BORTEZOMIB
Βορτεζομίμπη
Για τη θεραπεία του πολλαπλού μυελώματος σε ασθενείς στους οποίους δεν έχει επιτευχθεί ικανοποιητική ανταπόκριση μετά από τουλάχιστον δύο προηγούμενες θεραπείες.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-BORTEZOMIB/STADA
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Υποδόρια, Ενδοφλέβια
- Χορήγηση: Δύο φορές εβδομαδιαίως (ενίοτε μία φορά εβδομαδιαίως σε συγκεκριμένα σχήματα ή προσαρμογές)
- Δόση έναρξης: 1,3 mg/m2
- Τιτλοποίηση: Μείωση κατά 25% της δόσης (από 1,3 mg/m2 σε 1,0 mg/m2, από 1,0 mg/m2 σε 0,7 mg/m2) για μη-αιματολογική τοξικότητα 3ου Βαθμού ή αιματολογική τοξικότητα 4ου Βαθμού. Ειδικές προσαρμογές για νευροπάθεια (βλ. Πίνακα 1: 1ου Βαθμού με πόνο/2ου Βαθμού: μείωση σε 1,0 mg/m2 ή μία φορά/εβδομάδα 1,3 mg/m2; 2ου Βαθμού με πόνο/3ου Βαθμού: διακοπή έως υποχώρηση, επανέναρξη με 0,7 mg/m2 μία φορά/εβδομάδα; 4ου Βαθμού: διακοπή).
-
Ασθενείς με εξελισσόμενο πολλαπλούν μυέλωμα (έχουν λάβει προηγούμενα τουλάχιστον μία θεραπεία) - ΜονοθεραπείαΔόση1,3 mg/m2Δύο φορές εβδομαδιαίως τις ημέρες 1, 4, 8, 11 σε κύκλο 21 ημερών. Συνολικά έως 8 κύκλοι θεραπείας. Εάν πλήρης ανταπόκριση, συνιστώνται 2 κύκλοι αγωγής μετά την επιβεβαίωση. Εάν ανταπόκριση χωρίς πλήρη ύφεση, έως 8 κύκλοι. Τουλάχιστον 72 ώρες μεταξύ δόσεων. Δοσολογικές προσαρμογές για τοξικότητα: μείωση 25% (1,3 mg/m2 σε 1,0 mg/m2, 1,0 mg/m2 σε 0,7 mg/m2). Ειδικές προσαρμογές για νευροπάθεια (βλ. Πίνακα 1).
-
Ασθενείς με εξελισσόμενο πολλαπλούν μυέλωμα - Συνδυασμός με πεγκυλιωμένη λιποσωμιακή δοξορουβικίνηΔόσηΒορτεζομίμπη: 1,3 mg/m2, Δοξορουβικίνη: 30 mg/m2Βορτεζομίμπη δύο φορές εβδομαδιαίως τις ημέρες 1, 4, 8, 11 σε κύκλο 21 ημερών. Δοξορουβικίνη την ημέρα 4 ως ενδοφλέβια έγχυση 1 ώρας μετά τη βορτεζομίμπη. Έως 8 κύκλοι. Εάν πλήρης ανταπόκριση, τουλάχιστον 2 κύκλοι μετά την πρώτη απόδειξη. Εάν τα επίπεδα παραπρωτεΐνης μειώνονται μετά από 8 κύκλους, παράταση της θεραπείας εφόσον είναι ανεκτή. Τουλάχιστον 72 ώρες μεταξύ δόσεων βορτεζομίμπης. Οι προσαρμογές δόσης βορτεζομίμπης είναι ίδιες με αυτές της μονοθεραπείας.
-
Ασθενείς με εξελισσόμενο πολλαπλούν μυέλωμα - Συνδυασμός με δεξαμεθαζόνηΔόσηΒορτεζομίμπη: 1,3 mg/m2, Δεξαμεθαζόνη: 20 mgΒορτεζομίμπη δύο φορές εβδομαδιαίως τις ημέρες 1, 4, 8, 11 σε κύκλο 21 ημερών. Δεξαμεθαζόνη από στόματος τις ημέρες 1, 2, 4, 5, 8, 9, 11, 12. Εάν ανταπόκριση ή σταθεροποίηση μετά από 4 κύκλους, μπορούν να λάβουν έως 4 επιπρόσθετους κύκλους. Τουλάχιστον 72 ώρες μεταξύ δόσεων βορτεζομίμπης. Οι προσαρμογές δόσης βορτεζομίμπης είναι ίδιες με αυτές της μονοθεραπείας.
-
Ασθενείς με μη προθεραπευμένο πολλαπλούν μυέλωμα που δεν είναι κατάλληλοι για μεταμόσχευση αιμοποιητικών αρχέγονων κυττάρων - Συνδυασμός με μελφαλάνη και πρεδνιζόνηΔόσηΒορτεζομίμπη: 1,3 mg/m2, Μελφαλάνη: 9 mg/m2, Πρεδνιζόνη: 60 mg/m2Συνολικά 9 κύκλοι (περίοδοι 6 εβδομάδων). Κύκλοι 1-4: Βορτεζομίμπη δύο φορές την εβδομάδα (Ημέρες 1, 4, 8, 11, 22, 25, 29, 32). Κύκλοι 5-9: Βορτεζομίμπη μία φορά την εβδομάδα (Ημέρες 1, 8, 22, 29). Μελφαλάνη και Πρεδνιζόνη από στόματος τις ημέρες 1, 2, 3, 4 της πρώτης εβδομάδας κάθε κύκλου. Τουλάχιστον 72 ώρες μεταξύ δόσεων βορτεζομίμπης. Οι προσαρμογές δόσης βορτεζομίμπης είναι ίδιες με αυτές της μονοθεραπείας.
block
SPC-BORTEZOMIB/STADA
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, στο βόριο ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1).
-
Οξεία διάχυτη διηθητική πνευμονική και περικαρδιακή νόσος.
warning
SPC-BORTEZOMIB/STADA
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Χορήγηση με άλλα φαρμακευτικά προϊόνταΟι Περιλήψεις των Χαρακτηριστικών των άλλων φαρμακευτικών Προϊόντων πρέπει να εξετάζονται πριν την έναρξη της θεραπείας με βορτεζομίμπη. Όταν χρησιμοποιείται η θαλιδομίδη χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή στους ελέγχους και τις απαιτήσεις για την πρόληψη κύησης (βλ. Κύηση και γαλουχία).
-
Ενδορραχιαία χορήγησηΤο BORTEZOMIB/ STADΑ 2,5 mg/ml ενέσιμο διάλυμα προορίζεται μόνο για ενδοφλέβια χρήση ή υποδόρια χρήση. Η βορτεζομίμπη δεν πρέπει να χορηγείται ενδορραχιαία.
-
Γαστρεντερική τοξικότηταΠληθυσμόςΑσθενείς που παρουσιάζουν δυσκοιλιότηταΠρέπει να παρακολουθούνται στενά.
-
ΘρομβοπενίαΟ αριθμός των αιμοπεταλίων πρέπει να παρακολουθείται πριν από κάθε δόση βορτεζομίμπης. Η θεραπεία με βορτεζομίμπη πρέπει να διακοπεί όταν ο αριθμός των αιμοπεταλίων είναι < 25.000/μl ή σε περίπτωση συνδυασμού με μελφαλάνη και πρεδνιζόνη όταν ο αριθμός των αιμοπεταλίων είναι ≤ 30.000/μl (βλ. Δοσολογία). Το δυνητικό όφελος της θεραπείας πρέπει να σταθμιστεί προσεκτικά έναντι των κινδύνων, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις μέτριας έως σοβαρής θρομβοπενίας και παραγόντων κινδύνου για αιμορραγία. Η γενική αίματος (CBC) με τύπο λευκοκυττάρων, συμπεριλαμβανομένου του αριθμού αιμοπεταλίων, πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας με BORTEZOMIB/ STADΑ. Το ενδεχόμενο μετάγγισης αιμοπεταλίων θα πρέπει να εξετάζεται όταν ενδείκνυται κλινικά (βλ. Δοσολογία).
-
ΟυδετεροπενίαΠληθυσμόςΑσθενείς με ουδετεροπενίαΘα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα λοίμωξης και να αντιμετωπίζονται αμέσως. Παράγοντες διέγερσης αποικιών κοκκιοκυττάρων μπορούν να χορηγηθούν για αιματολογική τοξικότητα σύμφωνα με την τοπική συνήθη πρακτική. Πρέπει να εξετάζεται η προφυλακτική χρήση παραγόντων διέγερσης αποικιών κοκκιοκυττάρων σε περίπτωση επαναλαμβανόμενων καθυστερήσεων στη χορήγηση του κύκλου (βλ. Δοσολογία).
-
Επανενεργοποίηση ιού έρπητα ζωστήραΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με βορτεζομίμπηΣυνιστάται χορήγηση αντιιικής προφύλαξης.
-
Επανενεργοποίηση και λοίμωξη από τον Ιό της Ηπατίτιδας Β (HBV)ΠληθυσμόςΑσθενείς που διατρέχουν κίνδυνο λοίμωξης από HBV όταν η ριτουξιμάμπη χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με βορτεζομίμπηΘα πρέπει να διενεργείται πάντα έλεγχος για HBV πριν από την έναρξη της θεραπείας. Φορείς ηπατίτιδας Β και ασθενείς με ιστορικό ηπατίτιδας B θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για κλινικά και εργαστηριακά σημεία ενεργού HBV λοίμωξης κατά τη διάρκεια και μετά τη θεραπεία συνδυασμού της ριτουξιμάμπης με βορτεζομίμπη. Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης προφυλακτικής αντιιικής θεραπείας. Ανατρέξτε στην Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος της ριτουξιμάμπης για περισσότερες πληροφορίες.
-
Προϊούσα πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια (PML)Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται σε τακτά χρονικά διαστήματα για τυχόν νέα ή επιδεινούμενα νευρολογικά συμπτώματα ή σημεία που μπορεί να υποδηλώνουν PML. Αν υπάρχουν υπόνοιες για διάγνωση της PML, οι ασθενείς πρέπει να παραπέμπονται σε ειδικό στην PML και πρέπει να αρχίσουν να εφαρμόζονται κατάλληλα μέτρα διαγνωστικού χαρακτήρα για PML. Διακόψτε τη βορτεζομίμπη αν διαγνωστεί PML.
-
Περιφερική νευροπάθειαΣυνιστάται η προσεκτική παρακολούθηση των ασθενών ως προς την εμφάνιση συμπτωμάτων νευροπάθειας (αίσθημα καύσου, υπεραισθησία, υπαισθησία, παραισθησία, δυσφορία, νευροπαθητικό πόνο ή αδυναμία). Οι ασθενείς που παρουσιάζουν περιφερική νευροπάθεια για πρώτη φορά ή επιδείνωση πρέπει να αξιολογούνται νευρολογικά και μπορεί να απαιτείται η τροποποίηση της δόσης ή του προγράμματος χορήγησης ή αλλαγή σε υποδόρια οδό χορήγησης (βλ. Δοσολογία). Σε ασθενείς που λαμβάνουν βορτεζομίμπη σε συνδυασμό με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι σχετίζονται με νευροπάθεια (π.χ. θαλιδομίδη) πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η έγκαιρη και τακτική παρακολούθηση για τα συμπτώματα νευροπάθειας που οφείλονται στη θεραπεία με νευρολογική αξιολόγηση καθώς επίσης να εξετάζονται και κατάλληλες μειώσεις της δόσης ή διακοπή της θεραπείας.
-
ΣπασμοίΠληθυσμόςΑσθενείς με οποιοδήποτε παράγοντα κινδύνου για σπασμούςΙδιαίτερη προσοχή απαιτείται κατά τη θεραπεία.
-
ΥπότασηΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό συγκοπής οι οποίοι λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι συνδέονται με υπόταση ή σε ασθενείς που είναι αφυδατωμένοι λόγω επανεμφάνισης διάρροιας ή έμετουΣυνιστάται προσοχή κατά τη χορήγηση φαρμακευτικών προϊόντων. Η αντιμετώπιση της ορθοστατικής υπότασης μπορεί να περιλαμβάνει την προσαρμογή των αντιυπερτασικών φαρμακευτικών προϊόντων, ενυδάτωση ή χορήγηση μεταλλοκορτικοστεροειδών και/ ή συμπαθομιμητικών. Οι ασθενείς πρέπει να επιζητούν ιατρική συμβουλή όταν εμφανίζουν συμπτώματα ζάλης, τάση ή σημεία λιποθυμίας.
-
Σύνδρομο Οπίσθιας Αναστρέψιμης Εγκεφαλοπάθειας (PRES)ΠληθυσμόςΑσθενείς που εμφανίζουν PRESΗ βορτεζομίμπη πρέπει να διακόπτεται.
-
Καρδιακή ανεπάρκειαΠληθυσμόςΑσθενείς με παράγοντες κινδύνου για καρδιακή νόσο ή με υπάρχουσα καρδιακή νόσοΠρέπει να παρακολουθούνται στενά.
-
Πνευμονικές διαταραχέςΣυνιστάται ακτινογραφία θώρακος πριν από τη θεραπεία, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως δεδομένο αναφοράς για πιθανές πνευμονικές μεταβολές μετά τη θεραπεία. Σε περίπτωση νέων ή επιδεινούμενων πνευμονικών συμπτωμάτων (π.χ., βήχας, δύσπνοια), πρέπει να διενεργείται άμεσα διαγνωστική αξιολόγηση και να θεραπεύονται κατάλληλα οι ασθενείς. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο λόγος κινδύνου/οφέλους πριν από τη συνέχιση της θεραπείας με βορτεζομίμπη. Δε συνιστάται το συγκεκριμένο σχήμα με ταυτόχρονη χορήγηση υψηλής δόσης κυταραβίνης (2 g/m2 ανά ημέρα) με συνεχή έγχυση για 24 ώρες.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΠρέπει να παρακολουθούνται στενά (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΑυτοί οι ασθενείς πρέπει να λαμβάνουν θεραπεία με βορτεζομίμπη σε μειωμένες δόσεις και να παρακολουθούνται στενά για τοξικότητες (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).
-
Ηπατικές αντιδράσειςΟι αλλαγές μπορεί να είναι αντιστρέψιμες μετά την διακοπή της βορτεζομίμπης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Σύνδρομο λύσης όγκουΠληθυσμόςΑσθενείς που διατρέχουν κίνδυνο του συνδρόμου λύσης όγκουΟι εν λόγω ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά, ενώ πρέπει να λαμβάνονται οι κατάλληλες προφυλάξεις.
-
Συγχορήγηση φαρμακευτικών προϊόντων (CYP3A4/CYP2C19)ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν βορτεζομίμπη σε συνδυασμό με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4Πρέπει να παρακολουθούνται στενά. Απαιτείται προσοχή όταν η βορτεζομίμπη συνδυάζεται με υποστρώματα του CYP3A4 ή του CYP2C19 (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Συγχορήγηση φαρμακευτικών προϊόντων (από του στόματος υπογλυκαιμικά)ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν από του στόματος υπογλυκαιμικάΙδιαίτερη προσοχή και επιβεβαίωση της φυσιολογικής ηπατικής λειτουργίας απαιτούνται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Αντιδράσεις δυνητικά επαγόμενες από ανοσοσυμπλέγματαΗ βορτεζομίμπη πρέπει να διακοπεί εάν εμφανιστούν σοβερές αντιδράσεις.
-
Το BORTEZOMIB/ STADΑ περιέχει νάτριοΤο φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά φιαλίδιο είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz
SPC-BORTEZOMIB/STADA
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΠροσοχήΑύξηση της AUC της βορτεζομίμπης κατά 35%ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση
-
ΠροσοχήΠιθανή αύξηση της AUC της βορτεζομίμπηςΣύστασηΣτενή παρακολούθηση
-
ΑμελητέαΚαμία σημαντική επίδραση στα φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά της βορτεζομίμπης
-
ΑντένδειξηΜείωση στην AUC της βορτεζομίμπης κατά 45%ΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση λόγω μείωσης της αποτελεσματικότητας
-
ΑντένδειξηΠιθανή μείωση της αποτελεσματικότητας της βορτεζομίμπηςΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση λόγω μείωσης της αποτελεσματικότητας
-
ΑντένδειξηΠιθανή μείωση της αποτελεσματικότητας της βορτεζομίμπηςΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση λόγω μείωσης της αποτελεσματικότητας
-
ΑντένδειξηΠιθανή μείωση της αποτελεσματικότητας της βορτεζομίμπηςΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση λόγω μείωσης της αποτελεσματικότητας
-
Υπερικό/ΒαλσαμόχορτοΑντένδειξηΠιθανή μείωση της αποτελεσματικότητας της βορτεζομίμπηςΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση λόγω μείωσης της αποτελεσματικότητας
-
ΑμελητέαΚαμία σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της βορτεζομίμπης
-
Μελφαλάνη-πρεδνιζόνηΑμελητέαΑύξηση της AUC της βορτεζομίμπης κατά 17%, μη κλινικά σχετικό
-
Από του στόματος αντιδιαβητικά φάρμακαΠροσοχήΥπογλυκαιμία και υπεργλυκαιμία σε διαβητικούς ασθενείςΣύστασηΣτενή παρακολούθηση επιπέδων γλυκόζης στο αίμα, προσαρμογή δόσης αντιδιαβητικών
sick
SPC-BORTEZOMIB/STADA
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας Οι σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν όχι συχνά κατά τη διάρκεια θεραπείας με βορτεζομίμπη περιλαμβάνουν **καρδιακή ανεπάρκεια, σύνδρομο λύσης όγκου, πνευμονική υπέρταση, σύνδρομο οπίσθιας αναστρέψιμης…
pregnant_woman
SPC-BORTEZOMIB/STADA
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΑντισύλληψηΠρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματικά αντισυλληπτικά μέτραΚατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 3 μήνες μετά τη θεραπεία.
-
ΚύησηΔε θα πρέπει να χρησιμοποιείταιΕκτός εάν η κλινική κατάσταση της γυναίκας απαιτεί θεραπεία με βορτεζομίμπη. Εάν χρησιμοποιηθεί ή η ασθενής καταστεί έγκυος, πρέπει να ενημερωθεί για τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα. Σε μη κλινικές μελέτες, δεν έδειξε να επιδρά στην εμβρυϊκή ανάπτυξη. (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Εάν χορηγείται σε συνδυασμό με θαλιδομίδη, πρέπει να τηρούνται οι προϋποθέσεις του προγράμματος πρόληψης κύησης της θαλιδομίδης.
-
ΘηλασμόςΟ θηλασμός πρέπει να διακόπτεταιΛόγω των πιθανών σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών στα βρέφη που θηλάζουν. Δεν είναι γνωστό εάν η βορτεζομίμπη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα.
-
ΓονιμότηταΔεν έχουν διεξαχθεί μελέτες(βλ. Προκλινικά δεδομένα).
