ETOPOSIDE
Ετοποσίδη
H ετοποσίδη και τενιποσίδη είναι ημισυνθετικά παράγωγα της ποδοφυλλοτοξίνης. Δρουν ομοίως επί της μιτωτικής διαιρέσεως αλλά και επί ενός ενζύμου, της τοποϊσομεράσης ΙΙ, το οποίο συμβάλλει στην επανόρθωση βλαβών του DNA.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-ETOPOSIDE-PHARMACHEMIE
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια
- Χορήγηση: Με βραδεία έγχυση διάρκειας 30 έως 60 λεπτών, κάθε 3 με 4 εβδομάδες
- Δόση έναρξης: 50 έως 100 mg/m² επιφανείας σώματος/ημέρα (ημέρες 1-5), ή 100 mg/m² επιφανείας σώματος/ημέρα (ημέρες 1, 3, 5)
- Τιτλοποίηση: Η δοσολογία θα πρέπει να τροποποιείται ανάλογα, λαμβάνοντας υπόψη τα μυελοκατασταλτικά αποτελέσματα και των άλλων φαρμάκων στο συνδυασμό ή τα αποτελέσματα προηγηθείσης ακτινοθεραπείας ή χημειοθεραπείας που μπορεί να έχουν περιορίσει τα αποτελέσματα του μυελού των οστών. Οι επόμενες δόσεις θα πρέπει να υπολογίζονται με βάση την ανοχή του ασθενούς και το κλινικό αποτέλεσμα.
-
ΕνήλικεςΔόση50 έως 100 mg/m² επιφανείας σώματος/ημέρα (ημέρες 1-5), ή 100 mg/m² επιφανείας σώματος/ημέρα (ημέρες 1, 3, 5)Σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα. Η δοσολογία πρέπει να τροποποιείται λαμβάνοντας υπόψη τα μυελοκατασταλτικά αποτελέσματα άλλων φαρμάκων ή προηγηθείσας ακτινοθεραπείας/χημειοθεραπείας.
-
Ασθενείς με έκπτωση νεφρικής λειτουργίας (Κάθαρση Κρεατινίνης > 50 ml/min)Δόση100% της συνήθους δόσης
-
Ασθενείς με έκπτωση νεφρικής λειτουργίας (Κάθαρση Κρεατινίνης 15-50 ml/min)Δόση75% της συνήθους δόσης
-
Ασθενείς με έκπτωση νεφρικής λειτουργίας (Κάθαρση Κρεατινίνης < 15 ml/min)Δεν υπάρχουν δεδομένα. Θα πρέπει να εξετάζεται η περίπτωση ακόμη μεγαλύτερης μείωσης της δόσης. Οι επόμενες δόσεις θα πρέπει να υπολογίζονται με βάση την ανοχή του ασθενούς και το κλινικό αποτέλεσμα.
block
SPC-ETOPOSIDE-PHARMACHEMIE
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην ετοποσίδη ή τη φωσφορική ετοποσίδη ή/και σε κάποιο από τα συστατικά της φαρμακοτεχνικής μορφής.
warning
SPC-ETOPOSIDE-PHARMACHEMIE
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Χειρισμός και προετοιμασία διαλύματος ετοποσίδηςΠροσοχή κατά το χειρισμό και την προετοιμασία. Χρήση γαντιών. Εάν έρθει σε επαφή με δέρμα/βλεννογόνους, πλύσιμο με νερό και σαπούνι (βλ. λήμμα 6.6).
-
Επίβλεψη ιατρούΠροσοχήΗ χορήγηση πρέπει να γίνεται υπό την επίβλεψη ειδικού ιατρού με εμπειρία στη χρήση αντικαρκινικών χημειοθεραπευτικών παραγόντων.
-
ΜυελοκαταστολήΣοβαρήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ετοποσίδηΠροσεκτική και συχνή παρακολούθηση για μυελοκαταστολή, κατά τη διάρκεια αλλά και μετά από τη θεραπεία.
-
ΜυελοκαταστολήΣοβαρήΔιακοπή της θεραπείας μέχρις ότου οι τιμές αίματος βελτιωθούν επαρκώς.
-
Αναφυλακτικές αντιδράσειςΠιθανώς σοβαρήΔιακοπή της έγχυσης αμέσως. Συμπτωματική αντιμετώπιση (φάρμακα που αυξάνουν την πίεση, κορτικοστεροειδή, αντιϊσταμινικά, ή παράγοντες που αυξάνουν τον όγκο του αίματος).
-
Ταχεία ενδοφλέβια έγχυσηΠροσοχήΗ χορήγηση της ενέσιμης ετοποσίδης να γίνεται σε διάστημα 30 έως 60 λεπτών. Μεγαλύτεροι χρόνοι έγχυσης μπορεί να απαιτηθούν με βάση την ανοχή του ασθενούς. Δεν πρέπει να χορηγείται με ταχεία ενδοφλέβια έγχυση.
-
Κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειώνΠροσοχήΟ γιατρός θα πρέπει να υπολογίζει το όφελος έναντι του κινδύνου των ανεπιθύμητων ενεργειών. Αν εμφανισθούν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, ελάττωση δόσης ή διακοπή χορήγησης και λήψη μέτρων. Επανέναρξη με προσοχή.
-
Χαμηλή λευκωματίνη ορούΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με χαμηλή λευκωματίνη ορούΕνδεχόμενος αυξημένος κίνδυνος τοξικότητας. (Υπονοείται αυξημένη προσοχή/παρακολούθηση)
-
Ηπατική ανεπάρκειαΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με αντιρροπούμενη ηπατική ανεπάρκειαΝα χορηγείται με προσοχή.
-
Ηπατική ανεπάρκειαΑντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με μη αντιρροπούμενη ηπατική ανεπάρκειαΝα μη χορηγείται.
-
Παιδιατρική χρήσηΠροσοχήΠληθυσμόςΠαιδιάΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχει συστηματικά μελετηθεί.
-
Πολυσορβικό 80ΣοβαρήΠληθυσμόςΠρόωρα βρέφηΚίνδυνος επικίνδυνου για τη ζωή συνδρόμου (ηπατικής και νεφρικής ανεπάρκειας, επιδείνωσης της πνευμονικής λειτουργίας, θρομβοπενίας και ασκίτη).
swap_horiz
SPC-ETOPOSIDE-PHARMACHEMIE
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Κυκλοσπορίνη (υψηλή δόση)προσοχήΑύξηση της έκθεσης στην ετοποσίδη (AUC) κατά 80% και ελάττωση της ολικής σωματικής κάθαρσης της ετοποσίδης κατά 38%.
