PHENYLEPHRINE
Φαινυλεφρίνη
Oι α-αδρενεργικοί διεγέρτες προκαλούν μυδρίαση χωρίς κυκλοπληγία, λόγω άμεσης δράσης στον διαστολέα μυ της κόρης και μη σαφή επίδραση στον ακτινωτό μυ. Tο κυρίως χρησιμοποιούμενο φάρμακο είναι η φαινυλεφρίνη, που συνήθως συνδυάζεται με ένα αντιχολινεργικό για ενίσχυση του …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-BIORPHEN
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: υποδόρια, ενδομυικά, ενδοφλεβίως
- Χορήγηση: ανάλογα με την ανταπόκριση, προκειμένου να διατηρηθεί η συστολική αρτηριακή πίεση κοντά στις φυσιολογικές τιμές
- Δόση έναρξης: 25 με 50 μg/min φαινυλεφρίνης (ενδοφλέβια αρχική δόση)
- Τιτλοποίηση: Εάν είναι απαραίτητο και ανάλογα με την ανταπόκριση, σε περαιτέρω δόσεις του 1 έως 10 mg (για υποδόρια/ενδομυική χορήγηση). Οι δόσεις μπορεί να αυξηθούν ή να μειωθούν προκειμένου να διατηρηθεί η συστολική αρτηριακή πίεση κοντά στις φυσιολογικές τιμές (για ενδοφλέβια χορήγηση).
-
ΕνήλικεςΔόση2 έως 5 mg φαινυλεφρίνης (υποδόρια ή ενδομυικά); 25 με 50 μg/min φαινυλεφρίνης (ενδοφλεβίως)Μέγ. δόση10 mg (υποδόρια ή ενδομυικά); 100 μg/min (ενδοφλεβίως)
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΜπορεί να απαιτούνται χαμηλότερες δόσεις Biorphen.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΜπορεί να απαιτούνται υψηλότερες δόσεις Biorphen.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΗ θεραπεία πρέπει να γίνεται με προσοχή.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της φαινυλεφρίνης σε παιδιά δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block
SPC-BIORPHEN
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Σοβαρή υπέρτασηΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Περιφερική αγγειακή νόσοΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Συνδυασμός με εμμέσως δρώντες συμπαθομιμητικούς παράγοντες
-
Συνδυασμός με άλφα-συμπαθομιμητικούς παράγοντες (από στόματος και/ή ρινική χρήση)
-
Συνδυασμός με μη εκλεκτικούς αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (ΜΑΟIs) (ή εντός 2 εβδομάδων από την απόσυρσή τους)
-
Σοβαρός υπερθυρεοειδισμόςΠληθυσμόςΑσθενείς
warning
SPC-BIORPHEN
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
ΔιαβήτηςΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΝα χορηγείται με προσοχή
-
Αρτηριακή υπέρτασηΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΝα χορηγείται με προσοχή
-
ΑνεύρυσμαΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΝα χορηγείται με προσοχή
-
Μη ελεγχόμενος υπερθυρεοειδισμόςΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΝα χορηγείται με προσοχή
-
Στεφανιαία καρδιακή νόσο και χρόνια καρδιακή νόσοΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΝα χορηγείται με προσοχή
-
ΒραδυκαρδίαΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΝα χορηγείται με προσοχή
-
Μερικός καρδιακός αποκλεισμόςΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΝα χορηγείται με προσοχή
-
ΤαχυκαρδίαΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΝα χορηγείται με προσοχή
-
ΑρρυθμίαΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΝα χορηγείται με προσοχή
-
ΣτηθάγχηΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με στεφανιαία νόσο και ιστορικό στηθάγχηςΗ φαινυλεφρίνη μπορεί να επισπεύσει ή να επιδεινώσει τη στηθάγχη
-
Μη σοβαρή ανεπάρκεια των περιφερικών αγγείωνΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΝα χορηγείται με προσοχή
-
Γλαύκωμα κλειστής γωνίαςΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΝα χορηγείται με προσοχή
-
Μείωση καρδιακής παροχήςΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με αθηροσκλήρωσηΝα χορηγείται με εξαιρετικά μεγάλη προσοχή
-
Μείωση καρδιακής παροχήςΠροσοχήΠληθυσμόςΗλικιωμένοιΝα χορηγείται με εξαιρετικά μεγάλη προσοχή
-
Μείωση καρδιακής παροχήςΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με διαταραχή εγκεφαλικής ή στεφανιαίας κυκλοφορίαςΝα χορηγείται με εξαιρετικά μεγάλη προσοχή
-
Επιδείνωση καρδιακής ανεπάρκειαςΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια ή καρδιογενή καταπληξίαΤο Biorphen μπορεί να προκαλέσει επιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας ως αποτέλεσμα της επαγόμενης αγγειοσύσπασης (αυξημένο μεταφορτίο)
-
ΕξαγγείωσηΠροσοχήΙδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίνεται στη χορήγηση της ένεσης φαινυλεφρίνης για την αποφυγή εξαγγείωσης, καθώς αυτό μπορεί να προκαλέσει νέκρωση των ιστών
-
ΔοσολογίαΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΜπορεί να απαιτούνται χαμηλότερες δόσεις
-
ΔοσολογίαΠληθυσμόςΑσθενείς με κίρρωση του ήπατοςΜπορεί να απαιτούνται υψηλότερες δόσεις
-
ΑλληλεπιδράσειςΠροσοχήΠληθυσμόςΤαυτόχρονη χορήγηση με ντοπαμινεργικά αλκαλοειδή της ερυσιβώδους όλυρας (βρωμοκρυπτίνη, καβεργολίνη, λισουρίδη ή περγολίδη) ή αγγειοσυσταλτικά (διυδροεργοταμίνη, εργοταμίνη, ή μεθυσεργίδη, μεθυλεργομετρίνη)Δεν συνιστάται λόγω κινδύνου αγγειοσύσπασης και/ή υπερτασικής κρίσης
-
ΑλληλεπιδράσειςΠροσοχήΠληθυσμόςΤαυτόχρονη χορήγηση με λινεζολίδηΔεν συνιστάται λόγω κινδύνου αγγειοσύσπασης και/ή υπερτασικής κρίσης
-
Περιεκτικότητα νατρίουΤο φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά ml, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου»
swap_horiz
SPC-BIORPHEN
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Μη εκλεκτικοί αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (ΜΑΟΙs) (ιπρονιαζίδη, νιαλαμίδη)αντένδειξηΠαροξυσμική υπέρταση, υπερθερμίαΣύστασηΑλληλεπίδραση πιθανή για 15 ημέρες μετά τη διακοπή των ΜΑΟΙs.
