Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ L01ED05 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

LORLATINIB

Λορλατινίμπη

Με βάση δεδομένα από τη μελέτη B7461001, παρατηρήθηκαν σχέσεις έκθεσης-απόκρισης για υπερχοληστερολαιμία Βαθμού 3 ή 4 και για οποιαδήποτε ανεπιθύμητη ενέργεια Βαθμού 3 ή 4 σε εκθέσεις σε κατάσταση ισορροπίας που επιτεύχθηκαν με τη συνιστώμενη δοσολογία, με υψηλότερη πιθανότητα …

Chemical structure of LORLATINIB

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Επιμελημένο
medication
SPC-LORVIQUA

Δοσολογία

expand_more
(not available)
block
SPC-LORVIQUA

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη λορλατινίμπη ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1).
  • Ταυτόχρονη χρήση ισχυρών επαγωγέων του CYP3A4/5 (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις).
warning
SPC-LORVIQUA

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Υπερλιπιδαιμία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν λορλατινίμπη
    Αρχίστε ή αυξήστε τη δόση των φαρμακευτικών προϊόντων μείωσης των λιπιδίων, εάν ενδείκνυται (βλ. Δοσολογία).
  • Επιδράσεις στο κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν λορλατινίμπη και εκδηλώνουν επιδράσεις στο ΚΝΣ
    Μπορεί να απαιτηθεί τροποποίηση ή διακοπή της δόσης (βλ. Δοσολογία).
  • Κολποκοιλιακός αποκλεισμός
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν λορλατινίμπη, ειδικά αυτοί με παθήσεις που προδιαθέτουν σε κλινικά σημαντικά καρδιακά συμβάντα και όσοι εκδηλώνουν ΚΚ αποκλεισμό
    Να πραγματοποιείται παρακολούθηση με ΗΚΓ. Μπορεί να απαιτηθεί τροποποίηση της δόσης (βλ. Δοσολογία).
  • Μείωση του κλάσματος εξώθησης αριστερής κοιλίας (LVEF)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με παράγοντες καρδιακού κινδύνου, ασθενείς με καταστάσεις που επηρεάζουν το LVEF, ασθενείς που εκδηλώνουν καρδιακά σημεία/συμπτώματα κατά τη διάρκεια της θεραπείας
    Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο καρδιακής παρακολούθησης, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης του LVEF.
  • Αύξηση λιπάσης και αμυλάσης
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν λορλατινίμπη
    Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο κίνδυνος παγκρεατίτιδας. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται (βλ. Δοσολογία).
  • Διάμεση πνευμονοπάθεια/Πνευμονίτιδα
    Σοβαρές ή απειλητικές για τη ζωή
    ΠληθυσμόςΌποιος ασθενής παρουσιάσει επιδείνωση των συμπτωμάτων από το αναπνευστικό που να είναι ενδεικτική ILD/πνευμονίτιδας (π.χ. δύσπνοια, βήχας και πυρετός)
    Θα πρέπει να αξιολογείται άμεσα για ILD/πνευμονίτιδα. Η λορλατινίμπη θα πρέπει να διακόπτεται προσωρινά και/ή οριστικά, ανάλογα με τη σοβαρότητα (βλ. Δοσολογία).
  • Φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις - ισχυροί επαγωγείς του CYP3A4/5
    Αντενδεικνύεται
    Αντενδείκνυται η ταυτόχρονη χρήση (βλ. Αντενδείξεις και Αλληλεπιδράσεις).
  • Φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις - μέτριοι επαγωγείς του CYP3A4/5
    Εάν είναι δυνατόν, θα πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
  • Φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις - υποστρώματα του CYP3A4/5 με στενούς θεραπευτικούς δείκτες
    Θα πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χορήγηση, καθώς η συγκέντρωση αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων μπορεί να μειωθεί από τη λορλατινίμπη (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
  • Γονιμότητα και κύηση - Άνδρες ασθενείς
    ΠληθυσμόςΆντρες ασθενείς με γυναίκες συντρόφους σε αναπαραγωγική ηλικία ή με εγκύους συντρόφους
    Πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη, συμπεριλαμβανομένου του προφυλακτικού, κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για τουλάχιστον 14 εβδομάδες μετά την τελευταία δόση. Πριν από τη θεραπεία, οι άντρες θα πρέπει να αναζητούν συμβουλή σχετικά με τη διατήρηση της γονιμότητας (βλ. Κύηση και γαλουχία και Προκλινικά δεδομένα).
  • Γονιμότητα και κύηση - Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
    ΠληθυσμόςΓυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
    Θα πρέπει να συμβουλεύονται να αποφεύγουν να μείνουν έγκυες. Απαιτείται μια εξαιρετικά αποτελεσματική μη ορμονική μέθοδος αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Εάν δεν μπορεί να αποφευχθεί μια ορμονική μέθοδος, τότε πρέπει να χρησιμοποιηθεί προφυλακτικό σε συνδυασμό με την ορμονική μέθοδο. Η αποτελεσματική αντισύλληψη πρέπει να συνεχίζεται για τουλάχιστον 35 ημέρες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας (βλ. Αλληλεπιδράσεις και Κύηση και γαλουχία).
  • Δυσανεξία στη λακτόζη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης
    Δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
  • Διατροφικό νάτριο
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που ακολουθούν διατροφή χαμηλή σε νάτριο
    Θα πρέπει να ενημερώνονται ότι αυτό το φαρμακευτικό προϊόν είναι ουσιαστικά «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz
SPC-LORVIQUA

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • ριφαμπίνη
    Αντενδείκνυται
    μείωση AUCinf της λορλατινίμπης κατά 85%, Cmax κατά 76%. Αυξήσεις AST και ALT.
    ΣύστασηΑντενδείκνυται η χρήση ισχυρού επαγωγέα του CYP3A4/5.
  • ισχυροί επαγωγείς του CYP3A4, 5 (π.χ. ριφαμπικίνη, καρβαμαζεπίνη, ενζαλουταμίδη, μιτοτάνη, φαινυτοΐνη, υπερικό, βαλσαμόχορτο)
    Αντενδείκνυται
    Μείωση των συγκεντρώσεων της λορλατινίμπης στο πλάσμα.
    ΣύστασηΑντενδείκνυται η χρήση ισχυρού επαγωγέα του CYP3A4/5.
  • μέτριοι επαγωγείς του CYP3A4/5
    Προσοχή
    Μείωση των συγκεντρώσεων της λορλατινίμπης στο πλάσμα.
    ΣύστασηΕάν είναι δυνατόν, θα πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση.
  • Προσοχή
    αύξηση AUCinf της λορλατινίμπης κατά 42%, Cmax κατά 24%.
    ΣύστασηΣυνιστάται μείωση της δόσης της λορλατινίμπης (βλ. Δοσολογία).
  • ισχυροί αναστολείς του CYP3A4, 5 (π.χ. μποσεπρεβίρη, κομπισιστάτη, ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ποσακοναζόλη, τρολεανδομυκίνη, βορικοναζόλη, ριτοναβίρη, παριταπρεβίρη σε συνδυασμό με ριτοναβίρη, ομπιτασβίρη και, ή ντασαμπουβίρη, ριτοναβίρη σε συνδυασμό με ελβιτεγκραβίρη, ινδιναβίρη, λοπιναβίρη ή τιπραναβίρη)
    Προσοχή
    Αύξηση των συγκεντρώσεων της λορλατινίμπης στο πλάσμα.
    ΣύστασηΘα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο ταυτόχρονης χρήσης ενός εναλλακτικού φαρμακευτικού προϊόντος με χαμηλότερη πιθανότητα αναστολής του CYP3A4/5. Εάν πρέπει να συγχορηγηθεί ισχυρός αναστολέας του CYP3A4/5, συνιστάται μείωση της δόσης της λορλατινίμπης (βλ. Δοσολογία).
  • προϊόντα με γκρέιπφρουτ
    Προσοχή
    Αύξηση των συγκεντρώσεων της λορλατινίμπης στο πλάσμα.
    ΣύστασηΘα πρέπει να αποφεύγονται.
  • υποστρώματα του CYP3A4, 5 με στενούς θεραπευτικούς δείκτες (π.χ. αλφεντανίλη, κυκλοσπορίνη, διυδροεργοταμίνη, εργοταμίνη, φαιντανύλη, ορμονικά αντισυλληπτικά, πιμοζίδη, κινιδίνη, σιρόλιμους, τακρόλιμους)
    Προσοχή
    Μείωση της συγκέντρωσης των φαρμακευτικών προϊόντων.
    ΣύστασηΘα πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χορήγηση.
  • υποστρώματα του CYP2B6
    Παρακολούθηση
    Η λορλατινίμπη είναι ασθενής επαγωγέας του CYP2B6.
    ΣύστασηΔεν είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δόσης.
  • υποστρώματα του CYP2C9 με στενούς θεραπευτικούς δείκτες (π.χ. αντιπηκτικά κουμαρίνης)
    Παρακολούθηση
    Η λορλατινίμπη είναι ασθενής επαγωγέας του CYP2C9.
    ΣύστασηΟι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται.
  • υποστρώματα της UGT με στενούς θεραπευτικούς δείκτες
    Παρακολούθηση
    Η λορλατινίμπη είναι ασθενής επαγωγέας της UGT.
    ΣύστασηΟι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται.
  • υποστρώματα της P-γλυκοπρωτεΐνης (P-gp) με στενούς θεραπευτικούς δείκτες (π.χ. διγοξίνη, ετεξιλική δαβιγατράνη)
    Προσοχή
    Πιθανότητα μειωμένων συγκεντρώσεων αυτών των υποστρωμάτων στο πλάσμα. Η λορλατινίμπη είναι μέτριος επαγωγέας της P-gp.
    ΣύστασηΘα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή.
  • υποστρώματα των BCRP, OATP1B1, OATP1B3, OCT1, MATE1 και OAT3
    Προσοχή
    Η λορλατινίμπη μπορεί να αναστείλει αυτούς τους μεταφορείς.
    ΣύστασηΗ λορλατινίμπη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
sick
SPC-LORVIQUA

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Αίμα
  • Αναιμία
Μεταβολισμός
  • Υπερχοληστερολαιμία
  • Υπερτριγλυκεριδαιμία
  • Αυξημένο σωματικό βάρος
Ψυχιατρικές
  • Διαταραχές διάθεσης
  • Ψυχωσικές επιδράσεις
  • Μεταβολές της ψυχικής κατάστασης
  • Νοητικές επιδράσεις
Νευρικό
  • Περιφερική νευροπάθεια
  • Κεφαλαλγία
  • Διαταραχές λόγου
Οφθαλμικές
  • Διαταραχή όρασης
Αναπνευστικό
  • Πνευμονίτιδα
Γαστρεντερικό
  • Διάρροια
  • Ναυτία
  • Δυσκοιλιότητα
Δέρμα
  • Εξάνθημα
Μυοσκελετικό
  • Αρθραλγία
  • Μυαλγία
Γενικές
  • Οίδημα
  • Κόπωση
Εργαστηριακές
  • Αυξημένη λιπάση
  • Αυξημένη αμυλάση
Καρδιά
  • Παράταση διαστήματος PR στο ηλεκτροκαρδιογράφημα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Αναιμία
    Αίμα
    Πολύ συχνές
  • Αρθραλγία
    Μυοσκελετικό
    Πολύ συχνές
  • Αυξημένη αμυλάση
    Εργαστηριακές
    Πολύ συχνές
  • Αυξημένη λιπάση
    Εργαστηριακές
    Πολύ συχνές
  • Αυξημένο σωματικό βάρος
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Διαταραχές διάθεσης
    Ψυχιατρικές
    Πολύ συχνές
  • Διαταραχή όρασης
    Οφθαλμικές
    Πολύ συχνές
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Μυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Πολύ συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Νοητικές επιδράσεις
    Ψυχιατρικές
    Πολύ συχνές
  • Οίδημα
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Περιφερική νευροπάθεια
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Υπερτριγλυκεριδαιμία
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Υπερχοληστερολαιμία
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Διαταραχές λόγου
    Νευρικό
    Συχνές
  • Μεταβολές της ψυχικής κατάστασης
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Πνευμονίτιδα
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Ψυχωσικές επιδράσεις
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Παράταση διαστήματος PR στο ηλεκτροκαρδιογράφημα
    Καρδιά
    Όχι συχνές
pregnant_woman
SPC-LORVIQUA

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται expand_more
  • Κύηση
    Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται
    Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν εμβρυϊκή τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Δεν διατίθενται δεδομένα σχετικά με τη χρήση της λορλατινίμπης σε έγκυο γυναίκα. H λορλατινίμπη μπορεί να προκαλέσει βλάβη στο έμβρυο, κατά τη χορήγηση σε έγκυο γυναίκα. Επίσης, δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας, χωρίς τη χρήση αντισύλληψης. Απαιτείται μια εξαιρετικά αποτελεσματική, μη ορμονική μέθοδος αντισύλληψης για γυναίκες ασθενείς κατά τη διάρκεια της θεραπείας με λορλατινίμπη, επειδή η λορλατινίμπη μπορεί να καταστήσει τα ορμονικά αντισυλληπτικά μη αποτελεσματικά (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις). Εάν δεν μπορεί να αποφευχθεί μια ορμονική μέθοδος αντισύλληψης, τότε πρέπει να χρησιμοποιηθεί προφυλακτικό σε συνδυασμό με την ορμονική μέθοδο. Η αποτελεσματική αντισύλληψη πρέπει να συνεχίζεται για τουλάχιστον 35 ημέρες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με λορλατινίμπη και για τουλάχιστον 14 εβδομάδες μετά την τελευταία δόση, οι άντρες ασθενείς με γυναίκες συντρόφους σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη, συμπεριλαμβανομένου του προφυλακτικού, ενώ οι άντρες ασθενείς με εγκύους συντρόφους πρέπει να χρησιμοποιούν προφυλακτικά.
  • Γαλουχία
    Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται
    Δεν είναι γνωστό εάν η λορλατινίμπη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Ο κίνδυνος στα νεογέννητα/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί. Ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με λορλατινίμπη και για 7 ημέρες μετά την τελευταία δόση.
  • Γονιμότητα
    Με προσοχή
    Σύμφωνα με μη κλινικά ευρήματα για την ασφάλεια, η ανδρική γονιμότητα ενδέχεται να επηρεαστεί δυσμενώς κατά τη διάρκεια της θεραπείας με λορλατινίμπη (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Δεν είναι γνωστό εάν η λορλατινίμπη επηρεάζει τη γονιμότητα των γυναικών. Πριν από τη θεραπεία, οι άντρες θα πρέπει να αναζητούν συμβουλή σχετικά με τη διατήρηση της γονιμότητας.
neurology
PubChem

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Μη Μικροκυτταρικός Καρκίνος του Πνεύμονα (NSCLC) Ο μη μικροκυτταρικός καρκίνος του πνεύμονα (NSCLC) αντιπροσωπεύει έως και το 85% των περιπτώσεων καρκίνου του πνεύμονα παγκοσμίως και παραμένει μια ιδιαίτερα δύσκολα θεραπεύσιμη κατάσταση. Η γονιδιακή…
monitor_heart
SPC-LORVIQUA

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντινεοπλασματικοί παράγοντες, αναστολείς της πρωτεϊνικής κινάσης, κωδικός ATC: L01XE44 ### Μηχανισμός δράσης Η λορλατινίμπη είναι ένας εκλεκτικός, συναγωνιστικός αναστολέας τριφωσφορικής αδενοσίνης (ATP) της ALK και των…
biotech
SPC-LORVIQUA

Φαρμακοκινητική

expand_more

Απορρόφηση Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της λορλατινίμπης στο πλάσμα επιτυγχάνονται ταχέως, με διάμεσο Tmax 1,2 ώρες μετά από άπαξ δόση των 100 mg και 2,0 ώρες μετά από πολλαπλές δόσεις των 100 mg μία φορά ημερησίως. Μετά την από του στόματος χορήγηση…

hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Εργαστηριακά (in vitro), η λορλατινίμπη μεταβολίζεται κυρίως από CYP3A4 και UGT1A4, με μικρή συμβολή από CYP2C8, CYP2C19, CYP3A5 και UGT1A3. Στο πλάσμα, ένας μεταβολίτης βενζοϊκού οξέος (M8) της λορλατινίμπης που προέκυψε από την οξειδωτική διάσπαση των…
bloodtype
PubChem

Απέκκριση

expand_more
Απορρόφηση Ο διάμεσος χρόνος Tmax της λορλατινίμπης ήταν 1,2 ώρες (0,5 έως 4 ώρες) μετά από μία εφάπαξ από του στόματος δόση 100 mg και 2 ώρες (0,5 έως 23 ώρες) μετά από 100 mg από του στόματος μία φορά ημερησίως σε κατάσταση ισορροπίας. Η μέση απόλυτη…

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
flag

Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη

  • Κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας (LVEF) · Κατά την αρχική αξιολόγηση και κατά τη διάρκεια της θεραπείας
    Παράγοντες καρδιακού κινδύνου, καταστάσεις που επηρεάζουν το LVEF, καρδιακά σημεία/συμπτώματα
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Τριγλυκερίδια ορού monitoringΛιπιδαιμικός έλεγχος Πριν από την έναρξη της λορλατινίμπης, 2, 4 και 8 εβδομάδες μετά την έναρξη της λορλατινίμπης και τακτικά, από αυτό το σημείο και έπειτα.
Χοληστερόλη ορού monitoringΛιπιδαιμικός έλεγχος Πριν από την έναρξη της λορλατινίμπης, 2, 4 και 8 εβδομάδες μετά την έναρξη της λορλατινίμπης και τακτικά, από αυτό το σημείο και έπειτα.
stethoscope

Κλινική εξέταση & ζωτικά

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Αμυλάση more_horizΆλλο / λοιπά Πριν από την έναρξη της θεραπείας με λορλατινίμπη και τακτικά από αυτό το σημείο και έπειτα, ανάλογα με τις κλινικές ενδείξεις
Λιπάση more_horizΆλλο / λοιπά Πριν από την έναρξη της θεραπείας με λορλατινίμπη και τακτικά από αυτό το σημείο και έπειτα, ανάλογα με τις κλινικές ενδείξεις
cardiology

ΗΚΓ / Καρδιολογικός έλεγχος

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) Πριν από την έναρξη της λορλατινίμπης και μία φορά το μήνα από αυτό το σημείο και έπειτα Ασθενείς με προδιάθεση για καρδιακά συμβάντα
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-LORVIQUA
expand_more
(not available)
block

Αντενδείξεις

SPC-LORVIQUA
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη λορλατινίμπη ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1).
  • Ταυτόχρονη χρήση ισχυρών επαγωγέων του CYP3A4/5 (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις).
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-LORVIQUA
expand_more

Υπερλιπιδαιμία

Η χρήση λορλατινίμπης έχει συσχετιστεί με αυξήσεις στη χοληστερόλη και τα τριγλυκερίδια στον ορό (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Ο διάμεσος χρόνος εμφάνισης σοβαρής αύξησης της χοληστερόλης και των τριγλυκεριδίων στον ορό είναι 201 ημέρες (εύρος: 42 έως 518 ημέρες) και 127 ημέρες (εύρος: 15 έως 358 ημέρες), αντίστοιχα. Η χοληστερόλη και τα τριγλυκερίδια στον ορό θα πρέπει να παρακολουθούνται πριν από την έναρξη της λορλατινίμπης, 2, 4 και 8 εβδομάδες μετά την έναρξη της λορλατινίμπης και τακτικά, από αυτό το σημείο και έπειτα. Αρχίστε ή αυξήστε τη δόση των φαρμακευτικών προϊόντων μείωσης των λιπιδίων, εάν ενδείκνυται (βλ. Δοσολογία).

Επιδράσεις στο κεντρικό νευρικό σύστημα

Έχουν παρατηρηθεί επιδράσεις στο κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ) σε ασθενείς που λαμβάνουν λορλατινίμπη, συμπεριλαμβανομένων ψυχωσικών επιδράσεων και αλλαγών στη νοητική λειτουργία, τη διάθεση, την ψυχική κατάσταση ή την ομιλία (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Μπορεί να απαιτηθεί τροποποίηση ή διακοπή της δόσης για όσους ασθενείς εκδηλώσουν επιδράσεις στο ΚΝΣ (βλ. Δοσολογία).

Κολποκοιλιακός αποκλεισμός

H λορλατινίμπη μελετήθηκε σε έναν πληθυσμό ασθενών, που εξαιρούσε του ασθενείς με ΚΚ αποκλεισμό δεύτερου ή τρίτου βαθμού (εκτός εάν είχαν βηματοδότη) ή οποιονδήποτε τύπο ΚΚ αποκλεισμού με διάστημα PR > 220 msec. Παράταση του διαστήματος PR και ΚΚ αποκλεισμός έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν λορλατινίμπη (βλ. Φαρμακοκινητικές). Να πραγματοποιείτε παρακολούθηση με ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) πριν από την έναρξη της λορλατινίμπης και μία φορά το μήνα από αυτό το σημείο και έπειτα, ειδικά σε ασθενείς με παθήσεις που προδιαθέτουν στην εμφάνιση κλινικά σημαντικών καρδιακών συμβάντων. Μπορεί να απαιτηθεί τροποποίηση της δόσης για όσους ασθενείς εκδηλώσουν ΚΚ αποκλεισμό (βλ. Δοσολογία).

Μείωση του κλάσματος εξώθησης αριστερής κοιλίας

Μείωση του κλάσματος εξώθησης αριστερής κοιλίας (Left ventricular ejection fraction, LVEF) έχει αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν λορλατινίμπη, οι οποίοι είχαν μια αρχική αξιολόγηση και τουλάχιστον μία αξιολόγηση του LVEF κατά την παρακολούθηση. Με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα από τις κλινικές μελέτες, δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί μια αιτιολογική σχέση μεταξύ των επιδράσεων των αλλαγών της καρδιακής συσταλτικότητας και της λορλατινίμπης. Σε ασθενείς με παράγοντες καρδιακού κινδύνου και σε ασθενείς με καταστάσεις που μπορεί να επηρεάσουν το LVEF, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο καρδιακής παρακολούθησης, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης του LVEF κατά την αρχική αξιολόγηση και κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Σε ασθενείς που εκδηλώνουν αντίστοιχα καρδιακά σημεία/συμπτώματα κατά τη διάρκεια της θεραπείας, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο καρδιακής παρακολούθησης, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης του LVEF.

Αύξηση λιπάσης και αμυλάσης

Αυξήσεις της λιπάσης και/ή της αμυλάσης έχουν παρουσιαστεί σε ασθενείς που λαμβάνουν λορλατινίμπη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Ο διάμεσος χρόνος εμφάνισης αύξησης της λιπάσης και της αμυλάσης στον ορό είναι 70 ημέρες (εύρος: 7 έως 696 ημέρες) και 41 ημέρες (εύρος: 7 έως 489 ημέρες), αντίστοιχα. Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο κίνδυνος παγκρεατίτιδας σε ασθενείς που λαμβάνουν λορλατινίμπη λόγω ταυτόχρονης υπερτριγλυκεριδαιμίας ή/και ενός δυνητικού ενδογενούς μηχανισμού. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για αυξήσεις της λιπάσης και της αμυλάσης πριν από την έναρξη της θεραπείας με λορλατινίμπη και τακτικά από αυτό το σημείο και έπειτα, ανάλογα με τις κλινικές ενδείξεις (βλ. Δοσολογία).

Διάμεση πνευμονοπάθεια/Πνευμονίτιδα

Σοβαρές ή απειλητικές για τη ζωή πνευμονικές ανεπιθύμητες ενέργειες, συμβατές με ILD/πνευμονίτιδα έχουν παρουσιαστεί με τη λορλατινίμπη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Όποιος ασθενής παρουσιάσει επιδείνωση των συμπτωμάτων από το αναπνευστικό που να είναι ενδεικτική ILD/πνευμονίτιδας (π.χ. δύσπνοια, βήχας και πυρετός) θα πρέπει να αξιολογείται άμεσα για ILD/πνευμονίτιδα. Η λορλατινίμπη θα πρέπει να διακόπτεται προσωρινά και/ή οριστικά, ανάλογα με τη σοβαρότητα (βλ. Δοσολογία).

Φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις

Σε μια μελέτη που πραγματοποιήθηκε σε υγιείς εθελοντές, η ταυτόχρονη χρήση λορλατινίμπης και ριφαμπίνης, ενός ισχυρού επαγωγέα του CYP3A4/5, συσχετίστηκε με αυξήσεις της αμινοτρανσφεράσης της αλανίνης (alanine aminotransferase, ALT) και της ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης (aspartate aminotransferase, AST), χωρίς καμία αύξηση της ολικής χολερυθρίνης και της αλκαλικής φωσφατάσης (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Αντενδείκνυται η ταυτόχρονη χρήση ισχυρού επαγωγέα του CYP3A4/5 (βλ. Αντενδείξεις και Αλληλεπιδράσεις). Εάν είναι δυνατόν, θα πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση μέτριων επαγωγέων του CYP3A4/5, καθώς αυτοί μπορεί επίσης να μειώνουν τις συγκεντρώσεις της λορλατινίμπης στο πλάσμα (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Η ταυτόχρονη χορήγηση λορλατινίμπης με υποστρώματα του CYP3A4/5 με στενούς θεραπευτικούς δείκτες, συμπεριλαμβανομένων αλλά όχι περιορισμένων σε αλφεντανίλη, κυκλοσπορίνη, διυδροεργοταμίνη, εργοταμίνη, φαιντανύλη, ορμονικά αντισυλληπτικά, πιμοζίδη, κινιδίνη, σιρόλιμους και τακρόλιμους, θα πρέπει να αποφεύγεται, καθώς η συγκέντρωση αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων μπορεί να μειωθεί από τη λορλατινίμπη (βλ. Αλληλεπιδράσεις).

Γονιμότητα και κύηση

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με λορλατινίμπη και για τουλάχιστον 14 εβδομάδες μετά την τελευταία δόση, οι άντρες ασθενείς με γυναίκες συντρόφους σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη, συμπεριλαμβανομένου του προφυλακτικού, ενώ οι άντρες ασθενείς με εγκύους συντρόφους πρέπει να χρησιμοποιούν προφυλακτικά (βλ. Κύηση και γαλουχία). Η γονιμότητα των αντρών μπορεί να μειωθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με λορλατινίμπη (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Πριν από τη θεραπεία, οι άντρες θα πρέπει να αναζητούν συμβουλή σχετικά με τη διατήρηση της γονιμότητας. Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να συμβουλεύονται να αποφεύγουν να μείνουν έγκυες, ενόσω λαμβάνουν λορλατινίμπη. Απαιτείται μια εξαιρετικά αποτελεσματική μη ορμονική μέθοδος αντισύλληψης για γυναίκες ασθενείς κατά τη διάρκεια της θεραπείας με λορλατινίμπη, επειδή η λορλατινίμπη μπορεί να καταστήσει τα ορμονικά αντισυλληπτικά μη αποτελεσματικά (βλ. Αλληλεπιδράσεις και Κύηση και γαλουχία). Εάν δεν μπορεί να αποφευχθεί μια ορμονική μέθοδος αντισύλληψης, τότε πρέπει να χρησιμοποιηθεί προφυλακτικό σε συνδυασμό με την ορμονική μέθοδο. Η αποτελεσματική αντισύλληψη πρέπει να συνεχίζεται για τουλάχιστον 35 ημέρες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας (βλ. Κύηση και γαλουχία). Δεν είναι γνωστό εάν η λορλατινίμπη επηρεάζει τη γονιμότητα των γυναικών.

Δυσανεξία στη λακτόζη

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λακτόζη, ως έκδοχο. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.

Διατροφικό νάτριο

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο 25 mg ή 100 mg. Οι ασθενείς που ακολουθούν διατροφή χαμηλή σε νάτριο θα πρέπει να ενημερώνονται ότι αυτό το φαρμακευτικό προϊόν είναι ουσιαστικά «ελεύθερο νατρίου».

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-LORVIQUA
expand_more

Φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις

In vitro δεδομένα υποδεικνύουν ότι η λορλατινίμπη μεταβολίζεται κυρίως από το CYP3A4 και την ουριδινο-διφωσφορική γλυκουρονοσυλτρανσφεράση (uridine diphosphate-glucuronosyltransferase, UGT)1A4, με ελάσσονες συνεισφορές από τα CYP2C8, CYP2C19, CYP3A5 και UGT1A3.

Επίδραση των φαρμακευτικών προϊόντων στη λορλατινίμπη

Επαγωγείς του CYP3A4/5 Η ριφαμπίνη, ένας ισχυρός επαγωγέας του CYP3A4/5, χορηγούμενη σε από του στόματος δόσεις 600 mg μία φορά ημερησίως για 12 ημέρες, μείωσε τη μέση περιοχή κάτω από την καμπύλη (area under curve, AUCinf) της λορλατινίμπης κατά 85% και τη Cmax κατά 76% μετά από μία άπαξ από του στόματος δόση λορλατινίμπης 100 mg, σε υγιείς εθελοντές. Παρατηρήθηκαν επίσης αυξήσεις των AST και ALT. Η ταυτόχρονη χορήγηση λορλατινίμπης με ισχυρούς επαγωγείς του CYP3A4/5 [π.χ. ριφαμπικίνη, καρβαμαζεπίνη, ενζαλουταμίδη, μιτοτάνη, φαινυτοΐνη και υπερικό/βαλσαμόχορτο (St. John’s Wort)] μπορεί να μειώσει τις συγκεντρώσεις της λορλατινίμπης στο πλάσμα. Αντενδείκνυται η χρήση ισχυρού επαγωγέα του CYP3A4/5 με τη λορλατινίμπη (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις). Εάν είναι δυνατόν, θα πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση μέτριων επαγωγέων του CYP3A4/5, καθώς αυτοί μπορεί επίσης να μειώσουν τις συγκεντρώσεις της λορλατινίμπης στο πλάσμα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Αναστολείς του CYP3A4/5 Η ιτρακοναζόλη, ένας ισχυρός αναστολέας του CYP3A4/5, χορηγούμενη σε από του στόματος δόσεις 200 mg μία φορά ημερησίως για 5 ημέρες, αύξησε τη μέση AUCinf της λορλατινίμπης κατά 42% και τη Cmax κατά 24% μετά από μία άπαξ δόση λορλατινίμπης 100 mg από του στόματος, σε υγιείς εθελοντές. Η ταυτόχρονη χορήγηση λορλατινίμπης με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4/5 (π.χ. μποσεπρεβίρη, κομπισιστάτη, ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ποσακοναζόλη, τρολεανδομυκίνη, βορικοναζόλη, ριτοναβίρη, παριταπρεβίρη σε συνδυασμό με ριτοναβίρη και ομπιτασβίρη και/ή ντασαμπουβίρη και ριτοναβίρη σε συνδυασμό με ελβιτεγκραβίρη, ινδιναβίρη, λοπιναβίρη ή τιπραναβίρη) μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της λορλατινίμπης στο πλάσμα. Τα προϊόντα με γκρέιπφρουτ μπορεί επίσης να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις της λορλατινίμπης στο πλάσμα και θα πρέπει να αποφεύγονται. Θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο ταυτόχρονης χρήσης ενός εναλλακτικού φαρμακευτικού προϊόντος με χαμηλότερη πιθανότητα αναστολής του CYP3A4/5. Εάν πρέπει να συγχορηγηθεί ένας ισχυρός αναστολέας του CYP3A4/5, συνιστάται μείωση της δόσης της λορλατινίμπης (βλ. Δοσολογία).