-
προσοχήΜειωμένη ολική σωματική κάθαρση της ετοποσίδης.
sick
SPC-ETOPOSIDE-PHARMACHEMIE
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Οξεία λευχαιμία
- Λευκοπενία
- Θρομβοπενία
- Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις (ρίγη, πυρετός, ταχυκαρδία, βρογχόσπασμος, δύσπνοια, υπόταση, υπέρταση, έξαψη, κρίση σπασμών, άπνοια)
- Περιφερική νευροπάθεια
- Σπασμοί
- Παροδική φλοιώδης τύφλωση
- Δυσγευσία
- Οπτική νευρίτιδα
- Νευροτοξικότητες (υπνηλία, κόπωση)
- Συστολική υπόταση
- Πνευμονική ίνωση
- Διάμεση πνευμονίτιδα
- Ναυτία
- Έμετος
- Βλεννογονίτιδα
- Στοματίτιδα
- Οισοφαγίτιδα
- Διάρροια
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσκοιλιότητα
- Δυσφαγία
- Ανορεξία
- Ηπατοτοξικότητα
- Αλωπεκία
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Δερματίτιδα από αναμνηστική ακτινοβολία
- Κνίδωση
- Εξάνθημα
- Μελάγχρωση
- Κνησμός
- Εξασθένιση
- Αίσθημα κακουχίας
- Εξαγγείωση
- Αντίδραση στο σημείο της ένεσης
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑναφυλακτοειδείς αντιδράσεις (ρίγη, πυρετός, ταχυκαρδία, βρογχόσπασμος, δύσπνοια, υπόταση, υπέρταση, έξαψη, κρίση σπασμών, άπνοια)Διαταραχές του Ανοσοποιητικού Συστήματος
-
Όχι συχνέςΒλεννογονίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟισοφαγίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΣυστολική υπότασηΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
ΣπάνιεςΑντίδραση στο σημείο της ένεσηςΓενικές
-
ΣπάνιεςΔερματίτιδα από αναμνηστική ακτινοβολίαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΔιάμεση πνευμονίτιδαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΔυσγευσίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΔυσφαγίαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΕξαγγείωσηΓενικές
-
ΣπάνιεςΕξασθένισηΓενικές
-
ΣπάνιεςΗπατοτοξικότηταΉπαρ
-
ΣπάνιεςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣπάνιεςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΜελάγχρωσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΝευροτοξικότητες (υπνηλία, κόπωση)Διαταραχές του Νευρικού Συστήματος
-
ΣπάνιεςΟπτική νευρίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΠαροδική φλοιώδης τύφλωσηΝευρικό
-
ΣπάνιεςΠνευμονική ίνωσηΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΣπασμοίΝευρικό
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
ΣπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
ΆγνωστοΟξεία λευχαιμίαΑίμα
pregnant_woman
SPC-ETOPOSIDE-PHARMACHEMIE
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
Κύησηνα συνιστάται η αποφυγή της εγκυμοσύνηςΗ ετοποσίδη μπορεί να προκαλέσει βλάβη στο έμβρυο όταν χορηγηθεί σε εγκύους ασθενείς. Η ετοποσίδη έχει προκαλέσει τερατογένεση σε ποντικούς και αρουραίους. Δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες σε γυναίκες σε κατάσταση εγκυμοσύνης. Αν το φάρμακο χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της κυήσεως ή η ασθενής μείνει έγκυος κατά τη διάρκεια της θεραπείας, θα πρέπει να ειδοποιηθεί για τον πιθανό κίνδυνο που διατρέχει το έμβρυο.
-
Γαλουχίανα αποφασίζεται εάν θα σταματήσει ο θηλασμός ή θα διακοπεί το φάρμακοΔεν είναι γνωστό αν το φάρμακο εκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Επειδή πολλά φάρμακα εκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα, και επειδή υπάρχει η πιθανότητα σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών από την ετοποσίδη στα νήπια που θηλάζουν, πρέπει, λαμβάνοντας υπόψη τη σπουδαιότητα του φαρμάκου για τη μητέρα, να αποφασίζεται εάν θα σταματήσει ο θηλασμός ή θα διακοπεί το φάρμακο.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-ETOPOSIDE-PHARMACHEMIE
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες Η ετοποσίδη (γνωστή και ως VP-16-213 ή VP-16) είναι ημισυνθετικό παράγωγο της ποδοφυλλοτοξίνης, που χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση ορισμένων νεοπλαστικών παθήσεων. ### Μηχανισμός δράσης Η κυριότερη μακρομοριακή δράση…
biotech
SPC-ETOPOSIDE-PHARMACHEMIE
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητικές ιδιότητες Μετά την ενδοφλέβια χορήγηση το εμβαδόν κάτω από την καμπύλη (AUC) και η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) αυξάνουν γραμμικά για δόσεις 100-600 mg/m². Μετά από χορήγηση ημερησίων δόσεων 100 mg/m² επιφανείας σώματος…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
-
Αιμοπετάλια
· πριν την έναρξη της θεραπείας και πριν από κάθε επόμενη χορήγηση ετοποσίδης
Θεραπεία με ετοποσίδη
-
Αιμοσφαιρίνη (Hb)
· πριν την έναρξη της θεραπείας και πριν από κάθε επόμενη χορήγηση ετοποσίδης
Θεραπεία με ετοποσίδη
-
Λευκά αιμοσφαίρια (WBC)
· πριν την έναρξη της θεραπείας και πριν από κάθε επόμενη χορήγηση ετοποσίδης
Θεραπεία με ετοποσίδη
-
Λευκοκυτταρικός τύπος
· πριν την έναρξη της θεραπείας και πριν από κάθε επόμενη χορήγηση ετοποσίδης
Θεραπεία με ετοποσίδη
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-ETOPOSIDE-PHARMACHEMIE
expand_more
Δοσολογία
Ενδοφλέβια χορήγηση
Η ετοποσίδη χορηγείται με βραδεία ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 30 έως 60 λεπτών και σε συγκεντρώσεις μέχρι 0,4 mg/ml. Η συνήθης δόση της ετοποσίδης είναι 50 έως 100 mg/m² επιφανείας σώματος/ημέρα, τις ημέρες 1 ως 5, ή 100 mg/m² επιφανείας σώματος/ημέρα, τις ημέρες 1, 3 και 5, κάθε 3 με 4 εβδομάδες, σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα που είναι εγκεκριμένα για χρήση στην υπό θεραπεία πάθηση. Η δοσολογία θα πρέπει να τροποποιείται ανάλογα, λαμβάνοντας υπόψη τα μυελοκατασταλτικά αποτελέσματα και των άλλων φαρμάκων στο συνδυασμό ή τα αποτελέσματα προηγηθείσης ακτινοθεραπείας ή χημειοθεραπείας που μπορεί να έχουν περιορίσει τα αποτελέσματα του μυελού των οστών.
Έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας
Σε ασθενείς με έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας, οι ακόλουθες προσαρμογές στην αρχική δόση θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, με βάση την μετρηθείσα κάθαρση της κρεατινίνης:
| Μετρηθείσα Κάθαρση Κρεατινίνης | Δόση Ετοποσίδης |
|---|---|
| > 50 ml/min | 100% της δόσης |
| 15-50 ml/min | 75% της δόσης |
Οι επόμενες δόσεις θα πρέπει να υπολογίζονται με βάση την ανοχή του ασθενούς και το κλινικό αποτέλεσμα. Δεν υπάρχουν δεδομένα για ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 15 ml/min και θα πρέπει να εξετάζεται η περίπτωση ακόμη μεγαλύτερης μείωσης της δόσης στους ασθενείς αυτούς. Κατά τη χρήση του φαρμάκου θα πρέπει να ακολουθούνται οι διαδικασίες για τη σωστή χρήση και απόρριψη των αντικαρκινικών φαρμάκων (βλ. Οδηγίες χρήσης/χειρισμού).
block
Αντενδείξεις
SPC-ETOPOSIDE-PHARMACHEMIE
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στην ετοποσίδη ή τη φωσφορική ετοποσίδη ή/και σε κάποιο από τα συστατικά της φαρμακοτεχνικής μορφής.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-ETOPOSIDE-PHARMACHEMIE
expand_more
Προειδοποιήσεις
- Χειρισμός και προετοιμασία διαλύματος ετοποσίδης: Θα πρέπει να δίδεται προσοχή κατά το χειρισμό και την προετοιμασία του διαλύματος. Συνιστάται να χρησιμοποιούνται γάντια. Εάν το διάλυμα έλθει σε επαφή με το δέρμα ή τους βλεννογόνους, πρέπει αμέσως να πλυθούν καλά με νερό και σαπούνι (βλ. λήμμα 6.6).