-
αντένδειξηΑγγειοσύσπαση και/ή υπερτασική κρίση
-
Άλφα-συμπαθομιμητικοί παράγοντες (ετιλεφρίνη, μιδοδρίνη, ναφαζολίνη, οξυμεταζολίνη, σινεφρίνη, τετρυζολίνη, ταμινοεπτάνη, τιμαζολίνη)αντένδειξηΑγγειοσύσπαση και/ή υπερτασική κρίση
-
προσοχήΑγγειοσύσπαση και/ή υπερτασική κρίση
-
Αγγειοσυσταλτικά αλκαλοειδή της ερυσιβώδους όλυρας (διυδροεργοταμίνη, εργοταμίνη, μεθυλεργομετρίνη, μεθυσεργίδη)προσοχήΑγγειοσύσπαση και/ή υπερτασική κρίση
-
προσοχήΑγγειοσύσπαση και/ή υπερτασική κρίση
-
προσοχήΠαροξυσμική υπέρταση με πιθανότητα αρρυθμίας
-
Νοραδρενεργικά-σεροτονινεργικά αντικαταθλιπτικά (μιλνασιπράνη, βενλαφαξίνη)προσοχήΠαροξυσμική υπέρταση με πιθανότητα αρρυθμίας
-
Εκλεκτικοί αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης τύπου Α (ΜΑΟIs) (μοκλοβεμίδη, τολοξατάνη)προσοχήΑγγειοσύσπαση και/ή υπερτασική κρίση
-
Γουανεθιδίνη, συναφή προϊόνταπροσοχήΣημαντική αύξηση της αρτηριακής πίεσηςΣύστασηΕάν ο συνδυασμός δεν μπορεί να αποφευχθεί, χρησιμοποιήστε με προσοχή χαμηλότερες δόσεις.
sick
SPC-BIORPHEN
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Υπερευαισθησία
- Μη φυσιολογικός μεταβολισμός γλυκόζης
- Ευφορία
- Κεφαλαλγία
- Μυρμήγκιασμα
- Αίσθηση πληρότητας στην κεφαλή
- Παραισθησία
- Τρόμος
- Ζάλη
- Λιποθυμία
- Διέγερση
- Άγχος
- Ψυχωσικές καταστάσεις
- Σύγχυση
- Νευρικότητα
- Αϋπνία
- Μυδρίαση
- Επιδείνωση γλαυκώματος κλειστής γωνίας
- Αντανακλαστική βραδυκαρδία
- Αρρυθμία
- Ταχυκαρδία
- Καρδιακή ανακοπή
- Στηθάγχη
- Αίσθημα παλμών
- Ισχαιμία μυοκαρδίου
- Εγκεφαλική αιμορραγία
- Υπέρταση
- Υπόταση
- Έξαψη
- Ψυχρότητα δέρματος
- Ωχρότητα
- Διαφόρηση
- Ανόρθωση τριχών
- Αποχρωματισμός δέρματος
- Δύσπνοια
- Πνευμονικό οίδημα
- Έμετος
- Υπερέκκριση σιέλου
- Ναυτία
- Εφίδρωση
- Νέκρωση της θέσης ένεσης μετά από εξαγγείωση
- Δυσκολία στην ούρηση
- Κατακράτηση ούρων
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Μη γνωστέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΈξαψηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΑίσθηση πληρότητας στην κεφαλήΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑντανακλαστική βραδυκαρδίαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΑνόρθωση τριχώνΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑποχρωματισμός δέρματοςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑρρυθμίαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΔιέγερσηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΔιαφόρησηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΔυσκολία στην ούρησηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΕγκεφαλική αιμορραγίαΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΕπιδείνωση γλαυκώματος κλειστής γωνίαςΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΕυφορίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΕφίδρωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΖάληΝευρικό
-
Μη γνωστέςΙσχαιμία μυοκαρδίουΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΚαρδιακή ανακοπήΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΚατακράτηση ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΛιποθυμίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΜη φυσιολογικός μεταβολισμός γλυκόζηςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΜυδρίασηΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΜυρμήγκιασμαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΝέκρωση της θέσης ένεσης μετά από εξαγγείωσηΓενικές
-
Μη γνωστέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΝευρικότηταΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΠνευμονικό οίδημαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΣτηθάγχηΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΣύγχυσηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΤρόμοςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΥπερέκκριση σιέλουΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΥπότασηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΨυχρότητα δέρματοςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΨυχωσικές καταστάσειςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΩχρότηταΑγγειακές
pregnant_woman
SPC-BIORPHEN
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΗ φαινυλεφρίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν είναι απολύτως απαραίτητο.Η ασφάλεια της φαινυλεφρίνης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης δεν έχει τεκμηριωθεί. Οι μελέτες σε ζώα είναι ανεπαρκείς όσον αφορά τις επιδράσεις στην εγκυμοσύνη, την εμβρυϊκή ανάπτυξη, τον τοκετό ή τη μεταγεννητική ανάπτυξη. Ο δυνητικός κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος.
-
ΓαλουχίαΗ φαινυλεφρίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της γαλουχίας, εκτός εάν το πιθανό όφελος υπερτερεί του δυνητικού κινδύνου.Μικρές ποσότητες φαινυλεφρίνης απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Η χορήγηση αγγειοσυσταλτικών στη μητέρα θέτει το παιδί σε κίνδυνο καρδιαγγειακών και νευρολογικών επιδράσεων.
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με τη γονιμότητα μετά την έκθεση σε φαινυλεφρίνη (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-BIORPHEN
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-BIORPHEN
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Κατανομή Ο όγκος κατανομής μετά από μία εφάπαξ δόση είναι 340 λίτρα. ### Αποβολή Η φαινυλεφρίνη απεκκρίνεται κυρίως από τους νεφρούς ως m-υδροξυ-μανδελικό οξύ και ως συζευγμένες με φαινολικό οξύ ενώσεις. Όταν ενίεται υποδόρια ή ενδομυικά, η…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αρτηριακή πίεση | monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία | Κατά τη διάρκεια της θεραπείας | — |
| Κλινική παρακολούθηση (γενική) | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | Στενά | Μειωμένη καρδιακή παροχή ή στεφανιαία αγγειακή νόσο |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-BIORPHEN
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Ενήλικες
Το Biorphen 10 mg/ml, ενέσιμο διάλυμα μπορεί να χορηγείται υποδόρια ή ενδομυικά σε δόσεις των 2 έως 5 mg φαινυλεφρίνης και, εάν είναι απαραίτητο και ανάλογα με την ανταπόκριση, σε περαιτέρω δόσεις του 1 έως 10 mg.
Εναλλακτικά, 8,2 mg φαινυλεφρίνης (1 ml ενέσιμου διαλύματος Biorphen 10 mg/ml), αραιωμένα σε 500 ml διαλύματος γλυκόζης 50 mg/ml (5%) ή χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%), μπορούν να εγχυθούν ενδοφλεβίως. Η αρχική δόση είναι 25 με 50 μg/min φαινυλεφρίνης. Οι δόσεις μπορεί να αυξηθούν ή να μειωθούν προκειμένου να διατηρηθεί η συστολική αρτηριακή πίεση κοντά στις φυσιολογικές τιμές. Δόσεις μεταξύ 25 και 100 μg/min έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικές.
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία μπορεί να απαιτούνται χαμηλότερες δόσεις Biorphen.
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
Σε ασθενείς με κίρρωση του ήπατος μπορεί να απαιτούνται υψηλότερες δόσεις Biorphen.
Ηλικιωμένοι ασθενείς
Η θεραπεία σε ηλικιωμένους πρέπει να γίνεται με προσοχή.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της φαινυλεφρίνης σε παιδιά δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Τρόπος χορήγησης:
Biorphen 10 mg/ml, ενέσιμο διάλυμα, για υποδόρια ή ενδομυική ένεση. Το Biorphen 10 mg/ml, ενέσιμο διάλυμα πρέπει να χορηγείται μόνο από επαγγελματίες υγείας με κατάλληλη εκπαίδευση και σχετική εμπειρία.
block
Αντενδείξεις
SPC-BIORPHEN
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Η φαινυλεφρίνη δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με σοβαρή υπέρταση ή περιφερική αγγειακή νόσο. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ισχαιμία με κίνδυνο εμφάνισης γάγγραινας ή αγγειακής θρόμβωσης.
- Σε συνδυασμό με εμμέσως δρώντες συμπαθομιμητικούς παράγοντες: κίνδυνος αγγειοσύσπασης και/ή υπερτασικής κρίσης (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
- Σε συνδυασμό με άλφα-συμπαθομιμητικούς παράγοντες (από στόματος και/ή ρινική χρήση): κίνδυνος αγγειοσύσπασης και/ή υπερτασικής κρίσης (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
- Σε συνδυασμό με μη εκλεκτικούς αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (ΜΑΟIs) (ή εντός 2 εβδομάδων από την απόσυρσή τους) εξαιτίας του κινδύνου παροξυσμικής υπέρτασης και πιθανώς θανατηφόρου υπερθερμίας (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
- Το Biorphen δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με σοβαρό υπερθυρεοειδισμό.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-BIORPHEN
expand_more
Προειδοποιήσεις
Η αρτηριακή πίεση πρέπει να παρακολουθείται κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Το Biorphen πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με:
- διαβήτη
- αρτηριακή υπέρταση
- ανεύρυσμα
- μη ελεγχόμενο υπερθυρεοειδισμό
- στεφανιαία καρδιακή νόσο και χρόνια καρδιακή νόσο
- βραδυκαρδία
- μερικό καρδιακό αποκλεισμό
- ταχυκαρδία
- αρρυθμία
- στηθάγχη (η φαινυλεφρίνη μπορεί να επισπεύσει ή να επιδεινώσει τη στηθάγχη σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο και ιστορικό στηθάγχης)
- μη σοβαρή ανεπάρκεια των περιφερικών αγγείων
- γλαύκωμα κλειστής γωνίας
Το Biorphen μπορεί να προκαλέσει μείωση της καρδιακής παροχής. Επομένως, πρέπει να χορηγείται με εξαιρετικά μεγάλη προσοχή σε ασθενείς με:
- αθηροσκλήρωση
- σε ηλικιωμένους
- σε ασθενείς με διαταραχή εγκεφαλικής ή στεφανιαίας κυκλοφορίας
Σε ασθενείς με μειωμένη καρδιακή παροχή ή στεφανιαία αγγειακή νόσο, πρέπει να παρακολουθούνται στενά οι λειτουργίες των ζωτικών οργάνων και να εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης όταν η συστηματική αρτηριακή πίεση βρίσκεται κοντά στο κατώτατο όριο του εύρους στόχου.
Σε ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια ή καρδιογενή καταπληξία, το Biorphen μπορεί να προκαλέσει επιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας ως αποτέλεσμα της επαγόμενης αγγειοσύσπασης (αυξημένο μεταφορτίο).
Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίνεται στη χορήγηση της ένεσης φαινυλεφρίνης για την αποφυγή εξαγγείωσης, καθώς αυτό μπορεί να προκαλέσει νέκρωση των ιστών.
Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία μπορεί να απαιτούνται χαμηλότερες δόσεις.
Σε ασθενείς με κίρρωση του ήπατος μπορεί να απαιτούνται υψηλότερες δόσεις.
Η χορήγηση αυτού του φαρμάκου ταυτόχρονα με τα παρακάτω αναφερόμενα φάρμακα δεν συνιστάται λόγω του κινδύνου αγγειοσύσπασης και/ή υπερτασικής κρίσης που σχετίζεται με την έμμεση συμπαθομιμητική δράση του (βλ. Αλληλεπιδράσεις):
- ντοπαμινεργικά αλκαλοειδή της ερυσιβώδους όλυρας (βρωμοκρυπτίνη, καβεργολίνη, λισουρίδη ή περγολίδη) ή αγγειοσυσταλτικά (διυδροεργοταμίνη, εργοταμίνη, ή μεθυσεργίδη, μεθυλεργομετρίνη)
- σε συνδυασμό με λινεζολίδη
Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά ml, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-BIORPHEN
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Συνδυασμοί που αντενδείκνυνται (βλ. Αντενδείξεις)
- Μη εκλεκτικοί αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (ΜΑΟΙs) (ιπρονιαζίδη, νιαλαμίδη): κίνδυνος παροξυσμικής υπέρτασης, υπερθερμία που μπορεί να αποβεί μοιραία. Λόγω της μακράς διάρκειας δράσης των ΜΑΟΙs, αυτή η αλληλεπίδραση εξακολουθεί να είναι πιθανή για 15 ημέρες μετά τη διακοπή των ΜΑΟΙs.
- Εμμέσως δρώντες συμπαθομιμητικοί παράγοντες (εφεδρίνη, μεθυλοφαινιδάτη, ψευδοεφεδρίνη): κίνδυνος αγγειοσύσπασης και/ή υπερτασικής κρίσης.
- Άλφα-συμπαθομιμητικοί παράγοντες (από στόματος και/ή ρινική χρήση) (ετιλεφρίνη, μιδοδρίνη, ναφαζολίνη, οξυμεταζολίνη, σινεφρίνη, τετρυζολίνη, ταμινοεπτάνη, τιμαζολίνη): κίνδυνος αγγειοσύσπασης και/ή υπερτασικής κρίσης.
Συνδυασμοί που δεν συνιστώνται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
- Ντοπαμινεργικά αλκαλοειδή της ερυσιβώδους όλυρας (βρωμοκρυπτίνη, καβεργολίνη, λισουρίδη και περγολίδη): κίνδυνος αγγειοσύσπασης και/ή υπερτασικής κρίσης.
- Αγγειοσυσταλτικά αλκαλοειδή της ερυσιβώδους όλυρας (διυδροεργοταμίνη, εργοταμίνη, μεθυλεργομετρίνη, μεθυσεργίδη): κίνδυνος αγγειοσύσπασης και/ή υπερτασικής κρίσης.
- Λινεζολίδη: κίνδυνος αγγειοσύσπασης και/ή υπερτασικής κρίσης.
- Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά (δεσιπραμίνη, ιμιπραμίνη, νορτριπτυλίνη): κίνδυνος παροξυσμικής υπέρτασης με πιθανότητα αρρυθμίας (αναστολή της εισόδου αδρεναλίνης ή νοραδρεναλίνης στις συμπαθητικές ίνες).
- Νοραδρενεργικά-σεροτονινεργικά αντικαταθλιπτικά (μιλνασιπράνη, βενλαφαξίνη): κίνδυνος παροξυσμικής υπέρτασης με πιθανότητα αρρυθμίας (αναστολή της εισόδου αδρεναλίνης ή νοραδρεναλίνης στις συμπαθητικές ίνες).
- Εκλεκτικοί αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης τύπου Α (ΜΑΟIs) (μοκλοβεμίδη, τολοξατάνη): κίνδυνος αγγειοσύσπασης και/ή υπερτασικής κρίσης.
- Γουανεθιδίνη και συναφή προϊόντα: σημαντική αύξηση της αρτηριακής πίεσης (υπερδραστικότητα που συνδέεται με τη μείωση του συμπαθητικού τόνου και/ή με την αναστολή της εισόδου αδρεναλίνης ή νοραδρεναλίνης στις συμπαθητικές ίνες). Εάν ο συνδυασμός δεν μπορεί να αποφευχθεί, χρησιμοποιήστε με προσοχή χαμηλότερες δόσεις.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-BIORPHEN
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι περισσότερες από τις ανεπιθύμητες ενέργειες της φαινυλεφρίνης είναι δοσοεξαρτώμενες και είναι αποτέλεσμα του αναμενόμενου φαρμακοδυναμικού προφίλ. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες είναι βραδυκαρδία, επεισόδια υπέρτασης, ναυτία και έμετος. Η υπέρταση είναι συχνότερη με υψηλές δόσεις.
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών
Συχνότητα: Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
- Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
- Υπερευαισθησία
- Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
- Μη φυσιολογικός μεταβολισμός γλυκόζης
- Ψυχιατρικές διαταραχές
- Ευφορία, διέγερση, άγχος, ψυχωσικές καταστάσεις, σύγχυση
- Διαταραχές του νευρικού συστήματος
- Κεφαλαλγία, μυρμήγκιασμα, αίσθηση πληρότητας στην κεφαλή, νευρικότητα, αϋπνία, παραισθησία, τρόμος
- Οφθαλμικές διαταραχές
- Μυδρίαση, επιδείνωση προϋπάρχοντος γλαυκώματος κλειστής γωνίας
- Καρδιακές διαταραχές
- Αντανακλαστική βραδυκαρδία, αρρυθμία, ταχυκαρδία, καρδιακή ανακοπή, στηθάγχη, αίσθημα παλμών, ισχαιμία του μυοκαρδίου
- Αγγειακές διαταραχές
- Εγκεφαλική αιμορραγία, υπέρταση, υπόταση με ζάλη, λιποθυμία, έξαψη, ψυχρότητα δέρματος, ωχρότητα
- Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
- Δύσπνοια, πνευμονικό οίδημα
- Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
- Έμετος, υπερέκκριση σιέλου, ναυτία
- Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
- Διαφόρηση, ανόρθωση τριχών, εφίδρωση, αποχρωματισμός δέρματος
- Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
- Δυσκολία στην ούρηση, κατακράτηση ούρων
- Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
- Νέκρωση της θέσης ένεσης μετά από εξαγγείωση
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-BIORPHEN
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Η ασφάλεια της φαινυλεφρίνης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης δεν έχει τεκμηριωθεί. Οι μελέτες σε ζώα είναι ανεπαρκείς όσον αφορά τις επιδράσεις στην εγκυμοσύνη, την εμβρυϊκή ανάπτυξη, τον τοκετό ή τη μεταγεννητική ανάπτυξη. Ο δυνητικός κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος. Η φαινυλεφρίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν είναι απολύτως απαραίτητο.
Θηλασμός
Μικρές ποσότητες φαινυλεφρίνης απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Η χορήγηση αγγειοσυσταλτικών στη μητέρα θέτει το παιδί σε κίνδυνο καρδιαγγειακών και νευρολογικών επιδράσεων. Η φαινυλεφρίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της γαλουχίας, εκτός εάν το πιθανό όφελος υπερτερεί του δυνητικού κινδύνου.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με τη γονιμότητα μετά την έκθεση σε φαινυλεφρίνη (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-BIORPHEN
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Καρδιοτονωτικά, εκτός καρδιακών γλυκοσιδών. Αδρενεργικοί και ντοπαμινεργικοί παράγοντες, κωδικός ATC: C01C A06
Μηχανισμός δράσης
Η φαινυλεφρίνη δρα κυρίως με άμεση επίδραση στους άλφα-αδρενεργικούς υποδοχείς. Σε θεραπευτικές δόσεις, το φάρμακο δεν έχει σημαντική διεγερτική επίδραση στους βήτα-αδρενεργικούς υποδοχείς της καρδιάς (βήτα-1-αδρενεργικοί υποδοχείς), αλλά μπορεί να εμφανιστεί σημαντική ενεργοποίηση αυτών των υποδοχέων όταν χορηγηθούν μεγαλύτερες δόσεις. Η φαινυλεφρίνη δεν διεγείρει τους βήτα-αδρενεργικούς υποδοχείς των βρόγχων ή των περιφερικών αιμοφόρων αγγείων (βήτα-2-αδρενεργικοί υποδοχείς). Πιστεύεται ότι οι άλφα-αδρενεργικές επιδράσεις προκύπτουν από την αναστολή της παραγωγής της 3’-5’ κυκλικής μονοφωσφορικής αδενοσίνης (cAMP) μέσω της αναστολής του ενζύμου αδενυλοκυκλάση, ενώ οι βήτα-αδρενεργικές επιδράσεις προκύπτουν από τη διέγερση της ενεργοποίησης της αδενυλοκυκλάσης. Η φαινυλεφρίνη έχει επίσης έμμεση επίδραση απελευθερώνοντας νορεπινεφρίνη από τις θέσεις αποθήκευσής της.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Οι κύριες δράσεις της φαινυλεφρίνης εντοπίζονται στο καρδιαγγειακό σύστημα. Η παρεντερική χορήγηση προκαλεί αύξηση της συστολικής και της διαστολικής πίεσης. Παράλληλα με την αγγειοσυσπαστική ανταπόκριση στην φαινυλεφρίνη παρατηρείται μια εκσεσημασμένη αντανακλαστική βραδυκαρδία που μπορεί να αποκλειστεί από την ατροπίνη. Μετά τη χορήγηση ατροπίνης, οι υψηλές δόσεις του φαρμάκου αυξάνουν ελαφρώς τον καρδιακό ρυθμό. Η καρδιακή παροχή μειώνεται ελαφρώς και η περιφερική αντίσταση αυξάνεται σημαντικά. Ο χρόνος κυκλοφορίας ελαφρώς παρατείνεται, και η φλεβική πίεση ελαφρώς αυξάνεται. Φλεβική σύσπαση δεν έχει επισημανθεί. Οι περισσότερες αγγειακές κοίτες συστέλλονται. Η νεφρική, η σπλαχνική και η δερματική αιματική ροή και η αιματική ροή στα άκρα μειώνονται αλλά αυξάνεται η αιματική ροή στις στεφανιαίες αρτηρίες. Τα πνευμονικά αγγεία συστέλλονται, και η πνευμονική αρτηριακή πίεση αυξάνεται.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Η φαινυλεφρίνη είναι ένας ισχυρός αγγειοσυσταλτικός παράγοντας που δρα σχεδόν αποκλειστικά μέσω διέγερσης των άλφα 1-αδρενεργικών υποδοχέων. Αυτή η αρτηριακή αγγειοσύσπαση, συνοδευόμενη επιπλέον από φλεβική αγγειοσύσπαση, προκαλεί αύξηση της αρτηριακής πίεσης και αντανακλαστική βραδυκαρδία και η αγγειοσυσπαστική της δραστικότητα είναι ασθενέστερη από αυτή της νοραδρεναλίνης αλλά μεγαλύτερης διάρκειας. Χρησιμοποιείται παρεντερικά για τη θεραπεία υποτασικών καταστάσεων, όπως αυτές που παρουσιάζονται κατά τη διάρκεια κυκλοφορικής ανεπάρκειας, γενικής ή νωτιαίας αναισθησίας ή προκαλούμενης από φάρμακα υπότασης. Σε πολλές δημοσιευμένες κλινικές μελέτες, η φαινυλεφρίνη χρησιμοποιήθηκε σε εγκύους χαμηλού κινδύνου που υποβλήθηκαν σε νωτιαία αναισθησία κατά τη διάρκεια τοκετού με καισαρική τομή. Η φαινυλεφρίνη επέτρεψε τη διατήρηση της αρτηριακής πίεσης της μητέρας κοντά στην αρχική τιμή, μείωσε τη συχνότητα ναυτίας και εμέτου χωρίς να προκαλέσει εμβρυϊκή οξέωση. Η ισχυρή αρτηριακή αγγειοσύσπαση έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της αντίστασης του κλάσματος εξώθησης κοιλίας (αυξημένη μεταφόρτιση). Αυτό οδηγεί σε μείωση της καρδιακής παροχής, που είναι λιγότερο έντονη στα υγιή άτομα, αλλά μπορεί να επιδεινωθεί σε περίπτωση προηγούμενης καρδιακής ανεπάρκειας.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-BIORPHEN
expand_more
Φαρμακοκινητική
Κατανομή
Ο όγκος κατανομής μετά από μία εφάπαξ δόση είναι 340 λίτρα.
Αποβολή
Η φαινυλεφρίνη απεκκρίνεται κυρίως από τους νεφρούς ως m-υδροξυ-μανδελικό οξύ και ως συζευγμένες με φαινολικό οξύ ενώσεις.
Όταν ενίεται υποδόρια ή ενδομυικά, η φαινυλεφρίνη δρα εντός 10 έως 15 λεπτών. Οι υποδόριες και ενδομυικές ενέσεις είναι αποτελεσματικές για έως περίπου μία και έως δύο ώρες αντίστοιχα.
Η διάρκεια δράσης είναι 20 λεπτά μετά από ενδοφλέβια χορήγηση.
Η δέσμευση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι άγνωστη.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία σχετικά με τη φαρμακοκινητική σε ειδικούς πληθυσμούς.
ΕΟΦ · 11.3.2
Συμπαθητικομιμητικά (α-αδρενεργικοί διεγέρτες)
expand_more
Συμπαθητικομιμητικά (α-αδρενεργικοί διεγέρτες)
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η φαινεφρίνη είναι ένας αγωνιστής α-1 αδρενεργικών υποδοχέων που αυξάνει την αρτηριακή πίεση, διαστέλλει τις κόρες των ματιών και προκαλεί τοπική αγγειοσυστολή.
- Οι οφθαλμικές συνθέσεις φαινεφρίνης δρουν για 3-8 ώρες.
- Οι ενδοφλέβιες ενέσεις έχουν χρόνο ημιζωής 5 λεπτά (αποτελεσματικός) και 2,5 ώρες (απελευθέρωσης).
Προειδοποιήσεις για ασθενείς:
- Οφθαλμικές συνθέσεις: Κίνδυνος αρρυθμίας, υπέρτασης και επαναλαμβανόμενης μυόσης.
- Ενδοφλέβιες συνθέσεις: Κίνδυνος βραδυκαρδίας, αλλεργικών αντιδράσεων, εξωαγγειακής διαφυγής που προκαλεί νέκρωση ή αποκόλληση ιστού, και ταυτόχρονης χρήσης ωκυτοκικών φαρμάκων.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η φαινεφρίνη είναι ένας αγωνιστής α-1 αδρενεργικών υποδοχέων που προκαλεί αγγειοσυστολή και μυδρίαση, ανάλογα με τη διαδρομή και τη θέση χορήγησης.
- Η συστηματική έκθεση στη φαινεφρίνη οδηγεί επίσης σε αγωνισμό των α-1 αδρενεργικών υποδοχέων, αυξάνοντας τη συστολική και διαστολική πίεση, καθώς και την περιφερική αγγειακή αντίσταση.
- Η αυξημένη αρτηριακή πίεση διεγείρει το πνευμονογαστρικό νεύρο, προκαλώντας αντανακλαστική βραδυκαρδία.
Η φαινεφρίνη δρα κυρίως μέσω άμεσης επίδρασης στους α-αδρενεργικούς υποδοχείς. Σε θεραπευτικές δόσεις, το φάρμακο δεν έχει σημαντική διεγερτική επίδραση στους β-αδρενεργικούς υποδοχείς της καρδιάς (β1-αδρενεργικοί υποδοχείς), αλλά σημαντική ενεργοποίηση αυτών των υποδοχέων μπορεί να συμβεί όταν χορηγούνται μεγαλύτερες δόσεις. Η φαινεφρίνη δεν διεγείρει τους β-αδρενεργικούς υποδοχείς των βρόγχων ή των περιφερικών αιμοφόρων αγγείων (β2-αδρενεργικοί υποδοχείς).
Πιστεύεται ότι οι α-αδρενεργικές επιδράσεις προκύπτουν από την αναστολή της παραγωγής κυκλικής αδενοσινο-3’,5’-μονοφωσφορικής (cAMP) μέσω της αναστολής του ενζύμου αδεκυλοκυκλάση, ενώ οι β-αδρενεργικές επιδράσεις προκύπτουν από τη διέγερση της δραστηριότητας της αδεκυλοκυκλάσης.
Η φαινεφρίνη έχει επίσης έμμεση δράση μέσω της απελευθέρωσης νορεπινεφρίνης από τους αποθηκευτικούς της χώρους.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
- Η βιοδιαθεσιμότητα της φαινεφρίνης από το στόμα είναι 38%.
- Κλινικά σημαντική συστηματική απορρόφηση οφθαλμικών σκευασμάτων είναι δυνατή, ιδιαίτερα σε υψηλότερες συγκεντρώσεις και όταν ο κερατοειδής είναι κατεστραμμένος.
Απέκκριση στα ούρα:
-
86% της δόσης ανακτάται στα ούρα:
- 16% ως μη μεταβολιζόμενο φάρμακο.
- 57% ως ανενεργό μετα-υδροξυμανδελικό οξύ.
- 8% ως ανενεργά θειικά συζεύγματα.
-
Ο όγκος κατανομής της φαινεφρίνης είναι 340L.
-
Η μέση κάθαρση της φαινεφρίνης είναι 2100mL/min.
Η φαινεφρίνη κατανέμεται ταχέως στους περιφερικούς ιστούς. Υπάρχουν ενδείξεις ότι το φάρμακο μπορεί να αποθηκευτεί σε ορισμένους οργανικούς διαμερίσματα. Οι φαρμακολογικές επιδράσεις τερματίζονται τουλάχιστον εν μέρει με την πρόσληψη του φαρμάκου από τους ιστούς.
Η διείσδυση της φαινεφρίνης στον εγκέφαλο φαίνεται να είναι ελάχιστη. Η φαινεφρίνη δεν φαίνεται να κατανέμεται σε μεγάλο βαθμό στο μητρικό γάλα.
Η φαινεφρίνη απορροφάται πλήρως μετά από από του στόματος χορήγηση και υφίσταται εκτενή μεταβολισμό πρώτης διόδου στο εντερικό τοίχωμα. Η βιοδιαθεσιμότητα μετά από από του στόματος χορήγηση είναι περίπου 38% σε σχέση με ενδοφλέβια χορήγηση. Λόγω του εκτεταμένου μεταβολισμού πρώτης διόδου, υπάρχει σημαντική διατομική και πιθανώς ενδοατομική μεταβλητότητα στη βιοδιαθεσιμότητα από το στόμα.
Μετά από από του στόματος χορήγηση φαινεφρίνης (1 ή 7.8 mg), οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό εμφανίζονται σε 0.75-2 ώρες.
Η φαινεφρίνη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται κυρίως στα ούρα. Μετά από από του στόματος ή ενδοφλέβια χορήγηση, περίπου το 80% ή 86% της δόσης, αντίστοιχα, απεκκρίνεται στα ούρα εντός 48 ωρών, κυρίως ως μεταβολίτες. Περίπου το 2.6% μιας από του στόματος δόσης ή το 16% μιας ενδοφλέβιας δόσης απεκκρίνεται στα ούρα ως αμετάβλητο φάρμακο.
Σε μελέτη με 7-3H-φαινεφρίνη σε 15 εθελοντές (n=4 ενδοφλέβια, n=10 από του στόματος), το 86% (ενδοφλέβια) και 80% (από του στόματος) της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα, υποδηλώνοντας πλήρη εντερική απορρόφηση. Η βιοδιαθεσιμότητα εκτιμήθηκε σε 0.38.
Ο βιολογικός χρόνος ημιζωής κυμάνθηκε από 2-3 ώρες, η συνολική κάθαρση ήταν 2 L/ώρα και ο όγκος κατανομής 340 L.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Δεν υπάρχουν άμεσα διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με τη σύνδεση της φαινεφρίνης με τις πρωτεΐνες του ορού.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η φαινεφρίνη μεταβολίζεται κυρίως από τις μονοαμινοξειδάσες Α και Β (MAO-A, MAO-B) και την SULT1A3.
- Ο κύριος μεταβολίτης είναι το ανενεργό μετα-υδροξυμανδελικό οξύ.
- Ακολουθούν τα θειικά συζεύγματα.
- Η φαινεφρίνη μπορεί επίσης να μεταβολιστεί σε φαινεφρίνη-γλυκουρονίδιο.
Η φαινεφρίνη υφίσταται εκτενή μεταβολισμό στο εντερικό τοίχωμα (πρώτης διόδου) και στο ήπαρ.
Οι κύριες οδοί μεταβολισμού περιλαμβάνουν τη σύζευξη με θειικά άλατα (κυρίως στο εντερικό τοίχωμα) και την οξειδωτική αμίνωση (από μονοαμινοξειδάση - MAO). Η γλυκουρονιδίωση συμβαίνει επίσης σε μικρότερο βαθμό.
Η μεταβολή σε φαινολικά συζεύγματα, κυρίως μετά από από του στόματος λήψη, και σε μ-υδροξυμανδελικό οξύ μετά από ενδοφλέβια ένεση, υποδηλώνει ότι οι μ-υδροξυλιωμένες αμίνες συζεύγονται κατά τον μεταβολισμό πρώτης διόδου.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
- Η ενδοφλέβια φαινεφρίνη έχει αποτελεσματικό χρόνο ημιζωής 5 λεπτά.
- Ο χρόνος ημιζωής απελευθέρωσης της ενδοφλέβιας φαινεφρίνης είναι 2.5 ώρες.
- Ο χρόνος ημιζωής απελευθέρωσης της φαινεφρίνης κατά μέσο όρο κυμαίνεται από 2-3 ώρες μετά από από του στόματος ή ενδοφλέβια χορήγηση.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
- Φάρμακα που ενισχύουν την καρδιά ή αυξάνουν την καρδιακή παροχή: Μπορεί να είναι ΚΑΡΔΙΑΚΕΣ ΓΛΥΚΟΣΙΔΕΣ, ΣΥΜΠΑΘΗΤΟΜΙΜΗΤΙΚΑ ή άλλα φάρμακα. Χρησιμοποιούνται μετά από ΕΜΦΡΑΚΤΟ ΜΥΟΚΑΡΔΙΟΥ, ΚΑΡΔΙΑΚΕΣ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΠΕΜΒΑΣΕΙΣ, σε ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΟΚ ή καρδιακή ανεπάρκεια.
- Φάρμακα που διαστέλλουν την κόρη του ματιού: Μπορεί να είναι συμπαθητομιμητικά ή παρασυμπαθητολυτικά.
- Φάρμακα που μιμούνται τα αποτελέσματα της διέγερσης των μεταγαγγλιακών αδρενεργικών συμπαθητικών νεύρων: Περιλαμβάνουν φάρμακα που διεγείρουν άμεσα τους αδρενεργικούς υποδοχείς και φάρμακα που δρουν έμμεσα προκαλώντας την απελευθέρωση αδρενεργικών μεταβιβαστών.
- Φάρμακα που προκαλούν αγγειοσυστολή: Φάρμακα που προκαλούν σύσπαση των αιμοφόρων αγγείων.
- Ρινικά αποσυμφορητικά: Φάρμακα που σχεδιάστηκαν για τη θεραπεία της φλεγμονής των ρινικών περασμάτων, συνήθως αποτέλεσμα λοίμωξης (συχνότερα κοινό κρυολόγημα) ή αλλεργικής κατάστασης. Η φλεγμονή περιλαμβάνει πρήξιμο του βλεννογόνου που επενδύει τα ρινικά περάσματα και οδηγεί σε υπερβολική παραγωγή βλέννας. Η κύρια κατηγορία ρινικών αποσυμφορητικών είναι οι αγγειοσυσταλτικοί παράγοντες.
- ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΩΝ ΑΛΦΑ-1 ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ: Ενώσεις που συνδέονται και ενεργοποιούν τους ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΥΣ ΑΛΦΑ-1 ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
- Αναγνωρισμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC]: Αγωνιστής α-1 Αδρενεργικών Υποδοχέων
- Μηχανισμοί Δράσης [MoA]: Αδρενεργικοί α1-Αγωνιστές
Η φαινεφρίνη είναι ένας α-1 Αδρενεργικός Αγωνιστής. Ο μηχανισμός δράσης της φαινεφρίνης είναι ως Αδρενεργικός α1-Αγωνιστής.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
- Φάρμακα που ενισχύουν την καρδιά ή αυξάνουν την καρδιακή παροχή: Μπορεί να είναι ΚΑΡΔΙΑΚΕΣ ΓΛΥΚΟΣΙΔΕΣ, ΣΥΜΠΑΘΗΤΟΜΙΜΗΤΙΚΑ ή άλλα φάρμακα. Χρησιμοποιούνται μετά από ΕΜΦΡΑΚΤΟ ΜΥΟΚΑΡΔΙΟΥ, ΚΑΡΔΙΑΚΕΣ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΠΕΜΒΑΣΕΙΣ, σε ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΟΚ ή καρδιακή ανεπάρκεια.
- Φάρμακα που διαστέλλουν την κόρη του ματιού: Μπορεί να είναι συμπαθητομιμητικά ή παρασυμπαθητολυτικά.
- Φάρμακα που μιμούνται τα αποτελέσματα της διέγερσης των μεταγαγγλιακών αδρενεργικών συμπαθητικών νεύρων: Περιλαμβάνουν φάρμακα που διεγείρουν άμεσα τους αδρενεργικούς υποδοχείς και φάρμακα που δρουν έμμεσα προκαλώντας την απελευθέρωση αδρενεργικών μεταβιβαστών.
- Φάρμακα που προκαλούν αγγειοσυστολή: Φάρμακα που προκαλούν σύσπαση των αιμοφόρων αγγείων.
- Ρινικά αποσυμφορητικά: Φάρμακα που σχεδιάστηκαν για τη θεραπεία της φλεγμονής των ρινικών περασμάτων, συνήθως αποτέλεσμα λοίμωξης (συχνότερα κοινό κρυολόγημα) ή αλλεργικής κατάστασης. Η φλεγμονή περιλαμβάνει πρήξιμο του βλεννογόνου που επενδύει τα ρινικά περάσματα και οδηγεί σε υπερβολική παραγωγή βλέννας. Η κύρια κατηγορία ρινικών αποσυμφορητικών είναι οι αγγειοσυσταλτικοί παράγοντες.
- ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΩΝ ΑΛΦΑ-1 ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ: Ενώσεις που συνδέονται και ενεργοποιούν τους ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΥΣ ΑΛΦΑ-1 ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ.