Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ A10BH01 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

SITAGLIPTIN

Σιταγλιπτίνη

**Φαρμακοδυναμική** Η σιταγλιπτίνη αναστέλλει το ένζυμο DPP-4, οδηγώντας σε αυξημένα επίπεδα γλυκαγονόμορφου πεπτιδίου-1 (GLP-1) και γλυκόζης-εξαρτώμενης ινσουλινοτρόπου πολυπεπτιδίου (GIP), μειωμένα επίπεδα γλυκαγόνης και ισχυρότερη απόκριση ινσουλίνης στη γλυκόζη.

Chemical structure of SITAGLIPTIN

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Επιμελημένο
medication
SPC-FORDIAB

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Από του στόματος
Χορήγηση:
δύο φορές ημερησίως με τα γεύματα
Δόση έναρξης:
σιταγλιπτίνη 50 mg δύο φορές ημερησίως (100 mg συνολική ημερήσια δόση) μαζί με τη δόση της μετφορμίνης που ήδη λαμβάνεται
  • Ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (GFR ≥90 ml/min)
  • Ασθενείς που δεν ελέγχονται επαρκώς με μονοθεραπεία με μετφορμίνη
    Δόσησιταγλιπτίνη 50 mg δύο φορές ημερησίως (100 mg συνολική ημερήσια δόση) μαζί με την ήδη λαμβανόμενη δόση μετφορμίνης
  • Ασθενείς που αλλάζουν από συγχορήγηση σιταγλιπτίνης και μετφορμίνης
    Δόσηστη δόση σιταγλιπτίνης και μετφορμίνης που ήδη λαμβανόταν
  • Ασθενείς που δεν ελέγχονται επαρκώς με διπλό συνδυασμό μετφορμίνης και σουλφονυλουρίας
    Δόσησιταγλιπτίνη 50 mg δύο φορές ημερησίως (100 mg συνολική ημερήσια δόση) και μία δόση μετφορμίνης παρόμοια με την ήδη λαμβανόμενη
    Μπορεί να απαιτείται χαμηλότερη δόση σουλφονυλουρίας για να μειωθεί ο κίνδυνος υπογλυκαιμίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Ασθενείς που δεν ελέγχονται επαρκώς με διπλό συνδυασμό μετφορμίνης και ενός PPARγ αγωνιστή
    Δόσησιταγλιπτίνη 50 mg δύο φορές ημερησίως (100 mg συνολική ημερήσια δόση) και μία δόση μετφορμίνης παρόμοια με την ήδη λαμβανόμενη
  • Ασθενείς που δεν ελέγχονται επαρκώς με διπλό συνδυασμό ινσουλίνης και μετφορμίνης
    Δόσησιταγλιπτίνη 50 mg δύο φορές ημερησίως (100 mg συνολική ημερήσια δόση) και μία δόση μετφορμίνης παρόμοια με την ήδη λαμβανόμενη
    Μπορεί να απαιτείται χαμηλότερη δόση ινσουλίνης για να μειωθεί ο κίνδυνος υπογλυκαιμίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Νεφρική δυσλειτουργία GFR 60-89 ml/min
    Μέγ. δόσηΜετφορμίνη: 3.000 mg ημερησίως, Σιταγλιπτίνη: 100 mg ημερησίως
    Μείωση της δόσης μετφορμίνης μπορεί να εξετάζεται.
  • Νεφρική δυσλειτουργία GFR 45-59 ml/min
    ΔόσηΜετφορμίνη: δόση έναρξης το πολύ το ήμισυ της μέγιστης δόσης
    Μέγ. δόσηΜετφορμίνη: 2.000 mg ημερησίως, Σιταγλιπτίνη: 100 mg ημερησίως
  • Νεφρική δυσλειτουργία GFR 30-44 ml/min
    ΔόσηΜετφορμίνη: δόση έναρξης το πολύ το ήμισυ της μέγιστης δόσης
    Μέγ. δόσηΜετφορμίνη: 1.000 mg ημερησίως, Σιταγλιπτίνη: 50 mg ημερησίως
  • Νεφρική δυσλειτουργία GFR <30 ml/min
    Μέγ. δόσηΣιταγλιπτίνη: 25 mg ημερησίως
    Η μετφορμίνη αντενδείκνυται.
  • Ηπατική δυσλειτουργία
    Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται.
  • Ηλικιωμένοι
    Να χρησιμοποιείται με προσοχή. Απαραίτητη παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας.
  • Παιδιά και έφηβοι (10-17 ετών)
    Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται λόγω ανεπαρκούς αποτελεσματικότητας.
  • Παιδιά (<10 ετών)
    Δεν έχει μελετηθεί.
block
SPC-FORDIAB

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
  • Οποιονδήποτε τύπο οξείας μεταβολικής οξέωσης (όπως γαλακτική οξέωση, διαβητική κετοξέωση)
  • Διαβητικό προκώμα
  • Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (GFR<30 ml/min)
  • Οξείες καταστάσεις που έχουν την πιθανότητα να μεταβάλουν τη νεφρική λειτουργία (αφυδάτωση, σοβαρή λοίμωξη, καταπληξία, ενδαγγειακή χορήγηση ιωδιούχων σκιαγραφικών ουσιών)
  • Οξεία ή χρόνια νόσο που μπορεί να προκαλέσει ιστική υποξία (καρδιακή ή αναπνευστική ανεπάρκεια, πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου, καταπληξία)
  • Ηπατική δυσλειτουργία
  • Οξεία δηλητηρίαση από οινόπνευμα, αλκοολισμό
  • Θηλασμός
warning
SPC-FORDIAB

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Γενικά
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με διαβήτη τύπου 1, ασθενείς με διαβητική κετοξέωση
    Η σιταγλιπτίνη/μετφορμίνη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται.
  • Οξεία παγκρεατίτιδα
    Κίνδυνος εκδήλωσης, πολύ σπάνιες περιπτώσεις νεκρωτικής ή αιμορραγικής παγκρεατίτιδας και/ή θάνατος
    Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για το χαρακτηριστικό σύμπτωμα (επιμένον, σοβαρό κοιλιακό άλγος). Εάν υπάρχει υποψία, η σιταγλιπτίνη/μετφορμίνη και άλλα πιθανόν υποπτευόμενα φαρμακευτικά προϊόντα πρέπει να διακοπούν. Εάν επιβεβαιωθεί, η σιταγλιπτίνη/μετφορμίνη δεν πρέπει να αρχίσει ξανά.
  • Οξεία παγκρεατίτιδα
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό παγκρεατίτιδας
    Απαιτείται προσοχή.
  • Γαλακτική οξέωση
    Σπάνια αλλά σοβαρή μεταβολική επιπλοκή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με αφυδάτωση (σοβαρός έμετος, διάρροια, πυρετός ή μειωμένη πρόσληψη υγρών)
    Η μετφορμίνη πρέπει να διακόπτεται προσωρινά και συνιστάται η επικοινωνία με έναν επαγγελματία υγείας.
  • Γαλακτική οξέωση
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με μετφορμίνη
    Φαρμακευτικά προϊόντα, τα οποία μπορούν να επηρεάσουν έντονα τη νεφρική λειτουργία (όπως αντιυπερτασικά, διουρητικά και ΜΣΑΦ) θα πρέπει να αρχίζουν να χορηγούνται με προσοχή.
  • Γαλακτική οξέωση
    Σπάνια αλλά σοβαρή μεταβολική επιπλοκή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς ή/και φροντιστές
    Πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τον κίνδυνο γαλακτικής οξέωσης. Σε περίπτωση πιθανολογούμενων συμπτωμάτων, ο ασθενής πρέπει να σταματήσει να παίρνει μετφορμίνη και να ζητήσει άμεση ιατρική φροντίδα.
  • Νεφρική λειτουργία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
    Η σιταγλιπτίνη/μετφορμίνη αντενδείκνυται σε ασθενείς με GFR <30 ml/min και θα πρέπει να διακόπτεται προσωρινά κατά τη διάρκεια συνθηκών που ενδέχεται να μεταβάλουν τη νεφρική λειτουργία.
  • Υπογλυκαιμία
    Κίνδυνος
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν σιταγλιπτίνη/μετφορμίνη σε συνδυασμό με μία σουλφονυλουρία ή με ινσουλίνη
    Μπορεί να είναι απαραίτητη η μείωση της δόσης της σουλφονυλουρίας ή της ινσουλίνης.
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
    Σοβαρές αντιδράσεις (αναφυλαξία, αγγειοοίδημα, αποφολιδωτικές δερματικές αντιδράσεις συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Stevens-Johnson)
    Εάν υπάρχει υποψία για αντίδραση υπερευαισθησίας, η σιταγλιπτίνη/μετφορμίνη θα πρέπει να διακόπτεται, άλλες πιθανές αιτίες του συμβάματος θα πρέπει να εξετάζονται, και θα πρέπει να χορηγείται εναλλακτική θεραπεία για το διαβήτη.
  • Πομφολυγώδες πεμφιγοειδές
    Εάν υπάρχει υποψία για πομφολυγώδες πεμφιγοειδές, η σιταγλιπτίνη/μετφορμίνη θα πρέπει να διακόπτεται.
  • Χειρουργική επέμβαση
    Η σιταγλιπτίνη/μετφορμίνη πρέπει να διακόπτεται κατά τον χρόνο της χειρουργικής επέμβασης υπό γενική, ραχιαία ή επισκληρίδιο αναισθησία. Η θεραπεία μπορεί να αρχίσει ξανά όχι νωρίτερα από 48 ώρες μετά τη χειρουργική επέμβαση ή τη συνέχιση της σίτισης από του στόματος και υπό την προϋπόθεση ότι η νεφρική λειτουργία έχει αξιολογηθεί εκ νέου και διαπιστωθεί ότι είναι σταθερή.
  • Χορήγηση ιωδιωμένων σκιαγραφικών μέσων
    Αυξημένος κίνδυνος γαλακτικής οξέωσης
    Η σιταγλιπτίνη/μετφορμίνη θα πρέπει να διακόπτεται πριν από ή κατά τον χρόνο της διαδικασίας απεικόνισης και να μην αρχίσει ξανά μέχρι την παρέλευση τουλάχιστον 48 ωρών, υπό την προϋπόθεση ότι η νεφρική λειτουργία έχει αξιολογηθεί εκ νέου και διαπιστωθεί ότι είναι σταθερή.
  • Μεταβολή της κλινικής κατάστασης ασθενών με ελεγχόμενο προηγουμένως διαβήτη τύπου 2
    ΠληθυσμόςΑσθενής με καλά ελεγχόμενο προηγουμένως διαβήτη τύπου 2 υπό σιταγλιπτίνη/μετφορμίνη, ο οποίος αναπτύσσει διαταραχές εργαστηριακών εξετάσεων ή κλινική νόσο (ιδίως αβέβαιη και μη σαφώς καθοριζόμενη νόσο)
    Θα πρέπει να εκτιμάται αμέσως για παρουσία κετοξέωσης ή γαλακτικής οξέωσης. Εάν εμφανισθεί οξέωση όποιας από τις δύο μορφές, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί αμέσως και να εφαρμοσθούν άλλα κατάλληλα διορθωτικά μέτρα.
  • Έκδοχα
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ολική ανεπάρκεια λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης
    Δεν θα πρέπει να παίρνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
SPC-FORDIAB

