Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ L01XK04 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

TALAZOPARIB

Θεραπευτικός παράγοντας σε κλινική χρήση. Δείτε το κλινικό και φαρμακολογικό προφίλ για περισσότερες λεπτομέρειες.

Chemical structure of TALAZOPARIB

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Επιμελημένο
medication
SPC-TALZENNA

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Από του στόματος
Χορήγηση:
μία φορά ημερησίως
Δόση έναρξης:
1 mg
Τιτλοποίηση:
Προσαρμογές δόσης λόγω τοξικότητας: Πρώτη μείωση σε 0,75 mg, Δεύτερη μείωση σε 0,5 mg, Τρίτη μείωση σε 0,25 mg. Γενική εξέταση αίματος πριν την έναρξη, παρακολούθηση κάθε μήνα και βάσει κλινικών ενδείξεων. Για ανεπιθύμητες ενέργειες, προσωρινή διακοπή ή μείωση δόσης. Σε συγχορήγηση με ισχυρούς αναστολείς της P-gp, μείωση στην επόμενη χαμηλότερη δόση και επαναφορά μετά τη διακοπή του αναστολέα P-gp.
  • Ενήλικες
    Δόση1 mg
    Θεραπεία μέχρι την εμφάνιση εξέλιξης της νόσου ή μη αποδεκτής τοξικότητας.
  • Ηπατική δυσλειτουργία
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία ήπιας, μέτριας ή βαριάς μορφής.
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    Ήπια (60 ml/min ≤ CrCL < 90 ml/min): Δεν απαιτείται προσαρμογή δόσης. Μέτρια (30 ml/min ≤ CrCL < 60 ml/min): συνιστώμενη δόση έναρξης 0,75 mg μία φορά ημερησίως. Βαριά (15 ml/min ≤ CrCL < 30 ml/min): συνιστώμενη δόση έναρξης 0,5 mg μία φορά ημερησίως. Δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με CrCL < 15 ml/min ή σε αιμοκαθαιρόμενους.
  • Ηλικιωμένοι (≥ 65 ετών)
    Δεν είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δόσης.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (< 18 ετών)
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block
SPC-TALZENNA

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
  • Θηλασμός
warning
SPC-TALZENNA

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Μυελοκαταστολή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ταλαζοπαρίμπη
    Δεν θα πρέπει να ξεκινά η λήψη ταλαζοπαρίμπης μέχρι οι ασθενείς να έχουν αναρρώσει από την αιματολογική τοξικότητα που έχει προκληθεί από προηγούμενη θεραπεία (≤ βαθμού 1). Θα πρέπει να λαμβάνονται προφυλάξεις για την τακτική παρακολούθηση των αιματολογικών παραμέτρων, καθώς και των σημείων και των συμπτωμάτων που σχετίζονται με αναιμία, λευκοπενία/ουδετεροπενία ή/και θρομβοπενία. Σε περίπτωση που εμφανιστούν τέτοια συμβάντα, συνιστώνται τροποποιήσεις της δόσης (μείωση ή προσωρινή διακοπή). Μπορεί να χρησιμοποιηθεί υποστηρικτική φροντίδα με ή χωρίς μεταγγίσεις αίματος ή/και αιμοπεταλίων ή/και χορήγηση παραγόντων διέγερσης αποικιών.
  • Μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο/Οξεία μυελοειδής λευχαιμία (ΜΔΣ/ΟΜΛ)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που έλαβαν αναστολείς PARP, συμπεριλαμβανομένης της ταλαζοπαρίμπης
    Θα πρέπει να πραγματοποιηθούν γενικές εξετάσεις αίματος κατά την έναρξη και οι ασθενείς να παρακολουθούνται κάθε μήνα για σημεία αιματολογικής τοξικότητας κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Εάν επιβεβαιωθεί ΜΔΣ/ΟΜΛ, θα πρέπει να διακοπεί οριστικά η ταλαζοπαρίμπη.
  • Αντισύλληψη
    ΠληθυσμόςΓυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
    Δεν θα πρέπει να μείνουν έγκυες όσο ή για όσο λαμβάνουν Talzenna και δεν θα πρέπει να είναι έγκυες κατά την έναρξη της θεραπείας. Θα πρέπει να πραγματοποιείται τεστ εγκυμοσύνης πριν από την έναρξη της θεραπείας. Απαιτείται μια εξαιρετικά αποτελεσματική μέθοδος αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Talzenna, καθώς και για τουλάχιστον 7 μήνες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας. Θα πρέπει να χρησιμοποιούνται δύο μη ορμονικές και συμπληρωματικές μέθοδοι αντισύλληψης.
  • Αντισύλληψη
    ΠληθυσμόςΆνδρες ασθενείς με γυναίκες συντρόφους σε αναπαραγωγική ηλικία ή έγκυες συντρόφους
    Θα πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη (ακόμα και μετά από εκτομή σπερματικού πόρου), κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το Talzenna και για τουλάχιστον 4 μήνες μετά την τελευταία δόση.
swap_horiz
SPC-TALZENNA

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Αυξημένη έκθεση στην ταλαζοπαρίμπη (AUC κατά 56%, Cmax κατά 40% με ιτρακοναζόλη. Γενικά, αύξηση έκθεσης κατά 45%).
    ΣύστασηΘα πρέπει να αποφεύγεται. Εάν είναι αναπόφευκτη, η δόση του Talzenna θα πρέπει να μειωθεί (βλ. Δοσολογία).
  • Ριφαμπίνη (επαγωγέας της P-gp)
    προσοχή
    Αύξηση Cmax της ταλαζοπαρίμπης κατά περίπου 37%, χωρίς επηρεασμό της AUCinf.
    ΣύστασηΔεν απαιτούνται προσαρμογές της δόσης της ταλαζοπαρίμπης.
  • Άλλοι επαγωγείς της P-gp (καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη, βαλσαμόχορτο)
    προσοχή
    Μπορεί να μειώνουν την έκθεση στην ταλαζοπαρίμπη.
  • Ισχυροί αναστολείς της BCRP (κουρκουμίνη, κυκλοσπορίνη)
    προσοχή
    Μπορεί να αυξήσει την έκθεση στην ταλαζοπαρίμπη.
    ΣύστασηΘα πρέπει να αποφεύγεται. Εάν η συγχορήγηση δεν μπορεί να αποφευχθεί, ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται για αυξημένες ανεπιθύμητες ενέργειες.
  • Παράγοντες μείωσης των οξέων (αναστολείς αντλίας πρωτονίων, ανταγωνιστές H2 υποδοχέων ισταμίνης)
    καμία
    Δεν είχε καμία σημαντική επίδραση στην απορρόφηση της ταλαζοπαρίμπης.
  • Από του στόματος αντισυλληπτικά
    άγνωστη
    Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες φαρμακευτικών αλληλεπιδράσεων.
sick
SPC-TALZENNA

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
  • Θρομβοπενία (συμπ. μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων)
  • Αναιμία (συμπ. μειωμένος αιματοκρίτης και αιμοσφαιρίνη)
  • Ουδετεροπενία (συμπ. μειωμένος αριθμός ουδετεροφίλων)
  • Λευκοπενία (συμπ. μειωμένος αριθμός λευκοκυττάρων)
  • Λεμφοπενία (συμπ. μειωμένος αριθμός λεμφοκυττάρων)
Μεταβολισμός
  • Μειωμένη όρεξη
Νευρικό
  • Ζάλη
  • Κεφαλαλγία
  • Δυσγευσία
Γαστρεντερικό
  • Έμετος
  • Διάρροια
  • Ναυτία
  • Στοματίτιδα
  • Δυσπεψία
Διαταραχές του γαστρεντερικού
  • Κοιλιακό άλγος (συμπ. άλγος άνω κοιλιακής χώρας, κοιλιακή δυσφορία, άλγος κάτω κοιλιακής χώρας)
Δέρμα
  • Αλωπεκία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Κόπωση (συμπ. εξασθένηση)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Αλωπεκία
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Αναιμία (συμπ. μειωμένος αιματοκρίτης και αιμοσφαιρίνη)
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Πολύ συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Θρομβοπενία (συμπ. μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων)
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Πολύ συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Κοιλιακό άλγος (συμπ. άλγος άνω κοιλιακής χώρας, κοιλιακή δυσφορία, άλγος κάτω κοιλιακής χώρας)
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Πολύ συχνές
  • Κόπωση (συμπ. εξασθένηση)
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Πολύ συχνές
  • Λευκοπενία (συμπ. μειωμένος αριθμός λευκοκυττάρων)
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Πολύ συχνές
  • Μειωμένη όρεξη
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Ουδετεροπενία (συμπ. μειωμένος αριθμός ουδετεροφίλων)
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Πολύ συχνές
  • Δυσγευσία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Δυσπεψία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Λεμφοπενία (συμπ. μειωμένος αριθμός λεμφοκυττάρων)
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Συχνές
  • Στοματίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
pregnant_woman
SPC-TALZENNA

