Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ L02BX03 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

ABIRATERONE

Αμπιρατερόνη

**Φαρμακοδυναμική** _In vivo_, η αμπιρατερόνη ακετική υδρολύεται ταχέως σε αμπιρατερόνη, η οποία διαμεσολαβεί τις φαρμακολογικές της δράσεις. Η αμπιρατερόνη μειώνει τα επίπεδα τεστοστερόνης στον ορό και άλλων ανδρογόνων. Μπορεί να παρατηρηθεί αλλαγή στα επίπεδα του ειδικού …

Chemical structure of ABIRATERONE

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Επιμελημένο
medication
SPC-ABINONE

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
από του στόματος
Χορήγηση:
τουλάχιστον μία ώρα πριν ή δύο ώρες μετά το φαγητό
Δόση έναρξης:
1.000 mg
Τιτλοποίηση:
μειωμένη δόση 500 mg μία φορά την ημέρα για επανέναρξη μετά από ηπατοτοξικότητα
  • Ενήλικες
    Δόση1.000 mg
    Ως εφάπαξ ημερήσια δόση. Δεν πρέπει να λαμβάνεται με τροφή.
  • Ασθενείς με mHSPC
    Χρησιμοποιείται με 5 mg πρεδνιζόνης ή πρεδνιζολόνης ημερησίως.
  • Ασθενείς με mCRPC
    Χρησιμοποιείται με 10 mg πρεδνιζόνης ή πρεδνιζολόνης ημερησίως.
  • Ασθενείς με ηπατοτοξικότητα (επανέναρξη θεραπείας)
    Δόση500 mg
    Μία φορά την ημέρα, μετά την επιστροφή των ηπατικών εξετάσεων στα αρχικά επίπεδα. Εάν επανεμφανιστεί ηπατοτοξικότητα, η θεραπεία διακόπτεται.
  • Ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (Κατηγορίας Α κατά Child-Pugh)
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Κατηγορίας Β κατά Child-Pugh)
    Η χρήση του Abinone πρέπει να αξιολογείται με προσοχή. Δεν μπορεί να προβλεφθεί η προσαρμογή της δόσης για πολλαπλές δόσεις.
  • Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Κατηγορίας C κατά Child-Pugh)
    Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται.
  • Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης. Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία λόγω έλλειψης κλινικής εμπειρίας.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός
    Δεν υπάρχει σχετική χρήση.
block
SPC-ABINONE

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
  • Γυναίκες που είναι ή μπορεί να είναι έγκυες
    ΠληθυσμόςΓυναίκες
  • Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία [Κατηγορία C κατά Child-Pugh]
  • Το Abinone με πρεδνιζόνη ή πρεδνιζολόνη σε συνδυασμό με Ra-223
warning
SPC-ABINONE

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Υπέρταση, υποκαλιαιμία, κατακράτηση υγρών
    Πληθυσμόςασθενείς των οποίων οι υποκείμενες ιατρικές καταστάσεις μπορεί να επιβαρυνθούν από αυξήσεις στην αρτηριακή πίεση, υποκαλιαιμία (π.χ. σε όσους λαμβάνουν καρδιακές γλυκοσίδες) ή κατακράτηση υγρών (π.χ. σε όσους πάσχουν από καρδιακή ανεπάρκεια, σοβαρή ή ασταθή στηθάγχη, πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου ή κοιλιακή αρρυθμία και ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία)
    Απαιτείται προσοχή
  • Καρδιαγγειακή νόσος
    Πληθυσμόςασθενείς με ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου
    Να χρησιμοποιείται με προσοχή
  • Καρδιακή ανεπάρκεια και κλάσμα εξώθησης
    Πληθυσμόςασθενείς με κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας (LVEF) <50% ή με καρδιακή ανεπάρκεια Kατηγορίας ΙΙΙ ή IV κατά NYHA (στη μελέτη 301) ή καρδιακή ανεπάρκεια Κατηγορίας ΙΙ έως IV κατά ΝΥΗΑ (στις μελέτες 3011 και 302)
    Η ασφάλεια δεν τεκμηριώθηκε
  • Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
    Πληθυσμόςασθενείς με σημαντικό κίνδυνο για συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (π.χ. ιστορικό καρδιακής ανεπάρκειας, μη ελεγχόμενη υπέρταση ή καρδιακά επεισόδια όπως ισχαιμική καρδιοπάθεια)
    Αξιολόγηση καρδιακής λειτουργίας (π.χ. ηχοκαρδιογράφημα), αντιμετώπιση καρδιακής ανεπάρκειας και βελτιστοποίηση καρδιακής λειτουργίας πριν τη θεραπεία. Η υπέρταση, η υποκαλιαιμία και η κατακράτηση υγρών πρέπει να διορθώνονται και να ελέγχονται.
  • Παράταση διαστήματος QT
    Πληθυσμόςασθενείς που παρουσιάζουν υποκαλιαιμία σε συνδυασμό με τη θεραπεία με αμπιρατερόνη
    Αξιολογήστε την καρδιακή λειτουργία όπως ενδείκνυται κλινικά, εφαρμόστε την κατάλληλη διαχείριση και εξετάστε το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας εάν υπάρχει κλινικά σημαντική μείωση στην καρδιακή λειτουργία.
  • Αυξήσεις ηπατικών ενζύμων
    σημαντικές αυξήσεις
    Εάν ALT ή AST αυξηθεί > 5x ULN, διακοπή θεραπείας, στενή παρακολούθηση ηπατικής λειτουργίας. Επαναθεραπεία μόνο μετά επιστροφή στα αρχικά επίπεδα και με μειωμένη δόση. Εάν ALT ή AST αυξηθεί > 20x ULN, διακοπή θεραπείας και μη επανάληψη.
  • Ιογενής ηπατίτιδα
    Πληθυσμόςασθενείς με ενεργό ή συμπτωματική ιογενή ηπατίτιδα
    Δεν υπάρχουν δεδομένα που να υποστηρίζουν τη χρήση.
  • Ηπατική δυσλειτουργία (μέτρια)
    Πληθυσμόςασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Κατηγορία B κατά Child-Pugh)
    Η χρήση πρέπει να αξιολογείται προσεκτικά, το όφελος να αντισταθμίζει τον κίνδυνο.
  • Ηπατική δυσλειτουργία (σοβαρή)
    σοβαρή
    Πληθυσμόςασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Κατηγορία C κατά Child-Pugh)
    Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται.
  • Οξεία ηπατική ανεπάρκεια και κεραυνοβόλος ηπατίτιδα
    σπάνιες αναφορές
    Σπάνιες αναφορές μετά την κυκλοφορία, ορισμένες με θανατηφόρο έκβαση.
  • Απόσυρση κορτικοστεροειδών
    Πληθυσμόςασθενείς που αποσύρονται από τη θεραπεία με πρεδνιζόνη ή πρεδνιζολόνη
    Προσοχή και παρακολούθηση για φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκεια. Εάν το Abinone συνεχιστεί, παρακολούθηση για συμπτώματα περίσσειας αλατοκορτικοειδών.
  • Στρεσογόνες καταστάσεις
    Πληθυσμόςασθενείς υπό πρεδνιζόνη ή πρεδνιζολόνη που βιώνουν μη συνηθισμένη στρεσσογόνο κατάσταση
    Μπορεί να ενδείκνυται αυξημένη δόση κορτικοστεροειδών πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τη στρεσσογόνο κατάσταση.
  • Μείωση οστικής πυκνότητας
    Πληθυσμόςάνδρες με μεταστατικό προχωρημένο καρκίνο του προστάτη
    Η χρήση του Abinone σε συνδυασμό με γλυκοκορτικοειδές μπορεί να αυξήσει την επίδραση.
  • Προηγούμενη χρήση κετοκοναζόλης
    Πληθυσμόςασθενείς που έχουν προηγουμένως λάβει θεραπεία με κετοκοναζόλη για τον καρκίνο του προστάτη
    Μπορεί να αναμένονται χαμηλότερα ποσοστά ανταπόκρισης.
  • Υπεργλυκαιμία (λόγω γλυκοκορτικοειδών)
    Πληθυσμόςασθενείς με διαβήτη
    Πρέπει να μετρώνται συχνά τα επίπεδα του σακχάρου στο αίμα.
  • Υπογλυκαιμία
    Πληθυσμόςασθενείς με προϋπάρχοντα διαβήτη που λάμβαναν πιογλιταζόνη ή ρεπαγλινίδη
    Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις. Τα επίπεδα του σακχάρου στο αίμα θα πρέπει να παρακολουθούνται.
  • Ταυτόχρονη χρήση με κυτταροτοξική χημειοθεραπεία
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί.
  • Αναιμία και σεξουαλική δυσλειτουργία
    Πληθυσμόςάνδρες με μεταστατικό καρκίνο του προστάτη, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που υποβάλλονται σε θεραπεία με Abinone
    Μπορεί να εμφανιστούν.
  • Μυοπάθεια και ραβδομυόλυση
    Πληθυσμόςασθενείς που έλαβαν θεραπεία με αμπιρατερόνη
    Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις. Προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα φαρμακευτικά προϊόντα που συνδέονται με μυοπάθεια/ραβδομυόλυση.
  • Ισχυροί επαγωγείς του CYP3A4
    Πρέπει να αποφεύγονται κατά τη διάρκεια της θεραπείας λόγω μειωμένης έκθεσης στην αμπιρατερόνη, εκτός εάν δεν υπάρχει εναλλακτική θεραπεία.
  • Συνδυασμός με Ra-223
    αντενδείκνυται
    Πληθυσμόςασυμπτωματικοί ή ηπίως συμπτωματικοί ασθενείς με καρκίνο του προστάτη
    Η θεραπεία με αμπιρατερόνη και πρεδνιζόνη/πρεδνιζολόνη σε συνδυασμό με Ra-223 αντενδείκνυται λόγω αυξημένου κινδύνου καταγμάτων και αυξημένης θνητότητας.
  • Επακόλουθη θεραπεία με Ra-223
    Να μην ξεκινά για τουλάχιστον 5 ημέρες μετά την τελευταία χορήγηση του Abinone σε συνδυασμό με πρεδνιζόνη/πρεδνιζολόνη.
  • Δυσανεξία στη λακτόζη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης - γαλακτόζης
    Δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
SPC-ABINONE