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Αλκοόλ
    αντένδειξη
    Αυξημένος κίνδυνος γαλακτικής οξέωσης
    ΣύστασηΔεν συνιστάται η παράλληλη χρήση, ειδικά σε νηστεία, υποσιτισμό ή ηπατική δυσλειτουργία.
  • Ιωδιωμένα σκιαγραφικά μέσα
    αντένδειξη
    Κίνδυνος γαλακτικής οξέωσης
    ΣύστασηΔιακοπή πριν ή κατά τη διαδικασία απεικόνισης. Επανέναρξη όχι νωρίτερα από 48 ώρες μετά, εφόσον η νεφρική λειτουργία είναι σταθερή.
  • Φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν αρνητικά τη νεφρική λειτουργία (ΜΣΑΦ, αναστολείς ΜΕΑ, ανταγωνιστές του υποδοχέα της αγγειοτενσίνης ΙΙ, διουρητικά)
    προσοχή
    Αύξηση κινδύνου γαλακτικής οξέωσης
    ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας κατά την έναρξη ή συγχορήγηση.
  • Αναστολείς μεταφορέα οργανικών κατιόντων-2 (OCT2), εξώθησης πολλαπλών φαρμάκων, τοξινών (MATE) (π.χ. ρανολαζίνη, βανδετανίμπη, ντολουτεγκραβίρη, σιμετιδίνη)
    προσοχή
    Αύξηση συστηματικής έκθεσης στη μετφορμίνη, κίνδυνος γαλακτικής οξέωσης
    ΣύστασηΝα εξετάζονται τα οφέλη/κίνδυνοι, στενή παρακολούθηση γλυκαιμικού ελέγχου, ρύθμιση δόσης, αλλαγές στην αγωγή για διαβήτη.
  • Γλυκοκορτικοειδή (συστηματικά ή τοπικά)
    προσοχή
    Υπεργλυκαιμική δράση
    ΣύστασηΕνημέρωση ασθενούς, συχνότερη παρακολούθηση γλυκόζης, ρύθμιση δόσης αντιυπεργλυκαιμικού φαρμάκου.
  • Βήτα-2-αγωνιστές
    προσοχή
    Υπεργλυκαιμική δράση
    ΣύστασηΕνημέρωση ασθενούς, συχνότερη παρακολούθηση γλυκόζης, ρύθμιση δόσης αντιυπεργλυκαιμικού φαρμάκου.
  • Διουρητικά (με υπεργλυκαιμική δράση)
    προσοχή
    Υπεργλυκαιμική δράση
    ΣύστασηΕνημέρωση ασθενούς, συχνότερη παρακολούθηση γλυκόζης, ρύθμιση δόσης αντιυπεργλυκαιμικού φαρμάκου.
  • Αναστολείς-ΜΕΑ
    προσοχή
    Μείωση επιπέδων γλυκόζης στο αίμα
    ΣύστασηΡύθμιση δόσης αντιυπεργλυκαιμικού φαρμάκου.
  • Ισχυροί CYP3A4 αναστολείς (π.χ. κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, ριτοναβίρη, κλαριθρομυκίνη)
    προσοχή
    Πιθανή αλλαγή φαρμακοκινητικής σιταγλιπτίνης
    ΣύστασηΠιθανό σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή ESRD. Κλινική μελέτη δεν έχει αξιολογήσει τις επιδράσεις σε νεφρική δυσλειτουργία.
  • OAT3 αναστολείς
    προσοχή
    Αναστολή μεταφοράς σιταγλιπτίνης μέσω OAT3 in vitro
    ΣύστασηΚίνδυνος κλινικά σημαντικών αλληλεπιδράσεων θεωρείται μικρός. Δεν έχει αξιολογηθεί in vivo.
  • προσοχή
    Αύξηση AUC και Cmax σιταγλιπτίνης (29% και 68% αντίστοιχα)
    ΣύστασηΟι μεταβολές δεν θεωρήθηκαν κλινικά σημαντικές. Δεν αναμένονται σημαντικές αλληλεπιδράσεις με άλλους αναστολείς της p-γλυκοπρωτεΐνης.
  • παρακολούθηση
    Μικρή επίδραση στις συγκεντρώσεις διγοξίνης στο πλάσμα (AUC↑11%, Cmax↑18%)
    ΣύστασηΔεν συνιστάται προσαρμογή δόσης διγοξίνης. Ασθενείς σε κίνδυνο τοξικότητας από διγοξίνη να παρακολουθούνται.
  • αμελητέα
    Σιταγλιπτίνη δεν τροποποίησε σημαντικά τη φαρμακοκινητική της μετφορμίνης.
  • Γλυβουρίδη
    αμελητέα
    Σιταγλιπτίνη δεν τροποποίησε σημαντικά τη φαρμακοκινητική της γλυβουρίδης.
  • αμελητέα
    Σιταγλιπτίνη δεν τροποποίησε σημαντικά τη φαρμακοκινητική της σιμβαστατίνης.
  • αμελητέα
    Σιταγλιπτίνη δεν τροποποίησε σημαντικά τη φαρμακοκινητική της ροσιγλιταζόνης.
  • αμελητέα
    Σιταγλιπτίνη δεν τροποποίησε σημαντικά τη φαρμακοκινητική της βαρφαρίνης.
  • Από του στόματος αντισυλληπτικά
    αμελητέα
    Σιταγλιπτίνη δεν τροποποίησε σημαντικά τη φαρμακοκινητική τους.
sick
SPC-FORDIAB

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Αίμα
  • Θρομβοπενία
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
  • Μείωση απορρόφησης βιταμίνης B12 (μεγαλοβλαστική αναιμία)
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (συμπεριλαμβανομένων αναφυλακτικών αντιδράσεων)
Μεταβολισμός
  • Υπογλυκαιμία
  • Γαλακτική οξέωση
Νευρικό
  • Υπνηλία
  • Κεφαλαλγία
  • Ζάλη
  • Μεταλλική γεύση
Αναπνευστικό
  • Διάμεση πνευμονοπάθεια
Γαστρεντερικό
  • Ναυτία
  • Μετεωρισμός
  • Έμετος
  • Διάρροια
  • Δυσκοιλιότητα
  • Άλγος άνω κοιλίας
  • Οξεία παγκρεατίτιδα
  • Θανατηφόρα αιμορραγική παγκρεατίτιδα
  • Μη θανατηφόρα αιμορραγική παγκρεατίτιδα
  • Θανατηφόρα νεκρωτική παγκρεατίτιδα
  • Μη θανατηφόρα νεκρωτική παγκρεατίτιδα
  • Ξηροστομία
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
  • Συμπτώματα από το γαστρεντερικό σύστημα (ναυτία, έμετος, διάρροια, κοιλιακό άλγος, ανορεξία)
Δέρμα
  • Κνησμός
  • Αγγειοοίδημα
  • Εξάνθημα
  • Κνίδωση
  • Δερματική αγγειίτιδα
  • Πομφολυγώδες πεμφιγοειδές
  • Ερύθημα
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Αποφολιδωτικές δερματικές καταστάσεις (συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Stevens-Johnson)
Μυοσκελετικό
  • Αρθραλγία
  • Μυαλγία
  • Πόνος στα άκρα
  • Οσφυαλγία
  • Αρθροπάθεια
  • Οστεοαρθρίτιδα
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Διαταραγμένη νεφρική λειτουργία
  • Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
Λοιμώξεις
  • Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
  • Ρινοφαρυγγίτιδα
Ήπαρ
  • Διαταραχές ηπατικής λειτουργίας
  • Ηπατίτιδα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Μετεωρισμός
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Υπογλυκαιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Άλγος άνω κοιλίας
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Υπνηλία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Θρομβοπενία
    Αίμα
    Σπάνιες
  • Αγγειοοίδημα
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (συμπεριλαμβανομένων αναφυλακτικών αντιδράσεων)
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Μη γνωστές
  • Αποφολιδωτικές δερματικές καταστάσεις (συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Stevens-Johnson)
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Μη γνωστές
  • Αρθραλγία
    Μυοσκελετικό
    Μη γνωστές
  • Αρθροπάθεια
    Μυοσκελετικό
    Μη γνωστές
  • Γαλακτική οξέωση
    Μεταβολισμός
    Πολύ σπάνιες (Μετφορμίνη)
  • Δερματική αγγειίτιδα
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Διάμεση πνευμονοπάθεια
    Αναπνευστικό
    Μη γνωστές
  • Διαταραγμένη νεφρική λειτουργία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Μη γνωστές
  • Διαταραχές ηπατικής λειτουργίας
    Ήπαρ
    Πολύ σπάνιες (Μετφορμίνη)
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Ερύθημα
    Δέρμα
    Πολύ σπάνιες (Μετφορμίνη)
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Ηπατίτιδα
    Ήπαρ
    Πολύ σπάνιες (Μετφορμίνη)
  • Θανατηφόρα αιμορραγική παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Θανατηφόρα νεκρωτική παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Όχι συχνές (με ινσουλίνη)
  • Κνίδωση
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
    Λοιμώξεις
    Μη γνωστές
  • Μείωση απορρόφησης βιταμίνης B12 (μεγαλοβλαστική αναιμία)
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Πολύ σπάνιες (Μετφορμίνη)
  • Μεταλλική γεύση
    Νευρικό
    Συχνές (Μετφορμίνη)
  • Μη θανατηφόρα αιμορραγική παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Μη θανατηφόρα νεκρωτική παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Μυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Μη γνωστές
  • Ξηροστομία
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές (με ινσουλίνη)
  • Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Μη γνωστές
  • Οξεία παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Οστεοαρθρίτιδα
    Μυοσκελετικό
    Μη γνωστές
  • Οσφυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Μη γνωστές
  • Περιφερικό οίδημα
    Γενικές
    Συχνές (με πιογλιταζόνη)
  • Πομφολυγώδες πεμφιγοειδές
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Πόνος στα άκρα
    Μυοσκελετικό
    Μη γνωστές
  • Ρινοφαρυγγίτιδα
    Λοιμώξεις
    Μη γνωστές
  • Συμπτώματα από το γαστρεντερικό σύστημα (ναυτία, έμετος, διάρροια, κοιλιακό άλγος, ανορεξία)
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Πολύ συχνές (Μετφορμίνη)
pregnant_woman
SPC-FORDIAB

