπροσοχήΠληθυσμόςΗλικιωμένοι και ασθενείς με προηγούμενο ιστορικό καρδιακής νόσουΑπαιτείται προσοχή. Οι ασθενείς να ζυγίζονται τακτικά. Μια μη αναμενόμενη γρήγορη αύξηση του βάρους θα πρέπει να διερευνάται προσεκτικά και εάν είναι απαραίτητο να λαμβάνονται τα απαραίτητα θεραπευτικά μέτρα και υποστηρικτική φροντίδα.
-
Καρδιακή νόσοςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με καρδιακή νόσο, με παράγοντες κινδύνου καρδιακής έκπτωσης ή ιστορικό νεφρικής έκπτωσηςΠρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά και οποιοσδήποτε ασθενής με σημεία ή συμπτώματα που συνάδουν με καρδιακή ή νεφρική έκπτωση θα πρέπει να αξιολογείται και να θεραπεύεται.
-
HES/CEL και καρδιοτοξικότηταπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με HES/CEL και ασθενείς με MDS/MPD που συνδέονται με υψηλά επίπεδα ηωσινοφίλωνΑξιολόγηση από ειδικό καρδιολόγο, διενέργεια υπερηχοκαρδιογραφήματος και καθορισμός της τροπονίνης στον ορό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη πριν τη χορήγηση του imatinib. Εάν κάτι είναι μη φυσιολογικό, παρακολούθηση από ειδικό καρδιολόγο και προφυλακτική χρήση συστηματικών στεροειδών (1-2 mg/kg) για μια έως δύο εβδομάδες ταυτόχρονα με το imatinib θα πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την έναρξη της θεραπείας.
-
Γαστρεντερικές αιμορραγίεςΠληθυσμόςΑσθενείς με GIST, ΧΜΛ, ΟΛΛ και άλλες νόσουςΟι καθιερωμένες πρακτικές και διαδικασίες πρέπει να εφαρμόζονται σε όλους τους ασθενείς για την παρακολούθηση και αντιμετώπιση της αιμορραγίας. Εφόσον χρειάζεται, το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας με Imatinib Teva μπορεί να εξεταστεί (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Σύνδρομο λύσης όγκουΣυνιστάται η αποκατάσταση της κλινικά σημαντικής αφυδάτωσης και η θεραπεία των υψηλών επιπέδων ουρικού οξέως πριν την έναρξη της χορήγησης του imatinib (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Επανενεργοποίηση ηπατίτιδας ΒΠληθυσμόςΧρόνιοι φορείς του ιού HBVΟι ασθενείς πρέπει να εξεταστούν για λοίμωξη από τον ιό HBV πριν από την έναρξη της θεραπείας. Πρέπει να ζητηθεί η συμβουλή ειδικών στην ηπατική νόσο και τη θεραπεία της ηπατίτιδας Β για ασθενείς που αντιδρούν θετικά στην ορολογική ανίχνευση της ηπατίτιδας Β (συμπεριλαμβανομένων εκείνων με ενεργό νόσο) και σε ασθενείς θετικούς στη λοίμωξη από τον HBV κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Οι φορείς του HBV οι οποίοι χρήζουν θεραπείας με το Imatinib Teva πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σημεία και συμπτώματα ενεργού λοίμωξης από τον HBV κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για αρκετούς μήνες μετά τη λήξη της θεραπείας (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
ΦωτοτοξικότηταπροσοχήΗ έκθεση στο άμεσο ηλιακό φως πρέπει να αποφεύγεται ή να ελαχιστοποιείται. Οι ασθενείς θα πρέπει να χρησιμοποιούν μέτρα όπως προστατευτικό ρουχισμό και αντιηλιακό με υψηλό δείκτη προστασίας από τον ήλιο (SPF).
-
Θρομβωτική μικροαγγειοπάθεια (ΤΜΑ)σοβαρήΕάν εμφανιστούν εργαστηριακά ή κλινικά ευρήματα που σχετίζονται με ΤΜΑ, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται και να γίνεται διεξοδική αξιολόγηση για ΤΜΑ (δραστικότητα ADAMTS13, αντίσωμα αντι-ADAMTS13). Εάν το αντίσωμα αντι-ADAMTS13 είναι αυξημένο σε συνδυασμό με χαμηλή δραστικότητα ADAMTS13, η θεραπεία με Imatinib Teva δεν πρέπει να επαναληφθεί (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Εργαστηριακές δοκιμασίες (Αιματολογικός έλεγχος)ΠληθυσμόςΑσθενείς με ΧΜΛΠλήρεις αιματολογικοί έλεγχοι πρέπει να διεξάγονται τακτικά. Η αγωγή με imatinib μπορεί να διακοπεί ή να μειωθεί η δόση, όπως συνιστάται (βλ. Δοσολογία).
-
Εργαστηριακές δοκιμασίες (Ηπατική λειτουργία)Η ηπατική λειτουργία (τρανσαμινάσες, χολερυθρίνη, αλκαλική φωσφατάση) θα πρέπει να ελέγχεται τακτικά σε ασθενείς που λαμβάνουν imatinib.
-
Νεφρική λειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με επιβάρυνση της νεφρικής λειτουργίαςΘα πρέπει να χορηγείται η ελάχιστη δόση έναρξης. Στους ασθενείς με σοβαρή επιβάρυνση της νεφρικής λειτουργίας θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή. Η δόση μπορεί να μειωθεί εάν δεν είναι ανεκτή (βλ. Δοσολογία και Φαρμαμακοκινητικές). Η νεφρική λειτουργία να αξιολογείται πριν από την έναρξη της θεραπείας και να παρακολουθείται στενά κατά τη διάρκεια της θεραπείας, με ιδιαίτερη προσοχή στους ασθενείς που παρουσιάζουν παράγοντες κινδύνου για νεφρική δυσλειτουργία.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (ανάπτυξη)ΠληθυσμόςΠαιδιά και προ-έφηβοιΣυνιστάται η στενή παρακολούθηση της ανάπτυξης των παιδιών που υπόκεινται σε αγωγή με imatinib (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
swap_horiz
SPC-IMATINIB TEVA
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αναστολείς CYP3A4 (αναστολείς πρωτεάσης: ινδιναβίρη, λοπιναβίρη, ριτοναβίρη, ριτοναβίρη, σακιναβίρη, τελαπρεβίρη, νελφιναβίρη, βοσεπρεβίρη, αζολικά αντιμυκητιασικά: κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, ποσακοναζόλη, βορικοναζόλη, μακρολίδες: ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη)προσοχήΜείωση μεταβολισμού και αύξηση συγκεντρώσεων imatinib (π.χ. κετοκοναζόλη: Cmax +26%, AUC +40%)
-
Επαγωγείς CYP3A4 (δεξαμεθαζόνη, φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, ριφαμπικίνη, φαινοβαρβιτάλη, φωσφαινυτοΐνη, πριμιδόνη, Hypericum perforatum (St. John's wort))αποφεύγεταιΣημαντική μείωση έκθεσης imatinib, πιθανός κίνδυνος θεραπευτικής αποτυχίας (π.χ. ριφαμπικίνη: Cmax -54%, AUC -74%; EIAEDs: AUC -73%)ΣύστασηΑποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση ριφαμπικίνης ή άλλων ισχυρών επαγωγέων του CYP3A4.
-
Υποστρώματα CYP3A4 με στενό θεραπευτικό παράθυρο (κυκλοσπορίνη, πιμοζίδη, τακρόλιμους, σιρόλιμους, εργοταμίνη, διεργοταμίνη, φεντανύλη, αλφεντανίλη, τερφεναδίνη, βορτεζομίμπη, δοκεταξέλη, κινιδίνη, τριαζολο-βενζοδιαζεπίνες, αποκλειστές διαύλων ασβεστίου, στατίνες)προσοχήΤο imatinib αυξάνει Cmax και AUC (π.χ. σιμβαστατίνη 2-3,5 φορές) λόγω αναστολής CYP3A4
-
Παράγωγα κουμαρίνης (π.χ. βαρφαρίνη)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος αιμορραγίαςΣύστασηΧορήγηση χαμηλού μοριακού βάρους ή κλασσικής ηπαρίνης αντί κουμαρινικών.
-
Μετοπρολόλη (υπόστρωμα CYP2D6)προσοχήΑναστολή μεταβολισμού μετοπρολόλης από imatinib (Cmax και AUC +23%)ΣύστασηΚλινική παρακολούθηση σε ασθενείς που λαμβάνουν μετοπρολόλη. Προσοχή με υποστρώματα CYP2D6 με στενό θεραπευτικό παράθυρο.
-
Παρακεταμόλη (σε υψηλές δόσεις)προσοχήIn vitro αναστολή O-γλυκορουδινίασης της παρακεταμόλης. Δεν παρατηρήθηκε in vivo σε 400 mg imatinib και 1000 mg παρακεταμόλης.ΣύστασηΠροσοχή όταν το imatinib χρησιμοποιείται σε υψηλές δόσεις ταυτόχρονα με παρακεταμόλη.
-
Λεβοθυροξίνη (σε θυρεοειδεκτομηθέντες ασθενείς)προσοχήΜείωση έκθεσης λεβοθυροξίνης στο πλάσμα. Ο μηχανισμός είναι άγνωστος.
-
L-ασπαραγινάση (σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία για Ph+ ΟΛΛ)ιδιαίτερη προφύλαξηΠιθανή αύξηση ηπατοτοξικότητας, μυελοκαταστολής ή άλλων ανεπιθύμητων ενεργειών.ΣύστασηΗ χρήση του imatinib σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία απαιτεί ιδιαίτερη προφύλαξη.
sick
SPC-IMATINIB TEVA
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Έρπητας ζωστήρας
- Απλός έρπητας
- Ρινοφαρυγγίτιδα
- Πνευμονία
- Κολπίτιδα
- Κυτταρίτιδα
- Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
- Γρίπη
- Ουρολοίμωξη
- Γαστρεντερίτιδα
- Σήψη
- Μυκητίαση
- Επανενεργοποίηση ηπατίτιδας Β
- Φαρυγγίτιδα
- Εκκολπωματίτιδα
- Θυλακίτιδα
- Σύνδρομο λύσης όγκου
- Ανορεξία
- Υποκαλιαιμία
- Αύξηση όρεξης
- Υποφωσφαταιμία
- Μείωση όρεξης
- Αφυδάτωση
- Ουρική αρθρίτιδα
- Υπερουριχαιμία
- Υπερασβεστιαιμία
- Υπεργλυκαιμία
- Υπονατριαιμία
- Υπερκαλιαιμία
- Υπομαγνησιαιμία
- Καθυστέρηση ανάπτυξης σε παιδιά
- Αύξηση βάρους
- Μείωση βάρους
- Αιμορραγία όγκου
- Νέκρωση όγκου
- Αναφυλακτική καταπληξία
- Ουδετεροπενία
- Θρομβοπενία
- Αναιμία
- Πανκυτταροπενία
- Εμπύρετη ουδετεροπενία
- Θρομβοκυττάρωση
- Λεμφοπενία
- Καταστολή μυελού των οστών
- Ηωσινοφιλία
- Λεμφαδενοπάθεια
- Αιμολυτική αναιμία
- Θρομβωτική μικροαγγειοπάθεια
- Αϋπνία
- Κατάθλιψη
- Μειωμένη γενετήσια ορμή
- Άγχος
- Συγχυτική κατάσταση
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Παραισθησία
- Διαταραχή γεύσης
- Υπαισθησία
- Ημικρανία
- Υπνηλία
- Συγκοπή
- Περιφερική νευροπάθεια
- Επηρεασμένη μνήμη
- Ισχιαλγία
- Σύνδρομο ανήσυχων ποδιών
- Τρόμος
- Αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση
- Σπασμοί
- Εγκεφαλικό οίδημα
- Ίλιγγος
- Υποσκληρίδιο αιμάτωμα
- Εγκεφαλική αιμορραγία
- Έξαψη
- Αιμορραγία
- Υπέρταση
- Αιμάτωμα
- Περιφερική ψυχρότητα
- Υπόταση
- Φαινόμενο Raynaud
- Θρόμβωση
- Εμβολή
- Πνευμονική υπέρταση
- Οπτική νευρίτιδα
- Οίδημα βλεφάρου
- Αυξημένη δακρύρροια
- Αιμορραγία του επιπεφυκότα
- Επιπεφυκίτιδα
- Ξηροφθαλμία
- Θολή όραση
- Ερεθισμός οφθαλμού
- Πόνος οφθαλμού
- Οίδημα κόγχου
- Αιμορραγία σκληρού χιτώνα
- Αιμορραγία του αμφιβληστροειδούς
- Βλεφαρίτιδα
- Οίδημα ωχράς κηλίδας
- Καταρράκτης
- Γλαύκωμα
- Οίδημα οπτικής θηλής
- Αιμορραγία του υαλοειδούς σώματος
- Εμβοές
- Απώλεια ακοής
- Αίσθημα παλμών
- Ταχυκαρδία
- Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
- Αρρυθμία
- Κολπική μαρμαρυγή
- Καρδιακή ανακοπή
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου
- Στηθάγχη
- Περικαρδιακή συλλογή
- Περικαρδίτιδα
- Καρδιακός επιπωματισμός
- Πνευμονικό οίδημα
- Δύσπνοια
- Επίσταξη
- Βήχας
- Υπεζωκοτική συλλογή
- Φαρυγγολαρυγγικό άλγος
- Πλευριτικός πόνος
- Πνευμονική ίνωση
- Πνευμονική αιμορραγία
- Οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια
- Διάμεση πνευμονοπάθεια
- Ναυτία
- Διάρροια
- Έμετος
- Δυσπεψία
- Κοιλιακό άλγος
- Μετεωρισμός
- Διάταση κοιλίας
- Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
- Δυσκοιλιότητα
- Ξηροστομία
- Γαστρίτιδα
- Στοματίτιδα
- Εξέλκωση στόματος
- Αιμορραγία γαστρεντερικού σωλήνα
- Ερυγή
- Μέλαινα
- Οισοφαγίτιδα
- Ασκίτης
- Γαστρικό έλκος
- Αιματέμεση
- Δυσφαγία
- Παγκρεατίτιδα
- Κολίτιδα
- Ειλεός
- Φλεγμονώδης νόσος του εντέρου
- Εντερική απόφραξη
- Διάτρηση γαστρεντερικού σωλήνα
- Γαστρικού άντρου αγγειακή εκτασία
- Χειλίτιδα
- Περικογχικό οίδημα
- Δερματίτιδα
- Έκζεμα
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Ξηροδερμία
- Ερύθημα
- Αλωπεκία
- Νυκτερινοί ιδρώτες
- Αντίδραση φωτοευαισθησίας
- Φλυκταινώδες εξάνθημα
- Αυξημένη εφίδρωση
- Κνίδωση
- Εκχύμωση
- Αυξημένη τάση εκχυμώσεων
- Υποτρίχωση
- Υποχρωματισμός δέρματος
- Αποφολιδωτική δερματίτιδα
- Ρήξη όνυχα
- Πετέχειες
- Ψωρίαση
- Πορφύρα
- Υπέρχρωση δέρματος
- Πομφολυγώδες εξάνθημα
- Οξεία εμπύρετη ουδετεροφιλική δερμάτωση
- Δυσχρωματισμός όνυχα
- Αγγειονευρωτικό οίδημα
- Πολύμορφο ερύθημα
- Λευκοκυτταροκλαστική αγγειίτιδα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση
- Σύνδρομο παλαμο-πελματιαίας ερυθροδυσαισθησίας
- Λειχενοειδής υπερκεράτωση
- Ομαλός λειχήνας
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Φαρμακευτικό εξάνθημα με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα
- Ψευδοπορφυρία
- Αυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμων
- Αύξηση κρεατινίνης αίματος
- Αύξηση κρεατινικής φωσφοκινάσης αίματος
- Αύξηση γαλακτικής δεϋδρογενάσης αίματος
- Αύξηση αλκαλικής φωσφατάσης αίματος
- Αύξηση αμυλάσης αίματος
- Υπερχολερυθριναιμία
- Ηπατίτιδα
- Ίκτερος
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Ηπατική νέκρωση
- Οίδημα προσώπου
- Κατακράτηση υγρών
- Οίδημα
- Κόπωση
- Αδυναμία
- Πυρεξία
- Ρίγη
- Θωρακικό άλγος
- Αίσθημα κακουχίας
- Μώλωπας
- Μυϊκοί σπασμοί
- Μυϊκές κράμπες
- Οίδημα αρθρώσεων
- Δυσκαμψία μυών
- Δυσκαμψία αρθρώσεων
- Μυϊκή αδυναμία
- Αρθρίτιδα
- Ραβδομυόλυση
- Μυοπάθεια
- Ανάγγεια νέκρωση
- Νέκρωση ισχίου
- Μυοσκελετικός πόνος συμπεριλαμβανομένης μυαλγίας, αρθραλγίας και οστικού πόνου
- Άλγος νεφρού
- Αιματουρία
- Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
- Αυξημένη συχνότητα ούρησης
- Χρόνια νεφρική ανεπάρκεια
- Γυναικομαστία
- Στυτική δυσλειτουργία
- Μηνορραγία
- Ακανόνιστη έμμηνος ρύση
- Σεξουαλική δυσλειτουργία
- Άλγος θηλής μαστού
- Διόγκωση μαστού
- Οίδημα οσχέου
- Αιμορραγικό ωχρό σωμάτιο
- Αιμορραγική κύστη ωοθήκης
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈκζεμαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΑύξηση βάρουςΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΔερματίτιδαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΚατακράτηση υγρώνΓενικές
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΜυοσκελετικός πόνοςΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΜυϊκές κράμπεςΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΟίδημαΓενικές
-
Πολύ συχνέςΟστικός πόνοςΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΠερικογχικό οίδημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΑδυναμίαΓενικές
-
ΣυχνέςΑιμορραγίαΑγγειακές
-
ΣυχνέςΑιμορραγία του επιπεφυκόταΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑντίδραση φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
ΣυχνέςΑυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμωνΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη δακρύρροιαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΓαστρίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΓαστροοισοφαγική παλινδρόμησηΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιάταση κοιλίαςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχή γεύσηςΝευρικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕμπύρετη ουδετεροπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΕρύθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΘολή όρασηΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΜείωση βάρουςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΝυκτερινοί ιδρώτεςΔέρμα
-
ΣυχνέςΞηροδερμίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΞηροφθαλμίαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΟίδημα αρθρώσεωνΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΟίδημα βλεφάρουΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΟίδημα προσώπουΓενικές
-
ΣυχνέςΠανκυτταροπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
ΣυχνέςΡίγηΓενικές
-
ΣυχνέςΥπαισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΆλγος θηλής μαστούΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΆλγος νεφρούΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΈρπητας ζωστήραςΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΊκτεροςΉπαρ
-
Όχι συχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
Όχι συχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑιμάτωμαΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΑιματέμεσηΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑιματουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΑιμορραγία γαστρεντερικού σωλήναΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑιμορραγία σκληρού χιτώναΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΑιμορραγία του αμφιβληστροειδούςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΑκανόνιστη έμμηνος ρύσηΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΑπλός έρπηταςΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΑποφολιδωτική δερματίτιδαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑπώλεια ακοήςΑυτί
-
Όχι συχνέςΑσκίτηςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένη εφίδρωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑυξημένη συχνότητα ούρησηςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένη τάση εκχυμώσεωνΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑφυδάτωσηΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑύξηση αλκαλικής φωσφατάσης αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑύξηση γαλακτικής δεϋδρογενάσης αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑύξηση κρεατινίνης αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑύξηση κρεατινικής φωσφοκινάσης αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑύξηση όρεξηςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΒλεφαρίτιδαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΓαστρεντερίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΓαστρικό έλκοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΓρίπηΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΔιόγκωση μαστούΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΔυσκαμψία αρθρώσεωνΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΔυσκαμψία μυώνΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΔυσφαγίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕγκεφαλική αιμορραγίαΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΕκχύμωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕμβοέςΑυτί
-
Όχι συχνέςΕξέλκωση στόματοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕπηρεασμένη μνήμηΝευρικό
-
Όχι συχνέςΕρεθισμός οφθαλμούΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΕρυγήΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΗμικρανίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΘρομβοκυττάρωσηΑίμα
-
Όχι συχνέςΘυλακίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΙσχιαλγίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΚαταστολή μυελού των οστώνΑίμα
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚολπίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΚυτταρίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΛεμφαδενοπάθειαΑίμα
-
Όχι συχνέςΛεμφοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΛοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματοςΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΜέλαιναΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΜείωση όρεξηςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΜειωμένη γενετήσια ορμήΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΜηνορραγίαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΜώλωπαςΤραυματισμοί
-
Όχι συχνέςΟίδημα κόγχουΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΟίδημα οσχέουΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΟίδημα ωχράς κηλίδαςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΟισοφαγίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟξεία νεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΟυρική αρθρίτιδαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΟυρολοίμωξηΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠεριφερική ψυχρότηταΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΠετέχειεςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΠνευμονίαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΠνευμονικό οίδημαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΠομφολυγώδες εξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΠορφύραΔέρμα
-
Όχι συχνέςΠόνος οφθαλμούΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΡήξη όνυχαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΡινοφαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΣήψηΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΣεξουαλική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΣτυτική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΣυγκοπήΝευρικό
-
Όχι συχνέςΣυμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο ανήσυχων ποδιώνΝευρικό
-
Όχι συχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΥπέρχρωση δέρματοςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΥπεζωκοτική συλλογήΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΥπερασβεστιαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπερουριχαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπερχολερυθριναιμίαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥποσκληρίδιο αιμάτωμαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥποτρίχωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΥποφωσφαταιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥποχρωματισμός δέρματοςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΦαινόμενο RaynaudΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΦαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΦαρυγγολαρυγγικό άλγοςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΦλυκταινώδες εξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΧειλίτιδαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΨωρίασηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΈμφραγμα του μυοκαρδίουΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΑγγειονευρωτικό οίδημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑιμολυτική αναιμίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΑιμορραγική κύστη ωοθήκηςΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΑιμορραγικό ωχρό σωμάτιοΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΑρθρίτιδαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΑρρυθμίαΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΑυξημένη ενδοκρανιακή πίεσηΝευρικό
-
ΣπάνιεςΑύξηση αμυλάσης αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΓλαύκωμαΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΔυσχρωματισμός όνυχαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΕιλεόςΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΗπατική ανεπάρκειαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΗπατική νέκρωσηΉπαρ
-
ΣπάνιεςΘρομβωτική μικροαγγειοπάθειαΑίμα
-
ΣπάνιεςΚαρδιακή ανακοπήΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΚαταρράκτηςΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΚολίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΚολπική μαρμαρυγήΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΛευκοκυτταροκλαστική αγγειίτιδαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΜυκητίασηΛοιμώξεις
-
ΣπάνιεςΜυοπάθειαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΜυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΟίδημα οπτικής θηλήςΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΟξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΟξεία εμπύρετη ουδετεροφιλική δερμάτωσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΟπτική νευρίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΠερικαρδιακή συλλογήΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΠλευριτικός πόνοςΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΠνευμονική ίνωσηΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΠνευμονική αιμορραγίαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΠνευμονική υπέρτασηΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΣπασμοίΝευρικό
-
ΣπάνιεςΣτηθάγχηΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΣυγχυτική κατάστασηΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο λύσης όγκουΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΥπερκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΥπομαγνησιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΦλεγμονώδης νόσος του εντέρουΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΑιμορραγία του υαλοειδούς σώματοςΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΑιμορραγία όγκουΝεοπλάσματα
-
Μη γνωστέςΑνάγγεια νέκρωσηΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΑναφυλακτική καταπληξίαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΓαστρικού άντρου αγγειακή εκτασίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΔιάμεση πνευμονοπάθειαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΔιάτρηση γαστρεντερικού σωλήναΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΕγκεφαλικό οίδημαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΕκκολπωματίτιδαΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΕμβολήΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΕντερική απόφραξηΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΕπανενεργοποίηση ηπατίτιδας ΒΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΘρόμβωσηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΚαθυστέρηση ανάπτυξης σε παιδιάΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΚαρδιακός επιπωματισμόςΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΛειχενοειδής υπερκεράτωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΝέκρωση ισχίουΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΝέκρωση όγκουΝεοπλάσματα
-
Μη γνωστέςΟμαλός λειχήναςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΟξεία αναπνευστική ανεπάρκειαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΠερικαρδίτιδαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο παλαμο-πελματιαίας ερυθροδυσαισθησίαςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΦαρμακευτικό εξάνθημα με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΧρόνια νεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΨευδοπορφυρίαΔέρμα
pregnant_woman
SPC-IMATINIB TEVA
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΤο imatinib δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο.Υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία από τη χρήση της imatinib σε έγκυες γυναίκες. Υπήρξαν αναφορές μετά την κυκλοφορία για αυτόματες αποβολές και συγγενείς ανωμαλίες σε νεογνά από γυναίκες που έχουν λάβει imatinib. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα) και ο ενδεχόμενος κίνδυνος για το έμβρυο είναι άγνωστος. Εάν χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης η ασθενής θα πρέπει να ενημερώνεται για τον ενδεχόμενο κίνδυνο για το έμβρυο.
