LINEZOLID
Λινεζολίδη
O παλαιότερος αντιπρόσωπος της ομάδος, το ναλιδιξικό οξύ, χορηγήθηκε κυρίως στη θεραπεία των λοιμώξεων του κατωτέρου ουροποιητικού συστήματος, η χρήση του όμως περιορίστηκε γρήγορα σαν συνέπεια της πτωχής φαρμακοκινητικής του και της ταχείας ανάπτυξης αντοχής των παθογόνων …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-ZYVOXID
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: ενδοφλέβια, από του στόματος
- Χορήγηση: δύο φορές ημερησίως
- Δόση έναρξης: 600 mg
-
ΕνήλικεςΔόση600 mgΜέγ. δόση28 ημέρεςΕνδοφλεβίως ή από του στόματος, δύο φορές ημερησίως. Η διάρκεια της θεραπείας εξαρτάται από το παθογόνο, την εντόπιση της λοίμωξης και τη βαρύτητά της, καθώς και από την κλινική ανταπόκριση του ασθενούς. Για Νοσοκομειακή πνευμονία, Πνευμονία της κοινότητας, Επιπλεγμένες λοιμώξεις δέρματος και μαλακών μορίων: 10-14 συνεχόμενες ημέρες. Δεν απαιτείται αύξηση της δοσολογίας ή της διάρκειας θεραπείας για λοιμώξεις που σχετίζονται με ταυτόχρονη βακτηριαιμία.
-
Παιδιά και έφηβοι (< 18 ετών)Δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα. Η χρήση δε συνιστάται μέχρι να αποκτηθούν επιπλέον στοιχεία (βλ. Φαρμακοδυναμικές και Φαρμακοκινητικές).
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΔεν απαιτείται καμία ρύθμιση δοσολογίας.
-
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκειαΔεν απαιτείται καμία ρύθμιση δοσολογίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
-
Ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (Κάθαρση κρεατινίνης <30 ml/λεπτό)Δεν απαιτείται καμία ρύθμιση δοσολογίας. Χρήση με ιδιαίτερη προσοχή και μόνο όταν το αναμενόμενο όφελος υπερκαλύπτει τον θεωρητικό κίνδυνο, λόγω της υψηλότερης έκθεσης στους μεταβολίτες.
-
Ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρσηΗ linezolid θα πρέπει να χορηγείται μετά την αιμοκάθαρση. Χρήση με ιδιαίτερη προσοχή και μόνον όταν το αναμενόμενο όφελος υπερκαλύπτει τον θεωρητικό κίνδυνο.
-
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκειαΔεν απαιτείται καμία ρύθμιση της δοσολογίας. Η χρήση συνιστάται μόνον όταν το αναμενόμενο όφελος υπερκαλύπτει τον θεωρητικό κίνδυνο (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
block
SPC-ZYVOXID
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη linezolid ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα
-
Λήψη οποιουδήποτε φαρμάκου το οποίο αναστέλλει τις μονοαμινο-οξειδάσεις Α ή Β (π.χ. φαινελζίνη, ισοκαρβοξαζίδη, σελεγιλίνη, μοκλοβεμίδη) ή εντός δύο εβδομάδων από την τελευταία λήψη τέτοιου φαρμάκου
-
Μη ελεγχόμενη υπέρταση, φαιοχρωμοκύτωμα, καρκινοειδές, θυρεοτοξίκωση, διπολική διαταραχή, σχιζομανιοκαταθλιπτική διαταραχή, οξείες καταστάσεις σύγχυσης (εκτός εάν διατίθενται κατάλληλα μέσα για συχνή παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης)
-
Λήψη οποιουδήποτε από τα εξής φάρμακα: αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, αγωνιστές υποδοχέων 5-HT1 σεροτονίνης (triptans), συμπαθομιμητικούς παράγοντες με άμεση ή έμμεση δράση (συμπεριλαμβανομένων και των αδρενεργικών βρογχοδιασταλτικών, ψευδοεφεδρίνη, και φαινυλοπροπανολαμίνη), αγγειοσυσπαστικούς παράγοντες (π.χ. επινεφρίνη, νορεπινεφρίνη), ντοπαμινεργικούς παράγοντες (π.χ. ντοπαμίνη, δοβουταμίνη), πεθιδίνη ή βουσπιρόνη (εκτός εάν διατίθενται κατάλληλα μέσα για συχνή παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης)
-
Θηλασμός (πριν από και κατά τη διάρκεια της χορήγησης του φαρμάκου)
warning
SPC-ZYVOXID
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Μυελοκαταστολή (αναιμία, λευκοπενία, πανκυτταροπενία, θρομβοκυτταροπενία)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχουσα αναιμία, κοκκιοκυτταροπενία ή θρομβοκυτταροπενία, οι οποίοι λαμβάνουν παράλληλα φάρμακα που θα μπορούσαν να μειώσουν τα επίπεδα της αιμοσφαιρίνης, τον αριθμό ή τη λειτουργικότητα των αιμοπεταλίων, σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια ή σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία για διάστημα άνω των 10-14 ημερώνΣτενή παρακολούθηση της αιματολογικής εικόνας. Η χορήγηση να γίνεται μόνο με δυνατότητα στενής παρακολούθησης των επιπέδων της αιμοσφαιρίνης, του αριθμού των κυττάρων του αίματος και των αιμοπεταλίων. Σε περίπτωση σημαντικής μυελοκαταστολής, διακοπή του φαρμάκου εκτός αν θεωρηθεί απόλυτα αναγκαία η συνέχιση της θεραπείας, οπότε να εφαρμόζονται εντατική παρακολούθηση της αιματολογικής εικόνας και κατάλληλες μέθοδοι αντιμετώπισης.
-
ΜυελοκαταστολήπροσοχήΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείςΕνδέχεται να βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης δυσκρασιών του αίματος.
-
Μυελοκαταστολή (σχέση με διάρκεια θεραπείας)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν linezolid για διάστημα μεγαλύτερο από τη μέγιστη συνιστώμενη διάρκεια των 28 ημερώνΥψηλότερη επίπτωση σοβαρής αναιμίας, συχνότερη ανάγκη για μετάγγιση αίματος, έχουν αναφερθεί περιστατικά σιδηροβλαστικής αναιμίας.
-
Αυξημένη θνητότητα σε κλινική μελέτη σε λοιμώξεις συνδεόμενες με χρήση ενδοαγγειακού καθετήρα (με μη-Gram θετικά παθογόνα)προσοχήΠληθυσμόςΣοβαρά πάσχοντες από λοιμώξεις συνδεόμενες με χρήση ενδοαγγειακού καθετήρα, με οποιοδήποτε άλλο παθογόνο ή χωρίς ανεύρεση παθογόνου κατά την έναρξη της θεραπείαςΣε επιπλεγμένες λοιμώξεις δέρματος και μαλακών μορίων, η linezolid θα πρέπει να χορηγείται μόνο εάν δεν υπάρχουν διαθέσιμες εναλλακτικές θεραπευτικές επιλογές και η θεραπεία έναντι των Gram αρνητικών μικροοργανισμών πρέπει να αρχίζει ταυτόχρονα.
-
Διάρροια και κολίτιδα σχετιζόμενες με αντιβιοτικά (ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα, διάρροια από Clostridium difficile)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που εμφανίζουν διάρροια μετά τη χορήγηση οποιουδήποτε αντιβακτηριακού παράγοντα ή σοβαρή διάρροια κατά τη διάρκεια ή μετά τη χρήση της linezolidΕίναι σημαντικό να εξεταστεί η διάγνωση. Σε περίπτωση υποψίας ή αποδεδειγμένης κολίτιδας, μπορεί να απαιτηθεί διακοπή της linezolid και εφαρμογή κατάλληλων μέτρων αντιμετώπισης. Φάρμακα που αναστέλλουν τον περισταλτισμό του εντέρου αντενδείκνυνται.
-
Γαλακτική οξέωσηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που αναπτύσσουν σημεία και συμπτώματα μεταβολικής οξέωσης (υποτροπιάζουσα ναυτία ή έμετο, κοιλιακό άλγος, χαμηλό επίπεδο διττανθρακικών ή υπεραερισμό)Άμεση ιατρική φροντίδα. Τα οφέλη της συνέχισης της linezolid θα πρέπει να αντισταθμιστούν έναντι των ενδεχόμενων κινδύνων.
-
Μιτοχονδριακή δυσλειτουργία (ως αιτία ανεπιθύμητων ενεργειών)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που χρησιμοποιούν το φάρμακο για περισσότερο από 28 ημέρεςΠιο συχνή εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών όπως γαλακτική οξέωση, αναιμία και νευροπάθεια (οπτική και περιφερική).
-
Σεροτονινεργικό σύνδρομοπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς στους οποίους γίνεται συγχορήγηση linezolid και σεροτονινεργικών παραγόντων (π.χ. SSRIs) όταν αυτή είναι απαραίτητηΣτενή παρακολούθηση για σημεία και συμπτώματα (γνωσιακή δυσλειτουργία, υπερπυρεξία, αύξηση αντανακλαστικών και έλλειψη συντονισμού). Εάν εμφανιστούν, να εξεταστεί το ενδεχόμενο διακοπής του ενός ή και των δύο φαρμάκων.
-
Περιφερική και οπτική νευροπάθεια, οπτική νευρίτιδα (ενίοτε απώλεια όρασης)προσοχήΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς, κυρίως όσοι λαμβάνουν το φάρμακο για διάστημα μεγαλύτερο από 28 ημέρεςΣύσταση στους ασθενείς να αναφέρουν συμπτώματα οπτικής διαταραχής (μεταβολές οπτικής οξύτητας, αντίληψης χρωμάτων, θάμβος όρασης, έλλειμμα οπτικών πεδίων). Άμεση εκτίμηση με παραπομπή σε οφθαλμίατρο. Η συνέχιση της χρήσης του ZYVOXID πρέπει να αντισταθμίζεται έναντι των πιθανών κινδύνων.
-
Αυξημένος κίνδυνος νευροπαθειώνπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα ή έχουν λάβει πρόσφατα αντιμυκοβακτηριακή φαρμακευτική αγωγή για τη θεραπεία της φυματίωσηςΠροσοχή κατά τη χρήση linezolid.
-
ΣπασμοίπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό σπασμών ή παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση σπασμώνΟι ασθενείς πρέπει να ενημερώνουν τον ιατρό τους εάν έχουν ιστορικό σπασμών.
-
Αναστολή Μονοαμινο-οξειδάσης (ΜΑΟ)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με υποκείμενες καταστάσεις και/ή με συγχορηγούμενα φάρμακα που θα μπορούσαν να τους θέσουν σε κίνδυνο από την αναστολή της ΜΑΟΗ linezolid δεν συνιστάται για χρήση εκτός εάν υπάρχει δυνατότητα για στενή παρατήρηση και παρακολούθηση του ασθενούς.
-
Αλληλεπίδραση με τυραμίνηπροσοχήΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΑποτροπή κατανάλωσης μεγάλων ποσοτήτων τροφών με υψηλή περιεκτικότητα τυραμίνης.
-
Επιμόλυνση (υπερανάπτυξη μη ευαίσθητων μικροοργανισμών, μονιλίαση)προσοχήΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΣε περίπτωση που παρατηρηθεί επιμόλυνση κατά τη διάρκεια της θεραπείας, θα πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα.
-
Χρήση σε σοβαρή νεφρική ανεπάρκειαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκειαΧρήση με ιδιαίτερη προσοχή και μόνον όταν το αναμενόμενο όφελος υπερκαλύπτει τον θεωρητικό κίνδυνο.
-
Χρήση σε σοβαρή ηπατική ανεπάρκειαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκειαΧορήγηση μόνον όταν το αναμενόμενο όφελος υπερκαλύπτει τον θεωρητικό κίνδυνο.
-
Διαταραχή της γονιμότηταςπροσοχήΠληθυσμόςΆνδρεςΗ πιθανή επίδραση της linezolid στο αναπαραγωγικό σύστημα του ανδρός δεν είναι γνωστή.
-
Διάρκεια θεραπείας (>28 ημέρες)προσοχήΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της linezolid όταν χορηγείται για διάστημα μεγαλύτερο των 28 ημερών, δεν έχουν αξιολογηθεί.
-
Περιορισμένη εμπειρία χρήσηςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με αλλοιώσεις διαβητικού ποδιού, κατακλίσεων ή ισχαιμικές αλλοιώσεις, σοβαρά εγκαύματα ή γάγγραιναΟι ελεγχόμενες κλινικές μελέτες δεν περιελάμβαναν τους συγκεκριμένους ασθενείς, επομένως η εμπειρία είναι περιορισμένη.
-
Περιεκτικότητα σε γλυκόζηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή με άλλες καταστάσεις που σχετίζονται με δυσανεξία γλυκόζηςΗ περιεκτικότητα σε γλυκόζη (45,7 mg/ml) θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη.
-
Περιεκτικότητα σε νάτριοπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που βρίσκονται σε ελεγχόμενη δίαιτα νατρίουΗ περιεκτικότητα σε νάτριο (0,38 mg/ml) θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη.
swap_horiz
SPC-ZYVOXID
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αναστολείς της μονοάμινο οξειδάσης (ΜΑΟΙ)προσοχήΚίνδυνος λόγω αναστολής της ΜΑΟ.ΣύστασηΔεν συνιστάται εκτός εάν είναι δυνατή η στενή παρατήρηση και παρακολούθηση του ασθενούς (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
προσοχήΕπέτεινε τις αυξήσεις στην αρτηριακή πίεση (μέση αύξηση συστολικής πίεσης 30-40 mm Hg).ΣύστασηΟι δόσεις φαρμάκων με αγγειοσυσπαστική δράση, συμπεριλαμβανομένων και των ντοπαμινεργικών παραγόντων, να ρυθμίζονται προσεκτικά για την επίτευξη της επιθυμητής ανταπόκρισης.
-
Σεροτονινεργικοί παράγοντες (συμπεριλαμβανομένων SSRIs), ΔεξτρομεθορφάνηαντένδειξηΚίνδυνος εμφάνισης σεροτονινεργικού συνδρόμου.ΣύστασηΗ συγχορήγηση αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις). Ο χειρισμός των ασθενών για τους οποίους είναι απαραίτητη η θεραπεία με linezolid και σεροτονινεργικούς παράγοντες, περιγράφεται στην (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Τροφές με υψηλή περιεκτικότητα τυραμίνης (π.χ. τυρί, εκχυλίσματα μαγιάς, μη απεσταγμένα οινοπνευματώδη ποτά, προϊόντα ζύμωσης σόγιας)προσοχήΔεν παρατηρήθηκε σημαντική επίδραση στην αύξηση της πίεσης σε ποσότητες <100 mg τυραμίνης.ΣύστασηΑποφυγή πρόσληψης υπερβολικών ποσοτήτων.