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-BORTEZOMIB/STADA
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντινεοπλασματικοί παράγοντες, άλλοι αντινεοπλασματικοί παράγοντες, κωδικός ATC: L01XX32. ### Μηχανισμός δράσης Η βορτεζομίμπη είναι ένας αναστολέας πρωτεοσωματίου. Είναι ειδικά σχεδιασμένη να αναστέλλει την παρόμοια με…
biotech
SPC-BORTEZOMIB/STADA
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Μετά από ενδοφλέβια bolus χορήγηση δόσης 1,0 mg/m2 και 1,3 mg/m2 σε 11 ασθενείς με πολλαπλούν μυέλωμα και τιμές κάθαρσης κρεατινίνης υψηλότερες από 50 ml/min, οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα της πρώτης δόσης βορτεζομίμπης ήταν…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Νεφρική λειτουργία | water_dropΝεφρική λειτουργία | Στενά | Νεφρική δυσλειτουργία |
| Αιμοπετάλια | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | Πριν από κάθε δόση | — |
| Τακτικά καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας | — | ||
| Γενική αίματος (CBC) | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | Τακτικά καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας | — |
| Διαφορικός τύπος λευκοκυττάρων | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | Τακτικά καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας | — |
| Έλεγχος HBV | coronavirusΛοιμώξεις & ιολογικός έλεγχος | Πριν από την έναρξη της θεραπείας | Κίνδυνος λοίμωξης από HBV με συγχορήγηση ριτουξιμάμπης και βορτεζομίμπης |
| Εργαστηριακοί δείκτες (ενεργός HBV λοίμωξη) | coronavirusΛοιμώξεις & ιολογικός έλεγχος | Κατά τη διάρκεια και μετά τη θεραπεία | Φορείς ηπατίτιδας Β και ασθενείς με ιστορικό ηπατίτιδας Β σε θεραπεία ριτουξιμάμπης με βορτεζομίμπη |
| Σημεία λοίμωξης | coronavirusΛοιμώξεις & ιολογικός έλεγχος | — | Ουδετεροπενία |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Πνευμονικά συμπτώματα | pulmonologyΑναπνευστική λειτουργία | Άμεσα | — |
| Νευρολογικά συμπτώματα/σημεία | neurologyΝευρολογικός / ψυχικός έλεγχος | Σε τακτά χρονικά διαστήματα | — |
| Νευρολογική αξιολόγηση | neurologyΝευρολογικός / ψυχικός έλεγχος | Έγκαιρη και τακτική | Συγχορήγηση βορτεζομίμπης και φαρμάκων που σχετίζονται με νευροπάθεια |
| Νευρολογική εκτίμηση | neurologyΝευρολογικός / ψυχικός έλεγχος | Προσεκτική παρακολούθηση | — |
| Κλινική παρακολούθηση (ενεργός HBV λοίμωξη) | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | Κατά τη διάρκεια και μετά τη θεραπεία | Φορείς ηπατίτιδας Β και ασθενείς με ιστορικό ηπατίτιδας Β σε θεραπεία ριτουξιμάμπης με βορτεζομίμπη |
| Στενά | Παράγοντες κινδύνου για καρδιακή νόσο ή υπάρχουσα καρδιακή νόσο | ||
| Σημεία τοξικότητας | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | Στενά | Συγχορήγηση βορτεζομίμπης και ισχυρών αναστολέων CYP3A4 |
| Τοξικότητα | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | Στενά | Μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία |
| Σύνδρομο λύσης όγκου (TLS) | more_horizΆλλο / λοιπά | Στενά | Κίνδυνος συνδρόμου λύσης όγκου |
Απεικόνιση (CT / MRI / ακτινογραφία)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ακτινογραφία θώρακος | radiologyΑπεικονιστικός έλεγχος | Πριν από τη θεραπεία | — |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-BORTEZOMIB/STADA
expand_more
Δοσολογία
Η έναρξη της θεραπείας με BORTEZOMIB/ STADΑ πρέπει να γίνεται υπό την επίβλεψη ενός έμπειρου γιατρού στη θεραπεία ασθενών με καρκίνο, ωστόσο η χορήγηση του BORTEZOMIB/ STADΑ μπορεί να γίνεται από επαγγελματία υγείας έμπειρο στη χρήση χημειοθεραπευτικών παραγόντων. Η προετοιμασία του BORTEZOMIB/ STADΑ πρέπει να γίνεται από επαγγελματία υγείας (βλ. παράγραφο 6.6).
Δοσολογία για τη θεραπεία του εξελισσόμενου πολλαπλού μυελώματος (ασθενείς που έχουν λάβει προηγούμενα τουλάχιστον μία θεραπεία)
Μονοθεραπεία
Το BORTEZOMIB/ STADΑ 2,5 mg/ml ενέσιμο διάλυμα χορηγείται μέσω υποδόριας και, έπειτα από αραίωση, ενδοφλέβιας ένεσης στη συνιστώμενη δόση των 1,3 mg/m2 επιφάνειας σώματος δύο φορές εβδομαδιαίως για διάστημα δύο εβδομάδων τις ημέρες 1, 4, 8 και 11 σε κύκλο θεραπείας 21 ημερών. Αυτή η περίοδος των 3 εβδομάδων θεωρείται ένας κύκλος θεραπείας. Συνιστάται οι ασθενείς να υποβάλλονται σε 2 κύκλους αγωγής με BORTEZOMIB/ STADΑ μετά την επιβεβαίωση της πλήρους ανταπόκρισης. Επιπλέον, στους ασθενείς που ανταποκρίνονται στην αγωγή χωρίς όμως να επιτυγχάνεται η πλήρης ύφεση, συνιστάται η λήψη θεραπείας για συνολικό διάστημα 8 κύκλων θεραπείας με BORTEZOMIB/ STADΑ. Πρέπει να μεσολαβούν τουλάχιστον 72 ώρες μεταξύ των διαδοχικών δόσεων του BORTEZOMIB/ STADΑ.
Προσαρμογές της δόσης κατά τη διάρκεια της θεραπείας και επανέναρξη της θεραπείας για μονοθεραπεία
Η θεραπεία με BORTEZOMIB/ STADΑ πρέπει να διακόπτεται κατά την εμφάνιση μη-αιματολογικής τοξικότητας 3ου Βαθμού ή αιματολογικής τοξικότητας 4ου Βαθμού, εξαιρουμένης της νευροπάθειας όπως περιγράφεται παρακάτω (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Όταν τα συμπτώματα τοξικότητας υποχωρήσουν, η θεραπεία με BORTEZOMIB/ STADΑ μπορεί να ξεκινήσει εκ νέου με μειωμένη κατά 25% δόση (1,3 mg/m2 μειώνεται σε 1,0 mg/m2, 1,0 mg/m2 μειώνεται σε 0,7 mg/m2). Αν η τοξικότητα δεν υποχωρήσει ή επανεμφανιστεί κατά τη χορήγηση της πιο χαμηλής δόσης, πρέπει να εκτιμηθεί η πιθανότητα διακοπής του BORTEZOMIB/ STADΑ, εκτός εάν το όφελος της θεραπείας υπερτερεί σαφώς του κινδύνου.
Νευροπαθητικός πόνος και/ή περιφερική νευροπάθεια
Οι ασθενείς που παρουσιάζουν νευροπαθητικό πόνο και/ή περιφερική νευροπάθεια που σχετίζονται με τη βορτεζομίμπη πρέπει να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με τις οδηγίες που παρουσιάζει ο Πίνακας 1 (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Οι ασθενείς με προϋπάρχουσα σοβαρή νευροπάθεια μπορούν να λάβουν BORTEZOMIB/ STADΑ μόνο κατόπιν προσεκτικής εκτίμησης της σχέσης κινδύνου/οφέλους.
Πίνακας 1: Συνιστώμενες τροποποιήσεις δοσολογίας για νευροπάθεια που σχετίζεται με τη βορτεζομίμπη.*
| Σοβαρότητα νευροπάθειας | Τροποποίηση δοσολογίας |
|---|---|
| 1ου Βαθμού (χωρίς συμπτώματα, απώλεια εν τω βάθει τενόντιων αντανακλαστικών ή παραισθησία) χωρίς πόνο ή χωρίς απώλεια λειτουργίας | Καμία |
| 1ου Βαθμού με πόνο ή 2ου Βαθμού (μέτρια συμπτώματα, περιορισμός λειτουργικών καθημερινών δραστηριοτήτων (ADL)**) | Μείωση του BORTEZOMIB/ STADΑ σε 1,0 mg/m2 ή Αλλαγή του θεραπευτικού προγράμματος με BORTEZOMIB/ STADΑ σε 1,3 mg/m2 μία φορά την εβδομάδα |
| 2ου Βαθμού με πόνο ή 3ου Βαθμού (σοβαρά συμπτώματα, περιορισμός των καθημερινών δραστηριοτήτων ατομικής φροντίδας (ADL)***) | Διακοπή της αγωγής με BORTEZOMIB/ STADΑ μέχρι να υποχωρήσουν τα συμπτώματα τοξικότητας. Όταν η τοξικότητα υποχωρήσει, επανέναρξη της θεραπείας με BORTEZOMIB/ STADΑ και μείωση της δόσης σε 0,7 mg/m2 και χορήγηση μία φορά την εβδομάδα. |
| 4ου Βαθμού (απειλητικές για τη ζωή συνέπειες, συνιστάται επείγουσα παρέμβαση) και/ή σοβαρή αυτόνομη νευροπάθεια | Διακοπή του BORTEZOMIB/ STADΑ |
- Με βάση τις τροποποιήσεις της δοσολογίας σε μελέτες Φάσης ΙΙ και ΙΙΙ για το πολλαπλούν μυέλωμα και την εμπειρία μετά από την κυκλοφορία του φαρμάκου. Βαθμολογία με βάση την έκδοση 4.0 των Κοινών Κριτηρίων Τοξικότητας του NCI (NCI Common Toxicity Criteria CTCAE). ** Λειτουργικές δραστηριότητες καθημερινής φροντίδας (ADL): αναφέρονται στην ετοιμασία γευμάτων, την αγορά τροφίμων ή ρούχων, τη χρήση του τηλεφώνου, τη διαχείριση χρημάτων κλπ. *** Καθημερινές δραστηριότητες ατομικής φροντίδας (ADL): αναφέρονται στο πλύσιμο, το ντύσιμο και το γδύσιμο, την πρόσληψη τροφής, τη χρήση της τουαλέτας, τη λήψη φαρμακευτικών προϊόντων και όχι κλινήρεις.
Θεραπεία συνδυασμού με πεγκυλιωμένη λιποσωμιακή δοξορουβικίνη
Το BORTEZOMIB/ STADΑ 2,5 mg/ml ενέσιμο διάλυμα χορηγείται μέσω υποδόριας και έπειτα από αραίωση, ενδοφλέβιας ένεσης στη συνιστώμενη δόση των 1,3 mg/m2 επιφάνειας σώματος δύο φορές την εβδομάδα για δύο εβδομάδες τις ημέρες 1, 4, 8 και 11 σε κύκλο θεραπείας 21 ημερών. Αυτή η περίοδος των 3 εβδομάδων θεωρείται κύκλος θεραπείας. Πρέπει να μεσολαβούν τουλάχιστον 72 ώρες μεταξύ των διαδοχικών δόσεων βορτεζομίμπης.
Η πεγκυλιωμένη λιποσωμιακή δοξορουβικίνη χορηγείται σε 30 mg/m2 την ημέρα 4 του κύκλου θεραπείας με βορτεζομίμπη ως ενδοφλέβια έγχυση 1 ώρας μετά την ένεση με βορτεζομίμπη. Μπορούν να χορηγηθούν έως 8 κύκλοι θεραπείας συνδυασμού όσο οι ασθενείς δεν έχουν εμφανίσει εξέλιξη της νόσου και ανέχονται τη θεραπεία. Οι ασθενείς που επιτυγχάνουν πλήρη ανταπόκριση μπορούν να συνεχίσουν τη θεραπεία για τουλάχιστον δύο κύκλους μετά από την πρώτη απόδειξη πλήρους ανταπόκρισής τους, ακόμα και εάν κάτι τέτοιο απαιτεί αγωγή για περισσότερους από 8 κύκλους. Οι ασθενείς των οποίων τα επίπεδα της παραπρωτεΐνης συνεχίζουν να μειώνονται μετά από 8 κύκλους μπορούν επίσης να παρατείνουν τη θεραπεία για όσο διάστημα αυτή γίνεται ανεκτή και εξακολουθούν να ανταποκρίνονται.
Για πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με τη πεγκυλιωμένη λιποσωμιακή δοξορουβικίνη, βλέπε τη σχετική Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος.
Θεραπεία συνδυασμού με δεξαμεθαζόνη
Το BORTEZOMIB/ STADΑ 2,5 mg/ml ενέσιμο διάλυμα χορηγείται μέσω υποδόριας και, έπειτα από αραίωση, ενδοφλέβιας ένεσης στη συνιστώμενη δόση των 1,3 mg/m2 επιφάνειας σώματος δύο φορές την εβδομάδα για δύο εβδομάδες τις ημέρες 1, 4, 8 και 11 σε κύκλο θεραπείας 21 ημερών. Αυτή η περίοδος των 3 εβδομάδων θεωρείται κύκλος θεραπείας. Πρέπει να μεσολαβούν τουλάχιστον 72 ώρες μεταξύ των διαδοχικών δόσεων βορτεζομίμπης.
Η δεξαμεθαζόνη χορηγείται από στόματος σε 20 mg τις ημέρες 1, 2, 4, 5, 8, 9, 11 και 12 του κύκλου θεραπείας με βορτεζομίμπη. Οι ασθενείς που επιτυγχάνουν ανταπόκριση ή σταθεροποίηση της ασθένειάς τους μετά από 4 κύκλους θεραπείας συνδυασμού μπορούν να συνεχίσουν να λαμβάνουν τον ίδιο συνδυασμό το πολύ για 4 επιπρόσθετους κύκλους.
Για πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με τη δεξαμεθαζόνη, βλέπε τη σχετική Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος.
Προσαρμογές της δόσης για τη θεραπεία συνδυασμού για ασθενείς με εξελισσόμενο πολλαπλούν μυέλωμα
Για την προσαρμογή της δόσης βορτεζομίμπης σε θεραπεία συνδυασμού συμβουλευθείτε τις οδηγίες τροποποίησης της δοσολογίας όπως αυτές περιγράφονται υπό την μονοθεραπεία παραπάνω.
Δοσολογία για ασθενείς με μη προθεραπευμένο πολλαπλούν μυέλωμα που δεν είναι κατάλληλοι για μεταμόσχευση αιμοποιητικών αρχέγονων κυττάρων
Θεραπεία συνδυασμού με μελφαλάνη και πρεδνιζόνη
Το BORTEZOMIB/ STADΑ 2,5 mg/ml ενέσιμο διάλυμα χορηγείται μέσω υποδόριας και, έπειτα απο αραίωση, ενδοφλέβιας ένεσης σε συνδυασμό με από στόματος μελφαλάνη και από στόματος πρεδνιζόνη όπως παρουσιάζεται στον Πίνακα 2. Ως θεραπευτικός κύκλος νοείται μία περίοδος 6 εβδομάδων. Στους Κύκλους 1-4, η βορτεζομίμπη χορηγείται δύο φορές την εβδομάδα τις ημέρες 1, 4, 8, 11, 22, 25, 29 και 32. Στους Κύκλους 5-9, η βορτεζομίμπη χορηγείται μία φορά την εβδομάδα τις ημέρες 1, 8, 22 και 29. Πρέπει να μεσολαβούν τουλάχιστον 72 ώρες μεταξύ των διαδοχικών δόσεων βορτεζομίμπης.
Η μελφαλάνη και η πρεδνιζόνη πρέπει και οι δύο να χορηγούνται από στόματος τις ημέρες 1, 2, 3 και 4 της πρώτης εβδομάδας του κάθε κύκλου θεραπείας με βορτεζομίμπη. Χορηγούνται εννέα θεραπευτικοί κύκλοι αυτής της θεραπείας συνδυασμού.
Πίνακας 2: Συνιστώμενη δοσολογία για το BORTEZOMIB/ STADΑ σε συνδυασμό με μελφαλάνη και πρεδνιζόνη
Δύο φορές την Εβδομάδα βορτεζομίμπη (Κύκλοι 1-4)
| Εβδομάδα | Bo (1,3 mg/m2) | M (9 mg/m2) | P (60 mg/m2) |
|---|---|---|---|
| 1 | Ημέρα 1 | Ημέρα 1 | Ημέρα 1 |
| Ημέρα 4 | Ημέρα 2 | Ημέρα 2 | |
| Ημέρα 3 | Ημέρα 3 | ||
| Ημέρα 4 | Ημέρα 4 | ||
| 2 | Ημέρα 8 | ||
| Ημέρα 11 | |||
| 3 | |||
| 4 | Ημέρα 22 | ||
| Ημέρα 25 | |||
| 5 | Ημέρα 29 | ||
| Ημέρα 32 | |||
| 6 |
Μία φορά την Εβδομάδα βορτεζομίμπη (Κύκλοι 5-9)
| Εβδομάδα | Bo (1,3 mg/m2) | M (9 mg/m2) | P (60 mg/m2) |
|---|---|---|---|
| 1 | Ημέρα 1 | Ημέρα 1 | Ημέρα 1 |
| Ημέρα 2 | Ημέρα 2 | ||
| Ημέρα 3 | Ημέρα 3 | ||
| Ημέρα 4 | Ημέρα 4 | ||
| 2 | Ημέρα 8 | ||
| 3 | |||
| 4 | Ημέρα 22 | ||
| Ημέρα 29 | |||
| 5 | |||
| 6 |
block
Αντενδείξεις
SPC-BORTEZOMIB/STADA
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, στο βόριο ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1).
- Οξεία διάχυτη διηθητική πνευμονική και περικαρδιακή νόσος.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-BORTEZOMIB/STADA
expand_more
Προειδοποιήσεις
Γενικές προειδοποιήσεις
Όταν η βορτεζομίμπη χορηγείται σε συνδυασμό με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα, οι Περιλήψεις των Χαρακτηριστικών αυτών των φαρμακευτικών Προϊόντων πρέπει να εξετάζονται πριν την έναρξη της θεραπείας με βορτεζομίμπη. Όταν χρησιμοποιείται η θαλιδομίδη χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή στους ελέγχους και τις απαιτήσεις για την πρόληψη κύησης (βλ. Κύηση και γαλουχία).
Ενδορραχιαία χορήγηση
Έχουν υπάρξει θανατηφόρες περιπτώσεις εσφαλμένης ενδορραχιαίας χορήγησης βορτεζομίμπης. Το BORTEZOMIB/ STADΑ 2,5 mg/ml ενέσιμο διάλυμα προορίζεται μόνο για ενδοφλέβια χρήση ή υποδόρια χρήση. Η βορτεζομίμπη δεν πρέπει να χορηγείται ενδορραχιαία.