-
ΓαλουχίαΟι γυναίκες που λαμβάνουν imatinib δεν πρέπει να θηλάζουν.Υπάρχει περιορισμένος αριθμός πληροφοριών για τη κατανομή του imatinib στο ανθρώπινο γάλα. Μελέτες σε δύο γυναίκες που θήλαζαν αποκάλυψαν ότι τόσο το imatinib όσο και ο δραστικός του μεταβολίτης μπορεί να κατανέμονται στο ανθρώπινο γάλα. Ο βαθμός γάλακτος στο πλάσμα που μελετήθηκε σε ένα μόνο ασθενή καθορίστηκε στο 0,5 για το imatinib και 0,9 για τον μεταβολίτη, υποδηλώνοντας μεγαλύτερη κατανομή του μεταβολίτη στο γάλα. Λαμβάνοντας υπόψην την συνδυαζόμενη συγκέντρωση του imatinib και του μεταβολίτη και την μέγιστη ημερησία πρόσληψη γάλακτος από τα βρέφη, η συνολική έκθεση θα αναμενόταν να είναι χαμηλή (~10% μιας θεραπευτικής δόσης). Τα αποτελέσματα της έκθεσης του βρέφους σε χαμηλή δόση imatinib είναι άγνωστα.
-
ΓονιμότηταΑσθενείς οι οποίοι ανησυχούν για την γονιμότητα τους ενώ είναι σε θεραπεία με imatinib πρέπει να συμβουλευθούν τον ιατρό τους.Σε μη κλινικές δοκιμές, δεν επηρεάστηκε η γονιμότητα των θηλυκών και αρσενικών αρουραίων (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σε ασθενείς που λάμβαναν imatinib, όσον αφορά την επίδραση του στην γονιμότητα και την γαμετογένεση.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-IMATINIB TEVA
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντινεοπλασματικοί παράγοντες, αναστολέας της πρωτεΐνης κινάση, κωδικός ATC: L01XE01 ### Μηχανισμός δράσης Το imatinib είναι ένα μικρό μόριο αναστολέα της πρωτείνης κινάση της τυροσίνης το οποίο αναστέλλει την δράση της…
biotech
SPC-IMATINIB TEVA
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητική του imatinib H φαρμακοκινητική του imatinib έχει εκτιμηθεί σε ένα εύρος δόσεων από 25 έως 1.000 mg. Τα προφίλ της φαρμακοκινητικής του στο πλάσμα αναλύθηκαν είτε την 1η ημέρα, είτε την 7η ημέρα είτε την 28η ημέρα, όπου μέχρι τότε στις…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
-
Καρδιολογική αξιολόγηση
· πριν την έναρξη της θεραπείας
Ασθενείς με HES/CEL και MDS/MPD με υψηλά επίπεδα ηωσινοφίλων
-
Υπερηχοκαρδιογράφημα
· πριν την έναρξη της θεραπείας
Ασθενείς με HES/CEL και MDS/MPD με υψηλά επίπεδα ηωσινοφίλων
-
Τροπονίνη ορού
· πριν την έναρξη της θεραπείας
Ασθενείς με HES/CEL και MDS/MPD με υψηλά επίπεδα ηωσινοφίλων
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Νεφρική λειτουργία | water_dropΝεφρική λειτουργία | πριν από την έναρξη της θεραπείας και στενά κατά τη διάρκεια της θεραπείας | — |
| Αλκαλική φωσφατάση (ALP) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | τακτικά | — |
| Ηπατικά ένζυμα | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | προσεκτικά | Ηπατική δυσλειτουργία (ήπια, μέτρια ή σοβαρή) |
| Ηπατικές τρανσαμινάσες | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | τακτικά | — |
| Ηπατική λειτουργία | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | προσεκτικά | Συνδυασμός με χημειοθεραπεία που σχετίζεται με ηπατική δυσλειτουργία |
| Χολερυθρίνη | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | τακτικά | — |
| Γενική αίματος | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | προσεκτικά | Ηπατική δυσλειτουργία (ήπια, μέτρια ή σοβαρή) |
| τακτικά | — | ||
| Θυρεοειδοτρόπος ορμόνη (TSH) | endocrinologyΘυρεοειδής & ορμόνες | τακτικά | Θυρεοειδεκτομή σε θεραπεία υποκατάστασης με λεβοθυροξίνη |
| Έλεγχος λοίμωξης HBV | coronavirusΛοιμώξεις & ιολογικός έλεγχος | πριν από την έναρξη της θεραπείας | Χρόνιοι φορείς HBV |
| Σημεία και συμπτώματα ενεργού λοίμωξης HBV | coronavirusΛοιμώξεις & ιολογικός έλεγχος | στενά κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για αρκετούς μήνες μετά τη λήξη | Φορείς HBV |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ανάπτυξη | monitor_weightΣωματομετρικά (βάρος/ΔΜΣ) | στενά | Παιδιά και προ-έφηβοι |
| Σωματικό βάρος | monitor_weightΣωματομετρικά (βάρος/ΔΜΣ) | τακτικά | — |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-IMATINIB TEVA
expand_more
Δοσολογία
Η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινά από πεπειραμένο ιατρό στη θεραπευτική αντιμετώπιση ασθενών με αιματολογικές κακοήθειες και κακοήθη σαρκώματα, όπως ενδείκνυται.
Imatinib Teva 100 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία
Για δόσεις 400 mg και άνω (βλ. παρακάτω δοσολογικές συστάσεις) ένα επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο των 400 mg είναι διαθέσιμο.
Imatinib Teva 400 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία
Για δόσεις εκτός των 400 mg και 800 mg (βλ. παρακάτω, δοσολογικές συστάσεις) ένα διχοτομούμενο δισκίο των 100 mg είναι διαθέσιμο.
Δοσολογία για ΧΜΛ σε ενήλικες ασθενείς
Η συνιστώμενη δόση του Imatinib Teva είναι 400 mg/ ημέρα για ενήλικες ασθενείς σε χρόνια φάση ΧΜΛ. Ως χρόνια φάση της ΧΜΛ ορίζεται η παρουσία ενός εκ των κάτωθι κριτηρίων: βλάστες < 15% στο αίμα και στο μυελό των οστών, βασεόφιλα στο περιφερικό αίμα < 20%, αιμοπετάλια > 100 x 10^9/l.
Η συνιστώμενη δόση του Imatinib Teva is 600 mg/ ημέρα για ενήλικες ασθενείς σε επιταχυνόμενη φάση. Ως επιταχυνόμενη φάση ορίζεται η παρουσία οποιουδήποτε από τα ακόλουθα: βλάστες ≥ 15% αλλά < 30% στο αίμα ή στο μυελό των οστών, βλάστες και προμυελοκύτταρα ≥ 30% στο αίμα ή στο μυελό των οστών (με την προϋπόθεση ότι οι βλάστες < 30%), βασεόφιλα στο περιφερικό αίμα ≥ 20%, αιμοπετάλια < 100 x 10^9/l μη σχετιζόμενα με τη θεραπεία.
Η συνιστώμενη δόση του Imatinib Teva είναι 600 mg/ημέρα για ενήλικες ασθενείς σε βλαστική κρίση. Ως βλαστική κρίση ορίζεται η παρουσία βλαστών > 30% στο αίμα ή στο μυελό των οστών ή η παρουσία εξωμυελικής νόσου άλλης από την ηπατοσπληνομεγαλία.
Διάρκεια αγωγής: Σε κλινικές μελέτες, η θεραπευτική αγωγή με imatinib συνεχίστηκε μέχρι την εξέλιξη της νόσου. Το αποτέλεσμα της διακοπής της αγωγής μετά την επίτευξη πλήρους κυτταρογενετικής ανταπόκρισης δεν έχει διερευνηθεί.
Αυξήσεις της δόσης από 400 mg σε 600 mg ή σε 800 mg μπορεί να ληφθούν υπ’όψιν σε ασθενείς σε χρόνια φάση ή από 600 mg σε 800 mg το μέγιστο (400 mg χορηγούμενα 2 φορές ημερησίως) μπορεί να ληφθούν υπ’όψιν σε ασθενείς με επιταχυνόμενη φάση ή βλαστική κρίση χωρίς σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες στο φάρμακο και σοβαρής, που δεν σχετίζεται με τη λευχαιμία, ουδετεροπενίας ή θρομβοπενίας στις ακόλουθες περιπτώσεις: εξέλιξη της νόσου (σε οποιοδήποτε στάδιο), αποτυχία να επιτευχθεί μια ικανοποιητική αιματολογική ανταπόκριση μετά από τουλάχιστον 3 μήνες θεραπευτικής αγωγής, αποτυχία να επιτευχθεί κυτταρογενετική ανταπόκριση μετά από 12 μήνες θεραπευτικής αγωγής, ή απώλεια προηγούμενης επίτευξης αιματολογικής ανταπόκρισης και/ή κυτταρογενετικής ανταπόκρισης. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά μετά την κλιμάκωση της δόσης, δεδομένης της πιθανότητας για αυξημένη εμφάνιση ανεπιθύμητων αντιδράσεων στις υψηλότερες δοσολογίες.
Δοσολογία για ΧΜΛ σε παιδιατρικούς ασθενείς
Η δοσολογία σε παιδιά θα πρέπει να καθορίζεται με βάση την επιφάνεια σώματος (mg/m2). Σε παιδιά με ΧΜΛ σε χρόνια φάση και σε επιταχυνόμενη φάση ΧΜΛ συνιστάται δόση των 340 mg/m2 την ημέρα (να μην γίνεται υπέρβαση των 800 mg). Η αγωγή μπορεί να χορηγηθεί ως μια εφ’άπαξ ημερήσια δόση ή εναλλακτικά η ημερήσια δόση μπορεί να διαιρεθεί σε 2 χορηγήσεις, μια το πρωί και μια το βράδυ. Η συνιστώμενη δοσολογία, προς το παρόν, βασίζεται σε μικρό αριθμό παιδιατρικών ασθενών (βλ. Φαρμακοδυναμικές και Φαρμακοκινητικές).
Δεν υπάρχει εμπειρία με τη θεραπευτική αντιμετώπιση παιδιών ηλικίας κάτω των 2 ετών.
Αύξηση της δόσης από 340 mg/m2 ημερησίως σε 570 mg/m2 ημερησίως (χωρίς να γίνεται υπέρβαση της συνολικής δόσης των 800 mg) μπορεί να εξετασθεί σε παιδιά σε περίπτωση απουσίας σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών και απουσίας σοβαρής ουδετεροπενίας ή θρομβοκυτταροπενίας που δεν σχετίζεται με λευχαιμία στις ακόλουθες περιπτώσεις: εξέλιξη της νόσου (οποιαδήποτε χρονική στιγμή), αποτυχία να επιτευχθεί ικανοποιητική αιματολογική ανταπόκριση μετά από τουλάχιστον 3 μήνες αγωγής, αποτυχία να επιτευχθεί κυτταρογενετική ανταπόκριση μετά από 12 μήνες αγωγής ή απώλεια μιας προηγούμενης αιματολογικής και/ή κυτταρογενετικής ανταπόκρισης. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά μετά από κλιμάκωση της δόσης λόγω της πιθανότητας για αυξημένο ενδεχόμενο ανεπιθύμητης ενέργειας σε υψηλότερες δόσεις.
Δοσολογία για Ph+ ΟΛΛ σε ενήλικες ασθενείς
Η συνιστώμενη δόση του Imatinib Teva είναι 600 mg/ημέρα για ενήλικες ασθενείς με Ph+ ΟΛΛ. Αιματολόγοι ειδικοί στη διαχείριση αυτής της νόσου θα πρέπει να επιβλέπουν την αγωγή κατά τη διάρκεια όλων των φάσεων της αγωγής.
Θεραπευτικό σχήμα: Με βάση τα υπάρχοντα δεδομένα, το imatinib έχει δειχθεί να είναι αποτελεσματικό και ασφαλές όταν χορηγείται σε δόση 600 mg/ημέρα σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία κατά τη φάση εφόδου, στις φάσεις εδραίωσης και συντήρησης της χημειοθεραπείας (βλ. Φαρμακοδυναμικές) σε ενήλικες ασθενείς με νεοδιαγνωσθείσα Ph+ ΟΛΛ. Η διάρκεια της θεραπείας με imatinib μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με το επιλεχθέν θεραπευτικό πρόγραμμα αλλά γενικά οι μεγαλύτερες σε χρόνο εκθέσεις στο imatinib έχουν αποδώσει καλύτερα αποτελέσματα.
Σε ενήλικες ασθενείς με υποτροπιάζουσα ή ανθεκτική Ph+ ΟΛΛ, η μονοθεραπεία με imatinib στα 600 mg/ημέρα είναι ασφαλής, αποτελεσματική και μπορεί να χορηγείται μέχρι να εμφανισθεί βελτίωση της νόσου.
Δοσολογία για Ph+ ΟΛΛ σε παιδιατρικούς ασθενείς
Η δοσολογία σε παιδιά θα πρέπει να καθορίζεται με βάση την επιφάνεια σώματος (mg/m2). Σε παιδιά με Ph+ ΟΛΛ συνιστάται δόση των 340 mg/m2 την ημέρα (να μην γίνεται υπέρβαση των 600 mg).
Δοσολογία για MDS/MPD
Η συνιστώμενη δόση του Ιmatinib Teva είναι 400 mg/ημέρα για ενήλικες ασθενείς με MDS/MPD.
Διάρκεια αγωγής: Στη μοναδική κλινική μελέτη που διεξήχθη έως τώρα, η αγωγή με imatinib συνεχίστηκε έως την εξέλιξη της νόσου (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Τη χρονική στιγμή της ανάλυσης, η διάμεση διάρκεια αγωγής ήταν 47 μήνες (24 ημέρες - 60 μήνες).
Δοσολογία για HES/CEL
Η συνιστώμενη δοσολογία του Imatinib Teva είναι 100 mg/ημέρα για ενήλικες ασθενείς με HES/CEL.
Αύξηση της δόσης από 100 mg σε 400 mg μπορεί να ληφθεί υπόψη σε απουσία ανεπιθύμητων ενεργειών εάν οι εξετάσεις καταδεικνύουν μια ανεπαρκής ανταπόκριση στη θεραπεία.
Η θεραπεία πρέπει να συνεχίζεται για όσο ο ασθενής εξακολουθεί να έχει όφελος.
Δοσολογία για DFSP
Η συνιστώμενη δόση του Imatinib Teva είναι 800 mg/ημέρα για ενήλικες ασθενείς με DFSP.
Ρύθμιση της δόσης για ανεπιθύμητες ενέργειες
Μη αιματολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες Εάν μια σοβαρή μη αιματολογική ανεπιθύμητη ενέργεια αναπτυχθεί με τη χρήση του imatinib, η αγωγή θα πρέπει να αποσυρθεί μέχρις ότου επιλυθεί το γεγονός. Κατόπιν η αγωγή μπορεί να επαναληφθεί καταλλήλως, ανάλογα με την αρχική σοβαρότητα του γεγονότος.
Εάν παρουσιασθούν αυξήσεις της χολερυθρίνης μεγαλύτερες από το τριπλάσιο του ανώτερου ορίου της φυσιολογικής τιμής ή των ηπατικών τρανσαμινασών μεγαλύτερες από το πενταπλάσιο των φυσιολογικών τιμών, το imatinib θα πρέπει να αποσυρθεί μέχρις ότου τα επίπεδα χολερυθρίνης επανέλθουν σε λιγότερο από 1,5 φορά του ανωτέρου ορίου της φυσιολογικής τιμής και τα επίπεδα τρανσαμινασών σε αύξηση μικρότερη από 2,5 φορές του ανωτέρου φυσιολογικού ορίου. Η αγωγή με imatinib μπορεί να συνεχισθεί σε μειωμένη ημερήσια δόση. Στους ενήλικες η δόση πρέπει να μειωθεί από 400 mg σε 300 mg ή από 600 mg σε 400 mg ή από 800 mg σε 600 mg και στα παιδιά από 340 σε 260 mg/m2/ημέρα.
Αιματολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες Συνιστάται μείωση της δόσης ή διακοπή της αγωγής για σοβαρή ουδετεροπενία και θρομβοκυττοπενία, όπως ενδείκνυται στο παρακάτω πίνακα.
| Προσαρμογές της δόσης για ουδετεροπενία και θρομβοπενία: | |||||
| HES/CEL (δόση έναρξης 100 mg) | ANC < 1,0 x 10^9/l και/ή αιμοπετάλια < 50 x 10^9/l | 1. Διακοπή του imatinib μέχρι ANC > 1,5 x 10^9/l και αιμοπετάλια > 75 x 10^9/l. | 2. Επανάληψη αγωγής με το imatinib στη προηγούμενη δόση (δηλ. πριν σοβαρή ανεπιθύμητη αντίδραση). | ||
| Χρόνια φάση ΧΜΛ, MDS/MDP (δόση έναρξης 400 mg) HES/CEL (στη δόση των 400 mg) | ANC < 1,0 x 10^9/l και/ή αιμοπετάλια < 50 x 10^9/l | 1. Διακοπή του imatinib μέχρι ANC > 1,5 x 10^9/l και αιμοπετάλια > 75 x 10^9/l. | 2. Επανάληψη αγωγής με το imatinib στη προηγούμενη δόση (δηλ. πριν σοβαρή ανεπιθύμητη αντίδραση). | 3. Σε περίπτωση επανεμφάνισης ANC < 1,0 x 10^9/l και/ή αιμοπετάλια < 50 x 10^9/l, επανάληψη βήματος 1 και επανέναρξη imatinib στη μειωμένη δόση των 300 mg. | |
| Χρόνια φάση ΧΜΛ σε παιδιατρικούς ασθενείς (στη δόση 340 mg/m2) | ANC < 1,0 x 10^9/l και/ή αιμοπετάλια < 50 x 10^9/l | 1. Διακοπή του imatinib μέχρι ANC > 1,5 x 10^9/l και αιμοπετάλια > 75 x 10^9/l. | 2. Επανάληψη αγωγής με το imatinib στη προηγούμενη δόση (δηλ. πριν σοβαρή ανεπιθύμητη αντίδραση). | 3. Σε περίπτωση επανεμφάνισης ANC < 1,0 x 10^9/l και/ή αιμοπετάλια < 50 x 10^9/l, επανάληψη βήματος 1 και επανέναρξη imatinib στη μειωμένη δόση των 260 mg/m2. | |
| Επιταχυνόμενη φάση ΧΜΛ και βλαστική κρίση και Ph+ ΟΛΛ (δόση έναρξης 600 mg) | ANC < 0,5 x 10^9/l και/ή αιμοπετάλια < 10 x 10^9/l | 1. Έλεγχος εάν η κυτταροπενία σχετίζεται με λευχαιμία (με στερνική παρακέντηση ή βιοψία). | 2. Εάν η κυτταροπενία δεν σχετίζεται με λευχαιμία, μείωση δόσης imatinib στα 400 mg. | 3. Εάν η κυτταροπενία εμμένει για 2 εβδομάδες, επιπλέον μείωση στα 300 mg. | 4. Εάν η κυτταροπενία εμμένει για 4 εβδομάδες και εξακολουθεί να μη σχετίζεται με λευχαιμία, διακοπή του imatinib μέχρι ANC > 1 x 10^9/l και αιμοπετάλια > 20 x 10^9/l, κατόπιν επανέναρξη της αγωγής στα 300 mg. |
| Επιταχυνόμενη φάση ΧΜΛ και βλαστική κρίση σε παιδιατρικούς ασθενείς (δόση έναρξης 340 mg/m2) | ANC < 0,5 x 10^9/l και/ή αιμοπετάλια < 10 x 10^9/l | 1. Έλεγχος εάν η κυτταροπενία σχετίζεται με λευχαιμία (με στερνική παρακέντηση ή βιοψία). | 2. Εάν η κυτταροπενία δεν σχετίζεται με λευχαιμία, μείωση δόσης imatinib στα 260 mg/m2. | 3. Εάν η κυτταροπενία εμμένει για 2 εβδομάδες, επιπλέον μείωση στα 200 mg/m2. | 4. Εάν η κυτταροπενία εμμένει για 4 εβδομάδες και εξακολουθεί να μη σχετίζεται με λευχαιμία, διακοπή του imatinib μέχρι ANC > 1 x 10^9/l και αιμοπετάλια > 20 x 10^9/l, κατόπιν επανέναρξη της αγωγής στα 200 mg/m2. |
| DFSP (στη δόση των 800 mg) | ANC < 1,0 x 10^9/l και/ή αιμοπετάλια < 50 x 10^9/l | 1. Διακοπή του imatinib μέχρι ANC > 1,5 x 10^9/l και αιμοπετάλια > 75 x 10^9/l. | 2. Επανάληψη της αγωγής με το imatinib στα 600 mg. | 3. Σε περίπτωση επανεμφάνισης ANC < 1,0 x 10^9/l και/ή αιμοπετάλια < 50 x 10^9/l, επανάληψη βήματος 1 και επανέναρξη imatinib στη μειωμένη δόση των 400 mg. |
ANC = απόλυτος αριθμός ουδετεροφίλων που εμφανίζεται μετά από τουλάχιστον 1 μήνα θεραπείας
Ειδικοί πληθυσμοί
Παιδιατρική χρήση Δεν υπάρχει εμπειρία στα παιδιά με ΧΜΛ ηλικίας κάτω των 2 ετών και με Ph+ ΟΛΛ ηλικίας κάτω του 1 έτους (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Η εμπειρία σε παιδιά με MDS/MPD, DFSP και HES/CEL είναι πολύ περιορισμένη.
Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του imatinib σε παιδιά με MDS/MPD, DFSP και HES/CEL ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί σε κλινικές δοκιμές. Τα διαθέσιμα δεδομένα που έχουν δημοσιευθεί περιγράφονται στην παράγραφο Φαρμακοδυναμικές, αλλά δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
Ηπατική ανεπάρκεια Το imatinib μεταβολίζεται κυρίως μέσω του ήπατος. Σε ασθενείς με ήπια, μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία θα πρέπει να χορηγείται ημερησίως η ελάχιστη συνιστώμενη δόση των 400 mg. Η δόση μπορεί να μειωθεί εάν δεν είναι ανεκτή (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις, Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοκινητικές).
Κατάταξη της ηπατικής δυσλειτουργίας:
- Ήπια: Ολική χολερυθρίνη: ≤ 1,5 ULN, AST: > ULN (μπορεί να είναι φυσιολογική ή < ULN εάν η ολική χολερυθρίνη είναι > ULN)
- Μέτρια: Ολική χολερυθρίνη: > 1,5-3,0 ULN, AST: οποιαδήποτε τιμή
- Σοβαρή: Ολική χολερυθρίνη: > 3-10 ULN, AST: οποιαδήποτε τιμή
ULN = ανώτατο όριο της φυσιολογικής τιμής για το εργαστήριο AST = ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
Νεφρική ανεπάρκεια Σε ασθενείς με έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας ή σε αιμοκάθαρση θα πρέπει να χορηγείται η ελάχιστη συνιστώμενη δόση των 400 mg την ημέρα ως εναρκτήρια δόση. Εντούτοις, σε αυτούς τους ασθενείς συνιστάται προσοχή. Η δόση μπορεί να ελαττωθεί εάν δεν είναι ανεκτή - εάν είναι ανεκτή, η δόση μπορεί να αυξηθεί λόγω έλλειψης αποτελεσματικότητας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
Ηλικιωμένοι Η φαρμακοκινητική του imatinib δεν έχει μελετηθεί ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους. Δεν έχουν παρατηρηθεί σημαντικές φαρμακοκινητικές διαφορές σχετιζόμενες με την ηλικία σε ενήλικες ασθενείς, σε κλινικές μελέτες στις οποίες πάνω από το 20% των ασθενών που συμπεριελήφθησαν ήταν άνω των 65 ετών. Δεν είναι απαραίτητη ιδιαίτερη δοσολογική σύσταση στους ηλικιωμένους.
Τρόπος χορήγησης
Η συνταγογραφούμενη δόση πρέπει να χορηγείται από του στόματος με το γεύμα και ένα μεγάλο ποτήρι νερό για να ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος γαστρεντερικών ερεθισμών. Οι δόσεις των 400 mg ή των 600 mg θα πρέπει να χορηγούνται μία φορά την ημέρα, ενώ η ημερήσια δόση των 800 mg θα πρέπει να χορηγείται ως 400 mg δύο φορές την ημέρα, το πρωί και το βράδυ.
Για ασθενείς που δεν μπορούν να καταπιούν τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία, τα δισκία μπορούν να διαλυθούν σ’ ένα ποτήρι είτε μεταλλικού νερού είτε χυμού μήλου. Ο απαιτούμενος αριθμός δισκίων θα πρέπει να τοποθετηθεί σε κατάλληλο όγκο υγρού (περίπου 50 ml για ένα δισκίο των 100 mg και 200 ml για ένα δισκίο των 400 mg) και να ανακατευτούν με ένα κουτάλι. Το εναιώρημα πρέπει να χορηγηθεί αμέσως μετά τη πλήρη διάλυση του δισκίου ή των δισκίων.
block
Αντενδείξεις
SPC-IMATINIB TEVA
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-IMATINIB TEVA
expand_more
Προειδοποιήσεις
Φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις
Όταν το imatinib συγχορηγείται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα, υπάρχει πιθανότητα για φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις. Απαιτείται προσοχή όταν το imatinib λαμβάνεται με αναστολείς προτεάσης, αζολικά αντιμυκητιασικά, συγκεκριμένες μακρολίδες, CYP3A4 υποστρώματα με περιορισμένο θεραπευτικό παράθυρο (π.χ. κυκλοσπορίνη, πιμοζίδη, τακρόλιμους, σιρόλμους, εργοταμίνη, διεργοταμίνη, φεντανύλη, αλφεντανίλη, τερφεναδίνη, βορτεζομίμπη, δοκεταξέλη, κινιδίνη) ή βαρφαρίνη και άλλα παράγωγα κουμαρίνης (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Η ταυτόχρονη χρήση του imatinib και φαρμακευτικών προϊόντων που επάγουν το CYP3A4 (π.χ. δεξαμεθαζόνη, φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, ριφαμπικίνη, φαινοβαρβιτάλη ή Hypericum perforatum, γνωστό επίσης ως φυτό St. John’s) μπορεί να μειώνει σημαντικά την έκθεση στο imatinib και πιθανά ν’ αυξάνεται ο κίνδυνος θεραπευτικής αποτυχίας. Γι’ αυτόν το λόγο η ταυτόχρονη χρήση ισχυρών επαγωγέων του CYP3A4 και imatinib θα πρέπει ν’ αποφεύγεται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Υποθυρεοειδισμός
Κλινικά περιστατικά υποθυρεοειδισμού έχουν αναφερθεί σε ασθενείς με θυρεοειδοκτομή σε θεραπεία υποκατάστασης με λεβοθυροξίνη κατά τη διάρκεια αγωγής με imatinib (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Τα επίπεδα της θυρεοτρόπου ορμόνης (TSH) θα πρέπει να ελέγχονται τακτικά σε αυτούς τους ασθενείς.
Ηπατοτοξικότητα
Ο μεταβολισμός του imatinib είναι κυρίως ηπατικός και μόνο το 13% της απέκκρισης γίνεται μέσω των νεφρών. Σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (ήπια, μέτρια ή σοβαρή) πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά οι μετρήσεις του περιφερικού αίματος και των ηπατικών ενζύμων (βλ. Δοσολογία, Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοκινητικές). Πρέπει να σημειωθεί ότι οι ασθενείς με GIST μπορεί να έχουν ηπατικές μεταστάσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ηπατική βλάβη.
Περιστατικά ηπατικής βλάβης συμπεριλαμβανομένων της ηπατικής έκπτωσης και ηπατικής νέκρωσης έχουν παρατηρηθεί με το imatinib. Όταν το imatinib συνδυάζεται με σχήματα χημειοθεραπείας υψηλής δόσης έχει διαπιστωθεί μια αύξηση στις σοβαρές ηπατικές αντιδράσεις. Η ηπατική λειτουργία θα πρέπει να ελέγχεται προσεκτικά σε περιπτώσεις που το imatinib συνδυάζεται με χημειοθεραπευτικά σχήματα που είναι γνωστό ότι σχετίζονται με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Αλληλεπιδράσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Κατακράτηση υγρών
Περιστατικά σοβαρής κατακράτησης υγρών (πλευριτικό εξίδρωμα, οίδημα, πνευμονικό οίδημα, ασκίτης, επιφανειακό οίδημα) έχουν αναφερθεί σε περίπου 2,5% των νεοδιαγνωσθέντων με ΧΜΛ ασθενών που λαμβάνουν imatinib. Γι’ αυτόν το λόγο συνιστάται οι ασθενείς να ζυγίζονται τακτικά. Μια μη αναμενόμενη γρήγορη αύξηση του βάρους θα πρέπει να διερευνάται προσεκτικά και εάν είναι απαραίτητο να λαμβάνονται τα απαραίτητα θεραπευτικά μέτρα και υποστηρικτική φροντίδα. Σε κλινικές μελέτες υπήρξε αυξημένη συχνότητα εμφάνισης αυτών των συμβαμάτων στους ηλικιωμένους και σε εκείνους με προηγούμενο ιστορικό καρδιακής νόσου. Γι’ αυτόν τον λόγο απαιτείται προσοχή σε ασθενείς με καρδιακή δυσλειτουργία.
Ασθενείς με καρδιακή νόσο
Οι ασθενείς με καρδιακή νόσο, με παράγοντες κινδύνου καρδιακής έκπτωσης ή ιστορικό νεφρικής έκπτωσης θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά και οποιοσδήποτε ασθενής με σημεία ή συμπτώματα που συνάδουν με καρδιακή ή νεφρική έκπτωση θα πρέπει να αξιολογείται και να θεραπεύεται.
Σε ασθενείς με υπερηωσινοφιλικό σύνδρομο (HES) με λανθάνουσα διήθηση HES κυττάρων εντός του μυοκαρδίου, μεμονωμένες περιπτώσεις καρδιογενούς καταπληξίας/δυσλειτουργίας της αριστερής κοιλίας έχουν συσχετιστεί με αποκοκκίωση των HES κυττάρων κατά την έναρξη της θεραπείας με imatinib. Αναφέρθηκε ότι η κατάσταση κατέστη αναστρέψιμη με τη χορήγηση συστηματικών στεροειδών, τη λήψη μέτρων υποστήριξης του κυκλοφορικού και την προσωρινή διακοπή του imatinib. Αν και καρδιακές ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί όχι συχνά με το imatinib μια προσεκτική αξιολόγηση της ωφέλειας/κινδύνου της θεραπείας με imatinib θα πρέπει να ληφθεί υπόψη στο πληθυσμό με HES/CEL πριν την έναρξη της θεραπείας.
Οι μυελοδυσπλαστικές/μυελοϋπερπλαστικές νόσοι με γονιδιακές αναδιατάξεις του PDGFR ενδέχεται να σχετίζονται με υψηλά επίπεδα ηωσινοφίλων. Η αξιολόγηση από ειδικό καρδιολόγο, η διενέργεια υπερηχοκαρδιογραφήματος και ο καθορισμός της τροπονίνης στον ορό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε ασθενείς με HES/CEL και σε ασθενείς με MDS/MPD που συνδέονται με υψηλά επίπεδα ηωσινοφίλων πριν τη χορήγηση του imatinib. Εάν κάτι είναι μη φυσιολογικό η παρακολούθηση από ειδικό καρδιολόγο και η προφυλακτική χρήση συστηματικών στεροειδών (1-2 mg/kg) για μια έως δύο εβδομάδες ταυτόχρονα με το imatinib θα πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την έναρξη της θεραπείας.
Γαστρεντερικές αιμορραγίες
Στην μελέτη με ασθενείς με ανεγχείρητο και/ή μεταστατικό GIST αναφέρθηκαν γαστρεντερικές και ενδο-ογκικές αιμορραγίες (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Με βάσει τα διαθέσιμα δεδομένα, δεν έχουν προσδιορισθεί προδιαθεσιών παράγοντες (π.χ. μέγεθος όγκου, εντόπιση όγκου, διαταραχές πήξης) που να θέτουν τους ασθενείς με GIST σε υψηλότερο κίνδυνο για κάποιο από τους δύο τύπους αιμορραγίας. Επειδή η αυξημένη αγγείωση και η τάση για αιμορραγία είναι μέρος της φύσης και της κλινικής πορείας των GIST, οι καθιερωμένες πρακτικές και διαδικασίες πρέπει να εφαρμόζονται σε όλους τους ασθενείς για την παρακολούθηση και αντιμετώπιση της αιμορραγίας.
Επιπλέον, κατά την εμπειρία μετά την κυκλοφορία στην αγορά σε ασθενείς με ΧΜΛ, ΟΛΛ και άλλες νόσους, έχει αναφερθεί η αγγειακή εκτασία γαστρικού άντρου (GAVE), μια σπάνια αιτία γαστροεντερικής αιμορραγίας (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Εφόσον χρειάζεται, το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας με Imatinib Teva μπορεί να εξεταστεί.
Σύνδρομο λύσης όγκου
Λόγω της πιθανής επανεμφάνισης του συνδρόμου λύσης όγκου, συνιστάται η αποκατάσταση της κλινικά σημαντικής αφυδάτωσης και η θεραπεία των υψηλών επιπέδων ουρικού οξέως πριν την έναρξη της χορήγησης του imatinib (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Επανενεργοποίηση ηπατίτιδας Β
Επανενεργοποίηση της ηπατίτιδας Β σε ασθενείς που είναι χρόνιοι φορείς αυτού του ιού έχει εμφανιστεί μετά τη χορήγηση αναστολέων της τυροσινικής κινάσης (TKI) BCR-ABL. Ορισμένα περιστατικά είχαν ως αποτέλεσμα οξεία ηπατική ανεπάρκεια ή κεραυνοβόλο ηπατίτιδα οδηγώντας σε μεταμόσχευση ήπατος ή θανατηφόρο έκβαση.
Οι ασθενείς πρέπει να εξεταστούν για λοίμωξη από τον ιό HBV πριν από την έναρξη της θεραπείας με Imatinib Teva. Πριν από την έναρξη της θεραπείας σε ασθενείς που αντιδρούν θετικά στην ορολογική ανίχνευση της ηπατίτιδας Β (συμπεριλαμβανομένων εκείνων με ενεργό νόσο) και σε ασθενείς θετικούς στη λοίμωξη από τον HBV κατά τη διάρκεια της θεραπείας, πρέπει να ζητηθεί η συμβουλή ειδικών στην ηπατική νόσο και τη θεραπεία της ηπατίτιδας Β. Οι φορείς του HBV οι οποίοι χρήζουν θεραπείας με το Imatinib Teva πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σημεία και συμπτώματα ενεργού λοίμωξης από τον HBV κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για αρκετούς μήνες μετά τη λήξη της θεραπείας (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Φωτοτοξικότητα
Η έκθεση στο άμεσο ηλιακό φως πρέπει να αποφεύγεται ή να ελαχιστοποιείται λόγω του κινδύνου φωτοτοξικότητας που σχετίζεται με τη θεραπεία με imatinib. Θα πρέπει να δίδονται οδηγίες στους ασθενείς ώστε να χρησιμοποιούν μέτρα όπως προστατευτικό ρουχισμό και αντιηλιακό με υψηλό δείκτη προστασίας από τον ήλιο (SPF).
Θρομβωτική μικροαγγειοπάθεια
Οι αναστολείς τυροσίνης κινάσης BCR-ABL (TKIs) έχουν συσχετιστεί με θρομβωτική μικροαγγειοπάθεια (ΤΜΑ), συμπεριλαμβανομένων μεμονωμένων περιστατικών για το Imatinib Teva (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Εάν εμφανιστούν εργαστηριακά ή κλινικά ευρήματα που σχετίζονται με ΤΜΑ σε ασθενή που λαμβάνει Imatinib Teva, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται και να γίνεται διεξοδική αξιολόγηση για ΤΜΑ, συμπεριλαμβανομένης της δραστικότητας ADAMTS13 και του προσδιορισμού του αντισώματος αντι-ADAMTS13. Εάν το αντίσωμα αντι-ADAMTS13 είναι αυξημένο σε συνδυασμό με χαμηλή δραστικότητα ADAMTS13, η θεραπεία με Imatinib Teva δεν πρέπει να επαναληφθεί.
Εργαστηριακές δοκιμασίες
Πλήρεις αιματολογικοί έλεγχοι πρέπει να διεξάγονται τακτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με imatinib. Η θεραπευτική αγωγή με imatinib των ασθενών με ΧΜΛ έχει συσχετισθεί με ουδετεροπενία ή θρομβοπενία. Ωστόσο, η εμφάνιση αυτών των κυτταροπενιών πιθανόν σχετίζεται με το στάδιο της νόσου που αντιμετωπίζεται θεραπευτικά και ήταν πιο συχνές σε ασθενείς με ΧΜΛ σε επιταχυνόμενη φάση ή βλαστική κρίση σε σύγκριση με ασθενείς με ΧΜΛ σε χρόνια φάση. Η αγωγή με imatinib μπορεί να διακοπεί ή να μειωθεί η δόση, όπως συνιστάται (βλ. Δοσολογία).
Η ηπατική λειτουργία (τρανσαμινάσες, χολερυθρίνη, αλκαλική φωσφατάση) θα πρέπει να ελέγχεται τακτικά σε ασθενείς που λαμβάνουν imatinib.
Σε ασθενείς με επιβάρυνση της νεφρικής λειτουργίας, η έκθεση του imatinib στο πλάσμα φαίνεται να είναι υψηλότερη από αυτή σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, πιθανόν λόγω του αυξημένου στο πλάσμα επιπέδου της άλφα όξινης γλυκοπρωτεΐνης (AGP), μιας πρωτεΐνης που δεσμεύεται με το imatinib, σε αυτούς τους ασθενείς. Στους ασθενείς με επιβάρυνση της νεφρικής λειτουργίας θα πρέπει να χορηγείται η ελάχιστη δόση έναρξης. Στους ασθενείς με σοβαρή επιβάρυνση της νεφρικής λειτουργίας θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή. Η δόση μπορεί να μειωθεί εάν δεν είναι ανεκτή (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).
Η μακροχρόνια αγωγή με imatinib μπορεί να συσχετίζεται με μια κλινικά σημαντική μείωση της νεφρικής λειτουργίας. Θα πρέπει, επομένως, η νεφρική λειτουργία να αξιολογείται πριν από την έναρξη της θεραπείας με imatinib και να παρακολουθείται στενά κατά τη διάρκεια της θεραπείας, με ιδιαίτερη προσοχή στους ασθενείς που παρουσιάζουν παράγοντες κινδύνου για νεφρική δυσλειτουργία. Εάν παρατηρηθεί νεφρική δυσλειτουργία, η κατάλληλη διαχείριση και αγωγή θα πρέπει να συναγογραφείται σύμφωνα με τις πρότυπες κατευθυντήριες γραμμές θεραπείας.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Έχουν αναφερθεί περιστατικά καθυστέρησης της ανάπτυξης σε παιδιά και προ-έφηβους που λάμβαναν imatinib. Σε μια μελέτη παρατήρησης σε παιδιατρικό πληθυσμό με ΧΜΛ, έχει αναφερθεί μια στατιστικά σημαντική (αλλά με αδιευκρίνιστη κλινική συσχέτιση) μείωση στις διάμεσες βαθμολογίες τυπικής απόκλισης ύψους μετά από 12 και 24 μήνες αγωγής σε δυο μικρά υποσύνολα ανεξάρτητα από την εφηβική κατάσταση ή το φύλο. Συνιστάται η στενή παρακολούθηση της ανάπτυξης των παιδιών που υπόκεινται σε αγωγή με imatinib (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-IMATINIB TEVA
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Δραστικές ουσίες που μπορεί να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις του imatinib στο πλάσμα
Ουσίες που αναστέλλουν τη δραστηριότητα του ισοενζύμου CYP3A4 του κυτοχρώματος Ρ450 (π.χ. αναστολείς πρωτεάσης όπως ινδιναβίρη, λοπιναβίρη/ριτοναβίρη, ριτοναβίρη, σακιναβίρη, τελαπρεβίρη, νελφιναβίρη, βοσεπρεβίρη; αζολικά αντιμυκητιασικά περιλαμβανομένων κετοκοναζόλης, ιτρακοναζόλης, ποσακοναζόλης, βορικοναζόλης; συγκεκριμένες μακρολίδες όπως ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη και τελιθρομυκίνη) μπορεί να μειώσουν το μεταβολισμό και να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις του imatinib. Υπήρξε μια σημαντική αύξηση στην έκθεση στο imatinib (η μέση Cmax και η AUC του imatinib ανήλθε σε 26% και 40%, αντίστοιχα) σε υγιείς εθελοντές, όταν συγχορηγήθηκε με μία εφ’ άπαξ δόση κετοκοναζόλης (ενός αναστολέα του CYP3A4). Συνιστάται προσοχή όταν χορηγείται το imatinib με αναστολείς της οικογενείας CYP3A4.
Δραστικές ουσίες που μπορεί να μειώνουν τις συγκεντρώσεις του imatinib στο πλάσμα
Ουσίες που είναι επαγωγείς της δραστηριότητας του CYP3A4 (π.χ. δεξαμεθαζόνη, φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, ριφαμπικίνη, φαινοβαρβιτάλη, φωσφαινυτοΐνη, πριμιδόνη ή Hypericum perforatum, γνωστό επίσης ως φυτό St. John’s) μπορεί να μειώσουν σημαντικά την έκθεση στο imatinib, αυξάνοντας πιθανά τον κίνδυνο θεραπευτικής αποτυχίας. Προηγηθείσα θεραπεία με πολλαπλές δόσεις ριφαμπικίνης, 600 mg ημερησίως, ακολουθούμενη από μια εφ’άπαξ δόση 400 mg imatinib είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση της Cmax και AUC(0-∞) κατά τουλάχιστον 54% και 74% των αντιστοίχων τιμών χωρίς θεραπεία με ριφαμπικίνη. Παρόμοια αποτελέσματα παρατηρήθηκαν σε ασθενείς με κακοήδη γλοιώματα που έλαβαν θεραπεία με imatinib όσο λάμβαναν αντιεπιληπτικά φαρμακευτικά προϊόντα επαγωγής ενζύμων (EIAED) όπως καρβαμαζεπίνη, οξυκαρβαζεπίνη και φαινυτοΐνη. Η AUC στο πλάσμα για το imatinib μειώθηκε κατά 73% σε σύγκριση με τους ασθενείς που δεν λάμβαναν EIAEDs. Η ταυτόχρονη χρήση της ριφαμπικίνης ή άλλων ισχυρών επαγωγέων του CYP3A4 και του imatinib θα πρέπει ν’αποφεύγεται.
Δραστικές ουσίες που η συγκέντρωση τους στο πλάσμα μπορεί να μεταβάλλεται από το imatinib
Το imatinib αυξάνει τη μέση Cmax και την AUC της σιμβαστατίνης (υπόστρωμα του CYP3A4) κατά 2 έως και 3,5-φορές, αντίστοιχα δεικνύοντας μια αναστολή του CYP3A4 από το imatinib. Γι’αυτόν το λόγο συνιστάται προσοχή όταν χορηγείται το imatinib με υποστρώματα CYP3A4 με στενό θεραπευτικό παράθυρο (π.χ. κυκλοσπορίνη, πιμοζίδη, τακρόλιμους, σιρόλιμους, εργοταμίνη, διεργοταμίνη, φεντανύλη, αλφεντανίλη, τερφεναδίνη, βορτεζομίμπη, δοκεταξέλη και κινιδίνη). Το imatinib μπορεί ν’ αυξήσει τη συγκέντρωση στο πλάσμα άλλων φαρμάκων που μεταβολίζονται μέσω του CYP3A4 (π.χ. τριαζολο-βενζοδιαζεπίνες, αποκλειστές των διαύλων του διϋδροπυριδινικού ασβεστίου, ορισμένοι αναστολείς της αναγωγάσης του HMG-CoA, π.χ. στατίνες κλπ).
Λόγω του γνωστού αυξημένου κινδύνου αιμορραγίας σε σχέση με την χρήση του imatinib, οι ασθενείς που χρειάζονται αντιπηκτικά θα πρέπει να λαμβάνουν χαμηλού μοριακού βάρους ή κλασσική ηπαρίνη, αντί των παραγώγων της κουμαρίνης όπως την βαρφαρίνη.
In vitro το imatinib αναστέλλει τη δραστηριότητα του ισοενζύμου CYP2D6 του κυτοχρώματος Ρ450 σε συγκεντρώσεις παρόμοιες με αυτές που επηρεάζουν τη δραστηριότητα του CYP3A4. Το imatinib στα 400 mg δύο φορές ημερησίως παρουσίασε μια ανασταλτική δράση στο μεταβολισμό της μετοπρολόλης μέσω του CYP2D6 με την Cmax και AUC ν’ αυξάνονται κατά περίπου 23% (90%CI [1,16-1,30]). Δεν φαίνεται να είναι απαραίτητες ρυθμίσεις της δόσης όταν το imatinib συγχορηγείται με υποστρώματα του CYP2D6, εντούτοις συνιστάται προσοχή με τα υποστρώματα του CYP2D6 με στενό θεραπευτικό παράθυρο όπως η μετοπρολόλη. Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η κλινική παρακολούθηση σε ασθενείς που λαμβάνουν μετοπρολόλη.
In vitro, το imatinib αναστέλλει τη Ο-γλυκορουδινίαση της παρακεταμόλης με τιμή Ki = 58,5 micromol/l. Η αναστολή αυτή δεν έχει παρατηρηθεί in vivo μετά την χορήγηση imatinib 400 mg και παρακεταμόλης 1000 mg. Δεν έχουν μελετηθεί υψηλότερες δόσεις imatinib και παρακεταμόλης. Συνιστάται, επομένως, προσοχή όταν το imatinib χρησιμοποιείται σε υψηλές δόσεις ταυτόχρονα με παρακεταμόλη.
Σε ασθενείς με θυρεοειδεκτομή που λαμβάνουν λεβοθυροξίνη, η έκθεση του πλάσματος στη λεβοθυροξίνη μπορεί να μειωθεί όταν συγχορηγείται το imatinib (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Γι’αυτόν το λόγο συνιστάται προσοχή. Εντούτοις ο μηχανισμός της παρατηρηθείσας αλληλεπίδρασης είναι προς το παρόν άγνωστος.
Σε ασθενείς με Ph+ ΟΛΛ υπάρχει κλινική εμπειρία συγχορήγησης του imatinib με χημειοθεραπεία (βλ. Φαρμακοδυναμικές) αλλά οι αλληλεπιδράσεις φαρμάκου με φάρμακο μεταξύ του imatinib και των χημειοθεραπευτικών σχημάτων δεν έχουν καλά χαρακτηριστεί. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες του imatinib όπως ηπατοτοξικότητα, μυελοκαταστολή ή άλλες μπορεί να αυξηθούν και έχει αναφερθεί ότι η ταυτόχρονη χρήση με L-ασπαραγινάση θα μπορεί πιθανόν να συσχετισθεί με αυξημένη ηπατοτοξικότητα (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Γι’αυτόν το λόγο η χρήση του imatinib σε συνδυασμό απαιτεί ιδιαίτερη προφύλαξη.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-IMATINIB TEVA
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφαλείας
Ασθενείς με κακοήθειες σε προχωρημένα στάδια μπορεί να έχουν πολυάριθμες, παρεμβαλλόμενες ιατρικές καταστάσεις που είναι η αιτία ανεπιθύμητων αντιδράσεων που είναι δύσκολο να αξιολογηθούν λόγω της ποικιλίας των συμπτωμάτων που σχετίζονται με την υποκείμενη νόσο, την εξέλιξη της και τη συγχορήγηση πολυάριθμων φαρμακευτικών προϊόντων.
Σε κλινικές μελέτες με ΧΜΛ, η διακοπή του φαρμάκου, λόγω ανεπιθύμητων αντιδράσεων σχετιζομένων με το φάρμακο, παρατηρήθηκε στο 2,4% των νεοδιαγνωσθέντων ασθενών, στο 4% των ασθενών με όψιμη χρόνια φάση μετά από αποτυχία της θεραπείας με ιντερφερόνη, στο 4% των ασθενών με επιταχυνόμενη φάση μετά από αποτυχία της θεραπείας με ιντερφερόνη και στο 5% ασθενών με βλαστική κρίση μετά από αποτυχία της θεραπείας με ιντερφερόνη. Σε GIST το φάρμακο της μελέτης διακόπηκε στο 4% των ασθενών λόγω ανεπιθύμητων αντιδράσεων σχετιζομένων με το φάρμακο.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν παρόμοιες σε όλες τις ενδείξεις, με δύο εξαιρέσεις. Παρατηρήθηκε μεγαλύτερη μυελοκαταστολή σε ασθενείς με ΧΜΛ απ’ότι σε ασθενείς με GIST. Αυτό πιθανόν σχετίζεται με την υποκείμενη νόσο. Στην μελέτη με ασθενείς με ανεγχείρητο και/ή μεταστατικό GIST, (5%) 7 ασθενείς παρουσίασαν CTC βαθμού 3/4 αιμορραγίες από το γαστρεντερικό (3 ασθενείς), αιμορραγίες εντός του όγκου (3 ασθενείς) ή και τις δύο (1 ασθενής). Η εντόπιση των όγκων στο γαστρεντερικό μπορεί να είναι η πηγή των αιμορραγιών του γαστρεντερικού (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Οι αιμορραγίες από το γαστρεντερικό και οι αιμορραγίες εντός του όγκου μπορεί να είναι σοβαρές και μερικές φορές θανατηφόρες. Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες αντιδράσεις (> 10%) σχετιζόμενες με το φάρμακο και στις δύο ομάδες ήταν ήπια ναυτία, έμετος, διάρροια, κοιλιακό άλγος, κόπωση, μυαλγία, μυϊκές κράμπες και εξάνθημα. Τα επιπολής οιδήματα ήταν ένα συχνό εύρημα σε όλες τις κλινικές μελέτες και κύρια περιγράφηκαν ως περικογχικά οιδήματα ή οιδήματα των κάτω άκρων. Παρόλ’αυτά αυτά τα οιδήματα ήταν σπανίως σοβαρά και μπορεί να αντιμετωπισθούν με διουρητικά, άλλα υποστηρικτικά μέτρα ή μειώνοντας τη δόση του imatinib.
Όταν το imatinib συνδυάστηκε με χημειοθεραπεία υψηλής δόσης σε ασθενείς με Ph+ ΟΛΛ, παρατηρήθηκε παροδική ηπατοτοξικότητα με τη μορφή της αύξησης των τρανσαμινασών και της υπερχολερυθριναιμίας. Λαμβάνοντας υπόψη την περιορισμένη βάση δεδομένων ασφαλείας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν αναφερθεί μέχρι σήμερα σε παιδιά είναι συμβατές με το γνωστό προφίλ ασφαλείας σε ενήλικες ασθενείς με Ph+ ΟΛΛ. Τα δεδομένα ασφαλείας για παιδιά με Ph+ ΟΛΛ είναι πολύ περιορισμένα παρόλο που δεν έχουν εξακριβωθεί νέες ανησυχίες για την ασφάλεια.
Διάφορες ανεπιθύμητες αντιδράσεις όπως πλευριτική εξιδρωματική συλλογή, ασκίτης, πνευμονικό οίδημα και γρήγορη αύξηση βάρους με ή χωρίς επιπολής οίδημα μπορεί συγκεντρωτικά να περιγραφούν ως «κατακράτηση υγρού». Αυτές συνήθως μπορεί να αντιμετωπισθούν με προσωρινή διακοπή του imatinib και με διουρητικά και με άλλα κατάλληλα μέτρα υποστηρικτικής φροντίδας. Ωστόσο κάποιες από αυτές τις ανεπιθύμητες αντιδράσεις μπορεί να είναι σοβαρές ή απειλητικές για τη ζωή και κάποιοι ασθενείς με βλαστική κρίση πέθαναν με πολύπλοκο κλινικό ιστορικό πλευριτικής εξιδρωματικής συλλογής, συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας και νεφρικής έκπτωσης. Δεν υπήρξαν ιδιαίτερα ευρήματα σχετικά με την ασφάλεια σε παιδιατρικές κλινικές μελέτες.
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρονται ως περισσότερες από μία μεμονωμένη περίπτωση κατατάσσονται παρακάτω, ανάλογα με τη κατηγορία του συστήματος οργάνου και τη συχνότητα: Οι κατηγορίες συχνότητας ορίζονται με βάση την ακόλουθη σύμβαση: πολύ συχνές (> 1/10), συχνές (>1/100 έως <1/10), όχι συχνές (>1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (> 1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά σειρά συχνότητας, με την πιο συχνή να αναφέρεται πρώτη.
Πίνακας 1 Συνοπτικός πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών
| Κατηγορία συστήματος οργάνου | Συχνότητα | Ανεπιθύμητη ενέργεια |
|---|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Όχι συχνές | Έρπητας ζωστήρας, απλός έρπητας, ρινοφαρυγγίτιδα, πνευμονία, κολπίτιδα, κυτταρίτιδα, λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος, γρίπη, ουρολοίμωξη, γαστρεντερίτιδα, σήψη |
| Σπάνιες | Μυκητίαση | |
| Μη γνωστές | Επανενεργοποίηση ηπατίτιδας Β | |
| Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες) | Σπάνιες | Σύνδρομο λύσης όγκου |
| Μη γνωστές | Αιμορραγία όγκου/νέκρωση όγκου* | |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Μη γνωστές | Αναφυλακτική καταπληξία* |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Πολύ συχνές | Ουδετεροπενία, θρομβοπενία, αναιμία |
| Συχνές | Πανκυτταροπενία, εμπύρετη ουδετεροπενία | |
| Όχι συχνές | Θρομβοκυττάρωση, λεμφοπενία, καταστολή του μυελού των οστών, ηωσινοφιλία, λεμφαδενοπάθεια | |
| Σπάνιες | Αιμολυτική αναιμία, θρομβωτική μικροαγγειοπάθεια | |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Συχνές | Ανορεξία |
| Όχι συχνές | Υποκαλιαιμία, αύξηση της όρεξης, υποφωσφαταιμία, μείωση της όρεξης, αφυδάτωση, ουρική αρθρίτιδα, υπερουριχαιμία, υπερασβεστιαιμία, υπεργλυκαιμία, υπονατριαιμία | |
| Σπάνιες | Υπερκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία | |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Συχνές | Αϋπνία |
| Όχι συχνές | Κατάθλιψη, μειωμένη γενετήσια ορμή, άγχος | |
| Σπάνιες | Συγχυτική κατάσταση | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Πολύ συχνές | Κεφαλαλγία |
| Συχνές | Ζάλη, παραισθησία, διαταραχή της γεύσης, υπαισθησία | |
| Όχι συχνές | Ημικρανία, υπνηλία, συγκοπή, περιφερική νευροπάθεια, επηρεασμένη μνήμη, ισχιαλγία, σύνδρομο ανήσυχων ποδιών, τρόμος, εγκεφαλική αιμορραγία | |
| Σπάνιες | Αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση, σπασμοί, οπτική νευρίτιδα | |
| Μη γνωστές | Εγκεφαλικό οίδημα* | |
| Οφθαλμικές διαταραχές | Συχνές | Οίδημα βλεφάρου, αυξημένη δακρύρροια, αιμορραγία του επιπεφυκότα, επιπεφυκίτιδα, ξηροφθαλμία, θολή όραση |
| Όχι συχνές | Ερεθισμός οφθαλμού, πόνος του οφθαλμού, οίδημα του κόγχου, αιμορραγία του σκληρού, αιμορραγία του αμφιβληστροειδούς, βλεφαρίτιδα, οίδημα της ωχράς κηλίδας | |
| Σπάνιες | Καταρράκτης, γλαύκωμα, οίδημα της οπτικής θηλής | |
| Μη γνωστές | Αιμορραγία του υαλοειδούς σώματος* | |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | Όχι συχνές | Ίλιγγος, εμβοές, απώλεια ακοής |
| Καρδιακές διαταραχές | Όχι συχνές | Αίσθημα παλμών, ταχυκαρδία, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, πνευμονικό οίδημα |
| Σπάνιες | Αρρυθμία, κολπική μαρμαρυγή, καρδιακή ανακοπή, έμφραγμα του μυοκαρδίου, στηθάγχη, περικαρδιακή συλλογή | |
| Μη γνωστές | Περικαρδίτιδα*, καρδιακός επιπωματισμός* | |
| Αγγειακές διαταραχές | Συχνές | Έξαψη, αιμορραγία |
| Όχι συχνές | Υπέρταση, αιμάτωμα, υποσκληρίδιο αιμάτωμα, περιφερική ψυχρότητα, υπόταση, φαινόμενο Raynaud | |
| Μη γνωστές | Θρόμβωση/εμβολή* | |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Συχνές | Δύσπνοια, επίσταξη, βήχας |
| Όχι συχνές | Υπεζοκωτική συλλογή, φαρυγγολαρυγγικό άλγος, φαρυγγίτιδα | |
| Σπάνιες | Πλευριτικός πόνος, πνευμονική ίνωση, πνευμονική υπέρταση, πνευμονική αιμορραγία | |
| Μη γνωστές | Οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια*, διάμεση πνευμονοπάθεια* | |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Πολύ συχνές | Ναυτία, διάρροια, έμετος, δυσπεψία, κοιλιακό άλγος |
| Συχνές | Μετεωρισμός, διάταση της κοιλίας, γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, δυσκοιλιότητα, ξηροστομία, γαστρίτιδα | |
| Όχι συχνές | Στοματίτιδα, εξέλκωση του στόματος, αιμορραγία του γαστρεντερικού σωλήνα, ερυγή, μέλαινα, οισοφαγίτιδα, ασκίτης, γαστρικό έλκος, αιματέμεση, χειλίτιδα, δυσφαγία, παγκρεατίτιδα | |
| Σπάνιες | Κολίτιδα, ειλεός, φλεγμονώδης νόσος του εντέρου | |
| Μη γνωστές | Ειλεός/εντερική απόφραξη*, διάτρηση του γαστρεντερικού σωλήνα*, εκκολπωματίτιδα*, γαστρικού άντρου αγγειακή εκτασία (GAVE)* | |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Συχνές | Αύξηση ηπατικών ενζύμων |
| Όχι συχνές | Υπερχολερυθριναιμία, ηπατίτιδα, ίκτερος | |
| Σπάνιες | Ηπατική ανεπάρκεια, ηπατική νέκρωση | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Πολύ συχνές | Περικογχικό οίδημα, δερματίτιδα/έκζεμα/εξάνθημα |
| Συχνές | Κνησμός, οίδημα προσώπου, ξηροδερμία, ερύθημα, αλωπεκία, νυκτερινοί ιδρώτες, αντίδραση από φωτοευαισθησία | |
| Όχι συχνές | Φλυκταινώδες εξάνθημα, μώλωπας, αυξημένη εφίδρωση, κνίδωση, εκχύμωση, αυξημένη τάση εκχυμώσεων, υποτρίχωση, υποχρωματισμός δέρματος, αποφολιδωτική δερματίτιδα, ρήξη όνυχα, θυλακίτιδα, πετέχειες, ψωρίαση, πορφύρα, υπέρχρωση δέρματος, πομφολυγώδη εξανθήματα | |
| Σπάνιες | Οξεία εμπύρετος ουδετεροφιλική δερμάτωση (σύνδρομο Sweet), δυσχρωματισμός όνυχα, αγγειονευρωτικό οίδημα, φλυκταινώδες εξάνθημα, πολύμορφο ερύθημα, λευκοκυτταροκλαστική αγγειίτιδα, σύνδρομο Stevens-Johnson, οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP) | |
| Μη γνωστές | Σύνδρομο παλαμο-πελματιαίας ερυθροδυσαισθησίας*, λειχενοειδή υπερκεράτωση*, ομαλός λειχήνας*, τοξική επιδερμική νεκρόλυση*, φαρμακευτικό εξάνθημα με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS), ψευδοπορφυρία | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Πολύ συχνές | Μυϊκοί σπασμοί και κράμπες, μυοσκελετικός πόνος συμπεριλαμβανομένης μυαλγίας, αρθραλγίας και οστικού πόνου |
| Συχνές | Οίδημα αρθρώσεων | |
| Όχι συχνές | Δυσκαμψία μυών και αρθρώσεων | |
| Σπάνιες | Μυϊκή αδυναμία, αρθρίτιδα, ραβδομυόλυση/μυοπάθεια | |
| Μη γνωστές | Ανάγγεια νέκρωση/νέκρωση ισχίου*, καθυστέρηση της ανάπτυξης σε παιδιά* | |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Όχι συχνές | Άλγος νεφρού, αιματουρία, οξεία νεφρική ανεπάρκεια, αυξημένη συχνότητα ούρησης |
| Μη γνωστές | Νεφρική ανεπάρκεια χρονία | |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Όχι συχνές | Γυναικομαστία, στυτική δυσλειτουργία, μηνορραγία, ακανόνιστη έμμηνος ρύση, σεξουαλική δυσλειτουργία, άλγος θηλής μαστού, διόγκωση μαστού, οίδημα οσχέου |
| Σπάνιες | Αιμορραγικό ωχρό σωμάτιο/αιμορραγική κύστη ωοθήκης | |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Πολύ συχνές | Κατακράτηση υγρών και οίδημα, κόπωση |
| Συχνές | Αδυναμία, πυρεξία, ανά σάρκα οίδημα, ρίγη | |
| Όχι συχνές | Θωρακικό άλγος, αίσθημα κακουχίας | |
| Παρακλινικές εξετάσεις | Πολύ συχνές | Αύξηση βάρους |
| Συχνές | Μείωση βάρους | |
| Όχι συχνές | Αύξηση κρεατινίνης αίματος, αύξηση κρεατινικής φωσφοκινάσης αίματος, αύξηση γαλακτικής δεϋδρογενάσης αίματος, αύξηση αλκαλικής φωσφατάσης αίματος | |
| Σπάνιες | Αύξηση αμυλάσης αίματος |
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Επανενεργοποίηση της ηπατίτιδας Β έχει αναφερθεί σε συνδυασμό με BCR-ABL TKI. Ορισμένα περιστατικά είχαν ως αποτέλεσμα οξεία ηπατική ανεπάρκεια ή κεραυνοβόλο ηπατίτιδα οδηγώντας σε μεταμόσχευση ήπατος ή θανατηφόρο έκβαση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ανωμαλίες εργαστηριακών δοκιμών
Αιματολογικές διαταραχές Σε ΧΜΛ, κυτταροπενίες, ειδικά ουδετεροπενία και θρομβοκυτταροπενία είναι ένα σταθερό εύρημα σε όλες τις μελέτες με ένδειξη για μεγαλύτερη συχνότητα στις μεγαλύτερες δόσεις > 750 mg (μελέτη φάσης I). Ωστόσο, η εμφάνιση των κυτταροπενιών που ήταν σαφώς εξαρτημένη από το στάδιο της νόσου, τη συχνότητα της βαθμίδας 3 ή 4 των ουδετεροπενιών (ANC < 1,0 x 10^9/l) και των θρομβοπενιών (αριθμός αιμοπεταλίων < 50 x 10^9/l), ήταν 4 με 6 φορές υψηλότερη σε βλαστική κρίση και επιταχυνόμενη φάση (59-64% και 44-63% για ουδετεροπενία και θρομβοκυτταροπενία, αντίστοιχα) σε σύγκριση με τους νεοδιαγνωσθέντες ασθενείς σε χρόνια φάση ΧΜΛ (16,7% ουδετεροπενία και 8,9% θρομβοκυτταροπενία). Σε νεοδιαγνωσθέντες σε χρόνια φάση ΧΜΛ, βαθμού 4 ουδετεροπενία (ANC < 0,5 x 10^9/l) και θρομβοκυτταροπενία (αριθμός αιμοπεταλίων < 10 x 10^9/l), παρατηρήθηκε στο 3,6% και σε ποσοστό < 1% των ασθενών αντίστοιχα. Η μέση διάρκεια των ουδετεροπενικών και θρομβοπενικών επεισοδίων κυμάνθηκε συνήθως από 2 έως 3 εβδομάδες και από 3 έως 4 εβδομάδες, αντίστοιχα. Αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν ν’ αντιμετωπισθούν είτε με μείωση της δόσης, είτε με διακοπή της αγωγής με imatinib αλλά μπορεί σε σπάνιες περιπτώσεις να οδηγήσουν σε οριστική διακοπή της αγωγής. Σε παιδιατρικούς ασθενείς με ΧΜΛ οι πιο συχνές τοξικότητες που παρατηρήθηκαν ήταν βαθμού 3 ή 4 κυτταροπενίες που συμπεριλάμβαναν ουδετεροπενία, θρομβοκυτταροπενία και αναιμία. Αυτές γενικά εμφανίζονται κατά τη διάρκεια των πρώτων μηνών θεραπείας.
