VINFLUNINE
Βινφλουνίνη
**Φαρμακοδυναμική** Οι αντικαρκινικές επιδράσεις της βινφλουνίνης είναι εξαρτώμενες από τη συγκέντρωση και τη διάρκεια έκθεσης στο φάρμακο. Η βινφλουνίνη μεσολαβεί σε αντι-μιτωτική δράση αναστέλλοντας τη συναρμολόγηση των μικροσωληνιδίων σε μικρομοριακές συγκεντρώσεις και …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
medication
SPC-JAVLOR
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια
- Χορήγηση: Κάθε 3 εβδομάδες
- Δόση έναρξης: 320 mg/m²
- Τιτλοποίηση: Απουσία αιματολογικής τοξικότητας κατά τον πρώτο κύκλο (έναρξη με 280 mg/m²), η δόση αυξάνεται στα 320 mg/m² για τους επόμενους κύκλους. Προσαρμογές δόσης γίνονται λόγω τοξικότητας (π.χ. ουδετεροπενία, εμπύρετη ουδετεροπενία, βλεννογονίτιδα/δυσκοιλιότητα, άλλες τοξικότητες Βαθμού ≥3), με μειώσεις δόσης από 320 mg/m² σε 280 mg/m² και μετά 250 mg/m², ή από 280 mg/m² σε 250 mg/m², ή από 250 mg/m² σε 225 mg/m² με ενδεχόμενη οριστική διακοπή της θεραπείας σε διαδοχικά περιστατικά τοξικότητας.
-
ΕνήλικεςΔόση320 mg/m²Ως 20 λεπτη ενδοφλέβια έγχυση κάθε 3 εβδομάδες.
-
Ενήλικες (WHO/ECOG (PS) 1 ή PS 0 πριν από ακτινοβόληση πυέλου)Δόση280 mg/m²Αρχική δόση. Η δόση αυξάνεται σε 320 mg/m² για τους επόμενους κύκλους αν δεν υπάρχει αιματολογική τοξικότητα στον πρώτο κύκλο.
-
Ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh βαθμού A)Δόση250 mg/m²Μία φορά κάθε 3 εβδομάδες. Ή σε ασθενείς με χρόνο προθρομβίνης ≥ 60% NV και 1,5xULN < χολερυθρίνη ≤ 3xULN και τρανσαμινάσες > ULN και/ή GGT > 5xULN.
-
Ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh βαθμού B)Δόση200 mg/m²Μία φορά κάθε 3 εβδομάδες. Ή σε ασθενείς με χρόνο προθρομβίνης ≥ 50% NV και χολερυθρίνη > 3xULN και τρανσαμινάσες > ULN και GGT > ULN.
-
Ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (40 mL/min ≤ CrCl ≤ 60 mL/min)Δόση280 mg/m²Μία φορά κάθε 3 εβδομάδες.
-
Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (20 mL/min ≤ CrCl < 40 mL/min)Δόση250 mg/m²Κάθε 3 εβδομάδες.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείς (75-80 ετών)Δόση280 mg/m²Κάθε 3 εβδομάδες.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείς (≥ 80 ετών)Δόση250 mg/m²Κάθε 3 εβδομάδες.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔεν υπάρχει σχετική χρήση.
block
SPC-JAVLOR
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε άλλα αλκαλοειδή της vinca
-
Πρόσφατη (μέσα σε 2 εβδομάδες) ή ταυτόχρονη σοβαρή λοίμωξη
-
Αρχικός ANC < 1.500/mm3 για την πρώτη χορήγηση
-
Αρχικός ANC < 1.000/mm3 για επόμενες χορηγήσεις
-
Αιμοπετάλια < 100.000/mm3
-
Θηλασμός
warning
SPC-JAVLOR
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Αιματολογική τοξικότητα (Ουδετεροπενία, λευκοπενία, αναιμία, θρομβοπενία)Η γενική εξέταση αίματος πρέπει να παρακολουθείται επαρκώς, ώστε να ελέγχονται οι τιμές ΑΝC, αιμοπεταλίων και αιμοσφαιρίνης πριν από κάθε έγχυση vinflunine.
-
Έναρξη θεραπείας με vinflunineαντένδειξηΠληθυσμόςάτομα με αρχικό ANC < 1.500/mm3 ή αιμοπετάλια < 100.000/mm3Αντενδείκνυται
-
Επόμενες χορηγήσεις vinflunineαντένδειξηΠληθυσμόςάτομα με αρχικό ANC < 1.000/mm3 ή αιμοπετάλια < 100.000/mm3Αντενδείκνυται
-
Αιματολογική τοξικότηταΠληθυσμόςασθενείς με αιματολογική τοξικότηταΗ συνιστώμενη δόση πρέπει να ελαττώνεται (βλ. Δοσολογία).
-
ΔυσκοιλιότηταΜπορεί να προληφθεί με ειδικά διατροφικά μέτρα όπως ενυδάτωση από το στόμα και πρόσληψη ινών και με χορήγηση καθαρτικών, όπως διεγερτικών καθαρτικών ή μαλακτικών των κοπράνων από την ημέρα 1 έως την ημέρα 5 ή 7 του κύκλου θεραπείας.
-
ΔυσκοιλιότηταΠληθυσμόςΑσθενείς που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο εμφάνισης δυσκοιλιότητας (ταυτόχρονη θεραπεία με οπιοειδή, καρκίνωμα περιτοναίου, κοιλιακοί όγκοι, προηγούμενη μείζων χειρουργική επέμβαση στην κοιλιά)Πρέπει να αντιμετωπίζονται με ωσμωτικό καθαρτικό από την ημέρα 1 έως την ημέρα 7 χορηγούμενο μία φορά ημερησίως, το πρωί πριν από το πρωινό γεύμα.
-
Δυσκοιλιότητα Βαθμού 2 (για 5 ημέρες ή περισσότερο) ή Βαθμού ≥ 3 (ανεξαρτήτως διάρκειας)Η δόση της vinflunine πρέπει να προσαρμόζεται (βλ. Δοσολογία).
-
Τοξικότητα του γαστρεντερικού συστήματος Βαθμού ≥ 3 (εκτός από έμετο ή ναυτία) ή βλεννογονίτιδα (Βαθμού 2 για 5 ημέρες ή περισσότερο ή Βαθμού ≥ 3 ανεξαρτήτως διάρκειας)Απαιτείται προσαρμογή της δόσης (βλ. Δοσολογία).
-
Παράταση του διαστήματος QTπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με αυξημένο προαρρυθμικό κίνδυνο (π.χ. συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, γνωστό ιστορικό παράτασης του διαστήματος QT, υποκαλιαιμία)Η vinflunine πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Ταυτόχρονη χρήση δύο ή περισσότερων ουσιών που παρατείνουν το διάστημα QT/QTcαποφεύγεταιΔε συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Καρδιακά επεισόδια (Ισχαιμικά καρδιακά επεισόδια)προσοχήΠληθυσμόςασθενείς με προηγούμενο ιστορικό εμφράγματος/ισχαιμίας του μυοκαρδίου ή στηθάγχηςΙδιαίτερη προσοχή συνιστάται.
-
Καρδιακά επεισόδιαΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν JavlorΠρέπει να παρακολουθούνται συνεχώς από ιατρούς για την εμφάνιση καρδιακών επεισοδίων.
-
Καρδιακή ισχαιμίαΠληθυσμόςασθενείς που αναπτύσσουν καρδιακή ισχαιμίαΗ διακοπή της vinflunine πρέπει να εξετάζεται.
-
PRES συμπτώματα (νευρολογικά, συστηματικά, γαστρεντερικά)Πληθυσμόςασθενείς που αναπτύσσουν συμπτώματα PRESΗ αρτηριακή πίεση πρέπει να ελέγχεται. Συνιστάται απεικόνιση εγκεφάλου για επιβεβαίωση της διάγνωσης.
-
PRESΠληθυσμόςασθενείς που αναπτύσσουν νευρολογικά σημεία PRESΔιακοπή της vinflunine πρέπει να εξετάζεται (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Σοβαρή υπονατριαιμία (συμπεριλαμβανομένου SIADH)Συνιστάται τακτική παρακολούθηση των επιπέδων νατρίου στον ορό κατά τη διάρκεια της θεραπείας με vinflunine.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΗ συνιστώμενη δόση πρέπει να ελαττώνεται (βλ. Δοσολογία).
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςασθενείς με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργίαΗ συνιστώμενη δόση πρέπει να ελαττώνεται (βλ. Δοσολογία).
-
Δοσολογία σε ηλικιωμένουςΠληθυσμόςασθενείς ηλικίας 75 ετών και πάνωΗ συνιστώμενη δόση πρέπει να ελαττώνεται (βλ. Δοσολογία).
-
Ταυτόχρονη χρήση ισχυρών αναστολέων ή ισχυρών επαγωγέων του CYP3A4αποφεύγεταιΠρέπει να αποφεύγεται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Ενδορραχιαία χορήγησησοβαρήΜπορεί να είναι θανατηφόρα.
-
Φλεβικός ερεθισμόςΠληθυσμόςόταν εγχέεται μέσω περιφερικής φλέβαςΟι οδηγίες χορήγησης πρέπει να ακολουθούνται (βλ. παράγραφο 6.6).
-
ΑντισύλληψηΠληθυσμόςΆνδρες και γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικίαΠρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική μέθοδο αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως 3 μήμηνες μετά την τελευταία χορήγηση vinflunine (βλ. Κύηση και γαλουχία).
swap_horiz
SPC-JAVLOR
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήΑύξηση των συγκεντρώσεων vinflunine και DVFLΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση.
-
Επαγωγείς του CYP3A4 (rifampicin, Hypericum perforatum)προσοχήΜείωση των συγκεντρώσεων vinflunine και DVFLΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που παρατείνουν το διάστημα QT/QTcπροσοχήΠαράταση του διαστήματος QT/QTcΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση.
-
Πολυαιθυλενογλυκυλιωμένη/λιποσωματική doxorubicinπροσοχή15-30% αύξηση στην έκθεση της vinflunine, 2-3 φορές μείωση του AUC της doxorubicin. Οι συγκεντρώσεις doxorubicinol δεν επηρεάστηκαν.ΣύστασηΠρέπει να δίνεται προσοχή όταν χρησιμοποιείται ο συνδυασμός.