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Τροφή
    αντένδειξη
    Αύξηση της απορρόφησης της οξικής αμπιρατερόνης
    ΣύστασηΔεν πρέπει να λαμβάνεται με τροφή
  • Ισχυροί επαγωγείς του CYP3A4 (π.χ., φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, ριφαμπικίνη, ριφαμπουτίνη, ριφαπεντίνη, φαινοβαρβιτάλη, υπερικό, βαλσαμόχορτο [Hypericum perforatum])
    προσοχή
    Μείωση της συστηματικής έκθεσης στην αμπιρατερόνη
    ΣύστασηΠρέπει να αποφεύγονται, εκτός εάν δεν υπάρχει εναλλακτική θεραπεία
  • Κετοκοναζόλη (ισχυρός αναστολέας του CYP3A4)
    Δεν είχε κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της αμπιρατερόνης
  • Φαρμακευτικά προϊόντα που ενεργοποιούνται ή μεταβολίζονται από το CYP2D6 (π.χ. μετοπρολόλη, προπρανολόλη, δεσιπραμίνη, βενλαφαξίνη, αλοπεριδόλη, ρισπεριδόνη, προπαφενόνη, φλεκαϊνίδη, κωδεΐνη, οξυκωδόνη, τραμαδόλη)
    προσοχή
    Αύξηση της συστηματικής έκθεσης (AUC) σε υποστρώματα του CYP2D6 (π.χ. δεξτρομεθορφάνη)
    ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή. Εξετάστε μείωση της δόσης για φαρμακευτικά προϊόντα με στενό θεραπευτικό δείκτη.
  • Υποστρώματα του CYP2C8 με στενό θεραπευτικό δείκτη (π.χ. πιογλιταζόνη, ρεπαγλινίδη)
    προσοχή
    Αύξηση της AUC της πιογλιταζόνης και μείωση της AUC των ενεργών μεταβολιτών της
    ΣύστασηΟι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία τοξικότητας.
  • Φαρμακευτικά προϊόντα που παρατείνουν το διάστημα QT (π.χ. κινιδίνη, δισοπυραμίδη, αμιοδαρόνη, σοταλόλη, δοφετιλίδη, ιβουτιλίδη, μεθαδόνη, μοξιφλοξασίνη, αντιψυχωσικά)
    προσοχή
    Η θεραπεία στέρησης ανδρογόνων μπορεί να παρατείνει το διάστημα QT
    ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή.
  • Σπιρονολακτόνη
    προσοχή
    Δέσμευση στον υποδοχέα των ανδρογόνων και πιθανή αύξηση των επιπέδων PSA
    ΣύστασηΔε συνιστάται η χρήση με Abinone.
sick
SPC-ABINONE

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
  • Ουρολοίμωξη (πολύ συχνές)
  • Σηψαιμία (συχνές)
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • Αναφυλακτικές αντιδράσεις (μη γνωστές)
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
  • Επινεφριδιακή ανεπάρκεια (όχι συχνές)
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
  • Υποκαλιαιμία (πολύ συχνές)
Μεταβολισμός
  • Υπερτριγλυκεριδαιμία
Καρδιακές διαταραχές
  • Καρδιακή ανεπάρκεια* (συχνές)
  • Στηθάγχη (συχνές)
  • Κολπική μαρμαρυγή (συχνές)
  • Ταχυκαρδία (συχνές)
  • Άλλες αρρυθμίες (όχι συχνές)
  • Έμφραγμα του μυοκαρδίου (μη γνωστές)
Καρδιά
  • Παράταση διαστήματος QT
Αγγειακές
  • Υπέρταση
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
  • Αλλεργική κυψελιδίτιδα (σπάνιες)
Γαστρεντερικό
  • Διάρροια
Διαταραχές του γαστρεντερικού
  • Δυσπεψία (συχνές)
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
  • Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης και / ή αυξημένη αμινοτρανσφεράση του ασπαρτικού (πολύ συχνές)
  • Ηπατίτιδα κεραυνοβόλος (σπάνιες)
  • Οξεία ηπατική ανεπάρκεια (σπάνιες)
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Εξάνθημα (συχνές)
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
  • Μυοπάθεια (όχι συχνές)
  • Ραβδομυόλυση (όχι συχνές)
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
  • Αιματουρία (συχνές)
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Περιφερικό οίδημα (πολύ συχνές)
Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
  • Κατάγματα** (συχνές)
pregnant_woman
SPC-ABINONE

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται expand_more
  • Κύηση
    Το Abinone δεν προορίζεται για χρήση σε γυναίκες και αντενδείκνυται σε γυναίκες που είναι ή μπορεί να είναι έγκυες.
    Δεν υπάρχουν δεδομένα για τη χρήση του Abinone σε ανθρώπους στην κύηση και το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν προορίζεται για χρήση σε γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης.
  • Αντισύλληψη
    Απαιτείται η χρήση προφυλακτικού αν ο ασθενής έρχεται σε σεξουαλική επαφή με έγκυο γυναίκα. Αν ο ασθενής έρχεται σε σεξουαλική επαφή με γυναίκα με δυνατότητα τεκνοποίησης, απαιτείται η χρήση προφυλακτικού μαζί με μια ακόμα αποτελεσματική μέθοδο αντισύλληψης.
    Δεν είναι γνωστό αν η αμπιρατερόνη ή οι μεταβολίτες της ανευρίσκονται στο σπέρμα. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
  • Θηλασμός
    Το Abinone δεν προορίζεται για χρήση σε γυναίκες.
  • Γονιμότητα
    Η αμπιρατερόνη επηρέασε τη γονιμότητα σε αρσενικούς και θηλυκούς αρουραίους, αλλά αυτές οι επιδράσεις ήταν πλήρως αναστρέψιμες.
neurology
PubChem

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Μηχανισμός Δράσης Η 17α-υδροξυλάση/C17,20-λιάση (CYP17) είναι ένα βασικό ένζυμο στη βιοσύνθεση των ανδρογόνων. Εκφράζεται κυρίως σε ορχικούς, επινεφριδιακούς και προστατικούς όγκους. Η CYP17 καταλύει την 17α-υδροξυλίωση της πρεγνενολόνης και της…
monitor_heart
SPC-ABINONE

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: ενδοκρινική θεραπεία, άλλοι ανταγωνιστές ορμονών και σχετικοί παράγοντες Κωδικός ATC: L02BX03 ### Μηχανισμός δράσης Η οξική αμπιρατερόνη μετατρέπεται in vivo σε αμπιρατερόνη, έναν αναστολέα της βιοσύνθεσης των ανδρογόνων….
biotech
SPC-ABINONE

Φαρμακοκινητική

expand_more
Μετά από τη χορήγηση της οξικής αμπιρατερόνης, η φαρμακοκινητική της αμπιρατερόνης και της οξικής αμπιρατερόνης έχει μελετηθεί σε υγιή άτομα, ασθενείς με μεταστατικό προχωρημένο καρκίνο του προστάτη και σε άτομα χωρίς καρκίνο με ηπατική ή νεφρική…
hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Η μετατροπή της αμπιρατερόνης ακετικής σε αμπιρατερόνη, τον ενεργό μεταβολίτη, πιθανώς διαμεσολαβείται από εστεράσες, αν και συγκεκριμένες εστεράσες δεν έχουν ταυτοποιηθεί. Στο ανθρώπινο πλάσμα, οι δύο κύριοι κυκλοφορούντες μεταβολίτες είναι…
bloodtype
PubChem

Απέκκριση

expand_more
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση Η γεωμετρική μέση τιμή (± ΤΥ) Cmax ήταν 73 (± 44) ng/mL και η AUC0-∞ ήταν 373 (± 249) ng x hr/mL μετά από μία εφάπαξ δόση 500 mg αμπιρατερόνης ακετικής σε υγιείς εθελοντές που είχαν νήστεια κατά τη διάρκεια της νύχτας….

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
flag

Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη

  • Αμινοτρανσφεράσες (AST/ALT) · πριν την έναρξη της θεραπείας, κάθε δύο εβδοδομάδες για τους πρώτους τρεις μήνες της θεραπείας και κάθε μήνα στη συνέχεια
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Αμινοτρανσφεράσες (AST/ALT) gastroenterologyΗπατική λειτουργία αμέσως Εμφάνιση κλινικών συμπτωμάτων ή σημείων ηπατοτοξικότητας
Ηπατική λειτουργία gastroenterologyΗπατική λειτουργία στενά Αύξηση ALT ή AST > 5x ULN
Κάλιο ορού (K⁺) scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά κάθε 2 εβδομάδες για 3 μήνες, έπειτα σε μηνιαία βάση
Γλυκόζη αίματος glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης συχνά Διαβήτης (ειδικά με πιογλιταζόνη ή ρεπαγλινίδη)
stethoscope

Κλινική εξέταση & ζωτικά

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Αρτηριακή πίεση monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία κάθε 2 εβδομάδες για 3 μήνες, έπειτα σε μηνιαία βάση
Σωματικό βάρος monitor_weightΣωματομετρικά (βάρος/ΔΜΣ) κάθε 2 εβδομάδες για 3 μήνες, έπειτα σε μηνιαία βάση
Κλινική παρακολούθηση stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) κάθε 2 εβδομάδες για 3 μήνες, έπειτα σε μηνιαία βάση
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-ABINONE
expand_more

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν πρέπει να συνταγογραφείται από έναν κατάλληλο επαγγελματία υγείας.

