Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ N03AX23 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

BRIVARACETAM

Μπριβαρακετάμη

**Φαρμακοδυναμική** Η βριβαρακετάμη δεσμεύεται στην SV2A με υψηλή συγγένεια. Η SV2A είναι γνωστό ότι παίζει ρόλο στην επιληπτογένεση μέσω της ρύθμισης της απελευθέρωσης GABA στις συνάψεις. Θεωρείται ότι η βριβαρακετάμη ασκεί τις αντι-επιληπτογενετικές της δράσεις μέσω της …

Chemical structure of BRIVARACETAM

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Επιμελημένο
medication
SPC-BRIVIACT

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Από του στόματος
Χορήγηση:
Δύο ισομερώς κατανεμημένες δόσεις, μία φορά το πρωί και μία φορά το βράδυ
Δόση έναρξης:
50 mg/ημέρα
Τιτλοποίηση:
Για ενήλικες, η δόση μπορεί να προσαρμοστεί στο δοσολογικό εύρος των 50 mg/ημέρα έως 200 mg/ημέρα. Για παιδιατρικούς ασθενείς (≥4 ετών, ≥50 kg), το δοσολογικό εύρος είναι 50 mg/ημέρα έως 200 mg/ημέρα. Για παιδιατρικούς ασθενείς (≥4 ετών, <50 kg), το δοσολογικό εύρος είναι 1 mg/κιλό/ημέρα έως 4 mg/κιλό/ημέρα. Για διακοπή, συνιστάται σταδιακή μείωση της δόσης κατά 50 mg/ημέρα σε εβδομαδιαία βάση, με μια τελική εβδομάδα στα 20 mg/ημέρα.
  • Ενήλικες
    Δόση50 mg/ημέρα έως 200 mg/ημέρα
    Μέγ. δόση200 mg/ημέρα
    Η αρχική δόση είναι 50 mg/ημέρα ή 100 mg/ημέρα, χορηγούμενη σε δύο ισομερώς κατανεμημένες δόσεις. Δόση προσαρμόζεται βάσει ανταπόκρισης και ανοχής.
  • Ηλικιωμένοι (ηλικίας 65 ετών και άνω)
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης. Η κλινική εμπειρία είναι περιορισμένη.
  • Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης. Δεν συνιστάται σε ασθενείς με νεφροπάθεια τελικού σταδίου που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση λόγω έλλειψης δεδομένων. Για παιδιατρικούς ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία δεν απαιτείται προσαρμογή δόσης.
  • Ενήλικες με ηπατική δυσλειτουργία
    Δόση50 mg/ημέρα
    Μέγ. δόση150 mg/ημέρα
    Αρχική δόση 50 mg/ημέρα, χορηγούμενη σε 2 διαιρεμένες δόσεις. Μέγιστη ημερήσια δόση 150 mg για όλα τα στάδια ηπατικής δυσλειτουργίας.
  • Παιδιά και έφηβοι (≥50 kg) με ηπατική δυσλειτουργία
    Δόση50 mg/ημέρα
    Μέγ. δόση150 mg/ημέρα
    Αρχική δόση 50 mg/ημέρα. Μέγιστη ημερήσια δόση 150 mg για όλα τα στάδια ηπατικής δυσλειτουργίας.
  • Παιδιά και έφηβοι (<50 kg) με ηπατική δυσλειτουργία
    Δόση1 mg/κιλό/ημέρα
    Μέγ. δόση3 mg/κιλό/ημέρα
    Αρχική δόση 1 mg/κιλό/ημέρα. Μέγιστη δόση 3 mg/κιλό/ημέρα. Δεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα.
  • Παιδιά (≥4 ετών) και έφηβοι (≥50 kg)
    Δόση50 mg/ημέρα έως 200 mg/ημέρα
    Μέγ. δόση200 mg/ημέρα
    Αρχική δόση 50 mg/ημέρα (ή 100 mg/ημέρα)*. Συνιστώμενη δόση συντήρησης 100 mg/ημέρα. Δόση σε δύο ισομερώς κατανεμημένες δόσεις.
  • Παιδιά (≥4 ετών) και έφηβοι (<50 kg)
    Δόση1 mg/κιλό/ημέρα έως 4 mg/κιλό/ημέρα
    Μέγ. δόση4 mg/κιλό/ημέρα
    Αρχική δόση 1 mg/κιλό/ημέρα (ή 2 mg/κιλό/ημέρα)*. Συνιστώμενη δόση συντήρησης 2 mg/κιλό/ημέρα. Δόση σε δύο ισομερώς κατανεμημένες δόσεις.
  • Παιδιά κάτω των 4 ετών
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί.
block
SPC-BRIVIACT

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε άλλα παράγωγα της πυρρολιδόνης ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
warning
SPC-BRIVIACT

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Ιδεασμός αυτοκτονίας και αυτοκτονική συμπεριφορά
    Πληθυσμόςασθενείς που έλαβαν αντιεπιληπτικά φάρμακα (ΑΕΦ), συμπεριλαμβανομένου του brivaracetam
    Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία ιδεασμού αυτοκτονίας και αυτοκτονικών συμπεριφορών και θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο κατάλληλης θεραπείας. Στους ασθενείς (και τους φροντιστές των ασθενών) πρέπει να συνιστάται να αναζητήσουν ιατρική συμβουλή σε περίπτωση που παρουσιαστούν σημεία ιδεασμού αυτοκτονίας ή αυτοκτονικής συμπεριφοράς.
  • Ηπατική δυσλειτουργία
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία
    συνιστάται προσαρμογή της δόσης (βλέπε Δοσολογία)
  • Δυσανεξία στη λακτόζη
    αντένδειξη
    Πληθυσμόςασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψης λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφησης της γλυκόζης-γαλακτόζης
    δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο
swap_horiz
SPC-BRIVIACT

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Δεν παρατηρήθηκε όφελος του brivaracetam έναντι του εικονικού φαρμάκου. Δεν παρατηρήθηκαν πρόσθετα ανησυχητικά ευρήματα αναφορικά με την ασφάλεια ή την ανοχή.
  • Οινόπνευμα
    προσοχή
    Το brivaracetam διπλασίασε την επίδραση του οινοπνεύματος στην ψυχοκινητική λειτουργία, την προσοχή και τη μνήμη.
    ΣύστασηΔεν συνιστάται η λήψη του brivaracetam με οινόπνευμα.
  • Ισχυροί αναστολείς του CYP2C19 (π.χ. φλουκοναζόλη, φλουβοξαμίνη)
    προσοχή
    Οι συγκεντρώσεις του brivaracetam στο πλάσμα μπορεί να αυξηθούν.
  • προσοχή
    Μείωσε την AUC του brivaracetam στο πλάσμα κατά 45%.
    ΣύστασηΝα εξετάζεται το ενδεχόμενο προσαρμογής της δόσης του brivaracetam σε ασθενείς που ξεκινούν ή ολοκληρώνουν θεραπεία με ριφαμπικίνη.
  • Αντιεπιληπτικά Φάρμακα (AEΦ) που είναι ισχυροί επαγωγείς ενζύμων (καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη, φαινυτοΐνη)
    παρακολούθηση
    Μείωση των συγκεντρώσεων του brivaracetam στο πλάσμα.
    ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Υπερικόν το διάτρητον (Hypericum perforatum)(St John’s Wort)
    προσοχή
    Ενδέχεται να μειώσει τη συστηματική έκθεση στο brivaracetam.
    ΣύστασηΗ έναρξη ή η ολοκλήρωση της θεραπείας με υπερικόν το διάτρητον θα πρέπει να γίνεται με προσοχή.
  • Μιδαζολάμη (μεταβολίζεται από το CYP3A4)
    αμελητέα
    Το brivaracetam (50 ή 150 mg/ημέρα) δεν επηρέασε την AUC της μιδαζολάμης. Ο κίνδυνος κλινικά σχετιζόμενων αλληλεπιδράσεων του CYP3A4 θεωρείται χαμηλός.
  • Φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται από το CYP2C19 (π.χ. λανζοπραζόλη, ομεπραζόλη, διαζεπάμη)
    προσοχή
    Το brivaracetam αυξάνει τις συγκεντρώσεις τους στο πλάσμα.
  • Φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται από το CYP2Β6 (π.χ. εφαβιρένζη)
    προσοχή
    Το brivaracetam μπορεί να μειώσει τις συγκεντρώσεις τους στο πλάσμα.
  • Φάρμακα που μεταφέρονται από OAT3
    προσοχή
    Το brivaracetam σε δόση 200 mg ημερησίως μπορεί να αυξήσει τη συγκέντρωση στο πλάσμα.
  • παρακολούθηση
    Επίδραση στην συγκέντρωση του brivaracetam: AUC 29% ↓, Cmax 13% ↓. Επίδραση στην συγκέντρωση της καρβαμαζεπίνης: Καμία. Επίδραση στην συγκέντρωση της εποξειδικής καρβαμαζεπίνης: ↑. Το brivaracetam είναι μέτριος αναστρέψιμος αναστολέας της εποξειδικής υδρολάσης.
    ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • αμελητέα
    Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για επίδραση στην συγκέντρωση του brivaracetam. Καμία επίδραση στην συγκέντρωση της κλοβαζάμης.
  • αμελητέα
    Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για επίδραση στην συγκέντρωση του brivaracetam. Καμία επίδραση στην συγκέντρωση της κλοναζεπάμης.
  • αμελητέα
    Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για επίδραση στην συγκέντρωση του brivaracetam. Καμία επίδραση στην συγκέντρωση της λακοσαμίδης.
  • αμελητέα
    Καμία επίδραση στις συγκεντρώσεις brivaracetam και λαμοτριγίνης.
  • αμελητέα
    Καμία επίδραση στις συγκεντρώσεις brivaracetam και λεβετιρακετάμης.
  • Οξκαρβαζεπίνη
    αμελητέα
    Καμία επίδραση στις συγκεντρώσεις brivaracetam και οξκαρβαζεπίνης (παράγωγο μονοϋδροξέος, MHD).
  • παρακολούθηση
    AUC του brivaracetam 19% ↓. Καμία επίδραση στην συγκέντρωση της φαινοβαρβιτάλης.
    ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • παρακολούθηση
    AUC του brivaracetam 21% ↓. AUC της φαινυτοΐνης 20% ↑, Cmax της φαινυτοΐνης 20% ↑ (με brivaracetam 400 mg/ημερησίως).
    ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Πρεγαβαλίνη
    αμελητέα
    Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για επίδραση στην συγκέντρωση του brivaracetam. Καμία επίδραση στην συγκέντρωση της πρεγαβαλίνης.
  • αμελητέα
    Καμία επίδραση στις συγκεντρώσεις brivaracetam και τοπιραμάτης.
  • αμελητέα
    Καμία επίδραση στις συγκεντρώσεις brivaracetam και βαλπροϊκού οξέος.
  • αμελητέα
    Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για επίδραση στην συγκέντρωση του brivaracetam. Καμία επίδραση στην συγκέντρωση της ζονισαμίδης.
  • Από στόματος λαμβανόμενα αντισυλληπτικά (αιθινυλοιστραδιόλη, λεβονοργεστρέλη) σε δόση brivaracetam 100 mg/ημέρα
    αμελητέα
    Δεν επηρέασε τη φαρμακοκινητική καμίας από τις δύο ουσίες.
  • Από στόματος λαμβανόμενα αντισυλληπτικά (αιθινυλοιστραδιόλη, λεβονοργεστρέλη) σε δόση brivaracetam 400 mg/ημέρα
    προσοχή
    Μείωση της AUC των οιστρογόνων και της προγεστίνης κατά 27% και 23% αντίστοιχα, χωρίς επίδραση στην καταστολή της ωορρηξίας.
sick
SPC-BRIVIACT

