EZETIMIBE
Εζετιμίμπη
Από τις προσταγλανδίνες, στις καρδιακές παθήσεις χρησιμοποιείται η αλπροσταδίλη.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-ZETIDEM
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από το στόμα
- Χορήγηση: μια φορά ημερησίως το βράδυ
- Δόση έναρξης: 10 mg/20 mg ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Αναπροσαρμογές της δοσολογίας, εάν απαιτηθεί, θα πρέπει να γίνουν σε διαστήματα όχι μικρότερα από 4 εβδομάδες.
-
ΥπερχοληστερολαιμίαΔόση10 mg/10 mg έως 10 mg/80 mg ημερησίωςΗ δόση των 10 mg/80 mg συνιστάται μόνον σε ασθενείς με σοβαρή υπερχοληστερολαιμία και σε υψηλό κίνδυνο για καρδιαγγειακές επιπλοκές, οι οποίοι δεν έχουν επιτύχει τους θεραπευτικούς τους στόχους με μικρότερες δόσεις και όταν τα οφέλη αναμένεται να υπερτερούν των πιθανών κινδύνων (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοδυναμικές). Κατά την έναρξη της θεραπείας ή την αναπροσαρμογή της δοσολογίας θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το επίπεδο της χαμηλής πυκνότητας χοληστερόλης (LDL-C), η κατάσταση κινδύνου για στεφανιαία καρδιακή νόσο και η ανταπόκριση στην υπάρχουσα θεραπεία μείωσης χοληστερόλης του ασθενούς. Η δόση πρέπει να εξατομικεύεται.
-
Ασθενείς με Στεφανιαία Νόσο και με Iστορικό Eπεισοδίου Οξέος Στεφανιαίου Συνδρόμου (ΟΣΣ)Δόση10 mg/40 mg μία φορά ημερησίωςΗ δόση των 10/80 mg συνιστάται μόνο εάν τα οφέλη αναμένεται να υπερισχύουν των ενδεχόμενων κινδύνων.
-
Ομόζυγος Οικογενής ΥπερχοληστερολαιμίαΔόση10 mg/40 mg ημερησίωςΜέγ. δόση10 mg/80 mgΗ δόση των 10 mg/80 mg συνιστάται μόνον όταν αναμένεται τα οφέλη να υπερτερούν των ενδεχόμενων κινδύνων (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις). Μπορεί να χορηγηθεί ως συμπληρωματικό άλλων θεραπειών (π.χ. αφαίρεση LDL) ή εάν τέτοιες θεραπείες δεν είναι διαθέσιμες. Σε ασθενείς που λαμβάνουν λομιταπίδη ταυτόχρονα με ZETIDEM, η δόση του ZETIDEM δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 10 mg/40 mg ημερησίως (βλ. Αντενδείξεις, Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις).
-
Ασθενείς που λαμβάνουν σκευάσματα που δεσμεύουν το χολικό οξύΗ δόση του ZETIDEM θα πρέπει να χορηγείται είτε ≥ 2 ώρες πριν είτε ≥ 4 ώρες μετά τη χορήγηση σκευασμάτων που δεσμεύουν το χολικό οξύ.
-
Ασθενείς που λαμβάνουν αμιωδαρόνη, αμλοδιπίνη, βεραπαμίλη, διλτιαζέμη, ή προϊόντα που περιέχουν ελμπασβίρη ή γραζοπρεβίρηΜέγ. δόση10 mg/20mg ημερησίως(βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις).
-
Ασθενείς που λαμβάνουν νιασίνη για ελάττωση των λιπιδίων (≥1 g/ημερησίως)Μέγ. δόση10 mg/20 mg ημερησίως(βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις).
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δοσολογίας (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
Έφηβοι ≥ 10 ετών (αγόρια στο Στάδιο Tanner ΙΙ και άνω και κορίτσια τουλάχιστον ένα έτος μετά την εμμηναρχή)Δόση10 mg/10 mg έως 10 mg/40 mg/ημερησίωςΜέγ. δόση10 mg/40 mg/ημερησίωςΗ έναρξη της θεραπείας πρέπει να πραγματοποιείται υπό την επίβλεψη εξειδικευμένου ιατρού. (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
-
Παιδιά < 10 ετώνΤο ZETIDEM δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά ηλικίας κάτω των 10 ετών λόγω ανεπαρκών δεδομένων για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα (βλ. Φαρμακοκινητικές). Η εμπειρία σε παιδιά προεφηβικής ηλικίας είναι περιορισμένη.
-
Ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (Child Pugh score 5 ως 6)Δεν είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δοσολογίας.
-
Ασθενείς με μέτρια (Child Pugh score 7 ως 9) ή σοβαρή (Child Pugh score >9) ηπατική δυσλειτουργίαΔεν συνιστάται θεραπεία με ZETIDEM (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
-
Ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία (eGFR ≥60ml/min/1,73 m2)Δεν είναι απαραίτητη η τροποποίηση της δοσολογίας.
-
Ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο και eGFR <60 ml/min/1,73 m2Δόση10/20 mg μια φορά ημερησίωςΥψηλότερες δόσεις θα πρέπει να χορηγούνται με προσοχή (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις, Φαρμακοδυναμικές και Φαρμακοκινητικές).
block
SPC-ZETIDEM
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη(στις) δραστική(ες) ουσία(ες) ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Κύηση
-
Θηλασμός
-
Ενεργός ηπατική νόσος ή ανεξήγητα εμμένουσες αυξήσεις των τρανσαμινασών του ορού
-
Ταυτόχρονη χορήγηση ισχυρών αναστολέων του συστήματος CYP3A4 (π.χ., ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ποσακοναζόλη, βορικοναζόλη, ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη, αναστολείς πρωτεάσης HIV (π.χ. νελφιναβίρη), μποσεπρεβίρη, τελαπρεβίρη, νεφαζοδόνη και φάρμακα που περιέχουν κομπισιστάτη)
-
Ταυτόχρονη χορήγηση γεμφιβροζίλης
-
Ταυτόχρονη χορήγηση κυκλοσπορίνης
-
Ταυτόχρονη χορήγηση δαναζόλης
-
Ταυτόχρονη χορήγηση λομιταπίδης με δόσεις ZETIDEM > 10/40 mgΠληθυσμόςΑσθενείς με ομόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία (HoFH)
warning
SPC-ZETIDEM
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Μυοπάθεια/ΡαβδομυόλυσηΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς που αρχίζουν θεραπεία με ZETIDEM ή αυτοί των οποίων η δόση του ZETIDEM έχει αυξηθείΝα τους εφιστάται η προσοχή για τον κίνδυνο μυοπάθειας και να αναφέρουν αμέσως οποιοδήποτε ανεξήγητο μυϊκό πόνο, ευαισθησία ή αδυναμία.
-
Μυοπάθεια/ΡαβδομυόλυσηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με παράγοντες που προδιαθέτουν για ραβδομυόλυση (ηλικίας ≥65 ετών, γένους θηλυκού, νεφρική δυσλειτουργία, μη ελεγχόμενος υποθυρεοειδισμός, ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό κληρονομικών μυϊκών διαταραχών, προηγούμενο ιστορικό μυϊκής τοξικότητας μετά από λήψη στατίνης ή φιβράτης, κατάχρηση αλκοόλ)Ο κίνδυνος της θεραπείας θα πρέπει να ληφθεί υπόψη σε σχέση με το πιθανό όφελος, ενώ συνιστάται και κλινική παρακολούθηση.
-
Μυοπάθεια/ΡαβδομυόλυσηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που είχαν παρουσιάσει προηγουμένως κάποια μυϊκή διαταραχή με μία φιβράτη ή με μία στατίνηΗ έναρξη της θεραπείας με οποιοδήποτε σκεύασμα περιέχει στατίνη (όπως το ZETIDEM) θα πρέπει να γίνεται με προσοχή.
-
Μυοπάπεια/ΡαβδομυόλυσηαντένδειξηΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΕάν τα επίπεδα της CK είναι σημαντικά αυξημένα σε επίπεδο αναφοράς, πριν την έναρξη (> 5 x ULN), η θεραπεία δεν θα πρέπει να ξεκινήσει.
-
Μυοπάθεια/ΡαβδομυόλυσηΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΕάν παρουσιασθούν μυϊκός πόνος, αδυναμία ή κράμπες κατά την διάρκεια που κάποιος ασθενής λαμβάνει θεραπεία με ZETIDEM, θα πρέπει να μετρώνται τα επίπεδα της CK. Εάν αυτά τα επίπεδα έχουν ανευρεθεί, απουσία εντατικής άσκηση, σημαντικά αυξημένα (> 5 x ULN), η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται. Εάν τα μυϊκά συμπτώματα είναι σοβαρά και προκαλούν καθημερινή δυσφορία, ακόμη και αν τα επίπεδα CK είναι < 5 x ULN, θα πρέπει να εξετασθεί το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας. Εάν υπάρχει υποψία μυοπάθειας για οποιοδήποτε άλλο λόγο, η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί.
-
Μειωμένη λειτουργία των πρωτεϊνών μεταφοράς (OATP1B1)ΠληθυσμόςΑσθενείς που είναι φορείς του αλληλόμορφου (c.521Τ>C) του γονιδίου SLCO1B1, ιδίως όσοι φέρουν τον γονότυπο CCΌπου είναι διαθέσιμος, ο γονοτυπικός έλεγχος για παρουσία του αλληλόμορφου C, θα πρέπει να εξετάζεται ως μέρος της αξιολόγησης της σχέσης οφέλους-κινδύνου, πριν τη συνταγογράφηση της σιμβαστατίνης 80 mg, ξεχωριστά για κάθε ασθενή, και οι υψηλές δόσεις θα πρέπει να αποφεύγονται σε αυτούς που διαπιστώνεται ότι φέρουν τον γονότυπο CC.
-
Ανοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθεια (ΙΜΝΜ)ΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΕάν τα συμπτώματα υποχωρήσουν και τα επίπεδα CK επανέλθουν στα φυσιολογικά επίπεδα, μπορεί να εξετασθεί το ενδεχόμενο επανέναρξης της θεραπείας με ZETIDEM ή έναρξη της αγωγής με ένα άλλο σκεύασμα που περιέχει στατίνη, στη μικρότερη δόση και με στενή παρακολούθηση.
-
Χειρουργική επέμβασηΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΗ θεραπεία με ZETIDEM θα πρέπει να διακοπεί προσωρινά μερικές ημέρες πριν από προγραμματισμένη, μείζονα χειρουργική επέμβαση και όποτε παρουσιάζεται οποιοδήποτε ιατρικό ή χειρουργικό θέμα μείζονος σημασίας.
-
Αλληλεπιδράσεις - Αναστολείς CYP3A4αντένδειξηΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΗ χρήση ισχυρών αναστολέων του συστήματος CYP3A4 (όπως ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ποσακοναζόλη, βορικοναζόλη, ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη, αναστολείς HIV πρωτεασών, μποσεπρεβίρη, τελαπρεβίρη, νεφαζοδόνη, φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν κομπισιστάτη) καθώς και κυκλοσπορίνη, δαναζόλη και γεμφιβροζίλη αντενδείκνυται. Εάν η θεραπεία με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 δεν μπορεί να αποφευχθεί, η θεραπεία με ZETIDEM πρέπει να διακοπεί (και θα πρέπει να εξεταστεί η χρήση μιας εναλλακτικής στατίνης) κατά τη διάρκεια αυτής της θεραπείας.
-
Αλληλεπιδράσεις - Αναστολείς CYP3A4 (μέτριοι)προσοχήΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΘα πρέπει να εφιστάται προσοχή κατά την ταυτόχρονη χορήγηση ZETIDEM και ορισμένων, λιγότερο ισχυρών, αναστολέων του CYP3A4: φλουκοναζόλη, βεραπαμίλη, διλτιαζέμη. Για ορισμένους μέτριους αναστολείς του CYP3A4 π.χ. διλτιαζέμη, μία μέγιστη δόση 10mg/20 mg του ZETIDEM συνιστάται. Ενδέχεται να είναι απαραίτητη μία ρύθμιση της δόσης.
-
Αλληλεπιδράσεις - Χυμός γκρέϊπφρουταποφεύγεταιΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΤαυτόχρονη λήψη χυμού γκρέϊπφρουτ και ZETIDEM θα πρέπει να αποφεύγεται.
-
Αλληλεπιδράσεις - Φουσιδικό οξύΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΗ σιμβαστατίνη δεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα με μορφές φουσιδικού οξέος συστηματικής χορήγησης ή εντός 7 ημερών από τη διακοπή της θεραπείας του φουσιδικού οξέος. Σε ασθενείς στους οποίους η συστηματική χορήγηση φουσιδικού οξέος θεωρείται αναγκαία, η θεραπεία με στατίνη θα πρέπει να διακοπεί καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας με φουσιδικό οξύ. Η θεραπεία με στατίνη μπορεί να επανεισαχθεί επτά ημέρες μετά την τελευταία δόση του φουσιδικού οξέος. Σε εξαιρετικές περιστάσεις, η ανάγκη για ταυτόχρονη χορήγηση του συνδυασμού εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης και του φουσιδικού οξέος θα πρέπει να εξετάζεται μόνον, κατά περίπτωση, υπό στενή ιατρική επίβλεψη. Οι ασθενείς θα πρέπει να συμβουλεύονται να αναζητούν ιατρική συμβουλή αμέσως εάν εμφανίσουν οποιαδήποτε συμπτώματα μυϊκής αδυναμίας, άλγους ή ευαισθησίας.
-
Αλληλεπιδράσεις - ΝιασίνηαποφεύγεταιΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΗ συνδυασμένη χορήγηση του συνδυασμού εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης, σε δόσεις μεγαλύτερες από 10 mg/20 mg ημερησίως, με δόσεις νιασίνης (≥ 1 g ημερησίως) που ελαττώνουν τα λιπίδια, θα πρέπει να αποφεύγεται, εκτός και αν το κλινικό όφελος είναι πιθανό να υπερτερεί του αυξημένου κινδύνου της μυοπάθειας. Οι γιατροί πρέπει να εκτιμούν προσεκτικά τα πιθανά οφέλη και τους κινδύνους και να παρακολουθούν προσεκτικά τους ασθενείς για οποιαδήποτε σημεία και συμπτώματα μυϊκού πόνου, ευαισθησίας ή αδυναμίας, ειδικά κατά τους πρώτους μήνες της θεραπείας και όταν αυξηθεί η δοσολογία οποιουδήποτε από τα δύο φαρμακευτικά προϊόντα.
-
Αλληλεπιδράσεις - Νιασίνηδεν συνιστάταιΠληθυσμόςΑσιάτες ασθενείςΗ συγχορήγηση του συνδυασμού εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης με δόσεις νιασίνης (νικοτινικού οξέος), οι οποίες τροποποιούν τα λιπίδια (≥1 g/ημερησίως), δεν συνιστάται.
-
Αλληλεπιδράσεις - Αμιωδαρόνη, αμλοδιπίνη, βεραπαμίλη ή διλτιαζέμηαποφεύγεταιΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΗ συνδυασμένη χορήγηση της εζετιμίμπης και της σιμβαστατίνης, σε δόσεις μεγαλύτερες από 10 mg/20 mg ημερησίως με αμιωδαρόνη, αμλοδιπίνη, βεραπαμίλη ή διλτιαζέμη θα πρέπει να αποφεύγεται.
-
Αλληλεπιδράσεις - ΛομιταπίδηαποφεύγεταιΠληθυσμόςΑσθενείς με ομόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία (HoFH)Η συνδυασμένη χρήση του ZETIDEM σε δόσεις μεγαλύτερες από 10 mg/40 mg ημερησίως με λομιταπίδη πρέπει να αποφεύγεται.
-
Αλληλεπιδράσεις - Αναστολείς BCRP (ελμπασβίρη, γραζοπρεβίρη)ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα φαρμακευτική αγωγή με προϊόντα που περιέχουν ελμπασβίρη ή γραζοπρεβίρηΗ δόση του ZETIDEM δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 10mg/20 mg ημερησίως.
-
Αλληλεπιδράσεις - Φιβράτεςαντένδειξη/δεν συνιστάταιΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΗ ταυτόχρονη χορήγηση ZETIDEM με γεμφιβροζίλη αντενδείκνυται και η ταυτόχρονη χορήγηση με άλλες φιβράτες δεν συνιστάται.
-
ΔαπτομυκίνηπροσοχήΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΘα πρέπει να δίνεται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση των αναστολέων της HMG-CoA αναγωγάσης με δαπτομυκίνη. Θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο προσωρινής διακοπής του ZETIDEM σε ασθενείς που λαμβάνουν δαπτομυκίνη, εκτός εάν τα οφέλη της ταυτόχρονης χορήγησης υπερτερούν του κινδύνου.
-
Ηπατικά ΈνζυμαΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΟι ασθενείς που αναπτύσσουν αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασών στον ορό, πρέπει να παρακολουθούνται με ιδιαίτερη προσοχή και σ’ αυτούς τους ασθενείς πρέπει να επαναλαμβάνονται οι μετρήσεις αμέσως και στη συνέχεια να επαναλαμβάνονται αρκετά συχνά. Εάν τα επίπεδα των τρανσαμινασών υποδεικνύουν στοιχεία εξέλιξης, και ιδιαίτερα αν αυξηθούν 3 x ULN και η αύξηση αυτή εμμένει, το φάρμακο θα πρέπει να διακοπεί. Εάν συμβεί σοβαρή ηπατική βλάβη με κλινικά συμπτώματα και/ή υπερχολερυθριναιμία ή ίκτερο, κατά τη διάρκεια της θεραπείας με εζετιμίμπη/σιμβαστατίνη διακόψτε αμέσως τη θεραπεία. Μην ξεκινήσετε ξανά τη λήψη του συνδυασμού εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης εάν δεν βρεθεί μία εναλλακτική αιτιολογία.
-
Ηπατικά ΈνζυμαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που καταναλώνουν σημαντικές ποσότητες αλκοόλΟ συνδυασμός εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαδεν συνιστάταιΠληθυσμόςΑσθενείς με μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΟ συνδυασμός εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης δεν συνιστάται.
-
Σακχαρώδης διαβήτηςΠληθυσμόςΑσθενείς σε κίνδυνο (γλυκόζη σε κατάσταση νηστείας 5,6 έως 6,9 mmol/L, BMI > 30 kg/m2, αυξημένα τριγλυκερίδια, υπέρταση)Θα πρέπει να εξετάζονται τόσο κλινικά όσο και βιοχημικά σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΠληθυσμόςΑσθενείς ηλικίας 10 έως 17 ετώνΔεν έχουν μελετηθεί οι επιδράσεις της εζετιμίμπης στην ανάπτυξη και την σεξουαλική ωρίμανση, για περίοδο θεραπείας >33 εβδομάδες.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΠληθυσμόςΠαιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας 10 έως 17 ετώνΔεν έχει μελετηθεί η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της συγχορήγησης εζετιμίμπης με δόσεις σιμβαστατίνης πάνω από 40 mg ημερησίως.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΠληθυσμόςΑσθενείς ηλικίας κάτω των 10 ετών ή κορίτσια πριν την εμμηναρχήΗ εζετιμίμπη δεν έχει μελετηθεί.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΠληθυσμόςΑσθενείς ηλικίας κάτω των 17 ετώνΔεν έχει μελετηθεί η μακροχρόνια αποτελεσματικότητα της θεραπείας με εζετιμίμπη για την μείωση της νοσηρότητας και θνησιμότητας στην ενήλικη ζωή.
-
ΦιβράτεςΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΔεν έχει τεκμηριωθεί η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της εζετιμίμπης όταν συγχορηγείται με φιβράτες.
-
ΑντιπηκτικάπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν βαρφαρίνη, άλλο κουμαρινικό αντιπηκτικό ή φλουϊνδιόνηΕάν ο συνδυασμός εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης προστεθεί στη θεραπεία, η Διεθνής Ομαλοποιημένη Σχέση (INR) πρέπει να ελέγχεται κατάλληλα.
-
Διάμεση πνευμονοπάθειαΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΕάν υπάρχει υποψία για κάποιο ασθενή ότι παρουσίασε διάμεση πνευμονοπάθεια, η θεραπεία με το ZETIDEM πρέπει να διακοπεί.
-
ΈκδοχααντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας της γαλακτόζης, πλήρους ανεπάρκειας της ολικής λακτάσης ή δυσαπορρόφησης της γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
SPC-ZETIDEM
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ισχυροί αναστολείς του CYP3A4αντενδείκνυταιΑυξημένες συγκεντρώσεις σιμβαστατίνης και του οξέος της στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΑντενδείκνυνται με ZETIDEM. Εάν η θεραπεία δεν μπορεί να αποφευχθεί, η χορήγηση εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης πρέπει να διακόπτεται.
-
αντενδείκνυταιΑυξημένη έκθεση στο οξύ της σιμβαστατίνης (>10-πλάσια), αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΑντενδείκνυνται με ZETIDEM.
-
αντενδείκνυταιΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΑντενδείκνυνται με ZETIDEM.
-
αντενδείκνυταιΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΑντενδείκνυνται με ZETIDEM.
-
αντενδείκνυταιΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΑντενδείκνυνται με ZETIDEM.
-
αντενδείκνυταιΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΑντενδείκνυνται με ZETIDEM.
-
αντενδείκνυταιΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΑντενδείκνυνται με ZETIDEM.
-
αντενδείκνυται11-πλάσια αύξηση στην έκθεση στο οξύ της σιμβαστατίνης, αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΑντενδείκνυνται με ZETIDEM.
-
Αναστολείς πρωτεασών HIV (π.χ. νελφιναβίρη)αντενδείκνυταιΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΑντενδείκνυνται με ZETIDEM.
-
αντενδείκνυταιΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΑντενδείκνυνται με ZETIDEM.
-
αντενδείκνυταιΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΑντενδείκνυνται με ZETIDEM.
-
αντενδείκνυταιΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΑντενδείκνυνται με ZETIDEM.
-
ΚομπισιστάτηαντενδείκνυταιΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΑντενδείκνυνται με ZETIDEM.
-
αντενδείκνυταιΑυξημένη έκθεση στην ολική εζετιμίμπη (έως 12-φορές), αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΑντενδείκνυνται με ZETIDEM.
-
αντενδείκνυταιΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΑντενδείκνυνται με ZETIDEM.
-
αντενδείκνυταιΑυξημένες συγκεντρώσεις οξέος σιμβαστατίνης (1,9-φορές) και ολικής εζετιμίμπης (1,7-φορές), αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΑντενδείκνυνται με ZETIDEM.
-
Άλλες ΦιβράτεςπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης, πιθανότητα χολολιθίασης.ΣύστασηΔεν συνιστώνται με το ZETIDEM.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας (συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης), αυξημένες συγκεντρώσεις και των δύο παραγόντων στο πλάσμα.ΣύστασηΘα πρέπει να διακοπεί η θεραπεία με εζετιμίμπη/σιμβαστατίνη καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας με φουσιδικό οξύ.
-
Νιασίνη (νικοτινικό οξύ) (≥ 1 g/ημερησίως)προσοχήΣπάνιες περιπτώσεις μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΔεν συνιστάται με το ZETIDEM σε Ασιάτες ασθενείς. Σε άλλους ασθενείς, η δόση του ZETIDEM δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 10 mg/20 mg ημερησίως.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΝα μην υπερβαίνεται η δόση των 10/20 mg ZETIDEM ημερησίως.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας, αύξηση της έκθεσης στο οξύ της σιμβαστατίνης (1,6 φορές).ΣύστασηΝα μην υπερβαίνεται η δόση των 10/20 mg ZETIDEM ημερησίως.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης, αύξηση της έκθεσης στο οξύ της σιμβαστατίνης (2,3 φορές).ΣύστασηΝα μην υπερβαίνεται η δόση των 10/20 mg ZETIDEM ημερησίως.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης, αύξηση της έκθεσης στο οξύ της σιμβαστατίνης (2,7 φορές).ΣύστασηΝα μην υπερβαίνεται η δόση των 10/20 mg ZETIDEM ημερησίως.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας.ΣύστασηΝα μην υπερβαίνεται η δόση των 10/20 mg ZETIDEM ημερησίως.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας.ΣύστασηΝα μην υπερβαίνεται η δόση των 10/20 mg ZETIDEM ημερησίως.
-
ΛομιταπίδηπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΣε ασθενείς με ομόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία (HoFH), να μην υπερβαίνεται η δόση των 10 mg/40 mg ZETIDEM ημερησίως.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας και/ή ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΘα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο προσωρινής διακοπής του ZETIDEM, εκτός εάν τα οφέλη υπερτερούν του κινδύνου.
-
Χυμός γκρέϊπφρούτπροσοχήΑύξηση της έκθεσης στο οξύ της σιμβαστατίνης (έως 7-φορές).ΣύστασηΝα αποφεύγεται.
-
ΑντιόξιναπροσοχήΜείωση του ρυθμού απορρόφησης της εζετιμίμπης (χωρίς κλινικά σημαντική επίδραση στη βιοδιαθεσιμότητα).
-
προσοχήΜείωση της μέσης AUC της ολικής εζετιμίμπης κατά περίπου 55%.ΣύστασηΗ μείωση της LDL-C μπορεί να περιοριστεί.
-
προσοχήΣπάνιες περιπτώσεις ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΝα εφιστάται προσοχή.
-
Μέτριας ισχύος αναστολείς του CYP3A4προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας, ιδιαίτερα με υψηλές δόσεις.
-
Αναστολείς της Πρωτεΐνης Μεταφοράς OATP1B1προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις του οξέος της σιμβαστατίνης στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας.
-
Αναστολείς της Πρωτεΐνης Αντοχής στον Καρκίνο του Μαστού (BCRP)προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις της σιμβαστατίνης στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης μυοπάθειας.
-
παρακολούθησηΜυοπάθεια και ραβδομυόλυση (σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία).ΣύστασηΣυνιστάται στενή κλινική παρακολούθηση.
-
προσοχήΑπώλεια της αποτελεσματικότητας της σιμβαστατίνης (μείωση AUC οξέος σιμβαστατίνης κατά 93%).
-
TικαγρελόρηπροσοχήΑύξηση Cmax (81%) και AUC (56%) της σιμβαστατίνης, αύξηση Cmax (64%) και AUC (52%) του οξέος της σιμβαστατίνης. Πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες της σιμβαστατίνης σε δόσεις >40 mg.ΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση με δόσεις σιμβαστατίνης μεγαλύτερες από 40 mg.