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Δεν συνιστάται
    Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία δεν θα πρέπει να μείνουν έγκυες όσο ή για όσο λαμβάνουν Talzenna και δεν θα πρέπει να είναι έγκυες κατά την έναρξη της θεραπείας. Θα πρέπει να πραγματοποιείται τεστ εγκυμοσύνης σε όλες τις γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πριν από τη θεραπεία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν εξαιρετικά αποτελεσματικές μορφές αντισύλληψης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) πριν από την έναρξη της θεραπείας με ταλαζοπαρίμπη, κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 7 μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας με ταλαζοπαρίμπη. Δεδομένου ότι η χρήση ορμονικής αντισύλληψης δεν συνιστάται σε ασθενείς με καρκίνο του μαστού, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται δύο μη ορμονικές και συμπληρωματικές μέθοδοι αντισύλληψης. Στους άνδρες ασθενείς με γυναίκες συντρόφους σε αναπαραγωγική ηλικία ή έγκυρες συντρόφους πρέπει να δίνεται η συμβουλή να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη (ακόμα και μετά από εκτομή σπερματικού πόρου), κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το Talzenna και για τουλάχιστον 4 μήνες μετά την τελευταία δόση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Δεν διατίθενται δεδομένα σχετικά με τη χρήση του Talzenna σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν εμβρυϊκή τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Το Talzenna μπορεί να προκαλέσει βλάβη στο έμβρυο, κατά τη χορήγηση σε έγκυο γυναίκα.
  • Γαλουχία
    Δεν συνιστάται
    Δεν είναι γνωστό εάν η ταλαζοπαρίμπη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος για παιδιά που θηλάζουν και, συνεπώς, δεν συνιστάται ο θηλασμός κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Talzenna και για τουλάχιστον 1 μήνα μετά την τελευταία δόση.
  • Γονιμότητα
    Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με τη γονιμότητα σε ασθενείς. Με βάση τα μη κλινικά ευρήματα στους όρχεις (εν μέρει αναστρέψιμα) και τις ωοθήκες (αναστρέψιμα), το Talzenna μπορεί να επηρεάσει τη γονιμότητα σε άνδρες αναπαραγωγικής ηλικίας (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
neurology
SPC-TALZENNA

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: άλλοι αντινεοπλασματικοί παράγοντες, κωδικός ATC: L01XX60 ### Μηχανισμός δράσης Η ταλαζοπαρίμπη είναι ένας αναστολέας των ενζύμων PARP και πιο συγκεκριμένα των PARP1 και PARP2. Τα ένζυμα PARP συμβάλλουν στη διαδικασία…
monitor_heart
SPC-TALZENNA

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: άλλοι αντινεοπλασματικοί παράγοντες, κωδικός ATC: L01XX60 ### Μηχανισμός δράσης Η ταλαζοπαρίμπη είναι ένας αναστολέας των ενζύμων PARP και πιο συγκεκριμένα των PARP1 και PARP2. Τα ένζυμα PARP συμβάλλουν στη διαδικασία…
biotech
SPC-TALZENNA

Φαρμακοκινητική

expand_more
Η έκθεση στην ταλαζοπαρίμπη γενικά αυξήθηκε αναλογικά με τη δόση σε όλο το εύρος των 0,025 mg έως 2 mg, μετά από καθημερινή χορήγηση πολλαπλών δόσεων. Μετά από επαναλαμβανόμενη καθημερινή χορήγηση δόσης του 1 mg ταλαζοπαρίμπης στους ασθενείς, η γεωμετρική…

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Αιματολογικός έλεγχος bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος Τακτικά Θεραπεία με ταλαζοπαρίμπη
Αναιμία bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος Τακτικά Θεραπεία με ταλαζοπαρίμπη
Γενική αίματος (CBC) bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος Κατά την έναρξη και κάθε μήνα
Θρομβοπενία bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος Τακτικά Θεραπεία με ταλαζοπαρίμπη
Λευκοπενία bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος Τακτικά Θεραπεία με ταλαζοπαρίμπη
Ουδετεροπενία bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος Τακτικά Θεραπεία με ταλαζοπαρίμπη
stethoscope

Κλινική εξέταση & ζωτικά

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Δοκιμασία κύησης more_horizΆλλο / λοιπά Πριν από την έναρξη της θεραπείας Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-TALZENNA
expand_more

Η θεραπεία με το Talzenna θα πρέπει να ξεκινά και να επιβλέπεται από ιατρό με εμπειρία στη χρήση αντικαρκινικών φαρμακευτικών προϊόντων. Οι ασθενείς θα πρέπει να επιλέγονται για θεραπεία του καρκίνου του μαστού με Talzenna με βάση την παρουσία επιβλαβών ή πιθανολογούμενων επιβλαβών μεταλλάξεων της γαμετικής σειράς BRCA, όπως προσδιορίζεται από ένα έμπειρο εργαστήριο, με χρήση μιας επικυρωμένης μεθόδου εξέτασης. Οι ασθενείς με μεταλλάξεις BRCA θα πρέπει να λαμβάνουν γενετική συμβουλευτική όπως αρμόζει σύμφωνα με τους τοπικούς κανονισμούς.

Δοσολογία

Η συνιστώμενη δόση είναι 1 mg ταλαζοπαρίμπης, μία φορά ημερησίως. Οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν θεραπεία μέχρι την εμφάνιση εξέλιξης της νόσου ή μη αποδεκτής τοξικότητας.

Παράλειψη δόσης

Εάν ένας ασθενής κάνει εμετό ή παραλείψει μία δόση, δεν πρέπει να λάβει επιπλέον δόση. Η επόμενη συνταγογραφηθείσα δόση πρέπει να ληφθεί τη συνηθισμένη ώρα.

Προσαρμογές της δόσης

Για τη διαχείριση των ανεπιθύμητων ενεργειών στο φάρμακο, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο προσωρινής διακοπής της θεραπείας ή μείωσης της δόσης με βάση τη βαρύτητα και την κλινική εικόνα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Οι συνιστώμενες μειώσεις δόσης υποδεικνύονται στον Πίνακα 1.

Πίνακας 1. Προσαρμογές της δόσης λόγω τοξικοτήτων

Επίπεδο δόσης
Συνιστώμενη δόση έναρξης 1 mg (ένα καψάκιο των 1 mg) μία φορά ημερησίως
Πρώτη μείωση δόσης 0,75 mg (τρία καψάκια των 0,25 mg) μία φορά ημερησίως
Δεύτερη μείωση δόσης 0,5 mg (δύο καψάκια των 0,25 mg) μία φορά ημερησίως
Τρίτη μείωση δόσης 0,25 mg (ένα καψάκιο των 0,25 mg) μία φορά ημερησίως

Θα πρέπει να πραγματοποιείται γενική εξέταση αίματος πριν από την έναρξη της θεραπείας με Talzenna και να παρακολουθείται κάθε μήνα και βάσει των κλινικών ενδείξεων (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Πίνακας 2. Τροποποίηση και διαχείριση δόσης

Προσωρινή διακοπή του Talzenna μέχρι την επαναφορά των επιπέδων σε Συνέχιση του Talzenna
Αιμοσφαιρίνη < 8 g/dl ≥ 9 g/dl
Αριθμός αιμοπεταλίων < 50.000/μl ≥ 75.000/μl
Αριθμός ουδετεροφίλων < 1.000/μl ≥ 1.500/µl
Μη αιματολογική ανεπιθύμητη ενέργεια βαθμού 3 ή βαθμού 4

Συνέχιση του Talzenna στην επόμενη χαμηλότερη δόση Εξετάστε το ενδεχόμενο συνέχισης του Talzenna στην επόμενη χαμηλότερη δόση ή οριστικής διακοπής του  Βαθμού 1

Ταυτόχρονη θεραπεία με αναστολείς της P-γλυκοπρωτεΐνης (P-glycoprotein, P-gp)

Οι ισχυροί αναστολείς της P-gp μπορεί να οδηγήσουν σε αυξημένη έκθεση στην ταλαζοπαρίμπη. Η ταυτόχρονη χρήση ισχυρών αναστολέων της P-gp κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ταλαζοπαρίμπη θα πρέπει να αποφεύγεται. Το ενδεχόμενο συγχορήγησης πρέπει να εξετάζεται μόνο μετά από προσεκτική αξιολόγηση των δυνητικών οφελών και κινδύνων. Εάν είναι αναπόφευκτη η συγχορήγηση με ισχυρό αναστολέα της P-gp, η δόση του Talzenna θα πρέπει να μειωθεί στην επόμενη χαμηλότερη δόση. Όταν διακοπεί οριστικά ο ισχυρός αναστολέας της P-gp, θα πρέπει να αυξηθεί η δόση του Talzenna (μετά από 3-5 ημίσειες ζωές του αναστολέα της P-gp) έως τη δόση που χρησιμοποιούνταν πριν από την έναρξη του ισχυρού αναστολέα της P-gp (βλ. Αλληλεπιδράσεις).