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Λοιμώξεις
  • Γρίπη
  • Λοιμώξεις ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
Αίμα
  • Ουδετεροπενία
Μεταβολισμός
  • Μειωμένη όρεξη
Ανοσοποιητικό
  • Υπερευαισθησία τύπου I
Ψυχιατρικές
  • Κατάθλιψη
  • Άγχος
  • Αϋπνία
  • Ευερεθιστότητα
  • Αυτοκτονικός ιδεασμός
  • Ψυχωσική διαταραχή
  • Επιθετικότητα
  • Διέγερση
  • Ψυχοκινητική υπερδραστηριότητα
Ψυχιατρικές διαταραχές
  • Συμπεριφορικές διαταραχές
Νευρικό
  • Ζάλη
  • Υπνηλία
  • Σπασμοί
  • Ίλιγγος
Αναπνευστικό
  • Βήχας
Γαστρεντερικό
  • Ναυτία
  • Έμετος
  • Δυσκοιλιότητα
Γενικές
  • Κόπωση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Υπνηλία
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Άγχος
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Ίλιγγος
    Νευρικό
    Συχνές
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Βήχας
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Γρίπη
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Ευερεθιστότητα
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Κατάθλιψη
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Συχνές
  • Λοιμώξεις ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Μειωμένη όρεξη
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Σπασμοί
    Νευρικό
    Συχνές
  • Αυτοκτονικός ιδεασμός
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Διέγερση
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Επιθετικότητα
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Ουδετεροπενία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Υπερευαισθησία τύπου I
    Ανοσοποιητικό
    Όχι συχνές
  • Ψυχωσική διαταραχή
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Συμπεριφορικές διαταραχές
    Ψυχιατρικές διαταραχές
  • Ψυχοκινητική υπερδραστηριότητα
    Ψυχιατρικές
pregnant_woman
SPC-BRIVIACT

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Ως προληπτικό μέτρο, το brivaracetam δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης, εκτός εάν είναι κλινικά απαραίτητο (δηλ. εάν το όφελος για τη μητέρα υπερτερεί σαφώς του ενδεχόμενου κινδύνου για το έμβρυο).
    Τα δεδομένα από τη χρήση του brivaracetam στις έγκυες γυναίκες είναι περιορισμένα. Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος. Σε μελέτες σε ζώα δεν ανιχνεύτηκε ενδεχόμενη τερατογόνος δράση. Η συγχορήγηση με καρβαμαζεπίνη επάγει δοσοεξαρτώμενη αύξηση της εποξειδικής καρβαμαζεπίνης.
  • Γαλουχία
    Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί το brivaracetam, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του φαρμακευτικού προϊόντος για τη μητέρα.
    Δεν είναι γνωστό εάν το brivaracetam απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Μελέτες σε αρουραίους έχουν δείξει ότι το brivaracetam απεκκρίνεται στο γάλα. Σε περίπτωση συγχορήγησης με καρβαμαζεπίνη, υπάρχει το ενδεχόμενο αύξησης της ποσότητας της εποξειδικής καρβαμαζεπίνης που απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα.
  • Γονιμότητα
    Δεν διατίθενται δεδομένα στον άνθρωπο για την επίδραση του brivaracetam στη γονιμότητα.
    Στους αρουραίους, δεν παρατηρήθηκε επίδραση στη γονιμότητα με το brivaracetam.
neurology
PubChem

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Μηχανισμός Δράσης Ο ακριβής μηχανισμός της αντι-επιληπτογενετικής δράσης της βριβαρακετάμης είναι άγνωστος.
monitor_heart
SPC-BRIVIACT

Φαρμακοδυναμική

expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντιεπιληπτικά, άλλα αντιεπιληπτικά, κωδικός ATC: N03AX23 ### Μηχανισμός δράσης Το brivaracetam εμφανίζει υψηλή και εκλεκτική συγγένεια για την πρωτεΐνη 2A (SV2A) των συναπτικών κυστιδίων, μία διαμεμβρανική γλυκοπροτεΐνη που…

biotech
SPC-BRIVIACT

Φαρμακοκινητική

expand_more
Τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία, το πόσιμο διάλυμα και το διάλυμα για ενδοφλέβια ένεση brivaracetam παρουσιάζουν την ίδια AUC, ενώ η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα είναι ελαφρώς υψηλότερη μετά από ενδοφλέβια χορήγηση. Το brivaracetam επιδεικνύει…
hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Κυρίως μεταβολίζεται με υδρόλυση της ακεταμιδικής ομάδας για να σχηματίσει ένα μεταβολίτη καρβοξυλικό οξύ. Ένας άλλος μεταβολίτης δημιουργείται μέσω οξείδωσης της προπυλικής πλευρικής αλυσίδας από CYP2C8, καθώς και από CYP3A4, CYP2C19 και…
bloodtype
PubChem

Απέκκριση

expand_more
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση * Σχεδόν 100% από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα. * >95% απεκκρίνεται στα ούρα με <10% της μητρικής ένωσης αμετάβλητης. * <1% απεκκρίνεται στα κόπρανα. * 0.5L/kg. * CL/F 0.7-1.07 mL/min kg. Η κάθαρση είναι κυρίως…

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
stethoscope

Κλινική εξέταση & ζωτικά

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Ιδεασμός αυτοκτονίας neurologyΝευρολογικός / ψυχικός έλεγχος συνεχής παρακολούθηση Υπό αντιεπιληπτικά φάρμακα
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-BRIVIACT
expand_more

Δοσολογία

Ενήλικες

Η συνιστώμενη αρχική δόση είναι είτε 50 mg/ημέρα, είτε 100 mg/ημέρα, βάσει της αξιολόγησης του ιατρού αναφορικά με την απαιτούμενη μείωση των επιληπτικών κρίσεων έναντι των πιθανών ανεπιθύμητων ενεργειών. Η δόση θα πρέπει να χορηγείται σε δύο ισομερώς κατανεμημένες δόσεις, μία φορά το πρωί και μία φορά το βράδυ. Με βάση την ατομική ανταπόκριση και την ανοχή του ασθενούς, η δόση μπορεί να προσαρμοστεί στο δοσολογικό εύρος των 50 mg/ημέρα έως 200 mg/ημέρα.

Παραλειπόμενες δόσεις

Εάν οι ασθενείς παραλείψουν μία ή περισσότερες δόσεις, συνιστάται να λάβουν μία εφάπαξ δόση μόλις το θυμηθούν και να λάβουν την ακόλουθη δόση τη συνήθη ώρα το πρωί ή το βράδυ. Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να αποφευχθεί η μείωση της συγκέντρωσης του brivaracetam στο πλάσμα κάτω από τα θεραπευτικά επίπεδα και να προληφθεί η εμφάνιση αιφνίδιων επιληπτικών κρίσεων.

Διακοπή του φαρμάκου

Εάν πρέπει να διακοπεί η χορήγηση του brivaracetam, συνιστάται η βαθμιαία μείωση της δόσης κατά 50 mg/ημέρα σε εβδομαδιαία βάση. Μετά από 1 εβδομάδα θεραπείας στα 50 mg/ημέρα, συνιστάται μία τελευταία εβδομάδα θεραπείας στη δόση των 20 mg/ημέρα.

