DAPTOMYCIN
Δαπτομυκίνη
Για τη θεραπεία επιπλεγμένων λοιμώξεων του δέρματος και των δερματικών δομών που προκαλούνται από ευαίσθητους στελέχη Gram-θετικών μικροοργανισμών.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-DAPTOMYCIN/DEMO
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: ενδοφλέβια
- Χορήγηση: άπαξ ημερησίως ή κάθε 48 ώρες
- Δόση έναρξης: 4 mg/kg
-
ΕνήλικεςΔόση4 mg/kgΓια cSSTI χωρίς ταυτόχρονη SAB, άπαξ κάθε 24 ώρες για 7-14 μέρες ή μέχρι υποχώρησης της λοίμωξης (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
-
ΕνήλικεςΔόση6 mg/kgΓια cSSTI με ταυτόχρονη SAB ή γνωστή/υποπτευόμενη RIE από Staphylococcus aureus, μια φορά κάθε 24 ώρες. Η διάρκεια της θεραπείας μπορεί να είναι μεγαλύτερη από 14 ημέρες.
-
Ενήλικες με νεφρική δυσλειτουργία (Cr-Cl > 30 mL/min)Δόση4 mg/kgΓια cSSTI χωρίς SAB, μια φορά ημερησίως.
-
Ενήλικες με νεφρική δυσλειτουργία (Cr-Cl < 30 mL/min)Δόση4 mg/kgΓια cSSTI χωρίς SAB, κάθε 48 ώρες (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
-
Ενήλικες με νεφρική δυσλει λειτουργία (Cr-Cl > 30 mL/min)Δόση6 mg/kgΓια RIE ή cSSTI που σχετίζεται με SAB, μια φορά ημερησίως.
-
Ενήλικες με νεφρική δυσλειτουργία (Cr-Cl < 30 mL/min)Δόση6 mg/kgΓια RIE ή cSSTI που σχετίζεται με SAB, κάθε 48 ώρες (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
-
Ενήλικες σε αιμοδιύλυση (HD) ή συνεχή περιπατητική περιτοναιοδιύλιση (CAPD)Δόσηανάλογη με την ένδειξηΚάθε 48 ώρες. Θα πρέπει να χορηγείται μετά την ολοκλήρωση της διύλυσης τις ημέρες της διύλυσης (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
Ενήλικες με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh Βαθμός B)Δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
Ενήλικες με βαρειά ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh Βαθμός C)Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία. Θα πρέπει να ασκείται προσοχή.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΘα πρέπει να χορηγούνται οι συνιστώμενες δοσολογίες, εκτός από εκείνους με βαρειά νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (12 έως 17 ετών) cSSTI χωρίς SABΔόση5 mg/kgΆπαξ κάθε 24 ώρες με έγχυση σε περίοδο 30 λεπτών.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (12 έως 17 ετών) cSSTI συσχετιζόμενη με SABΔόση7 mg/kgΆπαξ κάθε 24 ώρες με έγχυση σε περίοδο 30 λεπτών. Διάρκεια: Έως 14 Ημέρες (ή περισσότερο αν χρειαστεί).
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (7 έως 11 ετών) cSSTI χωρίς SABΔόση7 mg/kgΆπαξ κάθε 24 ώρες με έγχυση σε περίοδο 30 λεπτών.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (7 έως 11 ετών) cSSTI συσχετιζόμενη με SABΔόση9 mg/kgΆπαξ κάθε 24 ώρες με έγχυση σε περίοδο 30 λεπτών. Διάρκεια: Έως 14 Ημέρες (ή περισσότερο αν χρειαστεί).
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (2 έως 6 ετών) cSSTI χωρίς SABΔόση9 mg/kgΆπαξ κάθε 24 ώρες με έγχυση σε περίοδο 60 λεπτών.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (2 έως 6 ετών) cSSTI συσχετιζόμενη με SABΔόση12 mg/kgΆπαξ κάθε 24 ώρες με έγχυση σε περίοδο 60 λεπτών. Διάρκεια: Έως 14 Ημέρες (ή περισσότερο αν χρειαστεί).
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (1 έως < 2 ετών) cSSTI χωρίς SABΔόση10 mg/kgΆπαξ κάθε 24 ώρες με έγχυση σε περίοδο 60 λεπτών.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (1 έως < 2 ετών) cSSTI συσχετιζόμενη με SABΔόση12 mg/kgΆπαξ κάθε 24 ώρες με έγχυση σε περίοδο 60 λεπτών. Διάρκεια: Έως 14 Ημέρες (ή περισσότερο αν χρειαστεί).
-
Παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας κάτω του ενός έτουςΔεν πρέπει να χορηγείται λόγω κινδύνου δυνητικών επιπτώσεων στο μυϊκό, νευρομυϊκό και/ή το νευρικό σύστημα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
block
SPC-DAPTOMYCIN/DEMO
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
warning
SPC-DAPTOMYCIN/DEMO
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Εστία λοίμωξης διαφορετική από cSSTI και RIEΕάν ταυτοποιηθεί εστία λοίμωξης διαφορετική από cSSTI και RIE μετά την έναρξη της θεραπείας με Daptomycin / DEMO θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η έναρξη εναλλακτικής αντιβακτηριακής θεραπείας που έχει βρεθεί ότι είναι αποτελεσματική στη θεραπεία του συγκεκριμένου τύπου της υφιστάμενης λοίμωξης.
-
Αναφυλαξία/αντιδράσεις υπερευαισθησίαςΕάν παρουσιαστεί μια αλλεργική αντίδραση στο Daptomycin / DEMO, διακόψτε τη χρήση και χορηγήστε την κατάλληλη θεραπεία.
-
ΠνευμονίαΤο Daptomycin / DEMO δεν ενδείκνυται για τη θεραπεία της πνευμονίας.
-
Λοιμώδη ενδοκαρδίτιδα δεξιάς κοιλότητας (RIE) λόγω Staphylococcus aureusΠληθυσμόςπαιδιά και έφηβοι ηλικίας κάτω των 18 ετώνΗ ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της δαπτομυκίνης σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών με λοιμώδη ενδοκαρδίτιδα δεξιάς κοιλότητας (RIE) λόγω Staphylococcus aureus δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί.
-
Λοιμώξεις της προσθετικής βαλβίδας ή λοιμώδη ενδοκαρδίτιδα δεξιάς πλευράς από Staphylococcus aureusΠληθυσμόςασθενείςΗ αποτελεσματικότητα της δαπτομυκίνης σε ασθενείς με λοιμώξεις της προσθετικής βαλβίδας ή με λοιμώδη ενδοκαρδίτιδα δεξιάς πλευράς από Staphylococcus aureus δεν έχει καταδειχθεί.
-
Εν τω βάθει λοιμώξειςΠληθυσμόςασθενείς με εν τω βάθει λοιμώξειςΘα πρέπει να διεξάγονται οι απαιτούμενες χειρουργικές επεμβάσεις (π.χ. χειρουργικό καθαρισμό, απομάκρυνση προσθετικών συσκευών, εγχείρηση αντικατάστασης βαλβίδας) χωρίς καθυστέρηση.
-
Λοιμώξεις από εντερόκοκκοΥπάρχουν ανεπαρκή αποδεικτικά στοιχεία για την αποτελεσματικότητα της δαπτομυκίνης ενάντια σε λοιμώξεις λόγω εντερόκοκκων συμπεριλαμβανομένων των Enterococcus faecalis και Enterococcus faecium. Η δόση της δαπτομυκίνης που μπορεί να είναι κατάλληλη για τη θεραπεία των λοιμώξεων από εντερόκοκκο, με ή χωρίς βακτηριαιμία, δεν έχει προσδιοριστεί. Έχουν αναφερθεί αποτυχίες στην θεραπεία με δαπτομυκίνη, λοιμώξεων από εντερόκοκκο που ως επί το πλείστον συνοδεύονταν από βακτηριαιμία. Σε μερικές περιπτώσεις, η αποτυχία της θεραπείας έχει συσχετιστεί με την επιλογή των οργανισμών με μειωμένη ευαισθησία ή απλά αντίσταση στην δαπτομυκίνη.
-
Μη-ευαίσθητοι μικροοργανισμοίΕάν επέλθει επιλοίμωξη κατά τη διάρκεια της θεραπείας, θα πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα.
-
Διάρροια σχετιζόμενη με Clostridioides difficile (CDAD)Εάν υπάρχει υποψία ή επιβεβαιωμένη CDAD, μπορεί να χρειαστεί η διακοπή του Daptomycin / DEMO και η χορήγηση κατάλληλης θεραπείας όπως ενδείκνυται κλινικά.
-
Αλληλεπιδράσεις φαρμάκου/εργαστηριακών εξετάσεωνΈχει παρατηρηθεί ψευδής παράταση του χρόνου προθρομβίνης (ΡΤ) και αύξηση της διεθνούς ομαλοποιημένης αναλογίας (WR) όταν χρησιμοποιούνται για την ανάλυση συγκεκριμένα ανασυνδυασμένα θρομβοπλαστικά αντιδραστήρια.
-
Φωσφοκινάση της κρεατίνης (CPK) και μυοπάθειαΈχουν αναφερθεί αυξήσεις στα επίπεδα της φωσφοκινάσης της κρεατίνης πλάσματος (CPK, ισοένζυμο MM) σε σχέση με μυϊκούς πόνους ή/και αδυναμία και περιστατικά μυοσίτιδας, μυοσφαιριναιμίας και ραβδομυόλυσης κατά τη διάρκεια θεραπείας με δαπτομυκίνη.
swap_horiz
SPC-DAPTOMYCIN/DEMO
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Κυτοχρώματος P450 (CYP450)Μικρού βαθμού έως μηδαμινός μεταβολισμός, απίθανο να αναστείλει ή να επαγάγει τον μεταβολισμό άλλων φαρμακευτικών προϊόντων
-
Δεν άλλαξε σημαντικά τη φαρμακοκινητική της δαπτομυκίνης
-
προσοχήΜικρές αλλαγές στη φαρμακοκινητική δαπτομυκίνης και τομπραμυκίνης, όχι στατιστικά σημαντικέςΣύστασηΑπαιτείται προσοχή όταν συγχορηγείται.
-
παρακολούθησηΔεν είχε καμία επίδραση στη φαρμακοκινητική της βαρφαρίνης. Περιορισμένη εμπειρία ταυτόχρονης χορήγησης.ΣύστασηΘα πρέπει να παρακολουθείται η αντιπηκτική δράση στους ασθενείς που παίρνουν Daptomycin / DEMO και βαρφαρίνη για τις πρώτες αρκετές ημέρες από την έναρξη της θεραπείας.
-
Άλλα αντιπηκτικά (εκτός βαρφαρίνης)Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που πιθανό να πυροδοτήσουν μυοπάθεια (π.χ. αναστολείς της αναγωγάσης HMG-CoA)προσοχήΠεριστατικά αξιοσημείωτων αυξήσεων των επιπέδων CPK και ραβδομυόλυσηςΣύστασηΣυνιστάται, εάν είναι δυνατό, παροδική διακοπή της χορήγησης. Αν η συγχορήγηση δε μπορεί να αποφευχθεί, θα πρέπει τα επίπεδα της CPK να μετρώνται πιο συχνά από μία φορά την εβδομάδα και οι ασθενείς να παρακολουθούνται στενά για σημεία/συμπτώματα μυοπάθειας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις, Ανεπιθύμητες ενέργειες και Προκλινικά δεδομένα).
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που μειώνουν τη νεφρική διήθηση (π.χ. ΜΣΑΦ και αναστολείς της COX-2)προσοχήΤα επίπεδα πλάσματος της δαπτομυκίνης μπορεί να αυξηθούν. Ενδεχόμενο φαρμακοδυναμικής αλληλεπίδρασης λόγω προσθετικών νεφρικών επιδράσεων.ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή.