Ειδικοί πληθυσμοί

Ηπατική δυσλειτουργία

Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία ήπιας μορφής (ολική χολερυθρίνη ≤ 1 × ανώτερο φυσιολογικό όριο [upper limit of normal, ULN] και ασπαρτική αμινοτρανσφεράση [aspartate aminotransferase, AST] > ULN ή ολική χολερυθρίνη > 1,0 έως 1,5 × ULN και οποιαδήποτε τιμή AST), ηπατική δυσλειτουργία μέτριας (ολική χολερυθρίνη > 1,5 έως 3,0 × ULN και οποιαδήποτε τιμή AST) ή βαριάς μορφής (ολική χολερυθρίνη > 3,0 × ULN και οποιαδήποτε τιμή AST) (βλ. Φαρμακοκινητικές).

Νεφρική δυσλειτουργία

Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία ήπιας μορφής (60 ml/min ≤ κάθαρση κρεατινίνης [creatinine clearance, CrCL] < 90 ml/min). Για ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία μέτριας μορφής (30 ml/min ≤ CrCL < 60 ml/min), η συνιστώμενη δόση έναρξης του Talzenna είναι 0,75 mg μία φορά ημερησίως. Για ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία βαριάς μορφής (15 ml/min ≤ CrCL < 30 ml/min), η συνιστώμενη δόση έναρξης του Talzenna είναι 0,5 mg μία φορά ημερησίως. Το Talzenna δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με CrCL < 15 ml/min ή σε ασθενείς που χρειάζονται αιμοκάθαρση (βλ. Φαρμακοκινητικές).

Ηλικιωμένοι

Δεν είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δόσης σε ηλικιωμένους ασθενείς (ηλικίας ≥ 65 ετών) (βλ. Φαρμακοκινητικές).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Talzenna σε παιδιά και εφήβους ηλικίας < 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.

Τρόπος χορήγησης

Το Talzenna προορίζεται για από στόματος χρήση. Για να αποφύγετε την επαφή με το περιεχόμενο του καψακίου, τα καψάκια θα πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα και δεν πρέπει να ανοίγονται ή να διαλύονται. Μπορούν να λαμβάνονται με ή χωρίς τροφή (βλ. Φαρμακοκινητικές).

block

Αντενδείξεις

SPC-TALZENNA
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
  • Θηλασμός (βλ. Κύηση και γαλουχία).
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-TALZENNA
expand_more

Μυελοκαταστολή

Σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με ταλαζοπαρίμπη έχουν αναφερθεί περιστατικά μυελοκαταστολής όπως αναιμία, λευκοπενία/ουδετεροπενία ή/και θρομβοπενία (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).

Δεν θα πρέπει να ξεκινά η λήψη ταλαζοπαρίμπης μέχρι οι ασθενείς να έχουν αναρρώσει από την αιματολογική τοξικότητα που έχει προκληθεί από προηγούμενη θεραπεία (≤ βαθμού 1).

Θα πρέπει να λαμβάνονται προφυλάξεις για την τακτική παρακολούθηση των αιματολογικών παραμέτρων, καθώς και των σημείων και των συμπτωμάτων που σχετίζονται με αναιμία, λευκοπενία/ουδετεροπενία ή/και θρομβοπενία σε ασθενείς που λαμβάνουν ταλαζοπαρίμπη. Σε περίπτωση που εμφανιστούν τέτοια συμβάντα, συνιστώνται τροποποιήσεις της δόσης (μείωση ή προσωρινή διακοπή) (βλ. Δοσολογία). Μπορεί να χρησιμοποιηθεί υποστηρικτική φροντίδα με ή χωρίς μεταγγίσεις αίματος ή/και αιμοπεταλίων ή/και χορήγηση παραγόντων διέγερσης αποικιών, όπως αρμόζει.

Μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο/Οξεία μυελοειδής λευχαιμία

Σε ασθενείς που έλαβαν αναστολείς της πολυμεράσης της πολυ-αδενο διφωσφορικής ριβόζης [poly (adenosine diphosphate-ribose) polymerase, PARP], συμπεριλαμβανομένης της ταλαζοπαρίμπης έχουν αναφερθεί περιστατικά με μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο/οξεία μυελογενής λευχαιμία (ΜΔΣ/ΟΜΛ). Συνολικά, ΜΔΣ/ΟΜΛ έχει αναφερθεί σε 2 από τους 584 (0,3%) ασθενείς με συμπαγείς όγκους που έλαβαν θεραπεία με ταλαζοπαρίμπη σε κλινικές μελέτες. Στους ενδεχόμενους παράγοντες που συμβάλλουν στην εκδήλωση ΜΔΣ/ΟΜΛ συγκαταλέγονται η προηγούμενη χημειοθεραπεία που περιείχε πλατίνα, άλλοι παράγοντες που προκαλούν βλάβη στο DNA ή η ακτινοθεραπεία. Θα πρέπει να πραγματοποιηθούν γενικές εξετάσεις αίματος κατά την έναρξη και οι ασθενείς να παρακολουθούνται κάθε μήνα για σημεία αιματολογικής τοξικότητας κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Εάν επιβεβαιωθεί ΜΔΣ/ΟΜΛ, θα πρέπει να διακοπεί οριστικά η ταλαζοπαρίμπη.

Αντισύλληψη σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία

Η ταλαζοπαρίμπη ήταν κλαστογόνος σε έναν in vitro προσδιορισμό χρωμοσωμικών ανωμαλιών σε λεμφοκύτταρα του ανθρώπινου περιφερικού αίματος και σε έναν in vivo προσδιορισμό μικροπυρήνων μυελού των οστών σε αρουραίους, αλλά δεν ήταν μεταλλαξιογόνος σε προσδιορισμό Ames (βλ. Προκλινικά δεδομένα), και μπορεί να προκαλέσει βλάβη του εμβρύου κατά τη χορήγηση σε έγκυο γυναίκα. Οι έγκυες γυναίκες θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τον δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο (βλ. Κύηση και γαλουχία). Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία δεν θα πρέπει να μείνουν έγκυες όσο ή για όσο λαμβάνουν Talzenna και δεν θα πρέπει να είναι έγκυες κατά την έναρξη της θεραπείας. Θα πρέπει να πραγματοποιείται τεστ εγκυμοσύνης σε όλες τις γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πριν από τη έναρξη της θεραπείας.

Απαιτείται μια εξαιρετικά αποτελεσματική μέθοδος αντισύλληψης για γυναίκες ασθενείς κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Talzenna, καθώς και για τουλάχιστον 7 μήνες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας. Δεδομένου ότι η χρήση ορμονικής αντισύλληψης δεν συνιστάται σε ασθενείς με καρκίνο του μαστού, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται δύο μη ορμονικές και συμπληρωματικές μέθοδοι αντισύλληψης (βλ. Κύηση και γαλουχία).

Στους άνδρες ασθενείς με γυναίκες συντρόφους σε αναπαραγωγική ηλικία ή έγκυες συντρόφους θα πρέπει να δίνεται η συμβουλή να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη (ακόμα και μετά από εκτομή σπερματικού πόρου), κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το Talzenna και για τουλάχιστον 4 μήνες μετά την τελευταία δόση.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-TALZENNA
expand_more

Η ταλαζοπαρίμπη είναι υπόστρωμα των μεταφορέων φαρμάκων P-gp και πρωτεΐνης αντίστασης στον καρκίνο του μαστού (Breast Cancer Resistance Protein, BCRP) και αποβάλλεται κυρίως μέσω νεφρικής κάθαρσης, ως αμετάβλητη ουσία.