-
προσοχήΠιθανή ελαφρά αναστολή του μεταβολισμού της vinflunine (in vitro).ΣύστασηΔεν έχουν διεξαχθεί ειδικές κλινικές μελέτες.
-
ΟπιοειδήπροσοχήΑύξηση του κινδύνου εμφάνισης δυσκοιλιότητας.
-
παρακολούθησηΚαμία φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση.
-
παρακολούθησηΚαμία φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση, αλλά υψηλός κίνδυνος αιματολογικής τοξικότητας.
sick
SPC-JAVLOR
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ουδετεροπενική λοίμωξη
- Ιογενής λοίμωξη
- Βακτηριακή λοίμωξη
- Μυκητιασική λοίμωξη
- Ουδετεροπενική σηψαιμία
- Θάνατοι από λοίμωξη ως επιπλοκή ουδετεροπενίας
- Πόνος από όγκο
- Εξασθένηση
- Κόπωση
- Αντίδραση στη θέση ένεσης
- Πυρεξία
- Θωρακικό άλγος
- Ρίγη
- Άλγος
- Οίδημα
- Εξαγγείωση
- Ουδετεροπενία
- Λευκοπενία
- Αναιμία
- Θρομβοπενία
- Εμπύρετη ουδετεροπενία
- Σοβαρή αναιμία
- Ουδετεροπενία (Βαθμού 3/4)
- Λοίμωξη με ουδετεροπενία (Βαθμού 3/4)
- Υπερευαισθησία
- Σύνδρομο απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης
- Μειωμένη όρεξη
- Υπονατριαιμία
- Αφυδάτωση
- Μειωμένο σωματικό βάρος
- Αυξημένο σωματικό βάρος
- Αϋπνία
- Περιφερική αισθητική νευροπάθεια
- Συγκοπή
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Νευραλγία
- Δυσγευσία
- Νευροπάθεια
- Περιφερική κινητική νευροπάθεια
- Σύνδρομο οπίσθιας αναστρέψιμης εγκεφαλοπάθειας
- Ίλιγγος
- Οπτική διαταραχή
- Ωταλγία
- Εμβοές
- Ταχυκαρδία
- Ισχαιμία μυοκαρδίου
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου
- Παράταση διαστήματος QT
- Υπέρταση
- Φλεβοθρόμβωση
- Φλεβίτιδα
- Υπόταση
- Δύσπνοια
- Βήχας
- Σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας
- Φαρυγγολαρυγγικό άλγος
- Βρογχόσπασμος
- Δυσκοιλιότητα
- Κοιλιακό άλγος
- Έμετος
- Ναυτία
- Στοματίτιδα
- Διάρροια
- Ειλεός
- Δυσφαγία
- Στοματικές διαταραχές
- Δυσπεψία
- Οδυνοφαγία
- Στομαχικές διαταραχές
- Οισοφαγίτιδα
- Διαταραχές ούλων
- Αλωπεκία
- Εξάνθημα
- Κνίδωση
- Κνησμός
- Υπερίδρωση
- Ξηροδερμία
- Ερύθημα
- Μυαλγία
- Μυϊκή αδυναμία
- Αρθραλγία
- Οσφυαλγία
- Πόνος στη γνάθο
- Πόνος άκρου
- Οστικός πόνος
- Μυοσκελετικός πόνος
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Αυξημένες τρανσαμινάσες
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈμετος (Βαθμός 3-4: 2,9%)Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΑναιμία (Βαθμός 3-4: 17,3%)Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΑντίδραση της θέσης ένεσης (Βαθμός 3-4: 0,4%)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ συχνέςΑυξημένες τρανσαμινάσεςΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΔιάρροια (Βαθμός 3-4: 0,9%)Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΔυσκοιλιότητα (Βαθμός 3-4: 15,1%)Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΕξασθένιση/Κόπωση (Βαθμός 3-4: 24,0%)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ συχνέςΘρομβοπενία (Βαθμός 3-4: 4,9%)Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακό άλγος (Βαθμός 3-4: 4,7%)Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΛευκοπενία (Βαθμός 3-4: 45,2%)Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΜειωμένη όρεξη (Βαθμός 3-4: 4,4%)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Πολύ συχνέςΜυαλγία (Βαθμός 3-4: 3,1%)Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Πολύ συχνέςΝαυτία (Βαθμός 3-4: 2,9%)Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΟυδετεροπενία (Βαθμός 3-4: 54,6%)Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΠεριφερική αισθητική νευροπάθεια (Βαθμός 3-4: 0,9%)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΣτοματίτιδα (Βαθμός 3-4: 2,7%)Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΆλγος (Βαθμός 3-4: 0,9%)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΑρθραλγία (Βαθμός 3-4: 0,4%)Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΑφυδάτωση (Βαθμός 3-4: 2,0%)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΑϋπνία (Βαθμός 3-4: 0,2%)Ψυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΒήχας (Βαθμός 3-4: 0,4%)Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
ΣυχνέςΒακτηριακή λοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΔυσγευσία (Βαθμός 3-4: 0,4%)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔυσπεψία (Βαθμός 3-4: 0,2%)Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔυσφαγία (Βαθμός 3-4: 0,4%)Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔύσπνοια (Βαθμός 3-4: 2,2%)Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
ΣυχνέςΕιλεός (Βαθμός 3-4: 2,2%)Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΕμπύρετη ουδετεροπενία (Βαθμός 3-4: 6,7%)Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΖάλη (Βαθμός 3-4: 1,1%)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
ΣυχνέςΙογενής λοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγία (Βαθμός 3-4: 0,4%)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΜειωμένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΜυκητιασική λοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΜυοσκελετικός πόνος (Βαθμός 3-4: 0,2%)Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΜυϊκή αδυναμία (Βαθμός 3-4: 0,7%)Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΝευραλγία (Βαθμός 3-4: 0,7%)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΝευροπάθεια (Βαθμός 3-4: 0,4%)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΞηροδερμίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΟίδημα (Βαθμός 3-4: 0,2%)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΟστικός πόνοςΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΟσφυαλγία (Βαθμός 3-4: 0,4%)Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΟυδετεροπενική λοίμωξη (Βαθμός 3-4)Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΠυρεξία (Βαθμός 3-4: 0,2%)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΠόνος άκρουΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΠόνος στη γνάθοΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΡίγη (Βαθμός 3-4: 0,4%)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΣτοματικές διαταραχές (Βαθμός 3-4: 0,2%)Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΣυγκοπή (Βαθμός 3-4: 0,9%)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΤαχυκαρδία (Βαθμός 3-4: 0,4%)Καρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΥπέρταση (Βαθμός 3-4: 1,6%)Αγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΥπερίδρωσηΔέρμα
-
ΣυχνέςΥπερευαισθησία (Βαθμός 3-4: 0,2%)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣυχνέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΦλεβίτιδαΑγγειακές
-
ΣυχνέςΦλεβοθρόμβωση (Βαθμός 3-4: 0,4%)Αγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΩταλγία (Βαθμός 3-4: 0,2%)Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
Όχι συχνέςΈμφραγμα του μυοκαρδίου (Βαθμός 3-4: 0,2%)Καρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές ούλωνΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕμβοέςΑυτί
-
Όχι συχνέςΕξαγγείωση (Βαθμός 3-4: 0,2%)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΕρύθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΙσχαιμία του μυοκαρδίου (Βαθμός 3-4: 0,2%)Καρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΝεφρική ανεπάρκεια (Βαθμός 3-4: 0,2%)Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςΟδυνοφαγίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟισοφαγίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟπτική διαταραχήΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΟυδετεροπενική σηψαιμία (Βαθμός 3-4)Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΠεριφερική κινητική νευροπάθειαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠόνος από όγκο (Βαθμός 3-4)Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθοριζόμενα
-
Όχι συχνέςΣτομαχικές διαταραχέςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο Απρόσφορης Έκκρισης Αντιδιουρητικής Ορμόνης (SIADH) (Βαθμός 3-4: 0,4%)Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο Οπίσθιας Αναστρέψιμης Εγκεφαλοπάθειας (Βαθμός 3-4: 0,03%)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας (Βαθμός 3-4: 0,2%)Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
Όχι συχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΦαρυγγολαρυγγικό άλγοςΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο Οπίσθιας Αναστρέψιμης Εγκεφαλοπάθειας (σε όλες τις ενδείξεις)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΈμφραγμα ή ισχαιμία του μυοκαρδίου (σε όλες τις ενδείξεις)Καρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΒρογχόσπασμος (σε όλες τις ενδείξεις)Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
Μη γνωστέςΔύσπνοια (Βαθμού 3/4) (σε όλες τις ενδείξεις)Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
Μη γνωστέςΕιλεός (Βαθμού 3/4) (σε όλες τις ενδείξεις)Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΕμπύρετη ουδετεροπενία (σε όλες τις ενδείξεις)Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΘάνατοι από λοίμωξη ως επιπλοκή ουδετεροπενίας (σε όλες τις ενδείξεις)Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Μη γνωστέςΘρομβοπενία (σε όλες τις ενδείξεις)Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΛοίμωξη με ουδετεροπενία (Βαθμού 3/4) (σε όλες τις ενδείξεις)Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΟυδετεροπενία (Βαθμού 3/4) (σε όλες τις ενδείξεις)Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΠαράταση του διαστήματος QT (σε όλες τις ενδείξεις)Καρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΠεριφερική αισθητική νευροπάθεια (Βαθμού 3) (σε όλες τις ενδείξεις)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΣοβαρή αναιμία (σε όλες τις ενδείξεις)Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΣοβαρή δυσκοιλιότητα (σε όλες τις ενδείξεις)Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
pregnant_woman
SPC-JAVLOR
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΔεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία σχετικά με τη χρήση της vinflunine σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν εμβρυοτοξικότητα και τερατογόνο δράση (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Βάσει των αποτελεσμάτων μελετών σε ζώα και της φαρμακολογικής δράσης του φαρμακευτικού προϊόντος, υπάρχει δυνητικός κίνδυνος για ανωμαλίες στο έμβρυο. Εάν προκύψει εγκυμοσύνη κατά τη διάρκεια της θεραπείας, η ασθενής πρέπει να ενημερωθεί για τον κίνδυνο που διατρέχει το αγέννητο παιδί και να παρακολουθείται προσεκτικά. Η πιθανότητα γενετικής συμβουλευτικής πρέπει να εξετάζεται. Η γενετική συμβουλευτική συνιστάται επίσης για ασθενείς που επιθυμούν να αποκτήσουν παιδί μετά τη θεραπεία.