Στην μελέτη με ασθενείς με ανεγχείρητο και/ή μεταστατικό GIST, αναιμία βαθμού 3 και 4 αναφέρθηκε στο 5,4% και 0,7% των ασθενών αντίστοιχα και μπορεί να σχετίζεται με γαστρεντερική ή αιμορραγία εντός του όγκου σε τουλάχιστον μερικούς από τους ασθενείς. Ουδετεροπενία βαθμού 3 και 4 παρατηρήθηκε στο 7,5% και 2,7% των ασθενών αντίστοιχα και βαθμού 3 θρομβοπενία στο 0,7% των ασθενών. Κανένας ασθενής δεν ανέπτυξε βαθμού 4 θρομβοπενία. Μείωση των λευκών αιμοσφαιρίων και του αριθμού των ουδετερόφιλων παρουσιάσθηκε κυρίως κατά τη διάρκεια των πρώτων έξι εβδομάδων θεραπείας, με τιμές που παρέμεναν σχετικά σταθερές μετά απ’αυτό το διάστημα.
Βιοχημικές διαταραχές Σοβαρή αύξηση των τρανσαμινασών (< 5%) ή της χολερυθρίνης (< 1%) παρατηρήθηκε σε ασθενείς με ΧΜΛ και αντιμετωπίσθηκε συνήθως με μείωση της δόσης ή διακοπή (η διάμεση διάρκεια αυτών των επεισοδίων ήταν περίπου μια εβδομάδα). Η αγωγή διεκόπη οριστικά, λόγω ηπατικών εργαστηριακών διαταραχών, σε λιγότερο από 1% των ασθενών με ΧΜΛ. Σε ασθενείς με GIST (μελέτη Β2222), παρατηρήθηκαν στο 6,8% αυξήσεις ALT (αλανινική αμινοτρανσφεράση) βαθμού 3 ή 4 και στο 4,8% αυξήσεις AST (ασπαρτική αμινοτρανσφεράση) βαθμού 3 ή 4. Η αύξηση της χολερυθρίνης ήταν κάτω του 3%.
Υπήρξαν περιπτώσεις κυτταρολυτικής ή χολεστατικής ηπατίτιδας και ηπατικής ανεπάρκειας. Κάποιοι απ’αυτούς κατέληξαν, συμπεριλαμβανομένου ενός ασθενούς σε υψηλή δόση παρακεταμόλης.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-IMATINIB TEVA
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να συμβουλεύονται να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Κύηση
Υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία από τη χρήση της imatinib σε έγκυες γυναίκες. Υπήρξαν αναφορές μετά την κυκλοφορία για αυτόματες αποβολές και συγγενείς ανωμαλίες σε νεογνά από γυναίκες που έχουν λάβει imatinib. Ωστόσο, μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα) και ο ενδεχόμενος κίνδυνος για το έμβρυο είναι άγνωστος. Το imatinib δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο. Εάν χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης η ασθενής θα πρέπει να ενημερώνεται για τον ενδεχόμενο κίνδυνο για το έμβρυο.
Θηλασμός
Υπάρχει περιορισμένος αριθμός πληροφοριών για τη κατανομή του imatinib στο ανθρώπινο γάλα. Μελέτες σε δύο γυναίκες που θήλαζαν αποκάλυψαν ότι τόσο το imatinib όσο και ο δραστικός του μεταβολίτης μπορεί να κατανέμονται στο ανθρώπινο γάλα. Ο βαθμός γάλακτος στο πλάσμα που μελετήθηκε σε ένα μόνο ασθενή καθορίστηκε στο 0,5 για το imatinib και 0,9 για τον μεταβολίτη, υποδηλώνοντας μεγαλύτερη κατανομή του μεταβολίτη στο γάλα. Λαμβάνοντας υπόψην την συνδυαζόμενη συγκέντρωση του imatinib και του μεταβολίτη και την μέγιστη ημερησία πρόσληψη γάλακτος από τα βρέφη, η συνολική έκθεση θα αναμενόταν να είναι χαμηλή (~10% μιας θεραπευτικής δόσης). Παρόλα αυτά, αφού τα αποτελέσματα της έκθεσης του βρέφους σε χαμηλή δόση imatinib είναι άγνωστα, οι γυναίκες που λαμβάνουν imatinib δεν πρέπει να θηλάζουν.
Γονιμότητα
Σε μη κλινικές δοκιμές, δεν επηρεάστηκε η γονιμότητα των θηλυκών και αρσενικών αρουραίων (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σε ασθενείς που λάμβαναν imatinib, όσον αφορά την επίδραση του στην γονιμότητα και την γαμετογένεση. Ασθενείς οι οποίοι ανησυχούν για την γονιμότητα τους ενώ είναι σε θεραπεία με imatinib πρέπει να συμβουλευθούν τον ιατρό τους.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-IMATINIB TEVA
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντινεοπλασματικοί παράγοντες, αναστολέας της πρωτεΐνης κινάση, κωδικός ATC: L01XE01
Μηχανισμός δράσης
Το imatinib είναι ένα μικρό μόριο αναστολέα της πρωτείνης κινάση της τυροσίνης το οποίο αναστέλλει την δράση της Bcr-Abl κινάση της τυροσίνης (ΤΚ), καθώς επίσης και διαφόρων υποδοχέων ΤΚ:Κit τον υποδοχέα για τον προγονικό κυτταρικό παράγοντα (SCF) που κωδικοποιείται από το c-kit πρώτο-ογκογονίδιο, τους υποδοχείς της περιοχής της δισκοιδίνης (DDR1 και DDR2), τον υποδοχέα του παράγοντα διέγερσης αποικιών (CSF-1R) και τον υποδοχέα του αυξητικού παράγοντα των αιμοπεταλίων άλφα και βήτα (PDGFR-alpha και PDGFR-beta). Το imatinib επιπλέον μπορεί να αναστείλει κυτταρικές ενέργειες ενδιάμεσες της ενεργοποίησης τέτοιων υποδοχέων κινασών.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Το imatinib είναι ένας αναστολέας της πρωτεΐνης κινάση της τυροσίνης ο οποίος αναστέλλει αποτελεσματικά τη χρωμοσωμική μετατόπιση της κινάσης της τυροσίνης σε κυτταρικά επίπεδα in vitro και in vivo. Η χημική ένωση επιλεκτικά αναστέλλει τον πολλαπλασιασμό και επάγει την απόπτωση σε κυτταρικές γραμμές θετικές για χρωμοσωμική μετατόπιση, όπως επίσης σε φρέσκα λευχαιμικά κύτταρα ασθενών με ΧΜΛ θετική στο χρωμόσωμα Φιλαδέλφειας και ασθενών με ΟΛΛ.
In vivo η χημική ένωση δείχνει αντινεοπλασματική δραστηριότητα όπως μοναδικός παράγοντας σε μοντέλα ζώων που χρησιμοποιούνται κύτταρα όγκων θετικά σε χρωμοσωμική μετατόπιση.
Το imatinib είναι ένας επίσης αναστολέας του υποδοχέα των τυροσινικών κινασών για τον αυξητικό παράγοντα που παράγεται από τα αιμοπετάλια (PDGF), PDGF-R και αναστέλλει τις επαγόμενες από τον PDGF κυτταρικές διαδικασίες. Στην παθογένεση της MDS/MPD, HES/CEL και DFSP, έχει εμπλακεί η συνεχής ενεργοποίηση του υποδοχέα PDGF ή των πρωτεϊνικών κινασών της τυροσίνης του Abl ως αποτέλεσμα της σύντηξης με διαφορετικές συνεργατικές πρωτεΐνες ή της συνεχούς παραγωγής PDGF. Το imatinib αναστέλλει τη διαδικασία μεταγωγής σήματος και τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων που προκαλείται από την απορυθμισμένη δράση της κινάσης των PDGFR και Abl.
Κλινικές Μελέτες σε χρόνια μυελογενή λευχαιμία
Η αποτελεσματικότητα του imatinib βασίζεται στα συνολικά αιματολογικά και κυτταρογενετικά ποσοστά ανταπόκρισης και στην επιβίωση ελεύθερη εξέλιξης. Εκτός από τη νεοδιαγνωσθείσα χρόνια φάση της ΧΜΛ, δεν υπάρχουν ελεγχόμενες μελέτες που να καταδεικνύουν κλινικό όφελος, όπως βελτίωση στα συμπτώματα τα σχετιζόμενα με τη νόσο, ή αυξημένη επιβίωση.
Τρεις μεγάλες, διεθνείς, ανοιχτού σχεδιασμού, μη ελεγχόμενες, φάσης II μελέτες, διεξήχθησαν σε ασθενείς με ΧΜΛ θετική στο χρωμόσωμα Φιλαδέλφειας (Ph+) σε προχωρημένο στάδιο, σε βλαστική ή σε επιταχυνόμενη νόσο, σε ασθενείς με άλλες Ph+ λευχαιμίες ή σε ασθενείς με ΧΜΛ σε χρόνια φάση, στους οποίους προηγούμενα είχε αποτύχει η θεραπεία με ιντερφερόνη-α (IFN-α). Μια μεγάλη, ανοιχτού σχεδιασμού, πολυκεντρική, διεθνής, τυχαιοποιημένη φάσης ΙΙΙ μελέτη διεξήχθη σε ασθενείς με νεοδιαγνωσθείσα Ph+ ΧΜΛ. Επιπλέον, παιδιά έλαβαν αγωγή σε δύο μελέτες φάσης I και σε μια μελέτη φάσης II.
Σε όλες τις κλινικές μελέτες το 38-40% των ασθενών ήταν ηλικίας > 60 χρόνων και το 10-12% των ασθενών ηλικίας > 70 χρόνων.
Χρόνια φάση, νεοδιαγνωσθείσα φάση Αυτή η μελέτη φάσης ΙΙΙ σε ενήλικες ασθενείς συνέκρινε την αγωγή είτε με τη μονοθεραπεία με imatinib είτε με την συνδυασμένη αγωγή ιντερφερόνης-άλφα (IFN) και κυταραβίνη (Αra-C). Στους ασθενείς με απουσία ανταπόκρισης (απουσία πλήρους αιματολογικής ανταπόκρισης (CHR) στους 6 μήνες, αύξηση λευκών αιμοσφαιρίων (WBC), απουσία μέγιστης κυτταρογενετικής ανταπόκρισης (ΜCyR) στους 24 μήνες), απώλεια ανταπόκρισης (απώλεια CHR ή MCyR) ή σοβαρή δυσανεξία στη θεραπεία επετράπη η μετάβασή τους στο εναλλακτικό θεραπευτικό σκέλος. Στο σκέλος του imatinib, οι ασθενείς έλαβαν 400 mg ημερησίως. Στο σκέλος της ΙNF, χορηγήθηκε στους ασθενείς μια δόση στόχος ΙNF των 5 MIU/m2/ημέρα υποδορίως σε συνδυασμό με υποδόρια Ara-C 20 mg/m2/ημέρα για 10 ημέρες/μήνα.
Συνολικά, 1.106 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν, 553 σε κάθε σκέλος. Τα βασικά χαρακτηριστικά εξισορροπήθηκαν καλά ανάμεσα στα δύο σκέλη. Η διάμεση ηλικία ήταν τα 51 έτη (εύρος18-70 έτη) με 21,9% των ασθενών ≥ 60 χρόνων. Υπήρχαν 59% άρρενες και 49% θήλεις ασθενείς. Το 89,9% των ασθενών ήταν καυκάσιας φυλής και το 4,7% ήταν μαύρης φυλής. Επτά έτη μετά τη στρατολόγηση του τελευταίου ασθενούς, η διάμεση διάρκεια της πρώτης γραμμής θεραπείας ήταν 82 και 8 μήνες στις ομάδες imatinib και IFN αντίστοιχα. Η διάμεση διάρκεια της δεύτερης γραμμής θεραπείας με το imatinib ήταν 64 μήνες. Συνολικά, σε ασθενείς που έλαβαν πρώτης γραμμής θεραπεία η κατά μέσο όρο ημερήσια δόση που δόθηκε ήταν 406 ± 76 mg. Το πρωταρχικό καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας της μελέτης είναι η επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου. Ως εξέλιξη καθορίζεται ως οποιοδήποτε από τα ακόλουθα συμβάματα: εξέλιξη σε επιταχυνόμενη φάση ή βλαστική κρίση, θάνατος, απώλεια CHR ή MCyR ή σε ασθενείς στους οποίους δεν επιτυγχάνεται CHR, αυξανόμενος αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων, παρά την κατάλληλη θεραπευτική αντιμετώπιση. Τα βασικά δευτερογενή καταληκτικά σημεία είναι η μέγιστη κυτταρογενετική ανταπόκριση, η αιματολογική ανταπόκριση, η μοριακή ανταπόκριση (αξιολόγηση της ελάχιστης υπολειπόμενης νόσου), ο χρόνος έως την επιταχυνόμενη φάση ή βλαστική κρίση και η επιβίωση. Τα δεδομένα ανταπόκρισης παρουσιάζονται στον Πίνακα 2.
Πίνακας 2 Ανταπόκριση στη μελέτη νεοδιαγνωσθείσας ΧΜΛ (δεδομένα 84 μηνών)
| Imatinib n=553 | IFN+Ara-C n=553 | |
|---|---|---|
| Αιματολογική ανταπόκριση | ||
| CHR ποσοστό n (%) [95% CI] | 534 (96,6%)* [94,7%, 97,9%] | 313 (56,6%)* [52,4%, 60,8%] |
| Κυτταρογενετική ανταπόκριση | ||
| Μέγιστη ανταπόκριση n (%) [95% CI] | 490 (88,6%)* [85,7%, 91,1%] | 129 (23,3%)* [19,9%, 27,1%] |
| Πλήρης CyR n (%) | 456 (82,5%)* | 64 (11,6%)* |
| Μερική CyR n (%) | 34 (6,1%) | 65 (11,8%) |
| Μοριακή ανταπόκριση | ||
| Μέγιστη ανταπόκριση στους 12 μήνες (%) | 153/305=50,2% | 8/83=9,6% |
| Μέγιστη ανταπόκριση στους 24 μήνες (%) | 73/104=70,2% | 3/12=25% |
| Μέγιστη ανταπόκριση στους 84 μήνες (%) | 102/116=87,9% | 3/4=75% |
- p< 0,001, Fischer’s exact test ** ποσοστά μοριακής ανταπόκρισης βάση των διαθέσιμων δειγμάτων
Κριτήρια αιματολογικής ανταπόκρισης (όλες οι ανταποκρίσεις επιβεβαιώνονταν μετά από διάστημα ≥ 4 εβδομάδων): Αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων < 10 x 10^9/l, αιμοπετάλια < 450 x 10^9/l, μυελοκύτταρα + μεταμυελοκύτταρα < 5% στο αίμα, όχι βλάστες και προμυελοκύτταρα στο αίμα, βασεόφιλα < 20%, όχι εξωμυελική συμμετοχή.
Κριτήρια κυτταρογενετικής ανταπόκρισης: Πλήρης (0% Ph+ μετάφαση), μερική (1-35%), μικρή (36-65%) ή ελάχιστη (66-95%). Μια μέγιστη ανταπόκριση (0-35%) συνδυάζει και την πλήρη και τη μερική ανταπόκριση.
Κριτήρια μέγιστης μοριακής ανταπόκρισης: Στο περιφερικό αίμα, μείωση κατά ≥ 3 λογαρίθμων στην ποσότητα των Bcr-Abl μεταγραφών (μέτρηση της ανάστροφης μεταγραφάσης με δοκιμασία real time ποσοτική PCR) αναφορικά με καθορισμένη βασική τιμή αναφοράς.
Τα ποσοστά της πλήρους αιματολογικής ανταπόκρισης, της μέγιστης κυτταρογενετικής ανταπόκρισης και της πλήρους κυτταρογενετικής ανταπόκρισης σε θεραπεία πρώτης γραμμής εκτιμήθηκαν χρησιμοποιώντας τη προσέγγιση Kaplan-Meier για την οποία αυτοί που δεν ανταποκρίθηκαν δεν υπολογίσθηκαν την ημέρα της τελευταίας εξέτασης. Χρησιμοποιώντας αυτή τη προσέγγιση τα εκτιμώμενα αθροιστικά ποσοστά ανταπόκρισης για τη θεραπεία πρώτης γραμμής με imatinib βελτιώνονται από τους 12 μήνες θεραπείας στους 84 μήνες θεραπείας όπως παρακάτω: CHR από 96,4% σε 98,4% και CCyR από 69,5% σε 87,2%, αντίστοιχα.
Κατά τη παρακολούθηση 7 ετών, υπήρξαν 93 (16,8%) συμβάματα εξέλιξης στην ομάδα του imatinib: σε 37 (6,7%) εμπλεκόταν εξέλιξη σε επιταχυνόμενη φάση/βλαστική κρίση, 31 (5,6%) απώλεια της MCyR, 15 (2,7%) απώλεια της CHR ή αύξηση των λευκοκυττάρων και 10 (1,8%) μη συσχετιζόμενοι με ΧΜΛ θάνατοι. Αντίθετα υπήρξαν 165 (29,8%) συμβάματα στην ομάδα IFN+Ara-C από τα οποία 130 εμφανίσθηκαν κατά τη διάρκεια της πρώτης γραμμής θεραπεία με IFN+Ara-C.
Το εκτιμώμενο ποσοστό ασθενών χωρίς εξέλιξη της νόσου σε επιταχυνόμενη φάση ή σε βλαστική κρίση στους 84 μήνες ήταν σημαντικά υψηλότερο στο σκέλος του imatinib σε σύγκριση με το σκέλος ΙNF (92,5% έναντι 85,1%, p<0,001). Το ετήσιο ποσοστό της εξέλιξης στην επιταχυνόμενη φάση ή βλαστική κρίση μειώθηκε με το χρόνο στη θεραπεία: και ήταν μικρότερο από 1% ετησίως τον τέταρτο και πέμπτο χρόνο. Η εκτιμώμενη επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου στους 84 μήνες ήταν 81,2% στο σκέλος imatinib και 60,6% στο σκέλος ελέγχου (p<0,001). Τα ετήσια ποσοστά της εξέλιξης σε οποιοδήποτε τύπο για το imatinib επίσης μειώθηκαν με το χρόνο.
Ένα σύνολο 71 (12,8%) και 85 (15,4%) ασθενών κατέληξαν στις ομάδες imatinib και IFN+Ara-C, αντίστοιχα. Στους 84 μήνες η εκτιμώμενη συνολική επιβίωση είναι 86,4% (83, 90) έναντι 83,3% (80, 87) στις τυχαιοποιημένες ομάδες imatinib και IFN+Ara-C, αντίστοιχα (p=0,073, log-rank test). Αυτό το καταληκτικό σημείο χρόνος - σύμβαμα επηρεάζεται ισχυρά από το υψηλό κλάσμα χιασμού από IFN+Ara-C στο imatinib. Το αποτέλεσμα της θεραπείας με imatinib στην επιβίωση σε χρόνια φάση, σε νεοδιαγνωσθείσα ΧΜΛ εξετάσθηκε περαιτέρω σε αναδρομική ανάλυση των παραπάνω αναφερομένων δεδομένων με imatinib με τα πρωταρχικά δεδομένα από μια μελέτης Φάσης III που χρησιμοποιήθηκε IFN+Ara-C (n=325) με πανομοιότυπο θεραπευτικό σχήμα. Σε αυτή την αναδρομική ανάλυση, η υπεροχή του imatinib έναντι του IFN+Ara-C στη συνολική επιβίωση καταδείχθηκε (p<0,001). Μέσα σε χρονικό διάστημα 42 μηνών κατέληξαν 47 (8,5%) ασθενείς σε imatinib και 63 ασθενείς (19,4%) σε IFN+Ara-C.
Ο βαθμός της κυτταρογενετικής και μοριακής ανταπόκρισης είχε φανερή επίδραση στα μακροχρόνια αποτελέσματα σε ασθενείς με imatinib. Ενώ ένα υπολογιζόμενο ποσοστό 96% (93%) των ασθενών με CCyR (PCyR) στους 12 μήνες ήταν χωρίς εξέλιξη σε επιταχυνόμενη φάση/βλαστική κρίση στους 84 μήνες, μόνο το 81% των ασθενών χωρίς MCyR στους 12 μήνες ήταν ελεύθερο εξέλιξης σε επιταχυνόμενη ΧΜΛ στους 84 μήνες (p<0,001 συνολικά, p=0,25 μεταξύ CCyR και PCyR). Σε ασθενείς με μείωση σε Bcr-Abl μεταγραφές τουλάχιστον 3 λογαρίθμων στους 12 μήνες, η πιθανότητα να παραμείνουν ελεύθεροι εξέλιξης από σε επιταχυνόμενη φάση/βλαστική κρίση ήταν 99% στους 84 μήνες. Παρόμοια ευρήματα βρέθηκαν με βάση μια 18 μηνών ανάλυση.