-
Αντιδραστήρια αναλύσεων χρόνου προθρομβίνης/διεθνούς ομαλοποιημένης αναλογίας (PT/INR)προσοχήΛανθασμένη επιμήκυνση του χρόνου προθρομβίνης και αύξηση της INRΣύστασηΕάν παρατηρηθούν μη αναμενόμενες μη φυσιολογικές τιμές PT/INR, να μελετάται πιθανή αλληλεπίδραση in vitro. Ελαχιστοποίηση λανθασμένων αποτελεσμάτων με λήψη δειγμάτων κοντά στο χρόνο ύφεσης των συγκεντρώσεων δαπτομυκίνης στο πλάσμα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
sick
SPC-DAPTOMYCIN/DEMO
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Μυκητιασικές λοιμώξεις
- Ουρολοίμωξη
- λοίμωξη από κάντιντα (Συχνές)
- Μυκητιασαιμία (Όχι συχνές)
- Διάρροια σχετιζόμενη με Clostridioides difficile (Μη γνωστές)
- Αναιμία
- Θρομβοπενία
- Θρομβοκυττάρωση (Όχι συχνές)
- ηωσινοφιλία (Όχι συχνές)
- αύξηση της διεθνούς ομαλοποιημένης αναλογίας (INR) (Όχι συχνές)
- λευκοκυττάρωση (Όχι συχνές)
- Παράταση του χρόνου προθρομβίνης (PT) (Σπάνιες)
- Υπερευαισθησία (αγγειοοίδημα, φαρμακευτικό εξάνθημα με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS), πνευμονική ηωσινοφιλία, φυσαλλιδώδες εξάνθημα με επίδραση στο βλεννογόνο υμένα και αίσθηση στοματοφαρυγγικού οιδήματος, αναφυλαξία, αντιδράσεις στην έγχυση μεταξύ των οποίων και τα εξής συμπτώματα: ταχυκαρδία, συριγμός, πυρεξία, ρίγη, συστηματική έξαψη, ίλιγγος, συγκοπή και μεταλλική γεύση) (Μη γνωστές)
- Μειωμένη όρεξη (Όχι συχνές)
- διαταραχές (Όχι συχνές)
- Υπεργλυκαιμία
- Άγχος
- Αϋπνία
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Παραισθησία
- Τρόμος
- Ίλιγγος
- διαταραχές της γεύσης (Όχι συχνές)
- ερεθισμός του οφθαλμού (Όχι συχνές)
- Περιφερική νευροπάθεια (Μη γνωστές)
- Υπερκοιλιακή ταχυκαρδία (Όχι συχνές)
- έκτακτη συστολή (Όχι συχνές)
- Υπέρταση
- Εξάψεις
- υπόταση (Συχνές)
- Ηωσινοφιλική πνευμονία (Μη γνωστές)
- βήχας (Μη γνωστές)
- Γαστρεντερικό και κοιλιακό άλγος (Συχνές)
- τυμπανισμός και διάταση (Συχνές)
- γλωσσίτιδα (Όχι συχνές)
- Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Μετεωρισμός
- Δυσπεψία
- Μη-φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας (αύξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης (ALT), αμινοτρανσφεράση του ασπαραγινικού οξέος (AST) ή αλκαλική φωσφατάση (ALP)) (Συχνές)
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταινώδης δερματίτιδα (Μη γνωστές)
- Πόνος στα άκρα
- Μυϊκή αδυναμία
- Αρθραλγία
- Ραβδομυόλυση
- αυξημένη φωσφοκινάση της κρεατίνης ορού (CPK) (Συχνές)
- Μυοσίτιδα (Όχι συχνές)
- αύξηση μυοσφαιρίνης (Όχι συχνές)
- μυϊκός πόνος (Όχι συχνές)
- αυξημένη γαλακτική δεϋδρογονάση ορού (LDH) (Όχι συχνές)
- μυϊκές συσπάσεις (Όχι συχνές)
- Νεφρική δυσλειτουργία
- Νεφρική ανεπάρκεια
- αυξημένη κρεατινίνη ορού (Όχι συχνές)
- Κολπίτιδα
- Αντιδράσεις στο σημείο της έγχυσης (Συχνές)
- άλγος (Όχι συχνές)
- Πυρεξία
- Εξασθένηση
- Κόπωση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΑναιμίαΑίμα
-
ΣυχνέςΑντίδραση στο σημείο έγχυσηςΓενικές
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΓαστρεντερικό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜη-φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας (αύξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης (ALT), αμινοτρανσφεράση του ασπαραγινικού οξέος (AST) ή αλκαλική φωσφατάση (ALP))Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςΜυκητιασικές λοιμώξειςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΟυρολοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
ΣυχνέςΠόνος στα άκραΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
Συχνέςαυξημένη φωσφοκινάση της κρεατίνης ορού (CPK)Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Συχνέςλοίμωξη από κάντινταΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Συχνέςτυμπανισμός και διάτασηΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΆλγοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένη κρεατινίνη ορούΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΓλωσσίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχέςΆλλο
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές γεύσηςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕξάψειςΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΕρεθισμός οφθαλμούΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΘρομβοκυττάρωσηΑίμα
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚολπίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Όχι συχνέςΛευκοκυττάρωσηΑίμα
-
Όχι συχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΜυκητιασαιμίαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΜυοσίτιδαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΝεφρική δυσλειτουργίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπερκοιλιακή ταχυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςέκτακτη συστολήΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςαυξημένη γαλακτική δεϋδρογονάση ορού (LDH)Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Όχι συχνέςαύξηση μυοσφαιρίνηςΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Όχι συχνέςαύξηση της διεθνούς ομαλοποιημένης αναλογίας (INR)Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςμυϊκές συσπάσειςΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Όχι συχνέςμυϊκός πόνοςΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣπάνιεςΠαράταση χρόνου προθρομβίνηςΑίμα
-
Μη γνωστέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΔιάρροια σχετιζόμενη με Clostridioides difficileΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΗωσινοφιλική πνευμονίαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΟξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταινώδης δερματίτιδαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΥπερευαισθησία (αγγειοοίδημα, φαρμακευτικό εξάνθημα με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS), πνευμονική ηωσινοφιλία, φυσαλλιδώδες εξάνθημα με επίδραση στο βλεννογόνο υμένα και αίσθηση στοματοφαρυγγικού οιδήματος, αναφυλαξία, αντιδράσεις στην έγχυση μεταξύ των οποίων και τα εξής συμπτώματα: ταχυκαρδία, συριγμός, πυρεξία, ρίγη, συστηματική έξαψη, ίλιγγος, συγκοπή και μεταλλική γεύση)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
pregnant_woman
SPC-DAPTOMYCIN/DEMO
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο, δηλαδή μόνο εάν το αναμενόμενο όφελος υπερτερεί του πιθανού κινδύνου.Δεν είναι διαθέσιμα κλινικά δεδομένα για τη δαπτομυκίνη σχετικά με τις εγκυμοσύνες. Μελέτες σε ζώα δεν καταδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες αρνητικές επιδράσεις στην εγκυμοσύνη, στην ανάπτυξη του εμβρύου, στον τοκετό ή στη μεταγεννητική ανάπτυξη (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
ΓαλουχίαΟ θηλασμός θα πρέπει να διακόπτεται.Σε μια μελέτη μιας μεμονωμένης περίπτωσης σε άνθρωπο, χορηγείτο ενδοφλεβίως δαπτομυκίνη δόσης 500 mg/ημέρα για 28 ημέρες σε μια θηλάζουσα μητέρα, και το μητρικό γάλα της ασθενούς συλλεγόταν για μια περίοδο 24 ωρών κατά την 27η ημέρα. Η υψηλότερη συγκέντρωση δαπτομυκίνης που μετρήθηκε στο μητρικό γάλα ήταν 0,045 mcg/mL, η οποία είναι μια μικρή συγκέντρωση.
-
ΓονιμότηταΔεν είναι διαθέσιμα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη γονιμότητα για τη δαπτομυκίνη. Μελέτες σε ζώα δεν άμεσες ή έμμεσες αρνητικές επιδράσεις στη γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-DAPTOMYCIN/DEMO
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αντιβακτηριακά για συστηματική χρήση, Άλλα αντιβακτηριακά, κωδικός ATC: J01XX09 ### Μηχανισμός δράσης Η δαπτομυκίνη είναι ένα κυκλικό λιποπεπτίδιο φυσικό προϊόν το οποίο είναι δραστικό μόνο κατά των Gram θετικών βακτηρίων. Ο…
biotech
SPC-DAPTOMYCIN/DEMO
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κρεατινική φωσφοκινάση (CPK) | more_horizΆλλο / λοιπά | πιο συχνά (π.χ. κάθε 2-3 ημέρες τουλάχιστον κατά τη διάρκεια των πρώτων δύο εβδομάδων θεραπείας) | Μεγαλύτερος κίνδυνος μυοπάθειας |
| Κρεατινική φωσφοκινάση (CPK) πλάσματος | more_horizΆλλο / λοιπά | κατά την έναρξη καθώς και σε τακτά διαστήματα (τουλάχιστον άπαξ εβδομαδιαίως) | — |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-DAPTOMYCIN/DEMO
expand_more
Δοσολογία
Στις κλινικές μελέτες σε ασθενείς υιοθετήθηκε η έγχυση της δαπτομυκίνης για τουλάχιστον 30 λεπτά. Δεν υπάρχει κλινική εμπειρία σε ασθενείς για τη χορήγηση της δαπτομυκίνης σαν ενέσιμο για 2 λεπτά. Αυτή η μέθοδος χορήγησης μελετήθηκε μόνο σε υγιή άτομα. Όμως, συγκρινόμενη με τις ίδιες δόσεις που χορηγήθηκαν σαν ενδοφλέβια έγχυση για 30 λεπτά δεν παρουσιάστηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική και στην εικόνα ασφάλειας της δαπτομυκίνης (βλ. επίσης Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοκινητικές).
Δοσολογία
Ενήλικες
- cSSTI χωρίς ταυτόχρονη SAB: Χορηγούνται 4 mg/kg Daptomycin / DEMO άπαξ κάθε 24 ώρες για 7-14 μέρες ή μέχρι υποχώρησης της λοίμωξης (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
- cSSTI με ταυτόχρονη SAB: Χορηγούνται 6 mg/kg Daptomycin / DEMO μια φορά κάθε 24 ώρες. (Βλέπε παρακάτω για ρυθμίσεις της δόσης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία). Η διάρκεια της θεραπείας μπορεί να χρειαστεί να είναι μεγαλύτερη από 14 ημέρες σύμφωνα με τον εκληφθέντα κίνδυνο επιπλοκών για κάθε ασθενή.
- Γνωστή ή υποπτευόμενη RIE από Staphylococcus aureus: Χορηγούνται 6 mg/kg Daptomycin / DEMO άπαξ κάθε 24 ώρες. (Βλ. παρακάτω για ρυθμίσεις της δόσης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία). Η διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να είναι σε συμφωνία με τις διαθέσιμες επίσημες συστάσεις.
Το Daptomycin / DEMO χορηγείται ενδοφλέβια σε 0,9% χλωριούχο νάτριο (βλ. παράγραφο 6.6). Το Daptomycin / DEMO δεν πρέπει να χρησιμοποιείται πιο συχνά από άπαξ ημερησίως. Τα επίπεδα της φωσφοκινάσης της κρεατινίνης (CPK) πρέπει να μετρώνται κατά την έναρξη και σε τακτικά διαστήματα (τουλάχιστον εβδομαδιαίως) κατά τη διάρκεια της θεραπείας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Νεφρική δυσλειτουργία Η δαπτομυκίνη απομακρύνεται κυρίως από τα νεφρά. Επειδή υπάρχει περιορισμένη κλινική εμπειρία (βλ. πίνακα και υποσημειώσεις παρακάτω) το Daptomycin / DEMO θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο σε ενήλικες ασθενείς με οποιοδήποτε βαθμού νεφρική δυσλειτουργία (Cr-Cl < 80 mL/min) όταν θεωρείται ότι το προσδοκώμενο κλινικό όφελος υπερτερεί του δυνητικού κινδύνου. Η ανταπόκριση στη θεραπεία, η νεφρική λειτουργία και τα επίπεδα φωσφοκινάσης της κρεατινίνης (CPK) θα πρέπει να παρακολουθείται στενά σε όλους τους ασθενείς με οποιουδήποτε βαθμού νεφρική δυσλειτουργία (βλ. επίσης Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές). Το δοσολογικό σχήμα για την δαπτομυκίνη σε παιδιατρικούς ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία δεν έχει καθοριστεί.
Ρυθμίσεις της δόσης σε ενήλικες ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία ανάλογα με την ένδειξη και την κάθαρση της κρεατινίνης.
| Ένδειξη για χρήση | Κάθαρση κρεατινίνης | Συνιστώμενη δόση | Σχόλια |
|---|---|---|---|
| cSSTI χωρίς SAB | > 30 mL/min | 4 mg/kg μια φορά ημερησίως | Βλ. Φαρμακοδυναμικές |
| < 30 mL/min | 4 mg/kg κάθε 48 ώρες | (1, 2) | |
| RIE ή cSSTI που σχετίζεται με SAB | > 30 mL/min | 6 mg/kg μια φορά ημερησίως | Βλ. Φαρμακοδυναμικές |
| < 30 mL/min | 6 mg/kg κάθε 48 ώρες | (1, 2) |
cSSTI= επιπλεγμένες λοιμώξεις δέρματος και μαλακών μορίων, SAB= βακτηριαιμία από S. aureus
- Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της προσαρμογής του δοσολογικού διαστήματος δεν έχουν αξιολογηθεί σε ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές και η σύσταση βασίζεται σε στοιχεία μελετών φαρμακοκινητικής και αποτελεσμάτων μοντέλου φαρμακοκινητικής (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
- Οι ίδιες ρυθμίσεις της δόσης, οι οποίες βασίζονται σε στοιχεία φαρμακοκινητικής σε εθελοντές συμπεριλαμβανομένων των αποτελεσμάτων μοντέλου PK, συνιστώνται σε ενήλικους ασθενείς σε αιμοδιύλυση (HD) ή συνεχή περιπατητική περιτοναιοδιύλιση (CAPD). Όποτε είναι δυνατό, το Daptomycin / DEMO θα πρέπει να χορηγείται μετά την ολοκλήρωση της διύλυσης τις ημέρες της διύλυσης (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Ηπατική δυσλειτουργία Δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας όταν το Daptomycin / DEMO χορηγείται σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh Βαθμός B) (βλ. Φαρμακοκινητικές). Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία σε ασθενείς με βαρειά ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh Βαθμός C). Συνεπώς, θα πρέπει να ασκείται προσοχή αν το Daptomycin / DEMO χορηγείται σε αυτούς τους ασθενείς.
