SORAFENIB
Σοραφενίμπη
Ιδιοπαθής θρομβοκυτταιμία σε ασθενείς που βρίσκονται σε κίνδυνο και δεν ανταποκρίνονται ή δεν ανέχονται την τρέχουσα θεραπεία τους.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-SORAFENIB/TEVA
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από στόματος
- Χορήγηση: Χωρίς φαγητό ή με ένα γεύμα χαμηλής ή μέτριας περιεκτικότητας σε λιπαρά. Εάν το γεύμα είναι υψηλό σε λιπαρά, 1 ώρα πριν ή 2 ώρες μετά το γεύμα.
- Δόση έναρξης: 400 mg δύο φορές ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Μείωση της δόσης σε 2 δισκία των 200 mg σοραφενίμπης εφάπαξ ημερησίως. Εάν είναι απαραίτητο, περαιτέρω μείωση σε 400 mg σοραφενίμπης ημερησίως σε διαιρεμένες δόσεις (δύο δισκία των 200 mg σε απόσταση δώδεκα ωρών), και εάν είναι απαραίτητο, περαιτέρω μείωση σε ένα δισκίο των 200 mg εφάπαξ ημερησίως. Μετά τη βελτίωση των μη αιματολογικών ανεπιθύμητων ενεργειών, η δόση μπορεί να αυξηθεί.
-
ΕνήλικεςΔόση400 mg σοραφενίμπης δύο φορές ημερησίως (ολική ημερήσια δόση 800 mg)
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε παιδιά και εφήβους ηλικίας <18 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
-
Ηλικιωμένοι (>65 ετών)Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με ήπια, μέτρια ή σοβαρού βαθμού νεφρική δυσλειτουργία. Δεν είναι διαθέσιμα δεδομένα σε ασθενείς που απαιτούν αιμοκάθαρση. Συνιστάται η παρακολούθηση του ισοζυγίου υγρών και ηλεκτρολυτών.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με Child Pugh A ή Β (ήπια έως μέτρια). Δεν είναι διαθέσιμα δεδομένα σε ασθενείς με Child Pugh C (σοβαρή).
block
SPC-SORAFENIB/TEVA
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
warning
SPC-SORAFENIB/TEVA
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Δερματολογικές τοξικότητες (Δερματικές αντιδράσεις χεριού ποδιού, εξάνθημα)Ο χειρισμός μπορεί να περιλαμβάνει τοπικές θεραπείες συμπτωματικής ανακούφισης, προσωρινή διακοπή της θεραπείας και/ή αναπροσαρμογή της δόσης της σοραφενίμπης ή σε σοβαρές ή εμμένουσες καταστάσεις, μόνιμη διακοπή της σοραφενίμπης.
-
ΥπογλυκαιμίαΣε περιπτώσεις συμπτωματικής υπογλυκαιμίας, η σοραφενίμπη θα πρέπει να διακόπτεται προσωρινά.
-
ΥπέρτασηΗ αρτηριακή πίεση του αίματος θα πρέπει να ελέγχεται τακτικά και να αντιμετωπίζεται, εάν απαιτείται. Σε περιπτώσεις σοβαρής ή εμμένουσας υπέρτασης ή υπερτασικής κρίσης παρά τη χορήγηση αντιϋπερτασικής θεραπείας, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το ενδεχόμενο μόνιμης διακοπής της σοραφενίμπης.
-
ΑιμορραγίαΕάν κάποιο αιμορραγικό επεισόδιο καθιστά αναγκαία την ιατρική παρέμβαση, συνιστάται να ληφθεί υπόψη το ενδεχόμενο μόνιμης διακοπής της σοραφενίμπης.
-
Καρδιακή ισχαιμία και/ή έμφραγμαΠληθυσμόςασθενείς που αναπτύσσουν καρδιακή ισχαιμία και/ή έμφραγμαΘα πρέπει να ληφθεί υπόψη το ενδεχόμενο προσωρινής ή μόνιμης διακοπής της σοραφενίμπης.
-
Ανευρύσματα και αρτηριακοί διαχωρισμοίΠληθυσμόςασθενείς που παρουσιάζουν παράγοντες κινδύνου όπως υπέρταση ή ιστορικό ανευρύσματοςΟ κίνδυνος αυτός πρέπει να λαμβάνεται προσεκτικά υπόψη πριν από την έναρξη της θεραπείας με Sorafenib/Teva.
-
Επιμήκυνση του διαστήματος QTπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που έχουν ή μπορεί να αναπτύξουν επιμήκυνση του διαστήματος QTc, όπως ασθενείς με συγγενές σύνδρομο παρατεταμένου QT, ασθενείς υπό θεραπεία με υψηλή αθροιστική δόση ανθρακυκλινών, ασθενείς που λαμβάνουν ορισμένα αντι-αρρυθμικά φάρμακα ή άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που οδηγούν σε επιμήκυνση του διαστήματος QT, καθώς επίσης και σε αυτούς που έχουν ηλεκτρολυτικές διαταραχές, όπως υποκαλιαιμία, υπασβεστιαμία ή υπομαγνησιαιμίαΗ σοραφενίμπη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Διάτρηση του γαστρεντερικού σωλήναΗ θεραπεία με σοραφενίμπη θα πρέπει να διακόπτεται.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςασθενείς με Child Pugh C (σοβαρή) ηπατική δυσλειτουργίαΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα. Η έκθεση μπορεί να αυξηθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
-
Συγχορήγηση με βαρφαρίνηΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα βαρφαρίνη ή φαινπροκουμόνηΘα πρέπει να ελέγχονται τακτικά για μεταβολές στο χρόνο προθρομβίνης, το INR ή κλινικά αιμορραγικά επεισόδια.
-
Επιπλοκές επούλωσης τραυμάτωνΠληθυσμόςασθενείς που υπόκεινται σε μεγάλες χειρουργικές επεμβάσειςΣυνιστάται η προσωρινή διακοπή της θεραπείας με σοραφενίμπη, για προληπτικούς λόγους. Η απόφαση επανέναρξης της θεραπείας θα πρέπει να βασίζεται στην κλινική αξιολόγηση της επαρκούς επούλωσης του τραύματος.
-
Νεφρική ανεπάρκειαΠληθυσμόςΗλικιωμένοιΘα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πιθανή ανάγκη παρακολούθησης της νεφρικής λειτουργίας.
-
Αλληλεπιδράσεις με ουσίες μεταβολιζόμενες μέσω UGT1A1/UGT1A9προσοχήΣυνιστάται προσοχή όταν χορηγείται σοραφενίμπη με ουσίες που μεταβολίζονται/απεκκρίνονται κυρίως μέσω των οδών του UGT1A1 (π.χ. ιρινοτεκάνη) ή UGT1A9.
-
Αλληλεπιδράσεις με δοσεταξέληςπροσοχήΣυνιστάται προσοχή όταν η σοραφενίμπη συγχορηγείται με δοσεταξέλης.
-
Αλληλεπιδράσεις με νεομυκίνη ή άλλα αντιβιοτικάΟ κίνδυνος μείωσης των συγκεντρώσεων σοραφενίμπης στο πλάσμα θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη πριν την έναρξη της θεραπείας με αντιβιοτικά.
-
Υψηλότερη θνησιμότητα σε επιθηλιακό καρκίνωμα του πνεύμοναΠληθυσμόςασθενείς με επιθηλιακό καρκίνωμα του πνεύμονα που έλαβαν θεραπεία με σοραφενίμπη σε συνδυασμό με χημειοθεραπείες με βάση την πλατίναΠροσοχή λόγω αναφερθείσας υψηλότερης θνησιμότητας και συχνότητας αναπνευστικής ανεπάρκειας, αιμορραγιών και λοιμώξεων.
-
Καρκίνωμα νεφρών - Ασθενείς υψηλού κινδύνου (MSKCC)ΠληθυσμόςΑσθενείς υψηλού κινδύνου, σύμφωνα με την προγνωστική ομάδα MSKCC (Memorial Sloan Kettering Cancer Center)Δεν έχει αξιολογηθεί η αναλογία οφέλους-κινδύνου σε αυτούς τους ασθενείς, καθώς δεν συμπεριλήφθηκαν σε κλινικές μελέτες.
-
Νάτριο στα έκδοχαΤο φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο και είναι «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz
SPC-SORAFENIB/TEVA
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήΜείωση της AUC της σοραφενίμπης κατά 37%
-
Άλλοι επαγωγείς CYP3A4 και, ή γλυκουρονιδίωσης (Hypericum perforatum, St.John’s wort, φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη, δεξαμεθαζόνη)προσοχήΜπορούν να αυξήσουν το μεταβολισμό της σοραφενίμπης και να μειώσουν τις συγκεντρώσεις της
-
Κετοκοναζόλη (αναστολέας CYP3A4)αμελητέαΔεν επηρέασε τη μέση AUC της σοραφενίμπης
-
Κυκλοφωσφαμίδη (αναστολέας CYP2B6)αμελητέαΔεν είχε ως αποτέλεσμα κλινικά σημαντική αναστολή
-
Πακλιταξέλη (αναστολέας CYP2C8)αμελητέαΔεν είχε ως αποτέλεσμα κλινικά σημαντική αναστολή
-
παρακολούθησηΔεν υπήρξαν μεταβολές στο μέσο PT-INR. Χαμηλός κίνδυνος κλινικά σχετικής in vivo αναστολής του CYP2C9.ΣύστασηΝα ελέγχεται τακτικά το INR.
-
ΦαινπροκουμόνηπαρακολούθησηΔεν αναφέρθηκαν μεταβολές στο μέσο PT-INR (συμπερασματικά με βαρφαρίνη).ΣύστασηΝα ελέγχεται τακτικά το INR.
-
Μιδαζολάμη (υπόστρωμα CYP3A4)αμελητέαΔεν επηρεάστηκε η έκθεση
-
Δεξτρομεθορφάνη (υπόστρωμα CYP2D6)αμελητέαΔεν επηρεάστηκε η έκθεση
-
Ομεπραζόλη (υπόστρωμα CYP2C19)αμελητέαΔεν επηρεάστηκε η έκθεση
-
Υποστρώματα UGT1A1 και UGT1A9προσοχήΣοραφενίμπη ανέστειλε in vitro τη γλυκουρονιδίωση. Η κλινική συσχέτιση δεν είναι γνωστή.
-
Υποστρώματα P-gp (π.χ. Διγοξίνη)προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις των υποστρωμάτων P-gp στο πλάσμα δεν μπορούν να αποκλειστούν.
-
Πακλιταξέλη, Καρβοπλατίνη (με 3-ήμερο διάλειμμα σοραφενίμπης)αμελητέαΔεν υπήρξε σοβαρή επίδραση στη φαρμακοκινητική της πακλιταξέλης. Η φαρμακοκινητική της καρβοπλατίνης δεν επηρεάστηκε.ΣύστασηΔεν είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δόσης.
-
Πακλιταξέλη, Καρβοπλατίνη (χωρίς διάλειμμα σοραφενίμπης)προσοχήΑύξηση 47% στην έκθεση της σοραφενίμπης, 29% στην πακλιταξέλη, 50% στην 6-OH πακλιταξέλη. Η φαρμακοκινητική της καρβοπλατίνης δεν επηρεάστηκε. Η κλινική σημασία είναι άγνωστη.
-
προσοχήΑύξηση 15-50% στην έκθεση σε καπεσιταβίνη και 0-52% στην έκθεση σε 5-FU. Η κλινική σημασία είναι άγνωστη.
-
προσοχήΑύξηση 21% στην AUC της δοξορουβικίνης. Η κλινική σημασία είναι άγνωστη.
-
προσοχήΑύξηση 67-120% στην AUC του SN-38 (μεταβολίτης) και 26-42% στην AUC της ιρινοτεκάνης. Η κλινική σημασία είναι άγνωστη.
-
ΔοσεταξέληπροσοχήΑύξηση 36-80% στην AUC της δοσεταξέλης και 16-32% στην Cmax της δοσεταξέλης.ΣύστασηΠροσοχή συνιστάται.
-
προσοχήΜειωμένη έκθεση σε σοραφενίμπη κατά 54% λόγω παρεμπόδισης της εντεροηπατικής ανακύκλωσης.
sick
SPC-SORAFENIB/TEVA
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λοίμωξη
- Θυλακίτιδα
- Λεμφοπενία
- Λευκοπενία
- Ουδετεροπενία
- Αναιμία
- Θρομβοπενία
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (συμπεριλαμβανομένων δερματικών αντιδράσεων και κνίδωσης) (Όχι συχνές)
- Αναφλακτική αντίδραση (Σπάνιες)
- Αγγειοοίδημα
- Εξάνθημα
- Αλωπεκία
- Κνησμός
- Ξηροδερμία
- Ακμή
- Απολέπιση δέρματος
- Υπερκεράτωση
- Έκζεμα
- Πολύμορφο ερύθημα
- Αποφολιδωτική δερματίτιδα
- Υποθυρεοειδισμός
- Υπερθυρεοειδισμός (Όχι συχνές)
- Ανορεξία
- Υποφωσφαταιμία
- Υπασβεστιαιμία
- Υποκαλιαιμία
- Αφυδάτωση
- Υπονατριαιμία
- Υπογλυκαιμία
- Κατάθλιψη
- Περιφερική αισθητική νευροπάθεια
- Δυσγευσία
- Αναστρέψιμη οπίσθια λευκοεγκεφαλοπάθεια* (Όχι συχνές)
- Εγκεφαλοπάθεια° (Μη γνωστές)
- Εμβοές
- Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια* (Όχι συχνές)
- Επιμήκυνση του διαστήματος QT (Όχι συχνές)
- Ισχαιμία του μυοκαρδίου και έμφραγμα * (Όχι συχνές)
- Αιμορραγία (συμπερ. γαστρεντερικής*, αναπνευστικής οδού* και εγκεφαλικής αιμορραγίας*) (Πολύ συχνές)
- Υπερτασική κρίση* (Όχι συχνές)
- Υπέρταση
- Έξαψη
- Ανεύρυσμα
- Αρτηριακός διαχωρισμός
- Ρινόρροια (Όχι συχνές)
- Συμβάντα που μοιάζουν με τη διάμεση πνευμονοπάθεια* (πνευμονίτιδα, μετακτινική πνευμονίτιδα, οξεία αναπνευστική δυσχέρεια κτλ.) (Όχι συχνές)
- Διάρροια
- Ναυτία
- Έμετος
- Δυσφαγία
- Δυσκοιλιότητα
- Δυσπεψία
- Γαστρίτιδα
- Παγκρεατίτιδα
- Στοματίτιδα (συμπεριλαμβανομένων της ξηροστομίας και γλωσσοδυνίας) (Πολύ συχνές)
- Γαστρεντερικές διατρήσεις* (Όχι συχνές)
- Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση (Όχι συχνές)
- Δυσφωνία
- Αύξηση χολερυθρίνης (Όχι συχνές)
- Ίκτερος (Όχι συχνές)
- Φαρμακευτική ηπατίτιδα* (Σπάνιες)
- Χολοκυστίτιδα (Μη γνωστές)
- Χολαγγειίτιδα (Μη γνωστές)
- Δερματική αντίδραση χεριού ποδιού** (Πολύ συχνές)
- Ερύθημα (Πολύ συχνές)
- Κερατοακάνθωμα/καρκίνος του δέρματος από πλακώδη κύτταρα (Όχι συχνές)
- Αναμνηστική ακτινοδερματίτιδα (Όχι συχνές)
- Σύνδρομο Stevens-Johnson* (Σπάνιες)
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση* (Σπάνιες)
- Λευκοκυτταροκλαστική αγγειίτιδα (Μη γνωστές)
- Αρθραλγία
- Μυαλγία
- Μυϊκοί σπασμοί
- Ραβδομυόλυση
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Πρωτεϊνουρία
- Νεφρωσικό σύνδρομο (Μη γνωστές)
- Στυτική δυσλειτουργία
- Γυναικομαστία
- Κόπωση
- Πυρετός
- Γριππώδης συνδρομή
- Πόνος (συμπεριλαμβανομένου του στόματος, κοιλίας, οστών, πόνος του όγκου και κεφαλαλγία) (Πολύ συχνές)
- Ασθένεια (Όχι συχνές)
- Φλεγμονή του βλεννογόνου (Όχι συχνές)
- Μειωμένο σωματικό βάρος
- Παροδική αύξηση στις τρανσαμινάσες (Συχνές)
- Παροδική αύξηση αλκαλικής φωσφατάσης (Συχνές)
- Αμυλάση αίματος αυξημένη (Συχνές)
- INR μη φυσιολογικό (Συχνές)
- Λιπάση αυξημένη (Όχι συχνές)
- Επίπεδα προθρομβίνης μη φυσιολογικά (Όχι συχνές)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΑιμορραγία (συμπεριλαμβανομένης γαστρεντερικής*, αναπνευστικής οδού* και εγκεφαλικής αιμορραγίας*)Αγγειακές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΔερματική αντίδραση χεριού ποδιού**Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΕρύθημαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΛοίμωξηΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΜειωμένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΞηροδερμίαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΠόνος (συμπεριλαμβανομένου του στόματος, κοιλίας, οστών, πόνος του όγκου και κεφαλαλγία)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ συχνέςΣτοματίτιδα (συμπεριλαμβανομένων της ξηροστομίας και γλωσσοδυνίας)Διαταραχές του γαστρεντερικού
-
Πολύ συχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Πολύ συχνέςΥποφωσφαταιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςINR μη φυσιολογικόΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣυχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΑκμήΔέρμα
-
ΣυχνέςΑναιμίαΑίμα
-
ΣυχνέςΑπολέπιση δέρματοςΔέρμα
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΑυξημένη αμυλάση αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑύξηση αλκαλικής φωσφατάσηςΉπαρ
-
ΣυχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσφαγίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΘυλακίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΛεμφοπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΠαροδική αύξηση στις τρανσαμινάσεςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣυχνέςΠεριφερική αισθητική νευροπάθειαΝευρικό
-
ΣυχνέςΠυρετόςΓενικές
-
ΣυχνέςΣτυτική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΥπασβεστιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπερκεράτωσηΔέρμα
-
ΣυχνέςΥποθυρεοειδισμόςΕνδοκρινικό
-
ΣυχνέςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΈκζεμαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΊκτεροςΉπαρ
-
Όχι συχνέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑναμνηστική ακτινοδερματίτιδαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΑναστρέψιμη οπίσθια λευκοεγκεφαλοπάθεια*Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑντιδράσεις υπερευαισθησίας (συμπεριλαμβανομένων δερματικών αντιδράσεων και κνίδωσης)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑποφολιδωτική δερματίτιδαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑσθένειαΓενικές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη λιπάσηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑφυδάτωσηΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑύξηση χολερυθρίνηςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΓαστρίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΓαστρεντερικές διατρήσεις*Διαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΓαστροοισοφαγική παλινδρόμησηΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΓριππώδης συνδρομήΓενικές
-
Όχι συχνέςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσφωνίαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕμβοέςΑυτί
-
Όχι συχνέςΕπίπεδα προθρομβίνης μη φυσιολογικάΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΕπιμήκυνση διαστήματος QTΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΙσχαιμία του μυοκαρδίου και έμφραγμα*Καρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΚερατοακάνθωμα/καρκίνος του δέρματος από πλακώδη κύτταραΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΠρωτεϊνουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΡινόρροιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΣυμβάντα που μοιάζουν με τη διάμεση πνευμονοπάθεια* (πνευμονίτιδα, μετακτινική πνευμονίτιδα, οξεία αναπνευστική δυσχέρεια κτλ.)Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
Όχι συχνέςΣυμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια*Καρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΥπερθυρεοειδισμόςΕνδοκρινικό
-
Όχι συχνέςΥπερτασική κρίση*Αγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΥπογλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΦλεγμονή βλεννογόνουΓενικές
-
ΣπάνιεςΑναφλακτική αντίδρασηΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο Stevens-Johnson*Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυση*Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΦαρμακευτική ηπατίτιδα*Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΑνευρύσματα και αρτηριακοί διαχωρισμοίΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΕγκεφαλοπάθειαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΛευκοκυτταροκλαστική αγγειίτιδαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΝεφρωσικό σύνδρομοΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΧολαγγειίτιδαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΧολοκυστίτιδαΉπαρ
pregnant_woman
SPC-SORAFENIB/TEVA
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείταιΔεν διατίθενται κλινικά δεδομένα. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα, συμπεριλαμβανομένων δυσμορφιών. Σε αρουραίους, η σοραφενίμπη και οι μεταβολίτες της έδειξαν ότι διαπερνούν τον πλακούντα και αναμένεται να προκαλέσει βλαβερές επιδράσεις στο έμβρυο. Να χρησιμοποιείται μόνο εάν είναι σαφώς απαραίτητο, μετά από προσεκτική εκτίμηση για τις ανάγκες της μητέρας και τον κίνδυνο για το έμβρυο. Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
-
ΘηλασμόςΔεν πρέπει να θηλάζουνΔεν είναι γνωστό εάν η σοραφενίμπη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Σε ζώα, η σοραφενίμπη και/ή οι μεταβολίτες του απεκκρίθηκαν στο γάλα. Λόγω του ότι η σοραφενίμπη θα μπορούσε να βλάψει την ανάπτυξη και εξέλιξη του βρέφους.
-
ΓονιμότηταΜπορεί να επηρεάσειΑποτελέσματα από μελέτες σε ζώα υποδεικνύουν ότι η σοραφενίμπη μπορεί να επηρεάσει την αντρική και γυναικεία γονιμότητα.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-SORAFENIB/TEVA
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Aντινεοπλασματικοί παράγοντες, αναστολείς των πρωτεϊνικών κινασών, κωδικός ATC: L01XE05 Η σοραφενίμπη είναι ένας αναστολέας πολλαπλών κινασών που έχει δείξει τόσο αντιπολλαπλασιαστικές όσο και αντι-αγγειογενετικές ιδιότητες…
biotech
SPC-SORAFENIB/TEVA
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση και κατανομή Μετά τη χορήγηση των δισκίων σοραφενίμπης, η μέση σχετική βιοδιαθεσιμότητα ήταν 38-49%, όταν συγκρίθηκε με το από του στόματος διάλυμα. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα δεν είναι γνωστή. Μετά από του στόματος χορήγηση η σοραφενίμπη…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Νεφρική λειτουργία | water_dropΝεφρική λειτουργία | — | Ηλικιωμένοι |
| Ασβέστιο ορού (Ca) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | περιοδική | Επιμήκυνση διαστήματος QTc |
| Κάλιο ορού (K⁺) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | περιοδική | Επιμήκυνση διαστήματος QTc |
| Μαγνήσιο ορού (Mg) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | περιοδική | Επιμήκυνση διαστήματος QTc |
| Γλυκόζη αίματος | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | τακτικά | Διαβητικοί ασθενείς |
| Διεθνής Κανονικοποιημένη Αναλογία (INR) | water_dropΠηκτικότητα αίματος | τακτικά | Συγχορήγηση με βαρφαρίνη ή φαινπροκουμόνη |
| Χρόνος προθρομβίνης (PT) | water_dropΠηκτικότητα αίματος | τακτικά | Συγχορήγηση με βαρφαρίνη ή φαινπροκουμόνη |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αρτηριακή πίεση | monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία | τακτικά | — |
| Κλινική παρακολούθηση (αιμορραγικά επεισόδια) | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | τακτικά | Συγχορήγηση με βαρφαρίνη ή φαινπροκουμόνη |
ΗΚΓ / Καρδιολογικός έλεγχος
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | περιοδική | Επιμήκυνση διαστήματος QTc |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-SORAFENIB/TEVA
expand_more
Δοσολογία
Η θεραπεία με το Sorafenib/Teva θα πρέπει να επιβλέπεται από ιατρό έμπειρο στη χρήση αντικαρκινικών θεραπειών.
Δοσολογία
Η συνιστώμενη δόση του Sorafenib/Teva στους ενήλικες είναι 400 mg σοραφενίμπης (δύο δισκία των 200 mg) δύο φορές ημερησίως (ισοδύναμα με ολική ημερήσια δόση 800 mg).
Η θεραπεία θα πρέπει να συνεχίζεται όσο εξακολουθεί να παρατηρείται κλινικό όφελος ή μέχρι να επισυμβεί μη αποδεκτή τοξικότητα.
Προσαρμογές δοσολογίας
Η αντιμετώπιση των ύποπτων ανεπιθύμητων ενεργειών του φαρμάκου μπορεί να απαιτεί προσωρινή διακοπή ή μείωση της δόσης της θεραπείας με σοραφενίμπη.
Όταν είναι αναγκαία η μείωση της δόσης κατά τη διάρκεια της θεραπείας του ηπατοκυτταρικού καρκινώματος (HCC) και του προχωρημένου καρκινώματος των νεφρών (RCC), η δόση του Sorafenib/Teva θα πρέπει να μειωθεί σε δύο δισκία των 200 mg σοραφενίμπης εφάπαξ ημερησίως (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Εάν είναι απαραίτητη περαιτέρω μείωση της δόσης, το Sorafenib/Teva μπορεί να μειωθεί σε 400 mg σοραφενίμπης ημερησίως σε διαιρεμένες δόσεις (δύο δισκία των 200 mg σε απόσταση δώδεκα ωρών), και εάν είναι απαραίτητο μπορεί να μειωθεί περαιτέρω σε ένα δισκίο των 200 mg εφάπαξ ημερησίως.
Μετά τη βελτίωση των μη αιματολογικών ανεπιθύμητων ενεργειών, η δόση του Sorafenib/Teva μπορεί να αυξηθεί.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Sorafenib/Teva σε παιδιά και εφήβους ηλικίας <18 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Ηλικιωμένοι
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας στους ηλικιωμένους (ασθενείς άνω των 65 χρόνων).
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με ήπια, μέτρια ή σοβαρού βαθμού νεφρική δυσλειτουργία. Δεν είναι διαθέσιμα δεδομένα σε ασθενείς που απαιτούν αιμοκάθαρση (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Συνιστάται η παρακολούθηση του ισοζυγίου υγρών και ηλεκτρολυτών στους ασθενείς με κίνδυνο νεφρικής δυσλειτουργίας.
Ηπατική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με Child Pugh A ή Β (ήπια έως μέτρια) ηπατική δυσλειτουργία. Δεν είναι διαθέσιμα δεδομένα σε ασθενείς με Child Pugh C (σοβαρή) ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
Τρόπος χορήγησης
Από στόματος χρήση.
Συστήνεται η χορήγηση της σοραφενίμπης χωρίς φαγητό ή με ένα γεύμα χαμηλής ή μέτριας περιεκτικότητας σε λιπαρά. Εάν ο ασθενής πρόκειται να λάβει ένα υψηλό σε λιπαρά γεύμα, τα δισκία σοραφενίμπης θα πρέπει να λαμβάνονται τουλάχιστον 1 ώρα πριν ή 2 ώρες μετά το γεύμα. Τα δισκία θα πρέπει να καταπίνονται με ένα ποτήρι νερό.
block
Αντενδείξεις
SPC-SORAFENIB/TEVA
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-SORAFENIB/TEVA
expand_more
Προειδοποιήσεις
Δερματολογικές τοξικότητες
Δερματικές αντιδράσεις χεριού ποδιού (παλαμο-πελματιαία ερυθροδυσαισθησία) και εξάνθημα αντιπροσωπεύουν τις πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες με τη σοραφενίμπη. Το εξάνθημα και οι δερματικές αντιδράσεις χεριού ποδιού είναι συνήθως CTC (Common Toxicity Criteria) Βαθμός 1 και 2 και γενικά εμφανίζονται κατά τη διάρκεια των πρώτων 6 εβδομάδων της θεραπείας με τη σοραφενίμπη. Ο χειρισμός των δερματολογικών τοξικοτήτων μπορεί να περιλαμβάνει τοπικές θεραπείες συμπτωματικής ανακούφισης, προσωρινή διακοπή της θεραπείας και/ή αναπροσαρμογή της δόσης της σοραφενίμπης ή σε σοβαρές ή εμμένουσες καταστάσεις, μόνιμη διακοπή της σοραφενίμπης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Υπογλυκαιμία
Κατά διάρκεια της θεραπείας με σοραφενίμπη έχουν αναφερθεί μειώσεις στη γλυκόζη στο αίμα, οι οποίες σε μερικές περιπτώσεις ήταν κλινικά συμπτωματικές και απαιτούσαν νοσηλεία. Σε περιπτώσεις συμπτωματικής υπογλυκαιμίας, η σοραφενίμπη θα πρέπει να διακόπτεται προσωρινά. Τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα σε διαβητικούς ασθενείς θα πρέπει να ελέγχονται τακτικά ώστε να αξιολογηθεί εάν η δόση του αντιδιαβητικού φαρμακευτικού προϊόντος πρέπει να προσαρμοστεί.
Υπέρταση
Μια αυξημένη επίπτωση υπέρτασης παρατηρήθηκε σε ασθενείς που θεραπεύονται με σοραφενίμπη. Η υπέρταση ήταν συνήθως ήπια έως μέτρια, συνέβη νωρίς κατά τη διάρκεια της θεραπείας και ήταν δεκτική στο χειρισμό με την κλασική αντιϋπερτασική θεραπεία. Η αρτηριακή πίεση του αίματος θα πρέπει να ελέγχεται τακτικά και να αντιμετωπίζεται, εάν απαιτείται, σύμφωνα με την καθιερωμένη ιατρική πρακτική. Σε περιπτώσεις σοβαρής ή εμμένουσας υπέρτασης ή υπερτασικής κρίσης παρά τη χορήγηση αντιϋπερτασικής θεραπείας, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το ενδεχόμενο μόνιμης διακοπής της σοραφενίμπης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Αιμορραγία
Μπορεί να υπάρξει ένας αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας μετά τη χορήγηση της σοραφενίμπης. Εάν κάποιο αιμορραγικό επεισόδιο καθιστά αναγκαία την ιατρική παρέμβαση, συνιστάται να ληφθεί υπόψη το ενδεχόμενο μόνιμης διακοπής της σοραφενίμπης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Καρδιακή ισχαιμία και/ή έμφραγμα
Σε μία τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, διπλά τυφλή μελέτη (μελέτη 1, βλ. Φαρμακοδυναμικές) η επίπτωση συμβαμάτων καρδιακής ισχαιμίας/εμφράγματος κατά τη διάρκεια της θεραπείας ήταν υψηλότερα στην ομάδα της σοραφενίμπης (4,9%) σε σύγκριση με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου (0,4%). Στη μελέτη 3 (βλ. Φαρμακοδυναμικές), η επίπτωση συμβαμάτων καρδιακής ισχαιμίας/εμφράγματος κατά τη διάρκεια της θεραπείας ήταν 2,7% στους ασθενείς που λάμβαναν σοραφενίμπη σε σύγκριση με το 1,3% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Ασθενείς με ασταθή στεφανιαία νόσο ή πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου αποκλείσθηκαν από αυτές τις μελέτες. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το ενδεχόμενο προσωρινής ή μόνιμης διακοπής της σοραφενίμπης σε ασθενείς που αναπτύσσουν καρδιακή ισχαιμία και/ή έμφραγμα (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Ανευρύσματα και αρτηριακοί διαχωρισμοί
Η χρήση αναστολέων VEGF σε ασθενείς με ή χωρίς υπέρταση μπορεί να ευνοήσει τον σχηματισμό ανευρυσμάτων και/ή αρτηριακών διαχωρισμών. Ο κίνδυνος αυτός πρέπει να λαμβάνεται προσεκτικά υπόψη πριν από την έναρξη της θεραπείας με Sorafenib/Teva σε ασθενείς που παρουσιάζουν παράγοντες κινδύνου όπως υπέρταση ή ιστορικό ανευρύσματος.
Επιμήκυνση του διαστήματος QT
Έχει αποδειχθεί ότι η σοραφενίμπη επιμηκύνει το διάστημα QT/QTc (βλ. Φαρμακοδυναμικές), το οποίο μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο για κοιλιακές αρρυθμίες. Η σοραφενίμπη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που έχουν ή μπορεί να αναπτύξουν επιμήκυνση του διαστήματος QTc, όπως ασθενείς με συγγενές σύνδρομο παρατεταμένου QT, ασθενείς υπό θεραπεία με υψηλή αθροιστική δόση ανθρακυκλινών, ασθενείς που λαμβάνουν ορισμένα αντι-αρρυθμικά φάρμακα ή άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που οδηγούν σε επιμήκυνση του διαστήματος QT, καθώς επίσης και σε αυτούς που έχουν ηλεκτρολυτικές διαταραχές, όπως υποκαλιαιμία, υπασβεστιαμία ή υπομαγνησιαιμία. Όταν χρησιμοποιείται η σοραφενίμπη σε αυτούς τους ασθενείς, περιοδική παρακολούθηση κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ηλεκτροκαρδιογραφήματα και ηλεκτρολύτες (μαγνήσιο, κάλιο, ασβέστιο) θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη.
Διάτρηση του γαστρεντερικού σωλήνα
Η διάτρηση του γαστρεντερικού σωλήνα είναι ένα όχι συχνό σύμβαμα και έχει αναφερθεί σε λιγότερο από 1% των ασθενών που λαμβάνουν σοραφενίμπη. Σε κάποιες περιπτώσεις αυτό δεν συσχετίστηκε με έκδηλο ενδοκοιλιακό όγκο. Η θεραπεία με σοραφενίμπη θα πρέπει να διακόπτεται (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Ηπατική δυσλειτουργία
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για ασθενείς με Child Pugh C (σοβαρή) ηπατική δυσλειτουργία. Αφού η σοραφενίμπη απομακρύνεται κυρίως μέσω της ηπατικής οδού, η έκθεση μπορεί να αυξηθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).
Συγχορήγηση με βαρφαρίνη
Ασυνήθη αιμορραγικά επεισόδια ή αυξήσεις της Διεθνούς Ομαλοποιημένης Σχέσης (INR) έχουν αναφερθεί σε κάποιους που λαμβάνουν βαρφαρίνη ενώ βρίσκονται σε θεραπεία με σοραφενίμπη. Οι ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα βαρφαρίνη ή φαινπροκουμόνη θα πρέπει να ελέγχονται τακτικά για μεταβολές στο χρόνο προθρομβίνης, το INR ή κλινικά αιμορραγικά επεισόδια (βλ. Αλληλεπιδράσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Επιπλοκές επούλωσης τραυμάτων
Δεν έχουν διεξαχθεί επίσημες μελέτες για την επίδραση της σοραφενίμπης στην επούλωση τραυμάτων. Συνιστάται η προσωρινή διακοπή της θεραπείας με σοραφενίμπη, για προληπτικούς λόγους, σε ασθενείς που υπόκεινται σε μεγάλες χειρουργικές επεμβάσεις. Η κλινική εμπειρία είναι περιορισμένη αναφορικά με το χρόνο επανέναρξης της θεραπείας μετά από μεγάλη χειρουργική επέμβαση. Επομένως, η απόφαση να ξαναρχίσει η θεραπεία με σοραφενίμπη μετά από μια μεγάλη χειρουργική επέμβαση θα πρέπει να βασίζεται στην κλινική αξιολόγηση της επαρκούς επούλωσης του τραύματος.
Ηλικιωμένοι
Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις νεφρικής ανεπάρκειας. Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πιθανή ανάγκη παρακολούθησης της νεφρικής λειτουργίας.
Αλληλεπιδράσεις μεταξύ φαρμάκων
- Συνιστάται προσοχή όταν χορηγείται σοραφενίμπη με ουσίες που μεταβολίζονται/απεκκρίνονται κυρίως μέσω των οδών του UGT1A1 (π.χ. ιρινοτεκάνη) ή UGT1A9 (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
- Συνιστάται προσοχή όταν η σοραφενίμπη συγχορηγείται με δοσεταξέλης (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
- Συγχορήγηση της νεομυκίνης ή άλλων αντιβιοτικών, τα οποία προκαλούν μείζονες οικολογικές διαταραχές στη γαστρεντερική μικροχλωρίδα, μπορεί να οδηγήσουν σε μείωση της βιοδιαθεσιμότητα της σοραφενίμπης (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Ο κίνδυνος μείωσης των συγκεντρώσεων σοραφενίμπης στο πλάσμα θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη πριν την έναρξη της θεραπείας με αντιβιοτικά.
Υψηλότερη θνησιμότητα σε επιθηλιακό καρκίνωμα του πνεύμονα
Υψηλότερη θνησιμότητα έχει αναφερθεί σε ασθενείς με επιθηλιακό καρκίνωμα του πνεύμονα που έλαβαν θεραπεία με σοραφενίμπη σε συνδυασμό με χημειοθεραπείες με βάση την πλατίνα. Σε δύο τυχαιοποιημένες μελέτες που παρακολουθούσαν ασθενείς με Μη Μικροκυτταρικό Καρκίνο του Πνεύμονα, στην υποομάδα των ασθενών με επιθηλιακό καρκίνωμα του πνεύμονα στους οποίους χορηγήθηκε σοραφενίμπη ως πρόσθετη θεραπεία στο σχήμα πακλιταξέλης/καρβοπλατίνης, το HR για την συνολική επιβίωση βρέθηκε να είναι 1,81 (95% CI 1,19, 2,74) και αντίστοιχα ως πρόσθετη θεραπεία στο σχήμα γεμσιταβίνης/σισπλατίνης 1,22 (95% CI 0,82, 1,80). Δεν επικράτησε καμία συγκεκριμένη αιτία θανάτου, αλλά παρατηρήθηκαν υψηλότερη συχνότητα αναπνευστικής ανεπάρκειας, αιμορραγίες και λοιμώξεις ως ανεπιθύμητες ενέργειες, σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με σοραφενίμπη ως πρόσθετη θεραπεία σε χημειοθεραπείες με βάση την πλατίνα.
Προειδοποιήσεις ειδικές για τη νόσο
- Καρκίνωμα νεφρών Ασθενείς υψηλού κινδύνου, σύμφωνα με την προγνωστική ομάδα MSKCC (Memorial Sloan Kettering Cancer Center), δεν συμπεριλήφθηκαν στην κλινική μελέτη φάσης III για καρκίνωμα νεφρών (βλ. Φαρμακοδυναμικές), και δεν έχει αξιολογηθεί η αναλογία οφέλους-κινδύνου σε αυτούς τους ασθενείς.
Πληροφορίες σχετικά με τα έκδοχα
Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-SORAFENIB/TEVA
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Eπαγωγείς των μεταβολικών ενζύμων
Χορήγηση ριφαμπικίνης για 5 ημέρες πριν τη χορήγηση μιας εφάπαξ δόσεως σοραφενίμπης επέφερε κατά μέσο όρο 37% μείωση της AUC της σοραφενίμπης. Άλλοι επαγωγείς της δραστικότητας του CYP3A4 και/ή της γλυκουρονιδίωσης (π.χ. Hypericum perforatum επίσης γνωστό ως St.John’s wort, φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη και δεξαμεθαζόνη) μπορούν επίσης να αυξήσουν το μεταβολισμό της σοραφενίμπης και επομένως να μειώσουν τις συγκεντρώσεις της σοραφενίμπης.
Αναστολείς CYP3A4
Η κετοκοναζόλη, ένας ισχυρός αναστολέας του CYP3A4 που χορηγήθηκε εφάπαξ ημερησίως για 7 ημέρες σε υγιείς άντρες εθελοντές, δεν επηρέασε τη μέση AUC μίας εφάπαξ δόσης 50 mg της σοραφενίμπης. Αυτά τα δεδομένα υποδεικνύουν ότι κλινικές φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις της σοραφενίμπης με τους αναστολείς CYP3A4 είναι απίθανες.
Υποστρώματα CYP2B6, CYP2C8 και CYP2C9
Η σοραφενίμπη ανέστειλε in vitro τα CYP2B6, CYP2C8 και CYP2C9 με παρόμοια δραστικότητα. Ωστόσο, σε κλινικές φαρμακοκινητικές μελέτες, ταυτόχρονη χορήγηση της σοραφενίμπης 400 mg δύο φορές ημερησίως με κυκλοφωσφαμίδη, έναν αναστολέα του CYP2B6 ή πακλιταξέλη, έναν αναστολέα του CYP2C8, δεν είχε ως αποτέλεσμα κλινικά σημαντική αναστολή. Αυτά τα δεδομένα υποδηλώνουν ότι η σοραφενίμπη, στη συνιστώμενη δόση των 400 mg δύο φορές ημερησίως, μπορεί να μην είναι ένας in vivo αναστολέας του CYP2Β6 ή του CYP2C8.
Επιπρόσθετα, ταυτόχρονη θεραπεία με σοραφενίμπη και βαρφαρίνη, ένα υπόστρωμα του CYP2C9, δεν είχε ως αποτέλεσμα μεταβολές στο μέσο PT-INR σε σύγκριση με το placebo. Συνεπώς, και ο κίνδυνος για κλινικά σχετική in vivo αναστολή του CYP2C9 από τη σοραφενίμπη μπορεί να αναμένεται να είναι χαμηλός. Ωστόσο, θα πρέπει να ελέγχεται τακτικά το INR σε ασθενείς που λαμβάνουν βαρβαφαρίνη ή φαινπροκουμόνη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Yποστρώματα CYP3A4, CYP2D6 και CYP2C19
Ταυτόχρονη χορήγηση της σοραφενίμπης με μιδαζολάμη, δεξτρομεθορφάνη ή ομεπραζόλη, τα οποία είναι υποστρώματα των κυτοχρωμάτων CYP3A4, CYP2D6 και CYP2C19, αντίστοιχα, δεν επηρέασε την έκθεση αυτών των παραγόντων. Αυτό υποδεικνύει ότι η σοραφενίμπη δεν είναι ούτε αναστολέας ούτε επαγωγέας αυτών των ισοενζύμων του κυτοχρώματος Ρ450. Επομένως, κλινικές φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις της σοραφενίμπης με τα υποστρώματα αυτών των ενζύμων είναι απίθανες.
Υποστρώματα UGT1A1 και UGT1A9
Η σοραφενίμπη ανέστειλε in vitro τη γλυκουρονιδίωση μέσω των UGT1A1 και UGT1A9. Η κλινική συσχέτιση αυτού του ευρήματος δεν είναι γνωστή (βλ. παρακάτω και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Μελέτες in vitro της επαγωγής του ενζύμου CYP
Οι δραστικότητες των CYP1A2 και CYP3A4 δεν επηρεάστηκαν μετά από αγωγή καλλιεργειών ανθρώπινων ηπατοκυττάρων με σοραφενίμπη, υποδεικνύοντας ότι είναι απίθανο η σοραφενίμπη να είναι επαγωγέας των CYP1A2 και CYP3A4.
Υποστρώματα P-gp
Η σοραφενίμπη έχει δείξει να αναστέλλει in vitro την πρωτεΐνη μεταφορέα της p-γλυκοπρωτεΐνης (Pgp). Αυξημένες συγκεντρώσεις των υποστρωμάτων P-gp στο πλάσμα, όπως η διγοξίνη, δεν μπορούν να αποκλειστούν με ταυτόχρονη θεραπεία με σοραφενίμπη.
Συνδυασμός με άλλους αντι-νεοπλασματικούς παράγοντες
Σε κλινικές μελέτες, η σοραφενίμπη χορηγήθηκε με ποικιλία άλλων αντι-νεοπλασματικών παραγόντων στα συνήθη δοσολογικά σχήματα, συμπεριλαμβανομένων των γεμσιταβίνης, σισπλατίνης, οξαλιπλατίνης, πακλιταξέλης, καρβοπλατίνης, καπεσιταβίνης, δοξορουβικίνης, ιρινοτεκάνης, δοσεταξέλης και κυκλοφωσφαμίδης. Η σοραφενίμπη δεν είχε καμία σχετική κλινική επίδραση στη φαρμακοκινητική της γεμσιταβίνης, της σισπλατίνης, της καρβοπλατίνης, της οξαλιπλατίνης ή της κυκλοφωσφαμίδης.
Πακλιταξέλης/καρβοπλατίνης
- Χορήγηση της πακλιταξέλης (225 mg/m2) και της καρβοπλατίνης (AUC=6) με σοραφενίμπη (≤ 400 mg δύο φορές ημερησίως), χορηγούμενο με ένα διάλειμμα 3 ημερών στη δοσολογία της σοραφενίμπης (δύο μέρες πριν και την ημέρα χορήγησης των πακλιταξέλης/καρβοπλατίνης), δεν είχε ως αποτέλεσμα σοβαρή επίδραση στη φαρμακοκινητική της πακλιταξέλης.
- Συγχορήγηση των πακλιταξέλης (225 mg/m2, μία φορά κάθε 3 εβδομάδες) και καρβοπλατίνης (AUC=6) με σοραφενίμπη (400 mg δύο φορές ημερησίως, χωρίς διάλειμμα στη δοσολογία της σοραφενίμπης) είχε ως αποτέλεσμα μία αύξηση 47% στην έκθεση της σοραφενίμπης, μία αύξηση 29% στην έκθεση της πακλιταξέλης και μία αύξηση 50% στην έκθεση του 6-OH πακλιταξέλης. Η φαρμακοκινητική της καρβοπλατίνης δεν επηρεάστηκε.
Αυτά τα δεδομένα υποδηλώνουν ότι δεν είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δόσης όταν συγχορηγούνται πακλιταξέλη και καρβοπλατίνη με τη σοραφενίμπη με ένα διάλειμμα 3 ημερών στη δοσολογία της σοραφενίμπης (δύο μέρες πριν και την ημέρα χορήγησης των πακλιταξέλη/καρβοπλατίνη). Η κλινική σημασία της αύξησης της έκθεσης της σοραφενίμπης και της πακλιταξέλης, με τη συγχορήγηση με σοραφενίμπη χωρίς διάλειμμα στη δοσολόγησή του, είναι άγνωστη.
Καπεσιταβίνη
Συγχορήγηση της καπεσιταβίνης (750-1050 mg/m2 δύο φορές ημερησίως, Ημέρες 1-14 κάθε 21 ημέρες) και σοραφενίμπη (200 ή 400 mg δύο φορές ημερησίως, συνεχής αδιάκοπη χορήγηση) δεν είχε ως αποτέλεσμα σημαντική μεταβολή στην έκθεση σε σοραφενίμπη, αλλά μία αύξηση 15-50% στην έκθεση σε καπεσιταβίνη και μία αύξηση 0-52% στην έκθεση σε 5-FU. Η κλινική σημασία αυτών των μικρών προς μέτριων αυξήσεων στην έκθεση της καπεσιταβίνης και του 5-FU, όταν συγχορηγούνται με τη σοραφενίμπη, είναι άγνωστη.
Δοξορουβικίνη/Ιρινοτεκάνη
Ταυτόχρονη θεραπεία με σοραφενίμπη είχε ως αποτέλεσμα μια αύξηση 21% στην AUC της δοξορουβικίνης. Όταν χορηγήθηκε με ιρινοτεκάνη, της οποίας ο ενεργός μεταβολίτης SN-38 μεταβολίζεται περαιτέρω από την οδό UGT1A1, υπήρχε μία 67-120% αύξηση στην AUC του SN-38 και μία αύξηση 26-42% στην AUC της ιρινοτεκάνης. Η κλινική σημασία αυτών των ευρημάτων είναι άγνωστη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Δοσεταξέλη
Όταν συγχορηγήθηκε δοσεταξέλη (75 ή 100 mg/m2 χορηγήθηκαν εφάπαξ κάθε 21 ημέρες) με σοραφενίμπη (200 mg δύο φορές ημερησίως ή 400 mg δύο φορές ημερησίως χορηγήθηκαν στον κύκλο των 21 ημερών από την Ημέρα 2 έως 19 με διακοπή 3 ημερών στη δοσολογία κατά τη χορήγηση της δοσεταξέλης) υπήρξε μια 36-80% αύξηση στην AUC της δοσεταξέλης και μία 16-32% αύξηση στη Cmax της δοσεταξέλης. Προσοχή συνιστάται όταν η σοραφενίμπη συγχορηγείται με δοσεταξέλη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Συνδυασμός με άλλους παράγοντες
Νεομυκίνη
Συγχορήγηση της νεομυκίνης, ενός μη-συστηματικού αντιμικροβιακού παράγοντα, ο οποίος χρησιμοποιείται για την εξάλειψη της γαστρεντερικής χλωρίδας, παρεμποδίζει την εντεροηπατική ανακύκλωση της σοραφενίμπης (βλ. Φαρμακοκινητικές Μεταβολισμός και απομάκρυνση) με αποτέλεσμα την μειωμένη έκθεση σε σοραφενίμπη. Σε υγιείς εθελοντές, οι οποίοι ήταν υπό θεραπεία με νεομυκίνη για 5 ημέρες, ο μέσος όρος έκθεσης σε σοραφενίμπη μειώθηκε κατά 54%. Επιδράσεις άλλων αντιβιοτικών δεν έχουν μελετηθεί, αλλά θα εξαρτώνται πιθανότατα από την ικανότητα τους να παρεμποδίζουν τους μικροοργανισμούς με δράση γλυκουρονιδάσης.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-SORAFENIB/TEVA
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι πιο σημαντικές σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν έμφραγμα του μυοκαρδίου/ισχαιμία, γαστρεντερική διάτρηση, φαρμακευτική ηπατίτιδα, αιμορραγία και υπέρταση/υπερτασική κρίση.
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν διάρροια, κόπωση, αλωπεκία, λοίμωξη, δερματική αντίδραση χεριού ποδιού (αντιστοιχεί σε σύνδρομο παλαμο-πελματιαίας ερυθροδυσαισθησίας κατά MedDRA) και εξάνθημα.
Ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν αναφερθεί σε πολλαπλές κλινικές δοκιμές ή κατά τη διάρκεια της μετεγκριτικής χρήσης, είναι καταχωρισμένες παρακάτω στον πίνακα 1, ανά κατηγορία οργανικού συστήματος (κατά MedDRA) και συχνότητα. Οι συχνότητες καθορίζονται ως: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Μέσα στην κάθε ομάδα συχνοτήτων, παρουσιάζονται ανεπιθύμητες ενέργειες με σειρά φθίνουσας σοβαρότητας.
Πίνακας 1: Όλες οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν από ασθενείς σε πολλαπλές κλινικές δοκιμές ή μέσω μετεγκριτικής χρήσης.
Επιπρόσθετες πληροφορίες για επιλεγμένες ανεπιθύμητες ενέργειες
Συμφορητική Καρδιακή Ανεπάρκεια
Σε κλινικές μελέτες όπου η εταιρία ήταν χορηγός, η συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια αναφέρθηκε ως ένα ανεπιθύμητο συμβάν σε 1,9% των ασθενών που βρίσκονταν σε θεραπεία με σοραφενίμπη (N=2276). Στη μελέτη 11213 (RCC), ανεπιθύμητα συμβάντα με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια αναφέρθηκαν σε 1,7% αυτών που βρίσκονταν σε θεραπεία με σοραφενίμπη και σε 0,7% αυτών που λάμβαναν εικονικό φάρμακο. Στη μελέτη 100554 (HCC), σε 0,99% αυτών που βρίσκονταν σε θεραπεία με σοραφενίμπη και σε 1,1% αυτών που λάμβαναν εικονικό φάρμακο αναφέρθηκαν αυτά τα συμβάντα.
Πρόσθετες πληροφορίες για ειδικούς πληθυσμούς
Στις κλινικές δοκιμές, ορισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου, όπως δερματική αντίδραση χεριού ποδιού, διάρροια, αλωπεκία, μείωση σωματικού βάρους, υπέρταση, υπασβεστιαιμία, και κερατοακάνθωμα / καρκίνος του δέρματος από πλακώδη κύτταρα, εμφανίστηκαν σε σημαντικά υψηλότερη συχνότητα σε ασθενείς με διαφοροποιημένο καρκίνωμα του θυρεοειδούς σε σύγκριση με ασθενείς στις μελέτες για καρκίνωμα νεφρών ή ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα.
Εργαστηριακές εξετάσεις μη φυσιολογικές σε ασθενείς με HCC (μελέτη 3) και RCC (μελέτη 1)
Αυξημένη λιπάση και αμυλάση έχουν πολύ συχνά αναφερθεί. CTCAE Βαθμού 3 ή 4 των αυξήσεων λιπάσης εμφανίστηκαν στο 11% και στο 9% των ασθενών στην ομάδα της σοραφενίμπης στη μελέτη 1 (καρκίνωμα νεφρών) και στη μελέτη 3 (ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα) αντίστοιχα, σε σύγκριση με το 7% και το 9% των ασθενών στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. CTCAE Βαθμού 3 ή 4 αύξηση της αμυλάσης αναφέρθηκαν στο 1% και στο 2% των ασθενών στην ομάδα της σοραφενίμπης στη μελέτη 1 και στη μελέτη 3 αντίστοιχα, σε σύγκριση με το 3% των ασθενών στην κάθε ομάδα εικονικού φαρμάκου. Αναφέρθηκε κλινική παγκρεατίτιδα σε 2 από τους 451 ασθενείς που θεραπεύτηκαν με σοραφενίμπη (CTCAE Βαθμού 4) στη μελέτη 1, σε 1 από τους 297 ασθενείς που θεραπεύτηκαν με σοραφενίμπη στη μελέτη 3 (CTCAE Βαθμού 2) και σε 1 από τους 451 ασθενείς (CTCAE Βαθμού 2) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου στη μελέτη 1.
Η υποφωσφαταιμία ήταν ένα πολύ συχνό εργαστηριακό εύρημα που παρατηρήθηκε στο 45% και στο 35% των θεραπευόμενων με σοραφενίμπης ασθενών, σε σύγκριση με το 12% και το 11% των ασθενών του εικονικού φαρμάκου στη μελέτη 1 και στη μελέτη 3, αντίστοιχα. Υποφωσφαταιμία CTCAE Βαθμού 3 (1 - 2 mg/dl) στη μελέτη 1 εμφανίστηκε στο 13% των θεραπευόμενων με σοραφενίμπης ασθενών και στο 3% των ασθενών του εικονικού φαρμάκου, στη μελέτη 3 στο 11% των θεραπευόμενων με σοραφενίμπης ασθενών και στο 2% των ασθενών του εικονικού φαρμάκου. Δεν αναφέρθηκαν περιπτώσεις υποφωσφαταιμίας CTCAE Βαθμού 4 (<1 mg/dl), τόσο σε ασθενείς της σοραφενίμπης όσο και του εικονικού φαρμάκου στη μελέτη 1, και 1 περίπτωση στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου στη μελέτη 3. Η αιτιολογία συσχέτισης της υποφωσφαταιμίας με τη σοραφενίμπη δεν είναι γνωστή.
CTCAE Βαθμού 3 ή 4 για μη φυσιολογικές εργαστηριακές εξετάσεις εμφανίστηκε σε ≥5% των θεραπευόμενων με σοραφενίμπης ασθενών, συμπεριλαμβανομένης της λεμφοπενίας και ουδετεροπενίας.
Υπασβεστιαιμία αναφέρθηκε στο 12% και 26,5% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με σοραφενίμπη σε σύγκριση με 7,5% και 14,8% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με εικονικό φάρμακο στη μελέτη 1 και στη μελέτη 3, αντίστοιχα. Οι περισσότερες αναφορές υπασβαιστιαιμίας ήταν χαμηλής βαρύτητας (CTCAE Βαθμού 1 και 2). Υπασβεστιαιμία CTCAE Βαθμού 3 (6,0 - 7,0 mg/dL) εμφανίστηκε στο 1,1% και 1,8% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με σοραφενίμπη και στο 0,2% και 1,1% των ασθενών στην ομάδα εικονικού φαρμάκου, ενώ υπασβεστιαιμία CTCAE Βαθμού 4 (<6,0 mg/dL) εμφανίστηκε στο 1,1% και 0,4% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με σοραφενίμπη και στο 0,5% και 0% των ασθενών στην ομάδα εικονικού φαρμάκου στη μελέτη 1 και 3, αντίστοιχα. Η αιτιολογία της υπασβεστιαιμίας που σχετίζεται με της σοραφενίμπη δεν είναι γνωστή.
Στις μελέτες 1 και 3, μειωμένο κάλιο (υποκαλιαιμία) παρατηρήθηκε στο 5,4% και 9,5% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με σοραφενίμπη σε σύγκριση με 0,7% και 5,9% των ασθενών στην ομάδα εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα. Οι περισσότερες αναφορές υποκαλιαιμίας ήταν χαμηλής βαρύτητας (CTCAE Βαθμού 1). Στις μελέτες αυτές, η υποκαλιαιμία CTCAE Βαθμού 3 εμφανίστηκε στο 1,1% και 0,4% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με σοραφενίμπη και στο 0,2% και 0,7% των ασθενών στην ομάδα εικονικού φαρμάκου. Δεν υπήρξαν αναφορές υποκαλιαιμίας CTCAE Βαθμού 4.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-SORAFENIB/TEVA
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Δεν διατίθενται κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση της σοραφενίμπης σε έγκυο γυναίκα. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα, συμπεριλαμβανομένων δυσμορφιών (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Σε αρουραίους, η σοραφενίμπη και οι μεταβολίτες της έδειξαν ότι διαπερνούν τον πλακούντα και η σοραφενίμπη αναμένεται να προκαλέσει βλαβερές επιδράσεις στο έμβρυο. Η σοραφενίμπη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο, μετά από προσεκτική εκτίμηση για τις ανάγκες της μητέρας και τον κίνδυνο για το έμβρυο. Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η σοραφενίμπη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Σε ζώα, η σοραφενίμπη και/ή οι μεταβολίτες του απεκκρίθηκαν στο γάλα. Λόγω του ότι η σοραφενίμπη θα μπορούσε να βλάψει την ανάπτυξη και εξέλιξη του βρέφους (βλ. Προκλινικά δεδομένα), οι γυναίκες δεν πρέπει να θηλάζουν κατά τη διάρκεια θεραπείας με σοραφενίμπη.
Γονιμότητα
Αποτελέσματα από μελέτες σε ζώα υποδεικνύουν περαιτέρω ότι η σοραφενίμπη μπορεί να επηρεάσει την αντρική και γυναικεία γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-SORAFENIB/TEVA
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Aντινεοπλασματικοί παράγοντες, αναστολείς των πρωτεϊνικών κινασών, κωδικός ATC: L01XE05
Η σοραφενίμπη είναι ένας αναστολέας πολλαπλών κινασών που έχει δείξει τόσο αντιπολλαπλασιαστικές όσο και αντι-αγγειογενετικές ιδιότητες in vitro και in vivo.
Μηχανισμός δράσης και φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η σοραφενίμπη είναι ένας αναστολέας πολλαπλών κινασών που μειώνει τον πολλαπλασιασμό των καρκινικών κυττάρων in vitro. Η σοραφενίμπη αναστέλλει την ανάπτυξη του όγκου σε ένα ευρύ φάσμα ανθρώπινων καρκινικών ξενομοσχευμάτων σε ποντίκια χωρίς θύμο αδένα γεγονός που συνοδεύεται από μείωση της αγγειογένεσης του όγκου. Η σοραφενίμπη αναστέλλει τη δράση των στόχων που είναι παρόντες σε ένα καρκινικό κύτταρο (CRAF, BRAF, V600E BRAF, c-KIT και FLT3) και την αγγείωση του όγκου (CRAF, VEGFR-2, VEGFR-3 και PDGFR-β). Oι RAF κινάσες είναι κινάσες σερίνης/θρεονίνης, ενώ οι c-KIT, FLT-3, VEGFR-2, VEGFR-3 και PDGFR-β είναι υποδοχείς κινασών τυροσίνης.
Κλινική αποτελεσματικότητα
Η κλινική ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της σοραφενίμπης έχουν μελετηθεί σε ασθενείς με ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα (HCC) και σε ασθενείς με προχωρημένο καρκίνωμα των νεφρών (RCC).
Ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα
Η Μελέτη 3 (μελέτη 100554) ήταν μια Φάσης ΙΙΙ, διεθνής, πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη σε 602 ασθενείς με ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα. Τα δημογραφικά και τα βασικά χαρακτηριστικά της νόσου ήταν συγκρίσιμα ανάμεσα στην ομάδα της σοραφενίμπης και του εικονικού φαρμάκου όσον αφορά στην κατάσταση ECOG (κατάσταση 0: 54% vs 54%, κατάσταση 1: 38% vs 39%, κατάσταση 2: 8% vs 7%), σταδιοποίηση ΤΝΜ (στάδιο Ι: <1% vs <1%, στάδιο ΙΙ: 10.4% vs 8.3%, στάδιο ΙΙΙ: 37.8% vs 43.6%, στάδιο VI: 50.8% vs 46.9%) και σταδιοποίηση BCLC (στάδιο Β: 18.1% vs 16.8%, στάδιο C: 81.6 vs 83.2%, στάδιο D: <1% vs 0%).
Η μελέτη σταμάτησε μετά από μία προγραμματισμένη ενδιάμεση ανάλυση της ολικής επιβίωσης, η οποία διασταυρώθηκε με ένα προκαθορισμένο όριο αποτελεσματικότητας. Αυτή η ανάλυση ολικής επιβίωσης έδειξε ένα στατιστικά σημαντικό πλεονέκτημα για τη σοραφενίμπη έναντι του εικονικού φαρμάκου ως προς την ολική επιβίωση (HR:0,69, p=0,00058, βλ. πίνακα 2).
Υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία από αυτή τη μελέτη σε ασθενείς με ηπατική βλάβη τύπου Child-Pugh B και μόνο ένας ασθενής έχει συμπεριληφθεί με Child-Pugh C.
Πίνακας 2: Δεδομένα αποτελεσματικότητας από τη μελέτη 3 (μελέτη 100554) στο ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα
| Παράμετρος δραστικότητας | Σοραφενίμπη (N=299) | Placebo (N=303) | P-value | HR (95% CI) |
|---|---|---|---|---|
| Ολική Επιβίωση (OS) [διάμεσος, εβδομάδες (95% CI)] | 46,3 (40,9, 57,9) | 34,4 (29,4, 39,4) | 0,00058* | 0,69 (0,55, 0,87) |
| Χρόνος εξέλιξης (TTP) [διάμεσος, εβδομάδες (95% CI)]** | 24,0 (18,0, 30,0) | 12,3 (11,7, 17,1) | 0,000007 | 0,58 (0,45, 0,74) |
CI=Confidence Interval: Διάστημα αξιοπιστίας, HR= Hazard Ratio: Αναλογία κινδύνου (σοραφενίμπη έναντι εικονικού φαρμάκου)
- στατιστικά σημαντικό λόγω του ότι η τιμή p ήταν κάτω από το προκαθορισμένο όριο διακοπής O’ Brien Flemming, 0,0077 ** ανεξάρτητη ακτινολογική αξιολόγηση
Μία δεύτερη μελέτη Φάσης ΙΙΙ, διεθνής, πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο (μελέτη 4, 11849) αξιολόγησε το κλινικό όφελος της σοραφενίμπης σε 226 ασθενείς με προχωρημένο ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα. Αυτή η μελέτη που διεξήχθη στην Κίνα, στην Κορέα και στην Ταϊβάν επιβεβαίωσε τα ευρήματα της μελέτης 3 σε σχέση με το ευνοϊκό προφίλ οφέλους - κινδύνου της σοραφενίμπης (HR (OS): 0,68, p=0,01414).
Στην προκαθορισμένη διαστρωμάτωση των παραγόντων (κατάσταση κατά ECOG, παρουσία ή απουσία μακροσκοπικής αγγειακής διήθησης και/ ή εξωηπατικής επέκτασης του όγκου) και στις δύο μελέτες 3 και 4, η HR ήταν σταθερά ευνοϊκότερη για τη σοραφενίμπη έναντι του εικονικού φαρμάκου. Οι διερευνητικές αναλύσεις των υποομάδων υποδηλώνουν ότι ασθενείς με απομακρυσμένες μεταστάσεις κατά τη χρονική στιγμή αναφοράς αποκομίζουν ένα λιγότερο καταφανές θεραπευτικό αποτέλεσμα.
Καρκίνωμα νεφρών
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της σοραφενίμπης στη θεραπεία του προχωρημένου καρκινώματος των νεφρών (RCC) μελετήθηκε σε δύο κλινικές μελέτες:
Η μελέτη 1 (μελέτη 11213) ήταν μία Φάσης ΙΙΙ, πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, σε 903 ασθενείς. Μόνο ασθενείς με καρκίνωμα νεφρών εκ διαυγών κυττάρων και χαμηλό και διάμεσο κίνδυνο MSKCC (Memorial Sloan Kettering Cancer Center) συμπεριλήφθηκαν. Τα πρωτεύοντα τελικά σημεία ήταν η ολική επιβίωση και η επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS).
Περίπου οι μισοί από τους ασθενείς ήταν σε μια κατάσταση απόδοσης κατά ECOG 0, και οι μισοί από τους ασθενείς ήταν στην MSKCC προγνωστική ομάδα χαμηλού κινδύνου. Ο χρόνος επιβίωσης χωρίς εξέλιξη της νόσου αξιολογήθηκε από ανεξάρτητη ακτινολογική τυφλοποιημένη επιτροπή αξιολόγησης χρησιμοποιώντας τα RECIST κριτήρια. Η ανάλυση του χρόνου επιβίωσης χωρίς εξέλιξη της νόσου διενεργήθηκε σε 342 συμβάντα σε 769 ασθενείς. Ο διάμεσος χρόνος επιβίωσης χωρίς εξέλιξη της νόσου ήταν 167 ημέρες για τους τυχαιοποιημένους με σοραφενίμπη ασθενείς σε σύγκριση με τις 84 ημέρες για τους ασθενείς του εικονικού φαρμάκου (HR=0,44; 95% CI:0,35-0,55; p<0,000001). Η ηλικία, η προγνωστική ομάδα MSKCC, η κατάσταση απόδοσης κατά ECOG και η προηγούμενη θεραπεία δεν επηρέασαν το μέγεθος της επίδρασης της θεραπείας.
Μια ενδιάμεση ανάλυση (δεύτερη ενδιάμεση ανάλυση) για την ολική επιβίωση διενεργήθηκε σε 367 θανάτους σε 903 ασθενείς. Η ονομαστική τιμή άλφα για αυτή την ανάλυση ήταν 0,0094. Η διάμεση επιβίωση ήταν 19,3 μήνες για τους τυχαιοποιημένους με σοραφενίμπη ασθενείς σε σύγκριση με τους 15,9 μήνες για τους ασθενείς του εικονικού φαρμάκου (HR=0,77; 95% CI:0,63-0,95; p=0,015). Την περίοδο αυτής της ανάλυσης, περίπου 200 ασθενείς μετέβησαν στην ομάδα της σοραφενίμπης από αυτή του εικονικού φαρμάκου.
Η μελέτη 2 ήταν μια Φάσης ΙΙ μελέτη απόσυρσης σε ασθενείς με μεταστατικές κακοήθειες, συμπεριλαμβανομένου του καρκινώματος νεφρών. Οι ασθενείς με σταθερή πορεία νόσου σε θεραπεία με σοραφενίμπη τυχαιοποιήθηκαν σε εικονικό φάρμακο ή συνέχισαν τη θεραπεία με σοραφενίμπη. Ο χρόνος επιβίωσης χωρίς εξέλιξη της νόσου σε ασθενείς με καρκίνωμα νεφρών ήταν σημαντικά μεγαλύτερος στην ομάδα της σοραφενίμπης (163 ημέρες) από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (41 ημέρες) (p=0,0001, HR=0,29).
Επιμήκυνση του διαστήματος QT
Σε μία κλινική φαρμακολογική μελέτη, οι μετρήσεις QT/QTc καταγράφηκαν σε 31 ασθενείς στην αρχική εκτίμηση (πριν από τη θεραπεία) και μετά τη θεραπεία. Μετά από έναν κύκλο θεραπείας 28 ημερών, την ώρα της μέγιστης συγκέντρωσης της σοραφενίμπης, το διάστημα QTcB επιμηκύνθηκε κατά 4±19 msec και το διάστημα QTcF κατά 9±18 msec, σε σύγκριση με τη θεραπεία με placebo σε σχέση με την αρχική εκτίμηση. Κανένας ασθενής δεν παρουσίασε QTcB ή QTcF>500 msec κατά τη διάρκεια του ECG ελέγχου μετά τη θεραπεία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών, σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού, στο καρκίνωμα του νεφρού και της νεφρικής πυέλου (εξαιρώντας το νεφροβλάστωμα, τη νεφροβλαστωμάτωση, το διαυγοκυταρρικό σάρκωμα, το μεσοβλαστικό νέφρωμα, το νεφρικό μυελικό καρκίνωμα και το ραβδοειδή όγκο του νεφρού) και στο ηπατικό και το καρκίνωμα των ενδοηπατικών χοληφόρων (εξαιρώντας το ηπατοβλάστωμα) και στο διαφοροποιημένο καρκίνωμα του θυρεοειδούς (βλ. Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-SORAFENIB/TEVA
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση και κατανομή
Μετά τη χορήγηση των δισκίων σοραφενίμπης, η μέση σχετική βιοδιαθεσιμότητα ήταν 38-49%, όταν συγκρίθηκε με το από του στόματος διάλυμα. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα δεν είναι γνωστή. Μετά από του στόματος χορήγηση η σοραφενίμπη επιτυγχάνει μέγιστες συγκεντρώσεις πλάσματος σε περίπου 3 ώρες. Όταν χορηγήθηκε με υψηλό σε λιπαρά γεύμα, η απορρόφηση της σοραφενίμπης μειώθηκε κατά 30%, σε σύγκριση με χορήγηση σε κατάσταση νηστείας.
Η μέση Cmax και AUC αυξάνονται λιγότερο από αναλογικά με δόσεις πάνω από 400 mg χορηγούμενες δύο φορές ημερησίως. Η in vitro δέσμευση της σοραφενίμπης στις ανθρώπινες πρωτεΐνες πλάσματος είναι 99,5%.
Πολλαπλές δόσεις της σοραφενίμπης για 7 ημέρες είχε ως αποτέλεσμα μια κατά 2,5- έως 7 φορές συσσώρευση σε σύγκριση με χορήγηση εφάπαξ δόσεων. Σε σταθεροποιημένη κατάσταση οι συγκεντρώσεις πλάσματος της σοραφενίμπης επιτυγχάνονται μέσα σε 7 ημέρες, με αναλογία ανώτερων-χαμηλότερων μέσων συγκεντρώσεων λιγότερο από 2.
Οι συγκεντρώσεις σταθεροποιημένης κατάστασης της σοραφενίμπης χορηγούμενη στα 400 mg δύο φορές ημερησίως αξιολογήθηκαν σε ασθενείς με DTC, RCC και HCC. Η υψηλότερη μέση συγκέντρωση παρατηρήθηκε σε ασθενείς με DTC (περίπου διπλάσια από εκείνη που παρατηρήθηκε σε ασθενείς με RCC και HCC), αν και η μεταβλητότητα ήταν υψηλή για όλους τους τύπους όγκου. Ο λόγος για την αυξημένη συγκέντρωση στους ασθενείς με DTC είναι άγνωστος.
Βιομετασχηματισμός και αποβολή
Ο χρόνος ημιζωής της σοραφενίμπης είναι περίπου 25-48 ώρες. Η σοραφενίμπη μεταβολίζεται πρωταρχικά στο ήπαρ και υπόκειται σε οξειδωτικό μεταβολισμό δια μέσω του CYP3A4, καθώς και γλυκουρονιδίωση δια μέσω του UGT1A9. Τα σύμπλοκα της σοραφενίμπης μπορεί να διαχωριστούν στο γαστρεντερικό σύστημα από τη δράση της βακτηριακής γλυκουρονιδάσης, επιτρέποντας την επαναπορρόφηση της μη συζευγμένης δραστικής ουσίας. Συγχορήγηση της νεομυκίνης έχει δείξει ότι παρεμποδίζει αυτή τη διαδικασία, μειώνοντας τη μέση βιοδιαθεσιμότητα της σοραφενίμπης κατά 54%.
Η σοραφενίμπη υπολογίζεται ως περίπου το 70-85% των κυκλοφορούντων προσδιοριζόμενων ουσιών στο πλάσμα σε σταθεροποιημένη κατάσταση. Οχτώ μεταβολίτες της σοραφενίμπης έχουν βρεθεί, από τους οποίους πέντε έχουν εντοπισθεί στο πλάσμα. Ο κύριος μεταβολίτης της σοραφενίμπης που κυκλοφορεί στο πλάσμα, το pyridine-N-oxide, δείχνει in vitro δραστικότητα παρόμοια με τη σοραφενίμπη. Αυτός ο μεταβολίτης αντιστοιχεί σε περίπου 9-16% των κυκλοφορούντων προσδιοριζόμενων ουσιών σε σταθεροποιημένη κατάσταση.
Μετά από του στόματος χορήγηση μιας δόσης 100 mg διαλύματος σοραφενίμπης, το 96% της δόσης ανακτήθηκε μέσα σε 14 ημέρες, με 77% της δόσης να απεκκρίνεται από τα κόπρανα και 19% της δόσης να απεκκρίνεται από τα ούρα ως γλυκουρονιδιωμένοι μεταβολίτες. Αναλλοίωτη σοραφενίμπη, που υπολογίζεται στο 51% της δόσης, βρέθηκε στα κόπρανα αλλά όχι στα ούρα, υποδηλώνοντας ότι η χολική απέκκριση του αναλλοίωτης δραστικής ουσίας μπορεί να συνεισφέρει στην απομάκρυνση της σοραφενίμπης.
Φαρμακοκινητική σε ειδικούς πληθυσμούς
Η ανάλυση των δημογραφικών δεδομένων υποδεικνύει ότι δεν υπάρχει συσχέτιση μεταξύ της φαρμακοκινητικής και της ηλικίας (έως 65 ετών), του φύλου ή του σωματικού βάρους.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες ώστε να ερευνηθεί η φαρμακοκινητική της σοραφενίμπης σε παιδιατρικούς ασθενείς.
Φυλή
Δεν υπάρχουν κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική ανάμεσα σε Καυκάσιους και Ασιάτες.
Νεφρική δυσλειτουργία
Σε τέσσερις κλινικές δοκιμές Φάσης Ι, η έκθεση σε σταθεροποιημένη κατάσταση στη σοραφενίμπη ήταν παρόμοια σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία, σε σύγκριση με εκθέσεις σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Σε μία κλινική μελέτη φαρμακολογίας (εφάπαξ δόση 400 mg σοραφενίμπη), δεν παρατηρήθηκε συσχέτιση ανάμεσα στην έκθεση στη σοραφενίμπη και στη νεφρική λειτουργία σε άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, ήπια, μέτρια ή σοβαρού βαθμού νεφρική δυσλειτουργία. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία σε ασθενείς που απαιτούν αιμοκάθαρση.
Ηπατική δυσλειτουργία
Σε ασθενείς με ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα (HCC) με Child-Pugh A ή Β (ήπια έως μέτρια) ηπατική δυσλειτουργία, οι μετρήσεις έκθεσης ήταν συγκρίσιμες και μέσα στο εύρος που παρατηρήθηκαν σε ασθενείς χωρίς ηπατική δυσλειτουργία. Η φαρμακοκινητική (ΡΚ) της σοραφενίμπης στους ασθενείς με Child-Pugh A και Β, χωρίς HCC, ήταν παρόμοια με την ΡΚ σε υγιείς εθελοντές. Δεν υπάρχουν δεδομένα για ασθενείς με Child-Pugh C (σοβαρή) ηπατική δυσλειτουργία. Η σοραφενίμπη αποβάλλεται κυρίως μέσω του ήπατος και η έκθεση μπορεί να αυξηθεί σε αυτό τον πληθυσμό ασθενών.
ΕΟΦ · 8.6.5
Αναστολείς της πρωτεϊνικής κινάσης
expand_more
Αναστολείς της πρωτεϊνικής κινάσης
DrugBank
Description
expand_more
Description
Sorafenib (rINN), που διατίθεται στο εμπόριο ως Nexavar από την Bayer, είναι ένα φάρμακο εγκεκριμένο για τη θεραπεία προχωρημένου καρκινώματος των νεφρικών κυττάρων (πρωτοπαθής καρκίνος νεφρού). Έχει επίσης λάβει την ονομασία “Fast Track” από τον FDA για τη θεραπεία προχωρημένου ηπατοκυτταρικού καρκινώματος (πρωτοπαθής καρκίνος ήπατος), και έκτοτε είχε καλή απόδοση σε μελέτες Φάσης ΙΙΙ.
Το Sorafenib είναι ένας αναστολέας μικρών μορίων της κινάσης Raf, των κινασών PDGF (παράγοντας αυξητικός των αιμοπεταλίων), των υποδοχέων VEGF 2 & 3 και της κινάσης c Kit, του υποδοχέα του κυτταρικού παράγοντα στελέχους. Ένας αυξανόμενος αριθμός φαρμάκων στοχεύει τις περισσότερες από αυτές τις οδούς. Η πρωτοτυπία του Sorafenib έγκειται στην ταυτόχρονη στόχευση της οδού Raf/Mek/Erk.
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η σραφεvίvη μειώνει τον πολλαπλασιασμό των καρκινικών κυττάρων in vitro. Μείωσε την ανάπτυξη όγκων σε ξενoμοσχεύματα ανθρώπινων όγκων σε ανοσοκατεσταλμένους ποντικούς, μείωσε την αγγειογένεση του όγκου και αύξησε την απόπτωση του όγκου σε μοντέλα ηπατοκυτταρικού καρκινώματος, νεφροκυτταρικού καρκινώματος και διαφοροποιημένου καρκίνου του θυρεοειδούς. Ορισμένες μελέτες υποδηλώνουν ότι η σραφεvίvη προκαλεί απόπτωση σε διάφορες κυτταρικές σειρές όγκων, αν και αυτό το αποτέλεσμα είναι ασυνεπές μεταξύ των κυτταρικών σειρών. Αντιιικές δράσεις της σραφεvίvης έχουν τεκμηριωθεί, καθώς έδειξε ότι αναστέλλει την αντιγραφή του ιού της ηπατίτιδας C in vitro.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Οι κινάσες εμπλέκονται στη σηματοδότηση των καρκινικών κυττάρων, στον πολλαπλασιασμό, στην αγγειογένεση και στην απόπτωση. Η σραφεvίvη αναστέλλει πολλαπλές ενδοκυτταρικές σερίνης/θρεονίνης κινάσες στην οδό σηματοδότησης Ras/mitogen-activated protein kinase (MAPK). Οι ενδοκυτταρικές ισομορφές κινάσες Raf σερίνης/θρεονίνης που αναστέλλονται από τη σραφεvίvη περιλαμβάνουν την Raf-1 (ή C-Raf), την άγριου τύπου B-Raf και την μεταλλαγμένη B-Raf. Η σραφεvίvη αναστέλλει υποδοχείς κινάσες τυροσίνης στην επιφάνεια των κυττάρων, όπως KIT, FLT-3, RET, RET/PTC, VEGFR-1, VEGFR-2, VEGFR-3 και PDGFR-β.
Η σραφεvίvη πιστεύεται ότι εμφανίζει διπλό μηχανισμό δράσης: αναστέλλει τον πολλαπλασιασμό και την ανάπτυξη του όγκου αναστέλλοντας την οδό RAF/MEK/extracellular signal-regulated kinase (ERK) στα καρκινικά κύτταρα, και μειώνει την αγγειογένεση του όγκου αναστέλλοντας τη σηματοδότηση VEGFR και PDGFR στην αγγείωση του όγκου.
Η σραφεvίvη έχει εγκριθεί από τον FDA για τη θεραπεία του νεφροκυτταρικού καρκινώματος και του ηπατοκυτταρικού καρκινώματος και έχει συνδυαστεί με πολλές άλλες στοχευμένες θεραπείες και χημειοθεραπείες στη θεραπεία πολλών καρκίνων. Δυστυχώς, όπως και με άλλους αναστολείς RAF, οι ασθενείς που λαμβάνουν σραφεvίvη έχουν 5% έως 10% πιθανότητα ανάπτυξης δερματικού πλακώδους κυτταρικού καρκινώματος (cSCC)/κερατοακανθωμάτων. Η παράδοξη ενεργοποίηση της extracellular signal-regulated kinase (ERK) σε κύτταρα BRAF άγριου τύπου έχει εμπλακεί στο cSCC που προκαλείται από αναστολείς RAF. Εδώ, οι ερευνητές αναφέρουν ότι η σραφεvίvη καταστέλλει την απόπτωση που προκαλείται από UV, αναστέλλοντας ειδικά την ενεργοποίηση της c-jun-NH2-kinase (JNK) μέσω της μη ειδικής αναστολής της leucine zipper and sterile alpha motif-containing kinase (ZAK). Τα αποτελέσματά μας υποδηλώνουν την καταστολή της σηματοδότησης JNK, ανεξάρτητα από την οδό ERK, ως πρόσθετο μηχανισμό ανεπιθύμητων ενεργειών της σραφεvίvης. Αυτό έχει ευρείες επιπτώσεις για συνδυαστικές θεραπείες που χρησιμοποιούν σραφεvίvη με άλλες μεθόδους που προκαλούν απόπτωση.
Αρκετές αναφορές περιπτώσεων υποδηλώνουν ότι η έκθεση στη σραφεvίvη και η υπερβιβλιρουβιναιμία που προκαλείται από τη σραφεvίvη μπορεί να σχετίζονται με πολυμορφισμό επανάληψης (TA)(5/6/7) στο UGT1A128 (UGT, uridine glucuronosyl transferase). Υποθέσαμε ότι η σραφεvίvη αναστέλλει το UGT1A1 και άτομα που φέρουν παραλλαγές UGT1A128 ή/και UGT1A9 εμφανίζουν μεγαλύτερη έκθεση στη σραφεvίvη και μεγαλύτερη αύξηση της συγκέντρωσης χολερυθρίνης στο πλάσμα που προκαλείται από τη σραφεvίvη. Η αναστολή της γλυκουρονιδίωσης της χολερυθρίνης που διαμεσολαβείται από UGT1A1 από τη σραφεvίvη αξιολογήθηκε in vitro. Οι γονοτύποι UGT1A128 και UGT1A93 προσδιορίστηκαν με ανάλυση θραυσμάτων ή απευθείας αλληλουχία σε 120 ασθενείς με καρκίνο που έλαβαν σραφεvίvη σε πέντε διαφορετικές κλινικές δοκιμές. Μετρήσεις ολικής χολερυθρίνης συλλέχθηκαν σε ασθενείς με καρκίνο του προστάτη πριν τη λήψη σραφεvίvης (n = 41) και 19 έως 30 ημέρες μετά τη θεραπεία και συγκρίθηκαν με τον γονότυπο UGT1A1*28.
Η σραφεvίvη εμφάνισε μικτή αναστολή της γλυκουρονιδίωσης της χολερυθρίνης που διαμεσολαβείται από UGT1A1 (in vitro, IC50 = 18 μmol/L; Ki = 11.7 μmol/L). Πέντε ασθενείς που έφεραν γονότυπους UGT1A128/28 (n = 4) ή UGT1A93/3 (n = 1) είχαν την πρώτη δόση, δόση-κανονικοποιημένες περιοχές κάτω από την καμπύλη πλάσματος σραφεvίvης έναντι χρόνου (AUC) που ήταν στο 93ο εκατοστημόριο, ενώ τρεις ασθενείς που έφεραν UGT1A128/28 είχαν AUCs στο κάτω τεταρτημόριο όλων των γονοτυπημένων ασθενών. Η πλατφόρμα γονότυπου Drug Metabolizing Enzymes and Transporters εφαρμόστηκε σε DNA που ελήφθη από έξι ασθενείς, η οποία αποκάλυψε ότι ο γονότυπος ABCC2-24C>T συσχετίστηκε με το φαινότυπο AUC της σραφεvίvης. Η έκθεση στη σραφεvίvη σχετίστηκε με αυξήσεις της χολερυθρίνης στο πλάσμα σε ασθενείς που έφεραν 1 ή 2 αντίγραφα των αλληλίων UGT1A128 (n = 12 και n = 5; R2 = 0.38 και R2 = 0.77; P = 0.032 και P = 0.051, αντίστοιχα). Οι φορείς UGT1A128 εμφάνισαν δύο διακριτούς φαινοτύπους που θα μπορούσαν να εξηγηθούν από τον γονότυπο ABCC2-24C>T και είναι πιο πιθανό να εμφανίσουν αυξήσεις της χολερυθρίνης στο πλάσμα μετά τη σραφεvίvη εάν είχαν υψηλή έκθεση στη σραφεvίvη. Αυτή η πιλοτική μελέτη υποδηλώνει ότι η γονοτυπική κατάσταση των UGT1A1, UGT1A9 και ABCC2 και οι αυξήσεις της συγκέντρωσης χολερυθρίνης στον ορό αντανακλούν αφύσικα υψηλές AUC σε ασθενείς που λαμβάνουν σραφεvίvη.
Η σραφεvίvη είναι αναστολέας κινάσων που μειώνει τον πολλαπλασιασμό των καρκινικών κυττάρων in vitro. Η σραφεvίvη έδειξε ότι αναστέλλει πολλαπλές ενδοκυτταρικές (c-CRAF, BRAF και μεταλλαγμένη BRAF) και κυτταρικές επιφανειακές κινάσες (KIT, FLT-3, RET, RET/PTC, VEGFR-1, VEGFR-2, VEGFR-3 και PDGFR-beta). Πολλές από αυτές τις κινάσες θεωρείται ότι εμπλέκονται στην σηματοδότηση των καρκινικών κυττάρων, την αγγειογένεση και την απόπτωση. Η σραφεvίvη ανέστειλε την ανάπτυξη όγκων σε ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα (HCC), νεφροκυτταρικό καρκίνωμα (RCC) και διαφοροποιημένο καρκίνο του θυρεοειδούς (DTC) σε ξενoμοσχεύματα ανθρώπινων όγκων σε ανοσοκατεσταλμένους ποντικούς. Παρατηρήθηκαν μειώσεις στην αγγειογένεση όγκων σε μοντέλα HCC και RCC μετά τη θεραπεία με σραφεvίvη, και αυξήσεις στην απόπτωση όγκων παρατηρήθηκαν σε μοντέλα HCC, RCC και DTC.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η χορήγηση πολλαπλών δόσεων για επτά ημέρες οδήγησε σε συσσώρευση 2,5 έως 7 φορές σε σύγκριση με μία μόνο δόση. Οι συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης επιτεύχθηκαν εντός επτά ημερών, με λόγο μέγιστης προς ελάχιστη συγκέντρωση μικρότερο του 2. Η μέση Cmax και AUC αυξήθηκαν λιγότερο αναλογικά πέραν των από του στόματος δόσεων 400 mg δύο φορές ημερησίως. Ο Tmax είναι περίπου τρεις ώρες. Η μέση σχετική βιοδιαθεσιμότητα ήταν 38–49% μετά τη χορήγηση δισκίων σραφεvίvης από το στόμα. Ένα γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά μείωσε τη βιοδιαθεσιμότητα κατά 29%.
Μετά τη χορήγηση από το στόμα μιας δόσης 100 mg σραφεvίvης, περίπου το 96% της δόσης ανακτήθηκε εντός 14 ημερών, με το 77% της δόσης να απεκκρίνεται στα κόπρανα και το 19% της δόσης να απεκκρίνεται στα ούρα ως γλυκουρονιδωμένοι μεταβολίτες. Η αμετάβλητη σραφεvίvη αντιστοιχούσε στο 51% της δόσης που απεκκρίθηκε στα κόπρανα.
Η σραφεvίvη κατανέμεται ευρέως στους ιστούς, υποδεικνύοντας ότι είναι λιπόφιλη.
Μετά τη χορήγηση από το στόμα μιας δόσης 100 mg ενός διαλύματος σραφεvίvης, το 96% της δόσης ανακτήθηκε εντός 14 ημερών, με το 77% της δόσης να απεκκρίνεται στα κόπρανα και το 19% της δόσης να απεκκρίνεται στα ούρα ως γλυκουρονιδωμένοι μεταβολίτες. Η αμετάβλητη σραφεvίvη, αντιστοιχώντας στο 51% της δόσης, βρέθηκε στα κόπρανα αλλά όχι στα ούρα.
Μετά τη χορήγηση δισκίων Nexavar, η μέση σχετική βιοδιαθεσιμότητα ήταν 38-49% σε σύγκριση με ένα από του στόματος διάλυμα. Μετά τη χορήγηση από το στόμα, η σραφεvίvη έφτασε τις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα σε περίπου 3 ώρες. Με ένα γεύμα μέτριας περιεκτικότητας σε λιπαρά (30% λιπαρά, 700 θερμίδες), η βιοδιαθεσιμότητα ήταν παρόμοια με αυτήν σε κατάσταση νηστείας. Με ένα γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά (50% λιπαρά, 900 θερμίδες), η βιοδιαθεσιμότητα μειώθηκε κατά 29% σε σύγκριση με αυτήν σε κατάσταση νηστείας. Συνιστάται η χορήγηση του Nexavar χωρίς τροφή. Η μέση Cmax και AUC αυξήθηκαν λιγότερο αναλογικά πέραν των από του στόματος δόσεων 400 mg δύο φορές ημερησίως. Η in vitro σύνδεση της σραφεvίvης με πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος ήταν 99,5%.
Η απορρόφηση και η βασική φαρμακοκινητική μετά από μία μόνο δόση σραφεvίvης τοσιλάτης αξιολογήθηκαν σε θηλυκούς ποντικούς CD-1, αρσενικούς αρουραίους Wistar και θηλυκούς σκύλους Beagle. Για τον προσδιορισμό της απορρόφησης της σραφεvίvης σε αρουραίους, χρησιμοποιήθηκαν αρουραίοι με κανουλοποιημένο χοληδόχο πόρο (n=5/ομάδα). Είκοσι τέσσερις ώρες μετά τη χειρουργική επέμβαση, χορηγήθηκε (14)C-sorafenib tosylate από το στόμα ή ενδοφλεβίως στους αρουραίους σε δόση 5 mg/kg σραφεvίvης. Η απορρόφηση της σραφεvίvης ήταν σχεδόν πλήρης σε θηλυκούς ποντικούς CD-1 (78,6%) και αρσενικούς αρουραίους Wistar (79,2%). Στους σκύλους Beagle η απορρόφηση (67,6%, υπολογισμένη από τιμές AUC norm μετά από ενδοφλέβια και από του στόματος χορήγηση) και η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα (59,9%) ήταν χαμηλότερες από ό,τι στα τρωκτικά. Μέγιστες συγκεντρώσεις ραδιενέργειας στο πλάσμα μεταξύ 1,5 ωρών και 2 ωρών μετά από από του στόματος χορήγηση παρατηρήθηκαν σε όλα τα είδη. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση (14)C-sorafenib tosylate σε ποντικούς, αρουραίους και σκύλους, η απέκκριση της ραδιενέργειας από το πλάσμα έγινε με παρόμοιους τελικούς χρόνους ημιζωής 6,8, 8,8 και 7,3 ώρες, αντίστοιχα. Οι τελικοί χρόνοι ημιζωής ραδιενέργειας μετά από από του στόματος χορήγηση ήταν 6,1 ώρες σε ποντικούς και 5,8 ώρες σε σκύλους. Σε αρουραίους, ο τελικός χρόνος ημιζωής μετά από από του στόματος χορήγηση ήταν μεγαλύτερος (11,2 ώρες) από ό,τι μετά από ενδοφλέβια χορήγηση. Σε αρουραίους, η απέκκριση της αμετάβλητης ένωσης ήταν βραδύτερη (χρόνος ημιζωής: 9,3 ώρες) από ό,τι σε ποντικούς (χρόνος ημιζωής: 6,5 ώρες) και σκύλους (χρόνος ημιζωής: 4,3 ώρες). Η συνολική κάθαρση πλάσματος σε αρουραίους ήταν 0,044 L/(hr/kg) που αντιστοιχεί σε κάθαρση αίματος 0,049 L/(hr/kg). Σε ποντικούς και σκύλους η συνολική κάθαρση πλάσματος ήταν 0,13 και 0,15 L/(hr/kg) αντίστοιχα. Ο όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση κυμαινόταν από 0,65 l/kg έως 0,74 l/kg, ανάλογα με το είδος.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
In vitro, η σραφεvίvη συνδέεται κατά 99,5% με τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η σραφεvίvη υφίσταται οξειδωτικό μεταβολισμό από το CYP3A4 στο ήπαρ, καθώς και γλυκουρονιδίωση από το UGT1A9 στο ήπαρ και τα νεφρά. Σε σταθερή κατάσταση, η σραφεvίvη αντιστοιχεί στο 70-85% των κυκλοφορούντων αναλυτών στο πλάσμα. Έχουν αναγνωριστεί περίπου πέντε μεταβολίτες της σραφεvίvης, εκ των οποίων οι πέντε ανιχνεύθηκαν στο πλάσμα. Ο κύριος κυκλοφορών μεταβολίτης ήταν η μορφή πυριδίνης N-οξειδίου, η οποία αποτελεί περίπου 9–16% της συνολικής κυκλοφορούσας δόσης σε σταθερή κατάσταση: η φαρμακολογική δραστικότητα αυτού του μεταβολίτη ήταν συγκρίσιμη με το μητρικό φάρμακο.
Η σραφεvίvη υφίσταται οξειδωτικό μεταβολισμό από το ηπατικό CYP3A4, καθώς και γλυκουρονιδίωση από το UGT1A9. Οι επαγωγείς της δραστηριότητας CYP3A4 μπορούν να μειώσουν τη συστημική έκθεση στη σραφεvίvη. Η σραφεvίvη αντιστοιχούσε περίπου στο 70-85% των κυκλοφορούντων αναλυτών στο πλάσμα σε σταθερή κατάσταση. Έχουν αναγνωριστεί οκτώ μεταβολίτες της σραφεvίvης, εκ των οποίων οι 5 έχουν ανιχνευθεί στο πλάσμα. Ο κύριος κυκλοφορών μεταβολίτης της σραφεvίvης, η πυριδίνη N-οξειδίου που αποτελεί περίπου 9-16% των κυκλοφορούντων αναλυτών σε σταθερή κατάσταση, έδειξε in vitro παρόμοια δραστικότητα με τη σραφεvίvη.
Η σραφεvίvη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν A-D-GlucuronideDISCONTINUED και Sorafenib.
Η σραφεvίvη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ, υφιστάμενη οξειδωτικό μεταβολισμό, που διαμεσολαβείται από το CYP3A4, καθώς και γλυκουρονιδίωση που διαμεσολαβείται από το UGT1A9. Η σραφεvίvη αντιστοιχεί περίπου στο 70-85% των κυκλοφορούντων αναλυτών στο πλάσμα σε σταθερή κατάσταση. Έχουν αναγνωριστεί οκτώ μεταβολίτες της σραφεvίvης, εκ των οποίων οι πέντε έχουν ανιχνευθεί στο πλάσμα. Ο κύριος κυκλοφορών μεταβολίτης της σραφεvίvης στο πλάσμα, η πυριδίνη N-οξειδίου, εμφανίζει in vitro παρόμοια δραστικότητα με τη σραφεvίvη. Αυτός ο μεταβολίτης αποτελεί περίπου 9-16% των κυκλοφορούντων αναλυτών σε σταθερή κατάσταση.
Οδός Απέκκρισης: Μετά τη χορήγηση από το στόμα μιας δόσης 100 mg ενός διαλύματος σραφεvίvης, το 96% της δόσης ανακτήθηκε εντός 14 ημερών, με το 77% της δόσης να απεκκρίνεται στα κόπρανα και το 19% της δόσης να απεκκρίνεται στα ούρα ως γλυκουρονιδωμένοι μεταβολίτες.
Χρόνος Ημιζωής: 25-48 ώρες
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
Ο μέσος χρόνος ημιζωής αποβολής της σραφεvίvης ήταν περίπου 25 έως 48 ώρες.
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση (14)C-sorafenib tosylate σε ποντικούς, αρουραίους και σκύλους, η απέκκριση της ραδιενέργειας από το πλάσμα έγινε με παρόμοιους τελικούς χρόνους ημιζωής 6,8, 8,8 και 7,3 ώρες, αντίστοιχα. Οι τελικοί χρόνοι ημιζωής ραδιενέργειας μετά από από του στόματος χορήγηση ήταν 6,1 ώρες σε ποντικούς και 5,8 ώρες σε σκύλους. Σε αρουραίους, ο τελικός χρόνος ημιζωής μετά από από του στόματος χορήγηση ήταν μεγαλύτερος (11,2 ώρες) από ό,τι μετά από ενδοφλέβια χορήγηση. Σε αρουραίους, η απέκκριση της αμετάβλητης ένωσης ήταν βραδύτερη (χρόνος ημιζωής: 9,3 ώρες) από ό,τι σε ποντικούς (χρόνος ημιζωής: 6,5 ώρες) και σκύλους (χρόνος ημιζωής: 4,3 ώρες).
Ο μέσος χρόνος ημιζωής αποβολής της σραφεvίvης ήταν περίπου 25 έως 48 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Ουσίες που αναστέλλουν ή προλαμβάνουν τον πολλαπλασιασμό των ΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΩΝ.
Παράγοντες που αναστέλλουν τις ΠΡΩΤΕΪΝΙΚΕΣ ΚΙΝΑΣΕΣ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
9ZOQ3TZI87
SORAFENIB
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Κινάσων
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Πρωτεϊνικών Κινάσων
Η σραφεvίvη είναι Αναστολέας Κινάσων. Ο μηχανισμός δράσης της σραφεvίvης είναι ως Αναστολέας Πρωτεϊνικών Κινάσων.
SORAFENIB
Αναστολείς Πρωτεϊνικών Κινάσων [MoA]; Αναστολέας Κινάσων [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Ουσίες που αναστέλλουν ή προλαμβάνουν τον πολλαπλασιασμό των ΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΩΝ.
Παράγοντες που αναστέλλουν τις ΠΡΩΤΕΪΝΙΚΕΣ ΚΙΝΑΣΕΣ.