-
παρακολούθησηΑυξημένη Διεθνής Ομαλοποιημένη Σχέση (INR), ενίσχυση της επίδρασης.ΣύστασηΤο INR πρέπει να παρακολουθείται κατάλληλα. Πρέπει να προσδιορίζεται ο χρόνος προθρομβίνης πριν την έναρξη, συχνά στην αρχή και μετά στα συνήθη διαστήματα. Εάν η δόση αλλάξει ή διακοπεί, να επαναληφθεί η διαδικασία.
sick
SPC-ZETIDEM
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αυξημένη ALT
- Αυξημένη AST
- Αυξημένη CK αίματος
- Αυξημένη χολερυθρίνη αίματος
- Αυξημένο ουρικό οξύ στο αίμα
- Αυξημένη γάμμα-γλουταμυλοτρανσφεράση
- Αυξημένη τιμή INR
- Πρωτεϊνουρία
- Αυξημένες τιμές αλκαλικής φωσφατάσης
- Μη φυσιολογική τιμή ελέγχου ηπατικής λειτουργίας
- Αυξημένη HbA1c
- Αυξημένη γλυκόζη ορού νηστείας
- Μειωμένο βάρος
- Μειωμένη όρεξη
- Σακχαρώδης διαβήτης
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Παραισθησία
- Περιφερική νευροπάθεια
- Επηρεασμένη μνήμη
- Απώλεια μνήμης
- Αμνησία
- Επηρεασμένη νοητική κατάσταση
- Αφηρημάδα
- Σύγχυση
- Διαταραχές ύπνου
- Αϋπνία
- Κατάθλιψη
- Εφιάλτες
- Κοιλιακό άλγος
- Κοιλιακή δυσφορία
- Άλγος άνω κοιλιακής χώρας
- Δυσπεψία
- Μετεωρισμός
- Ναυτία
- Έμετος
- Κοιλιακή διάταση
- Διάρροια
- Ξηροστομία
- Νόσος γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης
- Δυσκοιλιότητα
- Παγκρεατίτιδα
- Γαστρίτιδα
- Χολοκυστίτιδα
- Κνησμός
- Εξάνθημα
- Κνίδωση
- Λειχηνοειδή φαρμακευτικά εξανθήματα
- Αλωπεκία
- Πολύμορφο ερύθημα
- Αγγειοοίδημα
- Αρθραλγία
- Μυϊκοί σπασμοί
- Μυϊκή αδυναμία
- Μυοσκελετική δυσφορία
- Αυχενικός πόνος
- Πόνος στα άκρα
- Μυαλγία
- Οσφυαλγία
- Μυοσκελετικός πόνος
- Ρήξη μυός
- Μυϊκές κράμπες
- Μυοπάθεια
- Ραβδομυόλυση
- Ανοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθεια
- Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
- τενοντοπάθεια (με ενδεχόμενη επιπλοκή ρήξης τένοντα)
- Εξασθένηση
- Κόπωση
- Αίσθημα κακουχίας
- Περιφερικό οίδημα
- Θωρακικό άλγος
- Άλγος
- Θαμπή όραση
- Έκπτωση όρασης
- Θρομβοπενία
- Αναιμία
- Βήχας
- Δύσπνοια
- Διάμεση πνευμονοπάθεια
- Υπερευαισθησία
- Αναφυλακτικές αντιδράσεις
- Αναφυλαξία
- σύνδρομο υπερευαισθησίας (αγγειοοίδημα, σύνδρομο προσομοιάζον τον ερυθηματώδη λύκο, ρευματική πολυμυαλγία, δερματομυοσίτιδα, αγγειίτιδα, θρομβοκυτοπενία, ηωσινοφιλία, αυξημένη ταχύτητα καθίζησης ερυθροκυττάρων, αρθρίτιδα και αρθραλγία, κνίδωση, αντιδράσεις φωτοευαισθησίας, πυρεξία, έξαψη, δύσπνοια και αίσθημα κακουχίας)
- Έξαψη
- Υπέρταση
- Ηπατίτιδα
- Ίκτερος
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Χολολιθίαση
- Στυτική δυσλειτουργία
- Γυναικομαστία
- Σεξουαλική δυσλειτουργία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΑυξημένη ALTΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη ASTΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη CK αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΆλγος άνω κοιλιακής χώραςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
Όχι συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένη γάμμα-γλουταμυλοτρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη τιμή INRΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη χολερυθρίνη αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένο ουρικό οξύ στο αίμαΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυχενικός πόνοςΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές ύπνουΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕξασθένησηΓενικές
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚοιλιακή διάτασηΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΚοιλιακή δυσφορίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Όχι συχνέςΜειωμένο βάροςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΜυοσκελετική δυσφορίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜυοσκελετικός πόνοςΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΝόσος γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησηςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
Όχι συχνέςΠρωτεϊνουρίαΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΠόνος στα άκραΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΈκπτωση όρασηςΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΑμνησίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΑπώλεια μνήμηςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΑφηρημάδαΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΕπηρεασμένη νοητική κατάστασηΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΣύγχυσηΨυχιατρικές
-
Σπάνιεςσύνδρομο υπερευαισθησίας (αγγειοοίδημα, σύνδρομο προσομοιάζον τον ερυθηματώδη λύκο, ρευματική πολυμυαλγία, δερματομυοσίτιδα, αγγειίτιδα, θρομβοκυτοπενία, ηωσινοφιλία, αυξημένη ταχύτητα καθίζησης ερυθροκυττάρων, αρθρίτιδα και αρθραλγία, κνίδωση, αντιδράσεις φωτοευαισθησίας, πυρεξία, έξαψη, δύσπνοια και αίσθημα κακουχίας)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΑναφυλαξίαΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
Πολύ σπάνιεςΛειχηνοειδή φαρμακευτικά εξανθήματαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΡήξη μυόςΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΆλγοςΓενικές
-
Μη γνωστέςΈξαψηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΊκτεροςΉπαρ
-
Μη γνωστέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑναιμίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΑναφυλακτικές αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑνοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθειαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΑυξημένες τιμές αλκαλικής φωσφατάσηςΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΑυξημένη HbA1cΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΑυξημένη γλυκόζη ορού νηστείαςΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΓαστρίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΔιάμεση πνευμονοπάθειαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΕπηρεασμένη μνήμηΝευρικό
-
Μη γνωστέςΕφιάλτεςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΗπατική ανεπάρκειαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΜη φυσιολογική τιμή ελέγχου ηπατικής λειτουργίαςΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΜυοπάθειαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΜυϊκές κράμπεςΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΟξεία νεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΣακχαρώδης διαβήτηςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΣεξουαλική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΣτυτική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΧολοκυστίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΧολολιθίασηΉπαρ
-
Μη γνωστέςτενοντοπάθεια (με ενδεχόμενη επιπλοκή ρήξης τένοντα)Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
pregnant_woman
SPC-ZETIDEM
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΗ αρτηριοσκλήρυνση είναι μία χρόνια διαδικασία, και για το λόγο αυτό η διακοπή της θεραπείας με παράγοντες μείωσης των λιπιδίων κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης θα πρέπει να έχει μικρή επίδραση στο μακροχρόνιο κίνδυνο που σχετίζεται με την πρωτοπαθή υπερχοληστερολαιμία. Το ZETIDEM αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χορήγηση του συνδυασμού εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Μελέτες σε ζώα με τη θεραπεία συνδυασμού έδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγή (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Η ασφάλεια της σιμβαστατίνης στις εγκυμονούσες γυναίκες δεν έχει τεκμηριωθεί. Δεν έχουν διεξαχθεί ελεγχόμενες κλινικές μελέτες με σιμβαστατίνη σε εγκυμονούσες γυναίκες. Έχουν γίνει σπάνιες αναφορές για συγγενείς ανωμαλίες κατόπιν ενδομήτριας έκθεσης σε αναστολείς της ΗΜG-CoA αναγωγάσης. Ωστόσο, σε μία ανάλυση περίπου 200 κυήσεων που παρακολουθήθηκαν προοπτικά, όπου υπήρξε έκθεση κατά το πρώτο τρίμηνο στη σιμβαστατίνη ή σε άλλο δομικά συγγενή αναστολέα της ΗΜG-CoA αναγωγάσης, η συχνότητα εμφάνισης των συγγενών ανωμαλιών ήταν συγκρίσιμη με αυτή που παρουσιάσθηκε στο γενικό πληθυσμό. Αυτός ο αριθμός των κυήσεων ήταν στατιστικά επαρκής ώστε να αποκλεισθεί μία αύξηση κατά 2,5-φορές ή μεγαλύτερη των συγγενών ανωμαλιών πάνω από την υπάρχουσα συχνότητα. Αν και δεν υπάρχει ένδειξη ότι η συχνότητα των συγγενών ανωμαλιών σε απογόνους των οποίων οι γονείς λαμβάνουν σιμβαστατίνη ή άλλο δομικά συγγενή αναστολέα της ΗΜG-CoA αναγωγάσης διαφέρει από αυτή που παρατηρήθηκε στο γενικό πληθυσμό, η θεραπεία της μητέρας με σιμβαστατίνη μπορεί να μειώσει τα εμβρυϊκά επίπεδα των μεβαλονικών ενώσεων, τα οποία είναι πρόδρομες ενώσεις της βιοσύνθεσης της χολεστερόλης. Για το λόγο αυτό το ZETIDEM δεν θα πρέπει να χορηγείται σε γυναίκες που εγκυμονούν, που προσπαθούν να συλλάβουν ή υποπτεύονται ότι εγκυμονούν. Η θεραπεία με ZETIDEM θα πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή μέχρις ότου επιβεβαιωθεί ότι δεν υπάρχει εγκυμοσύνη (βλ. Αντενδείξεις). Δεν είναι διαθέσιμα κλινικά δεδομένα για τη χορήγηση της εζετιμίμπης κατά τη διάρκεια της κύησης.
-
ΘηλασμόςΑντενδείκνυταιΤο ZETIDEM αντενδείκνυται κατά την διάρκεια της γαλουχίας. Μελέτες σε αρουραίους έδειξαν ότι η εζετιμίμπη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Δεν είναι γνωστό, εάν τα δραστικά συστατικά του ZETIDEM εκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα (βλ. Αντενδείξεις).
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα κλινικών δοκιμών σχετικά με τις επιδράσεις της εζετιμίμπης στη γονιμότητα του ανθρώπου. Η εζετιμίμπη δεν είχε καμία επίδραση στη γονιμότητα αρσενικών ή θηλυκών αρουραίων (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα κλινικών δοκιμών σχετικά με τις επιδράσεις της σιμβαστατίνης στη γονιμότητα του ανθρώπου. Η σιμβαστατίνη δεν είχε καμία επίδραση στη γονιμότητα αρσενικών και θηλυκών επίμυων (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-ZETIDEM
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-ZETIDEM
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
-
Κρεατινική κινάση (CK)
· Πριν την έναρξη της θεραπείας
Ηλικιωμένοι (≥65 ετών), θήλυ, νεφρική δυσλειτουργία, υποθυρεοειδισμός, ιστορικό μυϊκών διαταραχών/τοξικότητας, κατάχρηση αλκοόλ
- Ηπατική λειτουργία · Πριν την έναρξη της θεραπείας και εν συνεχεία κλινικά ενδεικνυόμενο
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αμινοτρανσφεράσες (AST/ALT) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | Αμέσως και στη συνέχεια αρκετά συχνά | Αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασών ορού |
| Ηπατική λειτουργία | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | Πριν την τιτλοποίηση, 3 μήνες μετά την τιτλοποίηση, περιοδικά (π.χ. κάθε εξάμηνο) για τον πρώτο χρόνο της θεραπείας | Τιτλοποίηση στη δόση των 10 mg/80 mg |
| Κρεατινική κινάση (CK) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | Όταν παρουσιασθούν συμπτώματα (μυϊκός πόνος, αδυναμία ή κράμπες) | Κατά τη διάρκεια της θεραπείας |
| Περιοδικά | Υποκλινική μυοπάθεια | ||
| Γλυκόζη νηστείας | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | Σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες | Κίνδυνος σακχαρώδη διαβήτη |
| Τριγλυκερίδια | monitoringΛιπιδαιμικός έλεγχος | Σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες | Κίνδυνος σακχαρώδη διαβήτη |
| Διεθνές Κανονικοποιημένο Πηλίκο (INR) | water_dropΠηκτικότητα αίματος | Κατάλληλα | Συγχορήγηση εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης με βαρφαρίνη, κουμαρινικό αντιπηκτικό ή φλουϊνδιόνη |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αρτηριακή πίεση | monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία | Σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες | Κίνδυνος σακχαρώδη διαβήτη |
| Δείκτης Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) | monitor_weightΣωματομετρικά (βάρος/ΔΜΣ) | Σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες | Κίνδυνος σακχαρώδη διαβήτη |
| Κλινική παρακολούθηση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | Σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες | Κίνδυνος σακχαρώδη διαβήτη |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-ZETIDEM
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Υπερχοληστερολαιμία
Ο ασθενής θα πρέπει να υποβάλλεται σε κατάλληλη διαιτητική αγωγή για τη μείωση των λιπιδίων την οποία και θα πρέπει να συνεχίζει κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ZETIDEM.
Η οδός χορήγησης είναι από του στόματος. Το δοσολογικό εύρος του ZETIDEM είναι 10 mg/10 mg ημερησίως, ως 10 mg /80 mg ημερησίως, χορηγούμενο το βράδυ. Μπορεί να μην είναι διαθέσιμες όλες οι δοσολογίες σε όλα τα κράτη μέλη. Η τυπική δοσολογία είναι 10 mg/20 mg ημερησίως ή 10 mg/40 mg ημερησίως χορηγούμενη ως εφάπαξ δόση το βράδυ. Η δόση των 10 mg/80 mg συνιστάται μόνον σε ασθενείς με σοβαρή υπερχοληστερολαιμία και σε υψηλό κίνδυνο για καρδιαγγειακές επιπλοκές, οι οποίοι δεν έχουν επιτύχει τους θεραπευτικούς τους στόχους με μικρότερες δόσεις και όταν τα οφέλη αναμένεται να υπερτερούν των πιθανών κινδύνων (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοδυναμικές). Κατά την έναρξη της θεραπείας ή την αναπροσαρμογή της δοσολογίας θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το επίπεδο της χαμηλής πυκνότητας χοληστερόλης (LDL-C), η κατάσταση κινδύνου για στεφανιαία καρδιακή νόσο και η ανταπόκριση στην υπάρχουσα θεραπεία μείωσης χοληστερόλης του ασθενούς.
Η δόση του ZETIDEM πρέπει να εξατομικεύεται βάσει της γνωστής αποτελεσματικότητας των διαφόρων δοσολογικών περιεκτικοτήτων του ZETIDEM (βλ. Φαρμακοδυναμικές, Πίνακα 1) και την ανταπόκριση στην τρέχουσα θεραπεία μείωσης της χοληστερόλης. Αναπροσαρμογές της δοσολογίας, εάν απαιτηθεί, θα πρέπει να γίνουν σε διαστήματα όχι μικρότερα από 4 εβδομάδες. Το ZETIDEM μπορεί να χορηγηθεί με ή άνευ τροφής. Το δισκίο δεν πρέπει να διχοτομείται.
Ασθενείς με Στεφανιαία Νόσο και με Iστορικό Eπεισοδίου Οξέος Στεφανιαίου Συνδρόμου (ΟΣΣ)
Στη μελέτη μείωσης του κινδύνου των καρδιαγγειακών επεισοδίων (IMPROVE-IT), η δόση έναρξης ήταν 10 mg/40 mg μία φορά ημερησίως, χορηγούμενη το βράδυ. Η δόση των 10/80 mg συνιστάται μόνο εάν τα οφέλη αναμένεται να υπερισχύουν των ενδεχόμενων κινδύνων.
Ομόζυγος Οικογενής Υπερχοληστερολαιμία
Η συνιστώμενη δοσολογία έναρξης σε ασθενείς με ομόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία είναι ZETIDEM 10/40 mg ημερησίως το βράδυ. Η δόση των 10 mg/80 mg, συνιστάται μόνον όταν αναμένεται τα οφέλη να υπερτερούν των ενδεχόμενων κινδύνων (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις). Το ZETIDEM μπορεί να χορηγηθεί ως συμπληρωματικό άλλων θεραπειών για τη μείωση των λιπιδίων (π.χ. αφαίρεση LDL) σ’ αυτούς τους ασθενείς ή εάν τέτοιες θεραπείες δεν είναι διαθέσιμες.
Σε ασθενείς που λαμβάνουν λομιταπίδη ταυτόχρονα με ZETIDEM, η δόση του ZETIDEM δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 10 mg/40 mg ημερησίως (βλ. Αντενδείξεις, Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις).
Συγχορήγηση με άλλα φάρμακα
Η δόση του ZETIDEM θα πρέπει να χορηγείται είτε ≥ 2 ώρες πριν είτε ≥ 4 ώρες μετά τη χορήγηση σκευασμάτων που δεσμεύουν το χολικό οξύ.
Σε ασθενείς που λαμβάνουν αμιωδαρόνη, αμλοδιπίνη, βεραπαμίλη, διλτιαζέμη, ή προϊόντα που περιέχουν ελμπασβίρη ή γραζοπρεβίρη ταυτόχρονα με το ZETIDEM, η δόση του ZETIDEM δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 10 mg/20mg ημερησίως (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις).
Σε ασθενείς που λαμβάνουν δόσεις νιασίνης για ελάττωση των λιπιδίων (≥1 g/ημερησίως) ταυτόχρονα με το ZETIDEM, η δόση του ZETIDEM δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα10 mg/20 mg ημερησίως (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις).
Ηλικιωμένοι
Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δοσολογίας σε ηλικιωμένους ασθενείς (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η έναρξη της θεραπείας πρέπει να πραγματοποιείται υπό την επίβλεψη εξειδικευμένου ιατρού.
-
Έφηβοι ≥ 10 ετών (εφηβική κατάσταση: αγόρια στο Στάδιο Tanner ΙΙ και άνω και κορίτσια τουλάχιστον ένα έτος μετά την εμμηναρχή): Η κλινική εμπειρία σε παιδιατρικούς και έφηβους ασθενείς (ηλικίας 10 -17 ετών) είναι περιορισμένη. Η συνήθης συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 10 mg/10 mg μια φορά ημερησίως, χορηγούμενη το βράδυ. Το συνιστώμενο δοσολογικό εύρος είναι 10 mg/10 mg έως ένα μέγιστο 10 mg/40 mg/ημερησίως (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
-
Παιδιά < 10 ετών: Το ZETIDEM δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά ηλικίας κάτω των 10 ετών λόγω ανεπαρκών δεδομένων για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα (βλ. Φαρμακοκινητικές). Η εμπειρία σε παιδιά προεφηβικής ηλικίας είναι περιορισμένη.
Ηπατική Δυσλειτουργία
Δεν είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (Child Pugh score 5 ως 6). Δεν συνιστάται θεραπεία με ZETIDEM σε ασθενείς με μέτρια (Child Pugh score 7 ως 9) ή σοβαρή (Child Pugh score >9) ηπατική δυσλειτουργία. (Βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
Νεφρική Δυσλειτουργία
Δεν είναι απαραίτητη η τροποποίηση της δοσολογίας σε ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία (εκτιμώμενος ρυθμός σπειραματικής διήθησης ≥60ml/min/1,73 m2). Σε ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο και εκτιμώμενο ρυθμό σπειραματικής διήθησης <60 ml/min/1,73 m2, η συνιστώμενη δόση του ZETIDEM είναι 10/20 mg μια φορά ημερησίως το βράδυ (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις, Φαρμακοδυναμικές και Φαρμακοκινητικές). Υψηλότερες δόσεις θα πρέπει να χορηγούνται με προσοχή.
Τρόπος χορήγησης
Το ZETIDEM προορίζεται για χορήγηση από το στόμα. Το ZETIDEM μπορεί να χορηγηθεί ως εφάπαξ δόση το βράδυ.
block
Αντενδείξεις
SPC-ZETIDEM
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη(στις) δραστική(ες) ουσία(ες) ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Κύηση και θηλασμός (βλ. Κύηση και γαλουχία).
- Ενεργός ηπατική νόσος ή ανεξήγητα εμμένουσες αυξήσεις των τρανσαμινασών του ορού.
- Ταυτόχρονη χορήγηση των ισχυρών αναστολέων του συστήματος CYP3A4 (παράγοντες που αυξάνουν την AUC περίπου 5 φορές ή περισσότερο) (π.χ., ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ποσακοναζόλη, βορικοναζόλη, ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη, αναστολείς πρωτεάσης HIV (π.χ. νελφιναβίρη), μποσεπρεβίρη, τελαπρεβίρη, νεφαζοδόνη και φάρμακα που περιέχουν κομπισιστάτη) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις).
- Ταυτόχρονη χορήγηση γεμφιβροζίλης, κυκλοσπορίνης ή δαναζόλης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις).
- Σε ασθενείς με ομόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία (HoFH), ταυτόχρονη χορήγηση λομιταπίδης με δόσεις ZETIDEM > 10/40 mg (βλ. Δοσολογία, Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-ZETIDEM
expand_more
Προειδοποιήσεις
Μυοπάθεια/Ραβδομυόλυση
Κατά την εμπειρία μετά την κυκλοφορία της εζετιμίμπης, έχουν αναφερθεί περιπτώσεις μυοπάθειας και ραβδομυόλυσης. Οι περισσότεροι ασθενείς, οι οποίοι παρουσίασαν ραβδομυόλυση λάμβαναν θεραπεία με μία στατίνη ταυτόχρονα με εζετιμίμπη. Ωστόσο, ραβδομυόλυση έχει αναφερθεί πολύ σπάνια με εζετιμίμπη ως μονοθεραπεία και πολύ σπάνια με την προσθήκη της εζετιμίμπης σε άλλους (φαρμακευτικούς) παράγοντες, που είναι γνωστό ότι σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο για ραβδομυόλυση.
Το ZETIDEM περιέχει σιμβαστατίνη. Η σιμβαστατίνη, όπως άλλοι αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης, προκαλούν περιστασιακά μυοπάθεια που εκδηλώνεται ως μυϊκός πόνος, ευαισθησία ή αδυναμία, με επίπεδα της κινάσης κρεατίνης (CK) πάνω από 10 φορές το ανώτερο φυσιολογικό όριο (ULN). Η μυοπάθεια μερικές φορές εκδηλώνεται υπό μορφή ραβδομυόλυσης με ή χωρίς οξεία νεφρική ανεπάρκεια, ως συνέπεια της μυοσφαιρινουρίας και πολύ σπάνια έχουν συμβεί θάνατοι. Ο κίνδυνος για μυοπάθεια αυξάνεται από τα υψηλά επίπεδα ανασταλτικής δράσης της HMG-CoA αναγωγάσης στο πλάσμα (δηλ. αυξημένα επίπεδα της σιμβαστατίνης και του οξέος της σιμβαστατίνης στο πλάσμα), που μπορεί να οφείλονται, εν μέρει στα φάρμακα που αλληλεπιδρούν με το μεταβολισμό της σιμβαστατίνης ή/και με τα μονοπάτια του μεταφορέα (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Όπως και με άλλους αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης, ο κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης σχετίζεται με τη δοσολογία της σιμβαστατίνης. Στη βάση δεδομένων μίας κλινικής μελέτης στην οποία 41.413 ασθενείς έλαβαν θεραπεία με σιμβαστατίνη, από τους οποίους 24.747 (περίπου 60%) εντάχθηκαν σε μελέτες με διάμεση περίοδο παρακολούθησης τουλάχιστον για 4 χρόνια, η συχνότητα εμφάνισης μυοπάθειας ήταν περίπου 0,03%, 0,08% και 0,61% για 20, 40 και 80 mg ημερησίως, αντίστοιχα. Σε αυτές τις μελέτες, οι ασθενείς παρακολουθήθηκαν προσεκτικά και ορισμένα φαρμακευτικά σκευάσματα που είχαν αλληλεπιδράσεις, είχαν αποκλεισθεί.
Σε μία κλινική μελέτη στην οποία οι ασθενείς με ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου έλαβαν θεραπεία με σιμβαστατίνη 80mg/ημερησίως (μέση παρακολούθηση 6,7 χρόνια), η συχνότητα εμφάνισης μυοπάθειας ήταν περίπου 1% σε σύγκριση με 0,02% για τους ασθενείς που λάμβαναν 20 mg/ημερησίως. Περίπου τα μισά από αυτά τα περιστατικά μυοπάθειας συνέβησαν κατά τη διάρκεια του πρώτου χρόνου θεραπείας. Η συχνότητα εμφάνισης μυοπάθειας κατά την διάρκεια καθενός από τα ακόλουθα έτη θεραπείας ήταν περίπου 0,1%. (Βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοδυναμικές).
Ο κίνδυνος μυοπάθειας είναι μεγαλύτερος σε ασθενείς που λαμβάνουν εζετιμίμπη/σιμβαστατίνη 10mg/80 mg σε σύγκριση με άλλες θεραπείες βασιζόμενες στις στατίνες με παρόμοια αποτελεσματικότητα στη μείωση της χαμηλής πυκνότητας χοληστερόλης (LDL-C). Επομένως, η δόση 10mg/80 mg του συνδυασμού εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνον σε ασθενείς με σοβαρή υπερχοληστερολαιμία και σε υψηλό κίνδυνο για καρδιαγγειακές επιπλοκές, οι οποίοι δεν έχουν επιτύχει τους θεραπευτικούς τους στόχους με χαμηλότερες δόσεις, και όταν τα οφέλη αναμένεται να υπερτερούν των ενδεχόμενων κινδύνων. Σε ασθενείς που λαμβάνουν εζετιμίμπη/σιμβαστατίνη 10mg/80 mg για τους οποίους απαιτείται ένας αλληλεπιδρών παράγοντας, θα πρέπει να χρησιμοποιείται είτε μια χαμηλότερη δόση εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης, είτε ένα εναλλακτικό σχήμα που βασίζεται σε στατίνες, με μικρότερο ενδεχόμενο αλληλεπιδράσεων φαρμάκου - φαρμάκου (βλέπε παρακάτω «Μέτρα για τη μείωση του κινδύνου μυοπάθειας προκαλούμενης από αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα» και βλ. Δοσολογία, Αντενδείξεις και Αλληλεπιδράσεις).
Στην IMPROVE-IT (IMProved Reduction of Outcomes: Vytorin Efficacy International Trial), 18.144 ασθενείς με στεφανιαία νόσο και με ιστορικό επεισοδίου Οξέος Στεφανιαίου Συνδρόμου (ΟΣΣ), τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν είτε εζετιμίμπη/σιμβαστατίνη 10mg/40 mg ημερησίως (n=9.067) είτε σιμβαστατίνη 40 mg ημερησίως (n=9.077). Κατά τη διάρκεια της διάμεσης παρακολούθησης των 6 χρόνων, η συχνότητα εμφάνισης μυοπάθειας ήταν 0,2% για το συνδυασμό εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης και 0,1% για τη σιμβαστατίνη, όπου η μυοπάθεια ορίστηκε ως ανεξήγητη μυϊκή αδυναμία ή άλγος με τιμές της κινάσης της κρεατίνης στον ορό CK≥10 φορές το ανώτερο φυσιολογικό όριο (ULN) ή με δύο διαδοχικές μετρήσεις της CK≥5 και <10 φορές την ULN. Η συχνότητα εμφάνισης ραβδομυόλυσης ήταν 0,1% για το συνδυασμό εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης και 0,2% για τη σιμβαστατίνη, όπου η ραβδομυόλυση ορίστηκε ως ανεξήγητη μυϊκή αδυναμία ή άλγος με τιμές της κινάσης της κρεατίνης στον ορό CK≥10 φορές την ULN με ένδειξη νεφρικής κάκωσης, με τιμές CK ≥5 φορές την ULN και <10 φορές την ULN, σε δύο διαδοχικές μετρήσεις, με ένδειξη νεφρικής κάκωσης ή με τιμές CK≥10.000 IU/L χωρίς ένδειξη νεφρικής κάκωσης. (Βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες.)
Σε μια κλινική δοκιμή στην οποία πάνω από 9.000 ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν συνδυασμό εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης 10 mg/20 mg ημερησίως (n=4650) ή εικονικό φάρμακο (n=4620) (διάμεση παρακολούθηση 4,9 χρόνια), η συχνότητα εμφάνισης μυοπάθειας ήταν 0,2% για το συνδυασμό εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης και 0,1% για το εικονικό φάρμακο. (Βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες.)
Σε μία κλινική δοκιμή στην οποία ασθενείς σε υψηλό κίνδυνο για καρδιαγγειακή νόσο έλαβαν σιμβαστατίνη 40 mg ημερησίως (διάμεση παρακολούθηση 3,9 χρόνια), η συχνότητα εμφάνισης μυοπάθειας ήταν περίπου 0,05% για ασθενείς μη-Κινεζικής καταγωγής (n=7367) σε σύγκριση με το 0,24% για ασθενείς Κινεζικής καταγωγής (n=5468). Αν και ο μόνος Ασιατικός πληθυσμός που αξιολογήθηκε σε αυτή την κλινική δοκιμή ήταν Κινεζικής καταγωγής, θα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή κατά την συνταγογράφηση του συνδυασμού εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης σε Ασιάτες ασθενείς και θα πρέπει να χρησιμοποιείται η μικρότερη απαιτούμενη δόση.
Μειωμένη λειτουργία των πρωτεϊνών μεταφοράς
Μειωμένη λειτουργία των ηπατικών πρωτεϊνών μεταφοράς ΟΑΤΡ μπορεί να αυξήσει τη συστηματική έκθεση στη σιμβαστατίνη και να αυξήσει τον κίνδυνο μυοπάθειας και ραβδομυόλυσης. Μειωμένη λειτουργία μπορεί επίσης να εμφανισθεί ως αποτέλεσμα της αναστολής από φάρμακα που αλληλεπιδρούν (π.χ. κυκλοσπορίνη) ή σε ασθενείς που είναι φορείς του γονότυπου SLCO1B1 c.521T>C.
Ασθενείς που είναι φορείς του αλληλόμορφου (c.521Τ>C) του γονιδίου SLCO1B1 που κωδικοποιεί μια λιγότερο δραστική πρωτεΐνη OATP1B1, έχουν αυξημένη συστηματική έκθεση στη σιμβαστατίνη και αυξημένο κίνδυνο μυοπάθειας. Ο κίνδυνος μυοπάθειας που σχετίζεται με υψηλή δόση σιμβαστατίνης (80 mg) είναι γενικά περίπου 1%, χωρίς τον γενετικό έλεγχο. Με βάση τα αποτελέσματα της δοκιμής SEARCH, οι ομοζυγώτες φορείς του C αλληλόμορφου (ονομάζονται επίσης CC) που έλαβαν θεραπεία με 80 mg έχουν 15% κίνδυνο για μυοπάθεια εντός ενός έτους, ενώ ο κίνδυνος σε ετεροζυγώτες φορείς του C αλληλόμορφου (CT) είναι 1,5%. Ο αντίστοιχος κίνδυνος σε ασθενείς που έχουν τον πιο κοινό γονότυπο (ΤΤ) είναι 0,3% (βλ. Φαρμακοκινητικές). Όπου είναι διαθέσιμος, ο γονοτυπικός έλεγχος για παρουσία του αλληλόμορφου C, θα πρέπει να εξετάζεται ως μέρος της αξιολόγησης της σχέσης οφέλους-κινδύνου, πριν τη συνταγογράφηση της σιμβαστατίνης 80 mg, ξεχωριστά για κάθε ασθενή, και οι υψηλές δόσεις θα πρέπει να αποφεύγονται σε αυτούς που διαπιστώνεται ότι φέρουν τον γονότυπο CC. Ωστόσο, η απουσία αυτού του γονιδίου κατά τον γονοτυπικό έλεγχο δεν αποκλείει το ενδεχόμενο εμφάνισης μυοπάθειας.
Μέτρηση της Κινάσης της Κρεατίνης
Οι μετρήσεις της κινάσης της κρεατίνης (CK) δεν θα πρέπει να γίνονται μετά από επίπονη άσκηση ή παρουσία οποιασδήποτε πιθανής, εναλλακτικής αιτίας αύξησης της CK, επειδή αυτό δυσκολεύει την αξιολόγηση της τιμής της. Εάν τα επίπεδα της CK είναι σημαντικά αυξημένα από την έναρξη της θεραπείας (> 5 x ULN), θα πρέπει να μετρώνται εκ νέου 5 ως 7 ημέρες αργότερα προκειμένου να επιβεβαιωθούν τα αποτελέσματα.
Πριν από τη θεραπεία Όλοι οι ασθενείς που αρχίζουν θεραπεία με ZETIDEM ή αυτοί των οποίων η δόση του ZETIDEM έχει αυξηθεί, θα πρέπει να τους εφιστάται η προσοχή για τον κίνδυνο μυοπάθειας και να αναφέρουν αμέσως οποιοδήποτε ανεξήγητο μυϊκό πόνο, ευαισθησία ή αδυναμία.
Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς με παράγοντες που προδιαθέτουν για ραβδομυόλυση. Προκειμένου να καταγραφεί μία αρχική τιμή αναφοράς, θα πρέπει να γίνει μέτρηση της CK πριν από την έναρξη της θεραπείας στις ακόλουθες περιπτώσεις:
- Ηλικιωμένοι (ηλικίας ≥65 ετών)
- Γένους θηλυκού
- Νεφρική δυσλειτουργία
- Μη ελεγχόμενος υποθυρεοειδισμός
- Ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό κληρονομικών μυϊκών διαταραχών
- Προηγούμενο ιστορικό μυϊκής τοξικότητας μετά από λήψη στατίνης ή φιβράτης
- Κατάχρηση αλκοόλ.
Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ο κίνδυνος της θεραπείας θα πρέπει να ληφθεί υπόψη σε σχέση με το πιθανό όφελος, ενώ συνιστάται και κλινική παρακολούθηση. Εάν κάποιος ασθενής είχε παρουσιάσει προηγουμένως κάποια μυϊκή διαταραχή με μία φιβράτη ή με μία στατίνη, η έναρξη της θεραπείας με οποιοδήποτε σκεύασμα περιέχει στατίνη (όπως το ZETIDEM) θα πρέπει να γίνεται με προσοχή. Εάν τα επίπεδα της CK είναι σημαντικά αυξημένα σε επίπεδο αναφοράς, πριν την έναρξη (> 5 x ULN), η θεραπεία δεν θα πρέπει να ξεκινήσει.
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας Εάν παρουσιασθούν μυϊκός πόνος, αδυναμία ή κράμπες κατά την διάρκεια που κάποιος ασθενής λαμβάνει θεραπεία με ZETIDEM, θα πρέπει να μετρώνται τα επίπεδα της CK. Εάν αυτά τα επίπεδα έχουν ανευρεθεί, απουσία εντατικής άσκηση, σημαντικά αυξημένα (> 5 x ULN), η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται. Εάν τα μυϊκά συμπτώματα είναι σοβαρά και προκαλούν καθημερινή δυσφορία, ακόμη και αν τα επίπεδα CK είναι < 5 x ULN, θα πρέπει να εξετασθεί το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας. Εάν υπάρχει υποψία μυοπάθειας για οποιοδήποτε άλλο λόγο, η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί.
Ανοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθεια (ΙΜΝΜ)
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ορισμένες στατίνες ή μετά την ολοκλήρωση αυτής, υπήρξαν πολύ σπάνιες αναφορές περί ανοσολογικά διαμεσολαβούμενης νεκρωτικής μυοπάθειας (ΙΜΝΜ). Η ανοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθεια χαρακτηρίζεται κλινικά από επίμονη αδυναμία των εγγύς μυών και από αυξημένα επίπεδα κινάσης της κρεατινίνης στον ορό, τα οποία εμμένουν ακόμα και μετά τη διακοπή της αγωγής με στατίνες (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Εάν τα συμπτώματα υποχωρήσουν και τα επίπεδα CK επανέλθουν στα φυσιολογικά επίπεδα, μπορεί να εξετασθεί το ενδεχόμενο επανέναρξης της θεραπείας με ZETIDEM ή έναρξη της αγωγής με ένα άλλο σκεύασμα που περιέχει στατίνη, στη μικρότερη δόση και με στενή παρακολούθηση.
Έχει παρατηρηθεί μεγαλύτερο ποσοστό μυοπάθειας σε ασθενείς οι οποίοι τιτλοποιήθηκαν στη δόση των 80 mg σιμβαστατίνης (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Περιοδικοί έλεγχοι της CK συνιστώνται καθώς μπορεί να είναι χρήσιμες για τον προσδιορισμό υποκλινικών περιπτώσεων μυοπάθειας. Ωστόσο, δεν υπάρχει εγγύηση ότι αυτός ο έλεγχος θα αποτρέψει τη μυοπάθεια.
Η θεραπεία με ZETIDEM θα πρέπει να διακοπεί προσωρινά μερικές ημέρες πριν από προγραμματισμένη, μείζονα χειρουργική επέμβαση και όποτε παρουσιάζεται οποιοδήποτε ιατρικό ή χειρουργικό θέμα μείζονος σημασίας.
Μέτρα για τη μείωση του κινδύνου μυοπάθειας προκαλούμενης από αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα (βλ. επίσης Αλληλεπιδράσεις)
Ο κίνδυνος μυοπάθειας και ραβδομυόλυσης αυξάνεται σημαντικά με την ταυτόχρονη λήψη του συνδυασμού εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης με ισχυρούς αναστολείς του συστήματος CYP3A4 (όπως ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ποσακοναζόλη, βορικοναζόλη, ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη, αναστολείς HIV πρωτεασών (π.χ. νελφιναβίρη), μποσεπρεβίρη, τελαπρεβίρη, νεφαζοδόνη, φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν κομπισιστάτη), καθώς και με κυκλοσπορίνη, δαναζόλη και γεμφιβροζίλη. Η χρήση αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
Λόγω του συστατικού σιμβαστατίνη του ZETIDEM, ο κίνδυνος μυοπάθειας και ραβδομυόλυσης αυξάνεται, επίσης, με την ταυτόχρονη χρήση άλλων φιβρατών, δόσεων νιασίνης που μειώνουν τα λιπίδια (≥ 1 g ημερησίως) ή ταυτόχρονης χορήγησης αμιωδαρόνης, αμλοδιπίνης, βεραπαμίλης ή διλτιαζέμης με ορισμένες δόσεις συνδυασμού εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης (βλ. Δοσολογία και Αλληλεπιδράσεις). Ο κίνδυνος μυοπάθειας, συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης, μπορεί να αυξηθεί με την ταυτόχρονη χορήγηση φουσιδικού οξέος με το συνδυασμό εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης. Σε ασθενείς με ομόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία (HoFH), ο κίνδυνος μπορεί να αυξηθεί με την ταυτόχρονη χρήση λομιταπίδης με ZETIDEM (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Κατά συνέπεια, όσον αφορά τους αναστολείς CYP3A4, η χορήγηση του ZETIDEM, ταυτόχρονα με ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ποσακοναζόλη, βορικοναζόλη, αναστολείς HIV πρωτεασών (π.χ. νελφιναβίρη), μποσεπρεβίρη, τελαπρεβίρη, ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη, νεφαζοδόνη και φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν κομπισιστάτη, αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις και Αλληλεπιδράσεις). Εάν η θεραπεία με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 (παράγοντες που αυξάνουν την AUC περίπου 5 φορές ή περισσότερο) δεν μπορεί να αποφευχθεί, η θεραπεία με ZETIDEM πρέπει να διακοπεί (και θα πρέπει να εξεταστεί η χρήση μιας εναλλακτικής στατίνης) κατά τη διάρκεια αυτής της θεραπείας. Επιπλέον, θα πρέπει να εφιστάται προσοχή κατά την ταυτόχρονη χορήγηση ZETIDEM και ορισμένων, λιγότερο ισχυρών, αναστολέων του CYP3A4: φλουκοναζόλη, βεραπαμίλη, διλτιαζέμη (βλ. Δοσολογία και Αλληλεπιδράσεις).
Ταυτόχρονη λήψη χυμού γκρέϊπφρουτ και ZETIDEM θα πρέπει να αποφεύγεται.
Η σιμβαστατίνη δεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα με μορφές φουσιδικού οξέος συστηματικής χορήγησης ή εντός 7 ημερών από τη διακοπή της θεραπείας του φουσιδικού οξέος. Σε ασθενείς στους οποίους η συστηματική χορήγηση φουσιδικού οξέος θεωρείται αναγκαία, η θεραπεία με στατίνη θα πρέπει να διακοπεί καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας με φουσιδικό οξύ. Υπήρξαν αναφορές ραβδομυόλυσης (συμπεριλαμβανομένων ορισμένων μοιραίων συμβαμάτων) σε ασθενείς που λαμβάνουν φουσιδικό οξύ σε συνδυασμό με στατίνες (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Οι ασθενείς θα πρέπει να συμβουλεύονται να αναζητούν ιατρική συμβουλή αμέσως εάν εμφανίσουν οποιαδήποτε συμπτώματα μυϊκής αδυναμίας, άλγους ή ευαισθησίας.
Η θεραπεία με στατίνη μπορεί να επανεισαχθεί επτά ημέρες μετά την τελευταία δόση του φουσιδικού οξέος. Σε εξαιρετικές περιστάσεις, στις οποίες απαιτείται παρατεταμένη συστηματική χορήγηση φουσιδικού οξέος, π.χ. για τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων, η ανάγκη για ταυτόχρονη χορήγηση του συνδυασμού εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης και του φουσιδικού οξέος θα πρέπει να εξετάζεται μόνον, κατά περίπτωση, υπό στενή ιατρική επίβλεψη.
Η συνδυασμένη χορήγηση του συνδυασμού εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης, σε δόσεις μεγαλύτερες από 10 mg/20 mg ημερησίως, με δόσεις νιασίνης (≥ 1 g ημερησίως) που ελαττώνουν τα λιπίδια, θα πρέπει να αποφεύγεται, εκτός και αν το κλινικό όφελος είναι πιθανό να υπερτερεί του αυξημένου κινδύνου της μυοπάθειας (βλ. Δοσολογία και Αλληλεπιδράσεις).
Σπάνιες περιπτώσεις μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης έχουν συσχετισθεί με ταυτόχρονη χορήγηση των αναστολέων της αναγωγάσης HMG-CoA και δόσεων νιασίνης (νικοτινικού οξέος), οι οποίες τροποποιούν τα λιπίδια (≥ 1g/ημερησίως), καθένα από τα οποία μπορεί να προκαλέσει μυοπάθεια εάν χορηγηθεί ως μονοθεραπεία.
Σε μία κλινική δοκιμή (διάμεση παρακολούθηση 3,9 χρόνια) στην οποία μετείχαν ασθενείς με υψηλό κίνδυνο για καρδιαγγειακή νόσο και με κατάλληλα ρυθμισμένα τα επίπεδα της LDL-C με σιμβαστατίνη 40 mg/ημερησίως, με ή χωρίς εζετιμίμπη 10 mg, δεν υπήρξε επιπρόσθετο όφελος στις καρδιαγγειακές εκβάσεις με την προσθήκη δόσεων νιασίνης (νικοτινικού οξέος), οι οποίες τροποποιούν τα λιπίδια (≥1 g/ημερησίως). Συνεπώς, οι γιατροί που σκοπεύουν να χορηγήσουν την συνδυασμένη θεραπεία με σιμβαστατίνη και δόσεις νιασίνης (νικοτινικού οξέος), οι οποίες τροποποιούν τα λιπίδια (≥ 1g/ημερησίως) ή προϊόντα που περιέχουν νιασίνη, πρέπει να εκτιμούν προσεκτικά τα πιθανά οφέλη και τους κινδύνους και να παρακολουθούν προσεκτικά τους ασθενείς για οποιαδήποτε σημεία και συμπτώματα μυϊκού πόνου, ευαισθησίας ή αδυναμίας, ειδικά κατά τους πρώτους μήνες της θεραπείας και όταν αυξηθεί η δοσολογία οποιουδήποτε από τα δύο φαρμακευτικά προϊόντα.
Επιπρόσθετα, σε αυτή τη δοκιμή, η συχνότητα εμφάνισης μυοπάθειας ήταν περίπου 0,24% σε ασθενείς Κινεζικής καταγωγής που λάμβαναν σιμβαστατίνη 40 mg ή εζετιμίμπη/σιμβαστατίνη 10 mg/40 mg σε σύγκριση με το 1,24% των ασθενών Κινεζικής καταγωγής που λάμβαναν σιμβαστατίνη 40 mg ή εζετιμίμπη/σιμβαστατίνη 10 mg/40 mg συγχορηγούμενα με ελεγχόμενης αποδέσμευσης νικοτινικό οξύ/λαροπιπράντη 2000 mg/40 mg. Αν και ο μόνος Ασιατικός πληθυσμός που αξιολογήθηκε σε αυτή την κλινική δοκιμή ήταν Κινεζικής καταγωγής, επειδή η συχνότητα εμφάνισης μυοπάθειας είναι υψηλότερη σε ασθενείς Κινεζικής καταγωγής απ’ ότι σε ασθενείς μη-Κινεζικής καταγωγής, η συγχορήγηση του συνδυασμού εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης με δόσεις νιασίνης (νικοτινικού οξέος), οι οποίες τροποποιούν τα λιπίδια (≥1 g/ημερησίως), δεν συνιστάται σε Ασιάτες ασθενείς.
Το Acipimox είναι δομικά συγγενές με την νιασίνη. Αν και δεν έχει μελετηθεί το acipimox, ο κίνδυνος για σχετιζόμενες με τους μύες τοξικές επιδράσεις μπορεί να είναι παρόμοιος με αυτόν της νιασίνης.
Η συνδυασμένη χορήγηση της εζετιμίμπης και της σιμβαστατίνης, σε δόσεις μεγαλύτερες από 10 mg/20 mg ημερησίως με αμιωδαρόνη, αμλοδιπίνη, βεραπαμίλη ή διλτιαζέμη θα πρέπει να αποφεύγεται. Σε ασθενείς με ομόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία (HoFH), η συνδυασμένη χρήση του ZETIDEM σε δόσεις μεγαλύτερες από 10 mg/40 mg ημερησίως με λομιταπίδη πρέπει να αποφεύγεται. (Βλ. Δοσολογία, Αντενδείξεις και Αλληλεπιδράσεις.)
Ασθενείς που λαμβάνουν άλλα φάρμακα που επισημαίνεται ότι έχουν μέτρια ανασταλτική επίδραση στο CYP3A4 σε θεραπευτικές δόσεις ταυτόχρονα με ZETIDEM, ιδιαίτερα υψηλές δόσεις του συνδυασμού εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης, ενδέχεται να έχουν αυξημένο κίνδυνο μυοπάθειας. Όταν ο συνδυασμός εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης συγχορηγείται με έναν μέτριο αναστολέα του CYP3A4 (παράγοντες που αυξάνουν την AUC περίπου 2 - 5 φορές), ενδέχεται να είναι απαραίτητη μία ρύθμιση της δόσης. Για ορισμένους μέτριους αναστολείς του CYP3A4 π.χ. διλτιαζέμη, μία μέγιστη δόση 10mg/20 mg του ZETIDEM συνιστάται (βλ. Δοσολογία).
Η σιμβαστατίνη είναι υπόστρωμα του μεταφορέα εκροής της Πρωτεΐνης Αντοχής στον Καρκίνο του Μαστού (BCRP). Η ταυτόχρονη χορήγηση προϊόντων που είναι αναστολείς της BCRP (π.χ. ελμπασβίρη και γραζοπρεβίρη) μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις της σιμβαστατίνης στο πλάσμα και σε αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης μυοπάθειας. Επομένως θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο προσαρμογής της δόσης της σιμβαστατίνης με βάση τη συνταγογραφούμενη δόση. Η ταυτόχρονη χορήγηση της ελμπασβίρης και της γραζοπρεβίρης με σιμβαστατίνη δεν έχει μελετηθεί. Ωστόσο, η δόση του ZETIDEM δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 10mg/20 mg ημερησίως, σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα φαρμακευτική αγωγή με προϊόντα που περιέχουν ελμπασβίρη ή γραζοπρεβίρη (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του συνδυασμού εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης συγχορηγούμενου με φιβράτες δεν έχει μελετηθεί. Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας όταν η σιμβαστατίνη συγχορηγείται με φιβράτες (ιδιαίτερα με γεμφιβροζίλη). Ως εκ τούτου, η ταυτόχρονη χορήγηση ZETIDEM με γεμφιβροζίλη αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις) και η ταυτόχρονη χορήγηση με άλλες φιβράτες δεν συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Δαπτομυκίνη
Περιπτώσεις μυοπάθειας και/ή ραβδομυόλυσης έχουν αναφερθεί με αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης (π.χ. σιμβαστατίνη και εζετιμίμπη/σιμβαστατίνη) όταν συγχορηγούνται με δαπτομυκίνη. Θα πρέπει να δίνεται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση των αναστολέων της HMG-CoA αναγωγάσης με δαπτομυκίνη, καθώς είτε ο ένας είτε ο άλλος παράγοντας μπορεί να προκαλέσουν μυοπάθεια και/ή ραβδομυόλυση όταν δίνονται μεμονωμένα. Θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο προσωρινής διακοπής του ZETIDEM σε ασθενείς που λαμβάνουν δαπτομυκίνη, εκτός εάν τα οφέλη της ταυτόχρονης χορήγησης υπερτερούν του κινδύνου. Συμβουλευτείτε τις πληροφορίες συνταγογράφησης της δαπτομυκίνης, ώστε να λάβετε περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τις πιθανές αλληλεπιδράσεις με τους αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης (π.χ. σιμβαστατίνη και εζετιμίμπη /σιμβαστατίνη) καθώς και για περαιτέρω καθοδήγηση σχετικά με την παρακολούθηση. (Βλ. Αλληλεπιδράσεις.)
Ηπατικά Ένζυμα
Σε ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές συγχορήγησης σε ασθενείς που λαμβάνουν εζετιμίμπη με σιμβαστατίνη, παρατηρήθηκαν διαδοχικές αυξήσεις (≥ 3 x ULN) των τρανσαμινασών (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Στην IMPROVE-IT, 18.144 ασθενείς με στεφανιαία νόσο και με ιστορικό επεισοδίου Οξέος Στεφανιαίου Συνδρόμου (ΟΣΣ), τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν είτε εζετιμίμπη/σιμβαστατίνη 10 mg/40 mg ημερησίως (n=9.067) είτε σιμβαστατίνη 40 mg ημερησίως (n=9.077). Κατά τη διάρκεια της διάμεσης παρακολούθησης 6 ετών, η συχνότητα εμφάνισης διαδοχικών αυξήσεων των τρανσαμινασών (≥3 Χ ULN) ήταν 2,5% για το συνδυασμό εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης και 2,3% για τη σιμβαστατίνη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες.)
Σε μια ελεγχόμενη κλινική μελέτη στην οποία πάνω από 9.000 ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν εζετιμίμπη/σιμβαστατίνη 10 mg/20 mg ημερησίως (n=4650) ή εικονικό φάρμακο (n=4620) (διάμεση περίοδος παρακολούθησης 4,9 έτη), η συχνότητα εμφάνισης διαδοχικών αυξήσεων των τρανσαμινασών (≥3 Χ ULN) ήταν 0,7% για το συνδυασμό εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης και 0,6% για το εικονικό φάρμακο (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Συνιστάται να γίνεται έλεγχος της ηπατικής λειτουργίας πριν την έναρξη της θεραπείας με εζετιμίμπη/σιμβαστατίνη, και εν συνεχεία, εάν ενδείκνυται κλινικά. Ασθενείς που τιτλοποιούνται στη δόση των 10 mg/80 mg θα πρέπει να υποβάλλονται σε έναν επιπλέον έλεγχο πριν από την τιτλοποίηση, 3 μήνες μετά την τιτλοποίηση στη δοσολογία των 10 mg/80 mg και περιοδικά για το επόμενο διάστημα (π.χ. κάθε εξάμηνο), για τον πρώτο χρόνο της θεραπείας. Οι ασθενείς που αναπτύσσουν αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασών στον ορό, πρέπει να παρακολουθούνται με ιδιαίτερη προσοχή και σ’ αυτούς τους ασθενείς πρέπει να επαναλαμβάνονται οι μετρήσεις αμέσως και στη συνέχεια να επαναλαμβάνονται αρκετά συχνά. Εάν τα επίπεδα των τρανσαμινασών υποδεικνύουν στοιχεία εξέλιξης, και ιδιαίτερα αν αυξηθούν 3 x ULN και η αύξηση αυτή εμμένει, το φάρμακο θα πρέπει να διακοπεί. Να σημειωθεί ότι η ALT μπορεί να προέρχεται από τους μύες, επομένως αύξηση της ALT σε συνδυασμό με CK μπορεί να υποδηλώνει μυοπάθεια (βλέπε παραπάνω Μυοπάθεια/Ραβδομυόλυση).
Υπήρξαν σπάνιες αναφορές μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου για θανατηφόρα και μη-θανατηφόρα ηπατική ανεπάρκεια σε ασθενείς που λάμβαναν στατίνες συμπεριλαμβανομένης της σιμβαστατίνης. Εάν συμβεί σοβαρή ηπατική βλάβη με κλινικά συμπτώματα και/ή υπερχολερυθριναιμία ή ίκτερο, κατά τη διάρκεια της θεραπείας με εζετιμίμπη/σιμβαστατίνη διακόψτε αμέσως τη θεραπεία. Μην ξεκινήσετε ξανά τη λήψη του συνδυασμού εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης εάν δεν βρεθεί μία εναλλακτική αιτιολογία.
Ο συνδυασμός εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς που καταναλώνουν σημαντικές ποσότητες αλκοόλ.
Ηπατική δυσλειτουργία
Ο συνδυασμός εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης δεν συνιστάται σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, διότι δεν είναι γνωστή η επίδραση της αυξημένης έκθεσης στην εζετιμίμπη σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Σακχαρώδης διαβήτης
Ορισμένα στοιχεία υποδεικνύουν ότι οι στατίνες, ως κατηγορία αυξάνουν την γλυκόζη στο αίμα και σε ορισμένους ασθενείς με υψηλό κίνδυνο για εμφάνιση διαβήτη στο μέλλον, μπορεί να παράγουν ένα επίπεδο υπεργλυκαιμίας όπου η κανονική αγωγή για διαβήτη είναι κατάλληλη. Αυτός ο κίνδυνος αντισταθμίζεται, ωστόσο, από την μείωση των αγγειακών κινδύνων με στατίνες και επομένως δεν θα πρέπει να αποτελεί την αιτία για την διακοπή θεραπείας με στατίνες. Ασθενείς σε κίνδυνο (γλυκόζη σε κατάσταση νηστείας 5,6 έως 6,9 mmol/L, BMI > 30 kg/m2, αυξημένα τριγλυκερίδια, υπέρταση) θα πρέπει να εξετάζονται τόσο κλινικά όσο και βιοχημικά σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της συγχορήγησης της εζετιμίμπης με σιμβαστατίνη αξιολογήθηκε σε ασθενείς ηλικίας 10 έως 17 ετών με ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία, σε μια ελεγχόμενη κλινική μελέτη σε έφηβα αγόρια (Στάδιο Tanner IΙ ή άνω) και σε κορίτσια που ήταν τουλάχιστον ένα έτος μετά την εμμηναρχή.
Σ’ αυτή την περιορισμένη ελεγχόμενη μελέτη, δεν υπήρξε, γενικά, ανιχνεύσιμη επίδραση στην ανάπτυξη ή στην σεξουαλική ωρίμανση σε έφηβα αγόρια ή κορίτσια, ή οποιαδήποτε επίδραση στη διάρκεια του κύκλου της εμμήνου ρήσης στα κορίτσια. Ωστόσο δεν έχουν μελετηθεί, οι επιδράσεις της εζετιμίμπης στην ανάπτυξη και την σεξουαλική ωρίμανση, για περίοδο θεραπείας >33 εβδομάδες (βλ. Δοσολογία και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Δεν έχει μελετηθεί η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της συγχορήγησης εζετιμίμπης με δόσεις σιμβαστατίνης πάνω από 40 mg ημερησίως σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 10 έως 17 ετών.
Η εζετιμίμπη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 10 ετών ή σε κορίτσια πριν την εμμηναρχή (βλ. Δοσολογία και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Δεν έχει μελετηθεί η μακροχρόνια αποτελεσματικότητα της θεραπείας με εζετιμίμπη σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 17 ετών για την μείωση της νοσηρότητας και θνησιμότητας στην ενήλικη ζωή.
Φιβράτες
Δεν έχει τεκμηριωθεί η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της εζετιμίμπης όταν συγχορηγείται με φιβράτες (βλέπε παραπάνω και βλ. Αντενδείξεις και Αλληλεπιδράσεις).
Αντιπηκτικά
Εάν ο συνδυασμός εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης προστεθεί στη θεραπεία με βαρφαρίνη, άλλο κουμαρινικό αντιπηκτικό ή φλουϊνδιόνη, η Διεθνής Ομαλοποιημένη Σχέση (INR) πρέπει να ελέγχεται κατάλληλα (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Διάμεση πνευμονοπάθεια
Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις διάμεσης πνευμονοπάθειας με ορισμένες στατίνες, συμπεριλαμβανομένης της σιμβαστατίνης, ιδιαίτερα με μακροχρόνια θεραπεία (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Τα συμπτώματα που εμφανίζονται μπορεί να συμπεριλαμβάνουν δύσπνοια, μη παραγωγικό βήχα και επιδείνωση της γενικής υγείας (κόπωση, απώλεια βάρους και πυρετό). Εάν υπάρχει υποψία για κάποιο ασθενή ότι παρουσίασε διάμεση πνευμονοπάθεια, η θεραπεία με το ZETIDEM πρέπει να διακοπεί.
Έκδοχα
Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας της γαλακτόζης, πλήρους ανεπάρκειας της ολικής λακτάσης ή δυσαπορρόφησης της γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-ZETIDEM
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Πολλαπλοί μηχανισμοί μπορούν να συμβάλλουν σε πιθανές αλληλεπιδράσεις με αναστολείς της HMG Co-A αναγωγάσης. Φάρμακα ή φυτικά προϊόντα που αναστέλλουν τις οδούς ορισμένων ενζύμων (π.χ. CYP3A4) και / ή μεταφορέων (π.χ. OATP1B), μπορεί να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις της σιμβαστατίνης και του οξέος αυτής στο πλάσμα, και μπορεί να οδηγήσουν σε αυξημένο κίνδυνο μυοπάθειας / ραβδομυόλυσης. Συμβουλευτείτε τις πληροφορίες συνταγογράφησης όλων των φαρμάκων που χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα, για να λάβετε περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τις πιθανές αλληλεπιδράσεις τους με τη σιμβαστατίνη και /ή τις πιθανότητες μεταβολών ενζύμων ή μεταφορέων καθώς και πιθανές προσαρμογές στη δοσολογία και τα θεραπευτικά σχήματα.
Φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις
Αλληλεπιδράσεις με φαρμακευτικά προϊόντα που ελαττώνουν τα λιπίδια, τα οποία μπορεί να προκαλέσουν μυοπάθεια όταν χορηγούνται μόνα τους
Ο κίνδυνος για μυοπάθεια, συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης, αυξάνεται κατά την ταυτόχρονη χορήγηση σιμβαστατίνης με φιβράτες. Επιπλέον, υπάρχει φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση της σιμβαστατίνης με τη γεμφιβροζίλη που οδηγεί σε αυξημένα επίπεδα σιμβαστατίνης στο πλάσμα (βλ. παρακάτω Φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις και Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις). Σπάνιες περιπτώσεις μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης έχουν συσχετισθεί με την συγχορήγηση σιμβαστατίνης με δόσεις νιασίνης, οι οποίες τροποποιούν τα λιπίδια (≥ 1g/ημερησίως) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Οι φιβράτες μπορεί να αυξήσουν την απέκκριση της χοληστερόλης στη χολή με αποτέλεσμα την εμφάνιση χολολιθίασης. Σε μία προκλινική μελέτη σε σκύλους, η εζετιμίμπη αύξησε τη χοληστερόλη στη χολή της χοληδόχου κύστης (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Παρότι η σημασία του προκλινικού αυτού ευρήματος για τον άνθρωπο είναι άγνωστη, η συγχορήγηση του ZETIDEM με φιβράτες δεν συνιστάται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις
Συστάσεις συνταγογράφησης για (θεραπευτικούς) παράγοντες που αλληλεπιδρούν, συνοψίζονται στον παρακάτω πίνακα (περαιτέρω λεπτομέρειες παρέχονται στο κείμενο, βλέπε επίσης Δοσολογία, Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).
| Παράγοντες που αλληλεπιδρούν | Συστάσεις συνταγογράφησης |
|---|---|
| Αλληλεπιδράσεις Φαρμάκων που Σχετίζονται με Αυξημένο Κίνδυνο Μυοπάθειας/Ραβδομυόλυσης | |
| Ισχυροί αναστολείς του CYP3A4, π.χ. Ιτρακοναζόλη, Κετοκοναζόλη, Ποσακοναζόλη, Βορικοναζόλη, Ερυθρομυκίνη, Κλαριθρομυκίνη, Τελιθρομυκίνη, Αναστολείς πρωτεασών HIV (π.χ. νελφιναβίρη), Μποσεπρεβίρη, Τελαπρεβίρη, Νεφαζοδόνη, Κομπισιστάτη | Αντενδείκνυνται με ZETIDEM |
| Κυκλοσπορίνη | Αντενδείκνυνται με ZETIDEM |
| Δαναζόλη | Αντενδείκνυνται με ZETIDEM |
| Γεμφιβροζίλη | Αντενδείκνυνται με ZETIDEM |
| Άλλες Φιβράτες | Δεν συνιστώνται με το ZETIDEM |
| Φουσιδικό οξύ | Δεν συνιστώνται με το ZETIDEM |
| Νιασίνη (νικοτινικό οξύ) (≥ 1 g/ημερησίως) | Δεν συνιστάται με το ZETIDEM σε Ασιάτες ασθενείς |
| Αμιωδαρόνη | Να μην υπερβαίνεται η δόση των 10/20 mg ZETIDEM ημερησίως |
| Αμλοδιπίνη | Να μην υπερβαίνεται η δόση των 10/20 mg ZETIDEM ημερησίως |
| Βεραπαμίλη | Να μην υπερβαίνεται η δόση των 10/20 mg ZETIDEM ημερησίως |
| Διλτιαζέμη | Να μην υπερβαίνεται η δόση των 10/20 mg ZETIDEM ημερησίως |
| Νιασίνη (≥ 1g ημερησίως) | Να μην υπερβαίνεται η δόση των 10/20 mg ZETIDEM ημερησίως |
| Ελμπασβίρη | Να μην υπερβαίνεται η δόση των 10/20 mg ZETIDEM ημερησίως |
| Γραζοπρεβίρη | Να μην υπερβαίνεται η δόση των 10/20 mg ZETIDEM ημερησίως |
| Λομιταπίδη | Σε ασθενείς με ομόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία (HoFH), να μην υπερβαίνεται η δόση των 10 mg/40 mg ZETIDEM ημερησίως |
| Δαπτομυκίνη | Θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο προσωρινής διακοπής του ZETIDEM σε ασθενείς που λαμβάνουν δαπτομυκίνη, εκτός εάν τα οφέλη της ταυτόχρονης χορήγησης υπερτερούν του κινδύνου (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) |
| Χυμός γκρέϊπφρούτ | Να αποφεύγετε το χυμό γκρέϊπφρούτ όταν λαμβάνετε ZETIDEM |
Επιδράσεις άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στο ZETIDEM
ZETIDEM
Νιασίνη: Σε μία μελέτη με 15 υγιείς ενήλικες, η ταυτόχρονη χορήγηση του συνδυασμού εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης (10 mg/20 mg ημερησίως για 7 ημέρες) προκάλεσε μικρή αύξηση στις μέσες τιμές AUC της νιασίνης (22%) και του νικοτινουρικού οξέος (19%), χορηγούμενο ως NIASPAN δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης (1.000 mg για 2 ημέρες και 2.000 mg για 5 ημέρες μετά από πρωινό χαμηλών λιπαρών). Στην ίδια μελέτη, η ταυτόχρονη χορήγηση του NIASPAN αύξησε ελαφρώς τη μέση τιμή AUC της εζετιμίμπης (9%), της ολικής εζετιμίμπης (26%), της σιμβαστατίνης (20%) και του οξέος της σιμβαστατίνης (35%) (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Μελέτες αλληλεπίδρασης φαρμάκων με μεγαλύτερες δόσεις σιμβαστατίνης δεν έχουν διεξαχθεί.
Εζετιμίμπη
Aντιόξινα: Ταυτόχρονη χορήγηση με αντιόξινα μείωσε το ρυθμό απορρόφησης της εζετιμίμπης αλλά δεν είχε επίδραση στη βιοδιαθεσιμότητα της εζετιμίμπης. Ο μειωμένος αυτός ρυθμός απορρόφησης δεν θεωρείται κλινικά σημαντικός.
Χολεστυραμίνη: Ταυτόχρονη χορήγηση με χολεστυραμίνη μείωσε τη μέση επιφάνεια υπό την καμπύλη (AUC) της ολικής εζετιμίμπης (εζετιμίμπη + γλυκουρονίδιο της εζετιμίμπης) περίπου κατά 55%. Η σταδιακή μείωση της χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνης (LDL-C) λόγω της προσθήκης του συνδυασμού εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης στη χολεστυραμίνη μπορεί να περιορισθεί από αυτή την αλληλεπίδραση (βλ. Δοσολογία).
Κυκλοσπορίνη: Σε μία μελέτη οκτώ ασθενών μετά από μεταμόσχευση νεφρού, με κάθαρση κρεατινίνης ≥50ml/min σε σταθερή δόση κυκλοσπορίνης, μία εφάπαξ δόση εζετιμίμπης 10 mg οδήγησε σε αύξηση κατά 3,4 φορές (εύρος από 2,3 ως 7,9 φορές) της μέσης τιμής AUC για την ολική εζετιμίμπη σε σύγκριση με ένα υγιή πληθυσμό ελέγχου, που έλαβε μόνο εζετιμίμπη από μία άλλη μελέτη (n=17). Σε μία διαφορετική μελέτη, ένας ασθενής με μεταμόσχευση νεφρού με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία που ελάμβανε κυκλοσπορίνη και πολλαπλές άλλες θεραπείες, παρουσίασε μεγαλύτερη έκθεση κατά 12- φορές στη συνολική εζετιμίμπη σε σύγκριση με τους μάρτυρες που ταυτόχρονα ελάμβαναν μόνο εζετιμίμπη. Σε μία διασταυρούμενη μελέτη δύο περιόδων σε δώδεκα υγιή άτομα, η καθημερινή χορήγηση 20 mg εζετιμίμπης για 8 ημέρες με μία εφάπαξ δόση κυκλοσπορίνης 100-mg κατά την ημέρα 7, οδήγησε σε μέση αύξηση 15% στην AUC της κυκλοσπορίνης (εύρος 10% μείωση ως 51% αύξηση) σε σύγκριση με μία εφάπαξ δόση 100 mg κυκλοσπορίνης μόνον. Δεν έχει διεξαχθεί ελεγχόμενη μελέτη σχετικά με την επίδραση της συγχορήγησης της εζετιμίμπης στην έκθεση στην κυκλοσπορίνη σε ασθενείς με μεταμόσχευση νεφρού. Ταυτόχρονη χορήγηση εζετιμίμπης/σιμβατατίνης με κυκλοσπορίνη αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείκνυται).
Φιβράτες: Ταυτόχρονη χορήγηση φαινοφιβράτης ή γεμφιβροζίλης αύξησε τις συγκεντρώσεις της ολικής εζετιμίμπης περίπου κατά 1,5 και 1,7 φορές, αντίστοιχα. Παρόλο που οι αυξήσεις αυτές δεν θεωρούνται κλινικά σημαντικές, η συγχορήγηση του συνδυασμού εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης με γεμφιβροζίλη αντενδείκνυται και με άλλες φιβράτες δεν συνιστάται (βλ. Αντενδείκνυται και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Σιμβαστατίνη
Η σιμβαστατίνη είναι υπόστρωμα του κυτοχρώματος P450 3A4. Ισχυροί αναστολείς του κυτοχρώματος P450 3A4 αυξάνουν τον κίνδυνο της μυοπάθειας και ραβδομυόλυσης αυξάνοντας τη συγκέντρωση της ανασταλτικής δράσης της αναγωγάσης HMG-CoA στο πλάσμα κατά τη διάρκεια θεραπείας με σιμβαστατίνη. Σ’ αυτούς τους αναστολείς περιλαμβάνονται η ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ποσακοναζόλη, βορικοναζόλη, ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη, αναστολείς HIV πρωτεασών (π.χ. νελφιναβίρη), μποσεπρεβίρη, τελαπρεβίρη, νεφαζοδόνη και φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν κομπισιστάτη. Η ταυτόχρονη χορήγηση ιτρακοναζόλης οδήγησε σε μία περισσότερο από 10-πλάσια αύξηση στην έκθεση στο οξύ της σιμβαστατίνης (ο δραστικός β-υδροξυοξύ μεταβολίτης). Η τελιθρομυκίνη προκάλεσε 11-πλάσια αύξηση στην έκθεση στο οξύ της σιμβαστατίνης.
Ο συνδυασμός με ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ποσακοναζόλη, βορικοναζόλη, αναστολείς HIV πρωτεασών (π.χ. νελφιναβίρη), μποσεπρεβίρη, τελαπρεβίρη, ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη, νεφαζοδόνη και φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν κομπισιστάτη αντενδείκνυται, όπως επίσης και με γεμφιβροζίλη, κυκλοσπορίνη και δαναζόλη (βλ. Αντενδείκνυται). Εάν η θεραπεία με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 (παράγοντες που αυξάνουν την AUC περίπου 5 φορές ή περισσότερο) δεν μπορεί να αποφευχθεί, η χορήγηση του συνδυασμού εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης πρέπει να διακόπτεται (και θα πρέπει να εξετάζεται η χρήση μιας εναλλακτικής στατίνης) κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Θα πρέπει να εφιστάται προσοχή κατά την ταυτόχρονη χορήγηση του συνδυασμού εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης και ορισμένων λιγότερο ισχυρών αναστολέων του CYP3A4: φλουκοναζόλη, βεραπαμίλη ή διλτιαζέμη (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Φλουκοναζόλη: Έχουν αναφερθεί σπάνιες περιπτώσεις ραβδομυόλυσης με την ταυτόχρονη χορήγηση σιμβαστατίνης και φλουκοναζόλης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Κυκλοσπορίνη: Ο κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης αυξήθηκε με την ταυτόχρονη χορήγηση κυκλοσπορίνης με ZETIDEM, γι’ αυτό, η χορήγηση με κυκλοσπορίνη αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείκνυται και Ειδικές προειδοποιήσεις). Παρόλο που ο μηχανισμός δεν είναι πλήρως κατανοητός, η κυκλοσπορίνη έχει φανεί ότι αυξάνει την AUC των αναστολέων της HMG-CoA αναγωγάσης. Η αύξηση της AUC του οξέος της σιμβαστατίνης, προκύπτει πιθανώς, εν μέρει, από την αναστολή του CYP3A4 και/ή του OATP1B1.
Δαναζόλη: Ο κίνδυνος για μυοπάθεια και ραβδομυόλυση αυξήθηκε με την ταυτόχρονη χορήγηση δαναζόλης με ZETIDEM, γι’αυτό η χορήγηση με δαναζόλη αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείκνυται και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Γεμφιβροζίλη: Η γεμφιβροζίλη αυξάνει την AUC του οξέος της σιμβαστατίνης κατά 1,9-φορές, πιθανόν λόγω της αναστολής της οδού γλυκουρονιδίωσης (βλ. Αντενδείκνυται και Ειδικές προειδοποιήσεις). Ταυτόχρονη χορήγηση με γεμφιβροζίλη αντενδείκνυται.
Φουσιδικό οξύ: Ο κίνδυνος μυοπάθειας συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης μπορεί να αυξηθεί με την ταυτόχρονη συστηματική χορήγηση φουσιδικού οξέος με στατίνες. Ο μηχανισμός αυτής της αλληλεπίδρασης (είτε είναι φαρμακοδυναμικός είτε φαρμακοκινητικός ή και τα δύο) είναι ακόμη άγνωστος. Υπήρξαν αναφορές ραβδομυόλυσης (συμπεριλαμβανομένων ορισμένων μοιραίων συμβαμάτων) σε ασθενείς που λάμβαναν αυτό το συνδυασμό. Η συγχορήγηση αυτού του συνδυασμού μπορεί να προκαλέσει αυξημένες συγκεντρώσεις και των δύο παραγόντων στο πλάσμα. Εάν η θεραπεία με φουσιδικό οξύ είναι απαραίτητη, θα πρέπει να διακοπεί η θεραπεία με εζετιμίμπη/σιμβαστατίνη καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας με φουσιδικό οξύ (βλ. επίσης Ειδικές προειδοποιήσεις).
Αμιωδαρόνη: Ο κίνδυνος μυοπάθειας και ραβδομυόλυσης είναι αυξημένος με την ταυτόχρονη χορήγηση αμιωδαρόνης με σιμβαστατίνη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Σε μία κλινική μελέτη αναφέρθηκε μυοπάθεια στο 6% των ασθενών που έλαβαν σιμβαστατίνη 80 mg και αμιωδαρόνη. Γι’ αυτό η δόση του συνδυασμού εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης δε θα πρέπει να υπερβαίνει τα 10 mg/20 mg ημερησίως, σε ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με αμιωδαρόνη.
Αποκλειστές Διαύλων Ασβεστίου
-
Βεραπαμίλη: Ο κίνδυνος μυοπάθειας και ραβδομυόλυσης αυξάνει με τη συγχορήγηση βεραπαμίλης με σιμβαστατίνη 40 mg ή 80 mg (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Σε μία μελέτη φαρμακοκινητικής, η ταυτόχρονη χορήγηση σιμβαστατίνης με βεραπαμίλη οδήγησε σε αύξηση κατά 2,3 - φορές της έκθεσης στο οξύ της σιμβαστατίνης, πιθανώς, εν μέρει, λόγω της αναστολής του CYP3A4. Ως εκ τούτου, η δόση του συνδυασμού εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 10 mg/20 mg ημερησίως σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με βεραπαμίλη.
-
Διλτιαζέμη: Ο κίνδυνος μυοπάθειας και ραβδομυόλυσης αυξάνεται με τη συγχορήγηση διλτιαζέμης με σιμβαστατίνη 80 mg (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Σε μία μελέτη φαρμακοκινητικής, η ταυτόχρονη χορήγηση διλτιαζέμης με σιμβαστατίνη προκάλεσε αύξηση κατά 2,7-φορές της έκθεσης στο οξύ της σιμβαστατίνης, προφανώς λόγω της αναστολής του CYP3A4. Ως εκ τούτου, η δόση του συνδυασμού εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 10 mg/20 mg ημερησίως σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με διλτιαζέμη.
-
Αμλοδιπίνη: Οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με αμλοδιπίνη σε ταυτόχρονη χορήγηση με σιμβαστατίνη βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο μυοπάθειας. Σε μία φαρμακοκινητική μελέτη, η συγχορήγηση αμλοδιπίνης προκάλεσε αύξηση κατά 1,6 φορές της έκθεσης στο οξύ της σιμβαστατίνης. Ως εκ τούτου, η δόση του συνδυασμού εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 10 mg/20 mg ημερησίως σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με αμλοδιπίνη.
Λομιταπίδη: Ο κίνδυνος μυοπάθειας και ραβδομυόλυσης μπορεί να αυξηθεί με την ταυτόχρονη χορήγηση λομιταπίδης με σιμβαστατίνη (βλ. Αντενδείκνυται και Ειδικές προειδοποιήσεις). Επομένως, σε ασθενείς με ομόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία (HoFH), η δόση του συνδυασμού εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 10 mg/40 mg ημερησίως σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη φαρμακευτική αγωγή με λομιταπίδη.
Μέτριας ισχύος αναστολείς του CYP3A4: Ασθενείς που λαμβάνουν άλλα φάρμακα που επισημαίνεται ότι έχουν μέτρια ανασταλτική επίδραση στο CYP3A4, ταυτόχρονα με εζετιμίμπη/σιμβαστατίνη, ιδιαίτερα με υψηλές δόσεις του συνδυασμού, μπορεί να έχουν αυξημένο κίνδυνο μυοπάθειας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Αναστολείς της Πρωτεΐνης Μεταφοράς OATP1B1: Το οξύ της σιμβαστατίνης είναι υπόστρωμα της πρωτεΐνης μεταφοράς OATP1B1. Ταυτόχρονη χορήγηση φαρμακευτικών προϊόντων που είναι αναστολείς της πρωτεΐνης μεταφοράς OATP1B1 μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις του οξέος της σιμβαστατίνης στο πλάσμα και σε αυξημένο κίνδυνο μυοπάθειας (βλ. Αντενδείκνυται και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Αναστολείς της Πρωτεΐνης Αντοχής στον Καρκίνο του Μαστού (BCRP): Η ταυτόχρονη χορήγηση φαρμακευτικών προϊόντων που είναι αναστολείς της BCRP, συμπεριλαμβανομένων προϊόντων που περιέχουν ελμπασβίρη ή γραζοπρεβίρη, μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις της σιμβαστατίνης στο πλάσμα και σε αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης μυοπάθειας (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Χυμός γκρέϊπφρούτ: Ο χυμός γκρέϊπφρούτ αναστέλλει το κυτόχρωμα P450 3A4. Η ταυτόχρονη λήψη μεγάλων ποσοτήτων (πάνω από 1 λίτρο ημερησίως) χυμού γκρέϊπφρούτ και σιμβαστατίνης οδήγησε σε αύξηση κατά 7-φορές της έκθεσης στο οξύ της σιμβαστατίνης. Η λήψη 240 ml χυμού γκρέϊπφρούτ το πρωί και η χορήγηση σιμβαστατίνης το βράδυ οδήγησε επίσης σε μία αύξηση κατά 1,9 φορές. Συνεπώς, η λήψη χυμού γκρέϊπφρούτ κατά την διάρκεια της θεραπείας με εζετιμίμπη/σιμβαστατίνη θα πρέπει να αποφεύγεται.
Κολχικίνη: Έχουν γίνει αναφορές για μυοπάθεια και ραβδομυόλυση με την ταυτόχρονη χορήγηση κολχικίνης και σιμβαστατίνης, σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Συνιστάται στενή κλινική παρακολούθηση ασθενών που λαμβάνουν αυτόν τον συνδυασμό.
Ριφαμπικίνη: Καθώς η ριφαμπικίνη είναι ένας ισχυρός CYP3A4 επαγωγέας, οι ασθενείς που λαμβάνουν μακράς διάρκειας θεραπεία με ριφαμπικίνη (π.χ. θεραπεία για φυματίωση) μπορεί να παρατηρήσουν απώλεια της αποτελεσματικότητας της σιμβαστατίνης. Σε μία φαρμακοκινητική μελέτη σε υγιείς εθελοντές, η επιφάνεια κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης (AUC) στο πλάσμα για το οξύ της σιμβαστατίνης μειώθηκε κατά 93% με ταυτόχρονη χορήγηση ριφαμπικίνης.
Νιασίνη: Έχουν παρατηρηθεί περιπτώσεις μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης με σιμβαστατίνη συγχορηγούμενη με δόσεις νιασίνης, οι οποίες τροποποιούν τα λιπίδια (≥1 g/ημερησίως) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Δαπτομυκίνη: Ο κίνδυνος μυοπάθειας και/ή ραβδομυόλυσης μπορεί να αυξηθεί με την ταυτόχρονη χορήγηση αναστολέων της HMG-CoA αναγωγάσης (π.χ. σιμβαστατίνη και εζετιμίμπη/σιμβαστατίνη) και της δαπτομυκίνης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Tικαγρελόρη: Συγχορήγηση τικαγρελόρης με σιμβαστατίνη αύξησε τη C max της σιμβαστατίνης κατά 81% και την AUC κατά 56% και αύξησε τη C max του οξέος της σιμβαστατίνης κατά 64% και την AUC κατά 52% με κάποιες μεμονωμένες αυξήσεις ίσες με 2 έως 3 φορές. Συγχορήγηση τικαγρελόρης με δόσεις σιμβαστατίνης που ξεπερνούν τα 40 mg ημερησίως μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητες ενέργειες της σιμβαστατίνης και πρέπει να σταθμίζονται έναντι του δυνητικού οφέλους. Δεν υπήρξε επίδραση της σιμβαστατίνης στα επίπεδα της τικαγρελόρης στο πλάσμα. Δεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση της τικαγρελόρης με δόσεις σιμβαστατίνης μεγαλύτερες από 40 mg.
Επιδράσεις του ZETIDEM στη φαρμακοκινητική άλλων φαρμακευτικών προϊόντων
Eζετιμίμπη
Σε προκλινικές μελέτες παρατηρήθηκε ότι η εζετιμίμπη δεν επάγει τα ένζυμα του κυτοχρώματος P450 που μεταβολίζουν τα φάρμακα. Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ της εζετιμίμπης και των φαρμάκων που είναι γνωστό ότι μεταβολίζονται από τα κυτοχρώματα P450 1A2, 2D6, 2C8, 2C9 και 3Α4, ή την Ν-ακετυλοτρανσφεράση.
Αντιπηκτικά: Η ταυτόχρονη χορήγηση της εζετιμίμπης (10 mg μία φορά ημερησίως) δεν είχε σημαντική επίδραση στη βιοδιαθεσιμότητα της βαρφαρίνης και στο χρόνο προθρομβίνης σε μία μελέτη δώδεκα υγιών ενηλίκων ανδρών. Ωστόσο, έχουν γίνει αναφορές μετά την κυκλοφορία για αυξημένη Διεθνή Ομαλοποιημένη Σχέση (INR), σε ασθενείς στους οποίους η εζετιμίμπη προστέθηκε σε βαρφαρίνη ή φλουϊνδιόνη. Εάν ο συνδυασμός εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης προστεθεί σε βαρφαρίνη, άλλο κουμαρινικό αντιπηκτικό, ή φλουϊνδιόνη, το INR πρέπει να παρακολουθείται κατάλληλα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Σιμβαστατίνη: Η σιμβαστατίνη δεν έχει ανασταλτική επίδραση στο P450 3A4. Ως εκ τούτου, δεν αναμένεται να επηρεάσει τα επίπεδα στο πλάσμα άλλων ουσιών που μεταβολίζονται μέσω του κυτοχρώματος P450 3A4.
Αντιπηκτικά χορηγούμενα από το στόμα: Σε δύο κλινικές μελέτες, η μία σε υγιείς εθελοντές και η άλλη σε υπερχοληστερολαιμικούς ασθενείς, η σιμβαστατίνη σε δόσεις 20-40 mg/ημερησίως ενίσχυσε μετρίως την επίδραση των κουμαρινικών αντιπηκτικών: o χρόνος προθρομβίνης, που αναφέρεται ως Διεθνής Ομαλοποιημένη Σχέση (INR), αυξήθηκε σε σχέση με τις αρχικές τιμές από 1,7 σε 1,8 και από 2,6 σε 3,4 στους υγιείς εθελοντές και στους ασθενείς των μελετών, αντιστοίχως. Έχουν αναφερθεί πολύ σπάνιες περιπτώσεις αυξημένου INR. Σε ασθενείς που λαμβάνουν κουμαρινικά αντιπηκτικά, πρέπει να προσδιορίζεται ο χρόνος προθρομβίνης πριν την έναρξη της θεραπείας με συνδυασμό εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης, και αρκετά συχνά κατά την διάρκεια του πρώτου διαστήματος της θεραπείας, ώστε να διασφαλισθεί ότι δεν έχει εμφανισθεί σημαντική μεταβολή στο χρόνο προθρομβίνης. Μόλις εξασφαλισθεί σταθερός χρόνος προθρομβίνης, μπορεί στη συνέχεια οι χρόνοι προθρομβίνης να ελέγχονται στα διαστήματα που συνήθως συνιστώνται για ασθενείς που λαμβάνουν κουμαρινικά αντιπηκτικά. Εάν η δόση του συνδυασμού εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης αλλάξει ή διακοπεί, θα πρέπει να επαναληφθεί η ίδια διαδικασία. Η θεραπεία με σιμβαστατίνη δεν έχει συσχετισθεί με αιμορραγία ή με αλλαγές στο χρόνο προθρομβίνης σε ασθενείς που δεν λαμβάνουν αντιπηκτικά.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-ZETIDEM
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Κατάλογος σε μορφή πίνακα των ανεπιθύμητων ενεργειών (Κλινικές μελέτες)
Ο συνδυασμός εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης (ή συγχορήγηση της εζετιμίμπης και της σιμβαστατίνης ισοδύναμων με το συνδυασμό εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης) έχει αξιολογηθεί για την ασφάλεια σε περίπου 12.000 ασθενείς σε κλινικές δοκιμές.
Η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών έχει κατηγοριοποιηθεί σύμφωνα με τα ακόλουθα:
- Πολύ συχνές (≥ 1/10)
- Συχνές (≥ 1/100, < 1/10)
- Όχι συχνές (≥ 1/1.000, < 1/100)
- Σπάνιες (≥ 1/10.000, < 1/1.000)
- Πολύ σπάνιες (< 1/10.000) συμπεριλαμβανομένων των μεμονωμένων αναφορών
- Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν από τα διαθέσιμα δεδομένα).
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες παρατηρήθηκαν σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με συνδυασμό εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης (N=2.404) και με μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης από το εικονικό φάρμακο (N=1.340).
| Κατηγορία/οργανικό σύστημα | Ανεπιθύμητες ενέργειες | Συχνότητα |
|---|---|---|
| Παρακλινικές εξετάσεις | αυξημένη ALT και/ή AST, αυξημένη CK του αίματος | Συχνές |
| αυξημένη χολερυθρίνη αίματος, αυξημένο ουρικό οξύ στο αίμα, αυξημένη γάμμα-γλουταμυλοτρανσφεράση, αυξημένη τιμή της Διεθνούς Ομαλοποιημένης Σχέσης (INR), παρουσία πρωτεΐνης στα ούρα, μειωμένο βάρος. | Όχι συχνές | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | ζάλη, κεφαλαλγία | Όχι συχνές |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | κοιλιακό άλγος, κοιλιακή δυσφορία, άλγος της άνω κοιλιακής χώρας, δυσπεψία, μετεωρισμός, ναυτία, έμετος | Όχι συχνές |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | κνησμός, εξάνθημα | Όχι συχνές |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | αρθραλγία, μυϊκοί σπασμοί, μυϊκή αδυναμία, μυοσκελετική δυσφορία, αυχενικός πόνος, πόνος στα άκρα | Όχι συχνές |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | εξασθένηση, κόπωση, αίσθημα κακουχίας, περιφερικό οίδημα | Όχι συχνές |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | διαταραχές του ύπνου | Όχι συχνές |
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες παρατηρήθηκαν σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με συνδυασμό εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης (N=9.595) και με μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης από ότι με την χορήγηση στατινών ως μονοθεραπεία (N=8.883).
| Κατηγορία/οργανικό σύστημα | Ανεπιθύμητες ενέργειες | Συχνότητα |
|---|---|---|
| Παρακλινικές εξετάσεις | αυξημένη ALT και/ή AST | Συχνές |
| αυξημένη χολερυθρίνη αίματος, αυξημένη CK του αίματος, αυξημένη γάμμα-γλουταμυλοτρανσφεράση | Όχι συχνές | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | κεφαλαλγία, παραισθησία | Όχι συχνές |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | κοιλιακή διάταση, διάρροια, ξηροστομία, δυσπεψία, μετεωρισμός, νόσος γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης, έμετος | Όχι συχνές |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | κνησμός, εξάνθημα, κνίδωση | Όχι συχνές |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | μυαλγία | Συχνές |
| αρθραλγία, οσφυαλγία, μυϊκοί σπασμοί, μυϊκή αδυναμία, μυοσκελετικός πόνος, πόνος στα άκρα | Όχι συχνές | |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | εξασθένηση, θωρακικό άλγος, κόπωση, περιφερικό οίδημα | Όχι συχνές |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | αϋπνία | Όχι συχνές |
Παιδιατρικός πληθυσμός
Σε μια μελέτη σε έφηβους ασθενείς (ηλικίας 10 έως 17 ετών) με ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία (n=248), παρατηρήθηκαν αυξήσεις στην ALT και/ή AST (≥3X ULN, συνεχόμενα) στο 3% (4 ασθενείς) των ασθενών που έλαβαν εζετιμίμπη/σιμβαστατίνη συγκριτικά με το 2% (2 ασθενείς) στην ομάδα μονοθεραπείας με σιμβαστατίνη. Αυτές οι τιμές ήταν αντίστοιχα 2% (2 ασθενείς) και 0% για αύξηση της CPK (≥10XULN). Δεν αναφέρθηκαν περιπτώσεις μυοπάθειας. Αυτή η δοκιμή δεν ήταν κατάλληλη για σύγκριση των σπάνιων ανεπιθύμητων ενεργειών του φαρμάκου.
Ασθενείς με Στεφανιαία Νόσο και με Ιστορικό Επεισοδίου Οξέος Στεφανιαίου Συνδρόμου (ΟΣΣ)
Στη μελέτη IMPROVE-IT (βλ. Φαρμακοδυναμικές), όπου συμμετείχαν 18.144 ασθενείς, οι οποίοι έλαβαν είτε συνδυασμό εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης 10 mg/40 mg (n=9.067, από τους οποίους στο 6% έγινε τιτλοποίηση προς τα πάνω σε εζετιμίμπη/σιμβαστατίνη 10 mg/80 mg) είτε σιμβαστατίνη 40 mg (n=9.077, από τους οποίους στο 27% έγινε τιτλοποίηση προς τα πάνω σε σιμβαστατίνη 80 mg), τα προφίλ ασφάλειας ήταν παρόμοια κατά τη διάμεση περίοδο παρακολούθησης των 6,0 χρόνων. Τα ποσοστά διακοπής θεραπείας λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν 10,6% σε ασθενείς που έλαβαν συνδυασμό εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης και 10,1% σε ασθενείς που έλαβαν σιμβαστατίνη. Η συχνότητα εμφάνισης μυοπάθειας ήταν 0,2% για το συνδυασμό εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης και 0,1% για τη σιμβαστατίνη, όπου η μυοπάθεια ορίστηκε ως ανεξήγητη μυϊκή αδυναμία ή άλγος, με τιμές της κινάσης της κρεατίνης στον ορό CK≥10 φορές το ανώτερο φυσιολογικό όριο (ULN) ή με δύο διαδοχικές μετρήσεις της CK≥5 και <10 φορές ULN. Η συχνότητα εμφάνισης ραβδομυόλυσης ήταν 0,1% για το συνδυασμό εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης και 0,2% για τη σιμβαστατίνη, όπου η ραβδομυόλυση ορίστηκε ως ανεξήγητη μυϊκή αδυναμία ή άλγος με τιμές της κινάσης της κρεατίνης στον ορό CK≥10 φορές το ULN με ένδειξη νεφρικής κάκωσης, με τιμές CK ≥5 φορές το ULN και <10 φορές το ULN σε δύο διαδοχικές μετρήσεις με ένδειξη νεφρικής κάκωσης ή με τιμές CK≥10.000 IU/l χωρίς ένδειξη νεφρικής κάκωσης. Η συχνότητα εμφάνισης διαδοχικών αυξήσεων των τρανσαμινασών (≥3 Χ ULN) ήταν 2,5% για το συνδυασμό εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης και 2,3% για τη σιμβαστατίνη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με τη χοληδόχο κύστη αναφέρθηκαν στο 3,1% έναντι του 3,5% των ασθενών που ορίστηκε να λάβουν συνδυασμό εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης και σιμβαστατίνη αντίστοιχα. Η συχνότητα εισαγωγής σε νοσοκομείο λόγω χολοκυστεκτομής ήταν 1,5% και στις δύο θεραπευτικές ομάδες. Καρκίνος (που ορίστηκε ως οποιαδήποτε νέα κακοήθεια) διαγνώστηκε κατά τη διάρκεια της δοκιμής στο 9,4% έναντι του 9,5% αντίστοιχα.
Ασθενείς με Χρόνια Νεφρική Νόσο
Στην μελέτη της Καρδιακής και Νεφρικής Προστασίας (Study of Heart and Renal Protection, SHARP) (βλ. Φαρμακοδυναμικές), όπου συμμετείχαν πάνω από 9.000 ασθενείς, οι οποίοι έλαβαν συνδυασμό εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης 10 mg/20 mg ημερησίως (n=4650) ή εικονικό φάρμακο (n=4620), τα προφίλ ασφάλειας ήταν συγκρίσιμα κατά την διάμεση περίοδο παρακολούθησης των 4,9 χρόνων. Σ’ αυτή την δοκιμή καταγράφηκαν μόνον σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες και διακοπή θεραπείας λόγω οποιασδήποτε ανεπιθύμητης ενέργειας. Οι ρυθμοί διακοπής θεραπείας λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν συγκρίσιμοι (10,4% στους ασθενείς που έλαβαν συνδυασμό εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης, 9,8% στους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο). Η συχνότητα εμφάνισης μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης ήταν 0,2% σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία συνδυασμού εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης και 0,1% στους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Διαδοχικές αυξήσεις των τρανσαμινασών (> 3 Χ ULN) εμφανίστηκαν στο 0,7% των ασθενών που έλαβαν συνδυασμό εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης σε σύγκριση με το 0,6% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Σε αυτή τη δοκιμή, δεν υπήρξαν στατιστικά σημαντικές αυξήσεις στην συχνότητα εμφάνισης των προκαθορισμένων ανεπιθύμητων ενεργειών, συμπεριλαμβανομένου του καρκίνου (9,4% για το συνδυασμό εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης, 9,5% για το εικονικό φάρμακο), ηπατίτιδας, χολοκυστεκτομής ή επιπλοκές χολολίθων ή παγκρεατίτιδα.
Εργαστηριακές Τιμές
Σε μελέτες συγχορήγησης, η συχνότητα σημαντικών κλινικά αυξήσεων στις τρανσαμινάσες του ορού (ALT και/ή AST ≥ 3 X ULN, διαδοχικά) ήταν 1,7% για ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με συνδυασμό εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης. Αυτές οι αυξήσεις ήταν γενικά ασυμπτωματικές, δεν σχετίζονταν με χολόσταση και επανέρχονταν στα αρχικά επίπεδα μετά τη διακοπή της θεραπείας ή με συνεχιζόμενη τη θεραπεία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Κλινικά σημαντικές αυξήσεις της CK (> 10 X ULN) παρουσιάσθηκαν σε 0,2% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με συνδυασμό εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης.
Εμπειρία μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου
Οι ακόλουθες επιπρόσθετες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί κατά την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του συνδυασμού εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης ή κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών ή τη χρήση μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου με ένα από τα μεμονωμένα συστατικά.
-
Οφθαλμικές διαταραχές: όραση θαμπή (σπάνια), έκπτωση της όρασης (σπάνια)
-
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος: θρομβοπενία, αναιμία
-
Διαταραχές του νευρικού συστήματος: περιφερική νευροπάθεια, επηρεασμένη μνήμη
-
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα, και του μεσοθωράκιου: βήχας, δύσπνοια, εξαιρετικές περιπτώσεις διάμεσης πνευμονοπάθειας, ειδικά σε μακροχρόνια θεραπεία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Διαταραχές του γαστρεντερικού: δυσκοιλιότητα, παγκρεατίτιδα, γαστρίτιδα.
-
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού: λειχηνοειδή φαρμακευτικά εξανθήματα (πολύ σπάνια) αλωπεκία, πολύμορφο ερύθημα, εξάνθημα, κνίδωση, αγγειοοίδημα.
-
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος: υπερευαισθησία, περιλαμβανομένων των αναφυλακτικών αντιδράσεων· αναφυλαξία (πολύ σπάνια).
-
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού: ρήξη μυός (πολύ σπάνια), μυϊκές κράμπες, μυοπάθεια* (συμπεριλαμβανομένης της μυοσίτιδας), ραβδομυόλυση με ή χωρίς οξεία νεφρική ανεπάρκεια (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), τενοντοπάθεια, σε κάποιες περιπτώσεις με ενδεχόμενη επιπλοκή ρήξης του τένοντα, ανοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθεια (ΙΜΝΜ) (συχνότητα μη γνωστές)**
*Σε μία κλινική δοκιμή, παρουσιάσθηκε μυοπάθεια συνήθως σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με σιμβαστατίνη 80 mg/ ημερησίως σε σύγκριση με ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με 20 mg/ ημερησίως (1,0% έναντι 0,02%, αντιστοίχως) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις).
** Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ορισμένες στατίνες ή μετά την ολοκλήρωση αυτής, υπήρξαν πολύ σπάνιες αναφορές για ανοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθεια (ΙΜΝΜ), μια αυτοάνοση μυοπάθεια. Η ανοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθεια (ΙΜΝΜ) χαρακτηρίζεται κλινικά από: εμμένουσα αδυναμία των εγγύς μυών και αυξημένα επίπεδα κινάσης της κρεατινίνης στον ορό, τα οποία διατηρούνται ακόμη και μετά τη διακοπή της αγωγής με στατίνες, βιοψία των μυών που υποδεικνύει νεκρωτική μυοπάθεια χωρίς σημαντική φλεγμονή, βελτίωση με ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης: μειωμένη όρεξη
-
Αγγειακές διαταραχές: έξαψη, υπέρταση.
-
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης: άλγος
-
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων: ηπατίτιδα/ίκτερος, θανατηφόρα και μη-θανατηφόρα ηπατική ανεπάρκεια, χολολιθίαση, χολοκυστίτιδα
-
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού: στυτική δυσλειτουργία, γυναικομαστία (πολύ σπάνια)
-
Ψυχιατρικές διαταραχές: κατάθλιψη, αϋπνία
Σπανίως έχει αναφερθεί ένα φαινόμενο σύνδρομο υπερευαισθησίας που περιελάμβανε ορισμένα από τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: αγγειοοίδημα, σύνδρομο προσομοιάζον τον ερυθηματώδη λύκο, ρευματική πολυμυαλγία, δερματομυοσίτιδα, αγγειίτιδα, θρομβοκυτοπενία, ηωσινοφιλία, αυξημένη ταχύτητα καθίζησης ερυθροκυττάρων, αρθρίτιδα και αρθραλγία, κνίδωση, αντιδράσεις φωτοευαισθησίας, πυρεξία, έξαψη, δύσπνοια και αίσθημα κακουχίας.
Εργαστηριακές Τιμές: αυξημένες τιμές αλκαλικής φωσφατάσης, μη φυσιολογική τιμή ελέγχου της ηπατικής λειτουργίας. Αυξήσεις στην HbA1c και στα επίπεδα της γλυκόζης ορού σε κατάσταση νηστείας έχουν αναφερθεί με στατίνες, περιλαμβανομένης της σιμβαστατίνης.
Υπήρξαν σπάνιες αναφορές μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου για επηρεασμένη νοητική κατάσταση (π.χ. απώλεια μνήμης, αφηρημάδα, αμνησία, επηρεασμένη μνήμη, σύγχυση) που σχετίζονται με τη χρήση στατίνης, συμπεριλαμβανομένης της σιμβαστατίνης. Οι αναφορές είναι γενικά μη σοβαρές και αναστρέψιμες με την διακοπή της στατίνης, με μεταβλητούς χρόνους έναρξης των συμπτωμάτων (1 ημέρα έως χρόνια) και υποχώρηση των συμπτωμάτων (διάμεση τιμή 3 εβδομάδων).
Οι ακόλουθες επιπρόσθετες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί με ορισμένες στατίνες:
- Διαταραχές κατά τον ύπνο, συμπεριλαμβανομένων των εφιαλτών
- Σεξουαλική δυσλειτουργία
- Σακχαρώδης διαβήτης: Η συχνότητα θα εξαρτηθεί από την παρουσία ή απουσία παραγόντων κινδύνου (γλυκόζη στο αίμα σε κατάσταση νηστείας ≥ 5,6 mmol/L, BMI > 30 kg/m2, αυξημένα τριγλυκερίδια, ιστορικό υπέρτασης).
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-ZETIDEM
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Η αρτηριοσκλήρυνση είναι μία χρόνια διαδικασία, και για το λόγο αυτό η διακοπή της θεραπείας με παράγοντες μείωσης των λιπιδίων κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης θα πρέπει να έχει μικρή επίδραση στο μακροχρόνιο κίνδυνο που σχετίζεται με την πρωτοπαθή υπερχοληστερολαιμία.
Το ZETIDEM αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χορήγηση του συνδυασμού εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Μελέτες σε ζώα με τη θεραπεία συνδυασμού έδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγή (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
Σιμβαστατίνη Η ασφάλεια της σιμβαστατίνης στις εγκυμονούσες γυναίκες δεν έχει τεκμηριωθεί. Δεν έχουν διεξαχθεί ελεγχόμενες κλινικές μελέτες με σιμβαστατίνη σε εγκυμονούσες γυναίκες. Έχουν γίνει σπάνιες αναφορές για συγγενείς ανωμαλίες κατόπιν ενδομήτριας έκθεσης σε αναστολείς της ΗΜG-CoA αναγωγάσης. Ωστόσο, σε μία ανάλυση περίπου 200 κυήσεων που παρακολουθήθηκαν προοπτικά, όπου υπήρξε έκθεση κατά το πρώτο τρίμηνο στη σιμβαστατίνη ή σε άλλο δομικά συγγενή αναστολέα της ΗΜG-CoA αναγωγάσης, η συχνότητα εμφάνισης των συγγενών ανωμαλιών ήταν συγκρίσιμη με αυτή που παρουσιάσθηκε στο γενικό πληθυσμό. Αυτός ο αριθμός των κυήσεων ήταν στατιστικά επαρκής ώστε να αποκλεισθεί μία αύξηση κατά 2,5-φορές ή μεγαλύτερη των συγγενών ανωμαλιών πάνω από την υπάρχουσα συχνότητα.
Αν και δεν υπάρχει ένδειξη ότι η συχνότητα των συγγενών ανωμαλιών σε απογόνους των οποίων οι γονείς λαμβάνουν σιμβαστατίνη ή άλλο δομικά συγγενή αναστολέα της ΗΜG-CoA αναγωγάσης διαφέρει από αυτή που παρατηρήθηκε στο γενικό πληθυσμό, η θεραπεία της μητέρας με σιμβαστατίνη μπορεί να μειώσει τα εμβρυϊκά επίπεδα των μεβαλονικών ενώσεων, τα οποία είναι πρόδρομες ενώσεις της βιοσύνθεσης της χοληστερόλης. Για το λόγο αυτό το ZETIDEM δεν θα πρέπει να χορηγείται σε γυναίκες που εγκυμονούν, που προσπαθούν να συλλάβουν ή υποπτεύονται ότι εγκυμονούν. Η θεραπεία με ZETIDEM θα πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή μέχρις ότου επιβεβαιωθεί ότι δεν υπάρχει εγκυμοσύνη (βλ. Αντενδείξεις).
Eζετιμίμπη Δεν είναι διαθέσιμα κλινικά δεδομένα για τη χορήγηση της εζετιμίμπης κατά τη διάρκεια της κύησης.
Θηλασμός
Το ZETIDEM αντενδείκνυται κατά την διάρκεια της γαλουχίας. Μελέτες σε αρουραίους έδειξαν ότι η εζετιμίμπη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Δεν είναι γνωστό, εάν τα δραστικά συστατικά του ZETIDEM εκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα (βλ. Αντενδείξεις).
Γονιμότητα
Εζετιμίμπη Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα κλινικών δοκιμών σχετικά με τις επιδράσεις της εζετιμίμπης στη γονιμότητα του ανθρώπου. Η εζετιμίμπη δεν είχε καμία επίδραση στη γονιμότητα αρσενικών ή θηλυκών αρουραίων (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
Σιμβαστατίνη Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα κλινικών δοκιμών σχετικά με τις επιδράσεις της σιμβαστατίνης στη γονιμότητα του ανθρώπου. Η σιμβαστατίνη δεν είχε καμία επίδραση στη γονιμότητα αρσενικών και θηλυκών επίμυων (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-ZETIDEM
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες που τροποποιούν τα λιπίδια, Κωδικός ATC: C10BA02
To ZETIDEM (εζετιμίμπη/σιμβαστατίνη) είναι ένα προϊόν που ελαττώνει τα λιπίδια, αναστέλλοντας επιλεκτικά την εντερική απορρόφηση της χοληστερόλης και συναφών φυτικών στερολών και αναστέλλοντας την ενδογενή σύνθεση της χοληστερόλης.
Μηχανισμός δράσης
Συνδυασμός εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης
Η χοληστερόλη του πλάσματος προέρχεται από την εντερική απορρόφηση και την ενδογενή σύνθεση. Το ZETIDEM περιέχει εζετιμίμπη και σιμβαστατίνη, δύο παράγοντες που ελαττώνουν τα λιπίδια με αλληλοσυμπληρούμενο μηχανισμό δράσης. Ο συνδυασμός εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης μειώνει την αυξημένη ολική χοληστερόλη (ολική - C), την LDL - C, την απολιποπρωτεΐνη Β (Αpo B), τα τριγλυκερίδια (ΤG) και την χοληστερόλη με μη-υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη (non HDL-C) και αυξάνει την χοληστερόλη με υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη (HDL-C) μέσω διπλής αναστολής της απορρόφησης και σύνθεσης της χοληστερόλης.
Eζετιμίμπη
Η εζετιμίμπη αναστέλλει την εντερική απορρόφηση της χοληστερόλης. Η εζετιμίμπη χορηγούμενη από το στόμα είναι δραστική και έχει μηχανισμό δράσης που διαφέρει από άλλες κατηγορίες σκευασμάτων που μειώνουν τη χοληστερόλη (π.χ. στατίνες, ενώσεις που δεσμεύουν τα χολικά οξέα (ρητίνες), παράγωγα ινικού οξέος και φυτικές στανόλες). Ο μοριακός στόχος της εζετιμίμπης είναι ο μεταφορέας στερόλης, Niemann-Pick Cl-Like 1 (NPC1L1), που είναι υπεύθυνος για την εντερική απορρόφηση της χοληστερόλης και των φυτοστερολών.
Η εζετιμίμπη εντοπίζεται στις ψηκτροειδείς παρυφές του λεπτού εντέρου και εμποδίζει την απορρόφηση της χοληστερόλης, οδηγώντας σε μείωση της προσαγόμενης εντερικής χοληστερόλης στο ήπαρ. Οι στατίνες μειώνουν τη σύνθεση της χοληστερόλης στο ήπαρ και, από κοινού, οι δύο αυτοί διαφορετικοί μηχανισμοί παρέχουν συμπληρωματική μείωση της χοληστερόλης. Σε μία κλινική μελέτη δύο εβδομάδων σε 18 υπερχοληστερολαιμικούς ασθενείς, η εζετιμίμπη ανέστειλε την απορρόφηση της εντερικής χοληστερόλης κατά 54%, σε σύγκριση με το placebo.
Διεξήχθη μία σειρά προκλινικών μελετών για να προσδιορισθεί η εκλεκτικότητα της εζετιμίμπης στην αναστολή της απορρόφησης της χοληστερόλης. Η εζετιμίμπη ανέστειλε την απορρόφηση της [14C] χοληστερόλης χωρίς καθόλου επίδραση στην απορρόφηση των τριγλυκεριδίων, λιπαρών οξέων, χολικών οξέων, προγεστερόνης, αιθυνυλοιστραδιόλης ή των λιποδιαλυτών βιταμινών Α και D.
Σιμβαστατίνη
Μετά τη χορήγηση από το στόμα, η σιμβαστατίνη, η οποία είναι μία αδρανής λακτόνη, υδρολύεται στο ήπαρ στην αντίστοιχη ενεργό β-υδρόξυοξυ-μορφή, που έχει ισχυρή δραστικότητα στην αναστολή της HMG-CoA αναγωγάσης (3 υδροξυ-3 μεθυλογλουταρυλο CoA αναγωγάση). Αυτό το ένζυμο καταλύει την μετατροπή της HMG-CoA σε μεβαλονικό, ένα πρώιμο και περιοριστικό του ρυθμού στάδιο στη βιοσύνθεση της χοληστερόλης.
Η σιμβαστατίνη έχει δείξει ότι μειώνει τις φυσιολογικές αλλά και τις αυξημένες συγκεντρώσεις της LDL-C. H LDL σχηματίζεται από πολύ χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη (VLDL) και καταβολίζεται κυρίως από τον υψηλής συγγένειας LDL υποδοχέα. Ο μηχανισμός με τον οποίο επιτυγχάνεται μείωση της LDL με τη σιμβαστατίνη, μπορεί να περιλαμβάνει και τη μείωση των συγκεντρώσεων της VLDL χοληστερόλης (VLDL-C) και την επαγωγή του LDL υποδοχέα, οδηγώντας σε μειωμένη παραγωγή και αυξημένο καταβολισμό της LDL-C. Η απολιποπρωτεΐνη Β επίσης μειώνεται ουσιαστικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με σιμβαστατίνη. Επιπρόσθετα, η σιμβαστατίνη αυξάνει μέτρια την HDL-C και μειώνει τα τριγλυκερίδια του πλάσματος. Ως αποτέλεσμα αυτών των αλλαγών, οι λόγοι της ολικής χοληστερόλης προς την HDL-C και της LDL- προς την HDL-C μειώνονται.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες, ο συνδυασμός εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης μείωσε σημαντικά την ολική C, LDL-C, ApoB, τα τριγλυκερίδια (ΤG) και τη μη HDL-C και αύξησε την ΗDL-C σε ασθενείς με υπερχοληστερολαιμία.
Πρόληψη των Καρδιαγγειακών Συμβαμάτων
Ο συνδυασμός εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης έχει αποδειχθεί ότι μειώνει τα μείζονα καρδιαγγειακά συμβάματα σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο και με ιστορικό επεισοδίου Οξέος Στεφανιαίου Συνδρόμου (ΟΣΣ).
Η IMPROVE-IT (IMProved Reduction of Outcomes: Vytorin Efficacy International Trial), ήταν μία πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με ενεργό παράγοντα μελέτη με 18.144 ασθενείς, οι οποίοι εντάχθηκαν εντός 10 ημερών από την εισαγωγή τους σε νοσοκομείο για οξύ στεφανιαίο σύνδρομο (ΟΣΣ, είτε οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου [ΟΕΜ], είτε ασταθής στηθάγχη [ΑΣ]). Οι ασθενείς είχαν LDL-C≤125 mg/dl (≤3,2 mmol/l) κατά την εκδήλωση του Οξέος Στεφανιαίου Συνδρόμου (ΟΣΣ) εάν δεν λάμβαναν υπολιπιδαιμική θεραπεία, ή ≤100 mg/dl (≤2,6 mmol/l) εάν λάμβαναν υπολιπιδαιμική θεραπεία. Όλοι οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε μια αναλογία 1:1 να λάβουν είτε εζετιμίμπη/σιμβαστατίνη 10 mg/40 mg (n=9.067) είτε σιμβαστατίνη 40 mg (n=9.077) και με διάμεση περίοδο παρακολούθησης 6,0 χρόνων.
Οι ασθενείς είχαν μέση ηλικία 63,6 έτη, το 76% ήταν άνδρες, το 84% ήταν Καυκάσιοι και το 27% ήταν διαβητικοί. Η μέση τιμή της LDL-C κατά τη χρονική στιγμή του συμβάντος ένταξης στη μελέτη ήταν 80 mg/dl (2,1 mmol/l) για εκείνους που λάμβαναν υπολιπιδαιμική θεραπεία (n=6.390) και 101 mg/dl (2,6 mmol/l) για εκείνους που δεν είχαν λάβει προηγούμενη υπολιπιδαιμική θεραπεία (n=11.594). Πριν την εισαγωγή στο νοσοκομείο λόγω επεισοδίου οξέος στεφανιαίου συνδρόμου (ΟΣΣ), το 34% των ασθενών λάμβαναν θεραπεία με στατίνη. Στον ένα χρόνο, η μέση LDL-C σε ασθενείς που συνέχισαν τη θεραπεία ήταν 53,2 mg/dl (1,4 mmol/l) για την ομάδα του συνδυασμού εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης και 69,9 mg/dl (1,8 mmol/l) για την ομάδα που έλαβε μονοθεραπεία με σιμβαστατίνη. Τιμές λιπιδίων ελήφθησαν γενικά σε ασθενείς που παρέμειναν στη θεραπεία της μελέτης.
Το κύριο καταληκτικό σημείο ήταν σύνθεση αποτελούμενη από θάνατο καρδιαγγειακής αιτιολογίας, από μείζονα στεφανιαία συμβάματα (ΜΣΣ, που ορίζονται ως μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου, τεκμηριωμένη ασταθής στηθάγχη που χρήζει εισαγωγής σε νοσοκομείο ή οποιαδήποτε επέμβαση στεφανιαίας επαναγγείωσης που πραγματοποιήθηκε τουλάχιστον 30 ημέρες μετά την τυχαιοποιημένη ανάθεση θεραπείας) και μη θανατηφόρο εγκεφαλικό επεισόδιο. Η μελέτη έδειξε ότι η θεραπεία με συνδυασμό εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης παρείχε επιπρόσθετο όφελος στη μείωση του κύριου σύνθετου καταληκτικού σημείου του θανάτου καρδιαγγειακής αιτιολογίας, των μειζόνων στεφανιαίων συμβαμάτων (ΜΣΣ) και του μη θανατηφόρου εγκεφαλικού επεισοδίου σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία σιμβαστατίνης (μείωση σχετικού κινδύνου κατά 6,4%, p=0,016). To κύριο καταληκτικό σημείο συνέβη στους 2.572 από τους 9.067 ασθενείς (ποσοστό Kaplan-Meier [KM] 7-χρόνων 32,72%) στην ομάδα του συνδυασμού εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης και στους 2.742 από τους 9.077 ασθενείς (ποσοστό ΚΜ 7-χρόνων 34,67%) στην ομάδα μονοθεραπείας με σιμβαστατίνη (βλέπε Σχήμα 1 και Πίνακα 1.) Η ολική θνησιμότητα ήταν αμετάβλητη σε αυτή την ομάδα υψηλού κινδύνου (Βλέπε Πίνακα 1).
Υπήρξε ένα συνολικό όφελος σε όλα τα εγκεφαλικά επεισόδια. Ωστόσο, υπήρξε μια μικρή μη σημαντική αύξηση στο αιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο στην ομάδα της εζετιμίμπης-σιμβαστατίνης σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία σιμβαστατίνης (βλέπε Πίνακα 1). Ο κίνδυνος αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου από τη συγχορήγηση εζετιμίμπης με ισχυρότερες στατίνες σε μακροχρόνιες μελέτες έκβασης δεν έχει αξιολογηθεί.
Τα αποτελέσματα της αγωγής με εζετιμίμπη/σιμβαστατίνη σε πολλές υποομάδες ασθενών συμπεριλαμβανομένου φύλου, ηλικίας, φυλής, ιατρικού ιστορικού σακχαρώδους διαβήτη, επιπέδων λιπιδίων κατά την ένταξη στη μελέτη, προηγούμενης θεραπείας με στατίνη, προηγούμενου εγκεφαλικού επεισοδίου και υπέρτασης, ήταν γενικά σε συμφωνία με τα συνολικά αποτελέσματα της μελέτης.
Σχήμα 1: Επίδραση του συνδυασμού εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης στο Κύριο Σύνθετο Καταληκτικό Σημείο του Θανάτου Καρδιαγγειακής Αιτιολογίας, του Μείζονος Στεφανιαίου Συμβάματος ή του Μη θανατηφόρου Εγκεφαλικού Επεισοδίου
Πίνακας 1
Μείζονα Καρδιαγγειακά Συμβάματα ανά Ομάδα Θεραπείας σε Όλους τους Ασθενείς που Τυχαιοποιήθηκαν στην IMPROVE-IT
| Έκβαση | Εζετιμίμπη/σιμβαστατίνη 10 mg/40 mga (N=9.067) n K-M%c | Σιμβαστατίνη 40 mgb (N=9.077) n K-M%c | Σχετικός Κίνδυνος (95% CI) | τιμή-p |
|---|---|---|---|---|
| Κύριο Σύνθετο Καταληκτικό Σημείο Αποτελεσματικότητας (Θάνατος καρδιαγγειακής αιτιολογίας, Μείζονα Στεφανιαία Συμβάματα και μη θανατηφόρο εγκεφαλικό επεισόδιο) | 2572 32,72% | 2742 34,67% | 0,936 (0,887, 0,988) | 0,016 |
| Θάνατος από Στεφανιαία Νόσο, μη θανατηφόρο Έμφραγμα του Μυοκαρδίου, επείγουσα στεφανιαία επαναγγείωση μετά από 30 ημέρες | 1322 17,52% | 1448 18,88% | 0,912 (0,847, 0,983) | 0,016 |
| Μείζονα Στεφανιαία Συμβάματα (ΜΣΣ), μη θανατηφόρο εγκεφαλικό επεισόδιο, θάνατος (όλες οι αιτιολογίες) | 3089 38,65% | 3246 40,25% | 0,948 (0,903, 0,996) | 0,035 |
| Θάνατος καρδιαγγειακής αιτιολογίας, μη θανατηφόρο Έμφραγμα του Μυοκαρδίου, ασταθής στηθάγχη που απαιτεί εισαγωγή σε νοσοκομείο, οποιαδήποτε επαναγγείωση, μη θανατηφόρο εγκεφαλικό επεισόδιο | 2716 34,49% | 2869 36,20% | 0,945 (0,897, 0,996) | 0,035 |
| Δευτερεύοντα Σύνθετα Καταληκτικά Σημεία Αποτελεσματικότητας | ||||
| Στοιχεία Κύριου Σύνθετου Καταληκτικού Σημείου και Επιλεγμένα Καταληκτικά Σημεία Αποτελεσματικότητας (πρώτη εμφάνιση συγκεκριμένου συμβάντος οποιαδήποτε χρονική στιγμή) | ||||
| Θάνατος καρδιαγγειακής αιτιολογίας | 537 6,89% | 538 6,84% | 1,000 (0,887, 1,127) | 0,997 |
| Μη θανατηφόρο Έμφραγμα Μυοκαρδίου | 945 12,77% | 1083 14,41% | 0,871 (0,798, 0,950) | 0,002 |
| Ασταθής στηθάγχη που απαιτεί εισαγωγή σε νοσοκομείο | 156 2,06% | 148 1,92% | 1,059 (0,846, 1,326) | 0,618 |
| Στεφανιαία επαναγγείωση μετά από 30 ημέρες | 1690 21,84% | 1793 23,36% | 0,947 (0,886, 1,012) | 0,107 |
| Μη θανατηφόρο εγκεφαλικό επεισόδιο | 245 3,49% | 305 4,24% | 0,802 (0,678, 0,949) | 0,010 |
| Όλα τα Εμφράγματα Μυοκαρδίου (θανατηφόρα και μη θανατηφόρα) | 977 13,13% | 1118 14,82% | 0,872 (0,800, 0,950) | 0,002 |
| Όλα τα εγκεφαλικά επεισόδια (θανατηφόρα και μη θανατηφόρα) | 296 4,16% | 345 4,77% | 0,857 (0,734, 1,001) | 0,052 |
| Μη αιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιοd | 242 3,48% | 305 4,23% | 0,793 (0,670, 0,939) | 0,007 |
| Αιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο | 59 0,77% | 43 0,59% | 1,377 (0,930, 2,040) | 0,110 |
| Θάνατος από οποιαδήποτε αιτιολογία | 1215 15,36% | 1231 15,28% | 0,989 (0,914, 1,070) | 0,782 |
a Στο 6% έγινε τιτλοποίηση προς τα πάνω σε εζετιμίμπη/σιμβαστατίνη 10 mg/80 mg. b Στo 27% έγινε τιτλοποίηση προς τα πάνω σε σιμβαστατίνη 80 mg. c Εκτίμηση Kaplan-Meier στα 7 χρόνια. d περιλαμβάνει ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή εγκεφαλικό επεισόδιο μη προσδιορισμένου τύπου.
Πρωτοπαθής Υπερχοληστερολαιμία
Σε μία διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, διάρκειας 8 εβδομάδων, 240 ασθενείς με υπερχοληστερολαιμία που ελάμβαναν ήδη μονοθεραπεία με σιμβαστατίνη και δεν είχαν επιτύχει το στόχο στην μείωση της LDL-C (2,6 ως 4,1 mmol/l [100 ως 160 mg/dl], ανάλογα με τα αρχικά χαρακτηριστικά), σύμφωνα με το πρόγραμμα Νational Cholesterol Education Program (NCEP), τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν είτε εζετιμίμπη 10 mg είτε εικονικό φάρμακο επιπρόσθετα της τρέχουσας θεραπείας με σιμβαστατίνη. Μεταξύ των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με σιμβαστατίνη, και που δεν βρίσκονταν στο στόχο LDL-C στην έναρξη της μελέτης (~80%), σημαντικά περισσότεροι ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν σε εζετιμίμπη συγχορηγούμενη με σιμβαστατίνη πέτυχαν τον στόχο LDL-C στο τέλος της μελέτης, σε σύγκριση με ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν σε εικονικό φάρμακο συγχορηγούμενο με σιμβαστατίνη, 76% και 21,5%, αντιστοίχως.
Οι αντίστοιχες μειώσεις LDL-C για την εζετιμίμπη ή το εικονικό φάρμακο που συγχορηγήθηκε με σιμβαστατίνη ήταν επίσης σημαντικά διαφορετικές (27% ή 3% αντιστοίχως). Επιπλέον, η εζετιμίμπη συγχορηγούμενη με σιμβαστατίνη μείωσε σημαντικά την ολική C, την Apo B και τα τριγλυκερίδια (ΤG), σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο που συγχορηγήθηκε με σιμβαστατίνη.
Σε μία πολυκεντρική, διπλά -τυφλή μελέτη, διάρκειας 24 εβδομάδων, 214 ασθενείς με τύπου 2 σακχαρώδη διαβήτη που έλαβαν θεραπεία με θειαζολιδινεδιόνες (ροσιγλιταζόνη ή πιογλιταζόνη), για τουλάχιστον 3 μήνες, και σιμβαστατίνη 20 mg τουλάχιστον για 6 εβδομάδες, με μέση τιμή LDL-C 2,4 mmol/L (93 mg/dl), τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν είτε σιμβαστατίνη 40 mg ή τα συγχορηγούμενα δραστικά συστατικά ισοδύναμα με το συνδυασμό εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης 10mg/20mg. Ο συνδυασμός εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης 10mg/20mg ήταν σημαντικά περισσότερο αποτελεσματικός από την διπλάσια δόση σιμβαστατίνης ως τα 40 mg στην περαιτέρω μείωση της LDL-C (-21% και 0% αντιστοίχως), της ολικής-C (-14% και -1% αντιστοίχως), της Apo B (-14% και -2% αντιστοίχως), και της χοληστερόλης μη-υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνης (non HDL-C) (-20% και -2% αντιστοίχως), πέρα από τη μείωση που παρατηρήθηκε με σιμβαστατίνη 20 mg. Τα αποτελέσματα για την HDL-C και TG μεταξύ των δύο ομάδων θεραπείας δεν διέφεραν σημαντικά. Τα αποτελέσματα δεν είχαν επηρεασθεί από το είδος της θεραπείας με θειαζολιδινεδιόνη.
Η αποτελεσματικότητα των διαφορετικών δοσολογικών περιεκτικοτήτων του συνδυασμού εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης (10 mg/10 mg ως 10 mg/80 mg ημερησίως) έχει αποδειχθεί σε μία πολυκεντρική, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη διάρκειας 12 εβδομάδων, που συμπεριέλαβε όλες τις διαθέσιμες δόσεις του συνδυασμού εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης και όλες τις σχετιζόμενες δόσεις σιμβαστατίνης. Όταν συγκρίθηκαν οι ασθενείς που έλαβαν όλες τις δόσεις του συνδυασμού εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης με τους ασθενείς που έλαβαν όλες τις δόσεις σιμβαστατίνης, ο συνδυασμός εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης μείωσε σημαντικά την ολική C, την LDL-C και τα TG (βλέπε Πίνακα 2) καθώς και την Apo B (-42% και -29% αντιστοίχως), τη μη-HDL-C (-49% και -34% αντιστοίχως) και C-αντιδρώσα πρωτεΐνη (- 33% και - 9% αντιστοίχως). Οι επιδράσεις του συνδυασμού εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης στην HDL-C ήταν παρόμοιες με τις επιδράσεις που παρουσιάσθηκαν με τη σιμβαστατίνη. Περαιτέρω ανάλυση έδειξε ότι ο συνδυασμός εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης αύξησε σημαντικά την HDL-C σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (placebo).
Πίνακας 2
Ανταπόκριση στο συνδυασμό εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης σε ασθενείς με Πρωτοπαθή Υπερχοληστερολαιμία (Μέσηα% Μεταβολή από την αρχική τιμή χωρίς θεραπεία β)
| Θεραπεία (Ημερήσια δοσολογία) | N | Ολική -C | LDL-C | HDL-C | TGα |
|---|---|---|---|---|---|
| Συγκεντρωτικά στοιχεία (Όλες οι δοσολογίες του συνδυασμού εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης) γ | 353 | -38 | -53 | +8 | -28 |
| Συγκεντρωτικά στοιχεία (Όλες οι δοσολογίες της σιμβαστατίνης) γ | 349 | -26 | -38 | +8 | -15 |
| Εζετιμίμπη 10 mg | 92 | -14 | -20 | +3 | -13 |
| Εικονικό φάρμακο | 93 | +2 | +3 | +7 | -2 |
| Εζετιμίμπη/σιμβαστατίνη ανά δοσολογία | |||||
| 10/10 | 87 | -32 | -46 | +9 | -21 |
| 10/20 | 86 | -37 | -51 | +8 | -31 |
| 10/40 | 89 | -39 | -55 | +9 | -32 |
| 10/80 | 91 | -43 | -61 | +6 | -28 |
| Σιμβαστατίνη ανά δοσολογία | |||||
| 10 mg | 81 | -21 | -31 | +5 | -4 |
| 20 mg | 90 | -24 | -35 | +6 | -14 |
| 40 mg | 91 | -29 | -42 | +8 | -19 |
| 87 mg | 87 | -32 | -46 | +11 | -26 |
α Για τριγλυκερίδια, διάμεση% μεταβολή από την αρχική τιμή β Αρχική τιμή - χωρίς κανένα φάρμακο που μειώνει τα λιπίδια γ Οι συγκεντρωτικές δόσεις του συνδυασμού εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης (10/10-10/80), μείωσαν σημαντικά την ολικήC, LDL-C, και TG, σε σύγκριση με τη σιμβαστατίνη και αύξησαν σημαντικά την HDL-C σε σύγκριση με το placebo.
Σε μία παρόμοια σχεδιασμένη μελέτη, τα αποτελέσματα για όλες τις παραμέτρους λιπιδίων ήταν γενικά σε συμφωνία. Σε μία συγκεντρωτική ανάλυση αυτών των δύο κλινικών μελετών, η ανταπόκριση των λιπιδίων στο συνδυασμό εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης ήταν παρόμοια σε ασθενείς με επίπεδα τριγλυκεριδίων μεγαλύτερα από ή μικρότερα από 200 mg/dl.
Σε μία πολυκεντρική, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη κλινική μελέτη (ENHANCE), 720 ασθενείς με ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν εζετιμίμπη 10 mg σε συνδυασμό με σιμβαστατίνη 80 mg (n=357) ή σιμβαστατίνη 80 mg (n=363) για 2 χρόνια. Ο πρωταρχικός σκοπός της μελέτης ήταν να ερευνήσει την επίδραση της θεραπείας συνδυασμού εζετιμίμπη/σιμβαστατίνη στο πάχος του έσω-μέσου χιτώνα της καρωτιδικής αρτηρίας (ΙΜΤ) σε σύγκριση με την μονοθεραπεία σιμβαστατίνης. Η επίδραση αυτού του ενδιάμεσου δείκτη στην καρδιαγγειακή νοσηρότητα και θνησιμότητα δεν έχει ακόμα δειχθεί.
Το πρωταρχικό τελικό σημείο της μελέτης, η αλλαγή στη μέση ΙΜΤ και των έξι τμημάτων της καρωτίδας, δεν διέφερε σημαντικά (p=0,29) μεταξύ των δύο ομάδων θεραπείας όπως μετρήθηκε από υπέρηχο B-mode. Η εζετιμίμπη 10 mg σε συνδυασμό με σιμβαστατίνη 80 mg ή η σιμβαστατίνη 80 mg μόνη της, περιόρισαν το πάχος του έσω-μέσου χιτώνα καρωτίδας κατά 0,0111 mm και 0,0058 mm αντίστοιχα, καθ’ όλη τη 2 ετή διάρκεια της μελέτης (αρχική μέση τιμή ΙΜΤ 0,68 mm και 0,69 mm αντιστοίχως).
Η εζετιμίμπη 10 mg σε συνδυασμό με σιμβαστατίνη 80 mg μείωσε σημαντικά τις LDL-C, ολική-C, Apo B, και TG, περισσότερο από τη σιμβαστατίνη 80 mg. Η εκατοστιαία αύξηση της HDL-C ήταν όμοια και στις δύο θεραπευτικές ομάδες. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν για την εζετιμίμπη 10 mg σε συνδυασμό με σιμβαστατίνη 80 mg ήταν σύμφωνα με το γνωστό προφίλ ασφάλειας τους.
Ο συνδυασμός εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης περιέχει σιμβαστατίνη. Σε δύο μεγάλες ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες, τη Σκανδιναβική Μελέτη Επιβίωσης της Σιμβαστατίνης (20-40 mg, Ν=4.444 ασθενείς) και τη Μελέτη Καρδιακής Προστασίας (40 mg, Ν= 20.536 ασθενείς), αξιολογήθηκαν οι επιδράσεις της θεραπείας με σιμβαστατίνη σε ασθενείς με υψηλό κίνδυνο στεφανιαίου επεισοδίου λόγω υπάρχουσας στεφανιαίας καρδιακής νόσου, διαβήτη, νόσου των περιφερικών αγγείων, ιστορικού εγκεφαλικού επεισοδίου ή άλλης αγγειοεγκεφαλικής νόσου. Η σιμβαστατίνη έχει αποδειχθεί ότι μειώνει: τον κίνδυνο της ολικής θνησιμότητας, μειώνοντας τους θανάτους από στεφανιαία καρδιακή νόσο (CHD), τον κίνδυνο μη θανατηφόρων εμφραγμάτων του μυοκαρδίου και εγκεφαλικών επεισοδίων και την ανάγκη εφαρμογής επεμβάσεων στεφανιαίας και μη στεφανιαίας επαναγγείωσης.
Κατά την Μελέτη Αποτελεσματικότητας Επιπλέον Μειώσεων της Χοληστερόλης και Ομοκυστεΐνης (SEARCH) αξιολογήθηκε το αποτέλεσμα της θεραπείας με σιμβαστατίνη 80 mg έναντι 20 mg (διάμεσος χρόνος παρακολούθησης 6,7 χρόνια) σχετικά με αγγειακά επεισόδια μείζονος σημασίας (ΑΕΜΣ, ορίζεται ως θανατηφόρα ΣΚΝ, μη-θανατηφόρα ΕΜ, διαδικασία στεφανιαίας επαναγγείωσης, μη-θανατηφόρο ή θανατηφόρο εγκεφαλικό επεισόδιο, ή διαδικασία περιφερικής επαναγγείωσης) σε 12.064 ασθενείς με ιστορικό εμφράγματος μυοκαρδίου. Δεν υπήρξε σημαντική διαφορά στη συχνότητα των ΑΕΜΣ μεταξύ των 2 ομάδων, σιμβαστατίνη 20 mg (n = 1553 25,7%) έναντι σιμβαστατίνης 80 mg (n = 1477, 24,5%); RR 0,94, 95% CI: 0,88 έως 1,01. Η απόλυτη διαφορά σχετικά με την LDL-C μεταξύ των δύο ομάδων κατά την διάρκεια της μελέτης ήταν 0,35 ± 0,01 mmol/L. Τα προφίλ ασφάλειας ήταν παρόμοια μεταξύ των 2 ομάδων θεραπείας, εκτός του ότι η συχνότητα μυοπάθειας ήταν περίπου 1,0% σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με σιμβαστατίνη 80 mg σε σύγκριση με 0,02% σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με σιμβαστατίνη 20 mg. Περίπου το ήμισυ αυτών των περιστατικών μυοπάθειας παρουσιάσθηκε κατά τον πρώτο χρόνο θεραπείας. Η συχνότητα μυοπάθειας κατά την διάρκεια κάθε επόμενου χρόνου θεραπείας ήταν περίπου 0,1%.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Σε μια πολυκεντρική διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη μελέτη, 142 αγόρια (σταδίου ΙΙ κατά Tanner και άνω) και 106 κορίτσια μετά την εμμηναρχή, ηλικίας 10 έως 17 ετών (μέσος όρος ηλικίας 14,2 χρόνια) με ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία (HeFH) με αρχικά επίπεδα τιμής της LDL-C μεταξύ 4,1 και 10,4 mmol/l τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν είτε εζετιμίμπη 10 mg, συγχορηγούμενη με σιμβαστατίνη (10, 20 ή 40 mg), είτε μόνο σιμβαστατίνη (10, 20 ή 40 mg) για 6 εβδομάδες, εζετιμίμπη συγχορηγούμενη με 40 mg σιμβαστατίνης ή 40 mg σιμβαστατίνης ως μονοθεραπεία για επιπλέον 27 εβδομάδες, και στη συνέχεια σε ανοικτή μελέτη συγχορηγούμενη εζετιμίμπη και σιμβαστατίνη (10 mg, 20 mg ή 40 mg) για 20 εβδομάδες.
Την εβδομάδα 6, η εζετιμίμπη συγχορηγούμενη με σιμβαστατίνη (σε όλες τις δόσεις) μείωσε σημαντικά την ολική C (38% vs 26%), την LDL-C (49% vs 34%), την Apo B (39% vs 27%) και την μη-HDL-C (47% vs 33%) συγκριτικά με την χορήγηση σιμβαστατίνης ως μονοθεραπεία (σε όλες τις δόσεις). Τα αποτελέσματα για τις δύο ομάδες θεραπείας ήταν παρόμοια για τα τριγλυκερίδια (TG) και την HDL-C (-17% vs -12% και +7% vs +6%, αντίστοιχα). Την εβδομάδα 33, τα αποτελέσματα ήταν σύμφωνα με εκείνα της εβδομάδας 6, και σημαντικά περισσότεροι ασθενείς που λάμβαναν εζετιμίμπη και 40 mg σιμβαστατίνης (62%) είχαν επιτύχει τον ιδανικό στόχο σύμφωνα με το πρόγραμμα Νational Cholesterol Education Program (NCEP) APP (<2,8 mmol/L[110 mg/dl]) σε σύγκριση με την LDL-C σε όσους έλαβαν 40 mg σιμβαστατίνης (25%). Την εβδομάδα 53, κατά το τέλος της παράτασης της ανοιχτής μελέτης, οι επιδράσεις στις παραμέτρους των λιπιδίων διατηρήθηκαν.
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της εζετιμίμπης συγχορηγούμενης με δόσεις σιμβαστατίνης πάνω από 40 mg ημερησίως δεν έχει μελετηθεί σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 10 έως 17 ετών. Δεν έχει μελετηθεί η μακροχρόνια αποτελεσματικότητα της θεραπείας με εζετιμίμπη σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 17 ετών για την μείωση της νοσηρότητας και της θνησιμότητας κατά την ενηλικίωση.
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με εζετιμίμπη/σιμβαστατίνη σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στην Υπερχοληστερολαιμία (βλ. Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
Ομόζυγος Οικογενής Υπερχοληστερολαιμία (ΗoFH)
Μία διπλά-τυφλή, τυχαιοποιημένη μελέτη, διάρκειας 12 εβδομάδων διεξήχθη σε ασθενείς με κλινική και/ή γονοτυπική διάγνωση της ομόζυγης οικογενούς υπερχοληστερολαιμίας (HoFH). Αναλύθηκαν τα στοιχεία μίας υποομάδας ασθενών (n=14), που ελάμβαναν σιμβαστατίνη 40 mg κατά την έναρξη. Αύξηση της δόσης της σιμβαστατίνης από 40 σε 80 mg (n=5), προκάλεσε μείωση της LDL-C κατά 13% σε σχέση με την αρχική τιμή υπό σιμβαστατίνη 40 mg. Η συγχορήγηση της εζετιμίμπης και της σιμβαστατίνης ισοδύναμης με το συνδυασμό εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης (10 mg/40 mg και 10 mg/80 mg συγκεντρωτικά, n=9), προκάλεσε μείωση της LDL-C κατά 23% σε σχέση με την αρχική τιμή υπό σιμβαστατίνη 40 mg. Σ’ αυτούς τους ασθενείς που συγχορηγήθηκε εζετιμίμπη και σιμβαστατίνη ισοδύναμες με το συνδυασμό εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης (10 mg/80 mg, n=5), παρουσιάσθηκε μείωση της LDL-C κατά 29% σε σχέση με την αρχική τιμή υπό σιμβαστατίνη 40 mg.
Πρόληψη των Μειζόνων Αγγειακών Συμβαμάτων στην Χρόνια Νεφρική Νόσο (ΧΝΝ)
Η μελέτη Καρδιακής και Νεφρικής Προστασίας (SHARP) ήταν μια πολυεθνική, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, διπλά-τυφλή μελέτη που διεξήχθη σε 9.438 ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο, το ένα τρίτο των οποίων υποβάλλονταν σε αιμοκάθαρση κατά την έναρξη. Συνολικά 4.650 ασθενείς ορίσθηκε να λάβουν εζετιμίμπη/σιμβαστατίνη 10 mg/20 mg και 4620 ασθενείς εικονικό φάρμακο με ένα διάμεσο διάστημα παρακολούθησης 4,9 χρόνων. Οι ασθενείς είχαν έναν μέσο όρο ηλικίας 62 ετών και το 63% ήταν άνδρες, το 72% Καυκάσιοι, το 23% διαβητικοί και για όσους δεν υποβάλλονταν σε αιμοκάθαρση ο μέσος εκτιμώμενος ρυθμός σπειραματικής διήθησης (eGFR) ήταν 26,5 ml/min/1,73 m2. Τα λιπίδια δεν αποτέλεσαν κριτήρια ένταξης στην μελέτη. Η μέση LDL-C κατά την έναρξη ήταν 108 mg/dl. Μετά από έναν χρόνο, η LDL-C μειώθηκε στο 26%, σε σχέση με το εικονικό φάρμακο, με σιμβαστατίνη 20 mg ως μονοθεραπεία και 38% με το συνδυασμό εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης 10 mg/20mg, συμπεριλαμβανομένων των ασθενών που δεν λάμβαναν πια την φαρμακευτική αγωγή της μελέτης.
Η καθορισμένη από το πρωτόκολλο της μελέτης SHARP πρωταρχική σύγκριση, ήταν μια ανάλυση πρόθεσης-για-θεραπεία των “μειζόνων αγγειακών συμβαμάτων” (ΑΕΜΣ, ορίζεται ως μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου ή καρδιακός θάνατος, εγκεφαλικό επεισόδιο ή οποιαδήποτε επέμβαση επαναγγείωσης) μόνον σε εκείνους τους ασθενείς που αρχικά τυχαιοποιήθηκαν στις ομάδες συνδυασμού εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης (n=4193) ή εικονικού φαρμάκου (n=4191). Δευτερεύουσες αναλύσεις περιελάμβαναν την ίδια σύνθεση που αναλύθηκε για την πλήρη ομάδα που τυχαιοποιήθηκε (κατά την έναρξη της μελέτης ή κατά το έτος 1) σε συνδυασμό εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης (n=4650) ή σε εικονικό φάρμακο (n=4620), καθώς επίσης και τα στοιχεία αυτής της σύνθεσης.
Το κύριο τελικό σημείο της ανάλυσης έδειξε ότι ο συνδυασμός εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης μείωσε σημαντικά τον κίνδυνο μειζόνων αγγειακών συμβαμάτων (749 ασθενείς με συμβάματα στην ομάδα με εικονικό φάρμακο έναντι 639 στην ομάδα του συνδυασμού εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης) με μείωση του σχετικού κινδύνου κατά 16% (p=0,001). Ωστόσο, ο σχεδιασμός αυτής της μελέτης δεν επέτρεψε μια διακριτή συμβολή της εζετιμίμπης ως μεμονωμένης δραστικής ουσίας στην αποτελεσματικότητα στην σημαντική μείωση του κινδύνου των μειζόνων αγγειακών συμβαμάτων, σε ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο (ΧΝΝ).
Τα επιμέρους στοιχεία των Μειζόνων Αγγειακών Συμβαμάτων (ΑΕΜΣ) σε όλους τους ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν παρουσιάζονται στον Πίνακα 3. Ο συνδυασμός εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης μείωσε σημαντικά τον κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου και οποιασδήποτε επαναγγείωσης με μη-σημαντικές αριθμητικές διαφορές υπέρ του συνδυασμού εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης όσον αφορά το μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου και τον καρδιακό θάνατο.
Πίνακας 3
Μείζονα Αγγειακά Συμβάματα ανά Ομάδα Θεραπείας στους ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν στην μελέτη SHARPα
| Έκβαση | Εζετιμίμπη/σιμβαστατίνη 10 mg/20 mg (N=4650) | Εικονικό φάρμακο (N=4620) | Αναλογία Κινδύνου (95% CI) | P-τιμή |
|---|---|---|---|---|
| Μείζονα Αγγειακά Συμβάματα | 701 (15,1%) | 814 (17,6%) | 0,85 (0,77-0,94) | 0,001 |
| Μη θανατηφόρο Έμφραγμα Μυοκαρδίου | 134 (2,9%) | 159 (3,4%) | 0,84 (0,66-1,05) | 0,12 |
| Καρδιακός θάνατος | 253 (5,4%) | 272 (5,9%) | 0,93 (0,78-1,10) | 0,38 |
| Οποιοδήποτε εγκεφαλικό επεισόδιο | 171 (3,7%) | 210 (4,5%) | 0,81 (0,66-0,99) | 0,038 |
| Μη-αιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο | 131 (2,8%) | 174 (3,8%) | 0,75 (0,60-0,94) | 0,011 |
| Αιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο | 45 (1,0%) | 37 (0,8%) | 1,21 (0,78-1,86) | 0,40 |
| Οποιαδήποτε επαναγγείωση | 284 (6,1%) | 352 (7,6%) | 0,79 (0,68-0,93) | 0,004 |
| Μείζονα Αθηροσκληρωτικά Συμβάματα (MAE)β | 526 (11,3%) | 619 (13,4%) | 0,83 (0,74-0,94) | 0,002 |
α Ανάλυση πρόθεσης-για-θεραπεία σε όλους τους ασθενείς της μελέτης SHARP που τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν εζετιμίμπη/σιμβαστατίνη ή εικονικό φάρμακο είτε κατά την έναρξη είτε κατά τον χρόνο 1. β MAE; ορίζεται ως σύνθεση μη θανατηφόρου εμφράγματος του μυοκαρδίου, στεφανιαίου θανάτου, μη-αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ή οποιαδήποτε επαναγγείωσης.
Η απόλυτη μείωση της LDL χοληστερόλης που επιτεύχθηκε με το συνδυασμό εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης ήταν χαμηλότερη μεταξύ ασθενών με χαμηλή LDL-C πριν από την έναρξη της αγωγής (<2,5 mmol/l), και ασθενών που υποβάλλονταν σε αιμοκάθαρση, κατά την έναρξη, απ’ότι σε άλλους ασθενείς και οι αντίστοιχες μειώσεις κινδύνου σ’αυτές τις δύο ομάδες κινδύνου εξασθένησαν.
Στένωση Αορτής
Η μελέτη σιμβαστατίνης και εζετιμίμπης για τη θεραπεία της στένωσης της αορτής (SEAS), ήταν μία πολυκεντρική, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, με διάμεση διάρκεια 4,4 χρόνια, η οποία διεξήχθη σε 1.873 ασθενείς με ασυμπτωματική στένωση αορτής (ΑS), τεκμηριωμένη με τη μέγιστη ταχύτητα ροής στην αορτική βαλβίδα, προσδιορισμένη με Doppler, εντός των ορίων 2,5 έως 4,0 m/s. Εντάχθηκαν μόνο οι ασθενείς, οι οποίοι θεωρήθηκε ότι δε χρειάζονται θεραπεία με στατίνη για τη μείωση του κινδύνου αθηροσκληρωτικής καρδιαγγειακής νόσου. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 1:1 για να λάβουν θεραπεία με εικονικό φάρμακο ή με συγχορήγηση εζετιμίμπης 10 mg και σιμβαστατίνης 40 mg ημερησίως.
Το κύριο τελικό σημείο ήταν ο συνδυασμός καρδιαγγειακών συμβαμάτων μείζονος σημασίας (MCE), όπως καρδιαγγειακού θανάτου, χειρουργικής επέμβασης για αντικατάσταση της αορτικής βαλβίδας (AVR), συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας (CHF) σαν αποτέλεσμα επιδείνωσης της στένωσης της αορτής, μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου, παράκαμψη με μόσχευμα της στεφανιαίας αρτηρίας (CABG), διαδερμική στεφανιαία παρέμβαση (PCI), νοσηλεία λόγω ασταθούς στηθάγχης και μη αιμορραγικού εγκεφαλικού επεισοδίου. Τα σημαντικά δευτερεύοντα τελικά σημεία ήταν συνδυασμοί υποσυνόλων των κατηγοριών συμβάματος κύριων τελικών σημείων.
Σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, εζετιμίμπη / σιμβαστατίνη 10mg / 40mg δεν μείωσε σημαντικά τον κίνδυνο MCE. Το πρωταρχικό αποτέλεσμα παρουσιάσθηκε σε 333 ασθενείς (35,3%) στην ομάδα εζετιμίμπη / σιμβαστατίνη και σε 355 ασθενείς (38,2%) στην ομάδα με το εικονικό φάρμακο (ποσοστό κινδύνου στην ομάδα εζετιμίμπη / σιμβαστατίνη 0,96, 95% CI,0,83 έως 1,12, p=0,59). Η αντικατάσταση της αορτικής βαλβίδας διεξήχθη σε 267 ασθενείς (28,3%) στην ομάδα εζετιμίμπη / σιμβαστατίνη και σε 278 ασθενείς (29,9%) στην ομάδα με το εικονικό φάρμακο (ποσοστό κινδύνου 1,00, 95% CI 0,84, έως 1,18, p=0,97). Λιγότεροι ασθενείς είχαν ισχαιμικά καρδιαγγειακά επεισόδια στην ομάδα με εζετιμίμπη / σιμβαστατίνη (n=148) από ότι στην ομάδα με το εικονικό φάρμακο (n=187) (ποσοστό κινδύνου 0,78, 95% CI,0,63 έως 0,97, p=0,02), κυρίως λόγω του μικρότερου αριθμού ασθενών που είχαν υποβληθεί σε επέμβαση παράκαμψης με μόσχευμα της στεφανιαίας αρτηρίας.
Καρκίνος εμφανίστηκε περισσότερο συχνά στην ομάδα εζετιμίμπης / σιμβαστατίνης (105 έναντι 70, p=0,01). Η κλινική σημασία αυτής της παρατήρησης δεν είναι βέβαιη καθώς στην μεγαλύτερη δοκιμή SHARP, ο συνολικός αριθμός ασθενών με οποιοδήποτε περιστατικό καρκίνου (438 στην ομάδα εζετιμίμπης / συμβαστατίνης έναντι 439 στην ομάδα με το εικονικό φάρμακο) δεν διέφερε. Επιπρόσθετα, στην κλινική δοκιμή IMPROVE-IT ο συνολικός αριθμός ασθενών με οποιαδήποτε νέα κακοήθεια (853 στην ομάδα της εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης έναντι 863 στην ομάδα της σιμβαστατίνης) δεν διέφερε σημαντικά και επομένως το αποτέλεσμα της δοκιμής SEAS δεν μπορούσε να επιβεβαιωθεί από την SHARP ή την IMPROVE-IT.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-ZETIDEM
expand_more
Φαρμακοκινητική
Δεν παρατηρήθηκε καμία κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση φαρμακοκινητικής όταν συγχορηγήθηκε εζετιμίμπη με σιμβαστατίνη.
Απορρόφηση
Συνδυασμός εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης
Ο συνδυασμός εζετιμίμπη/σιμβαστίνη είναι βιοϊσοδύναμος με τη συγχορήγηση της εζετιμίμπης και της σιμβαστατίνης.
Εζετιμίμπη
Κατόπιν από του στόματος χορήγησης, η εζετιμίμπη απορροφάται ταχέως και συζεύγνυται σε μεγάλο βαθμό σε ένα φαρμακολογικά ενεργό φαινολικό γλυκουρονίδιο (γλυκουρονίδιο εζετιμίμπης). Οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (C max) απαντώνται μέσα σε 1 έως 2 ώρες για το γλυκουρονίδιο της εζετιμίμπης και 4 έως 12 ώρες για την εζετιμίμπη. H απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της εζετιμίμπης δεν μπορεί να προσδιορισθεί επειδή το συστατικό είναι ουσιαστικά αδιάλυτο σε υδατικά διαλύματα, κατάλληλα για ενέσιμα.
Η ταυτόχρονη χορήγηση τροφής (γεύματα πλούσια σε λιπαρά ή άνευ λιπαρών), δεν έχει επίδραση στην βιοδιαθεσιμότητα της από του στόματος χορηγούμενης εζετιμίμπης, όταν αυτή χορηγήθηκε ως δισκία των 10 mg.
Σιμβαστατίνη
Η διαθεσιμότητα του δραστικού β-υδρόξυ οξέος στη συστηματική κυκλοφορία, μετά από μία από του στόματος χορήγηση σιμβαστατίνης, βρέθηκε ότι είναι μικρότερη από το 5% της δόσης, κάτι που είναι συμβατό με την εκτενή αποβολή πρώτης διόδου στο ήπαρ. Οι κύριοι μεταβολίτες της σιμβαστατίνης στο ανθρώπινο πλάσμα είναι το β-υδρόξυ οξύ και τέσσερις επιπλέον δραστικοί μεταβολίτες.
Σχετικά με την κατάσταση νηστείας, τα επίπεδα στο πλάσμα τόσο του δραστικού, όσο και όλων των αναστολέων, δεν επηρεάσθηκαν όταν η σιμβαστατίνη χορηγήθηκε αμέσως πριν από ένα δοκιμαστικό γεύμα.
Κατανομή
Eζετιμίμπη
Η εζετιμίμπη και το γλυκουρονίδιο της εζετιμίμπης δεσμεύονται κατά 99,7% και 88 έως 92% με τις ανθρώπινες πρωτεΐνες του πλάσματος, αντιστοίχως.
Σιμβαστατίνη
Τόσο η σιμβαστατίνη όσο και το β-υδρόξυ οξύ δεσμεύονται με τις ανθρώπινες πρωτεΐνες του πλάσματος (95%).
Η φαρμακοκινητική των απλών και πολλαπλών δόσεων της σιμβαστατίνης έδειξε ότι δεν παρουσιάζεται συσσώρευση του φαρμακευτικού προϊόντος μετά από πολλαπλή δοσολογία. Σε όλες τις παραπάνω μελέτες φαρμακοκινητικής, η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα των αναστολέων παρουσιάσθηκε 1,3 έως 2,4 ώρες μετά τη χορήγηση.
Βιομετασχηματισμός
Eζετιμίμπη
Η εζετιμίμπη μεταβολίζεται πρωταρχικά στο λεπτό έντερο και στο ήπαρ, μέσω σύζευξης σε γλυκουρονίδιο (αντίδραση φάσης ΙΙ), με επακόλουθη χολική απέκκριση. Παρατηρήθηκε ελάχιστος οξειδωτικός μεταβολισμός (αντίδραση φάσης Ι) σε όλα τα είδη που αξιολογήθηκαν.
Η εζετιμίμπη και το γλυκουρονίδιο της εζετιμίμπης είναι τα κύρια παράγωγα του φαρμάκου που ανιχνεύθηκαν στο πλάσμα, αποτελώντας περίπου 10 έως 20% και 80 έως 90% του συνολικού φαρμάκου στο πλάσμα αντιστοίχως. Αμφότερα, η εζετιμίμπη και το γλυκουρονίδιο της εζετιμίμπης απεκκρίνονται βραδέως από το πλάσμα με αποδεδειγμένη σημαντική εντεροηπατική ανακύκλωση. Ο χρόνος ημίσειας ζωής της εζετιμίμπης και του γλυκουρονίδιου της εζετιμίμπης είναι περίπου 22 ώρες.
Σιμβαστατίνη
Η σιμβαστατίνη είναι μία ανενεργός λακτόνη, που εύκολα υδρολύεται in vivo προς το αντίστοιχο β-υδρόξυ οξύ, έναν ισχυρό αναστολέα της HMG-CoA αναγωγάσης. Η υδρόλυση λαμβάνει χώρα κυρίως στο ήπαρ, και ο ρυθμός υδρόλυσης στο ανθρώπινο πλάσμα είναι πολύ βραδύς.
Στον άνθρωπο η σιμβαστατίνη απορροφάται καλά και υφίσταται εκτενή απέκκριση πρώτης διόδου στο ήπαρ. Η απέκκριση στο ήπαρ εξαρτάται από την ηπατική ροή του αίματος. Το ήπαρ είναι η κύρια περιοχή δράσης, με επακόλουθη απέκκριση ισοδύναμων ενώσεων του φαρμακευτικού προϊόντος στη χολή. Συνεπώς η διαθεσιμότητα της δραστικής ουσίας στη συστηματική κυκλοφορία είναι μικρή.
Κατόπιν ενδοφλέβιας ένεσης του μεταβολίτη β-υδρόξυ οξύ, ο χρόνος ημίσειας ζωής του κυμαίνονταν στις 1,9 ώρες.
Αποβολή
Eζετιμίμπη
Κατόπιν χορήγησης από του στόματος 14C- εζετιμίμπης (20 mg) σε ανθρώπους, η ολική εζετιμίμπη αποτελούσε περίπου το 93% της συνολικής ραδιενέργειας στο πλάσμα. Περίπου 78% και 11% της χορηγηθείσας ραδιενέργειας επανακτήθηκε στα κόπρανα και στα ούρα αντιστοίχως σε μια περίοδο συλλογής διάρκειας 10 ημερών. Μετά από 48 ώρες, δεν υπήρχαν ανιχνεύσιμα επίπεδα ραδιενέργειας στο πλάσμα.
Σιμβαστατίνη
Το οξύ της σιμβαστατίνης μεταφέρεται ενεργά εντός των ηπατικών κυττάρων μέσω του μεταφορέα ΟΑΤP1B1.
Η σιμβαστατίνη είναι ένα υπόστρωμα του μεταφορέα εκροής της BCRP.
Κατόπιν χορήγησης από του στόματος ραδιενεργού σιμβαστατίνης στον άνθρωπο, 13% της ραδιενέργειας απεκκρίθηκε στα ούρα και 60% στα κόπρανα εντός 96 ωρών. Το ποσό που ανακτήθηκε από τα κόπρανα αποτελεί τα απορροφημένα φαρμακευτικά, ισοδύναμα που απεκκρίθηκαν στη χολή, καθώς επίσης και το μη απορροφημένο φαρμακευτικό προϊόν.
Κατόπιν ενδοφλέβιας ένεσης του μεταβολίτη β-υδρόξυ οξύ, μόνο 0,3%, κατά μέσο όρο, της ενδοφλέβιας δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα υπό μορφή αναστολέων.
Ειδικοί πληθυσμοί:
Παιδιατρικός Πληθυσμός
Η απορρόφηση και ο μεταβολισμός της εζετιμίμπης ήταν παρόμοιοι μεταξύ παιδιών και εφήβων (10 έως 18 ετών) και ενηλίκων. Με βάση την ολική εζετιμίμπη, δεν υπάρχουν φαρμακοκινητικές διαφορές μεταξύ εφήβων και ενηλίκων. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα στον παιδιατρικό πληθυσμό ηλικίας <10 ετών. Η κλινική εμπειρία σε παιδιατρικούς και έφηβους ασθενείς περιλαμβάνει ασθενείς με ομόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία (HoFH), ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία (HeFH) ή σιτοστερολαιμία (βλ. Δοσολογία).
Ηλικιωμένοι
Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα για την ολική εζετιμίμπη ήταν 2-φορές υψηλότερες στους ηλικιωμένους (>65 ετών) από ότι στους νέους (18 έως 45 ετών). Η μείωση της LDL-C και το προφίλ ασφάλειας είναι συγκρίσιμα μεταξύ των ηλικιωμένων και των νέων ατόμων που έλαβαν θεραπεία με εζετιμίμπη (βλ. Δοσολογία).
Ηπατική δυσλειτουργία
Μετά από μία εφάπαξ δόση εζετιμίμπης 10 mg, η μέση AUC για την ολική εζετιμίμπη αυξήθηκε περίπου κατά 1,7-φορές σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (Child Pugh score 5 ή 6), σε σύγκριση με υγιή άτομα. Σε μία πολλαπλών δόσεων μελέτη διάρκειας 14 ημερών (10 mg ημερησίως) σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Child Pugh score 7 έως 9), η μέση ΑUC για την ολική εζετιμίμπη αυξήθηκε περίπου κατά 4 φορές κατά την Ημέρα 1 και Ημέρα 14 σε σύγκριση με υγιή άτομα. Δεν απαιτήθηκε αναπροσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία. Λόγω των άγνωστων επιδράσεων της αυξημένης έκθεσης στην εζετιμίμπη σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή (Child Pugh score >9) ηπατική δυσλειτουργία, η εζετιμίμπη δεν συνιστάται σ’ αυτούς τους ασθενείς (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Νεφρική δυσλειτουργία
Eζετιμίμπη
Μετά από μία εφάπαξ δόση 10 mg εζετιμίμπης σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική νόσο (n=8, μέση κάθαρση κρεατινίνης CrCl < 30 ml/min), η μέση AUC για την ολική εζετιμίμπη αυξήθηκε περίπου κατά 1,5 φορές σε σύγκριση με υγιή άτομα (n=9) (βλ. Δοσολογία).
Ένας επιπλέον ασθενής σε αυτή τη μελέτη (με μεταμόσχευση νεφρού και που ελάμβανε πολλαπλές δόσεις φαρμάκων, συμπεριλαμβανομένης της κυκλοσπορίνης) είχε 12 φορές μεγαλύτερη έκθεση στην ολική εζετιμίμπη.
Σιμβαστατίνη
Σε μία μελέτη σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <30 ml/min), οι συγκεντρώσεις του πλάσματος των ολικών αναστολέων, μετά από μία εφάπαξ δόση ενός σχετικού με την αναγωγάση HMG-CoA αναστολέα, ήταν περίπου δύο φορές μεγαλύτερες από αυτές των υγιών εθελοντών.
Φύλο
Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα για την ολική εζετιμίμπη ήταν ελαφρά υψηλότερες (περίπου 20%) σε γυναίκες από ότι σε άνδρες. Η μείωση LDL-C και το προφίλ ασφάλειας είναι συγκρίσιμα μεταξύ ανδρών και γυναικών που έλαβαν θεραπεία με εζετιμίμπη.
Πολυμορφισμός SLCO1B1
Οι φορείς του αλληλόμορφου c.521T>C του γονιδίου SLCO1B1 έχουν χαμηλότερη ΟΑΤP1B1 δραστικότητα. Η μέση έκθεση (AUC) στον κύριο δραστικό μεταβολίτη, το οξύ της σιμβαστατίνης, είναι 120% σε ετεροζυγώτες φορείς (CT) του αλληλόμορφου C και 221% σε ομοζυγώτες (CC) φορείς του, σε σχέση με εκείνη σε ασθενείς που έχουν τον πιο κοινό γονότυπο (TT). Το αλληλόμορφο C έχει μια συχνότητα εμφάνισης 18% στον Ευρωπαϊκό πληθυσμό. Σε ασθενείς με πολυμορφισμό SLCO1B1, υπάρχει ο κίνδυνος αυξημένης έκθεσης στη σιμβαστατίνη, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο ραβδομυόλυσης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
ΕΟΦ · 2.13.5
Εζετιμίδη
expand_more
Εζετιμίδη
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η εζετιμίμπη μείωσε τα επίπεδα ολικής χοληστερόλης (ολική-C), χοληστερόλης λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL-C), απωλιποπρωτεΐνης Β (Apo B), χοληστερόλης μη-λιποπρωτεϊνών υψηλής πυκνότητας (non-HDL-C) και τριγλυκεριδίων (TG), ενώ αύξησε τη χοληστερόλη λιποπρωτεϊνών υψηλής πυκνότητας (HDL-C) σε ασθενείς με υπερλιπιδαιμία. Αυτό το θεραπευτικό αποτέλεσμα ήταν πιο έντονο όταν η εζετιμίμπη χορηγήθηκε σε συνδυασμό με στατίνη ή φαινοφιβράτη σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία. Σε κλινικές δοκιμές που περιλάμβαναν ασθενείς με ομόζυγη και ετερόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία και σε ασθενείς με σιτοστερολαιμία, η συνιστώμενη θεραπευτική δόση εζετιμίμπης μείωσε τα επίπεδα LDL κατά 15-20% αυξάνοντας την HDL-C κατά 2,5-5%. Οι επιδράσεις της αυξημένης έκθεσης στην εζετιμίμπη λόγω μέτριας έως σοβαρής ηπατικής δυσλειτουργίας δεν έχουν αξιολογηθεί - οι ασθενείς που εμπίπτουν σε αυτά τα κριτήρια πρέπει να αποφεύγουν τη χρήση εζετιμίμπης. Αναφορές μετά την κυκλοφορία υποδεικνύουν την πιθανότητα μυοπάθειας και ραβδομυόλυσης σε ασθενείς που λαμβάνουν εζετιμίμπη, και αυτός ο κίνδυνος φαίνεται να επιδεινώνεται σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα ή έλαβαν πρόσφατα θεραπεία με στατίνη.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η εζετιμίμπη επιδρά στη μείωση της χοληστερόλης στο αίμα αναστέλλοντας εκλεκτικά την απορρόφηση χοληστερόλης και φυτοστερολών από το λεπτό έντερο, χωρίς να μεταβάλλει την απορρόφηση λιποδιαλυτών βιταμινών και θρεπτικών συστατικών. Ο κύριος στόχος της εζετιμίμπης είναι η πρωτεΐνη μεταφοράς χοληστερόλης Niemann-Pick C1-Like 1 (NPC1L1). Η NPC1L1 εκφράζεται στα εντεροκύτταρα/αυλό του εντέρου (κορυφαίο) καθώς και στη διεπιφάνεια ηπατοχολυφόρων (καναλική) και παίζει ρόλο στη διευκόλυνση της ενδοκυττάρωσης ελεύθερης χοληστερόλης στο εντεροκύτταρο σε συνδυασμό με την πρωτεΐνη προσαρμογέα 2 (AP2) και την κλαθρίνη. Μόλις η χοληστερόλη στον αυλό του εντέρου ή στη χολή ενσωματωθεί στη μεμβράνη των εντεροκυττάρων, συνδέεται με τον τομέα ανίχνευσης στερολών της NPC1L1 και σχηματίζει σύμπλοκο NPC1L1/χοληστερόλης. Το σύμπλοκο στη συνέχεια ενδοκυτταρώνεται ή εμποδοκυτταρώνεται ενώνοντας με την AP2 κλαθρίνη, σχηματίζοντας ένα σύμπλοκο κυστιδίου που μεταφέρεται για αποθήκευση στο διαμέρισμα ανακύκλωσης ενδοκυττάρωσης. Η εζετιμίμπη δεν απαιτεί εξωκρινή παγκρεατική λειτουργία για τη φαρμακολογική της δράση. Αντιθέτως, εντοπίζεται και φαίνεται να δρα στο βλαστικό χείλος του λεπτού εντέρου. Η εζετιμίμπη μπλοκάρει εκλεκτικά την πρωτεΐνη NPC1L1 στο βλαστικό χείλος του λεπτού εντέρου, μειώνοντας την πρόσληψη των μικκυλίων του εντερικού αυλού στα εντεροκύτταρα. Συνολικά, η εζετιμίμπη προκαλεί μείωση της παροχής χοληστερόλης του εντέρου στο ήπαρ και μείωση των αποθεμάτων χοληστερόλης στο ήπαρ, και αύξηση της κάθαρσης της χοληστερόλης από το αίμα. Ενώ ο πλήρης μηχανισμός δράσης της εζετιμίμπης στη μείωση της εισόδου χοληστερόλης τόσο στα εντεροκύτταρα όσο και στα ηπατοκύτταρα δεν είναι πλήρως κατανοητός, μία μελέτη πρότεινε ότι η εζετιμίμπη εμποδίζει την αλληλεπίδραση του συμπλόκου NPC1L1/στερολίου με την AP2 σε κυστίδια επικαλυμμένα με κλαθρίνη και προκαλεί μια διαμορφωτική αλλαγή στην NPC1L1, καθιστώντας την ανίκανη να συνδεθεί με στερόλες. Μια άλλη μελέτη πρότεινε ότι η εζετιμίμπη διαταράσσει τη λειτουργία άλλων συμπλόκων πρωτεϊνών που εμπλέκονται στη ρύθμιση της πρόσληψης χοληστερόλης, συμπεριλαμβανομένου του συμπλόκου CAV1-αναεξίνης 2.
Η πρωτεΐνη Niemann-Pick C1-like 1 (NPC1L1) είναι μια πολυτοπική διαμεμβρανική πρωτεΐνη που παίζει κρίσιμο ρόλο στην απορρόφηση της χοληστερόλης. Η εζετιμίμπη, ένα φάρμακο υποχοληστερολαιμίας, έχει αναφερθεί ότι δεσμεύει την NPC1L1 και μπλοκάρει την απορρόφηση χοληστερόλης. Ωστόσο, ο μοριακός μηχανισμός της πρόσληψης χοληστερόλης μέσω της NPC1L1 και ο τρόπος αναστολής αυτής της διαδικασίας από την εζετιμίμπη είναι ασαφώς καθορισμένοι. Εδώ διαπιστώνουμε ότι η χοληστερόλη προάγει εκλεκτικά την ενδοκυττάρωση της NPC1L1 και ότι αυτή η διαδικασία απαιτεί μικροϊνίδια και το σύμπλοκο κλαθρίνης/AP2. Ο αποκλεισμός της ενδοκυττάρωσης της NPC1L1 μειώνει δραματικά την ενδοκυττάρωση της χοληστερόλης, υποδεικνύοντας ότι η NPC1L1 μεσολαβεί την πρόσληψη χοληστερόλης μέσω της ενδοκυτταρικής της ενδοκυττάρωσης. Η εζετιμίμπη εμποδίζει την ενσωμάτωση της NPC1L1 σε κυστίδια επικαλυμμένα με κλαθρίνη και έτσι αναστέλλει την πρόσληψη χοληστερόλης.
Η πρωτεΐνη Niemann-Pick C1-like (NPC1L1) μεσολαβεί την απορρόφηση της διατροφικής χοληστερόλης στην εγγύς περιοχή του εντέρου, μια διαδικασία που αναστέλλεται από αναστολείς απορρόφησης χοληστερόλης (CAIs), συμπεριλαμβανομένης της εζετιμίμπης. Χρησιμοποιώντας μια πρωτεομική προσέγγιση, αποδείχθηκε ότι η NPC1L1 είναι η πρωτεΐνη στην οποία δεσμεύονται η εζετιμίμπη και τα ανάλογά της. Στη συνέχεια, η θέση αλληλεπίδρασης των αναλόγων εζετιμίμπης με την NPC1L1 προσδιορίστηκε εκμεταλλευόμενοι τις διαφορετικές συγγένειες δέσμευσης της NPC1L1 ποντικού και σκύλου για το ραδιοσυνδέτη ανάλογο της εζετιμίμπης, [(3)H]AS. Χιμαιρικές και μεταλλακτικές μελέτες υποδεικνύουν ότι η δέσμευση υψηλής συγγένειας του [(3)H]AS στην NPC1L1 σκύλου εξαρτάται από μοριακούς προσδιοριστές που υπάρχουν σε μια περιοχή 61 αμινοξέων ενός μεγάλου εξωκυττάριου τομέα (βρόχος C), όπου η Φαινυλαλανίνη-532 (Phe-532) και η Μεθειονίνη-543 (Met-543) φαίνονται να είναι βασικοί παράγοντες. Αυτά τα δεδομένα υποδηλώνουν ότι η θέση δέσμευσης [(3)H]AS βρίσκεται στον εντερικό αυλό και είναι συμβατά με προκλινικά δεδομένα που καταδεικνύουν in vivo αποτελεσματικότητα ενός ελάχιστα βιοδιαθέσιμου CAI. Επιπλέον, αυτοί οι προσδιοριστές δέσμευσης [(3)H]AS βρίσκονται ακριβώς δίπλα σε ένα σημείο συγκέντρωσης πολυμορφισμών της ανθρώπινης NPC1L1 που συσχετίζονται με υποαπορρόφηση χοληστερόλης. Αυτές οι παρατηρήσεις, σε συνδυασμό με την πρόσφατα περιγραφόμενη δέσμευση χοληστερόλης στον Ν-τελικό άκρο (βρόχος Α) του στενού ομολόγου NPC1L1, NPC1, μπορεί να παρέχουν μια μοριακή βάση για την κατανόηση της αναστολής της πρόσληψης χοληστερόλης μέσω της NPC1L1 από την εζετιμίμπη. Συγκεκριμένα, η δέσμευση της εζετιμίμπης σε μια εξωκυττάρια θέση, διακριτή από αυτήν όπου δεσμεύεται η χοληστερόλη, εμποδίζει διαμορφωτικές αλλαγές στην NPC1L1 που είναι απαραίτητες για τη μεταφορά της χοληστερόλης μέσω της μεμβράνης.
Η εζετιμίμπη έχει έναν μηχανισμό δράσης που διαφέρει από εκείνους άλλων κατηγοριών ενώσεων που μειώνουν τη χοληστερόλη (στατίνες, δεσμευτές χολικών οξέων (ρητίνες), παράγωγα φιβρικού οξέος και φυτοστερόλες). Ο μοριακός στόχος της εζετιμίμπης έχει αποδειχθεί ότι είναι ο μεταφορέας στερολών, Niemann-Pick C1-Like 1 (NPC1L1), ο οποίος εμπλέκεται στην εντερική πρόσληψη χοληστερόλης και φυτοστερολών. Η εζετιμίμπη δεν αναστέλλει τη σύνθεση χοληστερόλης στο ήπαρ, ούτε αυξάνει την απέκκριση χολικών οξέων. Αντ’ αυτού, η εζετιμίμπη εντοπίζεται στο βλαστικό χείλος του λεπτού εντέρου και αναστέλλει την απορρόφηση της χοληστερόλης, οδηγώντας σε μείωση της παροχής χοληστερόλης του εντέρου στο ήπαρ. Αυτό προκαλεί μείωση των ηπατικών αποθεμάτων χοληστερόλης και αύξηση της κάθαρσης της χοληστερόλης από το αίμα. Αυτός ο διακριτός μηχανισμός είναι συμπληρωματικός σε αυτόν των στατινών και της φαινοφιβράτης.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης 10 mg εζετιμίμπης σε ενήλικες νήστευσης οδήγησε σε μέγιστες πλασματικές συγκεντρώσεις (Cmax) 3,4-5,5 ng/mL εντός 4-12 ωρών (Tmax). Η Cmax του κύριου φαρμακολογικά ενεργού μεταβολίτη, εζετιμίμπης-γλυκουρονιδίου, ήταν 45-71 ng/mL και η Tmax του ήταν 1-2 ώρες. Η κατανάλωση τροφής έχει ελάχιστη επίδραση στην απορρόφηση της εζετιμίμπης, αλλά η Cmax αυξάνεται κατά 38% όταν χορηγείται μαζί με γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά. Η πραγματική βιοδιαθεσιμότητα της εζετιμίμπης δεν μπορεί να προσδιοριστεί, καθώς είναι αδιάλυτη σε υδατώδη μέσα κατάλληλα για ενδοφλέβια έγχυση.
Περίπου το 78% και το 11% της από του στόματος χορηγούμενης ραδιοσημασμένης εζετιμίμπης ανακτάται στα κόπρανα και τα ούρα, αντίστοιχα. Το αμετάβλητο μητρικό φάρμακο είναι το κύριο συστατικό στα κόπρανα και αντιστοιχεί περίπου στο 69% μιας χορηγούμενης δόσης, ενώ η εζετιμίμπη-γλυκουρονίδιο είναι το κύριο συστατικό στα ούρα και αντιστοιχεί περίπου στο 9% μιας χορηγούμενης δόσης. Η υψηλή ανάκτηση αμετάβλητου μητρικού φαρμάκου στα κόπρανα υποδηλώνει χαμηλή απορρόφηση ή/και υδρόλυση του εζετιμίμπης-γλυκουρονιδίου που εκκρίνεται στη χολή.
Ο σχετικός όγκος κατανομής της εζετιμίμπης είναι 107,5 L.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα για την κάθαρση της εζετιμίμπης.
Η εζετιμίμπη είναι το πρώτο μέλος μιας νέας κατηγορίας εκλεκτικών αναστολέων απορρόφησης χοληστερόλης. Το φάρμακο και ο ενεργός μεταβολίτης του γλυκουρονιδίου παρεμποδίζουν την εντερική επαναρρόφηση τόσο της διατροφικής όσο και της ηπατικά εκκρινόμενης χοληστερόλης της χολής μέσω της αναστολής ενός μεταφορέα μεμβράνης που δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί. Η απορρόφηση της εζετιμίμπης είναι ταχεία και δεν επηρεάζεται από το περιεχόμενο των τροφών μετά από από του στόματος χορήγηση. Το φάρμακο δεν μεταβολίζεται από το σύστημα κυτοχρώματος P450, αλλά πραγματοποιείται εκτεταμένη γλυκουρονιδίωση στο έντερο. Συνεπώς, οι πλασματικές συγκεντρώσεις της εζετιμίμπης αντιπροσωπεύουν περίπου το 10% της συνολικής εζετιμίμπης στο πλάσμα. Η εντεροηπατική ανακύκλωση που παρατηρείται για την εζετιμίμπη και το γλυκουρονιδικό της παράγωγο αυξάνει σημαντικά τον χρόνο παραμονής αυτών των ενώσεων στο έντερο, στον τόπο δράσης τους. Η απέκκριση του εζετιμίμπης-γλυκουρονιδίου φαίνεται να είναι διαταραγμένη σε ηλικιωμένους ασθενείς και ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, με τις πλασματικές συγκεντρώσεις να αυξάνονται 1,5- έως 2-πλάσια. Μέχρι στιγμής, καμία μελέτη αλληλεπίδρασης φαρμάκων δεν έχει συσχετιστεί με σημαντικές αλλαγές είτε στη φαρμακοκινητική της εζετιμίμπης είτε των συγχορηγούμενων φαρμάκων.
Η εζετιμίμπη μειώνει τα επίπεδα χοληστερόλης στο πλάσμα αναστέλλοντας την πρόσληψη χοληστερόλης στο έντερο. Λόγω της εκτεταμένης εντεροηπατικής ανακύκλωσης της εζετιμίμπης, απαιτούνται σχετικά χαμηλές δόσεις για να είναι αποτελεσματική. Στο αίμα και τη χολή, η πλειοψηφία της εζετιμίμπης υπάρχει ως σύζευγμα γλυκουρονιδίου, το οποίο σχηματίζεται στο εντεροκύτταρο. Επί του παρόντος, δεν είναι σαφές ποιοι μηχανισμοί είναι υπεύθυνοι για αυτήν την αποτελεσματική εντεροηπατική ανακύκλωση. Οι Abcc2, Abcc3 και Abcg2 είναι μεταφορείς ABC, οι οποίοι εκφράζονται τόσο στο ήπαρ όσο και στο έντερο και είναι ικανοί να μεταφέρουν συζευγμένες γλυκουρονιδικές ενώσεις. Στόχος αυτής της μελέτης ήταν να διερευνηθεί η συμβολή αυτών των μεταφορέων στην εντεροηπατική κυκλοφορία του εζετιμίμπης-γλυκουρονιδίου (Ez-gluc). Μελετήθηκαν μεταφορές σε κυστίδια πλασματικής μεμβράνης από κύτταρα εντόμων που εξέφραζαν ABCC2, ABCC3 και ABCG2. Επιπλέον, χρησιμοποιήθηκαν εντερικά εκτομίσματα από άγριου τύπου και Abcc3-/- ποντίκια για τη μελέτη διανυσματικών μεταφορών σε διάταξη Ussing chamber. Τέλος, μετρήθηκε η χολική απέκκριση του Ez-gluc in vivo μετά από δωδεκαδακτυλική χορήγηση εζετιμίμπης σε άγριου τύπου, Abcc3-/-, Abcc2-/-, Abcg2-/- και Abcg2-/-/Abcc2-/- ποντίκια. Η μεταφορά που μεσολαβείται από ABCC3, ABCC2 και ABCG2 αναστελλόταν δοσοεξαρτώμενα από το Ez-gluc. Στην Ussing chamber, το Ez-gluc που ανακτάτο από τη βασοπλάγια πλευρά ήταν σημαντικά μειωμένο σε δωδεκαδακτυλικό (2,2%), νηστιδικό (23%) και ειλεώδες (23%) ιστό των Abcc3-/- σε σύγκριση με τα άγριου τύπου ποντίκια. Η χολική απέκκριση του Ez-gluc ήταν σημαντικά μειωμένη σε Abcc3-/- (34%), Abcc2-/- (56%) και Abcg2-/-/Abcc2-/- (2,5%) σε σύγκριση με τα άγριου τύπου ποντίκια. Αυτά τα δεδομένα καταδεικνύουν ότι η εντεροηπατική ανακύκλωση του Ez-gluc εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη συνδυασμένη λειτουργία των Abcc3, Abcc2 και Abcg2.
Δεν είναι γνωστό εάν η εζετιμίμπη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Σε μελέτες σε αρουραίους, η έκθεση στη συνολική εζετιμίμπη σε θηλάζοντα νεογνά ήταν έως και η μισή από αυτή που παρατηρήθηκε στο πλάσμα της μητέρας.
Μετά από από του στόματος χορήγηση, η εζετιμίμπη απορροφάται και συζεύγνυται εκτενώς σε ένα φαρμακολογικά ενεργό φαινολικό γλυκουρονίδιο (εζετιμίμπη-γλυκουρονίδιο). Μετά από μία εφάπαξ δόση 10 mg Zetia σε νήστευτες ενήλικες, μέγιστες πλασματικές συγκεντρώσεις εζετιμίμπης (Cmax) 3,4 έως 5,5 ng/mL επιτεύχθηκαν εντός 4 έως 12 ωρών (Tmax). Οι μέσες τιμές Cmax εζετιμίμπης-γλυκουρονιδίου 45 έως 71 ng/mL επιτεύχθηκαν μεταξύ 1 και 2 ωρών (Tmax). Δεν υπήρξε σημαντική απόκλιση από την αναλογικότητα της δόσης μεταξύ 5 και 20 mg. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της εζετιμίμπης δεν μπορεί να προσδιοριστεί, καθώς η ένωση είναι σχεδόν αδιάλυτη σε υδατώδη μέσα κατάλληλα για έγχυση.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η εζετιμίμπη και το εζετιμίμπη-γλυκουρονίδιο συνδέονται σε >90% με ανθρώπινες πρωτεΐνες πλάσματος. Η μέση in vitro σύνδεση με πρωτεΐνες κυμάνθηκε από 99,5% έως 99,8% για την εζετιμίμπη και 87,8% έως 92,0% για το εζετιμίμπη-γλυκουρονίδιο.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Στους ανθρώπους, η εζετιμίμπη μεταβολίζεται ταχέως και εκτενώς μέσω μιας αντίδρασης σύζευξης γλυκουρονιδίου φάσης II στο λεπτό έντερο και στο ήπαρ, σχηματίζοντας τον κύριο φαινολικό μεταβολίτη της, το εζετιμίμπη-γλυκουρονίδιο. Τα κύρια ανθρώπινα ηπατικά ή/και εντερικά ένζυμα ουριδίνης 5′-διφωσφορικής (UDP)-γλυκουρονοζυλοτρανσφεράσης (UGT) που είναι υπεύθυνα για τη γλυκουρονιδίωση της εζετιμίμπης αποδείχθηκε ότι είναι οι UGT1A1, 1A3 και 2B15 in vitro. Επίσης, εμφανίζεται ελάχιστη αντίδραση φάσης Ι που περιλαμβάνει οξείδωση της εζετιμίμπης για τον σχηματισμό του SCH 57871, και μικροσκοπικά επίπεδα βενζυλικού γλυκουρονιδίου (SCH 488128) παρήχθησαν επίσης από μικροσώματα ανθρώπινης νήστιδας. Το εζετιμίμπη-γλυκουρονίδιο αντιπροσωπεύει το 80-90% της συνολικής κυκλοφορούσας ένωσης στο πλάσμα και διατηρεί κάποια φαρμακολογική δραστηριότητα στην αναστολή της εντερικής πρόσληψης χοληστερόλης. Στους ανθρώπους, η εζετιμίμπη και το εζετιμίμπη-γλυκουρονίδιο αποτελούν περίπου το 93% του συνολικού φαρμάκου στο πλάσμα. Τα προφίλ συγκέντρωσης-χρόνου στο πλάσμα εμφανίζουν πολλαπλές κορυφές, υποδηλώνοντας εντεροηπατική ανακύκλωση, και περίπου το 20% του κατανεμημένου φαρμάκου επαναρροφάται λόγω εντεροηπατικής ανακύκλωσης.
Η εζετιμίμπη μεταβολίζεται κυρίως στο λεπτό έντερο και το ήπαρ μέσω γλυκουρονιδικής σύζευξης (αντίδραση φάσης ΙΙ) με επακόλουθη χολική και νεφρική απέκκριση. Παρατηρήθηκε ελάχιστος οξειδωτικός μεταβολισμός (αντίδραση φάσης Ι) σε όλα τα αξιολογούμενα είδη. Στους ανθρώπους, η εζετιμίμπη μεταβολίζεται ταχέως σε εζετιμίμπη-γλυκουρονίδιο. Η εζετιμίμπη και το εζετιμίμπη-γλυκουρονίδιο είναι οι κύριες ανιχνεύσιμες ουσίες που προέρχονται από το φάρμακο στο πλάσμα, αποτελώντας περίπου το 10-20% και το 80-90% του συνολικού φαρμάκου στο πλάσμα, αντίστοιχα. Τόσο η εζετιμίμπη όσο και το εζετιμίμπη-γλυκουρονίδιο απομακρύνονται από το πλάσμα με χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 22 ώρες για την εζετιμίμπη και το εζετιμίμπη-γλυκουρονίδιο. Τα προφίλ συγκέντρωσης-χρόνου στο πλάσμα εμφανίζουν πολλαπλές κορυφές, υποδηλώνοντας εντεροηπατική ανακύκλωση. Μετά από από του στόματος χορήγηση (14)C-εζετιμίμπης (20 mg) σε ανθρώπους, η συνολική εζετιμίμπη (εζετιμίμπη + εζετιμίμπη-γλυκουρονίδιο) αντιστοιχούσε περίπου στο 93% της συνολικής ραδιενέργειας στο πλάσμα. Μετά από 48 ώρες, δεν ανιχνεύθηκαν επίπεδα ραδιενέργειας στο πλάσμα. Περίπου το 78% και το 11% της χορηγούμενης ραδιενέργειας ανακτήθηκαν στα κόπρανα και τα ούρα, αντίστοιχα, κατά τη διάρκεια μιας περιόδου συλλογής 10 ημερών. Η εζετιμίμπη ήταν το κύριο συστατικό στα κόπρανα και αντιστοιχούσε στο 69% της χορηγούμενης δόσης, ενώ το εζετιμίμπη-γλυκουρονίδιο ήταν το κύριο συστατικό στα ούρα και αντιστοιχούσε στο 9% της χορηγούμενης δόσης.
Η εζετιμίμπη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν το εζετιμίμπη-γλυκουρονίδιο.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Τόσο η εζετιμίμπη όσο και το εζετιμίμπη-γλυκουρονίδιο εμφανίζουν κατά προσέγγιση χρόνο ημίσειας ζωής 22 ώρες.
Τόσο η εζετιμίμπη όσο και το εζετιμίμπη-γλυκουρονίδιο απομακρύνονται από το πλάσμα με χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 22 ώρες για την εζετιμίμπη και το εζετιμίμπη-γλυκουρονίδιο.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Ουσίες που χρησιμοποιούνται για τη μείωση των επιπέδων χοληστερόλης στο πλάσμα.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Φαρμακολογική Ταξινόμηση FDA
EOR26LQQ24
EZETIMIBE
Φυσιολογικές Επιδράσεις [PE] - Μειωμένη Απορρόφηση Χοληστερόλης
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Απορρόφησης Διατροφικής Χοληστερόλης
Η εζετιμίμπη είναι Αναστολέας Απορρόφησης Διατροφικής Χοληστερόλης. Η φυσιολογική επίδραση της εζετιμίμπης οφείλεται στη Μειωμένη Απορρόφηση Χοληστερόλης.
EZETIMIBE
Αναστολέας Απορρόφησης Διατροφικής Χοληστερόλης [EPC]; Μειωμένη Απορρόφηση Χοληστερόλης [PE]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 3 C10AX09ΒΗΜΑ 3 — Στατίνη + Εζετιμίμπη
- LDL > στόχου παρά τη μέγιστη ανεκτή δόση αποτελεσματικής στατίνης
- Ή εξαρχής σε στεφανιαία νόσο/ΑΕΕ με LDL > 130 mg/dL
Δοσολογία: Κατά προτίμηση ως έτοιμος συνδυασμός για βελτίωση της συμμόρφωσης · Απεριόριστη -
ΒΗΜΑ 5 C10AX09ΒΗΜΑ 5 — Δυσανεξία στις στατίνες
- Μη ανεκτά μυϊκά συμπτώματα ή CK > 5× ΑΦΤ σε ≥ 3 στατίνες, μετά αποκλεισμό άλλων αιτίων & αλληλεπιδράσεων
Δοσολογία: Αναμενόμενη μείωση LDL ~30% · Απεριόριστη
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Ουσίες που χρησιμοποιούνται για τη μείωση των επιπέδων χοληστερόλης στο πλάσμα.