Ηλικιωμένοι ασθενείς Στους ηλικιωμένους ασθενείς εκτός από εκείνους με βαρειά νεφρική δυσλειτουργία θα πρέπει να χορηγούνται οι συνιστώμενες δοσολογίες (βλ. παραπάνω και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Παιδιατρικοί ασθενείς (1 έως 17 ετών) Τα συνιστώμενα δοσολογικά σχήματα για παιδιατρικούς ασθενείς με βάση την ηλικία και την ένδειξη φαίνονται παρακάτω.
| Ηλικιακή ομάδα | Ένδειξη | Δοσολογικό σχήμα | Διάρκεια της Θεραπείας |
|---|---|---|---|
| 12 έως 17 ετών | cSSTI χωρίς SAB | 5 mg/kg άπαξ κάθε 24 ώρες με έγχυση σε περίοδο 30 λεπτών | |
| cSSTI συσχετιζόμενη με SAB | 7 mg/kg άπαξ κάθε 24 ώρες με έγχυση σε περίοδο 30 λεπτών | Έως 14 Ημέρες (1) | |
| 7 έως 11 ετών | cSSTI χωρίς SAB | 7 mg/kg άπαξ κάθε 24 ώρες με έγχυση σε περίοδο 30 λεπτών | |
| cSSTI συσχετιζόμενη με SAB | 9 mg/kg άπαξ κάθε 24 ώρες με έγχυση σε περίοδο 30 λεπτών | Έως 14 Ημέρες (1) | |
| 2 έως 6 ετών | cSSTI χωρίς SAB | 9 mg/kg άπαξ κάθε 24 ώρες με έγχυση σε περίοδο 60 λεπτών | |
| cSSTI συσχετιζόμενη με SAB | 12 mg/kg άπαξ κάθε 24 ώρες με έγχυση σε περίοδο 60 λεπτών | Έως 14 Ημέρες (1) | |
| 1 έως < 2 ετών | cSSTI χωρίς SAB | 10 mg/kg άπαξ κάθε 24 ώρες με έγχυση σε περίοδο 60 λεπτών | |
| cSSTI συσχετιζόμενη με SAB | 12 mg/kg άπαξ κάθε 24 ώρες με έγχυση σε περίοδο 60 λεπτών | Έως 14 Ημέρες (1) |
cSSTI= επιπλεγμένες λοιμώξεις δέρματος και μαλακών μορίων, SAB= βακτηριαιμία από S. aureus
- Η ελάχιστη διάρκεια του Daptomycin / DEMO για την παιδιατρική SAB θα πρέπει να επιλέγεται σύμφωνα με τον εκληφθέντα κίνδυνο επιπλοκών για τον κάθε ασθενή. Η διάρκεια του Daptomycin / DEMO ενδέχεται να πρέπει να είναι μεγαλύτερη από 14 ημέρες σύμφωνα με τον εκληφθέντα κίνδυνο επιπλοκών για τον συγκεκριμένο ασθενή. Στην παιδιατρική μελέτη SAB, η μέση διάρκεια του IV Daptomycin / DEMO ήταν 12 ημέρες, με εύρος από 1 έως 44 ημέρες. Η διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να είναι σε συμφωνία με τις διαθέσιμες επίσημες συστάσεις.
Το Daptomycin / DEMO χορηγείται ενδοφλεβίως σε 0,9% διάλυμα χλωριούχου νατρίου (βλ. παράγραφο 6.6). Το Daptomycin / DEMO δεν πρέπει να χρησιμοποιείται πιο συχνά από άπαξ ημερησίως. Θα πρέπει να λαμβάνονται μετρήσεις στα επίπεδα της φωσφοκινάσης της κρεατίνης (CPK) κατά την έναρξη και σε τακτά διαστήματα (τουλάχιστον άπαξ εβδομαδιαίως) κατά τη διάρκεια της θεραπείας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Το Daptomycin / DEMO δεν πρέπει να χορηγείται σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας κάτω του ενός έτους λόγω του κινδύνου δυνητικών επιπτώσεων στο μυϊκό, νευρομυϊκό και/ή το νευρικό σύστημα (είτε περιφερειακό και/ή κεντρικό) που παρατηρήθηκαν σε νεογέννητα σκυλιά (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
Τρόπος χορήγησης Σε ενήλικες, το Daptomycin / DEMO χορηγείται με ενδοφλέβια έγχυση (βλ. παράγραφο 6.6) και χορηγείται σε περίοδο 30 λεπτών ή με ενδοφλέβια ένεση (βλ. παράγραφο 6.6) και χορηγείται σε περίοδο 2 λεπτών. Σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 7 έως 17 ετών, το Daptomycin / DEMO χορηγείται με ενδοφλέβια έγχυση σε περίοδο των 30 λεπτών (βλ. παράγραφο 6.6). Σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 1 έως 6 ετών, το Daptomycin / DEMO χορηγείται με ενδοφλέβια έγχυση σε περίοδο των 60 λεπτών (βλ. παράγραφο 6.6).
block
Αντενδείξεις
SPC-DAPTOMYCIN/DEMO
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-DAPTOMYCIN/DEMO
expand_more
Προειδοποιήσεις
Γενικά
Εάν ταυτοποιηθεί εστία λοίμωξης διαφορετική από cSSTI και RIE μετά την έναρξη της θεραπείας με Daptomycin / DEMO θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η έναρξη εναλλακτικής αντιβακτηριακής θεραπείας που έχει βρεθεί ότι είναι αποτελεσματική στη θεραπεία του συγκεκριμένου τύπου της υφιστάμενης λοίμωξης.
Αναφυλαξία/αντιδράσεις υπερευαισθησίας
Αναφυλαξία/αντιδράσεις υπερευαισθησίας έχουν αναφερθεί με τη δαπτομυκίνη. Εάν παρουσιαστεί μια αλλεργική αντίδραση στο Daptomycin / DEMO, διακόψτε τη χρήση και χορηγήστε την κατάλληλη θεραπεία.
Πνευμονία
Έχει αποδειχθεί σε κλινικές μελέτες ότι η δαπτομυκίνη δεν είναι αποτελεσματική στη θεραπεία πνευμονίας. Έτσι το Daptomycin / DEMO δεν ενδείκνυται για τη θεραπεία της πνευμονίας.
RIE από Staphylococcus aureus
Τα κλινικά δεδομένα για τη χρήση της δαπτομυκίνης για θεραπεία RIE από Staphylococcus aureus περιορίζονται σε 19 ενήλικες ασθενείς (βλ. επίσης Φαρμακοδυναμικές «Πληροφορίες από κλινικές μελέτες»). Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της δαπτομυκίνης σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών με λοιμώδη ενδοκαρδίτιδα δεξιάς κοιλότητας (RIE) λόγω Staphylococcus aureus δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Η αποτελεσματικότητα της δαπτομυκίνης σε ασθενείς με λοιμώξεις της προσθετικής βαλβίδας ή με λοιμώδη ενδοκαρδίτιδα δεξιάς πλευράς από Staphylococcus aureus δεν έχει καταδειχθεί.
Εν τω βάθει λοιμώξεις
Σε ασθενείς με εν τω βάθει λοιμώξεις θα πρέπει να διεξάγονται οι απαιτούμενες χειρουργικές επεμβάσεις (π.χ. χειρουργικό καθαρισμό, απομάκρυνση προσθετικών συσκευών, εγχείρηση αντικατάστασης βαλβίδας) χωρίς καθυστέρηση.
Λοιμώξεις από εντερόκοκκο
Υπάρχουν ανεπαρκή αποδεικτικά στοιχεία για να μπορούν να εξαχθούν οποιαδήποτε συμπεράσματα όσον αφορά την αποτελεσματικότητα της δαπτομυκίνης ενάντια σε λοιμώξεις λόγω εντερόκοκκων συμπεριλαμβανομένων των Enterococcus faecalis και Enterococcus faecium. Επιπλέον, η δόση της δαπτομυκίνης στη θεραπευτική αγωγή που μπορεί να είναι κατάλληλη για τη θεραπεία των λοιμώξεων από εντερόκοκκο, με ή χωρίς βακτηριαιμία, δεν έχει προσδιοριστεί. Έχουν αναφερθεί αποτυχίες στην θεραπεία με δαπτομυκίνη, λοιμώξεων από εντερόκοκκο που ως επί το πλείστον συνοδεύονταν από βακτηριαιμία. Σε μερικές περιπτώσεις, η αποτυχία της θεραπείας έχει συσχετιστεί με την επιλογή των οργανισμών με μειωμένη ευαισθησία ή απλά αντίσταση στην δαπτομυκίνη (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
Μη-ευαίσθητοι μικροοργανισμοί
Η χρήση αντιβακτηριακών μπορεί να προωθήσει την υπερβολική ανάπτυξη μη-ευαίσθητων μικροοργανισμών. Εάν επέλθει επιλοίμωξη κατά τη διάρκεια της θεραπείας, θα πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα.
Διάρροια σχετιζόμενη με Clostridioides difficile
Έχει αναφερθεί διάρροια σχετιζόμενη με Clostridioides difficile (CDAD) με δαπτομυκίνη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Εάν υπάρχει υποψία ή επιβεβαιωμένη CDAD, μπορεί να χρειαστεί η διακοπή του Daptomycin / DEMO και η χορήγηση κατάλληλης θεραπείας όπως ενδείκνυται κλινικά.
Αλληλεπιδράσεις φαρμάκου/εργαστηριακών εξετάσεων
Έχει παρατηρηθεί ψευδής παράταση του χρόνου προθρομβίνης (ΡΤ) και αύξηση της διεθνούς ομαλοποιημένης αναλογίας (WR) όταν χρησιμοποιούνται για την ανάλυση συγκεκριμένα ανασυνδυασμένα θρομβοπλαστικά αντιδραστήρια (βλ. επίσης Αλληλεπιδράσεις).
Φωσφοκινάση της κρεατίνης και μυοπάθεια
Έχουν αναφερθεί αυξήσεις στα επίπεδα της φωσφοκινάσης της κρεατίνης πλάσματος (CPK, ισοένζυμο MM) σε σχέση με μυϊκούς πόνους ή/και αδυναμία και περιστατικά μυοσίτιδας, μυοσφαιριναιμίας και ραβδομυόλυσης κατά τη διάρκεια θεραπείας με δαπτομυκίνη (βλ. επίσης Αλληλεπιδράσεις, Ανεπιθύμητες ενέργειες και Προκλινικά δεδομένα). Σε κλινικές μελέτες, αξιοσημείωτες αυξήσεις των επιπέδων CPK πλάσματος σε > 5x από το ανώτατο όριο του φυσιολογικού (ULN) χωρίς μυϊκά συμπτώματα εμφανίστηκαν πιο συχνά σε ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε θεραπεία με δαπτομυκίνη (1,9%) παρά σε εκείνους οι οποίοι έλαβαν παράγοντες σύγκρισης (0,5%). Συνεπώς, συνιστώνται τα εξής:
- Θα πρέπει να λαμβάνονται μετρήσεις της CPK πλάσματος κατά την έναρξη καθώς και σε τακτά διαστήματα (τουλάχιστον άπαξ εβδομαδιαίως) κατά τη διάρκεια της θεραπείας από όλους τους ασθενείς.
- Οι μετρήσεις της CPK θα πρέπει να λαμβάνονται πιο συχνά (π.χ. κάθε 2-3 ημέρες τουλάχιστον κατά τη διάρκεια των πρώτων δύο εβδομάδων θεραπείας) σε ασθενείς που διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης μυοπάθειας. Για παράδειγμα ασθενείς με οποιοδήποτε βαθμό νεφρικής δυσλειτουργίας (κάθαρση κρεατινίνης < 80 mL/λεπτό, βλ. επίσης Δοσολογία), συμπεριλαμβανομένων των ασθενών σε αιμοδιύλιση ή CAPD, και ασθενείς που λαμβάνουν άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-DAPTOMYCIN/DEMO
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Η δαπτομυκίνη υφίσταται μικρού βαθμού έως μηδαμινό μεταβολισμό με τη διαμεσολάβηση του Κυτοχρώματος P450 (CYP450). Είναι απίθανο η δαπτομυκίνη να αναστείλει ή να επαγάγει το μεταβολισμό των φαρμακευτικών προϊόντων που μεταβολίζονται από το σύστημα του P450.
Έχουν γίνει μελέτες της αλληλεπίδρασης της δαπτομυκίνης με αζτρεονάμη, τομπραμυκίνη, βαρφαρίνη και προβενεσίδη. Η δαπτομυκίνη δεν είχε καμία επίδραση στη φαρμακοκινητική της βαρφαρίνης ή της προβενεσίδης, αλλά ούτε αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα δεν τροποποίησαν τη φαρμακοκινητική της δαπτομυκίνης. Η φαρμακοκινητική της δαπτομυκίνης δεν άλλαξε σημαντικά από την αζτρεονάμη.
Παρόλο που παρατηρήθηκαν μικρές αλλαγές στη φαρμακοκινητική της δαπτομυκίνης και της τομπραμυκίνης κατά τη συγχορήγηση μέσω ενδοφλέβιας έγχυσης για μια περίοδο 30-λεπτών χρησιμοποιώντας μια δόση δαπτομυκίνης 2 mg/ mL, οι αλλαγές που παρατηρήθηκαν δεν ήταν στατιστικά σημαντικές. Η αλληλεπίδραση μεταξύ της δαπτομυκίνης και της τομπραμυκίνης με μια εγκεκριμένη δόση Daptomycin / DEMO είναι άγνωστη. Απαιτείται προσοχή όταν το Daptomycin / DEMO συγχορηγείται με την τομπραμυκίνη.
