LACOSAMIDE
Λακοσαμίδη
**Λακοσαμίδη** * Αντιεπιληπτικό φάρμακο με υψηλή από του στόματος δραστικότητα, στερεοεκλεκτικότητα και αντισπασμωμικές δράσεις. * Μέσω αναστολής των αισθητηριακών νευρωνικών, δυναμοελεγχόμενων διαύλων νατρίου που μεσολαβούν τις αποκρίσεις του νευροπαθητικού πόνου, η …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
medication
SPC-JOSAMEC
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Δύο φορές την ημέρα
- Δόση έναρξης: 50 mg δύο φορές την ημέρα (100 mg/ημέρα)
- Τιτλοποίηση: Αυξήσεις κατά 50 mg δύο φορές την ημέρα (100 mg/ημέρα) σε εβδομαδιαία διαστήματα για ενήλικες/εφήβους ≥50 kg. Αυξήσεις κατά 2 mg/kg/ημέρα κάθε εβδομάδα για παιδιά <50 kg.
-
Έφηβοι και παιδιά με βάρος 50 kg ή περισσότερο, και ενήλικες (Μονοθεραπεία)Δόση50 mg δύο φορές την ημέρα (100 mg/ημέρα) αρχικά, αυξάνεται σε 100 mg δύο φορές την ημέρα (200 mg/ημέρα) μετά από μία εβδομάδα. Μπορεί επίσης να ξεκινήσει με 100 mg δύο φορές την ημέρα (200 mg/ημέρα).Μέγ. δόση600 mg/ημέρα (300 mg δύο φορές την ημέρα)Για ασθενείς που έχουν επιτύχει δόση μεγαλύτερη των 400 mg/ημέρα και χρειάζονται πρόσθετο αντιεπιληπτικό, θα πρέπει να ακολουθείται η δοσολογία για συμπληρωματική θεραπεία.
-
Έφηβοι και παιδιά με βάρος 50 kg ή περισσότερο, και ενήλικες (Συμπληρωματική θεραπεία)Δόση50 mg δύο φορές την ημέρα (100 mg/ημέρα) αρχικά, αυξάνεται σε 100 mg δύο φορές την ημέρα (200 mg/ημέρα) μετά από μία εβδομάδα.Μέγ. δόση400 mg/ημέρα (200 mg δύο φορές την ημέρα)
-
Έφηβοι και παιδιά με βάρος 50 kg ή περισσότερο, και ενήλικες (Δόση φόρτισης)Δόση200 mg εφάπαξ δόση φόρτισηςΘα ακολουθείται περίπου 12 ώρες μετά από δοσολογικό σχήμα συντήρησης 100 mg δύο φορές την ημέρα (200 mg/ημέρα). Να χορηγείται κάτω από ιατρική επίβλεψη λαμβάνοντας υπόψη την αυξημένη συχνότητα εμφάνισης σοβαρής καρδιακής αρρυθμίας και ανεπιθύμητων ενεργειών από το κεντρικό νευρικό σύστημα (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Η χορήγηση δόσης φόρτισης δεν έχει μελετηθεί σε οξείες καταστάσεις, όπως το status epilepticus.
-
Ηλικιωμένοι (ηλικίας άνω των 65 ετών)Δεν απαιτείται μείωση της δόσης. Πρέπει να εξεταστεί η σχετιζόμενη με την ηλικία μειωμένη νεφρική κάθαρση (βλ. νεφρική δυσλειτουργία και Φαρμακοκινητικές). Κλινικά δεδομένα σε δόσεις μεγαλύτερες από 400 mg/ημέρα είναι περιορισμένα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις, Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοδυναμικές).
-
Νεφρική δυσλειτουργία (Ήπια και μέτρια - CLCR >30 ml/min)Δεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης σε ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς. Σε παιδιατρικούς ασθενείς με βάρος 50 kg ή περισσότερο και σε ενήλικες ασθενείς, δόση φόρτισης 200 mg μπορεί να εξεταστεί, αλλά περαιτέρω τιτλοποίηση (>200 mg ημερησίως) θα πρέπει να πραγματοποιείται με προσοχή.
-
Νεφρική δυσλειτουργία (Σοβαρή - CLCR ≤30 ml/min ή νεφροπάθεια τελικού σταδίου) για παιδιατρικούς ασθενείς με βάρος 50 kg ή περισσότερο και ενήλικεςΜέγ. δόση250 mg/ημέραΗ τιτλοποίηση της δόσης θα πρέπει να πραγματοποιείται με προσοχή. Εάν ενδείκνυται δόση φόρτισης, θα πρέπει να χρησιμοποιείται μία αρχική δόση 100 mg που θα ακολουθείται από ένα σχήμα 50 mg δύο φορές ημερησίως για την πρώτη εβδομάδα.
-
Νεφρική δυσλειτουργία (Σοβαρή - CLCR ≤30 ml/min ή νεφροπάθεια τελικού σταδίου) για παιδιατρικούς ασθενείς με βάρος <50 kgΜέγ. δόσηΜείωση της μέγιστης δόσης κατά 25%
-
Όλοι οι ασθενείς με ανάγκη αιμοδιύλισηςΣυνιστάται συμπλήρωμα έως και 50% της διαιρεμένης ημερήσιας δόσης αμέσως μετά το τέλος της αιμοδιύλισης. Η θεραπεία σε ασθενείς με νεφροπάθεια τελικού σταδίου πρέπει να γίνεται με προσοχή.
-
Ηπατική δυσλειτουργία (Ήπια έως μέτρια) για παιδιατρικούς ασθενείς με βάρος 50 kg ή περισσότερο και ενήλικεςΜέγ. δόση300 mg/ημέραΗ τιτλοποίηση της δόσης πρέπει να γίνεται με προσοχή λαμβάνοντας υπόψη συνυπάρχουσα νεφρική δυσλειτουργία. Δόση φόρτισης 200 mg μπορεί να εξεταστεί, αλλά περαιτέρω τιτλοποίηση (>200 mg ημερησίως) θα πρέπει να πραγματοποιείται με προσοχή.
-
Ηπατική δυσλειτουργία (Ήπια έως μέτρια) για παιδιατρικούς ασθενείς με βάρος <50 kgΜέγ. δόσηΜείωση της μέγιστης δόσης κατά 25%
-
Ηπατική δυσλειτουργία (Σοβαρή)Η φαρμακοκινητική της λακοσαμίδης δεν έχει αξιολογηθεί. Να χορηγείται μόνο όταν τα αναμενόμενα θεραπευτικά οφέλη αντισταθμίζουν τους πιθανούς κινδύνους. Η δόση μπορεί να χρειαστεί προσαρμογή ενώ παρακολουθούνται προσεκτικά η δραστηριότητα της νόσου και οι πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες στον ασθενή.
-
Παιδιά (από την ηλικία των 4 ετών) και έφηβοι με βάρος μικρότερο από 50 kg (Μονοθεραπεία)Δόση2 mg/kg/ημέρα αρχικά, αυξάνεται σε 4 mg/kg/ημέρα μετά από μία εβδομάδα.Μέγ. δόση<40 kg: 12 mg/kg/ημέρα; ≥40 kg έως <50 kg: 10 mg/kg/ημέραΣυνιστάται έναρξη της θεραπείας με σιρόπι. Η δόση θα πρέπει να αυξηθεί σταδιακά έως ότου επιτευχθεί η βέλτιστη ανταπόκριση.
-
Παιδιά (από την ηλικία των 4 ετών) και έφηβοι με βάρος μικρότερο από 50 kg (Συμπληρωματική θεραπεία)Δόση2 mg/kg/ημέρα αρχικά, αυξάνεται σε 4 mg/kg/ημέρα μετά από μία εβδομάδα.Μέγ. δόση<20 kg: 12 mg/kg/ημέρα; ≥20 kg έως <30 kg: 10 mg/kg/ημέρα; ≥30 kg έως <50 kg: 8 mg/kg/ημέραΗ δόση θα πρέπει να προσαρμοστεί σταδιακά έως ότου επιτευχθεί η βέλτιστη ανταπόκριση. Λόγω αυξημένης κάθαρσης σε σύγκριση με τους ενήλικες.
-
Παιδιά (από την ηλικία των 4 ετών) και έφηβοι με βάρος μικρότερο από 50 kg (Δόση φόρτισης)Δεν έχει μελετηθεί σε παιδιά. Δε συνιστάται.
-
Παιδιά ηλικίας κάτω των 4 ετώνΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν ακόμη τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block
SPC-JOSAMEC
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Γνωστός κολποκοιλιακός αποκλεισμός δευτέρου ή τρίτου βαθμού.
warning
SPC-JOSAMEC
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Αυτοκτονικός ιδεασμός και συμπεριφοράπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με αντιεπιληπτικά φαρμακευτικά προϊόνταΟι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία αυτοκτονικού ιδεασμού και συμπεριφορών. Πρέπει να εξεταστεί η κατάλληλη θεραπεία. Αν εμφανιστούν σημεία, πρέπει να αναζητηθεί ιατρική συμβουλή.
-
Καρδιακός ρυθμός και αγωγιμότηταπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με υποκείμενες προαρρυθμικές καταστάσεις (π.χ. γνωστά προβλήματα καρδιακής αγωγιμότητας, σοβαρή καρδιοπάθεια, καρδιακές παθήσεις διαύλων νατρίου), ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν την καρδιακή αγωγιμότητα (αντιαρρυθμικά, αντιεπιληπτικά που αποκλείουν διαύλους νατρίου), και ηλικιωμένοι ασθενείς.Να χρησιμοποιείται με προσοχή. Οι ασθενείς πρέπει να γνωρίζουν τα συμπτώματα της καρδιακής αρρυθμίας και να αναζητήσουν άμεση ιατρική συμβουλή αν εμφανιστούν.
-
ΖάληπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν λακοσαμίδηΝα προσέχουν μέχρι να εξοικειωθούν με τις δυνητικές επιδράσεις του φαρμάκου.
-
Ενδεχόμενο έναρξης νέων ή επιδείνωσης των μυοκλονικών επιληπτικών κρίσεωνπροσοχήΠληθυσμόςΕνήλικες και παιδιατρικοί ασθενείς με PGTCSΤο όφελος του ελέγχου που παρατηρείται για έναν τύπο επιληπτικής κρίσης θα πρέπει να σταθμίζεται έναντι οποιασδήποτε επιδείνωσης που παρατηρείται σε άλλο τύπο επιληπτικής κρίσης.
-
Δυναμικό ηλεκτρο-κλινικής επιδείνωσης σε συγκεκριμένα παιδιατρικά επιληπτικά σύνδρομαπροσοχήΠληθυσμόςΠαιδιατρικοί ασθενείς με επιληπτικά σύνδρομα στα οποία ενδέχεται να συνυπάρχουν εστιακές και γενικευμένες επιληπτικές κρίσειςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν καθοριστεί.
-
ΈκδοχαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν σκευάσματα 100 mg & 150 mgΤο φαρμακευτικό προϊόν περιέχει Sunset yellow FCF (E 110), το οποίο μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις.
-
ΈκδοχαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν σκευάσματα 200 mgΤο φαρμακευτικό προϊόν περιέχει Ponceau 4R (E 124), το οποίο μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις.
swap_horiz
SPC-JOSAMEC
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που σχετίζονται με παράταση του PR (συμπεριλαμβανομένων αντιεπιληπτικών που αποκλείουν τους διαύλους νατρίου)ΠροσοχήΠαράταση του PRΣύστασηΧρήση με προσοχή. Ανάλυση υποομάδας δεν εντόπισε αυξημένη έκταση παράτασης του PR σε ασθενείς με ταυτόχρονη χορήγηση καρβαμαζεπίνης ή λαμοτριγίνης.
-
ΑντιαρρυθμικάΠροσοχήΠιθανή παράταση του PRΣύστασηΧρήση με προσοχή.
-
Μέτριοι αναστολείς του CYP2C19 (π.χ. ομεπραζόλη)ΑμελητέαΔεν οδηγεί σε κλινικώς σημαντική αλλαγή στην έκθεση σε λακοσαμίδη
-
Ισχυροί αναστολείς των CYP2C9 (π.χ. φλουκοναζόλη)ΠροσοχήΑυξημένη συστηματική έκθεση της λακοσαμίδηςΣύστασηΣυνιστάται προσοχή στην ταυτόχρονη θεραπεία.
-
ΠροσοχήΑυξημένη συστηματική έκθεση της λακοσαμίδηςΣύστασηΣυνιστάται προσοχή στην ταυτόχρονη θεραπεία.
-
Ισχυροί επαγωγείς ενζύμων (π.χ. ριφαμπικίνη, St John’s wort (Hypericum perforatum))ΠροσοχήΜπορεί να μειώσουν σε μέτριο βαθμό τη συστηματική έκθεση της λακοσαμίδηςΣύστασηΗ έναρξη ή η λήξη της θεραπείας με αυτούς τους επαγωγείς ενζύμων πρέπει να γίνεται προσεκτικά.
