BEXAROTENE
Βηξαροτένιο
Χρησιμοποιείται **από του στόματος** για τη θεραπεία των **δερματικών εκδηλώσεων** της λεμφομικής νόσου από κύτταρα Τ του δέρματος (CTCL) σε ασθενείς που είναι **ανθεκτικοί** σε τουλάχιστον μία προηγούμενη συστηματική θεραπεία. Χρησιμοποιείται επίσης **τοπικά** για τη θεραπεία …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-TARGRETIN
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Κατά τη διάρκεια ενός γεύματος ή αμέσως μετά από αυτό
- Δόση έναρξης: 300 mg/m2/ημέρα
-
ΕνήλικεςΔόση300 mg/m2/ημέραΜέγ. δόση750 mg/ημέραΗ αρχική δόση υπολογίζεται ανάλογα με την επιφάνεια του σώματος. Χορηγείται κατά τη διάρκεια ενός γεύματος ή αμέσως μετά από αυτό. (βλ. Πίνακα 1: Συνιστώμενη αρχική δόση)
block
SPC-TARGRETIN
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1)
-
Κύηση και γαλουχία
-
Γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης, που δεν λαμβάνουν αποτελεσματικά μέτρα αντισύλληψης
-
Ιστορικό παγκρεατίτιδας
-
Μη ελεγχόμενη υπερχοληστερολαιμία
-
Μη ελεγχόμενη υπετριγλυκεριδαιμία
-
Υπερβιταμίνωση A
-
Μη ελεγχόμενη νόσος του θυρεοειδούς
-
Ηπατική ανεπάρκεια
-
Συστηματική λοίμωξη που βρίσκεται σε εξέλιξη
warning
SPC-TARGRETIN
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Υπερευαισθησία στα ρητινοειδήΠληθυσμόςασθενείς που παρουσιάζουν γνωστή υπερευαισθησία στα ρητινοειδήΤα καψάκια Targretin πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή. Δεν έχει σημειωθεί καμία κλινική περίπτωση διασταυρούμενης αντιδραστικότητας.
-
ΑιμοδοσίαΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν βηξαροτένιοδεν πρέπει να δίνουν αίμα για μετάγγιση
-
Βουτυλοϋδροξυανισόλη (έκδοχο)Τα καψάκια πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα και να μη μασώνται (λόγω πιθανού ερεθισμού στους βλεννογόνους)
-
ΥπερλιπιδαιμίαΠρέπει να καταβάλλεται κάθε προσπάθεια ώστε τα επίπεδα των τριγλυκεριδίων να διατηρούνται κάτω από 4,52 mmol/l. Εάν τα τριγλυκερίδια νηστείας είναι αυξημένα ή αυξηθούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας, συνιστάται η έναρξη αντιλιπιδαιμικής θεραπείας και, εάν είναι απαραίτητο, η μείωση της δόσης (από 300 mg/m2/ημέρα βηξαροτενίου σε 200 mg/m2/ημέρα και, εάν είναι απαραίτητο, σε 100 mg/m2/ημέρα) ή και η διακοπή της θεραπείας.
-
Ταυτόχρονη χορήγηση γεμφιβροζίληςΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χορήγηση γεμφιβροζίλης και βηξαροτενίου (λόγω σημαντικής αύξησης των συγκεντρώσεων βηξαροτενίου στο πλάσμα) (βλ. Αλληλεπιδράσεις)
-
Αυξήσεις χοληστερόληςΟι αυξήσεις των επιπέδων χοληστερόλης στον ορό πρέπει να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με την τρέχουσα ιατρική πρακτική.
-
Οξεία παγκρεατίτιδαΠληθυσμόςασθενείς με δερματικό λέμφωμα κυττάρων Τ (CTCL) που έχουν παράγοντες κινδύνου για παγκρεατίτιδα (π.χ. προηγούμενα επεισόδια παγκρεατίτιδας, μη ελεγχόμενη υπερλιπιδαιμία, υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, μη ελεγχόμενο σακχαρώδη διαβήτη, νόσο των χοληφόρων και λήψη φαρμάκων τα οποία είναι γνωστό ότι αυξάνουν τα επίπεδα τριγλυκεριδίων ή σχετίζονται με παγκρεατική τοξικότητα)δεν πρέπει να υποβάλλονται σε θεραπεία με βηξαροτένιο, εκτός εάν το αναμενόμενο όφελος είναι μεγαλύτερο από τον κίνδυνο.
-
Αυξήσεις στις εξετάσεις ηπατικής λειτουργίαςΠρέπει να εξετάζεται η αναστολή ή η διακοπή του βηξαροτενίου εάν τα αποτελέσματα των εξετάσεων υπερβούν κατά τρεις φορές το ανώτερο όριο των φυσιολογικών τιμών για τις SGOT/AST, SGPT/ALT ή τη χολερυθρίνη.
-
Μεταβολές στις εξετάσεις λειτουργίας του θυρεοειδούςΑντιμετώπιση συμπτωματικού υποθυρεοειδισμού με συμπληρώματα της θυρεοειδικής ορμόνης.
-
ΛευκοπενίαΣτην πλειονότητα των περιπτώσεων, η λευκοπενία υποχωρεί μετά από μείωση της δόσης ή τη διακοπή της θεραπείας.
-
ΑναιμίαΗ ελάττωση της αιμοσφαιρίνης πρέπει να αντιμετωπίζεται σύμφωνα με την τρέχουσα ιατρική πρακτική.
-
Ψυχιατρικές διαταραχές (κατάθλιψη, άγχος, μεταβολές διάθεσης)Πληθυσμόςασθενείς με ιστορικό κατάθλιψηςΧρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία κατάθλιψης και να παραπέμπονται για κατάλληλη θεραπεία εάν είναι απαραίτητο. Ενημέρωση οικογένειας και φίλων για εντοπισμό τυχόν επιδείνωσης της ψυχικής υγείας.
-
Θολερότητα του φακούΚάθε ασθενής που υποβάλλεται σε θεραπεία με βηξαροτένιο και παρουσιάζει δυσκολία στην όραση, πρέπει να υποβληθεί στην κατάλληλη οφθαλμολογική εξέταση.
-
Συμπλήρωμα βιταμίνης AΟι ασθενείς να περιορίζουν τα συμπληρώματα της βιταμίνης Α σε 15.000 IU/ημέρα το πολύ, για να αποφεύγουν τις πιθανές προσθετικές τοξικές επιδράσεις.
-
Υπογλυκαιμία σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτηΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν ινσουλίνη, παράγοντες που ενισχύουν την έκκριση ινσουλίνης (π.χ. σουλφονυλουρίες) ή ευαισθητοποιητές της ινσουλίνης (π.χ. θειαζολιδινεδιόνες)Πρέπει να δίδεται προσοχή.
-
ΦωτοευαισθησίαΟι ασθενείς να ελαχιστοποιούν την έκθεσή τους στο φως του ήλιου και να αποφεύγουν τους ηλιακούς λαμπτήρες κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
-
Αντισυλληπτικά που λαμβάνονται από το στόμαΠληθυσμόςγυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησηςΑπαιτείται η χρήση μιας αξιόπιστης μη ορμονικής μορφής αντισύλληψης, διότι το βηξαροτένιο ανήκει σε μια κατηγορία θεραπευτικών ουσιών με υψηλή επικινδυνότητα εμφάνισης δυσπλασιών στον άνθρωπο.
-
Χρήση σε παιδιάΠληθυσμόςπαιδιά (ηλικίας κάτω των 18 ετών)Το Targretin δεν συνιστάται.
-
Δυσανεξία στη φρουκτόζη (λόγω σορβιτόλης)Πληθυσμόςασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζηΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
SPC-TARGRETIN
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήΑύξηση της συγκέντρωσης του βηξαροτενίου στο πλάσμα
-
προσοχήΜείωση της συγκέντρωσης του βηξαροτενίου στο πλάσμα
-
Υποστρώματα CYP3A4 με στενό θεραπευτικό περιθώριο (ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες όπως κυκλοσπορίνη, tacrolimus, sirolimus)προσοχήΣύστασηΆσκηση προσοχής
-
Κυτταροτοξικοί παράγοντες που μεταβολίζονται από το CYP3A4 (κυκλοφωσφαμίδη, ετοποσίδη, φιναστερίδη, ιφοσφαμίδη, ταμοξιφαίνη, vinca-αλκαλοειδή)προσοχήΣύστασηΆσκηση προσοχής
-
αντένδειξηΣημαντική αύξηση της συγκέντρωσης του βηξαροτενίου στο πλάσμαΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χορήγηση
-
καμίαΔεν επηρεάστηκε η συγκέντρωση του βηξαροτενίου
-
ΛεβοθυροξίνηκαμίαΔεν επηρεάστηκε η συγκέντρωση του βηξαροτενίου
-
Ουσίες που μεταβολίζονται από το CYP3A4 (π.χ. ταμοξιφαίνη, αντισυλληπτικά από του στόματος)προσοχήΜείωση της αποτελεσματικότηταςΣύστασηΤο βηξαροτένιο ενδέχεται να μειώσει την αποτελεσματικότητα των αντισυλληπτικών από το στόμα.