- Επίβλεψη ιατρού: Η ετοποσίδη θα πρέπει να χορηγείται υπό την επίβλεψη ειδικού ιατρού με εμπειρία στη χρήση αντικαρκινικών χημειοθεραπευτικών παραγόντων.
- Μυελοκαταστολή: Θανατηφόρος μυελοκαταστολή έχει εμφανισθεί μετά από χορήγηση ετοποσίδης. Ασθενείς που λαμβάνουν ετοποσίδη πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά και συχνά για μυελοκαταστολή, κατά τη διάρκεια αλλά και μετά από τη θεραπεία.
- Μυελοκαταστολή (Διακοπή θεραπείας): Αριθμός αιμοπεταλίων κάτω από 50.000/mm3 ή απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων κάτω από 500/mm3, αποτελούν ένδειξη για τη διακοπή της θεραπείας μέχρις ότου οι τιμές αίματος βελτιωθούν επαρκώς.
- Αναφυλακτικές αντιδράσεις: Οι θεράποντες ιατροί θα πρέπει να είναι ενήμεροι για την πιθανότητα εμφάνισης αναφυλακτικών αντιδράσεων που εκδηλώνονται με ρίγος, πυρετό, ταχυκαρδία, βρογχόσπασμο, δύσπνοια, και υπόταση. Η αντιμετώπιση είναι συμπτωματική. Η έγχυση πρέπει να διακοπεί αμέσως και να ακολουθήσει κατά την κρίση του ιατρού, χορήγηση φαρμάκων που αυξάνουν την πίεση, κορτικοστεροειδών, αντιϊσταμινικών, ή παραγόντων που αυξάνουν τον όγκο του αίματος.
- Ταχεία ενδοφλέβια έγχυση / Υπόταση: Συστήνεται η χορήγηση της ενέσιμης ετοποσίδης να γίνεται σε διάστημα 30 έως 60 λεπτών. Μεγαλύτεροι χρόνοι έγχυσης μπορεί να απαιτηθούν με βάση την ανοχή του ασθενούς. Η ΕΤΟΠΟΣΙΔΗ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΧΟΡΗΓΕΙΤΑΙ ΜΕ ΤΑΧΕΙΑ ΕΝΔΟΦΛΕΒΙΑ ΈΓΧΥΣΗ.
- Κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών / Ρύθμιση δόσης: Ο γιατρός θα πρέπει να υπολογίζει το όφελος από το φάρμακο έναντι του κινδύνου των ανεπιθύμητων ενεργειών. Αν εμφανισθούν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες θα πρέπει να ελαττωθεί η δόση του φαρμάκου ή να διακοπεί η χορήγηση και να ληφθούν μέτρα. Επανέναρξη της θεραπείας με ετοποσίδη θα πρέπει να γίνεται με προσοχή.
- Χαμηλή λευκωματίνη ορού: Ασθενείς με χαμηλή λευκωματίνη ορού μπορεί να εμφανίζουν αυξημένο κίνδυνο τοξικότητας από την ετοποσίδη.
- Ηπατική ανεπάρκεια: Να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με αντιρροπούμενη ηπατική ανεπάρκεια.
- Μη αντιρροπούμενη ηπατική ανεπάρκεια: Να μη χορηγείται σε ασθενείς με μη αντιρροπούμενη ηπατική ανεπάρκεια.
- Παιδιατρική χρήση: Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχει συστηματικά μελετηθεί στα παιδιά.
- Πολυσορβικό 80 σε πρόωρα βρέφη: Η ενέσιμη ετοποσίδη περιέχει πολυσορβικό 80. Σε πρόωρα βρέφη, ένα επικίνδυνο για τη ζωή σύνδρομο ηπατικής και νεφρικής ανεπάρκειας, επιδείνωσης της πνευμονικής λειτουργίας, θρομβοπενίας και ασκίτη συσχετίσθηκε με ενέσιμο προϊόν της βιταμίνης Ε που περιείχε πολυσορβικό 80.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-ETOPOSIDE-PHARMACHEMIE
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Αλληλεπιδράσεις
- Υψηλή δόση κυκλοσπορίνης: Όταν χορηγήθηκε μαζί με ετοποσίδη (συγκεντρώσεις > 2000 ng/ml), οδήγησε σε αύξηση της έκθεσης στην ετοποσίδη (AUC) κατά 80% και σε ελάττωση της ολικής σωματικής κάθαρσης της ετοποσίδης κατά 38%.
- Σισπλατίνη: Ταυτόχρονη χορήγηση έχει συσχετισθεί με μειωμένη ολική σωματική κάθαρση της ετοποσίδης.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-ETOPOSIDE-PHARMACHEMIE
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Ο κατωτέρω πίνακας παρουσιάζει ανεπιθύμητες ενέργειες ανά κατηγορία οργανικού συστήματος και συχνότητα, με βάση την ακόλουθη ταξινόμηση: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000).
| Κατηγορία Οργανικού Συστήματος | Ανεπιθύμητη Ενέργεια | Συχνότητα |
|---|---|---|
| Νεοπλάσματα Καλοήθη και Κακοήθη (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες) | Οξεία λευχαιμία | Άγνωστο |
| Διαταραχές του Αιμοποιητικού και του Λεμφικού Συστήματος | Λευκοπενία, θρομβοπενία | Πολύ συχνές |
| Διαταραχές του Ανοσοποιητικού Συστήματος | Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις (π.χ. ρίγη, πυρετός, ταχυκαρδία, βρογχόσπασμος, δύσπνοια, υπόταση, υπέρταση, έξαψη, κρίση σπασμών, άπνοια) | Όχι συχνές |
| Διαταραχές του Νευρικού Συστήματος | Περιφερική νευροπάθεια | Όχι συχνές |
| Σπασμοί, οπτική νευρίτιδα, παροδική φλοιώδης τύφλωση, νευροτοξικότητες (π.χ. υπνηλία, κόπωση) | Σπάνιες | |
| Αγγειακές Διαταραχές | Παροδική συστολική υπόταση μετά από ταχεία ενδοφλέβια χορήγηση | Όχι συχνές |
| Διαταραχές του Αναπνευστικού Συστήματος, του Θώρακα και του Μεσοθωρακίου | Πνευμονική ίνωση, διάμεση πνευμονίτιδα | Σπάνιες |
| Διαταραχές του Γαστρεντερικού Συστήματος | Ναυτία και έμετος | Πολύ συχνές |
| Ανορεξία | Συχνές | |
| Βλεννογονίτιδα (περιλαμβάνει στοματίτιδα και οισοφαγίτιδα), διάρροια | Όχι συχνές | |
| Κοιλιακό άλγος, δυσκοιλιότητα, δυσφαγία, δυσγευσία | Σπάνιες | |
| Διαταραχές του Ήπατος και των Χοληφόρων | Ηπατοτοξικότητα | Σπάνιες |
| Διαταραχές του Δέρματος και του Υποδόριου Ιστού | Αλωπεκία | Πολύ συχνές |
| Σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, δερματίτιδα από αναμνηστική ακτινοβολία, κνίδωση, εξάνθημα, μελάγχρωση, κνησμός | Σπάνιες | |
| Γενικές διαταραχές και Καταστάσεις της Οδού Χορήγησης | Εξασθένιση, αίσθημα κακουχίας, εξαγγείωση, αντίδραση από το σημείο της ένεσης | Σπάνιες |
- Μυελοκαταστολή με θανατηφόρο έκβαση έχει αναφερθεί. Είναι πάρα πολύ συχνά περιοριστική της δοσολογίας, με τη μικρότερη τιμή των κοκκιοκυττάρων να εμφανίζεται σε 7 ως 14 ημέρες και τη μικρότερη τιμή αιμοπεταλίων σε 9 ως 16 ημέρες, μετά τη χορήγηση του φαρμάκου. Η ανάνηψη του μυελού των οστών είναι συνήθως πλήρης την 20η ημέρα και δεν έχει αναφερθεί αθροιστική τοξικότητα.
