THALIDOMIDE
Θαλιδομίδη
**Ενδείξεις** Για την οξεία θεραπεία των δερματικών εκδηλώσεων μέτριου έως σοβαρού οιδήματος εξιδρωματικού οζώδους (ENL). Επίσης για χρήση ως θεραπεία συντήρησης για την πρόληψη και καταστολή των δερματικών εκδηλώσεων της υποτροπής του ENL.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-THALIDOMIDE CELGENE
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Άπαξ ημερησίως κατά την κατάκλιση
- Δόση έναρξης: 200 mg ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Για **περιφερική νευροπάθεια**: Βαθμός 1: Συνεχής παρακολούθηση, μείωση δόσης εάν επιδεινωθούν τα συμπτώματα. Βαθμός 2: Μείωση δόσης ή διακοπή θεραπείας, παρακολούθηση. Εάν δεν βελτιωθεί ή επιδεινωθεί, διακοπή. Εάν αποκατασταθεί σε βαθμό 1 ή καλύτερο, επανέναρξη εάν η σχέση οφέλους/κινδύνου είναι ευνοϊκή. Βαθμός 3 ή 4: Διακοπή θεραπείας. Για **δερματικό εξάνθημα** βαθμού 2-3, εξέταση προσωρινής ή οριστικής διακοπής. Για **αγγειοίδημα, αναφυλακτική αντίδραση, εξάνθημα βαθμού 4, αποφολιδωτικό/πομφολυγώδες εξάνθημα, SJS, ΤΕΝ, DRESS**: Οριστική διακοπή, όχι επανέναρξη. **Γενικά**: Ενδέχεται να απαιτείται καθυστέρηση στη λήψη κάποιας δόσης, μείωση ή διακοπή της δοσολογίας, ανάλογα με το βαθμό NCI CTC για θρομβοεμβολικά επεισόδια, ουδετεροπενία και θρομβοπενία.
-
Ενήλικες (≤ 75 ετών), ANC ≥ 1.500, Αιμοπετάλια ≥ 100.000Δόση200 mg ημερησίωςΣε συνδυασμό με 0,25 mg/kg μελφαλάνης και 2 mg/kg πρεδνιζόνης ημερησίως. Για 42 ημέρες ανά κύκλο.
-
Ενήλικες (≤ 75 ετών), ANC < 1.500 ή Αιμοπετάλια < 100.000 αλλά ≥ 50.000Δόση200 mg ημερησίωςΣε συνδυασμό με 0,125 mg/kg μελφαλάνης και 2 mg/kg πρεδνιζόνης ημερησίως. Για 42 ημέρες ανά κύκλο.
-
Ηλικιωμένοι (> 75 ετών), ANC ≥ 1.500, Αιμοπετάλια ≥ 100.000Δόση100 mg ημερησίωςΣε συνδυασμό με 0,20 mg/kg μελφαλάνης και 2 mg/kg πρεδνιζόνης ημερησίως. Για 42 ημέρες ανά κύκλο.
-
Ηλικιωμένοι (> 75 ετών), ANC < 1.500 ή Αιμοπετάλια < 100.000 αλλά ≥ 50.000Δόση100 mg ημερησίωςΣε συνδυασμό με 0,10 mg/kg μελφαλάνης και 2 mg/kg πρεδνιζόνης ημερησίως. Για 42 ημέρες ανά κύκλο.
-
Ηλικιωμένος πληθυσμός (≤ 75 ετών)Δεν συνιστώνται συγκεκριμένες προσαρμογές της δοσολογίας.
-
Ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργίαΔεν διατίθενται συγκεκριμένες συστάσεις δοσολογίας. Να παρακολουθούνται στενά.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔεν υπάρχει σχετική χρήση για την ένδειξη πολλαπλού μυελώματος.
block
SPC-THALIDOMIDE CELGENE
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη θαλιδομίδη ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1)
-
ΕγκυμοσύνηΠληθυσμόςΓυναίκες
swap_horiz
SPC-THALIDOMIDE CELGENE
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αγχολυτικά, υπνωτικά, αντιψυχωσικά, Η1 αντιϊσταμινικά, οπιούχα, βαρβιτουρικά και οινόπνευμαπροσοχήΑύξηση της κατασταλτικής δράσης
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που προκαλούν νωθρότηταπροσοχήΑύξηση της κατασταλτικής δράσης
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που προκαλούν κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (torsade de pointes), β-αναστολείς ή παράγοντες αντιχολινεστεράσηςπροσοχήΑύξηση του κινδύνου βραδυκαρδίας
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι σχετίζονται με περιφερική νευροπάθεια (π.χ. βινκριστίνη, βορτεζομίμπη)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος περιφερικής νευροπάθειαςΣύστασηΝα χορηγούνται με προσοχή.
-
Ορμονικά αντισυλληπτικάπροσοχήΔεν αλληλεπιδρά με τη φαρμακοκινητική νορεθινδρόνης και αιθυνυλ-οιστραδιόλης. Αυξημένος κίνδυνος φλεβικών θρομβοεμβολών.ΣύστασηΤα συνδυασμένα ορμονικά αντισυλληπτικά δεν συνιστώνται.
-
παρακολούθησηΔεν επηρεάζει το INR σε υγιείς εθελοντές. Κίνδυνος επιταχυνόμενου μεταβολισμού της βαρφαρίνης με συγχορήγηση κορτικοστεροειδών.ΣύστασηΣυνιστάται στενή παρακολούθηση των τιμών INR κατά τη θεραπεία με συνδυασμό θαλιδομίδης και πρεδνιζόνης και κατά τις πρώτες εβδομάδες μετά την ολοκλήρωση.
-
αμελητέαΔεν αλληλεπιδρά φαρμακοκινητικά.
sick
SPC-THALIDOMIDE CELGENE
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Πνευμονία
- Σοβαρές λοιμώξεις
- Θανατηφόρος σηψαιμία
- Σηπτική καταπληξία
- Βρογχίτιδα
- Ιογενείς λοιμώξεις, συμπεριλαμβανομένης της επανενεργοποίησης του ιού έρπητα ζωστήρα και της ηπατίτιδας Β
- Οξεία μυελογενής λευχαιμία
- Μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο
- Ουδετεροπενία
- Λευκοπενία
- Αναιμία
- Λεμφοπενία
- Θρομβοπενία
- Εμπύρετη ουδετεροπενία
- Πανκυτταροπενία
- Σύνδρομο λύσης όγκου
- Υπερευαισθησία
- Αγγειοοίδημα
- Αναφυλακτική αντίδραση
- Αντίδραση στο φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS)
- Κνίδωση
- Τοξικό εξάνθημα
- Εξάνθημα
- Ξηροδερμία
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Λευκοκυτταροκλαστική αγγειίτιδα
- Υποθυρεοειδισμός
- Συγχυτική κατάσταση
- Κατάθλιψη
- Μεταβολή διάθεσης
- Άγχος
- Περιφερική νευροπάθεια
- Τρόμος
- Ζάλη
- Παραισθησία
- Δυσαισθησία
- Υπνηλία
- Σπασμοί
- Μη φυσιολογικός συντονισμός
- Σύνδρομο αναστρέψιμης οπίσθιας εγκεφαλοπάθειας
- Επιδείνωση συμπτωμάτων νόσου Parkinson
- Παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο
- Συγκοπή
- Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
- Ίλιγγος
- Έκπτωση ακουστικής οξύτητας
- Κώφωση
- Καρδιακή ανεπάρκεια
- Βραδυκαρδία
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου
- Κολπική μαρμαρυγή
- Κολποκοιλιακός αποκλεισμός
- Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση
- Υπόταση
- Ορθοστατική υπόταση
- Πνευμονική υπέρταση
- Πνευμονική εμβολή
- Διάμεση πνευμονοπάθεια
- Βρογχοπνευμονοπάθεια
- Δύσπνοια
- Δυσκοιλιότητα
- Εμετός
- Ξηροστομία
- Εντερική απόφραξη
- Γαστρεντερική διάτρηση
- Παγκρεατίτιδα
- Αιμορραγία γαστρεντερικού σωλήνα
- Ναυτία
- Δυσπεψία
- Περιτονίτιδα
- Διάτρηση εκκολπώματος
- Ηπατικές διαταραχές
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Σεξουαλική δυσλειτουργία
- Διαταραχές της εμμήνου ρύσεως
- Αμηνόρροια
- Περιφερικό οίδημα
- Πυρεξία
- Εξασθένιση
- Αίσθημα κακουχίας
- Κόπωση
- Θαμπή όραση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΔυσαισθησίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΖάληΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΛεμφοπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
Πολύ συχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΈκπτωση ακουστικής οξύτηταςΑυτί
-
ΣυχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
ΣυχνέςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΒρογχοπνευμονοπάθειαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΔιάμεση πνευμονοπάθειαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕμετόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕμπύρετη ουδετεροπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΕν τω βάθει φλεβική θρόμβωσηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
ΣυχνέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΚαρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΚώφωσηΑυτί
-
ΣυχνέςΜεταβολή διάθεσηςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΜη φυσιολογικός συντονισμόςΝευρικό
-
ΣυχνέςΜυελοδυσπλαστικό σύνδρομοΑίμα
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΞηροδερμίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟξεία μυελογενής λευχαιμίαΑίμα
-
ΣυχνέςΠανκυτταροπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΠαροδικό ισχαιμικό επεισόδιοΝευρικό
-
ΣυχνέςΠνευμονίαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠνευμονική εμβολήΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
ΣυχνέςΣπασμοίΝευρικό
-
ΣυχνέςΣυγκοπήΝευρικό
-
ΣυχνέςΣυγχυτική κατάστασηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΤοξικό εξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΈμφραγμα του μυοκαρδίουΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιοΝευρικό
-
Όχι συχνέςΒρογχίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΔιάτρηση εκκολπώματοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΕντερική απόφραξηΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΘανατηφόρος σηψαιμίαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΙογενείς λοιμώξεις, συμπεριλαμβανομένης της επανενεργοποίησης του ιού έρπητα ζωστήρα και της ηπατίτιδας ΒΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΚολπική μαρμαρυγήΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΚολποκοιλιακός αποκλεισμόςΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΠεριτονίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΣηπτική καταπληξίαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΣοβαρές λοιμώξειςΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΑγγειοοίδημαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑιμορραγία γαστρεντερικού σωλήναΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΑμηνόρροιαΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΑναφυλακτική αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑντίδραση στο φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS)Ανοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΓαστρεντερική διάτρησηΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΔιαταραχές της εμμήνου ρύσεωςΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΕπιδείνωση συμπτωμάτων νόσου ParkinsonΝευρικό
-
Μη γνωστέςΗπατικές διαταραχέςΉπαρ
-
Μη γνωστέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΛευκοκυτταροκλαστική αγγειίτιδαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΠνευμονική υπέρτασηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΣεξουαλική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο αναστρέψιμης οπίσθιας εγκεφαλοπάθειαςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο λύσης όγκουΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΥποθυρεοειδισμόςΕνδοκρινικό
pregnant_woman
SPC-THALIDOMIDE CELGENE
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιH θαλιδομίδη αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, καθώς και σε γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης εκτός εάν ικανοποιούνται όλες οι προϋποθέσεις του Προγράμματος Πρόληψης Κύησης (βλ. Αντενδείξεις). Η θαλιδομίδη είναι μία ισχυρή τερατογόνος ουσία για τον άνθρωπο, η οποία προκαλεί σε μεγάλη συχνότητα (περίπου 30%) σοβαρές και απειλητικές για τη ζωή συγγενείς ανωμαλίες, όπως: εκτρωμέλεια (λιπομέλεια, φωκομέλεια, ημιμέλεια) των άνω και/ή κάτω άκρων, μικρωτία με ανωμαλία του έξω ακουστικού πόρου (τυφλός ή ανύπαρκτος), βλάβες του μέσου ή έσω ωτός (σπανιότερα), οφθαλμικές βλάβες (ανοφθαλμία, μικροφθαλμία), συγγενείς καρδιοπάθειες, νεφρικές ανωμαλίες. Επίσης έχουν περιγραφεί άλλες σπανιότερες ανωμαλίες. Οι γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική μέθοδο αντισύλληψης για τουλάχιστον 4 εβδομάδες πριν, κατά τη διάρκεια, και 4 εβδομάδες μετά τη θεραπεία. Σε περίπτωση εγκυμοσύνης, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί και η ασθενής να παραπεμφθεί σε ειδικό. Άνδρες ασθενείς πρέπει να χρησιμοποιούν προφυλακτικά καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας, κατά τη διάρκεια διακοπής της δόσης και για τουλάχιστον 7 ημέρες μετά τη διακοπή της θεραπείας, όταν έχουν σεξουαλική επαφή με έγκυο γυναίκα ή γυναίκα με δυνατότητα τεκνοποίησης που δεν χρησιμοποιεί αποτελεσματική αντισύλληψη.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΔεν είναι γνωστό εάν η θαλιδομίδη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν ότι η θαλιδομίδη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Συνεπώς, ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με θαλιδομίδη.
-
ΓονιμότηταΜε προσοχήΜια μελέτη σε κουνέλια δεν κατέδειξε καμία επίδραση στους δείκτες γονιμότητας ανδρών και γυναικών αν και παρατηρήθηκε εκφύλιση των όρχεων στα αρσενικά.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
DrugBank
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-THALIDOMIDE CELGENE
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Η θαλιδομίδη απορροφάται αργά μετά από τη χορήγηση από του στόματος. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα εμφανίζονται 1-5 ώρες μετά τη χορήγηση. Η λήψη μαζί με τροφή καθυστερεί την απορρόφηση αλλά δεν μεταβάλλει τη συνολική έκταση της…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-THALIDOMIDE CELGENE
expand_more
Δοσολογία
Η θεραπεία πρέπει να ξεκινά και να παρακολουθείται υπό την επίβλεψη ιατρών ειδικευμένων στη διαχείριση ανοσορρυθμιστικών ή χημειοθεραπευτικών παραγόντων, με πλήρη κατανόηση των κινδύνων που ενέχει η θεραπεία με θαλιδομίδη και τηρώντας τις απαιτήσεις παρακολούθησης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Δοσολογία
Η συνιστώμενη δόση θαλιδομίδης είναι 200 mg από του στόματος ημερησίως. Πρέπει να εφαρμοστεί ένας μέγιστος αριθμός 12 κύκλων των 6 εβδομάδων (42 ημερών).
Πίνακας 1: Αρχικές δόσεις θαλιδομίδης σε συνδυασμό με μελφαλάνη και πρεδνιζόνη
| Ηλικία (έτη) | ANC* (/µl) | Αριθμός αιμοπεταλίων (/µl) | Θαλιδομίδηα,β | Μελφαλάνηγ,δ,ε | Πρεδνιζόνηστ |
|---|---|---|---|---|---|
| ≤ 75 | ≥ 1.500 | ΚΑΙ ≥ 100.000 | 200 mg ημερησίως | 0,25 mg/kg ημερησίως | 2 mg/kg ημερησίως |
| ≤ 75 | < 1.500 | Ή < 100.000 αλλά ≥ 50.000 | 200 mg ημερησίως | 0,125 mg/kg ημερησίως | 2 mg/kg ημερησίως |
| > 75 | ≥ 1.500 | ΚΑΙ ≥ 100.000 | 100 mg ημερησίως | 0,20 mg/kg ημερησίως | 2 mg/kg ημερησίως |
| > 75 | < 1.500 | Ή < 100.000 αλλά ≥ 50.000 | 100 mg ημερησίως | 0,10 mg/kg ημερησίως | 2 mg/kg ημερησίως |
- ANC: Απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων α Η θαλιδομίδη χορηγείται άπαξ ημερησίως κατά την κατάκλιση τις Ημέρες 1 ως 42 κάθε κύκλου 42-ημερών. β Λόγω της κατασταλτικής επίδρασης που σχετίζεται με την θαλιδομίδη, η χορήγησή της κατά την κατάκλιση είναι γνωστό ότι βελτιώνει γενικά την ανοχή. γ Η μελφαλάνη χορηγείται άπαξ ημερησίως τις Ημέρες 1 ως 4 κάθε κύκλου 42-ημερών. δ Χορήγηση της δόσης μελφαλάνης: μείωση κατά 50% για μέτρια (κάθαρση κρεατινίνης: ≥ 30 αλλά < 50 ml/λεπτό) ή σοβαρή (CrCl: < 30ml/λεπτό) νεφρική ανεπάρκεια ε Μέγιστη ημερήσια δόση μελφαλάνης: 24 mg (άτομα ηλικίας ≤ 75 ετών) ή 20 mg (άτομα ηλικίας > 75 ετών). στ Η πρεδνιζόνη χορηγείται άπαξ ημερησίως τις Ημέρες 1 ως 4 κάθε κύκλου 42 ημερών.
Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για τα εξής: θρομβοεμβολικά επεισόδια, περιφερική νευροπάθεια, σοβαρές δερματικές αντιδράσεις, βραδυκαρδία, συγκοπή, υπνηλία, ουδετεροπενία και θρομβοπενία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες). Ενδέχεται να απαιτείται καθυστέρηση στη λήψη κάποιας δόσης, μείωση ή διακοπή της δοσολογίας, ανάλογα με το βαθμό NCI CTC (Κοινά κριτήρια τοξικότητας Εθνικού Ινστιτούτου για τον Καρκίνο). Εάν έχουν παρέλθει λιγότερες από 12 ώρες από την παράλειψη μιας δόσης, ο ασθενής μπορεί να λάβει τη δόση. Εάν έχουν παρέλθει περισσότερες από 12 ώρες από την παράλειψη μιας δόσης στην κανονική της ώρα, ο ασθενής δε θα πρέπει να λάβει τη δόση, αλλά να λάβει την επόμενη δόση την κανονική ώρα, την επόμενη ημέρα.
Θρομβοεμβολικά επεισόδια
Προληπτική αντιθρομβωτική αγωγή θα πρέπει να χορηγείται για τουλάχιστον τους πρώτους 5 μήνες της θεραπείας, ειδικά σε ασθενείς με πρόσθετους παράγοντες κινδύνου θρόμβωσης. Θα πρέπει να συνιστάται η χορήγηση προληπτικών αντιθρομβωτικών φαρμακευτικών προϊόντων, όπως ηπαρίνες μικρού μοριακού βάρους ή βαρφαρίνη. Η απόφαση χορήγησης αντιθρομβωτικής προληπτικής αγωγής θα πρέπει να λαμβάνεται μετά από προσεκτική αξιολόγηση των υποκείμενων παραγόντων κινδύνου σε κάθε ασθενή (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις, Αλληλεπιδράσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες). Εάν ο ασθενής παρουσιάσει θρομβοεμβολικά επεισόδια, θα πρέπει να διακοπεί η θεραπεία και να ξεκινήσει τυπική αντιπηκτική θεραπεία. Μετά τη σταθεροποίηση του ασθενή που υποβλήθηκε σε αντιπηκτική αγωγή και την αντιμετώπιση τυχόν επιπλοκών του θρομβοεμβολικού επεισοδίου, η θεραπεία με θαλιδομίδη μπορεί να ξεκινήσει εκ νέου με την αρχική δοσολογία ανάλογα με την αξιολόγηση της σχέσης του οφέλους προς τους πιθανούς κινδύνους. Ο ασθενής θα πρέπει να συνεχίσει να λαμβάνει αντιπηκτική αγωγή κατά τη διάρκεια της θεραπείας με θαλιδομίδη.
Ουδετεροπενία
Ο αριθμός και ο διαφορικός τύπος των λευκοκυττάρων του αίματος θα πρέπει να παρακολουθούνται σε συνεχή βάση, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της ογκολογίας, ειδικά σε ασθενείς που μπορεί να είναι περισσότερο επιρρεπείς σε ουδετεροπενία. Ενδέχεται να απαιτείται καθυστέρηση στη λήψη κάποιας δόσης, μείωση ή διακοπή της δοσολογίας, ανάλογα με το βαθμό NCI CTC.
Θρομβοπενία
Ο αριθμός των αιμοπεταλίων θα πρέπει να παρακολουθείται σε συνεχή βάση, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της ογκολογίας. Ενδέχεται να απαιτείται καθυστέρηση στη λήψη κάποιας δόσης, μείωση ή διακοπή της δοσολογίας, ανάλογα με το βαθμό NCI CTC.
Περιφερική νευροπάθεια
Οι τροποποιήσεις της δοσολογίας λόγω περιφερικής νευροπάθειας περιγράφονται στον Πίνακα 2.
Πίνακας 2: Συνιστώμενες τροποποιήσεις της δόσης σε περιπτώσεις νευροπάθειας σχετιζόμενης με θαλιδομίδη κατά τη θεραπεία πρώτης γραμμής για πολλαπλό μυέλωμα
| Σοβαρότητα νευροπάθειας | Τροποποίηση δόσης και σχήμα |
|---|---|
| Βαθμός 1 (παραισθησία, αδυναμία και/ή απώλεια αντανακλαστικών) χωρίς απώλεια λειτουργικότητας | Συνεχίστε την παρακολούθηση του ασθενή με κλινική εξέταση. Εξετάστε το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης εάν επιδεινωθούν τα συμπτώματα. Ωστόσο, η μείωση της δόσης δεν ακολουθείται απαραίτητα από βελτίωση των συμπτωμάτων. |
| Βαθμός 2 (επίπτωση στη λειτουργικότητα αλλά όχι στις καθημερινές δραστηριότητες) | Μειώστε τη δόση ή διακόψτε τη θεραπεία και συνεχίστε να παρακολουθείτε τον ασθενή με κλινική και νευρολογική εξέταση. Σε περίπτωση μη βελτίωσης ή συνεχούς επιδείνωσης της νευροπάθειας, διακόψτε τη θεραπεία. Σε περίπτωση αποκατάστασης της νευροπάθειας σε βαθμού 1 ή καλύτερου, η θεραπεία μπορεί να ξεκινήσει εκ νέου, εφόσον η σχέση οφέλους/κινδύνου είναι ευνοϊκή. |
| Βαθμός 3 (επίπτωση στις καθημερινές δραστηριότητες) | Διακόψτε τη θεραπεία. |
| Βαθμός 4 (νευροπάθεια, η οποία προκαλεί αναπηρία) | Διακόψτε τη θεραπεία. |
Αλλεργικές αντιδράσεις και σοβαρές δερματικές αντιδράσεις
Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο προσωρινής ή οριστικής διακοπής της θαλιδομίδης σε περίπτωση δερματικού εξανθήματος βαθμού 2-3. Η θαλιδομίδη πρέπει να διακόπτεται οριστικά σε περίπτωση αγγειοιδήματος, αναφυλακτικής αντίδρασης, εξανθήματος βαθμού 4, αποφολιδωτικού ή πομφολυγώδους εξανθήματος, ή εάν υπάρχει υποψία για σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS), τοξική επιδερμική νεκρόλυση (ΤΕΝ) ή αντίδραση στο φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (drug reaction with eosinophilia and systemic symptoms, DRESS), και δεν θα πρέπει να ξεκινάει εκ νέου η χρήση της μετά την οριστική διακοπή λόγω αυτών των αντιδράσεων.
Ηλικιωμένος πληθυσμός
Δεν συνιστώνται συγκεκριμένες προσαρμογές της δοσολογίας για τους ηλικιωμένους ηλικίας ≤ 75 ετών. Για ασθενείς ηλικίας > 75 ετών, η συνιστώμενη δόση έναρξης θαλιδομίδης είναι 100 mg την ημέρα. Η αρχική δόση μελφαλάνης μειώνεται για ηλικιωμένα άτομα > 75 ετών λαμβάνοντας υπόψη το αρχικό απόθεμα μυελού των οστών και τη νεφρική λειτουργία. Η συνιστώμενη δόση έναρξης της μελφαλάνης είναι 0,1 έως 0,2 mg/kg ημερησίως ανάλογα με το απόθεμα μυελού των οστών και με μια επιπλέον μείωση της δόσης 50% στην περίπτωση μέτριας (κάθαρση κρεατινίνης: ≥ 30 αλλά < 50 ml/λεπτό) ή σοβαρής (CrCl: < 30 ml/λεπτό) νεφρικής ανεπάρκειας. Η μέγιστη ημερήσια δόση μελφαλάνης είναι 20 mg σε ασθενείς ηλικίας > 75 ετών (βλ. Πίνακα 1).
Ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία
Το Thalidomide BMS δεν έχει μελετηθεί επισήμως σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική ή ηπατική λειτουργία. Δεν διατίθενται συγκεκριμένες συστάσεις δοσολογίας για τους εν λόγω πληθυσμούς ασθενών. Ασθενείς με σοβαρή ανεπάρκεια οργάνων θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για τυχόν ανεπιθύμητες αντιδράσεις.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Δεν υπάρχει σχετική χρήση του Thalidomide BMS στον παιδιατρικό πληθυσμό για την ένδειξη πολλαπλού μυελώματος.
Τρόπος χορήγησης
Το Thalidomide BMS θα πρέπει να λαμβάνεται εφάπαξ πριν από την κατάκλιση, προκειμένου να περιοριστεί η επίδραση υπνηλίας. Τα καψάκια δεν θα πρέπει να ανοίγονται ή να θρυμματίζονται (βλ. παράγραφο 6.6). Για την αφαίρεση του καψακίου από την κυψέλη συνιστάται να πιέζεται μόνο στο ένα άκρο του, μειώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τον κίνδυνο παραμόρφωσης ή θραύσης του καψακίου.
block
Αντενδείξεις
SPC-THALIDOMIDE CELGENE
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη θαλιδομίδη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Γυναίκες που είναι έγκυες (βλ. Κύηση και γαλουχία).
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-THALIDOMIDE CELGENE
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Η θαλιδομίδη αποτελεί ασθενές υπόστρωμα για τα ισοένζυμα του κυτοχρώματος P450 και συνεπώς δεν είναι πιθανό να προκαλέσει κλινικώς σημαντικές αλληλεπιδράσεις με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι αναστολείς ή/και επαγωγείς αυτού του συστήματος ενζύμων. Η μη-ενζυματική υδρόλυση της θαλιδομίδης, που είναι ο κύριος μηχανισμός κάθαρσης υποδεικνύει ότι η πιθανότητα αλληλεπίδρασης φαρμάκου-φαρμάκου με τη θαλιδομίδη είναι χαμηλή.
Αύξηση της κατασταλτικής δράσης άλλων φαρμακευτικών προϊόντων
Η θαλιδομίδη έχει κατασταλτικές ιδιότητες και, συνεπώς, μπορεί να αυξήσει την καταστολή που προκαλούν τα αγχολυτικά, υπνωτικά, αντιψυχωσικά, Η1 αντιϊσταμινικά, οπιούχα, βαρβιτουρικά και το οινόπνευμα. Προσοχή απαιτείται όταν η θαλιδομίδη χορηγείται σε συνδυασμό με φαρμακευτικά προϊόντα που προκαλούν νωθρότητα.
Βραδυκαρδία
Η θαλιδομίδη ενδέχεται να προκαλέσει βραδυκαρδία και επομένως απαιτείται προσοχή κατά την ταυτόχρονη χορήγηση φαρμακευτικών προϊόντων με την ίδια φαρμακοδυναμική επίδραση, όπως δραστικές ουσίες που είναι γνωστό ότι προκαλούν κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (torsade de pointes), β-αναστολείς ή παράγοντες αντιχολινεστεράσης.
Φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι προκαλούν περιφερική νευροπάθεια
Τα φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι σχετίζονται με την περιφερική νευροπάθεια (π.χ. βινκριστίνη και βορτεζομίμπη) πρέπει να χορηγούνται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν θαλιδομίδη.
Ορμονικά αντισυλληπτικά
Η θαλιδομίδη δεν αλληλεπιδρά με ορμονικά αντισυλληπτικά. Σε 10 υγιείς γυναίκες μελετήθηκαν τα φαρμακοκινητικά προφίλ της νορεθινδρόνης και της αιθυνυλ-οιστραδιόλης μετά τη χορήγηση μίας δόσης που περιείχε 1,0 mg οξικής νορεθινδρόνης και 0,75 mg αιθυνυλ-οιστραδιόλης. Τα αποτελέσματα ήταν παρόμοια με ή χωρίς συγχορήγηση θαλιδομίδης 200 mg/ημέρα σε σταθερά επίπεδα. Ωστόσο, τα συνδυασμένα ορμονικά αντισυλληπτικά δεν συνιστώνται λόγω του αυξημένου κινδύνου φλεβικών θρομβοεμβολών.
Βαρφαρίνη
Η χορήγηση πολλαπλών δόσεων 200 mg θαλιδομίδης ημερησίως για διάστημα 4 ημερών δεν είχε καμία επίδραση στη διεθνή ομαλοποιημένη σχέση (INR) σε υγιείς εθελοντές. Ωστόσο, λόγω του αυξημένου κινδύνου θρόμβωσης σε ασθενείς με καρκίνο και του πιθανώς επιταχυνόμενου μεταβολισμού της βαρφαρίνης κατά τη συγχορήγηση με κορτικοστεροειδή, συνιστάται η στενή παρακολούθηση των τιμών των διεθνών ομαλοποιημένων σχέσεων (INR) κατά τη θεραπεία με συνδυασμό θαλιδομίδης και πρεδνιζόνης καθώς και κατά τις πρώτες εβδομάδες μετά την ολοκλήρωση των θεραπειών αυτών.
Διγοξίνη
Η θαλιδομίδη δεν αλληλεπιδρά με τη διγοξίνη. Σε 18 υγιείς άνδρες εθελοντές, η χορήγηση πολλαπλών δόσεων 200 mg θαλιδομίδης δεν είχε εμφανή επίδραση στη φαρμακοκινητική μίας δόσης διγοξίνης. Επιπλέον, η χορήγηση μίας δόσης 0,5 mg διγοξίνης δεν είχε εμφανή επίδραση στη φαρμακοκινητική της θαλιδομίδης. Δεν είναι γνωστό εάν η επίδραση θα είναι διαφορετική σε ασθενείς με πολλαπλό μυέλωμα.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-THALIDOMIDE CELGENE
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας
Οι περισσότεροι ασθενείς που λαμβάνουν θαλιδομίδη αναμένεται να εμφανίσουν ανεπιθύμητες αντιδράσεις.
Οι συνηθέστερες ανεπιθύμητες αντιδράσεις που συνδέονται με τη λήψη θαλιδομίδης σε συνδυασμό με μελφαλάνη και πρεδνιζόνη είναι οι εξής: ουδετεροπενία, λευκοπενία, δυσκοιλιότητα, υπνηλία, παραισθησία, περιφερική νευροπάθεια, αναιμία, λεμφοπενία, θρομβοπενία, ζάλη, δυσαισθησία, τρόμο και περιφερικό οίδημα.
Εκτός από τις ανεπιθύμητες ενέργειες που περιγράφονται παραπάνω, η θαλιδομίδη σε συνδυασμό με δεξαμεθαζόνη σε άλλες κλινικές μελέτες είχε σαν αποτέλεσμα την πολύ συχνή ανεπιθύμητη αντίδραση της κόπωσης· συχνές ανεπιθύμητες αντιδράσεις όπως παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο, συγκοπή, ίλιγγο, υπόταση, μεταβολή της διάθεσης, άγχος, θαμπή όραση, ναυτία και δυσπεψία, και όχι συχνές ανεπιθύμητες αντιδράσεις όπως αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, διάτρηση εκκολπώματος, περιτονίτιδα, ορθοστατική υπόταση και βρογχίτιδα.
Οι κλινικά πιο σημαντικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις που σχετίζονται με τη λήψη θαλιδομίδης σε συνδυασμό με μελφαλάνη και πρεδνιζόνη ή δεξαμεθαζόνη περιλαμβάνουν: εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση και πνευμονική εμβολή, περιφερική νευροπάθεια, σοβαρές δερματικές αντιδράσεις συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Stevens-Johnson, τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης και αντίδρασης στο φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα, συγκοπή, βραδυκαρδία και ζάλη (βλ. Δοσολογία, Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις).
Πίνακας ανεπιθύμητων αντιδράσεων
Ο Πίνακας 3 περιέχει μόνο τις ανεπιθύμητες αντιδράσεις για τις οποίες διαπιστώθηκε τεκμηριωμένη αιτιολογική σχέση με τη θεραπεία με το συγκεκριμένο φαρμακευτικό προϊόν και οι οποίες παρατηρήθηκαν στη βασική μελέτη και από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του προϊόντος. Οι συχνότητες που παρέχονται βασίζονται σε παρατηρήσεις που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο μιας βασικής συγκριτικής κλινικής μελέτης με σκοπό τη διερεύνηση της επίδρασης της θαλιδομίδης κατά τη συγχορήγηση με μελφαλάνη και πρεδνιζόνη σε ασθενείς με πολλαπλό μυέλωμα, για το οποίο δεν έχουν λάβει θεραπεία.
Οι συχνότητες εμφάνισης καθορίζονται ως:
- Πολύ συχνές (≥ 1/10)
- Συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10)
- Όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100)
- Σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000)
- Πολύ σπάνιες (< 1/10.000)
- Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Πίνακας 3: Ανεπιθύμητες αντιδράσεις φαρμάκου (ADRs) που αναφέρθηκαν στη βασική κλινική μελέτη με θαλιδομίδη σε συνδυασμό με μελφαλάνη και πρεδνιζόνη και από τη χρήση μετά την κυκλοφορία του προϊόντος
| Κατηγορία/οργανικό σύστημα | Συχνότητα | Ανεπιθύμητη αντίδραση |
|---|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Συχνές | Πνευμονία |
| Όχι συχνές | Σοβαρές λοιμώξεις (π.χ. θανατηφόρος σηψαιμία, συμπεριλαμβανομένης της σηπτικής καταπληξίας)†, ιογενείς λοιμώξεις, συμπεριλαμβανομένης της επανενεργοποίησης του ιού έρπητα ζωστήρα και της ηπατίτιδας Β† | |
| Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες) | Συχνές | Οξεία μυελογενής λευχαιμία*,^, Μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο*,^ |
| Μη γνωστές | Σύνδρομο λύσης όγκου† | |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Πολύ συχνές | Ουδετεροπενία, λευκοπενία, αναιμία, λεμφοπενία, θρομβοπενία |
| Συχνές | Εμπύρετη ουδετεροπενία†, πανκυτταροπενία† | |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Μη γνωστές | Αλλεργικές αντιδράσεις (υπερευαισθησία, αγγειοοίδημα, αναφυλακτική αντίδραση, κνίδωση) † |
| Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος | Μη γνωστές | Υποθυρεοειδισμός† |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Συχνές | Συγχυτική κατάσταση, κατάθλιψη |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Πολύ συχνές | Περιφερική νευροπάθεια *, τρόμος, ζάλη, παραισθησία, δυσαισθησία, υπνηλία |
| Συχνές | Σπασμοί†, μη φυσιολογικός συντονισμός | |
| Μη γνωστές | Σύνδρομο αναστρέψιμης οπίσθιας εγκεφαλοπάθειας (PRES)*,†, επιδείνωση των συμπτωμάτων της νόσου του Parkinson† | |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | Συχνές | Έκπτωση της ακουστικής οξύτητας ή κώφωση† |
| Καρδιακές διαταραχές | Συχνές | Καρδιακή ανεπάρκεια, βραδυκαρδία |
| Όχι συχνές | Έμφραγμα του μυοκαρδίου†, κολπική μαρμαρυγή†, κολποκοιλιακός αποκλεισμός† | |
| Αγγειακές διαταραχές | Συχνές | Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση* |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Συχνές | Πνευμονική εμβολή*, διάμεση πνευμονοπάθεια, βρογχοπνευμονοπάθεια, δύσπνοια |
| Μη γνωστές | Πνευμονική υπέρταση† | |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Πολύ συχνές | Δυσκοιλιότητα |
| Συχνές | Εμετός, ξηροστομία | |
| Όχι συχνές | Εντερική απόφραξη† | |
| Μη γνωστές | Γαστρεντερική διάτρηση†, παγκρεατίτιδα†, αιμορραγία του γαστρεντερικού σωλήνα† | |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Μη γνωστές | Ηπατικές διαταραχές† |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Συχνές | Τοξικό εξάνθημα δέρματος, εξάνθημα, ξηροδερμία |
| Μη γνωστές | Σύνδρομο Stevens-Johnson*,†, τοξική επιδερμική νεκρόλυση*,†, αντίδραση στο φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα*,†, λευκοκυτταροκλαστική αγγειίτιδα† | |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Συχνές | Νεφρική ανεπάρκεια† |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Μη γνωστές | Σεξουαλική δυσλειτουργία†, διαταραχές της εμμήνου ρύσεως συμπεριλαμβανομένης της αμηνόρροιας† |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Πολύ συχνές | Περιφερικό οίδημα |
| Συχνές | Πυρεξία, εξασθένιση, αίσθημα κακουχίας |
- βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων αντιδράσεων † ταυτοποιήθηκαν από δεδομένα που προέκυψαν μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά ^ Οξεία μυελογενής λευχαιμία και μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο αναφέρθηκαν σε μία κλινική μελέτη σε ασθενείς με πολλαπλό μυέλωμα που δεν έχουν λάβει προηγούμενη θεραπεία, οι οποίοι έλαβαν το συνδυασμό μελφαλάνης, πρεδνιζόνης και θαλιδομίδης (MPT)
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων αντιδράσεων
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
Οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις που σχετίζονται με αιματολογικές διαταραχές παρέχονται συγκριτικά με το συγκρινόμενο φάρμακο, καθώς το συγκρινόμενο φάρμακο επηρεάζει σημαντικά τις διαταραχές αυτές (Πίνακας 4).