Παράγοντες που μπορεί να επηρεάζουν τις συγκεντρώσεις της ταλαζοπαρίμπης στο πλάσμα

Αναστολείς της P-gp

Τα δεδομένα που προέκυψαν από μια μελέτη φαρμακευτικών αλληλεπιδράσεων σε ασθενείς με προχωρημένους συμπαγείς όγκους υπέδειξαν ότι η συγχορήγηση πολλαπλών καθημερινών δόσεων ενός αναστολέα της P-gp, της ιτρακοναζόλης 100 mg δύο φορές ημερησίως με μία μεμονωμένη δόση 0,5 mg ταλαζοπαρίμπης αύξησε τη συνολική έκθεση στην ταλαζοπαρίμπη (AUCinf) και τη μέγιστη συγκέντρωση (Cmax) κατά περίπου 56% και 40%, αντίστοιχα, σε σχέση με τη χορήγηση μίας δόσης 0,5 mg ταλαζοπαρίμπης μεμονωμένα. Η φαρμακοκινητική (ΦΚ) ανάλυση πληθυσμού έχει επίσης καταδείξει ότι η ταυτόχρονη χρήση ισχυρών αναστολέων της P-gp αύξησε την έκθεση στην ταλαζοπαρίμπη κατά 45%, σε σχέση με τη χορήγηση ταλαζοπαρίμπης μεμονωμένα.

Η ταυτόχρονη χρήση ισχυρών αναστολέων της P-gp (συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, της αμιοδαρόνης, της καρβεδιλόλης, της κλαριθρομυκίνης, της κομπισιστάτης, της δαρουναβίρης, της δρονεδαρόνης, της ερυθρομυκίνης, της ινδιναβίρης, της ιτρακοναζόλης, της κετοκοναζόλης, της λαπατινίμπης, της λοπιναβίρης, της προπαφαινόνης, της κινιδίνης, της ρανολαζίνης, της ριτοναβίρης, της σακουιναβίρης, της τελαπρεβίρης, της τιπραναβίρης και της βεραπαμίλης) θα πρέπει να αποφεύγεται. Εάν είναι αναπόφευκτη η συγχορήγηση με ισχυρό αναστολέα της P-gp, η δόση του Talzenna θα πρέπει να μειωθεί (βλ. Δοσολογία).

Επαγωγείς της P-gp

Τα δεδομένα που προέκυψαν από μια μελέτη φαρμακευτικών αλληλεπιδράσεων σε ασθενείς με προχωρημένους συμπαγείς όγκους υπέδειξαν ότι η συγχορήγηση μίας δόσης 1 mg ταλαζοπαρίμπης με πολλαπλές καθημερινές δόσεις ενός επαγωγέα της P-gp, της ριφαμπίνης των 600 mg, με τη ριφαμπίνη να συγχορηγείται 30 λεπτά πριν από την ταλαζοπαρίμπη την ημέρα χορήγησης της δόσης ταλαζοπαρίμπης, αύξησε τη Cmax της ταλαζοπαρίμπης κατά περίπου 37%, ενώ η AUCinf δεν επηρεάστηκε, σε σχέση με τη χορήγηση μίας δόσης 1 mg ταλαζοπαρίμπης μεμονωμένα. Πρόκειται ενδεχομένως για την καθαρή επίδραση τόσο της επαγωγής όσο και της αναστολής της P-gp από τη ριφαμπίνη υπό τις συνθήκες που εξετάστηκαν στη μελέτη φαρμακευτικών αλληλεπιδράσεων. Δεν απαιτούνται προσαρμογές της δόσης της ταλαζοπαρίμπης κατά τη συγχορήγηση με ριφαμπίνη. Ωστόσο, η επίδραση άλλων επαγωγέων της P-gp στην έκθεση στην ταλαζοπαρίμπη δεν έχει μελετηθεί. Άλλοι επαγωγείς της P-gp (συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, της καρβαμαζεπίνης, της φαινυτοΐνης και του βαλσαμόχορτου [St. John’s wort]) μπορεί να μειώνουν την έκθεση στην ταλαζοπαρίμπη.

Αναστολείς της BCRP

Η επίδραση των αναστολέων της BCRP στη ΦΚ της ταλαζοπαρίμπης δεν έχει μελετηθεί in vivo. Η συγχορήγηση της ταλαζοπαρίμπης με αναστολείς της BCRP μπορεί να αυξήσει την έκθεση στην ταλαζοπαρίμπη. Η ταυτόχρονη χρήση ισχυρών αναστολέων της BCRP (συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, της κουρκουμίνης και της κυκλοσπορίνης) θα πρέπει να αποφεύγεται. Εάν η συγχορήγηση ισχυρών αναστολέων της BCRP δεν μπορεί να αποφευχθεί, ο/η ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται για το ενδεχόμενο αυξημένων ανεπιθύμητων ενεργειών.

Επίδραση παραγόντων μείωσης των οξέων

Η ΦΚ ανάλυση πληθυσμού υποδεικνύει ότι η συγχορήγηση παραγόντων μείωσης των οξέων, συμπεριλαμβανομένων των αναστολέων της αντλίας πρωτονίων και των ανταγωνιστών H2 υποδοχέων ισταμίνης (H2RA) ή άλλων παραγόντων μείωσης των οξέων δεν είχε καμία σημαντική επίδραση στην απορρόφηση της ταλαζοπαρίμπης.

Συστηματική ορμονική αντισύλληψη

Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες φαρμακευτικών αλληλεπιδράσεων μεταξύ της ταλαζοπαρίμπης και των από του στόματος αντισυλληπτικών.

sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-TALZENNA
expand_more

Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας

Το συνολικό προφίλ ασφάλειας του Talzenna βασίζεται σε συγκεντρωτικά δεδομένα από 494 ασθενείς οι οποίοι έλαβαν ταλαζοπαρίμπη σε δόση 1 mg ημερησίως σε κλινικές μελέτες για συμπαγείς όγκους, στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν 286 ασθενείς με HER2-αρνητικό, τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνο του μαστού με μετάλλαξη BRCA (gBRCAm) της γαμετικής σειράς, από μια τυχαιοποιημένη μελέτη φάσης 3 και 83 ασθενείς από μια μη τυχαιοποιημένη μελέτη φάσης 2 σε ασθενείς με τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνο του μαστού με μετάλλαξη BRCA της γαμετικής σειράς.

Οι πιο συχνές (≥ 25%) ανεπιθύμητες ενέργειες σε ασθενείς που λάμβαναν ταλαζοπαρίμπη σε αυτές τις κλινικές μελέτες ήταν η κόπωση (57,1%), η αναιμία (49,6%), η ναυτία (44,3%), η ουδετεροπενία (30,2%), η θρομβοπενία (29,6%) και η κεφαλαλγία (26,5%). Οι πιο συχνές (≥ 10%) ανεπιθύμητες ενέργειες βαθμού ≥ 3 της ταλαζοπαρίμπης ήταν η αναιμία (35,2%), η ουδετεροπενία (17,4%) και η θρομβοπενία (16,8%).

Τροποποιήσεις της δόσης (μειώσεις ή προσωρινές διακοπές της δόσης) λόγω οποιασδήποτε ανεπιθύμητης ενέργειας πραγματοποιήθηκαν στο 62,3% των ασθενών που έλαβαν Talzenna. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που οδήγησαν σε τροποποιήσεις της δόσης ήταν η αναιμία (33,0%), η ουδετεροπενία (15,8%) και η θρομβοπενία (13,4%).

Οριστική διακοπή λόγω ανεπιθύμητης ενέργειας πραγματοποιήθηκε στο 3,6% των ασθενών που έλαβαν Talzenna. Η διάμεση διάρκεια της έκθεσης ήταν 5,4 μήνες (εύρος 0,03-61,1).

Παράθεση των ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα

Ο Πίνακας 3 συνοψίζει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που βασίζονται στο συγκεντρωτικό σύνολο δεδομένων και παρατίθενται ανά κατηγορία οργανικού συστήματος και κατηγορία συχνότητας. Οι κατηγορίες συχνότητας ορίζονται ως ακολούθως: πολύ συχνές (≥ 1/10) και συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται με σειρά φθίνουσας σοβαρότητας.