- Λευκοπενία και βαρειά λευκοπενία (λιγότερα από 1000 κύτταρα/mm³) παρατηρήθηκαν στο 60%-91% και στο 7%-17% αντίστοιχα των ασθενών που έλαβαν μονοθεραπεία με ετοποσίδη.
- Θρομβοπενία και βαρειά θρομβοπενία (λιγότερα από 50.000 αιμοπετάλια/mm³) παρατηρήθηκαν στο 28%-41% και 4%-20% αντίστοιχα στην ίδια ομάδα ασθενών.
- Οξεία λευχαιμία με ή χωρίς προλευχαιμική φάση, αναφέρθηκε σε ασθενείς που ελάμβαναν ετοποσίδη σε συνδυασμό με άλλα αντινεοπλασματικά φάρμακα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
- Ναυτία και έμετος είναι οι κυριότερες γαστρεντερικές διαταραχές (31%-43% των ασθενών). Μπορούν συνήθως να ελεγχθούν με αντιεμετική αγωγή.
- Ανορεξία έχει παρατηρηθεί στο 10%-13% των ασθενών.
- Στοματίτιδα στο 1%-6% των ασθενών. Μπορεί να παρατηρηθεί ήπια έως μετρίας βαρύτητος βλεννογονίτιδα ή οισοφαγίτιδα.
- Διάρροια έχει παρατηρηθεί στο 1%-3% αυτών των ασθενών.
- Αλωπεκία: Αναστρέψιμη αλωπεκία, που μερικές φορές μπορεί να είναι ολική, έχει αναφερθεί μέχρι ποσοστού 66% των ασθενών.
- Υπόταση: Παροδική υπόταση μη σχετιζόμενη με καρδιοτοξικότητα ή ΗΚΓραφικές αλλοιώσεις μετά από ταχεία ενδοφλέβια χορήγηση έχει αναφερθεί σε 1% ως 2% των ασθενών. Για να προληφθεί, συνιστάται η χορήγηση της ετοποσίδης να γίνεται με βραδεία έγχυση διάρκειας 30 έως 60 λεπτών. Εάν εμφανισθεί, συνήθως ανταποκρίνεται στη διακοπή της έγχυσης και χορήγησης υγρών και/ή άλλης κατάλληλης υποστηρικτικής αγωγής. Κατά την επανέναρξη της έγχυσης θα πρέπει να χρησιμοποιείται αργότερος ρυθμός χορήγησης. Δεν έχει παρατηρηθεί υπόταση μετά την ολοκλήρωση της χορήγησης και την παρέλευση κάποιου χρονικού διαστήματος.
- Αλλεργικές αντιδράσεις: Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις που χαρακτηρίζονται από ρίγος, πυρετό, ταχυκαρδία, βρογχόσπασμο, δύσπνοια ή/και υπόταση έχουν αναφερθεί στο 0,7%-2% των ασθενών κατά τη διάρκεια ή αμέσως μετά από ενδοφλέβια χορήγηση της ετοποσίδης. Υψηλότερα ποσοστά αναφυλακτοειδών αντιδράσεων έχουν αναφερθεί σε παιδιά που έλαβαν εγχύσεις σε συγκεντρώσεις μεγαλύτερες από τις προτεινόμενες. Οι αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις συνήθως ανταποκρίνονται σύντομα στη διακοπή της χορήγησης της ετοποσίδης και την εν συνεχεία χορήγηση, ανάλογα με την περίπτωση, φαρμάκων που αυξάνουν την πίεση, κορτικοστεροειδών, αντιϊσταμινικών και παραγόντων που αυξάνουν τον όγκο του αίματος. Αναφέρθηκαν οξείες θανατηφόρες αντιδράσεις με βρογχόσπασμο. Υπέρταση ή/και έξαψη ή/και σπασμοί έχουν επίσης αναφερθεί. Η πίεση του αίματος συνήθως επανέρχεται σε φυσιολογικά επίπεδα λίγες ώρες μετά τη διακοπή της έγχυσης. Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις μπορεί να εμφανισθούν με την αρχική δόση της ετοποσίδης. Άπνοια με αυτόματη ανάκτηση της αναπνοής μετά τη διακοπή της έγχυσης έχει περιγραφεί.
- Νευροπάθεια: Η χρήση της ετοποσίδης έχει παρατηρηθεί ότι προκαλεί περιφερική νευροπάθεια στο 0,7% των ασθενών. Σε μερικές περιπτώσεις μετά από εξαγγείωση παρουσιάσθηκε ερεθισμός και φλεγμονή μαλακών ιστών. Εξέλκωση δεν έχει γενικά παρατηρηθεί.
- Άλλες τοξικές δράσεις (σπάνιες): διάμεση πνευμονίτιδα/πνευμονική ίνωση, σπασμοί (μερικές φορές συνδεόμενοι και με αλλεργικές αντιδράσεις), τοξικότητα κεντρικού νευρικού συστήματος (υπνηλία και κόπωση), ηπατοτοξικότητα, παράταση του αισθήματος της γεύσεως μετά την παύση του ερεθίσματος, πυρετός, σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση (έχει αναφερθεί ένα θανατηφόρο επεισόδιο), εξάνθημα, μελάχρωση, κνησμός, κνίδωση, δερματίτιδα από αναμνηστική ακτινοβολία, κοιλιακό άλγος, δυσκοιλιότητα, δυσφαγία, εξασθένιση, κακουχία, παροδική φλοιώδης τύφλωση και οπτική νευρίτιδα.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-ETOPOSIDE-PHARMACHEMIE
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Χρήση κατά την κύηση
Η ετοποσίδη μπορεί να προκαλέσει βλάβη στο έμβρυο όταν χορηγηθεί σε εγκύους ασθενείς. Η ετοποσίδη έχει προκαλέσει τερατογένεση σε ποντικούς και αρουραίους. Δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες σε γυναίκες σε κατάσταση εγκυμοσύνης. Στις γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να συνιστάται η αποφυγή της εγκυμοσύνης. Αν το φάρμακο χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της κυήσεως ή η ασθενής μείνει έγκυος κατά τη διάρκεια της θεραπείας, θα πρέπει να ειδοποιηθεί για τον πιθανό κίνδυνο που διατρέχει το έμβρυο.