Σε αυτήν τη μελέτη, οι δοσολογικές διαβαθμίσεις ήταν επιτρεπτές από 400 mg σε 600 mg ημερησίως, και στη συνέχεια από 600 mg ημερησίως σε 800 mg ημερησίως. Μετά από 42 μήνες παρακολούθησης, 11 ασθενείς παρουσίασαν επιβεβαιωμένη απώλεια (μέσα σε χρονικό διάστημα 4 εβδομάδων) της κυτταρογενετικής τους ανταπόκρισης. Από τους 11 αυτούς ασθενείς, σε 4 ασθενείς αυξήθηκε η δοσολογία στα 800 mg ημερησίως, οπότε 2 από αυτούς ξαναπόκτησαν την κυτταρογενετική τους ανταπόκριση (1 μερικώς και 1 πλήρως, ο τελευταίος επίσης επέτυχε μοριακή ανταπόκριση) ενώ από τους 7 στους οποίους δεν αυξήθηκε η δόση μόνον ένας ξαναπόκτησε πλήρη κυτταρογενετική ανταπόκριση. Το ποσοστό κάποιων ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν υψηλότερο στους 40 ασθενείς στους οποίους η δόση αυξήθηκε στα 800 mg ημερησίως σε σύγκριση με τον πληθυσμό των ασθενών πριν την αύξηση της δόσης (n=551). Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες αντιδράσεις ήταν οι αιμορραγίες από το γαστρεντερικό, επιπεφυκίτιδα και αύξηση των τρανσαμινασών ή της χολερυθρίνης. Άλλες ανεπιθύμητες αντιδράσεις αναφέρθηκαν σε χαμηλότερη ή ίδια συχνότητα.
Χρόνια φάση, αποτυχία στην ιντερφερόνη Αντιμετωπίσθηκαν 532 ενήλικες ασθενείς με δόση έναρξης τα 400 mg. Οι ασθενείς χωρίστηκαν σε τρεις βασικές κατηγορίες: αιματολογική αποτυχία (29%), κυτταρογενετική αποτυχία (35%) ή δυσανεξία στην ιντερφερόνη (36%). Οι ασθενείς είχαν λάβει προηγουμένως για 14 μήνες, κατά μέσο όρο, θεραπεία με IFN σε δόσεις ≥ 25 x 10^6 IU/εβδομάδα και ήταν όλοι σε προχωρημένη χρόνια φάση, με μέσο όρο διάγνωσης 32 μήνες. Η πρωταρχική παράμετρος αποτελεσματικότητας της μελέτης ήταν το ποσοστό της μέγιστης κυτταρογενετικής ανταπόκρισης (πλήρης συν μερική ανταπόκριση, 0 έως 35% Ph+ μεταφάσεων στο μυελό των οστών).
Σε αυτήν τη μελέτη το 65% των ασθενών επέτυχε μια μέγιστη κυτταρογενετική ανταπόκριση, η οποία ήταν πλήρης στο 53% (επιβεβαιωμένη στο 43%) των ασθενών (Πίνακας 3). Μία πλήρης αιματολογική ανταπόκριση επετεύχθη στο 95% των ασθενών.
Επιταχυνόμενη φάση Στη μελέτη εισήχθησαν 235 ενήλικες ασθενείς σε φάση επιταχυνόμενης νόσου. Οι πρώτοι 77 ξεκίνησαν με 400 mg, το πρωτόκολλο κατόπιν τροποποιήθηκε για να επιτρέψει μεγαλύτερη δοσολογία και οι υπόλοιποι 158 ασθενείς ξεκίνησαν με 600 mg.
Η πρωταρχική παράμετρος αποτελεσματικότητας ήταν το ποσοστό της αιματολογικής ανταπόκρισης, αναφερόμενο είτε ως πλήρης αιματολογική ανταπόκριση, καμία ένδειξη για λευχαιμία (π.χ. κάθαρση από τους βλάστες από το μυελό και το αίμα αλλά χωρίς πλήρη περιφερική αιματολογική αποκατάσταση, όπως στις πλήρεις ανταποκρίσεις), είτε ως επαναφορά σε χρόνια φάση ΧΜΛ. Επιβεβαιωμένη αιματολογική ανταπόκριση επετεύχθη στο 71,5% των ασθενών (Πίνακας 3). Σημαντικό ήταν το γεγονός ότι στο 27,7% των ασθενών επετεύχθη μια μέγιστη κυτταρογενετική ανταπόκριση, η οποία ήταν πλήρης στο 20,4% (επιβεβαιωμένη στο 16%) των ασθενών. Για τους ασθενείς που τους χορηγήθηκαν 600 mg, οι τρέχουσες εκτιμήσεις για τη διάμεση εξέλιξη- ελεύθερης νόσου-επιβίωση και τη συνολική επιβίωση ήταν 22,9 και 42,5 μήνες αντίστοιχα.
Μυελοειδής βλαστική κρίση 260 ασθενείς με μυελοειδή βλαστική κρίση εισήχθησαν. 95 (37%) είχαν λάβει προηγούμενα χημειοθεραπεία για αγωγή της είτε επιταχυνόμενης φάσης ή της βλαστικής κρίσης («προαντιμετωπισθέντες ασθενείς») ενώ 165 (63%) δεν είχαν λάβει προηγούμενα χημειοθεραπεία («μη αντιμετωπισθέντες ασθενείς»). Οι πρώτοι 37 ξεκίνησαν με 400 mg, το πρωτόκολλο κατόπιν τροποποιήθηκε για να επιτρέψει μεγαλύτερη δοσολογία και οι υπόλοιποι 223 ασθενείς ξεκίνησαν με 600 mg.
Η πρωταρχική μεταβλητή αποτελεσματικότητας ήταν το ποσοστό της αιματολογικής ανταπόκρισης, αναφερόμενο είτε ως πλήρης αιματολογική ανταπόκριση, καμία ένδειξη για λευχαιμία είτε ως επιστροφή στη χρόνια φάση της ΧΜΛ χρησιμοποιώντας τα ίδια κριτήρια με αυτά της μελέτης σε επιταχυνόμενη φάση. Σε αυτή τη μελέτη το 31% των ασθενών επέτυχε αιματολογική ανταπόκριση (36% των ασθενών που δεν είχαν λάβει προηγούμενα αγωγή και 22% των ασθενών που είχαν ήδη λάβει κάποια αγωγή). Το ποσοστό της ανταπόκρισης ήταν επίσης υψηλότερο στους ασθενείς που έλαβαν τα 600 mg (33%) συγκρινόμενο με τους ασθενείς που έλαβαν τα 400 mg (16%, p=0,0220). Η ισχύουσα εκτίμηση της μέσης επιβίωσης των ασθενών που δεν είχαν λάβει προηγούμενα αγωγή και των ασθενών που είχαν ήδη λάβει κάποια αγωγή ήταν 7,7 και 4,7 μήνες, αντίστοιχα.
Λεμφοειδής βλαστική κρίση Περιορισμένος αριθμός ασθενών εισήχθησαν σε μελέτες φάση I (n=10). To ποσοστό της αιματολογικής ανταπόκρισης ήταν 70% με διάρκεια 2-3 μήνες.
Πίνακας 3 Ανταπόκριση σε μελέτες ΧΜΛ σε ενήλικες
| Μελέτη 0110 δεδομένα 37 μηνών Χρόνια φάση, αποτυχία της IFN (n=532) | Μελέτη 0109 δεδομένα 40,5 μηνών Επιταχυνόμενη φάση (n=235) | Μελέτη 0102 δεδομένα 38 μηνών Μυελοειδής βλαστική κρίση (n=260) | |
|---|---|---|---|
| % των ασθενών (CI95%) | |||
| Αιματολογική ανταπόκριση | |||
| Πλήρης αιματολογική ανταπόκριση (CHR) | 95% (92,3-96,3) | 42% | 8% |
| Καμία ένδειξη για λευχαιμία (NEL) | 12% | ||
| Μετατροπή σε χρόνια φάση (RTC) | 17% | 18% | |
| Μέγιστη κυτταρογενετική ανταπόκριση | |||
| Πλήρης (Επιβεβαιωμένη) [95% CI] | 53% (43%) [38,6-47,2] | 20% (16%) [11,3-21,0] | 7% (2%) [0,6-4,4] |
| Μερική | 12% | 7% | 8% |
- Αιματολογικά κριτήρια ανταπόκρισης (όλες οι ανταποκρίσεις επιβεβαιώνονταν μετά από διάστημα ≥ 4 εβδομάδων):
- CHR: Μελέτη 0110 [αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων < 10 x 10^9/l, αιμοπετάλια < 450 x 10^9/l, μυελοκύτταρα+μεταμυελοκύτταρα < 5% στο αίμα, όχι βλάστες και προμυελοκύτταρα στο αίμα, βασεόφιλα < 20%, όχι εξωμυελική συμμετοχή] και στις μελέτες 0102 και 0109 [αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων ≥ 1,5 x 10^9/l, αιμοπετάλια ≥ 100 x 10^9/l, όχι βλάστες στο αίμα, βλάστες στον μυελό < 5% και όχι εξωμυελική νόσος]
- NEL Ίδια κριτήρια όπως για CHR αλλά ΑΛΑ > 1 x 10^9/l και αιμοπετάλια > 20 x 10^9/l (0102 και 0109 μόνο)
- RTC < 15% βλάστες σε μυελό και περιφερικό αίμα, < 30% βλάστες+προμυελοκύτταρα σε μυελό και περιφερικό αίμα, < 20% βασεόφιλα σε PB, όχι εξωμυελική νόσος άλλη από σπλήνα και ήπαρ (μόνο για 0102 και 0109).
- BM = μυελός των οστών, PB = περιφερικό αίμα
- Κυτταρογενετικά κριτήρια ανταπόκρισης:
- Μια μέγιστη ανταπόκριση συνδυάζει και την πλήρη και τη μερική ανταπόκριση: πλήρης (0% Ph+ μεταφάσεις), μερική (1-35%)
- Πλήρης κυτταρογενετική ανταπόκριση επιβεβαιωμένη από μια δεύτερη κυτταρογενετική αξιολόγηση μυελού των οστών που πραγματοποιείται τουλάχιστον ένα μήνα μετά την αρχική μελέτη μυελού των οστών.
Παιδιατρικοί ασθενείς Συνολικά 26 παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας < 18 ετών είτε σε χρόνια φάση ΧΜΛ (n=11) ή με ΧΜΛ σε βλαστική κρίση ή με Ph+ οξεία λευχαιμία (n=15) εισήχθησαν σε μια μελέτη φάσης I διαβάθμισης της δόσης. Αυτός ήταν ένας πληθυσμός που είχαν προηγούμενα υποβληθεί σε έντονη αγωγή αφού το 46% είχε λάβει προηγούμενα BMT και το 73% είχε λάβει με πολλά φάρμακα χημειοθεραπείας. Οι ασθενείς έλαβαν αγωγή με δόσεις imatinib των 260 mg/m2/ημέρα (n=5), 340 mg/m2/ημέρα (n=9), 440 mg/m2/ημέρα (n=7) και 570 mg/m2/ημέρα (n=5). Από τους 9 ασθενείς με ΧΜΛ σε χρόνια φάση και τα διαθέσιμα κυτταρογενετικά δεδομένα, 4 (44%) και 3 (33%) επέτυχαν πλήρη και μερική κυτταρογενετική ανταπόκριση, αντίστοιχα για ποσοστό McyR 77%.
Ένα σύνολο 51 παιδιατρικών ασθενών με νεοδιαγνωσθείσα και αδιάγνωστη ΧΜΛ σε χρόνια φάση εισήχθη σε μια ανοιχτού σχεδιασμού, πολυκεντρική, μονού βραχίονα φάσης II μελέτη. Οι ασθενείς έλαβαν θεραπεία με imatinib 340 mg/m2/ημέρα, χωρίς διακοπές λόγω απουσίας ορίου τοξικότητας δόσης. Η αγωγή με imatinib επάγει μια γρήγορη ανταπόκριση σε νεοδιαγνωσθέντες παιδιατρικούς ασθενείς με ΧΜΛ με CHR σε ποσοστό 78% μετά από 8 εβδομάδες θεραπείας. Το υψηλό ποσοστό CHR συνοδεύεται από τη δημιουργία πλήρους κυτταρογενετικής ανταπόκρισης σε ποσοστό 65% που είναι συγκρίσιμο με τα αποτελέσματα που παρατηρήθηκαν σε ενήλικες. Επιπρόσθετα, μερική κυτταρογενετική ανταπόκριση παρατηρήθηκε στο 16% για McyR 81%. H πλειονότητα των ασθενών στους οποίους επετεύχθη κυτταρογενετική ανταπόκριση την ανέπτυξαν μεταξύ του μήνα 3 και 10 με διάμεσο χρόνο στην ανταπόκριση κατά την Kaplan-Meier εκτίμηση 5,6 μήνες.
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το imatinib σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στην χρόνια μυελογενή λευχαιμία (ΧΜΛ) θετική (Ph+) για χρωμόσωμα Φιλαδέλφειας (bcr-abl) (βλ. Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
Κλινικές μελέτες σε Ph+ ΟΛΛ
Νεοδιαγνωσθείσα Ph+ ΟΛΛ Σε μια ελεγχόμενη μελέτη (ADE10) του imatinib έναντι χημειοθεραπείας εφόδου σε 55 ασθενείς με νεοδιαγνωσθείσα νόσο, ηλικίας 55 ετών και άνω, το imatinib χρησιμοποιούμενο ως μονοθεραπεία οδήγησε σε σημαντικά υψηλότερο ποσοστό πλήρους αιματολογικής ανταπόκρισης σε σχέση με τη χημειοθεραπεία (96,3% έναντι 50%, p=0,0001). Όταν χορηγήθηκε θεραπεία διάσωσης με imatinib σε ασθενείς που δεν είχαν καμία ανταπόκριση ή είχαν μικρή ανταπόκριση στη χημειοθεραπεία, 9 (81,8%) από τους 11 ασθενείς πέτυχαν πλήρη αιματολογική ανταπόκριση. Το συγκεκριμένο κλινικό αποτέλεσμα συσχετίστηκε με μεγαλύτερη μείωση των bcr-abl μεταγραφών στους ασθενείς που έλαβαν imatinib σε σύγκριση με το σκέλος χημειοθεραπείας μετά από 2 εβδομάδες θεραπείας (p=0,02). Όλοι οι ασθενείς έλαβαν imatinib και χημειοθεραπεία σταθεροποίησης (βλ. Πίνακα 3) μετά τη χημειοθεραπεία εφόδου και τα επίπεδα των bcr-abl μεταγραφών ήταν ίδια στα δύο σκέλη θεραπείας στις 8 εβδομάδες. Όπως ήταν αναμενόμενο βάσει του σχεδιασμού της μελέτης, δεν παρατηρήθηκε διαφορά στη διάρκεια της ύφεσης, την ελεύθερη νόσου επιβίωση ή τη συνολική επιβίωση, αν και οι ασθενείς με πλήρη μοριακή ανταπόκριση και οι οποίοι εξακολουθούσαν να έχουν ελάχιστη υπολειπόμενη νόσο είχαν καλύτερη έκβαση όσον αφορά τόσο τη διάρκεια της ύφεσης (p=0,01) όσο και την ελεύθερη νόσου επιβίωση (p=0,02).
Τα αποτελέσματα που παρατηρήθηκαν σε έναν πληθυσμό 211 ασθενών με νεοδιαγνωσθείσα Ph+ ΟΛΛ σε τέσσερις μη ελεγχόμενες κλινικές μελέτες (AAU02, ADE04, AJP01 και AUS01) συμφωνούν με τα αποτελέσματα που περιγράφηκαν παραπάνω. Το imatinib σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία εφόδου (βλ. Πίνακα 3) οδήγησε σε ποσοστό πλήρους αιματολογικής ανταπόκρισης 93% (147 από τους 158 αξιολογήσιμους ασθενείς) και σε ποσοστό μέγιστης κυτταρογενετικής ανταπόκρισης 90% (19 από τους 21 αξιολογήσιμους ασθενείς). Το ποσοστό πλήρους μοριακής ανταπόκρισης ήταν 48% (49 από τους 102 αξιολογήσιμους ασθενείς). Η ελεύθερη νόσου επιβίωση (DFS) και η συνολική επιβίωση (OS) σταθερά υπερέβησαν το 1 έτος και ήταν ανώτερες του ιστορικού ελέγχου (DFS p<0,001, OS p<0,0001) σε δύο μελέτες (AJP01 και AUS01).
Πίνακας 4 Χημειοθεραπευτικό σχήμα που χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με imatinib
| Μελέτη | Φάση Θεραπείας | Χημειοθεραπευτικό Σχήμα |
|---|---|---|
| ADE10 | Θεραπεία εισαγωγής για επίτευξη ύφεσης | Από στόματος, DEX 10 mg/m2 ημέρες 1-5, CP 200 mg/m2 i.v., ημέρες 3, 4, 5, MTX 12 mg ενδορραχιαία, ημέρα 1 |
| Επίτευξη ύφεσης | Από στόματος, DEX 10 mg/m2 ημέρες 6-7, 13-16, VCR 1 mg i.v., ημέρες 7, 14, IDA 8 mg/m2 i.v. (0,5 h), ημέρες 7, 8, 14, 15, CP 500 mg/m2 i.v.(1 h) ημέρα 1. Ara-C 60 mg/m2 i.v., ημέρες 22-25, 29-32 | |
| Θεραπεία σταθεροποίησης I, III, V | MTX 500 mg/m2 i.v. (24 h), ημέρες 1, 15, Από στόματος 6-MP 25 mg/m2, ημέρες 1-20 | |
| Θεραπεία σταθεροποίησης II, IV | Ara-C 75 mg/m2 i.v. (1 h), ημέρες 1-5, VM26 60 mg/m2 i.v. (1 h), ημέρες 1-5 | |
| AAU02 | Θεραπεία εφόδου (de novo Ph+ ΟΛΛ) | Δαουνορουβικίνη 30 mg/m2 i.v., ημέρες 1-3, 15-16, VCR 2 mg συνολική δόση i.v., ημέρες 1, 8, 15, 22, CP 750 mg/m2 i.v., ημέρες 1, 8, Από στόματος Πρεδνιζόνη 60 mg/m2, ημέρες 1-7, 15-21, Από στόματος IDA 9 mg/m2, ημέρες 1-28, MTX 15 mg ενδορραχιαία, ημέρες 1, 8, 15, 22, Ara-C 40 mg ενδορραχιαία, ημέρες 1, 8, 15, 22, Μεθυλπρεδνιζολόνη 40 mg ενδορραχιαία, ημέρες 1, 8, 15, 22 |
| Σταθεροποίηση (de novo Ph+ ΟΛΛ) | Ara-C 1,000 mg/m2/12 h i.v.(3 h), ημέρες 1-4, Μιτοξαντρόνη 10 mg/m2 i.v. ημέρες 3-5, MTX 15 mg ενδορραχιαία, ημέρα 1, Μεθυλπρεδνιζολόνη 40 mg ενδορραχιαία, ημέρα 1 | |
| ADE04 | Θεραπεία εισαγωγής για επίτευξη ύφεσης | Από στόματος DEX 10 mg/m2, ημέρες 1-5, CP 200 mg/m2 i.v., ημέρες 3-5, MTX 15 mg ενδορραχιαία, ημέρα 1 |
| Θεραπεία εφόδου I | Από στόματος DEX 10 mg/m2, ημέρες 1-5, VCR 2 mg i.v, ημέρες 6, 13, 20, Δαουνορουβικίνη 45 mg/m2 i.v., ημέρες 6-7, 13-14 | |
| Θεραπεία εφόδου II | CP 1 g/m2 i.v. (1 h), ημέρες 26, 46, Ara-C 75 mg/m2 i.v. (1 h), ημέρες 28-31, 35-38, 42-45, Από στόματος 6-MP 60 mg/m2, ημέρες 26-46 | |
| Θεραπεία σταθεροποίησης | Από στόματος DEX 10 mg/m2, ημέρες 1-5, Βινδεσίνη 3 mg/m2 i.v., ημέρα 1; MTX 1,5 g/m2 i.v. (24), ημέρα 1, Ετοποσίδη 250 mg/m2 i.v. (1 h) ημέρες 4-5, Ara-C 2x 2 g/m2 i.v. (3 h, q 12 h), ημέρα 5 | |
| AJP01 | Θεραπεία εφόδου | CP 1,2 g/m2 i.v. (3 h), ημέρα 1, Δαουνορουβικίνη 60 mg/m2 i.v. (1 h), ημέρες 1-3, Βινκριστίνη 1,3 mg/m2 i.v., ημέρες 1, 8, 15, 21, Από στόματος Πρεδνιζολόνη 60 mg/m2/ημέρα |
| Θεραπεία σταθεροποίησης | Εναλλακτικό χημειοθεραπευτικό σχήμα: υψηλής δόσης χημειοθεραπεία με MTX 1 g/m2 i.v. (24 h), ημέρα 1, και Ara-C 2 g/m2 i.v. (q 12 h), ημέρες 2-3, για 4 κύκλους | |
| Συντήρηση | VCR 1,3 g/m2 i.v., ημέρα 1, Πρεδνιζολόνη 60 mg/m2 από στόματος, ημέρες 1-5 | |
| AUS01 | Θεραπεία εισαγωγής-σταθεροποίησης | Hyper-CVAD σχήμα: CP 300 mg/m2 i.v. (3 h, q 12 h), ημέρες 1-3, Βινκριστίνη 2 mg i.v., ημέρες 4, 11, Δοξορουβικίνη 50 mg/m2 i.v. (24 h), ημέρα 4, DEX 40 mg/ημέρα τις ημέρες 1-4 και 11-14, εναλλάσσοντας με MTX 1 g/m2 i.v. (24 h), ημέρα 1, Ara-C 1 g/m2 i.v. (2 h, q 12 h), ημέρες 2-3 (συνολικά από 8 κύκλους) |
| Συντήρηση | VCR 2 mg i.v. μηνιαίως για 13 μήνες. Από στόματος Πρεδνιζολόνη 200 mg, 5 ημέρες μηνιαίως για 13 μήνες |
Όλα τα θεραπευτικά σχήματα περιλαμβάνουν χορήγηση στεροειδών για προφύλαξη του ΚΝΣ. Ara-C: cytosine arabinoside, CP: κυκλοφωσφαμίδη, DEX: δεξαμεθαζόνη, MTX: μεθοτρεξάτη, 6-MP: 6-μερκαπτοπουρίνη, VM26: τενιποσίδη, VCR: βινκριστίνη, IDA:ιδαρουβικίνη, i.v.: ενδοφλέβια
Παιδιατρικός πληθυσμός Στη μελέτη Ι2301, ένας συνολικός αριθμός 93 παιδιατρικών, εφήβων και νεαρών ενήλικων ασθενών (από 1 έως 22 ετών) με Ph+ ΟΛΛ έλαβε μέρος σε μια ανοιχτού σχεδιασμού, πολυκεντρική, διαδοχικών ομάδων, μη τυχαιοποιημένη φάσης III δοκιμή, και έλαβαν θεραπεία με imatinib 340 mg/m2/ημέρα σε συνδυασμό με εντατική χημειοθεραπεία μετά τη θεραπεία εφόδου. Το imatinib λαμβανόταν περιοδικά στις ομάδες 1-5, με αυξάνουσα διάρκεια και νωρίτερη έναρξη του imatinib από ομάδα σε ομάδα, η ομάδα 1 λάμβανε τη χαμηλότερη σε ένταση και η ομάδα 5 την υψηλότερη σε ένταση αγωγή με imatinib (μεγαλύτερη διάρκεια σε ημέρες με συνεχή ημερήσια δοσολογία imatinib κατά τις πρώτες αγωγές χημειοθεραπείας). Η συνεχή ημερήσια έκθεση στο imatinib νωρίς κατά τον κύκλο αγωγής σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία στους ασθενείς (n=50) της ομάδας 5 βελτίωσε την 4-ετών επιβίωση ελεύθερη συμβαμάτων (EFS) σε σύγκριση με το ιστορικό ελέγχου (n=120), που λάμβαναν συνήθη χημειοθεραπεία χωρίς imatinib (69,6% έναντι 31,6% αντίστοιχα). Η εκτιμημένη 4-ετών OS στους ασθενείς της ομάδας 5 ήταν 83,6% σε σύγκριση με 44,8% στο ιστορικό ελέγχου. Είκοσι από τους πενήντα (40%) των ασθενών της ομάδας 5 έλαβαν μόσχευμα αιματοποιητικών προγονικών κυττάρων.
