POTASSIUM CHLORIDE
Χλωριούχο κάλιο
Tα διαλύματα ηλεκτρολυτών και δεξτρόζης χορηγούνται ενδοφλεβίως είτε για να καλύψουν φυσιολογικές ανάγκες σε υγρά και ηλεκτρολύτες είτε για να αποκαταστήσουν σημαντικά ελλείμματα ή αυξημένες απώλειές τους. Tα αίτια και η βαρύτητα των ηλεκτρολυτικών διαταραχών πρέπει να εκτιμώνται …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-EPLERIUM
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: μια φορά την ημέρα
- Δόση έναρξης: 25 mg μια φορά την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Η δόση έναρξης είναι ένα δισκίο των 25 mg μια φορά την ημέρα, ενώ μετά από περίπου 4 εβδομάδες αυξάνεται σε 50 mg μια φορά την ημέρα (είτε ως ένα δισκίο 50 mg είτε ως δύο δισκία 25 mg). Τα επίπεδα καλίου στο αίμα θα πρέπει να μετρώνται πριν την έναρξη της θεραπείας με Eplerium, εντός της πρώτης εβδομάδας και στον ένα μήνα μετά την έναρξη της θεραπείας ή μετά από αλλαγή δόσης. Η δόση ενδέχεται να προσαρμοστεί από το γιατρό σας, ανάλογα με τα επίπεδα καλίου στο αίμα σας.
-
ΕνήλικεςΔόσηΈνα δισκίο 25 mg μία φορά την ημέρα, αυξάνεται σε 50 mg μία φορά την ημέρα μετά από περίπου 4 εβδομάδες.Χορηγείται συνήθως σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα για την καρδιακή ανεπάρκεια, π.χ. βήτα αναστολείς.
-
Ασθενείς με ήπια νεφρική νόσο και ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική νόσοΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης έναρξης. Ενδέχεται να χρειαστεί περισσότερο συχνή εξέταση των επιπέδων καλίου στο αίμα.
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης έναρξης.
-
Παιδιά και έφηβοιΔεν συνιστάται η χορήγηση του Eplerium.
warning
ΕΟΦ
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
swap_horiz
SPC-EPLERIUM
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
αντένδειξηΜείωση της αποδόμησης της επλερενόνης, επιμηκύνοντας τη δράση της.ΣύστασηΔεν πρέπει να παίρνονται μαζί με Eplerium.
-
Καλιοσυντηρητικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίουαντένδειξηΑύξηση του κινδύνου εμφάνισης υψηλών επιπέδων καλίου στο αίμα.ΣύστασηΔεν πρέπει να παίρνονται μαζί με Eplerium.
-
Λίθιο (σε συνδυασμό με διουρητικά και αναστολείς ΑΜΕΑ)προσοχήΥπερβολική αύξηση των επιπέδων λιθίου στο αίμα, προκαλώντας παρενέργειες όπως απώλεια όρεξης, διαταραχή της όρασης, κόπωση, μυική αδυναμία, μυικοί σπασμοί.ΣύστασηΕνημερώστε τον γιατρό σας.
-
προσοχήΠροκαλούν νεφρικά προβλήματα και αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης υψηλών επιπέδων καλίου στο αίμα.ΣύστασηΕνημερώστε τον γιατρό σας.
-
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ), π.χ. ιβουπροφαίνηπροσοχήΟδηγούν σε νεφρικά προβλήματα και αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης υψηλών επιπέδων καλίου στο αίμα.ΣύστασηΕνημερώστε τον γιατρό σας.
-
ΤριμεθοπρίμηπροσοχήΜπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης υψηλών επιπέδων καλίου στο αίμα.ΣύστασηΕνημερώστε τον γιατρό σας.
-
Αναστολείς ΑΜΕΑ (π.χ. εναλαπρίλη), ανταγωνιστές υποδοχέων αγγειοτασίνης II (π.χ. κανδεσαρτάνη)προσοχήΜπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο εμφάνισης υψηλών επιπέδων καλίου στο αίμα.ΣύστασηΕνημερώστε τον γιατρό σας.
-
Αναστολείς άλφα I (π.χ. πραζοσίνη, αλφουζοσίνη)προσοχήΜείωση της αρτηριακής πίεσης και ζαλάδα σε όρθια θέση.ΣύστασηΕνημερώστε τον γιατρό σας.