Χρήση κατά τη διάρκεια της γαλουχίας
Δεν είναι γνωστό αν το φάρμακο εκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Επειδή πολλά φάρμακα εκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα, και επειδή υπάρχει η πιθανότητα σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών από την ετοποσίδη στα νήπια που θηλάζουν, πρέπει, λαμβάνοντας υπόψη τη σπουδαιότητα του φαρμάκου για τη μητέρα, να αποφασίζεται εάν θα σταματήσει ο θηλασμός ή θα διακοπεί το φάρμακο.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-ETOPOSIDE-PHARMACHEMIE
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Η ετοποσίδη (γνωστή και ως VP-16-213 ή VP-16) είναι ημισυνθετικό παράγωγο της ποδοφυλλοτοξίνης, που χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση ορισμένων νεοπλαστικών παθήσεων.
Μηχανισμός δράσης
Η κυριότερη μακρομοριακή δράση της ετοποσίδης φαίνεται να είναι η διάσπαση της διπλής έλικας του DNA μέσω αλληλεπίδρασης με τη DNA-τοποϊσομεράση ΙΙ ή με σχηματισμού ελευθέρων ριζών.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-ETOPOSIDE-PHARMACHEMIE
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Μετά την ενδοφλέβια χορήγηση το εμβαδόν κάτω από την καμπύλη (AUC) και η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) αυξάνουν γραμμικά για δόσεις 100-600 mg/m². Μετά από χορήγηση ημερησίων δόσεων 100 mg/m² επιφανείας σώματος για 4-6 ημέρες η ετοποσίδη δεν συσσωρεύεται στο πλάσμα.
Η ετοποσίδη εισέρχεται ελάχιστα στο ΕΝΥ. Οι συγκεντρώσεις της ετοποσίδης είναι υψηλότερες στο φυσιολογικό πνεύμονα παρά στις πνευμονικές μεταστάσεις και είναι παρόμοιες στους πρωτοπαθείς όγκους και τους φυσιολογικούς ιστούς του μυομητρίου. In vitro, η ετοποσίδη συνδέεται σε υψηλό ποσοστό (97%) με τις πρωτεΐνες του πλάσματος στον άνθρωπο. Μία αντίστροφη σχέση, μεταξύ των επιπέδων της λευκωματίνης στο πλάσμα και της νεφρικής κάθαρσης της ετοποσίδης έχει αναφερθεί στα παιδιά. Σε μία μελέτη επιδράσεων άλλων θεραπευτικών παραγόντων στην in vitro σύνδεση της 14C ετοποσίδης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, μόνο η φαινυλβουταζόνη, το σαλικυλικό νάτριο και το ακετυλοσαλικυλικό οξύ εκτόπισαν τη συνδεδεμένη με πρωτεΐνες ετοποσίδη σε συγκεντρώσεις που επιτυγχάνονται γενικώς in vivo. Το ποσοστό της σύνδεσης της ετοποσίδης βρίσκεται σε απευθείας συσχέτιση με τη λευκωματίνη του ορού σε καρκινοπαθείς και φυσιολογικούς εθελοντές. Μη συνδεδεμένο ποσοστό ετοποσίδης συσχετίζεται σημαντικά με τη χολερυθρίνη σε καρκινοπαθείς. Φαίνεται ότι υπάρχει μία σημαντική αντίστροφη συσχέτιση μεταξύ της λευκωματίνης και του ορού και του ποσοστού της ετοποσίδης που βρίσκεται ελεύθερο (μη συνδεδεμένο).
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση 14C ετοποσίδης (100-124 mg/m²), η μέση ανάκτηση ραδιενέργειας στα ούρα ήταν 56% της δόσης στις 120 ώρες. Το 45% αυτής της ποσότητας αποβλήθηκε σαν ετοποσίδη. Η ανάκτηση της ραδιενέργειας στα κόπρανα ήταν 44% της δόσης στις 120 ώρες. Η χολική απέκκριση αναλλοίωτου φαρμάκου και/ή των μεταβολιτών είναι μία σημαντική οδός απέκκρισης της ετοποσίδης, εφ’ όσον η ανάκτηση της ραδιενέργειας είναι το 44% της δόσης που χορηγήθηκε ενδοφλεβίως.
Στους ενήλικες η συνολική σωματική κάθαρση της ετοποσίδης συσχετίζεται με την κάθαρση κρεατινίνης, τη χαμηλή συγκέντρωση λευκωματίνης στον ορό και τη μη νεφρική κάθαρση. Ασθενείς με έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας που λαμβάνουν ετοποσίδη, έχουν ελαττωμένη ολική σωματική κάθαρση, αυξημένη AUC και μειωμένο όγκο κατανομής σε σταθεροποιημένη κατάσταση (βλ. Δοσολογία). Σε ενήλικες καρκινοπαθείς με ηπατική δυσλειτουργία, η συνολική σωματική κάθαρση της ετοποσίδης δε μειώνεται.
Στα παιδιά, 55% περίπου της δόσης απεκκρίνεται ως ετοποσίδη στα ούρα σε 24 ώρες. Η ετοποσίδη αποβάλλεται και από τους νεφρούς και με μη νεφρικές διαδικασίες δηλαδή με μεταβολισμό και με χολική απέκκριση. Η επίδραση νεφρικών παθήσεων στη συγκέντρωση της ετοποσίδης στο πλάσμα δεν είναι γνωστή στα παιδιά. Στα παιδιά, αυξημένα επίπεδα SGPT συσχετίζονται με ελαττωμένη ολική σωματική κάθαρση του φαρμάκου. Επίσης προηγηθείσα χορήγηση σισπλατίνης στα παιδιά δυνατόν να έχει σαν συνέπεια ελάττωση της ολικής σωματικής κάθαρσης της ετοποσίδης.
ΕΟΦ · 8.5
Παράγωγα της ποδοφυλλοτοξίνης
expand_more
Παράγωγα της ποδοφυλλοτοξίνης
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή:
- Ένα ημι-συνθετικό παράγωγο της ποδοφυλοτοξίνης που εμφανίζει αντικαρκινική δραστηριότητα.
- Το ετοποσίδιο αναστέλλει τη σύνθεση του DNA σχηματίζοντας σύμπλο με την τοποϊσομεράση II και το DNA.
- Αυτός ο σύμπλοφος προκαλεί διασπάσεις στο διπλό-αλυσωμένο DNA και εμποδίζει την επιδιόρθωση μέσω σύνδεσης της τοποϊσομεράσης II.
- Οι συσσωρευμένες βλάβες του DNA εμποδίζουν την είσοδο στη φάση της μίτωσης και οδηγούν σε κυτταρικό θάνατο.
- Το ετοποσίδιο δρα κυρίως στις φάσεις G2 και S του κυτταρικού κύκλου.
- [PubChem]
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις:
- Χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλα αντικαρκινικά φάρμακα στη θεραπεία ανθεκτικών όγκων όρχεως και ως πρώτη γραμμή θεραπείας σε ασθενείς με καρκίνο μικρών κυττάρων του πνεύμονα. Επίσης χρησιμοποιείται για τη θεραπεία άλλων κακοηθειών όπως λέμφωμα, μη λεμφοκυτταρική λευχαιμία και γλοιβλαστόμα πολλαμορφικό.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία:
- Το ετοποσίδιο είναι αντινεοπλαστικό φάρμακο και epipodophyllotoxin (ένας ημι-συνθετικός παράγωγος των ποδοφυλοτοξινών).
- Αναστέλλει την DNA τοποϊσομεράση II, συνεπώς τελικά αναστέλλει τη σύνθεση DNA.
- Το ετοποσίδιο είναι εξαρτώμενο από τον κυτταρικό κύκλο και φάσης-ειδές, επηρεάζοντας κυρίως τις φάσεις S και G2.