-
ΑμελητέαΔεν επηρέασε σημαντικά τις συγκεντρώσεις της καρβαμαζεπίνης. Οι συγκεντρώσεις της λακοσαμίδης δεν επηρεάστηκαν.
-
ΑμελητέαΔεν επηρέασε σημαντικά τις συγκεντρώσεις του βαλπροϊκού οξέος. Οι συγκεντρώσεις της λακοσαμίδης δεν επηρεάστηκαν.
-
Άλλα αντιεπιληπτικά φαρμακευτικά προϊόντα (π.χ. καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη, φαινοβαρβιτάλη) που είναι γνωστοί επαγωγείς ενζύμωνΠαρακολούθησηΜείωσε την ολική συστηματική έκθεση της λακοσαμίδης κατά 25% σε ενήλικες και 17% σε παιδιατρικούς ασθενείς.
-
Από του στόματος αντισυλληπτικά (αιθινυλοιστραδιόλη, λεβονοργεστρέλη)ΑμελητέαΔεν υπήρξε κλινικά σχετική αλληλεπίδραση. Δεν επηρεάστηκαν οι συγκεντρώσεις της προγεστερόνης.
-
ΑμελητέαΔεν είχε καμία επίδραση στη φαρμακοκινητική της.
-
ΑμελητέαΔεν παρατηρήθηκε κλινικά σχετική αλληλεπίδραση.
-
ΑμελητέαΔεν έχει ως αποτέλεσμα κλινικά σχετική αλλαγή στη φαρμακοκινητική και τη φαρμακοδυναμική της.
-
ΑλκοόλΠροσοχήΔεν μπορεί να αποκλειστεί φαρμακοδυναμική επίδραση.
sick
SPC-JOSAMEC
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Υπερευαισθησία στο φάρμακο
- Σύνδρομο DRESS
- Κνησμός
- Εξάνθημα
- Αγγειοοίδημα
- Κνίδωση
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Κατάθλιψη
- Συγχυτική κατάσταση
- Αϋπνία
- Επιθετικότητα
- Διέγερση
- Ευφορική διάθεση
- Ψυχωσική διαταραχή
- Απόπειρα αυτοκτονίας
- Αυτοκτονικός ιδεασμός
- Ψευδαίσθηση
- Μη φυσιολογική συμπεριφορά
- Ευερεθιστότητα
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Μυοκλονικές επιληπτικές κρίσεις
- Αταξία
- Διαταραχή ισορροπίας
- Επηρεασμένη μνήμη
- Γνωστική διαταραχή
- Υπνηλία
- Τρόμος
- Νυσταγμός
- Υπαισθησία
- Δυσαρθρία
- Διαταραχή προσοχής
- Παραισθησία
- Μη φυσιολογικός συντονισμός
- Δυσκινησία
- Σπασμός
- Λήθαργος
- Ίλιγγος
- Συγκοπή
- Αίσθημα μέθης
- Διπλωπία
- Θάμβος όρασης
- Εμβοές
- Κολποκοιλιακός αποκλεισμός
- Βραδυκαρδία
- Κολπική μαρμαρυγή
- Κολπικός πτερυγισμός
- Κοιλιακή ταχυαρρυθμία
- Ναυτία
- Έμετος
- Δυσκοιλιότητα
- Μετεωρισμός
- Δυσπεψία
- Ξηροστομία
- Διάρροια
- Μη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας
- Ηπατικό ένζυμο αυξημένο (> 2x ULN)
- Μυϊκοί σπασμοί
- Διαταραχή βαδίσματος
- Εξασθένηση
- Κόπωση
- Πυρεξία
- Ρινοφαρυγγίτιδα
- Φαρυγγίτιδα
- Μειωμένη όρεξη
- Πτώση
- Ρήξη δέρματος
- Μώλωπας
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΔιπλωπίαΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΖάληΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΑίσθημα μέθηςΝευρικό
-
ΣυχνέςΑταξίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΓνωστική διαταραχήΝευρικό
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχή βαδίσματοςΓενικές
-
ΣυχνέςΔιαταραχή ισορροπίαςΝευρικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχή προσοχήςΝευρικό
-
ΣυχνέςΔυσαρθρίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΕξασθένησηΓενικές
-
ΣυχνέςΕπηρεασμένη μνήμηΝευρικό
-
ΣυχνέςΕυερεθιστότηταΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΘάμβος όρασηςΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΛήθαργοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜη φυσιολογική συμπεριφοράΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΜυοκλονικές επιληπτικές κρίσειςΝευρικό
-
ΣυχνέςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΝυσταγμόςΝευρικό
-
ΣυχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΠτώσηΤραυματισμοί
-
ΣυχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
ΣυχνέςΡινοφαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΣυγχυτική κατάστασηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπαισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΦαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΑπόπειρα αυτοκτονίαςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑυτοκτονικός ιδεασμόςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΔιέγερσηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΔυσκινησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΕμβοέςΑυτί
-
Όχι συχνέςΕπιθετικότηταΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΕυφορική διάθεσηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΚολπική μαρμαρυγήΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΚολπικός πτερυγισμόςΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΚολποκοιλιακός αποκλεισμόςΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίαςΉπαρ
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογικός συντονισμόςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΣπασμόςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΣυγκοπήΝευρικό
-
Όχι συχνέςΨευδαίσθησηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΨυχωσική διαταραχήΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΗπατικό ένζυμο αυξημένο (> 2x ULN)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΚοιλιακή ταχυαρρυθμίαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΜώλωπαςΤραυματισμοί
-
Μη γνωστέςΡήξη δέρματοςΤραυματισμοί
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο DRESSΔέρμα
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Μη γνωστέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
pregnant_woman
SPC-JOSAMEC
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο.Για όλα τα αντιεπιληπτικά φαρμακευτικά προϊόντα, έχει αποδειχτεί ότι στους απογόνους γυναικών που λαμβάνουν θεραπεία για επιληψία, ο επιπολασμός δυσπλασιών είναι δύο έως τρεις φορές υψηλότερος από το ποσοστό 3% περίπου του γενικού πληθυσμού. Στον πληθυσμό που λαμβάνει θεραπεία, παρατηρήθηκε αύξηση των δυσπλασιών όταν λήφθηκαν πολλά φάρμακα, ωστόσο, ο βαθμός στον οποίο ευθύνονται η θεραπεία και/ή η νόσος δεν έχει διευκρινιστεί. Επίσης, η αποτελεσματική αντιεπιληπτική θεραπεία δεν πρέπει να διακόπτεται, καθώς η επιδείνωση της νόσου βλάπτει τόσο τη μητέρα όσο και το έμβρυο. Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τη χρήση της λακοσαμίδης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν τερατογόνες δράσεις σε αρουραίους ή κουνέλια, αλλά παρατηρήθηκε εμβρυοτοξικότητα σε αρουραίους και κουνέλια σε δόσεις που ήταν τοξικές για τη μητέρα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος. Εάν μια γυναίκα αποφασίσει να μείνει έγκυος, η χρήση του προϊόντος αυτού πρέπει να επαναξιολογηθεί προσεκτικά.
-
ΓαλουχίαΠρέπει να διακόπτεται.Δεν είναι γνωστό αν η λακοσαμίδη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Ο κίνδυνος για τα νεογέννητα/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί. Μελέτες σε ζώα έδειξαν ότι η λακοσαμίδη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα.
-
ΓονιμότηταΔεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες.Δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες στη γονιμότητα ή στην αναπαραγωγική ικανότητα αρσενικών ή θηλυκών αρουραίων σε δόσεις που προκαλούν επίπεδα έκθεσης στο πλάσμα (AUC) μέχρι το 2πλάσιο περίπου των επιπέδων έκθεσης στο πλάσμα των ανθρώπων στην ανώτατη συνιστώμενη δόση για τον άνθρωπο.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-JOSAMEC
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία αντιεπιληπτικά, άλλα αντιεπιληπτικά, κωδικός ATC: N03AX18 ### Μηχανισμός δράσης Η δραστική ουσία, λακοσαμίδη (R-2-ακεταμιδο-N-βενζυλο-3-μεθοξυπροπιοναμίδη) είναι ένα λειτουργικό αμινοξύ. Ο ακριβής μηχανισμός μέσω του…
biotech
SPC-JOSAMEC
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Η λακοσαμίδη απορροφάται ταχέως και πλήρως μετά την από του στόματος χορήγηση. Η βιοδιαθεσιμότητα των από του στόματος χορηγούμενων δισκίων λακοσαμίδης είναι περίπου 100%. Μετά την από του στόματος χορήγηση, η συγκέντρωση της αμετάβλητης…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
ΗΚΓ / Καρδιολογικός έλεγχος
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | Πριν την αύξηση της δόσης της λακοσαμίδης πάνω από 400 mg/ημέρα και μετά την τιτλοποίηση της λακοσαμίδης σε σταθερή κατάσταση. | Υποκείμενες προαρρυθμικές καταστάσεις ή ηλικιωμένοι |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-JOSAMEC
expand_more
Δοσολογία
Η λακοσαμίδη πρέπει να λαμβάνεται δύο φορές την ημέρα (συνήθως μια φορά το πρωί και μια φορά το βράδυ). Η λακοσαμίδη μπορεί να ληφθεί με ή χωρίς τροφή. Εάν παραλειφθεί μια δόση, ο ασθενής θα πρέπει να λάβει οδηγίες να λάβει αμέσως τη χαμένη δόση, και έπειτα να λάβει την επόμενη δόση της λακοσαμίδης στον κανονικά προγραμματισμένο χρόνο. Εάν ο ασθενής παρατηρήσει ότι ξέχασε τη δόση εντός 6 ωρών από την επόμενη, θα πρέπει να λάβει οδηγίες να περιμένει και να λάβει την επόμενη δόση λακοσαμίδης στον κανονικά προγραμματισμένο χρόνο. Οι ασθενείς δε θα πρέπει να λάβουν διπλή δόση.
Έφηβοι και παιδιά με βάρος 50 kg ή περισσότερο, και ενήλικες
Ο ακόλουθος πίνακας συνοψίζει τη συνιστώμενη δοσολογία για εφήβους και παιδιά με βάρος 50 kg ή περισσότερο, και για ενήλικες. Περισσότερες λεπτομέρειες παρέχονται στον παρακάτω πίνακα.
| Μονοθεραπεία | Συμπληρωματική θεραπεία | |
|---|---|---|
| Δόση έναρξης | 100 mg/ημέρα ή 200 mg/ημέρα | 100 mg/ημέρα |
| Εφάπαξ δόση φόρτισης (εάν εφαρμόζεται) | 200 mg | 200 mg |
| Τιτλοποίηση (σταδιακά βήματα) | 50 mg δύο φορές την ημέρα (100 mg/ημέρα) σε εβδομαδιαία διαστήματα | 50 mg δύο φορές την ημέρα (100 mg/ημέρα) σε εβδομαδιαία διαστήματα |
| Μέγιστη συνιστώμενη δόση | έως 600 mg/ημέρα | έως 400 mg/ημέρα |
Μονοθεραπεία (για τη θεραπεία των επιληπτικών κρίσεων εστιακής έναρξης) H συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 50 mg δύο φορές την ημέρα, η οποία πρέπει να αυξηθεί μετά από μια εβδομάδα σε μια αρχική θεραπευτική δόση των 100 mg δύο φορές την ημέρα. Η λακοσαμίδη μπορεί επίσης να ξεκινήσει με μια δόση των 100 mg δύο φορές την ημέρα, βάσει της ιατρικής αξιολόγησης της απαιτούμενης μείωσης των επιληπτικών κρίσεων έναντι των πιθανών ανεπιθύμητων ενεργειών. Ανάλογα με την ανταπόκριση και ανοχή, η δόση συντήρησης μπορεί να αυξηθεί περαιτέρω κατά 50 mg δύο φορές την ημέρα (100 mg/ημέρα) σε εβδομαδιαία διαστήματα, μέχρι μια μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση των 300 mg δύο φορές την ημέρα (600 mg/ημέρα). Για τους ασθενείς που έχουν επιτύχει δόση μεγαλύτερη των 400 mg/ημέρα και οι οποίοι χρειάζονται πρόσθετο αντιεπιληπτικό φαρμακευτικό προϊόν, θα πρέπει να ακολουθείται η παρακάτω δοσολογία που συνιστάται για συμπληρωματική θεραπεία.