Επίδραση της λορλατινίμπης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα

Υποστρώματα του CYP3A4/5 In vitro μελέτες κατέδειξαν ότι η λορλατινίμπη είναι ένας χρονοεξαρτώμενος αναστολέας, καθώς επίσης και επαγωγέας του CYP3A4/5. Η λορλατινίμπη από του στόματος σε δόση 150 mg μία φορά ημερησίως για 15 ημέρες μείωσε την AUCinf και τη Cmax μίας άπαξ από του στόματος δόσης μιδαζολάμης 2 mg (ευαίσθητο υπόστρωμα του CYP3A) κατά 61% έως 50%, αντίστοιχα. Συνεπώς, η λορλατινίμπη είναι ένας μέτριος επαγωγέας του CYP3A. Συνεπώς, η ταυτόχρονη χορήγηση λορλατινίμπης με υποστρώματα του CYP3A4/5 με στενούς θεραπευτικούς δείκτες, στα οποία συγκαταλέγονται, μεταξύ άλλων, η αλφεντανίλη, η κυκλοσπορίνη, η διυδροεργοταμίνη, η εργοταμίνη, η φαιντανύλη, τα ορμονικά αντισυλληπτικά, η πιμοζίδη, η κινιδίνη, το σιρόλιμους και το τακρόλιμους, θα πρέπει να αποφεύγεται, καθώς η συγκέντρωση αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων μπορεί να μειωθεί από τη λορλατινίμπη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Υποστρώματα του CYP2B6 Η λορλατινίμπη σε δόση 100 mg μία φορά ημερησίως για 15 ημέρες μείωσε την AUCinf και τη Cmax μίας άπαξ από του στόματος δόσης βουπροπιόνης 100 mg (ένα συνδυασμένο υπόστρωμα των CYP2B6 και CYP3A4) κατά 49,5% και 53%, αντίστοιχα. Συνεπώς, η λορλατινίμπη είναι ένας ασθενής επαγωγέας του CYP2B6 και δεν είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δόσης όταν η λορλατινίμπη χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται κυρίως από το CYP2B6.

Υποστρώματα του CYP2C9 Η λορλατινίμπη σε δόση 100 mg μία φορά ημερησίως για 15 ημέρες μείωσε την AUCinf και τη Cmax μίας άπαξ από του στόματος δόσης τολβουταμίδης 500 mg (ένα ευαίσθητο υπόστρωμα του CYP2C9) κατά 43% και 15%, αντίστοιχα. Συνεπώς, η λορλατινίμπη είναι ένας ασθενής επαγωγέας του CYP2C9 και δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται κυρίως από το CYP2C9. Ωστόσο, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται σε περίπτωση ταυτόχρονης θεραπείας με φαρμακευτικά προϊόντα με στενούς θεραπευτικούς δείκτες που μεταβολίζονται από το CYP2C9 (π.χ. αντιπηκτικά κουμαρίνης).

Υποστρώματα της UGT Η λορλατινίμπη σε δόση 100 mg μία φορά ημερησίως για 15 ημέρες μείωσε την AUCinf και τη Cmax μίας άπαξ από του στόματος δόσης ακεταμινοφαίνης 500 mg (ένα υπόστρωμα των UGT, SULT και CYP1A2, 2A6, 2D6 και 3A4) κατά 45% και 28%, αντίστοιχα. Συνεπώς, η λορλατινίμπη είναι ένας ασθενής επαγωγέας της UGT και δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται κυρίως από την UGT. Ωστόσο, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται σε περίπτωση ταυτόχρονης θεραπείας με φαρμακευτικά προϊόντα με στενούς θεραπευτικούς δείκτες που μεταβολίζονται από την UGT.

Υποστρώματα της P-γλυκοπρωτεΐνης Η λορλατινίμπη σε δόση 100 mg μία φορά ημερησίως για 15 ημέρες μείωσε την AUCinf και τη Cmax μίας άπαξ από του στόματος δόσης φεξοφεναδίνης 60 mg [ένα ευαίσθητο υπόστρωμα της P-γλυκοπρωτεΐνης (P-gp)] κατά 67% και 63%, αντίστοιχα. Συνεπώς, η λορλατινίμπη είναι ένας μέτριος επαγωγέας της P-gp. Τα φαρμακευτικά προϊόντα που είναι υποστρώματα της P-gp με στενούς θεραπευτικούς δείκτες (π.χ. διγοξίνη, ετεξιλική δαβιγατράνη) θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε συνδυασμό με τη λορλατινίμπη, λόγω της πιθανότητας μειωμένων συγκεντρώσεων αυτών των υποστρωμάτων στο πλάσμα.

In vitro μελέτες αναστολής και επαγωγής άλλων ενζύμων του CYP In vitro, η λορλατινίμπη έχει χαμηλή πιθανότητα πρόκλησης φαρμακευτικών αλληλεπιδράσεων, μέσω της επαγωγής του CYP1A2.

In vitro μελέτες με μεταφορείς φαρμάκων εκτός από την P-gp In vitro μελέτες υπέδειξαν ότι η λορλατινίμπη μπορεί να έχει τη δυνατότητα αναστολής του BCRP (γαστρεντερική οδός), του OATP1B1, του OATP1B3, του OCT1, του MATE1 και του OAT3, σε κλινικά σημαντικές συγκεντρώσεις. Η λορλατινίμπη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε συνδυασμό με υποστρώματα των BCRP, OATP1B1, OATP1B3, OCT1, MATE1 και OAT3, καθώς δεν μπορούν να αποκλειστούν κλινικά σχετικές αλλαγές στην έκθεση του πλάσματος σε αυτά τα υποστρώματα.

sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-LORVIQUA
expand_more

Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας

Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν η υπερχοληστερολαιμία (84,4%), η υπερτριγλυκεριδαιμία (67,1%), το οίδημα (54,6%), η περιφερική νευροπάθεια (47,8%), οι νοητικές επιδράσεις (28,8%), η κόπωση (28,1%), το αυξημένο σωματικό βάρος (26,4%), η αρθραλγία (24,7%), οι διαταραχές της διάθεσης (22,7%) και η διάρροια (22,7%).

Μειώσεις της δόσης λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών παρουσιάστηκαν στο 23,4% των ασθενών που έλαβαν λορλατινίμπη. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που οδήγησαν σε μειώσεις της δόσης ήταν το οίδημα και η περιφερική νευροπάθεια. Οριστική διακοπή της θεραπείας που σχετιζόταν με ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάστηκε στο 3,1% των ασθενών που έλαβαν λορλατινίμπη. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που οδήγησαν σε οριστικές διακοπές ήταν οι νοητικές επιδράσεις και οι ψυχωσικές επιδράσεις.

Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών υπό μορφή πίνακα

Ο Πίνακας 2 παρουσιάζει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που παρουσιάστηκαν σε 295 ενήλικους ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με λορλατινίμπη 100 mg μία φορά ημερησίως, με προχωρημένο NSCLC από τη Μελέτη A.

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατίθενται στον Πίνακα 2 παρουσιάζονται ανά κατηγορία οργανικού συστήματος και συχνότητας και ορίζονται με τη χρήση της ακόλουθης συνθήκης: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000). Εντός κάθε ομάδας συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται με σειρά φθίνουσας ιατρικής σοβαρότητας.

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

Υπερχοληστερολαιμία/υπερτριγλυκεριδαιμία Αναφέρθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες αύξησης της χοληστερόλης ή των τριγλυκεριδίων στον ορό στο 84,4% και 67,1% των ασθενών, αντίστοιχα. Από αυτές, ήπιες ή μέτριες ανεπιθύμητες ενέργειες υπερχοληστερολαιμίας ή υπερτριγλυκεριδαιμίας παρουσιάστηκαν στο 67,8% και 50,5% των ασθενών, αντίστοιχα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Ο διάμεσος χρόνος μέχρι την έναρξη τόσο για την υπερχοληστερολαιμία όσο και για την υπερτριγλυκεριδαιμία ήταν 15 ημέρες (εύρος: 1 έως 399 ημέρες). Η διάμεση διάρκεια της υπερχοληστερολαιμίας και της υπερτριγλυκεριδαιμίας ήταν 381 και 405 ημέρες, αντίστοιχα.

