Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ A01AC02 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

DEXAMETHASONE

Δεξαμεθαζόνη

Kατά την σύγκριση των διαφόρων κορτικοστεροειδών φαρμάκων λαμβάνεται υπόψη η αντιφλεγμονώδης ισχύς τους (δηλ. η γλυκοκορτικοειδής ιδιότητα) σε σχέση με την αλατοκορτικοειδή (Πίνακας 6.2) t6.2.jpg: H ισχυρή αντιφλεγμονώδης ιδιότητα θεωρείται πλεονέκτημα όταν συνοδεύεται από …

Chemical structure of DEXAMETHASONE

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Επιμελημένο
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Bλ. 6.4 και 6.4.2. Προτιμάται ιδιαίτερα σε εγκεφαλικό οίδημα και στη διάγνωση του συνδρόμου Cushing. Λοιπές βλ. 6.4.2. και κεφ. 11.2, 11.2.1, 12.1.1 και 13.2.
medication
SPC-DEXAMEZONE

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Από του στόματος, Ενδοφλέβια
Χορήγηση:
Ημερησίως (διηρημένη ή εφάπαξ), με ή μετά το φαγητό
Δόση έναρξης:
0,5 mg ημερησίως
Τιτλοποίηση:
Η δοσολογία θα πρέπει να τιτλοποιείται συναρτήσει της απόκρισης του κάθε ασθενούς και της σοβαρότητας της νόσου.
  • Ενήλικες
    Δόση0,5 mg έως 10 mg ημερησίως
    Μέγ. δόση24 mg ημερησίως
    Η δοσολογία τιτλοποιείται ανάλογα με την απόκριση και τη σοβαρότητα της νόσου. Χρήση της ελάχιστης αποτελεσματικής δόσης.
  • Εγκεφαλικό οίδημα
    Δόση6-16 mg/ημέρα
    Μέγ. δόση24 mg/ημέρα
    Από του στόματος, διηρημένη σε 3-4 μεμονωμένες δόσεις. Αρχική δόση και διάρκεια θεραπείας ανάλογα με την αιτία και τη σοβαρότητα.
  • Ενήλικες (Οξύ άσθμα)
    Δόση16 mg/ημέρα
    Για δύο ημέρες.
  • Παιδιά (Οξύ άσθμα)
    Δόση0,6 mg/kg σωματικού βάρους
    Για μία ή δύο ημέρες.
  • Παιδιά (Ψευδομεμβρανώδης λαρυγγίτιδα)
    Δόση0,15 mg/kg - 0,6 mg/kg
    Εφάπαξ.
  • Οξείες δερματικές παθήσεις
    Δόση8-40 mg/ημέρα
    Μέγ. δόση100 mg
    Ανάλογα με τη φύση και την έκταση της νόσου. Ακολουθείται από προοδευτική μείωση της δοσολογίας.
  • Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος
    Δόση6 - 16 mg/ημέρα
  • Ενεργός ρευματοειδής αρθρίτιδα (ταχεία εξέλιξη καταστροφικών μορφών)
    Δόση12-16 mg/ημέρα
  • Ενεργός ρευματοειδής αρθρίτιδα (εξω-αρθρικές εκδηλώσεις)
    Δόση6-12 mg/ημέρα
  • Ιδιοπαθής θρομβοπενική πορφύρα
    Δόση40 mg
    Για 4 ημέρες σε κύκλους.
  • Ασθενείς με Φυματιώδη μηνιγγίτιδα (στάδιο II ή III)
    Δόση0,1 - 0,4 mg/kg/ημέρα ενδοφλεβίως, 1 - 4 mg/ημέρα από του στόματος
    Ενδοφλέβια θεραπεία για 4 εβδομάδες (0,4 mg/kg/ημέρα την εβδομάδα 1, 0,3 mg/kg/ημέρα την εβδομάδα 2, 0,2 mg/kg/ημέρα την εβδομάδα 3, 0,1 mg/kg/ημέρα την εβδομάδα 4), ακολουθούμενη από από του στόματος θεραπεία για 4 εβδομάδες, ξεκινώντας από 4 mg/ημέρα και μειώνοντας κατά 1 mg κάθε εβδομάδα.
  • Ασθενείς με Φυματιώδη μηνιγγίτιδα (στάδιο I)
    Δόση0,1 - 0,3 mg/kg/ημέρα ενδοφλεβίως, 1 - 3 mg/ημέρα από του στόματος
    Ενδοφλέβια θεραπεία για 2 εβδομάδες (0,3 mg/kg/ημέρα την εβδομάδα 1, 0,2 mg/kg/ημέρα την εβδομάδα 2), ακολουθούμενη από από του στόματος θεραπεία για 4 εβδομάδες (0,1 mg/kg/ημέρα την εβδομάδα 3, στη συνέχεια 3 mg/ημέρα, μειώνοντας κατά 1 mg κάθε εβδομάδα).
  • Παρηγορητική θεραπεία νεοπλασματικών παθήσεων
    Δόση3-20 mg/ημέρα
    Μέγ. δόση96 mg
    Αρχική δόση και διάρκεια θεραπείας ανάλογα με την αιτία και τη σοβαρότητα.
  • Προφύλαξη και θεραπεία εμέτου που προκαλείται από κυτταροστατικά
    Δόση8-20 mg πριν τη χημειοθεραπεία, μετά 4-16 mg/ημέρα
    Την ημέρα 2 και 3.
  • Πρόληψη και θεραπεία μετεγχειρητικού εμέτου
    Δόση8 mg
    Εφάπαξ δόση πριν από τη χειρουργική επέμβαση.
  • Συμπτωματικό πολλαπλό μυέλωμα, οξεία λεμφοκυτταρική λευχαιμία, οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία, νόσος Hodgkin και μη Hodgkin λέμφωμα
    Δόση40 mg ή 20 mg
    Μία φορά την ημέρα, σε συνδυασμό με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα. Η δόση και η συχνότητα ποικίλλει ανάλογα με το θεραπευτικό πρωτόκολλο.
  • Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
    Προσαρμογή της δόσης στεροειδών απαιτείται, ιδιαίτερα σε αιμοδιύλιση λόγω αυξημένης κάθαρσης.
  • Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
    Μπορεί να χρειαστεί προσαρμογή της δόσης σε σοβαρή ηπατική νόσο. Οι βιολογικές επιδράσεις της δεξαμεθαζόνης μπορεί να ενισχυθούν.
  • Ηλικιωμένοι
    Η δόση πρέπει να μειωθεί ανάλογα, λόγω υψηλότερων συγκεντρώσεων στο πλάσμα και βραδύτερης απέκκρισης.
  • Παιδιά
    Η δοσολογία προσαρμόζεται στο σωματικό βάρος. Προσοχή σε επιπτώσεις στην ανάπτυξη και σημεία καταστολής των επινεφριδίων.
block
SPC-DEXAMEZONE

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
  • Συστηματική λοίμωξη εκτός εάν χρησιμοποιείται ειδική θεραπεία κατά της λοίμωξης
  • Έλκος στομάχου ή έλκος δωδεκαδακτύλου
  • Εμβολιασμός με ζώντα εμβόλια κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μεγάλες θεραπευτικές δόσεις δεξαμεθαζόνης (και άλλων κορτικοστεροειδών)
warning
SPC-DEXAMEZONE