Συμπληρωματική θεραπεία (για τη θεραπεία των επιληπτικών κρίσεων εστιακής έναρξης ή για τη θεραπεία των πρωτογενών γενικευμένων τονικο-κλονικών επιληπτικών κρίσεων) H συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 50 mg δύο φορές την ημέρα, η οποία θα πρέπει να αυξηθεί σε μια αρχική θεραπευτική δόση των 100 mg δύο φορές την ημέρα μετά από μία εβδομάδα. Ανάλογα με την ανταπόκριση και ανοχή, η δόση συντήρησης μπορεί, σε εβδομαδιαία διαστήματα, να αυξηθεί περαιτέρω κατά 50 mg δύο φορές την ημέρα (ημερήσια δόση 100 mg), μέχρι μια μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση των 400 mg (200 mg δύο φορές την ημέρα).
Έναρξη της θεραπείας με λακοσαμίδη με δόση φόρτισης (αρχική μονοθεραπεία ή μετάβαση σε μονοθεραπεία για τη θεραπεία των επιληπτικών κρίσεων εστιακής έναρξης ή συμπληρωματική θεραπεία για τη θεραπεία των επιληπτικών κρίσεων εστιακής έναρξης ή συμπληρωματική θεραπεία για τη θεραπεία των πρωτογενών γενικευμένων τονικο-κλονικών επιληπτικών κρίσεων)
H θεραπεία με λακοσαμίδη μπορεί επίσης να ξεκινήσει με μια εφάπαξ δόση φόρτισης των 200 mg, η οποία θα ακολουθείται περίπου 12 ώρες μετά από ένα δοσολογικό σχήμα συντήρησης των 100 mg δύο φορές την ημέρα (200 mg/ημέρα). Μεταγενέστερες προσαρμογές της δόσης θα πρέπει να πραγματοποιούνται σύμφωνα με την ατομική ανταπόκριση και ανοχή, όπως περιγράφεται παραπάνω. Δόση φόρτισης μπορεί να ξεκινήσει σε ασθενείς σε καταστάσεις όπου ο γιατρός κρίνει ότι είναι δικαιολογημένη η ταχεία επίτευξη σταθερών επιπέδων λακοσαμίδης στο πλάσμα και θεραπευτικού αποτελέσματος. Θα πρέπει να χορηγείται κάτω από ιατρική επίβλεψη λαμβάνοντας υπόψη την αυξημένη συχνότητα εμφάνισης σοβαρής καρδιακής αρρυθμίας και ανεπιθύμητων ενεργειών από το κεντρικό νευρικό σύστημα (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Η χορήγηση δόσης φόρτισης δεν έχει μελετηθεί σε οξείες καταστάσεις, όπως το status epilepticus.
Διακοπή
Σύμφωνα με την ισχύουσα κλινική πρακτική, εάν η λακοσαμίδη πρέπει να διακοπεί, συνιστάται αυτό να γίνει σταδιακά (π.χ. η ημερήσια δόση να μειωθεί σταδιακά κατά 200 mg/εβδομάδα). Σε ασθενείς που αναπτύσσουν σοβαρή καρδιακή αρρυθμία, θα πρέπει να διενεργείται κλινική αξιολόγηση της σχέσης οφέλους/κινδύνου και, εάν χρειάζεται, να διακόπτεται η λακοσαμίδη.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι (ηλικίας άνω των 65 ετών) Δεν απαιτείται μείωση της δόσης σε ηλικιωμένους ασθενείς. Σε ηλικιωμένους ασθενείς, πρέπει να εξεταστεί η σχετιζόμενη με την ηλικία μειωμένη νεφρική κάθαρση με αύξηση των επιπέδων AUC (βλ. νεφρική δυσλειτουργία και Φαρμακοκινητικές). Τα κλινικά δεδομένα σε ηλικιωμένους με επιληψία, ειδικά σε δόσεις μεγαλύτερες από 400 mg/ημέρα, είναι περιορισμένα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις, Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοδυναμικές).
Νεφρική δυσλειτουργία Δεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης σε ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς με ήπια και μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (CLCR >30 ml/min). Σε παιδιατρικούς ασθενείς με βάρος 50 kg ή περισσότερο και σε ενήλικες ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία, μπορεί να εξεταστεί δόση φόρτισης 200 mg, αλλά περαιτέρω τιτλοποίηση της δόσης (>200 mg ημερησίως) θα πρέπει να πραγματοποιείται με προσοχή. Σε παιδιατρικούς ασθενείς με βάρος 50 kg ή περισσότερο και σε ενήλικες ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (CLCR ≤30 ml/min) ή νεφροπάθεια τελικού σταδίου, συνιστάται μέγιστη δόση 250 mg/ημέρα και η τιτλοποίηση της δόσης θα πρέπει να πραγματοποιείται με προσοχή. Εάν ενδείκνυται δόση φόρτισης, θα πρέπει να χρησιμοποιείται μία αρχική δόση 100 mg που θα ακολουθείται από ένα σχήμα 50 mg δύο φορές ημερησίως για την πρώτη εβδομάδα. Σε παιδιατρικούς ασθενείς με βάρος μικρότερο των 50 kg με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (CLCR ≤30 ml/min) και σε εκείνους με νεφροπάθεια τελικού σταδίου, συνιστάται μείωση της μέγιστης δόσης κατά 25%. Για όλους τους ασθενείς με ανάγκη αιμοδιύλισης, συνιστάται συμπλήρωμα έως και 50% της διαιρεμένης ημερήσιας δόσης αμέσως μετά το τέλος της αιμοδιύλισης. Η θεραπεία σε ασθενείς με νεφροπάθεια τελικού σταδίου πρέπει να γίνεται με προσοχή, καθώς υπάρχει μικρή κλινική εμπειρία και συσσώρευση ενός μεταβολίτη (χωρίς γνωστή φαρμακολογική δράση).
Ηπατική δυσλειτουργία Συνιστάται μέγιστη δόση 300 mg/ημέρα για παιδιατρικούς ασθενείς με βάρος 50 kg ή περισσότερο και για ενήλικες ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Η τιτλοποίηση της δόσης στους ασθενείς αυτούς πρέπει να γίνεται με προσοχή λαμβάνοντας υπόψη συνυπάρχουσα νεφρική δυσλειτουργία. Σε εφήβους και ενήλικες με βάρος 50 kg ή περισσότερο, δόση φόρτισης 200 mg μπορεί να εξεταστεί, αλλά περαιτέρω τιτλοποίηση της δόσης (>200 mg ημερησίως) θα πρέπει να πραγματοποιείται με προσοχή. Με βάση τα δεδομένα στους ενήλικες, σε παιδιατρικούς ασθενείς με βάρος μικρότερο των 50 kg με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, θα πρέπει να εφαρμοστεί μείωση της μέγιστης δόσης κατά 25%. H φαρμακοκινητική της λακοσαμίδης δεν έχει αξιολογηθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Φαρμακοκινητικές). Η λακοσαμίδη πρέπει να χορηγείται στους ενήλικους και παιδιατρικούς ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία μόνο όταν τα αναμενόμενα θεραπευτικά οφέλη αναμένεται να αντισταθμίσουν τους πιθανούς κινδύνους. Η δόση μπορεί να χρειαστεί να προσαρμοστεί ενώ παρακολουθούνται προσεκτικά η δραστηριότητα της νόσου και οι πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες στον ασθενή.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο γιατρός θα πρέπει να συνταγογραφήσει την πλέον κατάλληλη φαρμακοτεχνική μορφή και περιεκτικότητα σύμφωνα με το βάρος και τη δόση.
Έφηβοι και παιδιά με βάρος 50 kg ή περισσότερο Η δοσολογία σε εφήβους και παιδιά με βάρος 50 kg ή περισσότερο είναι η ίδια με τους ενήλικες (βλ. παραπάνω).
Παιδιά (από την ηλικία των 4 ετών) και έφηβοι με βάρος μικρότερο από 50 kg Η δόση καθορίζεται με βάση το βάρος του σώματος. Επομένως, συνιστάται η έναρξη της θεραπείας με το σιρόπι και η αλλαγή σε δισκία, εάν είναι επιθυμητό. Το Josamec διατίθεται μόνο ως δισκίο. Θα πρέπει να συνταγογραφούνται άλλα προϊόντα λακοσαμίδης με κατάλληλη φαρμακοτεχνική μορφή.
Μονοθεραπεία (για τη θεραπεία των επιληπτικών κρίσεων εστιακής έναρξης) H συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 2 mg/kg/ημέρα, η οποία πρέπει να αυξηθεί σε μια αρχική θεραπευτική δόση των 4 mg/kg/ημέρα μετά από μία εβδομάδα. Ανάλογα με την ανταπόκριση και ανοχή, η δόση συντήρησης μπορεί να αυξηθεί περαιτέρω κατά 2 mg/kg/ημέρα κάθε βδομάδα. Η δόση θα πρέπει να αυξηθεί σταδιακά έως ότου επιτευχθεί η βέλτιστη ανταπόκριση. Σε παιδιά με βάρος μικρότερο από 40 kg, συνιστάται μια μέγιστη δόση έως 12 mg/kg/ημέρα. Σε παιδιά με βάρος από 40 έως κάτω από 50 kg, συνιστάται μια μέγιστη δόση των 10 mg/kg/ημέρα.
Ο ακόλουθος πίνακας συνοψίζει τη συνιστώμενη δοσολογία στη μονοθεραπεία για παιδιά και εφήβους με βάρος μικρότερο από 50 kg.
| Δόση έναρξης | 2 mg/kg/ημέρα |
| Εφάπαξ δόση φόρτισης | Δε συνιστάται |
| Τιτλοποίηση (σταδιακά βήματα) | 2 mg/kg/ημέρα κάθε βδομάδα |
| Μέγιστη συνιστώμενη δόση σε ασθενείς <40 kg | έως 12 mg/kg/ημέρα |
| Μέγιστη συνιστώμενη δόση σε ασθενείς ≥40 kg έως <50 kg | έως 10 mg/kg/ημέρα |
Συμπληρωματική θεραπεία (για τη θεραπεία των επιληπτικών κρίσεων εστιακής έναρξης ή για τη θεραπεία των πρωτογενών γενικευμένων τονικο-κλονικών επιληπτικών κρίσεων) H συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 2 mg/kg/ημέρα, η οποία θα πρέπει να αυξηθεί σε μια αρχική θεραπευτική δόση των 4 mg/kg/ημέρα μετά από μία εβδομάδα. Ανάλογα με την ανταπόκριση και ανοχή, η δόση συντήρησης μπορεί να αυξηθεί περαιτέρω κατά 2 mg/kg/ημέρα κάθε βδομάδα. Η δόση θα πρέπει να προσαρμοστεί σταδιακά έως ότου επιτευχθεί η βέλτιστη ανταπόκριση. Σε παιδιά με βάρος μικρότερο από 20 kg, λόγω αυξημένης κάθαρσης σε σύγκριση με τους ενήλικες, συνιστάται μια μέγιστη δόση έως 12 mg/kg/ημέρα. Σε παιδιά με βάρος από 20 έως κάτω από 30 kg, συνιστάται μια μέγιστη δόση των 10 mg/kg/ημέρα και σε παιδιά με βάρος από 30 έως κάτω από 50 kg, συνιστάται μια μέγιστη δόση των 8 mg/kg/ημέρα, παρόλο που σε μελέτες ανοικτής επισήμανσης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοκινητικές), μια δόση έως 12 mg/kg/ημέρα έχει χρησιμοποιηθεί από ένα μικρό αριθμό των παιδιών αυτών.
Ο ακόλουθος πίνακας συνοψίζει τη συνιστώμενη δοσολογία στη συμπληρωματική θεραπεία για παιδιά και εφήβους με βάρος μικρότερο από 50 kg.
| Δόση έναρξης | 2 mg/kg/ημέρα |
| Εφάπαξ δόση φόρτισης | Δε συνιστάται |
| Τιτλοποίηση (σταδιακά βήματα) | 2 mg/kg/ημέρα κάθε βδομάδα |
| Μέγιστη συνιστώμενη δόση σε ασθενείς <20 kg | έως 12 mg/kg/ημέρα |
| Μέγιστη συνιστώμενη δόση σε ασθενείς ≥20 kg έως <30 kg | έως 10 mg/kg/ημέρα |
| Μέγιστη συνιστώμενη δόση σε ασθενείς ≥30 kg έως <50 kg | έως 8 mg/kg/ημέρα |
Δόση φόρτισης Η χορήγηση μιας δόσης φόρτισης δεν έχει μελετηθεί σε παιδιά. Η χρήση μιας δόσης φόρτισης δε συνιστάται σε εφήβους και παιδιά με βάρος μικρότερο από 50 kg.
Παιδιά ηλικίας κάτω των 4 ετών Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της λακοσαμίδης σε παιδιά ηλικίας κάτω των 4 ετών δεν έχουν ακόμη τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Τρόπος χορήγησης
Το Josamec προορίζεται για από του στόματος χρήση. Τα δισκία μπορούν να ληφθούν με ή χωρίς τροφή.
block
Αντενδείξεις
SPC-JOSAMEC
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Γνωστός κολποκοιλιακός αποκλεισμός δευτέρου ή τρίτου βαθμού.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-JOSAMEC
expand_more
Προειδοποιήσεις
Αυτοκτονικός ιδεασμός και συμπεριφορά
Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με αντιεπιληπτικά φαρμακευτικά προϊόντα για αρκετές ενδείξεις, έχει αναφερθεί αυτοκτονικός ιδεασμός και συμπεριφορά. Μια μετα-ανάλυση τυχαιοποιημένων ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο μελετών σε αντιεπιληπτικά φαρμακευτικά προϊόντα έδειξε επίσης μικρό αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονικού ιδεασμού και συμπεριφοράς. Ο μηχανισμός αυτού του κινδύνου δεν είναι γνωστός και τα διαθέσιμα δεδομένα δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο αυξημένου κινδύνου με τη λακοσαμίδη.
Για το λόγο αυτό, οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία αυτοκτονικού ιδεασμού και συμπεριφορών και πρέπει να εξεταστεί η κατάλληλη θεραπεία. Αν εμφανιστούν σημεία αυτοκτονικού ιδεασμού ή συμπεριφοράς, πρέπει να συσταθεί στους ασθενείς (και στα άτομα που τους φροντίζουν) να αναζητήσουν ιατρική συμβουλή (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Καρδιακός ρυθμός και αγωγιμότητα
Σε κλινικές μελέτες με τη λακοσαμίδη, έχουν παρατηρηθεί δοσοεξαρτώμενες παρατάσεις του διαστήματος PR. Η λακοσαμίδη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με υποκείμενες προαρρυθμικές καταστάσεις, όπως ασθενείς με γνωστά προβλήματα καρδιακής αγωγιμότητας ή σοβαρής καρδιοπάθειας (π.χ. ισχαιμία/έμφραγμα του μυοκαρδίου, καρδιακή ανεπάρκεια, δομική καρδιακή νόσο ή καρδιακές παθήσεις διαύλων νατρίου) ή ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν την καρδιακή αγωγιμότητα, συμπεριλαμβανομένων των αντιαρρυθμικών και των αντιεπιληπτικών φαρμακευτικών προϊόντων που αποκλείουν τους διαύλους νατρίου (βλ. Αλληλεπιδράσεις), καθώς και σε ηλικιωμένους ασθενείς.
Σε αυτούς τους ασθενείς, πρέπει να εξεταστεί η πραγματοποίηση ενός ΗΚΓ πριν την αύξηση της δόσης της λακοσαμίδης πάνω από 400 mg/ημέρα και μετά την τιτλοποίηση της λακοσαμίδης σε σταθερή κατάσταση.
Σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες με τη λακοσαμίδη σε επιληπτικούς ασθενείς, δεν αναφέρθηκαν κολπική μαρμαρυγή ή πτερυγισμός. Εντούτοις, και τα δύο αναφέρθηκαν σε μελέτες ανοικτής επισήμανσης σε επιληπτικούς ασθενείς και κατά την εμπειρία μετά την κυκλοφορία στην αγορά. Κατά την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου στην αγορά, έχει αναφερθεί κολποκοιλιακός αποκλεισμός (συμπεριλαμβανομένου του κολποκοιλιακού αποκλεισμού δευτέρου βαθμού ή σοβαρότερου). Σε ασθενείς με προαρρυθμικές καταστάσεις, έχει αναφερθεί κοιλιακή ταχυαρρυθμία. Σε σπάνιες περιπτώσεις, αυτά τα συμβάντα έχουν οδηγήσει σε ασυστολία, καρδιακή ανακοπή και θάνατο σε ασθενείς με υποκείμενες προαρρυθμικές καταστάσεις.
Οι ασθενείς πρέπει να γνωρίζουν τα συμπτώματα της καρδιακής αρρυθμίας (π.χ. βραδύς, ταχύς ή ακανόνιστος παλμός, αίσθημα παλμών, βραχύτητα αναπνοής, αίσθημα ζάλης, λιποθυμία). Αν εμφανιστούν αυτά τα συμπτώματα, πρέπει να συσταθεί στους ασθενείς να αναζητήσουν άμεση ιατρική συμβουλή.
Ζάλη
Η θεραπεία με λακοσαμίδη έχει συσχετιστεί με ζάλη, η οποία θα μπορούσε να αυξήσει την εμφάνιση τυχαίας κάκωσης ή πτώσεων. Επομένως, πρέπει να συσταθεί στους ασθενείς να προσέχουν μέχρι να εξοικειωθούν με τις δυνητικές επιδράσεις του φαρμάκου (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Ενδεχόμενο έναρξης νέων ή επιδείνωσης των μυοκλονικών επιληπτικών κρίσεων
Έχει αναφερθεί έναρξη νέων ή επιδείνωση των μυοκλονικών επιληπτικών κρίσεων τόσο σε ενήλικες όσο και σε παιδιατρικούς ασθενείς με PGTCS, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της τιτλοποίησης. Σε ασθενείς με περισσότερους από έναν τύπους επιληπτικών κρίσεων, το όφελος του ελέγχου που παρατηρείται για έναν τύπο επιληπτικής κρίσης θα πρέπει να σταθμίζεται έναντι οποιασδήποτε επιδείνωσης που παρατηρείται σε άλλο τύπο επιληπτικής κρίσης.
Δυναμικό ηλεκτρο-κλινικής επιδείνωσης σε συγκεκριμένα παιδιατρικά επιληπτικά σύνδρομα
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της λακοσαμίδης σε παιδιατρικούς ασθενείς με επιληπτικά σύνδρομα, στα οποία ενδέχεται να συνυπάρχουν εστιακές και γενικευμένες επιληπτικές κρίσεις, δεν έχουν καθοριστεί.
Έκδοχα
- 100 mg & 150 mg: Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει Sunset yellow FCF (E 110), το οποίο μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις.
- 200 mg: Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει Ponceau 4R (E 124), το οποίο μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-JOSAMEC
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Η λακοσαμίδη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με φαρμακευτικά προϊόντα, τα οποία είναι γνωστό ότι σχετίζονται με παράταση του PR (συμπεριλαμβανομένων των αντιεπιληπτικών φαρμακευτικών προϊόντων που αποκλείουν τους διαύλους νατρίου) και σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με αντιαρρυθμικά. Ωστόσο, η ανάλυση υποομάδας σε κλινικές μελέτες δεν εντόπισε αυξημένη έκταση παράτασης του PR σε ασθενείς με ταυτόχρονη χορήγηση καρβαμαζεπίνης ή λαμοτριγίνης.
In vitro δεδομένα
Τα δεδομένα γενικά υποδηλώνουν ότι η λακοσαμίδη έχει χαμηλό δυναμικό αλληλεπίδρασης. In vitro μελέτες υποδεικνύουν ότι τα ένζυμα CYP1A2, CYP2B6, και CYP2C9 δεν επάγονται και ότι τα CYP1A1, CYP1A2, CYP2A6, CYP2B6, CYP2C8, CYP2C9, CYP2D6, και CYP2E1 δεν αναστέλλονται από τη λακοσαμίδη σε συγκεντρώσεις στο πλάσμα που παρατηρούνται σε κλινικές μελέτες. Μια in vitro μελέτη υπέδειξε ότι η λακοσαμίδη δε μεταφέρεται από την P-γλυκοπρωτεΐνη στο έντερο. Τα in vitro δεδομένα δείχνουν ότι τα CYP2C9, CYP2C19 και CYP3A4 είναι ικανά να καταλύουν το σχηματισμό του Ο-δεσμεθυλο μεταβολίτη.
In vivo δεδομένα
Η λακοσαμίδη δεν αναστέλλει ούτε επάγει τα CYP2C19 και CYP3Α4 σε κλινικά σχετικό βαθμό. Η λακοσαμίδη δεν επηρέασε την AUC της μιδαζολάμης (που μεταβολίζεται από το CYP3A4, η λακοσαμίδη χορηγήθηκε σε δόση 200 mg δύο φορές την ημέρα), αλλά η Cmax της μιδαζολάμης αυξήθηκε ελαφρώς (30%). Η λακοσαμίδη δεν επηρέασε τη φαρμακοκινητική της ομεπραζόλης (που μεταβολίζεται από τα CYP2C19 και CYP3Α4, η λακοσαμίδη χορηγήθηκε σε δόση 300 mg δύο φορές την ημέρα). Το CYP2C19 αναστολέας της ομεπραζόλης (40 mg μία φορά ημερησίως) δεν οδήγησε σε μία κλινικώς σημαντική αλλαγή στην έκθεση σε λακοσαμίδη. Επομένως, μέτριοι αναστολείς του CYP2C19 δεν είναι πιθανό να επηρεάσουν τη συστηματική έκθεση στη λακοσαμίδη σε κλινικώς σχετικό βαθμό. Συνιστάται προσοχή στην ταυτόχρονη θεραπεία με ισχυρούς αναστολείς των CYP2C9 (π.χ. φλουκοναζόλη) και CYP3A4 (π.χ. ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ριτοναβίρη, κλαριθρομυκίνη), οι οποίοι μπορεί να οδηγήσουν σε αυξημένη συστηματική έκθεση της λακοσαμίδης. Τέτοιες αλληλεπιδράσεις δεν έχουν εξακριβωθεί in vivo, αλλά είναι πιθανές βάσει των in vitro δεδομένων. Ισχυροί επαγωγείς ενζύμων, όπως η ριφαμπικίνη ή το St John’s wort (Hypericum perforatum), μπορεί να μειώσουν σε μέτριο βαθμό τη συστηματική έκθεση της λακοσαμίδης. Επομένως, η έναρξη ή η λήξη της θεραπείας με αυτούς τους επαγωγείς ενζύμων πρέπει να γίνεται προσεκτικά.
Αντιεπιληπτικά φαρμακευτικά προϊόντα
Σε μελέτες αλληλεπίδρασης, η λακοσαμίδη δεν επηρέασε σημαντικά τις συγκεντρώσεις της καρβαμαζεπίνης και του βαλπροϊκού οξέος στο πλάσμα. Οι συγκεντρώσεις της λακοσαμίδης στο πλάσμα δεν επηρεάστηκαν από την καρβαμαζεπίνη και από το βαλπροϊκό οξύ. Οι αναλύσεις φαρμακοκινητικής πληθυσμού σε διαφορετικές ηλικιακές ομάδες υπολόγισαν ότι η ταυτόχρονη θεραπεία με άλλα αντιεπιληπτικά φαρμακευτικά προϊόντα, τα οποία είναι γνωστοί επαγωγείς ενζύμων (καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη, φαινοβαρβιτάλη, σε διάφορες δόσεις), μείωσε την ολική συστηματική έκθεση της λακοσαμίδης κατά 25% σε ενήλικες και 17% σε παιδιατρικούς ασθενείς.
Από του στόματος αντισυλληπτικά
Σε μελέτη αλληλεπίδρασης, δεν υπήρξε κλινικά σχετική αλληλεπίδραση μεταξύ της λακοσαμίδης και των από του στόματος αντισυλληπτικών αιθινυλοιστραδιόλη και λεβονοργεστρέλη. Δεν επηρεάστηκαν οι συγκεντρώσεις της προγεστερόνης όταν συγχορηγήθηκαν τα φαρμακευτικά προϊόντα.
Άλλα
Μελέτες αλληλεπίδρασης έδειξαν ότι η λακοσαμίδη δεν είχε καμία επίδραση στη φαρμακοκινητική της διγοξίνης. Δεν παρατηρήθηκε κλινικά σχετική αλληλεπίδραση μεταξύ της λακοσαμίδης και της μετφορμίνης. Η συγχορήγηση της βαρφαρίνης και της λακοσαμίδης δεν έχει ως αποτέλεσμα κλινικά σχετική αλλαγή στη φαρμακοκινητική και τη φαρμακοδυναμική της βαρφαρίνης. Παρότι δεν υπάρχουν διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα για την αλληλεπίδραση της λακοσαμίδης με το αλκοόλ, δεν μπορεί να αποκλειστεί φαρμακοδυναμική επίδραση. Η λακοσαμίδη έχει χαμηλό βαθμό σύνδεσης με τις πρωτεΐνες, κάτω του 15%. Επομένως, θεωρούνται απίθανες κλινικά σχετικές αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα μέσω του ανταγωνισμού για θέσεις δέσμευσης πρωτεϊνών.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-JOSAMEC
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Με βάση την ανάλυση συγκεντρωτικών κλινικών μελετών ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο σε συμπληρωματική θεραπεία σε 1.308 ασθενείς με επιληπτικές κρίσεις εστιακής έναρξης, συνολικά το 61,9% των ασθενών που τυχαιοποιήθηκαν σε λακοσαμίδη και το 35,2% των ασθενών που τυχαιοποιήθηκαν σε εικονικό φάρμακο ανέφεραν τουλάχιστον 1 ανεπιθύμητη ενέργεια. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν συχνότερα (≥10%) με τη θεραπεία με λακοσαμίδη ήταν ζάλη, κεφαλαλγία, ναυτία και διπλωπία. Αυτές ήταν συνήθως ήπιας έως μέτριας έντασης. Ορισμένες ήταν δοσοεξαρτώμενες και μπορούσαν να ανακουφιστούν με μείωση της δόσης. Η συχνότητα εμφάνισης και η βαρύτητα των ανεπιθύμητων ενεργειών από το Κεντρικό Νευρικό Σύστημα (ΚΝΣ) και το γαστρεντερικό σύστημα συνήθως μειώνονταν με την πάροδο του χρόνου. Σε όλες αυτές τις ελεγχόμενες μελέτες, το ποσοστό διακοπής εξαιτίας ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν 12,2% για τους ασθενείς που είχαν τυχαιοποιηθεί σε λακοσαμίδη και 1,6% για τους ασθενείς που είχαν τυχαιοποιηθεί σε εικονικό φάρμακο. Η συχνότερη ανεπιθύμητη ενέργεια που είχε ως αποτέλεσμα διακοπή της θεραπείας με τη λακοσαμίδη ήταν η ζάλη. Η συχνότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών από το ΚΝΣ, όπως η ζάλη, μπορεί να είναι μεγαλύτερη μετά από μια δόση φόρτισης. Με βάση την ανάλυση δεδομένων από μια κλινική μελέτη μη κατωτερότητας για τη σύγκριση της λακοσαμίδης ως μονοθεραπεία έναντι της καρβαμαζεπίνης ελεγχόμενης αποδέσμευσης (CR), οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες (≥10%) για τη λακοσαμίδη ήταν κεφαλαλγία και ζάλη. Το ποσοστό διακοπής λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν 10,6% για τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με λακοσαμίδη και 15,6% για τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με καρβαμαζεπίνη CR. Το προφίλ ασφάλειας της λακοσαμίδης που αναφέρθηκε σε μία μελέτη, η οποία πραγματοποιήθηκε σε ασθενείς ηλικίας 4 ετών και άνω με ιδιοπαθή γενικευμένη επιληψία με πρωτογενείς γενικευμένες τονικο-κλονικές επιληπτικές κρίσεις (PGTCS) ήταν σύμφωνο με το προφίλ ασφάλειας που αναφέρθηκε από τις συγκεντρωτικές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες σε επιληπτικές κρίσεις εστιακής έναρξης. Οι επιπλέον ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν σε ασθενείς με PGTCS ήταν η μυοκλονική επιληψία (2,5% στην ομάδα της λακοσαμίδης και 0% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου) και η αταξία (3,3% στην ομάδα της λακοσαμίδης και 0% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου). Οι συχνότερα αναφερθείσες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν η ζάλη και η υπνηλία. Οι συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες που είχαν ως αποτέλεσμα διακοπή της θεραπείας με λακοσαμίδη ήταν η ζάλη και ο αυτοκτονικός ιδεασμός. Το ποσοστό διακοπής λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν 9,1% στην ομάδα της λακοσαμίδης και 4,1% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.
Πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών
Ο παρακάτω πίνακας δείχνει τις συχνότητες των ανεπιθύμητων ενεργειών, οι οποίες έχουν αναφερθεί σε κλινικές μελέτες και κατά την εμπειρία μετά την κυκλοφορία. Οι συχνότητες ορίζονται ως εξής: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100) και μη γνωστές (η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
| Κατηγορία/οργανικό σύστημα | Πολύ συχνές | Συχνές | Όχι συχνές | Μη γνωστές |
|---|---|---|---|---|
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Ακοκκιοκυτταραιμία | |||
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Υπερευαισθησία στο φάρμακο | Φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS) | ||
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Κατάθλιψη, Συγχυτική κατάσταση, Αϋπνία | Επιθετικότητα, Διέγερση, Ευφορική διάθεση, Ψυχωσική διαταραχή, Απόπειρα αυτοκτονίας, Αυτοκτονικός ιδεασμός, Ψευδαίσθηση | ||
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Ζάλη, Κεφαλαλγία | Μυοκλονικές επιληπτικές κρίσεις, Αταξία, Διαταραχή ισορροπίας, Επηρεασμένη μνήμη, Γνωστική διαταραχή, Υπνηλία, Τρόμος, Νυσταγμός, Υπαισθησία, Δυσαρθρία, Διαταραχή της προσοχής, Παραισθησία | Μη φυσιολογικός συντονισμός, Δυσκινησία, Σπασμός | |
| Οφθαλμικές διαταραχές | Διπλωπία | Θάμβος όρασης | ||
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | Ίλιγγος | Εμβοές | ||
| Καρδιακές διαταραχές | Συγκοπή, Κολποκοιλιακός αποκλεισμός, Βραδυκαρδία, Κολπική μαρμαρυγή, Κολπικός πτερυγισμός | Κοιλιακή ταχυαρρυθμία | ||
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Ναυτία | Έμετος, Δυσκοιλιότητα, Μετεωρισμός, Δυσπεψία, Ξηροστομία, Διάρροια | ||
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Μη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας | Ηπατικό ένζυμο αυξημένο (> 2x ULN) | ||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Κνησμός, Εξάνθημα | Αγγειοοίδημα, Κνίδωση, Σύνδρομο Stevens-Johnson, Τοξική επιδερμική νεκρόλυση | ||
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Μυϊκοί σπασμοί | |||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Διαταραχή του βαδίσματος, Εξασθένηση, Κόπωση, Ευερεθιστότητα, Αίσθημα μέθης | |||
| Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών | Πτώση | Ρήξη δέρματος, Μώλωπας |
(1) Αναφερθείσες κατά την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου. Βλ. Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών. (3) Αναφέρεται σε μελέτες PGTCS. (2) Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών.
Η χρήση της λακοσαμίδης σχετίζεται με δοσοεξαρτώμενη αύξηση του διαστήματος PR. Μπορεί να εμφανιστούν ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με παράταση του διαστήματος PR (π.χ. κολποκοιλιακός αποκλεισμός, συγκοπή, βραδυκαρδία). Σε συμπληρωματικές κλινικές μελέτες σε ασθενείς με επιληψία, το ποσοστό συχνότητας εμφάνισης του αναφερόμενου κολποκοιλιακού αποκλεισμού πρώτου βαθμού δεν είναι συχνό, 0,7%, 0%, 0,5% και 0% για τη λακοσαμίδη 200 mg, 400 mg, 600 mg ή το εικονικό φάρμακο, αντιστοίχως. Στις μελέτες αυτές, δεν παρατηρήθηκε κολποκοιλιακός αποκλεισμός δευτέρου ή μεγαλύτερου βαθμού. Ωστόσο, έχουν αναφερθεί περιπτώσεις κολποκοιλιακού αποκλεισμού δευτέρου και τρίτου βαθμού συσχετιζόμενου με τη θεραπεία με λακοσαμίδη κατά την εμπειρία μετά κυκλοφορία του φαρμάκου. Στην κλινική μελέτη μονοθεραπείας για τη σύγκριση της λακοσαμίδης με την καρβαμαζεπίνη CR, το μέγεθος της αύξησης του διαστήματος PR ήταν παρόμοιο ανάμεσα στη λακοσαμίδη και στην καρβαμαζεπίνη. Το ποσοστό συχνότητας εμφάνισης συγκοπής που αναφέρθηκε σε συγκεντρωτικές κλινικές μελέτες με συμπληρωματική θεραπεία δεν είναι συχνό και δε διέφερε μεταξύ των ασθενών με επιληψία (0,1%) που έλαβαν θεραπεία με λακοσαμίδη (n=944) και ασθενών με επιληψία (0,3%) που έλαβαν θεραπεία με εικονικό φάρμακο (n=364). Στην κλινική μελέτη μονοθεραπείας που συνέκρινε τη λακοσαμίδη έναντι της καρβαμαζεπίνης CR, συγκοπή αναφέρθηκε σε 7/444 (1,6%) ασθενείς που έλαβαν λακοσαμίδη και σε 1/442 (0,2%) ασθενείς που έλαβαν καρβαμαζεπίνη CR. Σε βραχυχρόνιες κλινικές μελέτες, δεν έχουν αναφερθεί κολπική μαρμαρυγή ή πτερυγισμός. Εντούτοις, και τα δύο έχουν αναφερθεί σε μελέτες ανοικτής επισήμανσης για την επιληψία και κατά την εμπειρία μετά την κυκλοφορία στην αγορά.
Μη φυσιολογικές εργαστηριακές δοκιμασίες
Μη φυσιολογικές δοκιμασίες της ηπατικής λειτουργίας έχουν παρατηρηθεί σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες με λακοσαμίδη σε ενήλικες ασθενείς με επιληπτικές κρίσεις εστιακής έναρξης, οι οποίοι έλαβαν ταυτόχρονα 1 έως 3 αντιεπιληπτικά φαρμακευτικά προϊόντα. Αυξήσεις της ALT σε ≥3x ULN εμφανίστηκαν σε ποσοστό 0,7% (7/935) των ασθενών που έλαβαν λακοσαμίδη και 0% (0/356) των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο.
Αντιδράσεις πολυοργανικής υπερευαισθησίας
Αντιδράσεις πολυοργανικής υπερευαισθησίας (επίσης γνωστές ως Φαρμακευτική Αντίδραση με Ηωσινοφιλία και Συστηματικά Συμπτώματα, DRESS) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς σε θεραπεία με κάποια αντιεπιληπτικά φαρμακευτικά προϊόντα. Αυτές οι αντιδράσεις ποικίλλουν ως προς την έκφραση, αλλά παρουσιάζονται τυπικά με πυρετό και εξάνθημα και μπορούν να συσχετιστούν με την εμπλοκή διαφορετικών οργανικών συστημάτων. Σε περίπτωση υπόνοιας μιας αντίδρασης πολυοργανικής υπερευαισθησίας, η λακοσαμίδη πρέπει να διακοπεί.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Το προφίλ ασφάλειας της λακοσαμίδης σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο (βλ. λεπτομέρειες της μελέτης στις Φαρμακοδυναμικές) και σε μελέτες ανοικτής επισήμανσης (n=408) συμπληρωματικής θεραπείας σε παιδιά ηλικίας από 4 ετών με επιληπτικές κρίσεις εστιακής έναρξης ήταν σύμφωνο με το προφίλ ασφάλειας που παρατηρήθηκε στους ενήλικες, παρότι η συχνότητα ορισμένων ανεπιθύμητων ενεργειών (υπνηλία, έμετος και σπασμός) ήταν αυξημένη και αναφέρθηκαν επιπλέον ανεπιθύμητες ενέργειες (ρινοφαρυγγίτιδα, πυρεξία, φαρυγγίτιδα, μειωμένη όρεξη, λήθαργος και μη φυσιολογική συμπεριφορά) σε παιδιατρικούς ασθενείς: ρινοφαρυγγίτιδα (15,7%), έμετος (14,7%), υπνηλία (14,0%), ζάλη (13,5%), πυρεξία (13,0%), σπασμός (7,8%), μειωμένη όρεξη (5,9%), φαρυγγίτιδα (4,7%), λήθαργος (2,7%) και μη φυσιολογική συμπεριφορά (1,7%). Συνολικά, το 67,8% των ασθενών που τυχαιοποιήθηκαν σε λακοσαμίδη και το 58,1% των ασθενών που τυχαιοποιήθηκαν σε εικονικό φάρμακο ανέφεραν τουλάχιστον 1 ανεπιθύμητη ενέργεια. Η συμπεριφορική, η γνωστική και η συναισθηματική λειτουργία μετρήθηκαν με τα ερωτηματολόγια Achenbach CBCL και BRIEF που εφαρμόστηκαν στην έναρξη και καθ’ όλη τη διάρκεια των μελετών και ήταν κυρίως σταθερές κατά τη διάρκεια των μελετών.