-
Ινσουλίνη, παράγοντες που ενισχύουν την απέκκριση της ινσουλίνης (π.χ. σουλφονυλουρίες), ευαισθητοποιητές της ινσουλίνης (π.χ. θειαζολιδινεδιόνες)προσοχήΕνίσχυση της δράσης, οδηγώντας σε υπογλυκαιμία
-
Χυμός γκρέιπφρουτπροσοχήΘεωρητική αύξηση της συγκέντρωσης του βηξαροτενίου στο πλάσμα
sick
SPC-TARGRETIN
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λευκοπενία
- Αντίδραση παρόμοια με λέμφωμα
- Λεμφαδενοπάθεια
- Δυσκρασία αίματος
- Διαταραχή πήξης
- Αύξηση χρόνου πήξης
- Αναιμία
- Θρομβοκυτταροπενία
- Θρομβοκυθαιμία
- Ηωσινοφιλία
- Λευκοκυττάρωση
- Λεμφοκυττάρωση
- Καταστολή μυελού των οστών
- Πορφύρα
- Χειλίτιδα
- Κνησμός
- Εξάνθημα
- Αποφολιδωτική δερματίτιδα
- Δερματικό έλκος
- Αλωπεκία
- Υπερτροφία δέρματος
- Δερματικό οζίδιο
- Ακμή
- Ιδρώτας
- Ξηροδερμία
- Δερματικές διαταραχές
- Διαταραχές νυχιών
- Φλυκταινώδες εξάνθημα
- Αποχρωματισμός δέρματος
- Εκχυμώσεις
- Πετέχειες
- Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
- Ωχρότητα
- Ψωρίαση
- Δερματίτιδα εξ επαφής
- Σμηγματόρροια
- Αντίδραση φωτοευαισθησίας
- Οίδημα προσώπου
- Υποθυρεοειδισμός
- Διαταραχή θυρεοειδούς
- Υπερθυρεοειδισμός
- Μεταβολή του επιπέδου των ορμονών
- Υπερλιπαιμία
- Υπερχοληστερολαιμία
- Αύξηση βάρους
- Υποπρωτεϊναιμία
- Ουρική αρθρίτιδα
- Χολερυθριναιμία
- Μείωση λιποπρωτεΐνης υψηλής πυκνότητας (HDL)
- Ανορεξία
- Αφυδάτωση
- Απώλεια βάρους
- Υπερασβεστιαιμία
- Υπονατριαιμία
- Υποκαλιαιμία
- Υπερουριχαιμία
- Υπομαγνησιαιμία
- Υποογκαιμία
- Αυξημένη όρεξη
- Αύξηση γλουταμινικής οξαλοξεϊκής τρανσαμινάσης
- Αύξηση γλουταμινικής πυρουβικής τρανσαμινάσης
- Αύξηση γαλακτικής διυδρογενάσης
- Αύξηση αζώτου ουρίας αίματος (BUN)
- Ανώμαλες εργαστηριακές εξετάσεις
- Αύξηση αλκαλικής φωσφατάσης
- Αύξηση κρεατινίνης
- Λευκωματουρία
- Ανώμαλη νεφρική λειτουργία
- Αιματουρία
- Κατακράτηση ούρων
- Πολυουρία
- Νυκτουρία
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Υπαισθησία
- Αταξία
- Νευροπάθεια
- Ίλιγγος
- Υπεραισθησία
- Περιφερική νευρίτιδα
- Παραισθησία
- Υπερτονία
- Υπνηλία
- Νυσταγμός
- Λήθαργος
- Αϋπνία
- Κατάθλιψη
- Εκνευρισμός
- Σύγχυση
- Άγχος
- Συναισθηματική αστάθεια
- Νευρικότητα
- Ξηροφθαλμία
- Οφθαλμικές διαταραχές
- Καταρράκτης
- Αμβλυωπία
- Έλλειμμα οπτικού πεδίου
- Βλάβη κερατοειδούς
- Ανωμαλίες όρασης
- Βλεφαρίτιδα
- Επιπεφυκίτιδα
- Κώφωση
- Διαταραχές ωτός
- Εμβοές
- Ταχυκαρδία
- Αρρυθμία
- Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
- Αίσθημα παλμών
- Περιφερικό οίδημα
- Οίδημα
- Αδυναμία
- Πόνος
- Πυρετός
- Ρίγη
- Διαταραχή βλεννογόνων
- Θωρακικό άλγος
- Γενικευμένο οίδημα
- Δίψα
- Γριππώδες σύνδρομο
- Κακουχία
- Αιμορραγία
- Υπέρταση
- Αγγειοδιαστολή
- Φλεβικοί κιρσοί
- Έμετος
- Διάρροια
- Ναυτία
- Παγκρεατίτιδα
- Γαστρεντερικές διαταραχές
- Ξηροστομία
- Δυσκοιλιότητα
- Μετεωρισμός
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσφαγία
- Στοματίτιδα
- Δυσπεψία
- Χολοκυστίτιδα
- Ουλίτιδα
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Ηπατική βλάβη
- Ίκτερος
- Χολοστατικός ίκτερος
- Ορώδης έκκριση
- Απλός έρπητας
- Κυτταρίτιδα
- Λοίμωξη
- Παρασιτική λοίμωξη
- Κολπίτιδα
- Φαρυγγίτιδα
- Πνευμονία
- Έρπης ζωστήρας
- Ιογενής λοίμωξη
- Διαταραχές μαλλιών
- Οστικός πόνος
- Αρθραλγία
- Μυαλγία
- Μυασθένεια
- Οσφυαλγία
- Αρθρίτιδα
- Αλλεργική αντίδραση
- Νεόπλασμα
- ανώμαλα λευκά αιμοσφαίρια αίματος
- ελάττωση της θρομβοπλαστίνης
- ανώμαλα ερυθροκύτταρα
- αύξηση της γοναδοτρόπου ωχρινοποιητικής ορμόνης
- αύξηση της κρεατινοφωσφοκινάσης
- αύξηση της λιπάσης
- ημικρανίες
- μειωμένη σεξουαλική διάθεση
- νυκτερινή τύφλωση
- διαταραχή της έκκρισης δακρύων
- παραποίηση της γεύσης
- διαταραχή των περιφερικών αγγείων
- έλκη στόματος
- μονιλίαση στόματος
- ανωμαλίες κοπράνων
- ερυγές
- κυστεοφυσσαλιδώδες εξάνθημα
- κράμπες των κάτω άκρων
- πυελικό άλγος
- απόπνοια οσμής σώματος
- μείωση της προθρομβίνης
- μείωση της γοναδοτρόπου ωχρινοποιητικής ορμόνης
- αύξηση της αμυλάσης
- υποχοληστερολαιμία
- υπολιπαιμία
- ανωμαλία στη βάδιση
- περιστοματική παραισθησία
- ανωμαλία της σκέψης
- οφθαλμικό άλγος
- υποσκληρίδιο αιμάτωμα
- αγγειακή ανωμαλία
- αγγειακές διαταραχές
- αναπνευστικές διαταραχές
- πνευμονικές διαταραχές
- πλευριτικές διαταραχές
- μέλαινα
- σπασμός του λάρυγγα
- τεινεσμός
- δοθιήνωση
- λειχηνοειδής δερματίτιδα
- διαταραχές των αρθρώσεων
- διαταραχή της ούρησης
- ανωμαλίες των ούρων
- διόγκωση των μαστών
- καρκίνωμα
- κοιλιακή διόγκωση
- Αιμόπτυση
- Δύσπνοια
- Αυξημένος βήχας
- Επίσταξη
- Ρινίτιδα
- Ανικανότητα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΑδυναμίαΓενικές
-
Πολύ συχνέςΑποφολιδωτική δερματίτιδαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΠόνοςΓενικές
-
Πολύ συχνέςΥπερλιπαιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΥπερχοληστερολαιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΥποθυρεοειδισμόςΕνδοκρινικό
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑλλεργική αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
ΣυχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑντίδραση παρόμοια με λέμφωμαΑίμα
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΑύξηση βάρουςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑύξηση γαλακτικής διυδρογενάσηςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑύξηση γλουταμινικής οξαλοξεϊκής τρανσαμινάσηςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑύξηση γλουταμινικής πυρουβικής τρανσαμινάσηςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑύξηση κρεατινίνηςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχή βλεννογόνωνΓενικές
-
ΣυχνέςΔιαταραχή θυρεοειδούςΕνδοκρινικό
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚυτταρίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΛεμφαδενοπάθειαΑίμα
-
ΣυχνέςΛοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΞηροφθαλμίαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΟφθαλμικές διαταραχέςΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΠαρασιτική λοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΠυρετόςΓενικές
-
ΣυχνέςΡίγηΓενικές
-
ΣυχνέςΥπαισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΈλλειμμα οπτικού πεδίουΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑγγειοδιαστολήΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΑιμορραγίαΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΑκμήΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑμβλυωπίαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΑνωμαλίες όρασηςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΑνώμαλες εργαστηριακές εξετάσειςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑνώμαλη νεφρική λειτουργίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΑπλός έρπηταςΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΑποχρωματισμός δέρματοςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΑταξίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑύξηση αζώτου ουρίας αίματος (BUN)Εργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑύξηση χρόνου πήξηςΑίμα
-
Όχι συχνέςΒλάβη κερατοειδούςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΒλεφαρίτιδαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΓαστρεντερικές διαταραχέςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔερματικές διαταραχέςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΔερματικό έλκοςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΔερματικό οζίδιοΔέρμα
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές μαλλιώνΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές νυχιώνΔέρμα
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές ωτόςΑυτί
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή πήξηςΑίμα
-
Όχι συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσκρασία αίματοςΑίμα
-
Όχι συχνέςΕκνευρισμόςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΗπατική ανεπάρκειαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΘρομβοκυθαιμίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΘρομβοκυτταροπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΙδρώταςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΚαταρράκτηςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΚώφωσηΑυτί
-
Όχι συχνέςΛεμφοκυττάρωσηΑίμα
-
Όχι συχνέςΛευκοκυττάρωσηΑίμα
-
Όχι συχνέςΛευκωματουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΜείωση λιποπρωτεΐνης υψηλής πυκνότητας (HDL)Μεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΜεταβολή του επιπέδου των ορμονώνΕνδοκρινικό
-
Όχι συχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜυασθένειαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΝευροπάθειαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΝεόπλασμαΝεοπλάσματα
-
Όχι συχνέςΞηροδερμίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟίδημαΓενικές
-
Όχι συχνέςΟρώδης έκκρισηΆλλο
-
Όχι συχνέςΟστικός πόνοςΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΟυρική αρθρίτιδαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠορφύραΔέρμα
-
Όχι συχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΥπεραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπερθυρεοειδισμόςΕνδοκρινικό
-
Όχι συχνέςΥπερτροφία δέρματοςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΥποπρωτεϊναιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΦλεβικοί κιρσοίΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΦλυκταινώδες εξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΧειλίτιδαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΧολερυθριναιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΈλκος στόματοςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΈρπητας ζωστήραςΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΊκτεροςΉπαρ
-
Μη γνωστέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΑγγειακές διαταραχέςΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΑγγειακή ανωμαλίαΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΑιματουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΑιμόπτυσηΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΑναπνευστικές διαταραχέςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΑνικανότηταΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΑντίδραση φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑνωμαλία βάδισηςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑνωμαλία σκέψηςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΑνωμαλίες κοπράνωνΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΑνωμαλίες ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΑνώμαλα ερυθροκύτταραΑίμα