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Η σιταγλιπτίνη/μετφορμίνη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Εάν μία ασθενής επιθυμεί να μείνει έγκυος ή προκύψει μία εγκυμοσύνη, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί και η ασθενής πρέπει να ενταχθεί σε θεραπεία με ινσουλίνη το γρηγορότερο δυνατόν.
    Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για τη χρήση της σιταγλιπτίνης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα σε υψηλές δόσεις σιταγλιπτίνης (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Περιορισμένα δεδομένα υποδεικνύουν ότι η μετφορμίνη δεν σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο για συγγενείς δυσπλασίες. Μελέτες σε ζώα με μετφορμίνη δεν κατέδειξαν επικίνδυνες επιπτώσεις στην εγκυμοσύνη.
  • Θηλασμός
    Η σιταγλιπτίνη/μετφορμίνη δεν πρέπει να χορηγείται σε γυναίκες που θηλάζουν (βλ. Αντενδείξεις).
    Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σε ζώα που θηλάζουν με το συνδυασμό. Σιταγλιπτίνη και μετφορμίνη απεκκρίθηκαν στο γάλα αρουραίων. Η μετφορμίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα σε μικρές ποσότητες. Δεν είναι γνωστό εάν η σιταγλιπτίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα.
  • Γονιμότητα
    Δεν υποστηρίζεται επίδραση της σιταγλιπτίνης στην γονιμότητα αρσενικών και θηλυκών από δεδομένα σε ζώα. Δεδομένα για τον άνθρωπο δεν υπάρχουν.
neurology
PubChem

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Μηχανισμός Δράσης Η αναστολή του DPP-4 από τη σιταγλιπτίνη επιβραδύνει την απενεργοποίηση των ινκρετινών, όπως το GLP-1 και το GIP, που μεσολαβείται από το DPP-4. Οι ινκρετίνες απελευθερώνονται καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας και αυξάνονται ως απόκριση…
monitor_heart
SPC-FORDIAB

Φαρμακοδυναμική

expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στο διαβήτη, συνδυασμοί από του στόματος χορηγούμενων φαρμάκων για τη μείωση της γλυκόζης του αίματος, κωδικός ATC: A10BD07 Η σιταγλιπτίνη/μετφορμίνη συνδυάζει δύο αντιυπεργλυκαιμικά φαρμακευτικά…

biotech
SPC-FORDIAB

Φαρμακοκινητική

expand_more

Σιταγλιπτίνη/μετφορμίνη Μία μελέτη βιοϊσοδυναμίας σε υγιή άτομα έδειξε ότι δισκία συνδυασμού σιταγλιπτίνης/υδροχλωρικής μετφορμίνης είναι βιοϊσοδύναμα με τη συγχορήγηση της φωσφορικής σιταγλιπτίνης και της υδροχλωρικής μετφορμίνης ως δισκία μεμονωμένης…

hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Η σιταγλιπτίνη δεν μεταβολίζεται σε μεγάλο βαθμό, με το 79% της δόσης να απεκκρίνεται στα ούρα ως αμετάβλητη μητρική ένωση. Δευτερεύοντα μεταβολικά μονοπάτια διαμεσολαβούνται κυρίως από το κυτόχρωμα p450 (CYP)3A4 και σε μικρότερο βαθμό από…
bloodtype
PubChem

Απέκκριση

expand_more
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση Η σιταγλιπτίνη είναι 87% βιοδιαθέσιμη από το στόμα και η λήψη της με ή χωρίς τροφή δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της. Η σιταγλιπτίνη φτάνει στη μέγιστη πλασματική συγκέντρωση σε 2 ώρες. Περίπου το 79% της σιταγλιπτίνης…

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Ρυθμός σπειραματικής διήθησης (GFR) water_dropΝεφρική λειτουργία Πριν από την έναρξη της θεραπείας και σε τακτά διαστήματα στη συνέχεια
pH αίματος scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά Αμέσως Επί μεταβολής κλινικής κατάστασης
Γαλακτικό οξύ scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά Αμέσως Επί μεταβολής κλινικής κατάστασης
Ηλεκτρολύτες scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά Αμέσως Μεταβολή κλινικής κατάστασης ή εργαστηριακών εξετάσεων σε διαβητικούς τύπου 2
Κετόνες ορού scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά Αμέσως Μεταβολή κλινικής κατάστασης ή εργαστηριακών εξετάσεων σε διαβητικούς τύπου 2
Πυροσταφυλικό οξύ scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά Αμέσως Επί μεταβολής κλινικής κατάστασης
Γλυκόζη αίματος glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης Αμέσως Μεταβολή κλινικής κατάστασης ή εργαστηριακών εξετάσεων σε διαβητικούς τύπου 2
Επίπεδα μετφορμίνης medicationΕπίπεδα φαρμάκου (TDM) Αμέσως Επί μεταβολής κλινικής κατάστασης
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-FORDIAB
expand_more

Η δόση της αντιυπεργλυκαιμικής αγωγής με το Fordiab θα πρέπει να εξατομικεύεται με βάση το τρέχον θεραπευτικό σχήμα του ασθενούς, την αποτελεσματικότητα, και την ανοχή, ενώ δεν θα πρέπει να υπερβαίνεται η μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση των 100 mg σιταγλιπτίνης.

Ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (GFR ≥90 ml/min)

  • Για ασθενείς που δεν ελέγχονται επαρκώς με τη μέγιστη ανεκτή δόση μονοθεραπείας με μετφορμίνη: Η συνήθης δόση έναρξης θα πρέπει να παρέχει τη σιταγλιπτίνη ως δόση των 50 mg δύο φορές ημερησίως (100 mg συνολική ημερήσια δόση) μαζί με τη δόση της μετφορμίνης που ήδη λαμβάνεται.
  • Για ασθενείς που αλλάζουν από συγχορήγηση σιταγλιπτίνης και μετφορμίνης: Η έναρξη του Fordiab θα πρέπει να γίνεται στη δόση σιταγλιπτίνης και μετφορμίνης που ήδη λαμβανόταν.
  • Για ασθενείς που δεν ελέγχονται επαρκώς με διπλό συνδυασμό θεραπείας με τη μέγιστη ανεκτή δόση μετφορμίνης και μιας σουλφονυλουρίας: Η δόση θα πρέπει να παρέχει τη σιταγλιπτίνη ως δόση των 50 mg δύο φορές ημερησίως (100 mg συνολική ημερήσια δόση) και μία δόση μετφορμίνης παρόμοια με τη δόση που ήδη λαμβάνεται. Όταν το Fordiab χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με μία σουλφονυλουρία, μπορεί να απαιτείται μία χαμηλότερη δόση της σουλφονυλουρίας για να μειωθεί ο κίνδυνος υπογλυκαιμίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Για ασθενείς που δεν ελέγχονται επαρκώς με διπλό συνδυασμό θεραπείας με τη μέγιστη ανεκτή δόση μετφορμίνης και ενός PPARγ αγωνιστή: Η δόση θα πρέπει να παρέχει τη σιταγλιπτίνη ως δόση των 50 mg δύο φορές ημερησίως (100 mg συνολική ημερήσια δόση) και μία δόση μετφορμίνης παρόμοια με τη δόση που ήδη λαμβάνεται.
  • Για ασθενείς που δεν ελέγχονται επαρκώς με διπλό συνδυασμό θεραπείας με ινσουλίνη και τη μέγιστη ανεκτή δόση μετφορμίνης: Η δόση θα πρέπει να παρέχει τη σιταγλιπτίνη ως δόση των 50 mg δύο φορές ημερησίως (100 mg συνολική ημερήσια δόση) και μία δόση μετφορμίνης παρόμοια με τη δόση που ήδη λαμβάνεται. Όταν το Fordiab χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με ινσουλίνη, μπορεί να απαιτείται μία χαμηλότερη δόση ινσουλίνης για να μειωθεί ο κίνδυνος υπογλυκαιμίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Για τις διαφορετικές δόσεις μετφορμίνης, το Fordiab είναι διαθέσιμο σε περιεκτικότητες των 50 mg σιταγλιπτίνης και 850 mg υδροχλωρικής μετφορμίνης ή 1.000 mg υδροχλωρικής μετφορμίνης.

Όλοι οι ασθενείς θα πρέπει να συνεχίζουν τη συνιστώμενη δίαιτά τους μαζί με μία επαρκή κατανομή της πρόσληψης υδατανθράκων κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Ειδικοί πληθυσμοί

Νεφρική δυσλειτουργία

Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία (ρυθμός σπειραματικής διήθησης [GFR] ≥60 ml/min). Ο GFR θα πρέπει να αξιολογείται πριν την έναρξη της θεραπείας με προϊόντα που περιέχουν μετφορμίνη και τουλάχιστον ετησίως στη συνέχεια. Σε ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο περαιτέρω εξέλιξης της νεφρικής δυσλειτουργίας και στους ηλικιωμένους, η νεφρική λειτουργία πρέπει να αξιολογείται πιο συχνά, π.χ. κάθε 3-6 μήνες.