Πληθυσμός ηλικιωμένων
Στη μελέτη μονοθεραπείας που συνέκρινε τη λακοσαμίδη με την καρβαμαζεπίνη CR, ο τύπος των ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με τη λακοσαμίδη σε ηλικιωμένους ασθενείς (ηλικίας ≥65 ετών) φαίνεται να είναι παρόμοιος με αυτόν που παρατηρήθηκε σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 65 ετών. Ωστόσο, σε ηλικιωμένους ασθενείς, έχει αναφερθεί υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης (διαφορά ≥5%) πτώσεων, διάρροιας και τρόμου σε σύγκριση με νεότερους ενήλικες ασθενείς. Η πιο συχνή σχετιζόμενη με την καρδιά ανεπιθύμητη ενέργεια, η οποία αναφέρθηκε σε ηλικιωμένους συγκριτικά με νεότερο ενήλικο πληθυσμό, ήταν ο κολποκοιλιακός αποκλεισμός πρώτου βαθμού. Αυτός αναφέρθηκε με τη λακοσαμίδη στο 4,8% (3/62) στους ηλικιωμένους ασθενείς έναντι του 1,6% (6/382) σε νεότερους ενήλικες ασθενείς. Το ποσοστό διακοπής λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών που παρατηρήθηκε με τη λακοσαμίδη ήταν 21,0% (13/62) στους ηλικιωμένους ασθενείς έναντι του 9,2% (35/382) σε νεότερους ενήλικες ασθενείς. Αυτές οι διαφορές μεταξύ ηλικιωμένων και νεότερων ενήλικων ασθενών ήταν παρόμοιες με εκείνες που παρατηρήθηκαν στην ομάδα, η οποία έλαβε το φάρμακο σύγκρισης.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων (Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr).
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-JOSAMEC
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Κίνδυνος που σχετίζεται με την επιληψία και τα αντιεπιληπτικά φαρμακευτικά προϊόντα γενικά Για όλα τα αντιεπιληπτικά φαρμακευτικά προϊόντα, έχει αποδειχτεί ότι στους απογόνους γυναικών που λαμβάνουν θεραπεία για επιληψία, ο επιπολασμός δυσπλασιών είναι δύο έως τρεις φορές υψηλότερος από το ποσοστό 3% περίπου του γενικού πληθυσμού. Στον πληθυσμό που λαμβάνει θεραπεία, παρατηρήθηκε αύξηση των δυσπλασιών όταν λήφθηκαν πολλά φάρμακα, ωστόσο, ο βαθμός στον οποίο ευθύνονται η θεραπεία και/ή η νόσος δεν έχει διευκρινιστεί. Επίσης, η αποτελεσματική αντιεπιληπτική θεραπεία δεν πρέπει να διακόπτεται, καθώς η επιδείνωση της νόσου βλάπτει τόσο τη μητέρα όσο και το έμβρυο.
Κίνδυνος που σχετίζεται με τη λακοσαμίδη Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τη χρήση της λακοσαμίδης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν τερατογόνες δράσεις σε αρουραίους ή κουνέλια, αλλά παρατηρήθηκε εμβρυοτοξικότητα σε αρουραίους και κουνέλια σε δόσεις που ήταν τοξικές για τη μητέρα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος. Η λακοσαμίδη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο (αν το όφελος για τη μητέρα αντισταθμίζει σαφώς τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο). Εάν μια γυναίκα αποφασίσει να μείνει έγκυος, η χρήση του προϊόντος αυτού πρέπει να επαναξιολογηθεί προσεκτικά.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό αν η λακοσαμίδη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Ο κίνδυνος για τα νεογέννητα/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί. Μελέτες σε ζώα έδειξαν ότι η λακοσαμίδη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Για προληπτικούς λόγους, ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με λακοσαμίδη.
Γονιμότητα
Δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες στη γονιμότητα ή στην αναπαραγωγική ικανότητα αρσενικών ή θηλυκών αρουραίων σε δόσεις που προκαλούν επίπεδα έκθεσης στο πλάσμα (AUC) μέχρι το 2πλάσιο περίπου των επιπέδων έκθεσης στο πλάσμα των ανθρώπων στην ανώτατη συνιστώμενη δόση για τον άνθρωπο.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-JOSAMEC
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
αντιεπιληπτικά, άλλα αντιεπιληπτικά, κωδικός ATC: N03AX18
Μηχανισμός δράσης
Η δραστική ουσία, λακοσαμίδη (R-2-ακεταμιδο-N-βενζυλο-3-μεθοξυπροπιοναμίδη) είναι ένα λειτουργικό αμινοξύ. Ο ακριβής μηχανισμός μέσω του οποίου η λακοσαμίδη ασκεί την αντιεπιληπτική της δράση στον άνθρωπο αναμένεται να διευκρινιστεί πλήρως. In vitro ηλεκτροφυσιολογικές μελέτες έχουν δείξει ότι η λακοσαμίδη ενισχύει εκλεκτικά την βραδεία απενεργοποίηση των τασεοελεγχόμενων διαύλων νατρίου, με αποτέλεσμα τη σταθεροποίηση των υπερδιεγειρόμενων νευρωνικών μεμβρανών.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η λακοσαμίδη παρείχε προστασία έναντι των επιληπτικών κρίσεων σε ευρύ φάσμα μοντέλων ζώων εστιακών και πρωτογενών γενικευμένων επιληπτικών κρίσεων και κρίσεων με καθυστερημένη πυροδότηση. Σε μη κλινικά πειράματα, η λακοσαμίδη σε συνδυασμό με τη λεβετιρακετάμη, την καρβαμαζεπίνη, τη φαινυτοΐνη, το βαλπροϊκό, τη λαμοτριγίνη, την τοπιραμάτη ή την γκαμπαπεντίνη έδειξε συνεργιστικές ή προσθετικές αντισπασμωδικές επιδράσεις.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια (επιληπτικές κρίσεις εστιακής έναρξης)
Ενήλικος πληθυσμός
Μονοθεραπεία Η αποτελεσματικότητα της λακοσαμίδης ως μονοθεραπεία τεκμηριώθηκε σε μια διπλά-τυφλή, παράλληλων ομάδων μελέτη μη κατωτερότητας συγκριτικά με την καρβαμαζεπίνη CR σε 886 ασθενείς ηλικίας 16 ετών ή μεγαλύτερης με νεοδιαγνωσθείσα ή πρόσφατα διαγνωσθείσα επιληψία. Οι ασθενείς παρουσίαζαν αυτόκλητες επιληπτικές κρίσεις εστιακής έναρξης με ή χωρίς δευτερογενή γενίκευση. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 1:1 για να λάβουν θεραπεία με καρβαμαζεπίνη CR ή λακοσαμίδη, που παρασχέθηκε υπό τη μορφή δισκίων. Η δόση βασίστηκε στη σχέση δόσης-ανταπόκρισης και κυμάνθηκε από 400 έως 1.200 mg/ημέρα για την καρβαμαζεπίνη CR και από 200 έως 600 mg/ημέρα για τη λακοσαμίδη. Η διάρκεια της θεραπείας ήταν έως 121 εβδομάδες ανάλογα με την ανταπόκριση. Τα εκτιμώμενα ποσοστά χωρίς επιληπτικές κρίσεις σε διάστημα 6 μηνών ήταν 89,8% για τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με λακοσαμίδη και 91,1% για τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με καρβαμαζεπίνη CR, με χρήση της μεθόδου ανάλυσης της επιβίωσης Kaplan-Meier. Η προσαρμοσμένη απόλυτη διαφορά μεταξύ των θεραπειών ήταν -1,3% (95% CI: -5,5, 2,8). Οι εκτιμήσεις Kaplan-Meier των ποσοστών χωρίς επιληπτικές κρίσεις σε διάστημα 12 μηνών ήταν 77,8% για τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με λακοσαμίδη και 82,7% για τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με καρβαμαζεπίνη CR. Τα ποσοστά χωρίς επιληπτικές κρίσεις σε διάστημα 6 μηνών στους ηλικιωμένους ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω (62 ασθενείς στη λακοσαμίδη, 57 ασθενείς στην καρβαμαζεπίνη CR) ήταν παρόμοια μεταξύ των δύο ομάδων θεραπείας. Τα ποσοστά ήταν επίσης παρόμοια με εκείνα που παρατηρήθηκαν στο συνολικό πληθυσμό. Στον πληθυσμό ηλικιωμένων, η δόση συντήρησης της λακοσαμίδης ήταν 200 mg/ημέρα σε 55 ασθενείς (88,7%), 400 mg/ημέρα σε 6 ασθενείς (9,7%) και η δόση αυξήθηκε σε πάνω από 400 mg/ημέρα σε 1 ασθενή (1,6%).
Μετάβαση σε μονοθεραπεία Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της λακοσαμίδης κατά τη μετάβαση σε μονοθεραπεία έχει αξιολογηθεί σε μια ιστορικά ελεγχόμενη, πολυκεντρική, διπλά-τυφλή, τυχαιοποιημένη μελέτη. Σε αυτήν τη μελέτη, 425 ασθενείς ηλικίας 16 έως 70 ετών με μη ελεγχόμενες επιληπτικές κρίσεις εστιακής έναρξης που λάμβαναν σταθερές δόσεις 1 ή 2 αντιεπιληπτικών φαρμακευτικών προϊόντων που κυκλοφορούν στην αγορά, τυχαιοποιήθηκαν για να μεταβούν σε μονοθεραπεία με λακοσαμίδη (400 mg/ημέρα ή 300 mg/ημέρα σε αναλογία 3:1). Στους ασθενείς σε θεραπεία, οι οποίοι ολοκλήρωσαν την τιτλοποίηση και άρχισαν να αποσύρουν αντιεπιληπτικά φάρμακα (284 και 99, αντίστοιχα), η μονοθεραπεία διατηρήθηκε στο 71,5% των ασθενών και στο 70,7%, αντίστοιχα, για 57-105 ημέρες (διάμεσος 71 ημέρες), κατά τη διάρκεια της στοχευμένης περιόδου παρατήρησης των 70 ημερών.