-
Μη γνωστέςΑνώμαλα λευκά αιμοσφαίριαΑίμα
-
Μη γνωστέςΑπόπνοια οσμής σώματοςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑπώλεια βάρουςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΑρθρίτιδαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΑρρυθμίαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΑυξημένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΑυξημένος βήχαςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΑφυδάτωσηΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΑύξηση αλκαλικής φωσφατάσηςΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΑύξηση αμυλάσηςΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΑύξηση γοναδοτρόπου ωχρινοποιητικής ορμόνηςΕνδοκρινικό
-
Μη γνωστέςΑύξηση κρεατινοφωσφοκινάσηςΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΑύξηση λιπάσηςΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΓενικευμένο οίδημαΓενικές
-
Μη γνωστέςΓριππώδες σύνδρομοΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΔίψαΓενικές
-
Μη γνωστέςΔερματίτιδα εξ επαφήςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΔιαταραχές αρθρώσεωνΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΔιαταραχή έκκρισης δακρύωνΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΔιαταραχή ούρησηςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΔιαταραχή περιφερικών αγγείωνΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΔιόγκωση μαστώνΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΔοθιήνωσηΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΔυσφαγίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΕκχυμώσειςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΕλάττωση θρομβοπλαστίνηςΑίμα
-
Μη γνωστέςΕμβοέςΑυτί
-
Μη γνωστέςΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΕρυγέςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΗμικρανίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΗπατική βλάβηΉπαρ
-
Μη γνωστέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
Μη γνωστέςΙογενής λοίμωξηΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΚακουχίαΓενικές
-
Μη γνωστέςΚαρκίνωμαΝεοπλάσματα
-
Μη γνωστέςΚατακράτηση ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΚαταστολή μυελού των οστώνΑίμα
-
Μη γνωστέςΚηλιδοβλατιδώδες εξάνθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΚοιλιακή διόγκωσηΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΚολπίτιδαΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΚράμπες κάτω άκρωνΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΚυστεοφυσσαλιδώδες εξάνθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΛήθαργοςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΛειχηνοειδής δερματίτιδαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΜέλαιναΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΜείωση γοναδοτρόπου ωχρινοποιητικής ορμόνηςΕνδοκρινικό
-
Μη γνωστέςΜείωση προθρομβίνηςΑίμα
-
Μη γνωστέςΜειωμένη σεξουαλική διάθεσηΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΜονιλίαση στόματοςΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΝευρικότηταΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΝυκτερινή τύφλωσηΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΝυκτουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΝυσταγμόςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΟίδημα προσώπουΓενικές
-
Μη γνωστέςΟυλίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΟφθαλμικό άλγοςΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΠαραποίηση της γεύσηςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΠεριστοματική παραισθησίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΠεριφερική νευρίτιδαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΠετέχειεςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΠλευριτικές διαταραχέςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΠνευμονίαΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΠνευμονικές διαταραχέςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΠολυουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΠυελικό άλγοςΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΡινίτιδαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΣμηγματόρροιαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΣπασμός λάρυγγαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΣυμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΣυναισθηματική αστάθειαΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΣύγχυσηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΤεινεσμόςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΥπερασβεστιαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥπερουριχαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥπερτονίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥπολιπαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥπομαγνησιαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥποογκαιμίαΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΥποσκληρίδιο αιμάτωμαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΥποχοληστερολαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΦαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΧολοκυστίτιδαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΧολοστατικός ίκτεροςΉπαρ
-
Μη γνωστέςΨωρίασηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΩχρότηταΑγγειακές
pregnant_woman
SPC-TARGRETIN
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΤο βηξαροτένιο αντενδείκνυται στην εγκυμοσύνη.Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τη χρήση του βηξαροτενίου σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα. Με βάση τη σύγκριση της έκθεσης ζώων και ασθενών στο βηξαροτένιο, δεν έχει επιδειχθεί ένα περιθώριο ασφάλειας για την τερατογένεση στον άνθρωπο (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Εάν αυτό το φάρμακο χρησιμοποιηθεί ακούσια κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή εάν η ασθενής μείνει έγκυος ενώ παίρνει αυτό το φαρμακευτικό προϊόν, η ασθενής πρέπει να ενημερωθεί για το δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο. Οι γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης πρέπει να λαμβάνουν επαρκή μέτρα αντισύλληψης όταν λαμβάνουν βηξαροτένιο. Πρέπει, μέσα σε μία εβδομάδα πριν από την έναρξη της θεραπείας με βηξαροτένιο να έχει ληφθεί αρνητικό αποτέλεσμα από ευαίσθητο τέστ εγκυμοσύνης (π.χ. β-HCG). Από τη στιγμή του αρνητικού τεστ εγκυμοσύνης μέχρι την έναρξη της θεραπείας, κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για ένα μήνα τουλάχιστον μετά από τη διακοπή της θεραπείας πρέπει να χρησιμοποιείται αποτελεσματική αντισύλληψη. Συνιστάται να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα δύο αξιόπιστες μέθοδοι αντισύλληψης. Το βηξαροτένιο μπορεί δυνητικά να ελαττώσει την αποτελεσματικότητα των οιστρο-προγεστερονικών αντισυλληπτικών (βλ. Αλληλεπιδράσεις), συνεπώς συνιστάται η χρήση μιας αξιόπιστης μη ορμονικής μεθόδου αντισύλληψης. Οι άνδρες ασθενείς με σεξουαλικούς συντρόφους που είναι έγκυες, ή που ενδέχεται δυνητικά να μείνουν έγκυες, πρέπει να χρησιμοποιούν προφυλακτικό κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής πράξης, κατά το διάστημα λήψης βηξαροτενίου και για ένα μήνα τουλάχιστον μετά από την τελευταία δόση.
-
ΓαλουχίαΤο βηξαροτένιο δεν πρέπει να λαμβάνεται από θηλάζουσες μητέρες.Είναι άγνωστο κατά πόσον το βηξαροτένιο απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα.
-
ΓονιμότηταΔράσεις στη γονιμότητα δεν μπορούν να αποκλεισθούν.Δεν υπάρχουν δεδομένα στον άνθρωπο σχετικά με τη δράση του βηξαροτένιου στη γονιμότητα. Σε άρρενες σκύλους, κάποιες δράσεις έχουν τεκμηριωθεί (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-TARGRETIN
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-TARGRETIN
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Απορρόφηση/δοσοαναλογικότητα: Η φαρμακοκινητική παρουσίασε γραμμική συμπεριφορά μέχρι τη δόση των 650 mg/m2. Οι τιμές ημιζωής της τερματικής αποβολής ήταν γενικά μεταξύ μίας και τριών ωρών. Μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση μία φορά…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
-
Τριγλυκερίδια
· μία φορά την εβδομάδα (μέχρι να εδραιωθεί η απόκριση, 2-4 εβδομάδες), μετά όχι μεγαλύτερη από μία φορά το μήνα
Πριν την έναρξη και κατά τη διάρκεια της θεραπείας
-
Χοληστερόλη
· μία φορά την εβδομάδα (μέχρι να εδραιωθεί η απόκριση, 2-4 εβδομάδες), μετά όχι μεγαλύτερη από μία φορά το μήνα
Πριν την έναρξη και κατά τη διάρκεια της θεραπείας
-
Αμινοτρανσφεράσες (AST)
· μία φορά την εβδομάδα (πρώτο μήνα), μετά μία φορά το μήνα
Πριν την έναρξη και κατά τη διάρκεια της θεραπείας
-
Χολερυθρίνη
· μία φορά την εβδομάδα (πρώτο μήνα), μετά μία φορά το μήνα
Πριν την έναρξη και κατά τη διάρκεια της θεραπείας
-
Ολική θυροξίνη (T4)
· τουλάχιστον μία φορά το μήνα (κατά τη διάρκεια της θεραπείας) και ως ενδείκνυται από την εμφάνιση συμπτωμάτων υποθυρεοειδισμού
Πριν την έναρξη και κατά τη διάρκεια της θεραπείας
-
Θυρεοειδοτρόπος ορμόνη (TSH)
· τουλάχιστον μία φορά το μήνα (κατά τη διάρκεια της θεραπείας) και ως ενδείκνυται από την εμφάνιση συμπτωμάτων υποθυρεοειδισμού
Πριν την έναρξη και κατά τη διάρκεια της θεραπείας
-
Αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων
· πριν την έναρξη, μία φορά την εβδομάδα (πρώτο μήνα), μετά μία φορά το μήνα
Πριν την έναρξη και κατά τη διάρκεια της θεραπείας
-
Διαφορικός τύπος λευκοκυττάρων
· πριν την έναρξη, μία φορά την εβδομάδα (πρώτο μήνα), μετά μία φορά το μήνα
Πριν την έναρξη και κατά τη διάρκεια της θεραπείας
-
Αιμοσφαιρίνη (Hb)
· πριν την έναρξη, μία φορά την εβδομάδα (πρώτο μήνα), μετά μία φορά το μήνα
Πριν την έναρξη και κατά τη διάρκεια της θεραπείας
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-TARGRETIN
expand_more
Δοσολογία
Η θεραπεία με βηξαροτένιο πρέπει να εκκινείται και να συνεχίζεται μόνο από ιατρούς που έχουν εμπειρία στη θεραπεία ασθενών που πάσχουν από CTCL.