Η μέγιστη ημερήσια δόση της μετφορμίνης πρέπει κατά προτίμηση να διαιρείται σε 2-3 ημερήσιες δόσεις. Οι παράγοντες που ενδέχεται να αυξάνουν τον κίνδυνο γαλακτικής οξέωσης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) πρέπει να ανασκοπούνται πριν εξεταστεί η έναρξη της μετφορμίνης σε ασθενείς με GFR <60 ml/min.

Εάν δεν είναι διαθέσιμη επαρκής περιεκτικότητα του Fordiab, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται τα επιμέρους μονο-συστατικά αντί για τον συνδυασμό σταθερής δόσης.

GFR (ml/min) Μετφορμίνη Σιταγλιπτίνη
60 - 89 Η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 3.000 mg. Μείωση της δόσης μπορεί να εξετάζεται σε σχέση με την έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας. Η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 100 mg.
45 - 59 Η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 2.000 mg. Η δόση έναρξης είναι το πολύ το ήμισυ της μέγιστης δόσης. Η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 100 mg.
30 - 44 Η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 1.000 mg. Η δόση έναρξης είναι το πολύ το ήμισυ της μέγιστης δόσης. Η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 50 mg.
<30 Η μετφορμίνη αντενδείκνυται. Η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 25 mg.

Ηπατική δυσλειτουργία

Η σιταγλιπτίνη/μετφορμίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Φαρμακοκινητικές).

Ηλικιωμένοι

Καθώς η μετφορμίνη και η σιταγλιπτίνη απεκκρίνονται μέσω των νεφρών, η σιταγλιπτίνη/μετφορμίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή όσο αυξάνεται η ηλικία. Η παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας είναι απαραίτητη με σκοπό την πρόληψη της σχετιζόμενης με τη μετφορμίνη γαλακτικής οξέωσης, ιδίως στους ηλικιωμένους (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η σιταγλιπτίνη/μετφορμίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 10 έως 17 ετών λόγω ανεπαρκούς αποτελεσματικότητας. Τα πρόσφατα διαθέσιμα δεδομένα περιγράφονται στις παραγράφους 4.8, 5.1 και 5.2. Η σιταγλιπτίνη/μετφορμίνη δεν έχει μελετηθεί σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας κάτω των 10 ετών.

Τρόπος χορήγησης

Το Fordiab θα πρέπει να χορηγείται δύο φορές ημερησίως με τα γεύματα, για να μειώνονται οι γαστρεντερικές ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη μετφορμίνη.

block

Αντενδείξεις

SPC-FORDIAB
expand_more

Η θεραπεία με σιταγλιπτίνη/μετφορμίνη αντενδείκνυται σε ασθενείς με:

  • υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1 (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες)
  • οποιονδήποτε τύπο οξείας μεταβολικής οξέωσης (όπως γαλακτική οξέωση, διαβητική κετοξέωση)
  • διαβητικό προκώμα
  • σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (GFR<30 ml/min) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
  • οξείες καταστάσεις που έχουν την πιθανότητα να μεταβάλουν τη νεφρική λειτουργία όπως:
    • αφυδάτωση
    • σοβαρή λοίμωξη
    • καταπληξία
    • ενδαγγειακή χορήγηση ιωδιούχων σκιαγραφικών ουσιών (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
  • οξεία ή χρόνια νόσο που μπορεί να προκαλέσει ιστική υποξία όπως:
    • καρδιακή ή αναπνευστική ανεπάρκεια
    • πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου
    • καταπληξία
  • ηπατική δυσλειτουργία.
  • οξεία δηλητηρίαση από οινόπνευμα, αλκοολισμό
  • κατά τον θηλασμό.
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-FORDIAB
expand_more

Γενικά

Η σιταγλιπτίνη/μετφορμίνη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 1 και δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της διαβητικής κετοξέωσης.

Οξεία παγκρεατίτιδα

Η χρήση αναστολέων της διπεπτιδυλικής πεπτιδάσης 4 (DPP-4) έχει συσχετιστεί με κίνδυνο εκδήλωσης οξείας παγκρεατίτιδας. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για το χαρακτηριστικό σύμπτωμα της οξείας παγκρεατίτιδας: επιμένον, σοβαρό κοιλιακό άλγος. Υποχώρηση της παγκρεατίτιδας παρατηρήθηκε μετά την διακοπή της σιταγλιπτίνης (με ή χωρίς υποστηρικτική θεραπεία), αλλά έχουν αναφερθεί πολύ σπάνιες περιπτώσεις νεκρωτικής ή αιμορραγικής παγκρεατίτιδας και/ή θάνατος. Εάν υπάρχει υποψία για παγκρεατίτιδα, η σιταγλιπτίνη/μετφορμίνη και άλλα πιθανόν υποπτευόμενα φαρμακευτικά προϊόντα πρέπει να διακοπούν. Εάν η οξεία παγκρεατίτιδα επιβεβαιωθεί, η σιταγλιπτίνη/μετφορμίνη δεν πρέπει να αρχίσει ξανά. Απαιτείται προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό παγκρεατίτιδας.

Γαλακτική οξέωση

Η γαλακτική οξέωση, μια σπάνια αλλά σοβαρή μεταβολική επιπλοκή, εμφανίζεται συχνότερα σε οξεία επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας ή καρδιοαναπνευστική νόσο ή σηψαιμία. Συσσώρευση μετφορμίνης συμβαίνει σε οξεία επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας και αυξάνει τον κίνδυνο γαλακτικής οξέωσης. Σε περίπτωση αφυδάτωσης (σοβαρός έμετος, διάρροια, πυρετός ή μειωμένη πρόσληψη υγρών), η μετφορμίνη πρέπει να διακόπτεται προσωρινά και συνιστάται η επικοινωνία με έναν επαγγελματία υγείας. Φαρμακευτικά προϊόντα, τα οποία μπορούν να επηρεάσουν έντονα τη νεφρική λειτουργία (όπως αντιυπερτασικά, διουρητικά και ΜΣΑΦ) θα πρέπει να αρχίζουν να χορηγούνται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με μετφορμίνη. Άλλοι παράγοντες κινδύνου για γαλακτική οξέωση είναι υπερβολική πρόσληψη οινοπνευματωδών, ηπατική ανεπάρκεια, ανεπαρκώς ελεγχόμενος διαβήτης, κέτωση, παρατεταμένη νηστεία και οποιεσδήποτε καταστάσεις που συνδέονται με υποξία, καθώς και η ταυτόχρονη χρήση φαρμακευτικών προϊόντων που μπορεί να προκαλέσουν γαλακτική οξέωση (βλ. Αντενδείξεις και Αλληλεπιδράσεις). Οι ασθενείς ή/και οι φροντιστές πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τον κίνδυνο γαλακτικής οξέωσης. Η γαλακτική οξέωση χαρακτηρίζεται από οξειδωτική δύσπνοια, κοιλιακό πόνο, μυϊκές κράμπες, εξασθένιση και υποθερμία συνοδευόμενα από κώμα. Σε περίπτωση πιθανολογούμενων συμπτωμάτων, ο ασθενής πρέπει να σταματήσει να παίρνει μετφορμίνη και να ζητήσει άμεση ιατρική φροντίδα. Τα διαγνωστικά εργαστηριακά ευρήματα είναι μειωμένο pH του αίματος (<7,35), αυξημένα επίπεδα γαλακτικού στο πλάσμα (>5 mmol/l) και αυξημένο χάσμα ανιόντων και αναλογία γαλακτικού/πυροσταφυλικού.

Νεφρική λειτουργία

Ο GFR θα πρέπει να αξιολογείται πριν από την έναρξη της θεραπείας και σε τακτά διαστήματα στη συνέχεια (βλ. Δοσολογία). Η σιταγλιπτίνη/μετφορμίνη αντενδείκνυται σε ασθενείς με GFR <30 ml/min και θα πρέπει να διακόπτεται προσωρινά κατά τη διάρκεια συνθηκών που ενδέχεται να μεταβάλουν τη νεφρική λειτουργία (βλ. Αντενδείξεις).

Υπογλυκαιμία

Ασθενείς που λαμβάνουν σιταγλιπτίνη/μετφορμίνη σε συνδυασμό με μία σουλφονυλουρία ή με ινσουλίνη μπορεί να βρίσκονται σε κίνδυνο για υπογλυκαιμία. Επομένως, μπορεί να είναι απαραίτητη η μείωση της δόσης της σουλφονυλουρίας ή της ινσουλίνης.

Αντιδράσεις υπερευαισθησίας

Έχουν γίνει αναφορές μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου για σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με σιταγλιπτίνη. Αυτές οι αντιδράσεις συμπεριλαμβάνουν αναφυλαξία, αγγειοοίδημα, και αποφολιδωτικές δερματικές αντιδράσεις συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Stevens-Johnson. Η έναρξη αυτών των αντιδράσεων συνέβη εντός των πρώτων 3 μηνών μετά την έναρξη της θεραπείας με σιταγλιπτίνη, με μερικές αναφορές να γίνονται μετά την πρώτη δόση. Εάν υπάρχει υποψία για αντίδραση υπερευαισθησίας, η σιταγλιπτίνη/μετφορμίνη θα πρέπει να διακόπτεται, άλλες πιθανές αιτίες του συμβάματος θα πρέπει να εξετάζονται, και θα πρέπει να χορηγείται εναλλακτική θεραπεία για το διαβήτη (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες).

Πομφολυγώδες πεμφιγοειδές

Έχουν υπάρξει αναφορές πομφολυγώδους πεμφιγοειδούς μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου σε ασθενείς που λάμβαναν αναστολείς της DPP-4, συμπεριλαμβανομένης της σιταγλιπτίνης. Εάν υπάρχει υποψία για πομφολυγώδες πεμφιγοειδές, η σιταγλιπτίνη/μετφορμίνη θα πρέπει να διακόπτεται.

Χειρουργική επέμβαση

Η σιταγλιπτίνη/μετφορμίνη πρέπει να διακόπτεται κατά τον χρόνο της χειρουργικής επέμβασης υπό γενική, ραχιαία ή επισκληρίδιο αναισθησία. Η θεραπεία μπορεί να αρχίσει ξανά όχι νωρίτερα από 48 ώρες μετά τη χειρουργική επέμβαση ή τη συνέχιση της σίτισης από του στόματος και υπό την προϋπόθεση ότι η νεφρική λειτουργία έχει αξιολογηθεί εκ νέου και διαπιστωθεί ότι είναι σταθερή.