Πίνακας 3. Ανεπιθύμητες ενέργειες που βασίζονται στο συγκεντρωτικό σύνολο δεδομένων από 5 μελέτες (N=494)

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

Μυελοκαταστολή

Οι σχετιζόμενες με μυελοκαταστολή ανεπιθύμητες ενέργειες όπως η αναιμία, η ουδετεροπενία και η θρομβοπενία αναφέρονταν πολύ συχνά σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ταλαζοπαρίμπη 1 mg/ημέρα. Τα ποσοστά των σχετιζόμενων με μυελοκαταστολή συμβάντων βαθμού 3 και βαθμού 4 που αναφέρθηκαν ήταν: για την αναιμία 34,8% και 0,4%, για την ουδετεροπενία 15,6% και 1,8% και για τη θρομβοπενία 12,8% και 4,0%, αντίστοιχα. Δεν αναφέρθηκαν θάνατοι λόγω σχετιζόμενων με μυελοκαταστολή ανεπιθύμητων ενεργειών. Σχετιζόμενα με μυελοκαταστολή ανεπιθύμητα συμβάντα που οδήγησαν σε τροποποιήσεις της δόσης αναφέρθηκαν έως και στο 30% περίπου των ασθενών του πληθυσμού που λάμβανε δόση ταλαζοπαρίμπης 1 mg/ημέρα, ενώ ανεπιθύμητα συμβάντα που συσχετίστηκαν με οριστική διακοπή του φαρμάκου της μελέτης αναφέρθηκαν σε λιγότερο από 1% των ασθενών.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-TALZENNA
expand_more

Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία/Αντισύλληψη σε άνδρες και γυναίκες

Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία δεν θα πρέπει να μείνουν έγκυες όσο ή για όσο λαμβάνουν Talzenna και δεν θα πρέπει να είναι έγκυες κατά την έναρξη της θεραπείας. Θα πρέπει να πραγματοποιείται τεστ εγκυμοσύνης σε όλες τις γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πριν από τη θεραπεία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν εξαιρετικά αποτελεσματικές μορφές αντισύλληψης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) πριν από την έναρξη της θεραπείας με ταλαζοπαρίμπη, κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 7 μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας με ταλαζοπαρίμπη. Δεδομένου ότι η χρήση ορμονικής αντισύλληψης δεν συνιστάται σε ασθενείς με καρκίνο του μαστού, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται δύο μη ορμονικές και συμπληρωματικές μέθοδοι αντισύλληψης. Στους άνδρες ασθενείς με γυναίκες συντρόφους σε αναπαραγωγική ηλικία ή έγκυες συντρόφους πρέπει να δίνεται η συμβουλή να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη (ακόμα και μετά από εκτομή σπερματικού πόρου), κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το Talzenna και για τουλάχιστον 4 μήνες μετά την τελευταία δόση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Κύηση

Δεν διατίθενται δεδομένα σχετικά με τη χρήση του Talzenna σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν εμβρυϊκή τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Το Talzenna μπορεί να προκαλέσει βλάβη στο έμβρυο, κατά τη χορήγηση σε έγκυο γυναίκα. Το Talzenna δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια της κύησης ή για γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία που δεν χρησιμοποιούν αντισύλληψη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Θηλασμός

Δεν είναι γνωστό εάν η ταλαζοπαρίμπη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος για παιδιά που θηλάζουν και, συνεπώς, δεν συνιστάται ο θηλασμός κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Talzenna και για τουλάχιστον 1 μήνα μετά την τελευταία δόση.

Γονιμότητα

Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με τη γονιμότητα σε ασθενείς. Με βάση τα μη κλινικά ευρήματα στους όρχεις (εν μέρει αναστρέψιμα) και τις ωοθήκες (αναστρέψιμα), το Talzenna μπορεί να επηρεάσει τη γονιμότητα σε άνδρες αναπαραγωγικής ηλικίας (βλ. Προκλινικά δεδομένα).

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-TALZENNA
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: άλλοι αντινεοπλασματικοί παράγοντες, κωδικός ATC: L01XX60

Μηχανισμός δράσης

Η ταλαζοπαρίμπη είναι ένας αναστολέας των ενζύμων PARP και πιο συγκεκριμένα των PARP1 και PARP2. Τα ένζυμα PARP συμβάλλουν στη διαδικασία ανταπόκρισης σε τυχόν βλάβες του κυτταρικού DNA, όπως στην επιδιόρθωση των βλαβών του DNA, τη μεταγραφή των γονιδίων και τον κυτταρικό θάνατο. Οι αναστολείς της PARP (PARPi) ασκούν κυτταροτοξική δράση στα καρκινικά κύτταρα μέσω 2 μηχανισμών, μέσω της αναστολής της καταλυτικής δραστηριότητας της PARP και μέσω της παγίδευσης της PARP στο DNA. Μετά τη δέσμευση της πρωτεΐνης PARP σε έναν PARPi δεν αποσυνδέεται πλέον εύκολα από τη βλάβη του DNA, αποτρέποντας έτσι την επιδιόρθωση των βλαβών του DNA, την αντιγραφή και τη μεταγραφή, και οδηγώντας τελικά στην απόπτωση ή/και τον κυτταρικό θάνατο. Η προσθήκη μονοθεραπείας με ταλαζοπαρίμπη σε καρκινικές κυτταρικές σειρές οι οποίες φέρουν ελαττώματα στα γονίδια επιδιόρθωσης βλαβών του DNA οδηγεί σε αυξημένα επίπεδα γH2AX, ενός δείκτη θραύσεων του δίκλωνου DNA και προκαλεί μειωμένο κυτταρικό πολλαπλασιασμό και αυξημένη απόπτωση. Η αντινεοπλασματική δραστικότητα της ταλαζοπαρίμπης παρατηρήθηκε επίσης σε ένα μοντέλο ξενομοσχεύματος καρκίνου του μαστού με μετάλλαξη BRCA προερχόμενου από ασθενή (patient-derived xenograft, PDX), όπου ο/η ασθενής είχε λάβει προηγουμένως θεραπεία με σχήμα που βασιζόταν στην πλατίνα. Σε αυτό το μοντέλο PDX, η ταλαζοπαρίμπη μείωσε την ανάπτυξη του όγκου και αύξησε το επίπεδο του γH2AX και την απόπτωση στους όγκους.

Καρδιακή ηλεκτροφυσιολογία

Η επίδραση της ταλαζοπαρίμπης στην καρδιακή επαναπόλωση αξιολογήθηκε με χρήση χρονικά αντιστοιχισμένων ηλεκτροκαρδιογραφημάτων (ΗΚΓ) για την αξιολόγηση της σχέσης μεταξύ της αλλαγής του διορθωμένου ως προς την καρδιακή συχνότητα διαστήματος QT (QT interval corrected, QTc) από την έναρξη και των αντίστοιχων συγκεντρώσεων της ταλαζοπαρίμπης στο πλάσμα, σε 37 ασθενείς με προχωρημένους συμπαγείς όγκους. Η ταλαζοπαρίμπη δεν είχε κλινικά σχετική επίδραση στην παράταση του QTc, στη μέγιστη κλινικά συνιστώμενη δόση 1 mg μία φορά ημερησίως.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Τυχαιοποιημένη μελέτη Φάσης 3 EMBRACA

Η μελέτη EMBRACA ήταν μια τυχαιοποιημένη, παράλληλη, πολυκεντρική, μελέτη ανοικτής επισήμανσης, 2 σκελών του Talzenna έναντι της χημειοθεραπείας (καπεσιταβίνη, εριβουλίνη, γεμσιταβίνη, βινορελβίνη) σε ασθενείς με HER2-αρνητικό, τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνο του μαστού με μετάλλαξη BRCA της γαμετικής σειράς, οι οποίοι δεν είχαν λάβει περισσότερα από 3 προηγούμενα σχήματα κυτταροτοξικής χημειοθεραπείας για τη μεταστατική ή τοπικά προχωρημένη νόσο τους. Οι ασθενείς ήταν απαραίτητο να έχουν λάβει θεραπεία με μια ανθρακυκλίνη ή/και μια ταξάνη (εκτός εάν αντενδεικνυόταν) στο νεοεπικουρικό ή επικουρικό πλαίσιο θεραπείας ή/και για μεταστατική νόσο. Οι ασθενείς οι οποίοι είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία με πλατίνα για προχωρημένη νόσο ήταν απαραίτητο να μην είχαν καμία ένδειξη εξέλιξης της νόσου κατά τη διάρκεια της θεραπείας με πλατίνα. Δεν επιτρεπόταν καμία προηγούμενη θεραπεία με αναστολέα της PARP.

Από τους 431 ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν στη μελέτη EMBRACA, για τους 408 (95%) επιβεβαιώθηκε κεντρικά, με τη χρήση ενός προσδιορισμού της κλινικής δοκιμής, ότι είχαν επιβλαβή ή πιθανολογούμενη επιβλαβή gBRCAm. Από αυτούς, οι 354 (82%) επιβεβαιώθηκαν με τη χρήση BRACAnalysis CDx®. Η κατάσταση μεταλλάξεων του BRCA (θετικό γονίδιο ευαισθησίας στον καρκίνο του μαστού 1 [BRCA1] ή θετικό γονίδιο ευαισθησίας στον καρκίνο του μαστού 2 [BRCA2]) ήταν παρόμοια και για τα δύο σκέλη θεραπείας.