Δοσολογία
Η συνιστώμενη αρχική δόση είναι 300 mg/m2/ημέρα. Η αρχική δόση υπολογίζεται ανάλογα με την επιφάνεια του σώματος, ως εξής:
Πίνακας 1: Συνιστώμενη αρχική δόση
| Επιφάνεια σώματος (m2) | Συνολική ημερήσια δόση (mg/ημέρα) | Αριθμός καψακίων Targretin των 75 mg |
|---|---|---|
| 0,88 - 1,12 | 300 | 4 |
| 1,13 - 1,37 | 375 | 5 |
| 1,38 - 1,62 | 450 | 6 |
| 1,63 - 1,87 | 525 | 7 |
| 1,88 - 2,12 | 600 | 8 |
| 2,13 - 2,37 | 675 | 9 |
| 2,38 - 2,62 | 750 | 10 |
Σε όλες τις κλινικές μελέτες, δινόταν η οδηγία στους ασθενείς να λαμβάνουν τα καψάκια Targretin κατά τη διάρκεια ενός γεύματος ή αμέσως μετά από αυτό. Τα καψάκια Targretin συνιστάται να χορηγούνται μαζί με τροφή.
block
Αντενδείξεις
SPC-TARGRETIN
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1)
- Κύηση και γαλουχία
- Γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης, που δεν λαμβάνουν αποτελεσματικά μέτρα αντισύλληψης
- Ιστορικό παγκρεατίτιδας
- Μη ελεγχόμενη υπερχοληστερολαιμία
- Μη ελεγχόμενη υπετριγλυκεριδαιμία
- Υπερβιταμίνωση A
- Μη ελεγχόμενη νόσος του θυρεοειδούς
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Συστηματική λοίμωξη που βρίσκεται σε εξέλιξη
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-TARGRETIN
expand_more
Προειδοποιήσεις
Γενικές
Τα καψάκια Targretin πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς που παρουσιάζουν γνωστή υπερευαισθησία στα ρητινοειδή. Δεν έχει σημειωθεί καμία κλινική περίπτωση διασταυρούμενης αντιδραστικότητας. Οι ασθενείς που λαμβάνουν βηξαροτένιο δεν πρέπει να δίνουν αίμα για μετάγγιση. Η βουτυλοϋδροξυανισόλη, ένα συστατικό του Targretin, μπορεί να προκαλέσει ερεθισμό στους βλεννογόνους, γι’ αυτό τα καψάκια πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα και να μη μασώνται.
Λιπίδια
Σύμφωνα με κλινικές μελέτες, η υπερλιπιδαιμία έχει αναγνωριστεί ως ενέργεια που σχετίζεται με τη χρήση βηξαροτενίου. Πριν από την έναρξη της θεραπείας με βηξαροτένιο, πρέπει να γίνεται προσδιορισμός των λιπιδίων του αίματος (τριγλυκερίδια και χοληστερόλη) υπό καθεστώς νηστείας και με συχνότητα μία φορά την εβδομάδα μέχρι να εδραιωθεί η απόκριση των λιπιδίων στο βηξαροτένιο, πράγμα που συμβαίνει συνήθως σε δύο έως τέσσερις εβδομάδες, και στη συνέχεια με συχνότητα όχι μεγαλύτερη από μία φορά το μήνα. Τα τριγλυκερίδια νηστείας πρέπει να είναι φυσιολογικά ή να επανέρχονται στο φυσιολογικό με την κατάλληλη παρέμβαση, πριν από τη θεραπεία με βηξαροτένιο. Πρέπει να καταβάλλεται κάθε προσπάθεια ώστε τα επίπεδα των τριγλυκεριδίων να διατηρούνται κάτω από 4,52 mmol/l για να μειώνεται ο κίνδυνος κλινικών συνεπειών. Εάν τα τριγλυκερίδια νηστείας είναι αυξημένα ή αυξηθούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας, συνιστάται η έναρξη αντιλιπιδαιμικής θεραπείας και, εάν είναι απαραίτητο, η μείωση της δόσης (από 300 mg/m2/ημέρα βηξαροτενίου σε 200 mg/m2/ημέρα και, εάν είναι απαραίτητο, σε 100 mg/m2/ημέρα) ή και η διακοπή της θεραπείας. Σύμφωνα με στοιχεία από κλινικές μελέτες, οι συγκεντρώσεις βηξαροτενίου δεν επηρεάζονται από την ταυτόχρονη χορήγηση ατορβαστατίνης. Ωστόσο, η ταυτόχρονη χορήγηση γεμφιβροζίλης είχε ως αποτέλεσμα τη σημαντική αύξηση των συγκεντρώσεων βηξαροτενίου στο πλάσμα και έτσι δεν συνιστάται η ταυτόχρονη χορήγηση γεμφιβροζίλης και βηξαροτενίου (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Οι αυξήσεις των επιπέδων χοληστερόλης στον ορό πρέπει να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με την τρέχουσα ιατρική πρακτική.
Παγκρεατίτιδα
Σε κλινικές μελέτες, έχει αναφερθεί οξεία παγκρεατίτιδα που σχετιζόταν με αυξήσεις των τριγλυκεριδίων νηστείας στον ορό. Οι ασθενείς με δερματικό λέμφωμα κυττάρων Τ (CTCL) που έχουν παράγοντες κινδύνου για παγκρεατίτιδα (π.χ. προηγούμενα επεισόδια παγκρεατίτιδας, μη ελεγχόμενη υπερλιπιδαιμία, υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, μη ελεγχόμενο σακχαρώδη διαβήτη, νόσο των χοληφόρων και λήψη φαρμάκων τα οποία είναι γνωστό ότι αυξάνουν τα επίπεδα τριγλυκεριδίων ή σχετίζονται με παγκρεατική τοξικότητα) δεν πρέπει να υποβάλλονται σε θεραπεία με βηξαροτένιο, εκτός εάν το αναμενόμενο όφελος είναι μεγαλύτερο από τον κίνδυνο.
Διαταραχές στις εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας
Έχουν αναφερθεί αυξήσεις στις εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας που σχετίζονται με τη χρήση βηξαροτενίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία από συνεχιζόμενες κλινικές μελέτες, η αύξηση στις τιμές των εξετάσεων της ηπατικής λειτουργίας υποχωρεί εντός ενός μηνός στο 80% των ασθενών με μια μείωση της δόσης ή με τη διακοπή της θεραπείας. Πρέπει να λαμβάνονται οι αρχικές τιμές των εξετάσεων ηπατικής λειτουργίας, ενώ οι εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά μία φορά την εβδομάδα κατά τη διάρκεια του πρώτου μήνα και στη συνέχεια μία φορά το μήνα. Πρέπει να εξετάζεται η αναστολή ή η διακοπή του βηξαροτενίου εάν τα αποτελέσματα των εξετάσεων υπερβούν κατά τρεις φορές το ανώτερο όριο των φυσιολογικών τιμών για τις SGOT/AST (γλουταμινική οξαλοξεϊκή τρανσαμινάση ορού/ασπαρτική αμινοτρανσφεράση), SGPT/ALT (γλουταμινική πυρουβική τρανσαμινάση ορού/αλαμίνη αμινοτρανσφεράση) ή τη χολερυθρίνη.
Μεταβολές των εργαστηριακών εξετάσεων λειτουργίας του θυρεοειδούς
Έχουν παρατηρηθεί μεταβολές στις εξετάσεις λειτουργίας του θυρεοειδούς σε ασθενείς που λαμβάνουν βηξαροτένιο, που πιο συχνά εμφανίζονται ως μια αναστρέψιμη μείωση των επιπέδων της θυρεοειδικής ορμόνης (ολική θυροξίνη [ολική T4]) και της θυρεοειδοτρόπου ορμόνης (TSH). Πρέπει να λαμβάνεται η αρχική τιμή των εξετάσεων λειτουργίας του θυρεοειδούς και στη συνέχεια να παρακολουθούνται τουλάχιστον μία φορά το μήνα κατά τη διάρκεια της θεραπείας και ως ενδείκνυται από την εμφάνιση συμπτωμάτων υποθυρεοειδισμού. Ασθενείς που ακολουθούσαν θεραπεία με βηξαροτενίου και παρουσίασαν συμπτωματικό υποθυρεοειδισμό αντιμετωπίστηκαν με συμπληρώματα της θυρεοειδικής ορμόνης και τα συμπτώματα υποχώρησαν.
Λευκοπενία
Σε κλινικές μελέτες, έχει αναφερθεί λευκοπενία που σχετίζεται με τη θεραπεία με βηξαροτένιο. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, η λευκοπενία υποχωρεί μετά από μείωση της δόσης ή τη διακοπή της θεραπείας. Ο αριθμός των λευκών αιμοσφαιρίων του αίματος και του τύπου τους πρέπει να προσδιορίζεται πριν από την έναρξη της θεραπείας, μία φορά την εβδομάδα στη διάρκεια του πρώτου μήνα και στη συνέχεια μία φορά το μήνα.
Αναιμία
Σε κλινικές μελέτες, έχει αναφερθεί αναιμία που σχετίζεται με τη θεραπεία με βηξαροτένιο. Η αιμοσφαιρίνη πρέπει να προσδιορίζεται πριν από την έναρξη της θεραπείας, μία φορά την εβδομάδα στη διάρκεια του πρώτου μήνα και στη συνέχεια μία φορά το μήνα. Η ελάττωση της αιμοσφαιρίνης πρέπει να αντιμετωπίζεται σύμφωνα με την τρέχουσα ιατρική πρακτική.
Ψυχιατρικές διαταραχές
Σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με συστηματικά ρετινοειδή, συμπεριλαμβανομένου του βηξαροτενίου, έχουν αναφερθεί κατάθλιψη, κατάθλιψη επιδεινωθείσα, άγχος και μεταβολές της διάθεσης. Χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό κατάθλιψης. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία κατάθλιψης και να παραπέμπονται για κατάλληλη θεραπεία εάν είναι απαραίτητο. Είναι χρήσιμο να ενημερωθεί η οικογένεια και οι φίλοι, ώστε να εντοπιστεί τυχόν επιδείνωση της ψυχικής υγείας.