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκεια
    Η φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκεια, η οποία προκαλείται από τη θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή, μπορεί να παραμείνει για πολλούς μήνες και, σε ορισμένες περιπτώσεις περισσότερο από ένα χρόνο, μετά τη διακοπή της θεραπείας. Κατά τη διάρκεια στρεσογόνων καταστάσεων (τραύμα, χειρουργική επέμβαση, τοκετός κλπ) μπορεί να απαιτείται προσωρινή αύξηση της δόσης. Θα πρέπει να διατίθεται ταυτότητα χρήσης κορτικοστεροειδών για ασθενείς που υποβάλλονται σε μακροχρόνια θεραπεία. Ακόμη και σε περιπτώσεις παρατεταμένης φλοιοεπινεφριδιακής ανεπάρκειας μετά τη διακοπή της θεραπείας, η χορήγηση γλυκοκορτικοειδών μπορεί να είναι απαραίτητη σε σωματικές στρεσογόνες καταστάσεις. Η οξεία φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκεια μπορεί να ελαχιστοποιηθεί με αργή μείωση της δόσης.
  • Λοιμώξεις
    Πληθυσμόςασθενείς με Οξείες ιογενείς λοιμώξεις (έρπης ζωστήρας, απλός έρπης, ανεμοβλογιά, ερπητική κερατίτιδα), Χρόνια ενεργός ηπατίτιδα HBsAg-θετική, Περίπου 8 εβδομάδες πριν έως 2 εβδομάδες μετά τους εμβολιασμούς με εμβόλια με ζώντες μικροοργανισμούς, Συστηματικές μυκητιάσεις και παρασιτώσεις (π.χ. Νηματώδεις), Πολιομυελίτιδα, Λεμφαδενίτιδα μετά από εμβολιασμό BCG, Οξείες και χρόνιες βακτηριακές λοιμώξεις, ιστορικό φυματίωσης, γνωστή ή υποψία Στρογγυλοειδίασης (επιμόλυνση νηματώδη σκώληκα)
    Η θεραπεία με δεξαμεθαζόνη πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση των ισχυρότερων ενδείξεων και, εάν είναι απαραίτητο, να χορηγείται πρόσθετη στοχευμένη θεραπεία κατά των λοιμώξεων. Σε ιστορικό φυματίωσης χρησιμοποιήστε μόνο αφού έχει ληφθεί μέριμνα για την προστασία από φυματίωση. Η θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή μπορεί να οδηγήσει σε υπερλοίμωξη και μετάδοση του Strongyloides με εκτεταμένη μετανάστευση προνυμφών.
  • Γαστρεντερικά έλκη
    Πληθυσμόςασθενείς με Έλκη του γαστρεντερικού σωλήνα
    Η θεραπεία με δεξαμεθαζόνη πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση ισχυρών ενδείξεων και, εάν είναι απαραίτητο, πρέπει να εφαρμόζεται πρόσθετη εξειδικευμένη θεραπεία.
  • Οστεοπόρωση
    Πληθυσμόςασθενείς με Σοβαρή οστεοπόρωση
    Η θεραπεία με δεξαμεθαζόνη πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση ισχυρών ενδείξεων και, εάν είναι απαραίτητο, πρέπει να εφαρμόζεται πρόσθετη εξειδικευμένη θεραπεία, καθώς τα κορτικοστεροειδή έχουν αρνητική επίδραση στην ισορροπία ασβεστίου.
  • Υψηλή αρτηριακή πίεση
    Πληθυσμόςασθενείς με Δύσκολα ρυθμιζόμενη υψηλή αρτηριακή πίεση
    Η θεραπεία με δεξαμεθαζόνη πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση ισχυρών ενδείξεων και, εάν είναι απαραίτητο, πρέπει να εφαρμόζεται πρόσθετη εξειδικευμένη θεραπεία.
  • Σακχαρώδης διαβήτης
    Πληθυσμόςασθενείς με Δύσκολα ρυθμιζόμενο σακχαρώδη διαβήτη
    Η θεραπεία με δεξαμεθαζόνη πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση ισχυρών ενδείξεων και, εάν είναι απαραίτητο, πρέπει να εφαρμόζεται πρόσθετη εξειδικευμένη θεραπεία.
  • Ψυχιατρικές διαταραχές
    Πληθυσμόςασθενείς με Ψυχιατρικές διαταραχές (συμπεριλαμβανομένου του ιστορικού)
    Η θεραπεία με δεξαμεθαζόνη πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση ισχυρών ενδείξεων και, εάν είναι απαραίτητο, πρέπει να εφαρμόζεται πρόσθετη εξειδικευμένη θεραπεία.
  • Γλαύκωμα
    Πληθυσμόςασθενείς με Γλαύκωμα κλειστής γωνίας και γλαύκωμα ανοιχτής γωνίας
    Η θεραπεία με δεξαμεθαζόνη πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση ισχυρών ενδείξεων και, εάν είναι απαραίτητο, πρέπει να εφαρμόζεται πρόσθετη εξειδικευμένη θεραπεία.
  • Έλκη και τραυματισμοί κερατοειδούς
    Πληθυσμόςασθενείς με Έλκη κερατοειδούς και τραυματισμούς κερατοειδούς
    Η θεραπεία με δεξαμεθαζόνη πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση ισχυρών ενδείξεων και, εάν είναι απαραίτητο, πρέπει να εφαρμόζεται πρόσθετη εξειδικευμένη θεραπεία.
  • Καρδιακή ανεπάρκεια
    Πληθυσμόςασθενείς με Σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια
    Η θεραπεία με δεξαμεθαζόνη πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση ισχυρών ενδείξεων και, εάν είναι απαραίτητο, πρέπει να εφαρμόζεται πρόσθετη εξειδικευμένη θεραπεία.
  • Αναφυλακτικές αντιδράσεις
    Μπορεί να εμφανιστούν σοβαρές αναφυλακτικές αντιδράσεις.
  • Τενοντίτιδα και ρήξη τένοντα
    Πληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα γλυκοκορτικοειδή και φθοροκινολόνες
    Ο κίνδυνος αυξάνεται.
  • Μυασθένεια gravis
    Πληθυσμόςασθενείς με προϋπάρχουσα μυασθένεια gravis
    Μπορεί αρχικά να επιδεινωθεί στην αρχή της θεραπείας με δεξαμεθαζόνη.
  • Οπτική διαταραχή
    Πληθυσμόςασθενείς που εμφανίζουν συμπτώματα όπως θολή όραση ή άλλες οπτικές διαταραχές
    Ο ασθενής θα πρέπει να παραπεμφθεί σε οφθαλμίατρο για αξιολόγηση πιθανών αιτιών που μπορεί να περιλαμβάνουν καταρράκτη, γλαύκωμα ή σπάνιες ασθένειες όπως κεντρική ορώδη χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια (CSCR) που έχουν αναφερθεί μετά τη χρήση συστηματικών και τοπικών κορτικοστεροειδών.
  • Παρατεταμένη χρήση κορτικοστεροειδών
    Μπορεί να προκαλέσει οπίσθιο υποκάψιο καταρράκτη, γλαύκωμα με πιθανή βλάβη στο οπτικό νεύρο και μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο δευτερογενών οφθαλμικών λοιμώξεων λόγω μυκήτων ή ιών.
  • Οφθαλμικός απλός έρπης
    Πληθυσμόςασθενείς με οφθαλμικό απλό έρπητα
    Τα κορτικοστεροειδή πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή λόγω πιθανής διάτρησης του κερατοειδούς.
  • Διάτρηση του εντέρου
    Πληθυσμόςασθενείς με Σοβαρή ελκώδη κολίτιδα με απειλούμενη διάτρηση, Εκκολπωματίτιδα, Εντεροαναστόμωση (αμέσως μετεγχειρητικά)
    Η δεξαμεθαζόνη πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο υπό επείγουσα ένδειξη και υπό κατάλληλη παρακολούθηση. Σημεία περιτοναϊκού ερεθισμού μετά από διάτρηση του γαστρεντερικού σωλήνα μπορεί να απουσιάζουν σε ασθενείς που λαμβάνουν υψηλές δόσεις γλυκοκορτικοειδών.
  • Διαβήτης
    Πληθυσμόςδιαβητικοί
    Κατά τη χορήγηση δεξαμεθαζόνης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μια μεγαλύτερη ανάγκη για ινσουλίνη ή από του στόματος αντιδιαβητικά.
  • Αρτηριακή πίεση
    Πληθυσμόςασθενείς με δύσκολα ρυθμιζόμενη υψηλή αρτηριακή πίεση και κατά τη χορήγηση υψηλότερων δόσεων
    Η τακτική παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης είναι απαραίτητη.
  • Σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια
    Πληθυσμόςασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια
    Λόγω του κινδύνου επιδείνωσης, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
  • Βραδυκαρδία
    Πληθυσμόςασθενείς που έλαβαν υψηλές δόσεις δεξαμεθαζόνης
    Μπορεί να εμφανιστεί βραδυκαρδία.
  • Πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου
    Πληθυσμόςασθενείς με πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου
    Πρέπει να δίδεται προσοχή κατά τη χρήση κορτικοστεροειδών καθώς έχει αναφερθεί ρήξη του μυοκαρδίου.
  • Συμπτώματα λοιμώξεων
    Η θεραπεία με δεξαμεθαζόνη μπορεί να αποκρύψει τα συμπτώματα μιας υπάρχουσας ή υπό εξέλιξη λοίμωξης καθιστώντας έτσι πιο δύσκολη τη διάγνωση.
  • Κίνδυνος λοίμωξης
    Η παρατεταμένη χρήση ακόμη και μικρών ποσοτήτων δεξαμεθαζόνης οδηγεί σε αυξημένο κίνδυνο λοίμωξης, ακόμη και από μικροοργανισμούς που διαφορετικά σπάνια προκαλούν λοιμώξεις (ευκαιριακές λοιμώξεις).
  • Εμβολιασμός με αδρανοποιημένο εμβόλιο
    Μπορεί πάντα να πραγματοποιηθεί. Ωστόσο, η ανοσολογική αντίδραση και συνεπώς η επιτυχία του εμβολιασμού, μπορεί να επηρεαστεί από υψηλότερες δόσεις κορτικοειδών.
  • Μεταβολισμός ασβεστίου
    Πληθυσμόςασθενείς με οικογενή προδιάθεση, αυξημένη ηλικία, μετά την εμμηνόπαυση, ανεπαρκή πρόσληψη πρωτεϊνών και ασβεστίου, βαρύ κάπνισμα, υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, ανεπαρκής σωματική άσκηση
    Σε υψηλές δόσεις, πρέπει να ελέγχονται η επαρκής πρόσληψη ασβεστίου και ο περιορισμός του νατρίου, όπως επίσης και τα επίπεδα καλίου στον ορό. Ανάλογα με τη διάρκεια και τη δοσολογία της θεραπείας, μπορεί να αναμένεται αρνητική επίδραση επί του μεταβολισμού του ασβεστίου, ούτως ώστε να συνιστάται προφύλαξη από την οστεοπόρωση. Η πρόληψη περιλαμβάνει την επαρκή πρόσληψη ασβεστίου και βιταμίνης D και τη σωματική δραστηριότητα. Πρόσθετη φαρμακευτική αγωγή πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην περίπτωση προϋπάρχουσας οστεοπόρωσης.
  • Ημικρανία
    Πληθυσμόςασθενείς με ημικρανία
    Τα κορτικοστεροειδή πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή, καθώς τα κορτικοστεροειδή μπορεί να προκαλέσουν κατακράτηση υγρών.
  • Ψυχολογικές μεταβολές
    Μπορεί να εμφανιστούν ψυχολογικές μεταβολές (ευφορία, κατάθλιψη, ψυχωτικές αντιδράσεις και τάσεις αυτοκτονίας). Είναι πιο πιθανό να συμβούν σε υψηλές δόσεις. Τα περισσότερα προβλήματα εξαφανίζονται εάν η δόση μειωθεί ή διακοπεί το φάρμακο. Σε μερικές περιπτώσεις, ψυχιατρικές διαταραχές έχουν λάβει χώρα όταν οι δόσεις μειώνονται ή σταματούν.
  • Τραυματισμός στο κεφάλι
    Τα κορτικοστεροειδή δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό με τραυματισμό στο κεφάλι, καθώς πιθανότατα δεν θα ωφελήσουν ή μπορεί να προκαλέσουν βλάβη.
  • Σύνδρομο λύσης όγκου (TLS)
    Πληθυσμόςασθενείς με αιματολογικές κακοήθειες (μετά από χρήση μονοθεραπείας δεξαμεθαζόνης ή σε συνδυασμό με άλλους χημειοθεραπευτικούς παράγοντες), ασθενείς με υψηλό ρυθμό πολλαπλασιασμού, υψηλό φορτίο όγκου και υψηλή ευαισθησία σε κυτταροτοξικούς παράγοντες
    Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά και να λαμβάνεται η κατάλληλη προφύλαξη.
  • Διακοπή γλυκοκορτικοειδών
    Οι δόσεις γλυκοκορτικοειδών πρέπει να μειώνονται σταδιακά. Κίνδυνοι: Επιδείνωση ή επανεμφάνιση της υποκείμενης νόζου, οξεία επινεφριδιακή ανεπάρκεια, σύνδρομο στέρησης κορτικοστεροειδών (πυρετός, μυϊκός πόνος και αρθραλγία, ρινίτιδα, απώλεια βάρους, κνησμός στο δέρμα και επιπεφυκίτιδα).
  • Ιογενείς ασθένειες (ανεμοβλογιά, ιλαρά)
    Πληθυσμόςασθενείς που έλαβαν θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή, παιδιά και ανοσοκατεσταλμένα άτομα χωρίς προηγούμενη λοίμωξη από ανεμοβλογιά ή ιλαρά
    Μπορεί να είναι πολύ σοβαρές. Εάν τα παιδιά και ανοσοκατεσταλμένα άτομα έρθουν σε επαφή με μολυσμένα άτομα, θα πρέπει να λάβουν προληπτική θεραπεία εάν είναι απαραίτητο.
  • Κρίση φαιοχρωμοκυττώματος
    Πληθυσμόςασθενείς με πιθανολογούμενο ή ταυτοποιημένο φαιοχρωμοκύττωμα
    Κορτικοστεροειδή θα πρέπει να χορηγούνται μόνο μετά από κατάλληλη αξιολόγηση της σχέσης οφέλους/κινδύνου.
  • Αναστολή ανάπτυξης
    Πληθυσμόςβρέφη, παιδιά και έφηβοι
    Τα κορτικοστεροειδή προκαλούν μια δοσοεξαρτώμενη αναστολή της ανάπτυξης, καθώς μπορεί να προκαλέσουν πρόωρο κλείσιμο των επιφύσεων, το οποίο μπορεί να είναι μη αναστρέψιμο. Κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας με δεξαμεθαζόνη, η ένδειξη πρέπει να παρουσιάζεται πολύ έντονα.
  • Νευροαναπτυξιακές ανεπιθύμητες ενέργειες
    Πληθυσμόςπρόωρα βρέφη με χρόνια πνευμονική νόσο σε δόσεις έναρξης 0,25 mg/kg δύο φορές ημερησίως
    Τα διαθέσιμα στοιχεία υποδεικνύουν μακροχρόνιες νευροαναπτυξιακές ανεπιθύμητες ενέργειες μετά την πρώιμη έναρξη της θεραπείας (<96 ώρες).
  • Ανεπιθύμητες ενέργειες συστηματικών κορτικοστεροειδών
    Πληθυσμόςασθενείς προχωρημένης ηλικίας
    Μπορεί να έχουν σοβαρές συνέπειες (οστεοπόρωση, υπέρταση, υποκαλιαιμία, διαβήτης, ευαισθησία σε λοίμωξη και ατροφία του δέρματος). Απαιτείται στενή κλινική παρακολούθηση για την αποφυγή απειλητικών για τη ζωή αντιδράσεων.
  • Επίδραση σε δοκιμασίες αλλεργίας
    Τα γλυκοκορτικοειδή μπορούν να καταστείλουν την αντίδραση του δέρματος σε δοκιμασίες για αλλεργία.
  • Επίδραση σε δοκιμή νιτροκυανού του τετραζολίου
    Μπορούν να επηρεάσουν τη δοκιμή νιτροκυανού του τετραζολίου για βακτηριακές λοιμώξεις και να προκαλέσουν ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα.
  • Έλεγχος ντόπινγκ
    Ο έλεγχος ντόπινγκ κατά τη λήψη δεξαμεθαζόνης μπορεί να οδηγήσει σε θετικά αποτελέσματα.
  • Δυσανεξία στη λακτόζη
    Πληθυσμόςασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης
    Δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
  • Περιεκτικότητα σε νάτριο
swap_horiz
SPC-DEXAMEZONE