Γαστρεντερική τοξικότητα
Είναι πολύ συχνή η εμφάνιση γαστρεντερικής τοξικότητας, συμπεριλαμβανομένης της ναυτίας, της διάρροιας, του εμέτου και της δυσκοιλιότητας κατά τη θεραπεία με βορτεζομίμπη. Έχουν αναφερθεί όχι συχνά περιπτώσεις ειλεού (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Κατά συνέπεια, ασθενείς που παρουσιάζουν δυσκοιλιότητα πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
Αιματολογική τοξικότητα
Η θεραπεία με βορτεζομίμπη πολύ συχνά συνδέεται με αιματολογικές τοξικότητες (θρομβοπενία, ουδετεροπενία και αναιμία). Τα αιμοπετάλια ήταν στο χαμηλότερο επίπεδο την Ημέρα 11 κάθε κύκλου θεραπείας με βορτεζομίμπη και συνήθως επανέρχονταν στο αρχικό επίπεδο κατά τον επόμενο κύκλο. Η σοβαρότητα της θρομβοπενίας σχετίστηκε με τον αριθμό των αιμοπεταλίων πριν την έναρξη της θεραπείας. Γαστρεντερική και ενδοκρανιακή αιμορραγία έχουν αναφερθεί. Ο αριθμός των αιμοπεταλίων πρέπει να παρακολουθείται πριν από κάθε δόση βορτεζομίμπης. Η θεραπεία με βορτεζομίμπη πρέπει να διακοπεί όταν ο αριθμός των αιμοπεταλίων είναι < 25.000/μl ή σε περίπτωση συνδυασμού με μελφαλάνη και πρεδνιζόνη όταν ο αριθμός των αιμοπεταλίων είναι ≤ 30.000/μl (βλ. Δοσολογία). Το δυνητικό όφελος της θεραπείας πρέπει να σταθμιστεί προσεκτικά έναντι των κινδύνων, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις μέτριας έως σοβαρής θρομβοπενίας και παραγόντων κινδύνου για αιμορραγία. Η γενική αίματος (CBC) με τύπο λευκοκυττάρων, συμπεριλαμβανομένου του αριθμού αιμοπεταλίων, πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας με BORTEZOMIB/ STADΑ. Το ενδεχόμενο μετάγγισης αιμοπεταλίων θα πρέπει να εξετάζεται όταν ενδείκνυται κλινικά (βλ. Δοσολογία).
Σε ασθενείς με MCL παρατηρήθηκε παροδική ουδετεροπενία. Καθώς οι ασθενείς με ουδετεροπενία διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο λοιμώξεων, θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα λοίμωξης και να αντιμετωπίζονται αμέσως. Παράγοντες διέγερσης αποικιών κοκκιοκυττάρων μπορούν να χορηγηθούν για αιματολογική τοξικότητα. Πρέπει να εξετάζεται η προφυλακτική χρήση παραγόντων διέγερσης αποικιών κοκκιοκυττάρων σε περίπτωση επαναλαμβανόμενων καθυστερήσεων στη χορήγηση του κύκλου (βλ. Δοσολογία).
Επανενεργοποίηση ιού έρπητα ζωστήρα
Σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με βορτεζομίμπη συνιστάται χορήγηση αντιιικής προφύλαξης.
Επανενεργοποίηση και λοίμωξη από τον Ιό της Ηπατίτιδας Β (HBV)
Όταν η ριτουξιμάμπη χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με βορτεζομίμπη, θα πρέπει να διενεργείται πάντα έλεγχος για HBV σε ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο λοίμωξης από HBV πριν από την έναρξη της θεραπείας. Φορείς ηπατίτιδας Β και ασθενείς με ιστορικό ηπατίτιδας B θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για κλινικά και εργαστηριακά σημεία ενεργού HBV λοίμωξης κατά τη διάρκεια και μετά τη θεραπεία συνδυασμού της ριτουξιμάμπης με βορτεζομίμπη. Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης προφυλακτικής αντιιικής θεραπείας. Ανατρέξτε στην Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος της ριτουξιμάμπης για περισσότερες πληροφορίες.
Προϊούσα πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια (PML)
Πολύ σπάνιες περιπτώσεις PML και θανάτου έχουν αναφερθεί. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται σε τακτά χρονικά διαστήματα για τυχόν νέα ή επιδεινούμενα νευρολογικά συμπτώματα ή σημεία που μπορεί να υποδηλώνουν PML. Αν υπάρχουν υπόνοιες για PML, οι ασθενείς πρέπει να παραπέμπονται σε ειδικό και να αρχίσουν να εφαρμόζονται κατάλληλα διαγνωστικά μέτρα. Διακόψτε τη βορτεζομίμπη αν διαγνωστεί PML.
Περιφερική νευροπάθεια
Η θεραπεία με βορτεζομίμπη πολύ συχνά συνδέεται με περιφερική νευροπάθεια, κυρίως αισθητική, αλλά έχουν αναφερθεί και περιστατικά σοβαρής κινητικής νευροπάθειας. Η συχνότητα αυξάνει στην αρχή της θεραπείας και φθάνει στο μέγιστο κατά τον κύκλο 5. Συνιστάται η προσεκτική παρακολούθηση των ασθενών ως προς την εμφάνιση συμπτωμάτων νευροπάθειας (αίσθημα καύσου, υπεραισθησία, υπαισθησία, παραισθησία, δυσφορία, νευροπαθητικό πόνο ή αδυναμία).
Οι ασθενείς που παρουσιάζουν περιφερική νευροπάθεια για πρώτη φορά ή επιδείνωση πρέπει να αξιολογούνται νευρολογικά και μπορεί να απαιτείται η τροποποίηση της δόσης ή του προγράμματος χορήγησης ή αλλαγή σε υποδόρια οδό χορήγησης (βλ. Δοσολογία).
Σε ασθενείς που λαμβάνουν βορτεζομίμπη σε συνδυασμό με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι σχετίζονται με νευροπάθεια (π.χ. θαλιδομίδη) πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η έγκαιρη και τακτική παρακολούθηση για τα συμπτώματα νευροπάθειας με νευρολογική αξιολόγηση καθώς επίσης να εξετάζονται και κατάλληλες μειώσεις της δόσης ή διακοπή της θεραπείας. Εκτός της περιφερικής νευροπάθειας, η αυτόνομη νευροπάθεια μπορεί επίσης να συμβάλλει στην πρόκληση ανεπιθύμητων ενεργειών όπως ορθοστατική υπόταση και σοβαρή μορφή δυσκοιλιότητας με ειλεό.
Σπασμοί
Σπασμοί έχουν αναφερθεί, όχι συχνά, σε ασθενείς χωρίς προηγούμενο ιστορικό σπασμών ή επιληψίας. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται κατά τη θεραπεία ασθενών με οποιοδήποτε παράγοντα κινδύνου για σπασμούς.
Υπόταση
Η θεραπεία με βορτεζομίμπη συνήθως συνδέεται με την ορθοστατική υπόταση. Οι περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι ήπιας έως μέτριας φύσεως. Η ορθοστατική υπόταση μπορεί να σχετίζεται με αυτόνομη νευροπάθεια ή να επιδεινώνει υποκείμενες καταστάσεις. Συνιστάται προσοχή όταν χορηγούνται φαρμακευτικά προϊόντα, σε ασθενείς με ιστορικό συγκοπής οι οποίοι λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα, τα οποία είναι γνωστό ότι συνδέονται με υπόταση ή σε ασθενείς που είναι αφυδατωμένοι λόγω επανεμφάνισης διάρροιας ή έμετου. Η αντιμετώπιση της ορθοστατικής υπότασης μπορεί να περιλαμβάνει την προσαρμογή των αντιυπερτασικών φαρμακευτικών προϊόντων, ενυδάτωση ή χορήγηση μεταλλοκορτικοστεροειδών και/ ή συμπαθομιμητικών. Οι ασθενείς πρέπει να επιζητούν ιατρική συμβουλή όταν εμφανίζουν συμπτώματα ζάλης, τάση ή σημεία λιποθυμίας.
Σύνδρομο Οπίσθιας Αναστρέψιμης Εγκεφαλοπάθειας (PRES)
Έχουν υπάρξει αναφορές του PRES σε ασθενείς που λάμβαναν βορτεζομίμπη. Σε ασθενείς που εμφανίζουν PRES, η βορτεζομίμπη πρέπει να διακόπτεται.
Καρδιακή ανεπάρκεια
Οξεία εμφάνιση ή επιδείνωση συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας και/ή νέα εμφάνιση μείωσης του κλάσματος εξώθησης αριστερής κοιλίας έχει αναφερθεί. Οι ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για καρδιακή νόσο ή με υπάρχουσα καρδιακή νόσο, πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
Πνευμονικές διαταραχές
Υπήρξαν σπάνιες αναφορές οξείας διάχυτης διηθητικής πνευμονοπάθειας αγνώστου αιτιολογίας (πνευμονίτιδα, διάμεση πνευμονία, διήθηση πνεύμονα και σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας (ARDS)). Ορισμένα από αυτά τα περιστατικά ήταν θανατηφόρα. Συνιστάται ακτινογραφία θώρακος πριν από τη θεραπεία, ως δεδομένο αναφοράς. Σε περίπτωση νέων ή επιδεινούμενων πνευμονικών συμπτωμάτων (π.χ., βήχας, δύσπνοια), πρέπει να διενεργείται άμεσα διαγνωστική αξιολόγηση και να θεραπεύονται κατάλληλα οι ασθενείς. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο λόγος κινδύνου/οφέλους πριν από τη συνέχιση της θεραπείας με βορτεζομίμπη. Δε συνιστάται το συγκεκριμένο σχήμα με ταυτόχρονη χορήγηση υψηλής δόσης κυταραβίνης (2 g/m2 ανά ημέρα) με συνεχή έγχυση για 24 ώρες.
Νεφρική δυσλειτουργία
Οι νεφρικές επιπλοκές είναι συχνές στους ασθενείς με πολλαπλούν μυέλωμα. Οι ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία πρέπει να παρακολουθούνται στενά (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).
Ηπατική δυσλειτουργία
Η έκθεση της βορτεζομίμπης αυξάνεται σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Αυτοί οι ασθενείς πρέπει να λαμβάνουν θεραπεία με βορτεζομίμπη σε μειωμένες δόσεις και να παρακολουθούνται στενά για τοξικότητες (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).
Ηπατικές αντιδράσεις
Έχουν αναφερθεί σπάνιες περιπτώσεις ηπατικής ανεπάρκειας, αύξησης ηπατικών ενζύμων, υπερχολερυθριναιμίας και ηπατίτιδας. Αυτές οι αλλαγές μπορεί να είναι αντιστρέψιμες μετά την διακοπή της βορτεζομίμπης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Σύνδρομο λύσης όγκου
Μπορεί να παρουσιαστούν επιπλοκές του συνδρόμου λύσης όγκου. Οι ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο (σοβαρό πρόβλημα όγκων πριν από τη θεραπεία) πρέπει να παρακολουθούνται στενά, ενώ πρέπει να λαμβάνονται οι κατάλληλες προφυλάξεις.
Συγχορήγηση φαρμακευτικών προϊόντων
Οι ασθενείς που λαμβάνουν βορτεζομίμπη σε συνδυασμό με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 πρέπει να παρακολουθούνται στενά. Απαιτείται προσοχή όταν η βορτεζομίμπη συνδυάζεται με υποστρώματα του CYP3A4 ή του CYP2C19 (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Ιδιαίτερη προσοχή και επιβεβαίωση της φυσιολογικής ηπατικής λειτουργίας απαιτούνται στους ασθενείς που λαμβάνουν από του στόματος υπογλυκαιμικά (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Αντιδράσεις δυνητικά επαγόμενες από ανοσοσυμπλέγματα
Όχι συχνά έχουν αναφερθεί αντιδράσεις δυνητικά επαγόμενες από ανοσοσυμπλέγματα. Η βορτεζομίμπη πρέπει να διακοπεί εάν εμφανιστούν σοβαρές αντιδράσεις.
Το BORTEZOMIB/ STADΑ περιέχει νάτριο
Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά φιαλίδιο είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-BORTEZOMIB/STADA
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Μελέτες in vitro υποδεικνύουν ότι η βορτεζομίμπη είναι ένας ασθενής αναστολέας των ισοενζύμων 1A2, 2C9, 2C19, 2D6, και 3A4 του κυτοχρώματος P450 (CYP). Βάσει της περιορισμένης συμβολής (7%) του CYP2D6 στο μεταβολισμό της βορτεζομίμπης, ο φαινότυπος του CYP2D6, που συμμετέχει ελάχιστα στο μεταβολισμό, δεν αναμένεται να επηρεάζει τη συνολική διάθεση της βορτεζομίμπης.
-
Μια μελέτη φαρμακευτικής αλληλεπίδρασης, η οποία αξιολόγησε την επίδραση της κετοκοναζόλης, ενός ισχυρού αναστολέα του CYP3A4, στη φαρμακοκινητική της βορτεζομίμπης (που ενίεται ενδοφλεβίως), κατέδειξε μια μέση αύξηση της AUC της βορτεζομίμπης κατά 35% (CI90% [1,032 έως 1,772]) με βάση τα δεδομένα από 12 ασθενείς. Για το λόγο αυτό οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά όταν δίνεται η βορτεζομίμπη σε συνδυασμό με έναν ισχυρό αναστολέα του CYP3A4 (π.χ., κετοκοναζόλη, ριτοναβίρη).
-
Σε μια μελέτη φαρμακευτικής αλληλεπίδρασης, η οποία αξιολόγησε την επίδραση της ομεπραζόλης, ενός ισχυρού αναστολέα του CYP2C19, στη φαρμακοκινητική της βορτεζομίμπης (που ενίεται ενδοφλεβίως), δεν υπήρξε σημαντική επίδραση στα φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά της βορτεζομίμπης με βάση τα δεδομένα από 17 ασθενείς.
-
Μία μελέτη φαρμακευτικής αλληλεπίδρασης που αξιολόγησε την επίδραση της ριφαμπικίνης, ενός ισχυρού επαγωγέα του CYP3A4, στη φαρμακοκινητική της βορτεζομίμπης (που ενίεται ενδοφλεβίως), κατέδειξε μία μέση μείωση στην AUC της βορτεζομίμπης κατά 45%, με βάση τα δεδομένα από 6 ασθενείς. Συνεπώς, η ταυτόχρονη χρήση της βορτεζομίμπης με ισχυρούς επαγωγείς του CYP3A4 (π.χ. ριφαμπικίνη, καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη, φαινοβαρβιτάλη και υπερικό/βαλσαμόχορτο) δεν συνιστάται, καθώς μπορεί να μειωθεί η αποτελεσματικότητα.
-
Στην ίδια μελέτη φαρμακευτικής αλληλεπίδρασης που αξιολόγησε την επίδραση της δεξαμεθαζόνης, ενός πιο ασθενούς επαγωγέα του CYP3A4, στη φαρμακοκινητική της βορτεζομίμπης (που ενίεται ενδοφλεβίως), δεν υπήρξε σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της βορτεζομίμπης με βάση τα δεδομένα από 7 ασθενείς.
-
Μια μελέτη φαρμακευτικής αλληλεπίδρασης που αξιολόγησε την επίδραση των μελφαλάνης-πρεδνιζόνης στη φαρμακοκινητική της βορτεζομίμπης (που ενίεται ενδοφλεβίως), έδειξε μια μέση αύξηση της AUC της βορτεζομίμπης 17% με βάση τα δεδομένα από 21 ασθενείς. Αυτό δε θεωρείται κλινικά σχετικό.
-
Στη διάρκεια των κλινικών δοκιμών, αναφέρθηκε όχι συχνά και συχνά υπογλυκαιμία και υπεργλυκαιμία σε διαβητικούς ασθενείς που λάμβαναν από του στόματος υπογλυκαιμικά. Σε ασθενείς που λαμβάνουν από του στόματος αντιδιαβητικά φάρμακα, κατά τη θεραπεία με BORTEZOMIB/ STADΑ, πρέπει να παρακολουθούνται στενά τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα τους, ενώ η δόση των αντιδιαβητικών τους πρέπει να προσαρμόζεται κατάλληλα.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-BORTEZOMIB/STADA
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Οι σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν όχι συχνά κατά τη διάρκεια θεραπείας με βορτεζομίμπη περιλαμβάνουν καρδιακή ανεπάρκεια, σύνδρομο λύσης όγκου, πνευμονική υπέρταση, σύνδρομο οπίσθιας αναστρέψιμης εγκεφαλοπάθειας, οξείες διάχυτες διηθητικές πνευμονικές διαταραχές και σπάνια αυτόνομη νευροπάθεια. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια θεραπείας με βορτεζομίμπη είναι ναυτία, διάρροια, δυσκοιλιότητα, έμετος, κόπωση, πυρεξία, θρομβοπενία, αναιμία, ουδετεροπενία, περιφερική νευροπάθεια (συμπεριλαμβανομένης της αισθητικής), κεφαλαλγία, παραισθησία, μειωμένη όρεξη, δύσπνοια, εξάνθημα, έρπης ζωστήρας και μυαλγία.
Περίληψη των ανεπιθύμητων ενεργειών σε πίνακα
Πολλαπλούν Μυέλωμα
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες στον Πίνακα 7 θεωρήθηκαν από τους ερευνητές ότι έχουν τουλάχιστον μια ενδεχόμενη ή πιθανή αιτιολογική συσχέτιση με τη βορτεζομίμπη. Αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες βασίζονται σε ενοποιημένη βάση δεδομένων για 5.476 ασθενείς, εκ των οποίων οι 3.996 ασθενείς έλαβαν θεραπεία με βορτεζομίμπη στα 1,3 mg/m2 και περιλαμβάνονται στον Πίνακα 7. Συνολικά, η βορτεζομίμπη χορηγήθηκε για τη θεραπεία του πολλαπλού μυελώματος σε 3.974 ασθενείς. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται παρακάτω ανά κατηγορία/οργανικό σύστημα και κατηγορία συχνότητας. Οι συχνότητες ορίζονται ως εξής: Πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας. Ο Πίνακας 7 δημιουργήθηκε με τη χρήση της Έκδοσης 14.1 του λεξικού MedDRA. Έχουν συμπεριληφθεί επίσης ανεπιθύμητες ενέργειες μετά την κυκλοφορία που δεν παρατηρήθηκαν σε κλινικές δοκιμές.