Ειδικοί πληθυσμοί

Ηλικιωμένοι (ηλικίας 65 ετών και άνω)

Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ηλικιωμένους ασθενείς (βλ. Φαρμακοκινητικές). Η κλινική εμπειρία σε ασθενείς ηλικίας ≥65 ετών είναι περιορισμένη.

Νεφρική δυσλειτουργία

Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας (βλ. Φαρμακοκινητικές). Το brivaracetam δεν συνιστάται σε ασθενείς με νεφροπάθεια τελικού σταδίου που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση λόγω έλλειψης δεδομένων. Με βάση τα δεδομένα για ενήλικες, δεν χρειάζεται προσαρμογή δόσης σε παιδιατρικούς ασθενείς με διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας.

Ηπατική δυσλειτουργία

Η έκθεση στο brivaracetam αυξήθηκε σε ενήλικες ασθενείς με χρόνια ηπατοπάθεια. Σε ενήλικες, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης αρχικής δόσης των 50 mg/ημέρα. Σε παιδιά και εφήβους βάρους 50 κιλών ή άνω, συνίσταται αρχική δόση των 50 mg/ημέρα. Για όλα τα στάδια της ηπατικής δυσλειτουργίας συνιστάται μία μέγιστη ημερήσια δόση των 150 mg χορηγούμενη σε 2 διαιρεμένες δόσεις (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές). Σε παιδιά και εφήβους βάρους κάτω των 50 κιλών, συνίσταται αρχική δόση των 1 mg/κιλό/ημέρα. Η μέγιστη δόση δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 3 mg/κιλό/ημέρα. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα για παιδιατρικούς ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Ο ιατρός θα πρέπει να συνταγογραφήσει την πιο κατάλληλη φαρμακοτεχνική μορφή και ισχύ περιεκτικότητα σύμφωνα με το βάρος και τη δόση.

Εύρος θεραπευτικής δόσης Συνιστώμενη αρχική δόση Συνιστώμενη δόση συντήρησης
Παιδιά (≥4 ετών) και έφηβοι ≥50 κιλά Χορήγηση σε δύο ισομερώς κατανεμημένες δόσεις: 50 - 200 mg/ημέρα 50 mg/ημέρα (ή 100 mg/ημέρα)* 100 mg/ημέρα
Παιδιά (≥4 ετών) και έφηβοι <50 κιλά Χορήγηση σε δύο ισομερώς κατανεμημένες δόσεις: 1 - 4 mg/kg/ημέρα 1 mg/kg/ημέρα (ή 2 mg/kg/ημέρα)* 2 mg/kg/ημέρα
  • Με βάση την αξιολόγηση γιατρού για την ανάγκη ελέγχου κρίσεων.

Παιδιά (ηλικίας από 4 ετών) και έφηβοι βάρους 50 kg ή άνω

Η συνιστώμενη αρχική δόση είναι 50 mg/ημέρα. Το brivaracetam μπορεί να ξεκινήσει επίσης με δόση 100 mg/ημέρα με βάση την αξιολόγηση γιατρού για την ανάγκη ελέγχου κρίσεων. Η δόση θα πρέπει να χορηγείται σε δύο ισομερώς κατανεμημένες δόσεις, μία φορά το πρωί και μία φορά το βράδυ. Η συνιστώμενη δόση συντήρησης είναι 100 mg/ημέρα. Με βάση την ατομική απόκριση ασθενούς, η δόση μπορεί να προσαρμοστεί στο δοσολογικό εύρος των 50 mg/ημέρα έως 200 mg/ημέρα.

Παιδιά (ηλικίας από 4 ετών) και έφηβοι βάρους κάτω των 50 kg

Η συνιστώμενη αρχική δόση είναι 1 mg/κιλό/ημέρα. Το brivaracetam μπορεί να ξεκινήσει επίσης με δόση 2 mg/κιλό/ημέρα με βάση την αξιολόγηση γιατρού για την ανάγκη ελέγχου κρίσεων. Η δόση θα πρέπει να χορηγείται σε δύο ισομερώς κατανεμημένες δόσεις, μία φορά το πρωί και μία φορά το βράδυ. Η συνιστώμενη δόση συντήρησης είναι 2 mg/κιλό/ημέρα. Με βάση την ατομική απόκριση ασθενούς, η δόση μπορεί να προσαρμοστεί στο δοσολογικό εύρος των 1 mg/κιλό/ημέρα έως 4 mg/κιλό/ημέρα.

Παιδιά κάτω των 4 ετών

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του brivaracetam σε παιδιά ηλικίας κάτω των 4 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Τα παρόντα διαθέσιμα δεδομένα περιγράφονται στις παραγράφους Ανεπιθύμητες ενέργειες, Φαρμακοδυναμικές και Φαρμακοκινητικές, αλλά δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.

Τρόπος χορήγησης

Τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία brivaracetam πρέπει να λαμβάνονται ολόκληρα από στόματος, να καταπίνονται με υγρό και μπορεί να λαμβάνονται με ή χωρίς τροφή (βλ. Φαρμακοκινητικές).

block

Αντενδείξεις

SPC-BRIVIACT
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε άλλα παράγωγα της πυρρολιδόνης ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-BRIVIACT
expand_more

Ιδεασμός αυτοκτονίας και αυτοκτονική συμπεριφορά

Ιδεασμός αυτοκτονίας και αυτοκτονική συμπεριφορά έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν αντιεπιληπτικά φάρμακα (ΑΕΦ), συμπεριλαμβανομένου του brivaracetam, σε αρκετές ενδείξεις. Μια μετα-ανάλυση τυχαιοποιημένων, ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο μελετών χορήγησης ΑΕΦ έχει επίσης δείξει μια μικρή αυξηση του κίνδυνου του ιδεασμού αυτοκτονίας και της αυτοκτονικής συμπεριφοράς. Ο μηχανισμός με τον οποίο εκδηλώνεται ο κίνδυνος αυτός δεν είναι γνωστός, ενώ τα διαθέσιμα δεδομένα δεν αποκλείουν την πιθανότητα ο κίνδυνος να είναι αυξημένος με το brivaracetam. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία ιδεασμού αυτοκτονίας και αυτοκτονικών συμπεριφορών και θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο κατάλληλης θεραπείας. Στους ασθενείς (και τους φροντιστές των ασθενών) πρέπει να συνιστάται να αναζητήσουν ιατρική συμβουλή σε περίπτωση που παρουσιαστούν σημεία ιδεασμού αυτοκτονίας ή αυτοκτονικής συμπεριφοράς. (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες, παιδιατρικός πληθυσμός).

Ηπατική δυσλειτουργία

Υπάρχουν περιορισμένα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση του brivaracetam σε ασθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία. Για ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία συνιστάται προσαρμογή της δόσης (βλέπε Δοσολογία).

Δυσανεξία στη λακτόζη

Τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία brivaracetam περιέχουν λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψης λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφησης της γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-BRIVIACT
expand_more

Επίσημες μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.

Φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις

Συγχορηγούμενη θεραπεία με λεβετιρακετάμη

Στις κλινικές μελέτες, παρά το ότι οι αριθμοί ήταν περιορισμένοι, δεν παρατηρήθηκε όφελος του brivaracetam έναντι του εικονικού φαρμάκου σε ασθενείς που έλαβαν παράλληλα θεραπεία με λεβετιρακετάμη. Δεν παρατηρήθηκαν πρόσθετα ανησυχητικά ευρήματα αναφορικά με την ασφάλεια ή την ανοχή (βλ. Φαρμακοδυναμικές).

Αλληλεπίδραση με το οινόπνευμα

Σε μία μελέτη φαρμακοκινητικής και φαρμακοδυναμικής αλληλεπίδρασης μεταξύ της εφάπαξ δόσης brivaracetam 200 mg και της συνεχούς έγχυσης αιθανόλης 0,6 g/L σε υγιή άτομα, δεν παρατηρήθηκε φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση αλλά το brivaracetam οδήγησε κατά προσέγγιση σε διπλασιασμό της επίδρασης του οινοπνεύματος στην ψυχοκινητική λειτουργία, την προσοχή και τη μνήμη. Δεν συνιστάται η λήψη του brivaracetam με οινόπνευμα.

Φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις

Επιδράσεις άλλων παραγόντων στη φαρμακοκινητική του brivaracetam

In vitro δεδομένα υποδηλώνουν ότι το brivaracetam έχει χαμηλό δυναμικό αλληλεπίδρασης. Η κύρια οδός κατανομής του brivaracetam είναι μέσω υδρόλυσης που είναι ανεξάρτητη από το CYP. Μία δεύτερη οδός κατανομής περιλαμβάνει επαγόμενη από το CYP2C19 υδροξυλίωση (βλ. Φαρμακοκινητικές).

Οι συγκεντρώσεις του brivaracetam στο πλάσμα μπορεί να αυξηθούν κατά τη συγχορήγηση με ισχυρούς αναστολείς του CYP2C19 (π.χ. φλουκοναζόλη, φλουβοξαμίνη), αλλά ο κίνδυνος κλινικά σχετικής, επαγόμενης από το CYP2C19 αλληλεπίδρασης θεωρείται ότι είναι χαμηλός.

Ριφαμπικίνη

Σε υγιή άτομα, η συγχορήγηση με τον ισχυρό επαγωγέα ενζύμων ριφαμπικίνη (600 mg/ημέρα για 5 ημέρες), μείωσε την επιφάνεια κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης του brivaracetam στο πλάσμα (AUC) κατά 45%. Οι συνταγογράφοι επαγγελματίες υγείας θα πρέπει να εξετάζουν το ενδεχόμενο προσαρμογής της δόσης του brivaracetam σε ασθενείς που ξεκινούν ή ολοκληρώνουν θεραπεία με ριφαμπικίνη.