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • ΜΣΑΦ
    παρακολούθηση
    Αύξηση της συχνότητας και/ή της σοβαρότητας των γαστρικών ελκών
    ΣύστασηΟι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται.
  • Ακετυλοσαλικυλικό οξύ (σε υποπροθρομβιναιμία)
    προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος τοξικότητας σαλικυλικού οξέος μετά τη διακοπή των στεροειδών λόγω μειωμένης νεφρικής κάθαρσης σαλικυλικών
    ΣύστασηΧρήση με προσοχή. Η δοσολογία των σαλικυλικών μπορεί να μειωθεί μόλις διακοπούν τα στεροειδή.
  • Αντιδιαβητικοί παράγοντες (ινσουλίνη, σουλφονυλουρία, μετφορμίνη)
    παρακολούθηση
    Μείωση της αντιδιαβητικής επίδρασης, πιθανή υπεργλυκαιμία και διαβητική κετοξέωση
    ΣύστασηΣυχνότερες εξετάσεις αίματος και ούρων σε διαβητικούς.
  • Ακεταζολαμίδη, διουρητικά της αγκύλης, θειαζιδικά διουρητικά, κάλιο-ουρητικά, αμφοτερικίνη Β (ενέσιμη), (γλυκοαλατο)κορτικοστεροειδή, τετρακοζακτίδη, καθαρτικά
    παρακολούθηση
    Αυξημένη υποκαλιαιμική επίδραση, αυξημένος κίνδυνος καρδιακών αρρυθμιών και τοξικότητας καρδιακών γλυκοσιδών
    ΣύστασηΗ υποκαλιαιμία πρέπει να διορθωθεί πριν τη θεραπεία. Παρακολούθηση ηλεκτρολυτών και ΗΚΓ. Αναφορές για καρδιακή διόγκωση/ανεπάρκεια με αμφοτερικίνη Β.
  • Αύξηση του κινδύνου υποκαλιαιμίας
  • Αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας και καρδιομυοπαθειών
  • Αναστολείς ΜΕΑ
    προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος διαταραχών του αίματος
  • Αντιυπερτασικά φάρμακα
    προσοχή
    Μείωση της αποτελεσματικότητας των αντιυπερτασικών φαρμάκων
    ΣύστασηΗ δόση της αντιυπερτασικής θεραπείας μπορεί να χρειαστεί προσαρμογή.
  • προσοχή
    Κίνδυνος τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης
    ΣύστασηΜεγάλη προσοχή κατά τη συγχορήγηση.
  • Ζώντα εμβόλια
    αντένδειξη
    Πιθανότητα ιογενούς λοίμωξης, μειωμένη επίδραση εμβολιασμού
    ΣύστασηΟ εμβολιασμός πρέπει να αναβληθεί για τουλάχιστον 3 μήνες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας.
  • Άλλοι τύποι ανοσοποίησης
    προσοχή
    Κίνδυνος νευρολογικών επιπλοκών, μειωμένη ή απουσία αύξησης των τίτλων αντισωμάτων
  • Αναστολείς χολινεστεράσης
    προσοχή
    Σοβαρή μυϊκή αδυναμία σε ασθενείς με μυασθένεια gravis
    ΣύστασηΕάν είναι δυνατόν, οι αναστολείς της χολινεστεράσης πρέπει να διακόπτονται τουλάχιστον 24 ώρες πριν από την έναρξη της θεραπείας με κορτικοστεροειδή.
  • Φθοροκινολόνες
    προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος τενοντίτιδας και ρήξης τένοντα
  • Αναστολείς του CYP3A (π.χ. κομπικιστάτη)
    προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος συστηματικών παρενεργειών των κορτικοστεροειδών
    ΣύστασηΟ συνδυασμός πρέπει να αποφεύγεται εκτός εάν το όφελος υπερτερεί. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για συστηματικές παρενέργειες.
  • Επαγωγείς του CYP3A4 (εφεδρίνη, βαρβιτουρικά, ριφαμπουτίνη, ριφαμπικίνη, φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη)
    προσοχή
    Μειωμένες συγκεντρώσεις δεξαμεθαζόνης στο πλάσμα
    ΣύστασηΗ δόση της δεξαμεθαζόνης πρέπει να αυξηθεί.
  • Αμινογλουτεθυμίδη
    προσοχή
    Επιτάχυνση της μείωσης της δεξαμεθαζόνης και μείωση της αποτελεσματικότητάς της
    ΣύστασηΗ δοσολογία της δεξαμεθαζόνης πρέπει να προσαρμόζεται.
  • Ρητίνες χολικού οξέος (π.χ. χολεστυραμίνη)
    προσοχή
    Μείωση της απορρόφησης της δεξαμεθαζόνης
  • Γαστρεντερικά φάρμακα με τοπική εφαρμογή, αντιόξινα, ενεργός άνθρακας
    προσοχή
    Μειωμένη απορρόφηση γλυκοκορτικοειδών
    ΣύστασηΗ χορήγηση πρέπει να αναβληθεί (διάστημα τουλάχιστον δύο ωρών).
  • Αναστολείς του CYP3A4 (αντιμυκητιασικά αζόλης, αναστολείς πρωτεάσης HIV, μακρολιδικά αντιβιοτικά)
    προσοχή
    Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα και μειωμένη κάθαρση της δεξαμεθαζόνης
    ΣύστασηΗ δόση δεξαμεθαζόνης πρέπει να μειωθεί.
  • προσοχή
    Αύξηση συγκέντρωσης δεξαμεθαζόνης στο πλάσμα, καταστολή σύνθεσης κορτικοστεροειδών επινεφριδίων και πιθανή ανεπάρκεια επινεφριδίων
  • Οιστρογόνα (συμπεριλαμβανομένων των από του στόματος αντισυλληπτικών)
    προσοχή
    Αναστολή μεταβολισμού ορισμένων κορτικοστεροειδών, ενίσχυση της επίδρασής τους
  • Αντιμυκοβακτηριδιακά (ισονιαζίδη)
    παρακολούθηση
    Μείωση των συγκεντρώσεων ισονιαζίδης στο πλάσμα
    ΣύστασηΟι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
  • προσοχή
    Αυξημένη επίδραση και των δύο ουσιών, αυξημένος κίνδυνος εγκεφαλικών κρίσεων
  • Πραζικουαντέλη
    προσοχή
    Μειωμένες συγκεντρώσεις πραζικουαντέλης στο πλάσμα, κίνδυνος αποτυχίας της θεραπείας
  • Από του στόματος αντιπηκτικά (κουμαρίνη)
    παρακολούθηση
    Ενίσχυση ή αποδυνάμωση της αντιπηκτικής επίδρασης, κίνδυνος αιμορραγίας
    ΣύστασηΟι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά (έλεγχοι την ημέρα 8, στη συνέχεια κάθε δύο εβδομάδες κατά τη διάρκεια και μετά τη θεραπεία).
  • Ατροπίνη, άλλα αντιχολινεργικά
    προσοχή
    Αυξήσεις στην ενδοφθάλμια πίεση
  • Μη αποπολωτικά μυοχαλαρωτικά
    προσοχή
    Παράταση του αποτελέσματος χαλάρωσης των μυών
  • Μείωση της επίδρασης της αυξητικής ορμόνης
  • προσοχή
    Μειωμένη αύξηση της TSH
sick
SPC-DEXAMEZONE

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
  • Αυξημένη ευαισθησία ή έξαρση (λανθανουσών) λοιμώξεων (σηψαιμία, φυματίωση, οφθαλμικές λοιμώξεις, ανεμοβλογιά, ιλαρά, μυκητιασικές και ιογενείς λοιμώξεις) με συγκάλυψη των κλινικών συμπτωμάτων
Λοιμώξεις
  • Ευκαιριακές λοιμώξεις
  • Καντιντίαση οισοφάγου
Αίμα
  • Λευκοκυττάρωση
  • Λεμφοπενία
  • Ηωσινοπενία
  • Πολυκυτταραιμία
  • Μη φυσιολογική πηκτικότητα
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (αναφυλαξία, ανοσοκαταστολή)
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
  • Καταστολή του άξονα "υποθάλαμος-υπόφυση-επινεφρίδια"
  • Επαγωγή του συνδρόμου Cushing (σεληνοειδές προσωπείο, ερυθραιμία, παχυσαρκία κορμού)
  • Δευτερογενής ανεπάρκεια των επινεφριδίων και της υπόφυσης (ιδιαίτερα σε κατάσταση στρες)
Ενδοκρινικό
  • Καταστολή ανάπτυξης
  • Πρόωρη σύγκλειση επιφύσεων
Αναπαραγωγικό
  • Ανωμαλία εμμήνου ρύσεως
  • Αμηνόρροια
  • Ανικανότητα
Δέρμα
  • Υπερτρίχωση
  • Δερματική ατροφία
  • Τελαγγειεκτασία
  • Ραγάδες
  • Ερύθημα
  • Ακμή από στεροειδή
  • Πετέχειες
  • Εκχύμωση
  • Αλλεργική δερματίτιδα
  • Κνίδωση
  • Αγγειονευρωτικό οίδημα
  • Λέπτυνση τριχών
  • Διαταραχή χρώσης
  • Περιστοματική δερματίτιδα
  • Υπεριδρωσία
  • Τάση προς εκχυμώσεις
Μεταβολισμός
  • Αύξηση βάρους
  • Αρνητικό ισοζύγιο πρωτεϊνών
  • Αρνητικό ισοζύγιο ασβεστίου
  • Αυξημένη όρεξη
  • Κατακράτηση νατρίου και υγρών
  • Υποκαλιαιμική αλκάλωση
  • Εκδήλωση λανθάνοντος σακχαρώδους διαβήτη
  • Μειωμένη ανοχή υδατανθράκων
  • Υπερχοληστερολαιμία
  • Υπερτριγλυκεριδαιμία
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
  • Απώλεια καλίου (διαταραχές καρδιακού ρυθμού)
Ψυχιατρικές
  • Ψυχολογική εξάρτηση
  • Κατάθλιψη
  • Αϋπνία
  • Επιδείνωση σχιζοφρένειας
Ψυχιατρικές διαταραχές
  • Ψυχικές διαταραχές (από ευφορία μέχρι ψύχωση)
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • Αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση με οίδημα της οπτικής θηλής στα παιδιά (εγκεφαλικός ψευδοόγκος) μετά από διακοπή της θεραπείας
Νευρικό
  • Εκδήλωση λανθάνουσας επιληψίας
  • Αυξημένοι σπασμοί
  • Ίλιγγος
  • Κεφαλαλγία
Οφθαλμικές
  • Αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση
  • Γλαύκωμα
  • Οίδημα οπτικής θηλής
  • Ατροφία κερατοειδούς
  • Ατροφία σκληρού χιτώνα
  • Αυξημένες οφθαλμικές λοιμώξεις
  • Επιδείνωση ελκών κερατοειδούς
  • Χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια
  • Θαμπή όραση
Οφθαλμικές διαταραχές
  • Καταρράκτης (με οπίσθια υποκάψια θολερότητα)
Καρδιά
  • Ρήξη καρδιακού μυός
  • Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
  • Καρδιακή ανεπάρκεια αντιστάθμισης
Αγγειακές
  • Υπέρταση
  • Αγγειίτιδα
  • Αυξημένη ευθραυστότητα τριχοειδών
Αγγειακές διαταραχές
  • Αυξημένη αρτηριοσκλήρυνση και κίνδυνος θρόμβωσης/θρομβοεμβολής
Αναπνευστικό
  • Λόξυγκας
Γαστρεντερικό
  • Δυσπεψία
  • Διάταση κοιλίας
  • Διάτρηση γαστρικού έλκους
  • Αιμορραγία γαστρικού έλκους
  • Οξεία παγκρεατίτιδα
  • Ελκώδης οισοφαγίτιδα
  • Μετεωρισμός
  • Ναυτία
  • Έμετος
Μυοσκελετικό
  • Οστεοπόρωση
  • Κάταγμα σπονδυλικής στήλης
  • Κάταγμα μακρών οστών
  • Άσηπτη νέκρωση μηριαίων οστών
  • Άσηπτη νέκρωση βραχιόνιων οστών
  • Ρήξη τένοντα
  • Μυοπάθεια των εγγύς μυών
  • Μυϊκή αδυναμία
  • Απώλεια μυϊκής μάζας
Ανοσοποιητικό
  • Μειωμένη απόκριση στον εμβολιασμό
  • Μειωμένη απόκριση στα δερματικά τεστ
Γενικές
  • Καθυστερημένη επούλωση πληγών
  • Δυσφορία
  • Αίσθημα κακουχίας
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Σύνδρομο στέρησης από στεροειδή (οξεία ανεπάρκεια επινεφριδίων, υπόταση, θάνατος, πυρετός, μυαλγία, αρθραλγία, ρινίτιδα, επιπεφυκίτιδα, επώδυνα κνησμώδη δερματικά οζίδια, απώλεια βάρους)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Άσηπτη νέκρωση βραχιόνιων οστών
    Μυοσκελετικό
    Μη γνωστές
  • Άσηπτη νέκρωση μηριαίων οστών
    Μυοσκελετικό
    Μη γνωστές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Ίλιγγος
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Αίσθημα κακουχίας
    Γενικές
    Μη γνωστές
  • Αγγειίτιδα
    Αγγειακές
    Μη γνωστές
  • Αγγειονευρωτικό οίδημα
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Αιμορραγία γαστρικού έλκους
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Ακμή από στεροειδή
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Αλλεργική δερματίτιδα
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Αμηνόρροια
    Αναπαραγωγικό
    Μη γνωστές
  • Ανικανότητα
    Αναπαραγωγικό
    Μη γνωστές
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (αναφυλαξία, ανοσοκαταστολή)
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Μη γνωστές
  • Ανωμαλία εμμήνου ρύσεως
    Αναπαραγωγικό
    Μη γνωστές
  • Απώλεια καλίου (διαταραχές καρδιακού ρυθμού)
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Μη γνωστές
  • Απώλεια μυϊκής μάζας
    Μυοσκελετικό
    Μη γνωστές
  • Αρνητικό ισοζύγιο ασβεστίου
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Αρνητικό ισοζύγιο πρωτεϊνών
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Ατροφία κερατοειδούς
    Οφθαλμικές
    Μη γνωστές
  • Ατροφία σκληρού χιτώνα
    Οφθαλμικές
    Μη γνωστές
  • Αυξημένες οφθαλμικές λοιμώξεις
    Οφθαλμικές
    Μη γνωστές
  • Αυξημένη αρτηριοσκλήρυνση και κίνδυνος θρόμβωσης/θρομβοεμβολής
    Αγγειακές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση με οίδημα της οπτικής θηλής στα παιδιά (εγκεφαλικός ψευδοόγκος) μετά από διακοπή της θεραπείας
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Μη γνωστές
  • Αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση
    Οφθαλμικές
    Μη γνωστές
  • Αυξημένη ευαισθησία ή έξαρση (λανθανουσών) λοιμώξεων (σηψαιμία, φυματίωση, οφθαλμικές λοιμώξεις, ανεμοβλογιά, ιλαρά, μυκητιασικές και ιογενείς λοιμώξεις) με συγκάλυψη των κλινικών συμπτωμάτων
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Μη γνωστές
  • Αυξημένη ευθραυστότητα τριχοειδών
    Αγγειακές
    Μη γνωστές
  • Αυξημένη όρεξη
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Αυξημένοι σπασμοί
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές
    Μη γνωστές
  • Αύξηση βάρους
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Γλαύκωμα
    Οφθαλμικές
    Μη γνωστές
  • Δερματική ατροφία
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Δευτερογενής ανεπάρκεια των επινεφριδίων και της υπόφυσης (ιδιαίτερα σε κατάσταση στρες)
    Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
    Μη γνωστές
  • Διάταση κοιλίας
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Διάτρηση γαστρικού έλκους
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Διαταραχή χρώσης
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Δυσπεψία
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Δυσφορία
    Γενικές
    Μη γνωστές
  • Εκδήλωση λανθάνοντος σακχαρώδους διαβήτη
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Εκδήλωση λανθάνουσας επιληψίας
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Εκχύμωση
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Ελκώδης οισοφαγίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Επαγωγή του συνδρόμου Cushing (σεληνοειδές προσωπείο, ερυθραιμία, παχυσαρκία κορμού)
    Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
    Μη γνωστές
  • Επιδείνωση ελκών κερατοειδούς
    Οφθαλμικές
    Μη γνωστές
  • Επιδείνωση σχιζοφρένειας
    Ψυχιατρικές
    Μη γνωστές
  • Ερύθημα
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Ευκαιριακές λοιμώξεις
    Λοιμώξεις
    Μη γνωστές
  • Ηωσινοπενία
    Αίμα
    Μη γνωστές
  • Θαμπή όραση
    Οφθαλμικές
    Μη γνωστές
  • Κάταγμα μακρών οστών
    Μυοσκελετικό
    Μη γνωστές
  • Κάταγμα σπονδυλικής στήλης
    Μυοσκελετικό
    Μη γνωστές
  • Καθυστερημένη επούλωση πληγών
    Γενικές
    Μη γνωστές
  • Καντιντίαση οισοφάγου
    Λοιμώξεις
    Μη γνωστές
  • Καρδιακή ανεπάρκεια αντιστάθμισης
    Καρδιά
    Μη γνωστές
  • Κατάθλιψη
    Ψυχιατρικές
    Μη γνωστές
  • Κατακράτηση νατρίου και υγρών
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Καταρράκτης (με οπίσθια υποκάψια θολερότητα)
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Καταστολή ανάπτυξης
    Ενδοκρινικό
    Μη γνωστές
  • Καταστολή του άξονα "υποθάλαμος-υπόφυση-επινεφρίδια"
    Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
    Μη γνωστές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Κνίδωση
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Λέπτυνση τριχών
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Λεμφοπενία
    Αίμα
    Μη γνωστές
  • Λευκοκυττάρωση
    Αίμα
    Μη γνωστές
  • Λόξυγκας
    Αναπνευστικό
    Μη γνωστές
  • Μειωμένη ανοχή υδατανθράκων
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Μειωμένη απόκριση στα δερματικά τεστ
    Ανοσοποιητικό
    Μη γνωστές
  • Μειωμένη απόκριση στον εμβολιασμό
    Ανοσοποιητικό
    Μη γνωστές
  • Μετεωρισμός
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Μη φυσιολογική πηκτικότητα
    Αίμα
    Μη γνωστές
  • Μυοπάθεια των εγγύς μυών
    Μυοσκελετικό
    Μη γνωστές
  • Μυϊκή αδυναμία
    Μυοσκελετικό
    Μη γνωστές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Οίδημα οπτικής θηλής
    Οφθαλμικές
    Μη γνωστές
  • Οξεία παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Οστεοπόρωση
    Μυοσκελετικό
    Μη γνωστές
  • Περιστοματική δερματίτιδα
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Πετέχειες
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Πολυκυτταραιμία
    Αίμα
    Μη γνωστές
  • Πρόωρη σύγκλειση επιφύσεων
    Ενδοκρινικό
    Μη γνωστές
  • Ρήξη καρδιακού μυός
    Καρδιά
    Μη γνωστές
  • Ρήξη τένοντα
    Μυοσκελετικό
    Μη γνωστές
  • Ραγάδες
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
    Καρδιά
    Μη γνωστές
  • Σύνδρομο στέρησης από στεροειδή (οξεία ανεπάρκεια επινεφριδίων, υπόταση, θάνατος, πυρετός, μυαλγία, αρθραλγία, ρινίτιδα, επιπεφυκίτιδα, επώδυνα κνησμώδη δερματικά οζίδια, απώλεια βάρους)
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Μη γνωστές
  • Τάση προς εκχυμώσεις
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Τελαγγειεκτασία
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Υπέρταση
    Αγγειακές
    Μη γνωστές
  • Υπεριδρωσία
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Υπερτρίχωση
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Υπερτριγλυκεριδαιμία
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Υπερχοληστερολαιμία
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Υποκαλιαιμική αλκάλωση
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια
    Οφθαλμικές
    Μη γνωστές
  • Ψυχικές διαταραχές (από ευφορία μέχρι ψύχωση)
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Ψυχολογική εξάρτηση
    Ψυχιατρικές
    Μη γνωστές
pregnant_woman
SPC-DEXAMEZONE

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή expand_more
  • Κύηση
    Η δεξαμεθαζόνη πρέπει να συνταγογραφείται κατά τη διάρκεια της κύησης, και ιδιαίτερα κατά το πρώτο τρίμηνο, μόνο εάν το όφελος υπερτερεί των κινδύνων για τη μητέρα και το παιδί.
    Η δεξαμεθαζόνη διαπερνά τον πλακούντα. Η χορήγηση κορτικοστεροειδών σε ζώα κατά την κύηση μπορεί να προκαλέσει ανωμαλίες στην ανάπτυξη του εμβρύου, όπως λυκόστομα, ενδομήτρια καθυστέρηση της ανάπτυξης και επιπτώσεις στην αύξηση και ανάπτυψη του εγκεφάλου. Δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι τα κορτικοστεροειδή οδηγούν σε αυξημένη συχνότητα εμφάνισης συγγενών ανωμαλιών, όπως λυκόστομα/λαγώχειλος στον άνθρωπο (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Η μακροχρόνια ή επαναλαμβανόμενη θεραπεία με κορτικοστεροειδή στην κύηση αυξάνει τον κίνδυνο επιβράδυνσης της ενδομήτριας ανάπτυξης. Σε νεογέννητα που εκτίθενται σε κορτικοστεροειδή κατά την προγεννητική περίοδο, υπάρχει αυξημένος κίνδυνος ανεπάρκειας των επινεφριδίων, που υπό κανονικές συνθήκες υποχωρεί αυτόματα μετά τη γέννηση και σπάνια είναι κλινικής σημασίας.
  • Γαλουχία
    Θα πρέπει να ληφθεί απόφαση σχετικά με το εάν θα συνεχιστεί/διακοπεί ο θηλασμός ή θα συνεχιστεί/διακοπεί η θεραπεία με δεξαμεθαζόνη λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού στο παιδί και το όφελος της θεραπείας με δεξαμεθαζόνη για τη μητέρα.
    Τα γλυκοκορτικοειδή απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Δεν υπάρχουν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με την απέκκριση της δεξαμεθαζόνης στο ανθρώπινο γάλα. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος για τα νεογέννητα/βρέφη. Βρέφη μητέρων που λαμβάνουν υψηλές δόσεις συστηματικών κορτικοστεροειδών για παρατεταμένες περιόδους μπορεί να έχουν κάποιο βαθμό καταστολής των επινεφριδίων.
  • Γονιμότητα
    Η δεξαμεθαζόνη μειώνει τη βιοσύνθεση της τεστοστερόνης και την ενδογενή έκκριση ACTH που επηρεάζει τη σπερματογένεση και τον κύκλο των ωοθηκών.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Η δεξαμεθαζόνη είναι ένας αγωνιστής των γλυκοκορτικοειδών. Η ελεύθερη δεξαμεθαζόνη διαπερνά τις κυτταρικές μεμβράνες και δεσμεύεται με υψηλή συγγένεια σε ειδικούς κυτταροπλασματικούς υποδοχείς γλυκοκορτικοειδών. Αυτό το σύμπλοκο δεσμεύεται σε στοιχεία DNA…
monitor_heart
SPC-DEXAMEZONE

Φαρμακοδυναμική

expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Κορτικοστεροειδή για συστηματική χρήση, γλυκοκορτικοειδή, κωδικός ATC: H02AB02 ### Μηχανισμός δράσης Η δεξαμεθαζόνη είναι ένα πολύ ισχυρό και μακράς διαρκείας δράσης γλυκοκορτικοειδές με αμελητέες ιδιότητες κατακράτησης…

biotech
SPC-DEXAMEZONE

Φαρμακοκινητική

expand_more

Απορρόφηση και κατανομή Η δεξαμεθαζόνη απορροφάται καλά όταν χορηγείται από το στόμα. Τα ανώτατα επίπεδα στο πλάσμα επιτυγχάνονται μεταξύ 1 και 2 ωρών μετά την κατάποση και εμφανίζουν ευρείες διακυμάνσεις από άτομο σε άτομο. Ο μέσος χρόνος ημιζωής στο…

hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Η δεξαμεθαζόνη υφίσταται 6-υδροξυλίωση από το CYP3A4 σε 6α- και 6β-υδροξυδεξαμεθαζόνη. Η δεξαμεθαζόνη μεταβολίζεται αναστρέψιμα σε 11-δεϋδροδεξαμεθαζόνη από την ισοένζυμο 2 της στεροειδικής 11-β-δεϋδρογενάσης και μπορεί επίσης να μετατραπεί πίσω σε…
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Οδός απέκκρισης:

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Κάλιο ορού (K⁺) scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά
stethoscope

Κλινική εξέταση & ζωτικά

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Αρτηριακή πίεση monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία Τακτικά Υψηλότερες δόσεις ή δύσκολα ρυθμιζόμενη υπέρταση
Έλεγχος όρασης visibilityΟφθαλμολογικός έλεγχος Τακτικά (ανά διαστήματα τριών μηνών) Κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας με δεξαμεθαζόνη
Ρυθμός ανάπτυξης monitor_weightΣωματομετρικά (βάρος/ΔΜΣ) Τακτικά Παιδιά κατά τη μακροχρόνια θεραπεία με δεξαμεθαζόνη
Γενική ιατρική εξέταση stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) Τακτικά (ανά διαστήματα τριών μηνών) Κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας με δεξαμεθαζόνη
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-DEXAMEZONE
expand_more

Η συνήθης δοσολογία της δεξαμεθαζόνης κυμαίνεται από 0,5 mg έως 10 mg ημερησίως, ανάλογα με την υπό θεραπεία νόσο. Στις πιο σοβαρές νόσους, ενδέχεται να απαιτούνται δόσεις μεγαλύτερες από 10 mg ημερησίως. Η δοσολογία θα πρέπει να τιτλοποιείται συναρτήσει της απόκρισης του κάθε ασθενούς και της σοβαρότητας της νόσου. Προκειμένου να ελαχιστοποιηθούν οι ανεπιθύμητες ενέργειες, θα πρέπει να χρησιμοποιείται η ελάχιστη δυνατή αποτελεσματική δοσολογία. Εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στη συνταγογράφηση, ισχύουν οι ακόλουθες συστάσεις δοσολογίας: Οι παρακάτω δοσολογικές συστάσεις δίνονται μόνο για καθοδήγηση. Οι αρχικές και ημερήσιες δόσεις πρέπει πάντα να καθορίζονται συναρτήσει της απόκρισης του κάθε ασθενούς και της σοβαρότητας της νόσου.

  • Εγκεφαλικό οίδημα: Αρχική δόση και διάρκεια θεραπείας ανάλογα με την αιτία και τη σοβαρότητα, 6-16 mg (έως 24 mg)/ημέρα από το στόμα, διηρημένη σε 3-4 μεμονωμένες δόσεις.
  • Οξύ άσθμα:
    • Ενήλικες: 16 mg/ημέρα για δύο ημέρες.
    • Παιδιά: 0,6 mg/kg σωματικού βάρους για μία ή δύο ημέρες.
  • Ψευδομεμβρανώδης λαρυγγίτιδα: Παιδιά: 0,15 mg/kg - 0,6 mg/kg εφάπαξ.
  • Οξείες δερματικές παθήσεις: Ανάλογα με τη φύση και την έκταση της νόσου ημερήσιες δόσεις 8-40 mg, σε ορισμένες περιπτώσεις έως και 100 mg, οι οποίες πρέπει να ακολουθούνται από προοδευτική μείωση της δοσολογίας σύμφωνα με την κλινική ανάγκη.
  • Ενεργή φάση διαταραχών του ρευματικού συστήματος:
    • Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος: 6 - 16 mg/ημέρα.
    • Ενεργός ρευματοειδής αρθρίτιδα με σοβαρή εξελισσόμενη πορεία: ταχεία εξέλιξη καταστροφικών μορφών 12-16 mg/ημέρα, με εξω-αρθρικές εκδηλώσεις 6-12 mg/ημέρα.
  • Ιδιοπαθής θρομβοπενική πορφύρα: 40 mg για 4 ημέρες σε κύκλους.
  • Φυματιώδης μηνιγγίτιδα:
    • Οι ασθενείς με νόσο σταδίου II ή III έλαβαν, ενδοφλέβια θεραπεία για τέσσερις εβδομάδες (0,4 mg ανά χιλιόγραμμο ανά ημέρα για την εβδομάδα 1, 0,3 mg ανά χιλιόγραμμο ανά ημέρα για την εβδομάδα 2, 0,2 mg ανά χιλιόγραμμο ανά ημέρα για την εβδομάδα 3 και 0,1 mg ανά χιλιόγραμμο ημέρα για την εβδομάδα 4) και στη συνέχεια, από του στόματος θεραπεία για τέσσερις εβδομάδες, ξεκινώντας συνολικά από 4 mg την ημέρα και μειώνοντας κατά 1 mg κάθε εβδομάδα.
    • Οι ασθενείς με νόσο σταδίου Ι έλαβαν δύο εβδομάδες ενδοφλέβιας θεραπείας (0,3 mg ανά χιλιόγραμμο ανά ημέρα για την εβδομάδα 1 και 0,2 mg ανά χιλιόγραμμο ανά ημέρα για την εβδομάδα 2) και στη συνέχεια τέσσερις εβδομάδες από του στόματος θεραπεία (0,1 mg ανά χιλιόγραμμο ανά ημέρα για την εβδομάδα 3, και στη συνέχεια συνολικά 3 mg ημερησίως, μειώνοντας κατά 1 mg κάθε εβδομάδα).
  • Παρηγορητική θεραπεία νεοπλασματικών παθήσεων: Αρχική δόση και διάρκεια της θεραπείας ανάλογα με την αιτία και τη σοβαρότητα, 3-20 mg/ημέρα. Πολύ υψηλές δόσεις έως 96 mg μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν για παρηγορητική θεραπεία. Για βέλτιστη δοσολογία και μείωση του αριθμού των δισκίων μπορεί να χρησιμοποιηθεί ο συνδυασμός χαμηλότερων δόσεων (4 και 8 mg) και υψηλότερων δόσεων (20 mg).
  • Προφύλαξη και θεραπεία εμέτου που προκαλείται από κυτταροστατικά, εμετογόνο χημειοθεραπεία στο πλαίσιο αντιεμετικής θεραπείας: 8-20 mg δεξαμεθαζόνης πριν από τη χημειοθεραπεία και μετά 4-16 mg/ημέρα την ημέρα 2 και 3.
  • Πρόληψη και θεραπεία μετεγχειρητικού εμέτου, στο πλαίσιο της αντιεμετικής θεραπείας: εφάπαξ δόση 8 mg πριν από τη χειρουργική επέμβαση.
  • Θεραπεία του συμπτωματικού πολλαπλού μυελώματος, της οξείας λεμφοκυτταρικής λευχαιμίας, της οξείας λεμφοβλαστικής λευχαιμίας, της νόσου Hodgkin και μη Hodgkin λεμφώματος σε συνδυασμό με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα: η συνήθης δοσολογία είναι 40 mg ή 20 mg μία φορά την ημέρα.

Η δόση και η συχνότητα χορήγησης ποικίλλει ανάλογα με το θεραπευτικό πρωτόκολλο και την αντίστοιχη θεραπεία. Η χορήγηση δεξαμεθαζόνης πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με τις οδηγίες χορήγησης της δεξαμεθαζόνης όπως αυτές περιγράφονται στην Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος για τις σχετιζόμενες με αυτή θεραπείες. Σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό, πρέπει να τηρούνται τα θεραπευτικά πρωτόκολλα και οι κατευθυντήριες οδηγίες που ισχύουν σε τοπικό ή διεθνές επίπεδο. Οι συνταγογράφοι γιατροί πρέπει να αξιολογούν προσεκτικά τη δόση δεξαμεθαζόνης που θα χρησιμοποιήσουν, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση του ασθενούς και την κατάσταση της νόσου.

Νεφρική δυσλειτουργία

Οι ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση μπορεί να παρουσιάσουν αυξημένη κάθαρση του φαρμάκου μέσω του διαλύματος διύλισης και συνεπώς απαιτούν προσαρμογή της δόσης στεροειδών.

Ηπατική δυσλειτουργία

Σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική νόσο μπορεί να χρειαστεί προσαρμογή της δόσης. Σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, οι βιολογικές επιδράσεις της δεξαμεθαζόνης μπορεί να ενισχυθούν λόγω του βραδύτερου μεταβολισμού της (παρατεταμένος χρόνος ημιζωής στο πλάσμα) και της υπολευκωματιναιμίας (αυξημένα επίπεδα ελεύθερου φαρμάκου στο πλάσμα), τα οποία μπορεί επίσης να προκαλέσουν περισσότερες παρενέργειες.

Ηλικιωμένοι

Η θεραπεία ηλικιωμένων ασθενών, ιδιαίτερα εάν είναι μακροχρόνια, θα πρέπει να προγραμματίζεται λαμβάνοντας υπόψη τις πιο σοβαρές συνέπειες των συχνών ανεπιθύμητων ενεργειών των κορτικοστεροειδών στους ηλικιωμένους (οστεοπόρωση, σακχαρώδης διαβήτης, υπέρταση, μειωμένη ανοσία, ψυχολογικές αλλαγές). Σε αυτούς τους ασθενείς, οι συγκεντρώσεις της δεξαμεθαζόνης στο πλάσμα μπορεί να είναι υψηλότερες και η απέκκριση της να είναι πιο αργή από ότι στους νεότερους ασθενείς, επομένως η δόση της θα πρέπει να μειωθεί ανάλογα.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η αποβολή της δεξαμεθαζόνης είναι περίπου ίση σε παιδιά και ενήλικες εάν η δοσολογία προσαρμοστεί στο σωματικό τους βάρος. Η δοσολογία πρέπει να προγραμματίζεται έχοντας κατά νου πιθανές επιπτώσεις στην αύξηση και ανάπτυξη και για σημεία καταστολής των επινεφριδίων.

Μακροχρόνια θεραπεία

Για τη μακροχρόνια θεραπεία διαφόρων καταστάσεων, μετά την αρχική θεραπεία, η θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή πρέπει να αλλάξει από δεξαμεθαζόνη σε πρεδνιζόνη/πρεδνιζολόνη για να μειωθεί η καταστολή στη λειτουργία του φλοιού των επινεφριδίων.

Διακοπή της θεραπείας

Οξεία φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκεια μπορεί να συμβεί μετά από απότομη διακοπή της μακροχρόνιας θεραπείας με μεγάλες δόσεις γλυκοκορτικοειδών. Επομένως, οι δόσεις γλυκοκορτικοειδών θα πρέπει να μειώνονται σταδιακά σε τέτοιες περιπτώσεις και η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται σταδιακά (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις).

Τρόπος χορήγησης

Η δεξαμεθαζόνη πρέπει να λαμβάνεται με ή μετά το φαγητό για να ελαχιστοποιείται ο ερεθισμός στο γαστρεντερικό σωλήνα. Τα ποτά που περιέχουν αλκοόλ ή καφεΐνη πρέπει να αποφεύγονται. Το Dexamezone έχει τη μορφή δισκίων των 4 mg, των 8 mg και των 20 mg. Τα δισκία των 20 mg μπορούν να κοπούν σε δύο ίσα μέρη δίδοντας με αυτό τον τρόπο την επιπλέον περιεκτικότητα των 10 mg και να διευκολύνουν τον ασθενή να καταπιεί το δισκίο. Όταν η μέρα παρά μέρα θεραπεία δεν είναι δυνατή, ολόκληρη η ημερήσια δόση του γλυκοκορτικοειδούς μπορεί συνήθως να χορηγηθεί ως εφάπαξ πρωινή δόση. Ωστόσο, σε ορισμένους ασθενείς μπορεί να απαιτείται η διαίρεση της ημερήσιας δόσης γλυκοκορτικοειδών. Για δοσολογία που δεν μπορεί να επιτευχθεί με αυτές τις περιεκτικότητες, άλλα φαρμακευτικά προϊόντα διατίθενται στην αγορά.

block

Αντενδείξεις

SPC-DEXAMEZONE
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
  • Συστηματική λοίμωξη εκτός εάν χρησιμοποιείται ειδική θεραπεία κατά της λοίμωξης.
  • Έλκος στομάχου ή έλκος δωδεκαδακτύλου.
  • Ο εμβολιασμός με ζώντα εμβόλια κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μεγάλες θεραπευτικές δόσεις δεξαμεθαζόνης (και άλλων κορτικοστεροειδών) αντενδείκνυται λόγω της πιθανότητας ιογενούς λοίμωξης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις).
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-DEXAMEZONE
expand_more

Φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκεια

Η φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκεια, η οποία προκαλείται από τη θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή, μπορεί, ανάλογα με τη δόση και τη διάρκεια της θεραπείας, να παραμείνει για πολλούς μήνες και, σε ορισμένες περιπτώσεις περισσότερο από ένα χρόνο, μετά τη διακοπή της θεραπείας. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με δεξαμεθαζόνη για συγκεκριμένες σωματικές στρεσογόνες καταστάσεις (τραύμα, χειρουργική επέμβαση, τοκετός κλπ), μπορεί να απαιτείται προσωρινή αύξηση της δόσης. Λόγω του πιθανού κινδύνου σε στρεσογόνες καταστάσεις, θα πρέπει να διατίθεται ταυτότητα χρήσης κορτικοστεροειδών για ασθενείς που υποβάλλονται σε μακροχρόνια θεραπεία. Ακόμη και σε περιπτώσεις παρατεταμένης φλοιοεπινεφριδιακής ανεπάρκειας μετά τη διακοπή της θεραπείας, η χορήγηση γλυκοκορτικοειδών μπορεί να είναι απαραίτητη σε σωματικές στρεσογόνες καταστάσεις. Η οξεία φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκεια που επάγεται από την θεραπεία μπορεί να ελαχιστοποιηθεί με αργή μείωση της δόσης έως τον προγραμματισμένο χρόνο διακοπής.

Η θεραπεία με δεξαμεθαζόνη πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση των ισχυρότερων ενδείξεων και, εάν είναι απαραίτητο, να χορηγείται πρόσθετη στοχευμένη θεραπεία κατά των λοιμώξεων για τις ακόλουθες ασθένειες:

  • Οξείες ιογενείς λοιμώξεις (έρπης ζωστήρας, απλός έρπης, ανεμοβλογιά, ερπητική κερατίτιδα).
  • Χρόνια ενεργός ηπατίτιδα HBsAg-θετική.
  • Περίπου 8 εβδομάδες πριν έως 2 εβδομάδες μετά τους εμβολιασμούς με εμβόλια με ζώντες μικροοργανισμούς (βλ. Αντενδείξεις και Αλληλεπιδράσεις).
  • Συστηματικές μυκητιάσεις και παρασιτώσεις (π.χ. Νηματώδεις).
  • Πολιομυελίτιδα.
  • Λεμφαδενίτιδα μετά από εμβολιασμό BCG.
  • Οξείες και χρόνιες βακτηριακές λοιμώξεις.
  • Με ιστορικό φυματίωσης (κίνδυνος επανενεργοποίησης) χρησιμοποιήστε μόνο αφού έχει ληφθεί μέριμνα για την προστασία από φυματίωση.
  • Γνωστή ή υποψία Στρογγυλοειδίασης (επιμόλυνση νηματώδη σκώληκα). Η θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή μπορεί να οδηγήσει σε υπερλοίμωξη και μετάδοση του Strongyloides με εκτεταμένη μετανάστευση προνυμφών.

Επιπλέον, η θεραπεία με δεξαμεθαζόνη πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση ισχυρών ενδείξεων και, εάν είναι απαραίτητο, πρέπει να εφαρμόζεται πρόσθετη εξειδικευμένη θεραπεία για:

  • Έλκη του γαστρεντερικού σωλήνα.
  • Σοβαρή οστεοπόρωση (καθώς τα κορτικοστεροειδή έχουν αρνητική επίδραση στην ισορροπία ασβεστίου).
  • Δύσκολα ρυθμιζόμενη υψηλή αρτηριακή πίεση.
  • Δύσκολα ρυθμιζόμενο σακχαρώδη διαβήτη.
  • Ψυχιατρικές διαταραχές (συμπεριλαμβανομένου του ιστορικού).
  • Γλαύκωμα κλειστής γωνίας και γλαύκωμα ανοιχτής γωνίας.
  • Έλκη κερατοειδούς και τραυματισμούς κερατοειδούς.
  • Σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια.

Αναφυλακτική αντίδραση

Μπορεί να εμφανιστούν σοβαρές αναφυλακτικές αντιδράσεις.

Τενοντίτιδα

Ο κίνδυνος τενοντίτιδας και ρήξης τένοντα αυξάνεται σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα γλυκοκορτικοειδή και φθοροκινολόνες.

Μυασθένεια gravis

Η προϋπάρχουσα μυασθένεια gravis μπορεί αρχικά να επιδεινωθεί στην αρχή της θεραπείας με δεξαμεθαζόνη.

Οπτική διαταραχή

Μπορεί να αναφερθεί οπτική διαταραχή με συστηματική και τοπική χρήση κορτικοστεροειδών. Εάν ένας ασθενής εμφανίσει συμπτώματα όπως θολή όραση ή άλλες οπτικές διαταραχές, ο ασθενής θα πρέπει να παραπεμφθεί σε οφθαλμίατρο για αξιολόγηση πιθανών αιτιών που μπορεί να περιλαμβάνουν καταρράκτη, γλαύκωμα ή σπάνιες ασθένειες όπως κεντρική ορώδη χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια (CSCR) που έχουν αναφερθεί μετά τη χρήση συστηματικών και τοπικών κορτικοστεροειδών. Η παρατεταμένη χρήση κορτικοστεροειδών μπορεί να προκαλέσει οπίσθιο υποκάψιο καταρράκτη, γλαύκωμα με πιθανή βλάβη στο οπτικό νεύρο και μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο δευτερογενών οφθαλμικών λοιμώξεων λόγω μυκήτων ή ιών. Τα κορτικοστεροειδή πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με οφθαλμικό απλό έρπητα λόγω πιθανής διάτρησης του κερατοειδούς.

Διάτρηση του εντέρου

Λόγω του κινδύνου διάτρησης του εντέρου, η δεξαμεθαζόνη πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο υπό επείγουσα ένδειξη και υπό κατάλληλη παρακολούθηση για:

  • Σοβαρή ελκώδη κολίτιδα με απειλούμενη διάτρηση.
  • Εκκολπωματίτιδα.
  • Εντεροαναστόμωση (αμέσως μετεγχειρητικά). Σημεία περιτοναϊκού ερεθισμού μετά από διάτρηση του γαστρεντερικού σωλήνα μπορεί να απουσιάζουν σε ασθενείς που λαμβάνουν υψηλές δόσεις γλυκοκορτικοειδών.

Διαβήτης

Κατά τη χορήγηση δεξαμεθαζόνης σε διαβητικούς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μια μεγαλύτερη ανάγκη για ινσουλίνη ή από του στόματος αντιδιαβητικά.

Καρδιαγγειακές διαταραχές

Η τακτική παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης είναι απαραίτητη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με δεξαμεθαζόνη, ιδιαίτερα κατά τη χορήγηση υψηλότερων δόσεων και σε ασθενείς με δύσκολα ρυθμιζόμενη υψηλή αρτηριακή πίεση. Λόγω του κινδύνου επιδείνωσης, οι ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά. Μπορεί να εμφανιστεί βραδυκαρδία σε ασθενείς που έλαβαν υψηλές δόσεις δεξαμεθαζόνης. Πρέπει να δίδεται προσοχή κατά τη χρήση κορτικοστεροειδών σε ασθενείς με πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου καθώς έχει αναφερθεί ρήξη του μυοκαρδίου.

Λοιμώξεις

Η θεραπεία με δεξαμεθαζόνη μπορεί να αποκρύψει τα συμπτώματα μιας υπάρχουσας ή υπό εξέλιξη λοίμωξης καθιστώντας έτσι πιο δύσκολη τη διάγνωση. Η παρατεταμένη χρήση ακόμη και μικρών ποσοτήτων δεξαμεθαζόνης οδηγεί σε αυξημένο κίνδυνο λοίμωξης, ακόμη και από μικροοργανισμούς που διαφορετικά σπάνια προκαλούν λοιμώξεις (οι λεγόμενες ευκαιριακές λοιμώξεις).

Εμβολιασμός

Εμβολιασμός με αδρανοποιημένο εμβόλιο μπορεί πάντα να πραγματοποιηθεί. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι η ανοσολογική αντίδραση και συνεπώς η επιτυχία του εμβολιασμού, μπορεί να επηρεαστεί από υψηλότερες δόσεις κορτικοειδών. Κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας με δεξαμεθαζόνη συνιστώνται τακτικές γενικές ιατρικές εξετάσεις (συμπεριλαμβανομένου του ελέγχου όρασης ανά διαστήματα τριών μηνών).

Μεταβολικές διαταραχές

Σε υψηλές δόσεις, πρέπει να ελέγχονται η επαρκής πρόσληψη ασβεστίου και ο περιορισμός του νατρίου, όπως επίσης και τα επίπεδα καλίου στον ορό. Ανάλογα με τη διάρκεια και τη δοσολογία της θεραπείας, μπορεί να αναμένεται αρνητική επίδραση επί του μεταβολισμού του ασβεστίου, ούτως ώστε να συνιστάται προφύλαξη από την οστεοπόρωση. Αυτό ισχύει, πάνω από όλα, για συνυπάρχοντες παράγοντες κινδύνου όπως η οικογενής προδιάθεση, η αυξημένη ηλικία, μετά την εμμηνόπαυση, η ανεπαρκής πρόσληψη πρωτεϊνών και ασβεστίου, το βαρύ κάπνισμα, η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, καθώς και η ανεπαρκής σωματική άσκηση. Η πρόληψη περιλαμβάνει την επαρκή πρόσληψη ασβεστίου και βιταμίνης D και τη σωματική δραστηριότητα. Πρόσθετη φαρμακευτική αγωγή πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην περίπτωση προϋπάρχουσας οστεοπόρωσης. Τα κορτικοστεροειδή πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με ημικρανία, καθώς τα κορτικοστεροειδή μπορεί να προκαλέσουν κατακράτηση υγρών.

Ψυχολογικές μεταβολές

Οι ψυχολογικές μεταβολές εκδηλώνονται με διάφορες μορφές, με πιο συνηθισμένη την ευφορία. Μπορεί επίσης να εμφανιστούν κατάθλιψη, ψυχωτικές αντιδράσεις και τάσεις αυτοκτονίας. Αυτές οι ασθένειες μπορεί να είναι σοβαρές. Συνήθως ξεκινούν μέσα σε λίγες ημέρες ή εβδομάδες από την έναρξη του φαρμάκου. Είναι πιο πιθανό να συμβούν σε υψηλές δόσεις. Τα περισσότερα από αυτά τα προβλήματα εξαφανίζονται εάν η δόση μειωθεί ή διακοπεί το φάρμακο. Ωστόσο, εάν εμφανιστούν τέτοια προβλήματα, μπορεί να χρειαστούν θεραπεία. Σε μερικές περιπτώσεις, ψυχιατρικές διαταραχές έχουν λάβει χώρα όταν οι δόσεις μειώνονται ή σταματούν.

Εγκεφαλικό οίδημα ή αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση

Τα κορτικοστεροειδή δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό με τραυματισμό στο κεφάλι, καθώς πιθανότατα δεν θα ωφελήσουν ή μπορεί να προκαλέσουν βλάβη.

Σύνδρομο λύσης όγκου

Σύμφωνα με την εμπειρία μετά την κυκλοφορία έχει αναφερθεί σύνδρομο λύσης όγκου (TLS) σε ασθενείς με αιματολογικές κακοήθειες μετά από τη χρήση μονοθεραπείας δεξαμεθαζόνης ή σε συνδυασμό με άλλους χημειοθεραπευτικούς παράγοντες. Ασθενείς με υψηλό κίνδυνο TLS, όπως ασθενείς με υψηλό ρυθμό πολλαπλασιασμού, υψηλό φορτίο όγκου και υψηλή ευαισθησία σε κυτταροτοξικούς παράγοντες, θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά και να λαμβάνεται η κατάλληλη προφύλαξη.

Διακοπή της θεραπείας

Οι δόσεις γλυκοκορτικοειδών πρέπει να μειώνονται σταδιακά. Οι ακόλουθοι κίνδυνοι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την προσωρινή διακοπή ή τη διακοπή της μακροχρόνιας χορήγησης γλυκοκορτικοειδών:

  • Επιδείνωση ή επανεμφάνιση της υποκείμενης νόσου, οξεία επινεφριδιακή ανεπάρκεια, σύνδρομο στέρησης κορτικοστεροειδών [το «σύνδρομο στέρησης» μπορεί να περιλαμβάνει πυρετό, μυϊκό πόνο και αρθραλγία, φλεγμονή στο εσωτερικό της μύτης (ρινίτιδα), απώλεια βάρους, κνησμό στο δέρμα και φλεγμονή του οφθαλμού (επιπεφυκίτιδα)].
  • Ορισμένες ιογενείς ασθένειες (ανεμοβλογιά, ιλαρά) σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή, μπορεί να είναι πολύ σοβαρές.
  • Παιδιά και ανοσοκατεσταλμένα άτομα χωρίς προηγούμενη λοίμωξη από ανεμοβλογιά ή ιλαρά διατρέχουν ιδιαίτερο κίνδυνο. Εάν αυτά τα άτομα έρθουν σε επαφή με άτομα που έχουν μολυνθεί από τον ιό της ιλαρά ή της ανεμοβλογιάς ενώ υποβάλλονται σε θεραπεία με δεξαμεθαζόνη, θα πρέπει να λάβουν προληπτική θεραπεία εάν είναι απαραίτητο.

Αλλα

Μετά τη χορήγηση συστηματικών κορτικοστεροειδών έχει αναφερθεί κρίση φαιοχρωμοκυττώματος, η οποία μπορεί να είναι θανατηφόρος. Κορτικοστεροειδή θα πρέπει να χορηγούνται σε ασθενείς με πιθανολογούμενο ή ταυτοποιημένο φαιοχρωμοκύττωμα μόνο μετά από κατάλληλη αξιολόγηση της σχέσης οφέλους/κινδύνου.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Τα κορτικοστεροειδή προκαλούν μια δοσοεξαρτώμενη αναστολή της ανάπτυξης κατά τη βρεφική, παιδική και εφηβική ηλικία, καθώς τα κορτικοστεροειδή μπορεί να προκαλέσουν πρόωρο κλείσιμο των επιφύσεων, το οποίο μπορεί να είναι μη αναστρέψιμο. Επομένως, κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας με δεξαμεθαζόνη, η ένδειξη πρέπει να παρουσιάζεται πολύ έντονα στα παιδιά και ο ρυθμός ανάπτυξής τους πρέπει να ελέγχεται τακτικά. Τα διαθέσιμα στοιχεία υποδεικνύουν μακροχρόνιες νευροαναπτυξιακές ανεπιθύμητες ενέργειες μετά την πρώιμη έναρξη της θεραπείας (<96 ώρες) σε πρόωρα βρέφη με χρόνια πνευμονική νόσο σε δόσεις έναρξης 0,25 mg/kg δύο φορές ημερησίως.

Ηλικιωμένοι

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες των συστηματικών κορτικοστεροειδών μπορεί να έχουν σοβαρές συνέπειες ειδικά σε ασθενείς προχωρημένης ηλικίας, όπως οστεοπόρωση, υπέρταση, υποκαλιαιμία, διαβήτη, ευαισθησία σε λοίμωξη και ατροφία του δέρματος. Απαιτείται στενή κλινική παρακολούθηση για την αποφυγή απειλητικών για τη ζωή αντιδράσεων.

Επίδραση διαγνωστικών εξετάσεων

Τα γλυκοκορτικοειδή μπορούν να καταστείλουν την αντίδραση του δέρματος σε δοκιμασίες για αλλεργία. Μπορούν επίσης να επηρεάσουν τη δοκιμή νιτροκυανού του τετραζολίου για βακτηριακές λοιμώξεις και να προκαλέσουν ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα.

Σημείωση για το ντόπινγκ

Ο έλεγχος ντόπινγκ κατά τη λήψη δεξαμεθαζόνης μπορεί να οδηγήσει σε θετικά αποτελέσματα.

Δυσανεξία στη λακτόζη

Το Dexamezone περιέχει λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.

Νάτριο

Αυτό το φάρμακο περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δόση, είναι αυτό που ονομάζουμε ‘’ελεύθερο νατρίου’’.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-DEXAMEZONE
expand_more

Πριν από τη χρήση του Dexamezone σε συνδυασμό με οποιοδήποτε άλλο φαρμακευτικό προϊόν, πρέπει να λαμβάνετε υπόψη την Περίληψη των Χαρακτηριστικών του εν λόγω φαρμακευτικού προϊόντος.

Φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις

  • ΜΣΑΦ: Οι ασθενείς που λαμβάνουν ΜΣΑΦ πρέπει να παρακολουθούνται, καθώς τα ΜΣΑΦ μπορεί να αυξήσουν την συχνότητα και/ή τη σοβαρότητα των γαστρικών ελκών.
  • Ακετυλοσαλικυλικό οξύ (στην υποπροθρομβιναιμία): Πρέπει να χρησιμοποιείται προσεκτικά σε συνδυασμό με κορτικοστεροειδή. Η νεφρική κάθαρση των σαλικυλικών αυξάνεται από τα κορτικοστεροειδή. Η διακοπή των στεροειδών μπορεί να οδηγήσει σε δηλητηρίαση από σαλικυλικό λόγω της αύξησης της συγκέντρωσης σαλικυλικού στον ορό.
  • Αντιδιαβητικοί παράγοντες (όπως ινσουλίνη, σουλφονυλουρία, μετφορμίνη): Τα κορτικοστεροειδή μειώνουν την επίδρασή τους. Μπορεί να εμφανιστούν υπεργλυκαιμία και διαβητική κετοξέωση. Οι διαβητικοί πρέπει να υποβάλλονται σε συχνότερες εξετάσεις αίματος και ούρων.
  • Ακεταζολαμίδη, διουρητικά της αγκύλης, θειαζιδικά διουρητικά, κάλιο-ουρητικά, αμφοτερικίνη Β (ενέσιμη μορφή), (γλυκοαλατο)κορτικοστεροειδή, τετρακοζακτίδη και καθαρτικά: Η υποκαλιαιμική επίδραση θα αυξηθεί. Η υποκαλιαιμία προάγει καρδιακές αρρυθμίες και αυξάνει την τοξικότητα των καρδιακών γλυκοσιδών. Πριν από την έναρξη της θεραπείας με κορτικοστεροειδή, η υποκαλιαιμία πρέπει να διορθωθεί και οι ασθενείς να παρακολουθούνται κλινικά, για ηλεκτρολύτες και με ηλεκτροκαρδιογραφία. Αναφορές για καρδιακή διόγκωση και ανεπάρκεια με αμφοτερικίνη Β και υδροκορτιζόνη.
  • Καρβενοξολόνη: Αυξάνει τον κίνδυνο υποκαλιαιμίας.
  • Χλωροκίνη, υδροξυχλωροκίνη και μεφλοκίνη: Αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας και καρδιομυοπαθειών.
  • Αναστολείς ΜΕΑ: Η ταυτόχρονη χορήγηση δημιουργεί αυξημένο κίνδυνο διαταραχών του αίματος.
  • Αντιυπερτασικά φάρμακα: Τα αποτελέσματα της μείωσης της αρτηριακής πίεσης μπορεί να επηρεαστούν. Η δόση της αντιυπερτασικής θεραπείας μπορεί να χρειαστεί προσαρμογή.
  • Θαλιδομίδη: Θα πρέπει να δοθεί μεγάλη προσοχή λόγω αναφορών για τοξική επιδερμική νεκρόλυση.
  • Εμβόλια: Η επίδραση των εμβολιασμών μπορεί να μειωθεί. Ο εμβολιασμός με ζώντα εμβόλια κατά τη διάρκεια θεραπείας με μεγάλες δόσεις δεξαμεθαζόνης αντενδείκνυται. Άλλοι τύποι ανοσοποίησης είναι επικίνδυνοι λόγω νευρολογικών επιπλοκών και μειωμένης αύξησης τίτλων αντισωμάτων.
  • Αναστολείς χολινεστεράσης: Η ταυτόχρονη χρήση μπορεί να προκαλέσει σοβαρή μυϊκή αδυναμία σε ασθενείς με μυασθένεια gravis. Εάν είναι δυνατόν, οι αναστολείς της χολινεστεράσης πρέπει να διακόπτονται τουλάχιστον 24 ώρες πριν από την έναρξη της θεραπείας με κορτικοστεροειδή.
  • Φθοροκινολόνες: Αυξάνεται ο κίνδυνος τενοντίτιδας και ρήξης τένοντα.
  • Αναστολείς του CYP3A (συμπεριλαμβανομένων των προϊόντων που περιέχουν κομπικιστάτη): Αναμένεται να αυξήσουν τον κίνδυνο συστηματικών παρενεργειών. Ο συνδυασμός πρέπει να αποφεύγεται εκτός εάν το όφελος υπερτερεί του αυξημένου κινδύνου.

Φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις

Επιδράσεις άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στη δεξαμεθαζόνη:

  • Επαγωγείς του CYP3A4 (εφεδρίνη, βαρβιτουρικά, ριφαμπουτίνη, ριφαμπικίνη, φαινυτοΐνη και καρβαμαζεπίνη): Μπορεί να οδηγήσουν σε μειωμένες συγκεντρώσεις δεξαμεθαζόνης στο πλάσμα, επομένως η δόση πρέπει να αυξηθεί.
  • Αμινογλουτεθυμίδη: Μπορεί να επιταχύνει τη μείωση της δεξαμεθαζόνης και να μειώσει την αποτελεσματικότητά της. Η δοσολογία της δεξαμεθαζόνης πρέπει να προσαρμόζεται.
  • Ρητίνες χολικού οξέος (όπως χολεστυραμίνη): Μπορεί να μειώσουν την απορρόφηση της δεξαμεθαζόνης.
  • Γαστρεντερικά φάρμακα με τοπική εφαρμογή, αντιόξινα, ενεργός άνθρακας: Μειωμένη απορρόφηση γλυκοκορτικοειδών. Η χορήγηση πρέπει να αναβληθεί (διάστημα τουλάχιστον δύο ωρών).
  • Αναστολείς του CYP3A4 (όπως αντιμυκητιασικά αζόλης, αναστολείς πρωτεάσης HIV και μακρολιδικά αντιβιοτικά): Μπορεί να οδηγήσουν σε αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα και μειωμένη κάθαρση της δεξαμεθαζόνης. Η δόση δεξαμεθαζόνης πρέπει να μειωθεί.
  • Κετοκοναζόλη: Μπορεί να αυξήσει τη συγκέντρωση της δεξαμεθαζόνης στο πλάσμα και να καταστείλει τη σύνθεση των κορτικοστεροειδών των επινεφριδίων, προκαλώντας ανεπάρκεια των επινεφριδίων μετά τη διακοπή.
  • Οιστρογόνα (συμπεριλαμβανομένων των από του στόματος αντισυλληπτικών): Μπορεί να αναστείλουν το μεταβολισμό ορισμένων κορτικοστεροειδών και έτσι να ενισχύσουν την επίδρασή τους.

Επιδράσεις της δεξαμεθαζόνης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα

  • Ουσίες που μεταβολίζονται από το CYP3A4: Η δεξαμεθαζόνη είναι ένας μέτριος επαγωγέας του CYP3A4, μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη κάθαρση και μείωση των συγκεντρώσεων αυτών των ουσιών στο πλάσμα.
  • Αντιμυκοβακτηριδιακά (ισονιαζίδη): Παρατηρήθηκε μείωση των συγκεντρώσεων ισονιαζίδης στο πλάσμα. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
  • Κυκλοσπορίνη: Η ταυτόχρονη χορήγηση μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη επίδραση και των δύο ουσιών. Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος εγκεφαλικών κρίσεων.
  • Πραζικουαντέλη: Μειωμένες συγκεντρώσεις πραζικουαντέλης στο πλάσμα δημιουργούν κίνδυνο αποτυχίας της θεραπείας.
  • Από του στόματος αντιπηκτικά (κουμαρίνη): Η ταυτόχρονη θεραπεία μπορεί είτε να ενισχύσει είτε να αποδυναμώσει την επίδραση. Σε υψηλές δόσεις ή θεραπεία >10 ημερών, υπάρχει κίνδυνος αιμορραγίας. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
  • Ατροπίνη και άλλα αντιχολινεργικά: Αυξήσεις στην ενδοφθάλμια πίεση μπορεί να παρατηρηθούν.
  • Μη αποπολωτικά μυοχαλαρωτικά: Το αποτέλεσμα χαλάρωσης των μυών μπορεί να διαρκέσει περισσότερο.
  • Σωματοτροπίνη: Η επίδραση της αυξητικής ορμόνης μπορεί να μειωθεί.
  • Προτιρελίνη: Μπορεί να παρατηρηθεί μειωμένη αύξηση της TSH κατά τη χορήγηση προτιρελίνης.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-DEXAMEZONE
expand_more

Περίληψη του προφίλ ασφαλείας

Η συχνότητα των αναμενόμενων ανεπιθύμητων ενεργειών συσχετίζεται με τη σχετική ισχύ της ουσίας, τη δόση, την ώρα της ημέρας χορήγησης και τη διάρκεια της θεραπείας. Κατά τη διάρκεια μιας βραχυπρόθεσμης θεραπείας, σύμφωνα με τις συστάσεις δοσολογίας και τη στενή παρακολούθηση των ασθενών, ο κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών είναι χαμηλός.

Οι συνήθεις ανεπιθύμητες ενέργειες της βραχυχρόνιας θεραπείας με δεξαμεθαζόνη (ημέρες/εβδομάδες) περιλαμβάνουν αύξηση βάρους, ψυχολογικές διαταραχές, δυσανεξία στη γλυκόζη και παροδική φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκεια. Η μακροχρόνια θεραπεία με δεξαμεθαζόνη (μήνες/έτη) προκαλεί συνήθως παχυσαρκία, ευθραυστότητα δέρματος, μυϊκή ατροφία, οστεοπόρωση, καθυστερημένη ανάπτυξη και μακροχρόνια υπερνεφρική (επινεφριδιακή) ανεπάρκεια (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις).

Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα

Κατηγορία οργανικού συστήματος Ανεπιθύμητες ενέργειες
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Αυξημένη ευαισθησία ή έξαρση (λανθανουσών) λοιμώξεων* (συμπεριλαμβανομένης της σηψαιμίας, της φυματίωσης, των οφθαλμικών λοιμώξεων, της ανεμοβλογιάς, της ιλαράς, των μυκητιασικών και ιογενών λοιμώξεων) με συγκάλυψη των κλινικών συμπτωμάτων, ευκαιριακές λοιμώξεις
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Λευκοκυττάρωση, λεμφοπενία, ηωσινοπενία, πολυκυτταραιμία, πηκτικότητα μη φυσιολογική
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Αντιδράσεις υπερευαισθησίας συμπεριλαμβανομένης της αναφυλαξίας και της ανοσοκαταστολής (βλέπε επίσης “Λοιμώξεις και παρασιτώσεις”).
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος Καταστολή του άξονα “υποθάλαμος-υπόφυση-επινεφρίδια” και επαγωγή του συνδρόμου Cushing (τυπικά συμπτώματα: σεληνοειδές προσωπείο, ερυθραιμία, παχυσαρκία κορμού), δευτερογενής ανεπάρκεια των επινεφριδίων και της υπόφυσης* (ιδιαίτερα σε κατάσταση στρες, όπως σε περίπτωση τραύματος ή χειρουργικής επέμβασης), καταστολή της βρεφικής, παιδικής και εφηβικής ανάπτυξης, ανωμαλία της εμμήνου ρύσεως και αμηνόρροια, υπερτρίχωση
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Αύξηση βάρους, αρνητικό ισοζύγιο πρωτεϊνών και ασβεστίου*, αυξημένη όρεξη, κατακράτηση νατρίου και υγρών*, απώλεια καλίου* (προσοχή: διαταραχές καρδιακού ρυθμού), υποκαλιαιμική αλκάλωση, εκδήλωση λανθάνοντος σακχαρώδους διαβήτη, μειωμένη ανοχή στους υδατάνθρακες με αυξημένη απαίτηση για αντιδιαβητική θεραπεία*, υπερχοληστερολαιμία, υπερτριγλυκεριδαιµία
Ψυχιατρικές διαταραχές* Ψυχολογική εξάρτηση, κατάθλιψη, αϋπνία, επιδείνωση σχιζοφρένειας, ψυχικές διαταραχές που κυμαίνονται από ευφορία μέχρι την εκδήλωση ψύχωσης
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση με οίδημα της οπτικής θηλής στα παιδιά (εγκεφαλικός ψευδοόγκος) συνήθως μετά από διακοπή της θεραπείας, εκδήλωση λανθάνουσας επιληψίας, αυξημένοι σπασμοί σε έκδηλη επιληψία, ίλιγγος, κεφαλαλγία
Οφθαλμικές διαταραχές Αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση, γλαύκωμα*, οίδημα της οπτικής θηλής, καταρράκτης* κυρίως με οπίσθια υποκάψια θολερότητα, ατροφία του κερατοειδούς και του σκληρού χιτώνα, αυξημένες οφθαλμικές ιογενείς, μυκητιασικές και βακτηριακές λοιμώξεις, επιδείνωση των συμπτωμάτων που σχετίζονται με έλκη του κερατοειδούς*, Χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια, Όραση θαμπή
Καρδιακές διαταραχές Ρήξη του καρδιακού μυ μετά από πρόσφατο ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια σε ασθενείς με προδιάθεση, καρδιακή ανεπάρκεια αντιστάθμισης *
Αγγειακές διαταραχές Υπέρταση, αγγειίτιδα, αυξημένη αρτηριοσκλήρυνση και κίνδυνος θρόμβωσης/ θρομβοεμβολής (αύξηση της πηκτικότητας του αίματος μπορεί να οδηγήσει σε θρομβοεμβολικές επιπλοκές)
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου Λόξυγκας
Διαταραχές του γαστρεντερικού Δυσπεψία, διάταση της κοιλίας*, διάτρηση γαστρικού έλκους, αιμορραγία γαστρικού έλκους, οξεία παγκρεατίτιδα, ελκώδης οισοφαγίτιδα, καντιντίαση του οισοφάγου, μετεωρισμός, ναυτία, έμετος
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Υπερτρίχωση, δερματική ατροφία, τελαγγειεκτασία, ραγάδες, ερύθημα, ακμή από στεροειδή, πετέχειες, εκχύμωση, αλλεργική δερματίτιδα, κνίδωση, αγγειονευρωτικό οίδημα, λέπτυνση των τριχών, διαταραχές χρώσης, αυξημένη ευθραυστότητα των τριχοειδών, περιστοματική δερματίτιδα, υπεριδρωσία, τάση προς εκχυμώσεις
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Πρόωρη σύγκλειση επιφύσεων, οστεοπόρωση, κατάγματα σπονδυλικής στήλης και μακρών οστών, άσηπτη νέκρωση μηριαίων και βραχιόνιων οστών, ρήξη τενόντων, μυοπάθεια των εγγύς μυών, μυϊκή αδυναμία, απώλεια μυϊκής μάζας
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού Ανικανότητα
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Μειωμένη απόκριση στον εμβολιασμό και στα δερματικά τεστ. Καθυστερημένη επούλωση των πληγών, δυσφορία, αίσθημα κακουχίας, σύνδρομο στέρησης από στεροειδή: μια πολύ ταχεία μείωση της δοσολογίας των κορτικοστεροειδών μετά από παρατεταμένη θεραπεία μπορεί να οδηγήσει σε οξεία ανεπάρκεια των επινεφριδίων, υπόταση και θάνατο. Μπορεί να εμφανιστεί “σύνδρομο στέρησης” με πυρετό, μυαλγία, αρθραλγία, ρινίτιδα, επιπεφυκίτιδα, επώδυνα κνησμώδη δερματικά οζίδια και απώλεια βάρους
  • βλέπε επίσης την Ειδικές προειδοποιήσεις

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

Φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκεια

Η φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκεια, η οποία προκαλείται από τη θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή, μπορεί, ανάλογα με τη δόση και τη διάρκεια της θεραπείας, να παραμείνει για πολλούς μήνες και σε ορισμένες περιπτώσεις περισσότερο από ένα χρόνο, μετά τη διακοπή της θεραπείας (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις).

Ψυχολογικές μεταβολές

Οι ψυχολογικές μεταβολές εκδηλώνονται με διάφορες μορφές, με πιο συνηθισμένη την ευφορία. Μπορεί επίσης να εμφανιστούν κατάθλιψη, ψυχωσικές αντιδράσεις και τάσεις αυτοκτονίας. Αυτές οι ασθένειες μπορεί να είναι σοβαρές. Συνήθως ξεκινούν μέσα σε λίγες ημέρες ή εβδομάδες από την έναρξη του φαρμάκου. Είναι πιο πιθανό να συμβούν σε υψηλές δόσεις. Τα περισσότερα από αυτά τα προβλήματα εξαφανίζονται εάν η δόση μειωθεί ή διακοπεί το φάρμακο (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις).

Λοιμώξεις

Η θεραπεία με δεξαμεθαζόνη μπορεί να αποκρύψει τα συμπτώματα μιας υπάρχουσας ή υπό εξέλιξη λοίμωξης καθιστώντας έτσι πιο δύσκολη τη διάγνωση και μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο λοίμωξης (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις).

Διάτρηση του εντέρου

Τα κορτικοστεροειδή μπορούν να συσχετιστούν με αυξημένο κίνδυνο διάτρησης του παχέος εντέρου σε σοβαρή ελκώδη κολίτιδα με απειλούμενη διάτρηση, εκκολπωματίτιδα και εντερο-αναστόμωση (αμέσως μετά την εγχείρηση). Σημεία περιτοναϊκού ερεθισμού μετά από διάτρηση του γαστρεντερικού σωλήνα μπορεί να απουσιάζουν σε ασθενείς που λαμβάνουν υψηλές δόσεις γλυκοκορτικοειδών (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις).

Καρδιαγγειακές διαταραχές

Μπορεί να εμφανιστεί βραδυκαρδία, επιδείνωση σοβαρής καρδιακής ανεπάρκειας και δυσκολία ρύθμισης της υψηλής αρτηριακής πίεσης. Πρέπει να δίδεται προσοχή κατά τη χρήση κορτικοστεροειδών σε ασθενείς με πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου καθώς έχει αναφερθεί ρήξη του μυοκαρδίου (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Τα κορτικοστεροειδή προκαλούν μια δοσοεξαρτώμενη αναστολή της ανάπτυξης κατά τη βρεφική, παιδική και εφηβική ηλικία, καθώς τα κορτικοστεροειδή μπορεί να προκαλέσουν πρόωρο κλείσιμο των επιφύσεων, το οποίο μπορεί να είναι μη αναστρέψιμο (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις).

Ηλικιωμένοι

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες των συστηματικών κορτικοστεροειδών μπορεί να έχουν σοβαρές συνέπειες ειδικά σε ασθενείς προχωρημένης ηλικίας, όπως οστεοπόρωση, υπέρταση, υποκαλιαιμία, διαβήτη, ευαισθησία σε λοίμωξη και ατροφία του δέρματος (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-DEXAMEZONE
expand_more

Κύηση

Η δεξαμεθαζόνη διαπερνά τον πλακούντα. Η χορήγηση κορτικοστεροειδών σε ζώα κατά την κύηση μπορεί να προκαλέσει ανωμαλίες στην ανάπτυξη του εμβρύου, όπως λυκόστομα, ενδομήτρια καθυστέρηση της ανάπτυξης και επιπτώσεις στην αύξηση και ανάπτυξη του εγκεφάλου. Δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι τα κορτικοστεροειδή οδηγούν σε αυξημένη συχνότητα εμφάνισης συγγενών ανωμαλιών, όπως λυκόστομα/λαγώχειλος στον άνθρωπο (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Η μακροχρόνια ή επαναλαμβανόμενη θεραπεία με κορτικοστεροειδή στην κύηση αυξάνει τον κίνδυνο επιβράδυνσης της ενδομήτριας ανάπτυξης. Σε νεογέννητα που εκτίθενται σε κορτικοστεροειδή κατά την προγεννητική περίοδο, υπάρχει αυξημένος κίνδυνος ανεπάρκειας των επινεφριδίων, που υπό κανονικές συνθήκες υποχωρεί αυτόματα μετά τη γέννηση και σπάνια είναι κλινικής σημασίας. Η δεξαμεθαζόνη πρέπει να συνταγογραφείται κατά τη διάρκεια της κύησης, και ιδιαίτερα κατά το πρώτο τρίμηνο, μόνο εάν το όφελος υπερτερεί των κινδύνων για τη μητέρα και το παιδί.

Θηλασμός

Τα γλυκοκορτικοειδή απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Δεν υπάρχουν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με την απέκκριση της δεξαμεθαζόνης στο ανθρώπινο γάλα. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος για τα νεογέννητα/βρέφη. Βρέφη μητέρων που λαμβάνουν υψηλές δόσεις συστηματικών κορτικοστεροειδών για παρατεταμένες περιόδους μπορεί να έχουν κάποιο βαθμό καταστολής των επινεφριδίων. Θα πρέπει να ληφθεί απόφαση σχετικά με το εάν θα συνεχιστεί/διακοπεί ο θηλασμός ή θα συνεχιστεί/διακοπεί η θεραπεία με δεξαμεθαζόνη λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού στο παιδί και το όφελος της θεραπείας με δεξαμεθαζόνη για τη μητέρα.

Γονιμότητα

Η δεξαμεθαζόνη μειώνει τη βιοσύνθεση της τεστοστερόνης και την ενδογενή έκκριση ACTH που επηρεάζει τη σπερματογένεση και τον κύκλο των ωοθηκών.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-DEXAMEZONE
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία

Κορτικοστεροειδή για συστηματική χρήση, γλυκοκορτικοειδή, κωδικός ATC: H02AB02

Μηχανισμός δράσης

Η δεξαμεθαζόνη είναι ένα πολύ ισχυρό και μακράς διαρκείας δράσης γλυκοκορτικοειδές με αμελητέες ιδιότητες κατακράτησης νατρίου και επομένως, είναι ιδιαίτερα κατάλληλο για χρήση σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και υπέρταση. Η αντιφλεγμονώδης δραστικότητα της είναι 7 φορές μεγαλύτερη από εκείνη της πρεδνιζολόνης και, όπως και άλλα γλυκοκορτικοειδή, η δεξαμεθαζόνη έχει επίσης αντιαλλεργικές, αντιπυρετικές και ανοσοκατασταλτικές ιδιότητες.

Η δεξαμεθαζόνη έχει βιολογικό χρόνο ημιζωής 36 - 54 ώρες και επομένως είναι κατάλληλη σε συνθήκες όπου απαιτείται συνεχής δράση γλυκοκορτικοειδών.

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-DEXAMEZONE
expand_more

Απορρόφηση και κατανομή

Η δεξαμεθαζόνη απορροφάται καλά όταν χορηγείται από το στόμα. Τα ανώτατα επίπεδα στο πλάσμα επιτυγχάνονται μεταξύ 1 και 2 ωρών μετά την κατάποση και εμφανίζουν ευρείες διακυμάνσεις από άτομο σε άτομο. Ο μέσος χρόνος ημιζωής στο πλάσμα είναι 3,6 ± 0,9 ώρες. Η δεξαμεθαζόνη δεσμεύεται (περίπου στο 77%) στις πρωτεΐνες του πλάσματος, κυρίως τις λευκωματίνες. Το ποσοστό δέσμευσης της δεξαμεθαζόνης στις πρωτεΐνες του πλάσματος, σε αντίθεση με αυτό της κορτιζόλης, παραμένει πρακτικά αμετάβλητο με αυξανόμενες συγκεντρώσεις στεροειδών. Τα κορτικοστεροειδή κατανέμονται ταχέως σε όλους τους ιστούς του σώματος. Διαπερνούν τον πλακούντα και μπορεί να απεκκρίνονται σε μικρές ποσότητες στο μητρικό γάλα.

Βιομετασχηματισμός

Η δεξαμεθαζόνη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ αλλά και στους νεφρούς.

Αποβολή

Η δεξαμεθαζόνη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στα ούρα.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

36-54 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

70%
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά
PubChem
science

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
5743
Μοριακός τύπος
C22H29FO5
Μοριακό βάρος
392.5
IUPAC
(8S,9R,10S,11S,13S,14S,16R,17R)-9-fluoro-11,17-dihydroxy-17-(2-hydroxyacetyl)-10,13,16-trimethyl-6,7,8,11,12,14,15,16-octahydrocyclopenta[a]phenanthren-3-one
InChIKey
UREBDLICKHMUKA-CXSFZGCWSA-N
Κατάταξη MeSH

Ουσίες που μειώνουν ή καταστέλλουν τη ΦΛΕΓΜΟΝΗ.

Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ναυτίας ή εμέτου.

Μια ομάδα ΚΟΡΤΙΚΟΣΤΕΡΟΕΙΔΩΝ που επηρεάζουν τον μεταβολισμό των υδατανθράκων (ΓΛΥΚΟΝΕΟΓΕΝΕΣΗ, εναπόθεση γλυκογόνου στο ήπαρ, αύξηση ΣΑΚΧΑΡΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ), αναστέλλουν την έκκριση ΑΔΡΕΝΟΚΟΡΤΙΚΟΤΡΟΠΗΣ ΟΡΜΟΝΗΣ και διαθέτουν έντονη αντιφλεγμονώδη δράση. Επίσης, παίζουν ρόλο στον μεταβολισμό λιπών και πρωτεϊνών, στη διατήρηση της αρτηριακής πίεσης, στην τροποποίηση της αντίδρασης του συνδετικού ιστού σε τραυματισμό, στη μείωση του αριθμού των κυκλοφορούντων λεμφοκυττάρων και στη λειτουργία του κεντρικού νευρικού συστήματος.

Αντινεοπλασματικοί παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ορμονοευαίσθητων όγκων. Οι ορμονοευαίσθητοι όγκοι μπορεί να είναι ορμονοεξαρτώμενοι, ορμονοευαίσθητοι ή και οι δύο. Ένας ορμονοεξαρτώμενος όγκος υποχωρεί με την αφαίρεση της ορμονικής διέγερσης, με χειρουργική επέμβαση ή φαρμακολογικό αποκλεισμό. Οι ορμονοευαίσθητοι όγκοι μπορεί να υποχωρήσουν όταν χορηγούνται φαρμακολογικές ποσότητες ορμονών, ανεξάρτητα από το εάν παρατηρήθηκαν προηγουμένως σημάδια ορμονοευαισθησίας. Τα κύρια ορμονοευαίσθητα καρκινώματα περιλαμβάνουν καρκινώματα του μαστού, του προστάτη και του ενδομητρίου. λεμφώματα, και ορισμένες λευχαιμίες. (Από AMA Drug Evaluations Annual 1994, σ.2079)