Η εμπειρία της ταυτόχρονης χορήγησης της δαπτομυκίνης και της βαρφαρίνης είναι περιορισμένη. Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες της δαπτομυκίνης με άλλα αντιπηκτικά εκτός της βαρφαρίνης. Θα πρέπει να παρακολουθείται η αντιπηκτική δράση στους ασθενείς που παίρνουν Daptomycin / DEMO και βαρφαρίνη για τις πρώτες αρκετές ημέρες από την έναρξη της θεραπείας με Daptomycin / DEMO.
Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία σχετικά με τη ταυτόχρονη χορήγηση δαπτομυκίνης με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία πιθανό να πυροδοτήσουν μυοπάθεια (π.χ. αναστολείς της αναγωγάσης HMG-CoA). Ωστόσο παρουσιάστηκαν ορισμένα περιστατικά αξιοσημείωτων αυξήσεων των επιπέδων CPK και περιστατικά ραβδομυόλυσης σε ενήλικες ασθενείς που έπαιρναν ένα από αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα ταυτόχρονα με τη δαπτομυκίνη. Συνιστάται, εάν είναι δυνατό, παροδική διακοπή της χορήγησης άλλων φαρμακευτικών προϊόντων που σχετίζονται με τη μυοπάθεια κατά τη διάρκεια της θεραπευτικής αγωγής με Daptomycin / DEMO εκτός και αν τα οφέλη της συντρέχουσας χορήγησης υπερτερούν του κινδύνου. Αν η συγχορήγηση δε μπορεί να αποφευχθεί, θα πρέπει τα επίπεδα της CPK να μετρώνται πιο συχνά από μία φορά την εβδομάδα και οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για οποιαδήποτε σημεία ή συμπτώματα τα οποία πιθανό να αντιπροσωπεύουν μυοπάθεια (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις, Ανεπιθύμητες ενέργειες και Προκλινικά δεδομένα).
Η δαπτομυκίνη απεκκρίνεται κυρίως μέσω νεφρικής διήθησης και έτσι τα επίπεδα πλάσματος μπορεί να αυξηθούν κατά τη συγχορήγηση με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία μειώνουν τη νεφρική διήθηση (π.χ. ΜΣΑΦ και αναστολείς της COX-2). Επιπλέον, υπάρχει ενδεχόμενο φαρμακοδυναμικής αλληλεπίδρασης κατά τη συγχορήγηση λόγω των προσθετικών νεφρικών επιδράσεων. Συνεπώς, συνιστάται προσοχή όταν η δαπτομυκίνη συγχορηγείται με οποιοδήποτε άλλο φαρμακευτικό προϊόν το οποίο είναι γνωστό ότι μειώνει τη νεφρική διήθηση.
Κατά τη διάρκεια παρακολούθησης μετά την κυκλοφορία του προϊόντος, έχουν αναφερθεί περιπτώσεις αλληλεπίδρασης μεταξύ της δαπτομυκίνης και συγκεκριμένων αντιδραστηρίων τα οποία χρησιμοποιούνται σε μερικές αναλύσεις χρόνου προθρομβίνης/διεθνούς ομαλοποιημένης αναλογίας (PT/INR). Αυτή η αλληλεπίδραση οδήγησε σε λανθασμένη επιμήκυνση του χρόνου προθρομβίνης και αύξηση της INR. Εάν παρατηρηθούν μη αναμενόμενες μη φυσιολογικές τιμές του PT/INRσε ασθενείς οι οποίοι παίρνουν δαπτομυκίνη, θα πρέπει να μελετάται πιθανή αλληλεπίδραση in vitro κατά τον εργαστηριακό έλεγχο. Η πιθανότητα λανθασμένων αποτελεσμάτων μπορεί να ελαχιστοποιηθεί με τη λήψη δειγμάτων για ελέγχους του PT αύξησης της INR κοντά στο χρόνο ύφεσης των συγκεντρώσεων της δαπτομυκίνης στο πλάσμα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-DAPTOMYCIN/DEMO
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφαλείας
Σε κλινικές μελέτες, 2.011 ενήλικα άτομα έλαβαν δαπτομυκίνη. Σε αυτές τις δοκιμές, 1.221 άτομα έλαβαν μια ημερήσια δόση των 4 mg/kg από τους οποίους οι 1.108 ήταν ασθενείς και οι 113 ήταν υγιείς εθελοντές. 460 άτομα έλαβαν μια ημερήσια δόση 6 mg/kg από τους οποίους οι 304 ήταν ασθενείς και οι 156 ήταν υγιείς εθελοντές. Σε παιδιατρικές μελέτες, 372 ασθενείς έλαβαν δαπτομυκίνη, εκ των οποίων 61 έλαβαν μία εφάπαξ δόση και 311 έλαβαν ένα θεραπευτικό σχήμα για cSSTI ή SAB (ημερήσιες δόσεις που ποικίλουν από 4 mg/kg έως 12 mg/kg). Ανεπιθύμητες ενέργειες (δηλ. αυτές που θεωρούνται από τον ερευνητή ως ενδεχομένως, πιθανώς ή σίγουρα σχετιζόμενες με το φαρμακευτικό προϊόν) αναφέρθηκαν σε παρόμοιες συχνότητες για τους ασθενείς που έλαβαν δαπτομυκίνη και τους ασθενείς που έλαβαν τα συγκριτικά θεραπευτικά σχήματα.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν συχνότερα (συχνότητα συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10)) είναι: Μυκητιασικές λοιμώξεις, ουρολοίμωξη, λοίμωξη από κάντιντα, αναιμία, άγχος, αϋπνία, ζάλη, κεφαλαλγία, υπέρταση, υπόταση, γαστρεντερικό και κοιλιακό άλγος, ναυτία, έμετος, δυσκοιλιότητα, διάρροια, μετεωρισμός, τυμπανισμός και διάταση, μη-φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας (αύξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης (ALT), αμινοτρανσφεράση του ασπαραγινικού οξέος (AST) ή αλκαλική φωσφατάση (ALP)), εξάνθημα, κνησμός, πόνος στα άκρα, αυξημένη φωσφοκινάση της κρεατίνης ορού (CPK), αντιδράσεις στο σημείο της έγχυσης, πυρεξία, εξασθένιση.
Λιγότερο συχνά αναφερόμενες, αλλά περισσότερο σοβαρές, ανεπιθύμητες ενέργειες συμπεριλαμβάνουν αντιδράσεις υπερευαισθησίας, ηωσινοφιλική πνευμονία (περιστασιακά εμφανιζόμενη ως οργανούμενη πνευμονία), φαρμακευτικό εξάνθημα με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS), αγγειοοίδημα και ραβδομυόλυση.
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών υπό μορφή πίνακα
Αναφέρθηκαν οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες κατά τη διάρκεια της θεραπείας και κατά την περίοδο παρακολούθησης με συχνότητα που αντιστοιχεί σε πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (≤ 1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα): Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Πίνακας 1 Ανεπιθύμητες ενέργειες από κλινικές μελέτες και αναφορές μετά την κυκλοφορία του προϊόντος
| Κατηγορία οργανικό σύστημα | Συχνότητα | Ανεπιθύμητη ενέργεια |
|---|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Συχνές | Μυκητιασικές λοιμώξεις, ουρολοίμωξη, λοίμωξη από κάντιντα |
| Όχι συχνές | Μυκητιασαιμία | |
| Μη γνωστές* | Διάρροια σχετιζόμενη με Clostridioides difficile** | |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Συχνές | Αναιμία |
| Όχι συχνές | Θρομβοκυττάρωση, ηωσινοφιλία, αύξηση της διεθνούς ομαλοποιημένης αναλογίας (INR), λευκοκυττάρωση | |
| Σπάνιες | Παράταση του χρόνου προθρομβίνης (PT) | |
| Μη γνωστές* | Θρομβοπενία | |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Μη γνωστές* | Υπερευαισθησία** που εκδηλώνεται με μεμονωμένες αυτόματες αναφορές που περιλαμβάνουν χωρίς να περιορίζονται στα ακόλουθα: αγγειοοίδημα, φαρμακευτικό εξάνθημα με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS), πνευμονική ηωσινοφιλία, φυσαλλιδώδες εξάνθημα με επίδραση στο βλεννογόνο υμένα και αίσθηση στοματοφαρυγγικού οιδήματος, αναφυλαξία**, αντιδράσεις στην έγχυση μεταξύ των οποίων και τα εξής συμπτώματα: ταχυκαρδία, συριγμός, πυρεξία, ρίγη, συστηματική έξαψη, ίλιγγος, συγκοπή και μεταλλική γεύση |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Όχι συχνές | Μειωμένη όρεξη, υπεργλυκαιμία, διαταραχές |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Συχνές | Άγχος, αϋπνία |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Συχνές | Ζάλη, κεφαλαλγία |
| Όχι συχνές | Παραισθησία, διαταραχές της γεύσης, τρόμος, ερεθισμός του οφθαλμού | |
| Μη γνωστές* | Περιφερική νευροπάθεια** | |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | Όχι συχνές | Ίλιγγος |
| Καρδιακές διαταραχές | Όχι συχνές | Υπερκοιλιακή ταχυκαρδία, έκτακτη συστολή |
| Αγγειακές διαταραχές | Συχνές | Υπέρταση, υπόταση |
| Όχι συχνές | Εξάψεις | |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Μη γνωστές* | Ηωσινοφιλική πνευμονία1**, βήχας |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Συχνές | Γαστρεντερικό και κοιλιακό άλγος, δυσκοιλιότητα, διάρροια, μετεωρισμός, τυμπανισμός και διάταση |
| Όχι συχνές | Δυσπεψία, γλωσσίτιδα | |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Συχνές | Μη-φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας2 (αύξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης (ALT), αμινοτρανσφεράση του ασπαραγινικού οξέος (AST) ή αλκαλική φωσφατάση (ALP)) |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Συχνές | Εξάνθημα, κνησμός |
| Όχι συχνές | Κνίδωση | |
| Μη γνωστές* | Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταινώδης δερματίτιδα** | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Συχνές | Πόνος στα άκρα, αυξημένη φωσφοκινάση της κρεατίνης ορού (CPK)2 |
| Όχι συχνές | Μυοσίτιδα, αύξηση μυοσφαιρίνης, μυϊκή αδυναμία, μυϊκός πόνος, αρθραλγία, αυξημένη γαλακτική δεϋδρογονάση ορού (LDH), μυϊκές συσπάσεις | |
| Μη γνωστές* | Ραβδομυόλυση3** | |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Όχι συχνές | Νεφρική δυσλειτουργία, νεφρική ανεπάρκεια, αυξημένη κρεατινίνη ορού |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Όχι συχνές | Κολπίτιδα |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Συχνές | Αντιδράσεις στο σημείο της έγχυσης, πυρεξία, εξασθένιση |
| Όχι συχνές | Κόπωση, άλγος |
- Με βάση αναφορές που έγιναν μετά την κυκλοφορία του προϊόντος. Αφού αυτές οι ενέργειες αναφέρονται εθελοντικά από ένα πληθυσμό αμφιβόλου μεγέθους, δεν είναι δυνατή η αξιόπιστη εκτίμηση της συχνότητάς τους και ως εκ τούτου κατηγοροποιούνται ως μη γνωστές. ** Βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις. 1 Ενώ η ακριβής εμφάνιση ηωσινοφιλικής πνευμονίας που συνδέεται με τη δαπτομυκίνη δεν είναι γνωστή, το μέχρι σήμερα ποσοστό αναφοράς των αυθόρμητων αναφορών είναι πολύ χαμηλό (< 1/10.000). 2 Σε μερικές περιπτώσεις μυοπάθειας με συμμετοχή αυξημένης φωσφοκινάσης της κρεατίνης και μυϊκά συμπτώματα, οι ασθενείς παρουσίασαν επίσης αυξημένες τρανσαμινάσες. Αυτές οι αυξήσεις τρανσαμινασών είναι δυνατό να είχαν σχέση με τις επιδράσεις στους σκελετικούς μυς. Η πλειονότητα των αυξήσεων των τρανσαμινασών ήταν τοξικότητας κατηγορίας 1-3 και υποχώρησαν με τη διακοπή της αγωγής. 3 Στις περιπτώσεις όπου υπήρχαν διαθέσιμα κλινικά στοιχεία σχετικά με τους ασθενείς προκειμένου να γίνει κάποια αξιολόγηση, περίπου 50% των περιστατικών επισυνέβησαν σε ασθενείς με προϋπάρχουσα νεφρική δυσλειτουργία, ή σε ασθενείς οι οποίοι ελάμβαναν ταυτόχρονα φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι προκαλούν ραβδομυόλυση.
Τα δεδομένα ασφάλειας για τη χορήγηση της δαπτομυκίνης μέσω ενδοφλέβιας ένεσης 2-λεπτών προέρχονται από δύο φαρμακοκινητικές μελέτες σε υγιείς ενήλικες εθελοντές. Βάσει των αποτελεσμάτων αυτών των ερευνών, και οι δύο μέθοδοι χορήγησης της δαπτομυκίνης, η 2-λεπτών ενδοφλέβια ένεση και η 30-λεπτών ενδοφλέβια έγχυση, είχαν ένα παρόμοιο προφίλ ασφάλειας και ανεκτικότητας. Δεν παρουσιάστηκε καμία σημαντική διαφορά στην τοπική ανεκτικότητα ή στη φύση και συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-DAPTOMYCIN/DEMO
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Δεν είναι διαθέσιμα κλινικά δεδομένα για τη δαπτομυκίνη σχετικά με τις εγκυμοσύνες. Μελέτες σε ζώα δεν καταδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες αρνητικές επιδράσεις στην εγκυμοσύνη, στην ανάπτυξη του εμβρύου, στον τοκετό ή στη μεταγεννητική ανάπτυξη (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Το Daptomycin / DEMO δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο, δηλαδή μόνο εάν το αναμενόμενο όφελος υπερτερεί του πιθανού κινδύνου.