Χορήγηση ιωδιωμένων σκιαγραφικών μέσων

Η ενδοαγγειακή χορήγηση ιωδιωμένων σκιαγραφικών μέσων μπορεί να οδηγήσει σε νεφροπάθεια επαγόμενη από σκιαγραφικό, με αποτέλεσμα τη συσσώρευση μετφορμίνης και τον αυξημένο κίνδυνο γαλακτικής οξέωσης. Η σιταγλιπτίνη/μετφορμίνη θα πρέπει να διακόπτεται πριν από ή κατά τον χρόνο της διαδικασίας απεικόνισης και να μην αρχίσει ξανά μέχρι την παρέλευση τουλάχιστον 48 ωρών, υπό την προϋπόθεση ότι η νεφρική λειτουργία έχει αξιολογηθεί εκ νέου και διαπιστωθεί ότι είναι σταθερή, (βλ. Αντενδείξεις και Αλληλεπιδράσεις).

Μεταβολή της κλινικής κατάστασης ασθενών με ελεγχόμενο προηγουμένως διαβήτη τύπου 2

Ασθενής με καλά ελεγχόμενο προηγουμένως διαβήτη τύπου 2 υπό σιταγλιπτίνη/μετφορμίνη, ο οποίος αναπτύσσει διαταραχές εργαστηριακών εξετάσεων ή κλινική νόσο (ιδίως αβέβαιη και μη σαφώς καθοριζόμενη νόσο) θα πρέπει να εκτιμάται αμέσως για παρουσία κετοξέωσης ή γαλακτικής οξέωσης. Η αξιολόγηση θα πρέπει να περιλαμβάνει ηλεκτρολύτες και κετόνες ορού, γλυκόζη αίματος και, εάν ενδείκνυται, pH αίματος και επίπεδα γαλακτικού, πυρουβικού και μετφορμίνης. Εάν εμφανισθεί οξέωση όποιας από τις δύο μορφές, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί αμέσως και να εφαρμοσθούν άλλα κατάλληλα διορθωτικά μέτρα.

Έκδοχα

Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν περιέχει 27,6 mg νατρίου ανά δισκίο, το οποίο αντιστοιχεί σε 1,38% της συνιστώμενης μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης κατά Π.Ο.Υ. των 2 mg για τον ενήλικα. Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν περιέχει 32,5 mg νατρίου ανά δισκίο, το οποίο αντιστοιχεί σε 1,63% της συνιστώμενης μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης κατά Π.Ο.Υ. των 2 mg για τον ενήλικα. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ολική ανεπάρκεια λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν θα πρέπει να παίρνουν αυτό το φάρμακο.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-FORDIAB
expand_more

Η συγχορήγηση πολλαπλών δόσεων σιταγλιπτίνης (50 mg δύο φορές ημερησίως) και μετφορμίνης (1.000 mg δύο φορές ημερησίως) δεν τροποποίησε σημαντικά τη φαρμακοκινητική είτε της σιταγλιπτίνης είτε της μετφορμίνης σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2. Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες φαρμακοκινητικής αλληλεπίδρασης φαρμάκων με τη σιταγλιπτίνη/μετφορμίνη, αλλά παρόλα αυτά έχουν διεξαχθεί παρόμοιες μελέτες με κάθε μία ξεχωριστά από τις δραστικές ουσίες, τη σιταγλιπτίνη και τη μετφορμίνη.

Δεν συνιστάται η παράλληλη χρήση

  • Αλκοόλ Η αλκοολική τοξίκωση σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο γαλακτικής οξέωσης, ιδίως σε περιπτώσεις νηστείας, υποσιτισμού ή ηπατικής δυσλειτουργίας.
  • Ιωδιωμένα σκιαγραφικά μέσα Η σιταγλιπτίνη/μετφορμίνη πρέπει να διακόπτεται πριν από ή κατά τον χρόνο της διαδικασίας απεικόνισης και να μην αρχίσει ξανά μέχρι την παρέλευση τουλάχιστον 48 ωρών, υπό την προϋπόθεση ότι η νεφρική λειτουργία έχει αξιολογηθεί εκ νέου και διαπιστωθεί ότι είναι σταθερή (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).

Συνδυασμοί που απαιτούν προφυλάξεις κατά τη χρήση

  • Φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν αρνητικά τη νεφρική λειτουργία (π.χ. ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένων των επιλεκτικών αναστολέων της κυκλοοξυγενάσης (COX) II, αναστολείς ΜΕΑ, ανταγωνιστές του υποδοχέα της αγγειοτενσίνης ΙΙ και διουρητικά, ιδίως διουρητικά της αγκύλης) Ενδέχεται να αυξηθεί ο κίνδυνος γαλακτικής οξέωσης. Κατά την έναρξη ή χρήση τέτοιων προϊόντων σε συνδυασμό με μετφορμίνη, είναι απαραίτητη η στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας.
  • Φάρμακα που παρεμβαίνουν σε κοινά συστήματα νεφρικής σωληναριακής μεταφοράς (π.χ. αναστολείς μεταφορέα οργανικών κατιόντων-2 [OCT2] / εξώθησης πολλαπλών φαρμάκων και τοξινών [MATE], όπως ρανολαζίνη, βανδετανίμπη, ντολουτεγκραβίρη και σιμετιδίνη) Θα μπορούσε να αυξήσει τη συστηματική έκθεση στη μετφορμίνη και ενδέχεται να αυξήσει τον κίνδυνο γαλακτικής οξέωσης. Να εξετάζονται τα οφέλη και οι κίνδυνοι της ταυτόχρονης χρήσης. Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο στενής παρακολούθησης του γλυκαιμικού ελέγχου, ρύθμισης της δόσης εντός του εύρους συνιστώμενης δοσολογίας και αλλαγών στην αγωγή για τον διαβήτη, όταν τέτοια προϊόντα χορηγούνται ταυτόχρονα.
  • Γλυκοκορτικοειδή (χορηγούμενα συστηματικά ή τοπικά), βήτα-2-αγωνιστές και διουρητικά Έχουν ενδογενή υπεργλυκαιμική δράση. Ο ασθενής θα πρέπει να ενημερώνεται και να πραγματοποιείται πιο συχνή παρακολούθηση της γλυκόζης στο αίμα, ιδίως κατά την έναρξη της θεραπείας με τέτοια φαρμακευτικά προϊόντα. Εάν είναι απαραίτητο, θα πρέπει να ρυθμίζεται η δόση του αντιυπεργλυκαιμικού φαρμακευτικού προϊόντος κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το άλλο φαρμακευτικό προϊόν και κατά τη διακοπή του.
  • Αναστολείς-ΜΕΑ Μπορεί να μειώσουν τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα. Εάν είναι απαραίτητο, θα πρέπει να ρυθμίζεται η δόση του αντιϋπεργλυκαιμικού φαρμακευτικού προϊόντος κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το άλλο φαρμακευτικό προϊόν και κατά τη διακοπή του.

Επιδράσεις άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στη σιταγλιπτίνη

In vitro και κλινικά δεδομένα υποδηλώνουν ότι ο κίνδυνος κλινικά σημαντικών αλληλεπιδράσεων μετά από συγχορήγηση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων είναι χαμηλός.

  • Ισχυροί CYP3A4 αναστολείς (π.χ., κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, ριτοναβίρη, κλαριθρομυκίνη) Είναι δυνατόν να αλλάξουν τη φαρμακοκινητική της σιταγλιπτίνης σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή ESRD. Οι επιδράσεις των ισχυρών αναστολέων του CYP3A4 επί εδάφους νεφρικής δυσλειτουργίας δεν έχουν αξιολογηθεί σε κλινική μελέτη.
  • OAT3 αναστολείς Η μεταφορά της σιταγλιπτίνης μέσω του OAT3 ανεστάλη in vitro από την προβενεσίδη, μολονότι θεωρείται ότι ο κίνδυνος των κλινικά σημαντικών αλληλεπιδράσεων είναι μικρός. Ταυτόχρονη χορήγηση των OAT3 αναστολέων δεν έχει αξιολογηθεί in vivo.
  • Κυκλοσπορίνη (ισχυρός αναστολέας της p-γλυκοπρωτεΐνης) Αύξησε την AUC και τη Cmax της σιταγλιπτίνης περίπου κατά 29% και 68% αντίστοιχα. Οι μεταβολές αυτές στη φαρμακοκινητική της σιταγλιπτίνης δεν θεωρήθηκαν ότι είναι κλινικά σημαντικές. Δεν αναμένονται σημαντικές αλληλεπιδράσεις με άλλους αναστολείς της p-γλυκοπρωτεΐνης.

Επιδράσεις της σιταγλιπτίνης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα

  • Διγοξίνη Η σιταγλιπτίνη είχε μικρή επίδραση στις συγκεντρώσεις της διγοξίνης στο πλάσμα (AUC αυξήθηκε κατά 11%, Cmax κατά 18%). Δεν συνιστάται προσαρμογή της δόσης της διγοξίνης. Ωστόσο, οι ασθενείς σε κίνδυνο τοξικότητας από τη διγοξίνη θα πρέπει να παρακολουθούνται σχετικά με αυτό όταν η σιταγλιπτίνη και η διγοξίνη χορηγούνται ταυτόχρονα.
  • Η σιταγλιπτίνη δεν τροποποίησε σημαντικά τη φαρμακοκινητική της μετφορμίνης, της γλυβουρίδης, της σιμβαστατίνης, της ροσιγλιταζόνης, της βαρφαρίνης ή των από του στόματος αντισυλληπτικών, παρέχοντας in vivo τεκμηρίωση για μικρή δυνατότητα πρόκλησης αλληλεπιδράσεων με υποστρώματα του CYP3A4, CYP2C8, CYP2C9 και οργανικό κατιονικό μεταφορέα (OCT). Η σιταγλιπτίνη μπορεί να είναι ένας ήπιος αναστολέας της p-γλυκοπρωτεΐνης in vivo.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-FORDIAB
expand_more

Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας

Δεν έχουν διεξαχθεί κλινικές δοκιμές θεραπείας με δισκία σιταγλιπτίνης/μετφορμίνης, ωστόσο έχει δειχθεί βιοϊσοδυναμία της σιταγλιπτίνης/μετφορμίνης με συγχορηγούμενη σιταγλιπτίνη και μετφορμίνη (βλ. Φαρμακοκινητικές). Έχουν αναφερθεί σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένης της παγκρεατίτιδας και των αντιδράσεων υπερευαισθησίας. Έχει αναφερθεί υπογλυκαιμία σε συνδυασμό με σουλφονυλουρία (13,8%) και ινσουλίνη (10,9%).

Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε πίνακα

Οι συχνότητες εμφάνισης έχουν ορισθεί ως: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000) και μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Πίνακας 1: Η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών που ταυτοποιήθηκαν από τις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες της σιταγλιπτίνης και μετφορμίνης μόνο και την εμπειρία μετά την κυκλοφορία

Ανεπιθύμητη ενέργεια Συχνότητα ανεπιθύμητης ενέργειας
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
Θρομβοπενία. Σπάνιες
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένων των αναφυλακτικών αντιδράσεων. Μη γνωστές
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
Υπογλυκαιμία. Συχνές
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
Υπνηλία. Όχι συχνές
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
Διάμεση πνευμονοπάθεια. Μη γνωστές
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
Ναυτία. Συχνές
Μετεωρισμός. Συχνές
Έμετος. Συχνές
Διάρροια. Όχι συχνές
Δυσκοιλιότητα. Όχι συχνές
Άλγος άνω κοιλίας. Όχι συχνές
Οξεία παγκρεατίτιδα. Μη γνωστές
Θανατηφόρος και μη-θανατηφόρος αιμορραγική και νεκρωτική παγκρεατίτιδα. Μη γνωστές
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Κνησμός. Όχι συχνές
Αγγειοοίδημα. Μη γνωστές
Εξάνθημα. Μη γνωστές
Κνίδωση. Μη γνωστές
Δερματική αγγειίτιδα. Μη γνωστές
Αποφολιδωτικές δερματικές καταστάσεις, συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Stevens-Johnson. Μη γνωστές
Πομφολυγώδες πεμφιγοειδές. Μη γνωστές
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
Αρθραλγία. Μη γνωστές
Μυαλγία. Μη γνωστές
Πόνος στα άκρα. Μη γνωστές
Οσφυαλγία. Μη γνωστές
Αρθροπάθεια. Μη γνωστές
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
Διαταραγμένη νεφρική λειτουργία. Μη γνωστές
Οξεία νεφρική ανεπάρκεια. Μη γνωστές

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

  • Σε συνδυασμό με άλλα αντιδιαβητικά φαρμακευτικά προϊόντα: παρατηρήθηκαν πιο συχνά υπογλυκαιμία (πολύ συχνή με σουλφονυλουρία ή ινσουλίνη), δυσκοιλιότητα (συχνή με σουλφονυλουρία), περιφερικό οίδημα (συχνή με πιογλιταζόνη), και πονοκέφαλος και ξηροστομία (όχι συχνή με ινσουλίνη).
  • Σιταγλιπτίνη μονοθεραπεία: κεφαλαλγία, υπογλυκαιμία, δυσκοιλιότητα, ζάλη. Επίσης, λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος και ρινοφαρυγγίτιδα. Με μη γνωστή συχνότητα: οστεοαρθρίτιδα και πόνος στα άκρα.
  • Μετφορμίνη: συμπτώματα από το γαστρεντερικό σύστημα (ναυτία, έμετος, διάρροια, κοιλιακό άλγος, ανορεξία) – πολύ συχνά. Μεταλλική γεύση (συχνή). Γαλακτική οξέωση, διαταραχές της ηπατικής λειτουργίας, ηπατίτιδα, κνίδωση, ερύθημα, κνησμός (πολύ σπάνια). Μείωση απορρόφησης βιταμίνης B12 (πολύ σπάνια, με αποτέλεσμα μεγαλοβλαστική αναιμία).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Σε παιδιατρικούς ασθενείς (10-17 ετών), το προφίλ ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν συγκρίσιμο με ενήλικες. Η σιταγλιπτίνη συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο υπογλυκαιμίας.

TECOS Καρδιαγγειακή Μελέτη Ασφάλειας

Η συνολική συχνότητα εμφάνισης σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών σε ασθενείς που έλαβαν σιταγλιπτίνη ήταν παρόμοια με αυτή των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο.

  • Σοβαρή υπογλυκαιμία: 2,7% (σιταγλιπτίνη) έναντι 2,5% (εικονικό φάρμακο) σε ασθενείς που χρησιμοποιούσαν ινσουλίνη και/ή σουλφονυλουρία. 1,0% (σιταγλιπτίνη) έναντι 0,7% (εικονικό φάρμακο) σε ασθενείς που δεν χρησιμοποιούσαν ινσουλίνη και/ή σουλφονυλουρία.
  • Παγκρεατίτιδα: 0,3% (σιταγλιπτίνη) έναντι 0,2% (εικονικό φάρμακο).
pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-FORDIAB
expand_more

Κύηση

Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για τη χρήση της σιταγλιπτίνης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα σε υψηλές δόσεις σιταγλιπτίνης (βλ. Προκλινικά δεδομένα).

Ένας περιορισμένος αριθμός δεδομένων υποδεικνύει ότι η χρήση της μετφορμίνης σε έγκυες γυναίκες δεν σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο για συγγενείς δυσπλασίες. Μελέτες σε ζώα με μετφορμίνη δεν κατέδειξαν επικίνδυνες επιπτώσεις στην εγκυμοσύνη, στην ανάπτυξη του εμβρύου, στον τοκετό ή στη μεταγεννητική ανάπτυξη (βλ. Προκλινικά δεδομένα).

Η σιταγλιπτίνη/μετφορμίνη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Εάν μία ασθενής επιθυμεί να μείνει έγκυος ή προκύψει μία εγκυμοσύνη, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί και η ασθενής πρέπει να ενταχθεί σε θεραπεία με ινσουλίνη το γρηγορότερο δυνατόν.

Θηλασμός

Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σε ζώα που θηλάζουν με το συνδυασμό των δραστικών ουσιών αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος. Σε μελέτες που διεξήχθησαν με τις δραστικές ουσίες ξεχωριστά, τόσο η σιταγλιπτίνη όσο και η μετφορμίνη απεκκρίθηκαν στο γάλα αρουραίων που θηλάζουν. Η μετφορμίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα σε μικρές ποσότητες. Δεν είναι γνωστό εάν η σιταγλιπτίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινo γάλα.

Γι’ αυτό η σιταγλιπτίνη/μετφορμίνη δεν πρέπει να χορηγείται σε γυναίκες που θηλάζουν (βλ. Αντενδείξεις).

Γονιμότητα

Δεδομένα από ζώα δεν υποστηρίζουν κάποια επίδραση της θεραπείας με σιταγλιπτίνη στην γονιμότητα αρσενικών και θηλυκών. Δεδομένα για τον άνθρωπο δεν υπάρχουν.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-FORDIAB
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία

Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στο διαβήτη, συνδυασμοί από του στόματος χορηγούμενων φαρμάκων για τη μείωση της γλυκόζης του αίματος, κωδικός ATC: A10BD07

Η σιταγλιπτίνη/μετφορμίνη συνδυάζει δύο αντιυπεργλυκαιμικά φαρμακευτικά προϊόντα με συμπληρωματικούς μηχανισμούς δράσης για τη βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2: τη φωσφορική σιταγλιπτίνη, έναν αναστολέα της διπεπτιδυλικής πεπτιδάσης-4 (DPP-4) και την υδροχλωρική μετφορμίνη, ένα μέλος της κατηγορίας των διγουανιδίων.

Σιταγλιπτίνη

Μηχανισμός δράσης

Η φωσφορική σιταγλιπτίνη είναι ένας από του στόματος χορηγούμενος ενεργός, ισχυρός και πολύ εκλεκτικός αναστολέας του ενζύμου διπεπτιδυλική πεπτιδάση-4 (DPP-4) για τη θεραπεία του διαβήτη τύπου 2. Οι αναστολείς της DPP-4 είναι μία κατηγορία παραγόντων που ενεργούν ως επαγωγείς των ινκρετινών. Με την αναστολή του ενζύμου DPP-4, η σιταγλιπτίνη αυξάνει τα επίπεδα δύο γνωστών ενεργών ινκρετινών ορμονών, του παρόμοιου με τη γλυκαγόνη πεπτιδίου-1 (GLP-1) και του εξαρτώμενου από τη γλυκόζη ινσουλινοτρόπου πολυπεπτιδίου (GIP). Οι ινκρετίνες αποτελούν μέρος του ενδογενούς συστήματος που εμπλέκεται στη φυσιολογική ρύθμιση της ομοιόστασης της γλυκόζης. Όταν οι συγκεντρώσεις της γλυκόζης στο αίμα είναι φυσιολογικές ή αυξημένες, τα GLP-1 και GIP αυξάνουν τη σύνθεση και την απελευθέρωση της ινσουλίνης από τα βήτα κύτταρα του παγκρέατος. Το GLP-1 επίσης μειώνει την έκκριση γλυκαγόνης από τα άλφα κύτταρα του παγκρέατος, οδηγώντας σε μειωμένη ηπατική παραγωγή γλυκόζης. Όταν οι συγκεντρώσεις της γλυκόζης στο αίμα είναι χαμηλές, δεν επάγεται η απελευθέρωση της ινσουλίνης και δεν καταστέλλεται η απέκκριση της γλυκαγόνης. Η σιταγλιπτίνη είναι ένας ισχυρός και υψηλά εκλεκτικός αναστολέας του ενζύμου DPP-4, και δεν αναστέλλει τα στενά σχετιζόμενα ένζυμα DPP-8 ή DPP-9 σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις. Η σιταγλιπτίνη διαφέρει ως προς την χημική της σύσταση και την φαρμακολογική της δράση από τα ανάλογα της GLP-1, την ινσουλίνη, τις σουλφονυλουρίες ή μεγλιτινίδες, τα διγουανίδια, τους αγωνιστές του ενεργοποιημένου γάμα υποδοχέα, που επάγει τον πολλαπλασιασμό των υπεροξεισωμάτων (PPARγ), τους αναστολείς της αλφα-γλυκοσιδάσης και τα ανάλογα της αμυλίνης.