Δοσολογία

Η συνιστώμενη δόση είναι 1.000 mg (τέσσερα δισκία των 250 mg ή δύο επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία των 500 mg) ως εφάπαξ ημερήσια δόση, η οποία δεν πρέπει να λαμβάνεται με τροφή (βλ. Τρόπος χορήγησης). Η λήψη των δισκίων με τροφή αυξάνει τη συστηματική έκθεση στην αμπιρατερόνη (βλ. Αλληλεπιδράσεις και Φαρμακοκινητικές).

Δοσολογία πρεδνιζόνης ή πρεδνιζολόνης

  • Για τον mHSPC, το Abinone χρησιμοποιείται με 5 mg πρεδνιζόνης ή πρεδνιζολόνης ημερησίως.
  • Για τον mCRPC, το Abinone χρησιμοποιείται με 10 mg πρεδνιζόνης ή πρεδνιζολόνης ημερησίως.

Ο φαρμακευτικός ευνουχισμός με ανάλογο της ορμόνης απελευθέρωσης της ωχρινοτρόπου ορμόνης (LHRH) πρέπει να συνεχίζεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας ασθενών που δεν έχουν υποβληθεί σε χειρουργικό ευνουχισμό.

Συνιστώμενη παρακολούθηση

Τα επίπεδα των τρανσαμινασών στον ορό πρέπει να μετρώνται πριν την έναρξη της θεραπείας, κάθε δύο εβδομάδες για τους πρώτους τρεις μήνες της θεραπείας και στη συνέχεια κάθε μήνα. Η αρτηριακή πίεση, τα επίπεδα του καλίου στον ορό και η κατακράτηση υγρών πρέπει να παρακολουθούνται σε μηνιαία βάση.

Ωστόσο, ασθενείς με σημαντικό κίνδυνο για συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια πρέπει να παρακολουθούνται κάθε 2 εβδομάδες για τους πρώτους τρεις μήνες της θεραπείας και στη συνέχεια κάθε μήνα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Σε ασθενείς με προϋπάρχουσα υποκαλιαιμία ή σε εκείνους που εμφανίζουν υποκαλιαιμία ενώ λαμβάνουν θεραπεία με Abinone, μεριμνήστε για τη διατήρηση των επιπέδων καλίου του ασθενούς σε ≥ 4,0 mM.

Για ασθενείς που εμφανίζουν τοξικότητες Βαθμού ≥ 3 συμπεριλαμβανομένης υπέρτασης, υποκαλιαιμίας, οιδήματος και άλλων μη αλατοκορτικοειδικών τοξικοτήτων, η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται και να εφαρμόζεται κατάλληλη ιατρική αντιμετώπιση. Η θεραπεία με Abinone δεν πρέπει να αρχίζει ξανά, μέχρις ότου τα συμπτώματα της τοξικότητας να υποχωρήσουν σε Βαθμού 1 ή την αρχική κατάσταση.

Σε περίπτωση παράλειψης μίας ημερήσιας δόσης είτε του Abinone, είτε της πρεδνιζόνης ή πρεδνιζολόνης, η θεραπεία πρέπει να συνεχιστεί την επόμενη μέρα με τη συνήθη ημερήσια δόση.

Ηπατοτοξικότητα

Σε ασθενείς, οι οποίοι αναπτύσσουν ηπατοτοξικότητα κατά τη διάρκεια της θεραπείας (αυξήσεις της αμινοτρανσφεράσης της αλανίνης [ALT] ή αυξήσεις της αμινοτρανσφεράσης του ασπαρτικού [AST] περισσότερο από 5 φορές του άνω φυσιολογικού ορίου [ULN]), η χορήγηση της θεραπείας πρέπει να αναστέλλεται αμέσως (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Μετά την επιστροφή των αποτελεσμάτων των εξετάσεων ηπατικής λειτουργίας στα αρχικά επίπεδα του ασθενή, μπορεί να χορηγηθεί εκ νέου η θεραπεία σε μειωμένη δόση 500 mg (δύο δισκία των 250 mg ή ένα επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο των 500 mg) μία φορά την ημέρα. Για ασθενείς, οι οποίοι υποβάλλονται εκ νέου σε θεραπεία, τα επίπεδα τρανσαμινασών ορού πρέπει να παρακολουθούνται τουλάχιστον κάθε δύο εβδομάδες επί τρεις μήνες και κατόπιν μηνιαίως. Εάν επανεμφανιστεί ηπατοτοξικότητα στη μειωμένη δόση των 500 mg ημερησίως, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί.

Εάν οι ασθενείς εμφανίσουν σοβαρή ηπατοτοξικότητα (ALT ή AST 20 φορές υψηλότερη από το ULN) οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια της θεραπείας, η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται και οι ασθενείς δεν πρέπει να λάβουν τη θεραπεία εκ νέου.

Ηπατική δυσλειτουργία

Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για τους ασθενείς με προϋπάρχουσα ήπια ηπατική δυσλειτουργία, Κατηγορίας Α κατά Child-Pugh.

Η μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Κατηγορίας Β κατά Child-Pugh) έχει καταδειχθεί ότι αυξάνει τη συστηματική έκθεση στην αμπιρατερόνη κατά περίπου 4 φορές μετά από εφάπαξ από του στόματος δόσεις 1.000 mg οξικής αμπιρατερόνης (βλ. Φαρμακοκινητικές). Δεν υπάρχουν δεδομένα για την κλινική ασφάλεια και αποτελεσματικότητα πολλαπλών δόσεων οξικής αμπιρατερόνης όταν χορηγείται σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Κατηγορίας Β ή C κατά Child-Pugh). Δε μπορεί να προβλεφθεί η προσαρμογή της δόσης. Η χρήση του Abinone πρέπει να αξιολογείται με προσοχή σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, στους οποίους το όφελος θα πρέπει σαφώς να αντισταθμίζει τον πιθανό κίνδυνο (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές). Το Abinone δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Αντενδείξεις, Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).

Νεφρική δυσλειτουργία

Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Φαρμακοκινητικές).

Εντούτοις, δεν υπάρχει κλινική εμπειρία σε ασθενείς με καρκίνο του προστάτη και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Στους ασθενείς αυτούς συνιστάται προσοχή (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Δεν υπάρχει σχετική χρήση του Abinone στον παιδιατρικό πληθυσμό.

Τρόπος χορήγησης

Το Abinone προορίζεται για από του στόματος χρήση.

Τα δισκία πρέπει να λαμβάνονται τουλάχιστον μία ώρα πριν ή δύο ώρες μετά το φαγητό. Αυτά πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα με νερό.

block

Αντενδείξεις

SPC-ABINONE
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
  • Γυναίκες που είναι ή μπορεί να είναι έγκυες (βλ. Κύηση και γαλουχία).
  • Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία [Κατηγορία C κατά Child-Pugh (βλ. Δοσολογία, Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές)].
  • Το Abinone με πρεδνιζόνη ή πρεδνιζολόνη σε συνδυασμό με Ra-223.
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-ABINONE
expand_more

Υπέρταση, υποκαλιαιμία, κατακράτηση υγρών και καρδιακή ανεπάρκεια λόγω περίσσειας αλατοκορτικοειδών

Το Abinone μπορεί να προκαλέσει υπέρταση, υποκαλιαιμία και κατακράτηση υγρών (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες) ως συνέπεια αυξημένων επιπέδων αλατοκορτικοειδών, που προκύπτουν από την αναστολή του CYP17 (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Η συγχορήγηση ενός κορτικοστεροειδούς καταστέλλει την ώση της φλοιοεπινεφριδιοτρόπου ορμόνης (ACTH), οδηγώντας σε μείωση της επίπτωσης και της σοβαρότητας αυτών των ανεπιθύμητων ενεργειών.

Απαιτείται προσοχή στη θεραπεία ασθενών των οποίων οι υποκείμενες ιατρικές καταστάσεις μπορεί να επιβαρυνθούν από τις αυξήσεις στην αρτηριακή πίεση, την υποκαλιαιμία (π.χ. σε όσους λαμβάνουν καρδιακές γλυκοσίδες) ή την κατακράτηση υγρών (π.χ. σε όσους πάσχουν από καρδιακή ανεπάρκεια, σοβαρή ή ασταθή στηθάγχη, πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου ή κοιλιακή αρρυθμία και των ασθενών με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία).

Το Abinone πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου.

Από τις μελέτες Φάσης 3 που διεξήχθησαν με αμπιρατερόνη, αποκλείστηκαν ασθενείς με:

  • μη ελεγχόμενη υπέρταση
  • κλινικά σημαντική καρδιοπάθεια όπως τεκμηριώνεται από έμφραγμα του μυοκαρδίου, ή αρτηριακά θρομβωτικά επεισόδια τους προηγούμενους 6 μήνες
  • σοβαρή ή ασταθή στηθάγχη
  • καρδιακή ανεπάρκεια Κατηγορίας ΙΙΙ ή IV κατά New York Heart Association (NYHA) (μελέτη 301) ή καρδιακή ανεπάρκεια Κατηγορίας ΙΙ έως IV (μελέτες 3011 και 302)
  • κλάσμα εξώθησης <50%.

Στις μελέτες 3011 και 302, εξαιρέθηκαν οι ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή, ή άλλη καρδιακή αρρυθμία που απαιτούσε ιατρική θεραπεία. Η ασφάλεια σε ασθενείς με κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας (LVEF) <50% ή με καρδιακή ανεπάρκεια Kατηγορίας ΙΙΙ ή IV κατά NYHA (στη μελέτη 301) ή καρδιακή ανεπάρκεια Κατηγορίας ΙΙ έως IV κατά ΝΥΗΑ (στις μελέτες 3011 και 302) δεν τεκμηριώθηκε (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοδυναμικές).

Πριν τη θεραπεία ασθενών με σημαντικό κίνδυνο για συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (π.χ. ιστορικό καρδιακής ανεπάρκειας, μη ελεγχόμενη υπέρταση ή καρδιακά επεισόδια όπως ισχαιμική καρδιοπάθεια), εξετάστε το ενδεχόμενο να γίνει αξιολόγηση της καρδιακής λειτουργίας (π.χ. ηχoκαρδιογράφημα).