Θηλασμός
Σε μια μελέτη μιας μεμονωμένης περίπτωσης σε άνθρωπο, χορηγείτο ενδοφλεβίως δαπτομυκίνη δόσης 500 mg/ημέρα για 28 ημέρες σε μια θηλάζουσα μητέρα, και το μητρικό γάλα της ασθενούς συλλεγόταν για μια περίοδο 24 ωρών κατά την 27η ημέρα. Η υψηλότερη συγκέντρωση δαπτομυκίνης που μετρήθηκε στο μητρικό γάλα ήταν 0,045 mcg/mL, η οποία είναι μια μικρή συγκέντρωση. Έτσι, μέχρι την απόκτηση περισσότερης εμπειρίας, ο θηλασμός θα πρέπει να διακόπτεται όταν το Daptomycin / DEMO χορηγείται σε θηλάζουσες γυναίκες.
Γονιμότητα
Δεν είναι διαθέσιμα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη γονιμότητα για τη δαπτομυκίνη. Μελέτες σε ζώα δεν άμεσες ή έμμεσες αρνητικές επιδράσεις στη γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-DAPTOMYCIN/DEMO
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Αντιβακτηριακά για συστηματική χρήση, Άλλα αντιβακτηριακά, κωδικός ATC: J01XX09
Μηχανισμός δράσης
Η δαπτομυκίνη είναι ένα κυκλικό λιποπεπτίδιο φυσικό προϊόν το οποίο είναι δραστικό μόνο κατά των Gram θετικών βακτηρίων. Ο μηχανισμός δράσης, περιλαμβάνει τη δέσμευση (κατά την παρουσία ιόντων ασβεστίου) στις μεμβράνες των βακτηριακών κυττάρων που βρίσκονται τόσο σε φάση ανάπτυξης όσο και σε στατική φάση, και οδηγεί σε αποπόλωση που προκαλεί ταχεία αναστολή της σύνθεσης των πρωτεϊνών, του DNA και του RNA. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το θάνατο των βακτηριακών κυττάρων με αμελητέα κυτταρική λύση.
Σχεση PK/PD
Η δαπτομυκίνη in vitro και in vivo σε ζωικά μοντέλα παρουσιάζει ταχεία, εξαρτώμενη από τη συγκέντρωση, βακτηριοκτόνο δράση κατά των Gram θετικών οργανισμών. Σε ζωικά μοντέλα οι AUC/MIC και Cmax/MIC συσχετίζονται με την αποτελεσματικότητα και την προβλεπόμενη νέκρωση βακτηριδίων in vivo σε εφάπαξ δόσεις που ισοδυναμούν με ανθρώπινες ενήλικες δόσεις των 4 mg/kg και 6 mg/kg άπαξ ημερησίως.
Μηχανισμοί αντοχής
Στελέχη με μειωμένη ευαισθησία στη δαπτομυκίνη έχουν αναφερθεί κυρίως κατά τη διάρκεια αγωγής σε ασθενείς των οποίων η θεραπεία είναι δύσκολη ή/και κατόπιν χορήγησης για μεγάλες χρονικές περιόδους. Συγκεκριμένα, έχουν γίνει αναφορές για αποτυχία της θεραπείας σε ασθενείς με λοιμώξεις από Staphylococcus aureus, Enterococcus faecalis ή Enterococcus faecium, συμπεριλαμβανομένων βακτηριαιμικών ασθενών, όπου έχουν συσχετιστεί με την επιλογή των οργανισμών με μειωμένη ευαισθησία ή απλά αντίσταση στην δαπτομυκίνη κατά την διάρκεια της θεραπείας. Ο/οι μηχανισμός(οί) αντίστασης στη δαπτομυκίνη δεν έχει(ουν) κατανοηθεί πλήρως.
Όρια ευαισθησίας
Τα όρια ευαισθησίας της ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης MIC που έχει καθιερωθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τον Αντιμικροβιακό Έλεγχο Ευαισθησίας (EUCAST), έκδοση 10.0, 01 Ιανουαρίου 2020 εμφανίζονται στον ακόλουθο πίνακα:
| Μικροοργανισμός | Ευαίσθητος | Ανθεκτικός |
|---|---|---|
| Staphylococcus spp.α | ≤ 1 mg/Lβ | > 1 mg/Lβ |
| Ομάδες A, B, C, G α Streptococcus | ≤ 1 mg/Lβ | > 1 mg/Lβ |
α. Ανθεκτικά στελέχη είναι σπάνια ή δεν έχουν καταγραφεί ακόμη. H ταυτοποίηση και η δοκιμασια ευαισθησίας σε οποιοδήποτε από τα απομονωμένα στελέχη πρέπει να επιβεβαιωθεί και το στέλεχος αυτό να αποσταλεί σε εργαστήριο αναφοράς. β. Τα όρια ευαισθησίας δαπτομυκίνης πρέπει να προσδιορίζονται παρουσία Ca2+ (50 mg / L στο μέσο καλλιέργειας για μεθόδους αραιώσεων σε ζωμού, οι μέθοδοι αραιώσεων σε άγαρ δεν έχουν επικυρωθεί). Ακολουθήστε τις οδηγίες του κατασκευαστή για εμπορικά συστήματα.
Ευαισθησία
Ο επιπολασμός της ανθεκτικότητας μπορεί να ποικίλει γεωγραφικά και χρονικά για τα επιλεγμένα είδη και είναι προτιμότερο να υπάρχουν τοπικές πληροφορίες σχετικά με την ανθεκτικότητα, ιδιαίτερα όταν αντιμετωπίζονται σοβαρές λοιμώξεις. Ανάλογα με τις ανάγκες, θα πρέπει να επιζητείται συμβουλή ειδικού όταν ο τοπικός επιπολασμός της ανθεκτικότητας είναι τέτοιος που η χρησιμότητα του φαρμάκου τουλάχιστον σε κάποιους τύπους λοιμώξεων είναι αμφισβητήσιμη.
Συνήθως Ευαίσθητα Είδη
- Staphylococcus aureus *
- Staphylococcus haemolyticus
- Σταφυλόκοκκοι πηκτάση αρνητικοί
- Streptococcus agalactiae*
- Streptococcus dysgalactiae subsp equisimilis*
- Streptococcus pyogenes*
- Στρεπτόκοκκοι Ομάδας G
- Clostridium perfringens
- Peptostreptococcus spp
Εγγενώς ανθεκτικοί οργανισμοί
- Οργανισμοί Gram αρνητικοί
- υποδεικνύει είδη κατά των οποίων θεωρείται ότι έχει αποδειχθεί ικανοποιητικά η δραστικότητα σε κλινικές μελέτες.
Κλινική αποτελεσματικότητα σε ενήλικες
Σε δύο κλινικές δοκιμές ενηλίκων με επιπεπλεγμένες δερματικές λοιμώξεις και λοιμώξεις των μαλακών μορίων, 36% των ασθενών στους οποίους χορηγήθηκε δαπτομυκίνη ανταποκρίθηκαν στα κριτήρια του συνδρόμου συστηματικής φλεγμονώδους απόκρισης (SIRS). Ο πιο συχνός τύπος λοίμωξης για την οποία χορηγήθηκε θεραπεία ήταν λοίμωξη πληγής (38% των ασθενών) ενώ ποσοστό 21% είχαν μείζονα αποστήματα. Αυτοί οι περιορισμοί των ασθενών στους οποίους χορηγήθηκε η θεραπεία θα πρέπει να εξετάζονται όταν λαμβάνεται απόφαση χρήσης δαπτομυκίνης.
Σε μια τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη ανοιχτού σχεδιασμού μελέτη σε 235 ενήλικες ασθενείς με βακτηριαιμία από Staphylococcus aureus (π.χ. τουλάχιστον μια θετική καλλιέργεια αίματος στον Staphylococcus aureus πριν τη λήψη της πρώτης δόσης) 19 από τους 120 ασθενείς που έλαβαν αγωγή με δαπτομυκίνη πληρούσαν τα κριτήρια για RIE. Από αυτούς τους 19 ασθενείς οι 11 είχαν λοίμωξη από Staphylococcus aureus ευαίσθητο στη μεθυκιλλίνη και οι 8 με Staphylococcus aureus ανθεκτικό στη μεθυκιλλίνη. Τα ποσοστά επιτυχίας σε ασθενείς με RIE παρουσιάζονται στον παρακάτω πίνακα.
| Πληθυσμός | Δαπτομυκίνη n/N (%) | Συγκριτικό φάρμακο n/N (%) | Διαφορές στην επιτυχία Ποσοστά (95% CI) |
|---|---|---|---|
| Πληθυσμός ITT (intention to treat) RIE | 8/19 (42,1%) | 7/16 (43,8%) | -1,6% (-34,6, 31,3) |
| Πληθυσμός PP (per protocol) RIE | 6/12 (50,0%) | 4/8 (50,0%) | 0,0% (-44,7, 44,7) |
Αποτυχία στη θεραπεία λόγω εμμένουσων ή υποτροπιαζόντων λοιμώξεων από Staphylococcus aureus παρατηρήθηκε σε 19/120 (15,8%) των ασθενών που έλαβαν δαπτομυκίνη, σε 9/53 (16,7%) αυτών που έλαβαν βανκομυκίνη και σε 2/62 (3,2%) των ασθενών που έλαβαν αντι-σταφυλοκκοκική ημισυνθετική πενικιλλίνη. Αυτή συμπεριλαμβάνει έξι ασθενείς που έλαβαν δαπτομυκίνη και έναν που έλαβε βανκομυκίνη που παρουσίασαν αύξηση στις MICs της δαπτομυκίνης κατά τη διάρκεια ή έπειτα από τη θεραπεία (βλ. παρακάτω «Μηχανισμοί αντοχής»). Οι περισσότεροι ασθενείς που απέτυχαν λόγω αντοχής ή υποτροπής της λοίμωξης από Staphylococcus aureus είχαν εν τω βάθει λοίμωξη και δεν είχαν λάβει την απαραίτητη χειρουργική παρέμβαση.
Κλινική αποτελεσματικότητα σε παιδιατρικούς ασθενείς
Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της δαπτομυκίνης αξιολογήθηκε σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 1 έως 17 ετών (Μελέτη DAP-PEDS-07-03) με cSSTI που προκλήθηκε από θετικά κατά Gram παθογόνα. Οι ασθενείς εντάχθηκαν με σταδιακή προσέγγιση σε καλά προσδιορισμένες ηλικιακές ομάδες και έλαβαν δόσεις ανάλογα με την ηλικία άπαξ ημερησίως για 14 ημέρες, ως εξής:
- Ηλικιακή ομάδα 1 (n=113): 12 έως 17 ετών έλαβαν δόσεις δαπτομυκίνης των 5 mg/kg ή την καθιερωμένη θεραπεία με συγκριτικό φάρμακο (SOC)
- Ηλικιακή ομάδα 2 (n=113): 7 έως 11 ετών έλαβαν δόσεις δαπτομυκίνης των 7 mg/kg ή SOC
- Ηλικιακή ομάδα 3 (n=125): 2 έως 6 ετών έλαβαν δόσεις δαπτομυκίνης των 9 mg/kg ή SOC
- Ηλικιακή ομάδα 4 (n=45): 1 έως < 2 ετών έλαβαν δόσεις δαπτομυκίνης των 10 mg/kg ή SOC
Ο πρωταρχικός στόχος της Μελέτης DAP-PEDS-07-03 ήταν η αξιολόγηση της ασφάλειας της θεραπείας. Οι δευτερεύοντες στόχοι περιελάμβαναν την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των δόσεων ενδοφλέβιας δαπτομυκίνης ανάλογα με την ηλικία σε σύγκριση με το την καθιερωμένη θεραπεία (SOC). Το βασικό καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν το κλινικό αποτέλεσμα όπως ορίσθηκε από το χορηγό στη δοκιμή της θεραπείας (test-of-cure, TOC), το οποίο ορίσθηκε τυφλοποιημένα από ιατρικό διευθυντή. Συνολικά 389 άτομα υποβλήθηκαν σε αγωγή στην μελέτη, συμπεριλαμβανομένων, 256 ατόμων που έλαβαν δαπτομυκίνη και 133 ατόμων που έλαβαν την καθιερωμένη θεραπεία. Σε όλους τους πληθυσμούς τα ποσοστά κλινικής επιτυχίας ήταν συγκρίσιμα μεταξύ των δύο σκελών θεραπείας δαπτομυκίνης και SOC, υποστηρίζοντας την πρωτογενή ανάλυση αποτελεσματικότητας στον πληθυσμό ITT.
Περίληψη των κλινικών αποτελεσμάτων που ορίστηκαν από το χορηγό για τη TOC: Κλινική Επιτυχία σε Παιδιατρικές cSSTI
| Δαπτομυκίνη n/N (%) | Συγκριτικό φάρμακο n/N (%) | % διαφορά | |
|---|---|---|---|
| Πρόθεση-για-θεραπεία | 227/257 (88,3%) | 114/132 (86,4%) | 2,0 |
| Τροποποιημένη πρόθεση-για-θεραπεία | 186/210 (88,6%) | 92/105 (87,6%) | 0,9 |
| Κλινικά αξιολογήσιμη | 204/207 (98,6%) | 99/99 (100%) | -1,5 |
| Μικροβιολογικά αξιολογήσιμη (ΜΑ) | 164/167 (98,2%) | 78/78 (100%) | -1,8 |
Το συνολικό ποσοστό θεραπευτικής ανταπόκρισης ήταν επίσης παρόμοιο στα δύο σκέλη θεραπείας με δαπτομυκίνη και SOC για λοιμώξεις από MRSA, MSSA and Streptococcus pyogenes (βλ. παρακάτω πίνακα, ΜΑ πληθυσμός). Τα ποσοστά ανταπόκρισης ήταν > 94% για τα δυο σκέλη θεραπείας σε αυτούς τους κοινούς παθογόνους οργανισμούς.
Περίληψη των συνολικών ποσοστών θεραπευτικής ανταπόκρισης με βάση τον τύπο του αρχικού παθογόνου οργανισμού (ΜΑ πληθυσμός): Συνολικό ποσοστό Επιτυχίας σε Παιδιατρικές cSSTI α
| Παθογόνος οργανισμός | Δαπτομυκίνη n/N (%) | Συγκριτικό φάρμακο n/N (%) |
|---|---|---|
| Staphylococcus aureus (MSSA) ευαίσθητος στη μεθυκιλλίνη | 68/69 (99%) | 28/29 (97%) |
| Staphylococcus aureus (MRSA) ανθεκτικός στη μεθυκιλλίνη | 63/66 (96%) | 34/34 (100%) |
| Streptococcus pyogenes | 17/18 (94%) | 5/5 (100%) |
α Άτομα με κλινική επιτυχία (Κλινική Ανταπόκριση «Θεραπεύθηκε» ή «Βελτιώθηκε») και μικροβιολογική επιτυχία (με ανταπόκριση στα επίπεδα παθογόνου «Εξαλείφθηκε» ή «Θεώρηση Εξάλειψης») ταξινομούνται ως συνολική θεραπευτική επιτυχία.
Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της δαπτομυκίνης αξιολογήθηκε σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας από 1 έως 17 ετών (Μελέτη DAP-PEDBAC-11-02) με βακτηραιμία που προκλήθηκε από Staphylococcus aureus. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 2:1 στις ακόλουθες ηλικιακές ομάδες και τους δόθηκαν δόσεις εξαρτώμενες από την ηλικία άπαξ ημερησίως για έως και 42 ημέρες, ως ακολούθως:
- Ηλικιακή ομάδα 1 (n=21): 12 έως 17 ετών σε θεραπεία με δαπτομυκίνη δόσης 7 mg/kg ή SOC συγκριτικό φάρμακο
- Ηλικιακή ομάδα 2 (n=28): 7 έως 11 ετών σε θεραπεία με δαπτομυκίνη δόσης 9 mg/kg ή SOC
- Ηλικιακή ομάδα 3 (n=32): 1 έως 6 ετών σε θεραπεία με δαπτομυκίνη δόσης 12 mg/kg ή SOC συγκριτικό φάρμακο
Ο πρωτεύον στόχος της Μελέτης DAP-PEDBAC-11-02 ήταν να αξιολογηθεί η ασφάλεια της ενδοφλεβίως χορηγούμενης δαπτομυκίνης σε σύγκριση με τα SOC αντιβιοτικά. Δευτερεύοντες στόχοι συμπεριλάμβαναν: Κλινική έκβαση βασιζόμενη στην αξιολόγηση της κλινικής ανταπόκρισης του τυφλού Αξιολογητή (επιτυχία [θεραπεία, βελτίωση], αποτυχία, ή μη αξιολογήσιμη) κατά την TOC Επίσκεψη, και Μικροβιολογική ανταπόκριση (επιτυχία, αποτυχία, ή μη αξιολογίσιμη) με βάση την αξιολόγηση του παθογόνου που προκάλεσε τη λοίμωξη κατά την έναρξη στην TOC.
Συνολικά 81 άτομα έλαβαν θεραπεία στη μελέτη, συμπεριλαμβανομένων 55 ατόμων οι οποίοι έλαβαν δαπτομυκίνη και 26 άτομα άτομα τα οποία έλαβαν την καθιερωμένη θεραπεία. Δε συμμετείχαν στη μελέτη ασθενείς ηλικίας 1 έως <2 ετών. Σε όλους τους πληθυσμούς τα ποσοστά κλινικής επιτυχίας ήταν συγκρίσιμα μεταξύ του θεραπευτικού σκέλους της δαπτομυκίνης και του σκέλους της SOC.
Σύνοψη της καθορισμένης από τον τυφλό Αξιολογητή κλινικής έκβασης στην TOC: Κλινική Επιτυχία σε Παιδιατρική SAB
| Δαπτομυκίνη n/N (%) | Συγκριτικό Φάρμακο n/N (%) | % διαφορά | |
|---|---|---|---|
| Τροποποιημένη πρόθεση-για-θεραπεία (MITT) | 46/52 (88,5%) | 19/24 (79,2%) | 9,3% |
| Μικροβιολογικά τροποποιημένη πρόθεση-για-θεραπεία (mMITT) | 45/51 (88,2%) | 17/22 (77,3%) | 11,0% |
| Κλινικά αξιολογίσιμη (CE) | 36/40 (90,0%) | 9/12 (75,0%) | 15,0% |
Το μικροβιολογικό αποτέλεσμα στην TOC για τα θεραπευτικά σκέλη της δαπτομυκίνης και SOC για τις λοιμώξεις από MRSA και MSSA παρουσιάζονται στον ακόλουθο πίνακα (πληθυσμός mMITT).
Ποσοστά μικροβιολογικής επιτυχίας στην Παιδιατρική SAB n/N (%)
| Παθογόνο | Δαπτομυκίνη | Συγκριτικό φάρμακο |
|---|---|---|
| Staphylococcus aureus ευαίσθητος στη μεθυκιλλίνη (MSSA) | 43/44 (97,7%) | 19/19 (100,0%) |
| Staphylococcus aureus ανθεκτικός στη μεθυκιλλίνη (MRSA) | 6/7 (85,7%) | 3/3 (100,0%) |
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-DAPTOMYCIN/DEMO
expand_more
Φαρμακοκινητική
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της δαπτομυκίνης είναι γενικώς γραμμικές και ανεξάρτητες από τον χρόνο σε δόσεις από 4 έως 12 mg/kg χορηγούμενες ως μία εφάπαξ δόση ημερησίως μέσω 30-λεπτών ενδοφλέβιας έγχυσης για διάστημα έως 14 ημερών σε υγιείς ενήλικες εθελοντές. Συγκεντρώσεις σε σταθερή κατάσταση επιτυγχάνονται μέχρι την τρίτη ημερήσια δόση.
Η χορήγηση της δαπτομυκίνης ως μια 2-λεπτών ενδοφλέβια ένεση επίσης παρουσίασε ανάλογη με τη δοσολογία φαρμακοκινητική στο εγκεκριμένο διάστημα θεραπευτικής δόσης από 4 σε 6 mg/kg. Συγκριτική έκθεση (AUC και Cmax) παρουσιάστηκε σε υγιείς ενήλικες εθελοντές μετά από χορήγηση δαπτομυκίνης ως μια 30-λεπτών ενδοφλέβια έγχυση ή ως μια 2-λεπτών ενδοφλέβια ένεση.
Μελέτες σε ζώα έδειξαν ότι η δαπτομυκίνη δεν απορροφάται σε σημαντικό βαθμό κατόπιν χορήγησης από του στόματος.
Κατανομή
Ο όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση της δαπτομυκίνης σε υγιή ενήλικα άτομα ήταν περίπου 0,1 l/kg και ήταν ανεξάρτητος από τη δόση. Μελέτες κατανομής στους ιστούς που πραγματοποιήθηκαν σε αρουραίους έδειξαν ότι η δαπτομυκίνη φαίνεται να διαπερνά ελάχιστα το φραγμό αίματος-εγκεφάλου και το φραγμό του πλακούντα κατόπιν άπαξ και πολλαπλών δόσεων. Η δαπτομυκίνη δεσμεύεται αναστρέψιμα σε πρωτεΐνες ανθρώπινου πλάσματος κατά τρόπο που δεν εξαρτάται από τη συγκέντρωση. Σε υγιείς ενήλικες εθελοντές στους οποίους χορηγήθηκε δαπτομυκίνη, η δέσμευση στις πρωτεΐνες παρατηρήθηκε κατά μέσο όρο στο 90% συμπεριλαμβανομένων και ενήλικων ασθενών με νεφρική δυσλειτουργία.
Βιομετασχηματισμός
Σε μελέτες in vitro, η δαπτομυκίνη δεν μεταβολιζόταν από ανθρώπινα ηπατικά μικροσώματα. Οι μελέτες in vitro με ανθρώπινα ηπατοκύτταρα δείχνουν ότι η δαπτομυκίνη δεν αναστέλλει ούτε επάγει τις δραστηριότητες των ακόλουθων ισόμορφων μορφών του ανθρώπινου P450: 1A2, 2A6, 2C9, 2C19, 2D6, 2E1 και 3A4. Είναι απίθανο η δαπτομυκίνη να αναστείλει ή να επαγάγει το μεταβολισμό των φαρμακευτικών προϊόντων που μεταβολίζονται από το σύστημα διαμεσολάβησης του P450.
Μετά από έγχυση 14^δαπτομυκίνης σε υγιείς ενήλικες, η ραδιενέργεια πλάσματος ήταν παρόμοια με τη συγκέντρωση που καθορίζεται από τη μικροβιολογική ανάλυση. Ανενεργοί μεταβολίτες είχαν ανιχνευθεί στα ούρα, όπως καθορίζει η διαφορά των συνολικών ραδιενεργών συγκεντρώσεων και των μικροβιολογικά ενεργών συγκεντρώσεων. Σε μια ξεχωριστή μελέτη, δεν είχαν παρατηρηθεί μεταβολίτες στο πλάσμα, και μικρές ποσότητες τριών οξειδωτικών μεταβολιτών και μιας μη ταυτοποιημένης ουσίας ανιχνεύτηκαν στα ούρα. Ο τόπος του μεταβολισμού δεν έχει ταυτοποιηθεί.
Αποβολή
Η δαπτομυκίνη απεκκρίνεται κυρίως μέσω των νεφρών. Η ταυτόχρονη χορήγηση προβενεκίδης και δαπτομυκίνης δεν επιδρά στις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της δαπτομυκίνης στον άνθρωπο, πράγμα που υποδεικνύει ότι υπάρχει ελάχιστη έως μηδενική δραστική σωληναριακή έκκριση δαπτομυκίνης. Κατόπιν ενδοφλέβιας χορήγησης, η κάθαρση της δαπτομυκίνης στο πλάσμα είναι περίπου 7 ως 9 mL/h/kg και η νεφρική της κάθαρση 4 ως 7 mL/h/kg. Σε μια μελέτη mass balance χρησιμοποιώντας ραδιοσεσημασμένο υλικό, το 78% της χορηγούμενης δόσης ανακτήθηκε από τα ούρα με βάση τη συνολική ραδιενέργεια, ενώ η ανάκτηση στα ούρα αμετάβλητης δαπτομυκίνης ήταν περίπου το 50% της δόσης. Περίπου 5% της χορηγηθείσας ραδιοσήμανσης απεκκρίθηκε μέσω των κοπράνων.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι Μετά τη χορήγηση μιας ενδοφλέβιας δόσης δαπτομυκίνης 4 mg/kg για μια περίοδο 30 λεπτών, η μέση συνολική κάθαρση της δαπτομυκίνης ήταν περίπου 35% χαμηλότερη και η μέση AUC0-∞ περίπου 58% υψηλότερη στα ηλικιωμένα άτομα (> 75 ετών) συγκρινόμενα με τις τιμές των υγιών νέων ατόμων (18 έως 30 ετών). Δεν υπήρχαν διαφορες στην Cmax. Οι διαφορές που παρουσιάστηκαν οφείλονται πιο πιθανόν στην φυσιολογική μείωση της νεφρικής λειτουργίας που παρατηρείται στο γηριατρικό πληθυσμό. Δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας με βάση μόνο την ηλικία. Ωστόσο, θα πρέπει να αξιολογηθεί η νεφρική λειτουργία και η δόση θα πρέπει να μειωθεί αν υπάρχει ένδειξη σοβαρής νεφρικής δυσλειτουργίας.
Παιδιά και έφηβοι (1 έως 17 χρονών) Η φαρμακοκινητική της δαπτομυκίνης σε παιδιατρικά άτομα αξιολογήθηκε σε τρεις μελέτες φαρμακοκινητικής εφάπαξ δόσεων. Μετά από εφάπαξ δόση 4 mg/kg δαπτομυκίνης, η συνολική κάθαρση κανονικοποιημένη από το βάρος και το χρόνο ημιζωής αποβολής της δαπτομυκίνης σε εφήβους (ηλικίας 12-17 ετών) με λοίμωξη από Gram θετικά βακτήρια ήταν όμοια με αυτή των ενηλίκων. Μετά από μία εφάπαξ δόση 4 mg/kg δαπτομυκίνης, η συνολική κάθαρση της δαπτομυκίνης σε παιδιά ηλικίας 7-11 χρονών με λοίμωξη από Gram θετικά βακτήρια ήταν υψηλότερη από αυτή των εφήβων, ενώ ο χρόνος ημιζωής αποβολής ήταν μικρότερος. Μετά από εφάπαξ δόση 4, 8, ή 10 mg/kg δαπτομυκίνης, η συνολική κάθαρση και ο χρόνος ημιζωής αποβολής της δαπτομυκίνης σε παιδιά ηλικίας 2-6 ετών ήταν παρόμοιες στις διαφορετικές δόσεις. Η συνολική κάθαρση ήταν υψηλότερη και ο χρόνος ημιζωής αποβολής ήταν μικρότερος από ότι στους εφήβους. Μετά από μία εφάπαξ δόση 6 mg/kg δαπτομυκίνης, η κάθαρση και ο χρόνος αποβολής ημιζωής της δαπτομυκίνης σε παιδιά ηλικίας 13 - 24 μηνών ήταν παρόμοια σε αυτή σε παιδιά ηλικίας 2-6 ετών τα οποία έλαβαν μία εφάπαξ δόση 410 mg/kg. Τα αποτελέσματα αυτών των μελετών δείχνουν ότι οι εκθέσεις (AUC) σε παιδιατρικούς ασθενείς στις διάφορες δόσεις είναι γενικά χαμηλότερες από ότι στους ενήλικες σε συγκρίσιμες δόσεις.
Παιδιατρικοί ασθενείς με cSSTI Μία Μελέτη Φάσης 4 (DAP-PEDS-07-03) διεξάχθηκε για να αξιολογηθεί η ασφάλεια, η αποτελεσματικότητα, και η φαρμακοκινητική της δαπτομυκίνης σε παιδιατρικούς ασθενείς (συμπεριλαμβανομένων αυτών ηλικίας 1 έως 17 ετών) με cCCTI που προκλήθηκε από Gram θετικά παθογόνα. Η φαρμακοκινητική της δαπτομυκίνης στους ασθενείς σε αυτή τη μελέτη συνοψίζεται στον Πίνακα 2. Μετά από χορήγηση πολλαπλών δόσεων, η έκθεση της δαπτομυκίνης ήταν παρόμοια στις διάφορες ηλικιακές ομάδες μετά από προσαρμογή της δόσης με βάση το σωματικό βάρος και την ηλικία. Οι εκθέσεις στο πλάσμα που επιτεύχθηκαν με αυτές τις δόσεις ήταν παρόμοιες με αυτές που επιτεύχθησαν στη cSSTI μελέτη με ενήλικες (μετά από δόση 4 mg/kg άπαξ ημερησίως σε ενήλικες).
Πίνακας 2 Μέση (Τυπική Απόκλιση) της Φαρμακοκινητικής της δαπτομυκίνης σε παιδιατρικούς ασθενείς με cSSTI (Ηλικίας 1 έως 17 ετών) στη Μελέτη DAP-PEDS-07-03
| Ηλικιακό εύρος | Δόση | Χρόνος έγχυσης | AUC0-24hr (pgxhr/ mL) | Cmax (pg/ mL) | Προκύπτον t1/2 (hr) | CL/wt (mL/hr/kg) |
|---|---|---|---|---|---|---|
| 12-17 ετών (N=6) | 5 mg/kg | 30 λεπτά | 387 (81) | 62,4 (10,4) | 5,3 (1,6) | 13,3 (2,9) |
| 7-11 ετών (Ν=2)α | 7 mg/kg | 30 λεπτά | 438 | 64,9, 74,4 | 4,6 | 16,0 |
| 2-6 ετών (N=7) | 9 mg/kg | 60 λεπτά | 439 (102) | 81,9 (21,6) | 3,8 (0,3) | 21,4 (5,0) |
| 1 έως <2 ετών (Ν=30)β | 10 mg/kg | 60 λεπτά | 466 | 79,2 | 5,04 | 21,5 |
Τιμές παραμέτρων φαρμακοκινητικής εκτιμώμενες από μη διαμερισματική ανάλυση α Μεμονωμένες τιμές που αναφέρθηκαν καθώς μόνο δύο ασθενείς σε αυτήν την ηλικιακή ομάδα έδωσαν φαρμακοκινητικά δείγματα για να μπορεί να διεξαχθεί φαρμακοκινητική ανάλυση. AUC, εμφανιζόμενο t1/2 και CL/wt μπορούσε να ορισθεί μόνο για έναν από τους δύο ασθενείς β Φαρμακοκινητική ανάλυση που διεξάχθηκε στο ομαδοποιημένο φαρμακοκινητικό προφίλ με μέσες συγκεντρώσεις ανάμεσα στα άτομα σε κάθε χρονικό σημείο
Παιδιατρικοί ασθενείς με SAB Μία Μελέτη Φάσης 4 (DAP-PEDS-11-02) διεξάχθηκε για να αξιολογηθεί η ασφάλεια, η αποτελεσματικότητα, και η φαρμακοκινητική της δαπτομυκίνης σε παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας 1 έως 17 ετών συμπεριλαμβανόμενων) με SAB. Η φαρμακοκινητική της δαπτομυκίνης σε νοσηλευόμενους ασθενείς σε αυτή τη μελέτη συνοψίζεται στον Πίνακα 3. Μετά από τη χορήγηση πολλαπλών δόσεων, η έκθεση της δαπτομυκίνης στις διάφορες ηλικιακές ομάδες μετά από προσαρμογή της δόσης με βάση το σωματικό βάρος και την ηλικία ήταν παρόμοια. Οι εκθέσεις στο πλάσμα που επιτεύχθηκαν με αυτές τις δόσεις ήταν παρόμοιες με αυτές που επιτεύχθησαν στη SAB μελέτη με ενήλικες (μετά από εφάπαξ ημερήσια δόση 6mg/kg σε ενήλικες).
Πίνακας 3 Μέση τιμή (Τυπική Απόκλιση) της Φαρμακοκινητικής της δαπτομυκίνης σε παιδιατρικούς ασθενείς με SAB (Ηλικίας 1 έως 17 ετών, στη Μελέτη DAP-PEDBAC-11-02
| Ηλικιακό εύρος | Δόση | Χρόνος έγχυσης | AUC0-24hr (pgxhr/ mL) | Cmax (M-g/mL) | Προκύπτον t1/2 (hr) | CL/wt (mL/hr/kg) |
|---|---|---|---|---|---|---|
| 12-17 ετών (N=13) | 7 mg/kg | 30 λεπτά | 656 (334) | 104 (35,5) | 7,5 (2,3) | 12,4 (3,9) |
| 7-11 ετών (N=19) | 9 mg/kg | 30 λεπτά | 579 (116) | 104 (14,5) | 6,0 (0,8) | 15,9 (2,8) |
| 1 έως < 6 ετών | 12 mg/kg | 60 λεπτά | 620 (109) | 106 (12,8) | 5,1 (0,6) | 19,9 (3,4) |
Εκτιμώμενες τιμές φαρμακοκινητικών παραμέτρων που υπολογίζονται χρησιμοποιώντας προσέγγιση μοντέλου με φαρμακοκινητικά δείγματα που μαζεύονται αραιά από μεμονωμένους ασθενείς στη μελέτη. *Μέση τιμή (τυπική απόκλιση) υπολογισμένη για ασθενείς 2 έως 6 ετών, αφού κανένας ασθενής 1 έως < 2 ετών δεν συμμετείχε στη μελέτη. Προσομοίωση στην οποία χρησιμοποιήθηκε ένα μοντέλο φαρμακοκινητικής πληθυσμού κατέδειξε ότι η AUCss (περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου σε σταθερή κατάσταση) δαπτομυκίνης σε παιδιατρικούς ασθενείς 1 έως < 2 ετών που λαμβάνουν 12 mg/kg άπαξ ημερησίως θα ήταν συγκρίσιμη με αυτή των ενηλίκων ασθενών που λαμβάνουν 6 mg/kg άπαξ ημερησίως.
Παχυσαρκία Σχετικά με μη-παχύσαρκα άτομα, η συστηματική έκθεση στη δαπτομυκίνη καταμετρηθείσα ως AUC ήταν περίπου 28% υψηλότερη σε μετρίως παχύσαρκα άτομα (Δείκτης Μάζας Σώματος 25-40 kg/m2) και 42% υψηλότερη σε εξαιρετικά παχύσαρκα άτομα (Δείκτης Μάζας Σώματος > 40 kg/m2). Ωστόσο, δεν θεωρείται αναγκαία οποιαδήποτε ρύθμιση της δοσολογίας με βάση και μόνο την παχυσαρκία.
Φύλο Δεν έχουν παρατηρηθεί κλινικά σημαντικές διαφορές των φαρμακοκινητικών ιδιοτήτων ανάλογα με το φύλο.
Νεφρική δυσλειτουργία Κατόπιν χορήγησης εφάπαξ ενδοφλέβιας δόσης 4 mg/kg ή 6 mg/kg δαπτομυκίνης για μια περίοδο 30 λεπτών σε ενήλικα άτομα με διαφόρων βαθμών νεφρική δυσλειτουργία, η συνολική κάθαρση δαπτομυκίνης (CL) μειώθηκε και η συστηματική έκθεση (AUC) αυξήθηκε καθώς η νεφρική λειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης) μειώθηκε. Με βάση τα δεδομένα και το μοντέλο φαρμακοκινητικής, η AUC της δαπτομυκίνης κατά την πρώτη ημέρα μετά τη χορήγηση μιας δόσης 6 mg/kg σε ενήλικες ασθενείς σε HD ή CAPD ήταν 2-φορές υψηλότερη από αυτή που παρατηρήθηκε σε ενήλικες ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία που έλαβαν την ίδια δόση. Κατά τη δεύτερη ημέρα μετά τη χορήγηση μιας δόσης 6 mg/kg σε ενήλικες ασθενείς σε HD και CAPD η AUC της δαπτομυκίνης ήταν περίπου 1,3-φορές υψηλότερη από αυτή που παρατηρήθηκε μετά από μια δεύτερη δόση 6 mg/kg σε ενήλικες ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Με βάση αυτά, συνιστάται οι ενήλικες ασθενείς σε HD ή CAPD να λαμβάνουν δαπτομυκίνη μια φορά κάθε 48 ώρες στη συνιστώμενη δόση για το είδος της λοίμωξης που χορηγείται η θεραπεία (βλ. Δοσολογία). Το δοσολογικό σχήμα της δαπτομυκίνης σε παιδιατρικούς ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία δεν έχει τεκμηριωθεί.