Σε μία μελέτη δύο ημερών σε υγιή άτομα, η σιταγλιπτίνη ως μονοθεραπεία αύξησε τις συγκεντρώσεις του ενεργού GLP-1, ενώ η μετφορμίνη ως μονοθεραπεία αύξησε τις συγκεντρώσεις του ενεργού και ολικού GLP-1 σε παρόμοια ποσοστά. Η συγχορήγηση της σιταγλιπτίνης και μετφορμίνης είχε μία επιπλέον επίδραση στις συγκεντρώσεις του ενεργού GLP-1. Η σιταγλιπτίνη αλλά όχι η μετφορμίνη, αύξησε τις συγκεντρώσεις του ενεργού GIP.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Γενικά, η σιταγλιπτίνη βελτίωσε τον γλυκαιμικό έλεγχο όταν χορηγήθηκε ως μονοθεραπεία ή θεραπεία συνδυασμού σε ενήλικες ασθενείς με διαβήτη τύπου 2. Σε κλινικές δοκιμές, η σιταγλιπτίνη ως μονοθεραπεία παρείχε βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου με σημαντικές μειώσεις στην αιμοσφαιρίνη A1c (HbA1c) και στη γλυκόζη νηστείας και στη γλυκόζη μετά από γεύμα. Η συχνότητα εμφάνισης υπογλυκαιμίας που παρατηρήθηκε στους ασθενείς που ελάμβαναν σιταγλιπτίνη ήταν παρόμοια με αυτή του εικονικού φαρμάκου. To σωματικό βάρος δεν αυξήθηκε από την αρχική τιμή με τη θεραπεία με σιταγλιπτίνη. Είχαν παρατηρηθεί βελτιώσεις σε δείκτες υποκατάστατων της λειτουργίας των βήτα κυττάρων, συμπεριλαμβανομένου του ΜΑΟ-β (Μοντέλου Αξιολόγησης Ομοιόστασης-β), του λόγου προϊνσουλίνης προς ινσουλίνη, και μετρήσεων της απόκρισης των βήτα κυττάρων κατά τη δοκιμασία ανοχής συχνού αριθμού γευμάτων.

Μελέτες σιταγλιπτίνης σε συνδυασμό με μετφορμίνη

Η προσθήκη σιταγλιπτίνης 100 mg μία φορά ημερησίως σε υπάρχουσα θεραπεία με μετφορμίνη παρείχε σημαντικές βελτιώσεις στις παραμέτρους γλυκαιμικού ελέγχου. Η μείωση του σωματικού βάρους με τον συνδυασμό σιταγλιπτίνης και μετφορμίνης ήταν παρόμοια με αυτή που παρατηρήθηκε με μετφορμίνη μόνο ή εικονικό φάρμακο.

Μελέτη σιταγλιπτίνης σε συνδυασμό με μετφορμίνη και μια σουλφονυλουρία

Η προσθήκη της σιταγλιπτίνης στη γλιμεπιρίδη και μετφορμίνη παρείχε σημαντική βελτίωση των παραμέτρων του γλυκαιμικού ελέγχου. Οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με σιταγλιπτίνη είχαν μέτρια αύξηση του σωματικού βάρους (+1,1 kg) σε σύγκριση με εκείνους που έλαβαν εικονικό φάρμακο.

Μελέτη σιταγλιπτίνης σε συνδυασμό με μετφορμίνη και ένα PPARγ αγωνιστή

Η προσθήκη της σιταγλιπτίνης στην πιογλιταζόνη και μετφορμίνη παρείχε σημαντικές βελτιώσεις στις γλυκαιμικές παραμέτρους. Η αλλαγή του σωματικού βάρους από την αρχική τιμή ήταν παρόμοια για τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με σιταγλιπτίνη σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.

Μελέτη σιταγλιπτίνης σε συνδυασμό με μετφορμίνη και ινσουλίνη

Η προσθήκη της σιταγλιπτίνης στην ινσουλίνη παρείχε σημαντικές βελτιώσεις στις γλυκαιμικές παραμέτρους. Δεν υπήρξε καμία σημαντική αλλαγή από την αρχική τιμή σχετικά με το σωματικό βάρος σε καμία από τις δύο ομάδες.

Σε σύγκριση με τη γλιπιζίδη, η σιταγλιπτίνη ήταν παρόμοια στη μείωση της HbA1c. Ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με σιταγλιπτίνη παρουσίασαν σημαντική μέση μείωση από την αρχική τιμή στο σωματικό βάρος (-1,5 kg) σε σύγκριση με μία σημαντική αύξηση σωματικού βάρους σε ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε γλιπιζίδη (+1,1 kg). Η συχνότητα εμφάνισης υπογλυκαιμίας στην ομάδα της σιταγλιπτίνης (4,9%) ήταν σημαντικά χαμηλότερη από αυτήν της ομάδας της γλιπιζίδης (32,0%).

Μετφορμίνη

Μηχανισμός δράσης

Η μετφορμίνη είναι μια διγουανίδη με αντι-υπεργλυκαιμική δράση, η οποία μειώνει και τα βασικά και τα μεταγευματικά επίπεδα γλυκόζης στο πλάσμα. Δεν διεγείρει την έκκριση ινσουλίνης και γι’ αυτό δεν προκαλεί υπογλυκαιμία.

Η μετφορμίνη μπορεί να δράσει μέσω τριών μηχανισμών:

  • μέσω μείωσης της παραγωγής ηπατικής γλυκόζης αναστέλλοντας τη γλυκονεογένεση και τη γλυκογονόλυση
  • στους μύες, αυξάνοντας ελαφρώς την ευαισθησία στην ινσουλίνη και άρα βελτιώνοντας την περιφερική πρόσληψη και χρήση της γλυκόζης
  • επιβραδύνοντας την εντερική απορρόφηση της γλυκόζης.

Η μετφορμίνη διεγείρει την ενδοκυττάρια σύνθεση γλυκογόνου δρώντας επί της συνθετάσης γλυκογόνου. Η μετφορμίνη αυξάνει την δυνατότητα μεταφοράς ειδικών τύπων μεταφορέων της γλυκόζης στη μεμβράνη (GLUT-1 και GLUT-4).

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Στον άνθρωπο, ανεξάρτητα από τη δράση της στη γλυκαιμία, η μετφορμίνη έχει ευνοϊκή επίδραση και στο μεταβολισμό των λιπιδίων, μειώνοντας την ολική χοληστερόλη, την LDLC και τα επίπεδα των τριγλυκεριδίων.

Η προοπτική τυχαιοποιημένη μελέτη (UKPDS) τεκμηρίωσε το όφελος μακράς διάρκειας του εντατικού ελέγχου γλυκόζης του αίματος στο διαβήτη τύπου 2, ιδίως για υπέρβαρους ασθενείς, δείχνοντας σημαντική μείωση του απόλυτου κινδύνου για διαβητικές επιπλοκές, διαβητική θνησιμότητα, συνολική θνησιμότητα και έμφραγμα του μυοκαρδίου.

Η TECOS μελέτη έδειξε ότι η σιταγλιπτίνη, όταν προστέθηκε στη συνήθη θεραπεία, δεν αύξησε τον κίνδυνο μείζονων καρδιαγγειακών ανεπιθύμητων ενεργειών ή τον κίνδυνο νοσηλείας για καρδιακή ανεπάρκεια, σε σύγκριση με τη συνήθη θεραπεία χωρίς τη σιταγλιπτίνη, σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της προσθήκης σιταγλιπτίνης σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 10 έως 17 ετών με διαβήτη τύπου 2 και ανεπαρκές γλυκαιμικό έλεγχο της μετφορμίνης με ή χωρίς ινσουλίνη αξιολογήθηκε. Ενώ η υπεροχή της μείωσης της HbA1c αποδείχθηκε για τη σιταγλιπτίνη + μετφορμίνη / σιταγλιπτίνη + μετφορμίνη παρατεταμένης αποδέσμευσης (XR) έναντι της μετφορμίνης την Εβδομάδα 20 στην συγκεντρωτική ανάλυση αυτών των δύο μελετών, τα αποτελέσματα από τις μεμονωμένες μελέτες ήταν ανομοιογενή. Δεν παρατηρήθηκε μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα για τη σιταγλιπτίνη + μετφορμίνη / σιταγλιπτίνη + μετφορμίνη XR σε σύγκριση με τη μετφορμίνη την Εβδομάδα 54. Επομένως, η σιταγλιπτίνη/μετφορμίνη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 10 έως 17 ετών λόγω ανεπαρκούς αποτελεσματικότητας (βλ. Δοσολογία).

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-FORDIAB
expand_more

Σιταγλιπτίνη/μετφορμίνη

Μία μελέτη βιοϊσοδυναμίας σε υγιή άτομα έδειξε ότι δισκία συνδυασμού σιταγλιπτίνης/υδροχλωρικής μετφορμίνης είναι βιοϊσοδύναμα με τη συγχορήγηση της φωσφορικής σιταγλιπτίνης και της υδροχλωρικής μετφορμίνης ως δισκία μεμονωμένης δραστικής ουσίας.

Οι ακόλουθες δηλώσεις αναφέρονται στις φαρμακοκινητικές ιδιότητες των επιμέρους δραστικών ουσιών της σιταγλιπτίνης/μετφορμίνης.

Σιταγλιπτίνη

Απορρόφηση

Κατόπιν χορήγησης από το στόμα μίας δόσης 100 mg σε υγιή άτομα, η σιταγλιπτίνη απορροφήθηκε ταχέως, με μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (μέση Tmax) που παρουσιάσθηκαν 1 έως 4 ώρες μετά την δόση. Η μέση AUC της σιταγλιπτίνης στο πλάσμα ήταν 8,52 µM-hr, και η Cmax ήταν 950 nM. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της σιταγλιπτίνης είναι περίπου 87%. Εφόσον η συγχορήγηση της σιταγλιπτίνης με γεύμα υψηλών λιπαρών δεν είχε επίδραση στην φαρμακοκινητική, η σιταγλιπτίνη μπορεί να χορηγηθεί με ή χωρίς τροφή. Οι συγκεντρώσεις AUC της σιταγλιπτίνης στο πλάσμα αυξήθηκαν κατά δοσοεξαρτώμενο τρόπο. Δοσοεξαρτώμενη αναλογία δεν τεκμηριώθηκε για την Cmax και C24hr (η Cmax αυξήθηκε περισσότερο από ότι κατά τον δοσοεξαρτώμενο τρόπο και η C24hr αυξήθηκε κατά λιγότερο από ό,τι κατά τον δοσοεξαρτώμενο τρόπο).