-
Φάρμακα που μεταβολίζονται από το κυτόχρωμα P450αμελητέαΔεν αναμένεται φαρμακευτική αλληλεπίδραση προκαλούμενη από το CΥΡ450.
-
παρακολούθησηΜείωσε τη Cmax της linezolid κατά 21% και την AUC κατά 32%.ΣύστασηΟ μηχανισμός και η κλινική σημασία αυτής της αλληλεπίδρασης είναι άγνωστα.
-
παρακολούθηση10% μείωση στη μέση μέγιστη ΙΝR, 5% μείωση στην AUC INR.ΣύστασηΔεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία για την αξιολόγηση της κλινικής σημασίας.
sick
SPC-ZYVOXID
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Καντιντίαση
- Καντιντίαση του στόματος
- Μυκητιασικές λοιμώξεις
- Κολπίτιδα
- Κολπική καντιντίαση
- Αιδοιοκολπική διαταραχή
- Κολίτιδα σχετιζόμενη με αντιβιοτικά (συμπεριλαμβανομένης της ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας)
- Λευκοπενία
- Ουδετεροπενία
- Θρομβοκυτταροπενία
- Ηωσινοφιλία
- Μυελοκαταστολή
- Πανκυτταροπενία
- Αναιμία
- Σιδηροβλαστική αναιμία
- Αυξημένα ουδετερόφιλα
- Αυξημένα ηωσινόφιλα
- Μειωμένη αιμοσφαιρίνη
- Μειωμένος αριθμός ερυθροκυττάρων
- Μειωμένα ουδετερόφιλα
- Αναφυλαξία
- Γαλακτική οξέωση
- Υπονατριαιμία
- Αϋπνία
- Κεφαλαλγία
- Αλλαγή γεύσης
- Ζάλη
- Υπαισθησία
- Παραισθησία
- Σεροτονινεργικό σύνδρομο
- Σπασμοί
- Περιφερική νευροπάθεια
- Παροδικά ισχαιμικά επεισόδια
- Θάμβος οράσεως
- Οπτική νευροπάθεια
- Οπτική νευρίτιδα
- Απώλεια όρασης
- Μεταβολές στην οπτική οξύτητα
- Μεταβολές στην οπτική αντίληψη χρωμάτων
- Μεταβολές στο έλλειμμα στα οπτικά πεδία
- Εμβοές
- Αρρυθμία
- Ταχυκαρδία
- Υπέρταση
- Φλεβίτιδα
- Θρομβοφλεβίτιδα
- Διάρροια
- Ναυτία
- Έμετος
- Παγκρεατίτιδα
- Γαστρίτιδα
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσκοιλιότητα
- Ξηροστομία
- Δυσπεψία
- Γλωσσίτιδα
- Μη σχηματισμένες κενώσεις
- Στοματίτιδα
- Αποχρωματισμός γλώσσας
- Αλλοιώσεις γλώσσας
- Επιφανειακός δυσχρωματισμός οδόντος
- Αυξημένη AST
- Αυξημένη ALT
- Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση
- Αυξημένη ολική χολερυθρίνη
- Αυξημένη κρεατινίνη
- Αυξημένη LDH
- Αυξημένη κρεατινική κινάση
- Αυξημένη λιπάση
- Αυξημένη αμυλάση
- Αυξημένη μεταγευματική γλυκόζη
- Μειωμένη ολική πρωτεΐνη
- Μειωμένη λευκωματίνη
- Μειωμένο νάτριο
- Μειωμένο ασβέστιο
- Διαταραχή καλίου
- Αυξημένα διττανθρακικά
- Μειωμένα διττανθρακικά
- Αυξημένο νάτριο
- Αυξημένο ασβέστιο
- Μειωμένη μεταγευματική γλυκόζη
- Διαταραχές χλωριούχων
- Μειωμένος αιματοκρίτης
- Διαταραχή αριθμού αιμοπεταλίων
- Διαταραχή αριθμού λευκοκυττάρων
- Αυξημένος αριθμός δικτυοερυθροκυττάρων
- Αυξημένο άζωτο ουρίας αίματος
- Πολυουρία
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Κνίδωση
- Δερματίτιδα
- Εφίδρωση
- Κνησμός
- Εξάνθημα
- Αγγειοοίδημα
- Αλωπεκία
- Πομφολυγώδεις διαταραχές (όπως αυτές που περιγράφονται ως σύνδρομο Stevens-Johnson και τοξική επιδερμική νεκρόλυση)
- Ρίγη
- Κόπωση
- Πυρετός
- Άλγος στο σημείο της ένεσης
- Αυξημένη δίψα
- Εντοπισμένο άλγος
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑλλαγή γεύσηςΝευρικό
-
ΣυχνέςΑυξημένα διττανθρακικάΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένα ηωσινόφιλαΑίμα
-
ΣυχνέςΑυξημένα ουδετερόφιλαΑίμα
-
ΣυχνέςΑυξημένη ALTΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη ASTΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη LDHΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη αλκαλική φωσφατάσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη αμυλάσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη κρεατινική κινάσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη λιπάσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη μεταγευματική γλυκόζηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένο άζωτο ουρίας αίματοςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχή αριθμού αιμοπεταλίωνΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΔιαταραχή αριθμού λευκοκυττάρωνΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΔιαταραχή καλίουΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΚαντιντίασηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΚαντιντίαση του στόματοςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚολπική καντιντίασηΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΜειωμένα διττανθρακικάΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΜειωμένη αιμοσφαιρίνηΑίμα
-
ΣυχνέςΜειωμένη λευκωματίνηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΜειωμένη ολική πρωτεΐνηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΜειωμένο ασβέστιοΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΜειωμένο νάτριοΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΜειωμένος αιματοκρίτηςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΜειωμένος αριθμός ερυθροκυττάρωνΑίμα
-
ΣυχνέςΜυκητιασικές λοιμώξειςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΆλγος στο σημείο της ένεσηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΑρρυθμίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑυξημένη δίψαΓενικές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη κρεατινίνηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη ολική χολερυθρίνηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένο ασβέστιοΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένο νάτριοΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένος αριθμός δικτυοερυθροκυττάρωνΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΓαστρίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΓλωσσίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔερματίτιδαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές χλωριούχωνΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕμβοέςΑυτί
-
Όχι συχνέςΕντοπισμένο άλγοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕφίδρωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΘάμβος οράσεωςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΘρομβοκυτταροπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΘρομβοφλεβίτιδαΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΚολπίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Όχι συχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΜειωμένα ουδετερόφιλαΑίμα
-
Όχι συχνέςΜειωμένη μεταγευματική γλυκόζηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΜη σχηματισμένες κενώσειςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠολυουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΠυρετόςΓενικές
-
Όχι συχνέςΡίγηΓενικές
-
Όχι συχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΥπαισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΦλεβίτιδαΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑιδοιοκολπική διαταραχήΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΑλλοιώσεις γλώσσαςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑναιμίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΑναφυλαξίαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑποχρωματισμός γλώσσαςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΑπώλεια όρασηςΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΓαλακτική οξέωσηΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΕπιφανειακός δυσχρωματισμός οδόντοςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΚολίτιδα σχετιζόμενη με αντιβιοτικά (συμπεριλαμβανομένης της ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας)Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Μη γνωστέςΜεταβολές στην οπτική αντίληψη χρωμάτωνΟφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΜεταβολές στην οπτική οξύτηταΟφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΜεταβολές στο έλλειμμα στα οπτικά πεδίαΟφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΜυελοκαταστολήΑίμα
-
Μη γνωστέςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΟπτική νευρίτιδαΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΟπτική νευροπάθειαΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΠανκυτταροπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΠαροδικά ισχαιμικά επεισόδιαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΠομφολυγώδεις διαταραχές (όπως αυτές που περιγράφονται ως σύνδρομο Stevens-Johnson και τοξική επιδερμική νεκρόλυση)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΣεροτονινεργικό σύνδρομοΝευρικό
-
Μη γνωστέςΣιδηροβλαστική αναιμίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΣπασμοίΝευρικό
-
Μη γνωστέςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
pregnant_woman
SPC-ZYVOXID
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΗ linezolid δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός αν υπάρχει σαφής ανάγκη, δηλαδή μόνον όταν τα ενδεχόμενα οφέλη υπερκαλύπτουν τον θεωρητικό κίνδυνο.Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τη χρήση της linezolid σε έγκυες γυναίκες. Από τις μελέτες σε πειραματόζωα προκύπτουν τοξικές επιδράσεις στην αναπαραγωγή (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ένας δυνητικός κίνδυνος για τον άνθρωπο υπάρχει.
-
Γαλουχίαο θηλασμός θα πρέπει να διακόπτεται πριν από και κατά τη διάρκεια της χορήγησης του φαρμάκου.Οι μελέτες σε πειραματόζωα υποδηλώνουν ότι η linezolid μπορεί να περάσει στο μητρικό γάλα.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-ZYVOXID
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλα αντιβακτηριδιακά. Κωδικός ATC: J 01 XX08 ### Γενικές Ιδιότητες Η linezolid είναι συνθετικός αντιβακτηριακός παράγοντας που ανήκει σε νέα τάξη αντιβιοτικών, τις οξαζολιδινόνες. Έχει in vitro δράση…
biotech
SPC-ZYVOXID
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητικές Το Zyvoxid περιέχει κυρίως (s)-linezolid που είναι βιολογικά δραστική και μεταβολίζεται σε αδρανή παράγωγα. ### Απορρόφηση H linezolid απορροφάται ταχέως και εκτεταμένα μετά τη χορήγησή της από το στόμα. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αιμοπετάλια | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | Στενή | Προϋπάρχουσα αναιμία, κοκκιοκυτταροπενία, θρομβοκυτταροπενία, συγχορήγηση φαρμάκων που μειώνουν αιμοσφαιρίνη/αιμοπετάλια, σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, θεραπεία >10-14 ημερών |
| Εβδομαδιαία | Όλοι οι ασθενείς που λαμβάνουν linezolid | ||
| Αιμοσφαιρίνη (Hb) | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | Στενή | Προϋπάρχουσα αναιμία, κοκκιοκυτταροπενία, θρομβοκυτταροπενία, συγχορήγηση φαρμάκων που μειώνουν αιμοσφαιρίνη/αιμοπετάλια, σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, θεραπεία >10-14 ημερών |
| Εβδομαδιαία | Όλοι οι ασθενείς που λαμβάνουν linezolid | ||
| Αριθμός κυττάρων αίματος | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | Στενή | Προϋπάρχουσα αναιμία, κοκκιοκυτταροπενία, θρομβοκυτταροπενία, συγχορήγηση φαρμάκων που μειώνουν αιμοσφαιρίνη/αιμοπετάλια, σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, θεραπεία >10-14 ημερών |
| Λευκά αιμοσφαίρια (WBC) | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | Εβδομαδιαία | Όλοι οι ασθενείς που λαμβάνουν linezolid |
| Λευκοκυτταρικός τύπος | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | Εβδομαδιαία | Όλοι οι ασθενείς που λαμβάνουν linezolid |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αρτηριακή πίεση | monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία | Συχνή | Μη ελεγχόμενη υπέρταση, φαιοχρωμοκύτωμα, καρκινοειδές, θυρεοτοξίκωση, διπολική διαταραχή, σχιζομανιοκαταθλιπτική διαταραχή, οξείες καταστάσεις σύγχυσης ή συγχορήγηση συγκεκριμένων φαρμάκων |
| Σεροτονινεργικό σύνδρομο | neurologyΝευρολογικός / ψυχικός έλεγχος | Στενά | Συγχορήγηση linezolid και σεροτονινεργικών παραγόντων |
| Οπτική λειτουργία | visibilityΟφθαλμολογικός έλεγχος | Τακτικά | Λήψη ZYVOXID για διάστημα μεγαλύτερο των 28 ημερών |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-ZYVOXID
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Το Zyvoxid διάλυμα για ενδοφλέβια έγχυση ή επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν αρχική θεραπεία. Οι ασθενείς που αρχίζουν τη θεραπεία από την παρεντερική οδό μπορεί να συνεχίσουν με οποιαδήποτε από τις από του στόματος χορηγούμενες μορφές όταν ενδείκνυται κλινικά. Στις περιπτώσεις αυτές, δεν απαιτείται καμία ρύθμιση της δοσολογίας δεδομένου ότι η βιοδιαθεσιμότητα της linezolid από το στόμα είναι περίπου 100%.
Συνιστώμενη δοσολογία και διάρκεια θεραπείας για ενήλικες: Η διάρκεια της θεραπείας εξαρτάται από το παθογόνο, την εντόπιση της λοίμωξης και τη βαρύτητά της, καθώς και από την κλινική ανταπόκριση του ασθενούς. Οι παρακάτω συστάσεις για τη διάρκεια θεραπείας απεικονίζουν εκείνες που εφαρμόστηκαν στις κλινικές μελέτες. Θεραπευτικά σχήματα μικρότερης διάρκειας μπορεί να θεωρηθούν κατάλληλα για ορισμένα είδη λοιμώξεων, ωστόσο δεν έχουν αξιολογηθεί σε κλινικές μελέτες.
Η μέγιστη διάρκεια της θεραπείας είναι 28 ημέρες. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της linezolid όταν χορηγείται για διάστημα μεγαλύτερο των 28 ημερών, δεν έχουν τεκμηριωθεί (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Καμία αύξηση στη συνιστώμενη δοσολογία ή στη διάρκεια της θεραπείας δεν απαιτείται για λοιμώξεις που σχετίζονται με ταυτόχρονη βακτηριαιμία.
Η συνιστώμενη δοσολογία για το διάλυμα για έγχυση καθώς και για τα δισκία είναι πανομοιότυπη ως εξής:
Διάλυμα για ενδοφλέβια έγχυση
| Λοιμώξεις | Δοσολογία | Διάρκεια θεραπείας |
|---|---|---|
| Νοσοκομειακή πνευμονία | 600 mg ενδοφλεβίως δύο φορές ημερησίως | 10-14 Συνεχόμενες Ημέρες |
| Πνευμονία της κοινότητας | 600 mg ενδοφλεβίως δύο φορές ημερησίως | 10-14 Συνεχόμενες Ημέρες |
| Επιπλεγμένες λοιμώξεις δέρματος και μαλακών μορίων | 600 mg ενδοφλεβίως δύο φορές ημερησίως | 10-14 Συνεχόμενες Ημέρες |
Δισκία
| Λοιμώξεις | Δοσολογία | Διάρκεια θεραπείας |
|---|---|---|
| Νοσοκομειακή πνευμονία | 600 mg από του στόματος δύο φορές ημερησίως | 10-14 Συνεχόμενες Ημέρες |
| Πνευμονία της κοινότητας | 600 mg από του στόματος δύο φορές ημερησίως | 10-14 Συνεχόμενες Ημέρες |
| Επιπλεγμένες λοιμώξεις δέρματος και Μαλακών μορίων | 600 mg από του στόματος δύο φορές ημερησίως | 10-14 Συνεχόμενες Ημέρες |
Παιδιά: Δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα της linezolid σε παιδιά και σε εφήβους (< 18 ετών) ώστε να διατυπωθούν συστάσεις δοσολογίας (βλ. Φαρμακοδυναμικές και Φαρμακοκινητικές). Επομένως, μέχρις ότου αποκτηθούν επιπλέον στοιχεία, η χρήση της linezolid σ’ αυτήν την ηλικιακή ομάδα δε συνιστάται.