Θολερότητα του φακού
Μετά από θεραπεία με βηξαροτένιο, σε μερικούς ασθενείς παρατηρήθηκε θολερότητα του φακού που δεν είχε γίνει αντιληπτή προηγουμένως ή μεταβολή σε προϋπάρχουσες θολερότητες του φακού, χωρίς αυτές να σχετίζονται με τη διάρκεια της θεραπείας ή το επίπεδο της δόσης στο οποίο εκτέθηκαν. Με δεδομένη την υψηλή συχνότητα εμφάνισης και το φυσικό ποσοστό σχηματισμού του καταρράκτη σε πληθυσμούς ηλικιωμένων ασθενών που αντιπροσωπεύονται σε κλινικές μελέτες, δεν υπήρχε καμία εμφανής συσχέτιση μεταξύ της συχνότητας σχηματισμού θολερότητας του φακού και της χορήγησης βηξαροτενίου. Ωστόσο, δεν έχει αποκλειστεί η ανεπιθύμητη ενέργεια της δημιουργίας θολερότητας του φακού σε άτομα που υποβάλλονται σε μακρόχρονη θεραπεία με βηξαροτένιο. Κάθε ασθενής που υποβάλλεται σε θεραπεία με βηξαροτένιο και παρουσιάζει δυσκολία στην όραση, πρέπει να υποβληθεί στην κατάλληλη οφθαλμολογική εξέταση.
Συμπλήρωμα βιταμίνης A
Λόγω της σχέσης του βηξαροτενίου με τη βιταμίνη Α, θα πρέπει να συνιστάται στους ασθενείς να περιορίζουν τα συμπληρώματα της βιταμίνης Α σε 15.000 IU/ημέρα το πολύ, για να αποφεύγουν τις πιθανές προσθετικές τοξικές επιδράσεις.
Ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη
Πρέπει να δίδεται προσοχή όταν χορηγείται βηξαροτένιο σε ασθενείς που λαμβάνουν ινσουλίνη, παράγοντες που ενισχύουν την έκκριση ινσουλίνης (π.χ. σουλφονυλουρίες) ή ευαισθητοποιητές της ινσουλίνης (π.χ. θειαζολιδινεδιόνες). Με βάση τον γνωστό μηχανισμό δράσης, το βηξαροτένιο ενδέχεται δυνητικά να ενισχύσει τη δράση αυτών των παραγόντων και να οδηγήσει σε υπογλυκαιμία. Δεν έχει αναφερθεί καμία περίπτωση υπογλυκαιμίας που να σχετίζεται με τη λήψη βηξαροτενίου ως μονοθεραπεία.
Φωτοευαισθησία
Η χρήση μερικών ρητινοειδών έχει σχετιστεί με τη φωτοευαισθησία. Θα πρέπει να συνιστάται στους ασθενείς να ελαχιστοποιούν την έκθεσή τους στο φως του ήλιου και να αποφεύγουν τους ηλιακούς λαμπτήρες κατά τη διάρκεια της θεραπείας με βηξαροτένιο, καθώς τα in vitro δεδομένα δείχνουν ότι το βηξαροτένιο ενδέχεται δυνητικά να παρουσιάζει ενέργεια φωτοευαισθησίας.
Αντισυλληπτικά που λαμβάνονται από το στόμα
Το βηξαροτένιο μπορεί δυνητικά να επάγει τα μεταβολικά ένζυμα και έτσι, θεωρητικά, να ελαττώσει την αποτελεσματικότητα των οιστρο-προγεστερονικών αντισυλληπτικών. Συνεπώς, εάν η θεραπεία με βηξαροτένιο προορίζεται για γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης, απαιτείται η χρήση μιας αξιόπιστης μη ορμονικής μορφής αντισύλληψης, διότι το βηξαροτένιο ανήκει σε μια κατηγορία θεραπευτικών ουσιών με υψηλή επικινδυνότητα εμφάνισης δυσπλασιών στον άνθρωπο.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Το Targretin δεν συνιστάται σε παιδιά (ηλικίας κάτω των 18 ετών).
Σορβιτόλη
Το Targretin περιέχει μια μικρή ποσότητα σορβιτόλης, γι’αυτό το λόγο οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-TARGRETIN
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Συνέπειες άλλων ουσιών στο βηξαροτένιο
Δεν έχουν διεξαχθεί επίσημες μελέτες για την αξιολόγηση των αλληλεπιδράσεων άλλων φαρμάκων με το βηξαροτένιο. Με βάση τον οξειδωτικό μεταβολισμό του βηξαροτενίου από το κυτόχρωμα P450 3A4 (CYP3A4), η ταυτόχρονη χορήγηση του βηξαροτενίου με άλλα υποστρώματα του CYP3A4 όπως π.χ. η κετοκοναζόλη, η ιτρακοναζόλη, οι αναστολείς πρωτεάσης, η κλαριθρομυκίνη και η ερυθρομυκίνη ενδέχεται θεωρητικά να οδηγήσουν σε αύξηση της συγκέντρωσης του βηξαροτενίου στο πλάσμα. Επιπλέον, η ταυτόχρονη χορήγηση του βηξαροτενίου με επαγωγείς του CYP3A4 όπως π.χ. η ριφαμπικίνη, η φαινυτοΐνη, η δεξαμεθαζόνη ή η φαινοβαρβιτάλη ενδέχεται θεωρητικά να προκαλέσουν μείωση της συγκέντρωσης του βηξαροτενίου στο πλάσμα.
Συνιστάται η άσκηση προσοχής στην περίπτωση συνδυασμού με υποστρώματα CYP3A4 με στενό θεραπευτικό περιθώριο δηλαδή ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες (κυκλοσπορίνη, tacrolimus, sirolimus) καθώς και κυτταροτοξικούς παράγοντες που μεταβολίζονται με το CYP3A4, δηλαδή κυκλοφωσφαμίδη, ετοποσίδη, φιναστερίδη, ιφοσφαμίδη, ταμοξιφαίνη, vinca-αλκαλοειδή.
Μία πληθυσμιακή ανάλυση της συγκέντρωσης του βηξαροτενίου στο πλάσμα σε ασθενείς με CTCL έδειξε ότι η ταυτόχρονη χορήγηση γεμφιβροζίλης είχε ως αποτέλεσμα τη σημαντική αύξηση της συγκέντρωσης του βηξαροτενίου στο πλάσμα. Ο μηχανισμός αυτής της αλληλεπίδρασης είναι άγνωστος. Σε παρόμοιες συνθήκες, η συγκέντρωση του βηξαροτενίου δεν επηρεάστηκε από την ταυτόχρονη χορήγηση ατορβαστατίνης ή λεβοθυροξίνης. Δεν συνιστάται η ταυτόχρονη χορήγηση γεμφιβροζίλης με βηξαροτένιο.
Συνέπειες του βηξαροτενίου σε άλλες ουσίες
Υπάρχουν ενδείξεις ότι το βηξαροτένιο ενδέχεται να επάγει το κυτόχρωμα CYP3A4. Έτσι, η επανειλημμένη χορήγηση βηξαροτενίου ενδέχεται να έχει ως αποτέλεσμα την αυτο-επαγωγή του ίδιου του μεταβολισμού του και, ιδίως σε επίπεδα δόσεων μεγαλύτερα από 300 mg/m2/ημέρα, ενδέχεται να αυξήσει την ταχύτητα μεταβολισμού και να μειώσει τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα άλλων ουσιών που μεταβολίζονται από το κυτόχρωμα P450 3A4, όπως η ταμοξιφαίνη. Για παράδειγμα, το βηξαροτένιο ενδέχεται να μειώσει την αποτελεσματικότητα των αντισυλληπτικών που λαμβάνονται από το στόμα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Κύηση και γαλουχία).
Το βηξαροτένιο μπορεί δυνητικά να ενισχύσει τη δράση της ινσουλίνης, παράγοντες που ενισχύουν την απέκκριση της ινσουλίνης (π.χ. σουλφονυλουρίες), ή ευαισθητοποιητές της ινσουλίνης (π.χ. θειαζολιδινεδιόνες) οδηγούν σε υπογλυκαιμία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Αλληλεπιδράσεις σε εργαστηριακές εξετάσεις
Οι τιμές προσδιορισμού του CA125 σε ασθενείς με καρκίνο ωοθηκών ενδέχεται να αυξηθούν με τη θεραπεία με βηξαροτενίου.
Τροφικές αλληλεπιδράσεις
Σε όλες τις κλινικές μελέτες, δινόταν η οδηγία στους ασθενείς να λαμβάνουν τα καψάκια Targretin κατά τη διάρκεια ενός γεύματος ή αμέσως μετά από αυτό. Σε μία κλινική μελέτη, οι τιμές της επιφάνειας που διαγράφεται κάτω από την καμπύλη (AUC) and οι μέγιστες συγκεντρώσεις (Cmax) του βηξαροτενίου στο πλάσμα ήταν σημαντικά υψηλότερες μετά από λήψη γεύματος που περιείχε λιπαρά, σε αντίθεση με εκείνες μετά από λήψη διαλύματος γλυκόζης. Επειδή τα δεδομένα ασφάλειας και αποτελεσματικότητας από τις κλινικές δοκιμές βασίζονται στη χορήγηση μαζί με τροφή, τα καψάκια Targretin συνιστάται να χορηγούνται μαζί με τροφή.
Με βάση τον οξειδωτικό μεταβολισμό του βηξαροτενίου από το κυτόχρωμα P450 3A4, ο χυμός του γκρέιπφρουτ ενδέχεται θεωρητικά να οδηγήσει σε αύξηση της συγκέντρωσης του βηξαροτενίου στο πλάσμα.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-TARGRETIN
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Η ασφάλεια του βηξαροτενίου έχει εξετασθεί σε κλινικές μελέτες στις οποίες συμμετείχαν 193 ασθενείς με δερματικό λέμφωμα κυττάρων Τ (CTCL) που λάμβαναν βηξαροτένιο για έως 118 εβδομάδες, καθώς και σε 420 καρκινοπαθείς ασθενείς χωρίς CTCL σε άλλες μελέτες.