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυταιΕίναι άγνωστο εάν η vinflunine ή οι μεταβολίτες της εκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Λόγω της πιθανότητας πολύ βλαβερών επιδράσεων στα βρέφη, ο θηλασμός αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια θεραπείας με vinflunine (βλ. Αντενδείξεις).
-
ΓονιμότηταΣυμβουλή για διατήρηση σπέρματοςΣυμβουλή για τη διατήρηση του σπέρματος πρέπει να αναζητείται πριν από τη θεραπεία εξαιτίας της πιθανότητας μη αναστρέψιμης στειρότητας λόγω της θεραπείας με vinflunine.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-JAVLOR
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία αντινεοπλασματικοί παράγοντες, αλκαλοειδή της vinca και ανάλογα, κωδικός ATC: L01CA05 ### Μηχανισμός δράσης Η vinflunine δεσμεύεται στην τουβουλίνη επάνω ή κοντά στις θέσεις δέσμευσης της vinca αναστέλλοντας τον πολυμερισμό…
biotech
SPC-JAVLOR
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αιμοπετάλια | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | πριν από κάθε έγχυση vinflunine | — |
| Αιμοσφαιρίνη (Hb) | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | πριν από κάθε έγχυση vinflunine | — |
| Απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων (ANC) | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | πριν από κάθε έγχυση vinflunine | — |
| Νάτριο ορού (Na⁺) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | τακτικά | Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με vinflunine |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αρτηριακή πίεση | monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία | — | Ανάπτυξη συμπτωμάτων PRES |
ΗΚΓ / Καρδιολογικός έλεγχος
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Καρδιακά επεισόδια | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | συνεχώς | Λήψη Javlor |
Απεικόνιση (CT / MRI / ακτινογραφία)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Απεικόνιση εγκεφάλου | radiologyΑπεικονιστικός έλεγχος | — | Επιβεβαίωση διάγνωσης PRES |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-JAVLOR
expand_more
Δοσολογία
Η θεραπεία με vinflunine πρέπει να ξεκινά υπό την ευθύνη ιατρού ειδικευμένου στη χρήση αντικαρκινικής χημειοθεραπείας και περιορίζεται σε μονάδες εξειδικευμένες στη χορήγηση κυτταροτοξικής χημειοθεραπείας.
Πριν από κάθε κύκλο, η γενική εξέταση αίματος πρέπει να παρακολουθείται επαρκώς, ώστε να ελέγχεται ο απόλυτος αριθμός των ουδετερόφιλων (ΑΝC), τα αιμοπετάλια και η αιμοσφαιρίνη καθώς η ουδετεροπενία, η θρομβοπενία και η αναιμία είναι συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες της vinflunine.
Δοσολογία
Η συνιστώμενη δόση είναι 320 mg/m² vinflunine ως 20 λεπτη ενδοφλέβια έγχυση κάθε 3 εβδομάδες.
Σε περίπτωση που η φυσική κατάσταση WHO/ECOG (PS) είναι 1 ή η PS είναι 0 και πριν από ακτινοβόληση της πυέλου, η θεραπεία πρέπει να ξεκινά με δόση 280 mg/m². Απουσία οποιασδήποτε αιματολογικής τοξικότητας κατά τη διάρκεια του πρώτου κύκλου, η οποία προκαλεί καθυστέρηση της θεραπείας ή μείωση της δόσης, η δόση θα αυξάνεται στα 320 mg/m² κάθε 3 εβδομάδες για τους επόμενους κύκλους.
Συνιστώμενη συγχορήγηση φαρμάκων
Προκειμένου να προληφθεί η δυσκοιλιότητα, συνιστώνται καθαρτικά και διατροφικά μέτρα που περιλαμβάνουν ενυδάτωση από το στόμα, από την ημέρα 1 έως την ημέρα 5 ή 7 μετά από κάθε χορήγηση vinflunine (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Καθυστέρηση ή διακοπή της δόσης λόγω τοξικότητας
Πίνακας 1: Καθυστέρηση της δόσης για επόμενους κύκλους λόγω τοξικότητας
| Τοξικότητα | Χορήγηση θεραπείας Ημέρας 1 |
|---|---|
| Ουδετεροπενία (ANC < 1000 /mm³) ή Θρομβοπενία (αιμοπετάλια < 100.000/mm³) | - Καθυστερήστε μέχρι την ανάρρωση (ANC ≥ 1.000/mm³ και αιμοπετάλια ≥ 100.000/mm³) και προσαρμόστε τη δόση εάν είναι απαραίτητο (βλ. πίνακα 2) |
- Διακοπή εάν δεν υπάρξει ανάρρωση μέσα σε 2 εβδομάδες | | Τοξικότητα οργάνων: μέτρια, σοβαρή ή απειλητική για τη ζωή | - Καθυστερήστε μέχρι την ανάρρωση σε ήπια ή καθόλου τοξικότητα ή στην αρχική κατάσταση και προσαρμόστε τη δόση εάν είναι απαραίτητο (βλ. πίνακα 2)
- Διακοπή εάν δεν υπάρξει ανάρρωση μέσα σε 2 εβδομάδες | | Καρδιακή ισχαιμία σε ασθενείς με προηγούμενο ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου ή στηθάγχης | - Διακοπή |
Προσαρμογές της δόσης λόγω τοξικότητας
Πίνακας 2: Προσαρμογές της δόσης λόγω τοξικότητας
| Τοξικότητα (NCI CTC v 2.0)* | Προσαρμογή δόσης Αρχική δόση vinflunine 320 mg/m² | Προσαρμογή δόσης Αρχική δόση vinflunine 280 mg/m² |
|---|---|---|
| Πρώτο περιστατικό | 2ο διαδοχικό περιστατικό | |
| Ουδετεροπενία Βαθμού 4 (ANC< 500/mm³) > 7 ημέρες | 280 mg/m² | 250 mg/m² |
| Εμπύρετη Ουδετεροπενία (ANC< 1.000/mm³ και πυρετός ≥ 38,5°C) | 280 mg/m² | 250 mg/m² |
| Βλεννογονίτιδα ή Δυσκοιλιότητα Βαθμού 2 ≥ 5 ημέρες ή Βαθμού ≥ 3 ανεξαρτήτως διάρκειας¹ | 280 mg/m² | 250 mg/m² |
| Άλλη τοξικότητα Βαθμού ≥ 3 (σοβαρή ή απειλητική για τη ζωή) (εκτός από έμετο Βαθμού 3 ή ναυτία²) | 280 mg/m² | 250 mg/m² |
*Εθνικό Ινστιτούτο Καρκίνου, Κοινά Κριτήρια Τοξικότητας Έκδοση 2.0 (NCI -CTC v 2.0)
¹ Η Βαθμού 2 δυσκοιλιότητα κατά NCI CTC ορίζεται ως δυσκοιιλιότητα που απαιτεί καθαρτικά, η Βαθμού 3 ως επίμονη δυσκοιλιότητα, η οποία απαιτεί εκκένωση με τα χέρια ή υποκλυσμό, η Βαθμού 4 ως απόφραξη ή τοξικό μεγάκολο. Η Βαθμού 2 βλεννογονίτιδα ορίζεται ως «μέτρια», η Βαθμού 3 ως «σοβαρή» και η Βαθμού 4 ως «απειλητική για τη ζωή».
² Η Βαθμού 3 ναυτία κατά NCI CTC ορίζεται ως μη σημαντική αναρρόφηση, η οποία απαιτεί ενδοφλέβια υγρά. Ο Βαθμού 3 έμετος ως ≥ 6 επεισόδια σε 24 ώρες κατά την προθεραπεία ή ανάγκη για ενδοφλέβια υγρά.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
Έχει ολοκληρωθεί μία μελέτη φαρμακοκινητικής και ανεκτικότητας φάσης Ι σε ασθενείς των οποίων η δοκιμασία ηπατικών λειτουργιών έχει αλλάξει (βλ. Φαρμακοκινητικές). Η φαρμακοκινητική της vinflunine δε μετεβλήθη σε αυτούς τους ασθενείς, ωστόσο με βάση τις μεταβολές των ηπατικών βιολογικών παραμέτρων μετά τη χορήγηση vinflunine (γ-γλουταμυλτρανσφεράσες (GGT), τρανσαμινάσες, χολερυθρίνη), οι συνιστώμενες δόσεις είναι οι ακόλουθες:
- Δεν χρειάζεται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς:
- με χρόνο προθρομβίνης > 70% NV (Φυσιολογική Τιμή) και οι οποίοι εμφανίζουν τουλάχιστον ένα από τα ακόλουθα κριτήρια: [ULN (Ανώτερο Φυσιολογικό Όριο) < χολερυθρίνη ≤ 1,5xULN και/ή 1,5xULN < τρανσαμινάσες ≤ 2,5xULN και/ή ULN < GGT ≤ 5xULN].
- με τρανσαμινάσες ≤ 2,5xULN (< 5xULN μόνο σε περίπτωση ηπατικών μεταστάσεων).
- Η συνιστώμενη δόση vinflunine είναι 250 mg/m² μία φορά κάθε 3 εβδομάδες σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh βαθμού A) ή σε ασθενείς με χρόνο προθρομβίνης ≥ 60% NV και 1,5xULN < χολερυθρίνη ≤ 3xULN και οι οποίοι εμφανίζουν τουλάχιστον ένα από τα ακόλουθα κριτήρια:
- [τρανσαμινάσες > ULN και/ή GGT > 5xULN].
- Η συνιστώμενη δόση vinflunine είναι 200 mg/m² μία φορά κάθε 3 εβδομάδες σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh βαθμού B) ή σε ασθενείς με χρόνο προθρομβίνης ≥ 50% NV και χολερυθρίνη > 3xULN και τρανσαμινάσες > ULN και GGT > ULN.
Η vinflunine δεν έχει αξιολογηθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh βαθμού C) ή σε ασθενείς με χρόνο προθρομβίνης < 50%NV ή με χολερυθρίνη > 5xULN ή με απομονωμένες τρανσαμινάσες > 2,5xULN (≥ 5xULN μόνο σε περίπτωση ηπατικών μεταστάσεων) ή με GGT > 15xULN.
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
Σε κλινικές μελέτες, ασθενείς με CrCl (κάθαρση κρεατινίνης) > 60 mL/min συμπεριλαμβάνονταν και αντιμετωπίζονταν με τη συνιστώμενη δόση.
- Σε ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (40 mL/min ≤ CrCl ≤ 60 mL/min), η συνιστώμενη δόση είναι 280 mg/m² μία φορά κάθε 3 εβδομάδες.
- Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (20 mL/min ≤ CrCl < 40 mL/min), η συνιστώμενη δόση είναι 250 mg/m² κάθε 3 εβδομάδες (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Για περαιτέρω κύκλους, η δόση πρέπει να προσαρμόζεται σε περίπτωση τοξικότητας, όπως φαίνεται στον πίνακα 3 παρακάτω.
Ηλικιωμένοι ασθενείς (≥ 75 ετών)
Δεν απαιτείται μεταβολή της δόσης που σχετίζεται με την ηλικία σε ασθενείς κάτω των 75 ετών (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Οι δόσεις που συνιστώνται σε ασθενείς ηλικίας τουλάχιστον 75 ετών είναι οι ακόλουθες:
- σε ασθενείς ηλικίας τουλάχιστον 75 ετών αλλά κάτω των 80 ετών, η δόση vinflunine που δίνεται είναι 280 mg/m² κάθε 3 εβδομάδες.
- σε ασθενείς ηλικίας 80 ετών και πάνω, η δόση vinflunine που δίνεται είναι 250 mg/m² κάθε 3 εβδομάδες.
Για περαιτέρω κύκλους, η δόση πρέπει να προσαρμόζεται σε περίπτωση τοξικότητας, όπως φαίνεται στον πίνακα 3 παρακάτω:
Πίνακας 3: Προσαρμογές της δόσης λόγω τοξικότητας σε νεφρική δυσλειτουργία ή ηλικιωμένους ασθενείς
| Τοξικότητα (NCI CTC v 2.0)* | Προσαρμογή δόσης Αρχική δόση vinflunine 280 mg/m² | Προσαρμογή δόσης Αρχική δόση vinflunine 250 mg/m² |
|---|---|---|
| Πρώτο περιστατικό | 2ο διαδοχικό περιστατικό | |
| Ουδετεροπενία Βαθμού 4 (ANC< 500/mm³) > 7 ημέρες | 250 mg/m² | Οριστική διακοπή Θεραπείας |
| Εμπύρετη Ουδετεροπενία (ANC< 1.000/mm³ και πυρετός ≥ 38,5°C) | 250 mg/m² | Οριστική διακοπή Θεραπείας |
| Βλεννογονίτιδα ή Δυσκοιλιότητα Βαθμού 2 ≥ 5 ημέρες ή Βαθμού ≥ 3 ανεξαρτήτως διάρκειας¹ | 250 mg/m² | Οριστική διακοπή Θεραπείας |
| Άλλη τοξικότητα Βαθμού ≥ 3 (σοβαρή ή απειλητική για τη ζωή) (εκτός από έμετο Βαθμού 3 ή ναυτία²) | 250 mg/m² | Οριστική διακοπή Θεραπείας |
*Εθνικό Ινστιτούτο Καρκίνου, Κοινά Kριτήρια Τοξικότητας Έκδοση 2.0 (NCI CTC v 2.0)
¹ Η Βαθμού 2 δυσκοιλιότητα κατά NCI CTC ορίζεται ως δυσκοιλιότητα που απαιτεί καθαρτικά, η Βαθμού 3 ως επίμονη δυσκοιλιότητα, η οποία απαιτεί εκκένωση με τα χέρια ή υποκλυσμό, η Βαθμού 4 ως απόφραξη ή τοξικό μεγάκολο. Η Βαθμού 2 βλεννογονίτιδα ορίζεται ως «μέτρια», η Βαθμού 3 ως «σοβαρή» και η Βαθμού 4 ως «απειλητική για τη ζωή».
² Η Βαθμού 3 ναυτία κατά NCI CTC ορίζεται ως μη σημαντική αναρρόφηση, η οποία απαιτεί ενδοφλέβια υγρά. Ο Βαθμού 3 έμετος ως ≥ 6 επεισόδια σε 24 ώρες κατά την προθεραπεία ή ανάγκη για ενδοφλέβια υγρά.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Δεν υπάρχει σχετική χρήση του Javlor στον παιδιατρικό πληθυσμό.
Τρόπος χορήγησης
Προφυλάξεις που πρέπει να ληφθούν πριν από τον χειρισμό ή τη χορήγηση του φαρμακευτικού προϊόντος
Το Javlor πρέπει να αραιώνεται πριν από τη χορήγηση. Το Javlor είναι για μία μόνο χρήση.
Για οδηγίες σχετικά με την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6.
Το Javlor ΠΡΕΠΕΙ να χορηγείται ΜΟΝΟ ενδοφλέβια.
Το Javlor πρέπει να χορηγείται με 20-λεπτη ενδοφλέβια έγχυση και να ΜΗ δίνεται με ταχεία ενδοφλέβια δόση εφόδου (bolus).
Για τη χορήγηση της vinflunine μπορεί να χρησιμοποιηθούν είτε περιφερικές γραμμές είτε κεντρικός καθετήρας. Όταν εγχέεται μέσω περιφερικής φλέβας, η vinflunine μπορεί να προκαλέσει φλεβικό ερεθισμό (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Σε περίπτωση μικρών φλεβών ή φλεβών με σκλήρυνση, λεμφοιδήματος ή πρόσφατης φλεβοκέντησης της ίδιας φλέβας, μπορεί να προτιμηθεί η χρήση κεντρικού καθετήρα. Για την αποφυγή εξαγγειώσεων είναι σημαντικό να επιβεβαιώνεται η σωστή εισαγωγή της βελόνας πριν την έναρξη της έγχυσης.
Για ξέπλυμα της φλέβας, η χορήγηση του αραιωμένου Javlor πρέπει πάντα να ακολουθείται από τουλάχιστον ίσο όγκο χλωριούχου νατρίου 9 mg/mL (0,9%) διάλυμα για έγχυση ή γλυκόζης 50 mg/mL (5%) διάλυμα για έγχυση.
Για λεπτομερείς οδηγίες χορήγησης, βλ. παράγραφο 6.6.
block
Αντενδείξεις
SPC-JAVLOR
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε άλλα αλκαλοειδή της vinca.
- Πρόσφατη (μέσα σε 2 εβδομάδες) ή ταυτόχρονη σοβαρή λοίμωξη.
- Αρχικός ANC < 1.500/mm3 για την πρώτη χορήγηση, αρχικός ANC < 1.000/mm3 για επόμενες χορηγήσεις (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
- Αιμοπετάλια < 100.000/mm3 (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
- Θηλασμός (βλ. Κύηση και γαλουχία).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-JAVLOR
expand_more
Προειδοποιήσεις
Αιματολογική τοξικότητα
Η ουδετεροπενία, η λευκοπενία, η αναιμία και η θρομβοπενία είναι συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες της vinflunine. Η γενική εξέταση αίματος πρέπει να παρακολουθείται επαρκώς, ώστε να ελέγχονται οι τιμές ΑΝC, αιμοπεταλίων και αιμοσφαιρίνης πριν από κάθε έγχυση vinflunine (βλ. Αντενδείξεις). Η έναρξη της vinflunine αντενδείκνυται σε άτομα με αρχικό ANC < 1.500/mm3 ή αιμοπετάλια < 100.000/mm3. Για επόμενες χορηγήσεις, η vinflunine αντενδείκνυται σε άτομα με αρχικό ANC < 1.000/mm3 ή αιμοπετάλια < 100.000/mm3. Η συνιστώμενη δόση πρέπει να ελαττώνεται σε ασθενείς με αιματολογική τοξικότητα (βλ. Δοσολογία).
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
Δυσκοιλιότητα Βαθμού ≥ 3 εμφανίστηκε στο 15,3% των υπό θεραπεία ασθενών. Η Βαθμού 3 δυσκοιλιότητα κατά NCI CTC ορίζεται ως επίμονη δυσκοιλιότητα, η οποία απαιτεί εκκένωση με τα χέρια ή υποκλυσμό, η Βαθμού 4 δυσκοιλιότητα ως απόφραξη ή τοξικό μεγάκολο. Η δυσκοιλιότητα είναι αναστρέψιμη και μπορεί να προληφθεί με ειδικά διατροφικά μέτρα όπως ενυδάτωση από το στόμα και πρόσληψη ινών και με χορήγηση καθαρτικών, όπως διεγερτικών καθαρτικών ή μαλακτικών των κοπράνων από την ημέρα 1 έως την ημέρα 5 ή 7 του κύκλου θεραπείας. Ασθενείς που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο εμφάνισης δυσκοιλιότητας (ταυτόχρονη θεραπεία με οπιοειδή, καρκίνωμα περιτοναίου, κοιλιακοί όγκοι, προηγούμενη μείζων χειρουργική επέμβαση στην κοιλιά) πρέπει να αντιμετωπίζονται με ωσμωτικό καθαρτικό από την ημέρα 1 έως την ημέρα 7 χορηγούμενο μία φορά ημερησίως, το πρωί πριν από το πρωινό γεύμα. Σε περίπτωση δυσκοιλιότητας Βαθμού 2, η οποία ορίζεται ως δυσκοιλιότητα που απαιτεί καθαρτικά, για 5 ημέρες ή περισσότερο ή Βαθμού ≥ 3 ανεξαρτήτως διάρκειας, η δόση της vinflunine πρέπει να προσαρμόζεται (βλ. Δοσολογία). Σε περίπτωση τυχόν τοξικότητας του γαστρεντερικού συστήματος Βαθμού ≥ 3 (εκτός από έμετο ή ναυτία) ή βλεννογονίτιδας (Βαθμού 2 για 5 ημέρες ή περισσότερο ή Βαθμού ≥ 3 ανεξαρτήτως διάρκειας) απαιτείται προσαρμογή της δόσης. Η Βαθμού 2 ορίζεται ως «μέτρια», η Βαθμού 3 ως «σοβαρή» και η Βαθμού 4 ως «απειλητική για τη ζωή» (βλ. Πίνακα 2 στην Δοσολογία).
Καρδιακές διαταραχές
Έχουν παρατηρηθεί λίγες περιπτώσεις παράτασης του διαστήματος QT μετά τη χορήγηση της vinflunine. Η δράση αυτή μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο κοιλιακής αρρυθμίας παρόλο που δεν έχουν παρατηρηθεί κοιλιακές αρρυθμίες με τη vinflunine. Παρόλα αυτά, η vinflunine πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με αυξημένο προαρρυθμικό κίνδυνο (π.χ. συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, γνωστό ιστορικό παράτασης του διαστήματος QT, υποκαλιαιμία) (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Η ταυτόχρονη χρήση δύο ή περισσότερων ουσιών που παρατείνουν το διάστημα QT/QTc δε συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Ιδιαίτερη προσοχή συνιστάται όταν η vinflunine χορηγείται σε ασθενείς με προηγούμενο ιστορικό εμφράγματος/ισχαιμίας του μυοκαρδίου ή στηθάγχης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Ισχαιμικά καρδιακά επεισόδια μπορεί να συμβούν, ειδικά σε ασθενείς με υποκείμενη καρδιακή νόσο. Έτσι, ασθενείς που λαμβάνουν Javlor πρέπει να παρακολουθούνται συνεχώς από ιατρούς για την εμφάνιση καρδιακών επεισοδίων. Πρέπει να δίνεται προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό καρδιακής νόσου και να αξιολογείται προσεκτικά η αναλογία ωφέλειας/κινδύνου σε τακτά χρονικά διαστήματα. Η διακοπή της vinflunine πρέπει να εξετάζεται σε ασθενείς που αναπτύσσουν καρδιακή ισχαιμία.
Σύνδρομο Οπίσθιας Αναστρέψιμης Εγκεφαλοπάθειας (Posterior Reversible Encephalopathy Syndrome, PRES)
Έχουν παρατηρηθεί περιστατικά PRES μετά τη χορήγηση της vinflunine. Τα τυπικά κλινικά συμπτώματα είναι, με ποικίλους βαθμούς: νευρολογικά (κεφαλαλγία, σύγχυση, σπασμοί, οπτικές διαταραχές), συστηματικά (υπέρταση) και γαστρεντερικά (ναυτία, έμετος). Ακτινολογικά σημεία αποτελούν τα λευκά παθολογικά ευρήματα στις οπίσθιες περιοχές του εγκεφάλου. Η αρτηριακή πίεση πρέπει να ελέγχεται σε ασθενείς που αναπτύσσουν συμπτώματα PRES. Προκειμένου να επιβεβαιωθεί η διάγνωση, συνιστάται απεικόνιση εγκεφάλου. Τα κλινικά και ακτινολογικά ευρήματα απέδραμαν συνήθως ταχέως και χωρίς συνέπειες μετά τη διακοπή της θεραπείας. Διακοπή της vinflunine πρέπει να εξετάζεται σε ασθενείς που αναπτύσσουν νευρολογικά σημεία PRES (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Υπονατριαιμία
Σοβαρή υπονατριαιμία, συμπεριλαμβανομένων περιστατικών που οφείλονται στο σύνδρομο απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης (SIADH), έχει παρατηρηθεί με τη χρήση vinflunine (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Επομένως, συνιστάται τακτική παρακολούθηση των επιπέδων νατρίου στον ορό κατά τη διάρκεια της θεραπείας με vinflunine.
Ηπατική δυσλειτουργία
Η συνιστώμενη δόση πρέπει να ελαττώνεται σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία).
Νεφρική δυσλειτουργία
Η συνιστώμενη δόση πρέπει να ελαττώνεται σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία).
Ηλικιωμένοι ασθενείς (≥ 75 ετών)
Η συνιστώμενη δόση πρέπει να ελαττώνεται σε ασθενείς ηλικίας 75 ετών και πάνω (βλ. Δοσολογία).
Αλληλεπιδράσεις
Η ταυτόχρονη χρήση ισχυρών αναστολέων ή ισχυρών επαγωγέων του CYP3A4 με vinflunine πρέπει να αποφεύγεται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Χορήγηση
Η ενδορραχιαία χορήγηση του Javlor μπορεί να είναι θανατηφόρα. Όταν εγχέεται μέσω περιφερικής φλέβας, η vinflunine μπορεί να προκαλέσει φλεβικό ερεθισμό Βαθμού 1 (22% των ασθενών, 14,1% των κύκλων), Βαθμού 2 (11,0% των ασθενών, 6,8% των κύκλων) ή Βαθμού 3 (0,8% των ασθενών, 0,2% των κύκλων). Όλα τα περιστατικά αναρρώνουν γρήγορα χωρίς διακοπή της θεραπείας. Οι οδηγίες χορήγησης πρέπει να ακολουθούνται όπως περιγράφονται στην παράγραφο 6.6.
Αντισύλληψη
Άνδρες και γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική μέθοδο αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως 3 μήνες μετά την τελευταία χορήγηση vinflunine (βλ. Κύηση και γαλουχία).
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-JAVLOR
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
In vitro μελέτες έδειξαν ότι η vinflunine δεν είχε ούτε επαγωγικές επιδράσεις στη δραστηριότητα των CYP1A2, CYP2B6 ή CYP3A4 ούτε ανασταλτικές επιδράσεις στα CYP1A2, CYP2B6, CYP2C8, CYP2C9, CYP2C19, CYP2D6 και CYP3A4.
In vitro μελέτες έδειξαν ότι η vinflunine είναι υπόστρωμα της P-γλυκοπρωτεΐνης (Pgp) όπως άλλα αλκαλοειδή της vinca, αλλά με μικρότερη συγγένεια. Επομένως, οι κίνδυνοι κλινικά σημαντικών αλληλεπιδράσεων πρέπει να είναι απίθανοι.
Καμία φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση δεν παρατηρήθηκε σε ασθενείς όπου η vinflunine συνδυάστηκε είτε με cisplatin, carboplatin, capecitabine, ή με gemcitabine.
Καμία φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση δεν παρατηρήθηκε σε ασθενείς όπου η vinflunine συνδυάστηκε με doxorubicin. Ωστόσο, ο συνδυασμός αυτός συσχετίστηκε με ιδιαίτερα υψηλό κίνδυνο αιματολογικής τοξικότητας.
Μια μελέτη φάσης I που αξιολόγησε την επίδραση της θεραπείας με ketoconazole (ισχυρός αναστολέας του CYP3A4) στη φαρμακοκινητική της vinflunine έδειξε ότι η συγχορήγηση ketoconazole (400 mg από το στόμα μια φορά ημερησίως για 8 ημέρες) είχε ως αποτέλεσμα 30% και 50% αύξηση στην έκθεση στο αίμα της vinflunine και του μεταβολίτη της 4Odeacetyl-vinflunine (DVFL), αντίστοιχα.
Επομένως, η ταυτόχρονη χρήση vinflunine και ισχυρών αναστολέων του CYP3A4 (όπως ritonavir, ketoconazole, itraconazole και χυμός γκρέιπφρουτ) ή επαγωγέων (όπως rifampicin και Hypericum perforatum (βότανο του Αγίου Ιωάννη)) πρέπει να αποφεύγεται, καθώς αυτοί μπορεί να αυξήσουν ή να μειώσουν τις συγκεντρώσεις vinflunine και DVFL (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
Η ταυτόχρονη χρήση της vinflunine με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που παρατείνουν το διάστημα QT/QTc πρέπει να αποφεύγεται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Παρατηρήθηκε φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση μεταξύ της vinflunine και της πολυαιθυλενογλυκυλιωμένης/λιποσωματικής doxorubicin, η οποία είχε ως αποτέλεσμα 15% έως 30% φαινομενική αύξηση στην έκθεση της vinflunine και φαινομενική μείωση του AUC της doxorubicin 2 έως 3 φορές, ενώ για την doxorubicinol, οι συγκεντρώσεις του μεταβολίτη δεν επηρεάστηκαν. Σύμφωνα με μια in vitro μελέτη, τέτοιες μεταβολές θα μπορούσαν να σχετίζονται με απορρόφηση της vinflunine επάνω στα λιποσώματα και μεταβολή της κατανομής των δύο ουσιών στο αίμα. Επομένως, πρέπει να δίνεται προσοχή όταν χρησιμοποιείται συνδυασμός τέτοιου τύπου.
Πιθανή αλληλεπίδραση με paclitaxel και docetaxel (υποστρώματα του CYP3) έχει υποδειχθεί από μια in vitro μελέτη (ελαφρά αναστολή του μεταβολισμού της vinflunine). Δεν έχουν διεξαχθεί ακόμη ειδικές κλινικές μελέτες για τη vinflunine σε συνδυασμό με τις ουσίες αυτές.
Η ταυτόχρονη χρήση οπιοειδών θα μπορούσε να αυξήσει περαιτέρω τον κίνδυνο εμφάνισης δυσκοιλιότητας.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-JAVLOR
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη θεραπεία και αναφέρθηκαν στις δύο δοκιμές φάσης ΙΙ και τη μια δοκιμή φάσης ΙΙΙ σε ασθενείς με καρκίνωμα από μεταβατικό επιθήλιο των ουροφόρων οδών (450 ασθενείς υπό θεραπεία με vinflunine) ήταν αιματολογικές διαταραχές, κυρίως ουδετεροπενία και αναιμία, διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος, ειδικότερα δυσκοιλιότητα, ανορεξία, ναυτία, στοματίτιδα/βλεννογονίτιδα, έμετος, κοιλιακό άλγος και διάρροια και γενικές διαταραχές όπως εξασθένιση/κόπωση.
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται παρακάτω ανά Κατηγορία Οργάνου Συστήματος, συχνότητα και βαθμό σοβαρότητας (NCI CTC έκδοση 2.0). Η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών προσδιορίζεται χρησιμοποιώντας τις ακόλουθες συνθήκες: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Πίνακας 4: Ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν σε ασθενείς με καρκίνωμα από μεταβατικό επιθήλιο των ουροφόρων οδών οι οποίοι υπεβλήθησαν σε θεραπεία με vinflunine
| Κατηγορία Οργάνου Συστήματος | Συχνότητα | Ανεπιθύμητες Ενέργειες | Χειρότερος Βαθμός NCI (Όλοι οι βαθμοί) (%) | Χειρότερος Βαθμός NCI (Βαθμός 3-4) (%) |
|---|---|---|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Συχνές | Ουδετεροπενική λοίμωξη | 2,4 | 2,4 |
| Λοιμώξεις (ιογενής, βακτηριακή, μυκητιασική) | 7,6 | 3,6 | ||
| Όχι συχνές | Ουδετεροπενική σηψαιμία | 0,2 | 0,2 | |
| Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθοριζόμενα | Όχι συχνές | Πόνος από όγκο | 0,2 | 0,2 |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Πολύ συχνές | Ουδετεροπενία | 79,6 | 54,6 |
| Λευκοπενία | 84,5 | 45,2 | ||
| Αναιμία | 92,8 | 17,3 | ||
| Θρομβοπενία | 53,5 | 4,9 | ||
| Συχνές | Εμπύρετη ουδετεροπενία | 6,7 | 6,7 | |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Συχνές | Υπερευαισθησία | 1,3 | 0,2 |
| Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος | Όχι συχνές | Σύνδρομο Απρόσφορης Έκκρισης Αντιδιουρητικής Ορμόνης (SIADH)α | 0,4 | 0,4 |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Πολύ συχνές | Μειωμένη όρεξη | 39,8 | 4,4 |
| Συχνές | Υπονατριαιμία | 5,1 | 0 | |
| Αφυδάτωση | 11,3 | 2,0 | ||
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Συχνές | Αϋπνία | 11,7 | 0,2 |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Πολύ συχνές | Περιφερική αισθητική νευροπάθεια | 2,7 | 0,9 |
| Συχνές | Συγκοπή | 2,0 | 0,9 | |
| Κεφαλαλγία | 6,2 | 0,4 | ||
| Ζάλη | 5,3 | 1,1 | ||
| Νευραλγία | 4,4 | 0,7 | ||
| Δυσγευσία | 3,3 | 0,4 | ||
| Νευροπάθεια | 1,3 | 0,4 | ||
| Όχι συχνές | Περιφερική κινητική νευροπάθεια | 0,4 | 0 | |
| Σύνδρομο Οπίσθιας Αναστρέψιμης Εγκεφαλοπάθειαςα | 0,03 | 0,03 | ||
| Οφθαλμικές διαταραχές | Όχι συχνές | Οπτική διαταραχή | 0,4 | 0 |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | Συχνές | Ωταλγία | 1,1 | 0,2 |
| Όχι συχνές | Ίλιγγος | 0,9 | 0 | |
| Εμβοές | 0,9 | 0 | ||
| Καρδιακές διαταραχές | Συχνές | Ταχυκαρδία | 1,8 | 0,4 |
| Όχι συχνές | Ισχαιμία του μυοκαρδίου | 0,7 | 0,2 | |
| Έμφραγμα του μυοκαρδίου | 0,2 | 0,2 | ||
| Αγγειακές διαταραχές | Συχνές | Υπέρταση | 3,1 | 1,6 |
| Φλεβοθρόμβωση | 3,6 | 0,4 | ||
| Φλεβίτιδα | 2,4 | 0 | ||
| Όχι συχνές | Υπόταση | 1,1 | 0 | |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Συχνές | Δύσπνοια | 4,2 | 2,2 |
| Βήχας | 2,7 | 0,4 | ||
| Όχι συχνές | Σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας | 0,2 | 0,2 | |
| Φαρυγγολαρυγγικό άλγος | 0,4 | 0 | ||
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | Πολύ συχνές | Δυσκοιλιότητα | 54,9 | 15,1 |
| Κοιλιακό άλγος | 21,6 | 4,7 | ||
| Έμετος | 27,3 | 2,9 | ||
| Ναυτία | 40,9 | 2,9 | ||
| Στοματίτιδα | 27,1 | 2,7 | ||
| Διάρροια | 12,9 | 0,9 | ||
| Συχνές | Ειλεός | 2,7 | 2,2 | |
| Δυσφαγία | 2,0 | 0,4 | ||
| Στοματικές διαταραχές | 4,0 | 0,2 | ||
| Δυσπεψία | 5,1 | 0,2 | ||
| Όχι συχνές | Οδυνοφαγία | 0,4 | 0 | |
| Στομαχικές διαταραχές | 0,8 | 0 | ||
| Οισοφαγίτιδα | 0,4 | 0 | ||
| Διαταραχές των ούλων | 0,7 | 0 | ||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Πολύ συχνές | Αλωπεκία | 28,9 | 0 |
| Συχνές | Εξάνθημα | 1,8 | 0 | |
| Κνίδωση | 1,1 | 0 | ||
| Κνησμός | 1,1 | 0 | ||
| Υπερίδρωση | 1,1 | 0 | ||
| Ξηροδερμία | 0,9 | 0 | ||
| Όχι συχνές | Ερύθημα | 0,4 | 0 | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Πολύ συχνές | Μυαλγία | 16,7 | 3,1 |
| Συχνές | Μυϊκή αδυναμία | 1,8 | 0,7 | |
| Αρθραλγία | 7,1 | 0,4 | ||
| Οσφυαλγία | 4,9 | 0,4 | ||
| Πόνος στη γνάθο | 5,6 | 0 | ||
| Πόνος του άκρου | 2,4 | 0 | ||
| Οστικός πόνος | 2,9 | 0 | ||
| Μυοσκελετικός πόνος | 2,7 | 0,2 | ||
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Όχι συχνές | Νεφρική ανεπάρκεια | 0,2 | 0,2 |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Πολύ συχνές | Εξασθένιση/Κόπωση | 55,3 | 24,0 |
| Αντίδραση της θέσης ένεσης | 26,4 | 0,4 | ||
| Συχνές | Πυρεξία | 15,8 | 0,2 | |
| Θωρακικό άλγος | 0,4 | 0 | ||
| Ρίγη | 11,7 | 0,4 | ||
| Άλγος | 4,7 | 0,9 | ||
| Οίδημα | 2,2 | 0,2 | ||
| Όχι συχνές | Εξαγγείωση | 3,1 | 0,2 | |
| Έρευνες | Συχνές | Σωματικό βάρος μειωμένο | 1,1 | 0 |
| Πολύ συχνές | Τρανσαμινάσες αυξημένες | 0,7 | 0 | |
| Όχι συχνές | Σωματικό βάρος αυξημένο | 0,4 | 0 |
α ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν από μετεγκριτική εμπειρία β συχνότητα υπολογισμένη βάσει κλινικών δοκιμών για καρκίνωμα από μη μεταβατικό επιθήλιο των ουροφόρων οδών (non-TCCU)
Ανεπιθύμητες ενέργειες σε όλες τις ενδείξεις
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που εμφανίζονται σε ασθενείς με καρκίνωμα από μεταβατικό επιθήλιο των ουροφόρων οδών και σε ασθενείς με άλλη νόσο από αυτή την ένδειξη και πιθανώς σοβαρή ή ανεπιθύμητες ενέργειες που αποτελούν ομαδική επίδραση των αλκαλοειδών της vinca περιγράφονται παρακάτω:
- Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
- Ουδετεροπενία Βαθμού 3/4 παρατηρήθηκε στο 43,8% των ασθενών. Η σοβαρή αναιμία και η θρομβοπενία ήταν λιγότερο συχνές (8,8 και 3,1% αντίστοιχα). Εμπύρετη ουδετεροπενία που ορίζεται ως ANC < 1.000/mm³ και πυρετός ≥ 38,5°C άγνωστης αιτιολογίας χωρίς λοίμωξη που να αποδεικνύεται με μικροβιολογικά κλινικά ευρήματα (NCI CTC έκδοση 2.0) παρατηρήθηκε στο 5,2% των ασθενών. Λοίμωξη με ουδετεροπενία Βαθμού 3/4 παρατηρήθηκε στο 2,8% των ασθενών. Συνολικά 8 ασθενείς (0,6% του υπό θεραπεία πληθυσμού) πέθαναν από λοίμωξη ως επιπλοκή που εμφανίζεται κατά τη διάρκεια ουδετεροπενίας.
- Διατατραχές του γαστρεντερικού συστήματος
- Η δυσκοιλιότητα είναι ομαδική επίδραση των αλκαλοειδών της vinca: 11,8% των ασθενών εμφάνισε σοβαρή δυσκοιλιότητα κατά τη διάρκεια της θεραπείας με vinflunine. Ο ειλεός Βαθμού 3/4 που αναφέρθηκε στο 1,9% των ασθενών ήταν αναστρέψιμος όταν αντιμετωπίστηκε με ιατρική φροντίδα. Η δυσκοιλιότητα αντιμετωπίζεται με ιατρική φροντίδα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
- Διαταραχές του νευρικού συστήματος
- Η περιφερική αισθητική νευροπάθεια είναι ομαδική επίδραση των αλκαλοειδών της vinca. Εμφανίστηκε στο 0,6% των ασθενών σε Βαθμό 3. Όλοι ανάρρωσαν κατά τη διάρκεια της μελέτης. Αναφέρθηκαν σπάνια περιστατικά Συνδρόμου Οπίσθιας Αναστρέψιμης Εγκεφαλοπάθειας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
- Καρδιαγγειακές διαταραχές
- Οι καρδιακές επιδράσεις είναι γνωστή ομαδική επίδραση των αλκαλοειδών της vinca. Έμφραγμα ή ισχαιμία του μυοκαρδίου εμφάνισε το 0,5% των ασθενών και οι περισσότεροι από αυτούς είχαν προϋπάρχουσα καρδιαγγειακή νόσο ή παράγοντες κινδύνου. Ένας ασθενής πέθανε μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου και ένας άλλος λόγω καρδιοαναπνευστικής ανακοπής. Έχουν παρατηρηθεί λίγες περιπτώσεις παράτασης του διαστήματος QT μετά τη χορήγηση της vinflunine.
- Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
- Δύσπνοια εμφάνισε το 3,2% των ασθενών αλλά σπάνια ήταν σοβαρή (Βαθμός 3/4: 1,2%). Βρογχόσπασμος αναφέρθηκε σε έναν ασθενή που υπεβλήθη σε θεραπεία με vinflunine για λόγο διαφορετικό από την ένδειξη.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-JAVLOR
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Αντισύλληψη
Οι άνδρες και οι γυναίκες ασθενείς πρέπει αμφότεροι να λαμβάνουν επαρκή μέτρα αντισύλληψης έως τρεις μήνες μετά από τη διακοπή της θεραπείας.
Εγκυμοσύνη
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία σχετικά με τη χρήση της vinflunine σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν εμβρυοτοξικότητα και τερατογόνο δράση (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Βάσει των αποτελεσμάτων μελετών σε ζώα και της φαρμακολογικής δράσης του φαρμακευτικού προϊόντος, υπάρχει δυνητικός κίνδυνος για ανωμαλίες στο έμβρυο. Επομένως, η vinflunine δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εκτός εάν είναι απολύτως απαραίτητο. Εάν προκύψει εγκυμοσύνη κατά τη διάρκεια της θεραπείας, η ασθενής πρέπει να ενημερωθεί για τον κίνδυνο που διατρέχει το αγέννητο παιδί και να παρακολουθείται προσεκτικά. Η πιθανότητα γενετικής συμβουλευτικής πρέπει να εξετάζεται. Η γενετική συμβουλευτική συνιστάται επίσης για ασθενείς που επιθυμούν να αποκτήσουν παιδί μετά τη θεραπεία.
Θηλασμός
Είναι άγνωστο εάν η vinflunine ή οι μεταβολίτες της εκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Λόγω της πιθανότητας πολύ βλαβερών επιδράσεων στα βρέφη, ο θηλασμός αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια θεραπείας με vinflunine (βλ. Αντενδείξεις).
Γονιμότητα
Συμβουλή για τη διατήρηση του σπέρματος πρέπει να αναζητείται πριν από τη θεραπεία εξαιτίας της πιθανότητας μη αναστρέψιμης στειρότητας λόγω της θεραπείας με vinflunine.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-JAVLOR
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
αντινεοπλασματικοί παράγοντες, αλκαλοειδή της vinca και ανάλογα, κωδικός ATC: L01CA05
Μηχανισμός δράσης
Η vinflunine δεσμεύεται στην τουβουλίνη επάνω ή κοντά στις θέσεις δέσμευσης της vinca αναστέλλοντας τον πολυμερισμό της μέσα στους μικροσωληνίσκους, γεγονός που οδηγεί σε καταστολή της ελικοποίησης, διακοπή της δυναμικής ισορροπίας των μικροσωληνίσκων, απόπτωση λόγω διακοπής της μίτωσης. In vivo, η vinflunine εμφανίζει σημαντική αντιογκογόνο δράση εναντίον ευρέος φάσματος ανθρώπινων ξενομοσχευμάτων σε ποντικούς όσον αφορά στην παράταση της επιβίωσης και την αναστολή της ανάπτυξης του όγκου.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Μια δοκιμή φάσης III και δύο δοκιμές φάσης II υποστηρίζουν τη χρήση του Javlor για τη θεραπεία του προχωρημένου ή μεταστατικού καρκινώματος από μεταβατικό επιθήλιο των ουροφόρων οδών ως θεραπεία δεύτερης γραμμής μετά την αποτυχία προηγούμενου δοσολογικού σχήματος με πλατίνα.
Στις δύο ανοιχτές πολυκεντρικές μονού σκέλους κλινικές δοκιμές φάσης ΙΙ, συνολικά 202 ασθενείς υπεβλήθησαν σε θεραπεία με vinflunine.
Στην πολυκεντρική ανοιχτή ελεγχόμενη κλινική δοκιμή φάσης III, 253 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε θεραπεία με vinflunine + BSC (βέλτιστη υποστηρικτική φροντίδα) και 117 ασθενείς στο σκέλος με BSC. Η μέση συνολική επιβίωση ήταν 6,9 μήνες (vinflunine + BSC) έναντι 4,6 μηνών (BSC) αλλά η διαφορά δεν ήταν στατιστικά σημαντική, με αναλογία κινδύνου 0,88 (95% CI 0,69, 1,12). Ωστόσο, παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική επίδραση στην επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσou (PFS). Η μέση PFS ήταν 3,0 μήνες (vinflunine + BSC) έναντι 1,5 μήνα (BSC) (p=0,0012).
Επιπλέον, μια προκαθορισμένη ανάλυση με πολλές μεταβλητές που διεξήχθη στον πληθυσμό ΙΤΤ έδειξε ότι η vinflunine είχε στατιστικά σημαντική θεραπευτική επίδραση (p=0,036) στη συνολική επιβίωση, όταν ελήφθησαν υπόψη οι προγνωστικοί παράγοντες (PS, σπλαγχνική εμπλοκή, αλκαλικές φωσφατάσες, αιμοσφαιρίνη, ακτινοβόληση πυέλου), με αναλογία κινδύνου 0,77 (95% CI 0,61, 0,98).
Μια στατιστικά σημαντική διαφορά στη συνολική επιβίωση (p=0,040) παρατηρήθηκε επίσης στον πληθυσμό που επιλέχθηκε (που απέκλεισε 13 ασθενείς με κλινικά σημαντικές παραβιάσεις του πρωτοκόλλου στην αρχική κατάσταση, οι οποίοι δεν είχαν επιλεγεί για θεραπεία), με αναλογία κινδύνου 0,78 (95% CI 0,61, 0,99). Αυτός θεωρείται ο πιο κατάλληλος πληθυσμός για ανάλυση της αποτελεσματικότητας, καθώς απεικονίζει με τη μεγαλύτερη ακρίβεια τον πληθυσμό που προορίζεται για θεραπεία.
Η αποτελεσματικότητα έχει δειχθεί σε ασθενείς με ή χωρίς προηγούμενη χρήση cisplatin.
Στον πληθυσμό που επιλέχθηκε, οι αναλύσεις της υποομάδας σύμφωνα με την προηγούμενη χρήση cisplatin έναντι BSC στη συνολική επιβίωση (OS) έδειξαν HR (95% CI) = [0,64 (0,40 - 1,03), p=0,0821] απουσία προηγούμενης χρήσης cisplatin και HR (95% CI) = [0,80 (0,60 - 1,06), p=0,1263] παρουσία προηγούμενης χρήσης cisplatin. Όταν προσαρμόστηκαν στους προγνωστικούς παράγοντες, οι αναλύσεις της OS στις υποομάδες ασθενών χωρίς ή με προηγούμενη χρήση cisplatin έδειξαν HR (95% CI) = [0,53 (0,32 - 0,88), p=0,0143] και HR (95% CI) = [0,70 (0,53 - 0,94), p=0,0174] αντίστοιχα.
Στις αναλύσεις της υποομάδας με προηγούμενη χρήση cisplatin έναντι BSC για την επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS), τα αποτελέσματα ήταν: HR (95% CI) = [0,55 (0,34 - 0,89), p=0,0129] απουσία προηγούμενης χρήσης cisplatin και HR (95% CI) = [0,64 (0,48 - 0,85), p=0,0040] παρουσία προηγούμενης χρήσης cisplatin. Όταν προσαρμόστηκαν στους προγνωστικούς παράγοντες, οι αναλύσεις της PFS στις υποομάδες ασθενών χωρίς ή με προηγούμενη χρήση cisplatin έδειξαν HR (95% CI) = [0,51 (0,31 - 0,86), p=0,0111] και HR (95% CI) = [0,63 (0,48 - 0,84), p=0,0016] αντίστοιχα.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Javlor σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στη θεραπεία του καρκινώματος ουρητήρα και ουροδόχου κύστης και τη θεραπεία του καρκινώματος μαστού (βλέπε Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-JAVLOR
expand_more
Φαρμακοκινητική
Η φαρμακοκινητική της vinflunine είναι γραμμική εντός του εύρους των χορηγούμενων δόσεων (από 30 mg/m² έως 400 mg/m²) σε ασθενείς με καρκίνο.
Η έκθεση του αίματος στη vinflunine (AUC), σχετίζεται σημαντικά με τη σοβαρότητα της λευκοπενίας, της ουδετεροπενίας και της κόπωσης.
Κατανομή
Η vinflunine δεσμεύεται σε μέτριο βαθμό στις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος (67,2±1,1%) με αναλογία συγκεντρώσεων μεταξύ πλάσματος και ολικού αίματος 0,80±0,12. Η δέσμευση με πρωτεΐνες περιλαμβάνει κυρίως λιποπρωτεΐνες υψηλής πυκνότητας και λευκωματίνη ορού και είναι μη κορεσμένη στο εύρος των συγκεντρώσεων vinflunine που παρατηρούνται σε ασθενείς. Η δέσμευση σε άλφα-1 όξινη γλυκοπρωτεΐνη και αιμοπετάλια είναι αμελητέα (< 5%).
Ο τελικός όγκος κατανομής είναι μεγάλος, 2422±676 λίτρα (περίπου 35 l/kg), υποδηλώνοντας εκτεταμένη κατανομή στους ιστούς.
Βιομετασχηματισμός
Όλοι οι μεταβολίτες που ταυτοποιήθηκαν σχηματίζονται από το ισοένζυμο του κυτοχρώματος CYP3A4, εκτός από την 4Odeacetylvinflunine (DVFL), τον μόνο ενεργό μεταβολίτη και κύριο μεταβολίτη στο αίμα που σχηματίζεται από τον πολλαπλασιασμό εστερασών.
Απομάκρυνση
Η vinflunine απομακρύνεται μετά από πολυεκθετική πτώση της συγκέντρωσης, με τελικό χρόνο ημιζωής (t1/2) κοντά στις 40 ώρες. Η DVFL σχηματίζεται αργά και απομακρύνεται πιο αργά από τη vinflunine (t1/2 περίπου 120 ώρες).
Η απέκκριση της vinflunine και των μεταβολιτών της γίνεται μέσω των κοπράνων (2/3) και των ούρων (1/3).
Σε φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού σε 372 ασθενείς (656 φαρμακοκινητικά προφίλ), η συνολική κάθαρση από το αίμα ήταν 40 l/h με χαμηλή δια- και ενδο-ατομική διακύμανση (25% και 8%, αντίστοιχα, που εκφράζεται ως συντελεστής μεταβολής).
Φαρμακοκινητική σε ειδικούς πληθυσμούς
Ηπατική δυσλειτουργία
Καμία αλλαγή στη φαρμακοκινητική της vinflunine και της DVFL δεν παρατηρήθηκε σε 25 ασθενείς με διαφόρων βαθμών ηπατική δυσλειτουργία, σε σύγκριση με ασθενείς με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Αυτό επιβεβαιώθηκε περαιτέρω από τη φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού (απουσία συσχέτισης μεταξύ της κάθαρσης της vinflunine και των βιολογικών δεικτών ηπατικής δυσλειτουργίας). Ωστόσο, προσαρμογές της δόσης συνιστώνται σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία).
Νεφρική δυσλειτουργία
Μια φαρμακοκινητική μελέτη φάσης I διεξήχθη σε 2 ομάδες ασθενών με νεφρική δυσλειτουργία οι οποίοι ταξινομούνται ανάλογα με τις υπολογιζόμενες τιμές κάθαρσης κρεατινίνης (CrCl): ομάδα 1 (n=13 ασθενείς) με μέτρια δυσλειτουργία (40 mL/min ≤ CrCl ≤ 60 mL/min) και ομάδα 2 (n=20 ασθενείς) με σοβαρή δυσλειτουργία (20 mL/min ≤ CrCl < 40 mL/min). Τα φαρμακοκινητικά αποτελέσματα της μελέτης αυτής έδειξαν μείωση της κάθαρσης της vinflunine όταν η CrCl μειώνεται. Αυτό επιβεβαιώνεται περαιτέρω από τη φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού (56 ασθενείς με CrCl μεταξύ 20 mL/min και 60 mL/min), η οποία δείχνει ότι η κάθαρση της vinflunine επηρεάζεται από την τιμή κάθαρσης της κρεατινίνης (εξίσωση Cockcroft και Gault). Προσαρμογές της δόσης συνιστώνται σε ασθενείς με μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία).
Ηλικιωμένοι (≥ 75 ετών)
Μια φαρμακοκινητική μελέτη φάσης Ι της vinflunine διεξήχθη σε ηλικιωμένους ασθενείς (n=46). Οι δόσεις της vinflunine προσαρμόστηκαν σύμφωνα με 3 ηλικιακές ομάδες, όπως φαίνεται παρακάτω:
| Ηλικία (έτη) | Αριθμός ασθενών | Vinflunine (mg/m²) |
|---|---|---|
| [70 - 75 [ | 17 | 320 |
| [75 - 80 [ | 15 | 280 |
| ≥ 80 | 14 | 250 |
Η κάθαρση της vinflunine ήταν σημαντικά μειωμένη σε ασθενείς ≥ 80 ετών σε σύγκριση με μια ομάδα ελέγχου νεότερων ασθενών < 70 ετών. Η φαρμακοκινητική της vinflunine δεν τροποποιήθηκε για ασθενείς με 70 ≤ ηλικία < 75 έτη και 75 ≤ ηλικία < 80 έτη.
Βάσει των δεδομένων φαρμακοκινητικής και ασφάλειας, ελάττωση της δόσης συνιστάται στις ομάδες μεγαλύτερης ηλικίας: 75 ≤ ηλικία < 80 έτη και ηλικία ≥ 80 έτη. Για περαιτέρω κύκλους, η δόση πρέπει να προσαρμόζεται σε περίπτωση τοξικότητας (βλ. Δοσολογία).
Άλλα
Σύμφωνα με τη φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού, ούτε το φύλο ούτε η φυσική κατάσταση (σκορ ECOG) είχαν επίδραση στην κάθαρση της vinflunine η οποία είναι απευθείας ανάλογη της επιφάνειας σώματος.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Οι αντικαρκινικές επιδράσεις της βινφλουνίνης είναι εξαρτώμενες από τη συγκέντρωση και τη διάρκεια έκθεσης στο φάρμακο. Η βινφλουνίνη μεσολαβεί σε αντι-μιτωτική δράση αναστέλλοντας τη συναρμολόγηση των μικροσωληνιδίων σε μικρομοριακές συγκεντρώσεις και μειώνοντας τον ρυθμό και την έκταση των γεγονότων ανάπτυξης των μικροσωληνιδίων. In vivo, η βινφλουνίνη εμφανίζει σημαντική αντικαρκινική δράση έναντι ενός ευρέος φάσματος ανθρώπινων ξενομοσχευμάτων σε ποντίκια, τόσο όσον αφορά την παράταση της επιβίωσης όσο και την αναστολή της ανάπτυξης του όγκου. Σε σύγκριση με άλλα αλκαλοειδή βίνκα, η βινφλουνίνη είναι λιγότερο ισχυρός επαγωγέας ανθεκτικότητας στα φάρμακα in vitro.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Τα μικροσωληνίδια αποτελούν κύριο συστατικό του κυτταροσκελετού που παίζουν κρίσιμο ρόλο στη διατήρηση του σχήματος, της κινητικότητας, της πρόσφυσης και της ενδοκυττάριας ακεραιότητας των κυττάρων. Παίζουν επίσης ρόλο στο σχηματισμό του μιτωτικού ατράκτου και στην κυτταρική διαίρεση των θυγατρικών κυττάρων κατά τη μίτωση. Μέσω της υδρόλυσης GTP στην υπομονάδα β-τουμπουλίνης και της πολυμερίωσης της τουμπουλίνης σε γραμμικά πολυμερή, τα μικροσωληνίδια, ή μακρομοριακά νήματα που αποτελούνται από ετεροδιμερή τουμπουλίνης, σχηματίζονται μέσω ενός μηχανισμού πυρηνοποίησης-επιμήκυνσης. Στην έναρξη της μίτωσης, το δίκτυο μικροσωληνιδίων της μεσοφάσης διασπάται στην τουμπουλίνη. Η τουμπουλίνη ανασυναρμολογείται σε έναν νέο πληθυσμό μιτωτικών μικροσωληνιδίων που υφίστανται ταχεία διαδοχή επιμήκυνσης και βράχυνσης μέχρι να συνδεθούν με τα πρόσφατα διπλασιασμένα αδελφά χρωματίδια στα κεντρομερίδιά τους. Η δυναμική συμπεριφορά των μικροσωληνιδίων χαρακτηρίζεται από δύο μηχανικές διαδικασίες: τη δυναμική αστάθεια που υποδηλώνει επαναλαμβανόμενες εναλλαγές ανάπτυξης και βράχυνσης στα άκρα, και το μικροσωληνιδιακό treadmilling που περιλαμβάνει τη γρήγορη ανάπτυξη (+) άκρου του μικροσωληνιδίου συνοδευόμενη από καθαρή απώλεια του αντίθετου βραδέως αναπτυσσόμενου (-) άκρου. Το μικροσωληνιδιακό treadmilling παίζει κρίσιμο ρόλο στη μίτωση παράγοντας τις δυνάμεις για τον διαχωρισμό των χρωμοσωμάτων στον μιτωτικό άτρακτο από το κεντροσώμα και τα κινητοχώρια. Τόσο στα καρκινικά όσο και στα φυσιολογικά κύτταρα, η βινφλουνίνη δεσμεύεται στην τουμπουλίνη στα ή κοντά στις θέσεις δέσμευσης βίνκα στην β-τουμπουλίνη. Προτείνεται ότι, ομοίως με άλλα αλκαλοειδή βίνκα, η βινφλουνίνη είναι πιθανότερο να δεσμεύεται στην υπομονάδα β-τουμπουλίνης στη διεπιπεδική διεπαφή. Μέσω άμεσης δέσμευσης στην τουμπουλίνη, η βινφλουνίνη αναστέλλει την πολυμερίωση της τουμπουλίνης και προκαλεί διακοπή G2+M ή μιτωτική διακοπή. Η βινφλουνίνη διαταράσσει τη δυναμική λειτουργία των μικροσωληνιδίων καταστέλλοντας το treadmilling και επιβραδύνοντας τον ρυθμό ανάπτυξης των μικροσωληνιδίων, ενώ αυξάνει τη διάρκεια ανάπτυξης. Τελικά, η συσσώρευση κατά τη μίτωση στη μετάβαση μεταφάσης/ανάφασης οδηγεί σε απόπτωση του κυττάρου.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η βινφλουνίνη εμφανίζει γραμμικό φαρμακοκινητικό προφίλ στο εύρος των χορηγούμενων δόσεων (από 30 mg/m2 έως 400 mg/m2) σε ασθενείς με καρκίνο.
Η απέκκριση στα κόπρανα αποτελεί τα 2/3 της συνολικής αποβολής της βινφλουνίνης και των μεταβολιτών της, και το υπόλοιπο 1/3 της αποβολής τους υποδεικνύει νεφρική απέκκριση.
Ο τελικός όγκος κατανομής είναι μεγάλος, 2422 ± 676 L (περίπου 35 L/kg), υποδηλώνοντας εκτεταμένη κατανομή στους ιστούς. Ο λόγος μεταξύ των συγκεντρώσεων στο πλάσμα και στο αίμα είναι 0.80 ± 0.12.
Η συνολική κάθαρση από το αίμα ήταν 40 L/h σύμφωνα με ανάλυση πληθυσμιακής φαρμακοκινητικής σε 372 ασθενείς. Η δια- και ενδο-ατομική μεταβλητότητα ήταν χαμηλή, με συντελεστή μεταβλητότητας περίπου 25% και 8%, αντίστοιχα.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η βινφλουνίνη συνδέεται σε ποσοστό 67.2 ± 1.1% με πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος. Συνδέεται κυρίως με λιποπρωτεΐνες υψηλής πυκνότητας και λευκωματίνη ορού, και είναι μη-κορεσμένη στο εύρος των συγκεντρώσεων βινφλουνίνης που παρατηρούνται στους ασθενείς. Η σύνδεση με την αλφα-1 οξεογλυκοπρωτεΐνη και με τα αιμοπετάλια είναι αμελητέα (< 5%).
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Οι μεταβολίτες της βινφλουνίνης είναι κυρίως μέσω κυτοχρώματος P450 3A4, αλλά η 4-O-δεακετυλβινφλουνίνη (DVFL) μπορεί να σχηματιστεί αργά από πολλαπλές εστεράσες. Η DVFL είναι ο κύριος μεταβολίτης και ο μόνος μεταβολίτης που διατηρεί φαρμακολογική δραστικότητα.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο μέσος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής είναι περίπου 40 ώρες. Ο χρόνος ημίσειας ζωής του κύριου μεταβολίτη, DVFL, είναι περίπου 120 ώρες.