Ηπατική δυσλειτουργία Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της δαπτομυκίνης δεν μεταβάλλονται σε άτομα με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (ταξινόμηση ηπατικής δυσλειτουργίας κατά Child-Pugh B) σε σύγκριση με υγιείς εθελοντές του ιδίου φύλου, ηλικίας και βάρους κατόπιν χορήγησης εφάπαξ δόσης 4 mg/kg. Δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας όταν η δαπτομυκίνη χορηγείται σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της δαπτομυκίνης σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh Τάξη C) δεν έχουν αξιολογηθεί.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
- 0.1 L/Kg [υγιείς ενήλικες]
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Daptomycin is a cyclic lipopeptide antibacterial agent produced as a fermentation product by the soil microbe Streptomyces roseosporus. The daptomycin core consists of 13 amino acids, including three D-amino acids, ornithine, 3-methyl-glutamic acid, and kynurenine, with the C-terminal 10 amino acids forming an ester-linked ring and the N-terminal tryptophan covalently bonded to decanoic acid. Daptomycin is active against aerobic Gram-positive bacteria, including clinically relevant strains such as methicillin-susceptible and -resistant Staphylococcus aureus (MSSA/MRSA), vancomycin-resistant S. aureus, vancomycin-resistant Enterococci (VRE), Staphylococcus spp., Streptococcus spp., Clostridiodes difficile, Clostridium perfringens, Finegoldia magna, and Propionibacterium acnes, among others. Although daptomycin is active against Streptococcus pneumoniae in vitro, it is inhibited by lung surfactant, and hence is not effective for the treatment of pneumonia or other similar lung infections. Daptomycin exhibits rapid concentration-dependent bactericidal activity in vitro, which correlates best with the ratio of the area under the concentration-time curve to the minimum inhibitory concentration (AUC/MIC) in animal models of infection. Like other antibacterial agents, daptomycin carries a risk of severe hypersensitivity reactions, including Drug Reaction with Eosinophilia and Systemic Symptoms (DRESS). There have been reports of myopathy, rhabdomyolysis, and increased creatine phosphokinase (CPK) levels in patients taking daptomycin, which increased when daptomycin was given more than once per day. Patients should be monitored for CPK levels and, in those with renal impairment, renal function, at least once per week and should consider temporarily suspending the use of HMG-CoA reductase inhibitors. Daptomycin should not be administered more than once per day. Severe adverse reactions such as tubulointerstitial nephritis and peripheral neuropathy have been reported, which may require treatment discontinuation. Based on animal studies, patients less than one year of age may experience serious muscular, neuromuscular, and nervous system effects; daptomycin is not recommended for use in patients under one year of age. Patients undergoing daptomycin treatment may experience eosinophilic pneumonia and Clostridioides difficile-associated diarrhea, both of which may require the cessation of antibacterial treatment and initiation of symptomatic/supportive measures. Persisting or relapsing S. aureus bacteremia and endocarditis should be investigated for sequestered foci of infection and the possibility of daptomycin resistance; the dose or treatment regimen may require adjusting. Patients with moderate to severe renal impairment (creatine clearance < 50 mL/min) experienced reduced clinical benefit from daptomycin treatment based on limited data. Clinically relevant daptomycin plasma concentrations have significantly affected prothrombin time and International Normalized Ratio (INR) measurements. As with all antibiotics, daptomycin use may promote the overgrowth of non-susceptible organisms and the development of resistant organisms; daptomycin use should be limited to cases where it is proven or strongly suspected that an infection is caused by susceptible bacteria.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Ο μηχανισμός δράσης της δαπτομυκίνης παραμένει ελάχιστα κατανοητός. Μελέτες έχουν υποδείξει άμεση αναστολή της βιοσύνθεσης συστατικών της κυτταρικής μεμβράνης/κυτταρικού τοιχώματος, συμπεριλαμβανομένου του πεπτιδογλυκανίου, της ουριδινο-διφωσφορικής N-ακετυλο-L-αλανίνης και του λιποτεϊχικού οξέος (LTA). Ωστόσο, καμία πειστική απόδειξη δεν έχει παρουσιαστεί για κανένα από αυτά τα μοντέλα, και μια επίδραση στη βιοσύνθεση LTA έχει αποκλειστεί από άλλες μελέτες σε S. aureus και E. faecalis. Είναι ευρέως γνωστό ότι η ελεύθερη δαπτομυκίνη (απο-δαπτομυκίνη) είναι τριανιον σε φυσιολογικό pH, το οποίο δεσμεύει Ca2+ σε αναλογία 1:1 για να γίνει μονοανιον, πιστεύεται ότι βασίζεται κυρίως στα κατάλοιπα Asp(7), Asp(9) και L-3MeGlu12 που σχηματίζουν ένα μοτίβο DXDG. Η δέσμευση ασβεστίου διευκολύνει την εισαγωγή της δαπτομυκίνης στις βακτηριακές μεμβράνες προτιμησιακά λόγω της υψηλής περιεκτικότητάς τους σε όξινες φωσφολιπίδες, φωσφατιδυλογλυκερόλη (PG) και καρδιολιπίνη (CL), όπου προτείνεται ότι η δαπτομυκίνη μπορεί να δεσμεύσει δύο ισοδύναμα ασβεστίου και να σχηματίσει ολιγομερή. Η PG αναγνωρίζεται ως η κύρια απαίτηση της μεμβράνης για τη δραστηριότητα της δαπτομυκίνης· η δαπτομυκίνη εντοπίζεται προτιμησιακά σε περιοχές της μεμβράνης πλούσιες σε PG, και μεταλλάξεις που επηρεάζουν την παρουσία PG συνδέονται με αντοχή στη δαπτομυκίνη. Η εξαρτώμενη από το ασβέστιο δέσμευση στη μεμβράνη είναι ο γενικά αποδεκτός μηχανισμός δράσης για τη δαπτομυκίνη, αλλά οι ακριβείς επακόλουθες επιδράσεις είναι ασαφείς και έχουν προταθεί πολυάριθμα μοντέλα. Ένας μηχανισμός προτείνει ότι η δέσμευση της δαπτομυκίνης στη μεμβράνη αλλοιώνει τη ρευστότητα της μεμβράνης, προκαλώντας αποσύνδεση ενζύμων βιοσύνθεσης κυτταρικού τοιχώματος όπως η λιπιδική II συνθάση MurG και η φωσφολιπιδική συνθάση PlsX. Αυτό είναι σύμφωνο με τις παρατηρούμενες επιδράσεις της δαπτομυκίνης στο σχήμα των κυττάρων σε διάφορα βακτήρια σε συγκεντρώσεις ίσες ή ανώτερες από την ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση (MIC). Η ανώμαλη μορφολογία των κυττάρων είναι επίσης σύμφωνη με τον παρατηρούμενο εντοπισμό της δαπτομυκίνης στα διαφραγματικά διαμερίσματα και έναν υποτιθέμενο ρόλο στην αναστολή της κυτταρικής διαίρεσης. Μια πρόσφατη μελέτη πρότεινε το σχηματισμό τριμερών συμπλεγμάτων που περιέχουν δαπτομυκίνη δεσμευμένη με ασβέστιο, PG και διάφορους προσυναρτημένους πλάνους του κυτταρικού περιβλήματος, οι οποίοι στη συνέχεια περιλαμβάνουν το λιπίδιο II. Προτείνεται ότι αυτό το σύμπλεγμα αναστέλλει την κυτταρική διαίρεση, οδηγεί στη διασπορά του μηχανισμού βιοσύνθεσης του κυτταρικού τοιχώματος και τελικά προκαλεί λύση του διπλού στρώματος της μεμβράνης στο διάφραγμα, προκαλώντας κυτταρικό θάνατο. Ένα άλλο δημοφιλές μοντέλο βασίζεται σε πρώιμες παρατηρήσεις ότι η δαπτομυκίνη, με τρόπο εξαρτώμενο από το ασβέστιο, προκαλούσε διαρροή ιόντων καλίου και απώλεια δυναμικού της μεμβράνης σε επεξεργασμένα βακτηριακά κύτταρα. Αν και αυτό οδήγησε κάποιους να υποθέσουν ότι η δαπτομυκίνη μπορεί να δεσμεύσει την PG για να σχηματίσει ολιγομερείς πόρους στην βακτηριακή μεμβράνη, δεν παρατηρήθηκε κυτταρική λύση σε S. aureus ή E. faecalis, και η επαγόμενη από τη δαπτομυκίνη αγωγιμότητα ιόντων είναι ασύμφωνη με το σχηματισμό πόρων. Αντιθέτως, έχει προταθεί ότι η δαπτομυκίνη σχηματίζει διμερή συμπλέγματα εξαρτώμενα από το ασβέστιο σε σταθερές αναλογίες Dap2Ca3PG2, τα οποία μπορούν να δράσουν ως παροδικά ιοντοφόρα. Η παρατηρούμενη απώλεια δυναμικού της μεμβράνης προτείνεται ότι προκύπτει από μη ειδική απώλεια της μεταφοράς θρεπτικών ουσιών εξαρτώμενης από βαθμίδες, παραγωγή ATP και βιοσύνθεση, οδηγώντας σε κυτταρικό θάνατο. Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτά τα μοντέλα δεν είναι αυστηρά αλληλοαποκλειόμενα και υποστηρίζονται σε διάφορους βαθμούς από παρατηρούμενες μεταλλάξεις αντοχής. Η αυστηρή απαίτηση για PG για τη βακτηριοκτόνο δράση της δαπτομυκίνης υποστηρίζεται από μεταλλάξεις στα mprF, cls2, pgsA και το dlt operon σε S. aureus, cls σε διάφορα εντερόκοκκοι, και pgsA, PG συνθάση, και το dlt operon σε E. faecium, τα οποία όλα αλλοιώνουν τη σύνθεση της βακτηριακής μεμβράνης και ειδικά την περιεκτικότητα σε PG των βακτηριακών μεμβρανών. Άλλες παρατηρούμενες μεταλλάξεις σε διάφορα ρυθμιστικά συστήματα που ελέγχουν την ομοιόσταση της μεμβράνης υποστηρίζουν επίσης την κυτταρική μεμβράνη ως τον τόπο δράσης της δαπτομυκίνης. Περιέργως, στο E. faecalis, η πιο συχνά παρατηρούμενη μορφή αντοχής στη δαπτομυκίνη χαρακτηρίζεται από ανώμαλα διαφραγματικά διαμερίσματα, γεγονός που υποστηρίζει τον μηχανισμό δράσης της δαπτομυκίνης που βασίζεται στην κυτταρική διαίρεση.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η δαπτομυκίνη που χορηγήθηκε ως ενδοφλέβια έγχυση 30 λεπτών σε υγιείς εθελοντές σε δόσεις 4, 6, 8, 10 και 12 mg/kg μία φορά την ημέρα οδήγησε σε Cmax μεταξύ 57,8 ± 3,0 και 183,7 ± 25,0 μg/mL και AUC0-24 μεταξύ 494 ± 75 και 1277 ± 253 μgh/mL. Η φαρμακοκινητική της δαπτομυκίνης είναι γενικά γραμμική, με κάποια διακύμανση παρατηρούμενη πάνω από 6 mg/kg, και οι τιμές Cmax και AUC είναι περίπου 20% υψηλότερες σε κατάσταση ισορροπίας, υποδηλώνοντας κάποια συσσώρευση. Τιμές τυφλών συγκεντρώσεων σε κατάσταση ισορροπίας μεταξύ 5,9 ± 1,6 και 13,7 ± 5,2 μg/mL επιτυγχάνονται μετά την τρίτη δόση μία φορά την ημέρα. Τα δεδομένα για μία μόνο δόση δαπτομυκίνης 6 mg/kg που χορηγήθηκε IV για 30 λεπτά χρησιμοποιήθηκαν για την εκτίμηση των τιμών Cmax σε κατάσταση ισορροπίας για δόσεις 4 και 6 mg/kg που χορηγήθηκαν για δύο λεπτά, οι οποίες εκτιμήθηκαν σε 77,7 ± 8,1 και 116,6 ± 12,2 μg/mL, αντίστοιχα. Η χορήγηση IV δαπτομυκίνης (4 ή 6 mg/kg) για δύο λεπτά δεν επέτρεψε τη μέτρηση της Cmax, αλλά οδήγησε σε τιμές AUC σε κατάσταση ισορροπίας 475 ± 71 και 701 ± 82 μgh/mL. Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία και όσοι βρίσκονται σε αιμοκάθαρση είχαν μέσες τιμές AUC σε κατάσταση ισορροπίας περίπου 2-3 φορές υψηλότερες από εκείνες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική της δαπτομυκίνης σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Η μέση AUC0-∞ που ελήφθη σε υγιείς ηλικιωμένους (75 ετών και άνω) ήταν περίπου 58% υψηλότερη από ό,τι σε υγιείς νεαρούς ενήλικες, χωρίς διαφορά στην Cmax. Η AUC0-∞ αυξάνεται επίσης σε παχύσαρκους ασθενείς κατά περίπου 30%. Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές στην προσαρμοσμένη για το σωματικό βάρος και την ηλικία Cmax ή AUC σε παιδιατρικούς ασθενείς.
Daptomycin is excreted primarily by the kidneys, approximately 78% of an administered dose recovered in urine and only 5.7% recovered in feces. Approximately 52% of the dose, recovered in urine, retains microbiological activity.
Daptomycin has a very small volume of distribution, averaging ~0.1 L/kg in healthy adult subjects independent of dose. The volume of distribution tends to increase with decreasing renal function, being estimated at ~0.2 L/kg in patients with severe renal impairment.
Daptomycin administered as a 30 minute IV infusion to healthy volunteers in doses of 4, 6, 8, 10, and 12 mg/kg once daily resulted in total plasma clearance values between 7.2 ± 1.1 and 9.6 ± 1.3 mL/h/kg, with no clear dose association. As daptomycin is primarily renally excreted, patients with mild, moderate, and severe renal impairment had reduced total plasma clearance 9, 22, and 46 percent lower than healthy controls, respectively. Daptomycin clearance was also lower in obese (15-23%) and geriatric (aged 75 and older, by 35%) patients, whereas it tended to be higher in pediatric patients, even when normalized for body weight.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση Πρωτεϊνών
Daptomycin reversibly binds plasma proteins between 90-94% and independently of concentration. Although daptomycin is mainly bound to serum albumin (HSA; 85-96%), it also binds appreciably to α-1-acid-glycoprotein (AGP; 25-51%). Surface plasmon resonance (SPR) experiments revealed that daptomycin also binds a number of other plasma proteins including α-1-antitrypsin, low-density lipoprotein (LDL), hemoglobin, sex hormone-binding globulin (SHBG), hemopexin, fibrinogen, α2-macroglobulin, β2-microglobulin, high-density lipoprotein (HDL), fibronectin, haptoglobulin, transferrin, and IgG. Of these, it was determined that the main determinants of plasma binding were HSA, AGP, α-1-antitrypsin, LDL, SHBG, and hemopexin. Consistent with observations regarding calculated distribution volumes, daptomycin protein binding tends to decrease with decreasing renal function, being approximately 88% in patients with creatinine clearance <30 mL/min, approximately 86% in those on hemodialysis, and approximately 84% in those on continuous ambulatory peritoneal dialysis (CAPD).
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Radiolabeled daptomycin administered to five healthy adults revealed the presence of inactive metabolites in the urine. A separate study using 6 mg/kg daptomycin in healthy adults revealed small amounts of three oxidative and one unidentified metabolite(s) in urine but not in plasma. The site of metabolism is unclear, as studies using human hepatocytes suggest that daptomycin effectively does not interact at all with the various CYP450 enzymes present in the liver.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Daptomycin has a relatively long half-life, with ranges of 7.5-9 hours depending on dosing schemes and dose strength. The half-life lengthens in patients with increasing renal impairment, being 27.83 ± 14.85 hours in patients with creatinine clearance <30 mL/min, 30.51 ± 6.51 hours in hemodialysis patients, and 27.56 ± 4.53 hours in continuous ambulatory peritoneal dialysis (CAPD) patients. Daptomycin half-life also tends to decrease with decreasing age.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Substances that inhibit the growth or reproduction of BACTERIA.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
NWQ5N31VKK
DAPTOMYCIN
Established Pharmacologic Class [EPC] - Lipopeptide Antibacterial
Chemical Structure [CS] - Lipopeptides
Daptomycin is a Lipopeptide Antibacterial.
DAPTOMYCIN
Lipopeptides [CS]; Lipopeptide Antibacterial [EPC]
DAPTOMYCIN IN SODIUM CHLORIDE
Lipopeptides [CS]; Lipopeptide Antibacterial [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Substances that inhibit the growth or reproduction of BACTERIA.