Ηλικιωμένοι ασθενείς: Δεν απαιτείται καμία ρύθμιση δοσολογίας.
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια: Δεν απαιτείται καμία ρύθμιση δοσολογίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
Ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (δηλ. Κάθαρση κρεατινίνης <30 ml/λεπτό): Δεν απαιτείται καμία ρύθμιση δοσολογίας. Λόγω της άγνωστης κλινικής σημασίας της υψηλότερης έκθεσης (μέχρι το 10πλάσιο) στους δύο κυριότερους μεταβολίτες της linezolid σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, η linezolid θα πρέπει να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή στους ασθενείς αυτούς και μόνον όταν το αναμενόμενο όφελος θεωρείται ότι υπερκαλύπτει το θεωρητικό κίνδυνο.
Δεδομένου ότι περίπου το 30% της δόσης της linezolid απομακρύνεται με αιμοκάθαρση διάρκειας 3 ωρών, η linezolid θα πρέπει να χορηγείται μετά την αιμοκάθαρση σε ασθενείς που υποβάλλονται σε τέτοιου είδους θεραπεία. Οι κυριότεροι μεταβολίτες της linezolid απομακρύνονται κατά έναν ορισμένο βαθμό με αιμοκάθαρση, ωστόσο οι συγκεντρώσεις των μεταβολιτών αυτών εξακολουθούν να είναι σημαντικά υψηλότερες μετά από κάθαρση, σε σύγκριση με εκείνες που παρατηρούνται σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία ή με ήπια έως μέτρια νεφρική ανεπάρκεια.
Επομένως, η linezolid θα πρέπει να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση, και μόνον όταν το αναμενόμενο όφελος θεωρείται ότι υπερκαλύπτει τον θεωρητικό κίνδυνο.
Μέχρι σήμερα, δεν υπάρχει εμπειρία από την χορήγηση της linezolid σε ασθενείς που υποβάλλονται σε συνεχή περιπατητική περιτοναϊκή κάθαρση (CAPD) ή σε εναλλακτικές θεραπείες για νεφρική ανεπάρκεια (εκτός από την αιμοκάθαρση).
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια: Δεν απαιτείται καμία ρύθμιση της δοσολογίας. Ωστόσο, υπάρχουν περιορισμένα κλινικά στοιχεία και η χρήση της linezolid συνιστάται μόνον όταν το αναμενόμενο όφελος θεωρείται ότι υπερκαλύπτει τον θεωρητικό κίνδυνο (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
Τρόπος Χορήγησης
Η συνιστώμενη δοσολογία της linezolid πρέπει να χορηγείται ενδοφλεβίως ή από το στόμα δύο φορές ημερησίως.
Διάλυμα για ενδοφλέβια έγχυση Οδός χορήγησης: Ενδοφλέβια χρήση. Το διάλυμα για έγχυση πρέπει να χορηγείται σε διάστημα 30 έως 120 λεπτών.
Δισκία Οδός χορήγησης: Από του στόματος χρήση. Τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία μπορούν να ληφθούν με ή χωρίς τροφή.
block
Αντενδείξεις
SPC-ZYVOXID
expand_more
Αντενδείξεις
Αντενδείξεις
- Ασθενείς με υπερευαισθησία στη linezolid ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα (βλ. Κατάλογος εκδόχων).
- Η linezolid δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς που λαμβάνουν οποιοδήποτε φάρμακο το οποίο αναστέλλει τις μονοαμινο-οξειδάσες Α ή Β (π.χ. φαινελζίνη, ισοκαρβοξαζίδη, σελεγιλίνη, μοκλοβεμίδη) ή εντός δύο εβδομάδων από την τελευταία λήψη τέτοιου φαρμάκου.
- Εκτός εάν διατίθενται κατάλληλα μέσα για συχνή παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης, η linezolid δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με τις ακόλουθες υποκείμενες κλινικές καταστάσεις ή που λαμβάνουν ταυτόχρονα τα εν συνεχεία αναφερόμενα φάρμακα:
- Ασθενείς με μη ελεγχόμενη υπέρταση, φαιοχρωμοκύτωμα, καρκινοειδές, θυρεοτοξίκωση, διπολική διαταραχή, σχιζομανιοκαταθλιπτική διαταραχή, οξείες καταστάσεις σύγχυσης.
- Ασθενείς που λαμβάνουν οποιοδήποτε από τα εξής φάρμακα: αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, αγωνιστές υποδοχέων 5-HT1 σεροτονίνης (triptans), συμπαθομιμητικούς παράγοντες με άμεση ή έμμεση δράση (συμπεριλαμβανομένων και των αδρενεργικών βρογχοδιασταλτικών, ψευδοεφεδρίνη, και φαινυλοπροπανολαμίνη), αγγειοσυσπαστικούς παράγοντες (π.χ. επινεφρίνη, νορεπινεφρίνη), ντοπαμινεργικούς παράγοντες (π.χ. ντοπαμίνη, δοβουταμίνη), πεθιδίνη ή βουσπιρόνη.
- Τα στοιχεία από πειραματόζωα υποδηλώνουν ότι η linezolid και οι μεταβολίτες της μπορούν να περάσουν στο μητρικό γάλα και, επομένως, ο θηλασμός θα πρέπει να διακόπτεται πριν από και κατά τη διάρκεια της χορήγησης του φαρμάκου (βλ. Κύηση και γαλουχία).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-ZYVOXID
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ειδικές προειδοποιήσεις
Μυελοκαταστολή
Μυελοκαταστολή (που περιλαμβάνει αναιμία, λευκοπενία, πανκυτταροπενία και θρομβοκυτταροπενία) έχει αναφερθεί σε άτομα που λαμβάνουν linezolid. Σε περιπτώσεις όπου η έκβαση είναι γνωστή, όταν διακόπηκε η χορήγηση της linezolid, οι αιματολογικές παράμετροι που είχαν επηρεασθεί αυξήθηκαν προς τα επίπεδά τους πριν από την έναρξη της θεραπείας. Ο κίνδυνος για τις επιδράσεις αυτές φαίνεται πως σχετίζεται με τη διάρκεια της θεραπείας. Οι ηλικιωμένοι ασθενείς που βρίσκονται υπό θεραπεία με linezolid ενδέχεται να βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης δυσκρασιών του αίματος από ότι οι πιο νέοι ασθενείς. Η θρομβοκυτταροπενία μπορεί να παρατηρηθεί με μεγαλύτερη συχνότητα σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, ανεξάρτητα από το αν υποβάλλονται ή όχι σε αιμοκάθαρση. Επομένως, συνιστάται η στενή παρακολούθηση της αιματολογικής εικόνας σε ασθενείς με προϋπάρχουσα αναιμία, κοκκιοκυτταροπενία ή θρομβοκυτταροπενία, οι οποίοι λαμβάνουν παράλληλα φάρμακα που θα μπορούσαν να μειώσουν τα επίπεδα της αιμοσφαιρίνης, τον αριθμό ή τη λειτουργικότητα των αιμοπεταλίων, σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια ή σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία για διάστημα άνω των 10-14 ημερών. Συνιστάται η χορήγηση της linezolid στους ασθενείς αυτούς να γίνεται μόνον όταν υπάρχει δυνατότητα για στενή παρακολούθηση των επιπέδων της αιμοσφαιρίνης, του αριθμού των κυττάρων του αίματος και των αιμοπεταλίων.
Σε περίπτωση που παρατηρηθεί σημαντική μυελοκαταστολή κατά τη διάρκεια της θεραπείας με linezolid, η χορήγηση του φαρμάκου θα πρέπει να διακοπεί εκτός αν θεωρηθεί απόλυτα αναγκαία η συνέχιση της θεραπείας, οπότε θα πρέπει να εφαρμόζονται εντατική παρακολούθηση της αιματολογικής εικόνας και κατάλληλες μέθοδοι αντιμετώπισης.
Επιπλέον, συνιστάται η εβδομαδιαία παρακολούθηση της πλήρους αιματολογικής εικόνας (συμπεριλαμβανομένων των επιπέδων αιμοσφαιρίνης, αιμοπεταλίων, συνολικού αριθμού λευκοκυττάρων και λευκοκυτταρικού τύπου) σε ασθενείς που λαμβάνουν linezolid ανεξάρτητα από την αιματολογική τους εικόνα κατά την έναρξη της θεραπείας.
Σε μελέδες παρηγορητικής χρήσης αναφέρθηκε υψηλότερη επίπτωση σοβαρής αναιμίας σε ασθενείς που λαμβάνουν linezolid για διάστημα μεγαλύτερο από τη μέγιστη συνιστώμενη διάρκεια των 28 ημερών. Οι ασθενείς αυτοί απαιτούν μετάγγιση αίματος συχνότερα. Περιπτώσεις αναιμίας που απαιτούν μετάγγιση αίματος έχουν επίσης αναφερθεί μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου στην αγορά και οι περισσότερες αφορούν ασθενείς οι οποίοι έλαβαν θεραπεία με linezolid για περισσότερες από 28 ημέρες.
Μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου στην αγορά έχουν αναφερθεί περιστατικά σιδηροβλαστικής αναιμίας. Όπου ο χρόνος εμφάνισης ήταν γνωστός, οι περισσότεροι ασθενείς είχαν λάβει linezolid για περισσότερο από 28 ημέρες. Οι περισσότεροι ασθενείς ανέκαμψαν πλήρως ή μερικώς μετά τη διακοπή της linezolid με ή χωρίς θεραπεία για την αναιμία τους.
Ανισορροπία θνητότητας σε μία κλινική μελέτη σε ασθενείς με Gram θετικές λοιμώξεις της κυκλοφορίας του αίματος συνδεόμενες με χρήση καθετήρα
Σε μία ανοιχτή μελέτη σε σοβαρά πάσχοντες από λοιμώξεις συνδεόμενες με χρήση ενδοαγγειακού καθετήρα παρατηρήθηκε αυξημένη θνητότητα σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με linezolid σε σύγκριση με αυτούς που έλαβαν θεραπεία με βανκομυκίνη/ δικλοξακιλλίνη/ οξακιλλίνη [78/363 (21.5%) έναντι 58/363 (16.0%)]. Ο κύριος παράγοντας που επηρέασε τα ποσοστά θνητότητας ήταν η κατάσταση της λοίμωξης από Gram θετικά παθογόνα κατά την έναρξη της θεραπείας. Τα ποσοστά θνητότητας ήταν παρόμοια στους ασθενείς με λοιμώξεις οφειλόμενες αμιγώς σε Gram θετικούς μικροοργανισμούς (λόγος σχετικών πιθανοτήτων [odds ratio] 0,96, διάστημα εμπιστοσύνης 95%: 0,58-1,59) αλλά ήταν σημαντικά υψηλότερα (p=0,0162) στην ομάδα των ασθενών που ελάμβαναν linezolid με οποιοδήποτε άλλο παθογόνο ή χωρίς ανεύρεση παθογόνου κατά την έναρξη της θεραπείας (λόγος σχετικών πιθανοτήτων [odds ratio] 2,48, διάστημα εμπιστοσύνης 95%: 1,38-4,46). Η μεγαλύτερη ανισορροπία εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια της θεραπείας και μέσα σε 7 ημέρες μετά τη διακοπή της χορήγησης του υπό μελέτη φαρμάκου. Περισσότεροι ασθενείς στην ομάδα της linezolid εμφάνισαν λοιμώξεις από Gram αρνητικά παθογόνα κατά τη διάρκεια της μελέτης και απεβίωσαν από λοιμώξεις που οφείλονταν σε Gram αρνητικά παθογόνα και από πολυμικροβιακές λοιμώξεις. Επομένως, σε επιπλεγμένες λοιμώξεις δέρματος και μαλακών μορίων η linezolid θα πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με γνωστή ή πιθανολογούμενη συνυπάρχουσα λοίμωξη από Gram αρνητικούς μικροοργανισμούς μόνο εάν δεν υπάρχουν διαθέσιμες εναλλακτικές θεραπευτικές επιλογές (βλ. Θεραπευτικές ενδείξεις). Σε αυτές τις περιπτώσεις η θεραπεία έναντι των Gram αρνητικών μικροοργανισμών θα πρέπει να αρχίζει ταυτόχρονα.
Διάρροια και κολίτιδα σχετιζόμενες με αντιβιοτικά
Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα έχει αναφερθεί με σχεδόν όλους τους αντιμικροβιακούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης και της linezolid. Επομένως, είναι σημαντικό να εξετασθεί το ενδεχόμενο της διάγνωσης αυτής σε ασθενείς που εμφανίζουν διάρροια μετά τη χορήγηση οποιουδήποτε αντιβακτηριακού παράγοντα. Σε περίπτωση υποψίας ή αποδεδειγμένης κολίτιδας που σχετίζεται με τη χορήγηση αντιβιοτικού, μπορεί να απαιτηθεί η διακοπή της θεραπείας με linezolid και η εφαρμογή κατάλληλων μέτρων αντιμετώπισης.
Διάρροια σχετιζόμενη με αντιβιοτικά και κολίτιδα σχετιζόμενη με αντιβιοτικά, συμπεριλαμβανομένων της ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας και της διάρροιας που σχετίζεται με το παθογόνο Clostridium difficile, έχουν συσχετισθεί με τη χρήση σχεδόν όλων των αντιβιοτικών, συμπεριλαμβανομένης της linezolid, η οποία ενδέχεται να ποικίλει σε βαρύτητα, από ελαφρά διάρροια ως θανατηφόρος κολίτιδα. Επομένως, είναι σημαντικό να συνυπολογιστεί αυτή η διάγνωση σε ασθενείς, οι οποίοι εμφανίζουν σοβαρή διάρροια κατά τη διάρκεια ή μετά τη χρήση της linezolid. Εάν υπάρχει υποψία ή τεκμηριωμένη διάγνωση διάρροιας σχετιζόμενης με αντιβιοτικά ή κολίτιδας σχετιζόμενης με αντιβιοτικά, η τρέχουσα θεραπεία με αντιβακτηριακούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης της linezolid, θα πρέπει να διακοπεί και να εφαρμοστούν αμέσως κατάλληλα θεραπευτικά μέτρα. Σε αυτή την περίπτωση φάρμακα που αναστέλλουν τον περισταλτισμό του εντέρου αντενδείκνυνται.