Πίνακας 4: Σύγκριση αιματολογικών διαταραχών για τους συνδυασμούς μελφαλάνης, πρεδνιζόνης (MP) και μελφαλάνης, πρεδνιζόνης, θαλιδομίδης (MPT) στη μελέτη IFM 99-06 (βλ. Φαρμακοδυναμικές)
| n (% ασθενών) | MP (n=193) Βαθμοί 3 και 4* | MPT (n=124) Βαθμοί 3 και 4* |
|---|---|---|
| Ουδετεροπενία | 57 (29,5) | 53 (42,7) |
| Λευκοπενία | 32 (16,6) | 32 (25,8) |
| Αναιμία | 28 (14,5) | 17 (13,7) |
| Λεμφοπενία | 14 (7,3) | 15 (12,1) |
| Θρομβοπενία | 19 (9,8) | 14 (11,3) |
- Κριτήρια του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (WHO) Επιπρόσθετες ανεπιθύμητες αντιδράσεις από την εμπειρία που προκύπτει μετά την κυκλοφορία της θαλιδομίδης στην αγορά και οι οποίες δεν διαφαίνονται στη βασική μελέτη περιλαμβάνουν εμπύρετη ουδετεροπενία και πανκυτταροπενία.
Τερατογόνος δράση
Ο κίνδυνος ενδομήτριου θανάτου ή σοβαρών συγγενών ανωμαλιών, κυρίως φωκομέλειας, είναι εξαιρετικά υψηλός. Η θαλιδομίδη δεν πρέπει να χορηγείται σε οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της κύησης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Κύηση και γαλουχία).
Φλεβικά και αρτηριακά θρομβοεμβολικά επεισόδια
Έχει αναφερθεί αυξημένος κίνδυνος φλεβικής θρομβοεμβολής (όπως εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης και πνευμονικής εμβολής) και αρτηριακής θρομβοεμβολής (όπως έμφραγμα του μυοκαρδίου και αγγειοεγκεφαλικό επεισόδιο) σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με θαλιδομίδη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Περιφερική νευροπάθεια
Η περιφερική νευροπάθεια είναι μια πολύ συνήθης, δυνητικά σοβαρή ανεπιθύμητη αντίδραση στη θεραπεία με θαλιδομίδη, η οποία μπορεί να προκαλέσει μη αναστρέψιμη βλάβη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Η περιφερική νευροπάθεια εμφανίζεται γενικά έπειτα από χρόνια λήψη του φαρμάκου για χρονικό διάστημα μηνών. Ωστόσο έχουν αναφερθεί και περιπτώσεις εμφάνισής της έπειτα από σχετικά βραχυχρόνια χορήγηση. Η συχνότητα εμφάνισης των επεισοδίων νευροπάθειας που οδηγούν σε διακοπή της θεραπείας ή μείωση της δόσης αυξάνει ανάλογα με την αθροιστική δόση και τη διάρκεια της θεραπείας. Τα συμπτώματα μπορεί να εμφανιστούν λίγο μετά τη διακοπή της θεραπείας με θαλιδομίδη και να υποχωρήσουν αργά ή και καθόλου.
Σύνδρομο αναστρέψιμης οπίσθιας εγκεφαλοπάθειας (PRES)/ Σύνδρομο αναστρέψιμης οπίσθιας λευκοεγκεφαλοπάθειας (RPLS)
Έχουν αναφερθεί περιστατικά PRES/RPLS. Στα σημεία και συμπτώματα περιλαμβάνονταν οπτική διαταραχή, κεφαλαλγία, σπασμοί και αλλαγή της νοητικής κατάστασης, με ή χωρίς σχετιζόμενη υπέρταση. Η διάγνωση του PRES/RPLS απαιτεί επιβεβαίωση με απεικόνιση του εγκεφάλου. Η πλειοψηφία των αναφερόμενων περιστατικών είχε αναγνωρισμένους παράγοντες κινδύνου για PRES/RPLS, συμπεριλαμβανομένων της υπέρτασης, νεφρικής δυσλειτουργίας και ταυτόχρονης χρήσης υψηλής δόσης κορτικοστεροειδών και/ή χημειοθεραπείας.
Οξεία μυελογενής λευχαιμία (AML) και μυελοδυσπλαστικά σύνδρομα (MDS)
Αναφέρθηκαν AML και MDS σε μία κλινική μελέτη, σε ασθενείς με πολλαπλό μυέλωμα που δεν έχουν λάβει προηγούμενη θεραπεία, οι οποίοι έλαβαν το συνδυασμό μελφαλάνης, πρεδνιζόνης και θαλιδομίδης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Αλλεργικές αντιδράσεις και σοβαρές δερματικές αντιδράσεις
Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις αλλεργικών αντιδράσεων συμπεριλαμβανομένων αγγειοοιδήματος, αναφυλακτικής αντίδρασης και σοβαρών δερματικών αντιδράσεων, συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Stevens-Johnson, των ΤΕΝ και DRESS με τη λήψη θεραπείας με θαλιδομίδη. Εάν υπάρχει υποψία αγγειοοιδήματος, αναφυλακτικής αντίδρασης, συνδρόμου Stevens-Johnson, ΤΕΝ ή DRESS, δεν θα πρέπει να ξεκινήσει εκ νέου η χρήση της θαλιδομίδης (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ηλικιωμένος πληθυσμός
Το προφίλ των ανεπιθύμητων ενεργειών που αναφέρθηκε σε ασθενείς ηλικίας > 75 ετών στους οποίους χορηγήθηκε θεραπευτική αγωγή με θαλιδομίδη 100 mg άπαξ ημερησίως ήταν παρόμοιο με το προφίλ των ανεπιθύμητων ενεργειών που παρατηρήθηκε σε ασθενείς ηλικίας ≤ 75 ετών στους οποίους χορηγήθηκε θαλιδομίδη 200 mg άπαξ ημερησίως (βλ. Πίνακα 3). Ωστόσο, ασθενείς ηλικίας > 75 ετών διατρέχουν δυνητικά κίνδυνο για υψηλότερη συχνότητα σοβαρών ανεπιθύμητων αντιδράσεων.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-THALIDOMIDE CELGENE
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης/Αντισύλληψη σε άνδρες και γυναίκες
Οι γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική μέθοδο αντισύλληψης για τουλάχιστον 4 εβδομάδες πριν από την έναρξη της θεραπείας, κατά τη διάρκεια της θεραπείας, καθώς και κατά τη διάρκεια διακοπών της δόσης, και για έως και τουλάχιστον 4 εβδομάδες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας με θαλιδομίδη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Σε περίπτωση εγκυμοσύνης σε γυναίκα που έχει υποβληθεί σε θεραπεία με θαλιδομίδη, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί αμέσως και η ασθενής πρέπει να παραπεμφθεί σε γιατρό ειδικευμένο ή πεπειραμένο στις διαμαρτίες διάπλασης για αξιολόγηση και καθοδήγηση.
Η θαλιδομίδη ανιχνεύεται στο σπέρμα και επομένως, για λόγους προφύλαξης, όλοι οι άνδρες ασθενείς πρέπει να χρησιμοποιούν προφυλακτικά καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας, κατά τη διάρκεια διακοπής της δόσης και για τουλάχιστον 7 ημέρες μετά τη διακοπή της θεραπείας, όταν έχουν σεξουαλική επαφή με έγκυο γυναίκα ή γυναίκα με δυνατότητα τεκνοποίησης που δεν χρησιμοποιεί αποτελεσματική αντισύλληψη. Αυτό ισχύει ακόμα και αν ο άνδρας έχει υποβληθεί σε εκτομή σπερματικού πόρου.
Σε περίπτωση εγκυμοσύνης της συντρόφου ενός άνδρα ασθενή που λαμβάνει θαλιδομίδη, η σύντροφος πρέπει να παραπεμφθεί σε γιατρό ειδικευμένο ή πεπειραμένο στις διαμαρτίες διάπλασης για αξιολόγηση και καθοδήγηση.
Κύηση
H θαλιδομίδη αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, καθώς και σε γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης εκτός εάν ικανοποιούνται όλες οι προϋποθέσεις του Προγράμματος Πρόληψης Κύησης (βλ. Αντενδείξεις).
Η θαλιδομίδη είναι μία ισχυρή τερατογόνος ουσία για τον άνθρωπο, η οποία προκαλεί σε μεγάλη συχνότητα (περίπου 30%) σοβαρές και απειλητικές για τη ζωή συγγενείς ανωμαλίες, όπως: εκτρωμέλεια (λιπομέλεια, φωκομέλεια, ημιμέλεια) των άνω και/ή κάτω άκρων, μικρωτία με ανωμαλία του έξω ακουστικού πόρου (τυφλός ή ανύπαρκτος), βλάβες του μέσου ή έσω ωτός (σπανιότερα), οφθαλμικές βλάβες (ανοφθαλμία, μικροφθαλμία), συγγενείς καρδιοπάθειες, νεφρικές ανωμαλίες. Επίσης έχουν περιγραφεί άλλες σπανιότερες ανωμαλίες.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η θαλιδομίδη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν ότι η θαλιδομίδη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Συνεπώς, ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με θαλιδομίδη.
Γονιμότητα
Μια μελέτη σε κουνέλια δεν κατέδειξε καμία επίδραση στους δείκτες γονιμότητας ανδρών και γυναικών αν και παρατηρήθηκε εκφύλιση των όρχεων στα αρσενικά.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-THALIDOMIDE CELGENE
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Η θαλιδομίδη απορροφάται αργά μετά από τη χορήγηση από του στόματος. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα εμφανίζονται 1-5 ώρες μετά τη χορήγηση. Η λήψη μαζί με τροφή καθυστερεί την απορρόφηση αλλά δεν μεταβάλλει τη συνολική έκταση της απορρόφησης.
Κατανομή
Η δέσμευση των εναντιομερών (+)-(R) και (-)-(S) στις πρωτεΐνες πλάσματος ήταν 55% και 65% αντίστοιχα. Η θαλιδομίδη εντοπίζεται στο σπέρμα ανδρών ασθενών σε επίπεδα παρόμοια με τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Η κατανομή της θαλιδομίδης δεν επηρεάζεται σε οποιοδήποτε σημαντικό βαθμό από την ηλικία, το φύλο, τη νεφρική λειτουργία και τις χημικές μεταβλητές του αίματος.