-
Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά (π.χ. αμιτριπτυλίνη, αμοξαπίνη), αντιψυχωτικά (π.χ. χλωροπρομαζίνη, χαλοπεριδόλη), αμιφοστίνη, βακλοφαίνηπροσοχήΜείωση της αρτηριακής πίεσης και ζαλάδα σε όρθια θέση.ΣύστασηΕνημερώστε τον γιατρό σας.
-
προσοχήΜείωση της δράσης του Eplerium όσον αφορά την ελάττωση της αρτηριακής πίεσης.ΣύστασηΕνημερώστε τον γιατρό σας.
-
προσοχήΕνδέχεται να αυξηθούν τα επίπεδα της διγοξίνης στο αίμα.ΣύστασηΕνημερώστε τον γιατρό σας.
-
προσοχήΤα υψηλά επίπεδα βαρφαρίνης στο αίμα μπορούν να προκαλέσουν αλλαγές στη δράση του Eplerium στον οργανισμό.ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή. Ενημερώστε τον γιατρό σας.
-
προσοχήΜείωση της αποδόμησης του Eplerium, επιμηκύνοντας τη δράση του.ΣύστασηΕνημερώστε τον γιατρό σας.
-
προσοχήΜπορούν να αυξήσουν την αποδόμηση του Eplerium, μειώνοντας τη δράση του.ΣύστασηΕνημερώστε τον γιατρό σας.
sick
SPC-EPLERIUM
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Διόγκωση προσώπου, γλώσσας ή λαιμού
- Πομφοί και δυσχέρεια αναπνοής
- Δυσκολία στην κατάποση
- Διάρροια
- Ναυτία
- Μετεωρισμός
- Έμετος
- Αυξημένα επίπεδα καλίου στο αίμα
- Αυξημένη ποσότητα χοληστερόλης ή τριγλυκεριδίων (λιπών) στο αίμα
- Χαμηλά επίπεδα νατρίου στο αίμα
- Αφυδάτωση
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Αϋπνία (δυσκολία στον ύπνο)
- Χαμηλή αρτηριακή πίεση
- Μειωμένη αρτηριακή πίεση που μπορεί να προκαλέσει ζαλάδα σε όρθια θέση
- Θρόμβωση (θρόμβοι αίματος) στα κάτω άκρα
- Καρδιακές ενοχλήσεις (άτακτος καρδιακός παλμός, καρδιακή προσβολή, καρδιακή ανεπάρκεια)
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Αυξημένη εφίδρωση
- Μη κανονική νεφρική λειτουργία
- Αυξημένα επίπεδα ουρίας και κρεατινίνης στο αίμα
- Φλεγμονή των νεφρών
- Ηωσινοφιλία (αύξηση σε συγκεκριμένα λευκά αιμοσφαίρια)
- Πόνος στην πλάτη
- Κράμπες στα κάτω άκρα
- Αίσθημα αδυναμία και γενικής αδιαθεσίας
- Διόγκωση των μαστών στους άνδρες
- Πόνος στο λαιμό
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΑυξημένα επίπεδα καλίου στο αίμαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της διατροφής
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΜη κανονική νεφρική λειτουργίαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΧαμηλή αρτηριακή πίεσηΑγγειακές διαταραχές
-
ΑσυνήθιστεςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΑσυνήθιστεςΑίσθημα αδυναμία και γενικής αδιαθεσίαςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΑσυνήθιστεςΑυξημένα επίπεδα ουρίας και κρεατινίνης στο αίμαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΑσυνήθιστεςΑυξημένη εφίδρωσηΔέρμα
-
ΑσυνήθιστεςΑυξημένη ποσότητα χοληστερόλης ή τριγλυκεριδίων (λιπών) στο αίμαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της διατροφής
-
ΑσυνήθιστεςΑφυδάτωσηΜεταβολισμός
-
ΑσυνήθιστεςΑϋπνία (δυσκολία στον ύπνο)Ψυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΔιόγκωση προσώπου, γλώσσας ή λαιμούΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΑσυνήθιστεςΔιόγκωση των μαστών στους άνδρεςΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Μη γνωστέςΔυσκολία στην κατάποσηΓαστρεντερικό
-
ΑσυνήθιστεςΗωσινοφιλία (αύξηση σε συγκεκριμένα λευκά αιμοσφαίρια)Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος
-
ΑσυνήθιστεςΘρόμβωση (θρόμβοι αίματος) στα κάτω άκραΑγγειακές διαταραχές
-