- Παρατηρούνται δύο διαφορετικές αποκρίσεις ανάλογα με τη δόση: σε υψηλές συγκεντρώσεις (10 μg/mL ή περισσότερο) παρατηρείται λύση κυττάρων που εισέρχονται στη μίτωση. Σε χαμηλές συγκεντρώσεις (0.3–10 μg/mL) τα κύτταρα εμποδίζονται από το να εισέλθουν στην προφάση.
- Δεν επηρεάζει τη συναρμολόγηση των μικροσωληνίων.
- Η κυρίαρχη μακρομοριακή επίδραση φαίνεται να είναι η επαγωγή σχισμών στις αλυσίδες DNA μέσω αλληλεπίδρασης με DNA-τοποϊσομεράση II ή ο σχηματισμός ελεύθερων ριζών.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός δράσης:
- Το ετοποσίδιο αναστέλλει τη DNA τοποϊσομεράση II, εμποδίζοντας την επαναένωση (re-ligation) του DNA. Αυτό προκαλεί κρίσιμα σφάλματα στη σύνθεση DNA στην προ-μιτωτική φάση της διαίρεσης και μπορεί να οδηγήσει σε απόπτωση των καρκινικών κυττάρων.
- Το ετοποσίδιο είναι εξαρτώμενο από τον κυτταρικό κύκλο και φάσης-ειδές, επηρεάζοντας κυρίως τις φάσεις S και G2.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση:
- Απορροφάται καλά. Ο χρόνος μέχρι τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα είναι 1–1,5 ώρες.
- Μέση βιοδιαθεσιμότητα: 50%.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
Οδός απέκκρισης:
- Αποβάλλεται από νεφρικές και μη νεφρικές διεργασίες, δηλαδή μεταβολισμός και χολική απέκκριση.
- Οι γλυκουρονιδικά και/ή θειϊκά συμπλέγματα του ετοποσίδίου απεκκρίνονται επίσης στα ούρα.
- Η χολική απέκκριση αμόρτων αμό λυτικών μεταβολιτών αποτελεί σημαντικό δρόμο απέκκρισης του ετοποσίδιου, καθώς η ανάκτηση ραδιοδραστηριότητας στα κόπρανα είναι 44% της ενδοφλέβιας δόσης.
- Μόνο 8% ή λιγότερο της ενδοφλέβιας δόσης απεκκρίνεται στα ούρα ως ραδιοσημασμένοι μεταβολίτες του 14C-etoposide.
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα:
- Αλωπεκία
- Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Ναυτία και έμετος
- Δευτεροπαθείς κακοήθειες (λευχαιμία).
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η ετοποσίδη είναι ένας αντικαρκινικός παράγοντας και μια επιποδοφυλλοτοξίνη (ημισυνθετικό παράγωγο των ποδοφυλλοτοξινών). Αναστέλλει την τοποϊσομεράση II του DNA, αναστέλλοντας έτσι τελικά τη σύνθεση του DNA. Η ετοποσίδη εξαρτάται από τον κυτταρικό κύκλο και είναι ειδική ως προς τη φάση, επηρεάζοντας κυρίως τις φάσεις S και G2. Παρατηρούνται δύο διαφορετικές αποκρίσεις ανάλογα με τη δόση. Σε υψηλές συγκεντρώσεις (10 µg/mL ή περισσότερο), παρατηρείται λύση κυττάρων που εισέρχονται στη μίτωση. Σε χαμηλές συγκεντρώσεις (0,3 έως 10 µg/mL), τα κύτταρα εμποδίζονται από την είσοδο στην προφάση. Δεν επηρεάζει τη συναρμολόγηση μικροσωληνιδίων. Η κυρίαρχη μακρομοριακή επίδραση της ετοποσίδης φαίνεται να είναι η πρόκληση θραύσεων της αλυσίδας DNA μέσω αλληλεπίδρασης με την τοποϊσομεράση II του DNA ή ο σχηματισμός ελεύθερων ριζών.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η ετοποσίδη αναστέλλει την τοποϊσομεράση II του DNA, αναστέλλοντας έτσι την επανασύνδεση του DNA. Αυτό προκαλεί κρίσιμα σφάλματα στη σύνθεση του DNA στο προμιτωτικό στάδιο της κυτταρικής διαίρεσης και μπορεί να οδηγήσει σε απόπτωση του καρκινικού κυττάρου. Η ετοποσίδη εξαρτάται από τον κυτταρικό κύκλο και είναι ειδική ως προς τη φάση, επηρεάζοντας κυρίως τις φάσεις S και G2 της κυτταρικής διαίρεσης. Η αναστολή της ισομορφής τοποϊσομεράσης II άλφα οδηγεί στην αντικαρκινική δράση της ετοποσίδης. Το φάρμακο μπορεί επίσης να αναστείλει την βήτα ισομορφή, αλλά η αναστολή αυτού του στόχου δεν σχετίζεται με την αντικαρκινική δράση. Αντίθετα, σχετίζεται με την καρκινογόνο επίδραση.
Το φάρμακο φαίνεται να προκαλεί τις κυτταροτοξικές του επιδράσεις βλάπτοντας το DNA και, κατά συνέπεια, αναστέλλοντας ή αλλοιώνοντας τη σύνθεση του DNA. … Η ετοποσίδη φαίνεται να είναι εξαρτώμενη από τον κυτταρικό κύκλο και ειδική ως προς τη φάση του κύκλου, προκαλώντας αναστολή της φάσης G2 και πληρώνοντας προτιμησιακά τα κύτταρα στις φάσεις G2 και όψιμης S.
Η ετοποσίδη έχει αποδειχθεί ότι προκαλεί αναστολή της μετάφασης σε ινοβλάστες κοτόπουλου, αλλά η κύρια επίδρασή της σε θηλαστικά κύτταρα φαίνεται να είναι στη φάση G2. Σε συγκεντρώσεις ετοποσίδης 0,3-10 ug/mL in vitro, τα κύτταρα εμποδίζονται από την είσοδο στην προφάση. σε συγκεντρώσεις 10 ug/mL ή υψηλότερες, συμβαίνει λύση κυττάρων που εισέρχονται στη μίτωση. … Η ετοποσίδη δεν αναστέλλει τη συναρμολόγηση μικροσωληνιδίων. Η ετοποσίδη έχει αποδειχθεί ότι προκαλεί θραύσεις μονής αλυσίδας DNA σε κύτταρα HeLa και σε κύτταρα λευχαιμίας L1210 ποντικών in vitro. Το φάρμακο προκαλεί επίσης θραύσεις διπλής αλυσίδας DNA και διασυνδέσεις DNA-πρωτεϊνών σε κύτταρα L1210. Η επαγόμενη βλάβη του DNA από την ετοποσίδη φαίνεται να συσχετίζεται καλά με την κυτταροτοξικότητα του φαρμάκου. … Η ετοποσίδη φαίνεται να προκαλεί θραύσεις μονής αλυσίδας DNA έμμεσα, πιθανώς μέσω ενεργοποίησης ενδονουκλεασών, αναστολής της ενδοπυρηνικής τοποϊσομεράσης τύπου ΙΙ, ή σχηματισμού μεταβολίτη ελεύθερης ρίζας μέσω ενζυμικής αντίδρασης που περιλαμβάνει την υδροξυλομάδα στη θέση C-4’ του δακτυλίου Ε. Η ετοποσίδη αναστέλλει επίσης αναστρέψιμα τη διευκολυνόμενη διάχυση νουκλεοσιδίων στα κύτταρα HeLa με τρόπο εξαρτώμενο από τη συγκέντρωση in vitro.