Γαλακτική οξέωση
Γαλακτική οξέωση έχει αναφερθεί με τη χρήση της linezolid. Ασθενείς οι οποίοι, ενώ λαμβάνουν linezolid, αναπτύσσουν σημεία και συμπτώματα μεταβολικής οξέωσης που περιλαμβάνουν υποτροπιάζουσα ναυτία ή έμετο, κοιλιακό άλγος, χαμηλό επίπεδο διττανθρακικών ή υπεραερισμό, θα πρέπει να λάβουν άμεση ιατρική φροντίδα. Εάν παρουσιασθεί γαλακτική οξέωση, τα οφέλη της συνέχισης της χρήσης της linezolid θα πρέπει να αντισταθμιστούν έναντι των ενδεχόμενων κινδύνων.
Μιτοχονδριακή δυσλειτουργία
Η linezolid αναστέλλει τη μιτοχονδριακή πρωτεϊνική σύνθεση. Ως αποτέλεσμα αυτής της αναστολής μπορεί να εμφανισθούν ανεπιθύμητες ενέργειες όπως η γαλακτική οξέωση, η αναιμία και η νευροπάθεια (οπτική και περιφερική). Αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι πιο συχνές όταν το φάρμακο χρησιμοποιείται για περισσότερο από 28 ημέρες.
Σεροτονινεργικό σύνδρομο
Έχουν αναφερθεί αυθόρμητες αναφορές σεροτονινεργικού συνδρόμου το οποίο σχετίζεται με τη συγχορήγηση linezolid και σεροτονινεργικών παραγόντων, συμπεριλαμβανομένων αντικαταθλιπτικών φαρμάκων όπως οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRIs). Επομένως, η συγχορήγηση της linezolid με σεροτονινεργικά φάρμακα αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις), εκτός από τις περιπτώσεις όπου η ταυτόχρονη χορήγηση linezolid και σεροτονινεργικών παραγόντων είναι απαραίτητη. Σε αυτές τις περιπτώσεις οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σημεία και συμπτώματα του σεροτονινεργικού συνδρόμου όπως η γνωσιακή δυσλειτουργία, η υπερπυρεξία, η αύξηση αντανακλαστικών και η έλλειψη συντονισμού. Εάν εμφανιστούν σημεία ή συμπτώματα, οι θεράποντες ιατροί θα πρέπει να εξετάσουν το ενδεχόμενο διακοπής του ενός ή και των δύο φαρμάκων. Εάν το συγχορηγούμενο σεροτονινεργικό φάρμακο διακοπεί, μπορεί να παρατηρηθούν συμπτώματα απόσυρσης.
Περιφερική και οπτική νευροπάθεια
Περιφερική νευροπάθεια, όπως και οπτική νευροπάθεια και οπτική νευρίτιδα εξελισσόμενες ενίοτε σε απώλεια όρασης, έχουν παρουσιαστεί σε ασθενείς που έλαβαν το Zyvoxid. Οι αναφορές αυτές αφορούσαν κυρίως ασθενείς που έλαβαν το φάρμακο για διάστημα μεγαλύτερο από τη μέγιστη συνιστώμενη διάρκεια των 28 ημερών.
Θα πρέπει να γίνεται σύσταση σε όλους τους ασθενείς να αναφέρουν συμπτώματα οπτικής διαταραχής, όπως μεταβολές στην οπτική οξύτητα, μεταβολές στην αντίληψη των χρωμάτων, θάμβος όρασης ή έλλειμμα στα οπτικά πεδία. Στις περιπτώσεις αυτές συνιστάται άμεση εκτίμηση με την παραπομπή σε οφθαλμίατρο, όπως απαιτείται. Εάν κάποιοι ασθενείς λαμβάνουν ZYVOXID για διάστημα μεγαλύτερο του συνιστώμενου των 28 ημερών, η οπτική τους λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται τακτικά.
Σε περίπτωση περιφερικής ή οπτικής νευροπάθειας η συνέχιση της χρήσης του ZYVOXID πρέπει να αντισταθμίζεται έναντι των πιθανών κινδύνων.
Ενδέχεται να υπάρχει αυξημένος κίνδυνος νευροπαθειών όταν η linezolid χρησιμοποιείται σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα ή έχουν λάβει πρόσφατα αντιμυκοβακτηριακή φαρμακευτική αγωγή για τη θεραπεία της φυματίωσης.
Σπασμοί
Σπασμοί έχουν παρουσιασθεί σε ασθενείς που έλαβαν το Zyvoxid. Στις περισσότερες από αυτές τις περιπτώσεις αναφέρθηκε ιστορικό σπασμών ή παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση σπασμών. Θα πρέπει να γίνεται σύσταση στους ασθενείς προκειμένου να ενημερώνουν τον ιατρό τους εάν έχουν ιστορικό σπασμών.
Αναστολείς της μονοάμινο οξειδάσης
Η linezolid είναι αναστρέψιμος, μη εκλεκτικός αναστολέας της μονοάμινο οξειδάσης (ΜΑΟΙ). Ωστόσο, στις δόσεις που χρησιμοποιούνται για αντιβακτηριακή θεραπεία, δεν ασκεί αντικαταθλιπτική δράση. Υπάρχουν πολύ περιορισμένα στοιχεία από μελέτες αλληλεπίδρασης του φαρμάκου και αναφορικά με την ασφάλεια της linezolid όταν χορηγείται σε ασθενείς με υποκείμενες καταστάσεις και/ή με συγχορηγούμενα φάρμακα που θα μπορούσαν να τους θέσουν σε κίνδυνο από την αναστολή της ΜΑΟ. Επομένως, η linezolid δεν συνιστάται για χρήση κάτω από τις συνθήκες αυτές εκτός εάν υπάρχει δυνατότητα για στενή παρατήρηση και παρακολούθηση του ασθενούς (βλ. Αντενδείξεις και Αλληλεπιδράσεις).
Χρήση με τροφές με υψηλή περιεκτικότητα τυραμίνης
Οι ασθενείς θα πρέπει να αποτρέπονται από την κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων τροφών με υψηλή περιεκτικότητα τυραμίνης (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Επιμόλυνση
Οι επιδράσεις της θεραπείας με linezolid στη φυσιολογική χλωρίδα δεν έχουν αξιολογηθεί σε κλινικές μελέτες.
Η χρήση αντιβιοτικών μπορεί μερικές φορές να προκαλέσει υπερανάπτυξη μη ευαίσθητων μικροοργανισμών. Για παράδειγμα, περίπου το 3% των ασθενών που λαμβάνουν τη συνιστώμενη δόση της linezolid εμφάνισαν σχετιζόμενη με το φάρμακο μονιλίαση κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών. Σε περίπτωση που παρατηρηθεί επιμόλυνση κατά τη διάρκεια της θεραπείας, θα πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα.
Ειδικοί πληθυσμοί
Η linezolid θα πρέπει να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια και μόνον όταν το αναμενόμενο όφελος θεωρείται ότι υπερκαλύπτει τον θεωρητικό κίνδυνο (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).
Συνιστάται η χορήγηση της linezolid σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια μόνον όταν το αναμενόμενο όφελος υπερκαλύπτει τον θεωρητικό κίνδυνο (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).
Διαταραχή της γονιμότητας
Η linezolid μείωσε με αναστρέψιμο τρόπο τη γονιμότητα και προκάλεσε μη φυσιολογική μορφολογία σπέρματος σε ενήλικες αρσενικούς αρουραίους σε επίπεδα έκθεσης περίπου ίσα με εκείνα που αναμένονται στον άνθρωπο. Η πιθανή επίδραση της linezolid στο αναπαραγωγικό σύστημα του ανδρός δεν είναι γνωστή (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
Κλινικές μελέτες
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της linezolid όταν χορηγείται για διάστημα μεγαλύτερο των 28 ημερών, δεν έχουν αξιολογηθεί.
Οι ελεγχόμενες κλινικές μελέτες δεν περιελάμβαναν ασθενείς με αλλοιώσεις διαβητικού ποδιού, κατακλίσεων ή ισχαιμικές αλλοιώσεις, σοβαρά εγκαύματα ή γάγγραινα. Επομένως, η εμπειρία στη χρήση της linezolid στη θεραπεία των καταστάσεων αυτών είναι περιορισμένη.
Έκδοχα
Διάλυμα για ενδοφλέβια έγχυση
Κάθε ml διαλύματος περιέχει 45,7 mg (δηλ. 13,7 g/300 ml) γλυκόζη. Αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή με άλλες καταστάσεις που σχετίζονται με δυσανεξία γλυκόζης. Κάθε ml διαλύματος περιέχει επίσης 0,38 mg (114 mg/300 ml) νάτριο. Το περιεχόμενο νάτριο θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε ασθενείς που βρίσκονται σε ελεγχόμενη δίαιτα νατρίου.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-ZYVOXID
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Αλληλεπιδράσεις
Αναστολείς της μονοάμινο οξειδάσης Η linezolid είναι αναστρέψιμος, μη εκλεκτικός αναστολέας της μονοάμινο οξειδάσης (ΜΑΟΙ). Υπάρχουν πολύ περιορισμένα στοιχεία από μελέτες αλληλεπίδρασης με άλλα φάρμακα και σχετικά με την ασφάλεια της linezolid όταν χορηγείται σε ασθενείς που λαμβάνουν συγχρόνως φάρμακα τα οποία θα μπορούσαν ενδεχομένως να τους θέσουν σε κίνδυνο λόγω της αναστολής της ΜΑΟ. Επομένως, η linezolid δεν συνιστάται για χρήση κάτω από τις συνθήκες αυτές εκτός εάν είναι δυνατή η στενή παρατήρηση και παρακολούθηση του ασθενούς (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ενδεχόμενες αλληλεπιδράσεις που προκαλούν αύξηση της αρτηριακής πίεσης Σε υγιείς εθελοντές με φυσιολογική αρτηριακή πίεση, η linezolid επέτεινε τις αυξήσεις στην αρτηριακή πίεση που προκλήθηκαν από ψευδοεφεδρίνη και υδροχλωρική φαινυλοπροπανολαμίνη. Η ταυτόχρονη χορήγηση της linezolid με ψευδοεφεδρίνη ή φαινυλοπροπανολαμίνη προκάλεσε μέση αύξηση της συστολικής πίεσης της τάξης των 30-40 mm Hg, σε σύγκριση με 11-15 mm Hg με linezolid μόνη, 14-18 mm Hg με ψευδοεφεδρίνη ή φαινυλοπροπανολαμίνη μόνη και 8-11 mm Hg με εικονικό φάρμακο. Παρόμοιες μελέτες δεν έχουν διεξαχθεί σε υπερτασικά άτομα. Συνιστάται οι δόσεις φαρμάκων με αγγειοσυσπαστική δράση, συμπεριλαμβανομένων και των ντοπαμινεργικών παραγόντων, να ρυθμίζονται προσεκτικά για την επίτευξη της επιθυμητής ανταπόκρισης όταν συγχορηγούνται με τη linezolid.
Ενδεχόμενες σεροτονινεργικές αλληλεπιδράσεις Η πιθανή φαρμακευτική αλληλεπίδραση με δεξτρομεθορφάνη μελετήθηκε σε υγιείς εθελοντές. Στα άτομα αυτά χορηγήθηκε δεξτρομεθορφάνη (δύο δόσεις των 20 mg σε μεσοδιάστημα 4 ωρών) με ή χωρίς linezolid. Δεν παρατηρήθηκε καμία επίδραση συνδρόμου σεροτονίνης (π.χ. σύγχυση, παραλήρημα, νευρικότητα, τρόμος, ερυθρότητα, εφίδρωση και υπερπυρεξία) σε φυσιολογικά άτομα που έλαβαν linezolid και δεξτρομεθορφάνη. Εμπειρία μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά: Υπήρξε μία αναφορά ασθενούς που παρουσίασε εικόνα παρόμοια με του συνδρόμου σεροτονίνης, ενώ ελάμβανε linezolid και δεξτρομεθορφάνη, η οποία υποχώρησε με τη διακοπή και των δύο φαρμάκων. Κατά την κλινική χρήση της linezolid με σεροτονινεργικούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων αντικαταθλιπτικών φαρμάκων όπως οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRIs), έχουν αναφερθεί περιστατικά σεροτονινεργικού συνδρόμου. Επομένως, ενώ η συγχορήγηση αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις), ο χειρισμός των ασθενών για τους οποίους είναι απαραίτητη η θεραπεία με linezolid και σεροτονινεργικούς παράγοντες, περιγράφεται στην (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Χρήση με τροφές με υψηλή περιεκτικότητα τυραμίνης Καμία σημαντική επίδραση στην αύξηση της πίεσης δεν παρατηρήθηκε σε άτομα που έλαβαν μαζί linezolid και λιγότερο από 100 mg τυραμίνη. Το γεγονός αυτό υποδηλώνει ότι απαιτείται μόνο η αποφυγή της πρόσληψης υπερβολικών ποσοτήτων τροφής και ποτών με υψηλή περιεκτικότητα τυραμίνης (π.χ. τυρί, εκχυλίσματα μαγιάς, μη απεσταγμένα οινοπνευματώδη ποτά και προϊόντα ζύμωσης σόγιας όπως σάλτσα σόγιας).
Φάρμακα που μεταβολίζονται από το κυτόχρωμα P450 Η linezolid δεν μεταβολίζεται σε ανιχνεύσιμο βαθμό από το ενζυματικό σύστημα του κυτοχρώματος P450 (CYP) και δεν αναστέλλει τις δράσεις κλινικά σημαντικών ανθρώπινων ισομορφών του CYP (1Α2, 2C9, 2C19, 2D6, 2Ε1, 3Α4). Ομοίως, η linezolid δεν επάγει τη δράση των ισοενζύμων Ρ450 σε αρουραίους. Επομένως, καμία φαρμακευτική αλληλεπίδραση προκαλούμενη από το CΥΡ450 δεν αναμένεται με τη linezolid.
Ριφαμπικίνη Η επίδραση της ριφαμπικίνης στη φαρμακοκινητική της linezolid μελετήθηκε σε 16 υγιείς ενήλικες άνδρες εθελοντές, στους οποίους χορηγήθηκε linezolid 600 mg δύο φορές ημερησίως για 2,5 ημέρες, με και χωρίς ριφαμπικίνη 600 mg μία φορά ημερησίως για 8 ημέρες. Η ριφαμπικίνη μείωσε τη Cmax και την AUC της linezolid κατά μέσο όρο 21% [90% CI, 15, 17] και 32% [90% CI, 27, 37], αντίστοιχα. Ο μηχανισμός και η κλινική σημασία αυτής της αλληλεπίδρασης είναι άγνωστα.
Βαρφαρίνη Όταν προσετέθη βαρφαρίνη στη θεραπεία με linezolid σε σταθεροποιημένη κατάσταση, παρατηρήθηκε 10% μείωση στη μέση μέγιστη ΙΝR κατά τη συγχορήγηση με 5% μείωση στην AUC INR. Δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία από ασθενείς που έλαβαν βαρφαρίνη και linezolid για την αξιολόγηση της κλινικής σημασίας, αν υπάρχει, των ευρημάτων αυτών.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-ZYVOXID
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Ο παρακάτω πίνακας παρέχει μία αναφορά των ανεπιθύμητων ενεργειών που παρατηρήθηκαν με συχνότητα ≥ 0,1% ή θεωρούνται ως σοβαρές σε κλινικές μελέτες στις οποίες συμμετείχαν πάνω από 2.000 ασθενείς, οι οποίοι έλαβαν linezolid στις συνιστώμενες δόσεις για διάστημα μέχρι και 28 ημέρες.
Περίπου το 22% των ασθενών εμφάνισε ανεπιθύμητες ενέργειες. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν με τη μεγαλύτερη συχνότητα ήταν κεφαλαλγία (2,1%), διάρροια (4,2%), ναυτία (3,3%) και μονιλίαση (ειδικά στοματική [0,8%] και κολπική [1,1%] μονιλίαση, βλέπε πίνακα πιο κάτω).
Οι συχνότερα αναφερόμενες σχετιζόμενες με το φάρμακο ανεπιθύμητες ενέργειες που οδήγησαν σε διακοπή της θεραπείας ήταν κεφαλαλγία, διάρροια, ναυτία και έμετος. Περίπου το 3% των ασθενών διέκοψαν τη θεραπεία επειδή εμφάνισαν ανεπιθύμητη ενέργεια σχετιζόμενη με το φάρμακο.
Στον πίνακα περιλαμβάνονται επιπλέον ανεπιθύμητες ενέργειες, οι οποίες αναφέρθηκαν μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου στην αγορά με συχνότητα εμφάνισης που κατατάσσεται στην κατηγορία ‘Μη γνωστές’, εφόσον η ακριβής συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα.
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν παρατηρηθεί και αναφερθεί κατά τη διάρκεια θεραπείας με linezolid με τις ακόλουθες συχνότητες: Πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
| Κατηγορία Οργανικού Συστήματος | Συχνές (≥1/100 έως <1/10) | Όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100) | Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000) | Πολύ σπάνιες (<1/10.000) | Συχνότητα μη γνωστή (δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα) |
|---|---|---|---|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Καντιντίαση, Καντιντίαση του στόματος, κολπική καντιντίαση, μυκητιασικές λοιμώξεις | Κολπίτιδα | Κολίτιδα σχετιζόμενη με αντιβιοτικά, συμπεριλαμβανομένης της ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας* | ||
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Λευκοπενία*, ουδετεροπενία, θρομβοκυτταροπενία*, ηωσινοφιλία | Μυελοκαταστολή*, πανκυτταροπενία*, αναιμία*†, σιδηροβλαστική αναιμία* | |||
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Αναφυλαξία | ||||
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Γαλακτική οξέωση*, υπονατριαιμία | ||||
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Αϋπνία | ||||
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Κεφαλαλγία, αλλαγή γεύσης (μεταλλική γεύση) | Ζάλη, υπαισθησία, παραισθησία | Σεροτονινεργικό σύνδρομο**, σπασμοί*, περιφερική νευροπάθεια* | ||
| Οφθαλμικές διαταραχές | Θάμβος οράσεως* | Οπτική νευροπάθεια*, οπτική νευρίτιδα*, απώλεια όρασης*, μεταβολές στην οπτική οξύτητα*, μεταβολές στην οπτική αντίληψη χρωμάτων*, μεταβολές στο έλλειμμα στα οπτικά πεδία * | |||
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | Εμβοές | ||||
| Καρδιακές διαταραχές | Αρρυθμία (ταχυκαρδία) | ||||
| Αγγειακές διαταραχές | Υπέρταση, φλεβίτιδα, θρομβοφλεβίτιδα | Παροδικά ισχαιμικά επεισόδια | |||
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Διάρροια, ναυτία, έμετος | Παγκρεατίτιδα, γαστρίτιδα, εντοπισμένο ή γενικευμένο κοιλιακό άλγος, δυσκοιλιότητα, ξηροστομία, δυσπεψία, γλωσσίτιδα, μη σχηματισμένες κενώσεις | Στοματίτιδα, αποχρωματισμός ή αλλοιώσεις της γλώσσας, επιφανειακός δυσχρωματισμός οδόντος | ||
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Μη φυσιολογικά αποτελέσματα στις ηπατικές δοσκιμασίες: αυξημένη AST, ALT ή αλκαλική φωσφατάση | Αυξημένη ολική χολερυθρίνη | |||
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Αυξημένο άζωτο ουρίας αίματος | Πολυουρία, αυξημένη κρεατινίνη | Νεφρική ανεπάρκεια | ||
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Αιδιοκολπική διαταραχή | ||||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Κνίδωση, δερματίτιδα, εφίδρωση, κνησμός, εξάνθημα | Πομφολυγώδεις διαταραχές όπως αυτές που περιγράφονται ως σύνδρομο Stevens-Johnson και τοξική επιδερμική νεκρόλυση, αγγειοοίδημα, αλωπεκία | |||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Ρίγη, κόπωση, πυρετός, άλγος στο σημείο της ένεσης, αυξημένη δίψα, εντοπισμένο άλγος | ||||
| Παρακλινικές εξετάσεις / Βιοχημικά ευρήματα | Αυξημένη LDH, κρεατινική κινάση, λιπάση, αμυλάση ή μεταγευματική γλυκόζη. Μειωμένη ολική πρωτεΐνη, λευκωματίνη, νάτριο ή ασβέστιο. Αυξημένο ή μειωμένο κάλιο ή διττανθρακικά. | Αυξημένο νάτριο ή ασβέστιο. Μειωμένη μεταγευματική γλυκόζη. Αυξημένα ή μειωμένα χλωριούχα. | |||
| Παρακλινικές εξετάσεις / Αιματολογικά ευρήματα | Αυξημένα ουδετερόφιλα ή ηωσινόφιλα. Μειωμένη αιμοσφαιρίνη, αιματοκρίτης ή αριθμός ερυθροκυττάρων. Αυξημένος ή μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων ή λευκοκυττάρων. | Αυξημένος αριθμός δικτυοερυθροκυττάρων. Μειωμένα ουδετερόφιλα. |
- Βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις ** Βλ. Αντενδείξεις και Αλληλεπιδράσεις † Βλ. παρακάτω
Οι εξής ανεπιθύμητες αντιδράσεις στη linezolid θεωρήθηκαν σοβαρές σε σπάνιες περιπτώσεις: εντοπισμένο κοιλιακό άλγος, παροδικά ισχαιμικά επεισόδια και υπέρταση.
† Σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες στις οποίες η linezolid χορηγήθηκε για διάστημα μέχρι 28 ημέρες αναφέρθηκε αναιμία σε λιγότερο από το 0,1% των ασθενών. Σε ένα πρόγραμμα παρηγορητικής χρήσης σε ασθενείς με απειλητικές λοιμώξεις για τη ζωή και υποκείμενους παράγοντες νοσηρότητας, το ποσοστό των ασθενών που παρουσίασαν αναιμία όταν έλαβαν linezolid για χρονικό διάστημα μικρότερο ή ίσο των 28 ημερών ήταν 2,5% (33/1326), έναντι ποσοστού 12,3% (53/430) όταν έλαβαν θεραπεία με linezolid για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 28 ημερών. Η αναλογία των περιπτώσεων, οι οποίες αναφέρουν σοβαρή αναιμία σχετιζόμενη με το φάρμακο που απαιτεί μετάγγιση αίματος, ήταν 9% (3/33) σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία για χρονικό διάστημα μικρότερο ή ίσο των 28 ημερών και 15% (8/53) σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 28 ημερών.
Δεδομένα ασφάλειας από κλινικές μελέτες που βασίστηκαν σε περισσότερους από 500 παιδιατρικούς ασθενείς (από τη γέννηση έως 17 ετών) δεν υποδεικνύουν ότι το προφίλ ασφάλειας της linezolid για παιδιατρικούς ασθενείς διαφέρει από αυτό για ενήλικες ασθενείς.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-ZYVOXID
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τη χρήση της linezolid σε έγκυες γυναίκες. Από τις μελέτες σε πειραματόζωα προκύπτουν τοξικές επιδράσεις στην αναπαραγωγή (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ένας δυνητικός κίνδυνος για τον άνθρωπο υπάρχει.
Η linezolid δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός αν υπάρχει σαφής ανάγκη, δηλαδή μόνον όταν τα ενδεχόμενα οφέλη υπερκαλύπτουν τον θεωρητικό κίνδυνο.
Οι μελέτες σε πειραματόζωα υποδηλώνουν ότι η linezolid μπορεί να περάσει στο μητρικό γάλα, επομένως ο θηλασμός θα πρέπει να διακόπτεται πριν από και κατά τη διάρκεια της χορήγησης του φαρμάκου.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-ZYVOXID
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλα αντιβακτηριδιακά. Κωδικός ATC: J 01 XX08
Γενικές Ιδιότητες
Η linezolid είναι συνθετικός αντιβακτηριακός παράγοντας που ανήκει σε νέα τάξη αντιβιοτικών, τις οξαζολιδινόνες. Έχει in vitro δράση κατά των αερόβιων Gram-θετικών βακτηριδίων και αναερόβιων μικροοργανισμών. Η linezolid αναστέλλει επιλεκτικά την πρωτεϊνική σύνθεση των βακτηριδίων με μοναδικό μηχανισμό δράσης. Συγκεκριμένα, δεσμεύεται σε ένα σημείο στο ριβόσωμα του βακτηριδίου (23S της υπομονάδας 50S) και αναστέλλει τον σχηματισμό λειτουργικού 70S συμπλόκου έναρξης, που αποτελεί ουσιαστική μονάδα του μεταφραστικού μηχανισμού.
Η in vitro μετααντιβιοτική δράση (ΜΑΔ) της linezolid για Staphylococcus aureus ήταν περίπου 2 ώρες. Όταν μετρήθηκε σε πειραματόζωα, η ΜΑΔ ήταν 3,6 και 3,9 ώρες για τους Staphylococcus aureus και Streptococcus pneumoniae, αντίστοιχα. Σε μελέτες που διεξάχθηκαν σε πειραματόζωα, η φαρμακοδυναμική παράμετρος κλειδί για την αποτελεσματικότητα ήταν ο χρόνος κατά τη διάρκεια του οποίου τα επίπεδα της linezolid στο πλάσμα υπερέβαιναν την ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση (ΜΙC) για τον λοιμογόνο οργανισμό.
Όρια ευαισθησίας
Τα καθιερωμένα όρια ευαισθησίας της ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης (ΜΙC) από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Αντιμικροβιακών Δοκιμασιών Ευαισθησίας (European Committee on Antimicrobial Susceptibility Testing, EUCAST) για το σταφυλόκοκκο και τον εντερόκοκκο είναι ≤4mg/l. Για τον στρεπτόκοκκο (συμπεριλαμβανομένου του S. pneumoniae) τα όρια ευαισθησίας είναι ≤2 mg/l για τα Ευαίσθητα είδη και > 4mg/l για τα Ανθεκτικά. Tα όρια ευαισθησίας για την ΜΙC που δεν σχετίζονται με συγκεκριμένα είδη είναι ≤2 mg/l για τα Ευαίσθητα είδη και > 4mg/l για τα Ανθεκτικά. Όρια ευαισθησίας που δεν σχετίζονται με συγκεκριμένα είδη έχουν καθορισθεί κυρίως με βάση τα φαρμακοκινητικά/φαρμακοδυναμικά δεδομένα και είναι ανεξάρτητα από τις κατανομές των ΜΙC των συγκεκριμένων ειδών. Χρησιμοποιούνται μόνο για οργανισμούς στους οποίους δεν έχει δοθεί ένα συγκεκριμένο όριο ευασθησίας και όχι για εκείνα τα είδη στα οποία δεν συνιστάται δοκιμασία ελέγχου ευαισθησίας.
Ευαισθησία
Η επίπτωση της επίκτητης αντοχής μπορεί να ποικίλλει γεωγραφικά και χρονικά για επιλεγμένα στελέχη και οι τοπικές πληροφορίες αντοχής είναι επιθυμητές, ειδικά κατά τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Όπου είναι απαραίτητο, θα πρέπει να αναζητείται η συμβουλή ειδικού όταν η τοπική επικράτηση της αντοχής είναι τέτοια ώστε η ωφέλεια από τον παράγοντα είναι αμφισβητήσιμη σε τουλάχιστον κάποιους τύπους λοιμώξεων.
Ευαίσθητοι οργανισμοί
- Gram θετικά αερόβια:
- Enterococcus faecalis
- Enterococcus faecium
- Staphylococcus aureus
- Αρνητικοί στην κοαγκουλάση σταφυλόκοκκοι
- Staphylococcus agalactiae
- Streptococcus pneumoniae
- Streptococcus pyrogenes
- Στρεπτόκοκκοι της Ομάδας C
- Στρεπτόκοκκοι της Ομάδας G
- Gram θετικά αναερόβια:
- Clostridium perfringens
- Peptostreptococcus anaerobius
- Είδη Peptostreptococcus
Ανθεκτικοί οργανισμοί
- Haemophilus influenzae
- Moraxella catarrhalis
- Είδη Neisseria
- Enterobacteriaeceae
- Είδη Pseudomonas
*Κλινική αποτελεσματικότητα έχει αποδειχθεί για ευαίσθητα απομονωθέντα στελέχη σε εγκεκριμένες κλινικές ενδείξεις.
Αν και η linezolid εμφανίζει κάποια in vitro δραστικότητα κατά των Legionella, Chlamydia pneumoniae και Mycoplasma pneumoniae, δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία για την τεκμηρίωση της κλινικής αποτελεσματικότητας.
Ανθεκτικότητα
Διασταυρούμενη αντίσταση Ο μηχανισμός δράσης της linezolid διαφέρει από εκείνον άλλων κατηγοριών αντιβιοτικών. Από μελέτες in vitro με κλινικά απομονωθέντα στελέχη (που περιλαμβάνουν σταφυλόκοκκους ανθεκτικούς στη μεθικιλλίνη, εντερόκοκκους ανθεκτικούς στη βανκομυκίνη και στρεπτόκοκκους ανθεκτικούς στην πενικιλίνη και στην ερυθρομυκίνη) προκύπτει ότι η linezolid είναι συνήθως δραστική εναντίον μικροοργανισμών που ανθίστανται σε μία ή σε περισσότερες τάξεις αντιμικροβιακών παραγόντων.
Η αντοχή στη linezolid σχετίζεται με εστιακές μεταλλάξεις στο 23S rRNA. Όπως τεκμηριώνεται και με άλλα αντιβιοτικά, όταν χρησιμοποιούνται σε ασθενείς που παρουσιάζουν δυσκολία στη θεραπεία λοιμώξεων και/ή για παρατεταμένες χρονικές περιόδους, έχει παρατηρηθεί ολοένα και αυξανόμενη μείωση της ευαισθησίας με τη linezolid. Αντοχή στη linezolid έχει αναφερθεί για τους εντερόκοκκους, το Staphylococcus aureus και τους αρνητικούς στην κοαγκουλάση σταφυλοκόκκους. Αυτό γενικά έχει συσχετισθεί με την παρατεταμένη περίοδο της θεραπείας και την παρουσία προσθετικών ιατρικών συσκευών ή αποστημάτων που δεν έχουν παροχετευθεί. Όταν ανθεκτικοί στα αντιβιοτικά οργανισμοί απαντώνται στο νοσοκομείο είναι σημαντικό να δίνεται έμφαση στην τακτική ελέγχου λοιμώξεων.
Πληροφορίες από κλινικές μελέτες
Μελέτες στον παιδιατρικό πληθυσμό: Σε μία ανοιχτή μελέτη, η αποτελεσματικότητα της linezolid (10 mg/kg κάθε οκτώ ώρες) συγκρίθηκε με αυτή της βανκομυκίνης (10-15 mg/kg κάθε 6-24 ώρες) στη θεραπεία λοιμώξεων λόγω πιθανών ή αποδεδειγμένων ανθεκτικών Gram θετικών παθογόνων (συμπεριλαμβανομένης της νοσοκομειακής πνευμονίας, επιπλεγμένων λοιμώξεων του δέρματος και της δερματικής δομής, βακτηριαιμία σχετιζόμενη με καθετήρα, βακτηριαιμία άγνωστης προέλευσης και άλλων λοιμώξεων), σε παιδιά από τη γέννηση έως 11 ετών. Τα ποσοστά κλινικής θεραπείας στον πληθυσμό που αξιολογήθηκε κλινικά ήταν 89,3% (134/150) και 84,5% (60/71) για τη linezolid και τη βανκομυκίνη αντίστοιχα (95% CI: -4,9, 14,6).
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-ZYVOXID
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητικές
Το Zyvoxid περιέχει κυρίως (s)-linezolid που είναι βιολογικά δραστική και μεταβολίζεται σε αδρανή παράγωγα.
Απορρόφηση
H linezolid απορροφάται ταχέως και εκτεταμένα μετά τη χορήγησή της από το στόμα. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός 2 ωρών από τη χορήγηση.
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της linezolid (από του στόματος και ενδοφλέβια χορήγηση σε διασταυρούμενη μελέτη) είναι πλήρης (περίπου 100%).
Η απορρόφηση δεν επηρεάζεται σημαντικά από τη λήψη τροφής και η απορρόφηση του πόσιμου εναιωρήματος είναι όμοια με εκείνη που επιτυγχάνεται με τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία.
Η Cmax και η Cmin της linezolid στο πλάσμα (μέση τιμή και [τυπική απόκλιση]), κατά τη σταθεροποιημένη κατάσταση μετά την ενδοφλέβια χορήγηση 600 mg δυο φορές ημερησίως προσδιορίστηκαν στα 15,1 [2,5] mg/l και 3,68 [2,68] mg/l, αντίστοιχα. Σε μια άλλη μελέτη μετά την από του στόματος χορήγηση 600 mg δυο φορές ημερησίως στη σταθεροποιημένη κατάσταση, η Cmax και η Cmin προσδιορίστηκαν στα 21,2 [5,8] mg/l και 6,15 [2,94] mg/l, αντίστοιχα. Σταθεροποιημένη κατάσταση επιτυγχάνεται κατά τη δεύτερη ημέρα της χορήγησης.
Κατανομή
Ο όγκος κατανομής της σε σταθεροποιημένη κατάσταση είναι κατά μέσον όρο περίπου 40-50 λίτρα σε υγιείς ενήλικες και είναι περίπου ίσος με τη συνολική ποσότητα νερού στο σώμα. Η δέσμευση στις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι περίπου 31% και δεν εξαρτάται από τη συγκέντρωση.
Οι συγκεντρώσεις της linezolid έχουν προσδιοριστεί σε διάφορα υγρά από περιορισμένο αριθμό ατόμων σε μελέτες με εθελοντές μετά από πολλαπλή χορήγηση. Η αναλογία της linezolid στη σίελο και στον ιδρώτα σε σχέση με το πλάσμα ήταν 1,2:1,0 και 0,55:1,0, αντίστοιχα. Η αναλογία για το επιθηλιακό υγρό των κυψελίδων και τα κυψελιδικά κύτταρα του πνεύμονα ήταν 4,5:1,0 και 0,15:1,0, όταν υπολογίστηκαν από τη Cmax στη σταθεροποιημένη κατάσταση, αντίστοιχα. Σε μια μικρή μελέτη σε άτομα με κοιλιο-περιτοναϊκές αναστομώσεις και ουσιαστικά μη φλεγμένουσες μήνιγγες, η αναλογία της linezolid στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό σε σχέση με το πλάσμα στη Cmax ήταν 0,7:1,0 μετά από πολλαπλή χορήγηση linezolid.
Μεταβολισμός
H linezolid μεταβολίζεται κυρίως με οξείδωση του δακτυλίου της μορφολίνης που οδηγεί κυρίως στο σχηματισμό δύο αδρανών παραγώγων καρβοξυλικού οξέος ανοιχτού δακτυλίου: του μεταβολίτη αμινοαιθόξυ-οξικού οξέος (ΡΝU-142300) και του μεταβολίτη υδροξυαίθυλο γλυκίνη (ΡΝU-142586). Ο μεταβολίτης υδροξυαίθυλο γλυκίνη (ΡΝU-142586) είναι ο κυριότερος μεταβολίτης στον άνθρωπο και πιστεύεται ότι σχηματίζεται με μη ενζυματική διαδικασία. Ο μεταβολίτης αμινο-αιθόξυ οξικό οξύ (ΡΝU-142300) βρίσκεται σε μικρότερες ποσότητες. Άλλοι μικρότερης σημασίας αδρανείς μεταβολίτες έχουν ταυτοποιηθεί.
Αποβολή
Σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία ή με ήπια έως μέτρια νεφρική ανεπάρκεια, η linezolid απεκκρίνεται κυρίως σε συνθήκες σταθεροποιημένης κατάστασης στα ούρα ως ΡΝU-142586 (40%), ως μητρικό φάρμακο (30%) και ως ΡΝU-142300 (10%). Σχεδόν καθόλου μητρικό φάρμακο δεν βρίσκεται στα κόπρανα ενώ περίπου το 6% και το 3% της κάθε δόσης εμφανίζεται ως ΡΝU-142586 και ΡΝU-142300, αντίστοιχα. Ο χρόνος ημίσειας ζωής της linezolid είναι κατά μέσον όρο 5-7 ώρες. Η μη νεφρική κάθαρση αποτελεί περίπου το 65% της συνολικής κάθαρσης της linezolid. Ένας μικρός βαθμός μη γραμμικότητας στην κάθαρση παρατηρείται με αυξανόμενες δόσεις linezolid. Αυτό φαίνεται να οφείλεται σε χαμηλότερη νεφρική και μη νεφρική κάθαρση στις υψηλότερες συγκεντρώσεις linezolid. Ωστόσο, η διαφορά στην κάθαρση είναι μικρή και δεν αντανακλάται στο χρόνο ημίσειας ζωής.
Ειδικοί Πληθυσμοί
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια: Μετά από εφάπαξ δόσεις 600 mg, παρατηρήθηκε 7-8πλάσια αύξηση στην έκθεση στους δύο κυριότερους μεταβολίτες της linezolid στο πλάσμα σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (δηλ. κάθαρση κρεατινίνης < 30ml /λεπτό). Ωστόσο, δεν παρατηρήθηκε αύξηση στην AUC του μητρικού φαρμάκου. Παρ’ όλο που παρατηρείται κάποια απομάκρυνση των κυριοτέρων μεταβολιτών της linezolid με αιμοκάθαρση, τα επίπεδα των μεταβολιτών στο πλάσμα μετά από εφάπαξ δόσεις 600 mg εξακολουθούσαν να είναι σημαντικά υψηλότερα μετά από αιμοκάθαρση, σε σύγκριση με τα επίπεδα που παρατηρήθηκαν σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία ή με ήπια έως μέτρια νεφρική ανεπάρκεια. Σε 24 ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, 21 από τους οποίους υποβάλλοντο σε τακτική αιμοκάθαρση, οι μέγιστες συγκεντρώσεις των δύο κυριότερων μεταβολιτών στο πλάσμα μετά από χορήγηση πολλών ημερών ήταν περίπου το 10-πλάσιο εκείνων που παρατηρήθηκαν σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Τα μέγιστα επίπεδα της linezolid στο πλάσμα δεν επηρεάστηκαν. Η κλινική σημασία των παρατηρήσεων αυτών δεν έχει αξιολογηθεί δεδομένου ότι μέχρι σήμερα υπάρχουν μόνο περιορισμένα στοιχεία ασφάλειας (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια: Περιορισμένα στοιχεία δείχνουν ότι η φαρμακοκινητική της linezolid, του PNU-142300 και του PNU-142586 δεν μεταβάλλεται σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική ανεπάρκεια (δηλ. Child-Pugh τάξη Α ή Β). Η φαρμακοκινητική της linezolid σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια (δηλ. Child-Pugh τάξη C) δεν έχει αξιολογηθεί. Ωστόσο, δεδομένου ότι η linezolid μεταβολίζεται με μη ενζυματική διαδικασία η ανεπάρκεια της ηπατικής λειτουργίας δεν αναμένεται να μεταβάλλει σε σημαντικό βαθμό τον μεταβολισμό της (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Παιδιά και έφηβοι (ηλικίας < 18 ετών): Υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα της linezolid στα παιδιά και τους εφήβους (ηλικίας < 18 ετών) και επομένως η χρήση της linezolid σ’ αυτήν την ηλικιακή ομάδα δεν συνιστάται (βλ. Δοσολογία). Απαιτείται η διεξαγωγή περαιτέρω μελετών, προκειμένου να καθοριστούν οι συστάσεις για την ασφαλή και αποτελεσματική δοσολογία. Φαρμακοκινητικές μελέτες υποδεικνύουν ότι μετά από χορήγηση εφάπαξ και πολλαπλών δόσεων σε παιδιά (ηλικίας μιας εβδομάδας έως 12 ετών), η κάθαρση της linezolid (με βάση τα kg σωματικού βάρους) είναι μεγαλύτερη σε παιδιατρικούς ασθενείς από ότι σε ενήλικες, αλλά μειώνεται με την αύξηση της ηλικίας. Η χορήγηση 10 mg/kg κάθε 8 ώρες ημερησίως σε παιδιά ηλικίας μιας εβδομάδας έως 12 ετών, έδωσε τιμές έκθεσης περίπου ίσες με εκείνες που επετεύχθησαν με τη χορήγηση 600 mg linezolid δύο φορές ημερησίως σε ενήλικες ασθενείς. Σε νεογνά ηλικίας μέχρι μιας εβδομάδας, η συστηματική κάθαρση της linezolid (με βάση τα kg σωματικού βάρους) αυξάνει με ταχύ ρυθμό εντός της πρώτης εβδομάδας ζωής. Επομένως νεογνά στα οποία χορηγούνται 10 mg/kg κάθε 8 ώρες ημερησίως θα έχουν την υψηλότερη συστηματική έκθεση την πρώτη ημέρα μετά τη γέννηση. Παρ’ όλα αυτά δεν αναμένεται εκτεταμένη συσσώρευση με αυτό το δοσολογικό σχήμα κατά την διάρκεια της πρώτης εβδομάδας ζωής, επειδή η κάθαρση αυξάνεται με ταχύ ρυθμό κατά την περίοδο αυτή. Σε εφήβους (ηλικίας 12 έως 17 ετών), η φαρμακοκινητική της linezolid ήταν παρόμοια με αυτή των ενηλίκων μετά από δόση 600 mg. Επομένως, οι έφηβοι στους οποίους χορηγούνται 600 mg ανά 12 ώρες ημερησίως θα έχουν παρόμοια έκθεση με αυτή που παρατηρείται στους ενήλικες που λαμβάνουν την ίδια δόση. Σε παιδιατρικούς ασθενείς με κοιλιο-περιτοναϊκή παροχέτευση στους οποίους χορηγήθηκε linezolid 10 mg/kg είτε ανά 12 ώρες είτε ανά 8 ώρες, παρατηρήθηκαν μεταβλητές συγκεντρώσεις της linezolid στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό (CSF) μετά τη χορήγηση μιας ή πολλαπλών δόσεων linezolid. Η επίτευξη και η διατήρηση θεραπευτικών συγκεντρώσεων στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό (CSF) δε χαρακτηρίστηκε από συνέπεια. Επομένως, η χρήση της linezolid για την εμπειρική θεραπεία παιδιατρικών ασθενών με λοιμώξεις του κεντρικού νευρικού συστήματος δε συνιστάται.
Ηλικιωμένοι ασθενείς: Η φαρμακοκινητική της linezolid δεν μεταβάλλεται σε σημαντικό βαθμό σε ηλικιωμένους ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω.
Γυναίκες ασθενείς: Οι γυναίκες εμφανίζουν ελαφρώς χαμηλότερο όγκο κατανομής σε σύγκριση με τους άνδρες και η μέση κάθαρση μειώνεται κατά περίπου 20% όταν διορθωθεί για το σωματικό βάρος. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα είναι κάπως υψηλότερες στις γυναίκες και αυτό μπορεί εν μέρει να αποδοθεί στις διαφορές στο σωματικό βάρος. Ωστόσο, επειδή ο μέσος χρόνος ημιζωής της linezolid δεν διαφέρει σε σημαντικό βαθμό σε άνδρες και σε γυναίκες, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα σε γυναίκες δεν αναμένονται να αυξάνονται ουσιαστικά πάνω από τις συγκεντρώσεις που είναι γνωστό πως είναι ανεκτές και, επομένως, δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας.
ΕΟΦ · 5.1.13
Διάφορα άλλα αντιμικροβιακά
expand_more
Διάφορα άλλα αντιμικροβιακά
O παλαιότερος αντιπρόσωπος της ομάδος, το ναλιδιξικό οξύ, χορηγήθηκε κυρίως στη θεραπεία των λοιμώξεων του κατωτέρου ουροποιητικού συστήματος, η χρήση του όμως περιορίστηκε γρήγορα σαν συνέπεια της πτωχής φαρμακοκινητικής του και της ταχείας ανάπτυξης αντοχής των παθογόνων μικροβίων. Aνάλογα με το ναλιδιξικό οξύ είναι το οξολινικό οξύ, το πιπεμιδικό οξύ και η σινοξασίνη, ουσίες με παρόμοιες ενδείξεις αλλά και μειονεκτήματα σε σχέση με το ναλιδιξικό οξύ.
Όλα τα παλαιότερα αυτά παράγωγα ονομάζονται κινολόνες της α’ γενεάς. Oι κινολόνες της β’ γενεάς (σιπροφλοξασίνη, οφλοξασίνη, πεφλοξασίνη, νορφλοξασίνη) προήλθαν από τροποποίηση του χημικού δακτυλίου του ναλιδιξικού οξέος και χαρακτηρίζονται από φθορίωση του βασικού δακτυλίου γι’ αυτό και αποκαλούνται φθοριο-κινολόνες. H προσθήκη του φθορίου είχε σαν αποτέλεσμα την αύξηση της δραστικότητος έναντι των Gram θετικών, ενώ η προσθήκη ενός δακτυλίου πιπεραζίνης έναντι των Gram αρνητικών μικροοργανισμών.
Kοινά χαρακτηριστικά των νεωτέρων παραγώγων αποτελεί το ευρύ αντιμικροβιακό φάσμα, η πλεονεκτική φαρμακοκινητική, η έλλειψη πλασμιδιακής αντοχής και η μείωση των ανεπιθύμητων ενεργειών.
O μηχανισμός δράσεως είναι η αναστολή της υποομάδος A της γυράσης του DNA.
Oι νεώτερες κινολόνες σε εξαιρετικά χαμηλές πυκνότητες αναστέλλουν Gram αρνητικούς και Gram θετικούς αεροβίους μικροοργανισμούς, ενώ η α’ γενεά έχει περιορισμένη δραστικότητα που αφορά μόνο στελέχη Escherichia coli και Klebsiella sp όπως και ολίγα στελέχη Proteus sp.
Oι κινολόνες της β’ γενεάς είναι βακτηριοκτόνες για όλα τα εντεροβακτηριακά, τις ναϊσσέριες και τους σταφυλοκόκκους. Eν τούτοις δεν είναι δραστικές έναντι των σταφυλοκόκκων που είναι ανθεκτικοί στη μεθικιλλίνη ενώ η δραστικότης τους έναντι των στρεπτοκόκκων και των αναεροβίων εν γένει είναι μικρή ή ανύπαρκτη. Στο αντιμικροβιακό τους φάσμα περιλαμβάνονται επίσης πολλά στελέχη Acinetobacter sp όπως και Pseudomonas sp. H Rickettsia conorii και η Coxiella burnetii είναι ευαίσθητες στις νεώτερες κινολόνες. Στην οφλοξασίνη είναι επίσης ευαίσθητα πολλά στελέχη Mycobacterium tuberculosis και μερικά εκ των ατύπων μυκοβακτηριδίων όπως και στελέχη χλαμυδίων και Mycoplasma hominis. Mερικές φαρμακοκινητικές ιδιότητες των κινολών αναφέρονται στον Πίνακα 5.3.
t5.3.jpg:
-
Σχηματισμός κρυστάλλων στα ούρα, ιδιαίτερα σε ασθενείς με αλκαλικό pH ούρων (αν παίρνουν διττανθρακικά), σε ασθενείς με ουρολοίμωξη από πρωτείς ή επί ηυξημένης απεκκρίσεως στα ούρα ιόντων Ca++ και Mg++.
-
Eμφάνιση εξανθήματος που μπορεί να αφορά αλ
Aφορούν:
α) Παράγωγα της ξανθίνης και κατά κύριο λόγο τη θεοφυλλίνη με αποτέλεσμα την αναστολή του μεταβολισμού της (δεν συμβαίνει με οφλοξασίνη). Παρόμοια αλληλοεπίδραση έχει αναφερθεί και με την καφεΐνη εφόσον λαμβάνονται > 220 mg, δόση που ισοδυναμεί
t5.4.jpg:
t5.5.jpg:
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η λινεζολίδη είναι ένας οξαζολιδινoνικός αντιβακτηριακός παράγοντας, αποτελεσματικός έναντι των περισσότερων στελεχών αερόβιων Gram-θετικών βακτηρίων και μυκοβακτηριδίων. Φαίνεται να είναι βακτηριοστατικός έναντι των σταφυλοκόκκων και των εντεροκόκκων και βακτηριοκτόνος έναντι των περισσότερων απομονωμάτων στρεπτοκόκκων. Η λινεζολίδη έχει δείξει κάποια in vitro δραστηριότητα έναντι Gram-αρνητικών και αναερόβιων βακτηρίων, αλλά δεν θεωρείται αποτελεσματική έναντι αυτών των μικροοργανισμών.
Η λινεζολίδη είναι ένας αναστρέψιμος και μη-εκλεκτικός αναστολέας των ενζύμων μονοαμινοξειδάσης (ΜΑΟ) και μπορεί, ως εκ τούτου, να συμβάλει στην ανάπτυξη συνδρόμου σεροτονίνης όταν χορηγείται παράλληλα με σεροτονινεργικούς παράγοντες, όπως οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs) ή οι τρικυκλικοί αντικαταθλιπτικοί (TCAs).
Η λινεζολίδη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για τη θεραπεία λοιμώξεων του αίματος που σχετίζονται με καθετήρα ή λοιμώξεων της θέσης του καθετήρα, καθώς ο κίνδυνος της θεραπείας φαίνεται να υπερτερεί των οφελών της υπό αυτές τις συνθήκες.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η λινεζολίδη ασκεί τις αντιβακτηριακές της δράσεις παρεμβαίνοντας στην πρωτεϊνική μετάφραση των βακτηρίων. Συνδέεται με μια θέση στο βακτηριακό 23S ρυβοσωμικό RNA της 50S υπομονάδας και εμποδίζει τον σχηματισμό ενός λειτουργικού 70S συμπλέγματος έναρξης, το οποίο είναι απαραίτητο για τη βακτηριακή αναπαραγωγή, εμποδίζοντας έτσι την κυτταρική διαίρεση των βακτηρίων.
Μεμονωμένες μεταλλάξεις στο βακτηριακό 23S rRNA μπορούν να οδηγήσουν σε αντοχή στη λινεζολίδη, και η ανάπτυξη ανθεκτικής στη λινεζολίδη Enterococcus faecium και Staphylococcus aureus έχει τεκμηριωθεί κατά την κλινική της χρήση. Δεδομένου ότι τα πρότυπα ευαισθησίας στα αντιμικροβιακά είναι γεωγραφικά διακριτά, πρέπει να συμβουλεύονται τα τοπικά αντιβιογράμματα για να διασφαλιστεί η επαρκής κάλυψη των σχετικών παθογόνων πριν από τη χρήση.
Η λινεζολίδη είναι ένας συνθετικός οξαζολιδινονικός αντι-λοιμώδης παράγοντας που είναι δομικά άσχετος με άλλους αντι-λοιμώδεις παράγοντες που κυκλοφορούν εμπορικά στις ΗΠΑ. Σε αντίθεση με άλλους αντι-λοιμώδεις παράγοντες που αναστέλλουν τη βακτηριακή σύνθεση πρωτεϊνών, η λινεζολίδη δρα νωρίς στη μετάφραση, συνδεόμενη με μια θέση στο βακτηριακό 23S ρυβοσωμικό RNA της 50S υπομονάδας και εμποδίζοντας τον σχηματισμό ενός λειτουργικού 70S συμπλέγματος έναρξης, το οποίο είναι ένα απαραίτητο συστατικό της βακτηριακής διαδικασίας μετάφρασης.
Η λινεζολίδη δρα μέσω αναστολής της σύνθεσης πρωτεϊνών. Συνδέεται με μια θέση στο βακτηριακό 23S ρυβοσωμικό RNA της 50S υπομονάδας και εμποδίζει τον σχηματισμό ενός λειτουργικού 70S συμπλέγματος έναρξης. Αυτό το βήμα είναι απαραίτητο για τη διαδικασία μετάφρασης των βακτηρίων.
Η λινεζολίδη είναι ένα αντιβιοτικό οξαζολιδινόνης που χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο για τη θεραπεία ανθεκτικών στα φάρμακα, Gram-θετικών παθογόνων. Ο μηχανισμός δράσης είναι η αναστολή της βακτηριακής σύνθεσης πρωτεϊνών. Αναφέρονται ως παρενέργειες οπτική και/ή περιφερική νευροπάθεια και γαλακτικός οξέωση, αλλά ο υποκείμενος παθοφυσιολογικός μηχανισμός δεν έχει διευκρινιστεί.
Μελετήθηκε η υπερδομή των μιτοχονδρίων, η δραστηριότητα των ενζύμων της αναπνευστικής αλυσίδας των μιτοχονδρίων και το μιτοχονδριακό DNA (mtDNA) σε δείγματα μυών, ήπατος και νεφρών που ελήφθησαν από ασθενή ο οποίος ανέπτυξε οπτική νευροπάθεια, εγκεφαλοπάθεια, σκελετική μυοπάθεια, γαλακτική οξέωση και νεφρική ανεπάρκεια μετά από παρατεταμένη χρήση λινεζολίδης. Επιπλέον, αξιολογήθηκαν το mtDNA, η δραστηριότητα των ενζύμων της αναπνευστικής αλυσίδας και η ποσότητα πρωτεΐνης σε δείγματα μυών και ήπατος που ελήφθησαν από πειραματόζωα που έλαβαν λινεζολίδη ή εικονικό φάρμακο.
Στον ασθενή, η δραστηριότητα των ενζύμων της αναπνευστικής αλυσίδας των μιτοχονδρίων ήταν μειωμένη στους προσβεβλημένους ιστούς, χωρίς υπερδομικές μιτοχονδριακές ανωμαλίες και χωρίς μεταλλάξεις ή στέρηση mtDNA. Στα πειραματόζωα, η λινεζολίδη προκάλεσε μια δόση- και χρόνο-εξαρτώμενη μείωση της δραστηριότητας των συμπλεγμάτων της αναπνευστικής αλυσίδας που περιέχουν υπομονάδες κωδικοποιημένες από mtDNA και μειωμένη ποσότητα πρωτεΐνης αυτών των συμπλεγμάτων, ενώ η ποσότητα του mtDNA ήταν φυσιολογική.
Αυτά τα αποτελέσματα παρέχουν άμεση απόδειξη ότι η λινεζολίδη αναστέλλει τη μιτοχονδριακή σύνθεση πρωτεϊνών με δυνητικά σοβαρές κλινικές συνέπειες.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η λινεζολίδη απορροφάται εκτενώς μετά από από του στόματος χορήγηση και έχει απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα περίπου 100%. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός περίπου 1-2 ωρών μετά τη χορήγηση (Tmax) και κυμαίνονται από 8.1-12.9 mcg/mL μετά από εφάπαξ δόσεις και 11.0-21.2 mcg/mL μετά από πολλαπλές δόσεις.
Η απορρόφηση της από του στόματος χορηγούμενης λινεζολίδης δεν επηρεάζεται σημαντικά από τη συνχορήγηση τροφής και, ως εκ τούτου, μπορεί να χορηγηθεί ανεξαρτήτως της χρονικής στιγμής των γευμάτων.
Η νεφρική απέκκριση είναι ο κύριος τρόπος με τον οποίο απεκκρίνονται η λινεζολίδη και τα μεταβολικά της προϊόντα. Μετά τη χορήγηση μιας ραδιοσημασμένης δόσης λινεζολίδης υπό συνθήκες σταθερής κατάστασης, περίπου το 84% της ραδιενέργειας ανακτήθηκε στα ούρα, εκ των οποίων περίπου το 30% είναι αμετάβλητο μητρικό φάρμακο, το 40% είναι ο μεταβολίτης υδροξυαιθυλ-γλυκίνης και το 10% είναι ο μεταβολίτης αμινοαιθοξυ-οξικού οξέος.
Η απέκκριση μέσω κοπράνων είναι συγκριτικά μικρή, χωρίς ανιχνεύσιμο μητρικό φάρμακο στα κόπρανα και μόνο 6% και 3% μιας χορηγηθείσας δόσης ανευρίσκονται στα κόπρανα ως μεταβολίτης υδροξυαιθυλ-γλυκίνης και μεταβολίτης αμινοαιθοξυ-οξικού οξέος, αντίστοιχα.
Σε σταθερή κατάσταση, ο όγκος κατανομής της λινεζολίδης σε υγιείς ενήλικες είναι περίπου 40-50 λίτρα.
Η συνολική κάθαρση της λινεζολίδης εκτιμάται σε 100-200 mL/min, η πλειονότητα της οποίας φαίνεται να είναι μη-νεφρική. Η μέση νεφρική κάθαρση είναι περίπου 40 mL/min, γεγονός που υποδηλώνει καθαρή σωληνική επαναρρόφηση, ενώ η μη-νεφρική κάθαρση εκτιμάται ότι αντιστοιχεί περίπου στο 65% της συνολικής κάθαρσης, ή 70-150 mL/min κατά μέσο όρο.
Η μεταβλητότητα στην κάθαρση της λινεζολίδης είναι υψηλή, ιδιαίτερα για τη μη-νεφρική κάθαρση.
Κατανέμεται σε καλά αιματούμενους ιστούς· ο όγκος κατανομής είναι ελαφρώς χαμηλότερος σε γυναίκες από ό,τι σε άνδρες. VolD (σταθερή κατάσταση) - 40 έως 50 L.
Η AUC είναι χαμηλότερη σε παιδιατρικούς ασθενείς σε σύγκριση με τους ενήλικες και υπάρχει μεγαλύτερη μεταβλητότητα της AUC της λινεζολίδης σε όλες τις παιδιατρικές ηλικιακές ομάδες σε σύγκριση με τους ενήλικες. Οι περισσότεροι πρόωροι νεογνοί ηλικίας <7 ημερών (ηλικία κύησης <34 εβδομάδων) έχουν μεγαλύτερες τιμές AUC από πολλούς τελειόμηνους νεογνούς και μεγαλύτερα βρέφη.
Η λινεζολίδη απορροφήθηκε ταχέως μετά από p.o. χορήγηση με p.o. βιοδιαθεσιμότητα >95% σε αρουραίο και σκύλο, και >70% σε ποντίκι. Μελέτες τοξικοκινητικής 28 ημερών i.v./p.o. σε αρουραίο (20-200 mg kg(-1) day(-1)) και σκύλο (10-80 mg kg(-1) day(-1)) δεν αποκάλυψαν ούτε σημαντική αύξηση της κάθαρσης ούτε συσσώρευση μετά από πολλαπλές δόσεις. Η λινεζολίδη είχε περιορισμένη πρωτεϊνική πρόσδεση (<35%) και κατανεμήθηκε πολύ καλά στους περισσότερους εξωαγγειακούς χώρους, με όγκο κατανομής σε σταθερή κατάσταση (V(ss)) περίπου ίσο με το συνολικό σωματικό ύδωρ. Η λινεζολίδη κυκλοφορούσε κυρίως ως μητρικό φάρμακο και απεκκρινόταν κυρίως ως μητρικό φάρμακο και δύο ανενεργά καρβοξυλικά οξέα, PNU-142586 και PNU-142300. Χαρακτηρίστηκαν επίσης δευτερεύοντες μεταβολίτες. Σε όλα τα είδη, ο ρυθμός κάθαρσης καθοριζόταν από τον μεταβολισμό. Η ανάκτηση ραδιενέργειας ήταν ουσιαστικά πλήρης εντός 24-48 ωρών. Η νεφρική απέκκριση του μητρικού φαρμάκου και των μεταβολιτών ήταν μια κύρια οδός απέκκρισης. Το μητρικό φάρμακο υπέστη νεφρική σωληνική επαναρρόφηση, επιβραδύνοντας σημαντικά την απέκκριση του μητρικού φαρμάκου και επιτρέποντας σε μια αργή μεταβολική διαδικασία να γίνει καθοριστικός παράγοντας στην συνολική κάθαρση. Συμπεραίνεται ότι τα δεδομένα ADME ήταν σχετικά συνεπή μεταξύ των ειδών και υποστήριξαν τον αρουραίο και τον σκύλο ως τα κύρια μη-κλινικά είδη ασφαλείας.
Σε δύο τυχαιοποιημένες, διπλές-τυφλές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, δοσο-κλιμακωτές μελέτες, οι υποκείμενοι εκτέθηκαν σε από του στόματος (375, 500 ή 625 mg) ή ενδοφλέβια (500 ή 625 mg) λινεζολίδη ή εικονικό φάρμακο δύο φορές την ημέρα. Λήφθηκαν σειριακά δείγματα αίματος και ούρων μετά την πρώτη- και πολλαπλές-δόσεις για έως και 18 ημέρες. Χρησιμοποιήθηκαν μη-διαμερισματικές φαρμακοκινητικές αναλύσεις για την περιγραφή της κατανομής της λινεζολίδης. Οι συγκεντρώσεις της λινεζολίδης στο πλάσμα και οι περιοχές κάτω από τις καμπύλες συγκέντρωσης-χρόνου (AUC) αυξήθηκαν αναλογικά με τη δόση, ανεξάρτητα από τη διαδρομή χορήγησης. Οι συγκεντρώσεις της λινεζολίδης στο πλάσμα παρέμειναν πάνω από το MIC90 για ευαίσθητα παθογόνα-στόχους (4.0 mg/L) για την πλειονότητα του διαστήματος χορήγησης 12 ωρών. Η μέση κάθαρση, ο χρόνος ημιζωής και ο όγκος κατανομής ήταν παρόμοιοι, ανεξάρτητα από τη δόση, τόσο για τις από του στόματος όσο και για τις ενδοφλέβιες οδούς. Η λινεζολίδη ήταν καλά ανεκτή και η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με το φάρμακο ήταν παρόμοια μεταξύ των ομάδων λινεζολίδης και εικονικού φαρμάκου. Η από του στόματος και η ενδοφλέβια λινεζολίδη παρουσιάζουν γραμμική φαρμακοκινητική, με τις συγκεντρώσεις να παραμένουν πάνω από το MIC90 /ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση/ για το μεγαλύτερο μέρος του διαστήματος χορήγησης. Αυτά τα αποτελέσματα υποστηρίζουν ένα σχήμα δύο φορές την ημέρα για τη λινεζολίδη και καταδεικνύουν τη σκοπιμότητα της μετατροπής από ενδοφλέβια σε από του στόματος χορήγηση χωρίς προσαρμογή της δόσης.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη ΛΙΝΕΖΟΛΙΔΗ (16 σύνολο), παρακαλούμε επισκεφθείτε τη σελίδα καταγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Πρωτεϊνική Πρόσδεση
Η πρόσδεση της λινεζολίδης στις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι περίπου 31% - κυρίως στην αλβουμίνη του ορού - και είναι συγκέντρωση-εξαρτώμενη.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η λινεζολίδη μεταβολίζεται κυρίως σε δύο ανενεργούς μεταβολίτες: έναν μεταβολίτη αμινοαιθοξυ-οξικού οξέος (PNU-142300) και έναν μεταβολίτη υδροξυαιθυλ-γλυκίνης (PNU-142586), οι οποίοι και οι δύο προκύπτουν από οξείδωση του δακτυλίου μορφολίνης. Ο μεταβολίτης υδροξυαιθυλ-γλυκίνης - ο πιο άφθονος εκ των δύο μεταβολιτών - πιθανώς παράγεται μέσω μη-ενζυμικών διεργασιών, αν και περαιτέρω λεπτομέρειες δεν έχουν διευκρινιστεί.
Ενώ τα συγκεκριμένα ένζυμα που είναι υπεύθυνα για τη βιομετατροπή της λινεζολίδης είναι ασαφή, δεν φαίνεται να υπόκειται σε μεταβολισμό μέσω του συστήματος ενζύμων CYP450, ούτε αναστέλλει ή επάγει σημαντικά αυτά τα ένζυμα.
Ωστόσο, η λινεζολίδη είναι ένας αναστρέψιμος και μη-εκλεκτικός αναστολέας των ενζύμων μονοαμινοξειδάσης.
Μελέτες in vitro δεν έχουν δείξει ότι η λινεζολίδη μεταβολίζεται από ένζυμα κυτοχρώματος p450 του ανθρώπου. Η λινεζολίδη δεν αναστέλλει τα ένζυμα κυτοχρώματος p450.
Η λινεζολίδη μεταβολίζεται κυρίως μέσω οξείδωσης του δακτυλίου μορφολίνης. Σχηματίζονται δύο ανενεργοί μεταβολίτες: ο μεταβολίτης αμινοαιθοξυ-οξικού οξέος και ο μεταβολίτης υδροξυαιθυλ-γλυκίνης. Ο μεταβολίτης υδροξυαιθυλ-γλυκίνης σχηματίζεται μέσω ενός μη-ενζυμικού χημικού μηχανισμού οξείδωσης in vitro.
Το φάρμακο μεταβολίζεται κυρίως μέσω οξείδωσης σε 2 ανενεργούς μεταβολίτες· έναν μεταβολίτη αμινοαιθοξυ-οξικού οξέος και έναν μεταβολίτη υδροξυαιθυλ-γλυκίνης. Η λινεζολίδη δεν μεταβολίζεται σε μετρήσιμο βαθμό από το σύστημα ενζύμων κυτοχρώματος p450 (CYP). Η λινεζολίδη δεν αναστέλλει τα CYP ισοένζυμα 1A2, 2C9, 2C19, 2D6, 2E1, ή 3A4 και δεν είναι επαγωγέας ενζύμων, υποδηλώνοντας ότι το φάρμακο είναι απίθανο να μεταβάλει τη φαρμακοκινητική των φαρμάκων που μεταβολίζονται από αυτά τα ένζυμα.
Διεξήχθησαν μελέτες in vitro για τον προσδιορισμό των ηπατικών ενζύμων που είναι υπεύθυνα για τον οξειδωτικό μεταβολισμό της λινεζολίδης. Σε μικροσώματα ανθρώπινου ήπατος, η λινεζολίδη οξειδώθηκε σε έναν μόνο μεταβολίτη, την υδροξυλινεζολίδη (Μ1). Ο σχηματισμός της Μ1 προσδιορίστηκε ως εξαρτώμενος από την πρωτεΐνη των μικροσωμάτων και το NADPH. Σε ένα εύρος συγκέντρωσης από 2 έως 700 uM, ο ρυθμός σχηματισμού της Μ1 συμμορφώθηκε με κινητική πρώτης τάξης (μη-κορεσμένη). Η εφαρμογή συμβατικών τεχνικών in vitro απέτυχε να προσδιορίσει την μοριακή προέλευση της Μ1 με βάση τα ακόλουθα πειράματα: α) αναστολείς/υποστρώματα διαφόρων ενζύμων κυτοχρώματος P-450 (CYP) δεν μπόρεσαν να αναστείλουν τον σχηματισμό της Μ1· β) ο σχηματισμός της Μ1 δεν συσχετίστηκε (r(2) < 0.23) με καμία από τις μετρηθείσες καταλυτικές δραστηριότητες σε έναν πληθυσμό ανθρώπινων ήπατος (n = 14)· γ) ο σχηματισμός της Μ1 δεν ανιχνεύθηκε σε επωάσεις χρησιμοποιώντας μικροσώματα που παρασκευάστηκαν από κύτταρα εντόμων baculovirus που εκφράζουν CYP 1A1, 1A2, 2A6, 2B6, 2C8, 2C9, 2C19, 2D6, 2E1, 3A4, 3A5 και 4A11. Επιπλέον, τα αποτελέσματα από έναν έλεγχο αναστολής CYP in vitro αποκάλυψαν ότι η λινεζολίδη δεν παρουσίαζε καμία ανασταλτική δράση προς τα ακόλουθα ένζυμα CYP (CYP1A2, CYP2C9, CYP2C19, CYP2D6, CYP2E1 και CYP3A4). Πρόσθετες μελέτες in vitro απέκλεισαν την πιθανότητα της φλαβινο-περιέχουσας μονοοξυγενάσης και της μονοαμινοξειδάσης ως πιθανά ένζυμα υπεύθυνα για τον σχηματισμό μεταβολιτών. Ωστόσο, ο σχηματισμός μεταβολιτών βρέθηκε να είναι βέλτιστος υπό βασικές συνθήκες (pH 9.0), γεγονός που υποδηλώνει πιθανή εμπλοκή ενός μη χαρακτηρισμένου ενζύμου CYP ή μιας εναλλακτικής μικροσωμιακής οξειδωτικής οδού.
Η λινεζολίδη μεταβολίζεται κυρίως μέσω οξείδωσης του δακτυλίου μορφολίνης, η οποία οδηγεί σε δύο ανενεργούς καρβοξυλικούς μεταβολίτες με ανοιγμένο δακτύλιο: τον μεταβολίτη αμινοαιθοξυ-οξικού οξέος (Α) και τον μεταβολίτη υδροξυαιθυλ-γλυκίνης (Β). Ο σχηματισμός του μεταβολίτη Β μεσολαβείται από έναν μη-ενζυμικό χημικό μηχανισμό οξείδωσης in vitro. Η λινεζολίδη δεν είναι επαγωγέας του κυτοχρώματος P450 (CYP) σε αρουραίους, και έχει αποδειχθεί από μελέτες in vitro ότι η λινεζολίδη δεν μεταβολίζεται ανιχνεύσιμα από το ανθρώπινο κυτόχρωμα P450 και δεν αναστέλλει τις δραστηριότητες κλινικά σημαντικών ανθρώπινων ισομορφών CYP (1A2, 2C9, 2C19, 2D6, 2E1, 3A4).
Η λινεζολίδη απορροφάται ταχέως και εκτενώς μετά από από του στόματος χορήγηση. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται περίπου 1-2 ώρες μετά τη χορήγηση, και η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 100%. Η λινεζολίδη μεταβολίζεται κυρίως μέσω οξείδωσης του δακτυλίου μορφολίνης, η οποία οδηγεί σε δύο ανενεργούς καρβοξυλικούς μεταβολίτες με ανοιγμένο δακτύλιο: τον μεταβολίτη αμινοαιθοξυ-οξικού οξέος (Α) και τον μεταβολίτη υδροξυαιθυλ-γλυκίνης (Α308). Χρόνος Ημιζωής: 4.5-5.5 ώρες.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
Ο χρόνος ημιζωής αποβολής εκτιμάται ότι κυμαίνεται μεταξύ 5 και 7 ωρών.
… Παρατηρήθηκε σημαντική, αν και ασθενής, συσχέτιση μεταξύ ηλικίας και συνολικής κάθαρσης. Οι μέσες τιμές (+/- SD) για τον χρόνο ημιζωής αποβολής, τη συνολική κάθαρση και τον φαινόμενο όγκο κατανομής ήταν 3,0 +/- 1,1 ώρες, 0,34 +/- 0,15 λίτρα/ώρα/kg και 0,73 +/- 0,18 λίτρα/kg, αντίστοιχα. …
Οι ακόλουθες τιμές χρόνου ημιζωής αποβολής της λινεζολίδης σε ενήλικες:
- Δισκίο 400 mg (εφάπαξ δόση) - 5,2 ώρες
- Δισκίο 400 mg κάθε 12 ώρες - 4,69 ώρες
- Δισκίο 600 mg (εφάπαξ δόση) - 4,26 ώρες
- Δισκίο 600 mg κάθε 12 ώρες - 5,4 ώρες
- Εναιώρημα 600 mg από το στόμα (εφάπαξ δόση) - 4,6 ώρες
- Ενδοφλέβια έγχυση 600 mg (εφάπαξ δόση) - 4,4 ώρες
- Ενδοφλέβια έγχυση 600 mg κάθε 12 ώρες - 4,8 ώρες.
Στα παιδιά ηλικίας >7 ημερών έως 11 ετών, ο χρόνος ημιζωής είναι μικρότερος σε σύγκριση με τους ενήλικες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Κατάταξη MeSH Φαρμακολογίας
- Σύνθετες ουσίες που αναστέλλουν τη σύνθεση πρωτεϊνών. Συνήθως είναι ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ή τοξίνες. Ο μηχανισμός δράσης της αναστολής περιλαμβάνει τη διακοπή της επιμήκυνσης της πεπτιδικής αλυσίδας, τον αποκλεισμό της θέσης Α των ριβοσωμάτων, την εσφαλμένη ανάγνωση του γενετικού κώδικα ή την παρεμπόδιση της προσκόλλησης ολιγοσακχαριδικών πλευρικών αλυσίδων σε γλυκοπρωτεΐνες.
- Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Κατάταξη FDA Φαρμακολογίας
- ISQ9I6J12J
- LINEZOLID
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κλάση [EPC] - Αντιβακτηριακό Οξαζολιδινόνης
- Χημική Δομή [CS] - Οξαζολιδινόνες
Η λινεζολίδη είναι ένα Αντιβακτηριακό Οξαζολιδινόνης.
LINEZOLID
- Οξαζολιδινόνες [CS]
- Αντιβακτηριακό Οξαζολιδινόνης [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Κατάταξη MeSH Φαρμακολογίας
- Σύνθετες ουσίες που αναστέλλουν τη σύνθεση πρωτεϊνών. Συνήθως είναι ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ή τοξίνες. Ο μηχανισμός δράσης της αναστολής περιλαμβάνει τη διακοπή της επιμήκυνσης της πεπτιδικής αλυσίδας, τον αποκλεισμό της θέσης Α των ριβοσωμάτων, την εσφαλμένη ανάγνωση του γενετικού κώδικα ή την παρεμπόδιση της προσκόλλησης ολιγοσακχαριδικών πλευρικών αλυσίδων σε γλυκοπρωτεΐνες.
- Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.