Κατανομή

Ο μέσος όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση μετά από χορήγηση ενδοφλέβιας εφάπαξ δόσης 100 mg σιταγλιπτίνης σε υγιή άτομα, είναι περίπου 198 λίτρα. Το κλάσμα της σιταγλιπτίνης που συνδέεται αναστρέψιμα με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι χαμηλό (38 %).

Βιομετασχηματισμός

Η σιταγλιπτίνη αποβάλλεται πρωταρχικά αμετάβλητη στα ούρα, και ο μεταβολισμός αποτελεί μια δευτερεύουσα οδό. Περίπου το 79% της σιταγλιπτίνης απεκκρίνεται αμετάβλητη στα ούρα. Μετά από δόση [14C]σιταγλιπτίνης από το στόμα, περίπου 16% της ραδιενέργειας απεκκρίθηκε ως μεταβολίτες της σιταγλιπτίνης. Ανιχνεύθηκαν ίχνη έξι μεταβολιτών που δεν αναμένονται να ενισχύσουν την ανασταλτική δράση της σιταγλιπτίνης επί της DPP-4. Ιn vitro μελέτες έδειξαν ότι το πρωταρχικό ένζυμο που ευθύνεται για τον περιορισμένο μεταβολισμό της σιταγλιπτίνης ήταν το CYP3A4 με συμβολή του CYP2C8.

Στοιχεία in vitro έδειξαν ότι η σιταγλιπτίνη δεν είναι αναστολέας των ισοενζύμων του CYP, CYP3A4, 2C8, 2C9, 2D6, 1A2, 2C19 ή 2B6, και δεν είναι επαγωγέας του CYP3A4 και του CYP1A2.

Απέκκριση

Μετά από χορήγηση δόσης [14C]σιταγλιπτίνης από το στόμα σε υγιή άτομα, περίπου το 100% της χορηγούμενης ραδιενέργειας απομακρύνθηκε στα κόπρανα (13%) ή στα ούρα (87%) εντός μιας εβδομάδας από τη χορήγηση της δόσης. Ο φαινόμενος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής t ½ μετά από δόση σιταγλιπτίνης από το στόμα 100 mg ήταν περίπου 12,4 ώρες. Η σιταγλιπτίνη συσσωρεύεται μόνο ελάχιστα με τις πολλαπλές δόσεις. Η νεφρική κάθαρση ήταν περίπου 350 ml/min.

Η αποβολή της σιταγλιπτίνης γίνεται πρωταρχικά μέσω νεφρικής απέκκρισης και περιλαμβάνει ενεργή σωληναριακή έκκριση. Η σιταγλιπτίνη είναι υπόστρωμα για τον μεταφορέα-3 ανθρώπινων οργανικών ανιόντων (hOAT-3), που μπορεί να εμπλέκεται στην νεφρική απέκκριση της σιταγλιπτίνης. Η σιταγλιπτίνη είναι επίσης υπόστρωμα της p-γλυκοπρωτεΐνης.

Χαρακτηριστικά σε ασθενείς:

Νεφρική δυσλειτουργία

Σε σύγκριση με φυσιολογικά, υγιή άτομα ελέγχου, η AUC της σιταγλιπτίνης στο πλάσμα αυξήθηκε κατά περίπου 1,2 φορές σε ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία (GFR ≥60 έως <90 ml/min), κατά περίπου 1,6 φορές σε ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (GFR ≥45 έως <60 ml/min), κατά περίπου 2 φορές σε ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (GFR ≥30 έως <45 ml/min) και κατά περίπου 4 φορές σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (GFR <30 ml/min), συμπεριλαμβανομένων ασθενών με νεφρική νόσο τελικού σταδίου σε αιμοδιύλιση. Η σιταγλιπτίνη απομακρύνθηκε μετρίως με την αιμοδιύλιση (13,5% για 3 έως 4 ώρες αιμοδιύλισης με έναρξη 4 ώρες μετά τη δόση).

Ηπατική δυσλειτουργία

Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης της σιταγλιπτίνης στους ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (βαθμολογία Child-Pugh ≤9). Δεν υπάρχει κλινική εμπειρία σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βαθμολογία Child-Pugh >9). Η σοβαρού βαθμού ηπατική δυσλειτουργία δεν αναμένεται να επηρεάσει τη φαρμακοκινητική της σιταγλιπτίνης καθώς η σιταγλιπτίνη απεκκρίνεται κυρίως μέσω των νεφρών.

Ηλικιωμένοι

Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης με βάση την ηλικία. Ηλικιωμένα άτομα (65 έως 80 ετών) εμφάνισαν περίπου 19% υψηλότερες συγκεντρώσεις της σιταγλιπτίνης στο πλάσμα, σε σύγκριση με νεότερους ασθενείς.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Σε παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας 10 έως 17 ετών) με διαβήτη τύπου 2, η προσαρμοσμένη δόση συγκέντρωσης της AUC της σιταγλιπτίνης στο πλάσμα ήταν περίπου 18% χαμηλότερη σε σύγκριση με τους ενήλικες ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 για μία δόση 100 mg. Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες με σιταγλιπτίνη σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας <10 ετών.

Άλλα χαρακτηριστικά ασθενούς

Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης με βάση το φύλο, τη φυλή ή το δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ).

Μετφορμίνη

Απορρόφηση

Κατόπιν χορήγησης από του στόματος μίας δόσης μετφορμίνης, η Tmax επιτεύχθηκε σε 2,5 ώρες. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα ενός δισκίου 500 mg μετφορμίνης είναι περίπου 50-60% σε υγιή άτομα. Κατόπιν χορήγησης από το στόμα μίας δόσης, το μη-απορροφηθέν κλάσμα που ανευρέθη στα κόπρανα ήταν 20-30%.

Μετά τη χορήγηση από του στόματος, η απορρόφηση της μετφορμίνης είναι κορεσμένη και ατελής. Σε συνήθεις δόσεις, σταθερές συγκεντρώσεις στο πλάσμα επετεύχθησαν εντός 24-48 ωρών και είναι γενικά μικρότερες από 1 μg/mL. Τα μέγιστα επίπεδα της μετφορμίνης στο πλάσμα (Cmax) δεν είχαν υπερβεί τα 5 μg/mL.

Η τροφή μείωσε το βαθμό και καθυστέρησε ελαφρά την απορρόφηση της μετφορμίνης.

Κατανομή

Η σύνδεση σε πρωτεΐνες του πλάσματος είναι αμελητέα. Η μετφορμίνη κατανέμεται στα ερυθροκύτταρα. Ο μέσος όγκος κατανομής Vd κυμαίνεται μεταξύ 63-276 L.

Βιομετασχηματισμός

Η μετφορμίνη απεκκρίνεται αμετάβλητη στα ούρα. Δεν έχουν ταυτοποιηθεί μεταβολίτες στον άνθρωπο.

Απέκκριση

Η νεφρική κάθαρση της μετφορμίνης είναι >400 ml/min, υποδηλώνοντας σπειραματική διήθηση και σωληναριακή απέκκριση. Μετά τη χορήγηση από του στόματος, η φαινομενική τελική ημιζωή για την απομάκρυνση είναι κατά προσέγγιση 6,5 ώρες. Όταν η νεφρική λειτουργία είναι διαταραγμένη, η νεφρική κάθαρση μειώνεται και η ημιζωή απομάκρυνσης παρατείνεται, με αποτέλεσμα αυξημένα επίπεδα μετφορμίνης στο πλάσμα.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

11-12.4 ώρες
PubChem

Δέσμευση πρωτεϊνών

38%
PubChem

Απέκκριση

Νεφρά
PubChem
science
Εργαλεία & Οδηγίες Όλα →

Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης

📋 Σακχαρώδης Διαβήτης Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Εργασίας για τον Σακχαρώδη Διαβήτη
🧮 Εργαλείο

Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:

  • ΒΗΜΑ Α A10BH01
    ΣΔ τύπου 2 — Χωρίς εγκατεστημένη ΚΑ νόσο / καρδιακή ανεπάρκεια / ΧΝΝ
    • Στόχος: ρύθμιση γλυκόζης, έλεγχος συμπτωμάτων & σωματικού βάρους
    Δοσολογία: Add-on · Συνεχής

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
4369359
Μοριακός τύπος
C16H15F6N5O
Μοριακό βάρος
407.31
IUPAC
(3R)-3-amino-1-[3-(trifluoromethyl)-6,8-dihydro-5H-[1,2,4]triazolo[4,3-a]pyrazin-7-yl]-4-(2,4,5-trifluorophenyl)butan-1-one
InChIKey
MFFMDFFZMYYVKS-SECBINFHSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH

Ουσίες που μειώνουν τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα.

Πεπτίδια που διεγείρουν την απελευθέρωση ΙΝΣΟΥΛΙΝΗΣ από τα Β-ΚΥΤΤΑΡΑ ΤΟΥ ΠΑΓΚΡΕΑΤΟΣ μετά από πόση τροφής από το στόμα, ή μεταγευματικά.

Ενώσεις που καταστέλλουν την αποικοδόμηση των ΙΝΚΡΕΤΙΝΩΝ εμποδίζοντας τη δράση της ΔΙΠΕΠΤΙΔΥΛΙΚΗΣ ΠΕΠΤΙΔΑΣΗ IV. Αυτό βοηθά στη διόρθωση της διαταραγμένης έκκρισης ΙΝΣΟΥΛΙΝΗΣ και ΓΛΥΚΑΓΟΝΗΣ που χαρακτηρίζει τον ΣΑΚΧΑΡΩΔΗ ΔΙΑΒΗΤΗ ΤΥΠΟΥ 2, διεγείροντας την έκκριση ινσουλίνης και καταστέλλοντας την απελευθέρωση γλυκαγόνης.