Πριν τη θεραπεία με Abinone, πρέπει να αντιμετωπιστεί η καρδιακή ανεπάρκεια και να βελτιστοποιηθεί η καρδιακή λειτουργία. Η υπέρταση, η υποκαλιαιμία και η κατακράτηση υγρών πρέπει να διορθώνονται και να ελέγχονται.

Παράταση του διαστήματος QT έχει παρατηρηθεί σε ασθενείς που παρουσιάζουν υποκαλιαιμία σε συνδυασμό με τη θεραπεία με αμπιρατερόνη. Αξιολογήστε την καρδιακή λειτουργία όπως ενδείκνυται κλινικά, εφαρμόστε την κατάλληλη διαχείριση και εξετάστε το ενδεχόμενο διακοπής αυτής της θεραπείας εάν υπάρχει κλινικά σημαντική μείωση στην καρδιακή λειτουργία (βλ. Δοσολογία).

Ηπατοτοξικότητα και ηπατική δυσλειτουργία

Σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες σημειώθηκαν σημαντικές αυξήσεις στα ηπατικά ένζυμα, οι οποίες οδήγησαν στη διακοπή της θεραπείας ή σε τροποποίηση της δόσης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).

Αν εμφανιστούν κλινικά συμπτώματα ή σημεία που υποδεικνύουν ηπατοτοξικότητα, πρέπει να μετρηθούν αμέσως οι τρανσαμινάσες ορού.

  • Αν η ALT ή η AST αυξηθεί, οποιαδήποτε στιγμή, πάνω από το πενταπλάσιο του ULN, η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται αμέσως και η ηπατική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται στενά. Η επαναθεραπεία μπορεί να ξεκινήσει μόνο αφού οι δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας του ασθενή επιστρέψουν στα αρχικά επίπεδα και με μειωμένο επίπεδο δόσης (βλ. Δοσολογία).
  • Αν οι ασθενείς εμφανίσουν σοβαρή ηπατοτοξικότητα (ALT ή AST 20 φορές υψηλότερη από το ULN) οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια της θεραπείας, η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται και οι ασθενείς δεν πρέπει να επαναλάβουν τη θεραπεία.

Οι ασθενείς με ενεργό ή συμπτωματική ιογενή ηπατίτιδα αποκλείστηκαν από τις κλινικές δοκιμές, επομένως δεν υπάρχουν δεδομένα που να υποστηρίζουν τη χρήση της αμπιρατερόνης στον πληθυσμό αυτό.

Δεν υπάρχουν δεδομένα για την κλινική ασφάλεια και αποτελεσματικότητα πολλαπλών δόσεων οξικής αμπιρατερόνης όταν χορηγείται σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Κατηγορία B ή C κατά Child-Pugh).

  • Η χρήση του Abinone πρέπει να αξιολογείται προσεκτικά σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, στους οποίους το όφελος θα πρέπει σαφώς να αντισταθμίζει τον πιθανό κίνδυνο (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).
  • Το Abinone δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία, Αντενδείξεις και Φαρμακοκινητικές).

Υπήρξαν σπάνιες αναφορές, μετά την κυκλοφορία του προϊόντος, οξείας ηπατικής ανεπάρκειας και κεραυνοβόλου ηπατίτιδας, ορισμένες με θανατηφόρο έκβαση (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).

Απόσυρση κορτικοστεροειδών και κάλυψη στρεσογόνων καταστάσεων

Συνιστάται προσοχή και παρακολούθηση για φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκεια, αν οι ασθενείς αποσυρθούν από τη θεραπεία με πρεδνιζόνη ή πρεδνιζολόνη.

Αν το Abinone συνεχιστεί μετά από την απόσυρση των κορτικοστεροειδών, οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για συμπτώματα περίσσειας αλατοκορτικοειδών (βλ. πληροφορίες παραπάνω).

Σε ασθενείς υπό πρεδνιζόνη ή πρεδνιζολόνη που βιώνουν μη συνηθισμένη στρεσσογόνο κατάσταση, μπορεί να ενδείκνυται αυξημένη δόση κορτικοστεροειδών πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τη στρεσσογόνο κατάσταση.

Οστική πυκνότητα

Μείωση της οστικής πυκνότητας μπορεί να εμφανιστεί σε άνδρες με μεταστατικό προχωρημένο καρκίνο του προστάτη. Η χρήση του Abinone σε συνδυασμό με ένα γλυκοκορτικοειδές μπορεί να αυξήσει αυτή την επίδραση.

Προηγούμενη χρήση κετοκοναζόλης

Σε ασθενείς που έχουν προηγουμένως λάβει θεραπεία με κετοκοναζόλη για τον καρκίνο του προστάτη, μπορεί να αναμένονται χαμηλότερα ποσοστά ανταπόκρισης.

Υπεργλυκαιμία

Η χρήση των γλυκοκορτικοειδών θα μπορούσε να αυξήσει την υπεργλυκαιμία.

Υπογλυκαιμία

Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις υπογλυκαιμίας όταν το Abinone με πρεδνιζόνη/πρεδνιζολόνη χορηγήθηκε σε ασθενείς με προϋπάρχοντα διαβήτη που λάμβαναν πιογλιταζόνη ή ρεπαγλινίδη (βλ. Αλληλεπιδράσεις).

Χρήση με χημειοθεραπεία

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της ταυτόχρονης χρήσης του Abinone με κυτταροτοξική χημειοθεραπεία δεν έχουν τεκμηριωθεί (βλ. Φαρμακοδυναμικές).

Δυνητικοί κίνδυνοι

Αναιμία και σεξουαλική δυσλειτουργία μπορεί να εμφανιστούν σε άνδρες με μεταστατικό καρκίνο του προστάτη, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που υποβάλλονται σε θεραπεία με Abinone.

Επιδράσεις στους σκελετικούς μύες

Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις μυοπάθειας και ραβδομυόλυσης σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με αμπιρατερόνη. Οι περισσότερες περιπτώσεις εμφανίστηκαν εντός των πρώτων 6 μηνών της θεραπείας και αποκαταστάθηκαν μετά τη διακοπή της αμπιρατερόνης.

Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι συνδέονται με μυοπάθεια/ραβδομυόλυση.

Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα

Οι ισχυροί επαγωγείς του CYP3A4 πρέπει να αποφεύγονται κατά τη διάρκεια της θεραπείας λόγω του κινδύνου μειωμένης έκθεσης στην αμπιρατερόνη, εκτός εάν δεν υπάρχει εναλλακτική θεραπεία (βλ. Αλληλεπιδράσεις).

Συνδυασμός αμπιρατερόνης και πρεδνιζόνης/πρεδνιζολόνης με Ra-223

Η θεραπεία με αμπιρατερόνη και πρεδνιζόνη/πρεδνιζολόνη σε συνδυασμό με Ra-223 αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις) λόγω ενός αυξημένου κινδύνου καταγμάτων και μίας τάσης για αυξημένη θνητότητα μεταξύ των ασυμπτωματικών ή ηπίως συμπτωματικών ασθενών με καρκίνο του προστάτη, όπως παρατηρήθηκε σε κλινικές δοκιμές.

Συνιστάται η επακόλουθη θεραπεία με Ra-223 να μην ξεκινά για τουλάχιστον 5 ημέρες μετά την τελευταία χορήγηση του Abinone σε συνδυασμό με πρεδνιζόνη/πρεδνιζολόνη.

Δυσανεξία σε έκδοχα

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λακτόζη. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης - γαλακτόζης δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.

Περιεκτικότητα σε Νάτριο

Abinone 250 mg δισκία: Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δόση των τεσσάρων δισκίων των 250 mg, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».

Abinone 500 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία: Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 24 mg νατρίου ανά δόση των δύο επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίων των 500 mg, που ισοδυναμεί με 1% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-ABINONE
expand_more

Επίδραση της τροφής στην οξική αμπιρατερόνη

Η χορήγηση με τροφή αυξάνει σημαντικά την απορρόφηση της οξικής αμπιρατερόνης. Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια όταν χορηγείται με τροφή δεν έχουν τεκμηριωθεί, επομένως αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να λαμβάνεται με τροφή (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).

Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα

Δυνατότητα άλλων φαρμακευτικών προϊόντων να επηρεάσουν την έκθεση στην αμπιρατερόνη

  • Σε μία κλινική μελέτη φαρμακοκινητικής αλληλεπίδρασης σε υγιή άτομα που είχαν λάβει προηγουμένως θεραπεία με έναν ισχυρό επαγωγέα του CYP3A4, τη ριφαμπικίνη, η μέση AUC∞ της αμπιρατερόνης στο πλάσμα μειώθηκε κατά 55%.
  • Οι ισχυροί επαγωγείς του CYP3A4 (π.χ., φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, ριφαμπικίνη, ριφαμπουτίνη, ριφαπεντίνη, φαινοβαρβιτάλη, υπερικό/βαλσαμόχορτο [Hypericum perforatum]) πρέπει να αποφεύγονται κατά τη διάρκεια της θεραπείας, εκτός εάν δεν υπάρχει εναλλακτική θεραπεία.
  • Η συγχορήγηση κετοκοναζόλης, ενός ισχυρού αναστολέα του CYP3A4, δεν είχε κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της αμπιρατερόνης.

Δυνητικές επιδράσεις στην έκθεση σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα

  • Η αμπιρατερόνη είναι ένας αναστολέας των ηπατικών ενζύμων CYP2D6 και CYP2C8 μεταβολισμού των φαρμάκων.
  • Σε μία μελέτη, η συστηματική έκθεση (AUC) της δεξτρομεθορφάνης (υπόστρωμα του CYP2D6) αυξήθηκε περίπου κατά 2,9 φορές. Η AUC24 για τη δεξτρορφάνη, τον ενεργό μεταβολίτη της δεξτρομεθορφάνης, αυξήθηκε κατά 33% περίπου.
    • Συνιστάται προσοχή όταν χορηγείται με φαρμακευτικά προϊόντα που ενεργοποιούνται ή μεταβολίζονται από το CYP2D6, ειδικά με φαρμακευτικά προϊόντα με στενό θεραπευτικό δείκτη (π.χ. μετοπρολόλη, προπρανολόλη, δεσιπραμίνη, βενλαφαξίνη, αλοπεριδόλη, ρισπεριδόνη, προπαφενόνη, φλεκαϊνίδη, κωδεΐνη, οξυκωδόνη και τραμαδόλη). Πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης.
  • Σε μία CYP2C8 δοκιμή αλληλεπίδρασης φαρμάκου-φαρμάκου, η AUC της πιογλιταζόνης αυξήθηκε κατά 46% και οι AUCs για τους ενεργούς μεταβολίτες της πιογλιταζόνης, μειώθηκαν κατά 10% η καθεμία.
    • Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία τοξικότητας, που σχετίζονται με ένα υπόστρωμα του CYP2C8 με ένα στενό θεραπευτικό δείκτη (π.χ. πιογλιταζόνη και ρεπαγλινίδη), εάν χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • In vitro, οι κύριοι μεταβολίτες θειική αμπιρατερόνη και Ν-οξειδο-θειική αμπιρατερόνη φάνηκε ότι αναστέλλουν το μεταφορέα OATP1B1 της ηπατικής πρόσληψης και ως αποτέλεσμα αυτός μπορεί να αυξάνει τις συγκεντρώσεις των φαρμακευτικών προϊόντων που αποβάλλονται από τον OATP1B1. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα που να επιβεβαιώνουν αλληλεπίδραση με βάση το μεταφορέα.

Χρήση με προϊόντα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT

  • Καθώς η θεραπεία στέρησης ανδρογόνων μπορεί να παρατείνει το διάστημα QT, συνιστάται προσοχή κατά τη χορήγηση του Abinone με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT ή φαρμακευτικά προϊόντα που μπορούν να επάγουν κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (torsades de pointes), όπως κατηγορίας ΙΑ (π.χ. κινιδίνη, δισοπυραμίδη) ή κατηγορίας ΙΙΙ (π.χ. αμιοδαρόνη, σοταλόλη, δοφετιλίδη, ιβουτιλίδη) αντιαρρυθμικά φαρμακευτικά προϊόντα, μεθαδόνη, μοξιφλοξασίνη, αντιψυχωσικά, κ.λπ.

Χρήση με σπιρονολακτόνη

  • Η σπιρονολακτόνη δεσμεύεται στον υποδοχέα των ανδρογόνων και μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα του ειδικού προστατικού αντιγόνου (PSA). Η χρήση με Abinone δε συνιστάται (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-ABINONE
expand_more

Περίληψη του προφίλ ασφάλειας

Σε μία ανάλυση ανεπιθύμητων ενεργειών στο σύνολο των μελετών Φάσης 3 με αμπιρατερόνη, οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν σε ≥10% των ασθενών ήταν περιφερικό οίδημα, υποκαλιαιμία, υπέρταση, ουρολοίμωξη και αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης και / ή αυξημένη αμινοτρανσφεράση του ασπαρτικού.

Άλλες σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν καρδιακές διαταραχές, ηπατοτοξικότητα, κατάγματα και αλλεργική κυψελιδίτιδα.

Το Abinone μπορεί να προκαλέσει υπέρταση, υποκαλιαιμία και κατακράτηση υγρών ως φαρμακοδυναμική συνέπεια του μηχανισμού δράσης του. Σε μελέτες Φάσης 3, οι αναμενόμενες αλατοκορτικοειδικές ανεπιθύμητες ενέργειες παρατηρήθηκαν συνηθέστερα στους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με οξική αμπιρατερόνη σε σχέση με τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με εικονικό φάρμακο: υποκαλιαιμία 18% έναντι 8%, υπέρταση 22% έναντι 16% και κατακράτηση υγρών (περιφερικό οίδημα) 23% έναντι 17%, αντίστοιχα. Στους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με οξική αμπιρατερόνη έναντι των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με εικονικό φάρμακο: παρατηρήθηκε υποκαλιαιμία Βαθμών 3 και 4 κατά CTCAE (έκδοση 4.0) στο 6% έναντι 1%, υπέρταση Βαθμών 3 και 4 κατά CTCAE (έκδοση 4.0) παρατηρήθηκε στο 7% έναντι 5% και κατακράτηση υγρών (περιφερικό οίδημα) Βαθμών 3 και 4 παρατηρήθηκε στο 1% έναντι 1% των ασθενών, αντιστοίχως. Οι αλατοκορτικοειδικές αντιδράσεις ήταν γενικά δυνατό να αντιμετωπιστούν ιατρικά με επιτυχία. Η ταυτόχρονη χρήση κορτικοστεροειδούς μειώνει την επίπτωση και τη σοβαρότητα αυτών των ανεπιθύμητων ενεργειών (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Λίστα των ανεπιθύμητων ενεργειών υπό μορφή Πίνακα

Σε μελέτες ασθενών με μεταστατικό προχωρημένο καρκίνο του προστάτη, που χρησιμοποιούσαν ανάλογο LHRH ή είχαν υποβληθεί προηγουμένως σε ορχεκτομή, η οξική αμπιρατερόνη χορηγήθηκε σε δόση 1.000 mg ημερησίως σε συνδυασμό με χαμηλή δόση πρεδνιζόνης ή πρεδνιζολόνης (5 ή 10 mg ημερησίως, αναλόγως της ένδειξης).

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια των κλινικών μελετών και από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία αναφέρονται στη συνέχεια ανά κατηγορία συχνότητας. Οι κατηγορίες συχνότητας ορίζονται ως εξής:

  • Πολύ συχνές (≥ 1/10)
  • Συχνές (≥1/100 έως <1/10)
  • Όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100)
  • Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000)
  • Πολύ σπάνιες (<1/10.000)
  • Μη γνωστές (η συχνότητα δε μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Εντός κάθε ομάδας συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες εμφανίζονται με σειρά φθίνουσας σοβαρότητας.

| Kατηγορία Οργανικού Συστήματος | Ανεπιθύμητες Ενέργειες & Συχνότητα

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-ABINONE
expand_more

Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία

Δεν υπάρχουν δεδομένα για τη χρήση του Abinone σε ανθρώπους στην κύηση και το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν προορίζεται για χρήση σε γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης.

Αντισύλληψη σε άνδρες και γυναίκες

Δεν είναι γνωστό αν η αμπιρατερόνη ή οι μεταβολίτες της ανευρίσκονται στο σπέρμα. Απαιτείται η χρήση προφυλακτικού αν ο ασθενής έρχεται σε σεξουαλική επαφή με έγκυο γυναίκα. Αν ο ασθενής έρχεται σε σεξουαλική επαφή με γυναίκα με δυνατότητα τεκνοποίησης, απαιτείται η χρήση προφυλακτικού μαζί με μια ακόμα αποτελεσματική μέθοδο αντισύλληψης. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).

Κύηση

Το Abinone δεν προορίζεται για χρήση σε γυναίκες και αντενδείκνυται σε γυναίκες που είναι ή μπορεί να είναι έγκυες (βλ. Αντενδείξεις και Προκλινικά δεδομένα).

Θηλασμός

Το Abinone δεν προορίζεται για χρήση σε γυναίκες.

Γονιμότητα

Η αμπιρατερόνη επηρέασε τη γονιμότητα σε αρσενικούς και θηλυκούς αρουραίους, αλλά αυτές οι επιδράσεις ήταν πλήρως αναστρέψιμες (βλ. Προκλινικά δεδομένα).

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-ABINONE
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: ενδοκρινική θεραπεία, άλλοι ανταγωνιστές ορμονών και σχετικοί παράγοντες Κωδικός ATC: L02BX03

Μηχανισμός δράσης

Η οξική αμπιρατερόνη μετατρέπεται in vivo σε αμπιρατερόνη, έναν αναστολέα της βιοσύνθεσης των ανδρογόνων. Πιο συγκεκριμένα, η αμπιρατερόνη αναστέλλει εκλεκτικά το ένζυμο 17α-υδροξυλάση/C17,20-λυάση (CYP17), το οποίο εκφράζεται και είναι απαραίτητο για τη βιοσύνθεση των ανδρογόνων στους όρχεις, τα επινεφρίδια και τον καρκινικό ιστό του προστάτη. Η αναστολή του CYP17 καταλύει τη μετατροπή της πρεγνενολόνης και της προγεστερόνης στις πρόδρομες ορμόνες της τεστοστερόνης, δεϋδροεπιανδροστερόνη (DHEA) και ανδροστενοδιόνη, αντίστοιχα, μέσω της 17α-υδροξυλίωσης και της διάσπασης του δεσμού C17,20. H αναστολή του CYP17 οδηγεί, επίσης, σε αυξημένη παραγωγή αλατοκορτικοειδών από τα επινεφρίδια (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Το ευαίσθητο στα ανδρογόνα καρκίνωμα του προστάτη ανταποκρίνεται στη θεραπεία μείωσης των επιπέδων των ανδρογόνων. Οι θεραπείες αποστέρησης ανδρογόνων, όπως είναι η θεραπεία με ανάλογα της LHRH ή η ορχεκτομή, μειώνουν την παραγωγή των ανδρογόνων στους όρχεις, αλλά δεν επηρεάζουν την παραγωγή των ανδρογόνων από τα επινεφρίδια ή στον όγκο. Η θεραπεία με το Abinone μειώνει την τεστοστερόνη ορού σε μη ανιχνεύσιμα επίπεδα (με εμπορικά διαθέσιμες δοκιμασίες) όταν χορηγείται παράλληλα με ανάλογα της LHRH (ή σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε ορχεκτομή).

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Το Abinone μειώνει την τεστοστερόνη ορού και άλλα ανδρογόνα σε επίπεδα κάτω από αυτά που επιτυγχάνονται με τη χρήση αναλόγων της LHRH ως μονοθεραπεία ή με την ορχεκτομή. Αυτό είναι αποτέλεσμα της εκλεκτικής αναστολής του ενζύμου CYP17, το οποίο απαιτείται για τη βιοσύνθεση των ανδρογόνων. Το PSA λειτουργεί ως βιολογικός δείκτης στους ασθενείς με καρκίνο του προστάτη. Σε μια κλινική μελέτη Φάσης 3 σε ασθενείς με αποτυχία στην προηγούμενη χημειοθεραπεία με ταξάνες, το 38% των ασθενών που έλαβαν οξική αμπιρατερόνη, έναντι του 10% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο, είχαν τουλάχιστον 50% μείωση στα επίπεδα του PSA σε σχέση με την έναρξη της μελέτης.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Η αποτελεσματικότητα τεκμηριώθηκε με τρεις τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, πολυκεντρικές κλινικές μελέτες Φάσης 3 (μελέτες 3011, 302 και 301) σε ασθενείς με mHSPC και mCRPC. Στη μελέτη 3011 εντάχθηκαν νεοδιαγνωσθέντες ασθενείς (διάγνωση εντός 3 μηνών από την τυχαιοποίηση) με mHSPC, οι οποίοι είχαν υψηλού κινδύνου προγνωστικούς παράγοντες. Η πρόγνωση υψηλού κινδύνου ορίστηκε ως η παρουσία τουλάχιστον 2 από τους ακόλουθους 3 παράγοντες κινδύνου: (1) Βαθμολογία κατά Gleason ≥8, (2) παρουσία 3 ή περισσοτέρων βλαβών στο σπινθηρογράφημα οστών, (3) παρουσία μετρήσιμων σπλαχνικών (εξαιρουμένης της λεμφαδενικής νόσου) μεταστάσεων. Στο ενεργό σκέλος, οξική αμπιρατερόνη χορηγήθηκε σε δόση 1.000 mg ημερησίως σε συνδυασμό με χαμηλή δόση πρεδνιζόνης 5 mg μία φορά την ημέρα επιπρόσθετα στην ADT (αγωνιστή της LHRH ή ορχεκτομή), η οποία ήταν η συνήθης θεραπεία. Οι ασθενείς στο σκέλος ελέγχου έλαβαν ADT και εικονικά φάρμακα τόσο για την οξική αμπιρατερόνη όσο και για την πρεδνιζόνη. Στη μελέτη 302 εντάχθηκαν ασθενείς που δεν είχαν λάβει προηγουμένως δοσεταξέλη, ενώ στη μελέτη 301 εντάχθηκαν ασθενείς που είχαν λάβει προηγουμένως δοσεταξέλη. Οι ασθενείς λάμβαναν ένα ανάλογο της LHRH ή είχαν υποβληθεί προηγουμένως σε ορχεκτομή. Στο σκέλος θεραπείας με δραστική ουσία, η οξική αμπιρατερόνη χορηγήθηκε σε δόση 1.000 mg ημερησίως σε συνδυασμό με χαμηλή δόση πρεδνιζόνης ή πρεδνιζολόνης 5 mg δις ημερησίως. Οι ασθενείς της ομάδας ελέγχου έλαβαν εικονικό φάρμακο και χαμηλή δόση πρεδνιζόνης ή πρεδνιζολόνης 5 mg δύο φορές την ημέρα.

Οι μεταβολές στη συγκέντρωση του PSA στον ορό ανεξάρτητα δεν προβλέπουν πάντα το κλινικό όφελος. Επομένως, σε όλες τις μελέτες η σύσταση ήταν να συνεχίσουν οι ασθενείς να λαμβάνουν τις υπό μελέτη θεραπείες έως ότου να πληρούν τα κριτήρια διακοπής όπως περιγράφεται στη συνέχεια για την καθεμία μελέτη.

Σε όλες τις μελέτες η χρήση σπιρονολακτόνης δεν ήταν επιτρεπτή μιας και η σπιρονολακτόνη δεσμεύεται στον υποδοχέα των ανδρογόνων και μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα PSA.

Μελέτη 3011 (νεοδιαγνωσθέντες ασθενείς με υψηλού κινδύνου mHSPC)

Στη Μελέτη 3011, (n=1.199) η διάμεση ηλικία των ασθενών που εντάχθηκαν ήταν τα 67 έτη. Ο αριθμός των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με οξική αμπιρατερόνη ανά φυλετική ομάδα ήταν Καυκάσιοι 832 (69,4%), Ασιάτες 246 (20,5%), Μαύροι ή Αφροαμερικανοί 25 (2,1%), άλλοι 80 (6,7%), όχι γνωστό/δεν αναφέρθηκε 13 (1,1%) και Αμερικανοί Ινδιάνοι ή Ιθαγενείς Αλάσκας 3 (0,3%). Το επίπεδο απόδοσης κατά ECOG ήταν 0 ή 1 για το 97% των ασθενών. Ασθενείς με γνωστή μετάσταση στον εγκέφαλο, μη ελεγχόμενη υπέρταση, σημαντική καρδιοπάθεια ή καρδιακή ανεπάρκεια Κατηγορίας ΙΙ-IV κατά NYHA αποκλείστηκαν. Οι ασθενείς που είχαν λάβει προηγούμενη φαρμακοθεραπεία, αντινοθεραπεία, ή εγχείρηση για μεταστατικό καρκίνο προστάτη αποκλείστηκαν, με εξαίρεση την έως 3 μήνες ADT ή 1 κύκλο ανακουφιστικής ακτινοθεραπείας ή χειρουργική επέμβαση για τη θεραπεία των συμπτωμάτων από τη μεταστατική νόσο. Τα συν-πρωτεύοντα καταληκτικά σημεία ήταν η συνολική επιβίωση (OS) και η επιβίωση χωρίς ακτινολογική εξέλιξη (rPFS). Η διάμεση βαθμολογία πόνου κατά την έναρξη της μελέτης, όπως μετρήθηκε με την Brief Pain Inventory Short Form (BPI-SF) ήταν 2,0 τόσο στην ομάδα της θεραπείας όσο και στην ομάδα του Εικονικού φαρμάκου. Επιπλέον των μετρήσεων των συν-πρωτευόντων καταληκτικών σημείων, το όφελος αξιολογήθηκε χρησιμοποιώντας το χρόνο έως την εμφάνιση συμβαμάτων σχετιζομένων με το σκελετό (SRE), το χρόνο έως την επόμενη θεραπεία για τον καρκίνο του προστάτη, το χρόνο έως την έναρξη χημειοθεραπείας, το χρόνο έως την εξέλιξη του πόνου και το χρόνο έως την εξέλιξη του PSA. Η θεραπεία συνεχίστηκε έως εξέλιξη της νόσου, άρση της συγκατάθεσης, εμφάνιση μη αποδεκτής τοξικότητας ή θανάτου.

Η επιβίωση χωρίς ακτινολογική εξέλιξη ορίστηκε ως ο χρόνος από την τυχαιοποίηση έως την εμφάνιση ακτινολογικής εξέλιξης ή θανάτου από κάθε αιτία. Η ακτινολογική εξέλιξη συμπεριλάμβανε την εξέλιξη βάσει του σπινθηρογραφήματος οστών (σύμφωνα με το τροποποιημένο PCWG2) ή εξέλιξη των βλαβών μαλακών μορίων βάσει της CT ή της MRI (σύμφωνα με το RECIST 1.1).

Παρατηρήθηκε σημαντική διαφορά στην rPFS μεταξύ των ομάδων θεραπείας.

AA-P Εικονικό Φάρμακο
Χρόνος έως το Συμβάν (μήνες)
Διάμεση τιμή (95% CI) 33,02 (29,57, NE)
Εύρος (0,0+, 41,0+)
Τιμή p <0,0001
Λόγος κινδύνου (95% CI) 0,466 (0,394, 0,550)

Παρατηρήθηκε μία στατιστικά σημαντική βελτίωση της OS υπέρ του σκέλους AA-P συν ADT, με μία μείωση 34% στον κίνδυνο θανάτου σε σύγκριση με την ομάδα Εικονικό φάρμακο συν ADT (λόγος κινδύνου=0,66, 95% CI: 0,56, 0,78, p<0,0001).

Συνολική Επιβίωση Αμπιρατερόνη με Πρεδνιζόνη (N=597) Εικονικά Φάρμακα (N=602)
Θάνατοι (%) 275 (46%) 343 (57%)
Διάμεση επιβίωση (μήνες) (95% CI) 53,3 (48,2, ΜE) 36,5 (33,5, 40,0)
Λόγος κινδύνου (95% CI) 0,66 (0,56, 0,78)

Οι αναλύσεις υποομάδων σταθερά ευνοούν τη θεραπεία με οξική αμπιρατερόνη. Επιπλέον των παρατηρούμενων βελτιώσεων στη συνολική επιβίωση και την rPFS, όφελος καταδείχθηκε για την οξική αμπιρατερόνη έναντι του εικονικού φαρμάκου στις μετρήσεις όλων των προοπτικά καθορισμένων δευτερευόντων καταληκτικών σημείων.

Μελέτη 302 (ασθενείς που δεν έλαβαν προηγουμένως χημειοθεραπεία)

Στη μελέτη αυτή συμμετείχαν ασθενείς που δεν έλαβαν προηγουμένως χημειοθεραπεία οι οποίοι ήταν ασυμπτωματικοί ή ήπια συμπτωματικοί και για τους οποίους η χημειοθεραπεία δεν ενδείκνυτο ακόμη κλινικά. Το πενήντα τοις εκατό των ασθενών είχε μόνο οστικές μεταστάσεις, ένα επιπρόσθετο 31% των ασθενών είχε οστικές μεταστάσεις και μεταστάσεις σε μαλακά μόρια ή λεμφαδένες και το 19% των ασθενών είχε μόνο μεταστάσεις σε μαλακά μόρια ή λεμφαδένες. Οι ασθενείς με σπλαχνικές μεταστάσεις αποκλείστηκαν.

Ελεύθερη ακτινολογικής εξέλιξης επιβίωση (rPFS) Οξική Αμπιρατερόνη (N=546) Εικονικό Φάρμακο (N=542)
Εξέλιξη ή θάνατος 150 (28%) 251 (46%)
Διάμεση rPFS σε μήνες (95% CI) Δεν επετεύχθη (11,66, ΔE) 8,3 (8,12, 8,54)
Τιμή p <0,0001
Λόγος κινδύνου (95% CI) 0,425 (0,347, 0,522)

Η θεραπεία με οξική αμπιρατερόνη μείωσε τον κίνδυνο ακτινολογικής εξέλιξης ή θανάτου κατά 47% σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (λόγος κινδύνου = 0,530, 95% CI: [0,451, 0,623], p<0,0001). Η διάμεση rPFS ήταν 16,5 μήνες στην ομάδα της οξικής αμπιρατερόνης και 8,3 μήνες στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.

Ελεύθερη ακτινολογικής εξέλιξης επιβίωση (rPFS) Οξική Αμπιρατερόνη (N=546) Εικονικό Φάρμακο (N=542)
Εξέλιξη ή θάνατος 271 (50%) 336 (62%)
Διάμεση rPFS σε μήνες (95% CI) 16,5 (13,80, 16,79) 8,3 (8,05, 9,43)
Τιμή p <0,0001
Λόγος κινδύνου (95% CI) 0,530 (0,451, 0,623)

Η προγραμματισμένη τελική ανάλυση της συνολικής επιβίωσης πραγματοποιήθηκε μόλις παρατηρήθηκαν 741 θάνατοι (διάμεση διάρκεια παρακολούθησης 49 μηνών). Καταδείχθηκε στατιστικά σημαντικό όφελος στη συνολική επιβίωση υπέρ της ομάδας που έλαβε θεραπεία με οξική αμπιρατερόνη με μείωση του κινδύνου θανάτου κατά 19,4% (λόγος κινδύνου = 0,806, 95% CI: [0,697, 0,931], p=0,0033) και μία βελτίωση στη διάμεση συνολική επιβίωση των 4,4 μηνών (οξική αμπιρατερόνη 34,7 μήνες, εικονικό φάρμακο 30,3 μήνες).

Συνολική επιβίωση Οξική Αμπιρατερόνη (N=546) Εικονικό Φάρμακο (N=542)
Ενδιάμεση ανάλυση επιβίωσης
Θάνατοι (%) 147 (27%) 186 (34%)
Διάμεση επιβίωση (μήνες) (95% CI) Δεν επετεύχθη (ΔΕ, ΔΕ) 27,2 (25,95, ΔΕ)
Τιμή p 0,0097
Λόγος κινδύνου (95% CI) 0,752 (0,606, 0,934)
Τελική ανάλυση επιβίωσης
Θάνατοι (%) 354 (65%) 387 (71%)
Διάμεση συνολική επιβίωση (μήνες) (95% CI) 34,7 (32,7, 36,8) 30,3 (28,7, 33,3)
Τιμή p 0,0033
Λόγος κινδύνου (95% CI) 0,806 (0,697, 0,931)

Επιπρόσθετα των παρατηρούμενων βελτιώσεων στη συνολική επιβίωση και την rPFS, καταδείχθηκε όφελος για τη θεραπεία με την οξική αμπιρατερόνη έναντι του εικονικού φαρμάκου σε όλα τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία ως ακολούθως:

  • Χρόνος μέχρι την εξέλιξη του PSA με βάση τα κριτήρια του PCWG2: Ο διάμεσος χρόνος ήταν 11,1 μήνες για ασθενείς που λάμβαναν οξική αμπιρατερόνη και 5,6 μήνες για ασθενείς που λάμβαναν εικονικό φάρμακο (λόγος κινδύνου = 0,488, 95% CI: [0,420, 0,568], p<0,0001).
  • Χρόνος μέχρι τη χρήση οπιοειδών για τον καρκινικό πόνο: Ο διάμεσος χρόνος ήταν 33,4 μήνες για τους ασθενείς που λάμβαναν οξική αμπιρατερόνη και 23,4 μήνες για ασθενείς που λάμβαναν εικονικό φάρμακο (λόγος κινδύνου = 0,721, 95% CI: [0,614, 0,846], p<0,0001).
  • Χρόνος μέχρι την έναρξη κυτταροτοξικής χημειοθεραπείας: Ο διάμεσος χρόνος ήταν 25,2 μήνες για τους ασθενείς που λάμβαναν οξική αμπιρατερόνη και 16,8 μήνες για τους ασθενείς που λάμβαναν εικονικό φάρμακο (λόγος κινδύνου = 0,580, 95% CI: [0,487, 0,691], p<0,0001).
  • Χρόνος μέχρι την επιδείνωση της βαθμολογίας απόδοσης ECOG κατά ≥1 βαθμό: Ο διάμεσος χρόνος ήταν 12,3 μήνες για τους ασθενείς που λάμβαναν οξική αμπιρατερόνη και 10,9 μήνες για τους ασθενείς που λάμβαναν εικονικό φάρμακο (λόγος κινδύνου = 0,821, 95% CI: [0,714, 0,943], p=0,0053).

Τα ακόλουθα καταληκτικά σημεία της μελέτης κατέδειξαν στατιστικά σημαντικό πλεονέκτημα υπέρ της θεραπείας με οξική αμπιρατερόνη:

  • Αντικειμενική ανταπόκριση: Η αναλογία των ασθενών με μετρήσιμη νόσο που πέτυχε πλήρη ή μερική ανταπόκριση ήταν 36% στην ομάδα της οξικής αμπιρατερόνης και 16% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (p<0,0001).
  • Πόνος: Η θεραπεία με την οξική αμπιρατερόνη μείωσε σημαντικά τον κίνδυνο για τη μέση εξέλιξη της έντασης του πόνου κατά 18% σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (p=0,0490). Ο διάμεσος χρόνος για την εξέλιξη ήταν 26,7 μήνες στην ομάδα της οξικής αμπιρατερόνης και 18,4 μήνες στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.
  • Χρόνος μέχρι την επιδείνωση στο FACT-P (συνολική βαθμολογία): Η θεραπεία με την οξική αμπιρατερόνη μείωσε τον κίνδυνο της επιδείνωσης του FACT-P (συνολική βαθμολογία) κατά 22% σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (p=0,0028). Ο διάμεσος χρόνος για την επιδείνωση στο FACT-P (συνολική βαθμολογία) ήταν 12,7 μήνες στην ομάδα της οξικής αμπιρατερόνης και 8,3 μήνες στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.

Μελέτη 301 (ασθενείς που είχαν λάβει προηγουμένως χημειοθεραπεία)

Στη μελέτη 301 εντάχθηκαν ασθενείς που είχαν λάβει προηγουμένως δοσεταξέλη. Οι ασθενείς συνέχισαν τα φάρμακα της μελέτης μέχρι να εμφανιστεί εξέλιξη στα επίπεδα του PSA (επιβεβαιωμένη αύξηση κατά 25% σε σχέση με τις τιμές του ασθενή κατά την έναρξη της μελέτης/ναδίρ) καθώς και ακτινολογική εξέλιξη, όπως αυτή ορίζεται στο πρωτόκολλο, και συμπτωματική ή κλινική εξέλιξη. Το κύριο καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν η συνολική επιβίωση.

Σε μία προγραμματισμένη ανάλυση που πραγματοποιήθηκε μετά από την καταγραφή 552 θανάτων, παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική βελτίωση στη διάμεση συνολική επιβίωση στους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με οξική αμπιρατερόνη.

Συνολική επιβίωση Οξική Αμπιρατερόνη (N=797) Εικονικό Φάρμακο (N=398)
Κύρια ανάλυση επιβίωσης
Θάνατοι (%) 333 (42%) 219 (55%)
Διάμεση επιβίωση (μήνες) (95% CI) 14,8 (14,1, 15,4) 10,9 (10,2, 12,0)
Τιμή p <0,0001
Λόγος κινδύνου (95% CI) 0,646 (0,543, 0,768)
Ενημερωμένη ανάλυση επιβίωσης
Θάνατοι (%) 501 (63%) 274 (69%)
Διάμεση επιβίωση (μήνες) (95% CI) 15,8 (14,8, 17,0) 11,2 (10,4, 13,1)
Λόγος κινδύνου (95% CI) 0,740 (0,638, 0,859)

Σε όλα τα χρονικά σημεία της αξιολόγησης μετά από τους αρχικούς πρώτους μήνες της θεραπείας, υψηλότερο ποσοστό ασθενών που έλαβε θεραπεία με οξική αμπιρατερόνη παρέμεινε εν ζωή συγκριτικά με το ποσοστό των ασθενών που έλαβε θεραπεία με εικονικό φάρμακο.

Οι αναλύσεις επιβίωσης υποομάδων έδειξαν σταθερό όφελος στην επιβίωση για τη θεραπεία με οξική αμπιρατερόνη.

Επιπρόσθετα στην παρατηρηθείσα βελτίωση στη συνολική επιβίωση, όλα τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία της μελέτης ευνοούσαν την οξική αμπιρατερόνη και ήταν στατιστικά σημαντικά μετά από την προσαρμογή για πολλαπλές εξετάσεις, ως εξής:

  • Οι ασθενείς που έλαβαν οξική αμπιρατερόνη εμφάνισαν σημαντικά υψηλότερο ποσοστό ανταπόκρισης στο ολικό PSA (που ορίζεται ως μείωση ≥ 50% σε σχέση με την έναρξη της μελέτης), συγκριτικά με τους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο, 38% έναντι 10%, p<0,0001.
  • Ο διάμεσος χρόνος έως την εξέλιξη του PSA ήταν 10,2 μήνες για τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με οξική αμπιρατερόνη και 6,6 μήνες για τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με εικονικό φάρμακο (λόγος κινδύνου = 0,580, 95% CI: [0,462, 0,728], p<0,0001).
  • Η διάμεση ελεύθερη ακτινολογικής εξέλιξης επιβίωση ήταν 5,6 μήνες για τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με οξική αμπιρατερόνη και 3,6 μήνες για τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με εικονικό φάρμακο (λόγος κινδύνου=0,673, 95% CI: [0,585, 0,776], p<0,0001).

Πόνος

  • Το ποσοστό των ασθενών με ανακούφιση του πόνου ήταν στατιστικά σημαντικά υψηλότερο στην ομάδα της οξικής αμπιρατερόνης συγκριτικά με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου (44% έναντι 27%, p=0,0002).
  • Μικρότερο ποσοστό ασθενών που ακολούθησε θεραπεία με οξική αμπιρατερόνη εμφάνισε εξέλιξη του πόνου συγκριτικά με τους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο στους 6 (22% έναντι 28%), 12 (30% έναντι 38%) και 18 μήνες (35% έναντι 46%). Ο χρόνος έως την εξέλιξη του πόνου στο 25ο εκατοστημόριο ήταν 7,4 μήνες στην ομάδα της οξικής αμπιρατερόνης έναντι 4,7 μηνών στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.

Σχετιζόμενα με το σκελετό συμβάματα

  • Μικρότερο ποσοστό ασθενών στην ομάδα της οξικής αμπιρατερόνης εμφάνισε σχετιζόμενα με τον σκελετό συμβάματα συγκριτικά με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου στους 6 μήνες (18% έναντι 28%), 12 μήνες (30% έναντι 40%) και 18 μήνες (35% έναντι 40%). Ο χρόνος έως το πρώτο σχετιζόμενο με το σκελετό συμβάν στο 25ο εκατοστημόριο στην ομάδα της οξικής αμπιρατερόνης ήταν διπλάσιος σε σχέση με αυτόν της ομάδας ελέγχου στους 9,9 μήνες έναντι των 4,9 μηνών. Ως σχετιζόμενο με το σκελετό συμβάν ορίστηκε το παθολογικό κάταγμα, η συμπίεση του νωτιαίου μυελού, η ανακουφιστική ακτινοβολία στα οστά ή η χειρουργική επέμβαση στα οστά.

Παιδιατρικός πληθυσμός Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με την οξική αμπιρατερόνη σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στον προχωρημένο καρκίνο του προστάτη. (βλ. Δοσολογία) για πληροφορίες για την παιδιατρική χρήση.

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-ABINONE
expand_more

Μετά από τη χορήγηση της οξικής αμπιρατερόνης, η φαρμακοκινητική της αμπιρατερόνης και της οξικής αμπιρατερόνης έχει μελετηθεί σε υγιή άτομα, ασθενείς με μεταστατικό προχωρημένο καρκίνο του προστάτη και σε άτομα χωρίς καρκίνο με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία. Η οξική αμπιρατερόνη μετατρέπεται ταχέως in vivo σε αμπιρατερόνη, έναν αναστολέα της βιοσύνθεσης των ανδρογόνων (βλ. Φαρμακοδυναμικές).

Απορρόφηση

Μετά από την από στόματος χορήγηση της οξικής αμπιρατερόνης σε κατάσταση νηστείας, ο χρόνος έως την επίτευξη μέγιστης συγκέντρωσης της αμπιρατερόνης στο πλάσμα είναι περίπου 2 ώρες.

Η χορήγηση της οξικής αμπιρατερόνης με τροφή, συγκριτικά με τη χορήγηση σε κατάσταση νηστείας, οδηγεί σε έως δεκαπλάσια (AUC) και σε έως δεκαεπταπλάσια (Cmax) αύξηση στη μέση συστηματική έκθεση της αμπιρατερόνης, ανάλογα με το περιεχόμενο του γεύματος σε λιπαρά. Δεδομένης της φυσιολογικής ποικιλομορφίας του περιεχομένου και της σύστασης των γευμάτων, η λήψη της οξικής αμπιρατερόνης μαζί με γεύμα μπορεί δυνητικά να οδηγήσει σε σημαντικά διαφορετικές εκθέσεις. Επομένως, το Abinone δεν πρέπει να λαμβάνεται με τροφή. Πρέπει να λαμβάνεται τουλάχιστον μία ώρα πριν ή δύο ώρες μετά από τη λήψη τροφής, ενώ δεν πρέπει να καταναλωθεί τροφή για διάστημα τουλάχιστον μίας ώρας μετά από τη λήψη του. Τα δισκία πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα με νερό (βλ. Δοσολογία).

Κατανομή

Η δέσμευση της 14C-αμπιρατερόνης στις πρωτεΐνες του πλάσματος στο ανθρώπινο πλάσμα είναι 99,8%. Ο φαινόμενος όγκος κατανομής είναι περίπου 5.630 l, γεγονός που υποδεικνύει ότι η αμπιρατερόνη κατανέμεται εκτενώς στους περιφερικούς ιστούς.

Βιομετασχηματισμός

Μετά από την από στόματος χορήγηση 14C οξικής αμπιρατερόνης σε μορφή καψακίων, η οξική αμπιρατερόνη υδρολύεται σε αμπιρατερόνη, η οποία στη συνέχεια μεταβολίζεται με διαδικασίες σουλφούρωσης, υδροξυλίωσης και οξείδωσης κυρίως στο ήπαρ. Η πλειοψηφία της ραδιενέργειας στην κυκλοφορία (περίπου 92%) βρίσκεται υπό τη μορφή μεταβολιτών της αμπιρατερόνης. Από τους 15 ανιχνεύσιμους μεταβολίτες, 2 κύριοι μεταβολίτες, η θειική αμπιρατερόνη και η Ν-όξειδο θειική αμπιρατερόνη, εκφράζουν περίπου το 43% της συνολικής ραδιενέργειας ο κάθε ένας.

Αποβολή

Ο μέσος χρόνος ημιζωής της αμπιρατερόνης στο πλάσμα είναι περίπου 15 ώρες βάσει των δεδομένων υγιών ατόμων. Μετά από την από στόματος χορήγηση 1.000 mg 14C οξικής αμπιρατερόνης, το 88% περίπου της ραδιενεργού δόσης ανακτήθηκε στα κόπρανα και το 5% περίπου στα ούρα. Οι σημαντικότερες ουσίες που ανευρέθηκαν στα κόπρανα ήταν η αμετάβλητη οξική αμπιρατερόνη και η αμπιρατερόνη (περίπου 55% και 22% της χορηγηθείσας δόσης, αντιστοίχως).

Ηπατική δυσλειτουργία

Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της οξικής αμπιρατερόνης εξετάστηκαν σε άτομα με προϋπάρχουσα ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Κατηγορία Α και Β κατά Child-Pugh, αντίστοιχα) και σε υγιή άτομα της ομάδας ελέγχου. Η συστηματική έκθεση στην αμπιρατερόνη μετά από εφάπαξ από στόματος δόση 1.000 mg αυξήθηκε κατά 11% και 260% περίπου σε άτομα με ήπια και μέτρια προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία, αντίστοιχα. Η μέση ημιζωή της αμπιρατερόνης παρατείνεται σε περίπου 18 ώρες στα άτομα με ήπια ηπατική δυσλειτουργία και σε 19 ώρες περίπου στα άτομα με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία.

Σε μία άλλη δοκιμή, οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της αμπιρατερόνης εξετάστηκαν σε άτομα με προϋπάρχουσα σοβαρή (n=8) ηπατική δυσλειτουργία (Κατηγορία C κατά Child-Pugh) και σε 8 υγιή άτομα της ομάδας ελέγχου με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Η AUC στην αμπιρατερόνη αυξήθηκε κατά περίπου 600% και το κλάσμα του ελεύθερου φαρμάκου αυξήθηκε κατά 80% σε άτομα με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία σε σύγκριση με τα άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία.

Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με προϋπάρχουσα ήπια ηπατική δυσλειτουργία. Η χρήση της οξικής αμπιρατερόνης πρέπει να αξιολογείται προσεκτικά σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία στους οποίους το όφελος θα πρέπει σαφώς να αντισταθμίζει τον πιθανό κίνδυνο (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις). Η οξική αμπιρατερόνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία, Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).

Για τους ασθενείς που εμφανίζουν ηπατοτοξικότητα κατά τη διάρκεια της θεραπείας, μπορεί να χρειαστεί προσωρινή διακοπή της θεραπείας και προσαρμογή της δόσης (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).

Νεφρική δυσλειτουργία

Η φαρμακοκινητική της οξικής αμπιρατερόνης συγκρίθηκε σε ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου υπό σταθερό σχήμα αιμοκάθαρσης έναντι αντιστοιχισμένων ατόμων της ομάδας ελέγχου με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Η συστηματική έκθεση στην αμπιρατερόνη μετά από εφάπαξ από στόματος δόση 1.000 mg δεν αυξήθηκε στα άτομα με νεφρική νόσο τελικού σταδίου υπό αιμοκάθαρση. Η χορήγηση σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, συμπεριλαμβανομένης της σοβαρής νεφρικής δυσλειτουργίας, δε χρήζει μείωσης της δόσης (βλ. Δοσολογία). Εντούτοις, δεν υπάρχει κλινική εμπειρία σε ασθενείς με καρκίνο του προστάτη και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Στους ασθενείς αυτούς συνιστάται προσοχή.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

12 (± 5) ώρες
PubChem

Δέσμευση πρωτεϊνών

>99%
PubChem

Απέκκριση

Κόπρανα
PubChem
science

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
132971
Μοριακός τύπος
C24H31NO
Μοριακό βάρος
349.5
IUPAC
(3S,8R,9S,10R,13S,14S)-10,13-dimethyl-17-pyridin-3-yl-2,3,4,7,8,9,11,12,14,15-decahydro-1H-cyclopenta[a]phenanthren-3-ol
InChIKey
GZOSMCIZMLWJML-VJLLXTKPSA-N