Συμπληρωματική θεραπεία Η αποτελεσματικότητα της λακοσαμίδης ως συμπληρωματική θεραπεία στις συνιστώμενες δόσεις (200 mg/ημέρα, 400 mg/ημέρα) τεκμηριώθηκε σε 3 πολυκεντρικές, τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες, με περίοδο συντήρησης 12 εβδομάδων. Η λακοσαμίδη 600 mg/ημέρα αποδείχθηκε επίσης αποτελεσματική σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες ως συμπληρωματική θεραπεία, αν και η αποτελεσματικότητα ήταν παρόμοια με εκείνη της δόσης των 400 mg/ημέρα και οι ασθενείς ήταν λιγότερο πιθανό να ανεχθούν τη δόση αυτή εξαιτίας ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με το ΚΝΣ και το γαστρεντερικό. Επομένως, η δόση των 600 mg/ημέρα δε συνιστάται. Η μέγιστη συνιστώμενη δόση είναι 400 mg/ημέρα. Οι μελέτες αυτές, στις οποίες συμμετείχαν 1.308 ασθενείς με ιστορικό επιληπτικών κρίσεων εστιακής έναρξης κατά μέσο όρο 23 ετών, είχαν σχεδιαστεί για να εκτιμηθεί η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της λακοσαμίδης όταν χορηγήθηκε ταυτόχρονα με 1-3 αντιεπιληπτικά φαρμακευτικά προϊόντα σε ασθενείς με μη ελεγχόμενες επιληπτικές κρίσεις εστιακής έναρξης με ή χωρίς δευτερογενή γενίκευση. Το συνολικό ποσοστό ατόμων με μείωση κατά 50% της συχνότητας των επιληπτικών κρίσεων ήταν 23%, 34%, και 40% για το εικονικό φάρμακο, τη λακοσαμίδη 200 mg/ημέρα και τη λακοσαμίδη 400 mg/ημέρα. Η φαρμακοκινητική και ασφάλεια μετά από τη χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης φόρτισης ενδοφλέβιας λακοσαμίδης καθορίστηκαν σε μία πολυκεντρική, ανοιχτής επισήμανσης μελέτη που σχεδιάστηκε για να αξιολογήσει την ασφάλεια και ανοχή της ταχείας έναρξης της λακοσαμίδης με τη χρήση μίας εφάπαξ ενδοφλέβιας δόσης φόρτισης (συμπεριλαμβανομένων των 200 mg) που ακολουθείται από τη χορήγηση από του στόματος δόσης (ισοδύναμης με την ενδοφλέβια δόση) δύο φορές ημερησίως ως συμπληρωματική θεραπεία σε ενήλικες ηλικίας 16 έως 60 ετών με επιληπτικές κρίσεις εστιακής έναρξης.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Οι επιληπτικές κρίσεις εστιακής έναρξης έχουν παρόμοια κλινική έκφραση σε παιδιά από την ηλικία των 4 ετών και σε ενήλικες. Η αποτελεσματικότητα της λακοσαμίδης σε παιδιά ηλικίας 4 ετών και άνω έχει παρεκταθεί από δεδομένα εφήβων και ενηλίκων με επιληπτικές κρίσεις εστιακής έναρξης, για τους οποίους αναμενόταν παρόμοια ανταπόκριση εφόσον έχουν τεκμηριωθεί οι παιδιατρικές προσαρμογές της δόσης (βλ. Δοσολογία) και έχει αποδειχτεί η ασφάλεια (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Η αποτελεσματικότητα που υποστηρίζεται από τη μέθοδο της παρέκτασης που αναφέρεται παραπάνω, επιβεβαιώθηκε με μία διπλά-τυφλή, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη. Η μελέτη αποτελούνταν από μία περίοδο αναφοράς 8 εβδομάδων ακολουθούμενη από μία περίοδο τιτλοποίησης 6 εβδομάδων. Επιλέξιμοι ασθενείς με σχήμα σταθερής δόσης με 1 έως ≤3 αντιεπιληπτικά φαρμακευτικά προϊόντα, οι οποίοι εξακολουθούσαν να εμφανίζουν τουλάχιστον 2 επιληπτικές κρίσεις εστιακής έναρξης τις 4 εβδομάδες πριν από τη διαλογή με φάση χωρίς επιληπτικές κρίσεις για λιγότερο από 21 ημέρες στην περίοδο 8 εβδομάδων πριν από την είσοδο στην περίοδο αναφοράς, τυχαιοποιήθηκαν ώστε να λαμβάνουν είτε εικονικό φάρμακο (n=172) είτε λακοσαμίδη (n=171). Η χορήγηση ξεκίνησε με δόση 2 mg/kg/ημέρα σε άτομα βάρους μικρότερου από 50 kg ή 100 mg/ημέρα σε άτομα βάρους 50 kg ή περισσότερο, διαιρεμένη σε 2 δόσεις. Κατά την περίοδο τιτλοποίησης, οι δόσεις λακοσαμίδης προσαρμόστηκαν με αυξήσεις 1 ή 2 mg/kg/ημέρα σε άτομα βάρους μικρότερου από 50 kg ή 50 ή 100 mg/ημέρα σε άτομα βάρους 50 kg ή περισσότερο, σε εβδομαδιαία διαστήματα έως ότου επιτευχθεί το στοχευμένο εύρος δοσολογίας της περιόδου συντήρησης. Τα άτομα έπρεπε να έχουν επιτύχει την ελάχιστη δόση-στόχο για την κατηγορία σωματικού βάρους τους για τις τελευταίες 3 ημέρες της περιόδου τιτλοποίησης ώστε να είναι επιλέξιμοι για είσοδο στην περίοδο συντήρησης 10 εβδομάδων. Τα άτομα επρόκειτο να παραμείνουν σε σταθερή δόση λακοσαμίδης καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου συντήρησης ή να αποσυρθούν και να ενταχτούν στην τυφλή περίοδο σταδιακής μείωσης. Στατιστικώς σημαντική (p=0,0003) και κλινικά σχετική μείωση στη συχνότητα επιληπτικών κρίσεων εστιακής έναρξης ανά 28 ημέρες από την έναρξη μέχρι την περίοδο συντήρησης παρατηρήθηκε ανάμεσα στην ομάδα της λακοσαμίδης και την ομάδα εικονικού φαρμάκου. Η ποσοστιαία μείωση για το εικονικό φάρμακο που βασίστηκε σε ανάλυση συνδιακύμανσης ήταν 31,72% (95% CI: 16,342, 44,277). Συνολικά, το ποσοστό των ατόμων με τουλάχιστον 50% μείωση στη συχνότητα επιληπτικών κρίσεων εστιακής έναρξης ανά 28 ημέρες από την έναρξη μέχρι την περίοδο συντήρησης ήταν 52,9% στην ομάδα λακοσαμίδης σε σύγκριση με το 33,3% στην ομάδα εικονικού φαρμάκου. Η ποιότητα ζωής που αξιολογήθηκε από την Pediatric Quality of Life Inventory υπέδειξε ότι άτομα τόσο στην ομάδα λακοσαμίδης όσο και στην ομάδα εικονικού φαρμάκου είχαν παρόμοια και σταθερή σχετική με την υγεία ποιότητα ζωής κατά τη διάρκεια ολόκληρης της περιόδου θεραπείας.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια (πρωτογενείς γενικευμένες τονικο-κλονικές επιληπτικές κρίσεις)
Η αποτελεσματικότητα της λακοσαμίδης ως συμπληρωματική θεραπεία σε ασθενείς ηλικίας 4 ετών και άνω με ιδιοπαθή γενικευμένη επιληψία που βιώνουν πρωτογενείς γενικευμένες τονικο-κλονικές επιληπτικές κρίσεις (PGTCS), θεμελιώθηκε σε μία 24 εβδομάδων διπλά-τυφλή, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, παράλληλων ομάδων, πολυκεντρική μελέτη. Η μελέτη αποτελούνταν από ιστορική περίοδο αναφοράς διάρκειας 12 εβδομάδων, προοπτική περίοδο αναφοράς 4 εβδομάδων και περίοδο θεραπείας 24 εβδομάδων (η οποία περιλάμβανε περίοδο τιτλοποίησης 6 εβδομάδων και περίοδο συντήρησης 18 εβδομάδων). Οι επιλέξιμοι ασθενείς υπό σταθερή δόση 1 έως 3 αντιεπιληπτικών φαρμάκων που βίωσαν τουλάχιστον 3 τεκμηριωμένες PGTCS κατά τη διάρκεια της συνδυασμένης περιόδου αναφοράς 16 εβδομάδων, τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 1 προς 1 για να λάβουν λακοσαμίδη ή εικονικό φάρμακο (ασθενείς στο σύνολο πλήρους ανάλυσης: λακοσαμίδη n=118, εικονικό φάρμακο n=121, εκ των οποίων 8 ασθενείς στην ηλικιακή ομάδα ≥4 έως <12 ετών και 16 ασθενείς στο ηλικιακό εύρος ≥12 έως <18 ετών έλαβαν θεραπεία με λακοσαμίδη και 9 και 16 ασθενείς, αντίστοιχα, με εικονικό φάρμακο). Οι ασθενείς τιτλοποιήθηκαν έως τη δόση-στόχο της περιόδου συντήρησης των 12 mg/kg/ημέρα σε ασθενείς βάρους κάτω των 30 kg, 8 mg/kg/ημέρα σε ασθενείς βάρους από 30 έως κάτω των 50 kg ή 400 mg/ημέρα σε ασθενείς βάρους 50 kg ή άνω.
| Μεταβλητή αποτελεσματικότητας | Εικονικό φάρμακο (N=121) | Λακοσαμίδη (N=118) |
|---|---|---|
| Χρόνος έως τη δεύτερη PGTCS | ||
| Διάμεσος αριθμός (ημέρες) | 77,0 | |
| 95% ΔΕ | 49,0· 128,0 | |
| Λακοσαμίδη - Εικονικό φάρμακο Λόγος κινδύνου | 0,540 | |
| 95% ΔΕ | 0,377· 0,774 | |
| Τιμή p | <0,001 | |
| Χωρίς επιληπτικές κρίσεις | ||
| Διαστρωματωμένη εκτίμηση Kaplan-Meier (%) | 17,2 | 31,3 |
| 95% ΔΕ | 10,4· 24,0 | 22,8· 39,9 |
| Λακοσαμίδη - Εικονικό φάρμακο | 14,1 | |
| 95% ΔΕ | 3,2· 25,1 | |
| Τιμή p | 0,011 |
Σημείωση: Για την ομάδα της λακοσαμίδης, ο διάμεσος χρόνος έως τη δεύτερη PGTCS δεν μπορούσε να εκτιμηθεί με τις μεθόδους Kaplan-Meier επειδή >50% των ασθενών δε βίωσε δεύτερη PGTCS έως την Ημέρα 166. Τα ευρήματα στην παιδιατρική υποομάδα ήταν σύμφωνα με τα αποτελέσματα του συνολικού πληθυσμού για τα κύρια, δευτερεύοντα και λοιπά τελικά σημεία αποτελεσματικότητας.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-JOSAMEC
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Η λακοσαμίδη απορροφάται ταχέως και πλήρως μετά την από του στόματος χορήγηση. Η βιοδιαθεσιμότητα των από του στόματος χορηγούμενων δισκίων λακοσαμίδης είναι περίπου 100%. Μετά την από του στόματος χορήγηση, η συγκέντρωση της αμετάβλητης λακοσαμίδης στο πλάσμα αυξάνει ταχέως και φθάνει σε επίπεδα Cmax περίπου 0,5 έως 4 ώρες μετά τη χορήγηση. Η λήψη τροφής δεν επηρεάζει το ρυθμό και την έκταση της απορρόφησης.
Κατανομή
Ο όγκος κατανομής είναι περίπου 0,6 L/kg. Η λακοσαμίδη συνδέεται κατά λιγότερο από 15% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.
Βιομετασχηματισμός
Το 95% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα ως λακοσαμίδη και μεταβολίτες. Ο μεταβολισμός της λακοσαμίδης δεν έχει χαρακτηριστεί πλήρως. Οι κύριες ενώσεις που απεκκρίνονται στα ούρα είναι η αμετάβλητη λακοσαμίδη (περίπου 40% της δόσης) και ο O-δεσμεθυλο μεταβολίτης της (λιγότερο από 30%). Ένα πολικό κλάσμα που υποστηρίχθηκε ότι ήταν παράγωγα σερίνης ευθυνόταν για περίπου 20% της ποσότητας στα ούρα, αλλά εντοπίσθηκε σε μικρές μόνο ποσότητες (0-2%) στο ανθρώπινο πλάσμα ορισμένων ατόμων. Μικρές ποσότητες (0,5-2%) επιπρόσθετων μεταβολιτών βρέθηκαν στα ούρα. Δεδομένα in vitro δείχνουν ότι το CYP2C9, το CYP2C19 και το CYP3A4 έχουν τη δυνατότητα να καταλύουν το σχηματισμό του O-δεσμεθυλο μεταβολίτη, αλλά δεν έχει εξακριβωθεί in vivo ποιο ισοένζυμο ευθύνεται κυρίως. Δεν παρατηρήθηκε κλινικά σχετική διαφορά στην έκθεση στη λακοσαμίδη όταν η φαρμακοκινητική της συγκρίθηκε μεταξύ ατόμων με έντονο μεταβολισμό (EMs, με λειτουργικό CYP2C19) και ατόμων με πτωχό μεταβολισμό (PMs, με έλλειψη λειτουργικού CYP2C19). Επιπλέον, μια μελέτη αλληλεπίδρασης με την ομεπραζόλη (αναστολέας του CYP2C19) έδειξε ότι δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σχετικές μεταβολές στις συγκεντρώσεις της λακοσαμίδης στο πλάσμα, υποδεικνύοντας ότι η σημασία της οδού αυτής είναι μικρή. Η συγκέντρωση της Ο-δεσμεθυλο-λακοσαμίδης στο πλάσμα είναι περίπου 15% της συγκέντρωσης της λακοσαμίδης στο πλάσμα. Ο κύριος μεταβολίτης δεν έχει γνωστή φαρμακολογική δράση.
Αποβολή
H λακοσαμίδη απεκκρίνεται κυρίως από τη συστηματική κυκλοφορία με νεφρική απέκκριση και βιομετασχηματισμό. Μετά την από του στόματος και ενδοφλέβια χορήγηση της ραδιοσημασμένης λακοσαμίδης, περίπου το 95% της ραδιενέργειας που χορηγήθηκε, ανακτήθηκε στα ούρα και λιγότερο από το 0,5% στα κόπρανα. H ημιπερίοδος ζωής αποβολής της λακοσαμίδης είναι περίπου 13 ώρες. Η φαρμακοκινητική είναι ανάλογη της δόσης και σταθερή στο χρόνο, με χαμηλή διακύμανση στο ίδιο το άτομο ή μεταξύ διαφορετικών ατόμων. Οι συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης στο πλάσμα επιτυγχάνονται 3 ημέρες μετά από χορήγηση δύο φορές την ημέρα. Η συγκέντρωση στο πλάσμα αυξάνει με έναν παράγοντα συσσώρευσης περίπου 2. Μία εφάπαξ δόση φόρτισης με 200 mg προσεγγίζει συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης συγκρίσιμες με τη χορήγηση 100 mg δύο φορές ημερησίως από του στόματος.
Φαρμακοκινητική σε ειδικές ομάδες ασθενών
Φύλο
Κλινικές μελέτες κατέδειξαν ότι το φύλο δεν ασκεί κλινικά σημαντική επίδραση στις συγκεντρώσεις της λακοσαμίδης στο πλάσμα.