Πίνακας 7: Ανεπιθύμητες ενέργειες σε ασθενείς με Πολλαπλούν Μυέλωμα που έλαβαν θεραπεία με βορτεζομίμπη σε κλινικές δοκιμές, και όλες οι ανεπιθύμητες ενέργειες μετά την κυκλοφορία, ανεξαρτήτως ένδειξης#
| Κατηγορία/Οργανικό σύστημα | Επίπτωση | Ανεπιθύμητη ενέργεια Επιπρόσθετες ανεπιθύμητες αντιδράσεις στο φάρμακο που ταυτοποιήθηκαν και σχετίζονταν με τη χρήση της θεραπείας συνδυασμού (BoR-CAP) ήταν λοίμωξη ηπατίτιδας B (< 1%) και ισχαιμία του μυοκαρδίου (1,3%). Οι παρόμοιες επιπτώσεις αυτών των συμβάντων και στα δύο σκέλη θεραπείας υπέδειξαν ότι οι συγκεκριμένες ανεπιθύμητες αντιδράσεις στο φάρμακο δεν μπορούν να αποδοθούν μόνο στη βορτεζομίμπη. Αξιοσημείωτες διαφορές στον πληθυσμό ασθενών με MCL σε σύγκριση με τους ασθενείς στις μελέτες του πολλαπλού μυελώματος ήταν μία κατά ≥ 5% υψηλότερη επίπτωση των αιματολογικών ανεπιθύμητων ενεργειών (ουδετεροπενία, θρομβοπενία, λευκοπενία, αναιμία, λεμφοπενία), περιφερικής αισθητικής νευροπάθειας, υπέρτασης, πυρεξίας, πνευμονίας, στοματίτιδας και διαταραχών τριχώματος.
Οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις οι οποίες ταυτοποιήθηκαν ως εκείνες με επίπτωση ≥ 1%, παρόμοια ή υψηλότερη επίπτωση στο σκέλος BoR-CAP και τουλάχιστον ενδεχόμενη ή πιθανή αιτιολογική σχέση με τις συνιστώσες του σκέλους BoR-CAP, αναφέρονται στον Πίνακα 8 παρακάτω. Περιλαμβάνονται επίσης οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις στο φάρμακο που ταυτοποιήθηκαν στο σκέλος BoR-CAP, οι οποίες θεωρήθηκε από τους ερευνητές ότι έχουν τουλάχιστον ενδεχόμενη ή πιθανή αιτιολογική σχέση με τη βορτεζομίμπη με βάση τα ιστορικά δεδομένα από τις μελέτες του πολλαπλού μυελώματος.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται παρακάτω ανά κατηγορία/οργανικό σύστημα και κατηγορία συχνότητας. Οι συχνότητες ορίζονται ως εξής: Πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας. Ο Πίνακας 8 δημιουργήθηκε με τη χρήση της Έκδοσης 16 του λεξικού MedDRA.
Πίνακας 8: Ανεπιθύμητες ενέργειες σε ασθενείς με Λέμφωμα από Κύτταρα του Μανδύα που λάμβαναν θεραπεία με BoR-CAP σε μία κλινική δοκιμή
| Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα | Επίπτωση | Ανεπιθύμητη ενέργεια
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-BORTEZOMIB/STADA
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Αντισύλληψη σε άνδρες και γυναίκες
Άνδρες και γυναίκες ασθενείς σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματικά αντισυλληπτικά μέτρα κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 3 μήνες μετά τη θεραπεία.
Κύηση
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα για τη βορτεζομίμπη σχετικά με την έκθεση κατά τη διάρκεια της κύησης. Η πιθανότητα τερατογόνου δράσης της βορτεζομίμπης δεν έχει ερευνηθεί πλήρως. Σε μη κλινικές μελέτες, η βορτεζομίμπη δεν έδειξε να επιδρά στην εμβρυϊκή ανάπτυξη των αρουραίων και των κουνελιών, στις υψηλότερες ανεκτές δόσεις για τις μητέρες. Μελέτες σε πειραματόζωα για να διαπιστωθεί η επίδραση της βορτεζομίμπης στην πορεία του τοκετού και της ανάπτυξης μετά τη γέννηση δεν έχουν διεξαχθεί (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Δε θα πρέπει να χρησιμοποιείται βορτεζομίμπη κατά τη διάρκεια της κύησης εκτός εάν η κλινική κατάσταση της γυναίκας απαιτεί θεραπεία με βορτεζομίμπη. Εάν χρησιμοποιηθεί βορτεζομίμπη κατά την κύηση ή η ασθενής καταστεί έγκυος κατά τη διάρκεια της θεραπείας της με αυτό το φαρμακευτικό προϊόν, τότε η ασθενής πρέπει να ενημερωθεί για τον πιθανό κίνδυνο που ενέχει η θεραπεία για το έμβρυο. Η θαλιδομίδη είναι μία γνωστή τερατογόνος δραστική ουσία που προκαλεί σοβαρές, απειλητικές για τη ζωή διαμαρτίες διαπλάσεως. Η θαλιδομίδη αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της κύησης και σε γυναίκες που είναι σε αναπαραγωγική ηλικία, εκτός εάν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του προγράμματος για πρόληψη κύησης με θαλιδομίδη, Οι ασθενείς που λαμβάνουν βορτεζομίμπη σε συνδυασμό με θαλιδομίδη πρέπει να τηρούν το πρόγραμμα πρόληψης κύησης της θαλιδομίδης. Ανατρέξτε στην Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος της θαλιδομίδης για περισσότερες πληροφορίες.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η βορτεζομίμπη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Λόγω των πιθανών σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών στα βρέφη που θηλάζουν, ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια θεραπείας με βορτεζομίμπη.
Γονιμότητα
Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες γονιμότητας με βορτεζομίμπη (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-BORTEZOMIB/STADA
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντινεοπλασματικοί παράγοντες, άλλοι αντινεοπλασματικοί παράγοντες, κωδικός ATC: L01XX32.
Μηχανισμός δράσης
Η βορτεζομίμπη είναι ένας αναστολέας πρωτεοσωματίου. Είναι ειδικά σχεδιασμένη να αναστέλλει την παρόμοια με εκείνη της χυμοθρυψίνης δράση του 26S πρωτεοσωματίου στα κύτταρα των θηλαστικών. Το 26S πρωτεοσωμάτιο είναι ένα μεγάλο σύμπλοκο πρωτεϊνών το οποίο αποικοδομεί τις ουβικιτινιωμένες πρωτεΐνες. Η οδός ουβικιτίνης-πρωτεοσωματίου παίζει ουσιώδη ρόλο στη ρύθμιση του ρυθμού ανακύκλωσης συγκεκριμένων πρωτεϊνών και επομένως στη διατήρηση της ομοιόστασης εντός των κυττάρων. Η αναστολή του 26S πρωτεοσωματίου εμποδίζει την επιδιωκόμενη πρωτεϊνόλυση και επηρεάζει την κλιμακωτή ακολουθία πολλαπλών σημάτων εντός του κυττάρου, οδηγώντας τελικά στο θάνατο των καρκινικών κυττάρων.
Η βορτεζομίμπη είναι έντονα εκλεκτική ως προς το πρωτεοσωμάτιο. Σε συγκεντρώσεις των 10 M, η βορτεζομίμπη δεν αναστέλλει ένα μεγάλο αριθμό υποδοχέων και πρωτεασών που ερευνήθηκαν και είναι περισσότερο από 1.500 φορές πιο εκλεκτική προς το πρωτεοσωμάτιο παρά προς το επόμενο προτιμητέο ένζυμο. Η κινητική της αναστολής του πρωτεοσωματίου αξιολογήθηκε in vitro και η βορτεζομίμπη έδειξε να διαχωρίζεται από το πρωτεοσωμάτιο μέσα σε χρόνο t½ 20 λεπτών, αποδεικνύοντας ότι η αναστολή του πρωτεοσωματίου από τη βορτεζομίμπη είναι αναστρέψιμη.
Η αναστολή του πρωτεοσωματίου διαμέσου της βορτεζομίμπης επηρεάζει τα καρκινικά κύτταρα με διάφορους τρόπους, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η μεταβολή των ρυθμιστικών πρωτεϊνών που ελέγχουν την εξέλιξη του κυτταρικού κύκλου και την ενεργοποίηση του πυρηνικού παράγοντα κάππα Β (NF-kB). Η αναστολή του πρωτεοσωματίου οδηγεί στη διακοπή του κυτταρικού κύκλου και σε απόπτωση. Ο NF-kB είναι ένας παράγοντας μεταγραφής του οποίου η ενεργοποίηση απαιτείται για τα διάφορα επίπεδα ογκογένεσης, συμπεριλαμβανομένης της κυτταρικής ανάπτυξης και επιβίωσης, της αγγειογένεσης, των αλληλεπιδράσεων ανάμεσα στα κύτταρα και της μετάστασης. Στο μυέλωμα, η βορτεζομίμπη επηρεάζει την ικανότητα των κυττάρων του μυελώματος να αλληλεπιδρούν με το μικροπεριβάλλον του μυελού των οστών.
Τα πειράματα που έχουν διενεργηθεί έδειξαν ότι η βορτεζομίμπη είναι κυτταροτοξική σε διάφορους τύπους καρκινικών κυττάρων καθώς και ότι τα καρκινικά κύτταρα είναι πιο ευαίσθητα στις προαποπτωτικές συνέπειες της αναστολής του πρωτεοσωματίου σε σύγκριση με τα φυσιολογικά κύτταρα. In vivo, η βορτεζομίμπη μειώνει την ανάπτυξη του όγκου σε πολλά προκλινικά μοντέλα όγκων, συμπεριλαμβανομένου του πολλαπλού μυελώματος.
Τα δεδομένα από in vitro, ex-vivo και ζωικά μοντέλα με βορτεζομίμπη υποδεικνύουν ότι η βορτεζομίμπη αυξάνει την οστεοβλαστική διαφοροποίηση και δράση και αναστέλλει την οστεοκλαστική λειτουργία. Αυτές οι επιδράσεις έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς με πολλαπλούν μυέλωμα που έχουν προσβληθεί από μια προχωρημένη οστεολυτική νόσο και ελάμβαναν θεραπεία με βορτεζομίμπη.
Κλινική αποτελεσματικότητα σε μη προθεραπευμένο πολλαπλούν μυέλωμα
Διενεργήθηκε μια προοπτική Φάσης ΙΙΙ, διεθνής, τυχαιοποιημένη (1:1), ανοιχτού σχεδιασμού κλινική μελέτη (MMY-3002 VISTA) σε 682 ασθενείς για να καθορίσει εάν η βορτεζομίμπη (1,3 mg/m2 χορηγούμενο με ενδοφλέβια ένεση) σε συνδυασμό με μελφαλάνη (9 mg/m2) και πρεδνιζόνη (60 mg/m2) οδηγούσε σε βελτίωση του χρόνου έως την εξέλιξη της νόσου (time to progression -TTP) σε σχέση με μελφαλάνη (9 mg/m2) και πρεδνιζόνη (60 mg/m2) σε ασθενείς με μη προθεραπευμένο πολλαπλούν μυέλωμα. Η θεραπεία χορηγήθηκε για ένα μέγιστο 9 κύκλων (περίπου 54 εβδομάδες) και διεκόπη έγκαιρα σε περίπτωση εξέλιξης της νόσου ή μη αποδεκτής τοξικότητας. Η διάμεση ηλικία των ασθενών στη μελέτη ήταν 71 έτη, 50% ήταν άνδρες, 88% ανήκαν στην Καυκάσια φυλή και ο διάμεσος βαθμός κατάστασης ικανότητας κατά Karnofsky για τους ασθενείς ήταν 80. Οι ασθενείς είχαν μυέλωμα IgG/IgA/ελαφράς αλύσου σε ποσοστά 63%/25%/8%, διάμεση αιμοσφαιρίνη 105 g/l, και διάμεσο αριθμό αιμοπεταλίων 221,5 x 109/l. Παρόμοια ποσοστά ασθενών είχαν κάθαρση κρεατινίνης ≤ 30 ml/min (3% σε κάθε σκέλος).
Τη στιγμή της προκαθορισμένης ενδιάμεσης ανάλυσης, το πρωτεύον καταληκτικό σημείο, ο χρόνος έως την εξέλιξη της νόσου, είχε επιτευχθεί και προσφέρθηκε στους ασθενείς της ομάδας M+P η θεραπεία Vc+M+P. Η μέση παρακολούθηση ήταν 16,3 μήνες. Πραγματοποιήθηκε η τελική αναθεώρηση της επιβίωσης με μέση διάρκεια παρακολούθησης 60,1 μήνες. Παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντικό όφελος στην επιβίωση υπέρ της ομάδας θεραπείας Vc+M+P (HR = 0,695, p = 0,00043) παρά τις θεραπείες που ακολούθησαν και περιέλαβαν σχήματα βασισμένα σε βορτεζομίμπη. Η μέση επιβίωση στην ομάδα θεραπείας Vc+M+P ήταν 56,4 μήνες σε σύγκριση με 43,1 μήνες στην ομάδα θεραπείας M+P. Τα αποτελέσματα αποτελεσματικότητας παρουσιάζονται στον Πίνακα 11:
Πίνακας 11: Αποτελέσματα για την αποτελεσματικότητα μετά από την τελική αναθεώρηση της επιβίωσης στη μελέτη VISTA
| Στόχος αποτελεσματικότητας | Bo + M + P n=344 | M+P n = 338 |
|---|---|---|
| Χρόνος έως την εξέλιξη της νόσου | ||
| Περιστατικά n (%) | 101 (29) | 152 (45) |
| Διάμεση τιμήα (95% CI) | 20,7 μήνες (17,6, 24,7) | 15,0 μήνες (14,1, 17,9) |
| Λόγος κινδύνουβ (95% CI) | 0,54 (0,42, 0,70) | |
| Τιμή -pγ | 0,000002 | |
| Επιβίωση ελεύθερη εξέλιξης | ||
| Περιστατικά n (%) | 135 (39) | 190 (56) |
| Διάμεση τιμήα (95% CI) | 18,3 μήνες (16,6, 21,7) | 14,0 μήνες (11,1, 15,0) |
| Λόγος κινδύνουβ (95% CI) | 0,61 (0,49, 0,76) | |
| Τιμή -pγ | 0,00001 | |
| Συνολική επιβίωση* | ||
| Περιστατικά (θάνατοι) n (%) | 176 (51,2) | 211 (62,4) |
| Διάμεση τιμήα (95% CI) | 56,4 μήνες (52,8, 60,9) | 43,1 μήνες (35,3, 48,3) |
| Λόγος κινδύνουβ (95% CI) | 0,695 (0,567, 0,852) | |
| Τιμή -pγ | 0,00043 | |
| Ποσοστό ανταπόκρισης | Πληθυσμόςε n = 668 | n = 337 n = 331 |
| CRζ n (%) | 102 (30) | 12 (4) |
| PRζ n (%) | 136 (40) | 103 (31) |
| nCR n (%) | 5 (1) | 0 |
| CR+PRζ n (%) | 238 (71) | 115 (35) |
| Τιμή -pδ | < 10-10 | |
| Μείωση της M-πρωτεΐνης στον ορό | Πληθυσμόςη n = 667 | n = 336 n = 331 |
| ≥ 90% n (%) | 151 (45) | 34 (10) |
| Χρόνος πρώτης ανταπόκρισης σε CR + PR | 1,4 μήνες | 4,2 μήνες |
| Μέσηα διάρκεια ανταπόκρισης | ||
| CRζ | 24,0 μήνες | 19,9 μήνες |
| CR+PRζ | 12,8 μήνες | 13,1 μήνες |
| Χρόνος έως την επόμενη θεραπεία | ||
| Περιστατικά n (%) | 224 (65,1) | 260 (76,9) |
| Διάμεση τιμήα (95% CI) | 27,0 μήνες (24,7, 31,1) | 19,2 μήνες (17,0, 21,0) |
| Λόγος κινδύνουβ (95% CI) | 0,557 (0,462, 0,671) | |
| Τιμή -pγ | < 0,000001 |
α Εκτίμηση Kaplan-Meier. β Η εκτίμηση του λόγου κινδύνου βασίζεται σε ένα Cox αναλογικό μοντέλο κινδύνου προσαρμοσμένο για τους παράγοντες στρωματοποίησης: β2-μικροσφαιρίνη, λευκωματίνη και περιοχή. Λόγος κινδύνου μικρότερος από 1 υποδεικνύει πλεονέκτημα για την VMP. γ Η ονομαστική τιμή-p βασίζεται στη στρωματοποιημένη δοκιμασία log-rank προσαρμοσμένη για τους παράγοντες στρωματοποίησης: β2-μικροσφαιρίνη, λευκωματίνη και περιοχή. δ Η τιμή-p για το Ποσοστό Ανταπόκρισης (CR+PR) από τη δοκιμασία Cochran-Mantel-Haenszel χ-τετράγωνο προσαρμοσμένη για τους παράγοντες στρωματοποίησης. ε Ο πληθυσμός ανταπόκρισης περιλαμβάνει τους ασθενείς που είχαν μετρήσιμη νόσο κατά την έναρξη. ζ CR = πλήρης ανταπόκριση, PR = μερική ανταπόκριση. Κριτήρια EBMT. η Όλοι οι τυχαιοποιημένοι ασθενείς με εκκριτική νόσο.
- Επικαιροποίηση της επιβίωσης βασισμένη σε διάμεση διάρκεια παρακολούθησης 60,1 μηνών. CI = διάστημα εμπιστοσύνης
Ασθενείς που είναι κατάλληλοι για μεταμόσχευση αρχέγονων κυττάρων
Δύο τυχαιοποιημένες, ανοιχτού σχεδιασμού, πολυκεντρικές μελέτες φάσης ΙΙΙ (IFM-2005-01, MMY-3010) διεξήχθησαν για να καταδείξουν την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα της βορτεζομίμπης σε διπλούς και τριπλούς συνδυασμούς με άλλους χημειοθεραπευτικούς παράγοντες, ως εισαγωγική θεραπεία πριν από τη μεταμόσχευση αρχέγονων κυττάρων σε ασθενείς με μη προθεραπευμένο πολλαπλούν μυέλωμα.
Στη μελέτη IFM-2005-01 η βορτεζομίμπη σε συνδυασμό με δεξαμεθαζόνη [BoDx = 240] συγκρίθηκε με βινκριστίνη-δοξορουβικίνη-δεξαμεθαζόνη [VDDx, n = 242]. Οι ασθενείς στην ομάδα BoDx έλαβαν τέσσερις κύκλους των 21 ημερών, όπου ο καθένας αποτελούνταν βορτεζομίμπη (1,3 mg/m2 χορηγούμενα ενδοφλεβίως δύο φορές την εβδομάδα τις ημέρες 1, 4, 8 και 11) και από του στόματος δεξαμεθαζόνη (40 mg/ημέρα τις ημέρες 1 έως 4 και τις ημέρες 9 έως 12, στους Κύκλους 1 και 2 και τις ημέρες 1 έως 4 στους Κύκλους 3 και 4).
Αυτόλογες μεταμοσχεύσεις αρχέγονων κυττάρων πραγματοποιήθηκαν σε 198 (82%) ασθενείς και 208 (87%) ασθενείς στις ομάδες VDDx και BoDx αντίστοιχα. Η πλειοψηφία των ασθενών υποβλήθηκε σε μία μόνο διαδικασία μεταμόσχευσης. Τα δημογραφικά χαρακτηριστικά των ασθενών και τα χαρακτηριστικά αναφοράς της νόζου ήταν παρόμοια μεταξύ των δύο ομάδων θεραπείας. Η διάμεση ηλικία των ασθενών στη μελέτη ήταν τα 57 έτη, το 55% ήταν άνδρες και το 48% των ασθενών είχαν υψηλό κίνδυνο εμφάνισης κυτταρογενετικών ανωμαλιών. Η διάμεση διάρκεια της θεραπείας ήταν 13 εβδομάδες για την ομάδα VDDx και 11 εβδομάδες για την ομάδα BoDx. Ο διάμεσος αριθμός κύκλων που ελήφθησαν και από τις δύο ομάδες ήταν 4 κύκλοι. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας της μελέτης ήταν το ποσοστό ανταπόκρισης μετά την εισαγωγική θεραπεία (CR+nCR). Μία στατιστικά σημαντική διαφορά στη CR+nCR παρατηρήθηκε υπέρ της ομάδας συνδυασμού βορτεζομίμπης με δεξαμεθαζόνη. Τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία αποτελεσματικότητας περιελάμβαναν ποσοστά ανταπόκρισης μετά τη μεταμόσχευση (CR+nCR, CR+nCR+VGPR+PR), Επιβίωση Χωρίς Εξέλιξη και Συνολική Επιβίωση. Τα κύρια αποτελέσματα αποτελεσματικότητας παρουσιάζονται στον Πίνακα 12.
Πίνακας 12: Αποτελέσματα αποτελεσματικότητας από τη μελέτη IFM-2005-01
| Καταληκτικά σημεία | VcDx N = 242 (ITT πληθυσμός) | BoDx N = 240 (ITT πληθυσμός) | OR, 95% CI, τιμή P a |
|---|---|---|---|
| IFM-2005-01 | |||
| RR (μετά την εισαγωγική θεραπεία)* | |||
| *CR+nCR % (95% CI) | 6,2 (3,5, 10,0) | 14,6 (10,4, 19,7) | 2,58 (1,37, 4,85), 0,003 |
| CR+nCR+VGPR+PR % (95% CI) | 60,7 (54,3, 66,9) | 77,1 (71,2, 82,2) | 2,18 (1,46, 3,24), < 0,001 |
| RR (μετά την μεταμόσχευση)β | |||
| CR+nCR % (95% CI) | 23,1 (18,0, 29,0) | 37,5 (31,4, 44,0) | 1,98 (1,33, 2,95), 0,001 |
| CR+nCR+VGPR+PR % (95% CI) | 74,4 (68,4, 79,8) | 79,6 (73,9, 84,5) | 1,34 (0,87, 2,05), 0,179 |
CI = διάστημα εμπιστοσύνης, CR = πλήρης ανταπόκριση, nCR = σχεδόν πλήρης ανταπόκριση, ΙΤΤ = με πρόθεση θεραπείας, RR = ποσοστό ανταπόκρισης, Bo = βορτεζομίμπη, BoDx = βορτεζομίμπη, δεξαμεθαζόνη, VDDx = βινκριστίνη, δοξορουβικίνη, δεξαμεθαζόνη, VGPR = πολύ καλή μερική ανταπόκριση PR = μερική ανταπόκριση, ΟR = Λόγος πιθανοτήτων
- Πρωτεύον καταληκτικό σημείο a Ο λόγος των πιθανοτήτων για τα ποσοστά ανταπόκρισης βασίζεται στην εκτίμηση Mantel-Haenszel των κοινών λόγων πιθανοτήτων για στρωματοποιημένους πίνακες: τιμές-p σύμφωνα με τους ελέγχους Cochran Mantel-Haenszel. β Αναφέρεται στο ποσοστό ανταπόκρισης μετά τη δεύτερη μεταμόσχευση για άτομα που έλαβαν δεύτερη μεταμόσχευση (42/240 [18%] στη VcDx ομάδα και 52/242 [21%] στη VDDx ομάδα). Σημείωση: Λόγος πιθανοτήτων > 1 υποδηλώνει ένα πλεονέκτημα για την εισαγωγική θεραπεία που περιέχει βορτεζομίμπη.
Στη μελέτη MMY-3010 η εισαγωγική θεραπεία με βορτεζομίμπη σε συνδυασμό με θαλιδομίδη και δεξαμεθαζόνη [BoTDx, n = 130] συγκρίθηκε με θαλιδομίδη-δεξαμεθαζόνη [ΤDx, n = 127]. Οι ασθενείς στην ομάδα BoTDx έλαβαν 6 κύκλους των 4 εβδομάδων, όπου ο καθένας αποτελούνταν από βορτεζομίμπη (1,3 mg/m2 χορηγούμενα ενδοφλεβίως δύο φορές την εβδομάδα τις ημέρες 1, 4, 8 και 11 ακολουθούμενα από μία περίοδο ανάπαυλας δεκαεπτά ημερών, από την ημέρα 12 έως την ημέρα 28), δεξαμεθαζόνη (40 mg χορηγούμενα από του στόματος τις ημέρες 1 έως 4 και τις ημέρες 8 έως 11) και θαλιδομίδη (50 mg ημερησίως χορηγούμενα από του στόματος τις ημέρες 1 έως 14, τα οποία αυξάνονται τις ημέρες 15 έως 28 στα 100 mg και στη συνέχεια στα 200 mg ημερησίως).
Μία μεμονωμένη αυτόλογη μεταμόσχευση αρχέγονων κυττάρων πραγματοποιήθηκε σε 105 (81%) ασθενείς και 78 (61%) ασθενείς στις ομάδες BoTDx και ΤDx, αντίστοιχα. Τα δημογραφικά χαρακτηριστικά των ασθενών και τα χαρακτηριστικά αναφοράς της νόζου ήταν παρόμοια μεταξύ των δύο θεραπευτικών ομάδων. Οι ασθενείς στις ομάδες VcTDx και TDx είχαν διάμεση ηλικία 57 έτη έναντι 56 ετών, το 99% έναντι του 98% ήταν Καυκάσιοι και το 58% έναντι του 54% ήταν άνδρες. Στην ομάδα BoTDx το 12% των ασθενών είχαν κυταρρογενετικά καταταχτεί ως υψηλού κινδύνου έναντι του 16% των ασθενών στην ομάδα TDx. Στις δύο ομάδες θεραπείας, η διάμεση διάρκεια της θεραπείας ήταν 24,0 εβδομάδες και ο διάμεσος αριθμός κύκλων θεραπείας που ελήφθησαν ήταν 6,0 κύκλοι.
Τα πρωτεύοντα καταληκτικά σημεία αποτελεσματικότητας της μελέτης ήταν τα ποσοστά ανταπόκρισης μετά την εισαγωγική θεραπεία και μετά τη μεταμόσχευση (CR+nCR). Μία στατιστικά σημαντική διαφορά στη CR+nCR παρατηρήθηκε υπέρ της ομάδας συνδυασμού βορτεζομίμπης με δεξαμεθαζόνη και θαλιδομίδη. Τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία περιελάμβαναν Επιβίωση Χωρίς Εξέλιξη και Συνολική Επιβίωση. Τα κύρια αποτελέσματα αποτελεσματικότητας παρουσιάζονται στον Πίνακα 13.
Πίνακας 13: Αποτελέσματα αποτελεσματικότητας από τη μελέτη MMY-3010
| Καταληκτικά σημεία | BoTDx N = 130 (ITT πληθυσμός) | TDx N = 127 (ITT πληθυσμός) | OR, 95% CI, τιμή-pa |
|---|---|---|---|
| MMY-3010 | |||
| RR (μετά την εισαγωγή)* | |||
| CR+nCR % (95% CI) | 49,2 (40,4, 58,1) | 17,3 (11,2, 25,0) | 4,63 (2,61, 8,22), < 0,001a |
| CR+nCR+PR% (95% CI) | 84,6 (77,2, 90,3) | 61,4 (52,4, 69,9) | 3,46 (1,90, 6,27), < 0,001a |
| RR (μετά τη μεταμόσχευση)* | |||
| CR+nCR % (95% CI) | 55,4 (46,4, 64,1) | 34,6 (26,4, 43,6) | 2,34 (1,42, 3,87), 0,001a |
| CR+nCR+PR% (95% CI) | 77,7 (69,6, 84,5) | 56,7 (47,6, 65,5) | 2,66 (1,55, 4,57), < 0,001a |
CI = διάστημα εμπιστοσύνης, CR = πλήρης ανταπόκριση, nCR = σχεδόν πλήρης ανταπόκριση, ΙΤΤ = με πρόθεση θεραπείας, RR = Ποσοστό ανταπόκρισης, Βο = βορτεζομίμπη, ΒοΤDx = βορτεζομίμπη, θαλιδομίδη, δεξαμεθαζόνη, ΤDx = θαλιδομίδη, δεξαμεθαζόνη, PR = μερική ανταπόκριση, OR = λόγος πιθανοτήτων,
- Πρωτεύον καταληκτικό σημείο a Ο λόγος των πιθανοτήτων για τα ποσοστά ανταπόκρισης βασίζεται στην εκτίμηση Mantel-Haenszel των κοινών λόγων πιθανοτήτων για στρωματοποιημένους πίνακες: τιμές-p σύμφωνα με τους ελέγχους Cochran Mantel-Haenszel τεστ. Σημείωση: Λόγος πιθανοτήτων > 1 υποδηλώνει ένα πλεονέκτημα για την εισαγωγική θεραπεία που περιέχει βορτεζομίμπη.
Κλινική αποτελεσματικότητα σε υποτροπιάζον ή ανθεκτικό πολλαπλούν μυέλωμα
Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της βορτεζομίμπης (χορηγούμενης με ενδοφλέβια ένεση) αξιολογήθηκαν σε 2 μελέτες στη συνιστώμενη δόση των 1,3 mg/m2: μία τυχαιοποιημένη, συγκριτική μελέτη Φάσης III (APEX), έναντι δεξαμεθαζόνης (Dex) 669 ασθενών με υποτροπιάζον ή ανθεκτικό πολλαπλούν μυέλωμα για τους οποίους είχαν προηγηθεί 1-3 σειρές θεραπείας και μια μελέτη ενός σκέλους Φάσης ΙΙ, 202 ασθενών με υποτροπιάζον και ανθεκτικό πολλαπλούν μυέλωμα για τους οποίους είχαν προηγηθεί τουλάχιστον 2 σειρές θεραπείας και οι οποίοι παρουσίασαν επιδείνωση κατά την πιο πρόσφατη θεραπεία.
Στη μελέτη Φάσης ΙΙΙ, η θεραπεία με βορτεζομίμπη οδήγησε σε σημαντικά μεγαλύτερο χρόνο έως την εξέλιξη της νόσου, σημαντικά παρατεταμένη επιβίωση και σημαντικά υψηλότερο ποσοστό ανταπόκρισης, σε σχέση με τη θεραπεία με δεξαμεθαζόνη (βλέπε Πίνακα 14), σε όλους τους ασθενείς καθώς και στους ασθενείς για τους οποίους είχε προηγηθεί 1 σειρά θεραπείας. Ως αποτέλεσμα μιας προγραμματισμένης ενδιάμεσης ανάλυσης, η ομάδα της δεξαμεθαζόνης διακόπηκε ύστερα από σύσταση της επιτροπής ελέγχου δεδομένων και σε όλους τους ασθενείς που ήταν τυχαιοποιημένοι στη δεξαμεθαζόνη χορηγήθηκε στη συνέχεια βορτεζομίμπη, ανεξάρτητα από την κατάσταση της ασθένειας. Εξαιτίας αυτής της πρώιμης αλλαγής στη θεραπεία, η διάμεση διάρκεια παρακολούθησης των επιζησάντων ασθενών ήταν 8,3 μήνες. Η συνολική επιβίωση ήταν σημαντικά μεγαλύτερη και το ποσοστό ανταπόκρισης ήταν σημαντικά υψηλότερο στην ομάδα της βορτεζομίμπης τόσο για τους ασθενείς που ήταν ανθεκτικοί στην τελευταία προηγούμενη θεραπεία όσο και για αυτούς που δεν ήταν ανθεκτικοί.
Από τους 669 ασθενείς που συμμετείχαν, οι 245 (37%) ήταν 65 ετών και άνω. Οι παράμετροι ανταπόκρισης όπως και ο χρόνος έως την εξέλιξη της νόσου παρέμειναν σημαντικά καλύτεροι για τη βορτεζομίμπη ανεξάρτητα από την ηλικία. Ανεξάρτητα από τα αρχικά επίπεδα της 2-μικροσφαιρίνης όλες οι παράμετροι αποτελεσματικότητας (χρόνος έως την εξέλιξη της νόσου και συνολική επιβίωση καθώς και ποσοστό ανταπόκρισης) ήταν σημαντικά βελτιωμένοι στην ομάδα της βορτεζομίμπης.
Στην ομάδα των ανθεκτικών ασθενών στη μελέτη Φάσης ΙΙ, οι ανταποκρίσεις καθορίσθηκαν από μία ανεξάρτητη επιτροπή επιθεώρησης και τα κριτήρια ανταπόκρισης ήταν αυτά της Ευρωπαϊκής Ομάδας Μεταμοσχεύσεων Μυελού των Οστών. Ο διάμεσος χρόνος επιβίωσης για όλους τους ασθενείς που συμμετείχαν ήταν 17 μήνες (εύρος < 1 έως 36+ μήνες). Η τιμή αυτή της επιβίωσης ήταν υψηλότερη σε σχέση με τους 6 ως 9 μήνες διάμεσου χρόνου επιβίωσης που υπολόγιζαν οι κλινικοί σύμβουλοι-ερευνητές για ένα παρόμοιο πληθυσμό ασθενών. Σύμφωνα με την ανάλυση πολυμεταβλητών, το ποσοστό ανταπόκρισης ήταν ανεξάρτητο από τον τύπο του μυελώματος, την κατάσταση απόδοσης, το καθεστώς εξάλειψης του χρωμοσώματος 13, ή του αριθμού ή του τύπου των προηγούμενων θεραπειών. Οι ασθενείς που είχαν υποβληθεί στο παρελθόν σε 2 με 3 θεραπευτικές αγωγές σημείωσαν ποσοστό ανταπόκρισης 32% (10/32) και οι ασθενείς οι οποίοι είχαν ήδη λάβει περισσότερα από 7 θεραπευτικά σχήματα παρουσίασαν ποσοστό ανταπόκρισης 31% (21/67).
Πίνακας 14: Συνοπτικά αποτελέσματα έκβασης της νόσου από τις μελέτες Φάσης III (APEX) και Φάσης II
| Όλοι οι ασθενείς | Φάση III 1 προηγούμενη θεραπεία | Φάση III > 1 προηγούμενη θεραπεία | Φάση II ≥ 2 προηγούμενες θεραπείες | |
|---|---|---|---|---|
| Συμβάντα που σχετίζονται με το χρόνο | ||||
| Χρόνος έως την εξέλιξη της νόσου, ημέρες | ||||
| Vc n = 333α | 189β [148, 211] | 212δ [188, 267] | 148β [129, 192] | 210 [154, 281] |
| Dex n = 336α | 106β [86, 128] | 169δ [105, 191] | 87β [84, 107] | 80δ [74, 85] |
| Επιβίωση 1 έτους, % | ||||
| Vc n = 333α | 73 [64, 82] | 73 [64, 82] | 66 [59, 72] | 62 [53, 71] |
| Dex n = 336α | 60 [53, 71] | 60 [53, 71] | 60 [53, 71] | 60 [53, 71] |
| Βέλτιστη ανταπόκριση (%) | ||||
| CR | ||||
| Vc n = 315γ | 20 (6) β | 8 (6) | 12 (6) | (4)** |
| Dex n = 312γ | 2 (< 1) β | 2 (2) | 0 (0) | (0) |
| CR + nCR | ||||
| Vc n = 315γ | 41 (13) β | 16 (13) | 25 (13) | (10)** |
| Dex n = 312γ | 5 (2) β | 4 (4) | 1 (< 1) | (< 1) |
| CR+ nCR + PR | ||||
| Vc n = 315γ | 121 (38) β | 57 (45) δ | 64 (34) β | (27)** |
| Dex n = 312γ | 56 (18) β | 29 (26) δ | 27 (13) β | (13) |
| CR + nCR + PR + MR | ||||
| Vc n = 315γ | 146 (46) | 66 (52) | 80 (43) | (35)** |
| Dex n = 312γ | 108 (35) | 45 (41) | 63 (31) | (31) |
| Διάμεση διάρκεια | ||||
| Vc n = 315γ Ημέρες (μήνες) | 242 (8,0) | 246 (8,1) | 238 (7,8) | 385* |
| Dex n = 312γ Ημέρες (μήνες) | 169 (5,6) | 189 (6,2) | 126 (4,1) | 43 |
| Χρόνος έως την ανταπόκριση CR + PR (ημέρες) | ||||
| Vc n = 315γ | 43 | 43 | 44 | 46 |
α Πληθυσμός προς θεραπεία [Intent to Treat (ITT) population]. β Τιμή-p από τη δοκιμή στρωμάτωσης log-rank. Η ανάλυση ανά αριθμό προηγηθεισών θεραπειών αποκλείει στρωμάτωση για το ιστορικό θεραπείας, p < 0,0001 γ Ο πληθυσμός που ανταποκρίθηκε περιλαμβάνει ασθενείς που είχαν μετρήσιμη νόσο πριν την έναρξη της θεραπείας και έλαβαν τουλάχιστον 1 δόση του υπό έρευνα φαρμακευτικού προϊόντος. δ Τιμή-p από τη δοκιμή Cochran-Mantel-Haenszel χ-τετράγωνο προσαρμοσμένη για τους παράγοντες στρωμάτωσης. Η ανάλυση ανά αριθμό προηγηθεισών θεραπειών αποκλείει στρωμάτωση για το ιστορικό θεραπείας.
- CR+PR+MR **CR = CR, (IF-), nCR = CR (IF+) NA = Δεν εφαρμόζεται, NE = μη αξιολογήσιμο CI = διάστημα εμπιστοσύνης Bo = βορτεζομίμπη, Dex = δεξαμεθαζόνη CR = πλήρης ανταπόκριση, nCR = σχεδόν πλήρης ανταπόκριση PR = μερική ανταπόκριση, MR = ελάχιστη ανταπόκριση
Στη μελέτη Φάσης ΙΙ, οι ασθενείς που δεν παρουσίασαν βέλτιστη ανταπόκριση στη θεραπεία με βορτεζομίμπη σε μονοθεραπεία, μπορούσαν να λάβουν υψηλή δόση δεξαμεθαζόνης σε συνδυασμό με βορτεζομίμπη. Το πρωτόκολλο επέτρεψε σε ασθενείς να λάβουν δεξαμεθαζόνη αν είχαν μικρότερη από τη βέλτιστη ανταπόκριση στη χορήγηση βορτεζομίμπης σε μονοθεραπεία. Ένας συνολικός αριθμός από 74 αξιολογήσιμους ασθενείς έλαβαν δεξαμεθαζόνη σε συνδυασμό με βορτεζομίμπη. Το 18% των ασθενών παρουσίασε ή είχε μια βελτιωμένη ανταπόκριση [MR (11%) ή PR (7%)] με τη συνδυαστική θεραπεία.
Κλινική αποτελεσματικότητα με υποδόρια χορήγηση της βορτεζομίμπης σε ασθενείς με υποτροπιάζον/ανθεκτικό πολλαπλούν μυέλωμα
Μία ανοικτή, τυχαιοποιημένη μελέτη μη κατωτερότητας Φάσης ΙΙΙ συνέκρινε την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια της υποδόριας χορήγησης της βορτεζομίμπης έναντι της ενδοφλέβιας χορήγησης. Η μελέτη αυτή περιέλαβε 222 ασθενείς με υποτροπιάζον/ανθεκτικό πολλαπλούν μυέλωμα, οι οποίοι τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 2:1 ώστε να λάβουν 1,3 mg/m2 βορτεζομίμπης είτε μέσω υποδόριας είτε μέσω ενδοφλέβιας οδού για 8 κύκλους. Στους ασθενείς που δεν παρουσίασαν μία βέλτιστη ανταπόκριση (λιγότερο από πλήρη ανταπόκριση - complete response [CR]) στη θεραπεία μόνο με βορτεζομίμπη μετά από 4 κύκλους, επετράπη να λάβουν 20 mg δεξαμεθαζόνης ημερησίως την ημέρα της χορήγησης της βορτεζομίμπης και την επόμενη ημέρα. Οι ασθενείς με αρχική περιφερική νευροπάθεια βαθμού ≥ 2 ή με αριθμούς αιμοπεταλίων <50.000/µl εξαιρέθηκαν. Συνολικά 218 ασθενείς ήταν αξιολογήσιμοι ως προς την ανταπόκριση.
Η μελέτη αυτή εκπλήρωσε τον πρωτεύοντα στόχο της μη κατωτερότητας για το ποσοστό ανταπόκρισης (CR+PR) μετά από 4 κύκλους με μόνο παράγοντα τη βορτεζομίμπη τόσο για την υποδόρια όσο και για την ενδοφλέβια χορήγηση, 42% και στις δύο ομάδες. Επιπλέον, τα τελικά σημεία αποτελεσματικότητας που σχετίζονται με τη δευτερεύουσα ανταπόκριση και το χρόνο έως το συμβάν έδειξαν συνεπή αποτελέσματα για την υποδόρια και την ενδοφλέβια χορήγηση (Πίνακας 15).
Πίνακας 15: Σύνοψη των αναλύσεων αποτελεσματικότητας που συνέκριναν την υποδόρια και την ενδοφλέβια χορήγηση της βορτεζομίμπης
| Βορτεζομίμπη σκέλος ενδοφλέβιας χορήγησης | Βορτεζομίμπη σκέλος υποδόριας χορήγησης | |
|---|---|---|
| Πληθυσμός υπό αξιολόγηση για την ανταπόκριση | n=73 | n=145 |
| Ποσοστό ανταπόκρισης σε 4 κύκλους | ||
| ORR (CR + PR) n (%) | 31 (42) | 61 (42) |
| Τιμή-pα | 0.00201 | |
| CR n (%) | 6 (8) | 9 (6) |
| PR n (%) | 25 (34) | 52 (36) |
| nCR n (%) | 4 (5) | 9 (6) |
| Ποσοστό ανταπόκρισης σε 8 κύκλους | ||
| ORR (CR + PR) n (%) | 38 (52) | 76 (52) |
| Τιμή-pα | 0.0001 | |
| CR n (%) | 9 (12) | 15 (10) |
| PR n (%) | 29 (40) | 61 (42) |
| nCR n (%) | 7 (10) | 14 (10) |
| Πληθυσμός προς θεραπεία (ΙΤΤ)β | n=74 | n=148 |
| TTP, months (95% CI) | 9.4 (7.6, 10.6) | 10.4 (8.5, 11.7) |
| Λόγος κινδύνου (95% CI)γ | 0.839 (0.564, 1.249) | |
| Τιμή-pδ | 0.38657 | |
| Επιβίωση ελεύθερη εξέλιξης, μήνες (95% CI) | 8.0 (6.7, 9.8) | 10.2 (8.1, 10.8) |
| Λόγος κινδύνου (95% CI)γ | 0.824 (0.574, 1.183) | |
| Τιμή-pδ | 0.295 | |
| Συνολική επιβίωση στο 1 έτος (%)ε (95% CI) | 76.7 (64.1, 85.4) | 72.6 (63.1, 80.0) |
α Η τιμή-p είναι για την υπόθεση μη κατωτερότητας ότι το σκέλος της υποδόριας χορήγησης διατηρεί τουλάχιστον 60% του ποσοστού ανταπόκρισης στο βραχίονα της ενδοφλέβιας χορήγησης. β 222 άτομα εντάχθηκαν στη μελέτη, 221 άτομα έλαβαν θεραπεία με βορτεζομίμπη. γ Η εκτίμηση του λόγου κινδύνου βασίζεται σε ένα μοντέλο Cox που προσαρμόστηκε για παράγοντες διαστρωμάτωσης: σταδιοποίηση ISS και έναν αριθμό προηγούμενων γραμμών. δ Η δοκιμασία log rank προσαρμόστηκε για παράγοντες διαστρωμάτωσης: σταδιοποίηση ISS και έναν αριθμό προηγούμενων γραμμών. ε Η διάμεση διάρκεια παρακολούθησης είναι 11,8 μήνες.
Θεραπεία συνδυασμού βορτεζομίμπης με πεγκυλιωμένη λιποσωμιακή δοξορουβικίνη (μελέτη DOXIL-MMY-3001)
Μία τυχαιοποιημένη, παράλληλων ομάδων Φάσης ΙΙΙ, ανοικτού σχεδιασμού, πολυκεντρική μελέτη διενεργήθηκε σε 646 ασθενείς συγκρίνοντας την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα της βορτεζομίμπης με πεγκυλιωμένη λιποσωμιακή δοξορουβικίνη σε σχέση με τη μονοθεραπεία με βορτεζομίμπη σε ασθενείς με πολλαπλούν μυέλωμα που είχαν προηγούμενα λάβει τουλάχιστον 1 θεραπεία και που δεν υποτροπίασαν ενώ λάμβαναν θεραπεία με βάση τις ανθρακυκλίνες. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν το TTP ενώ τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία αποτελεσματικότητας ήταν τα OS και ORR (CR+PR), χρησιμοποιώντας τα κριτήρια Ευρωπαϊκής Ομάδας για το Αίμα και τη Μεταμόσχευση Μυελού (EBMT).
Μία ενδιάμεση ανάλυση βάσει πρωτοκόλλου (βασισμένη στα 249 TTP γεγονότα) οδήγησε στην πρόωρη λήξη της μελέτης για την αποτελεσματικότητα. Αυτή η ενδιάμεση ανάλυση έδειξε μία μείωση του κινδύνου TTP της τάξης του 45% (95% CI: 29-57%, p < 0,0001) για ασθενείς που έλαβαν θεραπεία συνδυασμού βορτεζομίμπης με πεγκυλιωμένη λιποσωμιακή δοξορουβικίνη. Το διάμεσο TTP ήταν 6,5 μήνες για ασθενείς που έλαβαν μονοθεραπεία με βορτεζομίμπη συγκριτικά με 9,3 μήνες για ασθενείς που έλαβαν θεραπεία συνδυασμού βορτεζομίμπης με πεγκυλιωμένη λιποσωμιακή δοξορουβικίνη. Τα αποτελέσματα αυτά, αν και δεν είναι τα οριστικά, αποτέλεσαν την τελική ανάλυση βάσει πρωτοκόλλου. Η τελική ανάλυση για το OS που πραγματοποιήθηκε μετά από μια διάμεση παρακολούθηση 8,6 ετών δεν έδειξε σημαντική διαφορά στο OS μεταξύ των δύο σκελών θεραπείας. Το διάμεσο OS ήταν 30,8 μήνες (95% CI, 25,2-36,5 μήνες) για τους ασθενείς με μονοθεραπεία με βορτεζομίμπη και 33,0 μήνες (95% CI, 28,9-37,1 μήνες) για ασθενείς που έλαβαν θεραπεία συνδυασμού βορτεζομίμπης με πεγκυλιωμένη λιποσωμιακή δοξορουβικίνη.
Θεραπεία συνδυασμού βορτεζομίμπης με δεξαμεθαζόνη
Απουσία οποιασδήποτε απευθείας σύγκρισης βορτεζομίμπης και βορτεζομίμπης σε συνδυασμό με δεξαμεθαζόνη σε ασθενείς με εξελισσόμενο πολλαπλούν μυέλωμα, διεξήχθη μία στατιστική ανάλυση κατά ζεύγη για να συγκρίνει τα αποτελέσματα από τον μη τυχαιοποιημένο σχεδιασμό συνδυασμού της βορτεζομίμπης με δεξαμεθαζόνη (Φάσης ΙΙ μελέτη ανοικτής ετικέτας MMY-2045), με αποτελέσματα που προέκυψαν έπειτα από σχεδιασμό μονοθεραπείας με βορτεζομίμπη από διαφορετικές τυχαιοποιημένες μελέτες Φάσης ΙΙΙ (M34101-039 [APEX] και DOXIL MMY-3001) στην ίδια ένδειξη. Η ανάλυση κατά ζεύγη είναι μία στατιστική μέθοδος στην οποία ασθενείς της θεραπευτικής ομάδας (π.χ. βορτεζομίμπης σε συνδυασμό με δεξαμεθαζόνη) και ασθενείς της ομάδας σύγκρισης (π.χ. βορτεζομίμπης) συγκρίνονται σε σχέση με συγχυτικούς παράγοντες που αντιστοιχούν σε μεμονωμένους ασθενείς. Κάτι τέτοιο ελαχιστοποιεί τις δράσεις των παρατηρούμενων συγχυτικών παραγόντων κατά τον υπολογισμό των θεραπευτικών δράσεων με χρήση μη τυχαιοποιημένων δεδομένων.
Ταυτοποιήθηκαν εκατόν είκοσι επτά ζεύγη ασθενών. Η ανάλυση έδειξε βελτιωμένο ORR (CR+PR) (λόγος πιθανοτήτων 3,769: 95% CI 2,045-6,947, p < 0,001), PFS (αναλογία κινδύνου 0,511: 95% CI 0,309-0,845, p = 0,008), TTP (αναλογία κινδύνου 0,385: 95% CI 0,212-0,698: p = 0,001) για τη βορτεζομίμπη σε συνδυασμό με δεξαμεθαζόνη σε σχέση με τη μονοθεραπεία με βορτεζομίμπη.
Διατίθενται περιορισμένες πληροφορίες σχετικά με την επανάληψη θεραπείας με βορτεζομίμπη σε υποτροπιάζον πολλαπλούν μυέλωμα.
Η μελέτη Φάσης ΙΙ MMY-2036 (RETRIEVE) ήταν μια ανοικτού σχεδιασμού, μονού σκέλους μελέτη που διεξήχθη για να προσδιορίσει την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια της επανάληψης της θεραπείας με βορτεζομίμπη. Εκατόν τριάντα ασθενείς (ηλικίας ≥ 18 ετών), με πολλαπλούν μυέλωμα οι οποίοι είχαν στο παρελθόν τουλάχιστον μερική ανταπόκριση σ’ ένα σχήμα που περιείχε βορτεζομίμπη έλαβαν εκ νέου θεραπεία κατόπιν εξέλιξης της νόσου. Τουλάχιστον 6 μήνες μετά την προηγούμενη θεραπεία, η βορτεζομίμπη ξεκίνησε με την τελευταία ανεκτή δόση των 1,3 mg/m2 (n = 93) ή ≤ 1,0 mg/m2 (n = 37) και χορηγήθηκε τις ημέρες 1, 4, 8 και 11 κάθε 3 εβδομάδες για μέγιστο διάστημα 8 κύκλων, είτε ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με δεξαμεθαζόνη, σύμφωνα με τη συνήθη φροντίδα. Η δεξαμεθαζόνη χορηγήθηκε σε συνδυασμό με βορτεζομίμπη σε 83 ασθενείς στον Κύκλο 1 με επιπλέον 11 ασθενείς που έλαβαν δεξαμεθαζόνη κατά την πορεία των κύκλων της εκ νέου θεραπείας με βορτεζομίμπη.
Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η επιβεβαιωμένη καλύτερη ανταπόκριση στην επανάληψη της θεραπείας, όπως εκτιμάται από τα κριτήρια EBMT. Το συνολικά καλύτερο ποσοστό ανταπόκρισης (CR + PR), στην επανάληψη της θεραπείας σε 130 ασθενείς ήταν 38,5% (95% CI: 30,1, 47,4).
Κλινική αποτελεσματικότητα σε μη προθεραπευμένο λέμφωμα από κύτταρα του μανδύα (MCL)
Η μελέτη LYM-3002 ήταν μία τυχαιοποιημένη, Φάσης ΙΙΙ, ανοικτού σχεδιασμού μελέτη σύγκρισης της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας του συνδυασμού βορτεζομίμπης, ριτουξιμάμπης, κυκλοφωσφαμίδης, δοξορουβικίνης και πρεδνιζόνης (BoR-CAP, n = 243) με εκείνες του συνδυασμού ριτουξιμάμπης, κυκλοφωσφαμίδης, δοξορουβικίνης, βινκριστίνης και πρεδνιζόνης (R-CHOP, n = 244) σε ενηλίκες ασθενείς με μη προθεραπευμένο MCL (Στάδιο II, III ή IV). Οι ασθενείς στο σκέλος θεραπείας BoR-CAP έλαβαν βορτεζομίμπη (1,3 mg/m2, τις ημέρες 1, 4, 8, 11, περίοδος ανάπαυλας: ημέρες 12-21), ριτουξιμάμπη 375 mg/m2 IV την ημέρα 1, κυκλοφωσφαμίδη 750 mg/m2 IV την ημέρα 1, δοξορουβικίνη 50 mg/m2 IV την ημέρα 1 και πρεδνιζόνη 100 mg/m2 από στόματος την ημέρα 1 έως την ημέρα 5 του κύκλου θεραπείας 21 ημερών με βορτεζομίμπη. Για ασθενείς που εμφάνισαν τεκμηριωμένη ανταπόκριση για πρώτη φορά κατά τον κύκλο 6, χορηγήθηκαν δύο επιπρόσθετοι κύκλοι θεραπείας.
Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν η ελεύθερη εξέλιξης της νόζου επιβίωση με βάση την αξιολόγηση της Ανεξάρτητης Επιτροπής Επιθεώρησης (IRC). Τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία περιελάμβαναν τον χρόνο έως την εξέλιξη της νόσου (TTP), τον χρόνο έως την επόμενη θεραπεία κατά του λεμφώματος (TNT), τη διάρκεια του διαστήματος χωρίς θεραπεία (TFI), το συνολικό ποσοστό ανταπόκρισης (ORR) και το ποσοστό πλήρους ανταπόκρισης (CR/CRu), τη συνολική επιβίωση (OS) και τη διάρκεια της ανταπόκρισης.
Τα δημογραφικά χαρακτηριστικά και τα χαρακτηριστικά αναφοράς της νόζου ήταν γενικά καλά ισορροπημένα μεταξύ των δύο σκελών θεραπείας: η διάμεση ηλικία των ασθενών ήταν 66 έτη, 74% ήταν άνδρες, 66% ανήκαν στην Καυκάσια φυλή και 32% ανήκαν στην Ασιατική φυλή, 69% των ασθενών είχαν θετική αναρρόφηση μυελού των οστών ή/και θετική βιοψία μυελού των οστών για MCL, 54% των ασθενών είχαν βαθμολογία Διεθνούς Προγνωστικού Δείκτη (IPI) ≥ 3 και 76% είχαν νόζο Σταδίου IV. Η διάρκεια της θεραπείας (διάμεση τιμή = 17 εβδομάδες) και η διάρκεια της παρακολούθησης (διάμεση τιμή = 40 μήνες) ήταν συγκρίσιμες στα δύο σκέλη θεραπείας. Ο διάμεσος αριθμός κύκλων θεραπείας που έλαβαν οι ασθενείς ήταν 6 και στα δύο σκέλη θεραπείας, με 14% των ασθενών στην ομάδα BoR-CAP και 17% των ασθενών στην ομάδα R-CHOP να λαμβάνουν 2 επιπρόσθετους κύκλους. Η πλειοψηφία των ασθενών και στις δύο ομάδες ολοκλήρωσαν τη θεραπεία, 80% στην ομάδα BoR-CAP και 82% στην ομάδα R-CHOP. Τα αποτελέσματα όσον αφορά την αποτελεσματικότητα παρουσιάζονται στον Πίνακα 16:
Πίνακας 16: Αποτελέσματα όσον αφορά την αποτελεσματικότητα από τη μελέτη LYM-3002
| Καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας | BoR -CAP n: ασθενείς ITT 243 | R-CHOP n: ασθενείς ITT 244 |
|---|---|---|
| Ελεύθερη εξέλιξης της νόσου επιβίωση (IRC)α | ||
| Περιστατικά n (%) | 133 (54,7%) | 165 (67,6%) |
| HRβ (95% CI) = 0,63 (0,50, 0,79) | ||
| Διάμεση τιμήγ (95% CI) (μήνες) | 24,7 (19,8, 31,8) | 14,4 (12, 16,9) |
| Τιμή-pδ | < 0,001 | |
| Ποσοστό Ανταπόκρισης | ||
| n: αξιολογήσιμοι ως προς την ανταπόκριση | 229 | 228 |
| ασθενείς Συνολική πλήρης ανταπόκρισηστ | 122 (53,3%) | 95 (41,7%) |
| (CR+CRu), n(%) | ||
| ORε (95% CI) = 1,688 (1,148, 2,481) | ||
| Τιμή-pζ = 0,007 | ||
| Συνολική ακτινολογική ανταπόκρισηη | 211 (92,1%) | 204 (89,5%) |
| (CR+CRu+PR)η, n(%) | ||
| ORε (95% CI) = 1,428 (0,749, 2,722) | ||
| Τιμή-pζ = 0,275 |
α Με βάση την αξιολόγηση της Ανεξάρτητης Επιτροπής Επιθεώρησης (IRC) (μόνο ακτινολογικά δεδομένα). β Η εκτίμηση του λόγου κινδύνου βασίζεται σε ένα μοντέλο Cox, διαστρωματωμένο σύμφωνα με τον κίνδυνο IPI και το στάδιο της νόσου. Λόγος κινδύνου < 1 υποδεικνύει πλεονέκτημα για την ομάδα ΒοR-CAP. γ Με βάση τις εκτιμήσεις ορίου γινομένων των Kaplan-Meier. δ Με βάση τον έλεγχο λογαριθμικής σειράς, διαστρωματωμένο σύμφωνα με τον κίνδυνο IPI και το στάδιο της νόσου. ε Χρησιμοποιείται η εκτίμηση Mantel-Haenszel για τον συνήθη λόγο πιθανοτήτων για διαστρωματωμένους πίνακες, με τον κίνδυνο IPI και το Στάδιο της Νόσου ως παράγοντες διαστρωμάτωσης. Λόγος πιθανοτήτων (OR) > 1 υποδεικνύει πλεονέκτημα για την ομάδα ΒοR-CAP. στ Περιλαμβάνονται όλες οι CR+CRu, με βάση την IRC, τον μυελό των οστών και την LDH. ζ Τιμή P από τον έλεγχο x2 των Cochran Mantel-Haenszel, με την IPI και το στάδιο της νόσου ως παράγοντες διαστρωμάτωσης. η Περιλαμβάνονται όλες οι ακτινολογικές CR+CRu+PR με βάση την IRC, ανεξάρτητα από την επικύρωση με βάση τον μυελό των οστών και την LDH CR = Πλήρης Ανταπόκριση, CRu = μη επιβεβαιωμένη Πλήρης Ανταπόκριση, PR = Μερική Ανταπόκριση, CI = Διάστημα Εμπιστοσύνης, HR = Λόγος Κινδύνου, OR = Λόγος Πιθανοτήτων, ITT = Πρόθεση Για τη Θεραπεία
Η διάμεση PFS από την αξιολόγηση του ερευνητή ήταν 30,7 μήνες στην ομάδα ΒοR-CAP και 16,1 μήνες στην ομάδα R-CHOP (Λόγος Κινδύνου [HR] = 0,51, p < 0,001). Στατιστικά σημαντικό όφελος (p < 0,001) υπέρ της ομάδας θεραπείας ΒοR-CAP έναντι της ομάδας R-CHOP παρατηρήθηκε για τον TTP (διάμεση τιμή 30,5 έναντι 16,1 μηνών), τον TNT (διάμεση τιμή 44,5 έναντι 24,8 μηνών) και την TFI (διάμεση τιμή 40,6 έναντι 20,5 μηνών). Η διάμεση διάρκεια της πλήρους ανταπόκρισης ήταν 42,1 μήνες στην ομάδα ΒοR-CAP σε σύγκριση με τους 18 μήνες στην ομάδας R-CHOP. Η διάρκεια της συνολικής ανταπόκρισης ήταν μεγαλύτερη κατά 21,4 μήνες στην ομάδα ΒοR-CAP (διάμεση τιμή 36,5 μήνες έναντι 15,1 μηνών στην ομάδα R-CHOP). Σε διάμεση διάρκεια παρακολούθησης 40 μηνών, η διάμεση OS (56,3 μήνες στην ομάδα R-CHOP και μη συμπληρωμένη στην ομάδα BoR-CAP) ευνόησε την την ομάδα ΒοR-CAP, (εκτιμώμενος HR=0.80; p=0.173). Υπήρξε μια τάση προς την παρατεταμένη συνολική επιβίωση υπέρ της ομάδας BoR-CAP. Το εκτιμώμενο ποσοστό επιβίωσης 4 ετών ήταν 53,9% για την ομάδα R-CHOP και 64,4% για την ομάδα BoR-CAP.
Ασθενείς που είχαν λάβει στο παρελθόν θεραπεία για Αμυλοείδωση ελαφράς αλύσου (AL)
Πραγματοποιήθηκε μία ανοικτή, μη τυχαιοποιημένη μελέτη Φάσης Ι/ΙΙ ώστε να προσδιοριστεί η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της βορτεζομίμπης σε ασθενείς που είχαν λάβει στο παρελθόν θεραπεία για Αμυλοείδωση ελαφράς αλύσου (AL). Δεν παρατηρήθηκαν νέα θέματα ασφάλειας κατά τη διάρκεια της μελέτης, και ειδικότερα η βορτεζομίμπη δεν επιδείνωσε τη βλάβη του οργάνου στόχου (καρδιά, νεφρός και ήπαρ). Σε μία διερευνητική ανάλυση για την αποτελεσματικότητα, αναφέρθηκε ποσοστό ανταπόκρισης 67,3% (συμπεριλαμβανομένου ποσοστού CR 28,6%) όπως μετρήθηκε με βάση την αιματολογική ανταπόκριση (M-πρωτεΐνη) σε 49 αξιολογήσιμους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με τις μέγιστες επιτρεπτές δόσεις των 1,6 mg/m2 μία φορά την εβδομάδα και 1,3 mg/m2 δύο φορές την εβδομάδα. Για αυτές τις κοορτές δόσεων, το συνδυασμένο ποσοστό επιβίωσης στο 1 έτος ήταν 88,1%.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με βορτεζομίμπη σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στο πολλαπλούν μυέλωμα και το λέμφωμα από κύτταρα του μανδύα (βλ. Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
Μία Φάσης II, μονού σκέλους μελέτη της δραστικότητας, της ασφάλειας και της φαρμακοκινητικής που πραγματοποιήθηκε από την Ογκολογική Ομάδα Παίδων (Children’s Oncology Group) αξιολόγησε τη δράση της προσθήκης βορτεζομίμπης σε εκ νέου εισαγωγική χημειοθεραπεία πολλαπλών παραγόντων σε παιδιατρικούς και νεαρούς ενήλικες ασθενείς με λεμφοειδείς κακοήθειες (με πρόδρομη B-οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία [ΟΛΛ], T-ΟΛΛ και με T-λεμφοβλαστικό λέμφωμα [ΛΛ]). Ένα αποτελεσματικό εκ νέου εισαγωγικό χημειοθεραπευτικό σχήμα πολλαπλών παραγόντων χορηγήθηκε σε 3 μέρη. Η βορτεζομίμπη χορηγήθηκε μόνο στα Μέρη 1 και 2 για την αποφυγή πιθανής αλληλεπικαλυπτόμενης τοξικότητας με τα συγχορηγούμενα φάρμακα στο Μέρος 3.
Η πλήρης ανταπόκριση (CR) αξιολογήθηκε στο τέλος του Μέρους 1. Στους ασθενείς με B-ΟΛΛ με εμφάνιση της υποτροπής εντός διαστήματος 18 μηνών από τη διάγνωση (n = 27) το ποσοστό πλήρους ανταπόκρισης ήταν 67% (95% CI: 46, 84) και το ποσοστό επιβίωσης άνευ συμβάντων στους 4 μήνες ήταν 44% (95% CI: 26, 62). Στους ασθενείς με B-ΟΛΛ με εμφάνιση της υποτροπής 18-36 μήνες από τη διάγνωση (n = 33) το ποσοστό πλήρους ανταπόκρισης ήταν 79% (95% CI: 61, 91) και το ποσοστό επιβίωσης άνευ συμβάντων στους 4 μήνες ήταν 73% (95% CI: 54, 85). Το ποσοστό πλήρους ανταπόκρισης στους ασθενείς με T-ΟΛΛ με πρώτη υποτροπή (n = 22) ήταν 68% (95% CI: 45, 86) και το ποσοστό επιβίωσης άνευ συμβάντων στους 4 μήνες ήταν 67% (95% CI: 42, 83). Τα αναφερόμενα δεδομένα αποτελεσματικότητας θεωρούνται αμφίβολα (βλ. Δοσολογία).
Στη μελέτη εντάχθηκαν 140 ασθενείς με ΟΛΛ ή ΛΛ, οι οποίοι αξιολογήθηκαν ως προς την ασφάλεια και η διάμεση ηλικία ήταν τα 10 έτη (εύρος 1 έως 26). Δεν παρατηρήθηκαν νέα ανησυχητικά ευρήματα ως προς την ασφάλεια όταν η βορτεζομίμπη προστέθηκε στο καθιερωμένο παιδιατρικό βασικό χημειοθεραπευτικό σχήμα αντιμετώπισης της πρόδρομης B-ΟΛΛ. Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες (Βαθμός ≥ 3) παρατηρήθηκαν με υψηλότερη επίπτωση στο θεραπευτικό σχήμα που περιείχε βορτεζομίμπη σε σύγκριση με μία ιστορική μελέτη ελέγχου στην οποία χορηγήθηκε μόνο το βασικό σχήμα: στο Μέρος 1 περιφερική αισθητική νευροπάθεια (3% έναντι 0%), ειλεός (2,1% έναντι 0%) και υποξία (8% έναντι 2%). Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με πιθανά επακόλουθα συμβάντα ή σχετικά με τα ποσοστά αποδρομής της περιφερικής αισθητικής νευροπάθειας σε αυτή τη μελέτη. Υψηλότερες επιπτώσεις παρατηρήθηκαν, επίσης, για τις λοιμώξεις με Βαθμού ≥ 3 ουδετεροπενία (24% έναντι 19% στο Μέρος 1 και 22% έναντι 11% στο Μέρος 2), αυξημένη ALT (17% έναντι 8% στο Μέρος 2), υποκαλιαιμία (18% έναντι 6% στο Μέρος 1 και 21% έναντι 12% στο Μέρος 2) και υπονατριαιμία (12% έναντι 5% στο Μέρος 1 και 4% έναντι 0 στο Μέρος 2).
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-BORTEZOMIB/STADA
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Μετά από ενδοφλέβια bolus χορήγηση δόσης 1,0 mg/m2 και 1,3 mg/m2 σε 11 ασθενείς με πολλαπλούν μυέλωμα και τιμές κάθαρσης κρεατινίνης υψηλότερες από 50 ml/min, οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα της πρώτης δόσης βορτεζομίμπης ήταν 57 και 112 ng/ml, αντίστοιχα. Στις επακόλουθες δόσεις, οι μέσες μέγιστες παρατηρούμενες συγκεντρώσεις στο πλάσμα κυμαίνονταν από 67 έως 106 ng/ml για τη δόση του 1,0 mg/m2 και από 89 έως 120 ng/ml για τη δόση των 1,3 mg/m2.
Μετά από ενδοφλέβια bolus ή υποδόρια ένεση δόσης 1,3 mg/m2 σε ασθενείς με πολλαπλούν μυέλωμα (n=14 στην ομάδα της ενδοφλέβιας χορήγησης, n=17 στην ομάδα της υποδόριας χορήγησης), η συνολική συστηματική έκθεση μετά από χορήγηση επαναλαμβανόμενης δόσης (AUClast) ήταν ισοδύναμη για την υποδόρια και την ενδοφλέβια χορήγηση. Η Cmax μετά από υποδόρια χορήγηση (20,4ng/ml) ήταν χαμηλότερη από την ενδοφλέβια χορήγηση (223ng/ml). Η μέση γεωμετρική αναλογία AUClast ήταν 0,99 και 90% και τα διαστήματα εμπιστοσύνης ήταν 80,18%-122,80%.
Κατανομή
Ο μέσος όγκος κατανομής (Vd) της βορτεζομίμπης κυμαινόταν από 1.659 λίτρα έως 3.294 λίτρα μετά από μεμονωμένη ή επαναλαμβανόμενη ενδοφλέβια χορήγηση δόσης του 1,0 mg/m2 ή 1,3 mg/m2 σε ασθενείς με πολλαπλούν μυέλωμα. Αυτό υποδεικνύει ότι η βορτεζομίμπη κατανέμεται εκτεταμένα στους περιφερικούς ιστούς. Σε συγκεντρώσεις βορτεζομίμπης που κυμαίνονται μεταξύ 0,01 και 1,0 μg/ml, η in vitro σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος στους ανθρώπους είναι κατά μέσο όρο 82,9%. Το κλάσμα σύνδεσης της βορτεζομίμπης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος δεν ήταν εξαρτώμενο από τη συγκέντρωση.
Βιομετασχηματισμός
Μελέτες in vitro με ανθρώπινα ηπατικά μικροσώματα και ανθρώπινα cDNA-εκφραζόμενα ισοένζυμα του κυτοχρώματος P450 κατέδειξαν ότι η βορτεζομίμπη μεταβολίζεται μέσω οξείδωσης από τα ένζυμα 3Α4, 2C19 και 1Α2 του κυτοχρώματος P450. Η κύρια μεταβολική οδός είναι η αποκοπή του βορονικού οξέος για το σχηματισμό δύο μεταβολιτών που δεν περιέχουν βορονικό οξύ οι οποίοι στη συνέχεια υδροξυλιώνονται προς αρκετούς μεταβολίτες. Οι μεταβολίτες της βορτεζομίμπης που δεν περιέχουν βορονικό οξύ είναι ανενεργοί ως αναστολείς του 26S πρωτεασώματος.
Αποβολή
Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής (t1/2) της απομάκρυνσης για τη βορτεζομίμπη σε πολλαπλή δοσολογία κυμαινόταν από 40-193 ώρες. Η βορτεζομίμπη απομακρύνεται ταχύτερα μετά από τη χορήγηση της πρώτης δόσης σε σύγκριση με τις επακόλουθες δόσεις. Οι μέσες συνολικές καθάρσεις από το σώμα ήταν 102 και 112 l/h μετά από την πρώτη δόση για τις δόσεις του 1,0 mg/m2 και 1,3 mg/m2, αντίστοιχα, και κυμαίνονταν από 15 έως 32 l/h και 18 έως 32 l/h μετά από τις επακόλουθες δόσεις του 1,0 mg/m2 και 1,3 mg/m2, αντίστοιχα.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηπατική δυσλειτουργία
Η επίδραση της ηπατικής δυσλειτουργίας στη φαρμακοκινητική της βορτεζομίμπης αξιολογήθηκε σε μία μελέτη φάσης Ι κατά τη διάρκεια του πρώτου κύκλου θεραπείας, που περιέλαβε 61 ασθενείς κυρίως με συμπαγείς όγκους και με ποικίλους βαθμούς ηπατικής δυσλειτουργίας, σε δόσεις βορτεζομίμπης που κυμάνθηκαν από 0,5 έως 1,3 mg/m2.
Σε σύγκριση με ασθενείς που είχαν φυσιολογική ηπατική λειτουργία, η ήπια ηπατική δυσλειτουργία δεν μετέβαλλε την ομαλοποιημένη ως προς τη δόση AUC της βορτεζομίμπης. Ωστόσο, οι μέσες ομαλοποιημένες ως προς τη δόση τιμές AUC αυξήθηκαν κατά περίπου 60% σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Συνιστάται χαμηλότερη δόση έναρξης σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία και οι ασθενείς αυτοί πρέπει να παρακολουθούνται στενά (βλ. Δοσολογία, Πίνακα 6).
Νεφρική δυσλειτουργία
Μια φαρμακοκινητική μελέτη διενεργήθηκε σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία διαφόρων σταδίων οι οποίοι κατηγοριοποιήθηκαν με βάση τις τιμές κάθαρσης κρεατινίνης (CrCL) στις ακόλουθες ομάδες: Κανονική (CrCL ≥ 0 ml/min/1,73 m2, n = 12), Ήπια (CrCL = 40-59 ml/min/1,73 m2, n = 10), Μέτρια (CrCL = 20-39 ml/min/1,73 m2, n = 9), και Σοβαρή (CrCL < 20 ml/min/1,73 m2, n = 3). Συμπεριλήφθηκε επίσης στη μελέτη μια ομάδα αιμοκαθαρόμενων ασθενών (n = 8) στους οποίους χορηγήθηκε δόση μετά την αιμοκάθαρση. Στους ασθενείς χορηγήθηκαν ενδοφλέβιες δόσεις των 0,7 έως 1,3 mg/m2 βορτεζομίμπης δύο φορές την εβδομάδα. Η έκθεση της βορτεζομίμπης (AUC και Cmax κανονικοποιημένης δόσης) ήταν συγκρίσιμη μεταξύ όλων των ομάδων (βλ. Δοσολογία).
Ηλικία
Η φαρμακοκινητική της βορτεζομίμπης προσδιορίστηκε μετά από ενδοφλέβια bolus χορήγηση 1,3 mg/m2 δύο φορές την εβδομάδα σε 104 παιδιατρικούς ασθενείς (2-16 ετών) με οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία (ΟΛΛ) ή οξεία μυελογενή λευχαιμία (ΟΜΛ). Σύμφωνα με μία ανάλυση φαρμακοκινητικής του πληθυσμού, η κάθαρση της βορτεζομίμπης αυξανόταν με την αύξηση της επιφάνειας του σώματος (BSA). Η γεωμετρική μέση τιμή (% CV) της κάθαρσης ήταν 7,79 (25%) L/hr/m2, ο όγκος κατανομής σε σταθεροποιημένη κατάσταση 834 (39%) L/m2 και ο χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής 100 (44%) ώρες. Μετά από διόρθωση για την επίδραση της BSA, άλλα δημογραφικά χαρακτηριστικά όπως η ηλικία, το σωματικό βάρος και το φύλο δεν είχαν κλινικά σημαντική επίδραση στην κάθαρση της βορτεζομίμπης. Η ομαλοποιημένη ως προς την BSA κάθαρση της βορτεζομίμπης σε παιδιατρικούς ασθενείς ήταν παρόμοια με αυτή που παρατηρείται στους ενήλικες.
ΕΟΦ · 8.6.6
Διάφορα
expand_more
Διάφορα
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Το bortezomib δρα στο μονοπάτι ουβικιτίνης-πρωτεασώματος, μια απαραίτητη μοριακή οδό που ρυθμίζει τις ενδοκυτταρικές συγκεντρώσεις πρωτεϊνών και προάγει την πρωτεϊνική αποικοδόμηση. Το μονοπάτι ουβικιτίνης-πρωτεασώματος συχνά απορρυθμίζεται σε παθολογικές καταστάσεις, οδηγώντας σε παθολογική σηματοδότηση της οδού και σχηματισμό κακοήθων κυττάρων. Σε μία μελέτη, τα κύτταρα χρόνιας λεμφοκυτταρικής λευχαιμίας (ΧΛΛ) που προέρχονταν από ασθενείς περιείχαν 3 φορές υψηλότερα επίπεδα χυμοθρυψίνης-όμοιας δραστηριότητας πρωτεασώματος σε σχέση με τους φυσιολογικούς λεμφοκύτταρους. Αναστέλλοντας αναστρέψιμα το πρωτεασώμα, το bortezomib εμποδίζει την πρωτεολυτική αποικοδόμηση που διαμεσολαβείται από το πρωτεασώμα. Το bortezomib ασκεί κυτταροτοξική δράση σε διάφορους τύπους καρκινικών κυττάρων in vitro και καθυστερεί την ανάπτυξη όγκων in vivo σε μη κλινικά μοντέλα όγκων. Το bortezomib αναστέλλει τη δραστηριότητα του πρωτεασώματος με τρόπο εξαρτώμενο από τη δόση. Σε μία φαρμακοδυναμική μελέτη, παρατηρήθηκε πάνω από 75% αναστολή του πρωτεασώματος σε δείγματα ολικού αίματος εντός μίας ώρας μετά τη χορήγηση του bortezomib.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Το μονοπάτι ουβικιτίνης-πρωτεασώματος είναι μια ομοιοστατική πρωτεολυτική οδός για την ενδοκυτταρική αποικοδόμηση πρωτεϊνών: οι πρωτεΐνες που φέρουν αλυσίδα πολυ-ουβικιτίνης αποδομούνται σε μικρά πεπτίδια και ελεύθερη ουβικιτίνη από το πρωτεασώμα, το οποίο είναι μια μεγάλη πολυμερής πρωτεάση. Η παθολογική πρωτεασωματική πρωτεόλυση, όπως παρατηρείται σε ορισμένες κακοήθειες, μπορεί να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη κυτταρική διαίρεση, οδηγώντας σε ογκογένεση, ανάπτυξη καρκίνου και μετάσταση.