Σε 109 ασθενείς με CTCL που αντιμετωπίστηκαν με τη συνιστώμενη αρχική δόση 300 mg/m2/ημέρα, οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου ήταν η υπερλιπαιμία (πρωτοπαθής αύξηση τριγλυκεριδίων, 74%), υποθυρεοειδισμός (29%), υπερχοληστερολαιμία (28%), κεφαλαλγίες (27%), λευκοπενία (20%), κνησμός (20%), αδυναμία (19%), εξάνθημα (16%), αποφολιδωτική δερματίτιδα (15%) και πόνος (12%).
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με το φάρμακο αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών σε ασθενείς με CTCL (N=109) οι οποίοι αντιμετωπίστηκαν με τη συνιστώμενη αρχική δόση 300 mg/m2/ημέρα. Η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών ταξινομείται ως:
- Πολύ συχνές (>1/10)
- Συχνές (>1/100, <1/10)
- Όχι συχνές (>1/1.000, <1/100)
- Σπάνιες (>1/10.000, <1/1.000)
- Πολύ σπάνιες (<1/10.000)
Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Πίνακας 2: Ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν σε ασθενείς σε κλινικές δοκιμές
| Κατηγορία/οργανικό σύστημα (Ορολογία κατά MedDRA*) | Πολύ συχνές | Συχνές | Όχι συχνές |
|---|---|---|---|
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Λευκοπενία | Αντίδραση παρόμοια με λέμφωμα, Λεμφαδενοπάθεια | Δυσκρασίες αίματος, Πορφύρα, Διαταραχή πήξης, Αύξηση χρόνου πήξης²,³, Αναιμία¹, Θρομβοκυτταροπενία³, Θρομβοκυθαιμία, Ηωσινοφιλία¹, Λευκοκυττάρωση², Λεμφοκυττάρωση |
| Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος | Υποθυρεοειδισμός | Διαταραχή του θυρεοειδούς | Υπερθυρεοειδισμός |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Υπερλιπαιμία, Υπερχοληστερολαιμία | Αύξηση βάρους, Αύξηση της γλουταμινικής οξαλοξεϊκής τρανσαμινάσης του ορού (SGOT), Αύξηση της γλουταμινικής πυρουβικής τρανσαμινάσης του ορού (SGPT), Αύξηση της γαλακτικής διϋδρογενάσης, Αύξηση της κρεατινίνης | Υποπρωτεϊναιμία, Ουρική αρθρίτιδα, Χολερυθριναιμία¹,³, Αύξηση του αζώτου ουρίας στο αίμα (BUN)¹, Μείωση της λιποπρωτεΐνης υψηλής πυκνότητας (HDL) |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Κεφαλαλγία | Ζάλη, Υπαισθησία, Αϋπνία | Αταξία, Νευροπάθεια, Ίλιγγος, Υπεραισθησία, Κατάθλιψη¹,²,³, Εκνευρισμός |
| Οφθαλμικές διαταραχές | Ξηροφθαλμία, Οφθαλμικές διαταραχές | Ειδικός καταρράκτης¹,²,³, Αμβλυωπία³, Έλλειμμα οπτικού πεδίου, Βλάβη κερατοειδούς, Ανωμαλίες όρασης¹,²,³, Βλεφαρίτιδα, Επιπεφυκίτιδα³ | |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | Κώφωση, Διαταραχές του ωτός | ||
| Καρδιακές διαταραχές | Ταχυκαρδία | ||
| Αγγειακές διαταραχές | Περιφερικό οίδημα | Αιμορραγία, Υπέρταση, Οίδημα³, Αγγειοδιαστολή¹,²,³, Φλεβικοί κιρσοί | |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Έμετος, Διάρροια¹,³, Ναυτία³, Ανορεξία¹ | Παγκρεατίτιδα¹,³, Ηπατική ανεπάρκεια, Γαστρεντερικές διαταραχές¹, Ορώδης έκκριση¹, Χειλίτιδα², Ξηροστομία²,³, Δυσκοιλιότητα, Μετεωρισμός | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Κνησμός, Εξάνθημα, Αποφολιδωτική δερματίτιδα | Δερματικό έλκος, Αλωπεκία¹, Υπερτροφία δέρματος, Δερματικό οζίδιο, Ακμή, Ιδρώτας, Ξηροδερμία²,³, Δερματικές διαταραχές, Διαταραχές νυχιών¹,³, Απλός έρπητας, Φλυκταινώδες εξάνθημα, Αποχρωματισμός δέρματος³, Διαταραχές μαλλιών¹ | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Οστικός πόνος, Αρθραλγία, Μυαλγία, Μυασθένεια¹ | ||
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Λευκωματουρία¹,³, Ανώμαλη νεφρική λειτουργία | ||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Αδυναμία, Πόνος | Πυρετός¹,²,³, Αλλεργική αντίδραση, Κυτταρίτιδα, Λοίμωξη, Παρασιτική λοίμωξη, Ρίγη¹, Κοιλιακό άλγος, Διαταραχή των βλεννογόνων³, Άλγος στην πλάτη¹,²,³ | Νεόπλασμα, Ανώμαλες εργαστηριακές εξετάσεις, Μεταβολή του επιπέδου των ορμονών¹ |
Υποσημειώσεις: ¹: Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατηρήθηκαν με αυξημένη συχνότητα όταν το βηξαροτένιο χορηγήθηκε σε δόση >300 mg/m2/ημέρα. ²: Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατηρήθηκαν με αυξημένη συχνότητα όταν το βηξαροτένιο χορηγήθηκε σε δόση 300 mg/m2/ημέρα σε καρκινοπαθείς ασθενείς χωρίς CTCL. ³: Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατηρήθηκαν με αυξημένη συχνότητα όταν το βηξαροτένιο χορηγήθηκε σε δόση >300 mg/m2/ημέρα (σε σύγκριση με τη χορήγησή του σε ασθενείς με CTCL σε δόση 300 mg/m2/ημέρα) σε καρκινοπαθείς ασθενείς χωρίς CTCL.
Παρατηρούνται επιπρόσθετες ανεπιθύμητες ενέργειες όταν λαμβάνεται σε ποσότητες διαφορετικές από τη συνιστώμενη δόση και για διαφορετικές ενδείξεις (δηλ. χρησιμοποιείται σε ασθενείς που πάσχουν από CTCL σε αρχική δόση >300mg/m2/ημέρα ή σε καρκινοπαθείς ασθενείς χωρίς CTCL):
Ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν πρόσφατα: Εκχυμώσεις, πετέχειες, ανώμαλα λευκά αιμοσφαίρια αίματος, ελάττωση της θρομβοπλαστίνης, ανώμαλα ερυθροκύτταρα, αφυδάτωση, αύξηση της γοναδοτρόπου ωχρινοποιητικής ορμόνης, απώλεια βάρους, αύξηση της αλκαλικής φωσφατάσης, αύξηση της κρεατινοφωσφοκινάσης, αύξηση της λιπάσης, υπερασβεστιαιμία, ημικρανίες, περιφερική νευρίτιδα, παραισθησία, υπερτονία, σύγχυση, άγχος, συναισθηματική αστάθεια, υπνηλία, μειωμένη σεξουαλική διάθεση, νευρικότητα, νυκτερινή τύφλωση, νυσταγμός, διαταραχή της έκκρισης δακρύων, εμβοές, παραποίηση της γεύσης, θωρακικό άλγος, αρρυθμία, διαταραχή των περιφερικών αγγείων, γενικευμένο οίδημα, αιμόπτυση, δύσπνοια, αυξημένος βήχας, κολπίτιδα, φαρυγγίτιδα, δυσφαγία, έλκη στόματος, μονιλίαση στόματος, στοματίτιδα, δυσπεψία, δίψα, ανωμαλίες κοπράνων, ερυγές, κυστεοφυσσαλιδώδες εξάνθημα, κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα, κράμπες των κάτω άκρων, αιματουρία, γριππώδες σύνδρομο, πυελικό άλγος και απόπνοια οσμής σώματος.
Σε μεμονωμένες περιπτώσεις αναφέρθηκαν επίσης: Καταστολή του μυελού των οστών, μείωση της προθρομβίνης, μείωση της γοναδοτρόπου ωχρινοποιητικής ορμόνης, αύξηση της αμυλάσης, υπονατριαιμία, υποκαλιαιμία, υπερουριχαιμία, υποχοληστερολαιμία, υπολιπαιμία, υπομαγνησιαιμία, ανωμαλία στη βάδιση, λήθαργος, περιστοματική παραισθησία, ανωμαλία της σκέψης, οφθαλμικό άλγος, υποογκαιμία, υποσκληρίδιο αιμάτωμα, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, αίσθημα παλμών, επίσταξη, αγγειακή ανωμαλία, αγγειακές διαταραχές, ωχρότητα, πνευμονία, αναπνευστικές διαταραχές, πνευμονικές διαταραχές, πλευριτικές διαταραχές, χολοκυστίτιδα, ηπατική βλάβη, ίκτερος, χολοστατικός ίκτερος, μέλαινα, έμετος, σπασμός του λάρυγγα, τεινεσμός, ρινίτιδα, αυξημένη όρεξη, ουλίτιδα, έρπητας ζωστήρας, ψωρίαση, δοθιήνωση, δερματίτιδα εξ επαφής, σμηγματόρροια, λειχηνοειδής δερματίτιδα, αρθρίτιδα, διαταραχές των αρθρώσεων, κατακράτηση ούρων, διαταραχή της ούρησης, πολυουρία, νυκτουρία, ανικανότητα, ανωμαλίες των ούρων, διόγκωση των μαστών, καρκίνωμα, αντίδραση φωτοευαισθησίας, οίδημα προσώπου, κακουχία, ιογενής λοίμωξη, κοιλιακή διόγκωση.
Η πλειονότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών παρατηρήθηκαν σε μεγαλύτερη συχνότητα με δόσεις μεγαλύτερες από 300 mg/m2/ημέρα. Γενικά, αυτές υποχώρησαν χωρίς συνέπειες με μείωση της δόσης ή με διακοπή του φαρμάκου. Ωστόσο, μεταξύ του συνολικού αριθμού των 810 ασθενών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων χωρίς κακοήθεια, στους οποίους χορηγήθηκε βηξαροτένιο, υπήρξαν τρεις σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες με θανατηφόρα έκβαση (οξεία παγκρεατίτιδα, υποσκληρίδιο αιμάτωμα και ηπατική ανεπάρκεια). Από αυτές, η ηπατική ανεπάρκεια, η οποία εκτιμήθηκε αργότερα ότι δεν σχετίζονταν με το βηξαροτένιο, ήταν η μόνη που εμφανίστηκε σε ασθενή με CTCL.
Ο υποθυρεοειδισμός γενικά εμφανίζεται 4-8 εβδομάδες μετά από την έναρξη της θεραπείας. Ενδέχεται να είναι ασυμπτωματικός, αποκρίνεται στη θεραπεία με θυροξίνη και υποχωρεί με τη διακοπή του φαρμάκου.
Το βηξαροτένιο έχει διαφορετικό προφίλ ανεπιθύμητων ενεργειών από τα άλλα μη-RXR (ρητινοειδείς Χ υποδοχείς) εκλεκτικά ρητινοειδή φάρμακα που χορηγούνται από το στόμα. Χάρη στην πρωτοπαθή δράση δέσμευσης με τους ρητινοειδείς X υποδοχείς (RXR), το βηξαροτένιο είναι λιγότερο πιθανό να προκαλέσει βλεννογονοδερματικές τοξικότητες και τοξικότητες του τριχωτού και των νυχιών, αρθραλγία και μυαλγία, οι οποίες αναφέρονται συχνά με τους παράγοντες που δεσμεύουν τους υποδοχείς του ρητινοϊκού οξέος (RAR).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-TARGRETIN
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τη χρήση του βηξαροτενίου σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα. Με βάση τη σύγκριση της έκθεσης ζώων και ασθενών στο βηξαροτένιο, δεν έχει επιδειχθεί ένα περιθώριο ασφάλειας για την τερατογένεση στον άνθρωπο (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Το βηξαροτένιο αντενδείκνυται στην εγκυμοσύνη (βλ. Αντενδείξεις).
Εάν αυτό το φάρμακο χρησιμοποιηθεί ακούσια κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή εάν η ασθενής μείνει έγκυος ενώ παίρνει αυτό το φαρμακευτικό προϊόν, η ασθενής πρέπει να ενημερωθεί για το δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο.
Αντισύλληψη σε άνδρες και γυναίκες
Οι γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης πρέπει να λαμβάνουν επαρκή μέτρα αντισύλληψης όταν λαμβάνουν βηξαροτένιο. Πρέπει, μέσα σε μία εβδομάδα πριν από την έναρξη της θεραπείας με βηξαροτένιο να έχει ληφθεί αρνητικό αποτέλεσμα από ευαίσθητο τέστ εγκυμοσύνης (π.χ. ανθρώπινη β-χοριακή γοναδοτροπίνη ορού, β-HCG). Από τη στιγμή του αρνητικού τεστ εγκυμοσύνης μέχρι την έναρξη της θεραπείας, κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για ένα μήνα τουλάχιστον μετά από τη διακοπή της θεραπείας πρέπει να χρησιμοποιείται αποτελεσματική αντισύλληψη. Κάθε φορά που απαιτείται αντισύλληψη, συνιστάται να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα δύο αξιόπιστες μέθοδοι αντισύλληψης. Το βηξαροτένιο μπορεί δυνητικά να επάγει τα μεταβολικά ένζυμα και έτσι, θεωρητικά, να ελαττώσει την αποτελεσματικότητα των οιστρο-προγεστερονικών αντισυλληπτικών (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Συνεπώς, εάν η θεραπεία με βηξαροτένιο ενδείκνυται σε γυναίκα με δυνατότητα τεκνοποίησης, συνιστάται επίσης η χρήση μιας αξιόπιστης μη ορμονικής μεθόδου αντισύλληψης. Οι άνδρες ασθενείς με σεξουαλικούς συντρόφους που είναι έγκυες, που πιθανολογείται ότι είναι έγκυες ή που ενδέχεται δυνητικά να μείνουν έγκυες, πρέπει να χρησιμοποιούν προφυλακτικό κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής πράξης, κατά το διάστημα λήψης βηξαροτενίου και για ένα μήνα τουλάχιστον μετά από την τελευταία δόση.
Θηλασμός
Είναι άγνωστο κατά πόσον το βηξαροτένιο απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Το βηξαροτένιο δεν πρέπει να λαμβάνεται από θηλάζουσες μητέρες.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν δεδομένα στον άνθρωπο σχετικά με τη δράση του βηξαροτένιου στη γονιμότητα. Σε άρρενες σκύλους, κάποιες δράσεις έχουν τεκμηριωθεί (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Δράσεις στη γονιμότητα δεν μπορούν να αποκλεισθούν.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-TARGRETIN
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: λοιποί αντινεοπλασματικοί παράγοντες, κωδικός ATC: L01XX25
Μηχανισμός δράσης
Το βηξαροτένιο είναι μια συνθετική χημική ένωση η οποία ασκεί τη βιολογική της δράση μέσω της εκλεκτικής δέσμευσης και ενεργοποίησης των τριών ρητινοειδών X υποδοχέων (RXR): α, β και γ. Μόλις αυτοί οι υποδοχείς ενεργοποιηθούν, λειτουργούν ως μεταγραφικοί παράγοντες που ρυθμίζουν διαδικασίες όπως π.χ. η διαφοροποίηση και ο πολλαπλασιασμός των κυττάρων, η απόπτωση και η ευαισθητοποίηση στην ινσουλίνη. Η ικανότητα των RXR να σχηματίζουν ετεροδυμίες με διάφορες ουσίες που συνδέουν τους υποδοχείς και είναι σημαντικοί για την κυτταρική λειτουργία και φυσιολογία δείχνει ότι οι βιολογικές δράσεις του βηξαροτενίου έχουν μεγαλύτερη ποικιλομορφία από αυτή των ενώσεων που ενεργοποιούν τους υποδοχείς του ρητινοϊκού οξέος (RAR).
In vitro, το βηξαροτένιο αναστέλλει την ανάπτυξη των σειρών των καρκινικών κυττάρων αιμοποιητικής και επιθηλιακής προέλευσης. In vivo, το βηξαροτένιο προκαλεί υποστροφή του όγκου σε μερικά ζωικά μοντέλα και προλαμβάνει το σχηματισμό όγκων σε άλλα. Ωστόσο, ο ακριβής μηχανισμός δράσης του βηξαροτενίου στη θεραπεία του δερματικού λεμφώματος κυττάρων Τ (CTCL) είναι άγνωστος.
Κλινικά αποτελέσματα
Τα καψάκια βηξαροτενίου αξιολογήθηκαν σε κλινικές δοκιμές στις οποίες συμμετείχαν 193 ασθενείς με CTCL, εκ των οποίων οι 93 έπασχαν από τη νόσο σε προχωρημένο στάδιο και η νόσος τους παρουσίαζε αντίσταση στην προηγούμενη συστηματική θεραπεία. Ανάμεσα στους 61 ασθενείς που υπεβλήθησαν σε θεραπεία με αρχική δόση 300 mg/m2/ημέρα, το συνολικό ποσοστό απόκρισης σύμφωνα με την καθολική αξιολόγηση που εκτέλεσε ο ιατρός ήταν 51% (31/61), ενώ το ποσοστό πλήρους κλινικής απόκρισης ήταν 3%. Οι αποκρίσεις προσδιορίστηκαν επίσης από το συνολικό άθροισμα της βαθμολογίας πέντε κλινικών σημείων (εμβαδόν επιφάνειας, ερύθημα, ανύψωση πλάκας, απολέπιση και υπο-/υπερμελάχρωση), όπου ελήφθησαν επίσης υπ’ όψη όλες οι εξωδερματικές εκδηλώσεις του CTCL. Σύμφωνα με αυτή τη σύνθετη αξιολόγηση, το συνολικό ποσοστό απόκρισης ήταν 31% (19/61), ενώ το ποσοστό πλήρους κλινικής απόκρισης ήταν 7% (4/61).
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-TARGRETIN
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Απορρόφηση/δοσοαναλογικότητα: Η φαρμακοκινητική παρουσίασε γραμμική συμπεριφορά μέχρι τη δόση των 650 mg/m2. Οι τιμές ημιζωής της τερματικής αποβολής ήταν γενικά μεταξύ μίας και τριών ωρών. Μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση μία φορά ημερησίως δόσεων επιπέδου 230 mg/m2, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax) και η επιφάνεια που διαγράφεται κάτω από την καμπύλη (AUC) σε μερικούς ασθενείς ήταν μικρότερες από τις αντίστοιχες τιμές απλής δόσης. Δεν παρατηρήθηκε καμία ένδειξη παρατεταμένης συσσώρευσης. Στο συνιστώμενο επίπεδο αρχικής ημερήσιας δόσης (300 mg/m2), οι φαρμακοκινητικές παράμετροι της απλής δόσης και των επαναλαμβανόμενων ημερήσιων δόσεων του βηξαροτενίου ήταν παρόμοιες.
Κατανομή
Δέσμευση με πρωτεΐνες/κατανομή: Το βηξαροτένιο δεσμεύεται σε υψηλό ποσοστό (>99%) με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Η πρόσληψη του βηξαροτενίου από τα όργανα ή τους ιστούς δεν έχει αξιολογηθεί.
Βιομετασχηματισμός
Μεταβολισμός: Οι μεταβολίτες του βηξαροτενίου στο πλάσμα είναι μεταξύ άλλων το 6- και το 7-υδροξυ-βηξαροτένιο και το 6- και 7-οξο-βηξαροτένιο. In vitro μελέτες υποδηλώνουν ότι η διάσπαση από τη γλυκουρονιδάση αποτελεί μια μεταβολική οδό, καθώς και ότι το κυτόχρωμα P450 3A4 είναι το κύριο ισοένζυμο του κυτοχρώματος P450 που είναι υπεύθυνο για το σχηματισμό των οξειδωτικών μεταβολιτών. Με βάση την in vitro δέσμευση και το προφίλ ενεργοποίησης των ρητινοειδών υποδοχέων των μεταβολιτών, καθώς και τις σχετικές ποσότητες των επιμέρους μεταβολιτών στο πλάσμα, οι μεταβολίτες έχουν μικρή επίπτωση στο φαρμακολογικό προφίλ της ενεργοποίησης των ρητινοειδών υποδοχέων από το βηξαροτένιο.
Αποβολή
Απέκκριση: Ούτε το βηξαροτένιο ούτε οι μεταβολίτες του απεκκρίνονται με τα ούρα σε υπολογίσιμες ποσότητες. Η εκτιμούμενη νεφρική κάθαρση του βηξαροτενίου είναι μικρότερη από 1 ml/λεπτό. Η νεφρική απέκκριση δεν είναι σημαντική οδός αποβολής του βηξαροτενίου.
Φαρµακοκινητικές ιδιότητες σε ειδικούς πληθυσµούς
Ηλικία: Με βάση τη φαρμακοκινητική ανάλυση του πληθυσμού των δεδομένων για 232 ασθενείς ηλικίας ≥ 65 ετών και 343 ασθενείς ηλικίας <65 ετών, η ηλικία δεν έχει στατιστικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική του βηξαροτενίου.
Βάρος σώματος και Φύλο: Με βάση την πληθυσμιακή φαρμακοκινητική ανάλυση των δεδομένων για 614 ασθενείς με εύρος σωματικού βάρους από 26 έως 145 kg, η φαινόμενη κάθαρση του βηξαροτενίου αυξάνεται με την αύξηση του βάρους σώματος. Το φύλο δεν έχει στατιστικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική του βηξαροτενίου.
Φυλή: Με βάση τη φαρμακοκινητική ανάλυση των δεδομένων του πληθυσμού για 540 Καυκάσιους και 44 Έγχρωμους ασθενείς, η φαρμακοκινητική του βηξαροτενίου είναι παρόμοια σε Έγχρωμους και Καυκάσιους. Υπάρχουν ανεπαρκή δεδομένα για να αξιολογηθούν οι πιθανές διαφορές στη φαρμακοκινητική του βηξαροτενίου για άλλες φυλές.
ΕΟΦ · 8.6.6
Διάφορα
expand_more
Διάφορα
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
99%
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η βεξαροτένη ανήκει σε μια υποομάδα ρετινοειδών που ενεργοποιούν επιλεκτικά τους υποδοχείς ρετινοειδών Χ (RXR). Αυτοί οι υποδοχείς ρετινοειδών έχουν βιολογική δράση διακριτή από αυτή των υποδοχέων ρετινοϊκού οξέος (RAR).
Η βεξαροτένη ενδείκνυται για τη θεραπεία των δερματικών εκδηλώσεων του δερματικού λεμφώματος Τ-κυττάρων σε ασθενείς που είναι ανθεκτικοί σε τουλάχιστον μία προηγούμενη συστηματική θεραπεία.
- Επιλεκτικά συνδέεται και ενεργοποιεί τους υποτύπους των υποδοχέων ρετινοειδών Χ (RXRα, RXRβ, RXRγ).
- Οι RXRs μπορούν να σχηματίσουν ετεροδιμερή με διάφορους υποδοχείς-εταίρους, όπως οι υποδοχείς ρετινοϊκού οξέος (RARs), ο υποδοχέας βιταμίνης D, ο υποδοχέας του θυροειδούς και οι υποδοχείς ενεργοποιητές πολλαπλασιαστικών περοξεισωμάτων (PPARs).
- Μόλις ενεργοποιηθούν, αυτοί οι υποδοχείς λειτουργούν ως μεταγραφικοί παράγοντες που ρυθμίζουν την έκφραση γονιδίων που ελέγχουν τη διαφοροποίηση και τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων.
- Η βεξαροτένη αναστέλλει την in vitro ανάπτυξη ορισμένων κυτταρικών σειρών όγκων αιμοποιητικής και πλακώδους προέλευσης.
- Επίσης, προκαλεί όγκική ύφεση in vivo σε ορισμένα ζωικά μοντέλα.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η βεξαροτένη συνδέεται επιλεκτικά και ενεργοποιεί υποτύπους των υποδοχέων ρετινοειδών Χ (RXR). Υπάρχουν τρεις συνολικά υποτύποι: RXRα, RXRβ, RXRγ.
Ο ακριβής μηχανισμός δράσης της βεξαροτένης στη θεραπεία του CTCL είναι άγνωστος, αλλά το φάρμακο έχει δράση σε όλα τα κλινικά στάδια του CTCL.
Η βεξαροτένη συνδέεται επιλεκτικά και ενεργοποιεί τους υποτύπους των υποδοχέων ρετινοειδών Χ (RXRα, RXRβ, RXRγ). Οι RXRs μπορούν να σχηματίσουν ετεροδιμερή με διάφορους υποδοχείς-εταίρους, όπως οι υποδοχείς ρετινοϊκού οξέος (RARs), ο υποδοχέας βιταμίνης D, ο υποδοχέας του θυροειδούς και οι υποδοχείς ενεργοποιητές πολλαπλασιαστικών περοξεισωμάτων (PPARs). Μόλις ενεργοποιηθούν, αυτοί οι υποδοχείς λειτουργούν ως μεταγραφικοί παράγοντες που ρυθμίζουν την έκφραση γονιδίων που ελέγχουν τη διαφοροποίηση και τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων. Η βεξαροτένη αναστέλλει την in vitro ανάπτυξη ορισμένων κυτταρικών σειρών όγκων αιμοποιητικής και πλακώδους προέλευσης. Επίσης, προκαλεί όγκική ύφεση in vivo σε ορισμένα ζωικά μοντέλα. Ο ακριβής μηχανισμός δράσης της βεξαροτένης στη θεραπεία του δερματικού λεμφώματος Τ-κυττάρων (CTCL) είναι άγνωστος.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η νεφρική απέκκριση της βεξαροτένης και των γνωστών μεταβολιτών της αποτελεί μια μικρή οδό απέκκρισης (<1% της χορηγούμενης δόσης).
Μετά από από του στόματος χορήγηση, η βεξαροτένη απορροφάται με Tmax περίπου δύο ώρες. …Μελέτες σε ασθενείς με προχωρημένες κακοήθειες δείχνουν κατά προσέγγιση γραμμικότητα μονής δόσης εντός του θεραπευτικού εύρους και χαμηλή συσσώρευση με πολλαπλές δόσεις. Οι τιμές AUC και Cmax πλάσματος βεξαροτένης που προκύπτουν από δόση 75 έως 300 mg ήταν 35% και 48% υψηλότερες, αντίστοιχα, μετά από γεύμα πλούσιο σε λιπαρά παρά μετά από διάλυμα γλυκόζης. Η βεξαροτένη συνδέεται σε υψηλό βαθμό (>99%) με πρωτεΐνες πλάσματος. Οι πρωτεΐνες πλάσματος με τις οποίες συνδέεται η βεξαροτένη δεν έχουν διευκρινιστεί, και η ικανότητα της βεξαροτένης να εκτοπίζει φάρμακα που συνδέονται με πρωτεΐνες πλάσματος, καθώς και η ικανότητα των φαρμάκων να εκτοπίζουν τη σύνδεση της βεξαροτένης, δεν έχουν μελετηθεί.
Η νεφρική απέκκριση της βεξαροτένης και των μεταβολιτών της εξετάστηκε σε ασθενείς με Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 2. Ούτε η βεξαροτένη ούτε οι μεταβολίτες της απεκκρίθηκαν στα ούρα σε σημαντικές ποσότητες. Η βεξαροτένη θεωρείται ότι απεκκρίνεται κυρίως μέσω του ηπατοχολικού συστήματος.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
99%
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Τέσσερις μεταβολίτες της βεξαροτένης έχουν αναγνωριστεί στο πλάσμα: 6- και 7-υδροξυ-βεξαροτένη και 6- και 7-οξο-βεξαροτένη. Μελέτες in vitro υποδεικνύουν ότι το κυτόχρωμα P450 3A4 είναι το κύριο κυτόχρωμα P450 που ευθύνεται για το σχηματισμό των οξειδωτικών μεταβολιτών και ότι οι οξειδωτικοί μεταβολίτες μπορεί να γλυκουρονιδωθούν. Οι οξειδωτικοί μεταβολίτες είναι ενεργοί σε αναλύσεις in vitro ενεργοποίησης υποδοχέων ρετινοειδών, αλλά η σχετική συμβολή της μητρικής ουσίας και τυχόν μεταβολιτών στην αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια της βεξαροτένης είναι άγνωστη.
Η βεξαροτένη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν την 7-υδροξυ-βεξαροτένη, την 7-οξο-βεξαροτένη και την 6-υδροξυ-βεξαροτένη.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της βεξαροτένης είναι περίπου επτά ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Ουσίες που αναστέλλουν ή προλαμβάνουν τον πολλαπλασιασμό των NEOPLASMS.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
A61RXM4375
BEXAROTENE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Ρετινοειδές
Χημική Δομή [CS] - Ρετινοειδή
Η βεξαροτένη είναι ένα Ρετινοειδές.
BEXAROTENE
Ρετινοειδές [EPC]; Ρετινοειδή [CS]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Ουσίες που αναστέλλουν ή προλαμβάνουν τον πολλαπλασιασμό των NEOPLASMS.