ΑσυνήθιστεςΚαρδιακές ενοχλήσεις (άτακτος καρδιακός παλμός, καρδιακή προσβολή, καρδιακή ανεπάρκεια)Καρδιακές διαταραχές
-
ΑσυνήθιστεςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΑσυνήθιστεςΚνησμόςΔέρμα
-
ΑσυνήθιστεςΚράμπες στα κάτω άκραΜυοσκελετικές και συνδετικού ιστού διαταραχές
-
ΑσυνήθιστεςΜειωμένη αρτηριακή πίεση που μπορεί να προκαλέσει ζαλάδα σε όρθια θέσηΑγγειακές διαταραχές
-
ΑσυνήθιστεςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΠομφοί και δυσχέρεια αναπνοήςΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΑσυνήθιστεςΠόνος στην πλάτηΜυοσκελετικό
-
ΑσυνήθιστεςΠόνος στο λαιμόΔιαταραχές του αναπνευστικού, θωρακικού και μεσοθωρακίου συστήματος
-
ΑσυνήθιστεςΦλεγμονή των νεφρώνΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΑσυνήθιστεςΧαμηλά επίπεδα νατρίου στο αίμαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της διατροφής
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
DrugBank
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
PubChem
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-EPLERIUM
expand_more
Δοσολογία
Πάντοτε να παίρνετε το Eplerium αυστηρά σύμφωνα με τις οδηγίες του γιατρού σας. Εάν έχετε αμφιβολίες, ρωτήστε το γιατρό ή το φαρμακοποιό σας.
Μπορείτε να παίρνετε τα δισκία Eplerium με τροφές ή σε άδειο στομάχι. Καταπιείτε τα δισκία ολόκληρα με άφθονο νερό.
Το Eplerium χορηγείται συνήθως σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα για την καρδιακή ανεπάρκεια, π.χ. βήτα αναστολείς. Η συνήθης δόση έναρξης είναι ένα δισκίο των 25 mg μια φορά την ημέρα, ενώ μετά από περίπου 4 εβδομάδες αυξάνεται σε 50 mg μια φορά την ημέρα (είτε ως ένα δισκίο 50 mg είτε ως δύο δισκία 25 mg).
Τα επίπεδα καλίου στο αίμα θα πρέπει να μετρώνται πριν την έναρξη της θεραπείας με Eplerium, εντός της πρώτης εβδομάδας και στον ένα μήνα μετά την έναρξη της θεραπείας ή μετά από αλλαγή δόσης. Η δόση ενδέχεται να προσαρμοστεί από το γιατρό σας, ανάλογα με τα επίπεδα καλίου στο αίμα σας.
Σε ασθενείς με ήπια νεφρική νόσο και ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική νόσο, δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης έναρξης. Εάν έχετε ηπατικά ή νεφρικά προβλήματα, ενδέχεται να χρειαστεί περισσότερο συχνή εξέταση των επιπέδων καλίου στο αίμα σας (βλ. Αντενδείξεις).
Χρήση σε ηλικιωμένους: δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης έναρξης.
Χρήση σε παιδιά και εφήβους: Δεν συνιστάται η χορήγηση του Eplerium.
Εάν ξεχάσετε να πάρετε το Eplerium: Εάν έχει φθάσει σχεδόν η ώρα που θα πρέπει να πάρετε το επόμενο δισκίο, τότε πρέπει να παραλείψετε το δισκίο που χάσατε και να πάρετε το επόμενο δισκίο στην ώρα του. Ειδάλλως, πρέπει να πάρετε το δισκίο αμέσως μόλις το θυμηθείτε, με την προϋπόθεση ότι μεσολαβούν τουλάχιστον 12 ώρες μέχρι την καθορισμένη ώρα λήψης του επόμενου δισκίου. Στη συνέχεια, επιστρέψετε στην κανονική λήψη του φαρμάκου. Μην πάρετε διπλή δόση για να αναπληρώσετε το δισκίο που ξεχάσατε.
Είναι σημαντικό να συνεχίσετε να παίρνετε το Eplerium όπως σας έχει συνταγογραφηθεί, εκτός εάν σας συμβουλεύσει ο γιατρός σας να σταματήσετε τη θεραπεία.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-EPLERIUM
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Παρακαλείσθε να ενημερώσετε το γιατρό ή το φαρμακοποιό σας εάν παίρνετε ή έχετε πάρει πρόσφατα άλλα φάρμακα, ακόμα και αυτά που δεν σας έχουν χορηγηθεί με συνταγή.
Δεν πρέπει να παίρνετε το Eplerium με τα ακόλουθα φάρμακα (βλ. Αντενδείξεις):
- Ιτρακοναζόλη ή κετοκοναζόλη (χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία μυκητιασικών λοιμώξεων), νελφιναβίρη, ριτοναβίρη (αντιική φαρμακευτική αγωγή για τη θεραπεία του HIV), κλαριθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη (χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία βακτηριακών λοιμώξεων) ή νεφαζοδόνη (χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της κατάθλιψης), καθώς αυτά τα φάρμακα μειώνουν την αποδόμηση του Eplerium, επιμηκύνοντας έτσι τη δράση του στον οργανισμό.
- Kαλιοσυντηρητικά διουρητικά (φάρμακα που βοηθούν στην απέκκριση της περίσσειας σωματικών υγρών) και συμπληρώματα καλίου («δισκία άλατος»), καθώς αυτά τα φάρμακα αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης υψηλών επιπέδων καλίου στο αίμα σας.
Παρακαλείσθε να ενημερώσετε το γιατρό σας εάν παίρνετε κάποιο από τα ακόλουθα φάρμακα:
- Λίθιο (συνήθως χορηγείται για μανιοκαταθλιπτική διαταραχή, η οποία καλείται και διπολική διαταραχή). Η χρήση του λιθίου σε συνδυασμό με διουρητικά και αναστολείς ΑΜΕΑ (χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της υψηλής αρτηριακής πίεσης και της καρδιακής νόσου) έχει δείξει ότι αυξάνει υπερβολικά τα επίπεδα λιθίου στο αίμα, προκαλώντας παρενέργειες όπως απώλεια όρεξης, διαταραχή της όρασης, κόπωση, μυική αδυναμία, μυικοί σπασμοί.
- Τακρόλιµους ή κυκλοσπορίνη (χρησιμοποιείται για τη θεραπεία δερματικών παθήσεων, όπως ψωρίαση ή έκζεμα και για την αποφυγή της απόρριψης του μοσχεύματος μετά από μεταμόσχευση). Αυτά τα φάρμακα μπορούν να προκαλέσουν νεφρικά προβλήματα και, επομένως, να αυξήσουν τον κίνδυνο εμφάνισης υψηλών επιπέδων καλίου στο αίμα σας.
- Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) - συγκεκριμένα αναλγητικά όπως η ιβουπροφαίνη, τα οποία χρησιμοποιούνται για την ανακούφιση του πόνου, της δυσκαμψίας και της φλεγμονής. Αυτά τα φάρμακα μπορούν να οδηγήσουν σε νεφρικά προβλήματα και, επομένως, να αυξήσουν τον κίνδυνο εμφάνισης υψηλών επιπέδων καλίου στο αίμα σας.
- Η τριμεθοπρίμη (χρησιμοποιείται για τη θεραπεία βακτηριακών λοιμώξεων) μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης υψηλών επιπέδων καλίου στο αίμα σας.
- Οι αναστολείς ΑΜΕΑ (όπως η εναλαπρίλη) και οι ανταγωνιστές υποδοχέων αγγειοτασίνης II (όπως η κανδεσαρτάνη) (χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της υψηλής αρτηριακής πίεσης, της καρδιακής νόσου και συγκεκριμένων νεφρικών παθήσεων) μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο εμφάνισης υψηλών επιπέδων καλίου στο αίμα σας.
- Οι αναστολείς άλφα I, όπως η πραζοσίνη και η αλφουζοσίνη (χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της υψηλής αρτηριακής πίεσης και συγκεκριμένων παθήσεων του προστάτη) μπορούν να οδηγήσουν σε μείωση της αρτηριακής πίεσης και ζαλάδα σε όρθια θέση.
- Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, όπως η αμιτριπτυλίνη ή αμοξαπίνη (για τη θεραπεία μορφών κατάθλιψης), τα αντιψυχωτικά (γνωστά και ως νευροληπτικά) όπως η χλωροπρομαζίνη και η χαλοπεριδόλη (για τη θεραπεία ψυχιατρικών διαταραχών), η αμιφοστίνη (χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της χημειοθεραπείας για τον καρκίνο) και η βακλοφαίνη (χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση των μυικών σπασμών). Αυτά τα φάρμακα οδηγούν σε μείωση της αρτηριακής πίεσης και ζαλάδα σε όρθια θέση.
- Τα γλυκοκορτικοειδή, όπως υδροκορτιζόνη ή πρεδνιζόνη (χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της φλεγμονής και συγκεκριμένων δερματικών παθήσεων) και τετρακοσακτίδη (χρησιμοποιείται κυρίως για τη διάγνωση και θεραπεία διαταραχών του φλοιού των επινεφριδίων) μπορούν να μειώσουν τη δράση του Eplerium όσον αφορά την ελάττωση της αρτηριακής πίεσης.
- Διγοξίνη (χρησιμοποιείται στη θεραπεία καρδιακών παθήσεων). Τα επίπεδα της διγοξίνης στο αίμα ενδέχεται να αυξηθούν όταν χορηγείται ταυτόχρονα με το Eplerium.
- Βαρφαρίνη (αντιπηκτικό φάρμακο): Συνιστάται προσοχή κατά τη λήψη της βαρφαρίνης, καθώς τα υψηλά επίπεδα βαρφαρίνης στο αίμα μπορούν να προκαλέσουν αλλαγές στη δράση του Eplerium στον οργανισμό.
- Η ερυθρομυκίνη (χρησιμοποιείται για τη θεραπεία βακτηριακών λοιμώξεων), η σακιναβίρη (αντιική φαρμακευτική αγωγή για τη θεραπεία του HIV), η φλουκοναζόλη (χρησιμοποιείται για τη θεραπεία μυκητιασικών λοιμώξεων), η αμιοδαρόνη, διλτιαζέμη και βεραπαμίλη (για τη θεραπεία καρδιακών προβλημάτων και της υψηλής αρτηριακής πίεσης), μειώνουν την αποδόμηση του Eplerium, επιμηκύνοντας έτσι τη δράση του στον οργανισμό.
- Το βαλσαμόχορτο (φυτικό ιατρικό προϊόν), η ριφαμπικίνη (χρησιμοποιείται για τη θεραπεία βακτηριακών λοιμώξεων), η φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη (χρησιμοποιούνται, μεταξύ άλλων, για τη θεραπεία της επιληψίας) μπορούν να αυξήσουν την αποδόμηση του Eplerium, μειώνοντας έτσι τη δράση του.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-EPLERIUM
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Όπως όλα τα φάρμακα, έτσι και το Eplerium μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητες ενέργειες αν και δεν παρουσιάζονται σε όλους τους ανθρώπους. Εάν εκδηλώσετε οποιοδήποτε από τα ακόλουθα, πρέπει να αναζητήσετε αμέσως ιατρική βοήθεια:
- διόγκωση προσώπου, γλώσσας ή λαιμού
- δυσκολία στην κατάποση
- πομφοί και δυσχέρεια αναπνοής
Αυτά είναι συμπτώματα αγγειονευρωτικού οιδήματος.
Συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες (εμφανίζονται σε 1 έως 10 στους 100 χρήστες)
- αυξημένα επίπεδα καλίου στο αίμα (τα συμπτώματα περιλαμβάνουν μυικές κράμπες, διάρροια, ναυτία, ζαλάδα ή πονοκέφαλο)
- ζαλάδα
- χαμηλή αρτηριακή πίεση
- διάρροια
- ναυτία
- μη κανονική νεφρική λειτουργία
- εξάνθημα
Ασυνήθιστες ανεπιθύμητες ενέργειες (εμφανίζονται σε 1 έως 10 στους 1.000 χρήστες)
- ηωσινοφιλία (αύξηση σε συγκεκριμένα λευκά αιμοσφαίρια)
- αφυδάτωση
- αυξημένη ποσότητα χοληστερόλης ή τριγλυκεριδίων (λιπών) στο αίμα
- χαμηλά επίπεδα νατρίου στο αίμα
- αϋπνία (δυσκολία στον ύπνο)
- πονοκέφαλος
- καρδιακές ενοχλήσεις, π.χ. άτακτος καρδιακός παλμός, καρδιακή προσβολή και καρδιακή ανεπάρκεια
- μειωμένη αρτηριακή πίεση που μπορεί να προκαλέσει ζαλάδα σε όρθια θέση
- θρόμβωση (θρόμβοι αίματος) στα κάτω άκρα
- πόνος στο λαιμό
- μετεωρισμός
- έμετος
- κνησμός
- αυξημένη εφίδρωση
- πόνος στην πλάτη
- κράμπες στα κάτω άκρα
- αίσθημα αδυναμία και γενικής αδιαθεσίας
- αυξημένα επίπεδα ουρίας και κρεατινίνης στο αίμα, τα οποία ενδέχεται να υποδεικνύουν νεφρικά προβλήματα
- φλεγμονή των νεφρών
- διόγκωση των μαστών στους άνδρες
ΕΟΦ · 9.3.1
Διαλύματα ηλεκτρολυτών και δεξτρόζης
expand_more
Διαλύματα ηλεκτρολυτών και δεξτρόζης
Tα διαλύματα ηλεκτρολυτών και δεξτρόζης χορηγούνται ενδοφλεβίως είτε για να καλύψουν φυσιολογικές ανάγκες σε υγρά και ηλεκτρολύτες είτε για να αποκαταστήσουν σημαντικά ελλείμματα ή αυξημένες απώλειές τους. Tα αίτια και η βαρύτητα των ηλεκτρολυτικών διαταραχών πρέπει να εκτιμώνται σε κάθε ασθενή από το ιστορικό, την κλινική και βιοχημική εξέταση. Στον Πίνακα 9.2 φαίνονται οι αντιστοιχίες μεταξύ g άλατος και χιλιοστοισοδυνάμων (mEq) ηλεκτρολυτών, που χρησιμοποιούνται συνήθως στις θεραπείες υποκατάστασης.Iσότονα ως προς το πλάσμα διαλύματα χορηγούνται με ασφάλεια από περιφερική φλέβα, ενώ υπέρτονα διαλύματα πρέπει να χορηγούνται από μεγάλου εύρους φλέβα.
t9.2.jpg:
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Το ιόν καλίου είναι το κύριο ενδοκυττάριο κατιόν στους περισσότερους ιστούς του σώματος. Τα ιόντα καλίου συμμετέχουν σε πολλές ζωτικές φυσιολογικές διεργασίες, συμπεριλαμβανομένης της διατήρησης της ενδοκυττάριας τονικότητας, της μετάδοσης των νευρικών ερεθισμάτων, της συστολής του καρδιακού, σκελετικού και λείου μυός, και της διατήρησης της φυσιολογικής νεφρικής λειτουργίας.
- Η ενδοκυττάρια συγκέντρωση καλίου είναι περίπου 150-160 mEq/L.
- Η φυσιολογική συγκέντρωση πλάσματος στους ενήλικες είναι 3,5-5 mEq/L.
- Ένα ενεργό σύστημα μεταφοράς ιόντων διατηρεί αυτή την κλίση διαμέσου της κυτταρικής μεμβράνης.
Το κάλιο είναι φυσιολογικό συστατικό της διατροφής και υπό συνθήκες σταθερής κατάστασης, η ποσότητα καλίου που απορροφάται από το γαστρεντερικό σωλήνα είναι ίση με την ποσότητα που απεκκρίνεται στα ούρα. Η συνήθης ημερήσια πρόσληψη καλίου είναι 50-100 mEq/ημέρα.
Η απώλεια καλίου συμβαίνει όποτε ο ρυθμός απώλειας καλίου μέσω της νεφρικής απέκκρισης ή/και απώλειας από το γαστρεντερικό σωλήνα υπερβαίνει τον ρυθμό πρόσληψης καλίου. Τέτοια απώλεια συνήθως αναπτύσσεται ως συνέπεια της θεραπείας με διουρητικά, πρωτοπαθούς ή δευτεροπαθούς υπεραλδοστερονισμού, διαβητικής κετοξέωσης, ή ανεπαρκούς αντικατάστασης καλίου σε ασθενείς σε παρατεταμένη παρεντερική διατροφή. Η απώλεια μπορεί να αναπτυχθεί γρήγορα με σοβαρή διάρροια, ειδικά αν συνδυάζεται με έμετο.
Η απώλεια καλίου λόγω αυτών των αιτιών συνήθως συνοδεύεται από ταυτόχρονη απώλεια χλωριδίου και εκδηλώνεται με υποκαλιαιμία και μεταβολική αλκάλωση. Η απώλεια καλίου μπορεί να προκαλέσει αδυναμία, κόπωση, διαταραχές του καρδιακού ρυθμού (κυρίως έκτοπες συστολές), εμφανείς κυματομορφές U στο ηλεκτροκαρδιογράφημα, και σε προχωρημένες περιπτώσεις, χαλαρή παράλυση ή/και μειωμένη ικανότητα συγκέντρωσης των ούρων.
Εάν η απώλεια καλίου που σχετίζεται με μεταβολική αλκάλωση δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με διόρθωση της θεμελιώδους αιτίας της ανεπάρκειας, π.χ., όπου ο ασθενής απαιτεί μακροχρόνια διουρητική θεραπεία, συμπληρωματικό κάλιο με τη μορφή τροφής πλούσιας σε κάλιο ή χλωριούχου καλίου μπορεί να αποκαταστήσει τα φυσιολογικά επίπεδα καλίου. Σε σπάνιες περιπτώσεις (π.χ., ασθενείς με νεφρική σωληναριακή οξέωση), η απώλεια καλίου μπορεί να σχετίζεται με μεταβολική οξέωση και υπερχλωραιμία. Σε τέτοιους ασθενείς, η αντικατάσταση καλίου πρέπει να γίνεται με άλατα καλίου εκτός του χλωριδίου, όπως διττανθρακικό κάλιο, κιτρικό κάλιο, οξικό κάλιο ή γλυκονικό κάλιο.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Συμπληρωματικό κάλιο με τη μορφή τροφής πλούσιας σε κάλιο ή χλωριούχου καλίου μπορεί να αποκαταστήσει τα φυσιολογικά επίπεδα καλίου.
Το K+ είναι το κύριο κατιόν που μεσολαβεί στην ωσμωτική ισορροπία των σωματικών υγρών. Σε ζώα, η διατήρηση του φυσιολογικού κυτταρικού όγκου και πίεσης εξαρτάται από την αντλία Na+/K+. Ο διαχωρισμός K+/Na+ επέτρεψε την εξέλιξη αναστρέψιμων διαμεμβρανικών ηλεκτρικών δυναμικών απαραίτητων για τη νευρική και μυϊκή δράση στα ζώα, και τόσο το κάλιο όσο και το χλώριο είναι σημαντικά στη μετάδοση των νευρικών ερεθισμάτων στους μυϊκές ίνες.
Η αναφερόμενη μεταλλαξιγόνος δράση του KCl πιθανότατα προκύπτει από διαταραχή της ωσμωτικής ισορροπίας των κυττάρων με επακόλουθη παρέμβαση στην κυτταρική σταθερότητα. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε κλαστογονικά αποτελέσματα (θραύση DNA και δομική αστάθεια χρωμοσωμάτων) λόγω των επιδράσεων του K+ στην παγίδευση ιόντων Mg2+ που απαιτούνται για τη φυσιολογική διατήρηση της ακεραιότητας της χρωματίνης. Άλλες χημικές ουσίες μπορεί επίσης να ασκήσουν τέτοια επίδραση (π.χ., NaCl, σακχαρόζη).
Το κάλιο και το χλώριο είναι επίσης σημαντικά στη ρύθμιση της ισορροπίας οξέος-βάσης του σώματος. Το κάλιο είναι η κύρια βάση στους ιστούς των αιμοσφαιρίων, και το Cl διατηρεί την ηλεκτροχημική ουδετερότητα μέσω ανταλλαγής ανιόντων με διττανθρακικά (η μετατόπιση του χλωρίου) στην μεταφορά CO2 στα ερυθρά αιμοσφαίρια.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Το κάλιο είναι φυσιολογικό συστατικό της διατροφής και υπό συνθήκες σταθερής κατάστασης, η ποσότητα καλίου που απορροφάται από το γαστρεντερικό σωλήνα είναι ίση με την ποσότητα που απεκκρίνεται στα ούρα.
Το κάλιο είναι φυσιολογικό συστατικό της διατροφής και, υπό συνθήκες σταθερής κατάστασης, η ποσότητα καλίου που απορροφάται από το γαστρεντερικό σωλήνα είναι ίση με την ποσότητα που απεκκρίνεται στα ούρα. Η απώλεια καλίου θα συμβεί όποτε ο ρυθμός απώλειας καλίου μέσω της νεφρικής απέκκρισης ή/και απώλειας από το γαστρεντερικό σωλήνα υπερβαίνει τον ρυθμό πρόσληψης καλίου.
Σε σταθερή κατάσταση, η συνεχής απέκκριση χλωριούχου καλίου στα ούρα και στα κόπρανα ισούται με την ημερήσια πρόσληψη.
Χορηγούμενο από του στόματος και ενδοφλεβίως, το χλωριούχο κάλιο φτάνει σε ισορροπία μεταξύ του εξωκυττάριου υγρού και του ενδοκυττάριου χώρου.
Σχεδόν όλο το χλωριούχο κάλιο που χορηγείται από το στόμα απορροφάται. Το μέγιστο επίπεδο και ο χρόνος εμφάνισής του μετά την κατάποση εξαρτώνται από την χορηγούμενη παρασκευή.
Περίπου το 90% της προσλαμβανόμενης δόσης καλίου απορροφάται με παθητική διάχυση στην μεμβράνη του ανώτερου εντέρου. Το κάλιο κατανέμεται σε όλους τους ιστούς, όπου είναι το κύριο ενδοκυττάριο κατιόν. Η ινσουλίνη, η οξεοβασική κατάσταση, η αλδοστερόνη και η αδρενεργική δραστηριότητα ρυθμίζουν την κυτταρική πρόσληψη καλίου.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
-
KALI MURIATICUM:
- Αναστολή Απορρόφησης Υγρών/Ηλεκτρολυτών Μεγάλου Εντέρου [PE]
- Αυξημένη Κινητικότητα Μεγάλου Εντέρου [PE]
- Ενώσεις Καλίου [CS]
- Άλας Καλίου [EPC]
- Ωσμωτικό Υπακτικό [EPC]
- Ωσμωτική Δράση [MoA]
-
POTASSIUM CHLORIDE:
- Ωσμωτική Δράση [MoA]
- Ωσμωτικό Υπακτικό [EPC]
- Ενώσεις Καλίου [CS]
- Άλας Καλίου [EPC]
- Αυξημένη Κινητικότητα Μεγάλου Εντέρου [PE]
- Αναστολή Απορρόφησης Υγρών/Ηλεκτρολυτών Μεγάλου Εντέρου [PE]
-
POTASSIUM CHLORIDE ER:
- Αναστολή Απορρόφησης Υγρών/Ηλεκτρολυτών Μεγάλου Εντέρου [PE]
- Αυξημένη Κινητικότητα Μεγάλου Εντέρου [PE]
- Ωσμωτικό Υπακτικό [EPC]
- Άλας Καλίου [EPC]
- Ενώσεις Καλίου [CS]
- Ωσμωτική Δράση [MoA]
-
POTASSIUM CHLORIDE EXTENDED-RELEASE:
- Ενώσεις Καλίου [CS]
- Άλας Καλίου [EPC]
- Ωσμωτικό Υπακτικό [EPC]
- Ωσμωτική Δράση [MoA]
- Αναστολή Απορρόφησης Υγρών/Ηλεκτρολυτών Μεγάλου Εντέρου [PE]
- Αυξημένη Κινητικότητα Μεγάλου Εντέρου [PE]
-
POTASSIUM CHLORIDE FOR ORAL SOLUTION:
- Αυξημένη Κινητικότητα Μεγάλου Εντέρου [PE]
- Αναστολή Απορρόφησης Υγρών/Ηλεκτρολυτών Μεγάλου Εντέρου [PE]
- Ωσμωτική Δράση [MoA]
- Άλας Καλίου [EPC]
- Ενώσεις Καλίου [CS]
- Ωσμωτικό Υπακτικό [EPC]
-
POTASSIUM CHLORIDE ORAL:
- Αυξημένη Κινητικότητα Μεγάλου Εντέρου [PE]
- Αναστολή Απορρόφησης Υγρών/Ηλεκτρολυτών Μεγάλου Εντέρου [PE]
- Ωσμωτική Δράση [MoA]
- Ωσμωτικό Υπακτικό [EPC]
- Ενώσεις Καλίου [CS]
- Άλας Καλίου [EPC]
-
KALI MUR:
- Ωσμωτική Δράση [MoA]
- Ενώσεις Καλίου [CS]
- Άλας Καλίου [EPC]
- Ωσμωτικό Υπακτικό [EPC]
- Αυξημένη Κινητικότητα Μεγάλου Εντέρου [PE]
- Αναστολή Απορρόφησης Υγρών/Ηλεκτρολυτών Μεγάλου Εντέρου [PE]