Πίνακας 5 Χημειοθεραπευτικό σχήμα που χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με imatinib κατά τη μελέτη Ι2301
| Φάση Θεραπείας | Χημειοθεραπευτικό Σχήμα |
|---|---|
| Σταθεροποίηση ομάδα 1 (3 εβδομάδες) | VP-16 (100 mg/m2/ημέρα, IV): ημέρες 1-5, Ιφωσφαμίδη (1.8 g/m2/ημέρα, IV): ημέρες 1-5, MESNA (360 mg/m2/δόση q3h, x 8 δόσεις/ημέρα, IV): ημέρες 1-5, G-CSF (5 μg/kg, SC): ημέρες 6-15 ή μέχρι ANC > 1500 μετά ναδίρ, IT μεθοτρεξάτη (προσαρμογή με βάση την ηλικία): ημερα 1ΜΟΝΟ, Τριπλή ΙΤ θεραπεία (προσαρμογή με βάση την ηλικία): ημέρες 8, 15 |
| Σταθεροποίηση ομάδα 2 (3 εβδομάδες) | Μεθοτρεξάτη (5 g/m2 για 24 ώρες, IV): ημέρα 1, Λευκοβορίνη (75 mg/m2 κατά την ώρα 36, IV; 15 mg/m2 IV ή PO q6h x 6 δόσεις): ημέρες 2 και 3, Τριπλή ΙΤ θεραπεία (προσαρμογή με βάση την ηλικία): ημέρες 8, 15, ARA-C (3 g/m2/δόση q12h x 4, IV): ημέρες 2 και 3, G-CSF (5 μg/kg, SC): ημέρες 4-13 ή μέχρι ANC > 1500 μετά ναδίρ |
| Επανέφοδος ομάδα 1 (3 εβδομάδες) | VCR (1.5 mg/m2/ημέρα, IV): ημέρες 1, 8, και 15, DAUN (45 mg/m2/ημέρα bolus, IV): ημέρες 1 και 2, CPM (250 mg/m2/δόση q12h x 4 δόσεις, IV): ημέρες 3 και 4, PEG-ASP (2500 IUnits/m2, IM): ημέρα 4, G-CSF (5 μg/kg, SC): ημέρες 5-14 ή μέχρι ANC > 1500 μετά ναδίρ, Τριπλή ΙΤ θεραπεία (προσαρμογή με βάση την ηλικία): ημέρες 1 και 15, DEX (6 mg/m2/ημέρα, PO): ημέρες 1-7 και 15-21 |
| Εντατικοποίηση ομάδα 1 (9 εβδομάδες) | Μεθοτρεξάτη (5 g/m2 για 24 ώρες, IV): ημέρες 1 και 15, Λευκοβορίνη (75 mg/m2 κατά την ώρα 36, IV; 15 mg/m2 IV ή PO q6h x 6 δόσεις): ημέρες 2, 3, 16, και 17, Τριπλή ΙΤ θεραπεία (προσαρμογή με βάση την ηλικία): ημέρες 1 και 22, VP-16 (100 mg/m2/ημέρα IV): ημέρες 22-26, CPM (300 mg/m2/ημέρα, IV): ημέρες 22-26, MESNA (150 mg/m2/ημέρα, IV): ημέρες 22-26, G-CSF (5 μg/kg, SC): ημέρες 27-36 ή μέχρι ANC > 1500 μετά ναδίρ, ARA-C (3 g/m2, q12h, IV): ημέρες 43, 44, L-ASP (6000 IUnits/m2, IM): ημέρα 44 |
| Επανέφοδος ομάδα 2 (3 εβδομάδες) | VCR (1.5 mg/m2/ημέρα, IV): ημέρες 1, 8 και 15, DAUN (45 mg/m2/ημέρα bolus, IV): ημέρες1 και 2, CPM (250 mg/m2/δόση q12h x 4 δόσεις, iv): ημέρες 3 και 4, PEG-ASP (2500 IUnits/m2, IM): ημέρα 4, G-CSF (5 μg/kg, SC): ημέρες 5-14 ή μέχρι ANC > 1500 μετά ναδίρ, Τριπλή ΙΤ θεραπεία (προσαρμογή με βάση την ηλικία): ημέρες 1 και 15, DEX (6 mg/m2/ημέρα, PO): ημέρες 1-7 και 15-21 |
| Εντατικοποίηση ομάδα 2 (9 εβδομάδες) | Μεθοτρεξάτη (5 g/m2 για 24 ώρες, IV): ημέρες 1 και 15, Λευκοβορίνη (75 mg/m2 κατά την ώρα 36, IV; 15 mg/m2 IV ή PO q6h x 6 δόσεις): ημέρες 2, 3, 16, και 17, Τριπλή ΙΤ θεραπεία (προσαρμογή με βάση την ηλικία): ημέρες 1 και 22, VP-16 (100 mg/m2/ημέρα IV): ημέρες 22-26, CPM (300 mg/m2/ημέρα, IV): ημέρες 22-26, MESNA (150 mg/m2/ημέρα, IV): ημέρες 22-26, G-CSF (5 μg/kg, SC): ημέρες 27-36 ή μέχρι ANC > 1500 μετά ναδίρ, ARA-C (3 g/m2, q12h, IV): ημέρες 43, 44, L-ASP (6000 IUnits/m2, IM): ημέρα 44 |
| Συντήρηση Κύκλοι 1-4 (8-εβδομάδων) | MTX (5 g/m2 για 24 ώρες, IV): ημέρες 1, Λευκοβορίνη (75 mg/m2 κατά την ώρα 36, IV; 15 mg/m2 IV ή PO q6h x 6 δόσεις): ημέρες 2 και 3, Τριπλή ΙΤ θεραπεία (προσαρμογή με βάση την ηλικία): ημέρες 1, 29, VCR (1.5 mg/m2, IV): ημέρες 1, 29, DEX (6 mg/m2/ημέρα PO): ημέρες 1-5; 29-33, 6-MP (75 mg/m2/ημέρα, PO): ημέρες 8-28, Μεθοτρεξάτη (20 mg/m2/εβδομάδα, PO): ημέρες 8, 15, 22, VP-16 (100 mg/m2, IV): ημέρες 29-33, CPM (300 mg/m2, IV): ημέρες 29-33, MESNA IV ημέρες 29-33, G-CSF (5 μg/kg, SC): ημέρες 34-43 |
| Συντήρηση Κύκλοι 5 (8-εβδομάδων) | Κρανιακή ακτινοβόληση (Block 5 only) 12 Gy σε 8 μέρη για ολους τους ασθενείς που ήταν κατά τη διάγνωση CNS1 και CNS2, 18 Gy σε 10 μέρη για ολους τους ασθενείς που ήταν κατά τη διάγνωση CNS3, VCR (1.5 mg/m2/ημέρα, IV): ημέρες 1, 29, DEX (6 mg/m2/ημέρα, PO): ημέρες 1-5; 29-33, 6-MP (75 mg/m2/ημέρα, PO): ημέρες 11-56 (Παρακράτηση 6-MP κατά τις ημέρες 6-10 της κρανιακής ακτιβόλησης που ξεκινά την ημέρα 1 του Κύκλου 5. Έναρξη 6-MP κατά την 1η ημέρα μετά την ολοκλήρωση της κρανιακής ακτινοβόλησης). Μεθοτρεξάτη (20 mg/m2/εβδομάδα, PO): ημέρες 8, 15, 22, 29, 36, 43, 50 |
| Συντήρηση Κύκλοι 6-12 (8-εβδομάδων) | VCR (1.5 mg/m2/ημέρα, IV): ημέρες 1, 29, DEX (6 mg/m2/ημέρα, PO): ημέρες 1-5; 29-33, 6-MP (75 mg/m2/ημέρα, PO): ημέρες 1-56, Μεθοτρεξάτη (20 mg/m2/εβδομάδα, PO): ημέρες 1, 8, 15, 22, 29, 36, 43, 50 |
G-CSF = παράγοντας διέγερσης αποικιών κοκκιοκυττάρων, VP-16 = ετοποσίδη, MTX = μεθοτρεξάτη, IV = ενδοφλέβια, SC = υποδόρια, ΙΤ = ενδοραχιαία, ΡΟ = από στόματος, ΙΜ = ενδομυϊκά, ARA-C = κυταραβίνη, CPM = κυκλοφωσφαμίδη, VCR = βινκριστίνη, DEX = δεξαμεθαζόνη, DAUN = δαουνορουμπικίνη, 6-MP: 6-μερκαπτοπουρίνη, E. Coli L-ASP = L-ασπαραγινάση, DEX = δεξαμεθαζόνη, PEG-ASP = PEG-ασπαραγινάση, MESN = 2-μερκαπτοαιθανο σουλφονικό νάτριο, iii = ή μέχρι το επίπεδο ΜΤΧ είναι < 0,1 μΜ, q6h = κάθε 6 ώρες, Gy = Gray
Η μελέτη ΑΙΤ07 ήταν μια πολυκεντρική, ανοιχτού σχεδιασμού, τυχαιοποιημένη, φάσης ΙΙ/ΙΙΙ μελέτη στην οποία συμμετείχαν 128 ασθενείς (1 έως < 18 ετών) που έλαβαν imatinib σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία. Τα δεδομένα ασφαλείας από αυτή την μελέτη φαίνεται να είναι σύμφωνα με το προφίλ ασφαλείας του imatinib στους ασθνείς με Ph+ ΟΛΛ.
Υποτροπιάζουσα/ανθεκτική Ph+ ΟΛΛ Όταν το imatinib χρησιμοποιήθηκε ως μονοθεραπεία σε ασθενείς με υποτροπιάζουσα/ανθεκτική Ph+ ΟΛΛ, οδήγησε 53 αξιολογήσιμοι ως προς την ανταπόκριση ασθενείς από τους 411 σε ποσοστό αιματολογικής ανταπόκρισης 30% (9% πλήρης) και ποσοστό μέγιστης κυτταρογενετικής ανταπόκρισης 23%. (Σημειώνεται ότι από τους 411 ασθενείς, οι 353 έλαβαν θεραπεία στα πλαίσια ενός προγράμματος εκτεταμένης πρόσβασης χωρίς συλλογή δεδομένων αρχικής ανταπόκρισης.) Ο διάμεσος χρόνος έως την εξέλιξη της νόσου στο συνολικό πληθυσμό των 411 ασθενών με υποτροπιάζουσα/ανθεκτική Ph+ ΟΛΛ κυμαινόταν από 2,6 έως 3,1 μήνες και η διάμεση συνολική επιβίωση στους 401 αξιολογήσιμους ασθενείς κυμαινόταν από 4,9 έως 9 μήνες. Τα δεδομένα ήταν παρόμοια όταν επαναξιολογήθηκαν για να συμπεριληφθούν μόνο εκείνοι οι ασθενείς ηλικίας 55 ετών και μεγαλύτεροι.
Κλινικές μελέτες σε MDS/MPD
Η εμπειρία με imatinib σ’αυτή την ένδειξη είναι πολύ περιορισμένη και βασίζεται στα αιματολογικά και κυτταρογενετικά ποσοστά ανταπόκρισης. Δεν υπάρχουν ελεγχόμενες μελέτες που να καταδεικνύουν κλινικό όφελος ή αυξημένη επιβίωση. Μια ανοιχτού σχεδιασμού, πολυκεντρική, φάσης II κλινική μελέτη (μελέτη B2225) διεξήχθη ελέγχοντας το imatinib σε διαφορετικούς πληθυσμούς ασθενών που έπασχαν από απειλητικές για τη ζωή νόσους σχετιζόμενες με Abl, kit PDGFR της πρωτεΐνης κινάσης της τυροσίνης. Αυτή η μελέτη συμπεριέλαβε 7 ασθενείς με MDS/MPD που έλαβαν αγωγή με imatinib 400 mg ημερησίως. Τρεις ασθενείς παρουσίασαν πλήρη αιματολογική ανταπόκριση (CHR) και ένας ασθενής παρουσίασε μερική αιματολογική ανταπόκριση (PHR). Τη χρονική στιγμή της αρχικής ανάλυσης, τρεις από τους τέσσερις ασθενείς με ανιχνεύσιμη PDGFR γονιδιακές αναδιατάξεις ανέπτυξαν αιματολογική ανταπόκριση (2 CHR και 1 PHR). Η ηλικία αυτών των ασθενών κυμάνθηκε από 20 έως 72 έτη.
Ένα μητρώο παρακολούθησης (μελέτη L2401) διεξήχθη για να συλλέξει δεδομένα για τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια και αποτελεσματικότητα σε ασθενείς που πάσχουν από μυελοϋπερπλαστικά νεοπλάσματα με PDGFR- β αναδιάταξη και οι οποίοι υποβλήθηκαν σε θεραπεία με imatinib. Οι 23 ασθενείς που συμμετείχαν σε αυτό το μητρώο έλαβαν imatinib σε μια μέση ημερήσια δόση των 264 mg (εύρος: 100 έως 400 mg) με μέση διάρκεια 7,2 έτη (εύρος από 0,1 έως 12,7 έτη). Λόγω της φύσης αυτού του μητρώου, τα δεδομένα αιματολογικής, κυτταρογενετικής και μοριακής αξιολόγησης ήταν διαθέσιμα για 22, 9 και 17 από τους 23 εγγεγραμμένους ασθενείς, αντίστοιχα. Υποθέτοντας συντηρητικά ότι οι ασθενείς με ελλειπή δεδομένα δεν ανταποκρίθηκαν, η CHR παρατηρήθηκε σε 20/23 (87%) ασθενείς, η CCyR σε 9/23 (39,1%) ασθενείς και η MR σε 11/23 (47,8%) ασθενείς, αντίστοιχα. Όταν το ποσοστό ανταπόκρισης υπολογίζεται από ασθενείς με τουλάχιστον μία έγκυρη αξιολόγηση, το ποσοστό ανταπόκρισης για τη CHR, CCyR και MR ήταν 20/22 (90,9%), 9/9 (100%) και 11/17 (64,7%), αντίστοιχα.
Επιπρόσθετα επιπλέον 24 ασθενείς με MDS/MPD αναφέρθηκαν σε 13 αναφορές. 21 ασθενείς έλαβαν imatinib 400 mg ημερησίως ενώ οι άλλοι 3 ασθενείς έλαβαν χαμηλότερες δόσεις. Σε έντεκα ασθενείς που ανιχνεύθηκαν PDGFR γονιδιακές αναδιατάξεις, στους 9 επετεύχθη CHR και σε έναν PHR. Η ηλικία αυτών των ασθενών κυμάνθηκε από 2 έως 79 ετών. Σε μια πρόσφατη δημοσίευση αναθεωρημένες πληροφορίες από 6 από τους 11 ασθενείς απεκάλυψε ότι όλοι οι ασθενείς παρέμειναν σε κυτταρογενετική ύφεση (εύρος 32-38 μήνες). Η ίδια δημοσίευση ανέφερε μακροχρόνια δεδομένα παρακολούθησης από 12 ασθενείς με MDS/MPD με PDGFR γονιδιακές αναδιατάξεις (5 ασθενείς από τη μελέτη Β2225). Αυτοί οι ασθενείς έλαβαν imatinib για διάμεσο χρονικό διάστημα 47 μηνών (εύρος 24 ημέρες - 60 μήνες).
Σε 6 από αυτούς τους ασθενείς η παρακολούθηση υπερβαίνει πλέον τα 4 έτη. Σε 11 ασθενείς επετεύχθη γρήγορη CHR, δέκα είχαν πλήρη επίλυση των κυτταρογενετικών ανωμαλιών και μείωση ή εξαφάνιση των μεταγραφών σύντηξης σύμφωνα με ποσοτική ανάλυση μέσω αλυσιδωτής αντίδρασης πολυμεράσης σε πραγματικό χρόνο (RT-PCR). Οι αιματολογικές και κυτταρογενετικές ανταποκρίσεις παρέμειναν σταθερές για διάμεσο χρονικό διάστημα 49 μηνών (εύρος 19-60) και 47 μηνών (εύρος 16-59), αντίστοιχα. Η συνολική επιβίωση είναι 65 μήνες από τη διάγνωση (εύρος 25-234). Η χορήγηση του imatinib σε ασθενείς χωρίς γενετική μετάταξη γενικά έχει αποτέλεσμα τη μη βελτίωση.
Δεν υπάρχουν ελεγχόμενες μελέτες σε παιδιατρικούς ασθενείς με MDS/MPD. Σε 4 δημοσιεύσεις αναφέρθηκαν πέντε (5) ασθενείς με MDS/MPD σχετιζόμενες με PDGFR γονιδιακές αναδιατάξεις. Οι ασθενείς αυτοί ήταν ηλικίας από 3 μηνών έως 4 ετών και τους χορηγείτο imatininb σε δοσολογία 50 mg ημερησίως ή δοσολογίες από 92,5 έως 340 mg/m2 ημερησίως. Σε όλους τους ασθενείς είχε επιτευχθεί πλήρης αιματολογική ανταπόκριση, κυταρρογενετική ανταπόκριση και/ή κλινική ανταπόκριση.
Κλινικές μελέτες σε HES/CEL
Μια ανοιχτού σχεδιασμού, πολυκεντρική, φάσης II κλινική μελέτη (μελέτη Β2225) διεξήχθη ελέγχοντας το imatinib σε διαφορετικούς πληθυσμούς ασθενών που έπασχαν από απειλητικές για τη ζωή νόσους σχετιζόμενες με Abl, kit PDGFR της πρωτεΐνης κινάσης της τυροσίνης. Σ’αυτήν την μελέτη, 14 ασθενείς με HES/CEL έλαβαν αγωγή με 100 mg έως 1.000 mg imatinib ημερησίως. Επιπλέον 162 ασθενείς με HES/CEL που αναφέρθηκαν σε 35 δημοσιευμένες αναφορές και σειρές περιστατικών έλαβαν imatinib σε δόσεις από 75 mg έως 800 mg ημερησίως. Κυτταρογενετικές ανωμαλίες αξιολογήθηκαν σε 117 από το συνολικό πληθυσμό των 176 ασθενών. Στους 61 απ’αυτούς τους 117 ασθενείς FIP1L1-PDGFRα σύντηξη της κινάσης αναγνωρίσθηκε. Επιπρόσθετα τέσσερις HES ασθενείς ανευρέθησαν να είναι FIP1L1-PDGFRα -θετικοί σε άλλες 3 δημοσιευμένες αναφορές. Όλοι οι 65 FIP1L1-PDGFRα -θετικοί στη σύντηξη της κινάσης επέτυχαν μια CHR σταθερή για μήνες (εύρος από 1+ έως 44+ μήνες ευαισθητοποιημένο τη χρονική στιγμή της αναφοράς). Όπως αναφέρθηκε σε μια πρόσφατη δημοσίευση 21 από αυτούς τους 65 ασθενείς επίσης επέτυχαν πλήρη μοριακή ύφεση με διάμεσο χρόνο παρακολούθησης 28 μήνες (εύρος 13-67 μήνες). Η ηλικία αυτών των ασθενών κυμάνθηκε από 25 έως 72 έτη. Επιπρόσθετα, βελτιώσεις στη συμπτωματολογία και σε άλλες οργανικές ανωμαλίες δυσλειτουργίας αναφέρθηκαν από τους ερευνητές στις αναφορές περιστατικών. Βελτιώσεις αναφέρθηκαν στο καρδιακό, νευρικό, δέρματος/υποδορίου ιστού, αναπνευστικό/θωρακικό/μεσοθωράκιο, μυοσκελετικό/συνδετικού ιστού/αγγειακό και γαστρεντερικό συστήματος όργανο.
Δεν υπάρχουν ελεγχόμενες μελέτες σε παιδιατρικούς ασθενείς με HES/CEL. Σε 3 δημοσιεύσεις αναφέρθηκαν τρείς (3) ασθενείς με HES και CEL σχετιζόμενες με PDGFR γονιδιακές αναδιατάξεις. Οι ασθενείς αυτοί ήταν ηλικίας από 2 έως 16 ετών και τους χορηγείτο imatininb σε δοσολογία 300 mg/m2 ημερησίως ή δοσολογίες από 200 έως 400 mg ημερησίως. Σε όλους τους ασθενείς είχε επιτευχθεί πλήρης αιματολογική ανταπόκριση, πλήρης κυταρρογενετική ανταπόκριση και/ή πλήρης μοριακή ανταπόκριση.