Βιομετασχηματισμός
Η θαλιδομίδη μεταβολίζεται σχεδόν αποκλειστικά μέσω μη-ενζυματικής υδρόλυσης. Στο πλάσμα, η αμετάβλητη θαλιδομίδη αντιπροσωπεύει το 80% των συνιστωσών στην κυκλοφορία. Η αμετάβλητη θαλιδομίδη ήταν μια ελάσσονα συνιστώσα (< 3% της δόσης) στα ούρα. Επιπρόσθετα με τη θαλιδομίδη, προϊόντα υδρόλυσης Ν-(o-καρβοξυβενζοϋλ) γλουταριμίδη και φθαλοϋλ ισογλουταμίνη που σχηματίζονται μέσω μη-ενζυματικών διαδικασιών, είναι επίσης παρόντα στο πλάσμα και κυρίως στα ούρα. Ο οξειδωτικός μεταβολισμός δεν συμβάλλει σημαντικά στο συνολικό μεταβολισμό της θαλιδομίδης. Ο βαθμός ηπατικού μεταβολισμού της θαλιδομίδης μέσω του κυτοχρώματος P450 είναι ελάχιστος. Υπάρχουν δεδομένα in vitro που υποδηλώνουν ότι η πρεδνιζόνη μπορεί να προκαλέσει αύξηση της επαγωγής ενζύμων που θα μπορούσε να μειώσει τη συστηματική έκθεση σε συγχορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα. O in vivo συσχετισμός αυτών των ευρημάτων είναι άγνωστος.
Αποβολή
Ο μέσος χρόνος ημιζωής αποβολής της θαλιδομίδης στο πλάσμα μετά από μεμονωμένες από του στόματος δόσεις μεταξύ 50 mg και 400 mg ήταν 5,5 έως 7,3 ώρες. Μετά από εφάπαξ χορήγηση 400 mg από του στόματος ραδιοσεσημασμένης θαλιδομίδης, η συνολική μέση ανάκτηση ήταν 93,6% της χορηγηθείσας δόσης μέχρι την Ημέρα 8. Το μεγαλύτερο μέρος της ραδιενεργού δόσης απεκκρίθηκε εντός 48 ωρών κατόπιν χορήγησης της δόσης. Η κύρια οδός απέκκρισης ήταν μέσω των ούρων (> 90%) ενώ η αποβολή μέσω των κοπράνων ήταν ελάσσονος σημασίας. Υπάρχει μια γραμμική σχέση ανάμεσα στο σωματικό βάρος και την εκτιμώμενη κάθαρση της θαλιδομίδης. Σε ασθενείς με πολλαπλό μυέλωμα σωματικού βάρους από 47-133 kg, η κάθαρση της θαλιδομίδης κυμάνθηκε από περίπου 6 L/h -12 L/h, αντιπροσωπεύοντας μια αύξηση στην κάθαρση της θαλιδομίδης της τάξεως του 0,621 L/h ανά 10 kg αύξησης σωματικού βάρους.
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
Η συνολική συστηματική έκθεση (AUC) είναι ανάλογη της δόσης σε συνθήκες μεμονωμένων δόσεων. Δεν έχει παρατηρηθεί εξάρτηση των φαρμακοκινητικών ιδιοτήτων από το χρόνο.
Ηπατική και νεφρική δυσλειτουργία
Ο βαθμός μεταβολισμού της θαλιδομίδης από το σύστημα του ηπατικού κυτοχρώματος P450 είναι ελάχιστος και η ακέραιη θαλιδομίδη δεν εκκρίνεται από τους νεφρούς. Μετρήσεις νεφρικής λειτουργίας (CrCl) και ηπατικής λειτουργίας (χημείας αίματος) υποδεικνύουν ελάχιστη επίδραση της νεφρικής και ηπατικής λειτουργίας στις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της θαλιδομίδης. Ως εκ τούτου ο μεταβολισμός της θαλιδομίδης δεν αναμένεται να επηρεάζεται από ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία. Δεδομένα από ασθενείς με νεφροπάθεια τελικού σταδίου υποδεικνύουν ότι δεν υπάρχει επίδραση της νεφρικής λειτουργίας στις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της θαλιδομίδης.
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Μια πιπεριδινυλική ισοϊνδόλη που εισήχθη αρχικά ως υπνωτικό μη βαρβιτουρικό, αλλά αποσύρθηκε από την αγορά λόγω τερατογόνων επιδράσεων. Επανεισήχθη και χρησιμοποιείται για μια σειρά ανοσολογικών και φλεγμονωδών διαταραχών. Η Θαλιδομίδη εμφανίζει ανοσοκατασταλτική και αντι-αγγειογενετική δράση. Αναστέλλει την απελευθέρωση του παράγοντα νέκρωσης όγκων-άλφα από τα μονοκύτταρα και ρυθμίζει τη δράση άλλων κυτοκινών. [PubChem]
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις
Για την οξεία θεραπεία των δερματικών εκδηλώσεων μέτριου έως σοβαρού οιδήματος εξιδρωματικού οζώδους (ENL). Επίσης για χρήση ως θεραπεία συντήρησης για την πρόληψη και καταστολή των δερματικών εκδηλώσεων της υποτροπής του ENL.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Η Θαλιδομίδη είναι ένας ανοσοτροποποιητικός παράγοντας με ένα φάσμα δραστηριότητας που δεν έχει πλήρως χαρακτηριστεί. Η Θαλιδομίδη είναι ρακεμική — περιέχει τόσο αριστερόχειρες όσο και δεξιόχειρες ισομερείς σε ίσες ποσότητες: ένα εναντιομερές είναι αποτελεσματικό κατά της πρωινής αδιαθεσίας, και το άλλο είναι τερατογόνο. Τα εναντιομερή μετατρέπονται το ένα στο άλλο in vivo. Δηλαδή, εάν χορηγηθεί σε άνθρωπο D-thalidomide ή L-thalidomide, και τα δύο ισομερή μπορούν να ανιχνευθούν στον ορό. Ως εκ τούτου, η χορήγηση μόνο ενός εναντιομερούς δεν θα αποτρέψει την τερατογόνο επίδραση στους ανθρώπους.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός Δράσης
Σε ασθενείς με οίδημα εξιδρωματικό οζώδες (ENL) ο μηχανισμός δράσης δεν είναι πλήρως κατανοητός. Τα διαθέσιμα δεδομένα από in vitro μελέτες και προκαταρκτικές κλινικές δοκιμές υποδηλώνουν ότι οι ανοσολογικές επιδράσεις αυτής της ένωσης μπορεί να ποικίλλουν σημαντικά υπό διαφορετικές συνθήκες, αλλά μπορεί να σχετίζονται με την καταστολή της υπερβολικής παραγωγής παράγοντα νέκρωσης όγκων-άλφα (TNF-a) και την υποδιαμόρφωση επιλεγμένων μορίων προσκόλλησης κυτταρικής επιφάνειας που εμπλέκονται στη μετανάστευση των λευκοκυττάρων. Για παράδειγμα, έχει αναφερθεί ότι η χορήγηση θαλιδομίδης μειώνει τα επίπεδα του TNF-a στον ορό σε ασθενείς με ENL, ωστόσο, έχει επίσης αποδειχθεί ότι αυξάνει τα επίπεδα TNF-a στο πλάσμα σε ασθενείς οροθετικούς για HIV. Ως θεραπεία για τον καρκίνο, το φάρμακο μπορεί να δρα ως αναστολέας VEGF.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα δεν έχει ακόμη χαρακτηριστεί σε ανθρώπους λόγω της χαμηλής υδατοδιαλυτότητάς της. Σε μελέτες τόσο σε υγιείς εθελοντές όσο και σε ασθενείς με νόσο του Hansen, ο μέσος χρόνος για την επίτευξη μέγιστων συγκεντρώσεων στο πλάσμα (Tmax) κυμάνθηκε από 2.9 έως 5.7 ώρες, υποδεικνύοντας ότι η θαλιδομίδη απορροφάται αργά από τον γαστρεντερικό σωλήνα.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής κυμαίνεται από περίπου 5 έως 7 ώρες μετά από εφάπαξ δόση και δεν μεταβάλλεται μετά από πολλαπλές δόσεις.
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
55% και 66% για τους (+)R και (−)S εναντιομερείς, αντίστοιχα.
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
Οδός Αποβολής
Η ίδια η θαλιδομίδη έχει λιγότερο από 0.7% της δόσης που απεκκρίνεται στα ούρα ως αμετάβλητο φάρμακο.
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα
Η R-διαμόρφωση και η S-διαμόρφωση είναι πιο τοξικές ατομικά από το ρακεμικό μείγμα. Η LD50 δεν μπορούσε να καθοριστεί σε ποντίκια για ρακεμική θαλιδομίδη, ενώ οι τιμές LD50 για τις R και S διαμορφώσεις αναφέρονται σε 0.4 έως 0.7 g/kg και 0.5 έως 1.5 g/kg, αντίστοιχα.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η θαλιδομίδη, αρχικά αναπτυγμένη ως υπνωτικό, είναι ένας ανοσοτροποποιητικός και αντιφλεγμονώδης παράγοντας με ένα φάσμα δραστηριότητας που δεν έχει πλήρως χαρακτηριστεί. Ωστόσο, πιστεύεται ότι η θαλιδομίδη ασκεί την επίδρασή της μέσω αναστολής και τροποποίησης του επιπέδου διαφόρων φλεγμονωδών διαμεσολαβητών, ιδιαίτερα της ιντερλευκίνης-6 (IL-6) και του παράγοντα νέκρωσης όγκων-άλφα (TNF-a).
Επιπλέον, η θαλιδομίδη έχει επίσης αποδειχθεί ότι αναστέλλει τον βασικό αυξητικό παράγοντα ινοβλαστών (bFGF) και τον αγγειοενδοθηλιακό αυξητικό παράγοντα (VEGF), υποδηλώνοντας μια πιθανή αντιαγγειογενετική εφαρμογή της θαλιδομίδης σε ασθενείς με καρκίνο.
Η θαλιδομίδη είναι ρακεμικό μείγμα — περιέχει τόσο αριστερόστροφα όσο και δεξιόστροφα ισομερή σε ίσες ποσότητες: το (+)R εναντιομερές είναι αποτελεσματικό κατά της πρωινής αδιαθεσίας, και το (−)S εναντιομερές είναι τερατογόνο. Τα εναντιομερή αλληλομετατρέπονται in vivo, επομένως, η χορήγηση μόνο ενός εναντιομερούς δεν θα αποτρέψει την τερατογόνο επίδραση στους ανθρώπους.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Ο μηχανισμός δράσης της θαλιδομίδης δεν είναι πλήρως κατανοητός. Προηγούμενες έρευνες υποδεικνύουν ότι η θαλιδομίδη δεσμεύεται στην cereblon, ένα συστατικό του συμπλόκου E3 ubiquitin ligase, για την επιλεκτική αποικοδόμηση του παράγοντα μεταγραφής IKZF3 και IKZF1. Αυτοί οι 2 παράγοντες μεταγραφής είναι ζωτικής σημασίας για τον πολλαπλασιασμό και την επιβίωση των κακοήθων κυττάρων μυελώματος.
Σχετικά με τον TNF-άλφα, η θαλιδομίδη φαίνεται να αναστέλλει αυτόν τον μεσολαβητή μέσω διαφόρων μηχανισμών. Η θαλιδομίδη μπορεί να αναστείλει την έκφραση του μυελοειδούς διαφοροποιητικού παράγοντα 88 (MyD88), μιας πρωτεΐνης-προσαρμογέα που εμπλέκεται στην οδό σηματοδότησης παραγωγής TNF-άλφα, σε επίπεδο πρωτεΐνης και RNA. Επιπλέον, η θαλιδομίδη εμποδίζει την ενεργοποίηση του Πυρηνικού Παράγοντα Κάππα Β (NF-kB), ενός άλλου ανάντη εκτελεστή της οδού παραγωγής TNF-άλφα. Τέλος, ορισμένα στοιχεία υποδηλώνουν ότι η θαλιδομίδη μπορεί να αναστείλει την α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη (AGP), έναν γνωστό εκκινητή της οδού NF-kB/MyD88, αναστέλλοντας έτσι την έκφραση του TNF-άλφα.