Επιδράσεις στο κεντρικό νευρικό σύστημα Οι ανεπιθύμητες ενέργειες του ΚΝΣ ήταν κυρίως νοητικές επιδράσεις (28,8%), επιδράσεις στη διάθεση (22,7%), επιδράσεις στον λόγο (9,8%) και ψυχωσικές επιδράσεις (7,8%) και γενικά ήταν ήπιες, παροδικές και αυθόρμητα αναστρέψιμες με καθυστέρηση και/ή μείωση της δόσης (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδολογήσεις). Η πιο συχνή νοητική επίδραση οποιουδήποτε βαθμού ήταν η επηρεασμένη μνήμη (11,5%) και η πιο συχνή αντίδραση Βαθμού 3 ή 4 ήταν η νοητική επίδραση και η συγχυτική κατάσταση (0,7% έκαστη). Η πιο συχνή επίδραση στη διάθεση οποιουδήποτε βαθμού ήταν η ευερεθιστότητα (6,1%), η οποία ήταν επίσης η πιο συχνή αντίδραση Βαθμού 3 ή 4 (1,0%). Οι πιο συχνές επιδράσεις στον λόγο οποιουδήποτε βαθμού ήταν η δυσαρθρία (4,1%) και η πιο συχνή αντίδραση Βαθμού 3 ή 4 ήταν η αργή ομιλία (0,3%). Η πιο συχνή ψυχωσική επίδραση οποιουδήποτε βαθμού ήταν η ψευδαίσθηση (3,7%) και οι πιο συχνές αντιδράσεις Βαθμού 3 ή 4 ήταν η ψευδαίσθηση, η ακουστική ψευδαίσθηση και η οπτική ψευδαίσθηση (0,3% η κάθε μία). Ο διάμεσος χρόνος μέχρι την έναρξη για νοητικές επιδράσεις, επιδράσεις στη διάθεση, επιδράσεις στον λόγο και ψυχωσικές επιδράσεις ήταν 92, 44, 42 και 23 ημέρες, αντίστοιχα. Η διάμεση διάρκεια των νοητικών επιδράσεων, των επιδράσεων στη διάθεση, των επιδράσεων στον λόγο και των ψυχωσικών επιδράσεων ήταν 224, 83, 106 και 74 ημέρες, αντίστοιχα.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-LORVIQUA
expand_more

Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία/Αντισύλληψη σε άνδρες και γυναίκες

Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να συμβουλεύονται να αποφεύγουν να μείνουν έγκυες ενόσω λαμβάνουν λορλατινίμπη. Απαιτείται μια εξαιρετικά αποτελεσματική, μη ορμονική μέθοδος αντισύλληψης για γυναίκες ασθενείς κατά τη διάρκεια της θεραπείας με λορλατινίμπη, επειδή η λορλατινίμπη μπορεί να καταστήσει τα ορμονικά αντισυλληπτικά μη αποτελεσματικά (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις). Εάν δεν μπορεί να αποφευχθεί μια ορμονική μέθοδος αντισύλληψης, τότε πρέπει να χρησιμοποιηθεί προφυλακτικό σε συνδυασμό με την ορμονική μέθοδο. Η αποτελεσματική αντισύλληψη πρέπει να συνεχίζεται για τουλάχιστον 35 ημέρες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με λορλατινίμπη και για τουλάχιστον 14 εβδομάδες μετά την τελευταία δόση, οι άντρες ασθενείς με γυναίκες συντρόφους σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη, συμπεριλαμβανομένου του προφυλακτικού, ενώ οι άντρες ασθενείς με εγκύους συντρόφους πρέπει να χρησιμοποιούν προφυλακτικά.

Κύηση

Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν εμβρυϊκή τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Δεν διατίθενται δεδομένα σχετικά με τη χρήση της λορλατινίμπης σε έγκυο γυναίκα. H λορλατινίμπη μπορεί να προκαλέσει βλάβη στο έμβρυο, κατά τη χορήγηση σε έγκυο γυναίκα. Η λορλατινίμπη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης καθώς και σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας, χωρίς τη χρήση αντισύλληψης.

Θηλασμός

Δεν είναι γνωστό εάν η λορλατινίμπη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Ο κίνδυνος στα νεογέννητα/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί. Η λορλατινίμπη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού. Ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με λορλατινίμπη και για 7 ημέρες μετά την τελευταία δόση.

Γονιμότητα

Σύμφωνα με μη κλινικά ευρήματα για την ασφάλεια, η ανδρική γονιμότητα ενδέχεται να επηρεαστεί δυσμενώς κατά τη διάρκεια της θεραπείας με λορλατινίμπη (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Δεν είναι γνωστό εάν η λορλατινίμπη επηρεάζει τη γονιμότητα των γυναικών. Πριν από τη θεραπεία, οι άντρες θα πρέπει να αναζητούν συμβουλή σχετικά με τη διατήρηση της γονιμότητας.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-LORVIQUA
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντινεοπλασματικοί παράγοντες, αναστολείς της πρωτεϊνικής κινάσης, κωδικός ATC: L01XE44

Μηχανισμός δράσης

Η λορλατινίμπη είναι ένας εκλεκτικός, συναγωνιστικός αναστολέας τριφωσφορικής αδενοσίνης (ATP) της ALK και των τυροσινικών κινασών του ογκογονιδίου c-ros 1 (ROS1).

Σε μη κλινικές μελέτες, η λορλατινίμπη ανέστειλε τις καταλυτικές δράσεις της μη μεταλλαγμένης ALK και κλινικά σημαντικών μεταλλαγμένων κινασών ALK σε προσδιορισμούς με βάση ανασυνδυασμένα ένζυμα και κύτταρα. Η λορλατινίμπη επέδειξε σημαντική αντικαρκινική δράση σε ποντίκια που έφεραν ξενομοσχεύματα όγκου που εκφράζουν τις σχετιζόμενες με μικροσωληνίσκους εχινόδερμων πρωτεϊνόμορφες συντήξεις 4 (echinoderm microtubule-associated protein-like 4, EML4) με την παραλλαγή ALK 1 (variant1,v1), συμπεριλαμβανομένων των μεταλλάξεων L1196M, G1269A, G1202R και I1171T της ALK. Δύο από αυτά τα μεταλλαγμένα ALK, το G1202R και το I1171T, είναι γνωστό ότι προκαλούν αντίσταση στην αλεκτινίμπη, την μπριγκατινίμπη, τη σεριτινίμπη και την κριζοτινίμπη. Η λορλατινίμπη μπόρεσε επίσης να διαπεράσει τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. H λορλατινίμπη παρουσίασε δραστικότητα σε ποντικούς που έφεραν ορθοτοπικά εμφυτεύματα όγκου εγκεφάλου EML4-ALK ή EML4-ALKL1196M.

Κλινική αποτελεσματικότητα

Η χρήστη της λορλατινίμπης στη θεραπεία ALK-θετικού, προχωρημένου NSCLC μετά από θεραπεία με τουλάχιστον έναν ALK TKI δεύτερης γενιάς διερευνήθηκε στη Μελέτη A, μια πολυκεντρική μελέτη Φάσης 1/2, μονού σκέλους. Συνολικά 139 ασθενείς με ALK-θετικό, προχωρημένο NSCLC μετά από θεραπεία με τουλάχιστον έναν ALK TKI δεύτερης γενιάς εντάχθηκαν στο τμήμα Φάσης 2 της μελέτης. Οι ασθενείς έλαβαν λορλατινίμπη από του στόματος στη συνιστώμενη δόση των 100 mg μία φορά ημερησίως, συνεχόμενα.

Το κύριο καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας στο τμήμα Φάσης 2 της μελέτης ήταν το ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης (objective response rate, ORR), συμπεριλαμβανομένου του ενδοκρανιακού (intracranial, IC)-ORR, σύμφωνα με τον ανεξάρτητο κεντρικό έλεγχο (Independent Central Review, ICR), με βάση τα τροποποιημένα κριτήρια αξιολόγησης ανταπόκρισης σε συμπαγείς όγκους (τροποποιημένα RECIST έκδοσης 1.1). Στα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία συμπεριλαμβάνονταν η διάρκεια της ανταπόκρισης (duration of response, DOR), η IC-DOR, ο χρόνος μέχρι την ανταπόκριση του όγκου (time-to-tumour response, TTR) και η ελεύθερη προόδου νόσου επιβίωση (progression-free survival, PFS).

Τα δημογραφικά στοιχεία των ασθενών για τους 139 ασθενείς με ALK-θετικό, προχωρημένο NSCLC, μετά από θεραπεία με τουλάχιστον έναν ALK TKI δεύτερης γενιάς, ήταν 56% γυναίκες, 48% Λευκοί, 38% Ασιάτες, ενώ η διάμεση ηλικία ήταν τα 53 έτη (εύρος: 29-83 έτη) με 16% των ασθενών ηλικίας ≥ 65 ετών. Η κατάσταση απόδοσης βάσει της Συνεργατικής Ογκολογικής Ομάδας Ανατολικών Ακτών των ΗΠΑ (Eastern Cooperative Oncology Group, ECOG) κατά την αρχική αξιολόγηση ήταν 0 ή 1 στο 96% των ασθενών. Εγκεφαλικές μεταστάσεις υπήρχαν κατά την αρχική αξιολόγηση στο 67% των ασθενών. Από τους 139 ασθενείς, το 20% είχε λάβει 1 προηγούμενο ALK TKI, εκτός της κριζοτινίμπης, το 47% είχε λάβει 2 προηγούμενους ALK TKIs και το 33% είχε λάβει 3 ή περισσότερους προηγούμενους ALK TKIs.

Τα κύρια δεδομένα αποτελεσματικότητας για τη Μελέτη A περιλαμβάνονται στους Πίνακες 3 και 4.

Πίνακας 3. Δεδομένα συνολικής αποτελεσματικότητας στη Μελέτη A με βάση την προηγούμενη θεραπεία

Παράμετρος αποτελεσματικότητας Ένας προηγούμενος ALK TKIα με ή χωρίς προηγούμενη χημειοθεραπεία (N = 28) Δύο ή περισσότεροι προηγούμενοι ALK TKIs με ή χωρίς προηγούμενη χημειοθεραπεία (N = 111)
Ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισηςβ (95% CI) 42,9% (24,5, 62,8) 39,6% (30,5, 49,4)
Πλήρης ανταπόκριση, n 1 2
Μερική ανταπόκριση, n 11 42
Διάρκεια της ανταπόκρισης Διάμεση τιμή, μήνες (95% CI) 5,6 (4,2, ΔΕ) 9,9 (5,7, 24,4)
Ελεύθερη προόδου νόσου επιβίωση Διάμεση τιμή, μήνες (95% CI) 5,5 (2,9, 8,2) 6,9 (5,4, 9,5)

Συντομογραφίες: ALK=κινάση του αναπλαστικού λεμφώματος, CI=διάστημα εμπιστοσύνης, ICR=ανεξάρτητος κεντρικός έλεγχος, N/n=αριθμός ασθενών, ΔΕ=δεν επετεύχθη, TKI=αναστολέας τυροσινικής κινάσης. α Αλεκτινίμπη, μπριγκατινίμπη ή σεριτινίμπη. β Βάσει ICR.

Πίνακας 4. Δεδομένα ενδοκρανιακής αποτελεσματικότητας στη Μελέτη A με βάση την προηγούμενη θεραπεία*

Παράμετρος αποτελεσματικότητας Ένας προηγούμενος ALK TKIα με ή χωρίς προηγούμενη χημειοθεραπεία (N = 9) Δύο ή περισσότεροι προηγούμενοι ALK TKIs με ή χωρίς προηγούμενη χημειοθεραπεία (N = 48)
Ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισηςβ (95% CI) 66,7% (29,9, 92,5) 52,1% (37,2, 66,7)
Πλήρης ανταπόκριση, n 2 10
Μερική ανταπόκριση, n 4 15
Διάρκεια ενδοκρανιακής ανταπόκρισης Διάμεση τιμή, μήνες (95% CI) ΔΕ (4,1, ΔΕ) 12,4 (6,0, ΔΕ)

Συντομογραφίες: ALK=κινάση του αναπλαστικού λεμφώματος, CI=διάστημα εμπιστοσύνης, ICR=ανεξάρτητος κεντρικός έλεγχος, N/n=αριθμός ασθενών, ΔΕ=δεν επετεύχθη, TKI=αναστολέας τυροσινικής κινάσης. *Σε ασθενείς με τουλάχιστον μία μετρήσιμη εγκεφαλική μετάσταση κατά την αρχική αξιολόγηση α Αλεκτινίμπη, μπριγκατινίμπη ή σεριτινίμπη. β Βάσει ICR.

Στον πληθυσμό συνολικής αποτελεσματικότητας των 139 ασθενών, 56 ασθενείς είχαν επιβεβαιωμένη αντικειμενική ανταπόκριση βάσει ICR, με διάμεσο TTR 1,4 μήνες (εύρος: 1,2 έως 16,6 μήνες). Το ORR για τους Ασιάτες ήταν 49,1% (95% CI: 35,1, 63,2) και 31,5% για τους μη Ασιάτες (95% CI: 21,1, 43,4). Μεταξύ των 31 ασθενών με επιβεβαιωμένη IC αντικειμενική ανταπόκριση του όγκου και τουλάχιστον μία μετρήσιμη εγκεφαλική μετάσταση κατά την αρχική αξιολόγηση βάσει ICR, η διάμεση IC-TTR ήταν 1,4 μήνες (εύρος: 1,2 έως 16,2 μήνες). Το IC ORR ήταν 54,5% για τους Ασιάτες (95% CI: 32,2, 75,6) και 46,4% για τους μη Ασιάτες (95% CI: 27,5, 66,1).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με τη λορλατινίμπη σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στη θεραπεία του καρκινώματος του πνεύμονα (μικροκυτταρικού και μη μικροκυτταρικού καρκινώματος) (βλέπε Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν έχει εγκριθεί με τη διαδικασία που αποκαλείται «έγκριση υπό όρους». Αυτό σημαίνει ότι αναμένονται περισσότερες αποδείξεις σχετικά με το φαρμακευτικό προϊόν. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων θα αξιολογεί τουλάχιστον ετησίως τις νέες πληροφορίες για το παρόν φαρμακευτικό προϊόν και η παρούσα Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος θα επικαιροποιείται αναλόγως.

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-LORVIQUA
expand_more

Απορρόφηση

Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της λορλατινίμπης στο πλάσμα επιτυγχάνονται ταχέως, με διάμεσο Tmax 1,2 ώρες μετά από άπαξ δόση των 100 mg και 2,0 ώρες μετά από πολλαπλές δόσεις των 100 mg μία φορά ημερησίως. Μετά την από του στόματος χορήγηση δισκίων λορλατινίμπης, η μέση απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι 80,8% (90% CI: 75,7, 86,2) συγκριτικά με την ενδοφλέβια χορήγηση. Η χορήγηση της λορλατινίμπης με γεύμα υψηλό σε λιπαρά και σε θερμίδες προκάλεσε 5% υψηλότερη έκθεση σε σύγκριση με καταστάσεις νηστείας. Η λορλατινίμπη μπορεί να χορηγηθεί με ή χωρίς φαγητό. Στη δόση των 100 mg μία φορά ημερησίως, ο γεωμετρικός μέσος (% συντελεστή διακύμανσης [coefficient of variation, CV]) της μέγιστης συγκέντρωσης στο πλάσμα ήταν 577 (42) ng/ml και η AUC24 ήταν 5.650 (39) ng·h/ml σε ασθενείς με καρκίνο. Ο γεωμετρικός μέσος (% CV) της κάθαρσης από του στόματος ήταν 17,7 (39) l/h.

Κατανομή

Η in vitro πρόσδεση της λορλατινίμπης σε ανθρώπινες πρωτεΐνες πλάσματος είναι 66%, με μέτρια πρόσδεση στην αλβουμίνη ή στην α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη.

Βιομετασχηματισμός

Στους ανθρώπους, η λορλατινίμπη υφίσταται οξείδωση και γλυκουρονιδίωση, ως οι κύριες μεταβολικές οδοί. In vitro δεδομένα υποδεικνύουν ότι η λορλατινίμπη μεταβολίζεται κυρίως από το CYP3A4 και την UGT1A4, με ελάσσονα συνεισφορά από τα CYP2C8, CYP2C19, CYP3A5 και UGT1A3. Στο πλάσμα, ένας μεταβολίτης βενζοϊκού οξέος της λορλατινίμπης που προήλθε από την οξειδωτική διάσπαση των αμιδικών και αρωματικών αιθερικών δεσμών της λορλατινίμπης παρατηρήθηκε ως κύριος μεταβολίτης, στον οποίο αντιστοιχούσε το 21% της ραδιενέργειας στην κυκλοφορία. Ο μεταβολίτης από την οξειδωτική διάσπαση είναι φαρμακολογικά αδρανής.

Αποβολή

Ο χρόνος ημιζωής της λορλατινίμπης στο πλάσμα μετά από άπαξ δόση των 100 mg ήταν 23,6 ώρες. Μετά την από του στόματος χορήγηση 100 mg ραδιοσημασμένης δόσης λορλατινίμπης, κατά μέσο όρο το 47,7% της ραδιενέργειας ανακτήθηκε στα ούρα και το 40,9% της ραδιενέργειας ανακτήθηκε στα κόπρανα, με συνολική μέση ολική ανάκτηση 88,6%. Η αμετάβλητη λορλατινίμπη ήταν το κύριο συστατικό μέρος του ανθρώπινου πλάσματος και των ανθρώπινων κοπράνων, στην οποία αντιστοιχούσε το 44% και το 9,1% της συνολικής ραδιενέργειας, αντίστοιχα. Λιγότερο από το 1% της αμετάβλητης λορλατινίμπης ανιχνεύτηκε στα ούρα. Επιπλέον, η λορλατινίμπη είναι ένας επαγωγέας μέσω του υποδοχέα της ανθρώπινης πρεγκνάνης X (PXR) και του ανθρώπινου ιδιοστατικού υποδοχέα ανδροστανίου (CAR).

Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα

Σε άπαξ δόση, η συστηματική έκθεση στη λορλατινίμπη (AUCinf και Cmax) αυξήθηκε με δοσοεξαρτώμενο τρόπο, στο εύρος δόσεων 10 έως 200 mg. Λίγα δεδομένα είναι διαθέσιμα στο εύρος δόσεων 10 έως 200 mg. Ωστόσο, δεν παρατηρήθηκε καμία παρέκκλιση από τη γραμμικότητα για την AUCinf και τη Cmax μετά από άπαξ δόση. Μετά από πολλαπλή χορήγηση δόσης μία φορά ημερησίως, η Cmax της λορλατινίμπης αυξήθηκε αναλογικά με τη δόση και η AUCtau αυξήθηκε ελαφρώς λιγότερο από αναλογικά, στο εύρος δόσεων 10 έως 200 mg μία φορά ημερησίως. Επίσης, οι εκθέσεις της λορλατινίμπης στο πλάσμα σε σταθεροποιημένη κατάσταση είναι χαμηλότερες από αυτές που αναμένονται από τη φαρμακοκινητική εφάπαξ δόσης, υποδεικνύοντας καθαρή, χρονοεξαρτώμενη επίδραση αυτο-επαγωγής.

Ηπατική δυσλειτουργία

Καθώς η λορλατινίμπη μεταβολίζονται στο ήπαρ, η ηπατική δυσλειτουργία είναι πιθανόν να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της λορλατινίμπης στο πλάσμα. Στις κλινικές μελέτες που πραγματοποιήθηκαν αποκλείστηκαν ασθενείς με AST ή ALT > 2,5 × ULN ή εάν οφειλόταν σε υποκείμενη κακοήθεια, > 5,0 × ULN ή με ολική χολερυθρίνη > 1,5 × ULN. Οι αναλύσεις πληθυσμιακής φαρμακοκινητικής έχουν καταδείξει ότι η έκθεση στη λορλατινίμπη δεν ήταν κλινικώς σημαντικά αλλαγμένη σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (n = 50). Δεν συνιστώνται προσαρμογές της δόσης για ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία. Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.

Νεφρική δυσλειτουργία

Λιγότερο από 1% της χορηγούμενης δόσης ανιχνεύεται ως αμετάβλητη λορλατινίμπη στα ούρα. Οι αναλύσεις πληθυσμιακής φαρμακοκινητικής έχουν καταδείξει ότι η έκθεση στη λορλατινίμπη δεν ήταν κλινικώς σημαντικά αλλαγμένη σε ασθενείς με ήπια (n = 103) ή μέτρια (n = 41) νεφρική δυσλειτουργία (CLcr > 30 ml/min). Δεν συνιστώνται προσαρμογές της αρχικής δόσης για ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία. Οι πληροφορίες για τη χρήση της λορλατινίμπης σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (CLcr < 30 ml/min) είναι περιορισμένες (n = 1).

Ηλικία, φύλο, φυλή, σωματικό βάρος και φαινότυπος

Οι αναλύσεις πληθυσμιακής φαρμακοκινητικής σε ασθενείς με προχωρημένο NSCLC και υγιείς εθελοντές υποδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν κλινικά σημαντικές επιδράσεις της ηλικίας, του φύλου, της φυλής, του σωματικού βάρους και των φαινοτύπων για τα CYP3A5 και τα CYP2C19.

Καρδιακή ηλεκτροφυσιολογία

Στη Μελέτη A, 2 ασθενείς (0,7%) είχαν απόλυτες τιμές QTc με διόρθωση κατά Fridericia (Fridericia’s correction QTc, QTcF) > 500 msec και 5 ασθενείς (1,8%) είχαν μεταβολή του QTcF από την αρχική τιμή > 60 msec. Επιπλέον, η επίδραση της μεμονωμένης από του στόματος δόσης της λορλατινίμπης (50 mg, 75 mg και 100 mg), με και χωρίς 200 mg μία φορά την ημέρα ιτρακοναζόλη, αξιολογήθηκε σε μια αμφίδρομη διασταυρούμενη μελέτη σε 16 υγιείς εθελοντές. Δεν παρατηρήθηκαν αυξήσεις στη μέση QTc, στις μέσες συγκεντρώσεις λορλατινίμπης που παρατηρήθηκαν σε αυτήν τη μελέτη. Σε 295 ασθενείς οι οποίοι έλαβαν λορλατινίμπη στη συνιστώμενη δόση των 100 mg μία φορά ημερησίως και είχαν μια μέτρηση ΗΚΓ στη Μελέτη A, η λορλατινίμπη μελετήθηκε σε έναν πληθυσμό ασθενών με εξαίρεση όσων είχαν διάστημα QTc > 470 msec. Στον πληθυσμό της μελέτης, η μέγιστη μέση μεταβολή από την αρχική τιμή για το διάστημα PR ήταν 16,4 msec (αμφίπλευρο 90% ανώτερο CI 19,4 msec) (βλ. Δοσολογία, Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες). Από αυτούς, 7 ασθενείς είχαν αρχικό PR > 200 msec. Μεταξύ των 284 ασθενών με διάστημα PR < 200 msec, 14% είχαν παράταση του διαστήματος PR ≥ 200 msec μετά την έναρξη της λορλατινίμπης. Η παράταση του διαστήματος PR παρουσιάστηκε με τρόπο εξαρτώμενο από τη συγκέντρωση. Κολποκοιλιακός αποκλεισμός παρουσιάστηκε στο 1,0% των ασθενών. Για όσους ασθενείς εκδηλώσουν παράταση του διαστήματος PR, μπορεί να απαιτηθεί τροποποίηση της δόσης (βλ. Δοσολογία).

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

24 ώρες
PubChem

Δέσμευση πρωτεϊνών

66%
PubChem

Απέκκριση

Νεφρά/Ήπαρ
PubChem
science

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
71731823
Μοριακός τύπος
C21H19FN6O2
Μοριακό βάρος
406.4
IUPAC
(16R)-19-amino-13-fluoro-4,8,16-trimethyl-9-oxo-17-oxa-4,5,8,20-tetrazatetracyclo[16.3.1.02,6.010,15]docosa-1(22),2,5,10(15),11,13,18,20-octaene-3-carbonitrile
InChIKey
IIXWYSCJSQVBQM-LLVKDONJSA-N