Νεφρική δυσλειτουργία
H AUC της λακοσαμίδης αυξήθηκε κατά περίπου 30% στους ασθενείς με ήπια και μέτρια και κατά 60% στους ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία και στους ασθενείς με νεφροπάθεια τελικού σταδίου, για τους οποίους απαιτείται αιμοδιύλιση σε σύγκριση με τα υγιή άτομα, ενώ η Cmax παρέμεινε ανεπηρέαστη. Η λακοσαμίδη απομακρύνεται αποτελεσματικά από το πλάσμα με αιμοδιύλιση. Μετά από θεραπεία αιμοδιύλισης 4 ωρών, η AUC της λακοσαμίδης μειώνεται κατά περίπου 50%. Επομένως, μετά από την αιμοδιύλιση, απαιτείται η συμπλήρωση της δόσης (βλ. Δοσολογία). Η έκθεση του Ο-δεσμεθυλο μεταβολίτη ήταν κατά αρκετές φορές αυξημένη σε ασθενείς με μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Σε απουσία αιμοδιύλισης σε ασθενείς με νεφροπάθεια τελικού σταδίου, τα επίπεδα ήταν αυξημένα και αυξάνονταν συνεχώς κατά τη διάρκεια της δειγματοληψίας 24-ώρου. Δεν είναι γνωστό αν η αυξημένη έκθεση στο μεταβολίτη σε ασθενείς με νεφροπάθεια τελικού σταδίου θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανεπιθύμητες ενέργειες, αλλά δεν έχει προσδιοριστεί φαρμακολογική δράση του μεταβολίτη.
Ηπατική δυσλειτουργία
Στα άτομα με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh B), παρατηρήθηκαν υψηλότερες συγκεντρώσεις της λακοσαμίδης στο πλάσμα (περίπου κατά 50% υψηλότερη AUCnorm). Η υψηλότερη έκθεση οφειλόταν εν μέρει στη μειωμένη νεφρική λειτουργία στα άτομα που συμμετείχαν στις μελέτες. Η μείωση της μη-νεφρικής κάθαρσης στους ασθενείς της μελέτης εκτιμήθηκε ότι οδηγούσε σε 20% αύξηση στην AUC της λακοσαμίδης. H φαρμακοκινητική της λακοσαμίδης δεν έχει αξιολογηθεί σε σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία).
Ηλικιωμένοι (ηλικίας άνω των 65 ετών)
Σε μελέτη σε ηλικιωμένους άνδρες και γυναίκες, συμπεριλαμβανομένων 4 ασθενών ηλικίας >75 ετών, η AUC ήταν περίπου κατά 30 και 50% αυξημένη σε σύγκριση με τους άνδρες νεαρής ηλικίας, αντιστοίχως. Αυτό σχετίζεται εν μέρει με το χαμηλότερο σωματικό βάρος. Η κανονικοποιημένη για το σωματικό βάρος διαφορά είναι 26 και 23%, αντιστοίχως. Παρατηρήθηκε επίσης αυξημένη μεταβλητότητα στην έκθεση. Στη μελέτη αυτή, η νεφρική κάθαρση της λακοσαμίδης ήταν ελαφρά μόνο μειωμένη σε ηλικιωμένα άτομα. Δε θεωρείται απαραίτητη η γενική μείωση της δόσης εκτός και αν ενδείκνυται εξαιτίας της μειωμένης νεφρικής λειτουργίας (βλ. Δοσολογία).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Το παιδιατρικό προφίλ φαρμακοκινητικής της λακοσαμίδης καθορίστηκε σε μια ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού με τη χρήση σποραδικών δεδομένων της συγκέντρωσης πλάσματος που αποκτήθηκαν από μία ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο τυχαιοποιημένη μελέτη και τρεις μελέτες ανοικτής επισήμανσης σε 414 παιδιά με επιληψία ηλικίας 6 μηνών έως 17 ετών. Οι χορηγούμενες δόσεις λακοσαμίδης κυμαίνονταν από 2 έως 17,8 mg/kg/ημέρα με λήψη δις ημερησίως, με μέγιστη χορήγηση 600 mg/ημέρα για παιδιά με βάρος 50 kg ή άνω. Η τυπική κάθαρση πλάσματος εκτιμήθηκε ότι ήταν 1,04 L/h (για παιδιά με βάρος 20 kg), 1,32 L/h (για παιδιά με βάρος 30 kg) και 1,86 L/h (για παιδιά με βάρος 50 kg), αντιστοίχως. Συγκριτικά, η κάθαρση πλάσματος εκτιμήθηκε ως 1,92 L/h σε ενήλικες (σωματικό βάρος 70 kg). Η ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού με χρήση σποραδικών δειγμάτων φαρμακοκινητικής από τη μελέτη PGTCS έδειξε παρόμοια έκθεση στους ασθενείς με PGTCS και στους ασθενείς με επιληπτικές κρίσεις εστιακής έναρξης.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Λακοσαμίδη
- Αντιεπιληπτικό φάρμακο με υψηλή από του στόματος δραστικότητα, στερεοεκλεκτικότητα και αντισπασμωμικές δράσεις.
- Μέσω αναστολής των αισθητηριακών νευρωνικών, δυναμοελεγχόμενων διαύλων νατρίου που μεσολαβούν τις αποκρίσεις του νευροπαθητικού πόνου, η λακοσαμίδη εμφάνισε αναλγητική δράση.
- Η λακοσαμίδη είναι μια χειλική λειτουργικοποιημένη αμινοξέα.
- Το S-στερεοϊσομερές δεν παρουσιάζει αντιεπιληπτική δράση.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Τρόπος Δράσης
Οι επιληπτικές κρίσεις, που προκαλούνται από νευρωνική υπερερεθιστότητα, περιλαμβάνουν παρατεταμένη εκπόλωση δυναμικών δράσης που εξαρτώνται από το νάτριο. Η διαδικασία της βραδείας αδρανοποίησης, εγγενής στη λειτουργία των δυναμοελεγχόμενων διαύλων νατρίου, έχει εμπλακεί στις παροξυσμικές αποπολωτικές μετατοπίσεις που σχετίζονται με την επιληπτική δραστηριότητα.
Ο ακριβής μηχανισμός δράσης της λακοσαμίδης δεν είναι πλήρως γνωστός. Ωστόσο, in vitro ηλεκτροφυσιολογικές μελέτες έχουν δείξει ότι η λακοσαμίδη ενισχύει επιλεκτικά τη βραδεία αδρανοποίηση των δυναμοελεγχόμενων διαύλων νατρίου, μετατοπίζοντας την καμπύλη βραδείας αδρανοποίησης σε πιο υπερπολωμένα δυναμικά και αυξάνοντας το μέγιστο κλάσμα των διαύλων στην κατάσταση βραδείας αδρανοποίησης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη σταθεροποίηση των υπερερεθίστων νευρωνικών μεμβρανών και την αναστολή της επαναλαμβανόμενης νευρωνικής εκπόλωση.
Η λακοσαμίδη δεν επηρεάζει τη γρήγορη συνιστώσα των δυναμοελεγχόμενων ρευμάτων νατρίου, σε αντίθεση με τους παραδοσιακούς αποκλειστές διαύλων νατρίου.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η λακοσαμίδη απορροφάται πλήρως μετά από χορήγηση από του στόματος, με αμελητέα επίδραση πρώτης διόδου. Έχει υψηλή απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα περίπου 100%. Το φαγητό δεν επηρεάζει την ταχύτητα και την έκταση της απορρόφησης. Η Tmax κυμαίνεται από μία έως τέσσερις ώρες. Οι σταθερές πλάσμα συγκεντρώσεις επιτυγχάνονται μετά από τρεις ημέρες διπλής ημερήσιας επαναλαμβανόμενης χορήγησης.
Η φαρμακοκινητική της λακοσαμίδης είναι ανάλογη της δόσης στην περιοχή δόσεων μεταξύ 100 και 800 mg, και χρονικά αμετάβλητη, με χαμηλή δια- και ενδο-ατομική μεταβλητότητα.
Ο κύριος μεταβολίτης O-δεσμεθυλο-λακοσαμίδης έχει μεγαλύτερο Tmax που κυμαίνεται από 0,5 έως 12 ώρες.
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, η Cmax επιτυγχάνεται στο τέλος της έγχυσης. Οι ενδοφλέβιες εγχύσεις των 30 και 60 λεπτών είναι βιοϊσοδύναμες με το από του στόματος δισκίο. Για την ενδοφλέβια έγχυση των 15 λεπτών, επιτεύχθηκε βιοϊσοδυναμία για την AUC0-tz αλλά όχι για την Cmax. Το σημείο εκτίμησης της Cmax ήταν 20% υψηλότερο από την Cmax για το από του στόματος δισκίο και το 90% CI για την Cmax υπερέβη το ανώτερο όριο του εύρους βιοϊσοδυναμίας.
Σε μια μελέτη που συνέκρινε το από του στόματος δισκίο με ένα από του στόματος διάλυμα που περιείχε 10 mg/mL λακοσαμίδης, επιτεύχθηκε βιοϊσοδυναμία μεταξύ των δύο σκευασμάτων.
Μια εφάπαξ δόση φόρτισης 200 mg προσεγγίζει τις σταθερές συγκεντρώσεις που συγκρίνονται με τη χορήγηση 100 mg δύο φορές ημερησίως από του στόματος.
Η λακοσαμίδη απεκκρίνεται κυρίως από τη συστηματική κυκλοφορία μέσω νεφρικής απέκκρισης και βιομετασχηματισμού. Μετά από χορήγηση 100 mg ραδιοσημασμένης λακοσαμίδης από του στόματος και ενδοφλέβια, περίπου το 95% της ραδιενέργειας ανακτήθηκε στα ούρα και λιγότερο από 0,5% στα κόπρανα. Οι κύριες ουσίες που απεκκρίθηκαν ήταν η αμετάβλητη λακοσαμίδη (περίπου 40% της δόσης), ο μεταβολίτης της O-δεσμεθυλο- (περίπου 30%) και ένα δομικά άγνωστο πολικό κλάσμα (~20%).
Ο όγκος κατανομής είναι περίπου 0,6 L/kg και επομένως κοντά στον όγκο του συνολικού σωματικού ύδατος.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η λακοσαμίδη συνδέεται λιγότερο από 15% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η λακοσαμίδη μεταβολίζεται από CYP3A4, CYP2C9, και CYP2C19 σχηματίζοντας O-δεσμεθυλο-λακοσαμίδη, η οποία είναι ένας κύριος, φαρμακολογικά ανενεργός μεταβολίτης σε ανθρώπους. Δεν υπάρχει εναντιομερής διαμετατροπή της λακοσαμίδης.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής του αμετάβλητου φαρμάκου είναι περίπου 13 ώρες και δεν επηρεάζεται από διαφορετικές δόσεις, πολλαπλές χορηγήσεις ή ενδοφλέβια χορήγηση. Ο κύριος μεταβολίτης O-δεσμεθυλο-λακοσαμίδης έχει χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής που κυμαίνεται από 15 έως 23 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη κρίσεων ή τη μείωση της σοβαρότητάς τους.
Μια κατηγορία φαρμάκων που αναστέλλουν την ενεργοποίηση των δυναμοελεγχόμενων διαύλων νατρίου.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
563KS2PQY5
ΛΑΚΟΣΑΜΙΔΗ
Φυσιολογικές Επιπτώσεις [PE] - Μειωμένη Αποδιοργανωμένη Ηλεκτρική Δραστηριότητα Κεντρικού Νευρικού Συστήματος
Η φυσιολογική επίδραση της λακοσαμίδης είναι μέσω της Μειωμένης Αποδιοργανωμένης Ηλεκτρικής Δραστηριότητας Κεντρικού Νευρικού Συστήματος.
ΛΑΚΟΣΑΜΙΔΗ
Μειωμένη Αποδιοργανωμένη Ηλεκτρική Δραστηριότητα Κεντρικού Νευρικού Συστήματος [PE]
ΛΑΚΟΣΑΜΙΔΗ ΣΤΟΜΑΤΙΚΟ ΔΙΑΛΥΜΑ
Μειωμένη Αποδιοργανωμένη Ηλεκτρική Δραστηριότητα Κεντρικού Νευρικού Συστήματος [PE]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Α1 N03AX18Ενήλικες — Εστιακές κρίσεις: Μονοθεραπεία (1η/2η επιλογή)
- Εστιακής έναρξης κρίσεις με ή χωρίς αμφοτερόπλευρη επέκταση
- Ενήλικες > 16 ετών — αρχική αγωγή
Δοσολογία: Τιτλοποίηση · Συνεχής -
ΒΗΜΑ Β N03AX18Ενήλικες — Γενικευμένες τονικο-κλονικές κρίσεις
- Πρωτοπαθώς γενικευμένες ή αμφοτερόπλευρης έναρξης τονικο-κλονικές κρίσεις
Δοσολογία: Πρόσθετη αγωγή · Συνεχής
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη κρίσεων ή τη μείωση της σοβαρότητάς τους.
Μια κατηγορία φαρμάκων που αναστέλλουν την ενεργοποίηση των δυναμοελεγχόμενων διαύλων νατρίου.