Η κατάργηση της ρύθμισης των NF-kB και MyD88 μπορεί επίσης να επηρεάσει την αλληλεπίδραση μεταξύ των οδών NF-kB/MyD88 και VEGF, με αποτέλεσμα την αντιαγγειογενετική δράση της θαλιδομίδης.
Το υπνωτικό φάρμακο θαλιδομίδη ([+]-άλφα-φθαλιμιδογλουταριμίδη), κάποτε εγκαταλελειμμένο λόγω πρόκλησης γενετικών ανωμαλιών σε ανθρώπους, βρήκε νέα θεραπευτική άδεια στη λέπρα και άλλες ασθένειες, με ανανεωμένες τερατογόνες συνέπειες. Αν και ο μηχανισμός της τερατογένεσης και οι προσδιοριστικοί παράγοντες κινδύνου παραμένουν ασαφείς, σχετιζόμενα τερατογόνα ξένα σώματα βιοενεργοποιούνται από την εμβρυϊκή συνθάση προσταγλανδίνης Η (PHS) σε ενδιάμεσα ελεύθερων ριζών που παράγουν δραστικά είδη οξυγόνου (ROS), τα οποία προκαλούν οξειδωτική βλάβη στο DNA και σε άλλες κυτταρικές μακρομοριακές ουσίες. Ομοίως, η θαλιδομίδη βιοενεργοποιείται από την περοξειδάση του χρένου και οξειδώνει το DNA και τη γλουταθειόνη, υποδεικνύοντας οξειδωτικό στρες που μεσολαβείται από ελεύθερες ρίζες. Επιπλέον, η τερατογένεση της θαλιδομίδης σε κουνέλια μειώνεται από τον αναστολέα PHS ακετυλοσαλικυλικό οξύ, υποδεικνύοντας βιοενεργοποίηση που καταλύεται από PHS.
Εδώ, δείχνουμε σε κουνέλια ότι η θαλιδομίδη προκαλεί εμβρυϊκή οξείδωση του DNA και τερατογένεση, τα οποία αμφότερα καταργούνται με προ-θεραπεία με τον παράγοντα παγίδευσης ελεύθερων ριζών α-φαινυλ-Ν-τ-βουτυλονιτρόνη (PBN). Αντίθετα, σε ποντίκια, ένα είδος ανθεκτικό στην τερατογένεση της θαλιδομίδης, η θαλιδομίδη δεν αυξάνει την οξείδωση του DNA, ακόμη και σε δόση 300% υψηλότερη από αυτή που χρησιμοποιήθηκε σε κουνέλια, παρέχοντας πληροφορίες για έναν εμβρυϊκό προσδιοριστικό παράγοντα ευαισθησίας που εξαρτάται από το είδος. Εκτός από τις θεραπευτικές τους επιπτώσεις, αυτά τα αποτελέσματα αποτελούν άμεση απόδειξη ότι η τερατογένεση της θαλιδομίδης μπορεί να περιλαμβάνει οξειδωτική βλάβη που μεσολαβείται από ελεύθερες ρίζες σε εμβρυϊκές κυτταρικές μακρομοριακές ουσίες.
Η θαλιδομίδη, παράγωγο του γλουταμινικού οξέος, είναι ένας αναστολέας μεταγραφής του TNF-άλφα, αλλά είναι επίσης γνωστό ότι επηρεάζει τα ανθρώπινα αιμοφόρα αγγεία, γεγονός που μπορεί να υποκρύπτει την τερατογένεσή της.
Η θαλιδομίδη έχει χρησιμοποιηθεί στη θεραπεία της ανθεκτικής νόσου του Crohn (CD), αλλά ο θεραπευτικός μηχανισμός δεν έχει καθοριστεί. Εξετάσαμε την επίδραση της θαλιδομίδης σε πρωτογενείς καλλιέργειες ανθρώπινων εντερικών μικροαγγειακών ενδοθηλιακών κυττάρων (HIMEC), του σχετικού πληθυσμού ενδοθηλιακών κυττάρων στην φλεγμονώδη νόσο του εντέρου (IBD), για να προσδιορίσουμε την επίδρασή της στην ενδοθηλιακή ενεργοποίηση, την αλληλεπίδραση των λευκοκυττάρων και την αγγειογένεση που προκαλείται από τον VEGF.
Οι καλλιέργειες HIMEC προ-θεραπεύτηκαν με θαλιδομίδη πριν από την ενεργοποίηση είτε με TNF-άλφα/LPS είτε με VEGF. Για την αξιολόγηση της ενεργοποίησης των HIMEC μετά από TNF-άλφα/LPS, χρησιμοποιήθηκε μια δοκιμασία προσκόλλησης ροής χαμηλής διάτμησης με U-937 ή ολόκληρο αίμα, και μια χρώση Wright προσδιόρισε τα προσκολλημένα λευκοκύτταρα. Η έκφραση των μορίων κυτταρικής προσκόλλησης (E-επιλεκτίνη, μόριο κυτταρικής προσκόλλησης ενδοκυτταρικό-1, μόριο κυτταρικής προσκόλλησης αγγειακό-1) αξιολογήθηκε με ραδιοανοσοδοκιμασία. Οι επιδράσεις της θαλιδομίδης στην ενεργοποίηση του NF-kB, στην έκφραση της κυκλοοξυγενάσης (COX)-2 και της επαγόμενης συνθάσης νιτρικού οξειδίου (iNOS) σε HIMEC ενεργοποιημένα με TNF-άλφα/LPS προσδιορίστηκαν με RT-PCR και Western blotting.
Η θαλιδομίδη ανέστειλε την προσκόλληση λευκοκυττάρων τόσο από U-937 όσο και από ολόκληρο αίμα κατά 50% σε HIMEC, αναστέλλοντας τη σύνδεση όλων των κατηγοριών λευκοκυττάρων. Η θαλιδομίδη ανέστειλε επίσης την έκφραση NF-kB και μορίων κυτταρικής προσκόλλησης σε HIMEC. Σε έντονη αντίθεση, η θαλιδομίδη δεν επηρέασε την έκφραση iNOS ή COX-2, δύο βασικών μορίων που παίζουν ρόλο στην κατάργηση της ρύθμισης της ενεργοποίησης των HIMEC.
Η διακυτταρική διέλευση, η ανάπτυξη, ο πολλαπλασιασμός, ο σχηματισμός σωλήνων και η φωσφορυλίωση Akt που προκαλούνται από τον VEGF αναστέλλονταν σημαντικά από τη θαλιδομίδη. Συνοπτικά, η θαλιδομίδη άσκησε ισχυρή επίδραση στην ανάπτυξη και την ενεργοποίηση των HIMEC, υποδηλώνοντας ότι μπορεί επίσης να λειτουργεί μέσω ενός ενδοθηλιακού μηχανισμού στη θεραπεία της CD.
Η θαλιδομίδη έχει αποδειχθεί ότι έχει μεταβολικά εξαρτώμενη από το είδος αντιαγγειογενετική δραστηριότητα in vitro και in vivo, υποδηλώνοντας τις δυνατότητές της στη θεραπεία παθολογιών εξαρτώμενων από την αγγειογένεση στον άνθρωπο, όπως οι συμπαγείς όγκοι.
Τα κύτταρα LNCaP /προστάτη/ που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με θαλιδομίδη έδειξαν αυξημένα επίπεδα ειδικού προστατικού αντιγόνου (PSA)/κύτταρο σε όλες τις συγκεντρώσεις που δοκιμάστηκαν σε σύγκριση με τα μη επεξεργασμένα κύτταρα ελέγχου.
Η θαλιδομίδη έδειξε κυτταροστατικό αποτέλεσμα στα κύτταρα LNCaP, αλλά δεν είχε αισθητή επίδραση στη βιωσιμότητα των κυττάρων PC-3 σε σύγκριση με τα μη επεξεργασμένα κύτταρα ελέγχου.
Η σύγκριση των πινάκων έκφρασης cDNA που υβριδοποιήθηκαν με ανιχνευτές cDNA από LNCaP που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με θαλιδομίδη υποδηλώνει ότι η θαλιδομίδη μπορεί να αυξομειώσει ή να μειώσει την έκφραση γονιδίων που σχετίζονται με την αγγειογένεση, π.χ. βιτρονεκτίνη, αλλά αυτές οι διαφορικές επιδράσεις απαιτούν περαιτέρω επαλήθευση.
Η θαλιδομίδη σε εύρος δόσεων έχει δείξει μη τοξική, κυτταροστατική δραστηριότητα στα κύτταρα LNCaP και σημαντική αύξηση της έκκρισης ειδικού προστατικού αντιγόνου των κυττάρων LNCaP in vitro.
Προκαταρκτικά δεδομένα από πινάκους νουκλεϊκών οξέων cDNA από κύτταρα LNCaP που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με θαλιδομίδη υποδηλώνουν ότι η θαλιδομίδη αυξομειώνει μια δυνητική πρωτεΐνη που ρυθμίζει την αγγειογένεση, τον πρόδρομο της βιτρονεκτίνης, ο οποίος μπορεί τελικά να συνδέσει την αντιαγγειογενετική δραστηριότητα της θαλιδομίδης με την τροποποίηση των αγγειακών οδών που σχετίζονται με την αγγειογένεση.
Η θαλιδομίδη αρχικά χρησιμοποιήθηκε ως υπνωτικό κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, αλλά αποσύρθηκε από την αγορά λόγω των τερατογόνων επιδράσεών της.
Μελέτες in vitro έχουν δείξει ότι η θαλιδομίδη αναστέλλει την έκφραση mRNA του παράγοντα νέκρωσης όγκων άλφα (TNF-άλφα) και την παραγωγή πρωτεΐνης από μιτογόνα-διεγερμένα μακροφάγα και ενεργοποιημένα Τ-κύτταρα. Ακόμη και στην υψηλότερη δοκιμασμένη συγκέντρωση (10^-1 mM), τα επίπεδα TNF-άλφα αναστέλλονται μόνο μερικώς και ο μηχανισμός δράσης είναι άγνωστος.
Στις παρούσες έρευνες, εξετάσαμε την επίδραση της θαλιδομίδης στα πυρηνικά επίπεδα του NF-kB σε ανθρώπινα περιφερικά μονοπύρηνα κύτταρα αίματος (PBMC) μετά από ενεργοποίηση με μιτογόνο ή φοροβολική μυριστική ακετάτη (PMA)/ιoνοφόρο. Η δεξαμεθαζόνη χρησιμοποιήθηκε ως θετικός μάρτυρας λόγω του καλά χαρακτηρισρισμένου μηχανισμού δράσης και των επιδράσεών της που μεσολαβούνται από NF-kB στην έκφραση TNF-άλφα.
PBMC από υγιείς ανθρώπινους εθελοντές διεγέρθηκαν βέλτιστα με φυτοαιμαγλουτινίνη (PHA) ή PMA/ιoνοφόρο παρουσία 10^-1-10^-5 mM θαλιδομίδης ή δεξαμεθαζόνης, συγκεντρώσεις που έδειξαν ένα εύρος ανασταλτικών επιδράσεων στην παραγωγή TNF-άλφα.
Τα κύτταρα συλλέχθηκαν σε διάφορα χρονικά σημεία και προετοιμάστηκαν πυρηνικά εκχυλίσματα. Τα πυρηνικά επίπεδα του NF-kB μετρήθηκαν με χρήση ηλεκτροφορητικής κινητικής ανάλυσης μετατόπισης (EMSA) με ραδιοσημασμένο ανιχνευτή DNA ειδικό για NF-kB. Τα αποτελέσματα αναλύθηκαν με οπτική πυκνομετρία.
Τα πυρηνικά επίπεδα του NF-kB βρέθηκαν να μην επηρεάζονται από τη θαλιδομίδη σε όλες τις δοκιμασμένες συγκεντρώσεις, συμπεριλαμβανομένων των συγκεντρώσεων (10^-1-10^-3 mM) που παρουσίασαν σημαντική αναστολή της έκφρασης πρωτεΐνης και mRNA του TNF-άλφα.
Σε παράλληλα πειράματα, η δεξαμεθαζόνη βρέθηκε να μειώνει την έκφραση NF-kB με δοσοεξαρτώμενο τρόπο, με μέγιστη αναστολή στην υψηλότερη δοκιμασμένη δόση (10^-1 mM).
Η γονιδιακή έκφραση του TNF-άλφα ελέγχεται από τουλάχιστον τρεις ξεχωριστούς παράγοντες μεταγραφής που εμπλέκονται στη σύνδεση με την περιοχή του υποκινητή. Αυτές οι παρατηρήσεις υποδηλώνουν ότι η θαλιδομίδη δεν δρα άμεσα στον NF-kB και επομένως αναστέλλει την παραγωγή TNF-άλφα μέσω ενός άλλου ανεξάρτητου μηχανισμού.
Για περισσότερα δεδομένα Μηχανισμού Δράσης (Πλήρη) για τη ΘΑΛΙΔΟΜΙΔΗ (15 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα δεν έχει ακόμη χαρακτηριστεί σε ανθρώπους λόγω της χαμηλής υδατικής διαλυτότητάς της. Ο μέσος χρόνος για την επίτευξη μέγιστων πλασματικών συγκεντρώσεων (Tmax) κυμάνθηκε από 2,9 έως 5,7 ώρες μετά από εφάπαξ δόση 50 έως 400 mg. Ασθενείς με νόσο του Hansen μπορεί να έχουν αυξημένη βιοδιαθεσιμότητα της θαλιδομίδης, αν και η κλινική σημασία αυτού είναι άγνωστη.
Λόγω της χαμηλής υδατικής διαλυτότητας και, συνεπώς, της χαμηλής διάλυσης στον γαστρεντερικό σωλήνα, η απορρόφηση της θαλιδομίδης είναι αργή, με tlag 20-40 λεπτά. Επομένως, η θαλιδομίδη εμφανίζει φαρμακοκινητική περιορισμένη από τον ρυθμό απορρόφησης ή φαινόμενο “flip-flop”. Μετά από εφάπαξ δόση 200 mg σε υγιείς άνδρες, η cmax και η AUC∞ υπολογίστηκαν σε 2,00 ± 0,55 mg/L και 19,80 ± 3,61 mg*h/mL, αντίστοιχα.
Η θαλιδομίδη απεκκρίνεται κυρίως στα ούρα ως υδρολυτικά μεταβολικά προϊόντα, καθώς λιγότερο από το 1% της μητρικής μορφής ανιχνεύεται στα ούρα. Η απέκκριση της θαλιδομίδης στα κόπρανα είναι ελάχιστη.
Ο όγκος κατανομής της θαλιδομίδης είναι δύσκολο να προσδιοριστεί λόγω αυθόρμητης υδρόλυσης και χειρόμορφης μετατροπής, αλλά εκτιμάται σε 70-120 L.
Η από του στόματος κάθαρση της θαλιδομίδης είναι 10,50 ± 2,10 L/h.
… Η χορήγηση θαλιδομίδης από το στόμα σε αρουραίους έδειξε κακή απορρόφηση.
Σε μελέτες σε ζώα, υψηλές συγκεντρώσεις θαλιδομίδης βρέθηκαν στο γαστρεντερικό σωλήνα, στο ήπαρ και στους νεφρούς· και χαμηλότερες συγκεντρώσεις βρέθηκαν στον μυ, τον εγκέφαλο και τον λιπώδη ιστό. Η θαλιδομίδη διαπερνά τον πλακούντα. Δεν είναι γνωστό εάν η θαλιδομίδη ανιχνεύεται στο εκσπερματισμένο υγρό των ανδρών.
Η θαλιδομίδη έχει νεφρική κάθαρση 1,15 mL ανά λεπτό· λιγότερο από το 0,7% της συνολικής δόσης απεκκρίνεται αμετάβλητο.
… Η παρούσα μελέτη προσδιόρισε τη βιοϊσοδυναμία και τη φαρμακοκινητική των… εμπορικών και κλινικών δοκιμών σκευασμάτων θαλιδομίδης και του βραζιλιάνικου σκευάσματος Tortuga σε μια ανοιχτού τύπου, εφάπαξ δόσης, τριπλής διασταυρούμενης μελέτης. … Η τελική σταθερά ρυθμού για το σκεύασμα Tortuga ήταν σημαντικά μικρότερη, οδηγώντας σε τελική ημιζωή 15 ώρες σε σύγκριση με περίπου 5-6 ώρες στα /εμπορικά/ σκευάσματα. … Η έκταση απορρόφησης, όπως μετρήθηκε από την AUC0-infinity, ήταν περίπου ίση για τα τρία σκευάσματα. Η τελική ημιζωή για το Tortuga ήταν δύο έως τρεις φορές μεγαλύτερη σε σύγκριση με τα /εμπορικά/ σκευάσματα και αποτελεί σαφή απόδειξη περιορισμών στον ρυθμό απορρόφησης. Τα δύο … /εμπορικά/ σκευάσματα έδειξαν παρόμοιες φαρμακοκινητικές παραμέτρους με προφίλ που περιγράφονταν καλύτερα από ένα μοντέλο ενός διαμερίσματος με απορρόφηση και απέκκριση πρώτης τάξης. …
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη ΘΑΛΙΔΟΜΙΔΗ (20 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η μέση σύνδεση με πρωτεΐνες πλάσματος είναι 55% και 66% για τα (+)R και (−)S εναντιομερή, αντίστοιχα.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η θαλιδομίδη φαίνεται να υφίσταται κυρίως μη-ενζυμική υδρόλυση στο πλάσμα σε πολλαπλά μεταβολικά προϊόντα, καθώς οι τέσσερις αμιδικοί δεσμοί στη θαλιδομίδη επιτρέπουν ταχεία υδρόλυση υπό φυσιολογικό pH.
Τα στοιχεία για ενζυμικό μεταβολισμό της θαλιδομίδης είναι μικτά, καθώς μελέτες in vitro που χρησιμοποιούν μικροσωμάτια ήπατος αρουραίου έχουν ανιχνεύσει 5-υδροξυθαλιδομίδη (5-OH), ένα μονοϋδροξυλιωμένο μεταβολικό προϊόν της θαλιδομίδης που καταλύεται από το ένζυμο CYP2C19, και η προσθήκη [ομεπραζόλης], ενός αναστολέα CYP2C19, αναστέλλει το μεταβολισμό της θαλιδομίδης. Η 5-υδροξυθαλιδομίδη (5-OH) έχει επίσης ανιχνευθεί στο πλάσμα του 32% των ασθενών με ανθεκτικό στον ανδρογόνο καρκίνο του προστάτη που υποβάλλονται σε θεραπεία με από του στόματος θαλιδομίδη.
Ωστόσο, έχει σημειωθεί σημαντική δια-ειδική διαφορά στο μεταβολισμό της θαλιδομίδης, υποδηλώνοντας δυνητικά ότι ζώα όπως αρουραίοι και κουνέλια βασίζονται περισσότερο στον ενζυμικό μεταβολισμό της θαλιδομίδης παρά οι άνθρωποι.
Μελέτες για το μεταβολισμό της θαλιδομίδης σε ανθρώπους δεν έχουν πραγματοποιηθεί. Σε ζώα, η μη ενζυμική υδρολυτική διάσπαση φαίνεται να είναι η κύρια οδός αποικοδόμησης, παράγοντας επτά κύρια και τουλάχιστον πέντε δευτερεύοντα προϊόντα υδρόλυσης.
Η θαλιδομίδη μπορεί να μεταβολίζεται ηπατικά από τα ένζυμα του συστήματος κυτοχρώματος p450. Η θαλιδομίδη δεν φαίνεται να επάγει ή να αναστέλλει τον δικό της μεταβολισμό. Ωστόσο, μπορεί να επηρεάσει την επαγωγή ενζύμων που προκαλείται από άλλες ενώσεις. Το τελικό προϊόν του μεταβολισμού, το φθαλικό οξύ, απεκκρίνεται ως συζυγές γλυκίνης.
Η χειρόμορφη μετατροπή και η υδρόλυση της θαλιδομίδης και η κατάλυση από βάσεις και ανθρώπινη αλβουμίνη ορού εξετάστηκαν /χρησιμοποιώντας/ μια στερεοεκλεκτική HPLC ανάλυση. Η χειρόμορφη μετατροπή καταλύθηκε από αλβουμίνη, υδροξυλο-ιόντα, φωσφορικό άλας και αμινοξέα. Τα βασικά αμινοξέα (αργινίνη και λυσίνη) είχαν ανώτερη ισχύ στην κατάλυση της χειρόμορφης μετατροπής σε σύγκριση με τα όξινα και ουδέτερα.
Επομένως, η χειρόμορφη μετατροπή της θαλιδομίδης υπόκειται σε ειδική και γενική βασική κατάλυση και προτείνεται ότι η ικανότητα της HSA να καταλύει την αντίδραση οφείλεται σε βασικές ομάδες των αμινοξέων αργινίνης και λυσίνης και όχι σε μια μοναδική καταλυτική θέση στο μακρομόριο.
Η υδρόλυση της θαλιδομίδης ήταν επίσης βασικά καταλυόμενη. … Η αλβουμίνη δεν είχε καμία επίδραση στην υδρόλυση και δεν υπήρχε διαφορά μεταξύ των καταλυτικών δυνάμεων των όξινων, ουδέτερων και βασικών αμινοξέων. … Η χειρόμορφη μετατροπή θεωρείται ότι συμβαίνει μέσω ηλεκτρονιόφιλης υποκατάστασης που περιλαμβάνει ειδική και γενική βασική κατάλυση, ενώ η υδρόλυση θεωρείται ότι συμβαίνει μέσω πυρηνόφιλης υποκατάστασης που περιλαμβάνει ειδική και γενική βασική καθώς και πυρηνόφιλη κατάλυση.
Δεδομένου ότι η πυρηνόφιλη προσβολή είναι ευαίσθητη στις στερεοχημικές ιδιότητες του καταλύτη, η στερεοχημική παρεμπόδιση μπορεί να είναι ο λόγος που η αλβουμίνη δεν μπορεί να καταλύσει την υδρόλυση.
Πειράματα (1)H NMR αποκάλυψαν ότι τα τρία τερατογόνα μεταβολικά προϊόντα της θαλιδομίδης, σε έντονη αντίθεση με το ίδιο το φάρμακο, είχαν πλήρη χειρόμορφη σταθερότητα. Αυτό οδηγεί στην εικασία ότι, εάν υπήρχε κάποια εναντιοεκλεκτικότητα στην τερατογένεση της θαλιδομίδης, θα μπορούσε να προκύψει από ταχεία υδρόλυση σε χειρόμορφα σταθερά τερατογόνα μεταβολικά προϊόντα.
Η θαλιδομίδη έχει αποδειχθεί ότι είναι αναστολέας της αγγειογένεσης σε μοντέλο μικροθύλακα του κερατοειδούς σε κουνέλια· ωστόσο, απέτυχε να επιδείξει αυτή τη δραστηριότητα σε άλλα μοντέλα.
Αυτά τα αποτελέσματα υποδηλώνουν ότι οι αντιαγγειογενετικές επιδράσεις της θαλιδομίδης μπορεί να παρατηρηθούν μόνο μετά από μεταβολική ενεργοποίηση της ένωσης. Αυτή η διαδικασία ενεργοποίησης μπορεί να είναι ειδική για το είδος, παρόμοια με τις τερατογόνες ιδιότητες που σχετίζονται με τη θαλιδομίδη.
Χρησιμοποιώντας ένα μοντέλο αορτής αρουραίου και ανθρώπινα αορτικά ενδοθηλιακά κύτταρα, συν-επωάσαμε θαλιδομίδη παρουσία ανθρώπινων, κουνελιών ή αρουραίων ηπατικών μικροσωματίων. Αυτά τα πειράματα έδειξαν ότι η θαλιδομίδη ανέστειλε τον σχηματισμό μικροαγγείων από αορτές αρουραίων και επιβράδυνε τον πολλαπλασιασμό ανθρώπινων αορτικών ενδοθηλιακών κυττάρων παρουσία ανθρώπινων ή κουνελιών μικροσωματίων, αλλά όχι παρουσία αρουραίων μικροσωματίων.
Στην απουσία μικροσωματίων, η θαλιδομίδη δεν είχε καμία επίδραση ούτε στον σχηματισμό μικροαγγείων ούτε στον πολλαπλασιασμό κυττάρων, αποδεικνύοντας έτσι ότι ένα μεταβολικό προϊόν της θαλιδομίδης είναι υπεύθυνο για τις αντιαγγειογενετικές της επιδράσεις και ότι αυτό το μεταβολικό προϊόν μπορεί να σχηματιστεί τόσο σε ανθρώπους όσο και σε κουνέλια, αλλά όχι σε τρωκτικά.
/Υπάρχουν πέντε κύρια μεταβολικά προϊόντα της θαλιδομίδης [4-OH-thalidomide, 3-OH-thalidomide, 39-OH-thalidomide, 49-OH-thalidomide, και 59-OH-thalidomide], και η αντιαγγειογενετική ιδιότητα θα μπορούσε να είναι αποτέλεσμα οποιουδήποτε από αυτές τις ενώσεις, ή ενός ενδιάμεσου. Επίσης, η θαλιδομίδη υφίσταται ταχεία αυθόρμητη υδρόλυση σε υδατικά διαλύματα σε pH 6,0 ή μεγαλύτερο, σχηματίζοντας τρία κύρια προϊόντα [4-φθαλιμιδογλουταραμικό οξύ, 2-φθαλιμιδογλουταραμικό οξύ, και α-(ο-καρβοξυβενζαμιδο) γλουταριμίδη] και οκτώ δευτερεύοντα προϊόντα. Επιπλέον, καθένα από τα πέντε μεταβολικά προϊόντα της μητρικής ένωσης υφίσταται παρόμοια υδρόλυση./
Τρία ποντίκια CD-1 έλαβαν από το στόμα 3000 mg/kg θαλιδομίδης σε 1% καρβοξυμεθυλοκυτταρίνη καθημερινά για τρεις ημέρες και λήφθηκαν δείγματα πλάσματος 2, 4 και 6 ώρες μετά τη δόση την τρίτη ημέρα.
Εκχυλίσματα πλάσματος ποντικών που έλαβαν θαλιδομίδη περιείχαν τουλάχιστον τέσσερις συνιστώσες που απορρόφησαν στα 230 nm, οι οποίες δεν παρατηρήθηκαν σε εκχυλίσματα πλάσματος ελέγχου. Οι δύο πρώτες συνιστώσες δεν ταίριαζαν με κανένα πρότυπο και μπορεί να αντιπροσωπεύουν άλλα μεταβολικά προϊόντα, πιθανώς προϊόντα υδρόλυσης της θαλιδομίδης. Το δεύτερο ζεύγος συνιστωσών ταίριαζε στενά με πρότυπα για 4-υδροξυθαλιδομίδη και θαλιδομίδη, αντίστοιχα.
Για περισσότερα δεδομένα Μεταβολισμού/Μεταβολικών Προϊόντων (Πλήρη) για τη ΘΑΛΙΔΟΜΙΔΗ (7 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
Προς το παρόν, η ακριβής μεταβολική οδός και η τύχη της θαλιδομίδης δεν είναι γνωστή στους ανθρώπους. Η ίδια η θαλιδομίδη δεν φαίνεται να μεταβολίζεται ηπατικά σε μεγάλο βαθμό, αλλά φαίνεται να υφίσταται μη-ενζυμική υδρόλυση στο πλάσμα σε πολλαπλά μεταβολικά προϊόντα. Η θαλιδομίδη μπορεί να μεταβολίζεται ηπατικά από ένζυμα του συστήματος κυτοχρώματος P450. Το τελικό προϊόν του μεταβολισμού, το φθαλικό οξύ, απεκκρίνεται ως συζυγές γλυκίνης.
Σε μια μελέτη επαναλαμβανόμενης δόσης στην οποία χορηγήθηκε THALOMID™ (thalidomide) 200 mg σε 10 υγιείς γυναίκες για 18 ημέρες, η θαλιδομίδη εμφάνισε παρόμοια φαρμακοκινητικά προφίλ την πρώτη και την τελευταία ημέρα χορήγησης. Αυτό υποδηλώνει ότι η θαλιδομίδη δεν επάγει ή αναστέλλει τον δικό της μεταβολισμό.
Οδός Απέκκρισης: Λιγότερο από 0,7% της δόσης θαλιδομίδης απεκκρίνεται στα ούρα ως αμετάβλητο φάρμακο.
Ημιζωή: Η μέση ημιζωή απέκκρισης κυμαίνεται από περίπου 5 έως 7 ώρες μετά από εφάπαξ δόση και δεν μεταβάλλεται μετά από πολλαπλές δόσεις.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογική Ημιζωή
Η ημιζωή της θαλιδομίδης σε υγιείς άνδρες μετά από εφάπαξ δόση 200 mg είναι 6,17 ± 2,56 ώρες.
… Η φαρμακοκινητική και οι αιμοδυναμικές επιδράσεις δύο από του στόματος δόσεων θαλιδομίδης (100 και 200 mg) διερευνήθηκαν, χρησιμοποιώντας μια τυχαιοποιημένη δύο περιόδων διασταυρούμενη μελέτη, σε μια ομάδα ασυμπτωματικών, οροθετικών για HIV ανδρών. Η φαρμακοκινητική της θαλιδομίδης ήταν γραμμική στις δόσεις που μελετήθηκαν και περιγράφηκε καλύτερα από ένα μοντέλο ενός διαμερίσματος με διαδικασίες απορρόφησης και απέκκρισης πρώτης τάξης.
Το φάρμακο απορροφήθηκε γρήγορα με μέση ημιζωή απορρόφησης 0,95 ώρες (εύρος 0,16-2,49 ώρες) και 1,19 ώρες (0,33-3,53 ώρες) μετά από δόσεις 100 και 200 mg, αντίστοιχα.
Οι τιμές Cmax ήταν 1,15 ± 0,24 μg/mL (100 mg) και 1,92 ± 0,47 μg/mL (200 mg· p<0,001), οι οποίες επιτεύχθηκαν (Tmax) σε 2,5 ± 1,5 ώρες και 3,3 ± 1,4 ώρες, αντίστοιχα.
Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της θαλιδομίδης μειώθηκαν στη συνέχεια, με λογαριθμικά γραμμικό τρόπο, με ημιζωές απέκκρισης 4,6 ± 1,2 ώρες (100 mg) και 5,3 ± 2,2 ώρες -(200 mg).
Οι φαινομενικοί όγκοι κατανομής (Vdss/F) ήταν 69,9 ± 1,56 L (100 mg) και 82,7 ± 34,9 L (200 mg), ενώ οι συνολικές κάθαρσεις σώματος (C1F) ήταν 10,4 ± 2,1 και 10,8 ± 1,7 L/h, αντίστοιχα. …
Η μέση ημιζωή απέκκρισης της θαλιδομίδης μετά από εφάπαξ δόση 200 mg από το στόμα κυμαίνεται από 3-6,7 ώρες και η ημιζωή απέκκρισης φαίνεται να είναι παρόμοια μετά από πολλαπλές δόσεις του φαρμάκου.
Σε μια μελέτη σε υγιείς ενήλικες που έλαβαν εφάπαξ δόση 50, 200 ή 400 mg του φαρμάκου από το στόμα, η μέση ημιζωή απέκκρισης της θαλιδομίδης ήταν 5,5, 5,5 ή 7,3 ώρες, αντίστοιχα.
Η μέση ημιζωή απέκκρισης της θαλιδομίδης ήταν 6,9 ώρες σε ενήλικες με λέπρα που έλαβαν εφάπαξ δόση 400 mg από το στόμα και 4,6-6,5 ώρες σε ενήλικες με HIV λοίμωξη που έλαβαν εφάπαξ δόση 100 έως 300 mg.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
- Ανοσοκατασταλτικά: Ουσίες που καταστέλλουν την ανοσολογική λειτουργία μέσω ενός από διάφορους μηχανισμούς δράσης. Τα κλασικά κυτταροτοξικά ανοσοκατασταλτικά δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση DNA. Άλλα μπορεί να δρουν μέσω ενεργοποίησης των Τ-ΚΥΤΤΑΡΩΝ ή αναστέλλοντας την ενεργοποίηση των ΒΟΗΘΗΤΙΚΩΝ ΚΥΤΤΑΡΩΝ. Ενώ η ανοσοκαταστολή έχει επιτευχθεί στο παρελθόν κυρίως για την πρόληψη της απόρριψης μεταμοσχευμένων οργάνων, αναδύονται νέες εφαρμογές που περιλαμβάνουν τη διαμεσολάβηση των επιδράσεων των ΙΝΤΕΡΛΕΥΚΙΝΩΝ και άλλων ΚΥΤΟΚΙΝΩΝ.
- Αντιλεπρωτικοί Παράγοντες: Ουσίες που καταστέλλουν το Mycobacterium leprae, βελτιώνουν τις κλινικές εκδηλώσεις της λέπρας ή/και μειώνουν την επίπτωση και τη σοβαρότητα των λεπρικών αντιδράσεων.
- Τερατογόνοι Παράγοντες: Ουσίες που προκαλούν την παραγωγή φυσικών ελλειμμάτων στο αναπτυσσόμενο έμβρυο.
- Αντιαγγειογενετικοί Παράγοντες: Παράγοντες και ενδογενείς ουσίες που ανταγωνίζονται ή αναστέλλουν την ανάπτυξη νέων αιμοφόρων αγγείων.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
4Z8R6ORS6L
ΘΑΛΙΔΟΜΙΔΗ
Φυσιολογικές Επιδράσεις [PE] - Μειωμένη Δραστηριότητα Ανοσολογικά Ενεργού Μορίου
Η φυσιολογική επίδραση της θαλιδομίδης είναι μέσω της Μειωμένης Δραστηριότητας Ανοσολογικά Ενεργού Μορίου.
ΘΑΛΙΔΟΜΙΔΗ
Μειωμένη Δραστηριότητα Ανοσολογικά Ενεργού Μορίου [PE]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
- Ανοσοκατασταλτικά: Ουσίες που καταστέλλουν την ανοσολογική λειτουργία μέσω ενός από διάφορους μηχανισμούς δράσης. Τα κλασικά κυτταροτοξικά ανοσοκατασταλτικά δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση DNA. Άλλα μπορεί να δρουν μέσω ενεργοποίησης των Τ-ΚΥΤΤΑΡΩΝ ή αναστέλλοντας την ενεργοποίηση των ΒΟΗΘΗΤΙΚΩΝ ΚΥΤΤΑΡΩΝ. Ενώ η ανοσοκαταστολή έχει επιτευχθεί στο παρελθόν κυρίως για την πρόληψη της απόρριψης μεταμοσχευμένων οργάνων, αναδύονται νέες εφαρμογές που περιλαμβάνουν τη διαμεσολάβηση των επιδράσεων των ΙΝΤΕΡΛΕΥΚΙΝΩΝ και άλλων ΚΥΤΟΚΙΝΩΝ.
- Αντιλεπρωτικοί Παράγοντες: Ουσίες που καταστέλλουν το Mycobacterium leprae, βελτιώνουν τις κλινικές εκδηλώσεις της λέπρας ή/και μειώνουν την επίπτωση και τη σοβαρότητα των λεπρικών αντιδράσεων.
- Τερατογόνοι Παράγοντες: Ουσίες που προκαλούν την παραγωγή φυσικών ελλειμμάτων στο αναπτυσσόμενο έμβρυο.
- Αντιαγγειογενετικοί Παράγοντες: Παράγοντες και ενδογενείς ουσίες που ανταγωνίζονται ή αναστέλλουν την ανάπτυξη νέων αιμοφόρων αγγείων.