Κλινικές μελέτες σε DFSP
Μια κλινική μελέτη φάσης II, ανοιχτού σχεδιασμού, πολυκεντρική (μελέτη B2225) διεξήχθη περιλαμβάνοντας 12 ασθενείς με DFSP που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με imatinib 800 mg ημερησίως. Η ηλικία των DFSP ασθενών κυμαίνονταν από 23 έως 75 έτη. Το DFSP ήταν μεταστατικό, τοπικά υποτροπιάζον μετά την αρχική χειρουργική εκτομή και θεωρήθηκε ότι περαιτέρω χειρουργική εκτομή δεν θα επέφερε βελτίωση κατά το χρόνο εισαγωγής στη μελέτη. Η κύρια ένδειξη αποτελεσματικότητας βασίζεται στα αντικειμενικά ποσοστά ανταπόκρισης. Από τους 12 ασθενείς που έλαβαν μέρος στη μελέτη οι 9 ανταποκρίθηκαν ο ένας πλήρως και οι 8 μερικώς. Τρεις από τους μερικά ανταποκρινόμενους θεωρήθηκαν μεταγενέστερα ελεύθεροι νόσου λόγω της χειρουργικής επέμβασης. Η διάμεση διάρκεια θεραπείας για τη μελέτη B2225 ήταν 6,2 μήνες με μέγιστη διάρκεια 24,3 μήνες. Επιπλέον 6 ασθενείς με DFSP των οποίων οι ηλικίες κυμάνθηκαν από 18 μήνες έως 49 έτη που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με imatinib αναφέρθηκαν σε 5 δημοσιευμένες μεμονωμένες αναφορές. Οι ενήλικες ασθενείς που αναφέρθηκαν στη δημοσιευμένη βιβλιογραφία έλαβαν imatinib είτε 400 mg ημερησίως (4 περιπτώσεις) είτε 800 mg ημερησίως (1 περίπτωση). 5 ασθενείς ανταποκρίθηκαν, 3 πλήρως και 2 μερικώς. Ο διάμεσος χρόνος διάρκειας θεραπείας στη δημοσιευμένη βιβλιογραφία κυμάνθηκε από 4 εβδομάδες έως και περισσότερο από 20 μήνες. Η μετατόπιση t(17:22)[(q22:q13)], ή το γονιδιακό προϊόν της ήταν παρόν σχεδόν σε όλους όσους ανταποκρίθηκαν στη θεραπεία με imatinib.
Δεν υπάρχουν ελεγχόμενες μελέτες σε παιδιατρικούς ασθενείς με DFSP. Σε 3 δημοσιεύσεις αναφέρθηκαν πέντε (5) ασθενείς με DFSP και PDGFR γονιδιακές αναδιατάξεις. Οι ασθενείς αυτοί ήταν ηλικίας από νεογέννητα έως 14 ετών και τους χορηγείτο imatininb σε δοσολογία 50 mg ημερησίως ή δοσολογίες από 400 έως 520 mg/m2 ημερησίως. Σε όλους τους ασθενείς είχε επιτευχθεί μερική και/ή πλήρης ανταπόκριση.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-IMATINIB TEVA
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητική του imatinib
H φαρμακοκινητική του imatinib έχει εκτιμηθεί σε ένα εύρος δόσεων από 25 έως 1.000 mg. Τα προφίλ της φαρμακοκινητικής του στο πλάσμα αναλύθηκαν είτε την 1η ημέρα, είτε την 7η ημέρα είτε την 28η ημέρα, όπου μέχρι τότε στις συγκεντρώσεις του πλάσματος είχε επιτευχθεί σταθερή κατάσταση.
Απορρόφηση
Η μέση απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα για τo imatinib είναι 98%. Η διακύμανση της AUC του imatinib στο πλάσμα ήταν υψηλή μεταξύ των ασθενών μετά από μία από του στόματος δόση. Όταν χορηγείται με γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λίπος το ποσοστό της απορρόφησης του imatinib ήταν ελάχιστα μειωμένο (11% μείωση στη Cmax και επιμήκυνση του tmax κατά 1,5 ώρα) με μια μικρή μείωση στη AUC (7,4%) συγκρινόμενο με καταστάσεις νηστείας. Δεν έχει διερευνηθεί το αποτέλεσμα προηγούμενης επέμβασης στο γαστρεντερικό σύστημα στην απορρόφηση του φαρμάκου.
Κατανομή
Σε κλινικά σχετιζόμενες συγκεντρώσεις του imatinib, η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος ήταν περίπου 95% στο επίπεδο των in vitro πειραμάτων, κύρια με την λευκωματίνη και την άλφα-όξινη γλυκοπρωτεΐνη και με μικρή σύνδεση με τη λιποπρωτεΐνη.
Βιομετασχηματισμός
Ο κύριος κυκλοφορών μεταβολίτης στον άνθρωπο είναι το παράγωγο Ν-διμεθυλιωμένη πιπεραζίνη, το οποίο δείχνει την ίδια αποτελεσματικότητα με το γονικό φάρμακο. Η AUC του πλάσματος γι’αυτόν το μεταβολίτη βρέθηκε να είναι μόνο το 16% της AUC για το imatinib. Η πρωτεΐνη του πλάσματος που δεσμεύεται από τον Ν-διμεθυλιωμένο μεταβολίτη είναι παρόμοια με αυτή του γονικού φαρμάκου. Το imatinib και ο Ν-διμεθυλιωμένος μεταβολίτης μαζί, ευθύνοντο για περίπου 65% της κυκλοφορούσας ραδιενέργειας (AUC(0-48h)). Η υπόλοιπη κυκλοφορούσα ραδιενέργεια αποτελείτο από έναν αριθμό δευτερευόντων μεταβολιτών.
Τα αποτελέσματα in vitro έδειξαν ότι το CYP3A4 ήταν το πιο σημαντικό ένζυμο του ανθρωπίνου P450 που καταλύει τη βιομετατροπή του imatinib. Από μια ομάδα πιθανών συγχορηγούμενων θεραπευτικών αγωγών (ακεταμινοφαίνη, ασυκλοβίρη, αλλοπουρινόλη, αμφοτερικίνη, κυταραβίνη, ερυθρομυκίνη, φλουκοναζόλη, υδροξυουρία, νορφλοξασίνη, πενικιλίνη V) μόνο η ερυθρομυκίνη (IC50 50 μΜ) και η φλουκοναζόλη (IC50 118 μΜ) έδειξαν αναστολή του μεταβολισμού του imatinib που μπορεί να έχει κλινική σχέση.
Το imatinib εμφανίσθηκε in vitro να είναι ένας ανταγωνιστικός αναστολέας των υποστρωμάτων δεικτών για το CYP2C9, CYP2D6 και CYP3A4/5. Οι τιμές Κi στα ανθρώπινα ηπατικά μικροσώματα ήταν 27, 7,5 και 7,9 μmol/l, αντίστοιχα. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα του imatinib σε ασθενείς ήταν 2-4 μmol/l, επομένως μια αναστολή του μεταβολισμού του CYP2D6 και/ή του ενδιάμεσου- CYP3A4/5 των συγχορηγούμενων φαρμάκων είναι πιθανή. Το imatinib δεν παρεμβαίνει στη βιομετατροπή της 5-φθοριοουρακίλης αλλά αναστέλλει τον μεταβολισμό της πακλιταξέλης ως αποτέλεσμα της ανταγωνιστικής αναστολής του CYP2C8 (Ki= 34,7 μΜ). Αυτή η τιμή Ki είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από τα αναμενόμενα επίπεδα στο πλάσμα του imatinib στους ασθενείς, επομένως δεν αναμένεται αλληλεπίδραση με τη συγχορήγηση είτε της 5-φθοριοουρακίλης ή πακλιταξέλης και imatinib.
Αποβολή
Βάσει της ανεύρεσης του συστατικού (ων) μετά από μια από του στόματος δόση σεσημασμένου με 14C- imatinib, 81% περίπου της δόσης ανευρεθεί εντός 7 ημερών στα κόπρανα (68% της δόσης) και στα ούρα (13% της δόσης). Το αμετάβλητο imatinib υπολογίσθηκε στο 25% της δόσης (5% στα ούρα, 20% στα κόπρανα), το υπόλοιπο ήταν μεταβολίτες.
Φαρμακοκινητική στο πλάσμα
Μετά από του στόματος χορήγηση σε υγιείς εθελοντές, ο t1/2 ήταν περίπου 18 ώρες, υποδηλώνοντας ότι η μια φορά την ημέρα δοσολογία είναι η κατάλληλη. Η αύξηση στη μέση AUC με αυξανόμενη δόση ήταν γραμμική και δοσοαναλογική στο φάσμα δόσεων από 25-1.000 mg imatinib μετά από του στόματος χορήγηση. Δεν υπήρξε καμία αλλαγή στην κινητική του imatinib σε επαναλαμβανόμενη δοσολογία και η συσσώρευση ήταν 1,5-2,5 φορές σε σταθερή κατάσταση, όταν η δοσολόγηση ήταν μία φορά την ημέρα.
Φαρμακοκινητική στον πληθυσμό
Βάσει φαρμακοκινητικών αναλύσεων στον πληθυσμό ασθενών με ΧΜΛ, υπήρξε μια μικρή επίδραση της ηλικίας στον όγκο κατανομής (12% αύξηση σε ασθενείς ηλικίας > 65 ετών). Αυτή η αλλαγή δεν θεωρείται ότι είναι κλινικά σημαντική. Η επίδραση του σωματικού βάρους στη κάθαρση του imatinib είναι τέτοια ώστε για ένα ασθενή που ζυγίζει 50 kg, η μέση κάθαρση αναμένεται να είναι 8,5 l/h, ενώ για ένα ασθενή που ζυγίζει 100 kg θα αυξηθεί στα 11,8 l/h. Αυτές οι αλλαγές δεν θεωρούνται αρκετές ώστε να δικαιολογούν τη ρύθμιση της δόσης με βάση τα kg του σωματικού βάρους. Το γένος δεν επηρεάζει τη κινητική του imatinib.
Φαρμακοκινητική στον παιδιατρικό πληθυσμό
Όπως και σε ενήλικες ασθενείς το imatinib απορροφήθηκε ταχέως μετά από του στόματος χορήγηση σε παιδιατρικούς ασθενείς τόσο σε μελέτες φάσης I όσο και σε μελέτες φάσης II. Με τη χορήγηση δόσης 260 και 340 m2/ημέρα στα παιδιά επετεύχθη παρόμοια έκθεση, όπως με τις δόσεις 400 mg και 600 mg αντίστοιχα, σε ενήλικες ασθενείς. Η σύγκριση της AUC(0-24) την ημέρα 8 και την ημέρα 1 σε δόση 340 mg/m2/ημέρα αποκάλυψε άθροιση κατά 1,7 φορές του φαρμάκου μετά από επαναλαμβανόμενες δόσεις μία φορά την ημέρα.
Βάσει φαρμακοκινητικών αναλύσεων στο συμμετέχοντα πληθυσμό παιδιατρικών ασθενών με αιματολογικές διαταραχές (ΧΜΛ, Ph+ ΟΛΛ, ή άλλες αιματολογικές διαταραχές που αντιμετωπίζονται με imatinib) η κάθαρση του imatinib αυξάνεται με την αύξηση της επιφάνειας σώματος (BSA). Μετά τη διόρθωση της επίδρασης του BSA, άλλα δημογραφικά στοιχεία όπως ηλικία, βάρος σώματος και δείκτης μάζας σώματος δεν είχαν κλινικά σημαντικές επιδράσεις στην έκθεση στο imatinib. Η ανάλυση επιβεβαίωσε ότι η έκθεση στο imatinib σε παιδιατρικούς ασθενείς που λάμβαναν 260 mg/m2 μία φορά ημερησίως (δεν υπερβαίνει τα 400 mg μία φορά ημερησίως) ή 340 mg/m2 μία φορά ημερησίως (δεν υπερβαίνει τα 600 mg μία φορά ημερησίως) ήταν παρόμοια με αυτή των ενήλικων ασθενών που λάμβαναν 400 mg ή 600 mg μία φορά ημερησίως.
Οργανική λειτουργική ανεπάρκεια
Το imatinib και οι μεταβολίτες του δεν απεκκρίνονται σε σημαντικό βαθμό μέσω του νεφρού. Ασθενείς με ήπια έως μέτρια έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας εμφανίζεται να παρουσιάζουν μια μεγαλύτερη έκθεση στο πλάσμα απ’ότι ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Η αύξηση είναι περίπου 1,5 έως 2 φορές που αντιστοιχεί σε 1,5 φορά αύξηση στο πλάσμα της AGP με την οποία το imatinib δεσμεύεται ισχυρά. Η κάθαρση του ελεύθερου φαρμάκου του imatinib είναι πιθανόν παρόμοια μεταξύ ασθενών με έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας και εκείνων με φυσιολογική νεφρική λειτουργία επειδή η νεφρική απέκκριση αντιπροσωπεύει μόνο μια ήσσονος σημασίας οδό αποβολής του imatinib (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Αν και τα αποτελέσματα της φαρμακοκινητικής ανάλυσης έδειξαν ότι υπάρχει μια σημαντική μεταβλητότητα μεταξύ των ατόμων, η διάμεση έκθεση στο imatinib δεν αυξήθηκε σε ασθενείς με ποικίλους βαθμούς ηπατικής δυσλειτουργίας σε σύγκριση με τους ασθενείς με φυσιολογική ηπατική λειτουργία (βλ. Δοσολογία, Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
ΕΟΦ · 8.6.5
Αναστολείς της πρωτεϊνικής κινάσης
expand_more
Αναστολείς της πρωτεϊνικής κινάσης
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
- 8 L/h [50-χρονος ασθενής με CML και GIST, βάρος 50 kg]
- 14 L/h [50-χρονος ασθενής με CML και GIST, βάρος 100 kg]
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Το ιματινίμπη είναι ένας νεοπλασματικός παράγοντας της κατηγορίας των παραγώγων 2-φαινυλαμινοπυριμιδίνης, που ανήκει στην κλάση των αναστολέων της κινάσης τυροσίνης. Παρόλο που το ιματινίμπη αναστέλλει έναν αριθμό κινάσων τυροσίνης, είναι αρκετά εκλεκτικό προς την πρωτεΐνη σύντηξης BCR-ABL που απαντάται σε διάφορους καρκίνους. Η οδός BCR-ABL ελέγχει πολλές κατάντη οδούς που εμπλέκονται σε μεγάλο βαθμό στην νεοπλασματική ανάπτυξη, όπως η οδός Ras/MapK (κυτταρική πολλαπλασιασμός), η οδός Src/Pax/Fak/Rac (κυτταρική κινητικότητα) και η οδός PI/PI3K/AKT/BCL-2 (οδός απόπτωσης). Επομένως, η οδός BCR-ABL αποτελεί ελκυστικό στόχο για τη θεραπεία του καρκίνου. Παρόλο που τα φυσιολογικά κύτταρα εξαρτώνται επίσης από αυτές τις οδούς για την ανάπτυξή τους, αυτά τα κύτταρα τείνουν να έχουν πλεονάζουσες κινάσες τυροσίνης για να λειτουργούν συνεχώς παρά την αναστολή της ABL από το ιματινίμπη. Τα καρκινικά κύτταρα, από την άλλη πλευρά, μπορεί να έχουν εξάρτηση από την BCR-ABL, επηρεάζοντας έτσι περισσότερο από το ιματινίμπη.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Το ιματινίμπη μεσιλικό είναι ένας αναστολέας της κινάσης πρωτεΐνης-τυροσίνης που αναστέλλει την κινάση τυροσίνης BCR-ABL, την συνταγματικά ενεργή κινάση τυροσίνης που δημιουργείται από την ανωμαλία του Φιλαδέλφεια χρωμοσώματος στη ΧΜΛ. Παρόλο που η λειτουργία της φυσιολογικής BCR είναι ακόμα ασαφής, η ενεργοποίηση της ABL υπερεκφράζεται σε διάφορους όγκους και εμπλέκεται έντονα στην ανάπτυξη και επιβίωση των καρκινικών κυττάρων. Το ιματινίμπη αναστέλλει την πρωτεΐνη BCR-ABL συνδεόμενο με την ATP τσέπη στον ενεργό τόπο, εμποδίζοντας έτσι την κατάντη φωσφορυλίωση της πρωτεΐνης-στόχου. Το ιματινίμπη είναι επίσης αναστολέας των υποδοχέων κινάσων τυροσίνης για τον αυξητικό παράγοντα που προέρχεται από αιμοπετάλια (PDGF) και τον παράγοντα βλαστοκυττάρων (SCF), c-Kit, και αναστέλλει τα κυτταρικά γεγονότα που μεσολαβούνται από PDGF και SCF. In vitro, το ιματινίμπη αναστέλλει τον πολλαπλασιασμό και προκαλεί απόπτωση στα κύτταρα GIST, τα οποία εκφράζουν μια ενεργοποιητική μετάλλαξη του c-Kit.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Το ιματινίμπη απορροφάται καλά μετά από από του στόματος χορήγηση με Cmax να επιτυγχάνεται εντός 2-4 ωρών μετά τη δόση. Η μέση απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι 98%. Η μέση AUC του ιματινίμπη αυξάνεται αναλογικά με την αύξηση των δόσεων από 25 mg έως 1.000 mg. Δεν παρατηρείται σημαντική αλλαγή στη φαρμακοκινητική του ιματινίμπη σε επαναλαμβανόμενες δόσεις, και η συσσώρευση είναι 1,5- έως 2,5-πλάσια σε σταθερή κατάσταση όταν το Gleevec χορηγείται μία φορά την ημέρα.
Η απέκκριση του ιματινίμπη γίνεται κυρίως μέσω των κοπράνων, κυρίως ως μεταβολίτες. Με βάση την ανάκτηση της ουσίας (ουσιών) μετά από από του στόματος δόση 14C-σημειωμένου ιματινίμπη, περίπου το 81% της δόσης απεκκρίθηκε εντός 7 ημερών, στα κόπρανα (68% της δόσης) και στα ούρα (13% της δόσης). Το αμετάβλητο ιματινίμπη αντιστοιχούσε στο 25% της δόσης (5% ούρα, 20% κόπρανα), με το υπόλοιπο να είναι μεταβολίτες.
Η πληθυσμιακή φαρμακοκινητική σε ενήλικες ασθενείς με ΧΜΛ εκτίμησε τον όγκο κατανομής σε σταθερή κατάσταση του ιματινίμπη σε 295,0 ± 62,5 L.Σε δόση 340 mg/m2, ο όγκος κατανομής του ιματινίμπη σε παιδιατρικούς ασθενείς υπολογίστηκε σε 167 ± 84 L.
Τυπικά, η κάθαρση του ιματινίμπη σε ασθενή 50 ετών βάρους 50 kg αναμένεται να είναι 8 L/h, ενώ για ασθενή 50 ετών βάρους 100 kg η κάθαρση θα αυξηθεί σε 14 L/h. Η μεταβλητότητα μεταξύ ασθενών 40% στην κάθαρση δεν δικαιολογεί αρχική προσαρμογή της δόσης βάσει του σωματικού βάρους ή/και της ηλικίας, αλλά υποδηλώνει την ανάγκη στενής παρακολούθησης για τοξικότητες σχετιζόμενες με τη θεραπεία.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Σε κλινικά σχετιζόμενες συγκεντρώσεις ιματινίμπη, η σύνδεση με πρωτεΐνες πλάσματος σε in vitro πειράματα είναι περίπου 95%, κυρίως με αλβουμίνη και α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η CYP3A4 είναι το κύριο ένζυμο που είναι υπεύθυνο για το μεταβολισμό του ιματινίμπη. Άλλα ένζυμα του κυτοχρώματος P450, όπως η CYP1A2, CYP2D6, CYP2C9 και CYP2C19, παίζουν δευτερεύοντα ρόλο στο μεταβολισμό του. Ο κύριος κυκλοφορών ενεργός μεταβολίτης στους ανθρώπους είναι το N-απομεθυλιωμένο παράγωγο της πιπεραζίνης, που σχηματίζεται κυρίως από την CYP3A4. Δείχνει in vitro ισχύ παρόμοια με το μητρικό ιματινίμπη.
Το ιματινίμπη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν το N-απομεθυλιωμένο ιματινίμπη.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Μετά από από του στόματος χορήγηση σε υγιείς εθελοντές, οι χρόνοι ημίσειας ζωής αποβολής του ιματινίμπη και του κύριου ενεργού μεταβολίτη του, του N-απομεθυλιωμένου παραγώγου (CGP74588), είναι περίπου 18 και 40 ώρες, αντίστοιχα.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Κατάταξη MeSH Φαρμακολογικής
Ουσίες που αναστέλλουν ή προλαμβάνουν τον πολλαπλασιασμό ΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΩΝ.
Αναστολείς κινάσης τυροσίνης που αναστέλλουν ΤΙΡΟΣΥΝΙΚΕΣ ΚΙΝΑΣΕΣ ΠΡΩΤΕΪΝΗΣ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Κατάταξη FDA Φαρμακολογικής
BKJ8M8G5HI
IMATINIB
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Ομάδα [EPC] - Αναστολέας Κινάσης
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Κινάσης Τυροσίνης Bcr-Abl
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 3A4
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 2D6
Το ιματινίμπη είναι Αναστολέας Κινάσης. Ο μηχανισμός δράσης του ιματινίμπη είναι ως Αναστολέας Κινάσης Τυροσίνης Bcr-Abl, και Αναστολέας Κυτοχρώματος P450 3A4, και Αναστολέας Κυτοχρώματος P450 2D6.
IMATINIB
Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 2D6 [MoA]; Αναστολείς Κινάσης Τυροσίνης Bcr-Abl [MoA]; Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 3A4 [MoA]; Αναστολέας Κινάσης [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Κατάταξη MeSH Φαρμακολογικής
Ουσίες που αναστέλλουν ή προλαμβάνουν τον πολλαπλασιασμό ΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΩΝ.
Αναστολείς κινάσης τυροσίνης που αναστέλλουν ΤΙΡΟΣΥΝΙΚΕΣ ΚΙΝΑΣΕΣ ΠΡΩΤΕΪΝΗΣ.