Συνολικά 431 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 2:1 στη λήψη καψακίων Talzenna 1 mg μία φορά ημερησίως ή χημειοθεραπείας στα συνήθη δοσολογικά σχήματα, μέχρι την εξέλιξη ή τη μη αποδεκτή τοξικότητα. Από τους 431 ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν στη μελέτη EMBRACA, 287 τυχαιοποιήθηκαν στο σκέλος Talzenna και 144 στο σκέλος χημειοθεραπείας. Η τυχαιοποίηση στρωματοποιήθηκε με βάση τη λήψη προηγουμένων γραμμών χημειοθεραπείας για μεταστατική νόσο (0 έναντι 1, 2 ή 3), με βάση την τριπλά αρνητική κατάσταση της νόσου (τριπλά αρνητικός καρκίνος του μαστού [triple-negative breast cancer, TNBC] έναντι μη TNBC) και το ιστορικό μετάστασης στο κεντρικό νευρικό σύστημα (ναι έναντι όχι).

Τα δημογραφικά χαρακτηριστικά των ασθενών, τα χαρακτηριστικά κατά την έναρξη και τα χαρακτηριστικά της νόσου ήταν γενικά παρόμοια μεταξύ των σκελών θεραπείας της μελέτης (βλ. Πίνακας 4).

Πίνακας 4. Δημογραφικά χαρακτηριστικά, χαρακτηριστικά κατά την έναρξη και χαρακτηριστικά της νόσου - μελέτη EMBRACA

Ταλαζοπαρίμπη (N=287) Χημειοθεραπεία (N=144)
Διάμεση ηλικία (y [εύρος]) 45,0 (27,0, 84,0) 50,0 (24,0, 88,0)
Ηλικιακή κατηγορία (y), n (%)
< 50 182 (63,4%) 67 (46,5%)
50 έως < 65 78 (27,2%) 67 (46,5%)
≥ 65 27 (9,4%) 10 (6,9%)
Φύλο, n (%)
Θήλυ 283 (98,6%) 141 (97,9%)
Άρρεν 4 (1,4%) 3 (2,1%)
Φυλή, n (%)
Ασιατική 31 (10,8%) 16 (11,1%)
Μαύρη ή Αφροαμερικάνικη 12 (4,2%) 1 (0,7%)
Λευκή 192 (66,9%) 108 (75,0%)
Άλλη 5 (1,7%) 1 (0,7%)
Δεν αναφέρθηκε 47 (16,4%) 18 (12,5%)
Κατάσταση απόδοσης κατά ECOG, n (%)
0 153 (53,3%) 84 (58,3%)
1 127 (44,3%) 57 (39,6%)
2 6 (2,1%) 2 (1,4%)
Απουσιάζει 1 (0,3%) 1 (0,7%)
Κατάσταση ορμονικών υποδοχέων, n (%)
HER2-θετικός 0 (0,0%) 0 (0,0%)
Τριπλά αρνητικός 130 (45,3%) 60 (41,7%)
Θετικός για υποδοχείς ορμονών (ER θετικός ή PgR θετικός) 157 (54,7%) 84 (58,3%)
Κατάσταση BRCA βάσει αξιολόγησης από το κεντρικό ή το τοπικό εργαστήριο, n (%) 287 (100,0%) 144 (100,0%)
Θετικός για μετάλλαξη BRCA1 133 (46,3%) 63 (43,8%)
Θετικός για μετάλλαξη BRCA2 154 (53,7%) 81 (56,3%)
Χρόνος από την αρχική διάγνωση του καρκίνου του μαστού μέχρι τη διάγνωση προχωρημένου καρκίνου του μαστού (έτη)
n 286 144
Διάμεση τιμή 1,9 2,7
Ελάχιστος, μέγιστος 0, 22 0, 24
Κατηγοριοποίηση με βάση τον χρόνο από την αρχική διάγνωση του καρκίνου του μαστού μέχρι τη διάγνωση προχωρημένου καρκίνου του μαστού
< 12 μήνες 108 (37,6%) 42 (29,2%)
≥ 12 μήνες 178 (62,0%) 102 (70,8%)
Αριθμός προηγούμενων κυτταροτοξικών σχημάτων για τοπικά προχωρημένη ή μεταστατική νόσο
Μέση τιμή (Τυπ. απόκλιση) 0,9 (1,01) 0,9 (0,89)
Διάμεση τιμή 1 1
Ελάχιστος, μέγιστος 0, 4 0, 3
Αριθμός ασθενών που έλαβαν προηγούμενα κυτταροτοξικά σχήματα για τοπικά προχωρημένη ή μεταστατική νόσο, n (%)
0 111 (38,7%) 54 (37,5%)
1 107 (37,3%) 54 (37,5%)
2 57 (19,9%) 28 (19,4%)
3 11 (3,8%) 8 (5,6%)
≥4 1 (0,3%) 0 (0,0%)
Αριθμός ασθενών που έλαβαν τις παρακάτω προηγούμενες θεραπείες, n (%)
Ταξάνη 262 (91,3%) 130 (90,3%)
Ανθρακυκλίνη 243 (84,7%) 115 (79,9%)
Πλατίνα 46 (16,0%) 30 (20,8%)

Το πρωτεύον τελικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν η επιβίωση χωρίς εξέλιξη (progression-free survival, PFS), αξιολογούμενη σύμφωνα με τα Κριτήρια Αξιολόγησης της Ανταπόκρισης σε Συμπαγείς Όγκους (Response Evaluation Criteria in Solid Tumors, RECIST) έκδοση 1.1, όπως εκτιμήθηκαν από τυφλό, ανεξάρτητο, κεντρικό έλεγχο (blinded independent central review, BICR). Οι δευτερεύοντες στόχοι ήταν το ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης (objective response rate, ORR), η συνολική επιβίωση (overall survival, OS), η ασφάλεια και η ΦΚ.

Η μελέτη κατέδειξε στατιστικά σημαντική βελτίωση στην PFS, την κύρια έκβαση αποτελεσματικότητας, για το Talzenna σε σύγκριση με τη χημειοθεραπεία. Δεν παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική επίδραση στην OS κατά τον χρόνο της τελικής ανάλυσης της OS. Τα δεδομένα αποτελεσματικότητας για τη μελέτη EMBRACA συνοψίζονται στον Πίνακα 5. Οι καμπύλες Kaplan-Meier για την PFS και την OS εμφανίζονται στο Σχήμα 1 και στο Σχήμα 3, αντίστοιχα.

Πίνακας 5. Σύνοψη αποτελεσμάτων αποτελεσματικότητας - Μελέτη EMBRACA*

Ταλαζοπαρίμπη (N=287) Χημειοθεραπεία (N=144)
PFS, βάσει BICR
Συμβάντα, αριθμός (%) 186 (65%) 83 (58%)
Διάμεση τιμή (95% CI), μήνες 8,6 (7,2, 9,3) 5,6 (4,2, 6,7)
Αναλογία κινδύνου (95% CI) 0,54 (0,41, 0,71)
Αμφίπλευρη τιμή p p<0,0001
**OS (τελική ανάλυση)**γ
Συμβάντα, αριθμός (%) 216 (75,3%) 108 (75%)
Διάμεση τιμή (95% CI), μήνες 19,3 (16,6, 22,5) 19,5 (17,4, 22,4)
Αναλογία κινδύνουα (95% CI) 0,85 (0,67, 1,07)γ
Αμφίπλευρη τιμή p p=0,1693
Αντικειμενική ανταπόκριση εκτιμώμενη από τον ερευνητήδ,ε
ORR,% (95% CI) 62,6 (55,8, 69,0) 27,2 (19,3, 36,3)
Λόγος πιθανοτήτων (95% CI) 4,99 (2,93, 8,83)
Αμφίπλευρη τιμή pστ p<0,0001
Διάρκεια ανταπόκρισης εκτιμώμενη από τον ερευνητήδ
Διάμεση τιμή (IQR), μήνες 5,4 (2,8, 11,2) 3,1 (2,4, 6,7)