Η ετοποσίδη μπορεί να σταθεροποιήσει τα συμπλέγματα τοποϊσομεράσης τύπου ΙΙ DNA, εμποδίζοντας την επανασύνδεση των θραύσεων μονής και διπλής αλυσίδας DNA. Η ετοποσίδη μπορεί επίσης να απαιτεί κυτταρική ενεργοποίηση σε ενδιάμεσα, τα οποία στη συνέχεια δεσμεύονται στο DNA και διαταράσσουν την κυτταρική λειτουργία.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Απορροφάται καλά, ο χρόνος μέχρι τη μέγιστη πλασματική συγκέντρωση είναι 1-1,5 ώρες. Η μέση βιοδιαθεσιμότητα είναι 50% (εύρος 25% - 75%). Οι τιμές Cmax και AUC για τα από του στόματος χορηγούμενα καψάκια ετοποσίδης παρουσιάζουν διακύμανση εντός και μεταξύ των υποκειμένων. Δεν υπάρχει καμία απόδειξη για φαινόμενο πρώτης διόδου για την ετοποσίδη.
Η ετοποσίδη απομακρύνεται τόσο με νεφρικές όσο και με μη νεφρικές διαδικασίες, δηλαδή μεταβολισμό και ηπατική απέκκριση. Συζεύξεις γλυκουρονιδίου και/ή θειικών αλάτων της ετοποσίδης απεκκρίνονται επίσης στα ανθρώπινα ούρα. Η ηπατική απέκκριση αμετάβλητου φαρμάκου ή/και μεταβολιτών αποτελεί σημαντική οδό αποβολής της ετοποσίδης, καθώς η ανάκτηση ραδιενέργειας στα κόπρανα είναι 44% της ενδοφλέβιας δόσης. Το 56% της δόσης βρέθηκε στα ούρα, εκ των οποίων το 45% απεκκρίθηκε ως ετοποσίδη.
Η κατανομή της ετοποσίδης είναι μια διφασική διαδικασία με χρόνο ημιζωής κατανομής 1,5 ώρα. Δεν διέρχεται καλά στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό. Όγκος κατανομής, σταθερή κατάσταση = 18 - 29 L.
Συνολική κάθαρση σώματος = 33 - 48 mL/min [IV χορήγηση, ενήλικες]
Μέση νεφρική κάθαρση = 7 - 10 mL/min/m^2
Η απέκκριση ετοποσίδης στο μητρικό γάλα τεκμηριώθηκε σε μια γυναίκα με οξεία προμυελοκυτταρική λευχαιμία που λάμβανε ημερήσιες δόσεις 80 mg/m² (οδός χορήγησης δεν δηλώθηκε). Οι μέγιστες συγκεντρώσεις 0,6 έως 0,8 µg/mL μετρήθηκαν αμέσως μετά τη χορήγηση της δόσης, αλλά είχαν μειωθεί σε μη ανιχνεύσιμα επίπεδα εντός 24 ωρών.
Τριάντα λεπτά μετά την ενδοφλέβια χορήγηση ετοποσίδης σε αρουραίους, οι υψηλότερες συγκεντρώσεις βρέθηκαν στο ήπαρ, τους νεφρούς και το λεπτό έντερο. Εντός 24 ωρών μετά τη δόση, οι ιστοτικές συγκεντρώσεις ήταν αμελητέες.
Μετά από ενδοφλέβια έγχυση (5 λεπτά) ετοποσίδης φωσφορικής σε σκύλους beagle σε δόσεις 57-461 mg/m², παρατηρήθηκε δοσοεξαρτώμενη αύξηση στη μέγιστη πλασματική συγκέντρωση και την AUC για την ετοποσίδη. Ο συνολικός ρυθμός κάθαρσης πλάσματος (342-435 mL/min ανά m²) και ο όγκος κατανομής (22-27 L/m²) δεν ήταν δοσοεξαρτώμενοι. Η μέγιστη πλασματική συγκέντρωση εμφανίστηκε στο τέλος της έγχυσης της ετοποσίδης φωσφορικής, υποδεικνύοντας ταχεία μετατροπή της προ-φαρμάκου σε ετοποσίδη.
Λιγότερο από 4% μιας δόσης ανακτήθηκε στη χολή μετά από 48 ώρες σε ασθενείς με χοληδόχες παροχετεύσεις. Η ανάκτηση ραδιοσημάντου στα κόπρανα μετά από ενδοφλέβια χορήγηση 3(H)ετοποσίδης (130-290 mg/m²) ήταν μεταβλητή, αντιπροσωπεύοντας 0-16% της δόσης, αλλά οι συλλογές ήταν γνωστό ότι ήταν ατελείς λόγω κατακράτησης κοπράνων και άλλων δυσκολιών που σχετίζονται με τη γενική κακή κατάσταση πολλών ασθενών). Σε μια μελέτη που αναφέρθηκε ως περίληψη σε τέσσερις ασθενείς με καρκίνο του πνεύμονα μικρών κυττάρων που έλαβαν 14(C)-γλυκοπυρανοσίδη ετοποσίδη, το 56% του ραδιοσημάντου ανακτήθηκε στα ούρα και το 44% στα κόπρανα σε διάστημα πέντε ημερών, για συνολική ανάκτηση 100 +/- 6%.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την ΕΤΟΠΟΣΙΔΗ (18 συνολικά), παρακαλούμε επισκεφθείτε τη σελίδα καταγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
97% συνδεδεμένο με πρωτεΐνες.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Κυρίως ηπατικός (μέσω O-απομεθυλίωσης μέσω του ισοενζύμου CYP450 3A4) με 40% να απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα. Η ετοποσίδη υφίσταται επίσης συζεύξεις γλουταθειόνης και γλυκουρονιδίου που καταλύονται από GSTT1/GSTP1 και UGT1A1, αντίστοιχα. Οι συνθάσες προσταγλανδινών είναι επίσης υπεύθυνες για τη μετατροπή της ετοποσίδης σε O-απομεθυλιωμένους μεταβολίτες (κινονη).
Ο προτεινόμενος μεταβολίτης υδροξυλο-οξέος της ετοποσίδης, που σχηματίζεται με το άνοιγμα του δακτυλίου λακτόνης, έχει ανιχνευθεί σε ανθρώπινα ούρα, αλλά μόνο σε χαμηλές συγκεντρώσεις, αντιπροσωπεύοντας 0,2-2,2% της χορηγούμενης δόσης.
Ο κύριος μεταβολίτης στα ούρα της ετοποσίδης στους ανθρώπους αναφέρεται ότι είναι το συζυγές γλυκουρονιδίου. Αν και οι συζεύξεις γλυκουρονιδίου ή/και θειικών αλάτων στα ούρα αναφέρθηκε ότι αντιπροσωπεύουν 5-22% μιας ενδοφλέβιας δόσης ετοποσίδης, άλλες μελέτες υποδηλώνουν ότι το γλυκουρονίδιο υπερισχύει. Το γλυκουρονίδιο ετοποσίδης στα ούρα ασθενών που έλαβαν θεραπεία αντιπροσώπευε 8-17% μιας δόσης 0,5-3,5 g/m² ετοποσίδης και 29% μιας δόσης 100-800 mg/m² ετοποσίδης, χωρίς να ανιχνεύονται άλλοι μεταβολίτες εκτός από το γλυκουρονίδιο ετοποσίδης στην τελευταία μελέτη. Σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια που έλαβαν ελαφρώς χαμηλότερες δόσεις 70-150 mg/m², το 3-17% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα εντός 72 ωρών ως γλυκουρονίδιο ετοποσίδης.
Η ετοποσίδη φαίνεται να μεταβολίζεται κυρίως στον δακτύλιο D για να παραχθεί το αντίστοιχο υδροξυλο-οξυτελές μεταβολίτη (πιθανώς το τρανς-υδροξυλο-οξυτελές μεταβολίτη). Αυτός ο μεταβολίτης φαίνεται να είναι φαρμακολογικά ανενεργός. Το ισομερές πικρολακτόνης της ετοποσίδης έχει ανιχνευθεί σε δύο συγκεντρώσεις στο πλάσμα και τα ούρα ορισμένων ασθενών, αλλά όχι σε άλλους. Η αγλυκόνη της ετοποσίδης ή/και οι συζεύξεις της δεν έχουν ανιχνευθεί μέχρι στιγμής σε ασθενείς που λαμβάνουν το φάρμακο. In vitro, το ισομερές πικρολακτόνης και η αγλυκόνη της ετοποσίδης έχουν ελάχιστη κυτταροτοξική δράση.
Γενικά, λίγοι ή καθόλου μεταβολίτες ετοποσίδης έχουν ανιχνευθεί στο πλάσμα. Η ετοποσίδη χορηγείται ως τρανς-λακτόνη, αλλά η cis-ετοποσίδη μπορεί επίσης να ανιχνευθεί σε ανθρώπινα ούρα. Αυτό μπορεί να είναι φαινόμενο αποθήκευσης, καθώς η ισομερείωση συμβαίνει μερικές φορές κατά την κατάψυξη δειγμάτων πλάσματος υπό ελαφρώς βασικές συνθήκες. Το cis-ισομερές αντιπροσωπεύει < 1% της δόσης. Ο μεταβολίτης κατεχόλης έχει επίσης αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν 600 mg/m² ετοποσίδης, με AUC περίπου 2,5% της ετοποσίδης. Σε ασθενείς που έλαβαν 90 mg/m² ετοποσίδης, ο μεταβολίτης κατεχόλης αντιπροσώπευε 1,4-7,1% της ετοποσίδης στα ούρα και < 2% της χορηγούμενης δόσης.
Σε ομογενοποιήματα ήπατος αρουραίων, μικροσώματα ήπατος και σε αρουραίους in vivo, η ετοποσίδη μεταβολίστηκε εκτενώς σε μόνο έναν κύριο μεταβολίτη, ο οποίος δεν ταυτοποιήθηκε επίσημα. Σε απομονωμένο ήπαρ αρουραίων που επωάστηκε με ετοποσίδη, η συνολική ανάκτηση στη χολή ήταν 60-85%, με περίπου ίσες ποσότητες ετοποσίδης και δύο μεταβολιτών γλυκουρονιδίου, επιβεβαιωμένοι ως είδη γλυκουρονιδίου μέσω υγρής χρωματογραφίας και φασματομετρίας μάζας. Μετά από ενδοφλέβια έγχυση 3(H)ετοποσίδης σε κουνέλια, η συνολική ούρηση ραδιοσημάντου ήταν 30% μετά από πέντε ημέρες, με πολύ λίγα στη συνέχεια. Ένας μοναδικός μεταβολίτης γλυκουρονιδίου ταυτοποιήθηκε στα ούρα κουνελιών, ο οποίος ήταν παρών σε μεγαλύτερες ποσότητες από την ετοποσίδη. Δεν ταυτοποιήθηκε υδροξυλο-οξυτελές μεταβολίτης σε κανένα είδος.
Κυρίως ηπατικός (μέσω O-απομεθυλίωσης μέσω του ισοενζύμου CYP450 3A4) με 40% να απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα. Η ετοποσίδη υφίσταται επίσης συζεύξεις γλουταθειόνης και γλυκουρονιδίου που καταλύονται από GSTT1/GSTP1 και UGT1A1, αντίστοιχα. Οι συνθάσες προσταγλανδινών είναι επίσης υπεύθυνες για τη μετατροπή της ετοποσίδης σε O-απομεθυλιωμένους μεταβολίτες (κινονη). Οδός Αποβολής: Η ετοποσίδη απομακρύνεται τόσο με νεφρικές όσο και με μη νεφρικές διαδικασίες, δηλαδή μεταβολισμό και ηπατική απέκκριση. Συζεύξεις γλυκουρονιδίου ή/και θειικών αλάτων της ετοποσίδης απεκκρίνονται επίσης στα ανθρώπινα ούρα. Η ηπατική απέκκριση αμετάβλητου φαρμάκου ή/και μεταβολιτών αποτελεί σημαντική οδό αποβολής της ετοποσίδης, καθώς η ανάκτηση ραδιενέργειας στα κόπρανα είναι 44% της ενδοφλέβιας δόσης. Το 56% της δόσης βρέθηκε στα ούρα, εκ των οποίων το 45% απεκκρίθηκε ως ετοποσίδη.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Χρόνος Ημίσειας Ζωής
4-11 ώρες.
Σε ενήλικες με φυσιολογική νεφρική και ηπατική λειτουργία, ο χρόνος ημίσειας ζωής της ετοποσίδης κυμαίνεται κατά μέσο όρο 0,6-2 ώρες στην αρχική φάση και 5,3-10,8 ώρες στην τελική φάση. Σε έναν ενήλικα με διαταραγμένη ηπατική λειτουργία, ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής αναφέρθηκε ότι ήταν 78 ώρες. Σε παιδιά με φυσιολογική νεφρική και ηπατική λειτουργία, ο χρόνος ημίσειας ζωής της ετοποσίδης κυμαίνεται κατά μέσο όρο 0,6-1,4 ώρες στην αρχική φάση και 3-5,8 ώρες στην τελική φάση.
…Χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής 3 έως 7 ώρες σε παιδιά και 4 έως 8 ώρες σε ενήλικες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
- Παράγοντες που προέρχονται από ανώτερα φυτά που έχουν αποδεδειγμένη κυτταροστατική ή αντικαρκινική δράση.
- Ενώσεις που αναστέλλουν τη δραστηριότητα της DNA TOPOISOMERASE II. Σε αυτήν την κατηγορία περιλαμβάνονται διάφοροι ΑΝΤΙΚΑΡΚΙΝΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ που στοχεύουν την ευκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II και ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ που στοχεύουν την προκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
6PLQ3CP4P3
ETOPOSIDE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Τοποϊσομεράσης
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Τοποϊσομεράσης
Η ετοποσίδη είναι Αναστολέας Τοποϊσομεράσης. Ο μηχανισμός δράσης της ετοποσίδης είναι ως Αναστολέας Τοποϊσομεράσης.
ETOPOSIDE
Αναστολείς Τοποϊσομεράσης [MoA]; Αναστολέας Τοποϊσομεράσης [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
- Παράγοντες που προέρχονται από ανώτερα φυτά που έχουν αποδεδειγμένη κυτταροστατική ή αντικαρκινική δράση.
- Ενώσεις που αναστέλλουν τη δραστηριότητα της DNA TOPOISOMERASE II. Σε αυτήν την κατηγορία περιλαμβάνονται διάφοροι ΑΝΤΙΚΑΡΚΙΝΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ που στοχεύουν την ευκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II και ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ που στοχεύουν την προκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II.