Το bortezomib είναι ένας αναστρέψιμος αναστολέας του πρωτεασώματος 26S, το οποίο αποτελείται από έναν πυρήνα 20S συμπλοκοποιημένο με ένα ρυθμιστικό σύμπλεγμα 19S. Μεμονωμένες υπομονάδες β επιτρέπουν ειδική καταλυτική δράση του πυρήνα 20S. Στα θηλαστικά κύτταρα, το bortezomib είναι ένας ισχυρός αναστολέας της χυμοθρυψίνης-όμοιας δραστηριότητας του πρωτεασώματος, η οποία αποδίδεται στην υπομονάδα β5 του πυρήνα 20S. Το bortezomib συνδέεται με την ενεργό θέση της υδροξυλομάδας θρεονίνης στην υπομονάδα β5. Μια ερευνητική μελέτη έδειξε ότι το bortezomib συνδέεται και αναστέλλει επίσης την υπομονάδα β1, η οποία διαμεσολαβεί την κασπασική-όμοια δραστηριότητα του πρωτεασώματος, και την υπομονάδα β1i, η οποία είναι μια τροποποιημένη υπομονάδα που εκφράζεται για να σχηματίσει ανοσοπρωτεασώματα ως απόκριση σε κυτταρικό στρες ή φλεγμονή.
Αναστέλλοντας την πρωτεασωματικά διαμεσολαβούμενη αποικοδόμηση βασικών πρωτεϊνών που προάγουν την απόπτωση των κυττάρων, το bortezomib προκαλεί διακοπή του κυτταρικού κύκλου κατά τη φάση G2-M. Πιστεύεται ότι πολλοί μηχανισμοί, πέραν της αναστολής του πρωτεασώματος, μπορεί να εμπλέκονται στην αντικαρκινική δράση του bortezomib. Η αντικαρκινική δράση του bortezomib συσχετίστηκε σε μεγάλο βαθμό με την καταστολή της οδού σηματοδότησης NF-κB, οδηγώντας στην υπορρύθμιση των γονιδίων-στόχων που προάγουν την απόπτωση και την έκφραση πρωτεϊνών που προάγουν την απόπτωση. Αυτό μπορεί να εξηγηθεί από το γεγονός ότι το bortezomib εμποδίζει την ανεξέλεγκτη αποικοδόμηση του IκB, το οποίο είναι μια ανασταλτική πρωτεΐνη του NF-κB. Η NOXA, ένας προ-αποπτωτικός παράγοντας, προκαλείται από το bortezomib επιλεκτικά στα καρκινικά κύτταρα· ως εκ τούτου, προτείνεται ως ένας ακόμη βασικός μηχανισμός του bortezomib.
Το bortezomib, ένα τροποποιημένο διπεπτιδικό βορικό οξύ, είναι ένας αντικαρκινικός παράγοντας. Το φάρμακο αναστέλλει αναστρέψιμα το πρωτεασώμα 26S, ένα μεγάλο πρωτεϊνικό σύμπλεγμα που αποδομεί τις ουβικιτινοποιημένες πρωτεΐνες. Το μονοπάτι ουβικιτίνης-πρωτεασώματος διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο στη ρύθμιση της ενδοκυτταρικής συγκέντρωσης συγκεκριμένων πρωτεϊνών, διατηρώντας έτσι την ομοιοστασία εντός των κυττάρων. Η αναστολή του πρωτεασώματος 26S από το bortezomib εμποδίζει την στοχευμένη πρωτεόλυση και προκαλεί διαταραχή των φυσιολογικών ομοιοστατικών μηχανισμών, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε κυτταρικό θάνατο. Μελέτες in vitro υποδεικνύουν ότι το bortezomib είναι κυτταροτοξικό για ποικίλους τύπους καρκινικών κυττάρων. Το bortezomib έχει αποδειχθεί ότι προκαλεί καθυστέρηση στην ανάπτυξη όγκων in vivo σε μοντέλα όγκων, συμπεριλαμβανομένου του πολλαπλού μυελώματος.
… Οι μηχανισμοί που διέπουν την κυτταροτοξικότητα του bortezomib στα καρκινικά κύτταρα είναι πολύπλοκοι. Ένας αυξανόμενος όγκος στοιχείων υποδηλώνει ότι η ρύθμιση της οικογένειας BCL-2 που εξαρτάται από την αναστολή του πρωτεασώματος είναι μια κρίσιμη προϋπόθεση. Συγκεκριμένα, η σταθεροποίηση των πρωτεϊνών BH3-μόνο, BIK, NOXA και BIM, φαίνεται να είναι απαραίτητη για την πρόκληση κυτταρικού θανάτου που εξαρτάται από BAX και BAK. …
Η αναστολή του πρωτεασώματος είναι μια νέα, στοχευμένη προσέγγιση στην αντικαρκινική θεραπεία. Τόσο οι φυσικοί όσο και οι συνθετικοί αναστολείς του πρωτεασώματος διεισδύουν επιλεκτικά στα καρκινικά κύτταρα, διαταράσσοντας την ομαλή καταστροφή βασικών ρυθμιστικών πρωτεϊνών που εμπλέκονται στην ογκογένεση και τη μετάσταση. Η διαταραχή της ομαλής καταστροφής των ρυθμιστικών πρωτεϊνών προκαλεί μια ανισορροπία αυτών των πρωτεϊνών εντός του κυττάρου, η οποία παρεμβαίνει στη συστηματική ενεργοποίηση των οδών σηματοδότησης που απαιτούνται για τη διατήρηση της ανάπτυξης και επιβίωσης των καρκινικών κυττάρων· επομένως, η κυτταρική αντιγραφή αναστέλλεται και ακολουθεί απόπτωση. …
Το bortezomib (PS-341, Velcade) είναι ένας ισχυρός και εκλεκτικός αναστολέας του πρωτεασώματος που ερευνάται επί του παρόντος για τη θεραπεία συμπαγών κακοηθειών. /Ερευνητές/ έχουν δείξει προηγουμένως ότι το bortezomib έχει δράση σε μοντέλα καρκίνου παγκρέατος και ότι το φάρμακο προκαλεί στρες του ενδοπλασματικού δικτύου (ER) αλλά και καταστέλλει την απόκριση στις διπλωμένες πρωτεΐνες (UPR). Επειδή η UPR είναι ένας σημαντικός κυτταροπροστατευτικός μηχανισμός, /οι ερευνητές/ υπέθεσαν ότι το bortezomib θα ευαισθητοποιούσε τα καρκινικά κύτταρα του παγκρέατος στην απόπτωση που προκαλείται από στρες ER. Εδώ, /οι συγγραφείς/ δείχνουν ότι το bortezomib προάγει την απόπτωση που πυροδοτείται από κλασικούς επαγωγείς στρες ER (τουνικαμυκίνη και θαψιργαργίνη) μέσω ενός μηχανισμού που εξαρτάται από την κινάση c-Jun N-τελικού (JNK). /Δείχνουν/ επίσης ότι η σισπλατίνη διεγείρει το στρες ER και αλληλεπιδρά με το bortezomib για να αυξήσει τη διάταση του ER, τα ενδοκυτταρικά επίπεδα Ca2+ και τον κυτταρικό θάνατο. Σημαντικό είναι ότι ο συνδυασμένος θεραπεία με bortezomib συν cisplatin προκάλεσε ενεργοποίηση JNK και απόπτωση σε ορθότοπους όγκους παγκρέατος, οδηγώντας σε μείωση του φορτίου του όγκου. Συνολικά, τα δεδομένα αποδεικνύουν ότι το bortezomib ευαισθητοποιεί τα καρκινικά κύτταρα του παγκρέατος στην απόπτωση που προκαλείται από στρες ER και δείχνουν ότι το bortezomib ενισχύει έντονα την αντικαρκινική δράση της σισπλατίνης.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση δόσεων 1 mg/m² και 1.3 mg/m², οι μέσες Cmax του bortezomib ήταν 57 και 112 ng/mL, αντίστοιχα. Σε σχήμα διπλής χορήγησης την εβδομάδα, η Cmax κυμάνθηκε από 67 έως 106 ng/mL στη δόση 1 mg/m² και από 89 έως 120 ng/mL για τη δόση 1.3 mg/m².
Σε ασθενείς με πολλαπλό μυέλωμα, η Cmax του bortezomib μετά από υποδόρια χορήγηση ήταν χαμηλότερη από αυτήν της ενδοφλέβιας χορήγησης· ωστόσο, η συνολική συστηματική έκθεση του φαρμάκου ήταν ισοδύναμη και για τις δύο οδούς χορήγησης. Παρατηρείται ευρεία δια-ασθενική μεταβλητότητα στις πλασματικές συγκεντρώσεις του φαρμάκου.
Το bortezomib απεκκρίνεται τόσο μέσω νεφρικών όσο και ηπατικών οδών.
Ο μέσος όγκος κατανομής του bortezomib κυμάνθηκε από περίπου 498 έως 1884 L/m² σε ασθενείς με πολλαπλό μυέλωμα που λάμβαναν εφάπαξ ή επαναλαμβανόμενη δόση 1 mg/m² ή 1.3 mg/m². Το bortezomib κατανέμεται σχεδόν σε όλους τους ιστούς, εκτός από τον λιπώδη και τον εγκεφαλικό ιστό.
Μετά τη χορήγηση της πρώτης δόσης 1 mg/m² και 1.3 mg/m², οι μέσες συνολικές κάθαρση σώματος ήταν 102 και 112 L/h, αντίστοιχα. Οι καθάρσεις ήταν 15 και 32 L/h μετά την επόμενη δόση 1 και 1.3 mg/m², αντίστοιχα.
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση δόσεων 1 mg/m² και 1.3 mg/m² σε 24 ασθενείς με πολλαπλό μυέλωμα (n=12, ανά επίπεδο δόσης), οι μέσες μέγιστες πλασματικές συγκεντρώσεις του bortezomib (Cmax) μετά την πρώτη δόση (Ημέρα 1) ήταν 57 και 112 ng/mL, αντίστοιχα.
Στις επόμενες δόσεις, όταν χορηγήθηκε δύο φορές την εβδομάδα, οι μέσες μέγιστες παρατηρούμενες πλασματικές συγκεντρώσεις κυμάνθηκαν από 67 έως 106 ng/mL για τη δόση 1 mg/m² και από 89 έως 120 ng/mL για τη δόση 1.3 mg/m². Ο μέσος όρος του χρόνου ημίσειας ζωής αποβολής του bortezomib μετά από πολλαπλές δόσεις κυμάνθηκε από 40 έως 193 ώρες μετά τη δόση 1 mg/m² και από 76 έως 108 ώρες μετά τη δόση 1.3 mg/m². Η μέση συνολική κάθαρση σώματος ήταν 102 και 112 L/h μετά την πρώτη δόση για δόσεις 1 mg/m² και 1.3 mg/m², αντίστοιχα, και κυμάνθηκε από 15 έως 32 L/h μετά τις επόμενες δόσεις για δόσεις 1 και 1.3 mg/m², αντίστοιχα.
Ο μέσος όγκος κατανομής του bortezomib κυμάνθηκε από περίπου 498 έως 1884 L/m² μετά από εφάπαξ ή επαναλαμβανόμενη χορήγηση δόσης 1 mg/m² ή 1.3 mg/m² σε ασθενείς με πολλαπλό μυέλωμα. Αυτό υποδηλώνει ότι το bortezomib κατανέμεται ευρέως σε περιφερικούς ιστούς. Η δέσμευση του bortezomib σε ανθρώπινες πρωτεΐνες πλάσματος κυμάνθηκε κατά μέσο όρο στο 83% εντός του εύρους συγκεντρώσεων 100 έως 1000 ng/mL.
Δεν είναι γνωστό εάν το bortezomib απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για το BORTEZOMIB (σύνολο 6), παρακαλούμε επισκεφθείτε τη σελίδα αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση Πρωτεϊνών
Στο εύρος συγκεντρώσεων 100 έως 1000 ng/mL, το bortezomib δεσμεύεται περίπου στο 83% σε ανθρώπινες πρωτεΐνες πλάσματος.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Το bortezomib μεταβολίζεται κυρίως από τις CYP3A4, CYP2C19 και CYP1A2. Οι CYP2D6 και CYP2C9 εμπλέκονται επίσης στο μεταβολισμό του φαρμάκου, αλλά σε μικρότερο βαθμό. Η οξειδωτική αποβορίωση, η οποία περιλαμβάνει την απομάκρυνση του βορικού οξέος από τη μητρική ένωση, είναι η κύρια μεταβολική οδός. Οι μεταβολίτες του bortezomib είναι φαρμακολογικά ανενεργοί και έχουν ταυτοποιηθεί πάνω από 30 μεταβολίτες σε μελέτες σε ανθρώπους και ζώα.
Μελέτες in vitro με μικροσωμάτια ήπατος ανθρώπου και κυτοχρώματα P450 που εκφράζονται με cDNA δείχνουν ότι το bortezomib μεταβολίζεται κυρίως οξειδωτικά μέσω των ενζύμων κυτοχρώματος P450 3A4, 2C19 και 1A2. Ο μεταβολισμός του bortezomib από τα ένζυμα CYP 2D6 και 2C9 είναι ελάχιστος. Η κύρια μεταβολική οδός είναι η αποβορίωση για τον σχηματισμό 2 αποβοριωμένων μεταβολιτών που στη συνέχεια υδροξυλιώνονται σε διάφορους μεταβολίτες. Οι αποβοριωμένοι μεταβολίτες του bortezomib είναι ανενεργοί ως αναστολείς του πρωτεασώματος 26S. Δεδομένα από συγκεντρωμένο πλάσμα από 8 ασθενείς στα 10 λεπτά και 30 λεπτά μετά τη χορήγηση δείχνουν ότι τα επίπεδα μεταβολιτών στο πλάσμα είναι χαμηλά σε σύγκριση με το μητρικό φάρμακο.
… Η δυναμική αναστολής του P450 του bortezomib και των κύριων αποβοριωμένων μεταβολιτών του M1 και M2 και των δεαλκυλιωμένων μεταβολιτών τους M3 και M4 αξιολογήθηκε σε μικροσωμάτια ήπατος ανθρώπου για τις κύριες ισομορφές P450 1A2, 2C9, 2C19, 2D6 και 3A4/5. Το bortezomib, το M1 και το M2 βρέθηκαν να είναι ήπιοι αναστολείς της CYP2C19 (IC(50) περίπου 18.0, 10.0 και 13.2 μικροΜ, αντίστοιχα), και το M1 ήταν επίσης ήπιος αναστολέας της CYP2C9 (IC(50) περίπου 11.5 μικροΜ). Ωστόσο, το bortezomib, τα M1, M2, M3 και M4 δεν ανέστειλαν άλλα P450 (τιμές IC(50) > 30 μικροΜ). Επίσης, δεν υπήρξε χρονικά εξαρτώμενη αναστολή της CYP3A4/5 από το bortezomib ή τους κύριους μεταβολίτες του. …
… Το bortezomib συνδέεται με το πρωτεασώμα μέσω της βορικής ομάδας, και επομένως, η παρουσία αυτής της ομάδας είναι απαραίτητη για την επίτευξη αναστολής του πρωτεασώματος. Μεταβολίτες στο πλάσμα που ελήφθησαν από ασθενείς που έλαβαν εφάπαξ ενδοφλέβια δόση bortezomib ταυτοποιήθηκαν και χαρακτηρίστηκαν με χρωματογραφία υγρού/φασματομετρία μάζας (LC/MS) και χρωματογραφία υγρού/φασματομετρία μάζας tandem (LC/MS/MS). Πρότυπα μεταβολιτών που συντέθηκαν και χαρακτηρίστηκαν με LC/MS/MS και φασματοσκοπία NMR υψηλού πεδίου (NMR) χρησιμοποιήθηκαν για την επιβεβαίωση των δομών των μεταβολιτών. Η κύρια οδός βιομετατροπής που παρατηρήθηκε ήταν η οξειδωτική αποβορίωση, κυρίως σε ένα ζεύγος διαστερεομερικών μεταβολιτών καρβινολαμίδης. Περαιτέρω μεταβολισμός των ομάδων λευκίνης και φαινυλαλανίνης παρήγαγε τριτοταγώς υδροξυλιωμένους μεταβολίτες και έναν μεταβολίτη υδροξυλιωμένο στη βενζυλική θέση, αντίστοιχα. Παρατηρήθηκε επίσης μετατροπή των καρβινολαμιδών στα αντίστοιχα αμίδια και καρβοξυλικά οξέα. Τα μικροσωμάτια ήπατος ανθρώπου μοντελοποίησαν επαρκώς τον in vivo μεταβολισμό του bortezomib, καθώς οι κύριοι κυκλοφορούντες μεταβολίτες παρατηρήθηκαν in vitro. Χρησιμοποιώντας ισοένζυμα κυτοχρώματος P450 που εκφράζονται με cDNA, προσδιορίστηκε ότι πολλές ισομορφές συνέβαλαν στον μεταβολισμό του bortezomib, συμπεριλαμβανομένων των CYP3A4, CYP2C19, CYP1A2, CYP2D6 και CYP2C9.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο μέσος όρος του χρόνου ημίσειας ζωής αποβολής του bortezomib κυμάνθηκε από 40 έως 193 ώρες μετά από σχήμα πολλαπλών δόσεων στη δόση 1 mg/m². Ο χρόνος ημίσειας ζωής κυμάνθηκε από 76 έως 108 ώρες μετά από πολλαπλές δόσεις 1.3 mg/m² bortezomib.
Ο μέσος όρος του χρόνου ημίσειας ζωής αποβολής του bortezomib μετά από πολλαπλές δόσεις κυμάνθηκε από 40 έως 193 ώρες μετά τη δόση 1 mg/m² και από 76 έως 108 ώρες μετά τη δόση 1.3 mg/m².
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Ουσίες που αναστέλλουν ή προλαμβάνουν τον πολλαπλασιασμό των ΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΩΝ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
69G8BD63PP
BORTEZOMIB
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Πρωτεασώματος
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Πρωτεασώματος
Το bortezomib είναι Αναστολέας Πρωτεασώματος. Ο μηχανισμός δράσης του bortezomib είναι ως Αναστολέας Πρωτεασώματος.
BORTEZOMIB
Αναστολέας Πρωτεασώματος [EPC]· Αναστολείς Πρωτεασώματος [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Ουσίες που αναστέλλουν ή προλαμβάνουν τον πολλαπλασιασμό των ΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΩΝ.