DEXAMETHASONE
Δεξαμεθαζόνη
Kατά την σύγκριση των διαφόρων κορτικοστεροειδών φαρμάκων λαμβάνεται υπόψη η αντιφλεγμονώδης ισχύς τους (δηλ. η γλυκοκορτικοειδής ιδιότητα) σε σχέση με την αλατοκορτικοειδή (Πίνακας 6.2) t6.2.jpg: H ισχυρή αντιφλεγμονώδης ιδιότητα θεωρείται πλεονέκτημα όταν συνοδεύεται από …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-DEXAMEZONE
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος, Ενδοφλέβια
- Χορήγηση: Ημερησίως (διηρημένη ή εφάπαξ), με ή μετά το φαγητό
- Δόση έναρξης: 0,5 mg ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Η δοσολογία θα πρέπει να τιτλοποιείται συναρτήσει της απόκρισης του κάθε ασθενούς και της σοβαρότητας της νόσου.
-
ΕνήλικεςΔόση0,5 mg έως 10 mg ημερησίωςΜέγ. δόση24 mg ημερησίωςΗ δοσολογία τιτλοποιείται ανάλογα με την απόκριση και τη σοβαρότητα της νόσου. Χρήση της ελάχιστης αποτελεσματικής δόσης.
-
Εγκεφαλικό οίδημαΔόση6-16 mg/ημέραΜέγ. δόση24 mg/ημέραΑπό του στόματος, διηρημένη σε 3-4 μεμονωμένες δόσεις. Αρχική δόση και διάρκεια θεραπείας ανάλογα με την αιτία και τη σοβαρότητα.
-
Ενήλικες (Οξύ άσθμα)Δόση16 mg/ημέραΓια δύο ημέρες.
-
Παιδιά (Οξύ άσθμα)Δόση0,6 mg/kg σωματικού βάρουςΓια μία ή δύο ημέρες.
-
Παιδιά (Ψευδομεμβρανώδης λαρυγγίτιδα)Δόση0,15 mg/kg - 0,6 mg/kgΕφάπαξ.
-
Οξείες δερματικές παθήσειςΔόση8-40 mg/ημέραΜέγ. δόση100 mgΑνάλογα με τη φύση και την έκταση της νόσου. Ακολουθείται από προοδευτική μείωση της δοσολογίας.
-
Συστηματικός ερυθηματώδης λύκοςΔόση6 - 16 mg/ημέρα
-
Ενεργός ρευματοειδής αρθρίτιδα (ταχεία εξέλιξη καταστροφικών μορφών)Δόση12-16 mg/ημέρα
-
Ενεργός ρευματοειδής αρθρίτιδα (εξω-αρθρικές εκδηλώσεις)Δόση6-12 mg/ημέρα
-
Ιδιοπαθής θρομβοπενική πορφύραΔόση40 mgΓια 4 ημέρες σε κύκλους.
-
Ασθενείς με Φυματιώδη μηνιγγίτιδα (στάδιο II ή III)Δόση0,1 - 0,4 mg/kg/ημέρα ενδοφλεβίως, 1 - 4 mg/ημέρα από του στόματοςΕνδοφλέβια θεραπεία για 4 εβδομάδες (0,4 mg/kg/ημέρα την εβδομάδα 1, 0,3 mg/kg/ημέρα την εβδομάδα 2, 0,2 mg/kg/ημέρα την εβδομάδα 3, 0,1 mg/kg/ημέρα την εβδομάδα 4), ακολουθούμενη από από του στόματος θεραπεία για 4 εβδομάδες, ξεκινώντας από 4 mg/ημέρα και μειώνοντας κατά 1 mg κάθε εβδομάδα.
-
Ασθενείς με Φυματιώδη μηνιγγίτιδα (στάδιο I)Δόση0,1 - 0,3 mg/kg/ημέρα ενδοφλεβίως, 1 - 3 mg/ημέρα από του στόματοςΕνδοφλέβια θεραπεία για 2 εβδομάδες (0,3 mg/kg/ημέρα την εβδομάδα 1, 0,2 mg/kg/ημέρα την εβδομάδα 2), ακολουθούμενη από από του στόματος θεραπεία για 4 εβδομάδες (0,1 mg/kg/ημέρα την εβδομάδα 3, στη συνέχεια 3 mg/ημέρα, μειώνοντας κατά 1 mg κάθε εβδομάδα).
-
Παρηγορητική θεραπεία νεοπλασματικών παθήσεωνΔόση3-20 mg/ημέραΜέγ. δόση96 mgΑρχική δόση και διάρκεια θεραπείας ανάλογα με την αιτία και τη σοβαρότητα.
-
Προφύλαξη και θεραπεία εμέτου που προκαλείται από κυτταροστατικάΔόση8-20 mg πριν τη χημειοθεραπεία, μετά 4-16 mg/ημέραΤην ημέρα 2 και 3.
-
Πρόληψη και θεραπεία μετεγχειρητικού εμέτουΔόση8 mgΕφάπαξ δόση πριν από τη χειρουργική επέμβαση.
-
Συμπτωματικό πολλαπλό μυέλωμα, οξεία λεμφοκυτταρική λευχαιμία, οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία, νόσος Hodgkin και μη Hodgkin λέμφωμαΔόση40 mg ή 20 mgΜία φορά την ημέρα, σε συνδυασμό με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα. Η δόση και η συχνότητα ποικίλλει ανάλογα με το θεραπευτικό πρωτόκολλο.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΠροσαρμογή της δόσης στεροειδών απαιτείται, ιδιαίτερα σε αιμοδιύλιση λόγω αυξημένης κάθαρσης.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΜπορεί να χρειαστεί προσαρμογή της δόσης σε σοβαρή ηπατική νόσο. Οι βιολογικές επιδράσεις της δεξαμεθαζόνης μπορεί να ενισχυθούν.
-
ΗλικιωμένοιΗ δόση πρέπει να μειωθεί ανάλογα, λόγω υψηλότερων συγκεντρώσεων στο πλάσμα και βραδύτερης απέκκρισης.
-
ΠαιδιάΗ δοσολογία προσαρμόζεται στο σωματικό βάρος. Προσοχή σε επιπτώσεις στην ανάπτυξη και σημεία καταστολής των επινεφριδίων.
block
SPC-DEXAMEZONE
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Συστηματική λοίμωξη εκτός εάν χρησιμοποιείται ειδική θεραπεία κατά της λοίμωξης
-
Έλκος στομάχου ή έλκος δωδεκαδακτύλου
-
Εμβολιασμός με ζώντα εμβόλια κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μεγάλες θεραπευτικές δόσεις δεξαμεθαζόνης (και άλλων κορτικοστεροειδών)
warning
SPC-DEXAMEZONE
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκειαΗ φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκεια, η οποία προκαλείται από τη θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή, μπορεί να παραμείνει για πολλούς μήνες και, σε ορισμένες περιπτώσεις περισσότερο από ένα χρόνο, μετά τη διακοπή της θεραπείας. Κατά τη διάρκεια στρεσογόνων καταστάσεων (τραύμα, χειρουργική επέμβαση, τοκετός κλπ) μπορεί να απαιτείται προσωρινή αύξηση της δόσης. Θα πρέπει να διατίθεται ταυτότητα χρήσης κορτικοστεροειδών για ασθενείς που υποβάλλονται σε μακροχρόνια θεραπεία. Ακόμη και σε περιπτώσεις παρατεταμένης φλοιοεπινεφριδιακής ανεπάρκειας μετά τη διακοπή της θεραπείας, η χορήγηση γλυκοκορτικοειδών μπορεί να είναι απαραίτητη σε σωματικές στρεσογόνες καταστάσεις. Η οξεία φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκεια μπορεί να ελαχιστοποιηθεί με αργή μείωση της δόσης.
-
ΛοιμώξειςΠληθυσμόςασθενείς με Οξείες ιογενείς λοιμώξεις (έρπης ζωστήρας, απλός έρπης, ανεμοβλογιά, ερπητική κερατίτιδα), Χρόνια ενεργός ηπατίτιδα HBsAg-θετική, Περίπου 8 εβδομάδες πριν έως 2 εβδομάδες μετά τους εμβολιασμούς με εμβόλια με ζώντες μικροοργανισμούς, Συστηματικές μυκητιάσεις και παρασιτώσεις (π.χ. Νηματώδεις), Πολιομυελίτιδα, Λεμφαδενίτιδα μετά από εμβολιασμό BCG, Οξείες και χρόνιες βακτηριακές λοιμώξεις, ιστορικό φυματίωσης, γνωστή ή υποψία Στρογγυλοειδίασης (επιμόλυνση νηματώδη σκώληκα)Η θεραπεία με δεξαμεθαζόνη πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση των ισχυρότερων ενδείξεων και, εάν είναι απαραίτητο, να χορηγείται πρόσθετη στοχευμένη θεραπεία κατά των λοιμώξεων. Σε ιστορικό φυματίωσης χρησιμοποιήστε μόνο αφού έχει ληφθεί μέριμνα για την προστασία από φυματίωση. Η θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή μπορεί να οδηγήσει σε υπερλοίμωξη και μετάδοση του Strongyloides με εκτεταμένη μετανάστευση προνυμφών.
-
Γαστρεντερικά έλκηΠληθυσμόςασθενείς με Έλκη του γαστρεντερικού σωλήναΗ θεραπεία με δεξαμεθαζόνη πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση ισχυρών ενδείξεων και, εάν είναι απαραίτητο, πρέπει να εφαρμόζεται πρόσθετη εξειδικευμένη θεραπεία.
-
ΟστεοπόρωσηΠληθυσμόςασθενείς με Σοβαρή οστεοπόρωσηΗ θεραπεία με δεξαμεθαζόνη πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση ισχυρών ενδείξεων και, εάν είναι απαραίτητο, πρέπει να εφαρμόζεται πρόσθετη εξειδικευμένη θεραπεία, καθώς τα κορτικοστεροειδή έχουν αρνητική επίδραση στην ισορροπία ασβεστίου.
-
Υψηλή αρτηριακή πίεσηΠληθυσμόςασθενείς με Δύσκολα ρυθμιζόμενη υψηλή αρτηριακή πίεσηΗ θεραπεία με δεξαμεθαζόνη πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση ισχυρών ενδείξεων και, εάν είναι απαραίτητο, πρέπει να εφαρμόζεται πρόσθετη εξειδικευμένη θεραπεία.
-
Σακχαρώδης διαβήτηςΠληθυσμόςασθενείς με Δύσκολα ρυθμιζόμενο σακχαρώδη διαβήτηΗ θεραπεία με δεξαμεθαζόνη πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση ισχυρών ενδείξεων και, εάν είναι απαραίτητο, πρέπει να εφαρμόζεται πρόσθετη εξειδικευμένη θεραπεία.
-
Ψυχιατρικές διαταραχέςΠληθυσμόςασθενείς με Ψυχιατρικές διαταραχές (συμπεριλαμβανομένου του ιστορικού)Η θεραπεία με δεξαμεθαζόνη πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση ισχυρών ενδείξεων και, εάν είναι απαραίτητο, πρέπει να εφαρμόζεται πρόσθετη εξειδικευμένη θεραπεία.
-
ΓλαύκωμαΠληθυσμόςασθενείς με Γλαύκωμα κλειστής γωνίας και γλαύκωμα ανοιχτής γωνίαςΗ θεραπεία με δεξαμεθαζόνη πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση ισχυρών ενδείξεων και, εάν είναι απαραίτητο, πρέπει να εφαρμόζεται πρόσθετη εξειδικευμένη θεραπεία.
-
Έλκη και τραυματισμοί κερατοειδούςΠληθυσμόςασθενείς με Έλκη κερατοειδούς και τραυματισμούς κερατοειδούςΗ θεραπεία με δεξαμεθαζόνη πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση ισχυρών ενδείξεων και, εάν είναι απαραίτητο, πρέπει να εφαρμόζεται πρόσθετη εξειδικευμένη θεραπεία.
-
Καρδιακή ανεπάρκειαΠληθυσμόςασθενείς με Σοβαρή καρδιακή ανεπάρκειαΗ θεραπεία με δεξαμεθαζόνη πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση ισχυρών ενδείξεων και, εάν είναι απαραίτητο, πρέπει να εφαρμόζεται πρόσθετη εξειδικευμένη θεραπεία.
-
Αναφυλακτικές αντιδράσειςΜπορεί να εμφανιστούν σοβαρές αναφυλακτικές αντιδράσεις.
-
Τενοντίτιδα και ρήξη τένονταΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα γλυκοκορτικοειδή και φθοροκινολόνεςΟ κίνδυνος αυξάνεται.
-
Μυασθένεια gravisΠληθυσμόςασθενείς με προϋπάρχουσα μυασθένεια gravisΜπορεί αρχικά να επιδεινωθεί στην αρχή της θεραπείας με δεξαμεθαζόνη.
-
Οπτική διαταραχήΠληθυσμόςασθενείς που εμφανίζουν συμπτώματα όπως θολή όραση ή άλλες οπτικές διαταραχέςΟ ασθενής θα πρέπει να παραπεμφθεί σε οφθαλμίατρο για αξιολόγηση πιθανών αιτιών που μπορεί να περιλαμβάνουν καταρράκτη, γλαύκωμα ή σπάνιες ασθένειες όπως κεντρική ορώδη χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια (CSCR) που έχουν αναφερθεί μετά τη χρήση συστηματικών και τοπικών κορτικοστεροειδών.
-
Παρατεταμένη χρήση κορτικοστεροειδώνΜπορεί να προκαλέσει οπίσθιο υποκάψιο καταρράκτη, γλαύκωμα με πιθανή βλάβη στο οπτικό νεύρο και μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο δευτερογενών οφθαλμικών λοιμώξεων λόγω μυκήτων ή ιών.
-
Οφθαλμικός απλός έρπηςΠληθυσμόςασθενείς με οφθαλμικό απλό έρπηταΤα κορτικοστεροειδή πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή λόγω πιθανής διάτρησης του κερατοειδούς.
-
Διάτρηση του εντέρουΠληθυσμόςασθενείς με Σοβαρή ελκώδη κολίτιδα με απειλούμενη διάτρηση, Εκκολπωματίτιδα, Εντεροαναστόμωση (αμέσως μετεγχειρητικά)Η δεξαμεθαζόνη πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο υπό επείγουσα ένδειξη και υπό κατάλληλη παρακολούθηση. Σημεία περιτοναϊκού ερεθισμού μετά από διάτρηση του γαστρεντερικού σωλήνα μπορεί να απουσιάζουν σε ασθενείς που λαμβάνουν υψηλές δόσεις γλυκοκορτικοειδών.
-
ΔιαβήτηςΠληθυσμόςδιαβητικοίΚατά τη χορήγηση δεξαμεθαζόνης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μια μεγαλύτερη ανάγκη για ινσουλίνη ή από του στόματος αντιδιαβητικά.
-
Αρτηριακή πίεσηΠληθυσμόςασθενείς με δύσκολα ρυθμιζόμενη υψηλή αρτηριακή πίεση και κατά τη χορήγηση υψηλότερων δόσεωνΗ τακτική παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης είναι απαραίτητη.
-
Σοβαρή καρδιακή ανεπάρκειαΠληθυσμόςασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκειαΛόγω του κινδύνου επιδείνωσης, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
-
ΒραδυκαρδίαΠληθυσμόςασθενείς που έλαβαν υψηλές δόσεις δεξαμεθαζόνηςΜπορεί να εμφανιστεί βραδυκαρδία.
-
Πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίουΠληθυσμόςασθενείς με πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίουΠρέπει να δίδεται προσοχή κατά τη χρήση κορτικοστεροειδών καθώς έχει αναφερθεί ρήξη του μυοκαρδίου.
-
Συμπτώματα λοιμώξεωνΗ θεραπεία με δεξαμεθαζόνη μπορεί να αποκρύψει τα συμπτώματα μιας υπάρχουσας ή υπό εξέλιξη λοίμωξης καθιστώντας έτσι πιο δύσκολη τη διάγνωση.
-
Κίνδυνος λοίμωξηςΗ παρατεταμένη χρήση ακόμη και μικρών ποσοτήτων δεξαμεθαζόνης οδηγεί σε αυξημένο κίνδυνο λοίμωξης, ακόμη και από μικροοργανισμούς που διαφορετικά σπάνια προκαλούν λοιμώξεις (ευκαιριακές λοιμώξεις).
-
Εμβολιασμός με αδρανοποιημένο εμβόλιοΜπορεί πάντα να πραγματοποιηθεί. Ωστόσο, η ανοσολογική αντίδραση και συνεπώς η επιτυχία του εμβολιασμού, μπορεί να επηρεαστεί από υψηλότερες δόσεις κορτικοειδών.
-
Μεταβολισμός ασβεστίουΠληθυσμόςασθενείς με οικογενή προδιάθεση, αυξημένη ηλικία, μετά την εμμηνόπαυση, ανεπαρκή πρόσληψη πρωτεϊνών και ασβεστίου, βαρύ κάπνισμα, υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, ανεπαρκής σωματική άσκησηΣε υψηλές δόσεις, πρέπει να ελέγχονται η επαρκής πρόσληψη ασβεστίου και ο περιορισμός του νατρίου, όπως επίσης και τα επίπεδα καλίου στον ορό. Ανάλογα με τη διάρκεια και τη δοσολογία της θεραπείας, μπορεί να αναμένεται αρνητική επίδραση επί του μεταβολισμού του ασβεστίου, ούτως ώστε να συνιστάται προφύλαξη από την οστεοπόρωση. Η πρόληψη περιλαμβάνει την επαρκή πρόσληψη ασβεστίου και βιταμίνης D και τη σωματική δραστηριότητα. Πρόσθετη φαρμακευτική αγωγή πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην περίπτωση προϋπάρχουσας οστεοπόρωσης.
-
ΗμικρανίαΠληθυσμόςασθενείς με ημικρανίαΤα κορτικοστεροειδή πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή, καθώς τα κορτικοστεροειδή μπορεί να προκαλέσουν κατακράτηση υγρών.
-
Ψυχολογικές μεταβολέςΜπορεί να εμφανιστούν ψυχολογικές μεταβολές (ευφορία, κατάθλιψη, ψυχωτικές αντιδράσεις και τάσεις αυτοκτονίας). Είναι πιο πιθανό να συμβούν σε υψηλές δόσεις. Τα περισσότερα προβλήματα εξαφανίζονται εάν η δόση μειωθεί ή διακοπεί το φάρμακο. Σε μερικές περιπτώσεις, ψυχιατρικές διαταραχές έχουν λάβει χώρα όταν οι δόσεις μειώνονται ή σταματούν.
-
Τραυματισμός στο κεφάλιΤα κορτικοστεροειδή δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό με τραυματισμό στο κεφάλι, καθώς πιθανότατα δεν θα ωφελήσουν ή μπορεί να προκαλέσουν βλάβη.
-
Σύνδρομο λύσης όγκου (TLS)Πληθυσμόςασθενείς με αιματολογικές κακοήθειες (μετά από χρήση μονοθεραπείας δεξαμεθαζόνης ή σε συνδυασμό με άλλους χημειοθεραπευτικούς παράγοντες), ασθενείς με υψηλό ρυθμό πολλαπλασιασμού, υψηλό φορτίο όγκου και υψηλή ευαισθησία σε κυτταροτοξικούς παράγοντεςΟι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά και να λαμβάνεται η κατάλληλη προφύλαξη.
-
Διακοπή γλυκοκορτικοειδώνΟι δόσεις γλυκοκορτικοειδών πρέπει να μειώνονται σταδιακά. Κίνδυνοι: Επιδείνωση ή επανεμφάνιση της υποκείμενης νόζου, οξεία επινεφριδιακή ανεπάρκεια, σύνδρομο στέρησης κορτικοστεροειδών (πυρετός, μυϊκός πόνος και αρθραλγία, ρινίτιδα, απώλεια βάρους, κνησμός στο δέρμα και επιπεφυκίτιδα).
-
Ιογενείς ασθένειες (ανεμοβλογιά, ιλαρά)Πληθυσμόςασθενείς που έλαβαν θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή, παιδιά και ανοσοκατεσταλμένα άτομα χωρίς προηγούμενη λοίμωξη από ανεμοβλογιά ή ιλαράΜπορεί να είναι πολύ σοβαρές. Εάν τα παιδιά και ανοσοκατεσταλμένα άτομα έρθουν σε επαφή με μολυσμένα άτομα, θα πρέπει να λάβουν προληπτική θεραπεία εάν είναι απαραίτητο.
-
Κρίση φαιοχρωμοκυττώματοςΠληθυσμόςασθενείς με πιθανολογούμενο ή ταυτοποιημένο φαιοχρωμοκύττωμαΚορτικοστεροειδή θα πρέπει να χορηγούνται μόνο μετά από κατάλληλη αξιολόγηση της σχέσης οφέλους/κινδύνου.
-
Αναστολή ανάπτυξηςΠληθυσμόςβρέφη, παιδιά και έφηβοιΤα κορτικοστεροειδή προκαλούν μια δοσοεξαρτώμενη αναστολή της ανάπτυξης, καθώς μπορεί να προκαλέσουν πρόωρο κλείσιμο των επιφύσεων, το οποίο μπορεί να είναι μη αναστρέψιμο. Κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας με δεξαμεθαζόνη, η ένδειξη πρέπει να παρουσιάζεται πολύ έντονα.
-
Νευροαναπτυξιακές ανεπιθύμητες ενέργειεςΠληθυσμόςπρόωρα βρέφη με χρόνια πνευμονική νόσο σε δόσεις έναρξης 0,25 mg/kg δύο φορές ημερησίωςΤα διαθέσιμα στοιχεία υποδεικνύουν μακροχρόνιες νευροαναπτυξιακές ανεπιθύμητες ενέργειες μετά την πρώιμη έναρξη της θεραπείας (<96 ώρες).
-
Ανεπιθύμητες ενέργειες συστηματικών κορτικοστεροειδώνΠληθυσμόςασθενείς προχωρημένης ηλικίαςΜπορεί να έχουν σοβαρές συνέπειες (οστεοπόρωση, υπέρταση, υποκαλιαιμία, διαβήτης, ευαισθησία σε λοίμωξη και ατροφία του δέρματος). Απαιτείται στενή κλινική παρακολούθηση για την αποφυγή απειλητικών για τη ζωή αντιδράσεων.
-
Επίδραση σε δοκιμασίες αλλεργίαςΤα γλυκοκορτικοειδή μπορούν να καταστείλουν την αντίδραση του δέρματος σε δοκιμασίες για αλλεργία.
-
Επίδραση σε δοκιμή νιτροκυανού του τετραζολίουΜπορούν να επηρεάσουν τη δοκιμή νιτροκυανού του τετραζολίου για βακτηριακές λοιμώξεις και να προκαλέσουν ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα.
-
Έλεγχος ντόπινγκΟ έλεγχος ντόπινγκ κατά τη λήψη δεξαμεθαζόνης μπορεί να οδηγήσει σε θετικά αποτελέσματα.
-
Δυσανεξία στη λακτόζηΠληθυσμόςασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
-
Περιεκτικότητα σε νάτριο
swap_horiz
SPC-DEXAMEZONE
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΜΣΑΦπαρακολούθησηΑύξηση της συχνότητας και/ή της σοβαρότητας των γαστρικών ελκώνΣύστασηΟι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται.
-
Ακετυλοσαλικυλικό οξύ (σε υποπροθρομβιναιμία)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος τοξικότητας σαλικυλικού οξέος μετά τη διακοπή των στεροειδών λόγω μειωμένης νεφρικής κάθαρσης σαλικυλικώνΣύστασηΧρήση με προσοχή. Η δοσολογία των σαλικυλικών μπορεί να μειωθεί μόλις διακοπούν τα στεροειδή.
-
παρακολούθησηΜείωση της αντιδιαβητικής επίδρασης, πιθανή υπεργλυκαιμία και διαβητική κετοξέωσηΣύστασηΣυχνότερες εξετάσεις αίματος και ούρων σε διαβητικούς.
-
Ακεταζολαμίδη, διουρητικά της αγκύλης, θειαζιδικά διουρητικά, κάλιο-ουρητικά, αμφοτερικίνη Β (ενέσιμη), (γλυκοαλατο)κορτικοστεροειδή, τετρακοζακτίδη, καθαρτικάπαρακολούθησηΑυξημένη υποκαλιαιμική επίδραση, αυξημένος κίνδυνος καρδιακών αρρυθμιών και τοξικότητας καρδιακών γλυκοσιδώνΣύστασηΗ υποκαλιαιμία πρέπει να διορθωθεί πριν τη θεραπεία. Παρακολούθηση ηλεκτρολυτών και ΗΚΓ. Αναφορές για καρδιακή διόγκωση/ανεπάρκεια με αμφοτερικίνη Β.
-
προσοχήΑύξηση του κινδύνου υποκαλιαιμίας
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας και καρδιομυοπαθειών
-
Αναστολείς ΜΕΑπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος διαταραχών του αίματος
-
Αντιυπερτασικά φάρμακαπροσοχήΜείωση της αποτελεσματικότητας των αντιυπερτασικών φαρμάκωνΣύστασηΗ δόση της αντιυπερτασικής θεραπείας μπορεί να χρειαστεί προσαρμογή.
-
προσοχήΚίνδυνος τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσηςΣύστασηΜεγάλη προσοχή κατά τη συγχορήγηση.
-
Ζώντα εμβόλιααντένδειξηΠιθανότητα ιογενούς λοίμωξης, μειωμένη επίδραση εμβολιασμούΣύστασηΟ εμβολιασμός πρέπει να αναβληθεί για τουλάχιστον 3 μήνες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας.
-
Άλλοι τύποι ανοσοποίησηςπροσοχήΚίνδυνος νευρολογικών επιπλοκών, μειωμένη ή απουσία αύξησης των τίτλων αντισωμάτων
-
Αναστολείς χολινεστεράσηςπροσοχήΣοβαρή μυϊκή αδυναμία σε ασθενείς με μυασθένεια gravisΣύστασηΕάν είναι δυνατόν, οι αναστολείς της χολινεστεράσης πρέπει να διακόπτονται τουλάχιστον 24 ώρες πριν από την έναρξη της θεραπείας με κορτικοστεροειδή.
-
ΦθοροκινολόνεςπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος τενοντίτιδας και ρήξης τένοντα
-
Αναστολείς του CYP3A (π.χ. κομπικιστάτη)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος συστηματικών παρενεργειών των κορτικοστεροειδώνΣύστασηΟ συνδυασμός πρέπει να αποφεύγεται εκτός εάν το όφελος υπερτερεί. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για συστηματικές παρενέργειες.
-
προσοχήΜειωμένες συγκεντρώσεις δεξαμεθαζόνης στο πλάσμαΣύστασηΗ δόση της δεξαμεθαζόνης πρέπει να αυξηθεί.
-
ΑμινογλουτεθυμίδηπροσοχήΕπιτάχυνση της μείωσης της δεξαμεθαζόνης και μείωση της αποτελεσματικότητάς τηςΣύστασηΗ δοσολογία της δεξαμεθαζόνης πρέπει να προσαρμόζεται.
-
Ρητίνες χολικού οξέος (π.χ. χολεστυραμίνη)προσοχήΜείωση της απορρόφησης της δεξαμεθαζόνης
-
Γαστρεντερικά φάρμακα με τοπική εφαρμογή, αντιόξινα, ενεργός άνθρακαςπροσοχήΜειωμένη απορρόφηση γλυκοκορτικοειδώνΣύστασηΗ χορήγηση πρέπει να αναβληθεί (διάστημα τουλάχιστον δύο ωρών).
-
Αναστολείς του CYP3A4 (αντιμυκητιασικά αζόλης, αναστολείς πρωτεάσης HIV, μακρολιδικά αντιβιοτικά)προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα και μειωμένη κάθαρση της δεξαμεθαζόνηςΣύστασηΗ δόση δεξαμεθαζόνης πρέπει να μειωθεί.
-
προσοχήΑύξηση συγκέντρωσης δεξαμεθαζόνης στο πλάσμα, καταστολή σύνθεσης κορτικοστεροειδών επινεφριδίων και πιθανή ανεπάρκεια επινεφριδίων
-
Οιστρογόνα (συμπεριλαμβανομένων των από του στόματος αντισυλληπτικών)προσοχήΑναστολή μεταβολισμού ορισμένων κορτικοστεροειδών, ενίσχυση της επίδρασής τους
-
Αντιμυκοβακτηριδιακά (ισονιαζίδη)παρακολούθησηΜείωση των συγκεντρώσεων ισονιαζίδης στο πλάσμαΣύστασηΟι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
-
προσοχήΑυξημένη επίδραση και των δύο ουσιών, αυξημένος κίνδυνος εγκεφαλικών κρίσεων
-
ΠραζικουαντέληπροσοχήΜειωμένες συγκεντρώσεις πραζικουαντέλης στο πλάσμα, κίνδυνος αποτυχίας της θεραπείας
-
Από του στόματος αντιπηκτικά (κουμαρίνη)παρακολούθησηΕνίσχυση ή αποδυνάμωση της αντιπηκτικής επίδρασης, κίνδυνος αιμορραγίαςΣύστασηΟι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά (έλεγχοι την ημέρα 8, στη συνέχεια κάθε δύο εβδομάδες κατά τη διάρκεια και μετά τη θεραπεία).
-
Ατροπίνη, άλλα αντιχολινεργικάπροσοχήΑυξήσεις στην ενδοφθάλμια πίεση
-
Μη αποπολωτικά μυοχαλαρωτικάπροσοχήΠαράταση του αποτελέσματος χαλάρωσης των μυών
-
προσοχήΜείωση της επίδρασης της αυξητικής ορμόνης
-
προσοχήΜειωμένη αύξηση της TSH
sick
SPC-DEXAMEZONE
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αυξημένη ευαισθησία ή έξαρση (λανθανουσών) λοιμώξεων (σηψαιμία, φυματίωση, οφθαλμικές λοιμώξεις, ανεμοβλογιά, ιλαρά, μυκητιασικές και ιογενείς λοιμώξεις) με συγκάλυψη των κλινικών συμπτωμάτων
- Ευκαιριακές λοιμώξεις
- Καντιντίαση οισοφάγου
- Λευκοκυττάρωση
- Λεμφοπενία
- Ηωσινοπενία
- Πολυκυτταραιμία
- Μη φυσιολογική πηκτικότητα
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (αναφυλαξία, ανοσοκαταστολή)
- Καταστολή του άξονα "υποθάλαμος-υπόφυση-επινεφρίδια"
- Επαγωγή του συνδρόμου Cushing (σεληνοειδές προσωπείο, ερυθραιμία, παχυσαρκία κορμού)
- Δευτερογενής ανεπάρκεια των επινεφριδίων και της υπόφυσης (ιδιαίτερα σε κατάσταση στρες)
- Καταστολή ανάπτυξης
- Πρόωρη σύγκλειση επιφύσεων
- Ανωμαλία εμμήνου ρύσεως
- Αμηνόρροια
- Ανικανότητα
- Υπερτρίχωση
- Δερματική ατροφία
- Τελαγγειεκτασία
- Ραγάδες
- Ερύθημα
- Ακμή από στεροειδή
- Πετέχειες
- Εκχύμωση
- Αλλεργική δερματίτιδα
- Κνίδωση
- Αγγειονευρωτικό οίδημα
- Λέπτυνση τριχών
- Διαταραχή χρώσης
- Περιστοματική δερματίτιδα
- Υπεριδρωσία
- Τάση προς εκχυμώσεις
- Αύξηση βάρους
- Αρνητικό ισοζύγιο πρωτεϊνών
- Αρνητικό ισοζύγιο ασβεστίου
- Αυξημένη όρεξη
- Κατακράτηση νατρίου και υγρών
- Υποκαλιαιμική αλκάλωση
- Εκδήλωση λανθάνοντος σακχαρώδους διαβήτη
- Μειωμένη ανοχή υδατανθράκων
- Υπερχοληστερολαιμία
- Υπερτριγλυκεριδαιμία
- Απώλεια καλίου (διαταραχές καρδιακού ρυθμού)
- Ψυχολογική εξάρτηση
- Κατάθλιψη
- Αϋπνία
- Επιδείνωση σχιζοφρένειας
- Ψυχικές διαταραχές (από ευφορία μέχρι ψύχωση)
- Αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση με οίδημα της οπτικής θηλής στα παιδιά (εγκεφαλικός ψευδοόγκος) μετά από διακοπή της θεραπείας
- Εκδήλωση λανθάνουσας επιληψίας
- Αυξημένοι σπασμοί
- Ίλιγγος
- Κεφαλαλγία
- Αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση
- Γλαύκωμα
- Οίδημα οπτικής θηλής
- Ατροφία κερατοειδούς
- Ατροφία σκληρού χιτώνα
- Αυξημένες οφθαλμικές λοιμώξεις
- Επιδείνωση ελκών κερατοειδούς
- Χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια
- Θαμπή όραση
- Καταρράκτης (με οπίσθια υποκάψια θολερότητα)
- Ρήξη καρδιακού μυός
- Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
- Καρδιακή ανεπάρκεια αντιστάθμισης
- Υπέρταση
- Αγγειίτιδα
- Αυξημένη ευθραυστότητα τριχοειδών
- Αυξημένη αρτηριοσκλήρυνση και κίνδυνος θρόμβωσης/θρομβοεμβολής
- Λόξυγκας
- Δυσπεψία
- Διάταση κοιλίας
- Διάτρηση γαστρικού έλκους
- Αιμορραγία γαστρικού έλκους
- Οξεία παγκρεατίτιδα
- Ελκώδης οισοφαγίτιδα
- Μετεωρισμός
- Ναυτία
- Έμετος
- Οστεοπόρωση
- Κάταγμα σπονδυλικής στήλης
- Κάταγμα μακρών οστών
- Άσηπτη νέκρωση μηριαίων οστών
- Άσηπτη νέκρωση βραχιόνιων οστών
- Ρήξη τένοντα
- Μυοπάθεια των εγγύς μυών
- Μυϊκή αδυναμία
- Απώλεια μυϊκής μάζας
- Μειωμένη απόκριση στον εμβολιασμό
- Μειωμένη απόκριση στα δερματικά τεστ
- Καθυστερημένη επούλωση πληγών
- Δυσφορία
- Αίσθημα κακουχίας
- Σύνδρομο στέρησης από στεροειδή (οξεία ανεπάρκεια επινεφριδίων, υπόταση, θάνατος, πυρετός, μυαλγία, αρθραλγία, ρινίτιδα, επιπεφυκίτιδα, επώδυνα κνησμώδη δερματικά οζίδια, απώλεια βάρους)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Μη γνωστέςΆσηπτη νέκρωση βραχιόνιων οστώνΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΆσηπτη νέκρωση μηριαίων οστώνΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
Μη γνωστέςΑγγειίτιδαΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΑγγειονευρωτικό οίδημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑιμορραγία γαστρικού έλκουςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΑκμή από στεροειδήΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑλλεργική δερματίτιδαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑμηνόρροιαΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΑνικανότηταΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΑντιδράσεις υπερευαισθησίας (αναφυλαξία, ανοσοκαταστολή)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑνωμαλία εμμήνου ρύσεωςΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΑπώλεια καλίου (διαταραχές καρδιακού ρυθμού)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Μη γνωστέςΑπώλεια μυϊκής μάζαςΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΑρνητικό ισοζύγιο ασβεστίουΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΑρνητικό ισοζύγιο πρωτεϊνώνΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΑτροφία κερατοειδούςΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΑτροφία σκληρού χιτώναΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΑυξημένες οφθαλμικές λοιμώξειςΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΑυξημένη αρτηριοσκλήρυνση και κίνδυνος θρόμβωσης/θρομβοεμβολήςΑγγειακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΑυξημένη ενδοκρανιακή πίεση με οίδημα της οπτικής θηλής στα παιδιά (εγκεφαλικός ψευδοόγκος) μετά από διακοπή της θεραπείαςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑυξημένη ενδοφθάλμια πίεσηΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΑυξημένη ευαισθησία ή έξαρση (λανθανουσών) λοιμώξεων (σηψαιμία, φυματίωση, οφθαλμικές λοιμώξεις, ανεμοβλογιά, ιλαρά, μυκητιασικές και ιογενείς λοιμώξεις) με συγκάλυψη των κλινικών συμπτωμάτωνΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Μη γνωστέςΑυξημένη ευθραυστότητα τριχοειδώνΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΑυξημένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΑυξημένοι σπασμοίΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΑύξηση βάρουςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΓλαύκωμαΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΔερματική ατροφίαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΔευτερογενής ανεπάρκεια των επινεφριδίων και της υπόφυσης (ιδιαίτερα σε κατάσταση στρες)Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΔιάταση κοιλίαςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΔιάτρηση γαστρικού έλκουςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΔιαταραχή χρώσηςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΔυσφορίαΓενικές
-
Μη γνωστέςΕκδήλωση λανθάνοντος σακχαρώδους διαβήτηΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΕκδήλωση λανθάνουσας επιληψίαςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΕκχύμωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΕλκώδης οισοφαγίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΕπαγωγή του συνδρόμου Cushing (σεληνοειδές προσωπείο, ερυθραιμία, παχυσαρκία κορμού)Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΕπιδείνωση ελκών κερατοειδούςΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΕπιδείνωση σχιζοφρένειαςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΕρύθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΕυκαιριακές λοιμώξειςΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΗωσινοπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΚάταγμα μακρών οστώνΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΚάταγμα σπονδυλικής στήληςΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΚαθυστερημένη επούλωση πληγώνΓενικές
-
Μη γνωστέςΚαντιντίαση οισοφάγουΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΚαρδιακή ανεπάρκεια αντιστάθμισηςΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΚατακράτηση νατρίου και υγρώνΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΚαταρράκτης (με οπίσθια υποκάψια θολερότητα)Οφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΚαταστολή ανάπτυξηςΕνδοκρινικό
-
Μη γνωστέςΚαταστολή του άξονα "υποθάλαμος-υπόφυση-επινεφρίδια"Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΛέπτυνση τριχώνΔέρμα
-
Μη γνωστέςΛεμφοπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΛευκοκυττάρωσηΑίμα
-
Μη γνωστέςΛόξυγκαςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΜειωμένη ανοχή υδατανθράκωνΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΜειωμένη απόκριση στα δερματικά τεστΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΜειωμένη απόκριση στον εμβολιασμόΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΜη φυσιολογική πηκτικότηταΑίμα
-
Μη γνωστέςΜυοπάθεια των εγγύς μυώνΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΜυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΟίδημα οπτικής θηλήςΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΟξεία παγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΟστεοπόρωσηΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΠεριστοματική δερματίτιδαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΠετέχειεςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΠολυκυτταραιμίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΠρόωρη σύγκλειση επιφύσεωνΕνδοκρινικό
-
Μη γνωστέςΡήξη καρδιακού μυόςΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΡήξη τένονταΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΡαγάδεςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΣυμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο στέρησης από στεροειδή (οξεία ανεπάρκεια επινεφριδίων, υπόταση, θάνατος, πυρετός, μυαλγία, αρθραλγία, ρινίτιδα, επιπεφυκίτιδα, επώδυνα κνησμώδη δερματικά οζίδια, απώλεια βάρους)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστέςΤάση προς εκχυμώσειςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΤελαγγειεκτασίαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΥπεριδρωσίαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΥπερτρίχωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΥπερτριγλυκεριδαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥπερχοληστερολαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥποκαλιαιμική αλκάλωσηΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΧοριοαμφιβληστροειδοπάθειαΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΨυχικές διαταραχές (από ευφορία μέχρι ψύχωση)Ψυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΨυχολογική εξάρτησηΨυχιατρικές
pregnant_woman
SPC-DEXAMEZONE
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΗ δεξαμεθαζόνη πρέπει να συνταγογραφείται κατά τη διάρκεια της κύησης, και ιδιαίτερα κατά το πρώτο τρίμηνο, μόνο εάν το όφελος υπερτερεί των κινδύνων για τη μητέρα και το παιδί.Η δεξαμεθαζόνη διαπερνά τον πλακούντα. Η χορήγηση κορτικοστεροειδών σε ζώα κατά την κύηση μπορεί να προκαλέσει ανωμαλίες στην ανάπτυξη του εμβρύου, όπως λυκόστομα, ενδομήτρια καθυστέρηση της ανάπτυξης και επιπτώσεις στην αύξηση και ανάπτυψη του εγκεφάλου. Δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι τα κορτικοστεροειδή οδηγούν σε αυξημένη συχνότητα εμφάνισης συγγενών ανωμαλιών, όπως λυκόστομα/λαγώχειλος στον άνθρωπο (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Η μακροχρόνια ή επαναλαμβανόμενη θεραπεία με κορτικοστεροειδή στην κύηση αυξάνει τον κίνδυνο επιβράδυνσης της ενδομήτριας ανάπτυξης. Σε νεογέννητα που εκτίθενται σε κορτικοστεροειδή κατά την προγεννητική περίοδο, υπάρχει αυξημένος κίνδυνος ανεπάρκειας των επινεφριδίων, που υπό κανονικές συνθήκες υποχωρεί αυτόματα μετά τη γέννηση και σπάνια είναι κλινικής σημασίας.
-
ΓαλουχίαΘα πρέπει να ληφθεί απόφαση σχετικά με το εάν θα συνεχιστεί/διακοπεί ο θηλασμός ή θα συνεχιστεί/διακοπεί η θεραπεία με δεξαμεθαζόνη λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού στο παιδί και το όφελος της θεραπείας με δεξαμεθαζόνη για τη μητέρα.Τα γλυκοκορτικοειδή απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Δεν υπάρχουν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με την απέκκριση της δεξαμεθαζόνης στο ανθρώπινο γάλα. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος για τα νεογέννητα/βρέφη. Βρέφη μητέρων που λαμβάνουν υψηλές δόσεις συστηματικών κορτικοστεροειδών για παρατεταμένες περιόδους μπορεί να έχουν κάποιο βαθμό καταστολής των επινεφριδίων.
-
ΓονιμότηταΗ δεξαμεθαζόνη μειώνει τη βιοσύνθεση της τεστοστερόνης και την ενδογενή έκκριση ACTH που επηρεάζει τη σπερματογένεση και τον κύκλο των ωοθηκών.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-DEXAMEZONE
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Κορτικοστεροειδή για συστηματική χρήση, γλυκοκορτικοειδή, κωδικός ATC: H02AB02 ### Μηχανισμός δράσης Η δεξαμεθαζόνη είναι ένα πολύ ισχυρό και μακράς διαρκείας δράσης γλυκοκορτικοειδές με αμελητέες ιδιότητες κατακράτησης…
biotech
SPC-DEXAMEZONE
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση και κατανομή Η δεξαμεθαζόνη απορροφάται καλά όταν χορηγείται από το στόμα. Τα ανώτατα επίπεδα στο πλάσμα επιτυγχάνονται μεταξύ 1 και 2 ωρών μετά την κατάποση και εμφανίζουν ευρείες διακυμάνσεις από άτομο σε άτομο. Ο μέσος χρόνος ημιζωής στο…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κάλιο ορού (K⁺) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | — | — |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αρτηριακή πίεση | monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία | Τακτικά | Υψηλότερες δόσεις ή δύσκολα ρυθμιζόμενη υπέρταση |
| Έλεγχος όρασης | visibilityΟφθαλμολογικός έλεγχος | Τακτικά (ανά διαστήματα τριών μηνών) | Κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας με δεξαμεθαζόνη |
| Ρυθμός ανάπτυξης | monitor_weightΣωματομετρικά (βάρος/ΔΜΣ) | Τακτικά | Παιδιά κατά τη μακροχρόνια θεραπεία με δεξαμεθαζόνη |
| Γενική ιατρική εξέταση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | Τακτικά (ανά διαστήματα τριών μηνών) | Κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας με δεξαμεθαζόνη |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-DEXAMEZONE
expand_more
Δοσολογία
Η συνήθης δοσολογία της δεξαμεθαζόνης κυμαίνεται από 0,5 mg έως 10 mg ημερησίως, ανάλογα με την υπό θεραπεία νόσο. Στις πιο σοβαρές νόσους, ενδέχεται να απαιτούνται δόσεις μεγαλύτερες από 10 mg ημερησίως. Η δοσολογία θα πρέπει να τιτλοποιείται συναρτήσει της απόκρισης του κάθε ασθενούς και της σοβαρότητας της νόσου. Προκειμένου να ελαχιστοποιηθούν οι ανεπιθύμητες ενέργειες, θα πρέπει να χρησιμοποιείται η ελάχιστη δυνατή αποτελεσματική δοσολογία. Εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στη συνταγογράφηση, ισχύουν οι ακόλουθες συστάσεις δοσολογίας: Οι παρακάτω δοσολογικές συστάσεις δίνονται μόνο για καθοδήγηση. Οι αρχικές και ημερήσιες δόσεις πρέπει πάντα να καθορίζονται συναρτήσει της απόκρισης του κάθε ασθενούς και της σοβαρότητας της νόσου.
- Εγκεφαλικό οίδημα: Αρχική δόση και διάρκεια θεραπείας ανάλογα με την αιτία και τη σοβαρότητα, 6-16 mg (έως 24 mg)/ημέρα από το στόμα, διηρημένη σε 3-4 μεμονωμένες δόσεις.
- Οξύ άσθμα:
- Ενήλικες: 16 mg/ημέρα για δύο ημέρες.
- Παιδιά: 0,6 mg/kg σωματικού βάρους για μία ή δύο ημέρες.
- Ψευδομεμβρανώδης λαρυγγίτιδα: Παιδιά: 0,15 mg/kg - 0,6 mg/kg εφάπαξ.
- Οξείες δερματικές παθήσεις: Ανάλογα με τη φύση και την έκταση της νόσου ημερήσιες δόσεις 8-40 mg, σε ορισμένες περιπτώσεις έως και 100 mg, οι οποίες πρέπει να ακολουθούνται από προοδευτική μείωση της δοσολογίας σύμφωνα με την κλινική ανάγκη.
- Ενεργή φάση διαταραχών του ρευματικού συστήματος:
- Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος: 6 - 16 mg/ημέρα.
- Ενεργός ρευματοειδής αρθρίτιδα με σοβαρή εξελισσόμενη πορεία: ταχεία εξέλιξη καταστροφικών μορφών 12-16 mg/ημέρα, με εξω-αρθρικές εκδηλώσεις 6-12 mg/ημέρα.
- Ιδιοπαθής θρομβοπενική πορφύρα: 40 mg για 4 ημέρες σε κύκλους.
- Φυματιώδης μηνιγγίτιδα:
- Οι ασθενείς με νόσο σταδίου II ή III έλαβαν, ενδοφλέβια θεραπεία για τέσσερις εβδομάδες (0,4 mg ανά χιλιόγραμμο ανά ημέρα για την εβδομάδα 1, 0,3 mg ανά χιλιόγραμμο ανά ημέρα για την εβδομάδα 2, 0,2 mg ανά χιλιόγραμμο ανά ημέρα για την εβδομάδα 3 και 0,1 mg ανά χιλιόγραμμο ημέρα για την εβδομάδα 4) και στη συνέχεια, από του στόματος θεραπεία για τέσσερις εβδομάδες, ξεκινώντας συνολικά από 4 mg την ημέρα και μειώνοντας κατά 1 mg κάθε εβδομάδα.
- Οι ασθενείς με νόσο σταδίου Ι έλαβαν δύο εβδομάδες ενδοφλέβιας θεραπείας (0,3 mg ανά χιλιόγραμμο ανά ημέρα για την εβδομάδα 1 και 0,2 mg ανά χιλιόγραμμο ανά ημέρα για την εβδομάδα 2) και στη συνέχεια τέσσερις εβδομάδες από του στόματος θεραπεία (0,1 mg ανά χιλιόγραμμο ανά ημέρα για την εβδομάδα 3, και στη συνέχεια συνολικά 3 mg ημερησίως, μειώνοντας κατά 1 mg κάθε εβδομάδα).
- Παρηγορητική θεραπεία νεοπλασματικών παθήσεων: Αρχική δόση και διάρκεια της θεραπείας ανάλογα με την αιτία και τη σοβαρότητα, 3-20 mg/ημέρα. Πολύ υψηλές δόσεις έως 96 mg μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν για παρηγορητική θεραπεία. Για βέλτιστη δοσολογία και μείωση του αριθμού των δισκίων μπορεί να χρησιμοποιηθεί ο συνδυασμός χαμηλότερων δόσεων (4 και 8 mg) και υψηλότερων δόσεων (20 mg).
- Προφύλαξη και θεραπεία εμέτου που προκαλείται από κυτταροστατικά, εμετογόνο χημειοθεραπεία στο πλαίσιο αντιεμετικής θεραπείας: 8-20 mg δεξαμεθαζόνης πριν από τη χημειοθεραπεία και μετά 4-16 mg/ημέρα την ημέρα 2 και 3.
- Πρόληψη και θεραπεία μετεγχειρητικού εμέτου, στο πλαίσιο της αντιεμετικής θεραπείας: εφάπαξ δόση 8 mg πριν από τη χειρουργική επέμβαση.
- Θεραπεία του συμπτωματικού πολλαπλού μυελώματος, της οξείας λεμφοκυτταρικής λευχαιμίας, της οξείας λεμφοβλαστικής λευχαιμίας, της νόσου Hodgkin και μη Hodgkin λεμφώματος σε συνδυασμό με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα: η συνήθης δοσολογία είναι 40 mg ή 20 mg μία φορά την ημέρα.
Η δόση και η συχνότητα χορήγησης ποικίλλει ανάλογα με το θεραπευτικό πρωτόκολλο και την αντίστοιχη θεραπεία. Η χορήγηση δεξαμεθαζόνης πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με τις οδηγίες χορήγησης της δεξαμεθαζόνης όπως αυτές περιγράφονται στην Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος για τις σχετιζόμενες με αυτή θεραπείες. Σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό, πρέπει να τηρούνται τα θεραπευτικά πρωτόκολλα και οι κατευθυντήριες οδηγίες που ισχύουν σε τοπικό ή διεθνές επίπεδο. Οι συνταγογράφοι γιατροί πρέπει να αξιολογούν προσεκτικά τη δόση δεξαμεθαζόνης που θα χρησιμοποιήσουν, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση του ασθενούς και την κατάσταση της νόσου.
Νεφρική δυσλειτουργία
Οι ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση μπορεί να παρουσιάσουν αυξημένη κάθαρση του φαρμάκου μέσω του διαλύματος διύλισης και συνεπώς απαιτούν προσαρμογή της δόσης στεροειδών.
Ηπατική δυσλειτουργία
Σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική νόσο μπορεί να χρειαστεί προσαρμογή της δόσης. Σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, οι βιολογικές επιδράσεις της δεξαμεθαζόνης μπορεί να ενισχυθούν λόγω του βραδύτερου μεταβολισμού της (παρατεταμένος χρόνος ημιζωής στο πλάσμα) και της υπολευκωματιναιμίας (αυξημένα επίπεδα ελεύθερου φαρμάκου στο πλάσμα), τα οποία μπορεί επίσης να προκαλέσουν περισσότερες παρενέργειες.
Ηλικιωμένοι
Η θεραπεία ηλικιωμένων ασθενών, ιδιαίτερα εάν είναι μακροχρόνια, θα πρέπει να προγραμματίζεται λαμβάνοντας υπόψη τις πιο σοβαρές συνέπειες των συχνών ανεπιθύμητων ενεργειών των κορτικοστεροειδών στους ηλικιωμένους (οστεοπόρωση, σακχαρώδης διαβήτης, υπέρταση, μειωμένη ανοσία, ψυχολογικές αλλαγές). Σε αυτούς τους ασθενείς, οι συγκεντρώσεις της δεξαμεθαζόνης στο πλάσμα μπορεί να είναι υψηλότερες και η απέκκριση της να είναι πιο αργή από ότι στους νεότερους ασθενείς, επομένως η δόση της θα πρέπει να μειωθεί ανάλογα.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η αποβολή της δεξαμεθαζόνης είναι περίπου ίση σε παιδιά και ενήλικες εάν η δοσολογία προσαρμοστεί στο σωματικό τους βάρος. Η δοσολογία πρέπει να προγραμματίζεται έχοντας κατά νου πιθανές επιπτώσεις στην αύξηση και ανάπτυξη και για σημεία καταστολής των επινεφριδίων.
Μακροχρόνια θεραπεία
Για τη μακροχρόνια θεραπεία διαφόρων καταστάσεων, μετά την αρχική θεραπεία, η θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή πρέπει να αλλάξει από δεξαμεθαζόνη σε πρεδνιζόνη/πρεδνιζολόνη για να μειωθεί η καταστολή στη λειτουργία του φλοιού των επινεφριδίων.
Διακοπή της θεραπείας
Οξεία φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκεια μπορεί να συμβεί μετά από απότομη διακοπή της μακροχρόνιας θεραπείας με μεγάλες δόσεις γλυκοκορτικοειδών. Επομένως, οι δόσεις γλυκοκορτικοειδών θα πρέπει να μειώνονται σταδιακά σε τέτοιες περιπτώσεις και η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται σταδιακά (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις).
Τρόπος χορήγησης
Η δεξαμεθαζόνη πρέπει να λαμβάνεται με ή μετά το φαγητό για να ελαχιστοποιείται ο ερεθισμός στο γαστρεντερικό σωλήνα. Τα ποτά που περιέχουν αλκοόλ ή καφεΐνη πρέπει να αποφεύγονται. Το Dexamezone έχει τη μορφή δισκίων των 4 mg, των 8 mg και των 20 mg. Τα δισκία των 20 mg μπορούν να κοπούν σε δύο ίσα μέρη δίδοντας με αυτό τον τρόπο την επιπλέον περιεκτικότητα των 10 mg και να διευκολύνουν τον ασθενή να καταπιεί το δισκίο. Όταν η μέρα παρά μέρα θεραπεία δεν είναι δυνατή, ολόκληρη η ημερήσια δόση του γλυκοκορτικοειδούς μπορεί συνήθως να χορηγηθεί ως εφάπαξ πρωινή δόση. Ωστόσο, σε ορισμένους ασθενείς μπορεί να απαιτείται η διαίρεση της ημερήσιας δόσης γλυκοκορτικοειδών. Για δοσολογία που δεν μπορεί να επιτευχθεί με αυτές τις περιεκτικότητες, άλλα φαρμακευτικά προϊόντα διατίθενται στην αγορά.
block
Αντενδείξεις
SPC-DEXAMEZONE
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Συστηματική λοίμωξη εκτός εάν χρησιμοποιείται ειδική θεραπεία κατά της λοίμωξης.
- Έλκος στομάχου ή έλκος δωδεκαδακτύλου.
- Ο εμβολιασμός με ζώντα εμβόλια κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μεγάλες θεραπευτικές δόσεις δεξαμεθαζόνης (και άλλων κορτικοστεροειδών) αντενδείκνυται λόγω της πιθανότητας ιογενούς λοίμωξης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-DEXAMEZONE
expand_more
Προειδοποιήσεις
Φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκεια
Η φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκεια, η οποία προκαλείται από τη θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή, μπορεί, ανάλογα με τη δόση και τη διάρκεια της θεραπείας, να παραμείνει για πολλούς μήνες και, σε ορισμένες περιπτώσεις περισσότερο από ένα χρόνο, μετά τη διακοπή της θεραπείας. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με δεξαμεθαζόνη για συγκεκριμένες σωματικές στρεσογόνες καταστάσεις (τραύμα, χειρουργική επέμβαση, τοκετός κλπ), μπορεί να απαιτείται προσωρινή αύξηση της δόσης. Λόγω του πιθανού κινδύνου σε στρεσογόνες καταστάσεις, θα πρέπει να διατίθεται ταυτότητα χρήσης κορτικοστεροειδών για ασθενείς που υποβάλλονται σε μακροχρόνια θεραπεία. Ακόμη και σε περιπτώσεις παρατεταμένης φλοιοεπινεφριδιακής ανεπάρκειας μετά τη διακοπή της θεραπείας, η χορήγηση γλυκοκορτικοειδών μπορεί να είναι απαραίτητη σε σωματικές στρεσογόνες καταστάσεις. Η οξεία φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκεια που επάγεται από την θεραπεία μπορεί να ελαχιστοποιηθεί με αργή μείωση της δόσης έως τον προγραμματισμένο χρόνο διακοπής.
Η θεραπεία με δεξαμεθαζόνη πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση των ισχυρότερων ενδείξεων και, εάν είναι απαραίτητο, να χορηγείται πρόσθετη στοχευμένη θεραπεία κατά των λοιμώξεων για τις ακόλουθες ασθένειες:
- Οξείες ιογενείς λοιμώξεις (έρπης ζωστήρας, απλός έρπης, ανεμοβλογιά, ερπητική κερατίτιδα).
- Χρόνια ενεργός ηπατίτιδα HBsAg-θετική.
- Περίπου 8 εβδομάδες πριν έως 2 εβδομάδες μετά τους εμβολιασμούς με εμβόλια με ζώντες μικροοργανισμούς (βλ. Αντενδείξεις και Αλληλεπιδράσεις).
- Συστηματικές μυκητιάσεις και παρασιτώσεις (π.χ. Νηματώδεις).
- Πολιομυελίτιδα.
- Λεμφαδενίτιδα μετά από εμβολιασμό BCG.
- Οξείες και χρόνιες βακτηριακές λοιμώξεις.
- Με ιστορικό φυματίωσης (κίνδυνος επανενεργοποίησης) χρησιμοποιήστε μόνο αφού έχει ληφθεί μέριμνα για την προστασία από φυματίωση.
- Γνωστή ή υποψία Στρογγυλοειδίασης (επιμόλυνση νηματώδη σκώληκα). Η θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή μπορεί να οδηγήσει σε υπερλοίμωξη και μετάδοση του Strongyloides με εκτεταμένη μετανάστευση προνυμφών.
Επιπλέον, η θεραπεία με δεξαμεθαζόνη πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση ισχυρών ενδείξεων και, εάν είναι απαραίτητο, πρέπει να εφαρμόζεται πρόσθετη εξειδικευμένη θεραπεία για:
- Έλκη του γαστρεντερικού σωλήνα.
- Σοβαρή οστεοπόρωση (καθώς τα κορτικοστεροειδή έχουν αρνητική επίδραση στην ισορροπία ασβεστίου).
- Δύσκολα ρυθμιζόμενη υψηλή αρτηριακή πίεση.
- Δύσκολα ρυθμιζόμενο σακχαρώδη διαβήτη.
- Ψυχιατρικές διαταραχές (συμπεριλαμβανομένου του ιστορικού).
- Γλαύκωμα κλειστής γωνίας και γλαύκωμα ανοιχτής γωνίας.
- Έλκη κερατοειδούς και τραυματισμούς κερατοειδούς.
- Σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια.
Αναφυλακτική αντίδραση
Μπορεί να εμφανιστούν σοβαρές αναφυλακτικές αντιδράσεις.
Τενοντίτιδα
Ο κίνδυνος τενοντίτιδας και ρήξης τένοντα αυξάνεται σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα γλυκοκορτικοειδή και φθοροκινολόνες.
Μυασθένεια gravis
Η προϋπάρχουσα μυασθένεια gravis μπορεί αρχικά να επιδεινωθεί στην αρχή της θεραπείας με δεξαμεθαζόνη.
Οπτική διαταραχή
Μπορεί να αναφερθεί οπτική διαταραχή με συστηματική και τοπική χρήση κορτικοστεροειδών. Εάν ένας ασθενής εμφανίσει συμπτώματα όπως θολή όραση ή άλλες οπτικές διαταραχές, ο ασθενής θα πρέπει να παραπεμφθεί σε οφθαλμίατρο για αξιολόγηση πιθανών αιτιών που μπορεί να περιλαμβάνουν καταρράκτη, γλαύκωμα ή σπάνιες ασθένειες όπως κεντρική ορώδη χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια (CSCR) που έχουν αναφερθεί μετά τη χρήση συστηματικών και τοπικών κορτικοστεροειδών. Η παρατεταμένη χρήση κορτικοστεροειδών μπορεί να προκαλέσει οπίσθιο υποκάψιο καταρράκτη, γλαύκωμα με πιθανή βλάβη στο οπτικό νεύρο και μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο δευτερογενών οφθαλμικών λοιμώξεων λόγω μυκήτων ή ιών. Τα κορτικοστεροειδή πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με οφθαλμικό απλό έρπητα λόγω πιθανής διάτρησης του κερατοειδούς.
Διάτρηση του εντέρου
Λόγω του κινδύνου διάτρησης του εντέρου, η δεξαμεθαζόνη πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο υπό επείγουσα ένδειξη και υπό κατάλληλη παρακολούθηση για:
- Σοβαρή ελκώδη κολίτιδα με απειλούμενη διάτρηση.
- Εκκολπωματίτιδα.
- Εντεροαναστόμωση (αμέσως μετεγχειρητικά). Σημεία περιτοναϊκού ερεθισμού μετά από διάτρηση του γαστρεντερικού σωλήνα μπορεί να απουσιάζουν σε ασθενείς που λαμβάνουν υψηλές δόσεις γλυκοκορτικοειδών.
Διαβήτης
Κατά τη χορήγηση δεξαμεθαζόνης σε διαβητικούς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μια μεγαλύτερη ανάγκη για ινσουλίνη ή από του στόματος αντιδιαβητικά.
Καρδιαγγειακές διαταραχές
Η τακτική παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης είναι απαραίτητη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με δεξαμεθαζόνη, ιδιαίτερα κατά τη χορήγηση υψηλότερων δόσεων και σε ασθενείς με δύσκολα ρυθμιζόμενη υψηλή αρτηριακή πίεση. Λόγω του κινδύνου επιδείνωσης, οι ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά. Μπορεί να εμφανιστεί βραδυκαρδία σε ασθενείς που έλαβαν υψηλές δόσεις δεξαμεθαζόνης. Πρέπει να δίδεται προσοχή κατά τη χρήση κορτικοστεροειδών σε ασθενείς με πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου καθώς έχει αναφερθεί ρήξη του μυοκαρδίου.
Λοιμώξεις
Η θεραπεία με δεξαμεθαζόνη μπορεί να αποκρύψει τα συμπτώματα μιας υπάρχουσας ή υπό εξέλιξη λοίμωξης καθιστώντας έτσι πιο δύσκολη τη διάγνωση. Η παρατεταμένη χρήση ακόμη και μικρών ποσοτήτων δεξαμεθαζόνης οδηγεί σε αυξημένο κίνδυνο λοίμωξης, ακόμη και από μικροοργανισμούς που διαφορετικά σπάνια προκαλούν λοιμώξεις (οι λεγόμενες ευκαιριακές λοιμώξεις).
Εμβολιασμός
Εμβολιασμός με αδρανοποιημένο εμβόλιο μπορεί πάντα να πραγματοποιηθεί. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι η ανοσολογική αντίδραση και συνεπώς η επιτυχία του εμβολιασμού, μπορεί να επηρεαστεί από υψηλότερες δόσεις κορτικοειδών. Κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας με δεξαμεθαζόνη συνιστώνται τακτικές γενικές ιατρικές εξετάσεις (συμπεριλαμβανομένου του ελέγχου όρασης ανά διαστήματα τριών μηνών).
Μεταβολικές διαταραχές
Σε υψηλές δόσεις, πρέπει να ελέγχονται η επαρκής πρόσληψη ασβεστίου και ο περιορισμός του νατρίου, όπως επίσης και τα επίπεδα καλίου στον ορό. Ανάλογα με τη διάρκεια και τη δοσολογία της θεραπείας, μπορεί να αναμένεται αρνητική επίδραση επί του μεταβολισμού του ασβεστίου, ούτως ώστε να συνιστάται προφύλαξη από την οστεοπόρωση. Αυτό ισχύει, πάνω από όλα, για συνυπάρχοντες παράγοντες κινδύνου όπως η οικογενής προδιάθεση, η αυξημένη ηλικία, μετά την εμμηνόπαυση, η ανεπαρκής πρόσληψη πρωτεϊνών και ασβεστίου, το βαρύ κάπνισμα, η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, καθώς και η ανεπαρκής σωματική άσκηση. Η πρόληψη περιλαμβάνει την επαρκή πρόσληψη ασβεστίου και βιταμίνης D και τη σωματική δραστηριότητα. Πρόσθετη φαρμακευτική αγωγή πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην περίπτωση προϋπάρχουσας οστεοπόρωσης. Τα κορτικοστεροειδή πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με ημικρανία, καθώς τα κορτικοστεροειδή μπορεί να προκαλέσουν κατακράτηση υγρών.
Ψυχολογικές μεταβολές
Οι ψυχολογικές μεταβολές εκδηλώνονται με διάφορες μορφές, με πιο συνηθισμένη την ευφορία. Μπορεί επίσης να εμφανιστούν κατάθλιψη, ψυχωτικές αντιδράσεις και τάσεις αυτοκτονίας. Αυτές οι ασθένειες μπορεί να είναι σοβαρές. Συνήθως ξεκινούν μέσα σε λίγες ημέρες ή εβδομάδες από την έναρξη του φαρμάκου. Είναι πιο πιθανό να συμβούν σε υψηλές δόσεις. Τα περισσότερα από αυτά τα προβλήματα εξαφανίζονται εάν η δόση μειωθεί ή διακοπεί το φάρμακο. Ωστόσο, εάν εμφανιστούν τέτοια προβλήματα, μπορεί να χρειαστούν θεραπεία. Σε μερικές περιπτώσεις, ψυχιατρικές διαταραχές έχουν λάβει χώρα όταν οι δόσεις μειώνονται ή σταματούν.
Εγκεφαλικό οίδημα ή αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση
Τα κορτικοστεροειδή δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό με τραυματισμό στο κεφάλι, καθώς πιθανότατα δεν θα ωφελήσουν ή μπορεί να προκαλέσουν βλάβη.
Σύνδρομο λύσης όγκου
Σύμφωνα με την εμπειρία μετά την κυκλοφορία έχει αναφερθεί σύνδρομο λύσης όγκου (TLS) σε ασθενείς με αιματολογικές κακοήθειες μετά από τη χρήση μονοθεραπείας δεξαμεθαζόνης ή σε συνδυασμό με άλλους χημειοθεραπευτικούς παράγοντες. Ασθενείς με υψηλό κίνδυνο TLS, όπως ασθενείς με υψηλό ρυθμό πολλαπλασιασμού, υψηλό φορτίο όγκου και υψηλή ευαισθησία σε κυτταροτοξικούς παράγοντες, θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά και να λαμβάνεται η κατάλληλη προφύλαξη.
Διακοπή της θεραπείας
Οι δόσεις γλυκοκορτικοειδών πρέπει να μειώνονται σταδιακά. Οι ακόλουθοι κίνδυνοι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την προσωρινή διακοπή ή τη διακοπή της μακροχρόνιας χορήγησης γλυκοκορτικοειδών:
- Επιδείνωση ή επανεμφάνιση της υποκείμενης νόσου, οξεία επινεφριδιακή ανεπάρκεια, σύνδρομο στέρησης κορτικοστεροειδών [το «σύνδρομο στέρησης» μπορεί να περιλαμβάνει πυρετό, μυϊκό πόνο και αρθραλγία, φλεγμονή στο εσωτερικό της μύτης (ρινίτιδα), απώλεια βάρους, κνησμό στο δέρμα και φλεγμονή του οφθαλμού (επιπεφυκίτιδα)].
- Ορισμένες ιογενείς ασθένειες (ανεμοβλογιά, ιλαρά) σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή, μπορεί να είναι πολύ σοβαρές.
- Παιδιά και ανοσοκατεσταλμένα άτομα χωρίς προηγούμενη λοίμωξη από ανεμοβλογιά ή ιλαρά διατρέχουν ιδιαίτερο κίνδυνο. Εάν αυτά τα άτομα έρθουν σε επαφή με άτομα που έχουν μολυνθεί από τον ιό της ιλαρά ή της ανεμοβλογιάς ενώ υποβάλλονται σε θεραπεία με δεξαμεθαζόνη, θα πρέπει να λάβουν προληπτική θεραπεία εάν είναι απαραίτητο.
Αλλα
Μετά τη χορήγηση συστηματικών κορτικοστεροειδών έχει αναφερθεί κρίση φαιοχρωμοκυττώματος, η οποία μπορεί να είναι θανατηφόρος. Κορτικοστεροειδή θα πρέπει να χορηγούνται σε ασθενείς με πιθανολογούμενο ή ταυτοποιημένο φαιοχρωμοκύττωμα μόνο μετά από κατάλληλη αξιολόγηση της σχέσης οφέλους/κινδύνου.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Τα κορτικοστεροειδή προκαλούν μια δοσοεξαρτώμενη αναστολή της ανάπτυξης κατά τη βρεφική, παιδική και εφηβική ηλικία, καθώς τα κορτικοστεροειδή μπορεί να προκαλέσουν πρόωρο κλείσιμο των επιφύσεων, το οποίο μπορεί να είναι μη αναστρέψιμο. Επομένως, κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας με δεξαμεθαζόνη, η ένδειξη πρέπει να παρουσιάζεται πολύ έντονα στα παιδιά και ο ρυθμός ανάπτυξής τους πρέπει να ελέγχεται τακτικά. Τα διαθέσιμα στοιχεία υποδεικνύουν μακροχρόνιες νευροαναπτυξιακές ανεπιθύμητες ενέργειες μετά την πρώιμη έναρξη της θεραπείας (<96 ώρες) σε πρόωρα βρέφη με χρόνια πνευμονική νόσο σε δόσεις έναρξης 0,25 mg/kg δύο φορές ημερησίως.
Ηλικιωμένοι
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες των συστηματικών κορτικοστεροειδών μπορεί να έχουν σοβαρές συνέπειες ειδικά σε ασθενείς προχωρημένης ηλικίας, όπως οστεοπόρωση, υπέρταση, υποκαλιαιμία, διαβήτη, ευαισθησία σε λοίμωξη και ατροφία του δέρματος. Απαιτείται στενή κλινική παρακολούθηση για την αποφυγή απειλητικών για τη ζωή αντιδράσεων.
Επίδραση διαγνωστικών εξετάσεων
Τα γλυκοκορτικοειδή μπορούν να καταστείλουν την αντίδραση του δέρματος σε δοκιμασίες για αλλεργία. Μπορούν επίσης να επηρεάσουν τη δοκιμή νιτροκυανού του τετραζολίου για βακτηριακές λοιμώξεις και να προκαλέσουν ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα.
Σημείωση για το ντόπινγκ
Ο έλεγχος ντόπινγκ κατά τη λήψη δεξαμεθαζόνης μπορεί να οδηγήσει σε θετικά αποτελέσματα.
Δυσανεξία στη λακτόζη
Το Dexamezone περιέχει λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
Νάτριο
Αυτό το φάρμακο περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δόση, είναι αυτό που ονομάζουμε ‘’ελεύθερο νατρίου’’.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-DEXAMEZONE
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Πριν από τη χρήση του Dexamezone σε συνδυασμό με οποιοδήποτε άλλο φαρμακευτικό προϊόν, πρέπει να λαμβάνετε υπόψη την Περίληψη των Χαρακτηριστικών του εν λόγω φαρμακευτικού προϊόντος.
Φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις
- ΜΣΑΦ: Οι ασθενείς που λαμβάνουν ΜΣΑΦ πρέπει να παρακολουθούνται, καθώς τα ΜΣΑΦ μπορεί να αυξήσουν την συχνότητα και/ή τη σοβαρότητα των γαστρικών ελκών.
- Ακετυλοσαλικυλικό οξύ (στην υποπροθρομβιναιμία): Πρέπει να χρησιμοποιείται προσεκτικά σε συνδυασμό με κορτικοστεροειδή. Η νεφρική κάθαρση των σαλικυλικών αυξάνεται από τα κορτικοστεροειδή. Η διακοπή των στεροειδών μπορεί να οδηγήσει σε δηλητηρίαση από σαλικυλικό λόγω της αύξησης της συγκέντρωσης σαλικυλικού στον ορό.
- Αντιδιαβητικοί παράγοντες (όπως ινσουλίνη, σουλφονυλουρία, μετφορμίνη): Τα κορτικοστεροειδή μειώνουν την επίδρασή τους. Μπορεί να εμφανιστούν υπεργλυκαιμία και διαβητική κετοξέωση. Οι διαβητικοί πρέπει να υποβάλλονται σε συχνότερες εξετάσεις αίματος και ούρων.
- Ακεταζολαμίδη, διουρητικά της αγκύλης, θειαζιδικά διουρητικά, κάλιο-ουρητικά, αμφοτερικίνη Β (ενέσιμη μορφή), (γλυκοαλατο)κορτικοστεροειδή, τετρακοζακτίδη και καθαρτικά: Η υποκαλιαιμική επίδραση θα αυξηθεί. Η υποκαλιαιμία προάγει καρδιακές αρρυθμίες και αυξάνει την τοξικότητα των καρδιακών γλυκοσιδών. Πριν από την έναρξη της θεραπείας με κορτικοστεροειδή, η υποκαλιαιμία πρέπει να διορθωθεί και οι ασθενείς να παρακολουθούνται κλινικά, για ηλεκτρολύτες και με ηλεκτροκαρδιογραφία. Αναφορές για καρδιακή διόγκωση και ανεπάρκεια με αμφοτερικίνη Β και υδροκορτιζόνη.
- Καρβενοξολόνη: Αυξάνει τον κίνδυνο υποκαλιαιμίας.
- Χλωροκίνη, υδροξυχλωροκίνη και μεφλοκίνη: Αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας και καρδιομυοπαθειών.
- Αναστολείς ΜΕΑ: Η ταυτόχρονη χορήγηση δημιουργεί αυξημένο κίνδυνο διαταραχών του αίματος.
- Αντιυπερτασικά φάρμακα: Τα αποτελέσματα της μείωσης της αρτηριακής πίεσης μπορεί να επηρεαστούν. Η δόση της αντιυπερτασικής θεραπείας μπορεί να χρειαστεί προσαρμογή.
- Θαλιδομίδη: Θα πρέπει να δοθεί μεγάλη προσοχή λόγω αναφορών για τοξική επιδερμική νεκρόλυση.
- Εμβόλια: Η επίδραση των εμβολιασμών μπορεί να μειωθεί. Ο εμβολιασμός με ζώντα εμβόλια κατά τη διάρκεια θεραπείας με μεγάλες δόσεις δεξαμεθαζόνης αντενδείκνυται. Άλλοι τύποι ανοσοποίησης είναι επικίνδυνοι λόγω νευρολογικών επιπλοκών και μειωμένης αύξησης τίτλων αντισωμάτων.
- Αναστολείς χολινεστεράσης: Η ταυτόχρονη χρήση μπορεί να προκαλέσει σοβαρή μυϊκή αδυναμία σε ασθενείς με μυασθένεια gravis. Εάν είναι δυνατόν, οι αναστολείς της χολινεστεράσης πρέπει να διακόπτονται τουλάχιστον 24 ώρες πριν από την έναρξη της θεραπείας με κορτικοστεροειδή.
- Φθοροκινολόνες: Αυξάνεται ο κίνδυνος τενοντίτιδας και ρήξης τένοντα.
- Αναστολείς του CYP3A (συμπεριλαμβανομένων των προϊόντων που περιέχουν κομπικιστάτη): Αναμένεται να αυξήσουν τον κίνδυνο συστηματικών παρενεργειών. Ο συνδυασμός πρέπει να αποφεύγεται εκτός εάν το όφελος υπερτερεί του αυξημένου κινδύνου.
Φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις
Επιδράσεις άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στη δεξαμεθαζόνη:
- Επαγωγείς του CYP3A4 (εφεδρίνη, βαρβιτουρικά, ριφαμπουτίνη, ριφαμπικίνη, φαινυτοΐνη και καρβαμαζεπίνη): Μπορεί να οδηγήσουν σε μειωμένες συγκεντρώσεις δεξαμεθαζόνης στο πλάσμα, επομένως η δόση πρέπει να αυξηθεί.
- Αμινογλουτεθυμίδη: Μπορεί να επιταχύνει τη μείωση της δεξαμεθαζόνης και να μειώσει την αποτελεσματικότητά της. Η δοσολογία της δεξαμεθαζόνης πρέπει να προσαρμόζεται.
- Ρητίνες χολικού οξέος (όπως χολεστυραμίνη): Μπορεί να μειώσουν την απορρόφηση της δεξαμεθαζόνης.
- Γαστρεντερικά φάρμακα με τοπική εφαρμογή, αντιόξινα, ενεργός άνθρακας: Μειωμένη απορρόφηση γλυκοκορτικοειδών. Η χορήγηση πρέπει να αναβληθεί (διάστημα τουλάχιστον δύο ωρών).
- Αναστολείς του CYP3A4 (όπως αντιμυκητιασικά αζόλης, αναστολείς πρωτεάσης HIV και μακρολιδικά αντιβιοτικά): Μπορεί να οδηγήσουν σε αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα και μειωμένη κάθαρση της δεξαμεθαζόνης. Η δόση δεξαμεθαζόνης πρέπει να μειωθεί.
- Κετοκοναζόλη: Μπορεί να αυξήσει τη συγκέντρωση της δεξαμεθαζόνης στο πλάσμα και να καταστείλει τη σύνθεση των κορτικοστεροειδών των επινεφριδίων, προκαλώντας ανεπάρκεια των επινεφριδίων μετά τη διακοπή.
- Οιστρογόνα (συμπεριλαμβανομένων των από του στόματος αντισυλληπτικών): Μπορεί να αναστείλουν το μεταβολισμό ορισμένων κορτικοστεροειδών και έτσι να ενισχύσουν την επίδρασή τους.
Επιδράσεις της δεξαμεθαζόνης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα
- Ουσίες που μεταβολίζονται από το CYP3A4: Η δεξαμεθαζόνη είναι ένας μέτριος επαγωγέας του CYP3A4, μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη κάθαρση και μείωση των συγκεντρώσεων αυτών των ουσιών στο πλάσμα.
- Αντιμυκοβακτηριδιακά (ισονιαζίδη): Παρατηρήθηκε μείωση των συγκεντρώσεων ισονιαζίδης στο πλάσμα. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
- Κυκλοσπορίνη: Η ταυτόχρονη χορήγηση μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη επίδραση και των δύο ουσιών. Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος εγκεφαλικών κρίσεων.
- Πραζικουαντέλη: Μειωμένες συγκεντρώσεις πραζικουαντέλης στο πλάσμα δημιουργούν κίνδυνο αποτυχίας της θεραπείας.
- Από του στόματος αντιπηκτικά (κουμαρίνη): Η ταυτόχρονη θεραπεία μπορεί είτε να ενισχύσει είτε να αποδυναμώσει την επίδραση. Σε υψηλές δόσεις ή θεραπεία >10 ημερών, υπάρχει κίνδυνος αιμορραγίας. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
- Ατροπίνη και άλλα αντιχολινεργικά: Αυξήσεις στην ενδοφθάλμια πίεση μπορεί να παρατηρηθούν.
- Μη αποπολωτικά μυοχαλαρωτικά: Το αποτέλεσμα χαλάρωσης των μυών μπορεί να διαρκέσει περισσότερο.
- Σωματοτροπίνη: Η επίδραση της αυξητικής ορμόνης μπορεί να μειωθεί.
- Προτιρελίνη: Μπορεί να παρατηρηθεί μειωμένη αύξηση της TSH κατά τη χορήγηση προτιρελίνης.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-DEXAMEZONE
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφαλείας
Η συχνότητα των αναμενόμενων ανεπιθύμητων ενεργειών συσχετίζεται με τη σχετική ισχύ της ουσίας, τη δόση, την ώρα της ημέρας χορήγησης και τη διάρκεια της θεραπείας. Κατά τη διάρκεια μιας βραχυπρόθεσμης θεραπείας, σύμφωνα με τις συστάσεις δοσολογίας και τη στενή παρακολούθηση των ασθενών, ο κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών είναι χαμηλός.
Οι συνήθεις ανεπιθύμητες ενέργειες της βραχυχρόνιας θεραπείας με δεξαμεθαζόνη (ημέρες/εβδομάδες) περιλαμβάνουν αύξηση βάρους, ψυχολογικές διαταραχές, δυσανεξία στη γλυκόζη και παροδική φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκεια. Η μακροχρόνια θεραπεία με δεξαμεθαζόνη (μήνες/έτη) προκαλεί συνήθως παχυσαρκία, ευθραυστότητα δέρματος, μυϊκή ατροφία, οστεοπόρωση, καθυστερημένη ανάπτυξη και μακροχρόνια υπερνεφρική (επινεφριδιακή) ανεπάρκεια (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις).
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
| Κατηγορία οργανικού συστήματος | Ανεπιθύμητες ενέργειες |
|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Αυξημένη ευαισθησία ή έξαρση (λανθανουσών) λοιμώξεων* (συμπεριλαμβανομένης της σηψαιμίας, της φυματίωσης, των οφθαλμικών λοιμώξεων, της ανεμοβλογιάς, της ιλαράς, των μυκητιασικών και ιογενών λοιμώξεων) με συγκάλυψη των κλινικών συμπτωμάτων, ευκαιριακές λοιμώξεις |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Λευκοκυττάρωση, λεμφοπενία, ηωσινοπενία, πολυκυτταραιμία, πηκτικότητα μη φυσιολογική |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Αντιδράσεις υπερευαισθησίας συμπεριλαμβανομένης της αναφυλαξίας και της ανοσοκαταστολής (βλέπε επίσης “Λοιμώξεις και παρασιτώσεις”). |
| Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος | Καταστολή του άξονα “υποθάλαμος-υπόφυση-επινεφρίδια” και επαγωγή του συνδρόμου Cushing (τυπικά συμπτώματα: σεληνοειδές προσωπείο, ερυθραιμία, παχυσαρκία κορμού), δευτερογενής ανεπάρκεια των επινεφριδίων και της υπόφυσης* (ιδιαίτερα σε κατάσταση στρες, όπως σε περίπτωση τραύματος ή χειρουργικής επέμβασης), καταστολή της βρεφικής, παιδικής και εφηβικής ανάπτυξης, ανωμαλία της εμμήνου ρύσεως και αμηνόρροια, υπερτρίχωση |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Αύξηση βάρους, αρνητικό ισοζύγιο πρωτεϊνών και ασβεστίου*, αυξημένη όρεξη, κατακράτηση νατρίου και υγρών*, απώλεια καλίου* (προσοχή: διαταραχές καρδιακού ρυθμού), υποκαλιαιμική αλκάλωση, εκδήλωση λανθάνοντος σακχαρώδους διαβήτη, μειωμένη ανοχή στους υδατάνθρακες με αυξημένη απαίτηση για αντιδιαβητική θεραπεία*, υπερχοληστερολαιμία, υπερτριγλυκεριδαιµία |
| Ψυχιατρικές διαταραχές* | Ψυχολογική εξάρτηση, κατάθλιψη, αϋπνία, επιδείνωση σχιζοφρένειας, ψυχικές διαταραχές που κυμαίνονται από ευφορία μέχρι την εκδήλωση ψύχωσης |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση με οίδημα της οπτικής θηλής στα παιδιά (εγκεφαλικός ψευδοόγκος) συνήθως μετά από διακοπή της θεραπείας, εκδήλωση λανθάνουσας επιληψίας, αυξημένοι σπασμοί σε έκδηλη επιληψία, ίλιγγος, κεφαλαλγία |
| Οφθαλμικές διαταραχές | Αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση, γλαύκωμα*, οίδημα της οπτικής θηλής, καταρράκτης* κυρίως με οπίσθια υποκάψια θολερότητα, ατροφία του κερατοειδούς και του σκληρού χιτώνα, αυξημένες οφθαλμικές ιογενείς, μυκητιασικές και βακτηριακές λοιμώξεις, επιδείνωση των συμπτωμάτων που σχετίζονται με έλκη του κερατοειδούς*, Χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια, Όραση θαμπή |
| Καρδιακές διαταραχές | Ρήξη του καρδιακού μυ μετά από πρόσφατο ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια σε ασθενείς με προδιάθεση, καρδιακή ανεπάρκεια αντιστάθμισης * |
| Αγγειακές διαταραχές | Υπέρταση, αγγειίτιδα, αυξημένη αρτηριοσκλήρυνση και κίνδυνος θρόμβωσης/ θρομβοεμβολής (αύξηση της πηκτικότητας του αίματος μπορεί να οδηγήσει σε θρομβοεμβολικές επιπλοκές) |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Λόξυγκας |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Δυσπεψία, διάταση της κοιλίας*, διάτρηση γαστρικού έλκους, αιμορραγία γαστρικού έλκους, οξεία παγκρεατίτιδα, ελκώδης οισοφαγίτιδα, καντιντίαση του οισοφάγου, μετεωρισμός, ναυτία, έμετος |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Υπερτρίχωση, δερματική ατροφία, τελαγγειεκτασία, ραγάδες, ερύθημα, ακμή από στεροειδή, πετέχειες, εκχύμωση, αλλεργική δερματίτιδα, κνίδωση, αγγειονευρωτικό οίδημα, λέπτυνση των τριχών, διαταραχές χρώσης, αυξημένη ευθραυστότητα των τριχοειδών, περιστοματική δερματίτιδα, υπεριδρωσία, τάση προς εκχυμώσεις |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Πρόωρη σύγκλειση επιφύσεων, οστεοπόρωση, κατάγματα σπονδυλικής στήλης και μακρών οστών, άσηπτη νέκρωση μηριαίων και βραχιόνιων οστών, ρήξη τενόντων, μυοπάθεια των εγγύς μυών, μυϊκή αδυναμία, απώλεια μυϊκής μάζας |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Ανικανότητα |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Μειωμένη απόκριση στον εμβολιασμό και στα δερματικά τεστ. Καθυστερημένη επούλωση των πληγών, δυσφορία, αίσθημα κακουχίας, σύνδρομο στέρησης από στεροειδή: μια πολύ ταχεία μείωση της δοσολογίας των κορτικοστεροειδών μετά από παρατεταμένη θεραπεία μπορεί να οδηγήσει σε οξεία ανεπάρκεια των επινεφριδίων, υπόταση και θάνατο. Μπορεί να εμφανιστεί “σύνδρομο στέρησης” με πυρετό, μυαλγία, αρθραλγία, ρινίτιδα, επιπεφυκίτιδα, επώδυνα κνησμώδη δερματικά οζίδια και απώλεια βάρους |
- βλέπε επίσης την Ειδικές προειδοποιήσεις
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκεια
Η φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκεια, η οποία προκαλείται από τη θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή, μπορεί, ανάλογα με τη δόση και τη διάρκεια της θεραπείας, να παραμείνει για πολλούς μήνες και σε ορισμένες περιπτώσεις περισσότερο από ένα χρόνο, μετά τη διακοπή της θεραπείας (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ψυχολογικές μεταβολές
Οι ψυχολογικές μεταβολές εκδηλώνονται με διάφορες μορφές, με πιο συνηθισμένη την ευφορία. Μπορεί επίσης να εμφανιστούν κατάθλιψη, ψυχωσικές αντιδράσεις και τάσεις αυτοκτονίας. Αυτές οι ασθένειες μπορεί να είναι σοβαρές. Συνήθως ξεκινούν μέσα σε λίγες ημέρες ή εβδομάδες από την έναρξη του φαρμάκου. Είναι πιο πιθανό να συμβούν σε υψηλές δόσεις. Τα περισσότερα από αυτά τα προβλήματα εξαφανίζονται εάν η δόση μειωθεί ή διακοπεί το φάρμακο (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις).
Λοιμώξεις
Η θεραπεία με δεξαμεθαζόνη μπορεί να αποκρύψει τα συμπτώματα μιας υπάρχουσας ή υπό εξέλιξη λοίμωξης καθιστώντας έτσι πιο δύσκολη τη διάγνωση και μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο λοίμωξης (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις).
Διάτρηση του εντέρου
Τα κορτικοστεροειδή μπορούν να συσχετιστούν με αυξημένο κίνδυνο διάτρησης του παχέος εντέρου σε σοβαρή ελκώδη κολίτιδα με απειλούμενη διάτρηση, εκκολπωματίτιδα και εντερο-αναστόμωση (αμέσως μετά την εγχείρηση). Σημεία περιτοναϊκού ερεθισμού μετά από διάτρηση του γαστρεντερικού σωλήνα μπορεί να απουσιάζουν σε ασθενείς που λαμβάνουν υψηλές δόσεις γλυκοκορτικοειδών (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις).
Καρδιαγγειακές διαταραχές
Μπορεί να εμφανιστεί βραδυκαρδία, επιδείνωση σοβαρής καρδιακής ανεπάρκειας και δυσκολία ρύθμισης της υψηλής αρτηριακής πίεσης. Πρέπει να δίδεται προσοχή κατά τη χρήση κορτικοστεροειδών σε ασθενείς με πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου καθώς έχει αναφερθεί ρήξη του μυοκαρδίου (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Τα κορτικοστεροειδή προκαλούν μια δοσοεξαρτώμενη αναστολή της ανάπτυξης κατά τη βρεφική, παιδική και εφηβική ηλικία, καθώς τα κορτικοστεροειδή μπορεί να προκαλέσουν πρόωρο κλείσιμο των επιφύσεων, το οποίο μπορεί να είναι μη αναστρέψιμο (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ηλικιωμένοι
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες των συστηματικών κορτικοστεροειδών μπορεί να έχουν σοβαρές συνέπειες ειδικά σε ασθενείς προχωρημένης ηλικίας, όπως οστεοπόρωση, υπέρταση, υποκαλιαιμία, διαβήτη, ευαισθησία σε λοίμωξη και ατροφία του δέρματος (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-DEXAMEZONE
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Η δεξαμεθαζόνη διαπερνά τον πλακούντα. Η χορήγηση κορτικοστεροειδών σε ζώα κατά την κύηση μπορεί να προκαλέσει ανωμαλίες στην ανάπτυξη του εμβρύου, όπως λυκόστομα, ενδομήτρια καθυστέρηση της ανάπτυξης και επιπτώσεις στην αύξηση και ανάπτυξη του εγκεφάλου. Δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι τα κορτικοστεροειδή οδηγούν σε αυξημένη συχνότητα εμφάνισης συγγενών ανωμαλιών, όπως λυκόστομα/λαγώχειλος στον άνθρωπο (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Η μακροχρόνια ή επαναλαμβανόμενη θεραπεία με κορτικοστεροειδή στην κύηση αυξάνει τον κίνδυνο επιβράδυνσης της ενδομήτριας ανάπτυξης. Σε νεογέννητα που εκτίθενται σε κορτικοστεροειδή κατά την προγεννητική περίοδο, υπάρχει αυξημένος κίνδυνος ανεπάρκειας των επινεφριδίων, που υπό κανονικές συνθήκες υποχωρεί αυτόματα μετά τη γέννηση και σπάνια είναι κλινικής σημασίας. Η δεξαμεθαζόνη πρέπει να συνταγογραφείται κατά τη διάρκεια της κύησης, και ιδιαίτερα κατά το πρώτο τρίμηνο, μόνο εάν το όφελος υπερτερεί των κινδύνων για τη μητέρα και το παιδί.
Θηλασμός
Τα γλυκοκορτικοειδή απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Δεν υπάρχουν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με την απέκκριση της δεξαμεθαζόνης στο ανθρώπινο γάλα. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος για τα νεογέννητα/βρέφη. Βρέφη μητέρων που λαμβάνουν υψηλές δόσεις συστηματικών κορτικοστεροειδών για παρατεταμένες περιόδους μπορεί να έχουν κάποιο βαθμό καταστολής των επινεφριδίων. Θα πρέπει να ληφθεί απόφαση σχετικά με το εάν θα συνεχιστεί/διακοπεί ο θηλασμός ή θα συνεχιστεί/διακοπεί η θεραπεία με δεξαμεθαζόνη λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού στο παιδί και το όφελος της θεραπείας με δεξαμεθαζόνη για τη μητέρα.
Γονιμότητα
Η δεξαμεθαζόνη μειώνει τη βιοσύνθεση της τεστοστερόνης και την ενδογενή έκκριση ACTH που επηρεάζει τη σπερματογένεση και τον κύκλο των ωοθηκών.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-DEXAMEZONE
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Κορτικοστεροειδή για συστηματική χρήση, γλυκοκορτικοειδή, κωδικός ATC: H02AB02
Μηχανισμός δράσης
Η δεξαμεθαζόνη είναι ένα πολύ ισχυρό και μακράς διαρκείας δράσης γλυκοκορτικοειδές με αμελητέες ιδιότητες κατακράτησης νατρίου και επομένως, είναι ιδιαίτερα κατάλληλο για χρήση σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και υπέρταση. Η αντιφλεγμονώδης δραστικότητα της είναι 7 φορές μεγαλύτερη από εκείνη της πρεδνιζολόνης και, όπως και άλλα γλυκοκορτικοειδή, η δεξαμεθαζόνη έχει επίσης αντιαλλεργικές, αντιπυρετικές και ανοσοκατασταλτικές ιδιότητες.
Η δεξαμεθαζόνη έχει βιολογικό χρόνο ημιζωής 36 - 54 ώρες και επομένως είναι κατάλληλη σε συνθήκες όπου απαιτείται συνεχής δράση γλυκοκορτικοειδών.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-DEXAMEZONE
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση και κατανομή
Η δεξαμεθαζόνη απορροφάται καλά όταν χορηγείται από το στόμα. Τα ανώτατα επίπεδα στο πλάσμα επιτυγχάνονται μεταξύ 1 και 2 ωρών μετά την κατάποση και εμφανίζουν ευρείες διακυμάνσεις από άτομο σε άτομο. Ο μέσος χρόνος ημιζωής στο πλάσμα είναι 3,6 ± 0,9 ώρες. Η δεξαμεθαζόνη δεσμεύεται (περίπου στο 77%) στις πρωτεΐνες του πλάσματος, κυρίως τις λευκωματίνες. Το ποσοστό δέσμευσης της δεξαμεθαζόνης στις πρωτεΐνες του πλάσματος, σε αντίθεση με αυτό της κορτιζόλης, παραμένει πρακτικά αμετάβλητο με αυξανόμενες συγκεντρώσεις στεροειδών. Τα κορτικοστεροειδή κατανέμονται ταχέως σε όλους τους ιστούς του σώματος. Διαπερνούν τον πλακούντα και μπορεί να απεκκρίνονται σε μικρές ποσότητες στο μητρικό γάλα.
Βιομετασχηματισμός
Η δεξαμεθαζόνη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ αλλά και στους νεφρούς.
Αποβολή
Η δεξαμεθαζόνη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στα ούρα.
ΕΟΦ · 6.4.2
Λοιπές θεραπευτικές αγωγές
expand_more
Λοιπές θεραπευτικές αγωγές
Kατά την σύγκριση των διαφόρων κορτικοστεροειδών φαρμάκων λαμβάνεται υπόψη η αντιφλεγμονώδης ισχύς τους (δηλ. η γλυκοκορτικοειδής ιδιότητα) σε σχέση με την αλατοκορτικοειδή (Πίνακας 6.2)
t6.2.jpg:
H ισχυρή αντιφλεγμονώδης ιδιότητα θεωρείται πλεονέκτημα όταν συνοδεύεται από χαμηλή αλατοκορτικοειδή, ώστε σε τυχόν μακροχρόνια χορήγηση ή χορήγηση μεγάλων δόσεων να μη γίνεται μεγάλη κατακράτηση άλατος. Έτσι, η υδροκορτιζόνη δεν είναι κατάλληλη για μακροχρόνια χορήγηση ως αντιφλεγμονώδης ουσία και πολύ περισσότερο η φθοριοκορτιζόνη.
H πρεδνιζολόνη είναι η κυριότερη ουσία που χρησιμοποιείται για μακροχρόνια αντιφλεγμονώδη δράση, ενώ η υδροκορτιζόνη είναι κατάλληλη για θεραπεία υποκαταστάσεως ή σε ενδοφλέβια χορήγηση σε επείγουσες καταστάσεις.
H βηταμεθαζόνη και η δεξαμεθαζόνη έχουν πολύ ασθενή αλατοκορτικοειδή ιδιότητα και χορηγούνται εκεί όπου απαιτούνται μεγάλες δόσεις και είναι ανεπιθύμητη η κατακράτηση υγρών λ.χ. εγκεφαλικό οίδημα. Eπιπλέον ο μακρός χρόνος δράσης τους τα καθιστά κατάλληλα στις περιπτώσεις όπου απαιτείται καταστολή της ACTH όπως στη συγγενή υπερπλασία των επινεφριδίων.
ΕΟΦ · 11.2
Kορτικοστεροειδή
expand_more
Kορτικοστεροειδή
H χρήση των κορτικοστεροειδών στις οφθαλμικές παθήσεις μπορεί να γίνει από τη συστηματική οδό, τοπικώς ή συνδυάζοντας και τις δύο οδούς, ανάλογα με την εκάστοτε περίπτωση.
H τοπική εφαρμογή γίνεται κυρίως με τη μορφή κολλυρίων και αλοιφών. Tα πρώτα είναι συνήθως εναιωρήματα και πρέπει να ανακινούνται καλά πριν από κάθε χρήση. Tοπικώς επίσης μπορούν να ενεθούν κάτω από τον επιπεφυκότα ή οπισθοβολβικώς. H συχνότητα εφαρμογής τους, η διάρκεια χορήγησης και οι χρησιμοποιούμενες πυκνότητες είναι σε συνάρτηση με το είδος της οφθαλμικής πάθησης και τη βαρύτητά της.
Aπό τα διάφορα κορτικοστεροειδή η υδροκορτιζόνη (0.5%), η μεδρυζόνη (1%), η φθοριομεθολόνη (0.1%) και η πρεδνιζολόνη (0.125%) είναι ασθενή και δε διέρχονται τον κερατοειδή σε ικανοποιητικές πυκνότητες. Για το λόγο αυτό χρησιμοποιούνται σε επιφανειακές παθήσεις. Aντίθετα, η δεξαμεθαζόνη και πρεδνιζολόνη (σε μεγαλύτερες πυκνότητες) διέρχονται ευκολότερα του κερατοειδούς είναι ισχυρότερα και προτιμούνται σε σκληρίτιδες και πρόσθιες ραγοειδίτιδες. Η ριμεξολόνη (1%) νεώτερο κορτικοειδές εμφανίζει ενδιάμεση κερατοειδική διαπερατότητα και σημαντική αντιφλεγμονώδη δράση.
ΕΟΦ · 12.1.1
Eξωτερική ωτίτιδα
expand_more
Eξωτερική ωτίτιδα
H οξεία εξωτερική ωτίτιδα εμφανίζεται συνήθως στη διάρκεια του καλοκαιριού και ευνοείται από το συνδυασμό υψηλής θερμοκρασίας - υγρασίας και απώλειας του επιθηλίου του δέρματος του έξω ακουστικού πόρου. Tραυματισμοί, συσσώρευση κυψελίδας και συχνή έκθεση στο νερό (ωτίτις των κολυμβητών) αποτελούν επίσης συχνούς παράγοντες που ευνοούν την ανάπτυξη εξωτερικής ωτίτιδας. Yπεύθυνοι μικροοργανισμοί είναι συνήθως ο σταφυλόκοκκος, ο στρεπτόκοκκος, πρωτέας, κολοβακτηρίδιο και η ψευδομονάδα. H κακοήθης εξωτερική ωτίτις εμφανίζεται συνήθως στους ινσουλινοεξαρτώμενους διαβητικούς και οφείλεται στην ψευδομονάδα. Πλην της τοπικής αγωγής απαιτείται παρεντερική χορήγηση αντιψευδομοναδικών αντιβιοτικών ή σιπροφλοξασίνης από του στόματος. Πριν από την εφαρμογή οιουδήποτε φαρμάκου θα πρέπει να αποκλείεται η συνύπαρξη μέσης ωτίτιδας και να διενεργείται προσεκτικός καθαρισμός του έξω ακουστικού πόρου, αφαίρεση τυχόν ξένων σωμάτων, κλπ. Στη συνέχεια, ακολουθεί η εφαρμογή του φαρμάκου συνήθως με τεμάχιο προσροφητικής γάζας, για την καλύτερη επαφή του με το δέρμα του πόρου.
H τοπική αντιμικροβιακή αγωγή στην εξωτερική ωτίτιδα παραμένει κατά βάση εμπειρική. Eίναι προτιμότερο να χρησιμοποιούνται αντιβιοτικά που δεν χορηγούνται συστηματικώς για να αποφευχθούν οι κίνδυνοι από την ανάπτυξη ευαισθησίας. Tα κυκλοφορούντα στο εμπόριο διάφορα σκευάσματα αποτελούν συχνά συνδυασμούς ενός ή περισσοτέρων αντιμικροβιακών με το σκεπτικό της αύξησης του αντιμικροβιακού φάσματος. Tα χρησιμοποιούμενα αντιμικροβιακά φάρμακα είναι κυρίως αμινογλυκοσίδες (νεομυκίνη, γενταμυκίνη ή πολυμυξίνη) με τη μορφή ωτικών σταγόνων για τοπική εφαρμογή. Γι’ αυτή μπορούν να χρησιμοποιηθούν και οι οφθαλμικές μορφές των ανωτέρω ή και άλλων αντιμικροβιακών (βλ. κεφ. 11). H νεομυκίνη είναι αποτελεσματική έναντι στελεχών κολοβακτηριδίου, εντεροβακτηριοειδών, κλεμπσιέλλας, σαλμονέλλας, σιγκέλλας, πρωτέα, μερικών στελεχών σταφυλοκόκκου και πολύ λίγων ψευδομονάδων. Aνάλογο είναι επίσης και το αντιμικροβιακό φάσμα της πολυμυξίνης. Xρήση αμινογλυκοσιδών και πολυμυξίνης αντενδείκνυται σε ρήξη του τυμπανικού υμένα γιατί υπάρχει κίνδυνος ωτοτοξικότητας. Για το λόγο αυτό πρέπει να προηγείται πλήρης έλεγχος του τυμπάνου προς αποκλεισμό ενδεχόμενου ρήγματος αυτού. Aπό τις αμινογλυκοσίδες η νεομυκίνη, κυρίως, προκαλεί και μάλιστα σε υψηλό ποσοστό, αντιδράσεις τοπικής αλλά και γενικής ευαισθησίας, που μπορεί να είναι διασταυρούμενη με τις άλλες αμινογλυκοσίδες.
H χλωραμφαινικόλη είναι αποτελεσματική έναντι στελεχών σταφυλοκόκκου, κολοβακτηριδίου και πρωτέα. Διαταραχές του αίματος έχουν αναφερθεί σπανίως σε χορήγηση.
Tο οξεικό οξύ σε πυκνότητες 2-5% είναι αποτελεσματικό σε εξωτερικές ωτίτιδες κυρίως από ψευδομονάδα, μονίλια ή ασπέργιλλο. Παρουσιάζει το πλεονέκτημα ότι είναι καλά ανεκτό, δεν προκαλεί ευαισθητοποίηση και δεν δημιουργεί ανθεκτικά στελέχη.
Συνδυασμοί αντιμικροβιακών με κορτικοστεροειδή μπορεί να είναι χρήσιμοι σε περιπτώσεις που η εξωτερική ωτίτιδα συνοδεύεται από σοβαρή φλεγμονώδη αντίδραση ή αλλεργική δερματίτιδα. Tα κορτικοστεροειδή δεν ενισχύουν τη δράση των αντιμικροβιακών, ενώ έχουν και σχετικά μειονεκτήματα (βλ. κατωτέρω).
Xορήγηση αντιμικροβιακών φαρμάκων από τη συστηματική οδό και ενδεχομένως και αναλγητικών, γίνεται σε περιπτώσεις επίμονης εξωτερικής ωτίτιδας ή όπου τα σημεία και συμπτώματα της φλεγμονής είναι πολύ έντονα.
Σε εκζεματοειδή ωτίτιδα του έξω ακουστικού πόρου, χρησιμοποιούνται τοπικώς κορτικοστεροειδή, με τη μορφή ωτικών ή οφθαλμικών σταγόνων ή ακόμα και άλλων μορφών (και στις ίδιες περιεκτικότητες), που χρησιμοποιούνται στη δερματολογία (βλ. κεφ. 13). Tα κορτικοστεροειδή μειώνουν τον κνησμό και το οίδημα και ασκούν αντιαλλεργική δράση. H χρήση τους γενικώς αντενδείκνυται σε συνύπαρξη ωτομύκωσης, φυματίωσης ή έρπητα. Eπίσης θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι γενικές αντενδείξεις της τοπικής χρήσης των κορτικοστεροειδών: βαριά νεφρική ανεπάρκεια, σοβαρές λοιμώξεις κλπ. (βλ. και κεφ. 13.2).
Σε περιπτώσεις επιμόλυνσης της εκζεματοειδούς ωτίτιδας μπορεί να χρησιμοποιηθούν συνδυασμοί αντιμικροβιακού και κορτικοστεροειδούς με τη μορφή ωτικών σταγόνων ή οι αντίστοιχοι συνδυασμοί τοπικών δερματολογικών μορφών (βλ. κεφ. 13).
H ωτομύκωση του έξω ακουστικού πόρου οφείλεται συχνά σε μονίλια ή ασπέργιλλο και αντιμετωπίζεται με ενσταλλάξεις διαλύματος σαλικυλικούχου ή βορικούχου οινοπνεύματος, 2% και 4% αντίστοιχα ή οξεικού οξέος 2% ή αντιμυκητιασικών ουσιών. Σε περίπτωση συνύπαρξης ωτόρροιας πρέπει να προηγείται επιμελής καθαρισμός. H θεραπεία θα πρέπει να συνεχίζεται για 1 ακόμη εβδομάδα μετά την υποχώρηση των συμπτωμάτων και των τοπικών ευρημάτων λόγω των συνήθων υποτροπών. Oι ωτικές σταγόνες ή οι κρέμες κλπ. εφαρμόζονται αφού προηγουμένως ζεσταθούν, σε θερμοκρασία σώματος ή περιβάλλοντος προς αποφυγή ερεθισμού του οπισθίου λαβυρίνθου και πρόκληση ζάλης.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Οι βραχυπρόθεσμες επιδράσεις των κορτικοστεροειδών είναι η μειωμένη αγγειοδιαστολή και διαπερατότητα των τριχοειδών, καθώς και η μειωμένη μετανάστευση λευκοκυττάρων σε σημεία φλεγμονής. Η σύνδεση των κορτικοστεροειδών με τον γλυκοκορτικοειδή υποδοχέα μεσολαβεί σε αλλαγές στην έκφραση γονιδίων που οδηγούν σε πολλαπλές δευτερογενείς επιδράσεις σε διάστημα ωρών έως ημερών. Τα γλυκοκορτικοειδή αναστέλλουν την απόπτωση και τη δημολογοποίηση των ουδετερόφιλων. Αναστέλλουν τη φωσφολιπάση Α2, η οποία μειώνει το σχηματισμό παραγώγων του αραχιδονικού οξέος. Αναστέλλουν τον NF-Kappa B και άλλους φλεγμονώδεις μεταγραφικούς παράγοντες. Προάγουν αντιφλεγμονώδη γονίδια όπως η ιντερλευκίνη-10. Χαμηλότερες δόσεις κορτικοστεροειδών παρέχουν αντιφλεγμονώδη δράση, ενώ υψηλότερες δόσεις είναι ανοσοκατασταλτικές. Υψηλές δόσεις γλυκοκορτικοειδών για παρατεταμένη περίοδο συνδέονται με τον μεταλλοκορτικοειδή υποδοχέα, αυξάνοντας τα επίπεδα νατρίου και μειώνοντας τα επίπεδα καλίου.
Τα κορτικοστεροειδή διεισδύουν διαμέσου των κυτταρικών μεμβρανών και συμπλέκονται με ειδικούς κυτταροπλασματικούς υποδοχείς. Αυτά τα συμπλέγματα εισέρχονται στη συνέχεια στον πυρήνα του κυττάρου, συνδέονται με το DNA και διεγείρουν τη μεταγραφή του mRNA και την επακόλουθη σύνθεση πρωτεϊνών ενζύμων που είναι τελικά υπεύθυνα για τις αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις της τοπικής εφαρμογής κορτικοστεροειδών στο μάτι. Σε υψηλές συγκεντρώσεις, οι οποίες μπορεί να επιτευχθούν μετά από τοπική εφαρμογή, τα κορτικοστεροειδή μπορεί να ασκήσουν άμεσες επιδράσεις στη μεμβράνη. Τα κορτικοστεροειδή μειώνουν την κυτταρική και ινώδη εξίδρωση και τη διήθηση ιστών, αναστέλλουν τη δραστηριότητα των ινοβλαστών και τη σύνθεση κολλαγόνου, καθυστερούν την επιθηλιακή αναγέννηση, μειώνουν την μεταφλεγμονώδη νεοαγγείωση και μειώνουν προς τα φυσιολογικά επίπεδα την υπερβολική διαπερατότητα των φλεγμονωδών τριχοειδών. /Corticosteroids (Otic)/
Τα γλυκοκορτικοειδή είναι ικανά να καταστέλλουν τη φλεγμονώδη διαδικασία μέσω πολλαπλών οδών. Αλληλεπιδρούν με ειδικές ενδοκυτταρικές πρωτεΐνες υποδοχείς σε ιστούς-στόχους για να τροποποιήσουν την έκφραση γονιδίων που ανταποκρίνονται στα κορτικοστεροειδή. Οι ειδικοί για τα γλυκοκορτικοειδή υποδοχείς στο κυτταρόπλασμα συνδέονται με στεροειδείς συνδέτες για να σχηματίσουν συμπλέγματα ορμόνης-υποδοχέα που τελικά μετατοπίζονται στον πυρήνα του κυττάρου. Εκεί αυτά τα συμπλέγματα συνδέονται με ειδικές αλληλουχίες DNA και τροποποιούν την έκφρασή τους. Τα συμπλέγματα μπορεί να προκαλέσουν τη μεταγραφή του mRNA οδηγώντας σε σύνθεση νέων πρωτεϊνών. Τέτοιες πρωτεΐνες περιλαμβάνουν την λιποκορτίνη, μια πρωτεΐνη γνωστή για την αναστολή της PLA2a και έτσι μπλοκάρει τη σύνθεση προσταγλανδινών, λευκοτριενών και PAF. Τα γλυκοκορτικοειδή επίσης αναστέλλουν την παραγωγή άλλων μεσολαβητών, συμπεριλαμβανομένων μεταβολιτών ΑΑ όπως η COX, κυτοκίνες, οι ιντερλευκίνες, μόρια προσκόλλησης και ένζυμα όπως η κολλαγενάση. /Glucocorticoids/
Τα κορτικοστεροειδή διεισδύουν διαμέσου των κυτταρικών μεμβρανών και συμπλέκονται με ειδικούς κυτταροπλασματικούς υποδοχείς. Αυτά τα συμπλέγματα εισέρχονται στη συνέχεια στον πυρήνα του κυττάρου, συνδέονται με το DNA (χρωματίνη) και διεγείρουν τη μεταγραφή του αγγελιοφόρου RNA (mRNA) και την επακόλουθη σύνθεση διαφόρων ανασταλτικών ενζύμων που είναι υπεύθυνα για τις αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις των τοπικών κορτικοστεροειδών. Αυτές οι αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις περιλαμβάνουν την αναστολή πρώιμων διεργασιών όπως το οίδημα, η εναπόθεση ινώδους, η διαστολή τριχοειδών, η κίνηση φαγοκυττάρων στην περιοχή και οι φαγοκυτταρικές δραστηριότητες. Μεταγενέστερες διεργασίες, όπως η παραγωγή τριχοειδών, η εναπόθεση κολλαγόνου και ο σχηματισμός χηλοειδών, αναστέλλονται επίσης από τα κορτικοστεροειδή. Οι συνολικές δράσεις των τοπικών κορτικοστεροειδών είναι καταβολικές. /Corticosteroids (topical)/
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Η απορρόφηση μέσω της ενδομυϊκής οδού είναι βραδύτερη από την ενδοφλέβια οδό. Μια ενδομυϊκή δόση 3mg φθάνει σε Cmax 34.6±6.0ng/mL με Tmax 2.0±1.2h και AUC 113±38ngh/mL. Μια από του στόματος δόση 1.5mg φθάνει σε Cmax 13.9±6.8ng/mL με Tmax 2.0±0.5h και AUC 331±50ngh/mL. Η από του στόματος δεξαμεθαζόνη είναι περίπου 70-78% βιοδιαθέσιμη σε υγιή άτομα.
Τα κορτικοστεροειδή γενικά απεκκρίνονται κυρίως στα ούρα. Ωστόσο, η δεξαμεθαζόνη απεκκρίνεται <10% στα ούρα.
Μια από του στόματος δόση 1.5mg δεξαμεθαζόνης έχει όγκο κατανομής 51.0L, ενώ μια ενδομυϊκή δόση 3mg έχει όγκο κατανομής 96.0L.
Ένα δισκίο από του στόματος 20mg έχει κάθαρση 15.7L/h. Μια από του στόματος δόση 1.5mg δεξαμεθαζόνης έχει κάθαρση 15.6±4.9L/h, ενώ μια ενδομυϊκή δόση 3.0mg έχει κάθαρση 9.9±1.4L/h.
Απορροφάται στο υδατοειδές υγρό, τον κερατοειδή, την ίριδα, το χοριοειδή, το ακτινωτό σώμα και τον αμφιβληστροειδή. Εμφανίζεται συστηματική απορρόφηση, αλλά μπορεί να είναι σημαντική μόνο σε υψηλότερες δόσεις ή σε παρατεταμένη παιδιατρική θεραπεία. /Corticosteroids (Ophthalmic)/
Σε σκύλους (μικτής φυλής) χορηγήθηκε δεξαμεθαζόνη αλκοόλη ή δεξαμεθαζόνη 21-ισονικοτινικό ως διάλυμα iv ή im (1 mg/kg bw), ή δεξαμεθαζόνη 21-ισονικοτινικό ως εναιώρημα im (0.1 ή 1 mg/kg bw). Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα προσδιορίστηκαν με HPLC έως και 120 ώρες μετά τη θεραπεία. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής μετά από ενδοφλέβια χορήγηση ήταν 120-140 λεπτά για τις δύο μορφές. Μετά από ενδομυϊκή χορήγηση, η απορρόφηση ήταν ταχεία με μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα στους 30-40 λεπτά για τα δύο διαλύματα. Η βιοδιαθεσιμότητα μετά από ενδομυϊκή χορήγηση ήταν 100% για τη δεξαμεθαζόνη αλκοόλη, αλλά 40% για τη δεξαμεθαζόνη 21-ισονικοτινικό. Μετά από ενδομυϊκή χορήγηση δεξαμεθαζόνης 21-ισονικοτινικού ως εναιώρημα, η δεξαμεθαζόνη δεν ανιχνεύθηκε στο πλάσμα, υποδηλώνοντας μακρά φάση απορρόφησης.
Σε αρουραίους Crl:SD(CD)BR χορηγήθηκε μία εφάπαξ ενδομυϊκή δόση 9 ug, (1,2,4-3H)-δεξαμεθαζόνης/kg bw. Η ραδιενέργεια μετρήθηκε έως και 96 ώρες μετά τη χορήγηση στο πλάσμα (πριν και μετά από λυοφιλοποίηση), στα ούρα, στα κόπρανα και στον εκπνεόμενο αέρα. Η ανταλλαγή τριτίου μετρήθηκε σε αποθηκευμένα ούρα. Οι υψηλότερες συγκεντρώσεις στο πλάσμα παρατηρήθηκαν 6 ώρες μετά τη χορήγηση της δόσης (3,7 ug ισοδύναμα/g), μειώνοντας γρήγορα στη συνέχεια σε 0,15 ug ισοδύναμα/g. Εντός 24 ωρών, το 41% της ραδιενέργειας απεκκρίθηκε στα ούρα. Μετά από 96 ώρες, κατά μέσο όρο το 44% της ραδιενέργειας απεκκρίθηκε. Παρατηρήθηκε ανταλλαγή τριτίου τόσο στο πλάσμα όσο και στα ούρα. Μετά από λυοφιλοποίηση, η μέση απώλεια ραδιενέργειας 96 ώρες μετά τη χορήγηση της δόσης ήταν 87% και 37% στο πλάσμα και τα ούρα, αντίστοιχα.
Σε αρσενικούς αρουραίους Wistar albino χορηγήθηκε 0,23 umol (1,2-3H) δεξαμεθαζόνης/kg bw, ip. Συλλέχθηκαν ούρα και κόπρανα έως και 4 ημέρες μετά τη θεραπεία. Εντός 96 ωρών, το 74% της δόσης απεκκρίθηκε, 30% στα ούρα και 44% στα κόπρανα.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Ολοκληρωμένα) για τη DEXAMETHASONE (11 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
Απορροφάται στο υδατοειδές υγρό, τον κερατοειδή, την ίριδα, το χοριοειδές, το ακτινωτό σώμα και τον αμφιβληστροειδή. Εμφανίζεται συστηματική απορρόφηση, αλλά μπορεί να είναι σημαντική μόνο σε υψηλότερες δόσεις ή σε παρατεταμένη παιδιατρική θεραπεία. /Corticosteroids (Ophthalmic)/
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Η δεξαμεθαζόνη υφίσταται 6-υδροξυλίωση από το CYP3A4 σε 6α- και 6β-υδροξυδεξαμεθαζόνη. Η δεξαμεθαζόνη μεταβολίζεται αναστρέψιμα σε 11-δεϋδροδεξαμεθαζόνη από την ισοένζυμο 2 της στεροειδικής 11-β-δεϋδρογενάσης και μπορεί επίσης να μετατραπεί πίσω σε δεξαμεθαζόνη από την ισοένζυμο 1 της στεροειδικής 11-β-δεϋδρογενάσης.
Σε αρσενικούς αρουραίους Wistar albino χορηγήθηκε (3H)-δεξαμεθαζόνη από το στόμα σε δόση 1,14 nmol/kg bw. Το 31% της χορηγούμενης ραδιενέργειας απεκκρίθηκε στα ούρα εντός 4 ημερών (το μεγαλύτερο μέρος εντός των πρώτων 24 ωρών) ως μη συζευγμένοι μεταβολίτες. Η μη αμετάβλητη δεξαμεθαζόνη αντιπροσώπευε 14%, η 6-υδροξυδεξαμεθαζόνη 7,4%, και η 20-διυδροδεξαμεθαζόνη 1,1% της ραδιενέργειας στα ούρα.
Στα ούρα αρουραίων στους οποίους χορηγήθηκε 0,23 umol/kg bw (1,2-3H)- δεξαμεθαζόνη ip, το 10% της χορηγούμενης ραδιενέργειας συσχετίστηκε με έναν πολικό μεταβολίτη της δεξαμεθαζόνης, πιθανώς 6-υδροξυ-δεξαμεθαζόνη.
Δεν ανιχνεύθηκε μητρική ένωση στα ούρα ασθενών μετά από από του στόματος χορήγηση χαμηλής δόσης δεξαμεθαζόνης (<4 mg/ημέρα) για μερικές εβδομάδες. Ωστόσο, το 60% ανακτήθηκε ως 6-β-υδροξυ-δεξαμεθαζόνη και 5-10% ως 6-β-υδροξυ-20-διυδροδεξαμεθαζόνη. Μετά τη χορήγηση περίπου 15 mg δεξαμεθαζόνης/ημέρα, ο μεταβολισμός έλαβε χώρα μέσω μιας επιπρόσθετης οδού που περιελάμβανε εποξείδωση και επακόλουθη υδρόλυση, οδηγώντας σε σχηματισμό γλυκόλης στον δακτύλιο Α.
Η δεξαμεθαζόνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν 6-άλφα-ΟΗ DEXAMETHASONE και 6-βήτα-ΟΗ DEXAMETHASONE.
Ηπατικός.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Ο μέσος τερματικός χρόνος ημίσειας ζωής ενός δισκίου 20mg από του στόματος είναι 4 ώρες. Μια από του στόματος δόση 1.5mg δεξαμεθαζόνης έχει χρόνο ημίσειας ζωής 6.6±4.3h, ενώ μια ενδομυϊκή δόση 3mg έχει χρόνο ημίσειας ζωής 4.2±1.2h.
190 λεπτά (πλάσμα) /Dexamethasone sodium phosphate/
Σε σκύλους (μικτής φυλής) χορηγήθηκε δεξαμεθαζόνη αλκοόλη ή δεξαμεθαζόνη 21-ισονικοτινικό ως διάλυμα iv ή im (1 mg/kg bw), ή δεξαμεθαζόνη 21-ισονικοτινικό ως εναιώρημα im (0.1 ή 1 mg/kg bw). Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα προσδιορίστηκαν με HPLC έως και 120 ώρες μετά τη θεραπεία. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής μετά από ενδοφλέβια χορήγηση ήταν 120-140 λεπτά για τις δύο μορφές.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ουσίες που μειώνουν ή καταστέλλουν τη ΦΛΕΓΜΟΝΗ.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ναυτίας ή εμέτου.
Μια ομάδα ΚΟΡΤΙΚΟΣΤΕΡΟΕΙΔΩΝ που επηρεάζουν τον μεταβολισμό των υδατανθράκων (ΓΛΥΚΟΝΕΟΓΕΝΕΣΗ, εναπόθεση γλυκογόνου στο ήπαρ, αύξηση ΣΑΚΧΑΡΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ), αναστέλλουν την έκκριση ΑΔΡΕΝΟΚΟΡΤΙΚΟΤΡΟΠΗΣ ΟΡΜΟΝΗΣ και διαθέτουν έντονη αντιφλεγμονώδη δράση. Επίσης, παίζουν ρόλο στον μεταβολισμό λιπών και πρωτεϊνών, στη διατήρηση της αρτηριακής πίεσης, στην τροποποίηση της αντίδρασης του συνδετικού ιστού σε τραυματισμό, στη μείωση του αριθμού των κυκλοφορούντων λεμφοκυττάρων και στη λειτουργία του κεντρικού νευρικού συστήματος.
Αντινεοπλασματικοί παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ορμονοευαίσθητων όγκων. Οι ορμονοευαίσθητοι όγκοι μπορεί να είναι ορμονοεξαρτώμενοι, ορμονοευαίσθητοι ή και οι δύο. Ένας ορμονοεξαρτώμενος όγκος υποχωρεί με την αφαίρεση της ορμονικής διέγερσης, με χειρουργική επέμβαση ή φαρμακολογικό αποκλεισμό. Οι ορμονοευαίσθητοι όγκοι μπορεί να υποχωρήσουν όταν χορηγούνται φαρμακολογικές ποσότητες ορμονών, ανεξάρτητα από το εάν παρατηρήθηκαν προηγουμένως σημάδια ορμονοευαισθησίας. Τα κύρια ορμονοευαίσθητα καρκινώματα περιλαμβάνουν καρκινώματα του μαστού, του προστάτη και του ενδομητρίου. λεμφώματα, και ορισμένες λευχαιμίες. (Από AMA Drug Evaluations Annual 1994, σ.2079)
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
7S5I7G3JQL
DEXAMETHASONE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Κορτικοστεροειδές
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αγωνιστές Υποδοχέων Ορμονών Κορτικοστεροειδών
Η δεξαμεθαζόνη είναι ένα Κορτικοστεροειδές. Ο μηχανισμός δράσης της δεξαμεθαζόνης είναι ως Αγωνιστής Υποδοχέων Ορμονών Κορτικοστεροειδών.
DEXAMETHASONE
Κορτικοστεροειδές [EPC]; Αγωνιστές Υποδοχέων Ορμονών Κορτικοστεροειδών [MoA]
DEXAMETHASONE 1.5 MG
Αγωνιστές Υποδοχέων Ορμονών Κορτικοστεροειδών [MoA]; Κορτικοστεροειδές [EPC]
DEXAMETHASONE INTENSOL
Αγωνιστές Υποδοχέων Ορμονών Κορτικοστεροειδών [MoA]; Κορτικοστεροειδές [EPC]
DEXAMETHASONE OINTMENT
Αγωνιστές Υποδοχέων Ορμονών Κορτικοστεροειδών [MoA]; Κορτικοστεροειδές [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ουσίες που μειώνουν ή καταστέλλουν τη ΦΛΕΓΜΟΝΗ.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ναυτίας ή εμέτου.
Μια ομάδα ΚΟΡΤΙΚΟΣΤΕΡΟΕΙΔΩΝ που επηρεάζουν τον μεταβολισμό των υδατανθράκων (ΓΛΥΚΟΝΕΟΓΕΝΕΣΗ, εναπόθεση γλυκογόνου στο ήπαρ, αύξηση ΣΑΚΧΑΡΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ), αναστέλλουν την έκκριση ΑΔΡΕΝΟΚΟΡΤΙΚΟΤΡΟΠΗΣ ΟΡΜΟΝΗΣ και διαθέτουν έντονη αντιφλεγμονώδη δράση. Επίσης, παίζουν ρόλο στον μεταβολισμό λιπών και πρωτεϊνών, στη διατήρηση της αρτηριακής πίεσης, στην τροποποίηση της αντίδρασης του συνδετικού ιστού σε τραυματισμό, στη μείωση του αριθμού των κυκλοφορούντων λεμφοκυττάρων και στη λειτουργία του κεντρικού νευρικού συστήματος.
Αντινεοπλασματικοί παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ορμονοευαίσθητων όγκων. Οι ορμονοευαίσθητοι όγκοι μπορεί να είναι ορμονοεξαρτώμενοι, ορμονοευαίσθητοι ή και οι δύο. Ένας ορμονοεξαρτώμενος όγκος υποχωρεί με την αφαίρεση της ορμονικής διέγερσης, με χειρουργική επέμβαση ή φαρμακολογικό αποκλεισμό. Οι ορμονοευαίσθητοι όγκοι μπορεί να υποχωρήσουν όταν χορηγούνται φαρμακολογικές ποσότητες ορμονών, ανεξάρτητα από το εάν παρατηρήθηκαν προηγουμένως σημάδια ορμονοευαισθησίας. Τα κύρια ορμονοευαίσθητα καρκινώματα περιλαμβάνουν καρκινώματα του μαστού, του προστάτη και του ενδομητρίου. λεμφώματα, και ορισμένες λευχαιμίες. (Από AMA Drug Evaluations Annual 1994, σ.2079)