*Οι τιμές της PFS, του ORR και της διάρκειας ανταπόκρισης υπολογίστηκαν βάσει της ημερομηνίας διακοπής συλλογής δεδομένων 15 Σεπτεμβρίου 2017 με διάμεση παρακολούθηση της PFS 13,0 μήνες (95% CI: 11,1, 18,4) στο σκέλος ταλαζοπαρίμπης και 7,2 μήνες (95% CI: 4,6, 11,1) στο σκέλος χημειοθεραπείας. Η ανάλυση της OS έγινε βάσει της ημερομηνίας διακοπής συλλογής δεδομένων 30 Σεπτεμβρίου 2019 με διάμεση παρακολούθηση της PFS 44,9 μήνες (95% CI: 37,9, 47,0) στο σκέλος ταλαζοπαρίμπης και 36,8 μήνες (95% CI: 34,3, 43,0) στο σκέλος χημειοθεραπείας. α. Η αναλογία κινδύνου βασίστηκε σε ένα στρωματοποιημένο μοντέλο παλινδρόμησης Cox με τη θεραπεία ως τη μοναδική συμμεταβλητή (παράγοντες στρωματοποίησης: αριθμός προηγούμενων κυτταροτοξικών σχημάτων χημειοθεραπείας, τριπλά αρνητική κατάσταση, ιστορικό μετάστασης στο κεντρικό νευρικό σύστημα) και σχετιζόταν με τη συνολική χημειοθεραπεία, με < 1 υπέρ της ταλαζοπαρίμπης. β. Στρωματοποιημένη δοκιμασία λογαριθμικής ταξινόμησης (log-rank). γ. Κατά τον χρόνο της τελικής ανάλυσης της OS, 46,3% έναντι 41,7% των ασθενών που τυχαιοποιήθηκαν στο σκέλος ταλαζοπαρίμπης και στο σκέλος χημειοθεραπείας, αντίστοιχα, έλαβαν επακόλουθα θεραπεία με πλατίνα, και 4,5% έναντι 32,6% έλαβαν επακόλουθα θεραπεία με αναστολέα της PARP. δ. Πραγματοποιήθηκε στον πληθυσμό ITT με μετρήσιμη νόσο που είχε παρουσιάσει αντικειμενική ανταπόκριση. Το ποσοστό πλήρους ανταπόκρισης ήταν 5,5% για την ταλαζοπαρίμπη σε σύγκριση με 0% για το σκέλος της χημειοθεραπείας. ε. Βάσει RECIST 1.1, δεν ήταν απαραίτητη η επιβεβαίωση της CR/PR. στ. Στρωματοποιημένη δοκιμασία CMH.

Σχήμα 1. Καμπύλες Kaplan-Meier για την PFS - Μελέτη EMBRACA

Σχήμα 2. Διάγραμμα «δάσος» (forest plot) των αναλύσεων PFS για τις βασικές υποομάδες - Μελέτη EMBRACA

ITT και Υποομάδα Αναλογία κινδύνου (95% CI) Αριθμός ασθενών
Όλοι οι τυχαιοποιημένοι ασθενείς (ITT) 0,54 (0,41, 0,71) 431 (100)
Κατάσταση ορμονικών υποδοχέων
TNBC, με βάση την πιο πρόσφατη βιοψία 0,60 (0,41, 0,87) 190 (44,1)
HR+, με βάση την πιο πρόσφατη βιοψία 0,47 (0,32, 0,71) 241 (55,9)
Ιστορικό μετάστασης στο ΚΝΣ
Ναι 0,32 (0,15, 0,67) 63 (14,6)
Όχι 0,58 (0,43, 0,78) 368 (85,4)
Προηγούμενη θεραπεία με πλατίνα
Ναι 0,76 (0,40, 1,45) 76 (17,6)
Όχι 0,52 (0,39, 0,71) 355 (82,4)
Προηγούμενα σχήματα κυτταροτοξικής χημειοθεραπείας για aBC
0 0,57 (0,34, 0,95) 165 (38,3)
1 0,51 (0,33, 0,80) 161 (37,4)
≥2 0,56 (0,34, 0,95) 105 (24,4)

Σχήμα 3. Καμπύλες Kaplan-Meier της συνολικής επιβίωσης - Μελέτη EMBRACA

Παιδιατρικός πληθυσμός

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με την ταλαζοπαρίμπη σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στον καρκίνο του μαστού (βλέπε Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-TALZENNA
expand_more

Η έκθεση στην ταλαζοπαρίμπη γενικά αυξήθηκε αναλογικά με τη δόση σε όλο το εύρος των 0,025 mg έως 2 mg, μετά από καθημερινή χορήγηση πολλαπλών δόσεων. Μετά από επαναλαμβανόμενη καθημερινή χορήγηση δόσης του 1 mg ταλαζοπαρίμπης στους ασθενείς, η γεωμετρική μέση τιμή (% συντελεστή διακύμανσης [CV%]) για το εμβαδόν κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης στο πλάσμα-χρόνου (area under the plasma concentration-time curve, AUC) και για τη μέγιστη παρατηρηθείσα συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) της ταλαζοπαρίμπης σε σταθερή κατάσταση ήταν στο εύρος τιμών από 126 (107) ng-hr/ml έως 208 (37) ng-hr/ml και από 11 (90) ng/ml έως 19 (27) ng/ml, αντίστοιχα. Μετά από επαναλαμβανόμενη καθημερινή χορήγηση δόσης, οι συγκεντρώσεις της ταλαζοπαρίμπης στο πλάσμα έφτασαν σε σταθερή κατάσταση εντός 2 έως 3 εβδομάδων. Ο διάμεσος λόγος συσσώρευσης της ταλαζοπαρίμπης μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση 1 mg από του στόματος μία φορά ημερησίως ήταν στο εύρος τιμών από 2,3 έως 5,2. Η ταλαζοπαρίμπη αποτελεί υπόστρωμα της P-gp και των μεταφορέων BCRP.

Απορρόφηση

Μετά από του στόματος χορήγηση ταλαζοπαρίμπης, ο διάμεσος χρόνος έως τη Cmax (Tmax) ήταν γενικά μεταξύ 1 έως 2 ωρών μετά τη χορήγηση δόσης. Δεν έχει πραγματοποιηθεί μελέτη απόλυτης βιοδιαθεσιμότητας σε ανθρώπους. Ωστόσο, με βάση τα δεδομένα από την απέκκριση στα ούρα, η απόλυτη διαθεσιμότητα είναι τουλάχιστον 41%, με το κλάσμα που απορροφάται να είναι τουλάχιστον 69% (βλ. παράγραφο «Αποβολή»). Δεν αναμένεται καμία σημαντική επίδραση των παραγόντων μείωσης των οξέων στην έκθεση στην ταλαζοπαρίμπη, δεδομένης της ικανοποιητικής διαλυτότητας της ταλαζοπαρίμπης σε όλες τις τιμές pH, μεταξύ 1 και 6,8. Είκοσι οκτώ τοις εκατό (28%) των ασθενών στην κύρια μελέτη λάμβανε παράγοντες μείωσης των οξέων, κυρίως αναστολείς της αντλίας πρωτονίων.

Η επίδραση της τροφής

Η πρόσληψη τροφής μείωσε τον ρυθμό, αλλά όχι τον βαθμό, της απορρόφησης της ταλαζοπαρίμπης. Μετά από μια μεμονωμένη δόση ταλαζοπαρίμπης από του στόματος με τροφές με υψηλά λιπαρά και πολλές θερμίδες (περίπου 827 θερμίδες, 57% λιπαρά), η μέση Cmax της ταλαζοπαρίμπης μειώθηκε κατά περίπου 46%, ο διάμεσος Tmax καθυστέρησε από τις 1 στις 4 ώρες, ενώ η AUCinf δεν επηρεάστηκε. Με βάση αυτά τα αποτελέσματα, το Talzenna μπορεί να χορηγείται με ή χωρίς τροφή (βλ. Δοσολογία).

Κατανομή

Ο μέσος φαινόμενος όγκος κατανομής (volume of distribution, Vss/F) της ταλαζοπαρίμπης στον πληθυσμό ήταν 420 l. In vitro, η ταλαζοπαρίμπη είναι κατά 74% περίπου δεσμευμένη σε πρωτεΐνες του πλάσματος, χωρίς να υπάρχει εξάρτηση από τη συγκέντρωση, στο εύρος τιμών συγκέντρωσης από 0,01 µM έως 1 µM. Η νεφρική ή η ηπατική δυσλειτουργία δεν φαίνεται να επηρεάζει τη δέσμευση της ταλαζοπαρίμπης σε πρωτεΐνες, καθώς με την επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας ή της ηπατικής λειτουργίας δεν φάνηκε σαφής τάση στο μέσο κλάσμα του μη δεσμευμένου φαρμάκου (fu) της ταλαζοπαρίμπης σε ανθρώπινο πλάσμα in vivo.

Βιομετασχηματισμός

Η ταλαζοπαρίμπη υποβάλλεται σε ελάχιστο ηπατικό μεταβολισμό στους ανθρώπους. Μετά από την από του στόματος χορήγηση μίας δόσης του 1 mg [14C] ταλαζοπαρίμπης σε ανθρώπους, δεν αναγνωρίστηκε κανένας σημαντικός μεταβολίτης στην κυκλοφορία στο πλάσμα και η ταλαζοπαρίμπη ήταν η μόνη προερχόμενη από το φάρμακο ένωση που αναγνωρίστηκε στην κυκλοφορία. Δεν ανακτήθηκε κανένας μεταβολίτης που να αντιπροσωπεύει μεμονωμένα περισσότερο από 10% της χορηγηθείσας δόσης στα ούρα ή τα κόπρανα.

In vitro, η ταλαζοπαρίμπη δεν είναι αναστολέας του κυτοχρώματος (CYP)1A2, CYP2B6, CYP2C8, CYP2C9, CYP2C19, CYP2D6 ή CYP3A4/5 ή επαγωγέας του CYP1A2, CYP2B6 ή CYP3A4, σε κλινικά σχετικές συγκεντρώσεις.

In vitro, η ταλαζοπαρίμπη δεν ανέστειλε κανέναν από τους κύριους εντερικούς, ηπατικούς ή νεφρικούς μεμβρανικούς μεταφορείς (P-gp, BCRP, πολυπεπτίδιο μεταφοράς οργανικών ανιόντων [OATP]1B1, OATP1B3, μεταφορέας οργανικών κατιόντων [OCT]1, OCT2, μεταφορέας οργανικών ανιόντων [OAT]1, OAT3, αντλία εξαγωγής χολικών αλάτων [BSEP], μεταφορέας εξώθησης πολλαπλών φαρμάκων και τοξινών [multidrug and toxin extrusion, MATE]1 και MATE2-K) σε κλινικά σχετικές συγκεντρώσεις.

In vitro, η ταλαζοπαρίμπη δεν ανέστειλε καμία από τις κύριες ισομορφές της ουριδινο-διφωσφορικής γλυκουρονοσυλτρανσφεράσης (uridine-diphosphate glucuronosyltransferase, UGT) (1A1, 1A4, 1A6, 1A9, 2B7 και 2B15), σε κλινικά σχετικές συγκεντρώσεις.

Αποβολή

Η νεφρική αποβολή του αμετάβλητου φαρμάκου (παθητική διήθηση και ενεργή έκκριση) είναι η κύρια οδός αποβολής της ταλαζοπαρίμπης. Η P-gp είναι πιθανό να συμμετέχει στην ενεργή νεφρική έκκριση της ταλαζοπαρίμπης. Ο διάμεσος (±τυπική απόκλιση) τελικός χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα της ταλαζοπαρίμπης ήταν 90 (±58) ώρες και η μέση (διακύμανση μεταξύ των ασθενών) φαινόμενη κάθαρση από του στόματος (CL/F) του πληθυσμού ήταν 6,5 (31%) l/h στους καρκινοπαθείς. Σε 6 γυναίκες ασθενείς στις οποίες χορηγήθηκε μία από του στόματος δόση [14C] ταλαζοπαρίμπης, κατά μέσο όρο το 69% (±8,6%) και το 20% (±5,5%) της συνολικής χορηγηθείσας ραδιενεργού δόσης ανακτήθηκαν στα ούρα και τα κόπρανα, αντίστοιχα. Η απέκκριση αμετάβλητης ταλαζοπαρίμπης στα ούρα ήταν η κύρια οδός αποβολής, στην οποία αντιστοιχούσε το 55% της χορηγηθείσας δόσης, ενώ η αμετάβλητη ταλαζοπαρίμπη που ανακτήθηκε στα κόπρανα αντιστοιχούσε στο 14%.

Ηλικία, φύλο και σωματικό βάρος

Πραγματοποιήθηκε ΦΚ ανάλυση πληθυσμού με τη χρήση δεδομένων από 490 ασθενείς με καρκίνο, για την αξιολόγηση της επίδρασης της ηλικίας (εύρος από 18 έως 88 ετών), του φύλου (53 άντρες και 437 γυναίκες) και του σωματικού βάρους (εύρος από 35,7 kg έως 162 kg) στη ΦΚ της ταλαζοπαρίμπης. Τα αποτελέσματα έχουν καταδείξει ότι η ηλικία, το φύλο και το σωματικό βάρος δεν είχαν καμία κλινικά σχετική επίδραση στη ΦΚ της ταλαζοπαρίμπης.

Φυλή

Με βάση μια ΦΚ ανάλυση πληθυσμού που συμπεριέλαβε 490 ασθενείς, όπου 41 ασθενείς ήταν Ασιάτες και 449 ασθενείς ήταν μη Ασιάτες (361 Λευκοί, 16 Μαύροι, 9 Άλλοι και 63 με μη αναφερόμενη φυλή), η CL/F της ταλαζοπαρίμπης ήταν υψηλότερη στους Ασιάτες ασθενείς σε σύγκριση με τους μη Ασιάτες ασθενείς, κάτι που οδήγησε σε 19% χαμηλότερη έκθεση (AUC) στους Ασιάτες ασθενείς.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η φαρμακοκινητική της ταλαζοπαρίμπης δεν έχει αξιολογηθεί σε ασθενείς ηλικίας < 18 ετών.

Νεφρική δυσλειτουργία

Δεδομένα από μια ΦΚ δοκιμή σε ασθενείς με προχωρημένο καρκίνο με διάφορους βαθμούς νεφρικής δυσλειτουργίας υπέδειξαν ότι η ολική έκθεση στην ταλαζοπαρίμπη (AUC0-24) μετά από πολλαπλές δόσεις ταλαζοπαρίμπης μία φορά ημερησίως αυξήθηκε κατά 92% και 169% σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία μέτριας μορφής (eGFR 30 - < 60 ml/min) και βαριάς μορφής (eGFR < 30 ml/min), αντίστοιχα, σε σχέση με τους ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (eGFR ≥ 90 ml/min). Η Cmax της ταλαζοπαρίμπης αυξήθηκε κατά 90% και 107% σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία μέτριας και βαριάς μορφής, αντίστοιχα, σε σχέση με τους ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Η έκθεση στην ταλαζοπαρίμπη ήταν παρόμοια για ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία (eGFR 60 - < 90 ml/min) και για ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Επιπλέον, με βάση μια ΦΚ ανάλυση πληθυσμού που συμπεριέλαβε 490 ασθενείς, όπου 132 ασθενείς είχαν νεφρική δυσλειτουργία ήπιας μορφής (60 ml/min ≤ CrCL < 90 ml/min), 33 ασθενείς είχαν νεφρική δυσλειτουργία μέτριας μορφής (30 ml/min ≤ CrCL < 60 ml/min) και 1 ασθενής είχε νεφρική δυσλειτουργία βαριάς μορφής (CrCL < 30 ml/min), η CL/F της ταλαζοπαρίμπης ήταν μειωμένη κατά 14% και 37% σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία ήπιας ή μέτριας μορφής, που αντιστοιχεί σε αύξηση κατά 17% και 59% στην AUC, αντίστοιχα, κατά τη σύγκριση με ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (CrCL ≥ 90 ml/min). Η ΦΚ της ταλαζοπαρίμπης δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς που χρειάζονται αιμοκάθαρση (βλ. Δοσολογία).

Ηπατική δυσλειτουργία

Με βάση μια ΦΚ ανάλυση πληθυσμού που συμπεριέλαβε 490 ασθενείς, όπου 118 ασθενείς είχαν ηπατική δυσλειτουργία ήπιας μορφής (ολική χολερυθρίνη ≤ 1,0 × ULN και AST > ULN ή ολική χολερυθρίνη > 1,0 έως 1,5 × ULN και οποιαδήποτε τιμή AST), η ηπατική δυσλειτουργία ήπιας μορφής δεν είχε καμία επίδραση στη ΦΚ της ταλαζοπαρίμπης. Η ΦΚ της ταλαζοπαρίμπης μελετήθηκε σε ασθενείς με φυσιολογική ηπατική λειτουργία, ηπατική δυσλειτουργία ήπιας μορφής, ηπατική δυσλειτουργία μέτριας (ολική χολερυθρίνη > 1,5 έως 3,0 × ULN και οποιαδήποτε τιμή AST) ή βαριάς μορφής (ολική χολερυθρίνη > 3,0 × ULN και οποιαδήποτε τιμή AST) σε μια ΦΚ δοκιμή. Η ΦΚ ανάλυση πληθυσμού με χρήση των δεδομένων από αυτήν τη ΦΚ δοκιμή υπέδειξε ότι η ηπατική δυσλειτουργία ήπιας, μέτριας ή βαριάς μορφής δεν είχε καμία σημαντική επίδραση στη ΦΚ της ταλαζοπαρίμπης (βλ. Δοσολογία).

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Σκευάσματα σε κυκλοφορία

1
science