AEΦ που είναι ισχυροί επαγωγείς ενζύμων

Οι συγκεντρώσεις του brivaracetam στο πλάσμα μειώνονται κατά τη συγχορήγηση με AEΦ που είναι ισχυροί επαγωγείς ενζύμων (καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη, φαινυτοΐνη) αλλά δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης (βλ. πίνακα 1).

Άλλοι επαγωγείς ενζύμων

Άλλοι ισχυροί επαγωγείς ενζύμων (όπως το υπερικόν το διάτρητον (Hypericum perforatum)(St John’s Wort) ενδέχεται επίσης να μειώσουν τη συστηματική έκθεση στο brivaracetam. Κατά συνέπεια, η έναρξη ή η ολοκλήρωση της θεραπείας με υπερικόν το διάτρητον θα πρέπει να γίνεται με προσοχή.

Επιδράσεις του brivaracetam σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα

Το brivaracetam χορηγούμενο στις δόσεις των 50 ή 150 mg/ημέρα δεν επηρέασε την AUC της μιδαζολάμης (μεταβολίζεται από το CYP3A4). Ο κίνδυνος κλινικά σχετιζόμενων αλληλεπιδράσεων του CYP3A4 θεωρείται χαμηλός. Μελέτες in vitro έδειξαν ότι το brivaracetam εμφανίζει μικρή ή καθόλου αναστολή των ισομορφών του CYP450, με εξαίρεση το CYP2C19. Το brivaracetam αυξάνει τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα των φαρμακευτικών προϊόντων τα οποία μεταβολίζονται από το CYP2C19 (π.χ. της λανζοπραζόλης, της ομεπραζόλης, της διαζεπάμης), Όταν ελέγχθηκε in vitro, το brivaracetam δεν επήγαγε τα CYP1Α1/2, αλλά επήγαγε τα CYP3A4 και CYP2B6. Δεν διαπιστώθηκε επαγωγή του CYP3A4 in vivo (βλ. μιδαζολάμη πιο πάνω). Η επαγωγή του CYP2B6 δεν έχει διερευνηθεί in vivo και το brivaracetam μπορεί να μειώσει τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα των φαρμακευτικών προϊόντων τα οποία μεταβολίζονται από το CYP2Β6 (π.χ. της εφαβιρένζης). Μελέτες αλληλεπίδρασης in vitro για τον προσδιορισμό των δυνητικά ανασταλτικών επιδράσεων σε μεταφορείς κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχαν κλινικά σχετιζόμενες επιδράσεις, εκτός του OAT3. In vitro, η συγκέντρωση του brivaracetam που αναστέλλει στο μισό (IC50) το OAT3 είναι 42 φορές υψηλότερη από το Cmax στην υψηλότερη κλινική δόση. Το brivaracetam σε δόση 200 mg ημερησίως μπορεί να αυξήσει τη συγκέντρωση στο πλάσμα των φαρμάκων που μεταφέρονται από OAT3.

Αντιεπιληπτικά φάρμακα

Οι ενδεχόμενες αλληλεπιδράσεις μεταξύ του brivaracetam (50 mg/ημέρα έως 200 mg/ημέρα) και άλλων AEΦ διερευνήθηκαν σε μία συγκεντρωτική ανάλυση των συγκεντρώσεων του φαρμάκου στο πλάσμα από όλες τις φάσης 2-3 μελέτες, σε μία ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο μελετών φάσης 2-3, καθώς και σε ειδικές μελέτες φαρμακευτικών αλληλεπιδράσεων (για τα ακόλουθα AEΦ: καρβαμαζεπίνη, λαμοτριγίνη, φαινυτοΐνη και τοπιραμάτη).

Πίνακας 1: Φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ του brivaracetam και άλλων ΑΕΦ

Συγχορηγούμενο AEΦ Επίδραση του AEΦ στη συγκέντρωση του brivaracetam στο πλάσμα Επίδραση του brivaracetam στη συγκέντρωση του AEΦ στο πλάσμα
Καρβαμαζεπίνη AUC 29% ↓ Cmax 13% ↓ Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης Καρβαμαζεπίνη - Καμία Εποξειδική καρβαμαζεπίνη ↑ (Βλ. παρακάτω) Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
Κλοβαζάμη Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα Καμία
Κλοναζεπάμη Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα Καμία
Λακοσαμίδη Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα Καμία
Λαμοτριγίνη Καμία Καμία
Λεβετιρακετάμη Καμία Καμία
Οξκαρβαζεπίνη Καμία Καμία (παράγωγο μονοϋδροξέος, MHD)
Φαινοβαρβιτάλη AUC 19% ↓ Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης Καμία
Φαινυτοΐνη AUC 21% ↓ Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης AUC 20% ↑ Cmax 20% ↑ a
Πρεγαβαλίνη Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα Καμία
Τοπιραμάτη Καμία Καμία
Βαλπροϊκό οξύ Καμία Καμία
Ζονισαμίδη Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα Καμία

a βάσει μιας μελέτης που περιελάμβανε τη χορήγηση του brivaracetam σε υπερθεραπευτική δόση 400 mg ημερησίως

Καρβαμαζεπίνη

Το brivaracetam είναι ένας μέτριος αναστρέψιμος αναστολέας της εποξειδικής υδρολάσης που οδηγεί σε αύξηση της συγκέντρωσης της εποξειδικής καρβαμαζεπίνης, ενός ενεργού μεταβολίτη της καρβαμαζεπίνης. Σε ελεγχόμενες μελέτες, η συγκέντρωση της εποξειδικής καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα αυξήθηκε κατά ένα μέσο ποσοστό της τάξεως του 37%, 62% και 98% με μικρή διακύμανση στις δόσεις brivaracetam των 50 mg/ημέρα, 100 mg/ημέρα και 200 mg/ημέρα, αντίστοιχα. Δεν παρατηρήθηκαν κίνδυνοι αναφορικά με την ασφάλεια. Δεν παρατηρήθηκε αθροιστική δράση του brivaracetam και του βαλπροϊκού στην AUC της εποξειδικής καρβαμαζεπίνης.

Από στόματος λαμβανόμενα αντισυλληπτικά

Η συγχορήγηση του brivaracetam (100 mg/ημέρα) με ένα από στόματος λαμβανόμενο αντισυλληπτικό που περιέχει αιθινυλοιστραδιόλη (0,03 mg) και λεβονοργεστρέλη (0,15 mg) δεν επηρέασε τη φαρμακοκινητική καμίας από τις δύο ουσίες. Όταν το brivaracetam συγχορηγήθηκε στη δόση των 400 mg/ημέρα (δύο φορές τη μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση) με ένα από στόματος λαμβανόμενο αντισυλληπτικό που περιέχει αιθινυλοιστραδιόλη (0,03 mg) και λεβονοργεστρέλη (0,15 mg), παρατηρήθηκε μείωση της AUC των οιστρογόνων και της προγεστίνης κατά 27% και 23%, αντίστοιχα, χωρίς επίδραση στην καταστολή της ωορρηξίας. Γενικά, δεν παρατηρήθηκε μεταβολή των προφίλ συγκέντρωσης-χρόνου των ενδογενών δεικτών οιστραδιόλη, προγεστερόνη, ωχρινοτρόπος ορμόνη (LH), ωοθυλακιοτρόπος ορμόνη (FSH), και σφαιρίνη που δεσμεύει τις γεννητικές ορμόνες (SHBG).

sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-BRIVIACT
expand_more

Περίληψη του προφίλ ασφάλειας

Σε όλες τις ελεγχόμενες και μη ελεγχόμενες μελέτες σε ασθενείς με επιληψία, 2.388 ασθενείς έλαβαν brivaracetam, από τους οποίους 1.740 έλαβαν θεραπεία για διάστημα ≥6 μηνών, 1.363 για διάστημα ≥12 μηνών, 923 για διάστημα ≥24 μηνών και 569 για διάστημα ≥60 μηνών (5 έτη).

Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες (>10%) με τη θεραπεία με brivaracetam ήταν: υπνηλία (14,3%) και ζάλη (11,0%). Αυτές ήταν συνήθως ήπιας έως μέτριας έντασης. Η επίπτωση της υπνηλίας και της κόπωσης (8,2%) αναφέρθηκε ως υψηλότερη με την αύξηση της δόσης. Ο τύπος των ανεπιθύμητων ενεργειών που αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια των πρώτων 7 ημερών της θεραπείας ήταν παρόμοιος με αυτόν που αναφέρθηκε για τη συνολική περίοδο της θεραπείας.

Το ποσοστό διακοπής λόγω ανεπιθύμητων αντιδράσεων ήταν 3,5%, 3,4% και 4,0% για τους ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν brivaracetam στη δόση των 50 mg/ημέρα, 100 mg/ημέρα και 200 mg/ημέρα, αντίστοιχα, και 1,7% για τους ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν προς λήψη εικονικού φαρμάκου. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που οδήγησαν πιο συχνά σε διακοπή της θεραπείας με brivaracetam ήταν ζάλη (0,8%) και σπασμοί (0,8%).

Κατάλογος των ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα

Στον παρακάτω πίνακα, οι ανεπιθύμητες ενέργειες που προσδιορίστηκαν με βάση την επισκόπηση της βάσης δεδομένων ασφάλειας τριών ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο, σταθερής δόσης μελετών σε ασθενείς ηλικίας ≥ 16 ετών, παρατίθενται κατά κατηγορία οργανικού συστήματος και συχνότητας.

Οι συχνότητες ορίζονται ως εξής: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100). Σε κάθε ομάδα συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται με σειρά φθίνουσας σοβαρότητας.

Κατηγορία οργανικού συστήματος Συχνότητα Ανεπιθύμητες ενέργειες από κλινικές μελέτες
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Συχνές Γρίπη, Λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Όχι συχνές Ουδετεροπενία
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Συχνές Μειωμένη όρεξη
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Όχι συχνές Υπερευαισθησία τύπου Ι
Ψυχιατρικές διαταραχές Συχνές Κατάθλιψη, άγχος, αϋπνία, ευερεθιστότητα
Όχι συχνές Ιδεασμός αυτοκτονίας, ψυχωσική διαταραχή, επιθετικότητα, διέγερση
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Πολύ συχνές Ζάλη, υπνηλία
Συχνές Σπασμοί, ίλιγγος
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου Συχνές Βήχας
Διαταραχές του γαστρεντερικού Συχνές Ναυτία, έμετος, δυσκοιλιότητα
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Συχνές Κόπωση

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

Ουδετεροπενία έχει αναφερθεί στο 0,5% (6/1.099) των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με brivaracetam και στο 0% (0/459) των ασθενών που αντιμετωπίστηκαν με εικονικό φάρμακο. Τέσσερις από αυτούς τους ασθενείς είχαν μειωμένο αρχικό αριθμό ουδετερόφιλων και παρουσίασαν επιπρόσθετη μείωση του αριθμού των ουδετερόφιλων μετά την έναρξη της θεραπείας με brivaracetam. Κανένα από τα 6 περιστατικά ουδετεροπενίας δεν ήταν βαριάς μορφής, δεν χρειάστηκε κάποια ειδική θεραπεία και δεν οδήγησε σε διακοπή του brivaracetam και σε κανέναν δεν εμφανίστηκαν σχετιζόμενες λοιμώξεις.

Ιδεασμός αυτοκτονίας έχει αναφερθεί στο 0,3% (3/1.099) των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με brivaracetam και στο 0,7% (3/459) των ασθενών που έλαβαν με εικονικό φάρμακο. Στις βραχυπρόθεσμες κλινικές μελέτες χορήγησης του brivaracetam σε ασθενείς με επιληψία, δεν σημειώθηκαν περιπτώσεις ολοκληρωμένης αυτοκτονίας και απόπειρας αυτοκτονίας, ωστόσο αμφότερα τα συμβάντα έχουν αναφερθεί σε ανοικτές μελέτες επέκτασης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Ανεπιθύμητες ενέργειες που υποδεικνύουν άμεση (Τύπου Ι υπερευαισθησία) έχουν αναφερθεί σε ένα μικρό αριθμό ασθενών που έλαβαν θεραπεία με brivaracetam (9/3.022) κατά τη διάρκεια της κλινικής ανάπτυξης.

Ανοικτές μελέτες επέκτασης

Στους ασθενείς που παρακολουθήθηκαν στις ανοικτές μελέτες επέκτασης για χρονικό διάστημα έως και 8 έτη, το προφίλ ασφάλειας ήταν παρόμοιο με εκείνο που παρατηρήθηκε στις βραχυπρόθεσμες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Το προφίλ ασφαλείας του brivaracetam που παρατηρήθηκε σε παιδιά συνάδει με το προφίλ ασφαλείας που παρατηρήθηκε σε ενήλικες. Στις ανοιχτές, μη ελεγχόμενες, μελέτες μακροχρόνιας παρακολούθησης, αυτοκτονικός ιδεασμός αναφέρθηκε στο 4,7% των παιδιατρικών ασθενών (συχνότερα σε εφήβους) σε σύγκριση με το 2,4% των ενηλίκων και συμπεριφορικές διαταραχές αναφέρθηκαν στο 24,8% των παιδιατρικών ασθενών σε σύγκριση με το 15,1% των ενηλίκων. Η πλειονότητα των συμβάντων είχαν ήπια ή μέτρια ένταση, ήταν μη σοβαρά και δεν οδήγησαν στη διακοπή του φαρμάκου της μελέτης. Μία επιπλέον ανεπιθύμητη αντίδραση που αναφέρθηκε σε παιδιά ήταν η ψυχοκινητική υπερδραστηριότητα (4,7%).

Τα δεδομένα ασφάλειας από ανοικτές μελέτες σε παιδιά ηλικίας 1 μηνός έως <4 ετών είναι περιορισμένα. Υπάρχουν περιορισμένα διαθέσιμα δεδομένα για τη νευροανάπτυξη σε παιδιά ηλικίας <4 ετών. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα σε νεογνά.

Ηλικιωμένοι

Από τους 130 ηλικιωμένους ασθενείς που εντάχθηκαν στο πρόγραμμα ανάπτυξης φάσης 2/3 του brivaracetam (44 με επιληψία), οι 100 ήταν ηλικίας 65-74 ετών ενώ οι 30 ήταν ηλικίας 75-84 ετών. Το προφίλ ασφάλειας σε ηλικιωμένους ασθενείς φαίνεται να είναι παρόμοιο με εκείνο που έχει παρατηρηθεί σε νεότερους ενήλικες ασθενείς.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-BRIVIACT
expand_more

Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία

Οι ιατροί θα πρέπει να συζητούν για τον οικογενειακό προγραμματισμό και την αντισύλληψη με τις γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία που λαμβάνουν brivaracetam (βλ. Κύηση). Εάν μια γυναίκα αποφασίσει να μείνει έγκυος, η χρήση του brivaracetam πρέπει να επαναξιολογηθεί προσεκτικά.

Κύηση

Κίνδυνος σχετιζόμενος με την επιληψία και τα αντιεπιληπτικά φαρμακευτικά προϊόντα γενικώς Για όλα τα αντιεπιληπτικά φάρμακα, έχει αποδειχθεί ότι στους απογόνους γυναικών που λαμβάνουν θεραπεία για επιληψία, ο επιπολασμός δυσπλασιών είναι δύο έως τρεις φορές υψηλότερος από το ποσοστό 3% που ισχύει κατά προσέγγιση στο γενικό πληθυσμό. Στον πληθυσμό ασθενών που έλαβαν θεραπεία, παρατηρήθηκε αύξηση των δυσπλασιών με πολυθεραπεία: ωστόσο, ο βαθμός στον οποίο ευθύνονται η θεραπεία και/ή η υποκείμενη πάθηση δεν έχει διευκρινισθεί. Η διακοπή της αντιεπιληπτικής αγωγής μπορεί να οδηγήσει σε επιδείνωση της νόσου, η οποία ενδέχεται να βλάψει τη μητέρα και το έμβρυο.

Κίνδυνος που σχετίζεται με το brivaracetam Τα δεδομένα από τη χρήση του brivaracetam στις έγκυες γυναίκες είναι περιορισμένα. Δεν διατίθενται δεδομένα σχετικά με τη μεταφορά μέσω του πλακούντα στον άνθρωπο, αλλά το brivaracetam έχει αποδειχθεί ότι διασχίζει αμέσως τον πλακούντα στους αρουραίους (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος. Σε μελέτες σε ζώα δεν ανιχνεύτηκε ενδεχόμενη τερατογόνος δράση του brivaracetam (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Στις κλινικές μελέτες, το brivaracetam χρησιμοποιήθηκε ως συμπληρωματική θεραπεία και όταν χορηγήθηκε μαζί με καρβαμαζεπίνη, επήγαγε δοσοεξαρτώμενη αύξηση της συγκέντρωσης του ενεργού μεταβολίτη, της εποξειδικής καρβαμαζεπίνης (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για τον προσδιορισμό της κλινικής σημασίας αυτής της επίδρασης στην κύηση. Ως προληπτικό μέτρο, το brivaracetam δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης, εκτός εάν είναι κλινικά απαραίτητο (δηλ. εάν το όφελος για τη μητέρα υπερτερεί σαφώς του ενδεχόμενου κινδύνου για το έμβρυο).

Θηλασμός

Δεν είναι γνωστό εάν το brivaracetam απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Μελέτες σε αρουραίους έχουν δείξει ότι το brivaracetam απεκκρίνεται στο γάλα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί το brivaracetam, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του φαρμακευτικού προϊόντος για τη μητέρα. Σε περίπτωση συγχορήγησης του brivaracetam με καρβαμαζεπίνη, υπάρχει το ενδεχόμενο αύξησης της ποσότητας της εποξειδικής καρβαμαζεπίνης που απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για να προσδιοριστεί η κλινική σημασία αυτού.

Γονιμότητα

Δεν διατίθενται δεδομένα στον άνθρωπο για την επίδραση του brivaracetam στη γονιμότητα. Στους αρουραίους, δεν παρατηρήθηκε επίδραση στη γονιμότητα με το brivaracetam (βλ. Προκλινικά δεδομένα).

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-BRIVIACT
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντιεπιληπτικά, άλλα αντιεπιληπτικά, κωδικός ATC: N03AX23

Μηχανισμός δράσης

Το brivaracetam εμφανίζει υψηλή και εκλεκτική συγγένεια για την πρωτεΐνη 2A (SV2A) των συναπτικών κυστιδίων, μία διαμεμβρανική γλυκοπροτεΐνη που απαντάται σε προσυναπτικό επίπεδο στους νευρώνες και στα ενδοκρινικά κύτταρα. Παρόλο που ο ακριβής ρόλος αυτής της πρωτεΐνης δεν έχει ακόμη αποσαφηνιστεί, έχει αποδειχθεί ότι ρυθμίζει την εξωκύττωση των νευροδιαβιβαστών. Η σύνδεση στην SV2A πιστεύεται ότι αποτελεί τον κύριο μηχανισμό της αντισπασμωδικής δράσης του brivaracetam.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Η αποτελεσματικότητα του brivaracetam ως συμπληρωματική θεραπεία για την αντιμετώπιση των επιληπτικών κρίσεων εστιακής έναρξης (POS) τεκμηριώθηκε σε 3 τυχαιοποιημένες, διπλά τυφλές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, σταθερής δόσης, πολυκεντρικές μελέτες σε άτομα ηλικίας 16 ετών και άνω. Η ημερήσια δόση του brivaracetam κυμάνθηκε από 5 έως 200 mg/ημέρα σε όλες αυτές τις μελέτες. Όλες οι μελέτες είχαν μία αρχική περίοδο αναφοράς διάρκειας 8 εβδομάδων ακολουθούμενη από μία περίοδο θεραπείας 12 εβδομάδων χωρίς τιτλοποίηση προς τα άνω. 1.558 ασθενείς έλαβαν το φάρμακο της μελέτης εκ των οποίων 1.099 έλαβαν brivaracetam. Προκειμένου να πληρούνται τα κριτήρια ένταξης στη μελέτη απαιτείτο όλοι οι ασθενείς να εμφανίζουν μη ελεγχόμενες κρίσεις εστιακής έναρξης (POS) παρά τη θεραπεία με 1 ή 2 συγχορηγούμενα AEΦ. Οι ασθενείς έπρεπε να έχουν τουλάχιστον 8 POS κατά τη διάρκεια της αρχικής περιόδου αναφοράς. Τα κύρια καταληκτικά σημεία στις φάσης 3 μελέτες ήταν το ποσοστό μείωσης της συχνότητας των POS έναντι του εικονικού φαρμάκου και το ποσοστό των ασθενών με ανταπόκριση 50% με βάση μία μείωση 50% της συχνότητας των POS από την έναρξη της μελέτης.

Τα πιο συχνά λαμβανόμενα AEΦ κατά τη στιγμή της ένταξης στη μελέτη ήταν καρβαμαζεπίνη (40,6%), λαμοτριγίνη (25,2%), βαλπροϊκό (20,5%), οξκαρβαζεπίνη (16,0%), τοπιραμάτη (13,5%), φαινυτοΐνη (10,2%) και λεβετιρακετάμη (9,8%). Η διάμεση συχνότητα των επιληπτικών κρίσεων κατά την αρχική περίοδο αναφοράς και στις 3 μελέτες ήταν 9 επιληπτικές κρίσεις ανά 28 ημέρες. Οι ασθενείς είχαν μέση διάρκεια επιληψίας περίπου 23 έτη.

Πίνακας 2: Κύριες εκβάσεις αποτελεσματικότητας ως προς τη συχνότητα επιληπτικών κρίσεων εστιακής έναρξης ανά 28 ημέρες

Μελέτη Εικονικό φάρμακο Brivaracetam 50 mg/ημέρα Brivaracetam 100 mg/ημέρα Brivaracetam 200 mg/ημέρα
Μελέτη N01253(1) n = 96 16,7 32,7* (p=0,008) ~ ~
Ποσοστό ασθενών με ανταπόκριση 50% Δ/Ε 22.0* (p=0,004) ~ ~
Ποσοστό μείωσης έναντι του εικονικού φαρμάκου (%) Δ/Ε ~ ~
Μελέτη N01252(1) n = 100 20,0 ~ 27,3 36,0(2) (p=0,023)
Ποσοστό ασθενών με ανταπόκριση 50% Δ/Ε ~ 9,2 20,5(2) (p=0,010)
Ποσοστό μείωσης έναντι του εικονικού φαρμάκου (%) Δ/Ε ~ ~
Μελέτη N01358 n = 259 21,6 ~ 38,9* (p<0,001) 37,8* (p<0,001)
Ποσοστό ασθενών με ανταπόκριση 50% Δ/Ε ~ 22,8* (p<0,001) 23,2* (p<0,001)
Ποσοστό μείωσης έναντι του εικονικού φαρμάκου (%) Δ/Ε ~ ~
  • n = τυχαιοποιημένοι ασθενείς που έλαβαν τουλάχιστον 1 δόση της φαρμακευτικής αγωγής της μελέτης
  • ~ Η δόση δεν περιλαμβάνεται στη μελέτη
    • Στατιστικά σημαντικό
  • (1) Περίπου το 20% των ασθενών λάμβαναν ταυτόχρονα λεβετιρακετάμη
  • (2) Η κύρια έκβαση για τη μελέτη N01252 δεν πέτυχε στατιστική σημαντικότητα με βάση τη διαδικασία διαδοχικού ελέγχου. Η δόση των 100 mg/ημέρα ήταν ονομαστικά σημαντική.

Συνολικά, το brivaracetam ήταν αποτελεσματικό για την επικουρική θεραπεία των επιληπτικών κρίσεων εστιακής έναρξης σε ασθενείς ηλικίας 16 ετών και άνω μεταξύ των 50 mg/ημέρα και των 200 mg/ημέρα.

Στις κλινικές μελέτες, η μείωση της συχνότητας των επιληπτικών κρίσεων έναντι του εικονικού φαρμάκου ήταν υψηλότερη με τη δόση των 100 mg/ημέρα από ότι με τη δόση των 50 mg/ημέρα. Εκτός από τις δοσοεξαρτώμενες αυξήσεις της επίπτωσης της υπνηλίας και της κόπωσης, το brivaracetam στις δόσεις των 50 mg/ημέρα και 100 mg/ημέρα είχε παρόμοιο προφίλ ασφάλειας συμπεριλαμβανομένων των σχετιζόμενων με το ΚΝΣ AE και με τη μακροχρόνια χρήση.

Στην Εικόνα 1 παρουσιάζεται το ποσοστό των ασθενών (εξαιρουμένων εκείνων που λάμβαναν ταυτόχρονα λεβετιρακετάμη) ανά κατηγορία μείωσης, από την αρχική περίοδο αναφοράς, της συχνότητας των POS ανά 28 ημέρες και στις 3 μελέτες. Οι ασθενείς με αύξηση των POS μεγαλύτερη από 25% παρουσιάζονται στην αριστερή πλευρά ως «χειρότερη». Οι ασθενείς με βελτίωση της ποσοστιαίας μείωσης της αρχικής συχνότητας των POS παρουσιάζονται στις 4 δεξιές κατηγορίες. Τα ποσοστά των ασθενών με τουλάχιστον 50% μείωση της συχνότητας των επιληπτικών κρίσεων ήταν 20,3%, 34,2%, 39,5%, και 37,8% για το εικονικό φάρμακο, τα 50 mg/ημέρα, τα 100 mg/ημέρα και τα 200 mg/ημέρα, αντίστοιχα.

Σε μία συγκεντρωτική ανάλυση των τριών πιλοτικών μελετών, δεν παρατηρήθηκαν διαφορές στην αποτελεσματικότητα (μετράται ως ποσοστό ασθενών με ανταπόκριση 50%) εντός του δοσολογικού εύρους των 50 mg/ημέρα έως 200 mg/ημέρα όταν το brivaracetam συνδυάζεται με AEΦ που είναι ή όχι επαγωγείς. Στις κλινικές μελέτες, το 2,5% (4/161), το 5,1% (17/332) και το 4,0% (10/249) των ασθενών που έλαβαν brivaracetam 50 mg/ημέρα, 100 mg/ημέρα και 200 mg/ημέρα αντίστοιχα, δεν εκδήλωσαν επιληπτικές κρίσεις κατά τη διάρκεια της 12 εβδομάδων της περιόδου θεραπείας σε σύγκριση με το 0,5% (2/418) των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο.

Βελτίωση της ενδιάμεσης ποσοστιαίας μείωσης της συχνότητας των επιληπτικών κρίσεων ανά 28 ημέρες έχει παρατηρηθεί σε ασθενείς με επιληπτικές κρίσεις τύπου IC (δευτερεύουσες γενικευμένες τονικοκλονικές κρίσεις) που κατά την αρχική περίοδο αναφοράς έλαβαν θεραπεία με brivaracetam (στο 66,6% (n=62), στο 61,2% (n=100) και στο 82,1% (n=75) των ασθενών που έλαβαν brivaracetam 50 mg/ημέρα, 100 mg/ημέρα και 200 mg/ημέρα αντίστοιχα, σε σύγκριση με το 33,3% (n=115) των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο).

Η αποτελεσματικότητα του brivaracetam ως μονοθεραπεία δεν έχει τεκμηριωθεί. Το brivaracetam δεν συνιστάται για χρήση ως μονοθεραπεία.

Θεραπεία με λεβετιρακετάμη

Σε δύο φάσης 3, τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες, η λεβετιρακετάμη χορηγήθηκε ως συγχορηγούμενο AEΦ σε περίπου 20% των ασθενών. Παρά το γεγονός ότι ο αριθμός των ασθενών είναι περιορισμένος, δεν παρατηρήθηκε όφελος του brivaracetam έναντι του εικονικού φαρμάκου σε ασθενείς που έλαβαν ταυτόχρονη θεραπεία λεβετιρακετάμη, γεγονός το οποίο ενδέχεται να υποδηλώνει ανταγωνιστική δράση στον υποδοχές του SVA2A. Δεν παρατηρήθηκαν πρόσθετες ανησυχίες σχετικά με την ασφάλεια ή την ανοχή.

Σε μία τρίτη μελέτη, μία προκαθορισμένη ανάλυση κατέδειξε αποτελεσματικότητα έναντι του εικονικού φαρμάκου σε δόσεις 100 mg/ημέρα και 200 mg/ημέρα σε ασθενείς με προηγούμενη έκθεση στη λεβετιρακετάμη. Η μειωμένη αποτελεσματικότητα που παρατηρήθηκε σε αυτούς τους ασθενείς σε σχέση με τους ασθενείς που δεν έλαβαν ποτέ λεβετιρακετάμη πιθανώς οφείλεται στον υψηλότερο αριθμό προηγούμενων AEΦ που χρησιμοποιήθηκαν και στην υψηλότερη συχνότητα κρίσεων κατά την ένταξη.

Ηλικιωμένοι (ηλικίας 65 ετών και άνω)

Στις τρεις πιλοτικές, διπλά τυφλές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες συμπεριλήφθηκαν 38 ηλικιωμένοι ασθενείς ηλικίας μεταξύ 65 και 80 ετών. Παρά το γεγονός ότι τα δεδομένα είναι περιορισμένα, η αποτελεσματικότητα ήταν συγκρίσιμη με εκείνη που παρατηρήθηκε σε νεότερους ασθενείς.

Ανοικτές μελέτες επέκτασης

Σε όλες τις μελέτες, το 81,7% των ασθενών που ολοκλήρωσαν τις τυχαιοποιημένες μελέτες εντάχθηκαν στις μακροχρόνιες ανοικτές μελέτες επέκτασης. Από την ένταξη στις τυχαιοποιημένες μελέτες, το 5,3% των ασθενών που εκτέθηκαν στο brivaracetam για 6 μήνες (n=1.500) ήταν ελεύθεροι κρίσεων σε σύγκριση με το 4,6% και το 3,7% των ασθενών που εκτέθηκαν για 12 μήνες (n=1.188) και 24 μήνες (n=847), αντίστοιχα. Εντούτοις, καθώς ένα μεγάλο μέρος των συμμετεχόντων (26%) εγκατέλειψε τις ανοικτές μελέτες λόγω έλλειψης αποτελεσματικότητας, είναι πιθανό να σημειώθηκε απόκλιση επιλογής, καθώς οι συμμετέχοντες που παρέμειναν στη μελέτη ανταποκρίθηκαν καλύτερα από αυτούς που την εγκατέλειψαν.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Σε παιδιά ηλικίας 4 ετών και άνω, οι κρίσεις εστιακής έναρξης έχουν παρόμοια κλινική έκφραση με εκείνες των εφήβων και των ενηλίκων. Η εμπειρία με τα φάρμακα κατά της επιληψίας υποδηλώνει ότι τα αποτελέσματα των μελετών αποτελεσματικότητας που πραγματοποιούνται σε ενήλικες μπορούν να παρεκταθούν για παιδιά ηλικίας κάτω των 4 ετών υπό την προϋπόθεση ότι τεκμηριώνονται οι προσαρμογές της παιδιατρικής δόσης και έχει επιδειχθεί ασφάλεια (βλ. Φαρμακοκινητικές και Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι δόσεις σε ασθενείς ηλικίας από 4 ετών ορίστηκαν από προσαρμογές δόσεις με βάση το βάρος που έχουν τεκμηριωθεί ώστε να επιτευχθούν παρόμοιες συγκεντρώσεις πλάσματος με εκείνες που παρατηρούνται σε ενήλικες που λαμβάνουν αποτελεσματικές δόσεις (βλ. Φαρμακοκινητικές).

Μία μακροχρόνια, μη ελεγχόμενη ανοιχτή μελέτη ασφαλείας που περιλαμβάνει παιδιά (από 4 ετών έως 16 ετών) τα οποία συνέχισαν τη θεραπεία αφού ολοκλήρωσαν τη μελέτη ΦΚ (βλ. Φαρμακοκινητικές) και παιδιά που εντάχθηκαν απευθείας στη μελέτη ασφαλείας. Τα παιδιά που εντάχθηκαν απευθείας έλαβαν αρχική δόση brivaracetam του 1 mg/κιλό/ημέρα και ανάλογα με την ανταπόκριση και την ανοχή η δόση αυξήθηκε έως 5 mg/κιλό/ημέρα διπλασιάζοντας τη δόση σε εβδομαδιαία διαστήματα. Κανένα παιδί δεν έλαβε δόση μεγαλύτερη από 200 mg/ημέρα. Για παιδιά βάρους 50 kg ή περισσότερο στα οποία η αρχική δόση του brivaracetam ήταν 50 mg/ημέρα και με βάση την ανταπόκριση και την ανοχή, η δόση αυξήθηκε έως 200 mg/ημέρα κατά το μέγιστο με εβδομαδιαίες αυξήσεις των 50 mg/ημέρα.

Από τις συγκεντρωτικές ανοιχτές μελέτες για την ασφάλεια και τη ΦΚ σε στην συμπληρωματική θεραπεία, 149 παιδιά με κρίσεις εστιακής έναρξης έχουν λάβει brivaracetam, εκ των οποίων τα 116 έλαβαν θεραπεία για ≥6 μήνες, 107 για ≥12 μήνες, 58 για ≥24 μήνες και 28 για ≥36 μήνες.

Η αποτελεσματικότητα και η ανοχή του brivaracetam σε παιδιατρικούς ασθενείς κάτω των 4 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί (βλ. Δοσολογία). Το brivaracetam αξιολογήθηκε σε αυτούς τους ασθενείς σε μία βραχυπρόθεσμη ανοικτή μελέτη φαρμακοκινητικής και σε μία εν εξελίξει ανοικτή μελέτη επέκτασης, σε 16 ασθενείς ηλικίας 1 μηνός έως <4 ετών (βλ. Φαρμακοκινητικές).

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το brivaracetam σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στην επιληψία με επιληπτικές κρίσεις εστιακής έναρξης.

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-BRIVIACT
expand_more

Τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία, το πόσιμο διάλυμα και το διάλυμα για ενδοφλέβια ένεση brivaracetam παρουσιάζουν την ίδια AUC, ενώ η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα είναι ελαφρώς υψηλότερη μετά από ενδοφλέβια χορήγηση. Το brivaracetam επιδεικνύει γραμμική και μη εξαρτώμενη από το χρόνο φαρμακοκινητική, με χαμηλή διακύμανση μεταξύ των ασθενών και στον ίδιο τον ασθενή, καθώς και πλήρη απορρόφηση, πολύ χαμηλή σύνδεση σε πρωτεΐνες, νεφρική απέκκριση κατόπιν εκτεταμένου βιομετασχηματισμού και φαρμακολογικά ανενεργούς μεταβολίτες.

Απορρόφηση

Η απορρόφηση του brivaracetam είναι ταχεία και πλήρης μετά την από στόματος χορήγηση, ενώ η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 100%. Ο διάμεσος tmax για τα δισκία που λαμβάνονται χωρίς τροφή είναι 1 ώρα (το εύρος tmax είναι 0,25 έως 3 ώρες). Η συγχορήγηση με γεύμα πλούσιο σε λιπαρά επιβράδυνε το ρυθμό απορρόφησης (διάμεσος tmax 3 ώρες) και μείωσε τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (χαμηλότερη κατά 37%) του brivaracetam, ενώ ο βαθμός της απορρόφησης παρέμεινε αμετάβλητος.

Κατανομή

Το brivaracetam συνδέεται ασθενώς (≤20%) με πρωτεΐνες του πλάσματος. Ο όγκος κατανομής είναι 0,5 L/kg, μία τιμή που είναι κοντά σε αυτή του συνολικού όγκου νερού του σώματος. Λόγω των λιπόφιλων ιδιοτήτων του (Log P) το brivaracetam εμφανίζει υψηλή διαπερατότητα στην κυτταρική μεμβράνη.

Βιομετασχηματισμός

Το brivaracetam μεταβολίζεται κυρίως μέσω υδρόλυσης της αμιδικής ομάδας προς σχηματισμό του αντίστοιχου καρβοξυλικού οξέος (περίπου 60% της αποβολής) και, δευτερευόντως, μέσω υδροξυλίωσης στην προπυλική πλευρική άλυσο (περίπου 30% της αποβολής). Η υδρόλυση της αμιδικής ομάδας που οδηγεί στο μεταβολίτη καρβοξυλικού οξέος (34% της δόσης στα ούρα) υποστηρίζεται από ηπατική και εξω-ηπατική αμιδάση. In vitro, η υδροξυλίωση του brivaracetam διαμεσολαβείται κυρίως από το CYP2C19. Αμφότεροι οι μεταβολίτες μεταβολίζονται περαιτέρω προς σχηματισμό ενός τυπικού υδροξυλιωμένου οξέος που σχηματίζεται κυρίως από την υδροξυλίωση της προπυλικής πλευρικής αλύσου στον μεταβολίτη καρβοξυλικού οξέος (κυρίως από το CYP2C9). In vivo, σε ανθρώπους που έχουν αναποτελεσματικές μεταλλάξεις του CYP2C19, η μείωση της παραγωγής του υδροξυ-μεταβολίτη είναι δεκαπλάσια, ενώ το ίδιο το brivaracetam αυξάνεται κατά 22% ή 42% σε άτομα με το ένα ή και με τα δύο μεταλλαγμένα αλληλόμορφα. Οι τρεις μεταβολίτες δεν είναι φαρμακολογικά ενεργοί.

Αποβολή

Το brivaracetam αποβάλλεται κυρίως μέσω μεταβολισμού και απέκκρισης στα ούρα. Πάνω από το 95% της δόσης, συμπεριλαμβανομένων των μεταβολιτών, απεκκρίνεται στα ούρα εντός 72 ωρών μετά τη λήψη. Λιγότερο από 1% της δόσης απεκκρίνεται στα κόπρανα, ενώ λιγότερο από 10% του brivaracetam απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα. Η τελική ημίσεια ζωή (t1/2) στο πλάσμα είναι περίπου 9 ώρες. Η ολική κάθαρση στο πλάσμα στους ασθενείς υπολογίστηκε σε 3,6 L/h.

Γραμμικότητα

Η φαρμακοκινητική είναι ανάλογη της δόσης από τα 10 έως τουλάχιστον τα 600 mg.

Αλληλεπιδράσεις με φαρμακευτικά προϊόντα

Το brivaracetam αποβάλλεται μέσω πολλαπλών οδών όπως η νεφρική απέκκριση, η μη ρυθμιζόμενη από το CYP υδρόλυση και οι επαγόμενες από το CYP οξειδώσεις. In vitro, το brivaracetam δεν αποτελεί υπόστρωμα της P-γλυκοπρωτεΐνης (P-gp) και των πολυφαρμακο-ανθεκτικών πρωτεϊνών (MRP) 1 και 2 στον άνθρωπο και πιθανόν των μη οργανικών ανιόνων μεταφορέων πολυπεπτιδίου 1Β1 (OATP1B1) και OATP1B3. Δοκιμασίες in vitro έδειξαν ότι η κατανομή του brivaracetam δεν πρέπει να επηρεάζεται σημαντικά από οποιονδήποτε αναστολέα του CYP (π.χ., CYP1A, 2C8, 2C9, 2D6 και 3A4) In vitro, όταν το brivaracetam χορηγήθηκε σε κλινικά θεραπευτικά επίπεδα, δεν έδρασε σαν αναστολέας των ενζύμων CYP1A2, 2A6, 2B6, 2C8, 2C9, 2D6, 3A4, ή των μεταφορέων P-gp, BCRP, BSEP MRP2, MATE-K, MATE-1, OATP1B1, OATP1B3, OAT1 και OCT1. In vitro, το brivaracetam δεν επήγαγε το CYP1A2. In vitro, το brivaracetam επήγαγε τα CYP3A4 και CYP2B6.

Φαρμακοκινητική σε ειδικές ομάδες ασθενών

Ηλικιωμένοι (ηλικίας 65 ετών και άνω)

Σε μία μελέτη σε ηλικιωμένους ασθενείς (ηλικίας 65 έως 79 ετών με κάθαρση κρεατινίνης 53 έως 98 ml/min/1,73 m²) που έλαβαν δις ημερησίως brivaracetam 400 mg/ημέρα, η ημίσεια ζωή του brivaracetam στο πλάσμα ήταν 7,9 ώρες και 9,3 ώρες στις ομάδες ηλικίας 65 έως 75 και >75 ετών, αντίστοιχα. Η κάθαρση του brivaracetam στο πλάσμα σε σταθεροποιημένη κατάσταση ήταν παρόμοια (0,76 ml/min/kg) με εκείνη που παρατηρήθηκε σε νεαρούς υγιείς άνδρες (0,83 ml/min/kg) (βλ. Δοσολογία).

Νεφρική δυσλειτουργία

Μία μελέτη σε άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <30 ml/min/1,73 m² χωρίς ανάγκη αιμοδιύλισης) αποκάλυψε ότι η AUC του brivaracetam στο πλάσμα ήταν μετρίως αυξημένη (+21%) σε σύγκριση με τα υγιή άτομα στην ομάδα ελέγχου, ενώ η AUC των μεταβολιτών οξέος, υδροξυ- και υδροξυοξέος αυξήθηκε κατά 3-, 4- και 21 φορές, αντίστοιχα. Η νεφρική κάθαρση αυτών των μη ενεργών μεταβολιτών μειώθηκε κατά 10 φορές. Ο μεταβολίτης υδροξυοξέος δεν αποκάλυψε ζητήματα ασφάλειας σε μη κλινικές μελέτες. Το brivaracetam δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση (βλ. Δοσολογία).

Ηπατική δυσλειτουργία

Μία μελέτη φαρμακοκινητικής σε ασθενείς με κίρρωση του ήπατος (βαθμολογία Child-Pugh A, B και C) έδειξε παρόμοια αύξηση της έκθεσης στο brivaracetam ανεξαρτήτως της βαρύτητας της νόσου (50%, 57% και 59%), σε σχέση με τις αντίστοιχες ομάδες ελέγχου με υγιή άτομα. (βλ. Δοσολογία)

Παιδιατρικός πληθυσμός

Σε μία φαρμακοκινητική μελέτη με περίοδο αξιολόγησης 3 εβδομάδων και εβδομαδιαία σταθερή τιτλοποίηση 3 βημάτων χρησιμοποιώντας το πόσιμο διάλυμα brivaracetam, αξιολογήθηκαν 99 ασθενείς ηλικίας από 1 μηνός έως <16 ετών. Το brivaracetam χορηγήθηκε σε εβδομαδιαία αυξανόμενες δόσεις κατά περίπου 1 mg/κιλό/ημέρα, 2 mg/κιλό/ημέρα, και 4 mg/κιλό/ημέρα. Όλες οι δόσεις προσαρμόστηκαν ανά σωματικό βάρος και δεν ξεπέρασαν τα 50 mg/ημέρα, 100 mg/ημέρα και 200 mg/ημέρα κατά το μέγιστο. Στο τέλος της περιόδου αξιολόγησης, οι ασθενείς μπορεί να ήταν κατάλληλοι για είσοδο σε μία μελέτη μακροχρόνιας παρακολούθησης συνεχίζοντας με την τελευταία δόση που έλαβαν (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Έχει αποδειχθεί ότι οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα είναι ανάλογες της δόσης σε όλες τις ηλικιακές ομάδες. Ένα μοντέλο φαρμακοκινητικής πληθυσμού έδειξε ότι η δόση των 2,0 mg/kg δις ημερησίως παρέχει την ίδια μέση συγκέντρωση στο πλάσμα σε σταθεροποιημένη κατάσταση όπως και σε ενήλικες που λαμβάνουν 100 mg δις ημερησίως. Η εκτιμώμενη κάθαρση πλάσματος ήταν 1,61 L/h, 2,18 L/h και 3,19 L/h για παιδιά βάρους 20 kg, 30 kg και 50 kg, αντίστοιχα. Συγκριτικά, εκτιμάται ότι η κάθαρση πλάσματος ήταν 3,58 L/h σε ενήλικες ασθενείς (σωματικού βάρους 70 kg). Αυτήν τη στιγμή δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα για νεογνά.

Σωματικό βάρος

Η συγκέντρωση σε σταθεροποιημένη κατάσταση στο πλάσμα έχει υπολογιστεί ότι μειώνεται κατά 40% σε ένα εύρος σωματικού βάρους από 46 kg έως 115 kg. Ωστόσο, αυτή η διαφορά δεν θεωρείται κλινικά σημαντική.

Φύλο

Δεν υπάρχουν κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική του brivaracetam ως προς το φύλο.

Φυλή

Η φαρμακοκινητική του brivaracetam δεν επηρεάστηκε σημαντικά από τη φυλή (Καυκάσιοι, Ασιάτες) σε ένα μοντέλο φαρμακοκινητικής πληθυσμού από ασθενείς με επιληψία. Ο αριθμός ασθενών με άλλη εθνοτική προέλευση ήταν περιορισμένος.

Φαρμακοκινητικές/φαρμακοδυναμικές σχέσεις

Η EC50 (συγκέντρωση του brivaracetam στο πλάσμα που αντιστοιχεί στο 50% της μέγιστης αποτελεσματικότητας) υπολογίστηκε ότι είναι 0,57 mg/L. Αυτή η συγκέντρωση στο πλάσμα είναι ελαφρώς υψηλότερη από τη διάμεση έκθεση που προκύπτει μετά από δόσεις brivaracetam των 50 mg/ημέρα. Περαιτέρω μείωση της συχνότητας των επιληπτικών κρίσεων επιτυγχάνεται με αύξηση της δόσης στα 100 mg/ημέρα, ενώ σταθερή κατάσταση επιτυγχάνεται στα 200 mg/ημέρα.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

7-8 ώρες
PubChem

Δέσμευση πρωτεϊνών

<20%
PubChem

Απέκκριση

Νεφρά
PubChem
science
Εργαλεία & Οδηγίες Όλα →

Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης

📋 Επιληψία Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Εργασίας Νευρολογικών Νοσημάτων
🧮 Εργαλείο

Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:

  • ΒΗΜΑ Α2 N03AX23
    Ενήλικες — Εστιακές κρίσεις: Πρόσθετη αγωγή (επί μη ανταπόκρισης στη μονοθεραπεία)
    • Μη ανταπόκριση στη μονοθεραπεία 1ης/2ης επιλογής
    Δοσολογία: Τιτλοποίηση · Συνεχής

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
9837243
Μοριακός τύπος
C11H20N2O2
Μοριακό βάρος
212.29
IUPAC
(2S)-2-[(4R)-2-oxo-4-propylpyrrolidin-1-yl]butanamide
InChIKey
MSYKRHVOOPPJKU-BDAKNGLRSA-N
Κατάταξη MeSH

Κατάταξη MeSH Φαρμακολογίας

Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη των ΣΥΡΠΑΞΕΩΝ ή τη μείωση της σοβαρότητάς τους.